Ἱστορίαι Βιβλίο Η [7.1.1] – [7.239.4] – Πολύμνια

Πηγή greek-language/ancient_greek/Ηρόδοτος – Ἱστορίαι/Πολύμνια

[7.1.1] Ἐπεὶ δὲ ἡ ἀγγελίη ἀπίκετο περὶ τῆς μάχης τῆς ἐν Μαραθῶνι γενομένης παρὰ βασιλέα Δαρεῖον τὸν Ὑστάσπεος καὶ πρὶν μεγάλως κεχαραγμένον τοῖσι Ἀθηναίοισι διὰ τὴν ἐς Σάρδις ἐσβολήν, καὶ δὴ καὶ τότε πολλῷ τε δεινότερα ἐποίεε καὶ μᾶλλον ὅρμητο στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. Οι ειδήσεις για τη μάχη που έγινε στον Μαραθώνα έφτασαν στο βασιλιά Δαρείο, το γιο του Υστάσπη, που κι από πρωτύτερα έπνεε μένεα εναντίον των Αθηναίων για την εισβολή τους στις Σάρδεις· τότε λοιπόν και το ξέσπασμα της οργής του ήταν φοβερότερο και η επιθυμία του να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας σφοδρότερη.
[7.1.2] καὶ αὐτίκα μὲν ἐπηγγέλλετο πέμπων ἀγγέλους κατὰ πόλις ἑτοιμάζειν στρατιήν, πολλῷ πλέω ἐπιτάσσων ἑκάστοισι ἢ πρότερον παρεῖχον, καὶ νέας τε καὶ ἵππους καὶ σῖτον καὶ πλοῖα. τούτων δὲ περιαγγελλομένων ἡ Ἀσίη ἐδονέετο ἐπὶ τρία ἔτεα, καταλεγομένων τε τῶν ἀρίστων ὡς ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στρατευσομένων καὶ παρασκευαζομένων. Κι αμέσως στέλνοντας προς κάθε κατεύθυνση αγγελιοφόρους στις πολιτείες έδινε εντολές να ετοιμάζουν στρατό, προστάζοντας στην καθεμιά τους πολύ περισσότερα απ᾽ ό,τι του έστελναν πρωτύτερα καράβια κι άλογα και σιτάρι και φορτηγά πλοία. Κι έτσι που οι αγγελιοφόροι του έφερναν τις προσταγές του ένα γύρο παντού, για τρία χρόνια η Ασία συγκλονιζόταν, καθώς το άνθος των αντρών της στρατολογήθηκε για να εκστρατεύσουν εναντίον των Ελλήνων και προετοιμάζονταν.
[7.1.3] τετάρτῳ δὲ ἔτεϊ Αἰγύπτιοι ‹οἱ› ὑπὸ Καμβύσεω δουλωθέντες ἀπέστησαν ἀπὸ Περσέων. ἐνθαῦτα δὴ καὶ μᾶλλον ὅρμητο καὶ ἐπ᾽ ἀμφοτέρους στρατεύεσθαι. Μπαίνοντας ο τέταρτος χρόνος, οι Αιγύπτιοι, που είχαν υποδουλωθεί από τον Καμβύση, σήκωσαν επανάσταση εναντίον των Περσών. Και τότε ήταν που η επιθυμία του να εκστρατεύσει εναντίον και των δυο χωρών φούντωσε.
[7.2.1] στελλομένου δὲ Δαρείου ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ Ἀθήνας, τῶν παίδων αὐτοῦ στάσις ἐγένετο μεγάλη περὶ τῆς ἡγεμονίης, ὡς δεῖ μιν ἀποδέξαντα βασιλέα κατὰ τὸν Περσέων νόμον οὕτω στρατεύεσθαι. Κι ενώ ήταν να μπει ο Δαρείος στο δρόμο για να χτυπήσει την Αίγυπτο και την Αθήνα, ξέσπασε μεγάλη αντιδικία ανάμεσα στους γιους του για το θέμα του θρόνου, δηλαδή πως όφειλε αυτός, σύμφωνα με τα περσικά έθιμα, πρώτα να ορίσει ποιός θα τον διαδεχτεί στο θρόνο κι ύστερα να ξεκινήσει για εκστρατεία.
[7.2.2] ἦσαν γὰρ Δαρείῳ καὶ πρότερον ἢ βασιλεῦσαι γεγονότες τρεῖς παῖδες ἐκ τῆς προτέρης γυναικός, Γωβρύεω θυγατρός, καὶ βασιλεύσαντι ἐξ Ἀτόσσης τῆς Κύρου ἕτεροι τέσσερες. τῶν μὲν δὴ προτέρων ἐπρέσβευε Ἀρτοβαζάνης, τῶν δὲ ἐπιγενομένων Ξέρξης. Γιατί ο Δαρείος και πριν γίνει βασιλιάς είχε αποχτήσει τρεις γιους από την πρώτη του γυναίκα, τη θυγατέρα του Γωβρύα, και, αφού πήρε το θρόνο, άλλους τέσσερες από την Άτοσσα, την κόρη του Κύρου. Λοιπόν, πρωτότοκος ανάμεσα στους πρώτους ήταν ο Αρτοβαζάνης, ανάμεσα στους δεύτερους ο Ξέρξης.
[7.2.3] ἐόντες δὲ μητρὸς οὐ τῆς αὐτῆς ἐστασίαζον, ὁ μὲν [γὰρ] Ἀρτοβαζάνης κατ᾽ ὅ τι πρεσβύτατός τε εἴη παντὸς τοῦ γόνου καὶ ὅτι νομιζόμενον εἴη πρὸς πάντων ἀνθρώπων τὸν πρεσβύτατον τὴν ἀρχὴν ἔχειν, Ξέρξης δὲ ὡς Ἀτόσσης τε παῖς εἴη τῆς Κύρου θυγατρὸς καὶ ὅτι Κῦρος εἴη ὁ κτησάμενος τοῖσι Πέρσῃσι τὴν ἐλευθερίην. Και, καθώς γεννήθηκαν από διαφορετικές μητέρες, μάλωναν μεταξύ τους· ο Αρτοβαζάνης ισχυριζόταν πως ήταν ο μεγαλύτερος απ᾽ όλο το παιδολόι, και σ᾽ όλο τον κόσμο, σύμφωνα με το έθιμο, ο μεγαλύτερος παίρνει την εξουσία, κι ο Ξέρξης από τη μεριά του, πως ήταν γιος της Άττοσας, της θυγατέρας του Κύρου — και στον Κύρο χρωστούσαν οι Πέρσες την ελευθερία τους.
[7.3.1] Δαρείου δὲ οὐκ ἀποδεικνυμένου κω γνώμην ἐτύγχανε κατὰ τὠυτὸ τούτοισι καὶ Δημάρητος ὁ Ἀρίστωνος ἀναβεβηκὼς ἐς Σοῦσα, ἐστερημένος τε τῆς ἐν Σπάρτῃ βασιληίης καὶ φυγὴν ἐπιβαλὼν ἑωυτῷ ἐκ Λακεδαίμονος. Κι ενώ ο Δαρείος δεν είχε πάρει ακόμη την απόφασή του, έτυχε τον καιρό που γίνονταν αυτά να ᾽χει ανεβεί στα Σούσα ο Δημάρατος, ο γιος του Αρίστωνος, που του είχαν αποστερήσει το βασιλικό αξίωμα της Σπάρτης κι ήταν αυτοεξόριστος από τη Λακωνία.
[7.3.2] οὗτος ὡνὴρ πυθόμενος τῶν Δαρείου παίδων τὴν διαφορήν, ἐλθών, ὡς ἡ φάτις μιν ἔχει, Ξέρξῃ συνεβούλευε λέγειν πρὸς τοῖσι ἔλεγε ἔπεσι, ὡς αὐτὸς μὲν γένοιτο Δαρείῳ ἤδη βασιλεύοντι καὶ ἔχοντι τὸ Περσέων κράτος, Ἀρτοβαζάνης δὲ ἔτι ἰδιώτῃ ἐόντι Δαρείῳ· Μαθαίνοντας την αντιδικία των γιων του Δαρείου, πήγε και βρήκε, σύμφωνα με τη φήμη που διαδόθηκε, τον Ξέρξη και τον συμβούλευε να προσθέσει στα επιχειρήματα που έφερνε πως αυτός γεννήθηκε όταν ο Δαρείος ήταν πια βασιλιάς και κυβερνούσε το περσικό κράτος, ενώ ο Αρτοβαζάνης, όταν ο Δαρείος ήταν ένας από το πλήθος·
[7.3.3] οὐκ ὦν οὔτε οἰκὸς εἴη οὔτε δίκαιον ἄλλον τινὰ τὸ γέρας ἔχειν πρὸ ἑωυτοῦ, ἐπεί γε καὶ ἐν Σπάρτῃ, ἔφη ὁ Δημάρητος ὑποτιθέμενος, οὕτω νομίζεσθαι, ἢν οἱ μὲν προγεγονότες ἔωσι πρὶν ἢ τὸν πατέρα σφέων βασιλεῦσαι, ὁ δὲ βασιλεύοντι ὀψίγονος ἐπιγένηται, τοῦ ἐπιγενομένου τὴν ἔκδεξιν τῆς βασιληίης γίνεσθαι. άρα ούτε λογικό ούτε δίκιο ήταν να έχει τα πρωτεία κάποιος άλλος κι όχι αυτός, αφού και στη Σπάρτη, είπε ο Δημάρατος νουθετώντας τον, αυτό το έθιμο κρατούν: αν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία γιοι είχαν γεννηθεί πριν ο πατέρας τους πάρει το θρόνο και γεννηθεί αργότερα κάποιος άλλος, όταν ο πατέρας του βασιλεύει, αυτός που γεννήθηκε αργότερα γίνεται διάδοχος στη βασιλεία.
[7.3.4] χρησαμένου δὲ Ξέρξεω τῇ Δημαρήτου ὑποθήκῃ, γνοὺς ὁ Δαρεῖος ὡς λέγοι δίκαια βασιλέα μιν ἀπέδεξε. δοκέειν δέ μοι, καὶ ἄνευ ταύτης τῆς ὑποθήκης ἐβασίλευσε ἂν Ξέρξης· ἡ γὰρ Ἄτοσσα εἶχε τὸ πᾶν κράτος. Ο Ξέρξης ακολούθησε τη συμβουλή του Δημαράτου κι ο Δαρείος έκρινε ότι το επιχείρημα ήταν λογικό και τον ανακήρυξε διάδοχό του στο θρόνο. Η προσωπική μου γνώμη είναι πως και χωρίς αυτή τη συμβουλή τη βασιλεία θα την έπαιρνε ο Ξέρξης· γιατί η Άτοσσα ήταν παντοδύναμη.
[7.4.1] ἀποδέξας δὲ βασιλέα Πέρσῃσι Ξέρξεα Δαρεῖος ὁρμᾶτο στρατεύεσθαι· ἀλλὰ γὰρ μετὰ ταῦτά τε καὶ Αἰγύπτου ἀπόστασιν τῷ ὑστέρῳ ἔτεϊ παρασκευαζόμενον συνήνεικε αὐτὸν Δαρεῖον, βασιλεύσαντα τὰ πάντα ἕξ τε καὶ τριήκοντα ἔτεα, ἀποθανεῖν, οὐδέ οἱ ἐξεγένετο οὔτε τοὺς ἀπεστεῶτας Αἰγυπτίους οὔτε Ἀθηναίους τιμωρήσασθαι. ἀποθανόντος δὲ Δαρείου ἡ βασιληίη ἀνεχώρησε ἐς τὸν παῖδα τὸν ἐκείνου Ξέρξην. Μόλις λοιπόν ανακήρυξε βασιλιά των Περσών τον Ξέρξη, ο Δαρείος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει. Όμως, ένα χρόνο ύστερ᾽ απ᾽ αυτά και την επανάσταση της Αιγύπτου, τον Δαρείο πάνω στις προετοιμασίες της εκστρατείας τον βρήκε ο θάνατος, ύστερ᾽ από τριάντα έξι συνολικά χρόνια βασιλείας, κι έτσι δεν αξιώθηκε ούτε τους επαναστάτες Αιγυπτίους ούτε τους Αθηναίους να τιμωρήσει. Και μετά το θάνατο του Δαρείου η βασιλεία πέρασε στο γιο του, τον Ξέρξη.
[7.5.1] ὁ τοίνυν Ξέρξης ἐπὶ μὲν τὴν Ἑλλάδα οὐδαμῶς πρόθυμος ἦν κατ᾽ ἀρχὰς στρατεύεσθαι, ἐπὶ δὲ Αἴγυπτον ἐποιέετο στρατιῆς ἄγερσιν. παρεὼν δὲ καὶ δυνάμενος παρ᾽ αὐτῷ μέγιστον Περσέων Μαρδόνιος ὁ Γωβρύεω, ὃς ἦν Ξέρξῃ μὲν ἀνεψιός, Δαρείου δὲ ἀδελφεῆς παῖς, τοιούτου λόγου εἴχετο, λέγων· Λοιπόν ο Ξέρξης αρχικά δεν εκδήλωνε με κανένα τρόπο διάθεση να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας και συγκέντρωνε στρατό εναντίον της Αιγύπτου. Αλλά στην αυλή του βρισκόταν κι ασκούσε πάνω του την πιο μεγάλη από κάθε άλλο Πέρση επιρροή ο Μαρδόνιος, ο γιος του Γωβρύα, ξάδερφος του Ξέρξη και γιος της αδερφής του Δαρείου, που δεν άφηνε ευκαιρία να του κάνει μια τέτοια πρόταση, λέγοντάς του:
[7.5.2] Δέσποτα, οὐκ οἰκός ἐστι Ἀθηναίους ἐργασαμένους πολλὰ δὴ κακὰ Πέρσας μὴ οὐ δοῦναι δίκας τῶν ἐποίησαν. ἀλλ᾽ εἰ τὸ μὲν νῦν ταῦτα πρήσσοις τά περ ἐν χερσὶ ἔχεις· ἡμερώσας δὲ Αἴγυπτον τὴν ἐξυβρίσασαν στρατηλάτεε ἐπὶ τὰς Ἀθήνας, ἵνα λόγος τέ σε ἔχῃ πρὸς ἀνθρώπων ἀγαθὸς καί τις ὕστερον φυλάσσηται ἐπὶ γῆν τὴν σὴν στρατεύεσθαι. «Άρχοντά μου, δε στέκεται οι Αθηναίοι, ύστερ᾽ από τόσα κακά που έκαναν στους Πέρσες, να μη τιμωρηθούν για τις πράξεις τους· βέβαια τώρα ας μπει σε καλό δρόμο η επιχείρηση που έβαλες μπροστά· όταν όμως επιβάλεις την τάξη στην Αίγυπτο, που σήκωσε κεφάλι, οδήγησε το στρατό σου εναντίον της Αθήνας, για να ᾽χουν ν᾽ αναφέρουν τ᾽ όνομά σου οι άνθρωποι με θαυμασμό κι αποκεί και πέρα να το σκέφτεται καλά κάποιος να εκστρατεύσει εναντίον της χώρας σου».
[7.5.3] οὗτος μέν οἱ [ὁ] λόγος ἦν τιμωρός, τούτου δὲ τοῦ λόγου παρενθήκην ποιεέσκετο τήνδε, ὡς ἡ Εὐρώπη περικαλλὴς [εἴη] χώρη καὶ δένδρεα παντοῖα φέρει ἥμερα ἀρετήν τε ἄκρη, βασιλέϊ τε μούνῳ θνητῶν ἀξίη ἐκτῆσθαι. Μ᾽ αυτά λοιπόν τα λόγια τον παρακινούσε να πάρει εκδίκηση, αλλά την πρόταση αυτή τη συμπλήρωνε με τα εξής· πως η Ευρώπη είναι πανέμορφος τόπος, με κάθε λογής ήμερα δέντρα και ασυναγώνιστη σε γονιμότητα, έτσι που μονάχα ο βασιλιάς αξίζει να την έχει κτήμα του.
[7.6.1] ταῦτα δὲ ἔλεγε οἷα νεωτέρων ἔργων ἐπιθυμητὴς ἐὼν καὶ θέλων αὐτὸς τῆς Ἑλλάδος ὕπαρχος εἶναι. χρόνῳ δὲ κατεργάσατό τε καὶ ἀνέπεισε Ξέρξην ὥστε ποιέειν ταῦτα· συνέλαβε γὰρ καὶ ἄλλα οἱ σύμμαχα γενόμενα ἐς τὸ πείθεσθαι Ξέρξην. Και μιλούσε έτσι, επειδή διψούσε για νέες επιχειρήσεις κι ήθελε να γίνει αντιβασιλέας στην Ελλάδα. Και με τον καιρό τον κατάφερε τον Ξέρξη και τον έπεισε να βάλει σ᾽ ενέργεια αυτή την επιχείρηση. Γιατί βοηθήθηκε στο να πείσει τον Ξέρξη κι από άλλα γεγονότα που ήρθαν και συμμάχησαν μ᾽ αυτόν.
[7.6.2] τοῦτο μὲν ἀπὸ τῆς Θεσσαλίης παρὰ τῶν Ἀλευαδέων ἀπιγμένοι ἄγγελοι ἐπεκαλέοντο βασιλέα πᾶσαν προθυμίην παρεχόμενοι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα (οἱ δὲ Ἀλευάδαι οὗτοι ἦσαν Θεσσαλίης βασιλέες), τοῦτο δὲ Πεισιστρατιδέων οἱ ἀναβεβηκότες ἐς Σοῦσα, τῶν τε αὐτῶν λόγων ἐχόμενοι τῶν καὶ οἱ Ἀλευάδαι, καὶ δή τι πρὸς τούτοισι ἔτι πλέον προσωρέγοντό οἱ. Πρώτα πρώτα έφτασαν αγγελιοφόροι των Αλευάδων από τη Θεσσαλία και καλούσαν το βασιλιά να βαδίσει εναντίον της Ελλάδας· απ᾽ τη μεριά τους, έλεγαν, ολόψυχα θα ταχθούν στο πλευρό του (κι οι Αλευάδες ήταν βασιλιάδες της Θεσσαλίας)· και κατόπιν, οι Πεισιστρατίδες που είχαν ανεβεί στα Σούσα, χρησιμοποιώντας την ίδια γλώσσα με την οποία του μιλούσαν και οι Αλευάδες — μάλιστα σ᾽ αυτά πρόσθεταν κάτι που έκανε την πρότασή τους πιο ελκυστική:
[7.6.3] ἔχοντες ‹δ᾽› Ὀνομάκριτον, ἄνδρα Ἀθηναῖον χρησμολόγον τε καὶ διαθέτην χρησμῶν τῶν Μουσαίου, ἀνεβεβήκεσαν, τὴν ἔχθρην προκαταλυσάμενοι· ἐξηλάσθη γὰρ ὑπὸ Ἱππάρχου τοῦ Πεισιστράτου ὁ Ὀνομάκριτος ἐξ Ἀθηνέων, ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ ἁλοὺς ὑπὸ Λάσου τοῦ Ἑρμιονέος ἐμποιέων ἐς τὰ Μουσαίου χρησμὸν ὡς αἱ ἐπὶ Λήμνῳ ἐπικείμεναι νῆσοι ἀφανιζοίατο κατὰ τῆς θαλάσσης. ανέβηκαν στην αυλή του έχοντας μαζί τους τον Ονομάκριτο, Αθηναίο χρησμολόγο που είχε στην κατοχή του τους χρησμούς του Μουσαίου, αφού πρώτα έδωσαν τέλος στην έχθρα που τους χώριζε. Δηλαδή ο Ίππαρχος, ο γιος του Πεισιστράτου, όταν ο Λάσος από την Ερμιόνη συνέλαβε επ᾽ αυτοφώρω τον Ονομάκριτο να νοθεύει τους χρησμούς του Μουσαίου προσθέτοντας πως θ᾽ αφανίζονταν στο βυθό της θάλασσας τα νησιά που βρίσκονται στην περιοχή της Λήμνου,
[7.6.4] διὸ ἐξήλασέ μιν ὁ Ἵππαρχος, πρότερον χρεώμενος τὰ μάλιστα. τότε δὲ συναναβάς, ὅκως ἀπίκοιτο ἐς ὄψιν τὴν βασιλέος, λεγόντων τῶν Πεισιστρατιδέων περὶ αὐτοῦ σεμνοὺς λόγους κατέλεγε τῶν χρησμῶν· εἰ μέν τι ἐνέοι σφάλμα φέρον τῷ βαρβάρῳ, τῶν μὲν ἔλεγε οὐδέν, ὁ δὲ τὰ εὐτυχέστατα ἐκλεγόμενος ἔλεγε, τόν τε Ἑλλήσποντον ὡς ζευχθῆναι χρεὸν εἴη ὑπ᾽ ἀνδρὸς Πέρσεω, τήν τε ἔλασιν ἐξηγεόμενος. γι᾽ αυτό το λόγο ο Ίππαρχος τον εξόρισε, ενώ προηγουμένως τον είχε δεξί του χέρι. Τότε λοιπόν ανεβαίνοντας μαζί τους, όποτε βρισκόταν μπροστά στον βασιλιά, κι οι Πεισιστρατίδες τον παρουσίαζαν ως αξιόπιστο υποκείμενο, απάγγελνε τους χρησμούς επιλεκτικά: αν υπήρχε κάτι που μιλούσε για αποτυχία των βαρβάρων, το αποσιωπούσε εντελώς, και διάλεγε να πει τους πιο αίσιους, δηλαδή πως ήταν γραμμένο να γεφυρωθεί ο Ελλήσποντος από Πέρση, και προδιέγραφε την προέλαση των Περσών.
[7.6.5] οὗτός τε δὴ χρησμῳδέων προσεφέρετο, καὶ οἵ τε Πεισιστρατίδαι καὶ οἱ Ἀλευάδαι γνώμας ἀποδεικνύμενοι. Κι αυτός λοιπόν με τους χρησμούς του βοηθούσε προς αυτή την κατεύθυνση, όπως και οι Πεισιστρατίδες και οι Αλευάδες, που τάσσονταν αναφανδόν στο πλευρό του.
[7.7.1] ὡς δὲ ἀνεγνώσθη Ξέρξης στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἐνθαῦτα δευτέρῳ μὲν ἔτεϊ μετὰ τὸν θάνατον τὸν Δαρείου πρῶτα στρατιὴν ποιέεται ἐπὶ τοὺς ἀπεστεῶτας. τούτους μέν νυν καταστρεψάμενος καὶ Αἴγυπτον πᾶσαν πολλὸν δουλοτέρην ποιήσας ἢ ἐπὶ Δαρείου ἦν, ἐπιτρέπει Ἀχαιμένεϊ, ἀδελφεῷ μὲν ἑωυτοῦ, Δαρείου δὲ παιδί. Ἀχαιμένεα μέν νυν ἐπιτροπεύοντα Αἰγύπτου χρόνῳ μετέπειτα ἐφόνευσε Ἰνάρως ὁ Ψαμμητίχου ἀνὴρ Λίβυς. Κι αφού πείστηκε ο Ξέρξης να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας, τότε (ήταν ο δεύτερος χρόνος από το θάνατο του Δαρείου) πρώτα εκστρατεύει εναντίον των επαναστατών. Λοιπόν αυτούς τους υπέταξε εντελώς, επέβαλε σ᾽ ολόκληρη την Αίγυπτο ζυγό πολύ βαρύτερο απ᾽ ό,τι ήταν την εποχή του Δαρείου κι ανέθεσε τη διοίκησή της στον Αχαιμένη, αδερφό του και γιο του Δαρείου. Λοιπόν τον Αχαιμένη που ήταν αντιβασιλέας στην Αίγυπτο, αργότερα, μετά από καιρό, τον σκότωσε ο Ινάρως, ο γιος του Ψαμμητίχου απ᾽ τη Λιβύη.
[7.8.1] Ξέρξης δὲ μετὰ Αἰγύπτου ἅλωσιν ὡς ἔμελλε ἐς χεῖρας ἄξεσθαι τὸ στράτευμα τὸ ἐπὶ τὰς Ἀθήνας, σύλλογον ἐπίκλητον Περσέων τῶν ἀρίστων ἐποιέετο, ἵνα γνώμας τε πύθηταί σφεων καὶ αὐτὸς ἐν πᾶσι εἴπῃ τὰ θέλει. ὡς δὲ συνελέχθησαν, ἔλεγε Ξέρξης τάδε· Κι ο Ξέρξης, ύστερ᾽ από την άλωση της Αιγύπτου, καθώς ήταν να πάρει στα χέρια του την εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, οργάνωσε έκτακτη συνέλευση των πρώτων ανάμεσα στους πρώτους Πέρσες, και για να πάρει τις γνώμες τους και για να εκθέσει ο ίδιος μπροστά σ᾽ όλους τα σχέδιά του. Κι όταν συγκεντρώθηκαν, ο Ξέρξης τους μίλησε έτσι:
[7.8α.1] Ἄνδρες Πέρσαι, οὔτ᾽ αὐτὸς κατηγήσομαι νόμον τόνδε ἐν ὑμῖν τιθείς παραδεξάμενός τε αὐτῷ χρήσομαι. ὡς γὰρ ἐγὼ πυνθάνομαι τῶν πρεσβυτέρων, οὐδαμά κω ἠτρεμίσαμεν, ἐπείτε παρελάβομεν τὴν ἡγεμονίην τήνδε παρὰ Μήδων, Κύρου κατελόντος Ἀστυάγεα· ἀλλὰ θεός τε οὕτω ἄγει καὶ αὐτοῖσι ἡμῖν πολλὰ ἐπέπουσι συμφέρεται ἐπὶ τὸ ἄμεινον. τὰ μέν νυν Κῦρός τε καὶ Καμβύσης πατήρ τε ‹ὁ› ἐμὸς Δαρεῖος κατεργάσαντο καὶ προσεκτήσαντο ἔθνεα, ἐπισταμένοισι εὖ οὐκ ἄν τις λέγοι. «Άνδρες Πέρσες, δεν είμαι εγώ που θα εγκαινιάσω αυτή την τακτική στη χώρα σας, αλλά θα εφαρμόσω την τακτική των προκατόχων μου. Γιατί, όπως ακούω από τους μεγαλύτερους σε ηλικία, ποτέ ώς σήμερα δε μείναμε με τα χέρια σταυρωμένα, από την ώρα που πήραμε αυτή την εξουσία από τους Μήδους, όταν ο Κύρος καθαίρεσε τον Αστυάγη· αλλά κι ο θεός αυτό το δρόμο μάς δείχνει κι εμείς οι ίδιοι επιχειρώντας πολλά πάμε απ᾽ το καλό στο καλύτερο. Λοιπόν, τα έθνη που κατάχτησαν και προσάρτησαν στο κράτος τους ο Κύρος κι ο Καμβύσης κι ο πατέρας μου, ο Δαρείος, ποιός ο λόγος να τ᾽ απαριθμήσει κανείς σ᾽ εσάς που τα ξέρετε καλά;
[7.8α.2] ἐγὼ δὲ ἐπείτε παρέλαβον τὸν θρόνον τοῦτον, ἐφρόντιζον ὅκως μὴ λείψομαι τῶν πρότερον γενομένων ἐν τιμῇ τῇδε μηδὲ ἐλάσσω προσκτήσομαι δύναμιν Πέρσῃσι· φροντίζων δὲ εὑρίσκω ἅμα μὲν κῦδος ἡμῖν προσγινόμενον χώρην τε τῆς νῦν ἐκτήμεθα οὐκ ἐλάσσονα οὐδὲ φλαυροτέρην παμφορωτέρην δέ, ἅμα δὲ τιμωρίην τε καὶ τίσιν γινομένην. διὸ ὑμέας νῦν ἐγὼ συνέλεξα, ἵνα τὸ νοέω πρήσσειν ὑπερθέωμαι ὑμῖν. Κι όσο για μένα, από την ώρα που παρέλαβα αυτό τον θρόνο, η έγνοια μου ήταν να μη φανώ κατώτερος από τους προκατόχους μου σ᾽ αυτό το αξίωμα κι ούτε να προσθέσω στο περσικό κράτος μικρότερη δύναμη· κι όσο το σκέφτομαι, βρίσκω πως κερδίζουμε και δόξα και χώρα το ίδιο μεγάλη μ᾽ αυτή που έχουμε κι όχι κατώτερη, αντίθετα που δίνει πλουσιότερη σοδειά κάθε λογής — και την ίδια ώρα τιμωρούμε τους εχθρούς και παίρνουμε εκδίκηση. Σας συγκέντρωσα λοιπόν γι᾽ αυτό το λόγο, για να σας κοινολογήσω τα σχέδιά μου.
[7.8β.1] μέλλω ζεύξας τὸν Ἑλλήσποντον ἐλᾶν στρατὸν διὰ τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἵνα Ἀθηναίους τιμωρήσωμαι ὅσα δὴ πεποιήκασι Πέρσας τε καὶ πατέρα τὸν ἐμόν. Σχεδιάζω να ενώσω με γέφυρα τις ακτές του Ελλήσποντου και να προελάσω με το στρατό μου, διασχίζοντας την Ευρώπη, για να τιμωρήσω τους Αθηναίους για όσα έπραξαν στους Πέρσες και τον πατέρα μου.
[7.8β.2] ὡρᾶτε μέν νυν καὶ Δαρεῖον ἰθύοντα στρατεύεσθαι ἐπὶ τοὺς ἄνδρας τούτους. ἀλλ᾽ ὁ μὲν τετελεύτηκε καὶ οὐκ ἐξεγένετό οἱ τιμωρήσασθαι· ἐγὼ δὲ ὑπέρ τε ἐκείνου καὶ τῶν ἄλλων Περσέων οὐ πρότερον παύσομαι πρὶν ἢ ἕλω τε καὶ πυρώσω τὰς Ἀθήνας, οἵ γε ἐμὲ καὶ πατέρα τὸν ἐμὸν ὑπῆρξαν ἄδικα ποιεῦντες. Είδατε λοιπόν εσείς και τον Δαρείο να έχει την πρόθεση να εκστρατεύσει εναντίον αυτού του λαού. Αλλά αυτός έχει πεθάνει και δεν αξιώθηκε να τους τιμωρήσει· λοιπόν, για την τιμή του και για την τιμή όλων των Περσών, εγώ δε θα το βάλω κάτω προτού κυριέψω και παραδώσω στις φλόγες την Αθήνα — αυτούς που πρώτοι ξεκίνησαν να κάνουν κακό σ᾽ εμένα και στον πατέρα μου.
[7.8β.3] πρῶτα μὲν ἐς Σάρδις ἐλθόντες ἅμα Ἀρισταγόρῃ τῷ Μιλησίῳ, δούλῳ δὲ ἡμετέρῳ, [ἀπικόμενοι] ἐνέπρησαν τά τε ἄλσεα καὶ τὰ ἱρά· δεύτερα δὲ ἡμέας οἷα ἔρξαν ἐς τὴν σφετέρην ἀποβάντας, ὅτε Δᾶτίς τε καὶ Ἀρταφρένης ἐστρατήγεον, [τὰ] ἐπίστασθέ κου πάντες. Δηλαδή, έκαναν αρχή στις Σάρδεις με τον Αρισταγόρα τον Μιλήσιο, δούλο μου, παραδίνοντας στις φλόγες τα ιερά άλση και τους ναούς μας· και συνέχισαν με τα όσα έπραξαν εναντίον μας όταν αποβιβαστήκαμε στη χώρα τους με το στράτευμα που διοικούσαν ο Δάτης και ο Αρταφρένης — νομίζω πως αυτά τα πράγματα είναι γνωστά σε όλους σας.

Η χώρα του Φρύγα (Ασιάτη) Πέλοπα είναι η Πελοπόννησος (Θουκυδίδου Ἱστορίαι [1.9.2])

[7.8γ.1] τούτων μέντοι εἵνεκα ἀνάρτημαι ἐπ᾽ αὐτοὺς στρατεύεσθαι, ἀγαθὰ δὲ ἐν αὐτοῖσι τοσάδε ἀνευρίσκω λογιζόμενος· εἰ τούτους τε καὶ τοὺς τούτοισι πλησιοχώρους καταστρεψόμεθα, οἳ Πέλοπος τοῦ Φρυγὸς νέμονται χώρην, γῆν τὴν Περσίδα ἀποδέξομεν τῷ Διὸς αἰθέρι ὁμουρέουσαν. Γι᾽ αυτούς λοιπόν τους λόγους είμαι αποφασισμένος να εκστρατεύσω εναντίον τους, αλλά και οι υπολογισμοί μου μού λένε πως απ᾽ αυτή την επιχείρηση θα έχουμε μεγάλα κέρδη· αν κυριέψουμε αυτούς και τους γειτονικούς τους λαούς, αυτούς που ζουν στη χώρα του Φρύγα Πέλοπα, τότε θα κάνουμε την Περσία να συνορεύει με τον ουρανό του Δία.
[7.8γ.2] οὐ γὰρ δὴ χώρην γε οὐδεμίαν κατόψεται ἥλιος ὁμουρέουσαν τῇ ἡμετέρῃ, ἀλλά σφεας πάσας ἐγὼ ἅμα ὑμῖν μίαν χώρην θήσω, διὰ πάσης διεξελθὼν τῆς Εὐρώπης. Γιατί ο ήλιος δε θ᾽ αντικρίζει κανένα κράτος της γης που να συνορεύει με το δικό μας, αφού εγώ μαζί σας, διασχίζοντας την Ευρώπη προς κάθε κατεύθυνση, όλη την οικουμένη θα την κάνω ένα κράτος·
[7.8γ.3] πυνθάνομαι γὰρ ὧδε ἔχειν, οὔτε τινὰ πόλιν ἀνδρῶν οὐδεμίαν οὔτε ἔθνος οὐδὲν ἀνθρώπων ὑπολείπεσθαι, τὸ ἡμῖν οἷόν τε ἔσται ἐλθεῖν ἐς μάχην, τούτων τῶν κατέλεξα ὑπεξαραιρημένων. οὕτω οἵ τε ἡμῖν αἴτιοι ἕξουσι δούλιον ζυγὸν οἵ τε ἀναίτιοι. γιατί, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, νά πώς έχουν τα πράγματα· αν βγουν απ᾽ τη μέση αυτοί που μνημόνευσα, δε θ᾽ απομείνει καμιά πόλη ούτε κανείς λαός που θα μπορέσει να προβάλει αντίσταση σε μας. Έτσι θα μπουν στο ζυγό της σκλαβιάς κι όσοι μας έφταιξαν κι όσοι δε μας έφταιξαν.
[7.8δ.1] ὑμεῖς δ᾽ ἄν μοι τάδε ποιέοντες χαρίζοισθε. ἐπεὰν ὑμῖν σημήνω τὸν χρόνον ἐς τὸν ἥκειν δεῖ, προθύμως πάντα τινὰ ὑμέων χρήσει παρεῖναι· ὃς ἂν δὲ ἔχων ἥκῃ παρεσκευασμένον στρατὸν κάλλιστα, δώσω οἱ δῶρα τὰ τιμιώτατα νομίζεται εἶναι ἐν ἡμετέρου. Τώρα, εσείς θα μου δείξετε την καλή σας διάθεση απέναντί μου κάνοντας τα εξής: όταν σας ανακοινώσω τη μέρα που πρέπει να παρουσιαστείτε, θα επιθυμούσα όλοι σας πρόθυμα να είστε παρόντες· κι όποιος παρουσιαστεί έχοντας τον καλύτερα εξοπλισμένο στρατό, θα του δώσω τα δώρα που θεωρούνται πως είναι τα πολυτιμότερα στη χώρα μας.
[7.8δ.2] ποιητέα μέν νυν ταῦτά ἐστι οὕτω· ἵνα δὲ μὴ ἰδιοβουλέειν ὑμῖν δοκέω, τίθημι τὸ πρῆγμα ἐς μέσον, γνώμην κελεύων ὑμέων τὸν βουλόμενον ἀποφαίνεσθαι. ταῦτα εἴπας ἐπαύετο. Λοιπόν, μ᾽ αυτό τον τρόπο πρέπει να ενεργήσουμε· και, για να μη μείνετε με την εντύπωση πως κάνω του κεφαλιού μου, φέρνω το θέμα σε κοινή συζήτηση, προτρέποντας να εκφράσει τη γνώμη του όποιος από σας το επιθυμεί».
[7.9.1] μετ᾽ αὐτὸν δὲ Μαρδόνιος ἔλεγε· Ὦ δέσποτα, οὐ μοῦνον εἶς τῶν γενομένων Περσέων ἄριστος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐσομένων, ὃς τά τε ἄλλα λέγων ἐπίκεο ἄριστα καὶ ἀληθέστατα καὶ Ἴωνας τοὺς ἐν τῇ Εὐρώπῃ κατοικημένους οὐκ ἐάσεις καταγελάσαι ἡμῖν, ἐόντας ἀναξίους. Μ᾽ αυτά τελείωσε την ομιλία του. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτόν μίλησε ο Μαρδόνιος: «Άρχοντά μου, είσαι ο άριστος όχι μονάχα από τους Πέρσες που πέρασαν, αλλά κι απ᾽ αυτούς που θά ᾽ρθουν, εσύ που τα λόγια σου βρίσκονται όσο γίνεται πιο κοντά στην τελειότητα και την αλήθεια — προπάντων που δε θ᾽ αφήσεις να ᾽μαστε μπαίγνιο των Ιώνων που κατοικούν στην Ευρώπη, αυτών των τιποτένιων.
[7.9.2] καὶ γὰρ δεινὸν ἂν εἴη πρῆγμα, εἰ Σάκας μὲν καὶ Ἰνδοὺς καὶ Αἰθίοπάς τε καὶ Ἀσσυρίους ἄλλα τε ἔθνεα πολλὰ καὶ μεγάλα ἀδικήσαντα Πέρσας οὐδέν, ἀλλὰ δύναμιν προσκτᾶσθαι βουλόμενοι, καταστρεψάμενοι δούλους ἔχομεν, Ἕλληνας δὲ ὑπάρξαντας ἀδικίης οὐ τιμωρησόμεθα. Πράγματι, θα ᾽ταν φοβερό, την ώρα που τους Σάκες και τους Ινδούς και τους Αιθίοπες και τους Ασσυρίους, κι άλλους λαούς πολλούς και μεγάλους, που δεν έπραξαν κανένα κακό στους Πέρσες, τους κυριέψαμε και τους έχουμε σκλάβους, απλώς και μόνο επειδή θέλαμε ν᾽ αυξήσουμε τη δύναμή μας, ν᾽ αφήσουμε ατιμώρητους τους Έλληνες που πρώτοι αυτοί μας έκαναν κακό.
[7.9α.1] τί δείσαντες; κοίην πλήθεος συστροφήν; κοίην δὲ χρημάτων δύναμιν; τῶν ἐπιστάμεθα μὲν τὴν μάχην, ἐπιστάμεθα δὲ τὴν δύναμιν ἐοῦσαν ἀσθενέα· ἔχομεν δὲ αὐτῶν παῖδας καταστρεψάμενοι, τούτους οἳ ἐν τῇ ἡμετέρῃ κατοικημένοι Ἴωνές τε καὶ Αἰολέες καὶ Δωριέες καλέονται. Να φοβηθούμε τί; το πλήθος του στρατού που θα συγκεντρώσουν; τη μεγάλη οικονομική τους δύναμη; αλλά ξέρουμε πώς πολεμούν, ξέρουμε πόσο ασήμαντη είναι η δύναμή τους· κι από την άλλη κρατάμε στα χέρια μας, δούλους μας, τα παιδιά τους — αυτούς που ζουν στη χώρα μας με τα γνωστά τους ονόματα, Ίωνες και Αιολείς και Δωριείς.
[7.9α.2] ἐπειρήθην δὲ καὶ αὐτὸς ἤδη ἐπελαύνων ἐπὶ τοὺς ἄνδρας τούτους ὑπὸ πατρὸς τοῦ σοῦ κελευσθείς, καί μοι μέχρι Μακεδονίης ἐλάσαντι καὶ ὀλίγον ἀπολιπόντι ἐς αὐτὰς Ἀθήνας ἀπικέσθαι οὐδεὶς ἠντιώθη ἐς μάχην. Έχω μάλιστα κιόλας τις προσωπικές μου εμπειρίες, καθώς έκανα εκστρατεία εναντίον τους ύστερ᾽ από διαταγή του πατέρα σου και προέλασα ώς τη Μακεδονία· και λίγο μου έλειψε να φτάσω ώς την ίδια την Αθήνα, και κανένας τους δε βγήκε να με αντιμετωπίσει.
[7.9β.1] καίτοι [γε] ἐώθασι Ἕλληνες, ὡς πυνθάνομαι, ἀβουλότατα πολέμους ἵστασθαι ὑπό τε ἀγνωμοσύνης καὶ σκαιότητος. ἐπεὰν γὰρ ἀλλήλοισι πόλεμον προείπωσι, ἐξευρόντες τὸ κάλλιστον χωρίον καὶ λειότατον, ἐς τοῦτο κατιόντες μάχονται, ὥστε σὺν κακῷ μεγάλῳ οἱ νικῶντες ἀπαλλάσσονται· περὶ δὲ τῶν ἑσσουμένων οὐδὲ λέγω ἀρχήν, ἐξώλεες γὰρ δὴ γίνονται. Παρόλο που, όπως μαθαίνω, οι Έλληνες συνηθίζουν να ξεσηκώνουν πόλεμο εντελώς απερίσκεπτα, παρασυρμένοι από αφροσύνη και ηλιθιότητα. Δηλαδή, όταν κηρύξουν πόλεμο ο ένας στον άλλο, ψάχνουν και βρίσκουν τον πιο όμορφο και τον πιο ομαλό τόπο και κατεβαίνουν και δίνουν μάχη εκεί, κι έτσι οι νικητές αποσύρονται από τη μάχη με μεγάλες απώλειες, κι όσο για τους νικημένους, ούτε λόγος να γίνεται, γιατί αποδεκατίζονται εντελώς.
[7.9β.2] τοὺς χρῆν, ἐόντας ὁμογλώσσους, κήρυξί τε διαχρεωμένους καὶ ἀγγέλοισι καταλαμβάνειν τὰς διαφορὰς καὶ παντὶ μᾶλλον ἢ μάχῃσι· εἰ δὲ πάντως ἔδεε πολεμέειν πρὸς ἀλλήλους, ἐξευρίσκειν χρῆν τῇ ἑκάτεροί εἰσι δυσχειρωτότατοι καὶ ταύτῃ πειρᾶν. τρόπῳ τοίνυν οὐ χρηστῷ Ἕλληνες διαχρεώμενοι ἐμέο ἐλάσαντος μέχρι Μακεδονίης [γῆς] οὐκ ἦλθον ἐς τούτου λόγον ὥστε μάχεσθαι. Ενώ έπρεπε, μια και μιλούν την ίδια γλώσσα —τί τους έχουν τέλος πάντων τους κήρυκες και τους αγγελιοφόρους τους;— να δίνουν τέλος στις διαφορές τους με κάθε άλλο τρόπο κι όχι με πόλεμο· και στην περίπτωση που ο πόλεμος ανάμεσά τους φαινόταν αναπόφευκτος, έπρεπε να ψάχνουν και να βρίσκουν τον πιο κατάλληλο για την άμυνα και των δυο μερών τόπο κι εκεί να δοκιμάζουν την τύχη τους. Λοιπόν, όσο κι αν οι Έλληνες ενεργούν μ᾽ αποκοτιά, όταν προέλασα εγώ ώς τη Μακεδονία, δεν έδειξαν διάθεση να δώσουν μάχη.
[7.9γ.1] σοὶ δὲ δὴ μέλλει τίς, ὦ βασιλεῦ, ἀντιώσεσθαι πόλεμον προφέρων, ἄγοντι καὶ πλῆθος τὸ ἐκ τῆς Ἀσίης καὶ νέας τὰς ἁπάσας; ὡς μὲν ἐγὼ δοκέω, οὐκ ἐς τοῦτο θάρσεος ἀνήκει τὰ Ἑλλήνων πρήγματα· εἰ δὲ ἄρα ἔγωγε ψευσθείην γνώμῃ καὶ ἐκεῖνοι ἐπαρθέντες ἀβουλίῃ ἔλθοιεν ἡμῖν ἐς μάχην, μάθοιεν ἂν ὥς εἰμεν ἀνθρώπων ἄριστοι τὰ πολέμια. ἔστω δ᾽ ὦν μηδὲν ἀπείρητον· αὐτόματον γὰρ οὐδέν, ἀλλ᾽ ἀπὸ πείρης πάντα ἀνθρώποισι φιλέει γίνεσθαι. Τώρα λοιπόν, βασιλιά μου, ποιός θα βρεθεί να σου προβάλει αντίσταση κηρύσσοντάς σου πόλεμο, την ώρα που εκστρατεύεις μ᾽ όλο το πλήθος της Ασίας και μ᾽ όλα τα καράβια σου; Κατά τη γνώμη μου, η δύναμη που διαθέτουν οι Έλληνες δεν τους δίνει τόσο θράσος· αν πάλι πέσω έξω στις εκτιμήσεις μου κι εκείνων η σκότιση του νου τούς παρασύρει να δώσουν μάχη με μας, θα μάθουν πως κανένας πάνω στον κόσμο δεν έχει την πολεμική αρετή μας. Λοιπόν, ας δοκιμάσουμε τα πάντα· γιατί τίποτε δεν έρχεται από μόνο του, αλλά στην ανθρώπινη ζωή ο κανόνας είναι όλα να τ᾽ αποχτούμε με προσπάθεια».
[7.10.1] Μαρδόνιος μὲν τοσαῦτα ἐπιλεήνας τὴν Ξέρξεω γνώμην ἐπέπαυτο· σιωπώντων δὲ τῶν ἄλλων Περσέων καὶ οὐ τολμώντων γνώμην ἀποδείκνυσθαι ἀντίην τῇ προκειμένῃ, Ἀρτάβανος ὁ Ὑστάσπεος, πάτρως ἐὼν Ξέρξῃ, τῷ δὴ καὶ πίσυνος ἐών, ἔλεγε τάδε· Ο Μαρδόνιος λοιπόν υποστήριξε μ᾽ αυτά τη γνώμη του Ξέρξη, κάνοντάς την πιο ελκυστική, και τελείωσε την ομιλία του. Οι άλλοι Πέρσες έμεναν σιωπηλοί και δεν τολμούσαν να εκφράσουν γνώμη αντίθετη μ᾽ αυτήν που προτάθηκε, όταν ο Αρτάβανος, ο γιος του Υστάσπη, που σαν θείος από πατέρα του Ξέρξη είχε το θάρρος, μίλησε έτσι:
[7.10α.1] Ὦ βασιλεῦ, μὴ λεχθεισέων μὲν γνωμέων ἀντιέων ἀλλήλῃσι οὐκ ἔστι τὴν ἀμείνω αἱρεόμενον ἑλέσθαι, ἀλλὰ δεῖ τῇ εἰρημένῃ χρᾶσθαι, λεχθεισέων δὲ ἔστι, ὥσπερ τὸν χρυσὸν τὸν ἀκήρατον αὐτὸν μὲν ἐπ᾽ ἑωυτοῦ οὐ διαγινώσκομεν, ἐπεὰν δὲ παρατρίψωμεν ἄλλῳ χρυσῷ, διαγινώσκομεν τὸν ἀμείνω. «Βασιλιά μου, αν δε διατυπωθούν γνώμες αντίθετες μεταξύ τους, δεν έχεις τη δυνατότητα ν᾽ ακολουθήσεις, ύστερ᾽ από επιλογή, την καλύτερη και δεν έχεις να κάνεις τίποτ᾽ άλλο παρά να βάλεις σε πράξη αυτήν που ειπώθηκε· αντίθετα, αν έχουν διατυπωθεί, έχεις τη δυνατότητα· είναι όπως με το ατόφιο χρυσάφι, που από μόνο του δεν το ξεχωρίζουμε, αν όμως, τρίβοντάς το πάνω στη λυδία λίθο, το συγκρίνουμε με άλλο χρυσάφι, αναγνωρίζουμε το καθαρότερο.
[7.10α.2] ἐγὼ δὲ καὶ πατρὶ τῷ σῷ, ἀδελφεῷ δὲ ἐμῷ Δαρείῳ ἠγόρευον μὴ στρατεύεσθαι ἐπὶ Σκύθας, ἄνδρας οὐδαμόθι γῆς ἄστυ νέμοντας· ὁ δέ ἐλπίζων Σκύθας τοὺς νομάδας καταστρέψεσθαι, ἐμοί τε οὐκ ἐπείθετο, στρατευσάμενός τε πολλοὺς καὶ ἀγαθοὺς τῆς στρατιῆς ἀποβαλὼν ἀπῆλθε. Εγώ λοιπόν και στον πατέρα σου, τον αδερφό μου τον Δαρείο, έλεγα δημόσια να μην εκστρατεύσει εναντίον των Σκυθών, ενός λαού που πουθενά στη χώρα του δεν έχει πολιτείες· εκείνος όμως, ελπίζοντας να υποδουλώσει τους Σκύθες, δε με άκουσε· έκανε την εκστρατεία και γύρισε άπρακτος χάνοντας πολλούς και γενναίους από το στράτευμά του.
[7.10α.3] σὺ δέ, ὦ βασιλεῦ, μέλλεις ἐπ᾽ ἄνδρας στρατεύεσθαι πολλὸν ἔτι ἀμείνονας ἢ Σκύθας, οἳ κατὰ θάλασσάν τε ἄριστοι καὶ κατὰ γῆν λέγονται εἶναι. τὸ δὲ αὐτοῖσι ἔνεστι δεινόν, ἐμέ σοι δίκαιόν ἐστι φράζειν. Κι εσύ, βασιλιά μου, σκοπεύεις να εκστρατεύσεις εναντίον πολεμιστών πολύ πιο γενναίων απ᾽ ό,τι οι Σκύθες, που έχουν τη φήμη πως είναι ασυναγώνιστοι και στη θάλασσα και στη στεριά. Τώρα, ποιόν κίνδυνο κρύβει αυτή η επιχείρηση, είμαι υποχρεωμένος να σου εξηγήσω.
[7.10β.1] ζεύξας φὴς τὸν Ἑλλήσποντον ἐλᾶν στρατὸν διὰ τῆς Εὐρώπης ἐς τὴν Ἑλλάδα. καὶ δὴ καὶ συνήνεικε ἤτοι κατὰ γῆν ἢ [καὶ] κατὰ θάλασσαν ἑσσωθῆναι, ἢ καὶ κατ᾽ ἀμφότερα· οἱ γὰρ ἄνδρες λέγονται εἶναι ἄλκιμοι, πάρεστι δὲ καὶ σταθμώσασθαι, εἰ στρατιήν γε τοσαύτην σὺν Δάτι καὶ Ἀρταφρένεϊ ἐλθοῦσαν ἐς τὴν Ἀττικὴν χώρην μοῦνοι Ἀθηναῖοι διέφθειραν. Είπες, «θα ενώσω με γέφυρα τις ακτές του Ελλησπόντου και θα προελάσω με το στρατό μου, διασχίζοντας την Ευρώπη, στην Ελλάδα». Πάει καλά· όμως, έρχονται έτσι τα πράγματα και μας νικούν είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, είτε και στα δυο· γιατί, απ᾽ ό,τι ακούμε, των ανθρώπων το λέει η καρδιά τους, κι αυτό το συμπέρασμα βγαίνει από το γεγονός ότι ένα τόσο μεγάλο εκστρατευτικό σώμα που οδήγησαν στην Αττική ο Δάτης κι ο Αρταφρένης, το εξόντωσαν μόνοι τους οι Αθηναίοι.
[7.10β.2] οὐκ ὦν ἀμφοτέρῃ σφι ἐχώρησε· ἀλλ᾽ ἢν τῇσι νηυσὶ ἐμβάλωσι καὶ νικήσαντες ναυμαχίῃ πλέωσι ἐς τὸν Ἑλλήσποντον καὶ ἔπειτα λύσωσι τὴν γέφυραν, τοῦτο δή, βασιλεῦ, γίνεται δεινόν. Τώρα, στην περίπτωση που δεν τους έρχονται όλα δεξιά και στις δυο μεριές, και πάλι, αν μας χτυπήσουν με τα καράβια και νικώντας σε ναυμαχία κατευθυνθούν με το στόλο τους στον Ελλήσποντο και κατόπι διαλύσουν τις γέφυρες, τότε, βασιλιά μου, χανόμαστε.
[7.10γ.1] ἐγὼ δὲ οὐδεμιῇ σοφίῃ οἰκηίῃ αὐτὸς ταῦτα συμβάλλομαι, ἀλλ᾽ οἷόν κοτε ἡμέας ὀλίγου ἐδέησε καταλαβεῖν πάθος, ὅτε πατὴρ ‹ὁ› σός ζεύξας Βόσπορον τὸν Θρηίκιον, γεφυρώσας δὲ ποταμὸν Ἴστρον διέβη ἐπὶ Σκύθας. τότε παντοῖοι ἐγένοντο Σκύθαι δεόμενοι Ἰώνων λῦσαι τὸν πόρον, τοῖσι ἐπετέτραπτο ἡ φυλακὴ τῶν γεφυρέων τοῦ Ἴστρου. Κι αυτό το συμπέρασμα δεν το βγάζω απ᾽ το μυαλό μου, επειδή τάχα είμαι σοφός, αλλά νά, είναι η καταστροφή που λίγο έλειψε να μας βρει, όταν ο πατέρας σου, αφού γεφύρωσε τον Βόσπορο της Θράκης κι αφού γεφύρωσε τον ποταμό Ίστρο, βάδισε εναντίον των Σκυθών. Τότε οι Σκύθες και τί δεν έκαναν παρακαλώντας τους Ίωνες, που είχαν αναλάβει τη φρούρηση των γεφυρών του Ίστρου, να διαλύσουν το πέραμα.
[7.10γ.2] καὶ τότε γε Ἱστιαῖος ὁ Μιλήτου τύραννος εἰ ἐπέσπετο τῶν ἄλλων τυράννων τῇ γνώμῃ μηδὲ ἠντιώθη, διέργαστο ἂν τὰ Περσέων πρήγματα. καίτοι καὶ λόγῳ ἀκοῦσαι δεινόν, ἐπ᾽ ἀνδρί γε ἑνὶ πάντα τὰ βασιλέος πρήγματα γεγενῆσθαι. Και τότε βέβαια, αν ο Ιστιαίος, ο τύραννος της Μιλήτου, πήγαινε με τη γνώμη των άλλων τυράννων και δεν τους εναντιωνόταν, τετέλεσται το κράτος των Περσών. Κι όμως και μόνο να τ᾽ ακούς είναι φοβερό, όλα τα πάντα, και η εξουσία και η τύχη του βασιλιά, να κρέμονται από έναν άνθρωπο.
[7.10δ.1] σὺ ὦν μὴ βούλευ ἐς κίνδυνον μηδένα τοιοῦτον ἀπικέσθαι μηδεμιῆς ἀνάγκης ἐούσης, ἀλλὰ ἐμοὶ πείθευ· νῦν μὲν τὸν σύλλογον τόνδε διάλυσον· αὖτις δέ, ὅταν τοι δοκῇ, προσκεψάμενος ἐπὶ σεωυτοῦ προαγόρευε τά τοι δοκέει εἶναι ἄριστα. Κι εσύ πάλι μη θελήσεις να μπεις σε κάποιον παρόμοιο κίνδυνο, μια και τίποτε δε σε πιέζει, κι άκουσέ με· τώρα δώσε τέλος σ᾽ αυτή τη σύσκεψη· κι άλλη φορά, αφού πρώτα το μελετήσεις μοναχός σου, όποτε σου φανεί καλό ανακοίνωσέ μας τις αποφάσεις που κρίνεις καλύτερες.
[7.10δ.2] τὸ γὰρ εὖ βουλεύεσθαι κέρδος μέγιστον εὑρίσκω ἐόν· εἰ γὰρ καὶ ἐναντιωθῆναί τι θέλει, βεβούλευται μὲν οὐδὲν ἧσσον εὖ, ἕσσωται δὲ ὑπὸ τῆς τύχης τὸ βούλευμα· ὁ δὲ βουλευσάμενος αἰσχρῶς, εἴ οἱ ἡ τύχη ἐπίσποιτο, εὕρημα εὕρηκε, ἧσσον δὲ οὐδέν οἱ κακῶς βεβούλευται. Γιατί διαπιστώνω πως το μεγαλύτερο κέρδος βγαίνει απ᾽ το σωστό υπολογισμό· γιατί κι αν τύχει και σου έρθει κάποια αναποδιά, αυτό δε σημαίνει πως δε στάθμισες τόσο σωστά τα πράγματα, αλλά απλώς ο υπολογισμός σου ανατράπηκε από την τύχη. Όμως εκείνος που έκανε κακό υπολογισμό, αν η τύχη τού τα φέρει δεξιά, η επιτυχία είναι λαχείο — όχι πως ο υπολογισμός που έκανε είναι λιγότερο κακός.
[7.10ε.1] ὁρᾷς τὰ ὑπερέχοντα ζῷα ὡς κεραυνοῖ ὁ θεὸς οὐδὲ ἐᾷ φαντάζεσθαι, τὰ δὲ σμικρὰ οὐδέν μιν κνίζει· ὁρᾷς δὲ ὡς ἐς οἰκήματα τὰ μέγιστα αἰεὶ καὶ δένδρεα τὰ τοιαῦτα ἀποσκήπτει τὰ βέλεα. φιλέει γὰρ ὁ θεὸς τὰ ὑπερέχοντα πάντα κολούειν. οὕτω δὲ καὶ στρατὸς πολλὸς ὑπὸ ὀλίγου διαφθείρεται κατὰ τοιόνδε· ἐπεάν σφι ὁ θεὸς φθονήσας φόβον ἐμβάλῃ ἢ βροντήν, δι᾽ ὧν ἐφθάρησαν ἀναξίως ἑωυτῶν. οὐ γὰρ ἐᾷ φρονέειν μέγα ὁ θεὸς ἄλλον ἢ ἑωυτόν. Νά, βλέπεις ότι ο θεός χτυπά με τον κεραυνό τα μεγαλόσωμα ζώα και δεν τ᾽ αφήνει να φουσκώνουν από καμάρι, ενώ τα μικρούλικα δεν τον ερεθίζουν καθόλου· και βλέπεις πως εξακοντίζει από ψηλά τα βέλη του πάντοτε στα ψηλότερα σπίτια και στα ψηλά δέντρα. Γιατί το θέλημα του θεού είναι ένα, να κουτσουρεύει ό,τι υψώνεται πάνω από το μέτρο. Κι έτσι και μεγάλος στρατός εξοντώνεται από μικρό, για τον εξής λόγο: όταν ο θεός φθονώντας τους τούς ρίξει πανικό ή βροντή, παθαίνουν πανωλεθρία που δεν την περίμεναν. Γιατί ο θεός την περηφάνια την κρατά μονάχα για τον εαυτό του, και για κανένα άλλο.
[7.10ζ.1] ἐπειχθῆναι μέν νυν πᾶν πρῆγμα τίκτει σφάλματα, ἐκ τῶν ζημίαι μεγάλαι φιλέουσι γίνεσθαι· ἐν δὲ τῷ ἐπισχεῖν ἔνεστι ἀγαθά, εἰ μὴ παραυτίκα δοκέοντα εἶναι, ἀλλ᾽ ἀνὰ χρόνον ἐξεύροι τις ἄν. Η βιασύνη πάλι σε κάθε επιχείρηση γεννά παραστρατήματα, που συνήθως φέρνουν μεγάλες ζημιές· αντίθετα η υπομονή κλει θησαυρούς, που κι αν ακόμη δε φαίνονται εκείνη την ώρα, όμως με τον καιρό τούς ανακαλύπτουμε.
[7.10η.1] σοὶ μὲν δὴ ταῦτα, ὦ βασιλεῦ, συμβουλεύω· σὺ δέ, ὦ παῖ Γωβρύεω [Μαρδόνιε], παῦσαι λέγων λόγους ματαίους περὶ Ἑλλήνων οὐκ ἐόντων ἀξίων φλαύρως ἀκούειν. Ἕλληνας γὰρ διαβάλλων ἐπείρεις αὐτὸν βασιλέα στρατεύεσθαι· αὐτοῦ δὲ τούτου εἵνεκα δοκέεις μοι πᾶσαν προθυμίην ἐκτείνειν. μή νυν οὕτω γένηται. Αυτές τις συμβουλές έχω για σένα, βασιλιά μου· εσύ τώρα, γιε του Γωβρύα, πάψε να λες κούφια λόγια για τους Έλληνες, είναι απρέπεια να μιλάς άσχημα γι᾽ αυτούς. Γιατί συκοφαντώντας τους Έλληνες ξεσηκώνεις το βασιλιά μας να εκστρατεύσει ο ίδιος εναντίον τους· και μου δίνεις την εντύπωση πως γι᾽ αυτόν το σκοπό αναπτύσσεις όλη τη δραστηριότητά σου. Λοιπόν, αυτό να σταματήσει.
[7.10η.2] διαβολὴ γάρ ἐστι δεινότατον, ἐν τῇ δύο μέν εἰσι οἱ ἀδικέοντες, εἷς δὲ ὁ ἀδικεόμενος. ὁ μὲν γὰρ διαβάλλων ἀδικέει οὐ παρεόντος κατηγορέων, ὁ δὲ ἀδικέει ἀναπειθόμενος πρὶν ἢ ἀτρεκέως ἐκμάθῃ· ὁ δὲ δὴ ἀπεὼν τοῦ λόγου τάδε ἐν αὐτοῖσι ἀδικέεται, διαβληθείς τε ὑπὸ τοῦ ἑτέρου καὶ νομισθεὶς πρὸς τοῦ ἑτέρου κακὸς εἶναι. Γιατί δεν υπάρχει κακό άλλο σαν τη συκοφαντία, όπου δυο είναι οι αδικητές κι ένας ο αδικημένος. Δηλαδή, ο συκοφάντης κάνει αδίκημα κατηγορώντας άνθρωπο που απουσιάζει, κι από τη μεριά του ο άλλος κάνει αδίκημα, επειδή πείθεται χωρίς να έχει σωστή πληροφόρηση· από την άλλη, αυτός που απουσιάζει από τη συζήτηση, νά πώς αδικιέται από τα λόγια τους· από τον πρώτο φορτώνεται τις άδικες κατηγορίες, κι από τον δεύτερο την άδικη εντύπωση ότι είναι κακός.
[7.10θ.1] ἀλλ᾽ εἰ δὴ δεῖ γε πάντως ἐπὶ τοὺς ἄνδρας τούτους στρατεύεσθαι, φέρε, βασιλεὺς μὲν αὐτὸς ἐν ἤθεσι τοῖσι Περσέων μενέτω, ἡμέων δὲ ἀμφοτέρων παραβαλλομένων τὰ τέκνα στρατηλάτεε αὐτὸς σὺ ἐπιλεξάμενός τε ἄνδρας τοὺς ἐθέλεις καὶ λαβὼν στρατιὴν ὁκόσην τινὰ βούλεαι. Αλλά αν πρέπει οπωσδήποτε να γίνει εκστρατεία εναντίον αυτών των αντρών, έλα, ο βασιλιάς ο ίδιος να παραμείνει στη χώρα των Περσών, κι εμείς, κι ο ένας κι ο άλλος, να στοιχηματίσουμε στη ζωή των παιδιών μας, και τότε εσύ να μπεις επικεφαλής της εκστρατείας επιλέγοντας τους άντρες που θέλεις και παίρνοντας μαζί σου στράτευμα όσο μεγάλο θέλεις.
[7.10θ.2] καὶ ἢν μὲν τῇ σὺ λέγεις ἀναβαίνῃ βασιλέϊ τὰ πρήγματα, κτεινέσθων οἱ ἐμοὶ παῖδες, πρὸς δὲ αὐτοῖσι καὶ ἐγώ· ἢν δὲ τῇ ἐγὼ προλέγω, οἱ σοὶ ταῦτα πασχόντων, σὺν δέ σφι καὶ σύ, ἢν ἀπονοστήσῃς. Κι αν το αποτέλεσμα της επιχείρησης είναι για τον βασιλιά αυτό που λες εσύ, να σκοτωθούν τα παιδιά μου και μαζί τους κι εγώ· αν όμως είναι αυτό που προλέγω εγώ, να πάθουν ό,τι είπα τα παιδιά σου και μαζί τους κι εσύ — αν γυρίσεις πίσω.
[7.10θ.3] εἰ δὲ ταῦτα μὲν ὑποδύνειν οὐκ ἐθελήσεις, σὺ δὲ πάντως στράτευμα ἀνάξεις ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἀκούσεσθαί τινά φημι τῶν αὐτοῦ τῇδε ὑπολειπομένων Μαρδόνιον, μέγα τι κακὸν ἐξεργασάμενον Πέρσας, ὑπὸ κυνῶν τε καὶ ὀρνίθων διαφορεύμενον ἤ κου ἐν γῇ τῇ Ἀθηναίων ἤ σέ γε ἐν τῇ Λακεδαιμονίων, εἰ μὴ ἄρα καὶ πρότερον κατ᾽ ὁδόν, γνόντα ἐπ᾽ οἵους ἄνδρας ἀναγινώσκεις στρατεύεσθαι βασιλέα. Τώρα, αν δε δέχεσαι αυτούς τους όρους, και στανικώς θα οδηγήσεις εκστρατευτικό σώμα εναντίον της Ελλάδας, νά τί έχω να σου πω· σε κάποιους που θα μείνουν πίσω, εδώ σ᾽ αυτό τον τόπο, θα φτάσει το μαντάτο: «Τον Μαρδόνιο, που προκάλεσε στους Πέρσες μια μεγάλη συμφορά, τον σπαράζουν τα σκυλιά και τα όρνια κάπου εκεί, στη χώρα των Αθηναίων ή στη χώρα των Λακεδαιμονίων», ναι, εσένα! — χωρίς βέβαια ν᾽ αποκλείεται να συμβεί κάτι τέτοιο και πρωτύτερα, όσο θα βρίσκεσαι στο δρόμο· και τότε θα έχεις μάθει τί παλικάρια έχει η χώρα αυτή, εναντίον της οποίας ξεσηκώνεις σ᾽ εκστρατεία τον βασιλιά».
[7.11.1] Ἀρτάβανος μὲν ταῦτα ἔλεξε, Ξέρξης δὲ θυμωθεὶς ἀμείβεται τοισίδε· Ἀρτάβανε, πατρὸς εἶς τοῦ ἐμοῦ ἀδελφεός· τοῦτό σε ῥύσεται μηδένα ἄξιον μισθὸν λαβεῖν ἐπέων ματαίων· καί τοι ταύτην τὴν ἀτιμίην προστίθημι ἐόντι κακῷ τε καὶ ἀθύμῳ, μήτε συστρατεύεσθαι ἔμοιγε ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα αὐτοῦ τε μένειν ἅμα τῇσι γυναιξί· ἐγὼ δὲ καὶ ἄνευ σέο ὅσα περ εἶπα ἐπιτελέα ποιήσω. Αυτά τα λόγια είπε ο Αρτάβανος, κι ο Ξέρξης κυριευμένος από θυμό αποκρίθηκε έτσι: «Αρτάβανε, είσαι αδερφός του πατέρα μου· αυτό θα σε γλιτώσει από τον κίνδυνο να πληρώσεις όπως σου άξιζε για τα χαμένα λόγια σου. Και σε στιγματίζω μ᾽ αυτή την προσβολή, για τη δειλία και τη γκρίνια σου· δε θα σε πάρω μαζί μου στην εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας και θα μείνεις εδώ, μαζί με τις γυναίκες· κι εγώ, τα όσα είπα θα τα εκτελέσω και χωρίς εσένα.
[7.11.2] μὴ γὰρ εἴην ἐκ Δαρείου τοῦ Ὑστάσπεος τοῦ Ἀρσάμεος τοῦ Ἀριαράμνεω τοῦ Τεΐσπεος τοῦ Κύρου τοῦ Καμβύσεω τοῦ Τεΐσπεος τοῦ Ἀχαιμένεος γεγονώς, μὴ τιμωρησάμενος Ἀθηναίους, εὖ ἐπιστάμενος ὅτι εἰ ἡμεῖς ἡσυχίην ἄξομεν, ἀλλ᾽ οὐκ ἐκεῖνοι, ἀλλὰ καὶ μάλα στρατεύσονται ἐπὶ τὴν ἡμετέρην, εἰ χρὴ σταθμώσασθαι τοῖσι ὑπαργμένοισι ἐξ ἐκείνων, οἳ Σάρδις τε ἐνέπρησαν καὶ ἤλασαν ἐς τὴν Ἀσίην. Γιατί δε θα ᾽μουν απ᾽ τον Δαρείο, το γιο του Υστάσπη, γιου του Αρσάμη, γιου του Αριαράμνη, γιου του Τεΐσπη, γιου του Κύρου, γιου του Καμβύση, γιου του Τεΐσπη, γιου του Αχαιμένη, αν δεν τιμωρούσα τους Αθηναίους, την ώρα που ξέρω καλά ότι, αν εμείς καθίσουμε ήσυχοι, εκείνοι δε θα καθίσουν, αλλά προθυμότερα θα εκστρατεύσουν εναντίον της χώρας μας· αυτό το συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε απ᾽ όσα έχουν πράξει εκείνοι πρωτύτερα, που παράδωσαν στις φλόγες τις Σάρδεις και προέλασαν στην Ασία.
[7.11.3] οὐκ ὦν ἐξαναχωρέειν οὐδετέροισι δυνατῶς ἔχει, ἀλλὰ ποιέειν ἢ παθεῖν πρόκειται ἀγών, ἵνα ἢ τάδε πάντα ὑπὸ Ἕλλησι ἢ ἐκεῖνα πάντα ὑπὸ Πέρσῃσι γένηται· τὸ γὰρ μέσον οὐδὲν τῆς ἔχθρης ἐστί. Λοιπόν καμιά από τις δυο μεριές δεν μπορεί να κάνει πίσω, αλλά ο αγώνας που μας περιμένει είναι ή να δώσουμε ή να δεχτούμε χτυπήματα, ώστε ή όλες αυτές οι χώρες μας να πέσουν στα χέρια των Ελλήνων ή όλες οι χώρες εκείνων να πέσουν στα χέρια των Περσών· μέση λύση στην έχθρα που μας χωρίζει δεν υπάρχει.
[7.11.4] καλὸν ὦν προπεπονθότας ἡμέας τιμωρέειν ἤδη γίνεται, ἵνα καὶ τὸ δεινὸν τὸ πείσομαι τοῦτο μάθω, ἐλάσας ἐπ᾽ ἄνδρας τούτους, τούς γε καὶ Πέλοψ ὁ Φρύξ, ἐὼν πατέρων τῶν ἐμῶν δοῦλος, κατεστρέψατο οὕτω ὡς καὶ ἐς τόδε αὐτοί τε ὥνθρωποι καὶ ἡ γῆ αὐτῶν ἐπώνυμοι τοῦ καταστρεψαμένου καλέονται. Λοιπόν, τώρα πια το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, μια κι εμείς δεχτήκαμε πρώτοι χτύπημα, είναι να τους τιμωρήσουμε, κι έτσι θα μάθω και τον κίνδυνο που θα διατρέξω οδηγώντας το στρατό μου εναντίον αυτού του λαού, που ο Πέλοπας ο Φρύγας, που ήταν δούλος των προγόνων μου, πόρθησε τη χώρα τους με τρόπο που και σήμερα και οι κάτοικοι και η χώρα τους είναι γνωστοί με τ᾽ όνομα του πορθητή τους».
[7.12.1] Ταῦτα μὲν ἐπὶ τοσοῦτο ἐλέγετο, μετὰ δὲ εὐφρόνη τε ἐγίνετο καὶ Ξέρξην ἔκνιζε ἡ Ἀρταβάνου γνώμη· νυκτὶ δὲ βουλὴν διδοὺς πάγχυ εὕρισκέ οἱ οὐ πρῆγμα εἶναι στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. δεδογμένων δέ οἱ αὖτις τούτων κατύπνωσε, καὶ δή κου ἐν τῇ νυκτὶ εἶδε ὄψιν τοιήνδε, ὡς λέγεται ὑπὸ Περσέων· ἐδόκεε ὁ Ξέρξης ἄνδρα οἱ ἐπιστάντα μέγαν τε καὶ εὐειδέα εἰπεῖν· Λοιπόν η συζήτηση κράτησε ώς εδώ· κι ύστερα έπεσε η νύχτα και τον Ξέρξη δεν τον άφηνε σε ησυχία η γνώμη του Αρταβάνου· και καθώς το γυρόφερνε, τη νύχτα, στο μυαλό του, όλο και συνειδητοποιούσε πως δεν είναι για το καλό του η εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας. Κι όταν κατέληξε σ᾽ αυτή την αντίθετη απόφαση, τον πήρε ο ύπνος· και τότε, σε κάποια ώρα της νύχτας, είδε ένα όνειρο τέτοιας λογής, όπως διηγούνται οι Πέρσες· φάνηκε στον Ξέρξη πως ένας ψηλός κι όμορφος άντρας στάθηκε πάνω απ᾽ το κεφάλι του και του είπε:
[7.12.2] Μετὰ δὴ βουλεύεαι, ὦ Πέρσα, στράτευμα μὴ ἄγειν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, προείπας ἁλίζειν Πέρσῃσι στρατόν; οὔτε ὦν μεταβουλευόμενος ποιέεις εὖ, οὔτε ὁ συγγνωσόμενός τοι πάρα· ἀλλ᾽ ὥσπερ τῆς ἡμέρης ἐβουλεύσαο ποιέειν, ταύτην ἴθι τῶν ὁδῶν. τὸν μὲν ταῦτα εἴπαντα ἐδόκεε ὁ Ξέρξης ἀποπτάσθαι, «Βασιλιά των Περσών, αλλάζεις απόφαση, να μη οδηγήσεις το στρατό σου εναντίον της Ελλάδας, μολονότι έχεις παραγγείλει στους Πέρσες να συγκεντρώσουν στρατό; Λοιπόν, δεν κάνεις καλά που αλλάζεις απόφαση κι ούτε βρίσκεται άνθρωπος που θα συμφωνήσει μαζί σου· τώρα ακολούθησε το δρόμο που σου δείχνει η απόφαση που πήρες την ημέρα». Λοιπόν φάνηκε του Ξέρξη πως αυτός, αφού είπε αυτά, απομακρύνθηκε πετώντας·
[7.13.1] ἡμέρης δὲ ἐπιλαμψάσης ὀνείρου μὲν τούτου λόγον οὐδένα ἐποιέετο, ὁ δὲ Περσέων συναλίσας τοὺς καὶ πρότερον συνέλεξε, ἔλεγέ σφι τάδε· και με το φως της μέρας, χωρίς να δώσει καμιά σημασία στο όνειρο, συγκέντρωσε τους Πέρσες που πήραν μέρος και στην προηγούμενη σύσκεψη και τους έλεγε τα εξής:
[7.13.2] Ἄνδρες Πέρσαι, συγγνώμην μοι ἔχετε ὅτι ἀγχίστροφα βουλεύομαι· φρενῶν τε γὰρ ἐς τὰ ἐμεωυτοῦ πρῶτα οὔκω ἀνήκω, καὶ οἱ παρηγορεόμενοι ἐκεῖνα ποιέειν οὐδένα χρόνον μευ ἀπέχονται. ἀκούσαντι μέντοι μοι τῆς Ἀρταβάνου γνώμης παραυτίκα μὲν ἡ νεότης ἐπέζεσε, ὥστε ἀεικέστερα ἀπορρῖψαι ἔπεα ἐς ἄνδρα πρεσβύτερον ἢ χρεόν· νῦν μέντοι συγγνοὺς χρήσομαι τῇ ἐκείνου γνώμῃ. «Άνδρες Πέρσες, ζητώ τη συγγνώμη σας για την απότομη μεταβολή της απόφασής μου· γιατί και η σκέψη μου δεν έχει φτάσει ακόμα στην πλήρη ωριμότητά της κι εκείνοι που με παρακινούν για εκστρατεία δε λένε ούτε στιγμή να ξεκολλήσουν από κοντά μου. Όταν όμως άκουσα τη γνώμη του Αρταβάνου, τη στιγμή εκείνη κόχλαζε η νεανική παραφορά μου κι έτσι εκστόμισα άπρεπα λόγια, σε βαθμό απαράδεκτο, σε άνθρωπο μεγάλης ηλικίας. Τώρα όμως το σκέφτηκα καλύτερα και θ᾽ ακολουθήσω τη δική του γνώμη.
[7.13.3] ὡς ὦν μεταδεδογμένον μοι μὴ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἥσυχοι ἔστε. Πέρσαι μὲν ὡς ἤκουσαν ταῦτα, κεχαρηκότες προσεκύνεον· Λοιπόν, από την ώρα που άλλαξα απόφαση και δε θα εκστρατεύσω εναντίον της Ελλάδας, χαρείτε την ησυχία σας». Τότε οι Πέρσες, με το που τ᾽ άκουσαν αυτά, έπεσαν και τον προσκυνούσαν καταχαρούμενοι.
[7.14.1] νυκτὸς δὲ γενομένης αὖτις τὠυτὸ ὄνειρον τῷ Ξέρξῃ κατυπνωμένῳ ἔλεγε ἐπιστάν· Ὦ παῖ Δαρείου, καὶ δὴ φαίνεαι ἐν Πέρσῃσί τε ἀπειπάμενος τὴν στρατηλασίην καὶ τὰ ἐμὰ ἔπεα ἐν οὐδενὶ ποιεύμενος λόγῳ ὡς παρ᾽ οὐδενὸς ἀκούσας; εὖ νυν τόδ᾽ ἴσθι, ἤν περ μὴ αὐτίκα στρατηλατέῃς, τάδε τοι ἐξ αὐτῶν ἀνασχήσει· ὡς καὶ μέγας καὶ πολλὸς ἐγένεο ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ, οὕτω καὶ ταπεινὸς ὀπίσω κατὰ τάχος ἔσεαι. Κι όταν ξανάπεσε η νύχτα, το ίδιο όνειρο στάθηκε πάλι πάνω απ᾽ το κεφάλι του Ξέρξη, που τον είχε πάρει ο ύπνος, και του έλεγε: «Γιε του Δαρείου, φανερά τώρα πια μπροστά στους Πέρσες αποκήρυξες την εκστρατεία και δεν έδωσες καμιά σημασία στα λόγια μου, σα να ειπώθηκαν από κάποιον παρακατιανό; Βάλ᾽ το λοιπόν καλά στο νου σου, αν δεν εκστρατεύσεις αμέσως, νά πού θα καταλήξει αυτή η υπόθεση: όπως μέσα σε λίγο καιρό έγινες μέγας και πολύς, γρήγορα θα γίνεις πάλι ταπεινός».
[7.15.1] Ξέρξης μὲν περιδεὴς γενόμενος τῇ ὄψι ἀνά τε ἔδραμε ἐκ τῆς κοίτης καὶ πέμπει ἄγγελον [ἐπὶ] Ἀρτάβανον καλέοντα. ἀπικομένῳ δέ οἱ ἔλεγε Ξέρξης τάδε· Ἀρτάβανε, ἐγὼ τὸ παραυτίκα μὲν οὐκ ἐσωφρόνεον εἴπας ἐς σὲ μάταια ἔπεα χρηστῆς εἵνεκα συμβουλῆς· Λοιπόν το όνειρο κατατρόμαξε τον Ξέρξη· πετάχτηκε απ᾽ το κρεβάτι του και στέλνει αγγελιοφόρο να καλέσει τον Αρτάβανο. Κι όταν εκείνος έφτασε, ο Ξέρξης τού μίλησε έτσι: «Αρτάβανε, εγώ την πρώτη στιγμή πάνω στην παραφορά μου είπα εναντίον σου χαμένα λόγια για τη φρόνιμη συμβουλή σου·
[7.15.2] μετὰ μέντοι οὐ πολλὸν χρόνον μετέγνων, ἔγνων δὲ ταῦτά μοι ποιητέα ἐόντα τὰ σὺ ὑπεθήκαο. οὐκ ὦν δυνατός τοί εἰμι ταῦτα βουλόμενος ποιέειν· τετραμμένῳ γὰρ δὴ καὶ μετεγνωκότι ἐπιφοιτῶν ὄνειρον φαντάζεταί μοι, οὐδαμῶς συνέπαινον ἐὸν ποιέειν με ταῦτα· νῦν δὲ καὶ διαπειλῆσαν οἴχεται. ύστερ᾽ από λίγο όμως άλλαξα γνώμη και πήρα απόφαση να κάνω αυτό που με συμβούλεψες. Θέλω λοιπόν να το κάνω, αλλά δεν μπορώ· γιατί, από την ώρα που άλλαξα γνώμη και απόφαση, ένα φάντασμα έρχεται και ξανάρχεται στα όνειρά μου, που κάθε άλλο παρά επιδοκιμάζει αυτή μου την απόφαση· μάλιστα τώρα δα αποσύρθηκε, αφού με κατατρόμαξε με απειλές.
[7.15.3] εἰ ὦν θεός ἐστι ὁ ἐπιπέμπων καί οἱ πάντως ἐν ἡδονῇ ἐστι γενέσθαι στρατηλασίην ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἐπιπτήσεται καὶ σοὶ τὠυτὸ τοῦτο ὄνειρον, ὁμοίως [ὡς] καὶ ἐμοὶ ἐντελλόμενον. εὑρίσκω δὲ ὧδε ἂν γινόμενα ταῦτα, εἰ λάβοις τὴν ἐμὴν σκευὴν πᾶσαν καὶ ἐνδὺς μετὰ τοῦτο ἵζοιο ἐς τὸν ἐμὸν θρόνον καὶ ἔπειτα ἐν κοίτῃ τῇ ἐμῇ κατυπνώσειας. Αν λοιπόν θεός είναι που μου το στέλνει και μόνο κάνοντας εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας τού κάνουμε την καρδιά, το ίδιο ετούτο όνειρο θα έρθει πετώντας και σε σένα με τις ίδιες εντολές που έδωσε και σ᾽ εμένα. Και λέω με το νου μου πως αυτό μπορεί να γίνει με τον εξής τρόπο: να πάρεις ολόκληρη τη στολή μου και να τη φορέσεις, κατόπι να καθίσεις στο θρόνο μου κι ύστερα να πας να κοιμηθείς στο κρεβάτι μου».
[7.16.1] Ξέρξης μὲν ταῦτά οἱ ἔλεγε, Ἀρτάβανος δὲ οὐ τῷ πρώτῳ οἱ κελεύσματι πειθόμενος, οἷα οὐκ ἀξιεύμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ἵζεσθαι, τέλος ὡς ἠναγκάζετο εἴπας τάδε ἐποίεε τὸ κελευόμενον· Έτσι του μίλησε ο Ξέρξης, αλλά ο Αρτάβανος δεν πείστηκε με την πρώτη προσταγή του, γιατί, έλεγε, δεν έβρισκε τον εαυτό του άξιο να καθίσει στον βασιλικό θρόνο· στο τέλος όμως, καθώς ο Ξέρξης τον πίεζε, εκτέλεσε την προσταγή, αφού είπε τα εξής:
[7.16α.1] Ἴσον ἐκεῖνο, ὦ βασιλεῦ, παρ᾽ ἐμοὶ κέκριται, φρονέειν τε εὖ καὶ τῷ λέγοντι χρηστὰ ἐθέλειν πείθεσθαι· τὰ σὲ καὶ ἀμφότερα περιήκοντα ἀνθρώπων κακῶν ὁμιλίαι σφάλλουσι, κατά περ τὴν πάντων χρησιμωτάτην ἀνθρώποισι θάλασσαν πνεύματά φασι ἀνέμων ἐμπίπτοντα οὐ περιορᾶν φύσι τῇ ἑωυτῆς χρᾶσθαι. «Βασιλιά μου, κατά την κρίση μου την ίδια αξία έχουν η ορθή σκέψη και η πρόθυμη αποδοχή των φρόνιμων προτάσεων κάποιου άλλου. Εσύ τα έχεις και τα δυο, όμως σε σπρώχνουν στην πλάνη οι συναναστροφές με κακούς ανθρώπους· νά, συμβαίνει κάτι παρόμοιο με το πιο ευεργετικό στοιχείο για τον άνθρωπο, τη θάλασσα· λένε πως οι ριπές των ανέμων πέφτοντας απάνω της δεν την αφήνουν να δείχνει το καλό φυσικό της.
[7.16α.2] ἐμὲ δὲ ἀκούσαντα πρὸς σευ κακῶς οὐ τοσοῦτον ἔδακε λύπη, ὅσον γνωμέων δύο προκειμένων Πέρσῃσι, τῆς μὲν ὕβριν αὐξανούσης, τῆς δὲ καταπαυούσης καὶ λεγούσης ὡς κακὸν εἴη διδάσκειν τὴν ψυχὴν πλέον τι δίζησθαι αἰεὶ ἔχειν τοῦ παρεόντος, τοιουτέων προκειμένων γνωμέων, ὅτι τὴν σφαλερωτέρην σεωυτῷ τε καὶ Πέρσῃσι ἀναιρέο. Όσο για μένα, όταν δέχτηκα τις μομφές σου, δεν ένιωσα απ᾽ αυτές, σαν από δάγκωμα, τόσο λύπη, όσο που, ενώ οι Πέρσες είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δυο γνώμες, εσύ προτίμησες την πιο επικίνδυνη για τον εαυτό σου και τους Πέρσες, αφού από τις γνώμες που προτάθηκαν η πρώτη δυνάμωνε την αλαζονική πρόκληση, ενώ η δεύτερη την καταργούσε και συμβούλευε πως είναι κακό να διδάσκεις την ψυχή του ανθρώπου να λαχταρά πάντοτε κάτι περισσότερο απ᾽ αυτά που έχει.
[7.16β.1] νῦν ὦν, ἐπειδὴ τέτραψαι ἐπὶ τὴν ἀμείνω, φής τοι μετιέντι τὸν ἐπ᾽ Ἕλληνας στόλον ἐπιφοιτᾶν ὄνειρον θεοῦ τινος πομπῇ, οὐκ ἐῶντά σε καταλύειν τὸν στόλον. Λοιπόν, τώρα που ασπάστηκες την καλύτερη γνώμη, λες πως, απ᾽ τη στιγμή που ακύρωσες την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, σου έρχεται και ξανάρχεται, σταλμένο από κάποιο θεό, όνειρο, που σου απαγορεύει να παραιτηθείς από την εκστρατεία.
[7.16β.2] ἀλλ᾽ οὐδὲ ταῦτά ἐστι, ὦ παῖ, θεῖα· ἐνύπνια γὰρ τὰ ἐς ἀνθρώπους πεπλανημένα τοιαῦτά ἐστι οἷά σε ἐγὼ διδάξω, ἔτεσι σεῦ πολλοῖσι πρεσβύτερος ἐών· πεπλανῆσθαι αὗται μάλιστα ἐώθασι [αἱ] ὄψιες [τῶν] ὀνειράτων, τά τις ἡμέρης φροντίζει· ἡμεῖς δὲ τὰς πρὸ τοῦ ἡμέρας ταύτην τὴν στρατηλασίην καὶ τὸ κάρτα εἴχομεν μετὰ χεῖρας. Όμως, γιε μου, όλ᾽ αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με το θεό· γιατί εγώ, που έχω πολύ μεγαλύτερη ηλικία από σένα, θα σε διδάξω τί ακριβώς είναι τα όνειρα, που, περιπλανώμενα, εμφανίζονται στους ανθρώπους· λοιπόν, στον ύπνο μας βλέπουμε συνήθως σαν όνειρα περιπλανώμενα τα όσα απασχολούν τον καθένα μας τη μέρα· κι εμείς τις προηγούμενες μέρες άλλο δεν κάναμε παρά καταγινόμασταν με το παραπάνω μ᾽ αυτήν την εκστρατεία.
[7.16γ.1] εἰ δὲ ἄρα μή ἐστι τοῦτο τοιοῦτον οἷον ἐγὼ διαιρέω, ἀλλά τι τοῦ θείου μετέχον, σὺ πᾶν αὐτὸς συλλαβὼν εἴρηκας· φανήτω γὰρ δὴ καὶ ἐμοί, ὡς καὶ σοί, διακελευόμενον. φανῆναι δὲ οὐδὲν μᾶλλόν μοι ὀφείλει ἔχοντι τὴν σὴν ἐσθῆτα ἢ οὐ καὶ τὴν ἐμήν, οὐδέ τι μᾶλλον ἐν κοίτῃ τῇ σῇ ἀναπαυομένῳ ἢ οὐ καὶ ἐν τῇ ἐμῇ, εἴ πέρ γε καὶ ἄλλως ἐθέλει φανῆναι. Τώρα, στην περίπτωση που αυτό το όνειρο δεν ανήκει στην κατηγορία που λέω εγώ, αλλά κατά κάποιο τρόπο έχει να κάνει με το θεό, εσύ με δυο λόγια είπες την ουσία· δηλαδή, ας εμφανιστεί και σε μένα με τον τρόπο που εμφανίστηκε σ᾽ εσένα, να δώσει τις προσταγές του. Βέβαια, αν είναι να φανερωθεί, θα μου εμφανιστεί είτε φορώ τη δική σου στολή είτε τη δική μου, είτε στο δικό σου είτε στο δικό μου κρεβάτι αναπαύομαι, αν οπωσδήποτε θέλει να εμφανιστεί.
[7.16γ.2] οὐ γὰρ δὴ ἐς τοσοῦτό γε εὐηθίης ἀνήκει τοῦτο, ὅ τι δή κοτέ ἐστι τὸ ἐπιφαινόμενόν τοι ἐν τῷ ὕπνῳ, ὥστε δόξει ἐμὲ ὁρῶν σὲ εἶναι, τῇ σῇ ἐσθῆτι τεκμαιρόμενον. εἰ δὲ ἐμὲ μὲν ἐν οὐδενὶ λόγῳ ποιήσεται οὐδὲ ἀξιώσει ἐπιφανῆναι, οὔτε ἢν τὴν ἐμὴν ἐσθῆτα ἔχω οὔτε ἢν τὴν σήν, σὲ δὲ ἐπιφοιτήσει, τοῦτο ἤδη μαθητέον ἔσται· εἰ γὰρ δὴ ἐπιφοιτήσει γε συνεχέως, φαίην ἂν καὶ αὐτὸς θεῖον εἶναι. Γιατί βέβαια δεν είναι σε τέτοιο βαθμό ηλίθιο τούτο, ό,τι τέλος πάντων είναι η ονειροφαντασιά σου, ώστε να πιστέψει, ενώ θ᾽ αντικρίζει εμένα, πως έχει να κάνει με σένα, εικάζοντας από τα ρούχα σου. Αν πάλι αδιαφορήσει εντελώς για μένα κι ούτε καταδεχτεί να εμφανιστεί είτε φορώ τα δικά μου ρούχα είτε τα δικά σου, και ξανάρθει σε σένα, τότε πια αξίζει να το καλοσκεφτούμε· γιατί βέβαια αν έρχεται και ξανάρχεται σε σένα συνεχώς, θα παραδεχόμουν κι εγώ πως είναι απ᾽ το θεό.
[7.16γ.3] εἰ δέ τοι οὕτω δεδόκηται γίνεσθαι καὶ οὐκ οἷά τε αὐτὸ παρατρέψαι, ἀλλ᾽ ἤδη δεῖ ἐμὲ ἐν κοίτῃ τῇ σῇ κατυπνῶσαι, φέρε, τούτων ἐξ ἐμεῦ ἐπιτελευμένων φανήτω καὶ ἐμοί. μέχρι δὲ τούτου τῇ παρεούσῃ γνώμῃ χρήσομαι. Τώρα, αν το έχεις αποφασίσει ν᾽ ακολουθήσουμε αυτή τη μεθόδευση κι είναι αδύνατο ν᾽ ακολουθήσουμε άλλη, μια και πρέπει πια να πλαγιάζω εγώ στο κρεβάτι σου, εμπρός, την ώρα που εκτελώ την εντολή σου, ας έρθει να φανερωθεί και σε μένα. Ώς τότε όμως θα επιμείνω στη γνώμη που έχω».
[7.17.1] τοσαῦτα εἴπας Ἀρτάβανος, ἐλπίζων Ξέρξην ἀποδέξειν λέγοντα οὐδέν, ἐποίεε τὸ κελευόμενον· ἐνδὺς δὲ τὴν Ξέρξεω ἐσθῆτα καὶ ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ὡς μετὰ ταῦτα κοῖτον ἐποιέετο, ἦλθέ οἱ κατυπνωμένῳ τὠυτὸ ὄνειρον τὸ καὶ παρὰ Ξέρξην ἐφοίτα, ὑπερστὰν δὲ τοῦ Ἀρταβάνου εἶπε τάδε· Έτσι μίλησε ο Αρτάβανος· κι ελπίζοντας πως θ᾽ αποδείξει ότι τα όσα έλεγε ο Ξέρξης δεν ήταν σοβαρά, εκτελούσε την προσταγή του· φόρεσε λοιπόν τα ρούχα του Ξέρξη και κάθισε στο βασιλικό θρόνο· ύστερα πήγε και κατακλίθηκε, οπότε, την ώρα που τον είχε πάρει ο ύπνος, στάθηκε πάνω απ᾽ το κεφάλι του Αρταβάνου το ίδιο όνειρο που ερχόταν και ξαναρχόταν στον Ξέρξη και νά τί του είπε:
[7.17.2] Σὺ δὴ κεῖνος εἶς ὁ ἀποσπεύδων Ξέρξην στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ὡς δὴ κηδόμενος αὐτοῦ; ἀλλ᾽ οὔτε ἐς τὸ μετέπειτα οὔτε ἐς τὸ παραυτίκα νῦν καταπροΐξεαι ἀποτρέπων τὸ χρεὸν γενέσθαι, Ξέρξην δὲ τὰ δεῖ ἀνηκουστέοντα παθεῖν, αὐτῷ ἐκείνῳ δεδήλωται. «Εσύ είσαι λοιπόν εκείνος που βάλθηκες ν᾽ αποτρέψεις τον Ξέρξη από την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας — τάχα μου από έγνοια γι᾽ αυτόν; αλλά ούτε στο μέλλον ούτε τώρα, στο παρόν, θα μείνεις ατιμώρητος φέρνοντας εμπόδια σ᾽ ό,τι είναι γραμμένο να γίνει· κι όσο για το τί θα πάθει οπωσδήποτε ο Ξέρξης, αν με παρακούσει, έχει δηλωθεί σ᾽ αυτόν τον ίδιο».
[7.18.1] ταῦτά τε δὴ ἐδόκεε Ἀρτάβανος τὸ ὄνειρον ἀπειλέειν καὶ θερμοῖσι σιδηρίοισι ἐκκαίειν αὐτοῦ μέλλειν τοὺς ὀφθαλμούς. καὶ ὃς ἀμβώσας μέγα ἀναθρῴσκει, καὶ παριζόμενος Ξέρξῃ ὡς τὴν ὄψιν οἱ τοῦ ἐνυπνίου διεξῆλθε ἀπηγεόμενος, δεύτερά οἱ λέγει τάδε· Ο Αρτάβανος λοιπόν αυτές τις απειλές είδε να του απευθύνει στ᾽ όνειρό του το φάντασμα και πως ήταν έτοιμο να του κάψει τα μάτια με πυρωμένα σίδερα. Κι έβγαλε μεγάλη κραυγή, πετάχτηκε απ᾽ το κρεβάτι και πήγε και κάθισε κοντά στον Ξέρξη, κι αφού του αφηγήθηκε με λεπτομέρειες το όνειρο που είδε στον ύπνο του, του λέει κατόπι τα εξής:
[7.18.2] Ἐγὼ μέν, ὦ βασιλεῦ, οἷα ἄνθρωπος ἰδὼν ἤδη πολλά τε καὶ μεγάλα πεσόντα πρήγματα ὑπὸ ἡσσόνων, οὐκ ἔων σε τὰ πάντα τῇ ἡλικίῃ εἴκειν, ἐπιστάμενος ὡς κακὸν εἴη τὸ πολλῶν ἐπιθυμέειν, μεμνημένος μὲν τὸν ἐπὶ Μασσαγέτας Κύρου στόλον ὡς ἔπρηξε, μεμνημένος δὲ καὶ τὸν ἐπ᾽ Αἰθίοπας τὸν Καμβύσεω, συστρατευόμενος δὲ καὶ Δαρείῳ ἐπὶ Σκύθας. «Εγώ βέβαια, βασιλιά μου, καθότι τα μάτια μου είδαν κιόλας πολλές και μεγάλες δυνάμεις να νικιένται από μικρότερες, δε σ᾽ άφηνα να παρασυρθείς ολότελα από τα νιάτα σου, ξέροντας καλά πως είναι κακό να επιθυμείς πολλά, κι είχα στο νου μου πού κατέληξε η εκστρατεία του Κύρου εναντίον των Μασσαγετών, κρατούσα στη μνήμη μου και την εκστρατεία του Καμβύση εναντίον των Αιθιόπων κι είχα εκστρατεύσει μαζί με τον Δαρείο εναντίον των Σκυθών.
[7.18.3] ἐπιστάμενος ταῦτα γνώμην εἶχον ἀτρεμίζοντά σε μακαριστὸν εἶναι πρὸς πάντων ἀνθρώπων. ἐπεὶ δὲ δαιμονίη τις γίνεται ὁρμή, καὶ Ἕλληνας, ὡς οἶκε, φθορή τις καταλαμβάνει θεήλατος, ἐγὼ μὲν καὶ αὐτὸς τράπομαι καὶ τὴν γνώμην μετατίθεμαι, σὺ δὲ σήμηνον μὲν Πέρσῃσι τὰ ἐκ τοῦ θεοῦ πεμπόμενα, χρᾶσθαι δὲ κέλευε τοῖσι ἐκ σέο πρώτοισι προειρημένοισι ἐς τὴν παρασκευήν, ποίεε δὲ οὕτω ὅκως τοῦ θεοῦ παραδιδόντος, τῶν σῶν ἐνδεήσει μηδέν. Ξέροντας όλ᾽ αυτά είχα τη γνώμη πως, αν χαιρόσουν την ησυχία σου, θα σε μακάριζε όλος ο κόσμος. Επειδή όμως μας σπρώχνει μια θεϊκή δύναμη, κι απ᾽ ό,τι φαίνεται, τους Έλληνες τους περιμένει μια θεόσταλτη καταστροφή, λοιπόν κι εγώ από μόνος μου αλλάζω γνώμη κι απόφαση· κι απ᾽ τη μεριά σου, ανακοίνωσε στους Πέρσες τις εντολές που στέλνει ο θεός και δώσε διαταγή να εκτελέσουν τις παραγγελίες που τους έχεις δώσει πρωτύτερα κι ενέργησε με τρόπο που, όσο ο θεός σού τα φέρνει δεξιά, σ᾽ ό,τι εξαρτάται από σένα να μην υπάρξει καμιά παράλειψη».
[7.18.4] τούτων λεχθέντων, ἐνθαῦτα ἐπαρθέντες τῇ ὄψι, ὡς ἡμέρη ἐγένετο τάχιστα, Ξέρξης τε ὑπερετίθετο ταῦτα Πέρσῃσι καὶ Ἀρτάβανος, ὃς πρότερον ἀποσπεύδων μοῦνος ἐφαίνετο, τότε ἐπισπεύδων φανερὸς ἦν. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτή τη συνομιλία τους, μόλις φώτισε η μέρα, έτσι που τους ξεσήκωσε το όνειρο, αμέσως κι ο Ξέρξης κοινολόγησε αυτά στους Πέρσες, κι ο Αρτάβανος, που ώς εκείνη τη στιγμή ήταν ο μόνος που δημόσια ενεργούσε για τη ματαίωση της εκστρατείας, τότε φανερά ενεργούσε για την επίσπευσή της.
[7.19.1] Ὁρμημένῳ δὲ Ξέρξῃ στρατηλατέειν μετὰ ταῦτα τρίτη ὄψις ἐν τῷ ὕπνῳ ἐγένετο, τὴν οἱ μάγοι ἔκριναν ἀκούσαντες φέρειν τε ἐπὶ πᾶσαν γῆν δουλεύσειν τέ οἱ πάντας ἀνθρώπους. ἡ δὲ ὄψις ἦν ἥδε· ἐδόκεε ὁ Ξέρξης ἐστεφανῶσθαι ἐλαίης θαλλῷ, ἀπὸ δὲ τῆς ἐλαίης τοὺς κλάδους γῆν πᾶσαν ἐπισχεῖν, μετὰ δὲ ἀφανισθῆναι περὶ τῇ κεφαλῇ κείμενον τὸν στέφανον. Κι όταν ύστερ᾽ απ᾽ αυτά ο Ξέρξης σπρώχθηκε στην απόφαση να εκστρατεύσει, του παρουσιάστηκε στον ύπνο του τρίτο όνειρο, που όταν το άκουσαν οι μάγοι έδωσαν την εξήγηση πως είχε να κάνει μ᾽ όλη την οικουμένη και πως όλος ο κόσμος θα υποδουλωθεί σ᾽ αυτόν. Νά ποιό ήταν το όνειρο· του φάνηκε του Ξέρξη πως φόρεσε στεφάνι από φουντωμένο κλωνάρι ελιάς, και πως ολόκληρη η γη σκεπάστηκε με τους κλάδους της ελιάς, κι ύστερα πως το στεφάνι που φορούσε στο κεφάλι του εξαφανίστηκε.
[7.19.2] κρινάντων δὲ ταύτῃ τῶν μάγων Περσέων τε τῶν συλλεχθέντων αὐτίκα πᾶς ἀνὴρ ἐς τὴν ἀρχὴν τὴν ἑωυτοῦ ἀπελάσας εἶχε προθυμίην πᾶσαν ἐπὶ τοῖσι εἰρημένοισι, θέλων αὐτὸς ἕκαστος τὰ προκείμενα δῶρα λαβεῖν, καὶ Ξέρξης τοῦ στρατοῦ οὕτως ἐπάγερσιν ποιέεται, χῶρον πάντα ἐρευνῶν τῆς ἠπείρου. Κι όταν οι μάγοι έδωσαν αυτή την εξήγηση, αμέσως καθένας από τους Πέρσες που πήραν μέρος στη σύναξη, χωρίς να χάσει στιγμή, γύρισε στην επικράτειά του και βάλθηκε με ζήλο μεγάλο να εκτελέσει τις παραγγελίες, θέλοντας ο καθένας τους να είναι αυτός που θα πάρει τα δώρα που είχαν οριστεί. Κι έτσι ο Ξέρξης κήρυξε επιστράτευση, στρατολογώντας από κάθε περιοχή της Ασίας.
[7.20.1] ἀπὸ γὰρ Αἰγύπτου ἁλώσιος ἐπὶ μὲν τέσσερα ἔτεα πλήρεα παραρτέετο στρατιήν τε καὶ τὰ πρόσφορα τῇ στρατιῇ, πέμπτῳ δὲ ἔτεϊ ἀνομένῳ ἐστρατηλάτεε χειρὶ μεγάλῃ πλήθεος. Γιατί για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, ύστερ᾽ από την άλωση της Αιγύπτου, καταγινόταν με τη συγκρότηση του εκστρατευτικού σώματος και τον εφοδιασμό του· κι όταν ο πέμπτος χρόνος ήταν προς το τέλος του, εκστράτευσε με πολυάριθμη στρατιωτική δύναμη.
[7.20.2] στόλων γὰρ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν πολλῷ δὴ μέγιστος οὗτος ἐγένετο, ὥστε μήτε τὸν Δαρείου τὸν ἐπὶ Σκύθας παρὰ τοῦτον μηδένα φαίνεσθαι μήτε τὸν Σκυθικόν ὅτε Σκύθαι Κιμμερίους διώκοντες ἐς τὴν Μηδικὴν χώρην ἐσβαλόντες σχεδὸν πάντα τὰ ἄνω τῆς Ἀσίης καταστρεψάμενοι ἐνέμοντο, τῶν εἵνεκεν ὕστερον Δαρεῖος ἐτιμωρέετο, μήτε κατὰ τὰ λεγόμενα τὸν Ἀτρειδέων ἐς Ἴλιον μήτε τὸν Μυσῶν τε καὶ Τευκρῶν τὸν πρὸ τῶν Τρωικῶν γενόμενον, οἳ διαβάντες ἐς τὴν Εὐρώπην κατὰ Βόσπορον τούς τε Θρήικας κατεστρέψαντο πάντας καὶ ἐπὶ τὸν Ἰόνιον πόντον κατέβησαν μέχρι τε Πηνειοῦ ποταμοῦ τὸ πρὸς μεσαμβρίης ἤλασαν. Γιατί απ᾽ όλα τα εκστρατευτικά σώματα που μας είναι γνωστά αυτό αποδείχτηκε πολύ μεγαλύτερο, ώστε σε σύγκριση μ᾽ αυτό κι εκείνο που οδήγησε ο Δαρείος εναντίον των Σκυθών να φαίνεται ασήμαντο, και το Σκυθικό, όταν οι Σκύθες καταδιώκοντας τους Κιμμερίους έκαναν εισβολή στη χώρα των Μήδων, κι αφού κυρίεψαν όλα σχεδόν τα μέρη της Άνω Ασίας τα εξουσίασαν (γι᾽ αυτό το λόγο αργότερα κίνησε να τους τιμωρήσει ο Δαρείος), όπως επίσης και, σύμφωνα με την παράδοση, το εκστρατευτικό σώμα των Ατρειδών στο Ίλιο και των Μυσών και των Τευκρών, που εκστράτευσαν πριν από τα Τρωικά, τότε που διάβηκαν από τον Βόσπορο στην Ευρώπη, κυρίεψαν όλες τις θρακικές φυλές, κατέβηκαν προς το Ιόνιο πέλαγος και προέλασαν προς το νότο ώς τον ποταμό Πηνειό.
[7.21.1] αὗται αἱ πᾶσαι οὐδ᾽ ἕτεραι πρὸς ταύτῃσι γενόμεναι στρατηλασίαι μιῆς τῆσδε οὐκ ἄξιαι. τί γὰρ οὐκ ἤγαγε ἐκ τῆς Ἀσίης ἔθνος ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα Ξέρξης; κοῖον δὲ πινόμενον [μιν] ὕδωρ οὐκ ἐπέλιπε, πλὴν τῶν μεγάλων ποταμῶν; Όλ᾽ αυτά τα εκστρατευτικά σώματα, όπως επίσης κι άλλα, που δεν τα περιλάβαμε στην απαρίθμησή μας, δεν μπορούν να συγκριθούν μ᾽ αυτό εδώ, το μοναδικό. Γιατί ποιό έθνος δεν οδήγησε ο Ξέρξης από την Ασία εναντίον της Ελλάδας; και ποιό τρεχούμενο νερό δεν το στέρεψε ο στρατός του για να ξεδιψάσει, εκτός από το νερό των μεγάλων ποταμών;
[7.21.2] οἱ μὲν γὰρ νέας παρείχοντο, οἱ δὲ ἐς πεζὸν ἐτετάχατο, τοῖσι δὲ ἵππος προσετέτακτο, τοῖσι δὲ ἱππαγωγὰ πλοῖα ἅμα στρατευομένοισι, τοῖσι δὲ ἐς τὰς γεφύρας μακρὰς νέας παρέχειν, τοῖσι δὲ σῖτά τε καὶ νέας. Γιατί άλλες περιοχές έδιναν καράβια, άλλες πήραν προσταγή να δώσουν πεζικό, σ᾽ άλλες δόθηκε εντολή να ετοιμάσουν ιππικό, σ᾽ άλλες καράβια για τη μεταφορά του ιππικού (ενώ έπαιρναν μέρος και στην εκστρατεία), σ᾽ άλλες να διαθέσουν μακρόστενα καράβια για τις γέφυρες, σ᾽ άλλες τέλος τρόφιμα και καράβια.
[7.22.1] καὶ τοῦτο μέν, ὡς προσπταισάντων τῶν πρώτων περιπλεόντων περὶ τὸν Ἄθων, προετοιμάζετο ἐκ τριῶν ἐτέων κου μάλιστα ἐς τὸν Ἄθων· ἐν γὰρ Ἐλαιοῦντι τῆς Χερσονήσου ὅρμεον τριήρεες, ἐνθεῦτεν δὲ ὁρμώμενοι ὤρυσσον ὑπὸ μαστίγων παντοδαποὶ τῆς στρατιῆς, διάδοχοι δ᾽ ἐφοίτων· ὤρυσσον δὲ καὶ οἱ περὶ τὸν Ἄθων κατοικημένοι. Κι από την άλλη, κάπου τρία χρόνια προτού κινήσουν, επειδή στην προηγούμενη εκστρατεία ο στόλος τους, καθώς έκανε το γύρο του Άθω, κατατσακίστηκε, καταπιάστηκαν με το έργο στον Άθω· δηλαδή στον Ελαιούντα της Χαλκιδικής ήταν αραγμένες τριήρεις κι αποκεί ξεκινώντας στρατιώτες από κάθε έθνος έσκαβαν, με τη φοβέρα της μάστιγας από πάνω τους, σε διαδοχικές βάρδιες· κι έσκαβαν και οι κάτοικοι της περιοχής του Άθω.
[7.22.2] Βουβάρης δὲ ὁ Μεγαβάζου καὶ Ἀρταχαίης ὁ Ἀρταίου ἄνδρες Πέρσαι ἐπεστάτεον τοῦ ἔργου. ὁ γὰρ Ἄθως ἐστὶ ὄρος μέγα τε καὶ ὀνομαστόν, ἐς θάλασσαν κατῆκον, οἰκημένον ὑπὸ ἀνθρώπων. τῇ δὲ τελευτᾷ ἐς τὴν ἤπειρον τὸ ὄρος, χερσονησοειδές τέ ἐστι καὶ ἰσθμὸς ὡς δυώδεκα σταδίων· πεδίον δὲ τοῦτο καὶ κολωνοὶ οὐ μεγάλοι ἐκ θαλάσσης τῆς Ἀκανθίων ἐπὶ θάλασσαν τὴν ἀντίον Τορώνης. Κι ο Βουβάρης, ο γιος του Μεγαβάζου, κι ο Αρταχαίης, ο γιος του Αρταίου, Πέρσες, είχαν την επιστασία του έργου. Γιατί ο Άθως είναι βουνό ψηλό και ξακουστό, που κατηφορίζει στη θάλασσα κι έχει ανθρώπους που κατοικούν εκεί. Και στο σημείο όπου το βουνό συνορεύει με τη στεριά, σχηματίζεται κάτι σαν χερσόνησος και ισθμός, με πλάτος περίπου δώδεκα σταδίους· εκεί το μέρος είναι πεδινό κι έχει κάτι χαμηλούς λόφους που πιάνουν από τη θάλασσα της Ακάνθου ώς τη θάλασσα που ᾽ναι αντίπερα απ᾽ την Τορώνη.
[7.22.3] ἐν δὲ τῷ ἰσθμῷ τούτῳ, ἐς τὸν τελευτᾷ ὁ Ἄθως, Σάνη πόλις Ἑλλὰς οἴκηται, αἱ δὲ ἐκτὸς Σάνης, ἔσω δὲ τοῦ Ἄθω οἰκημέναι, τὰς τότε ὁ Πέρσης νησιώτιδας ἀντὶ ἠπειρωτίδων ὅρμητο ποιέειν, εἰσὶ [δὲ] αἵδε, Δῖον, Ὀλόφυξος, Ἀκρόθῳον, Θύσσος, Κλεωναί. Κι ακριβώς στον ισθμό αυτό, όπου καταλήγει ο Άθως, έχει ιδρυθεί η ελληνική πόλη Σάνη· τώρα, οι πόλεις που βρίσκονται πέρ᾽ από τη Σάνη, στις πλαγιές του Άθω, που τότε ο Πέρσης βάλθηκε να τις κάνει από στεριανές νησιωτικές, είναι οι εξής: Δίο, Ολόφυξος, Ακρόθωο, Θύσσος, Κλεωνές.
[7.23.1] πόλιες μὲν αὗται αἳ τὸν Ἄθων νέμονται, ὤρυσσον δὲ ὧδε δασάμενοι τὸν χῶρον οἱ βάρβαροι κατὰ ἔθνεα. κατὰ Σάνην πόλιν σχοινοτενὲς ποιησάμενοι, ἐπείτε ἐγίνετο βαθέα ἡ διῶρυξ, οἱ μὲν κατώτατα ἑστεῶτες ὤρυσσον, ἕτεροι δὲ παρεδίδοσαν τὸν αἰεὶ ἐξορυσσόμενον χοῦν ἄλλοισι κατύπερθε ἑστεῶσι ἐπὶ βάθρων, οἱ δ᾽ αὖ ἐκδεκόμενοι ἑτέροισι, ἕως ἀπίκοντο ἐς τοὺς ἀνωτάτω· οὗτοι δὲ ἐξεφόρεόν τε καὶ ἐξέβαλλον. Αυτές λοιπόν είναι οι πόλεις της περιοχής του Άθω· και νά πώς έσκαβαν οι βάρβαροι, αφού μοίρασαν την έκταση ανάμεσα σε διάφορα έθνη: στο ύψος της πόλης Σάνης χάραξαν μια ίσια γραμμή· κι όσο βάθαινε η διώρυγα, εκείνοι που βρίσκονταν στο βάθος έσκαβαν, ενώ κάποιοι άλλοι παράδιναν το χώμα που ολοένα έβγαινε από το σκάψιμο σε άλλους που βρίσκονταν ψηλότερα πάνω σε σκαλωσιές, κι αυτοί με τη σειρά τους σε άλλους, ώσπου το χώμα έφτανε σ᾽ αυτούς που ήταν στην επιφάνεια κι αυτοί τέλος το κουβαλούσαν έξω από την τάφρο και το πετούσαν αλλού.
[7.23.2] τοῖσι μέν νυν ἄλλοισι πλὴν Φοινίκων καταρρηγνύμενοι οἱ κρημνοὶ τοῦ ὀρύγματος πόνον διπλήσιον παρεῖχον· ἅτε γὰρ τοῦ τε ἄνω στόματος καὶ τοῦ κάτω τὰ αὐτὰ μέτρα ποιευμένων ἔμελλέ σφι τοιοῦτον ἀποβήσεσθαι. Λοιπόν οι άλλοι, εκτός από τους Φοίνικες, είχαν διπλάσιο κόπο, καθώς γκρεμίζονταν τα τοιχώματα του ορύγματος· γιατί έτσι που έσκαβαν στο ίδιο πλάτος και στην επιφάνεια και στον πάτο, το αποτέλεσμα δεν μπορούσε να ᾽ναι διαφορετικό.
[7.23.3] οἱ δὲ Φοίνικες σοφίην ἔν τε τοῖσι ἄλλοισι ἔργοισι ἀποδείκνυνται καὶ δὴ καὶ ἐν ἐκείνῳ· ἀπολαχόντες γὰρ μόριον ὅσον αὐτοῖσι ἐπέβαλλε, ὤρυσσον τὸ μὲν ἄνω στόμα τῆς διώρυχος ποιεῦντες διπλήσιον ἢ ὅσον ἔδει αὐτὴν τὴν διώρυχα γενέσθαι, προβαίνοντος δὲ τοῦ ἔργου συνῆγον αἰεί· κάτω τε δὴ ἐγίνετο καὶ ἐξισοῦτο τοῖσι ἄλλοισι τὸ ἔργον. Οι Φοίνικες όμως, όπως δείχνουν την αξιοσύνη τους και σε άλλα έργα, την έδειξαν ιδιαίτερα σ᾽ αυτό· δηλαδή παίρνοντας με κλήρο το μέρος που τους έπεφτε, έσκαβαν διπλάσιο το άνοιγμα στην επιφάνεια απ᾽ εκείνο που έπρεπε να έχει η διώρυγα, όσο όμως προχωρούσαν στο βάθος ολοένα το περιόριζαν· κι όταν έφταναν στον πάτο, το άνοιγμα ερχόταν και γινόταν ίσο με το πλάτος του υπόλοιπου έργου.
[7.23.4] ἐνθαῦτα δὲ λειμών ἐστι, ἵνα σφι ἀγορή τε ἐγίνετο καὶ πρητήριον· σῖτος δέ σφι πολλὸς ἐφοίτα ἐκ τῆς Ἀσίης ἀληλεσμένος. Και στο μέρος εκείνο υπάρχει ένα λιβάδι, όπου στήθηκε η αγορά και το πρατήριο· κι ερχόταν συχνά κι άφθονο αλεσμένο σιτάρι από την Ασία.
[7.24.1] ὡς μὲν ἐμὲ συμβαλλόμενον εὑρίσκειν, μεγαλοφροσύνης εἵνεκεν αὐτὸ Ξέρξης ὀρύσσειν ἐκέλευε, ἐθέλων τε δύναμιν ἀποδείκνυσθαι καὶ μνημόσυνα λιπέσθαι· παρεὸν γὰρ μηδένα πόνον λαβόντας τὸν ἰσθμὸν τὰς νέας διειρύσαι, ὀρύσσειν ἐκέλευε διώρυχα τῇ θαλάσσῃ εὖρος ὡς δύο τριήρεας πλέειν ὁμοῦ ἐλαστρεομένας. τοῖσι δὲ αὐτοῖσι τούτοισι τοῖσί περ καὶ τὸ ὄρυγμα, προσετέτακτο καὶ τὸν Στρυμόνα ποταμὸν ζεύξαντας γεφυρῶσαι. Συνδυάζοντας τα δεδομένα, καταλήγω στο συμπέρασμα πως ο Ξέρξης διέταξε να σκάψουν τη διώρυγα από αλαζονεία, θέλοντας να κάνει επίδειξη δυνάμεως και ν᾽ αφήσει μνημείο για το μέλλον· γιατί ενώ μπορούσε χωρίς να μπουν σε κανένα κόπο να σύρει τα καράβια από τη μια άκρη του ισθμού στην άλλη, διέταξε να σκάψουν διώρυγα στη θάλασσα που να μπορούν να περνούν πλέοντας δυο τριήρεις με συγχρονισμένη κωπηλασία. Και στους ίδιους, στους οποίους είχε δώσει προσταγή ν᾽ ανοίξουν τη διώρυγα, έδωσε επίσης προσταγή να ενώσουν με γέφυρα τις όχθες του Στρυμόνα.
[7.25.1] ταῦτα μέν νυν οὕτως ἐποίεε, παρεσκευάζετο δὲ καὶ ὅπλα ἐς τὰς γεφύρας βύβλινά τε καὶ λευκολίνου, ἐπιτάξας Φοίνιξί τε καὶ Αἰγυπτίοισι, καὶ σιτία τῇ στρατιῇ καταβάλλειν, ἵνα μὴ λιμήνειε ἡ στρατιὴ μηδὲ τὰ ὑποζύγια ἐλαυνόμενα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. Μ᾽ αυτό τον τρόπο λοιπόν καταγινόταν μ᾽ αυτά κι έβαλε να ετοιμάσουν και παλαμάρια για τις γέφυρες από πάπυρο κι από λευκό λινάρι, αγγαρεύοντας τους Φοίνικες και τους Αιγυπτίους· επίσης, ν᾽ αποθηκεύουν τρόφιμα για το εκστρατευτικό σώμα, για να μη υποφέρει από πείνα ο στρατός κι ούτε τα υποζύγια καθώς κατευθύνονταν στην Ελλάδα.
[7.25.2] ἀναπυθόμενος δὲ τοὺς χώρους καταβάλλειν ἐκέλευε ἵνα ἐπιτηδεότατον εἴη, ἄλλον ἄλλῃ ἀγινέοντας ὁλκάσι τε καὶ πορθμηίοισι ἐκ τῆς Ἀσίης πανταχόθεν. τὸν δὴ ὦν πλεῖστον ἐς Λευκὴν Ἀκτὴν καλεομένην τῆς Θρηίκης ἀγίνεον, οἱ δὲ ἐς Τυρόδιζαν τὴν Περινθίων, οἱ δὲ ἐς Δορίσκον, οἱ δὲ ἐς Ἠιόνα τὴν ἐπὶ Στρυμόνι, οἱ δὲ ἐς Μακεδονίην διατεταγμένοι. Κι αφού συγκέντρωσε πληροφορίες για τους κατάλληλους χώρους, διέταξε να τ᾽ αποθηκεύουν σ᾽ αυτούς, κι άλλοι να τα μεταφέρουν από κάθε μέρος της Ασίας με φορτηγά πλοία και περάματα σε διαφορετικό χώρο ο καθένας. Λοιπόν, το περισσότερο σιτάρι το κουβαλούσαν στη λεγόμενη Λευκή ακτή της Θράκης, κι άλλοι στην Τυρόδιζα της Περίνθου κι άλλοι στον Δορίσκο κι άλλοι στην Ηιόνα, αυτήν που βρίσκεται στις εκβολές του Στρυμόνα, κι άλλοι στη Μακεδονία, ο καθένας στην περιοχή που του ορίστηκε.
[7.26.1] Ἐν ᾧ δὲ οὗτοι τὸν προκείμενον πόνον ἐργάζοντο, ἐν τούτῳ ὁ πεζὸς ἅπας συλλελεγμένος ἅμα Ξέρξῃ ἐπορεύετο ἐς Σάρδις, ἐκ Κριτάλλων ὁρμηθεὶς τῶν ἐν Καππαδοκίῃ· ἐνθαῦτα γὰρ εἴρητο συλλέγεσθαι πάντα τὸν κατ᾽ ἤπειρον μέλλοντα ἅμα αὐτῷ Ξέρξῃ πορεύεσθαι στρατόν. Κι ενώ αυτοί καταγίνονταν με τις αγγαρείες που τους ανατέθηκαν, τον ίδιο καιρό όλο το πεζικό συγκεντρωμένο, ξεκινώντας από τα Κρίταλλα της Καππαδοκίας, πορευόταν μαζί με τον Ξέρξη προς τις Σάρδεις· γιατί αυτή η πόλη ορίστηκε τόπος συγκέντρωσης όλου του στρατού της ξηράς που ήταν να πορευτεί μαζί με τον Ξέρξη.
[7.26.2] ὃς μέν νυν τῶν ὑπάρχων στρατὸν κάλλιστα ἐσταλμένον ἀγαγὼν τὰ προκείμενα παρὰ βασιλέος ἔλαβε δῶρα, οὐκ ἔχω φράσαι· οὐδὲ γὰρ ἀρχὴν ἐς κρίσιν τούτου πέρι ἐλθόντας οἶδα. Τώρα, ποιός από τους σατράπες παρουσιάζοντας στρατό καλύτερα εξοπλισμένο πήρε τα δώρα που είχε υποσχεθεί ο βασιλιάς, δεν μπορώ να το πω· γιατί δεν ξέρω αν έκαναν καν αυτή τη σύγκριση.
[7.26.3] οἱ δὲ ἐπείτε διαβάντες τὸν Ἅλυν ποταμὸν ὡμίλησαν τῇ Φρυγίῃ, δι᾽ αὐτῆς πορευόμενοι παρεγένοντο ἐς Κελαινάς, ἵνα πηγαὶ ἀναδιδοῦσι Μαιάνδρου ποταμοῦ καὶ ἑτέρου οὐκ ἐλάσσονος ἢ Μαιάνδρου, τῷ οὔνομα τυγχάνει ἐὸν Καταρρήκτης, ὃς ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγορῆς τῆς Κελαινέων ἀνατέλλων ἐς τὸν Μαίανδρον ἐκδιδοῖ· ἐν τῇ καὶ ὁ τοῦ Σιληνοῦ Μαρσύεω ἀσκὸς [ἐν τῇ πόλι] ἀνακρέμαται, τὸν ὑπὸ Φρυγῶν λόγος ἔχει ὑπὸ Ἀπόλλωνος ἐκδαρέντα ἀνακρεμασθῆναι. Διάβηκαν λοιπόν τον ποταμό Άλυ και πέρασαν στη Φρυγία· κατόπι, διασχίζοντάς την πορεύτηκαν κι έφτασαν στις Κελαινές, όπου αναβλύζουν τα νερά του ποταμού Μαιάνδρου, κι ενός άλλου που δεν είναι μικρότερος από τον Μαίανδρο, που τυχαίνει να ᾽χει το όνομα Καταρράκτης· αυτός, έχοντας τις πηγές του ακριβώς μέσα στην αγορά των Κελαινών, χύνει τα νερά του στον Μαίανδρο· στην αγορά αυτή είναι κρεμασμένο ψηλά και το ασκί από το δέρμα του σιληνού Μαρσύα, για τον οποίο οι Φρύγες διηγούνται πως τον έγδαρε και κρέμασε ψηλά το τομάρι του ο Απόλλων.
[7.27.1] ἐν ταύτῃ τῇ πόλι ὑποκατήμενος Πύθιος ὁ Ἄτυος ἀνὴρ Λυδὸς ἐξείνισε τὴν βασιλέος στρατιὴν πᾶσαν ξεινίοισι μεγίστοισι καὶ αὐτὸν Ξέρξην, χρήματά τε ἐπαγγέλλετο βουλόμενος ἐς τὸν πόλεμον παρέχειν. Σ᾽ αυτή την πόλη καθόταν και περίμενε τον Ξέρξη ο Πύθιος, ο γιος του Άτυ, ο Λυδός, και πρόσφερε φιλοξενία σ᾽ ολόκληρο το εκστρατευτικό σώμα με την πιο μεγαλόπρεπη ανοιχτοχεριά, όπως και στον ίδιο το βασιλιά· κι έδινε την υπόσχεση πως με τη θέλησή του έδινε χρήματα για την εκστρατεία.
[7.27.2] ἐπαγγελλομένου δὲ χρήματα Πυθίου εἴρετο Ξέρξης Περσέων τοὺς παρεόντας τίς τε ἐὼν ἀνδρῶν Πύθιος καὶ κόσα χρήματα ἐκτημένος ἐπαγγέλλοιτο ταῦτα. οἱ δὲ εἶπαν· Ὦ βασιλεῦ, οὗτός ἐστι ὅς τοι τὸν πατέρα Δαρεῖον ἐδωρήσατο τῇ πλατανίστῳ τῇ χρυσέῃ καὶ τῇ ἀμπέλῳ· ὃς καὶ νῦν ἐστι πρῶτος ἀνθρώπων πλούτῳ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν μετὰ σέ. Και καθώς ο Πύθιος υποσχόταν να προσφέρει χρήματα, ο Ξέρξης ρώτησε τους Πέρσες της συνοδείας του ποιός ήταν αυτός ο Πύθιος και πόσα χρήματα έχει, ώστε να δίνει τέτοια υπόσχεση. Κι αυτοί του αποκρίθηκαν: «Βασιλιά μου, αυτός είναι που έκανε δώρο στον πατέρα σου το χρυσό πλατάνι και το κλήμα· αυτός που και σήμερα είναι ο πλουσιότερος στον κόσμο, απ᾽ όσο ξέρουμε, μετά από σένα».
[7.28.1] θωμάσας δὲ τῶν ἐπέων τὸ τελευταῖον Ξέρξης αὐτὸς δεύτερα εἴρετο Πύθιον ὁκόσα οἱ εἴη χρήματα. ὁ δὲ εἶπε· Ὦ βασιλεῦ, οὔτε σε ἀποκρύψω οὔτε σκήψομαι τὸ μὴ εἰδέναι τὴν ἐμεωυτοῦ οὐσίην, ἀλλ᾽ ἐπιστάμενός τοι ἀτρεκέως καταλέξω. Ο Ξέρξης στάθηκε απορημένος μ᾽ αυτή την τελευταία πληροφορία και κατόπι ρώτησε ο ίδιος τον Πύθιο πόση να ᾽ταν η περιουσία του. Κι αυτός αποκρίθηκε: «Βασιλιά μου, ούτε θα σου το κρατήσω κρυφό ούτε θα προφασιστώ πως δεν ξέρω την περιουσία μου, αντίθετα την ξέρω καλά και θα σου την εκθέσω με ακρίβεια.
[7.28.2] ἐπείτε γὰρ τάχιστά σε ἐπυθόμην ἐπὶ θάλασσαν καταβαίνοντα τὴν Ἑλληνίδα, βουλόμενός τοι δοῦναι ἐς τὸν πόλεμον χρήματα ἐξέμαθον, καὶ εὗρον λογιζόμενος ἀργυρίου μὲν δύο χιλιάδας ἐούσας μοι ταλάντων, χρυσίου δὲ τετρακοσίας μυριάδας στατήρων Δαρεικῶν, ἐπιδεούσας ἑπτὰ χιλιάδων. Γιατί, μόλις έμαθα πως ξεκίνησες να κατεβείς στην ελληνική θάλασσα, θέλοντας να σου δώσω χρήματα για τον πόλεμο έκανα καταμέτρηση κι οι λογαριασμοί μού έδειξαν ότι έχω δυο χιλιάδες τάλαντα ασήμι και τέσσερα εκατομμύρια, παρά εφτά χιλιάδες, χρυσούς στατήρες δαρεικούς.
[7.28.3] καὶ τούτοισί σε ἐγὼ δωρέομαι· αὐτῷ δέ μοι ἀπὸ ἀνδραπόδων τε καὶ γεωπέδων ἀρκέων ἐστὶ βίος. ὁ μὲν ταῦτα ἔλεγε, Ξέρξης δὲ ἡσθεὶς τοῖσι εἰρημένοισι εἶπε· Αυτά σου τα κάνω δώρο· όσο για μένα, κρατώ τα εισοδήματα από τους δούλους και τα χτήματα, που καλύπτουν τις ανάγκες μου». Ο Ξέρξης ευχαριστήθηκε από την απάντηση και είπε:
[7.29.1] Ξεῖνε Λυδέ, ἐγὼ ἐπείτε ἐξῆλθον τὴν Περσίδα χώρην, οὐδενὶ ἀνδρὶ συνέμειξα ἐς τόδε ὅστις ἠθέλησε ξείνια προθεῖναι στρατῷ τῷ ἐμῷ, οὐδὲ ὅστις ἐς ὄψιν τὴν ἐμὴν καταστὰς αὐτεπάγγελτος ἐς τὸν πόλεμον ἐμοὶ ἠθέλησε συμβαλέσθαι χρήματα, ἔξω σεῦ. σὺ δὲ καὶ ἐξείνισας μεγάλως στρατὸν τὸν ἐμὸν καὶ χρήματα μεγάλα ἐπαγγέλλεαι. «Φίλε μου Λυδέ, από την ώρα που βγήκα από την Περσία ώς σήμερα δε συνάντησα άνθρωπο που με τη θέλησή του φιλοξένησε το στρατό μου ή που παρουσιάστηκε μπροστά μου κι αυθόρμητα προθυμοποιήθηκε να συνεισφέρει χρήματα για τον πόλεμο, έξω από σένα. Τώρα εσύ και μεγαλόπρεπα φιλοξένησες το στρατό μου και μου υπόσχεσαι πολλά χρήματα.
[7.29.2] σοὶ ὦν ἐγὼ ἀντὶ αὐτῶν γέρεα τοιάδε δίδωμι· ξεῖνόν τέ σε ποιεῦμαι ἐμὸν καὶ τὰς τετρακοσίας μυριάδας τοι τῶν στατήρων ἀποπλήσω παρ᾽ ἐμεωυτοῦ δοὺς τὰς ἑπτὰ χιλιάδας, ἵνα μή τοι ἐπιδευέες ἔωσι αἱ τετρακόσιαι μυριάδες ἑπτὰ χιλιάδων, ἀλλὰ ᾖ τοι ἀπαρτιλογίη ὑπ᾽ ἐμέο πεπληρωμένη. Λοιπόν, για όλ᾽ αυτά, σου δίνω αυτές τις τιμητικές διακρίσεις: σε ονομάζω φίλο μου και θα συμπληρώσω το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων στατήρων σου βάζοντας τις εφτά χιλιάδες από τα δικά μου, ώστε να μη λείπουν από τα τέσσερα εκατομμύρια οι εφτά χιλιάδες, αλλά με το συμπληρωματικό ποσό που σου δίνω να γίνει στρογγυλό το άθροισμα.
[7.29.3] ἔκτησό τε αὐτὸς τά περ αὐτὸς ἐκτήσαο, ἐπίστασό τε εἶναι αἰεὶ τοιοῦτος· οὐ γάρ τοι ταῦτα ποιεῦντι οὔτε ἐς τὸ παρεὸν οὔτε ἐς χρόνον μεταμελήσει. Και κράτησε την περιουσία σου, όση σου ανήκει, και σ᾽ όλη τη ζωή σου μείνε αυτός που είσαι· γιατί ούτε στο παρόν ούτε στο μέλλον θα μετανιώσεις γι᾽ αυτή σου τη συμπεριφορά».
[7.30.1] Ταῦτα δὲ εἴπας καὶ ἐπιτελέα ποιήσας ἐπορεύετο αἰεὶ τὸ πρόσω. ἄναυα δὲ καλεομένην Φρυγῶν πόλιν παραμειβόμενος καὶ λίμνην ἐκ τῆς ἅλες γίνονται, ἀπίκετο ἐς Κολοσσὰς πόλιν μεγάλην Φρυγίης· ἐν τῇ Λύκος ποταμὸς ἐς χάσμα γῆς ἐσβάλλων ἀφανίζεται· ἔπειτα διὰ σταδίων ὡς πέντε μάλιστά κῃ ἀναφαινόμενος ἐκδιδοῖ καὶ οὗτος ἐς τὸν Μαίανδρον. Είπε αυτά και τα ᾽κανε πράξη και κατόπι συνέχισε χωρίς ανάπαυλα την πορεία του προς τα μπρος. Πέρασε δίπλα από την πόλη της Φρυγίας που λέγεται Άναυα κι από μια λίμνη απ᾽ όπου βγάζουν αλάτι. Κι έφτασε στις Κολοσσές, μεγάλη πόλη της Φρυγίας· εκεί ο ποταμός Λύκος χύνεται σε καταβόθρα κι εξαφανίζεται· κι έπειτα ξανάρχεται στην επιφάνεια, σε απόσταση περίπου πέντε σταδίων, και χύνεται κι αυτός στον Μαίανδρο.
[7.30.2] ἐκ δὲ Κολοσσέων ὁ στρατὸς ὁρμώμενος ἐπὶ τοὺς οὔρους τῶν Φρυγῶν τε καὶ Λυδῶν ἀπίκετο ἐς Κύδραρα πόλιν, ἔνθα στήλη καταπεπηγυῖα, σταθεῖσα δὲ ὑπὸ Κροίσου, καταμηνύει διὰ γραμμάτων τοὺς οὔρους. Κι αφήνοντας πίσω του τις Κολοσσές ο στρατός πορευόταν προς τα σύνορα που χωρίζουν τη Φρυγία από τη Λυδία κι έφτασε στην πόλη Κύδραρα, όπου μια στήλη, μπηγμένη στη γη, που την έστησε ο Κροίσος, δείχνει με την επιγραφή της τα σύνορα.
[7.31.1] ὡς δὲ ἐκ τῆς Φρυγίης ἐσέβαλε ἐς τὴν Λυδίην, σχιζομένης τῆς ὁδοῦ καὶ τῆς μὲν ἐς ἀριστερὴν ἐπὶ Καρίης φερούσης, τῆς δὲ ἐς δεξιὴν ἐς Σάρδις, τῇ καὶ πορευομένῳ διαβῆναι τὸν Μαίανδρον ποταμὸν πᾶσα ἀνάγκη γίνεται καὶ ἰέναι παρὰ Καλλάτηβον πόλιν, ἐν τῇ ἄνδρες δημιοργοὶ μέλι ἐκ μυρίκης τε καὶ πυροῦ ποιεῦσι, ταύτην ἰὼν ὁ Ξέρξης τὴν ὁδὸν εὗρε πλατάνιστον, τὴν κάλλεος εἵνεκα δωρησάμενος κόσμῳ χρυσέῳ καὶ μελεδωνῷ ἀθανάτῳ ἀνδρὶ ἐπιτρέψας δευτέρῃ ἡμέρῃ ἀπίκετο ἐς τῶν Λυδῶν τὸ ἄστυ. Κι απ᾽ τη Φρυγία μπήκε στη Λυδία· εκεί ο δρόμος σχίζεται σε δυο: ο ένας, που πηγαίνει αριστερά, φέρνει στην Καρία, ο άλλος, που πηγαίνει δεξιά, στις Σάρδεις· για να φτάσεις εκεί πρέπει οπωσδήποτε να διαβείς τον ποταμό Μαίανδρο και να προσπεράσεις την πόλη Καλλάτηβο, όπου ειδικοί τεχνίτες παράγουν μέλι από αρμυρίκι και σιτάρι. Λοιπόν, βαδίζοντας ο Ξέρξης σ᾽ αυτό το δεύτερο δρόμο αντίκρισε ένα πλατάνι που για την ομορφιά του τού πρόσφερε δώρα, χρυσά στολίδια, κι όρισε να μη του λείψει ποτέ ο άνθρωπος που θα το φροντίζει· την επόμενη μέρα έφτασε στην πρωτεύουσα των Λυδών.
[7.32.1] ἀπικόμενος δὲ ἐς Σάρδις πρῶτα μὲν ἀπέπεμπε κήρυκας ἐς τὴν Ἑλλάδα αἰτήσοντας γῆν τε καὶ ὕδωρ καὶ προερέοντας δεῖπνα βασιλέϊ παρασκευάζειν· πλὴν οὔτε ἐς Ἀθήνας οὔτε ἐς Λακεδαίμονα ἀπέπεμπε ἐπὶ γῆς αἴτησιν, τῇ δὲ ἄλλῃ πάντῃ. τῶνδε δὲ εἵνεκα τὸ δεύτερον ἀπέπεμπε ἐπὶ γῆν τε καὶ ὕδωρ· ὅσοι πρότερον οὐκ ἔδοσαν Δαρείῳ πέμψαντι, τούτους πάγχυ ἐδόκεε τότε δείσαντας δώσειν· βουλόμενος ὦν αὐτὸ τοῦτο ἐκμαθεῖν [ἀκριβῶς] ἔπεμπε. Και φτάνοντας στις Σάρδεις το πρώτο που έκανε ήταν να στείλει κήρυκες στην Ελλάδα για να ζητήσουν γην και ύδωρ και να παραγγείλουν να ετοιμάζουν δείπνα για τον βασιλιά· αλλά ούτε στην Αθήνα ούτε στη Σπάρτη έστειλε να ζητήσουν γην και ύδωρ, έστειλε όμως σ᾽ όλες τις άλλες πόλεις. Κι ο λόγος που για δεύτερη φορά έστελνε για να του δώσουν γην και ύδωρ: όσοι την πρώτη φορά, όταν έστειλε απεσταλμένους ο Δαρείος, δεν έδωσαν, πίστευε απόλυτα ότι τότε από φόβο θα έδιναν· λοιπόν ο λόγος της αποστολής ήταν η επιθυμία του να βεβαιωθεί ποιά ακριβώς ήταν η στάση τους.
[7.33.1] Μετὰ δὲ ταῦτα παρεσκευάζετο ὡς ἐλῶν ἐς Ἄβυδον. οἱ δὲ ἐν τούτῳ τὸν Ἑλλήσποντον ἐζεύγνυσαν ἐκ τῆς Ἀσίης ἐς τὴν Εὐρώπην. ἔστι δὲ τῆς Χερσονήσου τῆς ἐν Ἑλλησπόντῳ, Σηστοῦ τε πόλιος μεταξὺ καὶ Μαδύτου, ἀκτὴ τρηχέα ἐς θάλασσαν κατήκουσα Ἀβύδου καταντίον, ἔνθα μετὰ ταῦτα, χρόνῳ ὕστερον οὐ πολλῷ, ἐπὶ Ξανθίππου τοῦ Ἀρίφρονος στρατηγοῦ Ἀθηναίων, Ἀρταΰκτην ἄνδρα Πέρσην λαβόντες Σηστοῦ ὕπαρχον ζῶντα πρὸς σανίδα διεπασσάλευσαν, ὃς καὶ ἐς τοῦ Πρωτεσίλεω τὸ ἱρὸν ἐς Ἐλαιοῦντα ἀγινεόμενος γυναῖκας ἀθέμιστα [ἔργα] ἔρδεσκε. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά ετοιμαζόταν να προχωρήσει προς την Άβυδο. Και στο μεταξύ οι άλλοι συνέδεαν με γέφυρα την ασιατική με την ευρωπαϊκή ακτή του Ελλησπόντου. Στη Χερσόνησο, ανάμεσα στις πόλεις Σηστό και Μάδυτο, υπάρχει μια απόκρημνη γλώσσα της στεριάς που εισχωρεί στη θάλασσα, αντίκρυ από την Άβυδο, εκεί όπου, λίγο καιρό μετά απ᾽ αυτά τα γεγονότα, οι Αθηναίοι, με στρατηγό τον Ξάνθιππο, το γιο του Αρίφρονος, έπιασαν τον Πέρση Αρταΰκτη, διοικητή της Σηστού, και τον κάρφωσαν ζωντανό πάνω σε σανίδα· αυτός και στο ναό του Πρωτεσιλάου στον Ελαιούντα κουβαλούσε γυναίκες κι έκανε ἄρρητ᾽ ἀθέμιτα.
[7.34.1] ἐς ταύτην ὦν τὴν ἀκτὴν ἐξ Ἀβύδου ὁρμώμενοι ἐγεφύρουν τοῖσι προσέκειτο, τὴν μὲν λευκολίνου Φοίνικες, τὴν δὲ βυβλίνην Αἰγύπτιοι. ἔστι δὲ ἑπτὰ στάδιοι ἐξ Ἀβύδου ἐς τὴν ἀπαντίον. καὶ δὴ ἐζευγμένου τοῦ πόρου ἐπιγενόμενος χειμὼν μέγας συνέκοψέ τε ἐκεῖνα πάντα καὶ διέλυσε. Λοιπόν, αυτοί στους οποίους είχε ανατεθεί το έργο της γέφυρας, αρχίζοντας από την Άβυδο προχωρούσαν προς αυτή τη γλώσσα της ακτής· στη γέφυρα που έδεναν με παλαμάρια από λευκό λινάρι δούλευαν οι Φοίνικες, στην άλλη, με παλαμάρια από πάπυρο, οι Αιγύπτιοι. Κι η απόσταση από την Άβυδο ώς την απέναντι στεριά ήταν εφτά στάδιοι. Λοιπόν, ενώ το πέρασμα είχε γεφυρωθεί, νά πού ξέσπασε μεγάλη μπόρα που τα ᾽κανε όλα χίλια κομμάτια και τα διασκόρπισε.
[7.35.1] ὡς δ᾽ ἐπύθετο Ξέρξης, δεινὰ ποιεύμενος τὸν Ἑλλήσποντον ἐκέλευσε τριηκοσίας ἐπικέσθαι μάστιγι πληγὰς καὶ κατεῖναι ἐς τὸ πέλαγος πεδέων ζεῦγος. ἤδη δὲ ἤκουσα ὡς καὶ στιγέας ἅμα τούτοισι ἀπέπεμψε στίξοντας τὸν Ἑλλήσποντον. Κι όταν το έμαθε ο Ξέρξης, αγανάχτησε και διέταξε να μαστιγώσουν τον Ελλήσποντο τριακόσιες φορές και να ρίξουν στ᾽ ανοιχτά ένα ζευγάρι χειροπέδες· άκουσα επίσης πως πέρ᾽ απ᾽ αυτά έστειλε στιγματιστές για να του χαράξουν στίγματα.
[7.35.2] ἐνετέλλετο δὲ ὦν ῥαπίζοντας λέγειν βάρβαρά τε καὶ ἀτάσθαλα· Ὦ πικρὸν ὕδωρ, δεσπότης τοι δίκην ἐπιτιθεῖ τήνδε, ὅτι μιν ἠδίκησας οὐδὲν πρὸς ἐκείνου ἄδικον παθόν. καὶ βασιλεὺς μὲν Ξέρξης διαβήσεταί σε, ἤν τε σύ γε βούλῃ ἤν τε μή· σοὶ δὲ κατὰ δίκην ἄρα οὐδεὶς ἀνθρώπων θύει ὡς ἐόντι καὶ θολερῷ καὶ ἁλμυρῷ ποταμῷ. Κι έδινε εντολή, την ώρα που τον μαστίγωναν, να του λένε λόγια βάρβαρα και αθεόφοβα: «Πικροθάλασσα, ο αφέντης μας σε τιμωρεί μ᾽ αυτό τον τρόπο για το άδικο που του έκανες, ενώ εκείνος δε σου έχει κάνει κανένα κακό. Αλλά ο βασιλιάς Ξέρξης, θέλεις δε θέλεις, θα σε διαβεί· και μ᾽ όλο τους το δίκιο οι άνθρωποι, κανείς τους, δε σου προσφέρουν θυσίες, έτσι αρμυρό και θολό ποτάμι που είσαι».
[7.35.3] τήν τε δὴ θάλασσαν ἐνετέλλετο τούτοισι ζημιοῦν καὶ τῶν ἐπεστεώτων τῇ ζεύξι τοῦ Ἑλλησπόντου ἀποταμεῖν τὰς κεφαλάς. Έδωσε λοιπόν εντολές και στη θάλασσα να επιβληθούν αυτές οι τιμωρίες και ν᾽ αποκεφαλίσουν εκείνους που είχαν την επιστασία της ζεύξης του Ελλησπόντου.
[7.36.1] καὶ οἱ μὲν ταῦτα ἐποίεον τοῖσι προσέκειτο αὕτη ἡ ἄχαρις τιμή, τὰς δὲ ἄλλοι ἀρχιτέκτονες ἐζεύγνυσαν· ἐζεύγνυσαν δὲ ὧδε· πεντηκοντέρους καὶ τριήρεας συνθέντες, ὑπὸ μὲν τὴν πρὸς τοῦ Εὐξείνου Πόντου ἑξήκοντά τε καὶ τριηκοσίας, ὑπὸ δὲ τὴν ἑτέρην τεσσερεσκαίδεκα καὶ τριηκοσίας, τοῦ μὲν Πόντου ἐπικαρσίας, τοῦ δὲ Ἑλλησπόντου κατὰ ῥόον, ἵνα ἀνακωχεύῃ τὸν τόνον τῶν ὅπλων· Κι εκείνοι στους οποίους ανατέθηκε αυτό το άχαρο έργο εκτελούσαν αυτές τις διαταγές, ενώ άλλοι εργοδηγοί έστηναν τις γέφυρες — και νά πώς τις έστηναν· πήραν κι έβαλαν τη μια δίπλα στην άλλη τριακόσιες εξήντα πεντηκοντόρους και τριήρεις για υπόβαθρο της γέφυρας που έκαναν προς τη μεριά του Ευξείνου Πόντου και τριακόσιες δεκατέσσερες για υπόβαθρο της άλλης, με τρόπο που να σχηματίζουν κάθετη γραμμή προς το ρεύμα του Ευξείνου Πόντου και να έχουν την ίδια κατεύθυνση με το ρεύμα του Ελλησπόντου, ώστε η πίεσή του να κρατά τεντωμένα τα παλαμάρια·
[7.36.2] συνθέντες δὲ ἀγκύρας κατῆκαν περιμήκεας, τὰς μὲν πρὸς τοῦ Πόντου τῆς ἑτέρης τῶν ἀνέμων εἵνεκεν τῶν ἔσωθεν ἐκπνεόντων, τῆς δὲ ἑτέρης πρὸς ἑσπέρης τε καὶ τοῦ Αἰγαίου ζεφύρου τε καὶ νότου εἵνεκα. διέκπλοον δὲ ὑπόφαυσιν κατέλιπον τῶν πεντηκοντέρων καὶ †τριχοῦ†, ἵνα καὶ ἐς τὸν Πόντον ἔχῃ ὁ βουλόμενος πλέειν πλοίοισι λεπτοῖσι καὶ ἐκ τοῦ Πόντου ἔξω. κι αφού έβαλαν τα καράβια το ένα δίπλα στο άλλο, πόντισαν τεράστιες άγκυρες, άλλες για τη γέφυρα προς τη μεριά του Ευξείνου Πόντου, εξαιτίας των ανέμων που φυσούν από το εσωτερικό του, κι άλλες για τη δυτική γέφυρα, προς τη μεριά του Αιγαίου, εξαιτίας των ζεφύρων και του νοτιά. Κι άφησαν σε τρία σημεία στενά ανοίγματα ανάμεσα από τις πεντηκοντόρους, ώστε να μπορεί να περνά με πλοιάριο κι αυτός που ήθελε να πάει στον Εύξεινο Πόντο κι αυτός που θα περνούσε από τον Πόντο στο Αιγαίο.
[7.36.3] ταῦτα δὲ ποιήσαντες κατέτεινον ἐκ γῆς στρεβλοῦντες ὄνοισι ξυλίνοισι τὰ ὅπλα, οὐκέτι χωρὶς ἑκάτερα τάξαντες, ἀλλὰ δύο μὲν λευκολίνου δασάμενοι ἐς ἑκατέρην, τέσσερα δὲ τῶν βυβλίνων. παχύτης μὲν ἦν ἡ αὐτὴ καὶ καλλονή, κατὰ λόγον δὲ ἐμβριθέστερα ἦν τὰ λίνεα, τοῦ τάλαντον ὁ πῆχυς εἷλκε. Έκαναν αυτά κι ύστερα έστησαν στην ξηρά κάτι ξύλινα μηχανήματα, τους όνους, και στρίβοντας μ᾽ αυτά τα παλαμάρια, τα τέντωσαν· κι αυτή τη φορά δε χρησιμοποιούσαν το καθένα απ᾽ τα δυο είδη τους σε διαφορετική γέφυρα, αλλά για καθεμιά από τις δυο γέφυρες μεταχειρίστηκαν δυο σειρές παλαμάρια από λευκό λινάρι και τέσσερες από πάπυρο. Στο πάχος και στην ωραία εμφάνιση και τα δυο είδη ήταν το ίδιο, αλλά, συγκριτικά, τα παλαμάρια από λινάρι ήταν βαρύτερα· ο πήχης τους ζύγιζε ένα τάλαντο.
[7.36.4] ἐπειδὴ δὲ ἐγεφυρώθη ὁ πόρος, κορμοὺς ξύλων καταπρίσαντες καὶ ποιήσαντες ἴσους τῆς σχεδίης τῷ εὔρεϊ κόσμῳ ἐπετίθεσαν κατύπερθε τῶν ὅπλων τοῦ τόνου, θέντες δὲ ἐπεξῆς ἐνθαῦτα αὖτις ἐπεζεύγνυον. Κι όταν το πέρασμα ενώθηκε με γέφυρα, πήραν και πριόνισαν κορμούς δέντρων και δίνοντάς τους μάκρος ίσο με το πλάτος της γέφυρας, όμορφα όμορφα τους τοποθετούσαν πάνω απ᾽ τα τεντωμένα παλαμάρια· κι αφού τους τοποθέτησαν τον ένα δίπλα στον άλλο, τους συνέδεσαν και με τραβέρσες.
[7.36.5] ποιήσαντες δὲ ταῦτα ὕλην ἐπεφόρησαν, κόσμῳ δὲ θέντες καὶ τὴν ὕλην γῆν ἐπεφόρησαν, κατανάξαντες δὲ καὶ τὴν γῆν φραγμὸν παρείρυσαν ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἵνα μὴ φοβῆται τὰ ὑποζύγια τὴν θάλασσαν ὑπερορῶντα [καὶ οἱ ἵπποι]. Κι όταν το ᾽καναν κι αυτό, σκόρπισαν απάνω τους σανίδες· έστησαν όμορφα όμορφα τις σανίδες κι ύστερα σώρευσαν απάνω τους χώμα, κι άπλωσαν όμορφα, πατώντας το, και το χώμα· κατόπι άπλωσαν πέρα πέρα και στις δυο πλευρές της γέφυρας φράχτη, για να μη βλέπουν από ψηλά τη θάλασσα τα υποζύγια και τ᾽ άλογα και παίρνουν τρομάρα.
[7.37.1] ὡς δὲ τά τε τῶν γεφυρέων κατεσκεύαστο καὶ τὰ περὶ τὸν Ἄθων, οἵ τε χυτοὶ περὶ τὰ στόματα τῆς διώρυχος, οἳ τῆς ῥηχίης εἵνεκεν ἐποιήθησαν, ἵνα μὴ ἐμπίμπληται τὰ στόματα τοῦ ὀρύγματος, καὶ αὐτὴ ἡ διῶρυξ παντελέως πεποιημένη ἀγγέλλετο, ἐνθαῦτα χειμερίσας ἅμα τῷ ἔαρι παρεσκευασμένος ὁ στρατὸς ἐκ τῶν Σαρδίων ὁρμᾶτο ἐλῶν ἐς Ἄβυδον. Κι όταν είχαν ολοκληρωθεί τα έργα και των γεφυρών αυτών και της περιοχής του Άθω και στάλθηκε η αγγελία πως υψώθηκαν τα προχώματα που έγιναν στα στόμια της διώρυγας για την παλίρροια, για να μη κλείνουν τα στόμια της τάφρου, και πως το κύριο μέρος της διώρυγας ήταν έτοιμο στην εντέλεια, τότε ο στρατός, που είχε ξεχειμωνιάσει στις Σάρδεις, με τον ερχομό της άνοιξης, πανέτοιμος για εκστρατεία, ξεκίνησε αποκεί με κατεύθυνση την Άβυδο.
[7.37.2] ὁρμημένῳ δέ οἱ ὁ ἥλιος ἐκλιπὼν τὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἕδρην ἀφανὴς ἦν οὔτ᾽ ἐπινεφέλων ἐόντων αἰθρίης τε τὰ μάλιστα, ἀντὶ ἡμέρης τε νὺξ ἐγένετο. ἰδόντι δὲ καὶ μαθόντι τοῦτο τῷ Ξέρξῃ ἐπιμελὲς ἐγένετο, καὶ εἴρετο τοὺς μάγους τὸ θέλει προφαίνειν τὸ φάσμα. Κι όπου να ᾽ταν έμπαινε κιόλας στο δρόμο, όταν ο ήλιος, εγκαταλείποντας τη σταθερή πορεία του στον ουρανό, έγινε άφαντος, χωρίς ούτε σύννεφα να τον κρύβουν, μέσα σε μια αιθρία χαρά θεού, και μέρα μεσημέρι έγινε νύχτα. Τον Ξέρξη, με το που το είδε και τον προβλημάτισε αυτό, τον έζωσαν φροντίδες και ρώτησε τους μάγους, σαν τί να προμηνύει το φαινόμενο αυτό.
[7.37.3] οἱ δὲ ἔφασαν ὡς Ἕλλησι προδεικνύει ὁ θεὸς ἔκλειψιν τῶν πολίων, λέγοντες ἥλιον εἶναι Ἑλλήνων προδέκτορα, σελήνην δὲ σφέων. ταῦτα πυθόμενος ὁ Ξέρξης περιχαρὴς ἐὼν ἐποιέετο τὴν ἔλασιν. Κι αυτοί του αποκρίθηκαν ότι ο θεός στέλνει προειδοποίηση στους Έλληνες πως θ᾽ αφανιστούν οι πόλεις τους, λέγοντας πως ο ήλιος προφητεύει για τους Έλληνες, ενώ η σελήνη για τους Πέρσες. Καταχαρούμενος που τ᾽ άκουσε αυτά ο Ξέρξης συνέχισε την προέλασή του.
[7.38.1] ὡς δ᾽ ἐξήλαυνε τὴν στρατιήν, Πύθιος ὁ Λυδὸς καταρρωδήσας τὸ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φάσμα ἐπαρθείς τε τοῖσι δωρήμασι ἐλθὼν παρὰ Ξέρξην ἔλεγε τάδε· Ὦ δέσποτα, χρηίσας ἄν τι σεῦ βουλοίμην τυχεῖν, τὸ σοὶ μὲν ἐλαφρὸν τυγχάνει ἐὸν ὑπουργῆσαι, ἐμοὶ δὲ μέγα γενόμενον. Βάδιζε επικεφαλής του στρατού του, όταν ο Λυδός Πύθιος, τρομοκρατημένος από το ουράνιο φαινόμενο, αλλά και με το θάρρος που του έδιναν τα δώρα, παρουσιάστηκε στον Ξέρξη και του μίλησε έτσι: «Αφέντη μου, θα ήθελα να ζητήσω από σένα μια χάρη, που σε σένα δε στοιχίζει πολύ να μ᾽ εξυπηρετήσεις, για μένα όμως έχει μεγάλη σημασία».
[7.38.2] Ξέρξης δὲ πᾶν μᾶλλον δοκέων μιν χρηίσειν ἢ τὸ ἐδεήθη, ἔφη τε ὑποργήσειν καὶ δὴ ἀγορεύειν ἐκέλευε ὅτευ δέοιτο. ὁ δὲ ἐπείτε ταῦτα ἤκουσε, ἔλεγε θαρσήσας τάδε· Ὦ δέσποτα, τυγχάνουσί μοι παῖδες ἐόντες πέντε, καί σφεας καταλαμβάνει πάντας ἅμα σοὶ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. Κι ο Ξέρξης, με την ιδέα πως θα του ζητούσε όποια άλλη χάρη, όχι όμως αυτό που δεήθηκε, είπε πως θα τον εξυπηρετήσει και, λοιπόν, τον πρόσταζε να πει μπροστά σ᾽ όλους το αίτημά του. Κι ο άλλος ακούοντας αυτά πήρε θάρρος κι είπε τα εξής: «Αφέντη μου, τυχαίνει να έχω πέντε γιους, κι ήρθαν έτσι τα πράματα που όλοι τους παίρνουν μέρος στην εκστρατεία σου εναντίον της Ελλάδας.
[7.38.3] σὺ δέ, ὦ βασιλεῦ, ἐμὲ ἐς τόδε ἡλικίης ἥκοντα οἰκτίρας τῶν μοι παίδων ἕνα παράλυσον τῆς στρατιῆς τὸν πρεσβύτατον, ἵνα αὐτοῦ τε ἐμεῦ καὶ τῶν χρημάτων ᾖ μελεδωνός. τοὺς δὲ τέσσερας ἄγευ ἅμα σεωυτῷ, καὶ πρήξας τὰ νοέεις νοστήσειας ὀπίσω. Λοιπόν, βασιλιά μου, σπλαχνίσου με στην ηλικία που βρίσκομαι και απάλλαξε από την εκστρατεία έναν από τους γιους μου, τον μεγαλύτερο, για να έχω κάποιον που να φροντίζει κι εμένα και την περιουσία μου. Τώρα, τους τέσσερες πάρε τους μαζί σου και, πετυχαίνοντας τους σκοπούς σου, να γυρίσεις πίσω με το καλό».
[7.39.1] κάρτα τε ἐθυμώθη ὁ Ξέρξης καὶ ἀμείβετο τοισίδε· Ὦ κακὲ ἄνθρωπε, σὺ ἐτόλμησας ἐμεῦ στρατευομένου αὐτοῦ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄγοντος παῖδας ἐμοὺς καὶ ἀδελφεοὺς καὶ οἰκηίους καὶ φίλους μνήσασθαι περὶ σέο παιδός, ἐὼν ἐμὸς δοῦλος, τὸν χρῆν πανοικίῃ αὐτῇ γυναικὶ συνέπεσθαι; εὖ νυν τόδ᾽ ἐξεπίστασο, ὡς ἐν τοῖσι ὠσὶ τῶν ἀνθρώπων οἰκέει ὁ θυμός, ὃς χρηστὰ μὲν ἀκούσας τέρψιος ἐμπιπλέει τὸ σῶμα, ὑπεναντία δὲ τούτοισι ἀκούσας ἀνοιδέει. Ο Ξέρξης έγινε έξω φρενών και του αποκρίθηκε: «Χαμένε άνθρωπε, τόλμησες εσύ, την ώρα που εγώ ο ίδιος εκστρατεύω εναντίον της Ελλάδας και παίρνω μαζί μου τους γιους μου και τ᾽ αδέρφια μου και συγγενείς και φίλους, να μ᾽ απασχολείς με το γιο σου, εσύ ένας δούλος μου που έχεις καθήκον να μ᾽ ακολουθείς μ᾽ όλους τους ανθρώπους του σπιτιού σου, και με τη γυναίκα σου ακόμη μαζί; Τώρα λοιπόν μάθε καλά ετούτο, πως η ψυχή του ανθρώπου φωλιάζει στ᾽ αυτιά του, κι όταν ακούει τα πρεπούμενα, γεμίζει μ᾽ αγαλλίαση το σώμα, όταν όμως ακούει τ᾽ αντίθετα, βράζει από θυμό.
[7.39.2] ὅτε μέν νυν χρηστὰ ποιήσας ἕτερα τοιαῦτα ἐπηγγέλλεο, εὐεργεσίῃσι βασιλέα οὐ καυχήσεαι ὑπερβαλέσθαι· ἐπείτε δὲ ἐς τὸ ἀναιδέστερον ἐτράπευ, τὴν μὲν ἀξίην οὐ λάμψεαι, ἐλάσσω δὲ τῆς ἀξίης. σὲ μὲν γὰρ καὶ τοὺς τέσσερας τῶν παίδων ῥύεται τὰ ξείνια· τοῦ δὲ ἑνός, τοῦ περιέχεαι μάλιστα, τῇ ψυχῇ ζημιώσεαι. Λοιπόν, τότε που μαζί με καλές πράξεις έδωσες το ίδιο καλές υποσχέσεις, δεν μπορείς να καυχηθείς πως ξεπέρασες το βασιλιά σου σε ευεργεσίες· επειδή όμως πήρες το δρόμο της αδιαντροπιάς, δε θα πάρεις βέβαια την τιμωρία που σου αξίζει, αλλά μικρότερη απ᾽ αυτή που σου αξίζει. Δηλαδή, εσένα και τους τέσσερες γιους σου σας σώζει η φιλία που κλείσαμε· όμως θα τιμωρηθείς με το θάνατο του ενός, αυτουνού που του έχεις ιδιαίτερη αδυναμία».
[7.39.3] ὡς δὲ ταῦτα ὑπεκρίνατο, αὐτίκα ἐκέλευε τοῖσι προσετέτακτο ταῦτα πρήσσειν, τῶν Πυθίου παίδων ἐξευρόντας τὸν πρεσβύτατον μέσον διαταμεῖν, διαταμόντας δὲ τὰ ἡμίτομα διαθεῖναι τὸ μὲν ἐπὶ δεξιὰ τῆς ὁδοῦ, τὸ δ᾽ ἐπ᾽ ἀριστερά, καὶ ταύτῃ διεξιέναι τὸν στρατόν. Αυτά του αποκρίθηκε κι αμέσως διέταξε τους αρμόδιους για την εκτέλεση να βρουν χωρίς αναβολή τον μεγαλύτερο γιο του Πυθίου και να του σχίσουν το σώμα στα δυο, κι αφού το σχίσουν να στήσουν το ένα μισό του κορμιού του στη δεξιά άκρη του δρόμου, το άλλο στην αριστερή, κι απ᾽ ανάμεσά τους να περάσει όλος ο στρατός.
[7.40.1] ποιησάντων δὲ τούτων τοῦτο, μετὰ ταῦτα διεξήιε ὁ στρατός. ἡγέοντο δὲ πρῶτοι μὲν οἱ σκευοφόροι τε καὶ τὰ ὑποζύγια, μετὰ δὲ τούτους στρατὸς παντοίων ἐθνέων ἀναμίξ, οὐ διακεκριμένοι· τῇ δὲ ὑπερημίσεες ἦσαν, ἐνθαῦτα διελέλειπτο, καὶ οὐ συνέμισγον οὗτοι βασιλέϊ. Οι άνθρωποί του εκτέλεσαν τη διαταγή κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά διάβαινε ο στρατός. Μπροστά πορεύονταν πρώτοι αυτοί που κουβαλούσαν τις αποσκευές των οπλιτών και τα υποζύγια κι ακολουθούσε στρατός από διάφορα έθνη, ανακατεμένοι, όχι σε ξεχωριστούς σχηματισμούς· κι εκεί που η μισή και παραπάνω δύναμη αυτού του στρατού είχε περάσει, άφησαν ένα διάστημα κενό, έτσι που δεν είχαν αυτοί καμιά επαφή με τον βασιλιά.
[7.40.2] προηγεῦντο μὲν δὴ ἱππόται χίλιοι ἐκ Περσέων πάντων ἀπολελεγμένοι· μετὰ δὲ αἰχμοφόροι χίλιοι, καὶ οὗτοι ἐκ πάντων ἀπολελεγμένοι, τὰς λόγχας κάτω ἐς τὴν γῆν τρέψαντες· μετὰ δὲ ἱροὶ Νησαῖοι καλεόμενοι ἵπποι δέκα, κεκοσμημένοι ὡς κάλλιστα. Τώρα έρχονταν πρώτοι χίλιοι ιππείς, οι επίλεκτοι ανάμεσα στους Πέρσες· κι ύστερα χίλιοι που κρατούσαν δόρατα, κι αυτοί επίλεκτοι, οι πρώτοι απ᾽ όλους, κρατώντας τις αιχμές των δοράτων τους στραμμένες προς το έδαφος· ακολουθούσαν δέκα άτια ιερά, που λέγονταν Νησαία, με τα πιο όμορφα χάμουρα.
[7.40.3] Νησαῖοι δὲ καλέονται ἵπποι ἐπὶ τοῦδε· ἔστι πεδίον μέγα τῆς Μηδικῆς τῷ οὔνομά ἐστι Νήσαιον· τοὺς ὦν δὴ ἵππους τοὺς μεγάλους φέρει τὸ πεδίον τοῦτο. Νά κι ο λόγος που τα ονομάζουν Νησαία· στη Μηδία βρίσκεται μια μεγάλη πεδιάδα που λέγεται Νήσαιο· λοιπόν αυτή η πεδιάδα τρέφει τα περίφημα μεγαλόσωμα άτια.
[7.40.4] ὄπισθε δὲ τούτων τῶν δέκα ἵππων ἅρμα Διὸς ἱρὸν ἐπετέτακτο, τὸ ἵπποι μὲν εἷλκον λευκοὶ ὀκτώ, ὄπισθε δὲ αὖ τῶν ἵππων εἵπετο πεζῇ ἡνίοχος ἐχόμενος τῶν χαλινῶν· οὐδεὶς γὰρ δὴ ἐπὶ τοῦτον τὸν θρόνον ἀνθρώπων ἀναβαίνει. τούτου δὲ ὄπισθε αὐτὸς Ξέρξης ἐπ᾽ ἅρματος ἵππων Νησαίων· παρεβεβήκεε δέ οἱ ἡνίοχος τῷ οὔνομα ἦν Πατιράμφης Ὀτάνεω παῖς Πέρσεω ἀνδρὸς. Μετά απ᾽ αυτά τα δέκα άτια η παράταξη συνεχιζόταν με το ιερό άρμα του Δία, που το έσερναν οχτώ κάτασπρα άτια, και πίσω από τα άτια ακολουθούσε πεζός ο ηνίοχος κρατώντας σφιχτά τα χαλινάρια· γιατί κανένας θνητός δεν ανεβαίνει σ᾽ αυτό το άρμα. Και πίσω απ᾽ αυτό, ο ίδιος ο Ξέρξης πάνω σε άρμα που έσερναν άτια Νησαία· στο πλάι του βρισκόταν ο ηνίοχος, που τον έλεγαν Πατιράμφη, γιος του Πέρση Οτάνη.
[7.41.1] Ἐξήλασε μὲν οὕτως ἐκ Σαρδίων Ξέρξης, μετεκβαίνεσκε δέ, ὅκως μιν λόγος αἱρέοι, ἐκ τοῦ ἅρματος ἐς ἁρμάμαξαν. αὐτοῦ δὲ ὄπισθε αἰχμοφόροι Περσέων οἱ ἄριστοί τε καὶ γενναιότατοι χίλιοι, κατὰ νόμον τὰς λόγχας ἔχοντες, μετὰ δὲ ἵππος ἄλλη χιλίη ἐκ Περσέων ἀπολελεγμένη, μετὰ δὲ τὴν ἵππον ἐκ τῶν λοιπῶν Περσέων ἀπολελεγμένοι μύριοι. Μ᾽ αυτό τον τρόπο λοιπόν βγήκε απ᾽ τις Σάρδεις ο Ξέρξης και περνούσε συχνά, ανάλογα με την περίσταση, από το άρμα του σε αρμάμαξα. Και τον ακολουθούσαν οπλισμένοι με δόρατα οι άριστοι και γενναιότατοι Πέρσες, χίλιοι, με τις αιχμές των δοράτων στην κανονική τους θέση, και κατόπι τους έρχονταν άλλοι χίλιοι επίλεκτοι Πέρσες ιππείς, και μετά απ᾽ αυτό το ιππικό δέκα χιλιάδες επίλεκτοι από τους υπόλοιπους Πέρσες·
[7.41.2] οὗτος πεζὸς ἦν· καὶ τούτων χίλιοι μὲν ἐπὶ τοῖσι δόρασι ἀντὶ τῶν σαυρωτήρων ῥοιὰς εἶχον χρυσέας καὶ πέριξ συνεκλήιον τοὺς ἄλλους, οἱ δὲ εἰνακισχίλιοι ἐντὸς τούτων ἐόντες ἀργυρέας ῥοιὰς εἶχον. εἶχον δὲ χρυσέας ῥοιὰς καὶ οἱ ἐς τὴν γῆν τρέποντες τὰς λόγχας, καὶ μῆλα οἱ ἄγχιστα ἑπόμενοι Ξέρξῃ. τοῖσι δὲ μυρίοισι ἐπετέτακτο ἵππος Περσέων μυρίη. μετὰ δὲ τὴν ἵππον διελέλειπτο καὶ δύο σταδίους, καὶ ἔπειτα ὁ λοιπὸς ὅμιλος ἤιε ἀναμίξ. αυτοί βάδιζαν πεζοί· και χίλιοι απ᾽ αυτούς είχαν στα δόρατά τους αντί για στύρακες χρυσά ρόδια και πλαισίωναν ένα γύρο τους άλλους, που, εννιά χιλιάδες, περιβάλλονταν απ᾽ αυτούς κι είχαν στα δόρατά τους ασημένια ρόδια. Χρυσά ρόδια είχαν κι εκείνοι που κρατούσαν τις λόγχες στραμμένες προς το έδαφος, και μήλα αυτοί που ακολουθούσαν από πολύ μικρή απόσταση τον Ξέρξη. Πίσω από τις δέκα χιλιάδες πεζών είχαν παραταχτεί δέκα χιλιάδες Πέρσες ιππείς. Και μετά απ᾽ τους ιππείς άφηναν ένα κενό μπορεί και δύο σταδίους και κατόπιν βάδιζε το υπόλοιπο στράτευμα, πλήθος ανακατωμένο.
[7.42.1] ἐποιέετο δὲ τὴν ὁδὸν ἐκ τῆς Λυδίης ὁ στρατὸς ἐπί τε ποταμὸν Κάϊκον καὶ γῆν τὴν Μυσίην, ἀπὸ δὲ Καΐκου ὁρμώμενος, Κάνης ὄρος ἔχων ἐν ἀριστερῇ, διὰ τοῦ Ἀταρνέος ἐς Καρήνην πόλιν. ἀπὸ δὲ ταύτης διὰ Θήβης πεδίου ἐπορεύετο, Ἀτραμύττειόν τε πόλιν καὶ Ἄντανδρον τὴν Πελασγίδα παραμειβόμενος. Το εκστρατευτικό σώμα βάδιζε απ᾽ τη Λυδία προς τον ποταμό Κάικο και τη χώρα της Μυσίας και, κινώντας απ᾽ τον Κάικο κι έχοντας στο αριστερό του χέρι το βουνό Κάνη, διέσχιζε τον Αταρνέα και πορευόταν στην πόλη Καρήνη. Κι απ᾽ αυτή, διασχίζοντας την πεδιάδα της Θήβας, πορευόταν, προσπερνώντας την πόλη Ατραμύττειο και την πελασγική Άντανδρο
[7.42.2] τὴν Ἴδην δὲ λαβών, ἐς ἀριστερὴν χεῖρα ἤιε ἐς τὴν Ἰλιάδα γῆν. καὶ πρῶτα μέν οἱ ὑπὸ τῇ Ἴδῃ νύκτα ἀναμείναντι βρονταί τε καὶ πρηστῆρες ἐπεσπίπτουσι καί τινα αὐτοῦ ταύτῃ συχνὸν ὅμιλον διέφθειραν. πέρασε στην Ίδη και, στρίβοντας αριστερά, βάδιζε προς την περιοχή της Τροίας. Και την πρώτη νύχτα που στρατοπέδευσε στους πρόποδες της Ίδης ξέσπασε απάνω τους μπόρα με βροντές και κεραυνούς κι απ᾽ αυτή την αιτία εξοντώθηκε σημαντικό πλήθος του στρατού του.
[7.43.1] ἀπικομένου δὲ τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ποταμὸν Σκάμανδρον, ὃς πρῶτος ποταμῶν, ἐπείτε ἐκ Σαρδίων ὁρμηθέντες ἐπεχείρησαν τῇ ὁδῷ, ἐπέλιπε τὸ ῥέεθρον οὐδ᾽ ἀπέχρησε τῇ στρατιῇ τε καὶ τοῖσι κτήνεσι πινόμενος, ἐπὶ τοῦτον δὴ τὸν ποταμὸν ὡς ἀπίκετο Ξέρξης, ἐς τὸ Πριάμου Πέργαμον ἀνέβη ἵμερον ἔχων θεήσασθαι. Κι όταν ο στρατός έφτασε στις όχθες του Σκαμάνδρου —κι ήταν, από την ώρα που, αφήνοντας τις Σάρδεις, μπήκαν στο δρόμο, ο πρώτος ποταμός που στέρεψε και τα νερά του δε στάθηκαν αρκετά να ξεδιψάσουν το στρατό και τα ζώα— όταν λοιπόν έφτασε ο Ξέρξης στις όχθες αυτού του ποταμού, ανέβηκε στο Πέργαμο του Πριάμου που είχε λαχτάρα να το χαρούν τα μάτια του.
[7.43.2] θεησάμενος δὲ καὶ πυθόμενος ἐκείνων ἕκαστα τῇ Ἀθηναίῃ τῇ Ἰλιάδι ἔθυσε βοῦς χιλίας, χοὰς δὲ οἱ μάγοι τοῖσι ἥρωσι ἐχέαντο. ταῦτα δὲ ποιησαμένοισι νυκτὸς φόβος ἐς τὸ στρατόπεδον ἐνέπεσε. ἅμα ἡμέρῃ δὲ ἐπορεύετο ἐνθεῦτεν, ἐν ἀριστερῇ μὲν ἀπέργων Ῥοίτειον πόλιν καὶ Ὀφρύνειον καὶ Δάρδανον, ἥ περ δὴ Ἀβύδῳ ὅμουρός ἐστι, ἐν δεξιῇ δὲ Γέργιθας Τευκρούς. Κι αφού το χάρηκαν τα μάτια του κι έμαθε τα καθέκαστα από τους ντόπιους, πρόσφερε θυσία χίλιων βοδιών στην Αθηνά του Ιλίου κι οι μάγοι έκαναν σπονδές στους ήρωες. Κι αφού έκαναν αυτά, ο στρατός κυριεύτηκε από πανικό τη νύχτα. Και με το φως της μέρας πορεύονταν αποκεί, αφήνοντας στο αριστερό τους χέρι τις πόλεις Ροίτειο και Οφρύνειο και Δάρδανο, που συνορεύει με την Άβυδο, και στο δεξί τους Τευκρούς Γέργιθες.
[7.44.1] Ἐπεὶ δ᾽ ἐγένοντο ἐν Ἀβύδῳ, ἠθέλησε Ξέρξης ἰδέσθαι πάντα τὸν στρατόν. καὶ προεπεποίητο γὰρ ἐπὶ κολωνοῦ ἐπίτηδες αὐτῷ ταύτῃ προεξέδρη λίθου λευκοῦ (ἐποίησαν δὲ Ἀβυδηνοί ἐντειλαμένου πρότερον βασιλέος), ἐνθαῦτα ὡς ἵζετο, κατορῶν ἐπὶ τῆς ἠιόνος ἐθηεῖτο καὶ τὸν πεζὸν καὶ τὰς νέας, θηεύμενος δὲ ἱμέρθη τῶν νεῶν ἅμιλλαν γινομένην ἰδέσθαι. ἐπεὶ δὲ ἐγένετό τε καὶ ἐνίκων Φοίνικες Σιδώνιοι, ἥσθη τε τῇ ἁμίλλῃ καὶ τῇ στρατιῇ. Κι όταν έφτασαν στην Άβυδο, ο Ξέρξης θέλησε να δει ολόκληρο το εκστρατευτικό του σώμα. Και καθώς του είχαν από πρωτύτερα κατασκευάσει εκεί, πάνω σε λόφο, ειδικά γι᾽ αυτόν το σκοπό εξέδρα από άσπρο μάρμαρο (και την έκαναν οι Αβυδηνοί ύστερ᾽ από προηγούμενη εντολή του βασιλιά), καθισμένος σ᾽ αυτήν έριχνε το βλέμμα του χαμηλά κατά την ακρογιαλιά και χαίρονταν τα μάτια του και το πεζικό και το ναυτικό· και καθώς απολάμβανε το θέαμα, του ήρθε επιθυμία να παρακολουθήσει αγώνα ανάμεσα σε καράβια· έγινε λοιπόν ο αγώνας και πήραν τη νίκη οι Φοίνικες από τη Σιδώνα· χάρηκε η ψυχή του και τον αγώνα και τη στρατιά του.
[7.45.1] ὡς δὲ ὥρα πάντα μὲν τὸν Ἑλλήσποντον ὑπὸ τῶν νεῶν ἀποκεκρυμμένον, πάσας δὲ τὰς ἀκτὰς καὶ τὰ Ἀβυδηνῶν πεδία ἐπίπλεα ἀνθρώπων, ἐνθαῦτα ὁ Ξέρξης ἑωυτὸν ἐμακάρισε, μετὰ δὲ τοῦτο ἐδάκρυσε. Και καθώς αντίκριζε τον Ελλήσποντο να ᾽χει σκεπαστεί εντελώς από τα καράβια και τις ακρογιαλιές και τις πεδιάδες των Αβυδηνών πέρα ώς πέρα κατάμεστες από ανθρώπους, τότε ο Ξέρξης μακάρισε τον εαυτό του, ύστερα όμως απ᾽ αυτό δάκρυσε.
[7.46.1] μαθὼν δέ μιν Ἀρτάβανος ὁ πάτρως, ὃς τὸ πρῶτον γνώμην ἀπεδέξατο ἐλευθέρως οὐ συμβουλεύων Ξέρξῃ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, οὗτος ὡνὴρ φρασθεὶς Ξέρξην δακρύσαντα εἴρετο τάδε· Ὦ βασιλεῦ, ὡς πολλὸν ἀλλήλων κεχωρισμένα ἐργάσαο νῦν τε καὶ ὀλίγῳ πρότερον· μακαρίσας γὰρ σεωυτὸν δακρύεις. Αντιλήφτηκε το τί τρέχει ο Αρτάβανος, ο θείος του από πατέρα, αυτός που αρχικά διατύπωσε με παρρησία τη γνώμη του, συμβουλεύοντας τον Ξέρξη να μην εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας, παρατήρησε λοιπόν τον Ξέρξη να δακρύζει και του έκανε την ερώτηση: «Βασιλιά μου, τί χάσμα χωρίζει ανάμεσά τους αυτό που κάνεις τώρα απ᾽ αυτό που έκανες εδώ κι ένα λεπτό. Γιατί, ενώ μακάρισες τον εαυτό σου, τώρα δακρύζεις».
[7.46.2] ὁ δὲ εἶπε· Ἐσῆλθε γάρ με λογισάμενον κατοικτῖραι ὡς βραχὺς εἴη ὁ πᾶς ἀνθρώπινος βίος, εἰ τούτων γε ἐόντων τοσούτων οὐδεὶς ἐς ἑκατοστὸν ἔτος περιέσται. ὁ δὲ ἀμείβετο λέγων· Ἕτερα τούτου παρὰ τὴν ζόην πεπόνθαμεν οἰκτρότερα. Κι ο άλλος του αποκρίθηκε: «Νά, αναλογίστηκα πόσο σύντομη είναι η ζωή του ανθρώπου κι ένιωσα λύπη στην ψυχή μου, με τη σκέψη πως, απ᾽ όλους αυτούς που είναι τόσο πολλοί, σ᾽ εκατό χρόνια δε θα βρίσκεται κανένας στη ζωή». Κι εκείνος του αποκρίθηκε μ᾽ αυτά τα λόγια: «Όσο κρατά η ζωή μας μάς συμβαίνουν κι άλλα, θλιβερότερα.
[7.46.3] ἐν γὰρ οὕτω βραχέϊ βίῳ οὐδεὶς οὕτω ἄνθρωπος ἐὼν εὐδαίμων πέφυκε, οὔτε τούτων οὔτε τῶν ἄλλων, τῷ οὐ παραστήσεται πολλάκις καὶ οὐκὶ ἅπαξ τεθνάναι βούλεσθαι μᾶλλον ἢ ζώειν. αἵ τε γὰρ συμφοραὶ προσπίπτουσαι καὶ αἱ νοῦσοι συνταράσσουσαι καὶ βραχὺν ἐόντα μακρὸν δοκέειν εἶναι ποιεῦσι τὸν βίον. Γιατί σε μια τόσο σύντομη ζωή η φύση μας δε θέλει κανένας άνθρωπος, ούτε απ᾽ αυτούς εδώ ούτε απ᾽ τους υπόλοιπους, να είναι τόσο ευτυχισμένος, που να μη του φανεί προτιμότερος, εκατό φορές κι όχι μια, ο θάνατος απ᾽ τη ζωή. Γιατί οι συμφορές με τα χτυπήματά τους κι οι αρρώστιες με τα βάσανά τους κάνουν τη ζωή, κι ας είναι σύντομη, να φαίνεται ατέλειωτη.
[7.46.4] οὕτως ὁ μὲν θάνατος μοχθηρῆς ἐούσης τῆς ζόης καταφυγὴ αἱρετωτάτη τῷ ἀνθρώπῳ γέγονε, ὁ δὲ θεὸς γλυκὺν γεύσας τὸν αἰῶνα φθονερὸς ἐν αὐτῷ εὑρίσκεται ἐών. Έτσι, όταν η ζωή γίνεται μαρτύριο, ο θάνατος έρχεται και γίνεται προσφιλέστερο καταφύγιο για τον άνθρωπο· κι ο θεός, εκεί που μας άφησε να πάρουμε μια γεύση από τη γλύκα της ζωής, αποκαλύπτεται ολοφάνερα φθονερός».
[7.47.1] Ξέρξης δὲ ἀμείβετο λέγων· Ἀρτάβανε, βιοτῆς μέν νυν ἀνθρωπηίης πέρι, ἐούσης τοιαύτης οἵην περ σὺ διαιρέαι εἶναι, παυσώμεθα, μηδὲ κακῶν μεμνεώμεθα χρηστὰ ἔχοντες πρήγματα ἐν χερσί· φράσον δέ μοι τόδε· εἴ τοι ἡ ὄψις τοῦ ἐνυπνίου μὴ ἐναργὴς οὕτω ἐφάνη, εἶχες ἂν τὴν ἀρχαίην γνώμην, οὐκ ἐῶν με στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἢ μετέστης ἄν; φέρε τοῦτό μοι ἀτρεκέως εἰπέ. Κι ο Ξέρξης του αποκρίθηκε λέγοντας: «Αρτάβανε, ας σταματήσει η συζήτηση για τη ζωή του ανθρώπου, που είναι τέτοια όπως την περιγράφεις εσύ, κι ας μη φέρνουμε στο νου μας δυσάρεστα πράγματα την ώρα που έχουμε μπροστά μας καλές επιχειρήσεις· πες μου λοιπόν το εξής: αν το όνειρο που είδες στον ύπνο σου δεν ήταν τόσο ξεκάθαρο, θα επέμενες στην πρώτη γνώμη σου, αποτρέποντάς με να εκστρατεύσω εναντίον της Ελλάδας ή θα άλλαζες γνώμη; Εμπρός, πες μου την αλήθεια».
[7.47.2] ὁ δὲ ἀμείβετο λέγων· Ὦ βασιλεῦ, ὄψις μὲν ἡ ἐπιφανεῖσα τοῦ ὀνείρου ὡς βουλόμεθα ἀμφότεροι, τελευτήσειε· ἐγὼ δ᾽ ἔτι καὶ ἐς τόδε δείματός εἰμι ὑπόπλεος οὐδ᾽ ἐντὸς ἐμεωυτοῦ, ἄλλα τε πολλὰ ἐπιλεγόμενος καὶ δὴ καὶ ὁρῶν τοι δύο τὰ μέγιστα πάντων ἐόντα πολεμιώτατα. Κι ο άλλος του αποκρίθηκε λέγοντας: «Βασιλιά μου, μακάρι να έχει την κατάληξη που και οι δυο μας θέλουμε η οπτασία που μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου· εγώ όμως ακόμα και τώρα είμαι κυριευμένος από φόβο και τα έχω χαμένα, καθώς και πολλά άλλα βάζω με το νου μου και προπάντων βλέποντας τα δυο που παίζουν τον αποφασιστικότερο ρόλο να είναι οι χειρότεροι εχθροί σου».
[7.48.1] Ξέρξης δὲ πρὸς ταῦτα ἀμείβετο τοισίδε· Δαιμόνιε ἀνδρῶν, κοῖα ταῦτα δύο λέγεις εἶναί μοι πολεμιώτατα; κότερά τοι ὁ πεζὸς μεμπτὸς κατὰ πλῆθός ἐστι, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα φαίνεται πολλαπλήσιον ἔσεσθαι τοῦ ἡμετέρου, ἢ τὸ ναυτικὸν τὸ ἡμέτερον λείψεσθαι τοῦ ἐκείνων, ἢ καὶ συναμφότερα ταῦτα; εἰ γάρ τοι ταύτῃ φαίνεται ἐνδεέστερα εἶναι τὰ ἡμέτερα πρήγματα, στρατοῦ ἂν ἄλλου τις τὴν ταχίστην ἄγερσιν ποιοῖτο. Ο Ξέρξης αποκρίθηκε σ᾽ αυτά μιλώντας έτσι: «Μυστήριε άνθρωπε, ποιά είναι αυτά τα δυο που λες πως με αντιστρατεύονται πάνω απ᾽ όλα; Ποιό απ᾽ τα δυο δηλαδή δε σου γεμίζει το μάτι, το πεζικό μας, και σου φαίνεται πως το ελληνικό στράτευμα θα είναι πολυπληθέστερο απ᾽ το δικό μας ή πως το ναυτικό μας θα είναι μικρότερο απ᾽ το δικό τους, ή μήπως θα ᾽μαστε κατώτεροι και στα δυο; γιατί, αν σου φαίνεται ότι η δύναμή μας είναι κατώτερη απ᾽ αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε το γρηγορότερο να στρατολογήσουμε κι άλλη».
[7.49.1] ὁ δ᾽ ἀμείβετο λέγων· Ὦ βασιλεῦ, οὔτε στρατὸν τοῦτον, ὅστις γε σύνεσιν ἔχει, μέμφοιτ᾽ ἂν οὔτε τῶν νεῶν τὸ πλῆθος· ἤν τε πλεῦνας συλλέξῃς, τὰ δύο τοι τὰ λέγω πολλῷ ἔτι πολεμιώτερα γίνεται. τὰ δὲ δύο ταῦτα ἐστὶ γῆ τε καὶ θάλασσα. Κι ο άλλος του αποκρίθηκε λέγοντας: «Βασιλιά μου, ένας που έχει τον κοινό νου ούτε το στράτευμά σου θα ᾽χε να ψέξει ούτε τη ναυτική σου δύναμη· κι αν συγκεντρώσεις μεγαλύτερες δυνάμεις, τούτα τα δυο που σου λέω γίνονται ακόμα πιο επικίνδυνοι εχθροί σου. Κι αυτά τα δυο είναι η στεριά κι η θάλασσα.
[7.49.2] οὔτε γὰρ τῆς θαλάσσης ἔστι λιμὴν τοσοῦτος οὐδαμόθι, ὡς ἐγὼ εἰκάζω, ὅστις ἐγειρομένου χειμῶνος δεξάμενός σευ τοῦτο τὸ ναυτικὸν φερέγγυος ἔσται διασῶσαι τὰς νέας. καίτοι οὐκὶ ἕνα αὐτὸν δεῖ εἶναι [τὸν λιμένα], ἀλλὰ παρὰ πᾶσαν τὴν ἤπειρον παρ᾽ ἣν δὴ κομίζεαι. Γιατί ούτε σε κανένα μέρος στα παραθαλάσσια βρίσκεται λιμάνι τόσο μεγάλο, όπως υποθέτω, που, αν ξεσπάσει αγριοκαίρι, θα δεχτεί αυτόν το στόλο σου και θα εγγυηθεί τη σωτηρία των καραβιών. Και βέβαια δε μας χρειάζεται ένα μονάχα τέτοιο λιμάνι, αλλά πρέπει να υπάρχουν παρόμοια σ᾽ όλη την έκταση των ακτών της ηπείρου, εναντίον της οποίας βαδίζεις.
[7.49.3] οὐκ ὦν δὴ ἐόντων τοι λιμένων ὑποδεξίων, μάθε ὅτι αἱ συμφοραὶ τῶν ἀνθρώπων ἄρχουσι καὶ οὐκὶ ὥνθρωποι τῶν συμφορέων. καὶ δὴ τῶν δύο τοι τοῦ ἑτέρου εἰρημένου τὸ ἕτερον ἔρχομαι ἐρέων. Λοιπόν, μια και δεν έχεις στη διάθεσή σου λιμάνια που μπορούν να δεχτούν το ναυτικό σου, να ᾽χεις στο μυαλό σου ότι οι συμπτώσεις ρυθμίζουν τη μοίρα των ανθρώπων, όχι οι άνθρωποι τις συμπτώσεις. Και τώρα που απ᾽ τα δυο έχω αναπτύξει το ένα, έρχομαι να μιλήσω για το δεύτερο.
[7.49.4] γῆ δὴ πολεμίη τῇδέ τοι κατίσταται· εἰ θέλει τοι μηδὲν ἀντίξοον καταστῆναι, τοσούτῳ τοι γίνεται πολεμιωτέρη ὅσῳ ἂν προβαίνῃς ἑκαστέρω, τὸ πρόσω αἰεὶ κλεπτόμενος· εὐπρηξίης γὰρ οὐκ ἔστι ἀνθρώποισι οὐδεμία πληθώρη. Νά με ποιό τρόπο η στεριά σού γίνεται εχθρική· ακόμη κι αν δεχτούμε την περίπτωση καμιά δύναμη να μη θελήσει να σ᾽ αντιπαλέψει, η στεριά, όσο θα προχωρείς πιο μακριά, θα σου γίνεται άλλο τόσο πιο εχθρική, επειδή ολοένα θα παρασέρνεσαι δολερά από την προέλασή σου· χορταίνει ποτέ ο άνθρωπος από την επιτυχία;
[7.49.5] καὶ δή τοι, ὡς οὐδενὸς ἐναντιευμένου, λέγω τὴν χώρην πλεῦνα ἐν πλέονι χρόνῳ γινομένην λιμὸν τέξεσθαι. ἀνὴρ δὲ οὕτω ἂν εἴη ἄριστος, εἰ βουλευόμενος μὲν ἀρρωδέοι, πᾶν ἐπιλεγόμενος πείσεσθαι χρῆμα, ἐν δὲ τῷ ἔργῳ θρασὺς εἴη. Και βέβαια, στην περίπτωση που κανείς δε θα βγει να σε αντιμετωπίσει, σου λέω πως η έκταση της κατακτημένης χώρας, που ολοένα θ᾽ αυξάνεται, θα γεννήσει πείνα. Κι αυτό που δείχνει τον άριστο άντρα είναι ν᾽ αναμετρά τον κίνδυνο όταν είναι ν᾽ αποφασίσει, βάζοντας στο νου του το κάθε ενδεχόμενο πάθημα· όμως, την ώρα της πράξης, να ᾽ναι τολμηρός.
[7.50.1] ἀμείβεται Ξέρξης τοισίδε· Ἀρτάβανε, οἰκότως μὲν σύ γε τούτων ἕκαστα διαιρέαι, ἀτὰρ μήτε πάντα φοβέο μήτε πᾶν ὁμοίως ἐπιλέγεο. εἰ γὰρ δὴ βούλοιο ἐπὶ τῷ αἰεὶ ἐπεσφερομένῳ πρήγματι τὸ πᾶν ὁμοίως ἐπιλέγεσθαι, ποιήσειας ἂν οὐδαμὰ οὐδέν· κρέσσον δὲ πάντα θαρσέοντα ἥμισυ τῶν δεινῶν πάσχειν μᾶλλον ἢ πᾶν χρῆμα προδειμαίνοντα μηδαμὰ μηδὲν παθεῖν. Κι ο Ξέρξης του αποκρίθηκε μ᾽ αυτά τα λόγια: «Αρτάβανε, οι απόψεις σου για όλ᾽ αυτά είναι λογικές, ας μη σε τρομάζουν όμως τα πάντα και μη κουράζεις τόσο πολύ το μυαλό σου μ᾽ αυτό τον τρόπο. Γιατί, αν θα ᾽θελες με τέτοιο τρόπο να κουράζεις το μυαλό σου για ό,τι φέρνει η κάθε ώρα, μ᾽ αυτό τον τρόπο ποτέ δε θα κάνεις τίποτε· κι είναι καλύτερο τολμώντας τα πάντα να παθαίνεις τα μισά απ᾽ όσα φοβάσαι, παρά, κυριευμένος προκαταβολικά από φόβο για κάθε ενέργεια, ποτέ να μη κάνεις τίποτα.
[7.50.2] εἰ δὲ ἐρίζων πρὸς πᾶν τὸ λεγόμενον μὴ τὸ βέβαιον ἀποδέξεις, σφάλλεσθαι ὀφείλεις ἐν αὐτοῖσι ὁμοίως καὶ ὁ ὑπεναντία τούτοισι λέξας. τοῦτο μέν νυν ἐπ᾽ ἴσης ἔχει· εἰδέναι δὲ ἄνθρωπον ἐόντα κῶς χρὴ τὸ βέβαιον; δοκέω μὲν οὐδαμῶς. τοῖσι τοίνυν βουλομένοισι ποιέειν ὡς τὸ ἐπίπαν φιλέει γίνεσθαι τὰ κέρδεα, τοῖσι δὲ ἐπιλεγομένοισί τε πάντα καὶ ὀκνέουσι οὐ μάλα ἐθέλει. Κι αν, ενώ αμφισβητείς την κάθε άποψη, δε φτάσεις να διατυπώσεις ακλόνητα συμπεράσματα, θα πέσεις υποχρεωτικά έξω στον υπολογισμό σου, όσο κι αυτός που διατύπωσε την αντίθετη άποψη. Λοιπόν σ᾽ αυτά τα θέματα οι πιθανότητες πλάνης είναι οι ίδιες και για τους δυο· από τη στιγμή όμως που είμαστε άνθρωποι, ποιά δυνατότητα έχουμε να φτάσουμε στη βεβαιότητα; Κατά τη γνώμη μου, καμιά. Λοιπόν, η ζωή δείχνει πως γενικά κερδισμένος βγαίνει εκείνος που προτιμά να ενεργήσει, ενώ δε συμβαίνει το ίδιο —κάθε άλλο!— μ᾽ εκείνον που κουράζει το μυαλό του με τα πάντα και διστάζει.
[7.50.3] ὁρᾷς τὰ Περσέων πρήγματα ἐς ὃ δυνάμιος προκεχώρηκε. εἰ τοίνυν ἐκεῖνοι οἱ πρὸ ἐμεῦ γενόμενοι βασιλέες γνώμῃσι ἐχρέωντο ὁμοίῃσι καὶ σύ, ἢ μὴ χρεώμενοι γνώμῃσι τοιαύτῃσι ἄλλους συμβούλους εἶχον τοιούτους, οὐκ ἄν κοτε εἶδες αὐτὰ ἐς τοῦτο προελθόντα· νῦν δὲ κινδύνους ἀναρριπτέοντες ἐς τοῦτό σφεα προηγάγοντο. μεγάλα γὰρ πρήγματα μεγάλοισι κινδύνοισι ἐθέλει καταιρέεσθαι. Βλέπεις πόση δύναμη απόχτησε το περσικό κράτος. Λοιπόν, αν οι προκάτοχοί μου στο βασιλικό θρόνο είχαν τα ίδια μυαλά μ᾽ εσένα, ή δεν είχαν τέτοια μυαλά, αλλά είχαν άλλους συμβούλους σαν κι εσένα, ποτέ δε θα ᾽βλεπες το κράτος μας να έχει αποκτήσει τόση δύναμη· τώρα όμως, αναλαμβάνοντας κινδύνους, έφεραν το κράτος σε τέτοια ακμή. Γιατί η επίτευξη μεγάλων στόχων προϋποθέτει την ανάληψη μεγάλων κινδύνων.
[7.50.4] ἡμεῖς τοίνυν ὁμοιεύμενοι ἐκείνοισι ὥρην τε τοῦ ἔτεος καλλίστην πορευόμεθα καὶ καταστρεψάμενοι πᾶσαν τὴν Εὐρώπην νοστήσομεν ὀπίσω, οὔτε λιμῷ ἐντυχόντες οὐδαμόθι οὔτε ἄλλο ἄχαρι οὐδὲν παθόντες. τοῦτο μὲν γὰρ αὐτοὶ πολλὴν φορβὴν φερόμενοι πορευόμεθα, τοῦτο δέ, τῶν ἄν κου ἐπιβέωμεν γῆν καὶ ἔθνος, τούτων τὸν σῖτον ἕξομεν· ἐπ᾽ ἀροτῆρας δὲ καὶ οὐ νομάδας στρατευόμεθα ἄνδρας. Εμείς λοιπόν, προσπαθώντας να εξισωθούμε με τους προγόνους μας, εκστρατεύουμε την καλύτερη εποχή του χρόνου και, αφού υποδουλώσουμε ολόκληρη την Ευρώπη, θα γυρίσουμε στη χώρα μας, χωρίς πουθενά να συναντήσουμε πείνα ή να πάθουμε κάτι άλλο δυσάρεστο. Γιατί από τη μια μεριά μπαίνουμε στο δρόμο κουβαλώντας μεγάλες ποσότητες απ᾽ τα δικά μας τρόφιμα, κι από την άλλη, όποιου λαού τη χώρα πατήσουμε, αυτουνού το σιτάρι θα το πάρουμε εμείς· κι οι λαοί που εναντίον τους εκστρατεύουμε δεν είναι νομάδες, είναι καλλιεργητές».
[7.51.1] λέγει Ἀρτάβανος μετὰ ταῦτα· Ὦ βασιλεῦ, ἐπείτε ἀρρωδέειν οὐδὲν ἐᾷς πρῆγμα, σὺ δέ μευ συμβουλίην ἔνδεξαι· ἀναγκαίως γὰρ ἔχει περὶ πολλῶν πρηγμάτων πλεῦνα λόγον ἐκτεῖναι. Κῦρος ὁ Καμβύσεω Ἰωνίην πᾶσαν πλὴν Ἀθηνέων κατεστρέψατο δασμοφόρον εἶναι Πέρσῃσι. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά λέει ο Αρτάβανος: «Βασιλιά μου, μια και δεν ανέχεσαι να σε φοβίζει οτιδήποτε, δέξου τουλάχιστον μια συμβουλή μου· γιατί, καθώς αυτά που μας απασχολούν είναι πολλά, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε μεγαλύτερη έκταση στη συζήτηση. Ο Κύρος, ο γιος του Καμβύση, κυρίεψε όλη την Ιωνία εκτός από την Αθήνα και την έκανε φόρου υποτελή στους Πέρσες.
[7.51.2] τούτους ὦν τοὺς ἄνδρας συμβουλεύω τοι μηδεμιῇ μηχανῇ ἄγειν ἐπὶ τοὺς πατέρας· καὶ γὰρ ἄνευ τούτων οἷοί τέ εἰμεν τῶν ἐχθρῶν κατυπέρτεροι γίνεσθαι. ἢ γάρ σφεας, ἢν ἕπωνται, δεῖ ἀδικωτάτους γίνεσθαι καταδουλουμένους τὴν μητρόπολιν, ἢ δικαιοτάτους συνελευθεροῦντας. Σε συμβουλεύω λοιπόν σε καμιά περίπτωση να μη οδηγήσεις τους Ίωνες εναντίον των προγόνων τους, αφού και χωρίς αυτούς μπορούμε να νικήσουμε τους εχθρούς μας. Γιατί αυτοί, αν ακολουθήσουν την εκστρατεία, είναι υποχρεωμένοι να φανούν είτε οι πιο άδικοι του κόσμου, υποδουλώνοντας τη μητρόπολή τους, είτε οι πιο δίκαιοι, βοηθώντας τη να μείνει ελεύθερη.
[7.51.3] ἀδικώτατοι μέν νυν γινόμενοι οὐδὲν κέρδος μέγα ἡμῖν προσβάλλουσι, δικαιότατοι δὲ γινόμενοι οἷοί τε δηλήσασθαι μεγάλως τὴν σὴν στρατιὴν γίνονται. ἐς θυμὸν ὦν βαλεῦ καὶ τὸ παλαιὸν ἔπος ὡς εὖ εἴρηται, τὸ μὴ ἅμα ἀρχῇ πᾶν τέλος καταφαίνεσθαι. Λοιπόν, στην περίπτωση που θα φανούν οι πιο άδικοι, το κέρδος που θα ᾽χουμε απ᾽ αυτούς δε θα ᾽ταν και τόσο μεγάλο, αν όμως φανούν οι πιο δίκαιοι, θα μπορέσουν να προκαλέσουν μεγάλη ζημιά στην εκστρατεία σου. Βάλε λοιπόν στο νου σου και το γνωμικό που έλεγαν οι παλιοί — γιατί λέει την αλήθεια: την ώρα που βάζεις μπροστά μια ενέργεια δεν μπορείς να προβλέψεις το τελικό αποτέλεσμα».
[7.52.1] ἀμείβεται πρὸς ταῦτα Ξέρξης· Ἀρτάβανε, τῶν ἀπεφήναο γνωμέων σφάλλεαι κατὰ ταύτην δὴ μάλιστα, ὃς Ἴωνας φοβέαι μὴ μεταβάλωσι, τῶν ἔχομεν γνῶμα μέγιστον, τῷ σύ τε μάρτυς γίνεαι καὶ οἱ συστρατευσάμενοι Δαρείῳ ἄλλοι ἐπὶ Σκύθας, ὅτε ἐπὶ τούτοισι ἡ πᾶσα Περσικὴ στρατιὴ ἐγένετο διαφθεῖραι καὶ περιποιῆσαι· οἱ δὲ δικαιοσύνην καὶ πιστότητα ἐνέδωκαν, ἄχαρι δὲ οὐδέν. Αποκρίθηκε ο Ξέρξης: «Αρτάβανε, απ᾽ όλες τις γνώμες που διατύπωσες, πιο πολύ σ᾽ αυτήν έπεσες έξω, που φοβάσαι μην αλλάξουν στάση οι Ίωνες· αλλά για την αφοσίωσή τους έχουμε μια αποστομωτική απόδειξη —μάρτυρας είσαι και συ κι οι άλλοι που συνόδευαν το Δαρείο στην εκστρατεία εναντίον των Σκυθών—, ότι από τη στάση τους κρεμόταν η εξόντωση ή η σωτηρία όλου του περσικού στρατού· κι αυτοί έδειξαν δικαιοσύνη και πίστη, αποδείχτηκαν άψογοι.
[7.52.2] πάρεξ δὲ τούτου, ἐν τῇ ἡμετέρῃ καταλιπόντας τέκνα καὶ γυναῖκας καὶ χρήματα οὐδ᾽ ἐπιλέγεσθαι χρὴ νεώτερόν τι ποιήσειν. οὕτω μηδὲ τοῦτο φοβέο, ἀλλὰ θυμὸν ἔχων ἀγαθὸν σῷζε οἶκόν τε τὸν ἐμὸν καὶ τυραννίδα τὴν ἐμήν· σοὶ γὰρ ἐγὼ μούνῳ ἐκ πάντων σκῆπτρα τὰ ἐμὰ ἐπιτρέπω. Και πέρ᾽ απ᾽ αυτό, άφησαν πίσω, στα χέρια μας, παιδιά και γυναίκες και περιουσίες· άρα ούτε καν μπορούν να βάλουν στο μυαλό τους να κάνουν καμιά αποκοτιά. Ούτε λοιπόν αυτό να σε φοβίζει, αλλά με θαρρετή ψυχή μείνε φρουρός του παλατιού μου και του κράτους μου· γιατί σε κανένα άλλο, μονάχα σ᾽ εσένα, εμπιστεύομαι το θρόνο μου».
[7.53.1] Ταῦτα εἴπας καὶ Ἀρτάβανον ἀποστείλας ἐς Σοῦσα δεύτερα μετεπέμψατο Ξέρξης Περσέων τοὺς δοκιμωτάτους· ἐπεὶ δέ οἱ παρῆσαν, ἔλεγέ σφι τάδε· Ὦ Πέρσαι, τῶνδ᾽ ἐγὼ ὑμέων χρηίζων συνέλεξα, ἄνδρας τε γίνεσθαι ἀγαθοὺς καὶ μὴ καταισχύνειν τὰ πρόσθε ἐργασμένα Πέρσῃσι, ἐόντα μεγάλα τε καὶ πολλοῦ ἄξια, ἀλλ᾽ εἷς τε ἕκαστος καὶ οἱ σύμπαντες προθυμίην ἔχωμεν· ξυνὸν γὰρ πᾶσι τοῦτο ἀγαθὸν σπεύδεται. Αυτά είπε ο Ξέρξης κι έστειλε πίσω στα Σούσα τον Αρτάβανο· κατόπι κάλεσε τους επισημότερους Πέρσες· κι όταν παρουσιάστηκαν, τους έβγαλε αυτό το λόγο: «Πέρσες, νά τί θέλω από σας και σας συγκέντρωσα: ν᾽ αναδειχτείτε γενναίοι άντρες και να μη ντροπιάσετε τα προηγούμενα κατορθώματα των Περσών, που είναι μεγάλα και πολύ σημαντικά, αλλά κι ο καθένας μας χωριστά κι όλοι μαζί να δείξουμε ζήλο· γιατί το καλό που επιδιώκουμε είναι κοινό, για όλους μας·
[7.53.2] τῶνδε δὲ εἵνεκα προαγορεύω ἀντέχεσθαι τοῦ πολέμου ἐντεταμένως· ὡς γὰρ ἐγὼ πυνθάνομαι, ἐπ᾽ ἄνδρας στρατευόμεθα ἀγαθούς, τῶν ἢν κρατήσωμεν, οὐ μή τις ἡμῖν ἄλλος στρατὸς ἀντιστῇ κοτε ἀνθρώπων. νῦν δὲ διαβαίνωμεν ἐπευξάμενοι τοῖσι θεοῖσι οἳ Περσίδα γῆν λελόγχασι. κι ο λόγος για τον οποίο σας προτρέπω να καταπιαστείτε με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα με τον πόλεμο: από τις πληροφορίες που έχω, οι άντρες που εναντίον τους εκστρατεύουμε είναι αντρειωμένοι· κι αν τους νικήσουμε, κανένας άλλος στρατός στον κόσμο δε θα προβάλει ποτέ αντίσταση σε μας. Και τώρα ας διαβούμε αντίπερα, αφού προσευχηθούμε στους θεούς τους πολιούχους της Περσίας».
[7.54.1] Ταύτην μὲν τὴν ἡμέρην παρεσκευάζοντο ἐς τὴν διάβασιν, τῇ δὲ ὑστεραίῃ ἀνέμενον τὸν ἥλιον ἐθέλοντες ἰδέσθαι ἀνίσχοντα, θυμιήματά τε παντοῖα ἐπὶ τῶν γεφυρέων καταγίζοντες καὶ μυρσίνῃσι στορνύντες τὴν ὁδόν. Λοιπόν, εκείνη τη μέρα έκαναν τις προετοιμασίες για να διαβούν, και την άλλη μέρα περίμεναν, θέλοντας να δουν τον ήλιο να προβάλλει, καίγοντας πάνω στις γέφυρες κάθε λογής θυμιάματα και στρώνοντας το δρόμο με κλαδιά μυρτιάς.
[7.54.2] ὡς δ᾽ ἐπανέτελλε ὁ ἥλιος, σπένδων ἐκ χρυσέης φιάλης Ξέρξης ἐς τὴν θάλασσαν εὔχετο πρὸς τὸν ἥλιον μηδεμίαν οἱ συντυχίην τοιαύτην γενέσθαι, ἥ μιν παύσει καταστρέψασθαι τὴν Εὐρώπην πρότερον ἢ ἐπὶ τέρμασι τοῖσι ἐκείνης γένηται. εὐξάμενος δὲ ἐσέβαλε τὴν φιάλην ἐς τὸν Ἑλλήσποντον καὶ χρύσεον κρητῆρα καὶ Περσικὸν ξίφος, τὸν ἀκινάκην καλέουσι. Κι όταν ήρθε κι ανέτειλε ο ήλιος, ο Ξέρξης κάνοντας σπονδές από χρυσό ποτήρι στη θάλασσα προσευχόταν στον ήλιο να μη τον βρει κανένα περιστατικό, τέτοιο που να του εμποδίσει την επιχείρηση για την υποδούλωση της Ευρώπης προτού φτάσει στα πέρατά της. Προσευχήθηκε και κατόπι έριξε στα νερά του Ελλησπόντου το ποτήρι και χρυσό κρατήρα και περσικό ξίφος που το λένε ακινάκη.
[7.54.3] ταῦτα οὐκ ἔχω ἀτρεκέως διακρῖναι οὔτε εἰ τῷ ἡλίῳ ἀνατιθεὶς κατῆκε ἐς τὸ πέλαγος οὔτε εἰ μετεμέλησέ οἱ τὸν Ἑλλήσποντον μαστιγώσαντι καὶ ἀντὶ τούτων τὴν θάλασσαν ἐδωρέετο. Τώρα, δεν είμαι σε θέση να ξεκαθαρίσω με βεβαιότητα αν τα έριξε στο πέλαγος ως αφιερώματα στον ήλιο ή αν μετάνιωσε που μαστίγωσε τον Ελλήσποντο κι έκανε αυτά τα δώρα στη θάλασσα, για να εξιλεωθεί.
[7.55.1] ὡς δὲ ταῦτά οἱ ἐπεποίητο, διέβαινον κατὰ μὲν τὴν ἑτέρην τῶν γεφυρέων τὴν πρὸς τοῦ Πόντου ὁ πεζός τε καὶ ἡ ἵππος ἅπασα, κατὰ δὲ τὴν πρὸς τὸ Αἰγαῖον τὰ ὑποζύγια καὶ ἡ θεραπηίη. Κι όταν πια είχε τελειώσει μ᾽ αυτά, άρχισαν τη διάβασή τους· από τη μια γέφυρα, αυτήν που ήταν προς το μέρος του Ευξείνου Πόντου, περνούσε το πεζικό κι όλο το ιππικό, ενώ από εκείνη που ήταν προς το μέρος του Αιγαίου τα υποζύγια κι η επιμελητεία.
[7.55.2] ἡγέοντο δὲ πρῶτα μὲν οἱ μύριοι Πέρσαι, ἐστεφανωμένοι πάντες, μετὰ δὲ τούτους ὁ σύμμικτος στρατὸς παντοίων ἐθνέων. ταύτην μὲν τὴν ἡμέρην οὗτοι, τῇ δὲ ὑστεραίῃ πρῶτοι μὲν οἵ τε ἱππόται καὶ οἱ τὰς λόγχας κάτω τρέποντες· ἐστεφάνωντο δὲ καὶ οὗτοι. Προπορεύονταν, επικεφαλής της φάλαγγας, οι δέκα χιλιάδες Πέρσες, όλοι τους στεφανωμένοι, κι ακολουθούσε ο ανάμεικτος στρατός από διάφορα έθνη. Αυτή τη μέρα λοιπόν, ετούτοι· και την άλλη μέρα, πρώτοι το ιππικό κι αυτοί που είχαν στραμμένες τις αιχμές των δοράτων στο έδαφος, κι αυτοί στεφανωμένοι.
[7.55.3] μετὰ δὲ οἵ τε ἵπποι οἱ ἱροὶ καὶ τὸ ἅρμα τὸ ἱρόν, ἐπὶ δὲ αὐτός τε Ξέρξης καὶ οἱ αἰχμοφόροι καὶ οἱ ἱππόται οἱ χίλιοι, ἐπὶ δὲ τούτοισι ὁ ἄλλος στρατός. καὶ αἱ νέες ἅμα ἀνήγοντο ἐς τὴν ἀπεναντίον. ἤδη δὲ ἤκουσα καὶ ὕστατον διαβῆναι βασιλέα πάντων. Ακολουθούσαν τα ιερά άτια και το ιερό άρμα, κι ύστερα ερχόταν ο ίδιος ο Ξέρξης και οι λογχοφόροι του και οι χίλιοι ιππείς, κι ακολουθούσε ο υπόλοιπος στρατός. Και την ίδια ώρα τα καράβια άνοιγαν πανιά για την αντικρινή ακτή. Αλλά όμως έχω ακούσει και τούτο, πως ο βασιλιάς διάβηκε τελευταίος απ᾽ όλους.
[7.56.1] Ξέρξης δὲ ἐπεὶ διέβη ἐς τὴν Εὐρώπην, ἐθηεῖτο τὸν στρατὸν ὑπὸ μαστίγων διαβαίνοντα. διέβη δὲ ὁ στρατὸς αὐτοῦ ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσι καὶ [ἐν] ἑπτὰ εὐφρόνῃσι, ἐλινύσας οὐδένα χρόνον. Κι ο Ξέρξης, όταν πέρασε απέναντι, στην Ευρώπη, παρακολουθούσε το στρατό του που διάβαινε με το καμτσίκι από πάνω του. Το πέρασμα του στρατού κράτησε εφτά μέρες κι εφτά νύχτες, χωρίς καμιά ανάπαυλα.
[7.56.2] ἐνθαῦτα λέγεται Ξέρξεω ἤδη διαβεβηκότος τὸν Ἑλλήσποντον ἄνδρα εἰπεῖν Ἑλλησπόντιον· Ὦ Ζεῦ, τί δὴ ἀνδρὶ εἰδόμενος Πέρσῃ καὶ οὔνομα ἀντὶ Διὸς Ξέρξην θέμενος ἀνάστατον τὴν Ἑλλάδα θέλεις ποιῆσαι, ἄγων πάντας ἀνθρώπους; καὶ γὰρ ἄνευ τούτων ἐξῆν τοι ποιέειν ταῦτα. Λένε πως εκεί, όταν ο Ξέρξης είχε διαβεί τον Ελλήσποντο, είπε κάποιος Ελλησπόντιος: «Δία, για ποιό λόγο πήρες τη μορφή ενός Πέρση κι άλλαξες τ᾽ όνομά σου, από Δίας Ξέρξης, θέλοντας να καταστρέψεις συθέμελα την Ελλάδα, χωρίς ν᾽ αφήσεις άνθρωπο που να μη τον πάρεις μαζί σου; γιατί στο χέρι σου ήταν και χωρίς αυτό το στρατό να το πετύχεις αυτό».
[7.57.1] Ὡς δὲ διέβησαν πάντες, ἐς ὁδὸν ὁρμημένοισι τέρας σφι ἐφάνη μέγα, τὸ Ξέρξης ἐν οὐδενὶ λόγῳ ἐποιήσατο καίπερ εὐσύμβλητον ἐόν· ἵππος γὰρ ἔτεκε λαγόν. εὐσύμβλητον ὦν τῇδε [τοῦτο] ἐγένετο, ὅτι ἔμελλε μὲν ἐλᾶν στρατιὴν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα Ξέρξης ἀγαυρότατα καὶ μεγαλοπρεπέστατα, ὀπίσω δὲ περὶ ἑωυτοῦ τρέχων ἥξειν ἐς τὸν αὐτὸν χῶρον. Πέρασαν όλοι αντίπερα κι ετοιμάζονταν να μπουν στο δρόμο, όταν μπροστά στα μάτια τους έγινε κάτι καταπληκτικό, που ο Ξέρξης δεν του έδωσε καμιά σημασία, αν και η εξήγησή του ήταν εύκολη: φοράδα γέννησε λαγό. Και η εξήγηση ήταν εύκολη μ᾽ αυτή την έννοια, ότι ο Ξέρξης θα οδηγούσε εναντίον της Ελλάδας εκστρατευτικό σώμα με πολύ καμάρι και μοναδική μεγαλοπρέπεια, αλλά θα γυρνούσε πίσω στη φωλιά του τρεχάτος για να σώσει το τομάρι του.
[7.57.2] ἐγένετο δὲ καὶ ἕτερον αὐτῷ τέρας ἐόντι ἐν Σάρδισι· ἡμίονος γὰρ ἔτεκε ἡμίονον διξὰ ἔχουσαν αἰδοῖα, τὰ μὲν ἔρσενος, τὰ δὲ θηλέης· κατύπερθε δὲ ἦν τὰ τοῦ ἔρσενος. Μάλιστα και κάτι άλλο καταπληκτικό τού παρουσιάστηκε, όταν ακόμα ήταν στις Σάρδεις: μούλα γέννησε μουλάρι, που είχε διπλά αιδοία, αρσενικά και θηλυκά· τα αρσενικά βρίσκονταν πιο πάνω.
[7.58.1] τῶν ἀμφοτέρων λόγον οὐδένα ποιησάμενος τὸ πρόσω ἐπορεύετο, σὺν δέ οἱ ὁ πεζὸς στρατός. ὁ δὲ ναυτικὸς ἔξω τὸν Ἑλλήσποντον πλέων παρὰ γῆν ἐκομίζετο, τὰ ἔμπαλιν πρήσσων τοῦ πεζοῦ. Λοιπόν, χωρίς να δώσει καμιά προσοχή ούτε στο ένα ούτε στο άλλο απ᾽ αυτά, συνέχιζε την πορεία του μαζί με το στρατό του. Και το ναυτικό του βγαίνοντας έξω από τον Ελλήσποντο έπλεε το γιαλό–γιαλό, με κατεύθυνση αντίθετη μ᾽ εκείνη του πεζικού.
[7.58.2] ὁ μὲν γὰρ πρὸς ἑσπέρην ἔπλεε, ἐπὶ Σαρπηδονίης ἄκρης ποιεύμενος τὴν ἄπιξιν, ἐς τὴν αὐτῷ προείρητο ἀπικομένῳ περιμένειν· ὁ δὲ κατ᾽ ἤπειρον στρατὸς πρὸς ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολὰς ἐποιέετο τὴν ὁδὸν διὰ τῆς Χερσονήσου, ἐν δεξιῇ μὲν ἔχων τὸν Ἕλλης τάφον τῆς Ἀθάμαντος, ἐν ἀριστερῇ δὲ Καρδίην πόλιν, διὰ μέσης δὲ πορευόμενος πόλιος τῇ οὔνομα τυγχάνει ἐὸν Ἀγορή. Γιατί ο στόλος αρμένιζε προς τα δυτικά, για να φτάσει στο Σαρπηδόνιο ακρωτήριο, όπου είχε διαταγή να πάει και να περιμένει· αντίθετα, ο στρατός της ξηράς πορευόταν κατά τα μέρη της ανατολής και προς τα κει που ανατέλλει ο ήλιος και διέσχιζε τη Χερσόνησο έχοντας σταθερά στο δεξί του χέρι τον τάφο της Έλλης, της κόρης του Αθάμαντος, και στο αριστερό του την πόλη Καρδία και πέρασε μέσ᾽ από το κέντρο μιας πόλης που λεγόταν Αγορά.
[7.58.3] ἐνθεῦτεν δὲ κάμπτων τὸν κόλπον τὸν Μέλανα καλεόμενον καὶ Μέλανα ποταμόν, οὐκ ἀντισχόντα τότε τῇ στρατιῇ τὸ ῥέεθρον ἀλλ᾽ ἐπιλιπόντα, τοῦτον τὸν ποταμὸν διαβάς, ἐπ᾽ οὗ καὶ ὁ κόλπος οὗτος τὴν ἐπωνυμίην ἔχει, ἤιε πρὸς ἑσπέρην, Αἶνόν τε πόλιν Αἰολίδα καὶ Στεντορίδα λίμνην παρεξιών, ἐς ὃ ἀπίκετο ἐς Δορίσκον. Κι αποκεί, ακολουθώντας ένα γύρο την ακτή του κόλπου που λέγεται Μέλας και διαβαίνοντας τον ποταμό Μέλανα, που τα νερά του δε στάθηκαν αρκετά για να ξεδιψάσουν το στρατό, αλλά στέρεψαν, αφού λοιπόν διάβηκε αυτό τον ποταμό (που έδωσε τ᾽ όνομά του και στον κόλπο), βάδιζε δυτικά, αφήνοντας στο πλάι του την αιολική πόλη Αίνος και τη λίμνη Στεντορίδα, ώσπου έφτασε στον Δορίσκο.
[7.59.1] ὁ δὲ Δορίσκος ἐστὶ τῆς Θρηίκης αἰγιαλός τε καὶ πεδίον μέγα, διὰ δὲ αὐτοῦ ῥέει ποταμὸς μέγας Ἕβρος· ἐν τῷ τεῖχός τε ἐδέδμητο βασιλήιον τοῦτο τὸ δὴ Δορίσκος κέκληται, καὶ Περσέων φρουρὴ ἐν αὐτῷ κατεστήκεε ὑπὸ Δαρείου ἐξ ἐκείνου τοῦ χρόνου ἐπείτε ἐπὶ Σκύθας ἐστρατεύετο. Κι ο Δορίσκος είναι ακρογιαλιά της Θράκης και μεγάλη πεδιάδα, που τη διαρρέει ένας μεγάλος ποταμός, ο Έβρος· εκεί είχε χτιστεί φρούριο του βασιλιά (και το φρούριο είναι ο καθαυτό Δορίσκος) και σ᾽ αυτό ο Δαρείος εγκατέστησε μόνιμη φρουρά Περσών από την εποχή της εκστρατείας του εναντίον των Σκυθών.
[7.59.2] ἔδοξε ὦν τῷ Ξέρξῃ ὁ χῶρος εἶναι ἐπιτήδεος ἐνδιατάξαι τε καὶ ἐξαριθμῆσαι τὸν στρατόν, καὶ ἐποίεε ταῦτα. τὰς μὲν δὴ νέας τὰς πάσας ἀπικομένας ἐς Δορίσκον οἱ ναύαρχοι κελεύσαντος Ξέρξεω ἐς τὸν αἰγιαλὸν τὸν προσεχέα Δορίσκῳ ἐκόμισαν, ἐν τῷ Σάλη τε Σαμοθρηικίη πεπόλισται πόλις καὶ Ζώνη, τελευταία δὲ αὐτοῦ Σέρρειον ἄκρη ὀνομαστή. ὁ δὲ χῶρος οὗτος τὸ παλαιὸν ἦν Κικόνων. Φάνηκε λοιπόν στον Ξέρξη ο τόπος κατάλληλος για να βάλει σε τάξη το στρατό του και να τον μετρήσει· και καταγινόταν μ᾽ αυτό. Τα καράβια τώρα, στο σύνολό τους, μόλις έφτασαν στον Δορίσκο, ύστερ᾽ από διαταγή του Ξέρξη οι κυβερνήτες τους τα έφεραν στην παραλία που γειτονεύει με τον Δορίσκο, εκεί όπου έχουν χτιστεί οι πόλεις Σάλη, αποικία της Σαμοθράκης, και Ζώνη· κι εκεί που τελειώνει η παραλία βρίσκεται το ξακουστό ακρωτήριο Σέρρειο. Αυτή η περιοχή στα παλιά χρόνια ανήκε στους Κίκονες.
[7.59.3] ἐς τοῦτον τὸν αἰγιαλὸν κατασχόντες τὰς νέας ἀνέψυχον ἀνελκύσαντες. ὁ δὲ ἐν τῷ Δορίσκῳ τοῦτον τὸν χρόνον τῆς στρατιῆς ἀριθμὸν ἐποιέετο. Σ᾽ αυτό το γιαλό άραξαν τα καράβια και τα έσυραν στη στεριά για να στεγνώσουν. Και στο μεταξύ ο Ξέρξης έκανε καταμέτρηση του στρατού του.
[7.60.1] ὅσον μέν νυν ἕκαστοι παρεῖχον πλῆθος ἐς ἀριθμόν, οὐκ ἔχω εἰπεῖν τὸ ἀτρεκές (οὐ γὰρ λέγεται πρὸς οὐδαμῶν ἀνθρώπων), σύμπαντος δὲ τοῦ στρατοῦ τοῦ πεζοῦ τὸ πλῆθος ἐφάνη ἑβδομήκοντα καὶ ἑκατὸν μυριάδες. Τώρα, για τον αριθμό των στρατιωτών που έδωσε κάθε έθνος, δεν μπορώ να κάνω λόγο με βεβαιότητα (γιατί κανένας δεν τον αναφέρει), ο συνολικός όμως αριθμός του πεζικού υπολογίστηκε σε ένα εκατομμύριο εφτακόσιες χιλιάδες.
[7.60.2] ἐξηρίθμησαν δὲ τόνδε τὸν τρόπον. Συναγαγόντες ἐς ἕνα χῶρον μυριάδα ἀνθρώπων καὶ συννάξαντες ταύτην ὡς μάλιστα εἶχον περιέγραψαν ἔξωθεν κύκλον· περιγράψαντες δὲ καὶ ἀπέντες τοὺς μυρίους αἱμασιὴν περιέβαλον κατὰ τὸν κύκλον, ὕψος ἀνήκουσαν ἀνδρὶ ἐς τὸν ὀμφαλόν. Η καταμέτρηση έγινε με τον ακόλουθο τρόπο: μάζεψαν σ᾽ ένα μέρος δέκα χιλιάδες άντρες και τους στρίμωξαν όσο πιο πυκνά μπορούσαν κι ύστερα χάραξαν γύρω τους, απ᾽ έξω, έναν κύκλο· κι αφού χάραξαν τον κύκλο κι έβγαλαν έξω τους δέκα χιλιάδες, έχτισαν γύρω γύρω, πάνω στα χνάρια του κύκλου, ξερολιθιά, ώς το ύψος του αφαλού ενός άντρα.
[7.60.3] ταύτην δὲ ποιήσαντες ἄλλους ἐσεβίβαζον ἐς τὸ περιοικοδομημένον, μέχρι οὗ πάντας τούτῳ τῷ τρόπῳ ἐξηρίθμησαν. Ἀριθμήσαντες δὲ κατὰ ἔθνεα διέτασσον. Κι αφού έχτισαν την ξερολιθιά, έβαζαν άλλους στο χώρο που περιβαλλόταν απ᾽ αυτήν, κι ύστερα άλλους, ώσπου τους μέτρησαν όλους μ᾽ αυτό τον τρόπο. Κι αφού τους μέτρησαν, τους έβαλαν σε τάξη, το κάθε έθνος χωριστά.
[7.61.1] Οἱ δὲ στρατευόμενοι οἵδε ἦσαν, Πέρσαι μὲν ὧδε ἐσκευασμένοι· περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι εἶχον τιάρας καλεομένους, πίλους ἀπαγέας, περὶ δὲ τὸ σῶμα κιθῶνας χειριδωτοὺς ποικίλους, … λεπίδος σιδηρέης ὄψιν ἰχθυοειδέος, περὶ δὲ τὰ σκέλεα ἀναξυρίδας, ἀντὶ δὲ ἀσπίδων γέρρα· ὑπὸ δὲ φαρετρεῶνες ἐκρέμαντο· αἰχμὰς δὲ βραχέας εἶχον, τόξα δὲ μεγάλα, ὀϊστοὺς δὲ καλαμίνους, πρὸς δὲ ἐγχειρίδια παρὰ τὸν δεξιὸν μηρὸν παραιωρεύμενα ἐκ τῆς ζώνης. Τα έθνη που πήραν μέρος στην εκστρατεία ήταν τα εξής: οι Πέρσες, με την ακόλουθη εξάρτυση: στο κεφάλι φορούσαν τις λεγόμενες τιάρες (σκουφιά μαλακά), κι ήταν ντυμένοι με χιτώνες πολύχρωμους, με μεγάλα μανίκια, και με θώρακες από σιδερένια λέπια, σαν ψαριού, και γύρω απ᾽ τα σκέλια τους αναξυρίδες· κι είχαν, αντί γι᾽ ασπίδες, τα γέρρα, που από το κάτω μέρος τους κρέμονταν οι φαρέτρες· κι είχαν δόρατα κοντά, αλλά τα τόξα τους ήταν μεγάλα και τα βέλη τους από καλάμι· κι ακόμα είχαν κοντομάχαιρα κρεμασμένα απ᾽ τη ζώνη τους δίπλα στο δεξί μερί.
[7.61.2] καὶ ἄρχοντα παρείχοντο Ὀτάνεα, τὸν Ἀμήστριος πατέρα τῆς Ξέρξεω γυναικός. ἐκαλέοντο δὲ πάλαι ὑπὸ μὲν Ἑλλήνων Κηφῆνες, ὑπὸ μέντοι σφέων αὐτῶν καὶ τῶν περιοίκων Ἀρταῖοι. Κι αρχηγό τους είχαν τον Οτάνη, πατέρα της Άμηστρης, της γυναίκας του Ξέρξη. Στα παλιά χρόνια οι Έλληνες τους ονόμαζαν Κηφήνες, οι ίδιοι όμως ονόμαζαν τον εαυτό τους Αρταίους (έτσι τους ονόμαζαν και οι γείτονές τους).
[7.61.3] ἐπεὶ δὲ Περσεὺς ὁ Δανάης τε καὶ Διὸς ἀπίκετο παρὰ Κηφέα τὸν Βήλου καὶ ἔσχε αὐτοῦ τὴν θυγατέρα Ἀνδρομέδην, γίνεται αὐτῷ παῖς τῷ οὔνομα ἔθετο Πέρσην, τοῦτον δὲ αὐτοῦ καταλείπει· ἐτύγχανε γὰρ ἄπαις ἐὼν ὁ Κηφεὺς ἔρσενος γόνου. ἐπὶ τούτου δὴ τὴν ἐπωνυμίην ἔσχον. Αλλά όταν ο Περσέας, ο γιος της Δανάης και του Δία, πήγε στον Κηφέα, το γιο του Βήλου, και πήρε γυναίκα του τη θυγατέρα του, την Ανδρομέδα, απόχτησε γιο που τον ονόμασε Πέρση, κι ύστερα τον αφήνει εκεί· γιατί έτυχε να μην αποκτήσει ο Κηφέας αρσενικό παιδί. Απ᾽ αυτόν λοιπόν πήραν τ᾽ όνομά τους οι Πέρσες.
[7.62.1] Μῆδοι δὲ τὴν αὐτὴν ταύτην ἐσταλμένοι ἐστρατεύοντο· Μηδικὴ γὰρ αὕτη ἡ σκευή ἐστι καὶ οὐ Περσική. οἱ δὲ Μῆδοι ἄρχοντα μὲν παρείχοντο Τιγράνην ἄνδρα Ἀχαιμενίδην, ἐκαλέοντο δὲ πάλαι πρὸς πάντων Ἄριοι, ἀπικομένης δὲ Μηδείης τῆς Κολχίδος ἐξ Ἀθηνέων ἐς τοὺς Ἀρίους τούτους μετέβαλον καὶ οὗτοι τὸ οὔνομα. αὐτοὶ περὶ σφέων ὧδε λέγουσι Μῆδοι. Κι οι Μήδοι έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία έχοντας την ίδια ακριβώς εξάρτυση· γιατί η εξάρτυση αυτή είναι μηδική κι όχι περσική. Οι Μήδοι λοιπόν είχαν αρχηγό τους τον Τιγράνη, από τους Αχαιμενίδες· τον παλιό καιρό όλος ο κόσμος τούς αποκαλούσε Αρίους, όταν όμως η Μήδεια, κολχικής καταγωγής, έφτασε από την Αθήνα στη χώρα των Αρίων, άλλαξαν κι αυτοί το όνομά τους. Αυτά λένε για τον εαυτό τους οι Μήδοι.
[7.62.2] Κίσσιοι δὲ στρατευόμενοι τὰ μὲν ἄλλα κατά περ Πέρσαι ἐσκευάδατο, ἀντὶ δὲ τῶν πίλων μιτρηφόροι ἦσαν. Κισσίων δὲ ἦρχε Ἀνάφης ὁ Ὀτάνεω. Ὑρκάνιοι δὲ κατά περ Πέρσαι ἐσεσάχατο, ἡγεμόνα παρεχόμενοι Μεγάπανον τὸν Βαβυλῶνος ὕστερον τούτων ἐπιτροπεύσαντα. Κι οι Κίσσιοι έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία με εξάρτυση εντελώς ίδια με την περσική, αντί όμως τιάρες φορούσαν μίτρες. Κι αρχηγός των Κισσίων ήταν ο Ανάφης, ο γιος του Οτάνη. Κι οι Υρκάνιοι ήταν οπλισμένοι όπως οι Πέρσες, κι είχαν αρχηγό τον Μεγάπανο, αυτόν που μετά απ᾽ αυτή την εκστρατεία έγινε διοικητής της Βαβυλώνας.
[7.63.1] Ἀσσύριοι δὲ στρατευόμενοι περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι εἶχον χάλκεά τε κράνεα καὶ πεπλεγμένα τρόπον τινὰ βάρβαρον οὐκ εὐαπήγητον, ἀσπίδας δὲ καὶ αἰχμὰς καὶ ἐγχειρίδια παραπλήσια τοῖσι Αἰγυπτίοισι εἶχον, πρὸς δὲ ῥόπαλα ξύλων τετυλωμένα σιδήρῳ καὶ λινέους θώρηκας. οὗτοι δὲ ὑπὸ μὲν Ἑλλήνων ἐκαλέοντο Σύριοι, ὑπὸ δὲ τῶν βαρβάρων Ἀσσύριοι ἐκλήθησαν. [τούτων δὲ μεταξὺ Χαλδαῖοι.] ἦρχε δέ σφεων Ὀτάσπης ὁ Ἀρταχαίεω. Κι οι Ασσύριοι εκστράτευαν φορώντας στο κεφάλι χάλκινα κράνη, με μια πλέξη βαρβαρική που δεν είναι εύκολο να περιγραφεί, είχαν όμως ασπίδες και δόρατα και κοντομάχαιρα παρόμοια με των Αιγυπτίων κι ακόμη ξύλινα ρόπαλα ενισχυμένα με σιδερένια καρφιά και θώρακες από λινάρι. Αυτούς οι Έλληνες τους ονόμαζαν Συρίους, αλλά οι βάρβαροι τους αποκαλούσαν Ασσυρίους. [Ανάμεσα σ᾽ αυτούς ήταν κι οι Χαλδαίοι]. Κι αρχηγό τους είχαν τον Οτάσπη, το γιο του Αρταχαίου.
[7.64.1] Βάκτριοι δὲ περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι ἀγχοτάτω τῶν Μηδικῶν ἔχοντες ἐστρατεύοντο, τόξα δὲ καλάμινα ἐπιχώρια καὶ αἰχμὰς βραχέας. Κι οι Βάκτριοι εκστράτευαν φορώντας κάλυμμα της κεφαλής παρόμοιο με των Μήδων, αλλά τα τόξα ήταν του τόπου τους, από μπαμπού, και τα δόρατά τους κοντά.
[7.64.2] Σάκαι δὲ οἱ Σκύθαι περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κυρβασίας ἐς ὀξὺ ἀπηγμένας ὀρθὰς εἶχον πεπηγυίας, ἀναξυρίδας δὲ ἐνεδεδύκεσαν, τόξα δὲ ἐπιχώρια καὶ ἐγχειρίδια, πρὸς δὲ καὶ ἀξίνας σαγάρις εἶχον. τούτους δὲ ἐόντας Σκύθας Ἀμυργίους Σάκας ἐκάλεον· οἱ γὰρ Πέρσαι πάντας τοὺς Σκύθας καλέουσι Σάκας. Βακτρίων δὲ καὶ Σακέων ἦρχε Ὑστάσπης ὁ Δαρείου τε καὶ Ἀτόσσης τῆς Κύρου. Και οι Σάκες, Σκύθες, φορούσαν στο κεφάλι κυρβασίες που κατέληγαν σε μύτη, κρατιούνταν όρθιες και στέρεες· ήταν ντυμένοι με αναξυρίδες· τόξα και κοντομάχαιρα είχαν του τόπου τους κι ακόμα κρατούσαν πολεμικό πελέκι, τη σάγαρη. Αυτούς λοιπόν, που ήταν Αμύργιοι Σκύθες, τους αποκαλούσαν Σάκες· γιατί οι Πέρσες όλους τους Σκύθες τούς αποκαλούν Σάκες. Αρχηγός των Βακτρίων και των Σακών ήταν ο Υστάσπης, γιος του Δαρείου και της Άτοσσας, της θυγατέρας του Κύρου.
[7.65.1] Ἰνδοὶ δὲ εἵματα μὲν ἐνδεδυκότες ἀπὸ ξύλων πεποιημένα, τόξα δὲ καλάμινα εἶχον καὶ ὀϊστοὺς καλαμίνους· ἐπὶ δὲ σίδηρος ἦν. ἐσταλμένοι μὲν δὴ ἦσαν οὕτω Ἰνδοί, προσετετάχατο δὲ συστρατευόμενοι Φαρναζάθρῃ τῷ Ἀρταβάτεω. Οι Ινδοί πάλι, ντυμένοι με ρούχα καμωμένα από ξύλινο νήμα, είχαν τόξα από μπαμπού και βέλη από καλάμι με σιδερένια μύτη. Αυτή την εξάρτυση είχαν οι Ινδοί κι έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία κάτω από τις διαταγές του Φαρναζάθρη, του γιου του Αρταβάτη.
[7.66.1] Ἄριοι δὲ τόξοισι μὲν ἐσκευασμένοι ἦσαν Μηδικοῖσι, τὰ δὲ ἄλλα κατά περ Βάκτριοι. Ἀρίων δὲ ἦρχε Σισάμνης ὁ Ὑδάρνεος. Πάρθοι δὲ καὶ Χοράσμιοι καὶ Σόγδοι τε καὶ Γανδάριοι καὶ Δαδίκαι τὴν αὐτὴν σκευὴν ἔχοντες τὴν καὶ Βάκτριοι ἐστρατεύοντο. Οι Άριοι πάλι ήταν οπλισμένοι με τόξα μηδικά, σ᾽ όλα τ᾽ άλλα όμως είχαν την εξάρτυση των Βακτρίων. Κι αρχηγός των Αρίων ήταν ο Σισάμνης, ο γιος του Υδάρνη. Τώρα, οι Πάρθοι κι οι Χοράσμιοι και οι Σόγδοι και οι Γανδάριοι κι οι Δαδίκες έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία έχοντας την ίδια εξάρτυση με τους Βακτρίους.
[7.66.2] τούτων δὲ ἦρχον οἵδε, Πάρθων μὲν καὶ Χορασμίων Ἀρτάβαζος ὁ Φαρνάκεος, Σόγδων δὲ Ἀζάνης ὁ Ἀρταίου, Γανδαρίων δὲ καὶ Δαδικέων Ἀρτύφιος ὁ Ἀρταβάνου. Νά κι οι αρχηγοί τους: των Πάρθων και των Χορασμίων ο Αρτάβαζος, ο γιος του Φαρνάκη, των Σόγδων ο Αζάνης, ο γιος του Αρταίου, των Γανδαρίων και των Δαδίκων ο Αρτύφιος, ο γιος του Αρταβάνου.
[7.67.1] Κάσπιοι δὲ σισύρνας τε ἐνδεδυκότες καὶ τόξα ἐπιχώρια καλάμινα ἔχοντες καὶ ἀκινάκεας ἐστρατεύοντο. οὗτοι μὲν οὕτω ἐσκευάδατο, ἡγεμόνα παρεχόμενοι Ἀριόμαρδον τὸν Ἀρτυφίου ἀδελφεόν, Σαράγγαι δὲ εἵματα μὲν βεβαμμένα ἔχοντες ἐνέπρεπον, πέδιλα δὲ ἐς γόνυ ἀνατείνοντα εἶχον, τόξα δὲ καὶ αἰχμὰς Μηδικάς. Σαραγγέων δὲ ἦρχε Φερενδάτης ὁ Μεγαβάζου. Κι οι Κάσπιοι, ντυμένοι με προβιές ζώων, έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία έχοντας τόξα του τόπου τους, από μπαμπού, και ακινάκες. Αυτή την εξάρτυση είχαν ετούτοι κι επικεφαλής τους ήταν ο Αριόμαρδος, ο αδερφός του Αρτυφίου· κι οι Σαράγγες, φορούσαν ρούχα που εντυπωσίαζαν με τα ζωηρά χρώματά τους, και υποδήματα ψηλά ώς το γόνατο, και τόξα και δόρατα μηδικά. Των Σαράγγων αρχηγός ήταν ο Φερενδάτης, ο γιος του Μεγαβάζου.
[7.67.2] Πάκτυες δὲ σισυρνοφόροι τε ἦσαν καὶ τόξα ἐπιχώρια εἶχον καὶ ἐγχειρίδια. Πάκτυες δὲ ἄρχοντα παρείχοντο Ἀρταΰντην τὸν Ἰθαμίτρεω. Οι Πάκτυες πάλι φορούσαν προβιές ζώων και κρατούσαν τόξα και κοντομάχαιρα του τόπου τους· οι Πάκτυες είχαν αρχηγό τον Αρταΰντη, το γιο του Ιθαμίτρη.
[7.68.1] Οὔτιοι δὲ καὶ Μύκοι τε καὶ Παρικάνιοι ἐσκευασμένοι ἦσαν κατά περ Πάκτυες. τούτων δὲ ἦρχον οἵδε, Οὐτίων μὲν καὶ Μύκων Ἀρσαμένης ὁ Δαρείου, Παρικανίων δὲ Σιρομίτρης ὁ Οἰοβάζου. Κι οι Ούτιοι κι οι Μύκοι κι οι Παρικάνιοι είχαν την εξάρτυση των Πακτύων, και αρχηγοί τους ήταν: των Ουτίων και των Μύκων ο Αρσαμένης, ο γιος του Δαρείου, και των Παρικανίων ο Σιρομίτρης, ο γιος του Οιοβάζου.
[7.69.1] Ἀράβιοι δὲ ζειρὰς ὑπεζωμένοι ἦσαν, τόξα δὲ παλίντονα εἶχον πρὸς δεξιά, μακρά. Αἰθίοπες δὲ παρδαλέας τε καὶ λεοντέας ἐναμμένοι, τόξα δὲ εἶχον ἐκ φοίνικος σπάθης πεποιημένα, μακρά, τετραπήχεων οὐκ ἐλάσσω, ἐπὶ δὲ καλαμίνους ὀϊστοὺς σμικρούς, ἀντὶ δὲ σιδήρου ἐπῆν λίθος ὀξὺς πεποιημένος, τῷ καὶ τὰς σφρηγῖδας γλύφουσι· πρὸς δὲ αἰχμὰς εἶχον, ἐπὶ δὲ κέρας δορκάδος ἐπῆν ὀξὺ πεποιημένον τρόπον λόγχης· εἶχον δὲ καὶ ῥόπαλα τυλωτά. τοῦ δὲ σώματος τὸ μὲν ἥμισυ ἐξηλείφοντο γύψῳ ἰόντες ἐς μάχην, τὸ δὲ ἥμισυ μίλτῳ. Κι οι Αράβιοι φορούσαν κελεμπίες με ζώνη στη μέση, κι είχαν τόξα κυρτά, στο δεξί τους ώμο, με μεγάλο μήκος. Κι οι Αιθίοπες, φορώντας τομάρια πανθήρων και λιονταριών, είχαν τόξα καμωμένα από κλαριά φοινικιάς, με μεγάλο μήκος, όχι μικρότερα από τέσσερες πήχεις, που τα όπλιζαν με μικρά βέλη από καλάμι που η μύτη τους, αντί από σίδερο, ήταν από πέτρα που την έκαναν μυτερή· μ᾽ αυτή την πέτρα χαράζουν και τους σφραγιδολίθους τους· κι είχαν επίσης δόρατα που η αιχμή τους ήταν από κέρατο ελαφιού που το έκαναν μυτερό σαν ξίφος· κι είχαν και ρόπαλα ενισχυμένα με καρφιά. Μπαίνοντας στη μάχη έβαφαν το σώμα τους, το μισό με γύψο, το άλλο μισό με κοκκινόχωμα.
[7.69.2] Ἀραβίων δὲ καὶ Αἰθιόπων τῶν ὑπὲρ Αἰγύπτου οἰκημένων ἦρχε Ἀρσάμης ὁ Δαρείου ‹τε› καὶ Ἀρτυστώνης τῆς Κύρου θυγατρός, τὴν μάλιστα στέρξας τῶν γυναικῶν Δαρεῖος εἰκὼ χρυσέην σφυρήλατον ἐποιήσατο. τῶν μὲν δὴ ὑπὲρ Αἰγύπτου Αἰθιόπων καὶ Ἀραβίων ἦρχε Ἀρσάμης, Λοιπόν, των Αραβίων και των Αιθιόπων που κατοικούσαν πάνω από την Αίγυπτο αρχηγός ήταν ο Αρσάμης, ο γιος του Δαρείου και της Αρτυστώνης, της θυγατέρας του Κύρου που ο Δαρείος την αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα του κι έβαλε να κάνουν το άγαλμά της από σφυρηλατημένο χρυσάφι. Λοιπόν, αρχηγός των Αιθιόπων που κατοικούν πάνω από την Αίγυπτο και των Αραβίων ήταν ο Αρσάμης,
[7.70.1] οἱ δὲ ἀπὸ ἡλίου ἀνατολέων Αἰθίοπες (διξοὶ γὰρ δὴ ἐστρατεύοντο) προσετετάχατο τοῖσι Ἰνδοῖσι, διαλλάσσοντες εἶδος μὲν οὐδὲν τοῖσι ἑτέροισι, φωνὴν δὲ καὶ τρίχωμα μοῦνον· οἱ μὲν γὰρ ἀπὸ ἡλίου Αἰθίοπες ἰθύτριχές εἰσι, οἱ δ᾽ ἐκ τῆς Λιβύης οὐλότατον τρίχωμα ἔχουσι πάντων ἀνθρώπων. ενώ οι Αιθίοπες που κατοικούν προς την ανατολή του ήλιου (γιατί δυο διαφορετικές φυλές τους έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία) αποτελούσαν ένα σώμα με τους Ινδούς· οι δυο φυλές τους δε διαφέρουν καθόλου στη μορφή η μια απ᾽ την άλλη παρά μονάχα στη γλώσσα και τα μαλλιά· γιατί οι Αιθίοπες που κατοικούν στην ανατολή του ήλιου έχουν μαλλιά ίσια, ενώ οι άλλοι, που κατοικούν στη Λιβύη, έχουν τα πιο κατσαρά μαλλιά απ᾽ όλους τους ανθρώπους.
[7.70.2] οὗτοι δὲ οἱ ἐκ τῆς Ἀσίης Αἰθίοπες τὰ μὲν πλέω κατά περ Ἰνδοὶ ἐσεσάχατο, προμετωπίδια δὲ ἵππων εἶχον ἐπὶ τῇσι κεφαλῇσι σύν τε τοῖσι ὠσὶ ἐκδεδαρμένα καὶ τῇ λοφιῇ· καὶ ἀντὶ μὲν λόφου ἡ λοφιὴ κατέχρα, τὰ δὲ ὦτα τῶν ἵππων ὀρθὰ πεπηγότα εἶχον· προβλήματα δὲ ἀντ᾽ ἀσπίδων ἐποιεῦντο γεράνων δοράς. Λοιπόν ετούτοι οι Αιθίοπες που κατοικούν στην Ασία έχουν εξάρτυση που στα περισσότερα είναι παρόμοια με των Ινδών, αλλά στο κεφάλι τους φορούν δέρματα γδαρμένα από το μέτωπο των αλόγων μαζί με τ᾽ αυτιά και τη χαίτη· και με τις χαίτες αντικαθιστούν τα λοφία, ενώ τ᾽ αυτιά των αλόγων τα κρατούν όρθια κι αλύγιστα· κι αντί μ᾽ ασπίδες, προστατεύονται με δέρματα γερανών.
[7.71.1] Λίβυες δὲ σκευὴν μὲν σκυτίνην ἤισαν ἔχοντες, ἀκοντίοισι δὲ ἐπικαύτοισι χρεώμενοι. ἄρχοντα δὲ παρείχοντο Μασσάγην τὸν Ὀαρίζου. Οι Λίβυες πάλι βάδιζαν ντυμένοι με φορεσιές από προβιές κι οπλισμένοι με ακόντια που η αιχμή τους σκληρύνθηκε στη φωτιά. Κι αρχηγό τους είχαν τον Μασσάγη, το γιο του Οαρίζου.
[7.72.1] Παφλαγόνες δὲ ἐστρατεύοντο ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα πεπλεγμένα ἔχοντες, ἀσπίδας δὲ σμικρὰς αἰχμάς τε οὐ μεγάλας, πρὸς δὲ ἀκόντια καὶ ἐγχειρίδια, περὶ δὲ τοὺς πόδας πέδιλα ἐπιχώρια ἐς μέσην κνήμην ἀνατείνοντα. Λίγυες δὲ καὶ Ματιηνοὶ καὶ Μαριανδυνοί τε καὶ Σύριοι τὴν αὐτὴν ἔχοντες Παφλαγόσι ἐστρατεύοντο. οἱ δὲ Σύριοι οὗτοι ὑπὸ Περσέων Καππαδόκαι καλέονται. Κι οι Παφλαγόνες έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία φορώντας στο κεφάλι κράνη πλεχτά· οι ασπίδες τους ήταν μικρές και τα δόρατά τους κοντά· κι είχαν ακόμη ακόντια και κοντομάχαιρα, ενώ στα πόδια τους φορούσαν υποδήματα του τόπου τους, που το ύψος τους έφτανε ώς τη μέση της κνήμης τους. Κι οι Λίγυες κι οι Ματιηνοί κι οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία έχοντας την ίδια εξάρτυση με τους Παφλαγόνες. Οι Σύριοι που αναφέραμε αποκαλούνται από τους Πέρσες Καππαδόκες.
[7.72.2] Παφλαγόνων μέν νυν καὶ Ματιηνῶν Δῶτος ὁ Μεγασίδρου ἦρχε, Μαριανδυνῶν δὲ καὶ Λιγύων καὶ Συρίων Γωβρύης ὁ Δαρείου τε καὶ Ἀρτυστώνης. Των Παφλαγόνων και των Ματιηνών αρχηγός ήταν ο Δώτος, ο γιος του Μεγασίδρου, ενώ των Μαριανδυνών και των Λιγύων και των Συρίων ο Γωβρύας, ο γιος του Δαρείου και της Αρτυστώνης.
[7.73.1] Φρύγες δὲ ἀγχοτάτω τῆς Παφλαγονικῆς σκευὴν εἶχον, ὀλίγον παραλλάσσοντες. οἱ δὲ Φρύγες, ὡς Μακεδόνες λέγουσι, ἐκαλέοντο Βρίγες χρόνον ὅσον Εὐρωπήιοι ἐόντες σύνοικοι ἦσαν Μακεδόσι, μεταβάντες δὲ ἐς τὴν Ἀσίην ἅμα τῇ χώρῃ καὶ τὸ οὔνομα μετέβαλον [ἐς Φρύγας]. Ἀρμένιοι δὲ κατά περ Φρύγες ἐσεσάχατο, ἐόντες Φρυγῶν ἄποικοι. τούτων συναμφοτέρων ἦρχε Ἀρτόχμης, Δαρείου ἔχων θυγατέρα. Κι οι Φρύγες είχαν εξάρτυση ολόιδια με τους Παφλαγόνες, με κάτι λίγες διαφορές μονάχα. Και, όπως λεν οι Μακεδόνες, αυτοί οι Φρύγες ονομάζονταν Βρύγες όσο καιρό ήταν στην Ευρώπη και κατοικούσαν στην ίδια περιοχή με τους Μακεδόνες· όταν όμως μετανάστευσαν στην Ασία, μαζί με τον τόπο άλλαξαν και τ᾽ όνομα. Οι Αρμένιοι πάλι είχαν εξάρτυση παρόμοια με τους Φρύγες, αφού ήταν άποικοι των Φρυγών. Αρχηγός και των δυο τους ήταν ο Αρτόχμης, που είχε γυναίκα θυγατέρα του Δαρείου.
[7.74.1] Λυδοὶ δὲ ἀγχοτάτω τῶν Ἑλληνικῶν εἶχον ὅπλα. οἱ δὲ Λυδοὶ Μηίονες ἐκαλέοντο τὸ πάλαι, ἐπὶ δὲ Λυδοῦ τοῦ Ἄτυος ἔσχον τὴν ἐπωνυμίην, μεταβαλόντες τὸ οὔνομα. Μυσοὶ δὲ ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι εἶχον κράνεα ἐπιχώρια, ἀσπίδας δὲ σμικράς, ἀκοντίοισι δὲ ἐχρέωντο ἐπικαύτοισι. Κι οι Λυδοί είχαν όπλα ολόιδια με τα ελληνικά. Λοιπόν, τον παλιό καιρό οι Λυδοί ονομάζονταν Μαίονες, αλλά άλλαξαν όνομα και πήραν το σημερινό όνομά τους από τον Λυδό, το γιο του Άτυ. Κι οι Μυσοί φορούσαν στο κεφάλι κράνη του τόπου τους κι είχαν μικρές ασπίδες και ακόντια που την αιχμή τους την είχαν σκληρύνει με φωτιά·
[7.74.2] οὗτοι δέ εἰσι Λυδῶν ἄποικοι, ἀπ᾽ Ὀλύμπου δὲ ὄρεος καλέονται Ὀλυμπιηνοί. Λυδῶν δὲ καὶ Μυσῶν ἦρχε Ἀρταφρένης ὁ Ἀρταφρένεος, ὃς ἐς Μαραθῶνα ἐσέβαλε ἅμα Δάτι. είναι άποικοι των Λυδών και πήραν το όνομα Ολυμπιανοί από το όρος Όλυμπος. Αρχηγός των Λυδών και των Μυσών ήταν ο Αρταφρένης, ο γιος του Αρταφρένη, αυτού που είχε εκστρατεύσει στον Μαραθώνα συναρχηγός του Δάτη.
[7.75.1] Θρήικες δὲ ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι ἀλωπεκέας ἔχοντες ἐστρατεύοντο, περὶ δὲ τὸ σῶμα κιθῶνας, ἐπὶ δὲ ζειρὰς περιβεβλημένοι ποικίλας, περὶ δὲ τοὺς πόδας τε καὶ τὰς κνήμας πέδιλα νεβρῶν, πρὸς δὲ ἀκόντιά τε καὶ πέλτας καὶ ἐγχειρίδια σμικρά. Στην εκστρατεία έπαιρναν μέρος και οι Θράκες φορώντας στο κεφάλι σκούφους από δέρμα αλεπούς· κι ήταν ντυμένοι με χιτώνες κι από πάνω φορούσαν πολύχρωμες κελεμπίες, ενώ στα πέλματα και τις κνήμες τους είχαν υποδήματα από δέρμα μικρού ελαφιού· κρατούσαν ακόμη ακόντια και πέλτες και μικρά κοντομάχαιρα.
[7.75.2] οὗτοι δὲ διαβάντες μὲν ἐς τὴν Ἀσίην ἐκλήθησαν Βιθυνοί, τὸ δὲ πρότερον ἐκαλέοντο, ὡς αὐτοὶ λέγουσι, Στρυμόνιοι, οἰκέοντες ἐπὶ Στρυμόνι· ἐξαναστῆναι δέ φασι ἐξ ἠθέων ὑπὸ Τευκρῶν τε καὶ Μυσῶν. Θρηίκων δὲ τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ ἦρχε Βασσάκης ὁ Ἀρταβάνου. Κι αυτοί, με το που διάβηκαν στην Ασία, ονομάστηκαν Βιθυνοί, ενώ προηγουμένως, όπως λένε οι ίδιοι, ονομάζονταν Στρυμόνιοι, επειδή κατοικούσαν στις όχθες του Στρυμόνα· και ισχυρίζονται πως τους σήκωσαν με τη βία απ᾽ την πατρίδα τους οι Τευκροί και οι Μυσοί. Οι Θράκες αυτοί της Ασίας είχαν αρχηγό τον Βασσάκη, το γιο του Αρταβάνου.
[7.76.1] … ἀσπίδας δὲ ὠμοβοΐνας εἶχον σμικράς, καὶ προβόλους δύο λυκιοεργέας ἕκαστος εἶχε, ἐπὶ δὲ τῇσι κεφαλῇσι κράνεα χάλκεα· πρὸς δὲ τοῖσι κράνεσι ὦτά τε καὶ κέρεα προσῆν βοὸς χάλκεα, ἐπῆσαν δὲ καὶ λόφοι· τὰς δὲ κνήμας ῥάκεσι φοινικέοισι κατειλίχατο. ἐν τούτοισι τοῖσι ἀνδράσι Ἄρεός ἐστι χρηστήριον. Κι οι Πισίδες είχαν μικρές ασπίδες από ακατέργαστο δέρμα βοδιών, κι ο καθένας τους κρατούσε δυο κυνηγετικά δόρατα από εργαστήρι της Λυδίας και φορούσε στο κεφάλι χάλκινο κράνος που επάνω του είχαν κολλήσει χάλκινα αυτιά και κέρατα βοδιών και το σκέπαζε λοφίο· τις κνήμες των ποδιών τους τις είχαν τυλιγμένες με λωρίδες κόκκινο ύφασμα. Στη χώρα τους βρίσκεται μαντείο του Άρη.
[7.77.1] Καβηλέες δὲ οἱ Μηίονες, Λασόνιοι δὲ καλεύμενοι, τὴν αὐτὴν Κίλιξι εἶχον σκευήν, τὴν ἐγώ, ἐπεὰν κατὰ τὴν Κιλίκων τάξιν διεξιὼν γένωμαι, τότε σημανέω. Μιλύαι δὲ αἰχμάς τε βραχέας εἶχον καὶ εἵματα ἐνεπεπορπέατο· εἶχον δὲ αὐτῶν τόξα μετεξέτεροι Λύκια, περὶ δὲ τῇσι κεφαλῇσι ἐκ διφθερέων πεποιημένας κυνέας. τούτων πάντων ἦρχε Βάδρης ὁ Ὑστάνεος. Και οι Μαίονες Καβαλείς, που αποκαλούνται Λασόνιοι, είχαν την ίδια εξάρτυση με τους Κίλικες, που θα την περιγράψω όταν, στη σειρά της εξιστόρησής μου, φτάσω στο τάγμα των Κιλίκων. Κι οι Μιλύες κρατούσαν κοντά δόρατα και φορούσαν ρούχα που τα συγκρατούσαν πόρπες· μερικοί απ᾽ αυτούς είχαν τόξα της Λυκίας και φορούσαν στο κεφάλι καλύμματα από κατεργασμένο δέρμα. Αρχηγός όλων αυτών ήταν ο Βάδρης, ο γιος του Υστάνη.
[7.78.1] Μόσχοι δὲ περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κυνέας ξυλίνας εἶχον, ἀσπίδας δὲ καὶ αἰχμὰς σμικράς· λόγχαι δὲ ἐπῆσαν μεγάλαι. Τιβαρηνοὶ δὲ καὶ Μάκρωνες καὶ Μοσσύνοικοι κατά περ Μόσχοι ἐσκευασμένοι ἐστρατεύοντο. τούτους δὲ συνέτασσον ἄρχοντες οἵδε, Μόσχους μὲν καὶ Τιβαρηνοὺς Ἀριόμαρδος ὁ Δαρείου τε παῖς καὶ Πάρμυος τῆς Σμέρδιος τοῦ Κύρου, Μάκρωνας δὲ καὶ Μοσσυνοίκους Ἀρταΰκτης ὁ Χεράσμιος, ὃς Σηστὸν τὴν ἐν Ἑλλησπόντῳ ἐπετρόπευε. Οι Μόσχοι πάλι φορούσαν στο κεφάλι ξύλινα κράνη, κρατούσαν ασπίδες και δόρατα μικρά, αλλά με μεγάλη αιχμή. Οι Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες κι οι Μοσσύνοικοι εκστράτευσαν με εξάρτυση παρόμοια με τους Μόσχους. Κι αυτοί ήταν κάτω από τις διαταγές των εξής αρχόντων: οι Μόσχοι και οι Τιβαρηνοί, του Αριομάρδου, του γιου του Δαρείου και της Πάρμυος (της θυγατέρας του Σμέρδη, του γιου του Κύρου)· οι Μάκρωνες και οι Μοσσύνοικοι, του Αρταΰκτη, του γιου του Χερασμίου, που ήταν διοικητής της Σηστού του Ελλησπόντου.
[7.79.1] Μᾶρες δὲ ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα ἐπιχώρια πλεκτὰ εἶχον, ἀσπίδας δὲ δερματίνας σμικρὰς καὶ ἀκόντια. Κόλχοι δὲ περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα ξύλινα, ἀσπίδας δὲ ὠμοβοΐνας σμικρὰς αἰχμάς τε βραχέας, πρὸς δὲ μαχαίρας εἶχον. Μαρῶν δὲ καὶ Κόλχων ἦρχε Φαρανδάτης ὁ Τεάσπιος. Ἀλαρόδιοι δὲ καὶ Σάσπειρες κατά περ Κόλχοι ὡπλισμένοι ἐστρατεύοντο. τούτων δὲ Μασίστιος ὁ Σιρομίτρεω ἦρχε. Κι οι Μάρες είχαν στο κεφάλι τους πλεχτά κράνη του τόπου τους και μικρές δερμάτινες ασπίδες και ακόντια. Κι οι Κόλχοι φορούσαν στο κεφάλι τους ξύλινα κράνη και κρατούσαν μικρές ασπίδες από ακατέργαστο δέρμα βοδιών και δόρατα κοντά, επίσης και μάχαιρες. Αρχηγός των Μαρών και των Κόλχων ήταν ο Φαρανδάτης, ο γιος του Τεάσπη. Οι Αλαρόδιοι και οι Σάσπειρες εκστράτευαν με οπλισμό παρόμοιο με των Κόλχων. Κι αρχηγός τους ήταν ο Μασίστιος, ο γιος του Σιρομίτρη.
[7.80.1] τὰ δὲ νησιωτικὰ ἔθνεα τὰ ἐκ τῆς Ἐρυθρῆς θαλάσσης ἑπόμενα, νήσων δὲ ἐν τῇσι τοὺς ἀνασπάστους καλεομένους κατοικίζει βασιλεύς, ἀγχοτάτω τῶν Μηδικῶν εἶχον ἐσθῆτά τε καὶ ὅπλα. τούτων δὲ τῶν νησιωτέων ἦρχε Μαρδόντης ὁ Βαγαίου, ὃς ἐν Μυκάλῃ στρατηγέων δευτέρῳ ἔτεϊ τούτων ἐτελεύτησε ἐν τῇ μάχῃ. Κι από την Ερυθρά θάλασσα ακολουθούσαν το βασιλιά στην εκστρατεία, ντυμένοι κι οπλισμένοι ολόιδια με τους Μήδους, οι νησιώτικοι λαοί — των νησιών στα οποία ο βασιλιάς στέλνει να εγκατασταθούν αυτούς που τους αποκαλούν εκπατρισμένους. Αρχηγός αυτών των νησιωτών ήταν ο Μαρδόντης, ο γιος του Βαγαίου, που, τον επόμενο χρόνο, αρχηγός του στρατού στη Μυκάλη, σκοτώθηκε σ᾽ εκείνη τη μάχη.
[7.81.1] Ταῦτα ἦν τὰ κατ᾽ ἤπειρον στρατευόμενά τε ἔθνεα καὶ τεταγμένα ἐς τὸν πεζόν. τούτου ὦν τοῦ στρατοῦ ἦρχον μὲν οὗτοι οἵ περ εἰρέαται καὶ οἱ διατάξαντες καὶ ἐξαριθμήσαντες οὗτοι ἦσαν καὶ χιλιάρχας τε καὶ μυριάρχας ἀποδέξαντες, ἑκατοντάρχας δὲ καὶ δεκάρχας οἱ μυριάρχαι. τελέων δὲ καὶ ἐθνέων ἦσαν ἄλλοι σημάντορες. Αυτοί λοιπόν ήταν οι λαοί που εκστράτευαν από τη στεριά και παρατάχτηκαν στο πεζικό. Αρχηγοί αυτών των στρατευμάτων ήταν αυτοί που απαρίθμησα, κι οι ίδιοι έβαλαν σε τάξη και καταμέτρησαν το στρατό, κι επίσης διόρισαν τους χιλιάρχους και τους διοικητές μεραρχιών των δέκα χιλιάδων αντρών, ενώ αυτοί οι τελευταίοι ήταν που διόρισαν τους εκατοντάρχους και τους δεκανείς. Πάντως, άλλοι ήταν οι διοικητές των στρατιωτικών μονάδων κι άλλοι του στρατού του κάθε λαού.
[7.82.1] ἦσαν μὲν δὴ οὗτοι οἵ περ εἰρέαται ἄρχοντες, ἐστρατήγεον δὲ τούτων τε καὶ τοῦ σύμπαντος στρατοῦ τοῦ πεζοῦ Μαρδόνιός τε ὁ Γωβρύεω καὶ Τριτανταίχμης ὁ Ἀρταβάνου τοῦ γνώμην θεμένου μὴ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ Σμερδομένης ὁ Ὀτάνεω, Δαρείου ἀμφότεροι οὗτοι ἀδελφεῶν παῖδες, Ξέρξῃ δὲ ἐγίνοντο ἀνεψιοί, καὶ Μασίστης ὁ Δαρείου τε καὶ Ἀτόσσης παῖς καὶ Γέργις ὁ Ἀριάζου καὶ Μεγάβυζος ὁ Ζωπύρου. Λοιπόν, διοικητές του στρατού ήταν αυτοί που αναφέρθηκαν, ανώτεροί τους όμως και στρατηγοί ολόκληρου του πεζικού ήταν ο Μαρδόνιος, ο γιος του Γωβρύα, κι ο Τριτανταίχμης, ο γιος του Αρταβάνου, εκείνου που πρότεινε να μην εκστρατεύσουν εναντίον της Ελλάδας, κι ο Σμερδομένης, ο γιος του Οτάνη (και οι δυο αυτοί ήταν γιοι αδερφών του Δαρείου κι έτσι ήταν ξαδέρφια του Ξέρξη), κι ο Μασίστης, ο γιος του Δαρείου και της Άτοσσας, κι ο Γέργης, ο γιος του Αριάζου, κι ο Μεγάβυξος, ο γιος του Ζωπύρου.
[7.83.1] οὗτοι ἦσαν στρατηγοὶ τοῦ σύμπαντος πεζοῦ χωρὶς τῶν μυρίων. τῶν δὲ μυρίων τούτων Περσέων τῶν ἀπολελεγμένων ἐστρατήγεε μὲν Ὑδάρνης ὁ Ὑδάρνεος, ἐκαλέοντο δὲ ἀθάνατοι οἱ Πέρσαι οὗτοι ἐπὶ τοῦδε· εἴ τις αὐτῶν ἐξέλειπε τὸν ἀριθμὸν ἢ θανάτῳ βιηθεὶς ἢ νούσῳ, ἄλλος ἀνὴρ ἀραίρητο, καὶ ἐγίνοντο οὐδαμὰ οὔτε πλεῦνες μυρίων οὔτε ἐλάσσονες. Αυτοί ήταν οι στρατηγοί που διοικούσαν όλη τη δύναμη του πεζικού στο σύνολό της, εκτός από το τάγμα των μυρίων. Στρατηγός αυτών των δέκα χιλιάδων επιλέκτων Περσών ήταν ο Υδάρνης, ο γιος του Υδάρνη· κι οι Πέρσες αυτοί νά για ποιό λόγο ονομάζονται αθάνατοι: αν έναν απ᾽ αυτούς τον χτυπήσει θάνατος ή αρρώστια και μείνει η θέση του άδεια, την παίρνει άλλος πολεμιστής ύστερ᾽ από επιλογή, κι έτσι ο αριθμός τους ποτέ ούτε ξεπερνά τις δέκα χιλιάδες ούτε είναι κατώτερος.
[7.83.2] κόσμον δὲ πλεῖστον παρείχοντο διὰ πάντων Πέρσαι καὶ αὐτοὶ ἄριστοι ἦσαν. σκευὴν μὲν τοιαύτην εἶχον ἥ περ εἴρηται, χωρὶς δὲ χρυσόν τε πολλὸν καὶ ἄφθονον ἔχοντες ἐνέπρεπον. ἁρμαμάξας τε ἅμα ἤγοντο, ἐν δὲ παλλακὰς καὶ θεραπηίην πολλήν τε καὶ εὖ ἐσκευασμένην. σῖτα δέ σφι, χωρὶς τῶν ἄλλων στρατιωτέων, κάμηλοί τε καὶ ὑποζύγια ἦγον. Κι ανάμεσα σ᾽ όλους ξεχώριζαν οι Πέρσες με την αρχοντική τους στολή κι ήταν το άνθος του στρατού. Είχαν λοιπόν την εξάρτυση που έχω περιγράψει και πέρ᾽ απ᾽ αυτή εντυπωσίαζαν, στολισμένοι με τα πολλά κι άφθονα χρυσαφικά που είχαν. Και έφερναν μαζί τους κι αρμάμαξες που κουβαλούσαν τις παλλακίδες τους κι υπηρετικό προσωπικό πολύ εφοδιασμένο με σκεύη πολυτελείας. Κι από κοντά καμήλες και υποζύγια κουβαλούσαν τα τρόφιμά τους, ξεχωριστά γι᾽ αυτούς απ᾽ τα τρόφιμα του υπόλοιπου στρατού.
[7.84.1] Ἱππεύει δὲ ταῦτα τὰ ἔθνεα· πλὴν οὐ πάντα παρείχετο ἵππον, ἀλλὰ τοσάδε μοῦνα, Πέρσαι μὲν τὴν αὐτὴν ἐσκευασμένοι καὶ ὁ πεζὸς αὐτῶν· πλὴν ἐπὶ τῇσι κεφαλῇσι εἶχον μετεξέτεροι [ἔνιοι] αὐτῶν καὶ χάλκεα καὶ σιδήρεα ἐξεληλαμένα ποιήματα. Αυτοί οι λαοί καβαλικεύουν άλογα· ιππικό όμως δεν έδωσαν όλοι, παρά μονάχα οι εξής: πρώτα πρώτα οι Πέρσες, με την ίδια εξάρτυση όπως και το πεζικό τους· η μόνη διαφορά ήταν πως μερικοί απ᾽ αυτούς φορούσαν στο κεφάλι κάτι καλύμματα από χαλκό κι από σφυρηλατημένο σίδερο.
[7.85.1] εἰσὶ δέ τινες νομάδες ἄνθρωποι, Σαγάρτιοι καλεόμενοι, ἔθνος μὲν Περσικὸν καὶ φωνῇ, σκευὴν δὲ μεταξὺ ἔχουσι πεποιημένην τῆς τε Περσικῆς καὶ τῆς Πακτυϊκῆς· οἳ παρείχοντο μὲν ἵππον ὀκτακισχιλίην, ὅπλα δὲ οὐ νομίζουσι ἔχειν οὔτε χάλκεα οὔτε σιδήρεα ἔξω ἐγχειριδίων, χρέωνται δὲ σειρῇσι πεπλεγμένῃσι ἐξ ἱμάντων. Κι υπάρχει μια φυλή νομάδων, που ονομάζονται Σαγάρτιοι, που η καταγωγή κι η γλώσσα τους είναι περσική, ενώ η σκευή τους είναι κάτι ανάμεσα στη σκευή των Περσών και των Πακτύων· αυτοί παρέταξαν ιππικό οχτώ χιλιάδες, αλλά δε συνηθίζουν να κρατούν όπλα, ούτε χάλκινα ούτε σιδερένια, εκτός από κοντομάχαιρα· αλλά πολεμούν με λουριά, που τα κατασκευάζουν πλέκοντας δερμάτινες λουρίδες· σ᾽ αυτά έχουν τα θάρρη τους όταν μπαίνουν σε πόλεμο·
[7.85.2] ταύτῃσι πίσυνοι ἔρχονται ἐς πόλεμον· ἡ δὲ μάχη τούτων τῶν ἀνδρῶν ἥδε· ἐπεὰν συμμίσγωσι τοῖσι πολεμίοισι, βάλλουσι τὰς σειρὰς ἐπ᾽ ἄκρῳ βρόχους ἐχούσας· ὅτευ δ᾽ ἂν τύχῃ, ἤν τε ἵππου ἤν τε ἀνθρώπου, ἐπ᾽ ἑωυτὸν ἕλκει· οἱ δὲ ἐν ἕρκεσι ἐμπαλασσόμενοι διαφθείρονται. τούτων μὲν αὕτη ἡ μάχη, καὶ ἐπετετάχατο ἐς τοὺς Πέρσας. νά πώς πολεμούν: όταν έρθουν στα χέρια με τον εχθρό, ρίχνουν τα λουριά τους, που στην άκρη τους έχουν θηλιά· κι όποιον πετύχουν, είτε άνθρωπο είτε άλογο, τον τραβούν προς το μέρος τους· και τα θύματά τους, μπλεγμένα στις θηλιές των λουριών τους, βρίσκουν κακό τέλος. Μ᾽ αυτό τον τρόπο πολεμούν, κι είχαν ενσωματωθεί στις περσικές ίλες.
[7.86.1] Μῆδοι δὲ τήν περ ἐν τῷ πεζῷ εἶχον σκευήν, καὶ Κίσσιοι ὡσαύτως. Ἰνδοὶ δὲ σκευῇ μὲν ἐσεσάχατο τῇ αὐτῇ καὶ ἐν τῷ πεζῷ, ἤλαυνον δὲ κέλητας καὶ ἅρματα· ὑπὸ δὲ τοῖσι ἅρμασι ὑπῆσαν ἵπποι καὶ ὄνοι ἄγριοι. Βάκτριοι δὲ ἐσκευάδατο ὡσαύτως καὶ ἐν τῷ πεζῷ, καὶ Κάσπιοι ὁμοίως. Κι οι Μήδοι είχαν την ίδια εξάρτυση με το πεζικό τους, όπως επίσης και οι Κίσσιοι. Οι Ινδοί πάλι ήταν οπλισμένοι με τη σκευή που είχε το πεζικό τους, και οδηγούσαν άτια και άρματα· και τα άρματα τα έσερναν άλογα και άγριοι όνοι. Κι οι Βάκτριοι είχαν την ίδια εξάρτυση με το πεζικό τους, το ίδιο και οι Κάσπιοι.
[7.86.2] Λίβυες δὲ καὶ αὐτοὶ κατά περ ἐν τῷ πεζῷ· ἤλαυνον δὲ καὶ οὗτοι πάντες ἅρματα. ὣς δ᾽ αὕτως †Κάσπιοι† καὶ Παρικάνιοι ἐσεσάχατο ὁμοίως καὶ ἐν τῷ πεζῷ. Ἀράβιοι δὲ σκευὴν μὲν εἶχον τὴν αὐτὴν καὶ ἐν τῷ πεζῷ, ἤλαυνον δὲ πάντες καμήλους ταχυτῆτι οὐ λειπομένας ἵππων. Κι οι Λίβυες, κι αυτοί την ίδια με το πεζικό τους, κι όλοι ετούτοι οδηγούσαν άρματα. Επίσης και οι Κάσπιοι και οι Παρικάνιοι είχαν την ίδια εξάρτυση με το πεζικό τους. Κι οι Αράβιοι είχαν την ίδια εξάρτυση με το πεζικό τους, αλλά οδηγούσαν όλοι τους καμήλες που στο τρέξιμο δεν έμεναν πίσω απ᾽ τ᾽ άλογα.
[7.87.1] ταῦτα τὰ ἔθνεα μοῦνα ἵππευε, ἀριθμὸς δὲ τῆς ἵππου ἐγένετο ὀκτὼ μυριάδες, πάρεξ τῶν καμήλων καὶ τῶν ἁρμάτων. οἱ μέν νυν ἄλλοι ἱππέες ἐτετάχατο κατὰ τέλεα, Ἀράβιοι δὲ ἔσχατοι ἐπετετάχατο· ἅτε γὰρ τῶν ἵππων οὔτι ἀνεχομένων τὰς καμήλους ὕστεροι ἐτετάχατο. ἵνα μὴ φοβέοιτο τὸ ἱππικόν. Λοιπόν μονάχα αυτοί οι λαοί έδωσαν καβαλάρηδες, κι η δύναμη του ιππικού έφτασε τις ογδόντα χιλιάδες, εκτός απ᾽ τις καμήλες και τ᾽ άρματα. Και το υπόλοιπο ιππικό είχε παραταχτεί χωρισμένο σε κανονικούς σχηματισμούς ενώ οι Αράβιοι παρατάχτηκαν τελευταίοι, επειδή τ᾽ άλογα δεν ανέχονταν καθόλου τις καμήλες, για να μη ταράζεται το ιππικό.
[7.88.1] ἵππαρχοι δὲ ἦσαν Ἁρμαμίθρης τε καὶ Τίθαιος Δάτιος παῖδες. ὁ δὲ τρίτος σφι συνίππαρχος Φαρνούχης κατελέλειπτο ἐν Σάρδισι νοσέων. ὡς γὰρ ὁρμῶντο ἐκ Σαρδίων, ἐς συμφορὴν ἐνέπεσε ἀνεθέλητον. ἐλαύνοντι γάρ οἱ ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ ἵππου ὑπέδραμε κύων, καὶ ὁ ἵππος οὐ προϊδὼν ἐφοβήθη τε καὶ στὰς ὀρθὸς ἀπεσείσατο τὸν Φαρνούχεα, πεσὼν δὲ αἷμά τε ἤμεε καὶ ἐς φθίσιν περιῆλθε ἡ νοῦσος. Αρχηγοί του ιππικού ήταν ο Αρμαμίθρης και ο Τίθαιος, γιοι του Δάτη, ενώ ο τρίτος συναρχηγός του ιππικού, ο Φαρνούχης, έμεινε πίσω στις Σάρδεις, άρρωστος. Γιατί, την ώρα που κινούσαν από τις Σάρδεις, τον βρήκε ολέθρια κακοτυχία· δηλαδή, ενώ έτρεχε καβάλα, ένας σκύλος ρίχτηκε ανάμεσα στα πόδια του αλόγου του· και τ᾽ άλογο, καθώς αιφνιδιάστηκε, ταράχτηκε και ορθώθηκε στα πισινά του πετώντας από τη ράχη του τον Φαρνούχη στη γη· κι όπως έπεσε κάτω, ξερνούσε αίμα κι η αρρώστια γύρισε σε χτικιό.
[7.88.2] τὸν δὲ ἵππον αὐτίκα κατ᾽ ἀρχὰς ἐποίησαν οἱ οἰκέται ὡς ἐκέλευε· ἐς τὸν χῶρον ἐν τῷ περ κατέβαλε τὸν δεσπότην ἀπαγαγόντες, ἐν τοῖσι γούνασι ἀπέταμον τὰ σκέλεα. Φαρνούχης μὲν οὕτω παρελύθη τῆς ἡγεμονίης. Και τ᾽ άλογο οι υπηρέτες του την ίδια στιγμή το πήραν και του έκαναν ό,τι τους πρόσταξε εκείνος· το οδήγησαν στο σημείο που έριξε κάτω τον αφέντη του κι εκεί του έκοψαν τα πόδια ψηλά, στα γόνατα. Μ᾽ αυτό τον τρόπο λοιπόν ο Φαρνούχης έχασε το αξίωμά του.
[7.89.1] Τῶν δὲ τριηρέων ἀριθμὸς μὲν ἐγένετο ἑπτὰ καὶ διηκόσιαι καὶ χίλιαι, παρείχοντο δὲ αὐτὰς οἵδε. Φοίνικες μὲν σὺν Συρίοισι τοῖσι ἐν τῇ Παλαιστίνῃ τριηκοσίας, ὧδε ἐσκευασμένοι· περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κυνέας εἶχον ἀγχοτάτω πεποιημένας τρόπον τὸν Ἑλληνικόν, ἐνδεδυκότες δὲ θώρηκας λινέους, ἀσπίδας δὲ ἴτυς οὐκ ἐχούσας εἶχον καὶ ἀκόντια. Τώρα, συναθροίστηκαν χίλιες διακόσιες εφτά τριήρεις και νά ποιοί λαοί τις έδιναν: τριακόσιες οι Φοίνικες μαζί με τους Συρίους της Παλαιστίνης, που είχαν την εξής εξάρτυση: στο κεφάλι τους φορούσαν πέτσινα σκουφιά καμωμένα ολόιδια με τα ελληνικά, κι είχαν ντυθεί με θώρακες από λινάρι· κρατούσαν ασπίδες χωρίς γύρο και ακόντια.
[7.89.2] οὗτοι δὲ οἱ Φοίνικες τὸ παλαιὸν οἴκεον, ὡς αὐτοὶ λέγουσι, ἐπὶ τῇ Ἐρυθρῇ θαλάσσῃ, ἐνθεῦτεν δὲ ὑπερβάντες τῆς Συρίης οἰκέουσι τὰ παρὰ θάλασσαν. τῆς δὲ Συρίης τοῦτο τὸ χωρίον καὶ τὸ μέχρι Αἰγύπτου πᾶν Παλαιστίνη καλέεται. Αἰγύπτιοι δὲ νέας παρείχοντο διηκοσίας. Λοιπόν, παλιότερα αυτοί οι Φοίνικες, όπως λένε οι ίδιοι, κατοικούσαν στις ακτές της Ερυθράς θάλασσας, κι αποκεί πέρασαν προς τ᾽ απάνω και κατοικούν στα παράλια της Συρίας. Κι αυτή η περιοχή της Συρίας κι όλη η έκταση ώς την Αίγυπτο λέγεται Παλαιστίνη. Οι Αιγύπτιοι πάλι έδιναν διακόσια καράβια.
[7.89.3] οὗτοι δὲ εἶχον περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα χηλευτά, ἀσπίδας δὲ κοίλας, τὰς ἴτυς μεγάλας ἐχούσας, καὶ δόρατά τε ναύμαχα καὶ τύχους μεγάλους. τὸ δὲ πλῆθος αὐτῶν θωρηκοφόροι ἦσαν, μαχαίρας δὲ μεγάλας εἶχον. Και φορούσαν στο κεφάλι κράνη πλεχτά, κρατούσαν ασπίδες βαθουλωτές, που είχαν μεγάλο το γύρο τους, και δόρατα ειδικά για ναυμαχία και μεγάλα πολεμικά τσεκούρια. Κι οι περισσότεροί τους φορούσαν θώρακες κι είχαν μεγάλες μάχαιρες. Αυτή ήταν η εξάρτυσή τους.
[7.90.1] οὗτοι μὲν οὕτω ἐστάλατο, Κύπριοι δὲ παρείχοντο νέας πεντήκοντα καὶ ἑκατόν, ἐσκευασμένοι ὧδε. τὰς μὲν κεφαλὰς εἱλίχατο μίτρῃσι οἱ βασιλέες αὐτῶν, οἱ δὲ ἄλλοι εἶχον κιθῶνας, τὰ δὲ ἄλλα κατά περ Ἕλληνες. τούτων δὲ τοσάδε ἔθνεά ἐστι, οἱ μὲν ἀπὸ Σαλαμῖνος καὶ Ἀθηνέων, οἱ δὲ ἀπὸ Ἀρκαδίης, οἱ δὲ ἀπὸ Κύθνου, οἱ δὲ ἀπὸ Φοινίκης, οἱ δὲ ἀπὸ Αἰθιοπίης, ὡς αὐτοὶ Κύπριοι λέγουσι. Κίλικες δὲ ἑκατὸν παρείχοντο νέας. Οι Κύπριοι έδιναν εκατόν πενήντα καράβια κι είχαν την εξής εξάρτυση: οι βασιλιάδες τους φορούσαν μίτρες στο κεφάλι, οι υπόλοιποι όμως τιάρες· στ᾽ άλλα είχαν την εξάρτυση των Ελλήνων. Και τον πληθυσμό τους τον αποτελούν πολλές φυλές: αυτοί που κατάγονταν από τη Σαλαμίνα και την Αθήνα, άλλοι από την Αρκαδία, άλλοι από την Κύθνο, άλλοι από τη Φοινίκη, άλλοι από την Αιθιοπία — σύμφωνα μ᾽ ό,τι λένε οι ίδιοι οι Κύπριοι.
[7.91.1] οὗτοι δ᾽ αὖ περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα ἐπιχώρια, λαισήιά τε εἶχον ἀντ᾽ ἀσπίδων, ὠμοβοέης πεποιημένα. καὶ κιθῶνας εἰρινέους ἐνδεδυκότες· δύο δὲ ἀκόντια ἕκαστος καὶ ξίφος εἶχον, ἀγχοτάτω τῇσι Αἰγυπτίῃσι μαχαίρῃσι πεποιημένα· οὗτοι τὸ [μὲν] παλαιὸν Ὑπαχαιοὶ ἐκαλέοντο, ἐπὶ δὲ Κίλικος τοῦ Ἀγήνορος ἀνδρὸς Φοίνικος ἔσχον τὴν ἐπωνυμίην. Πάμφυλοι δὲ τριήκοντα παρείχοντο νέας Ἑλληνικοῖσι ὅπλοισι ἐσκευασμένοι. οἱ δὲ Πάμφυλοι οὗτοι εἰσὶ τῶν ἐκ Τροίης ἀποσκεδασθέντων ἅμα Ἀμφιλόχῳ καὶ Κάλχαντι. Κι οι Κίλικες έδιναν εκατό καράβια· αυτοί λοιπόν φορούσαν στο κεφάλι κράνη του τόπου τους· κι οι ασπίδες τους είχαν σχήμα διαφορετικό από τις συνηθισμένες, καμωμένες από ακατέργαστο δέρμα βοδιών· κι ήταν ντυμένοι με μάλλινους χιτώνες· ο καθείς τους κρατούσε δυο ακόντια και ξίφος, καμωμένα ολόιδια με τις αιγυπτιακές μάχαιρες. Αυτοί τον παλιό καιρό ονομάζονταν Υπαχαιοί, αλλά πήραν τ᾽ όνομα που έχουν απ᾽ το γιο του Αγήνορος, τον Κίλικα από τη Φοινίκη. Κι οι Πάμφυλοι έδιναν τριάντα καράβια, έχοντας την πολεμική εξάρτυση των Ελλήνων. Κι οι Πάμφυλοι αυτοί κατάγονται από τους συντρόφους του Αμφιλόχου και του Κάλχαντα, που βρέθηκαν εκεί ύστερ᾽ απ᾽ τη διασπορά που ακολούθησε την άλωση της Τροίας.
[7.92.1] Λύκιοι δὲ παρείχοντο νέας πεντήκοντα, θωρηκοφόροι τε ἐόντες καὶ κνημιδοφόροι, εἶχον δὲ τόξα κρανέϊνα καὶ ὀϊστοὺς καλαμίνους ἀπτέρους καὶ ἀκόντια, ἐπὶ δὲ αἰγὸς δέρματα περὶ τοὺς ὤμους αἰωρεύμενα, περὶ δὲ τῇσι κεφαλῇσι πίλους πτεροῖσι περιεστεφανωμένους· ἐγχειρίδια δὲ καὶ δρέπανα εἶχον. Λύκιοι δὲ Τερμίλαι ἐκαλέοντο ἐκ Κρήτης γεγονότες, ἐπὶ δὲ Λύκου τοῦ Πανδίονος ἀνδρὸς Ἀθηναίου ἔσχον τὴν ἐπωνυμίην. Κι οι Λύκιοι έδιναν πενήντα καράβια· φορούσαν θώρακες και περικνημίδες και κρατούσαν τόξα από ξύλο κρανιάς και βέλη από καλάμι χωρίς φτερό στην ουρά, και ακόντια· είχαν για πανωφόρι δέρματα κατσικιών ριγμένα γύρω απ᾽ τους ώμους τους και στο κεφάλι φορούσαν τιάρες που γύρω γύρω είχαν στεφάνι από φτερά, και κρατούσαν κοντομάχαιρα και πολεμικά δρεπάνια. Οι Λύκιοι, που η καταγωγή τους κρατούσε από την Κρήτη, ονομάζονταν Τερμίλες, αλλά πήραν τ᾽ όνομά τους από τον Λύκο, το γιο του Πανδίονα, τον Αθηναίο.
[7.93.1] Δωριέες δὲ οἱ ἐκ τῆς Ἀσίης τριήκοντα παρείχοντο νέας, ἔχοντές τε Ἑλληνικὰ ὅπλα καὶ γεγονότες ἀπὸ Πελοποννήσου. Κᾶρες δὲ ἑβδομήκοντα παρείχοντο νέας, τὰ μὲν ἄλλα κατά περ Ἕλληνες ἐσταλμένοι, εἶχον δὲ καὶ δρέπανα καὶ ἐγχειρίδια. οὗτοι δὲ οἵτινες πρότερον ἐκαλέοντο, ἐν τοῖσι πρώτοισι τῶν λόγων εἴρηται. Κι οι Δωριείς της Μικράς Ασίας έδιναν τριάντα καράβια, είχαν ελληνικά όπλα κι η καταγωγή τους κρατούσε απ᾽ την Πελοπόννησο. Οι Κάρες έδιναν εβδομήντα καράβια· η εξάρτυσή τους σ᾽ όλα τ᾽ άλλα ήταν όπως των Ελλήνων, κρατούσαν όμως και πολεμικά δρέπανα και στιλέτα. Τώρα, ποιό όνομα είχαν τον παλιό καιρό, το έχω πει στα πρώτα κεφάλαια της ιστορίας μου.
[7.94.1] Ἴωνες δὲ ἑκατὸν νέας παρείχοντο, ἐσκευασμένοι ὡς Ἕλληνες. Ἴωνες δὲ ὅσον μὲν χρόνον ἐν Πελοποννήσῳ οἴκεον τὴν νῦν καλεομένην Ἀχαιίην καὶ πρὶν ἢ Δαναόν τε καὶ Ξοῦθον ἀπικέσθαι ἐς Πελοπόννησον, ὡς Ἕλληνες λέγουσι, ἐκαλέοντο Πελασγοὶ Αἰγιαλέες, ἐπὶ δὲ Ἴωνος τοῦ Ξούθου Ἴωνες. Οι Ίωνες έδιναν εκατό καράβια κι είχαν την εξάρτυση των Ελλήνων. Οι Ίωνες λοιπόν, κατά τα λεγόμενα των Ελλήνων, ονομάζονταν Πελασγοί Αιγιαλείς όσο καιρό ζούσαν στην Πελοπόννησο, στην περιοχή που σήμερα λέγεται Αχαΐα, προτού φτάσουν στην Πελοπόννησο ο Δαναός και ο Ξούθος· αλλά πήραν τ᾽ όνομα Ίωνες από τον Ίωνα, το γιο του Ξούθου.
[7.95.1] νησιῶται δὲ ἑπτακαίδεκα παρείχοντο νέας, ὡπλισμένοι ὡς Ἕλληνες, καὶ τοῦτο Πελασγικὸν ἔθνος, ὕστερον δὲ Ἰωνικὸν ἐκλήθη κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ οἱ δυωδεκαπόλιες Ἴωνες οἱ ἀπ᾽ Ἀθηνέων. Αἰολέες δὲ ἑξήκοντα νέας παρείχοντο, ἐσκευασμένοι τε ὡς Ἕλληνες καὶ τὸ πάλαι καλεόμενοι Πελασγοί, ὡς Ἑλλήνων λόγος. Οι νησιώτες έδιναν δεκαεφτά καράβια κι ήταν οπλισμένοι όπως οι Έλληνες· κι αυτοί ήταν φυλή πελασγική, αλλά αργότερα πήραν το όνομα Ίωνες για τον ίδιο λόγο που το πήραν κι οι Ίωνες της Δωδεκάπολης, που κατάγονται απ᾽ την Αθήνα. Οι Αιολείς έδιναν εξήντα καράβια κι είχαν την εξάρτυση των Ελλήνων· τον παλιό καιρό, όπως διηγούνται οι Έλληνες, λέγονταν Πελασγοί.
[7.95.2] Ἑλλησπόντιοι δὲ πλὴν Ἀβυδηνῶν (Ἀβυδηνοῖσι γὰρ προσετέτακτο ἐκ βασιλέος κατὰ χώρην μένουσι φύλακας εἶναι τῶν γεφυρέων) οἱ δὲ λοιποὶ ‹οἱ› ἐκ τοῦ Πόντου στρατευόμενοι παρείχοντο μὲν ἑκατὸν νέας, ἐσκευασμένοι δὲ ἦσαν ὡς Ἕλληνες. οὗτοι δὲ Ἰώνων καὶ Δωριέων ἄποικοι. Κι οι Ελλησπόντιοι, εκτός από τους Αβυδηνούς (γιατί, με διαταγή του βασιλιά, οι Αβυδηνοί παρέμεναν στον τόπο τους για να φρουρούν τις γέφυρες) — λοιπόν, οι υπόλοιποι που ζούσαν στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου κι έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία έδιναν εκατό καράβια κι είχαν την εξάρτηση των Ελλήνων. Αυτοί ήταν άποικοι των Ιώνων και των Δωριέων.
[7.96.1] ἐπεβάτευον δὲ ἐπὶ πασέων τῶν νεῶν Πέρσαι καὶ Μῆδοι καὶ Σάκαι. τούτων δὲ ἄριστα πλεούσας παρείχοντο νέας Φοινικες καὶ Φοινίκων Σιδώνιοι. τούτοισι πᾶσι καὶ τοῖσι ἐς τὸν πεζὸν τεταγμένοισι αὐτῶν ἐπῆσαν ἑκάστοισι ἐπιχώριοι ἡγεμόνες, τῶν ἐγώ, οὐ γὰρ ἀναγκαίῃ ἐξέργομαι ἐς ἱστορίης λόγον, οὐ παραμέμνημαι· Οπλίτες Πέρσες και Μήδοι και Σάκες είχαν επιβιβαστεί σ᾽ όλ᾽ αυτά τα καράβια· τα πιο καλοτάξιδα απ᾽ αυτά τα καράβια τα έδιναν οι Φοίνικες, κι από τους Φοίνικες οι Σιδώνιοι. Επικεφαλής όλων αυτών κι εκείνων απ᾽ αυτούς τους λαούς που είχαν παραταχτεί στο πεζικό, ήταν εντόπιοι αρχηγοί· αυτούς εγώ (γιατί δε νιώθω υποχρεωμένος, ως ιστορικός, να το κάνω) δεν τους αναφέρω·
[7.96.2] οὔτε γὰρ ἔθνεος ἑκάστου ἐπάξιοι ἦσαν οἱ ἡγεμόνες, ἔν τε ἔθνεϊ ἑκάστῳ ὅσαι περ πόλιες τοσοῦτοι καὶ ἡγεμόνες ἦσαν. εἵποντο δὲ ὡς οὐ στρατηγοὶ ἀλλ᾽ ὥσπερ οἱ ἄλλοι στρατευόμενοι δοῦλοι, ἐπεὶ στρατηγοί γε οἱ τὸ πᾶν ἔχοντες κράτος καὶ ἄρχοντες τῶν ἐθνέων ἑκάστων, ὅσοι αὐτῶν ἦσαν Πέρσαι, εἰρέαταί μοι. γιατί οι ηγεμόνες των διάφορων αυτών λαών δεν αξίζουν τον κόπο ν᾽ αναφερθούν — κι από την άλλη κάθε λαός, όσες πόλεις είχε, είχε κι άλλους τόσους αρχηγούς. Κι ακολουθούσαν την εκστρατεία όχι σαν στρατηγοί, αλλά σαν δούλοι, όπως και οι άλλοι που έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία· εξάλλου έχω κιόλας αναφέρει τους Πέρσες που ήταν στρατηγοί και κρατούσαν στα χέρια τους όλη την εξουσία και ήταν επικεφαλής στους διάφορους λαούς.
[7.97.1] τοῦ δὲ ναυτικοῦ ἐστρατήγεον οἵδε, Ἀριαβίγνης τε ὁ Δαρείου καὶ Πρηξάσπης ὁ Ἀσπαθίνεω καὶ Μεγάβαζος ὁ Μεγαβάτεω καὶ Ἀχαιμένης ὁ Δαρείου, τῆς μὲν Ἰάδος τε καὶ Καρικῆς στρατιῆς Ἀριαβίγνης ὁ Δαρείου τε παῖς καὶ τῆς Γωβρύεω θυγατρός· Αἰγυπτίων δὲ ἐστρατήγεε Ἀχαιμένης, Ξέρξεω ἐὼν ἀπ᾽ ἀμφοτέρων ἀδελφεός, τῆς δὲ ἄλλης στρατιῆς ἐστρατήγεον οἱ δύο. τριηκόντεροι δὲ καὶ πεντηκόντεροι καὶ κέρκουροι καὶ ἱππαγωγὰ πλοῖα σμικρὰ συνελθόντα ἐς τὸν ἀριθμὸν ἐφάνη τρισχίλια. Στρατηγοί του ναυτικού ήταν οι εξής: ο Αριαβίγνης, ο γιος του Δαρείου, κι ο Πρηξάσπης, ο γιος του Ασπαθίνη, κι ο Μεγάβαζος, ο γιος του Μεγαβάτη, κι ο Αχαιμένης, ο γιος του Δαρείου· απ᾽ αυτούς, στρατηγός της μοίρας των Ιώνων και των Καρών ήταν ο Αριαβίγνης, ο γιος του Δαρείου και της θυγατέρας του Γωβρύα· στρατηγός των Αιγυπτίων ήταν ο Αχαιμένης, αδερφός του Ξέρξη από πατέρα και μητέρα· στρατηγοί του υπόλοιπου στόλου ήταν οι άλλοι δυο. Τώρα, τριακόντοροι και πεντηκόντοροι και λαφριά καράβια και μικρά πλοία για μεταφορά αλόγων έδιναν συνολικά τον αριθμό τρεις χιλιάδες.
[7.98.1] τῶν δὲ ἐπιπλεόντων μετά γε τοὺς στρατηγοὺς οἵδε ἦσαν ὀνομαστότατοι, Σιδώνιος Τετράμνηστος Ἀνύσου, καὶ Τύριος Ματτὴν Σιρώμου, καὶ Ἀράδιος Μέρβαλος Ἀγβάλου, καὶ Κίλιξ Συέννεσις Ὠρομέδοντος, καὶ Λύκιος Κυβερνίσκος Σίκα, καὶ Κύπριοι Γόργος τε ὁ Χέρσιος καὶ Τιμῶναξ ὁ Τιμαγόρεω, καὶ Καρῶν Ἱστιαῖός τε ὁ Τύμνεω καὶ Πίγρης ὁ Ὑσσελδώμου καὶ Δαμασίθυμος ὁ Κανδαύλεω. Και, βέβαια ύστερ᾽ από τους στρατηγούς, νά ποιοί ήταν οι πιο αξιόλογοι από τους αξιωματικούς του ναυτικού: από τη Σιδώνα, ο Τετράμνηστος, γιος του Ανύσου· από την Τύρο, ο Ματτήν, γιος του Σιρώμου· από την Άραδο, ο Μέρβαλος, γιος του Αγβάλου· από την Κιλικία, ο Συέννεσις, γιος του Ωρομέδοντος· από τη Λυκία, ο Κυβερνίσκος, γιος του Σίκα· από την Κύπρο, ο Γόργος, γιος του Χέρση, κι ο Τιμώναξ, γιος του Τιμαγόρα· από την Καρία, ο Ιστιαίος, γιος του Τύμνη, κι ο Πίγρης, γιος του Υσσελδώμου, κι ο Δαμασίθυμος, γιος του Κανδαύλη.
[7.99.1] τῶν μέν νυν ἄλλων οὐ παραμέμνημαι ταξιάρχων ὡς οὐκ ἀναγκαζόμενος, Ἀρτεμισίης δέ, τῆς μάλιστα θῶμα ποιεῦμαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στρατευσαμένης γυναικός, ἥτις, ἀποθανόντος τοῦ ἀνδρὸς αὐτή τε ἔχουσα τὴν τυραννίδα καὶ παιδὸς ὑπάρχοντος νεηνίεω ὑπὸ λήματός τε καὶ ἀνδρηίης ἐστρατεύετο, οὐδεμιῆς οἱ ἐούσης ἀναγκαίης. Τώρα, δεν κάνω λόγο για τους άλλους αξιωματικούς, μια και δε νομίζω πως έχω τέτοια υποχρέωση, όμως της Αρτεμισίας, της γυναίκας που εκστράτευσε εναντίον της Ελλάδας — αυτής την πράξη θαυμάζω πάνω απ᾽ όλα· που, κρατώντας η ίδια εξουσία τυράννου ύστερ᾽ από τον θάνατο του άντρα της, αν και είχε γιο νεαρό, εκστράτευσε, ενώ τίποτε δεν την ανάγκαζε να το κάνει, παρά μονάχα η περηφάνια κι η αντρειοσύνη της.
[7.99.2] οὔνομα μὲν δὴ ἦν αὐτῇ Ἀρτεμισίη, θυγάτηρ δὲ ἦν Λυγδάμιος, γένος δὲ ἐξ Ἁλικαρνησσοῦ τὰ πρὸς πατρός, τὰ μητρόθεν δὲ Κρῆσσα. ἡγεμόνευε δὲ Ἁλικαρνησσέων τε καὶ Κῴων καὶ Νισυρίων τε καὶ Καλυνδίων, πέντε νέας παρεχομένη. Τ᾽ όνομά της λοιπόν ήταν Αρτεμισία, θυγατέρα του Λύγδαμη, κι όσο για την καταγωγή της, απ᾽ τη μεριά του πατέρα της ήταν από την Αλικαρνασσό, απ᾽ τη μεριά της μητέρας της, από την Κρήτη. Είχε στην εξουσία της το στόλο της Αλικαρνασσού και της Κω και της Νισύρου και της Καλύμνου, δίνοντας πέντε καράβια.
[7.99.3] καὶ συναπάσης τῆς στρατιῆς, μετά γε τὰς Σιδωνίων, νέας εὐδοξοτάτας παρείχετο, πάντων δὲ τῶν συμμάχων γνώμας ἀρίστας βασιλέϊ ἀπεδέξατο. τῶν δὲ κατέλεξα πολίων ἡγεμονεύειν αὐτήν, τὸ ἔθνος ἀποφαίνω πᾶν ἐὸν Δωρικόν, Ἁλικαρνησσέας μὲν Τροιζηνίους, τοὺς δὲ ἄλλους Ἐπιδαυρίους. Κι απ᾽ όλον το στόλο, ύστερα βέβαια από τα σιδωνικά, έδινε τα πιο περίφημα καράβια και πρότεινε στο βασιλιά τις πιο σωστές γνώμες απ᾽ όλους τους συμμάχους του. Και προσθέτω ότι όλες οι πόλεις που απαρίθμησα πως ανήκαν στην επικράτειά της, ανήκαν στο σύνολό τους στη δωρική φυλή· οι Αλικαρνασσείς είναι από την Τροιζήνα, οι υπόλοιποι από την Επίδαυρο.
[7.100.1] Ἐς μὲν τοσόνδε ὁ ναυτικὸς στρατὸς εἴρηται· Ξέρξης δέ, ἐπεὶ ἠριθμήθη τε καὶ διετάχθη ὁ στρατός, ἐπεθύμησε αὐτός σφεας διεξελάσας θεήσασθαι. μετὰ δὲ ἐποίεε ταῦτα, καὶ διεξελαύνων ἐπὶ ἅρματος παρὰ ἔθνος ἓν ἕκαστον ἐπυνθάνετο, καὶ ἀπέγραφον οἱ γραμματισταί, ἕως ἐξ ἐσχάτων ἐς ἔσχατα ἀπίκετο καὶ τῆς ἵππου καὶ τοῦ πεζοῦ. Αυτά είχα να πω για το ναυτικό στρατό· κι ο Ξέρξης, αφού ο στρατός μετρήθηκε και μπήκε σε τάξη, βουλήθηκε περνώντας ο ίδιος απ᾽ τις γραμμές του να τον επιθεωρήσει. Αυτό κι έκανε· και περνώντας ανεβασμένος σε άρμα μπροστά απ᾽ τα διάφορα έθνη, ρωτούσε κι έπαιρνε πληροφορίες κι οι γραμματικοί του κατέγραφαν τις απαντήσεις, ωσότου έφτασε απ᾽ το ένα άκρο στο άλλο και του ιππικού και του πεζικού.
[7.100.2] ὡς δὲ ταῦτά οἱ ἐπεποίητο, τῶν νεῶν κατελκυσθεισέων ἐς θάλασσαν, ἐνθαῦτα ὁ Ξέρξης μετεκβὰς ἐκ τοῦ ἅρματος ἐς νέα Σιδωνίην ἵζετο ὑπὸ σκηνῇ χρυσέῃ καὶ παρέπλεε παρὰ τὰς πρῴρας τῶν νεῶν, ἐπειρωτῶν τε ἑκάστας ὁμοίως καὶ τὸν πεζὸν καὶ ἀπογραφόμενος. Τελείωσε αυτή την επιθεώρηση και μετά, αφού καθελκύστηκαν τα καράβια στη θάλασσα, ο Ξέρξης κατέβηκε από το άρμα και πέρασε σε καράβι σιδωνικό· κάθισε σε θρόνο κάτω από χρυσή σκηνή και πλέοντας περνούσε μπροστά από τις πλώρες των καραβιών, κάνοντας παρόμοιες ερωτήσεις μ᾽ αυτές που έκανε στο πεζικό και γράφοντας τις απαντήσεις.
[7.100.3] τὰς δὲ νέας οἱ ναύαρχοι ἀναγαγόντες ὅσον τε τέσσερα πλέθρα ἀπὸ τοῦ αἰγιαλοῦ ἀνεκώχευον, τὰς πρῴρας ἐς γῆν τρέψαντες πάντες μετωπηδὸν καὶ ἐξοπλίσαντες τοὺς ἐπιβάτας ὡς ἐς πόλεμον. ὁ δ᾽ ἐντὸς τῶν πρῳρέων πλέων ἐθηεῖτο καὶ τοῦ αἰγιαλοῦ. Και οι πλοίαρχοι είχαν βγάλει στ᾽ ανοιχτά τα καράβια τους, τέσσερα περίπου πλέθρα απ᾽ το γιαλό, και τα κρατούσαν στις άγκυρες, με τις πλώρες όλων στραμμένες προς τη στεριά, έτσι που να σχηματίζουν πυκνό μέτωπο, και με τους οπλίτες που είχαν επιβιβαστεί με όλο τον οπλισμό τους, σα σε θέση μάχης. Κι εκείνος έκανε την επιθεώρηση πλέοντας ανάμεσα στις πλώρες και το γιαλό.
[7.101.1] Ὡς δὲ καὶ ταύτας διεξέπλωσε καὶ ἐξέβη ἐκ τῆς νεός, μετεπέμψατο Δημάρητον τὸν Ἀρίστωνος συστρατεύομενον αὐτῷ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, καλέσας δ᾽ αὐτὸν εἴρετο τάδε· Δημάρητε, νῦν μοι σὲ ἡδύ τι ἐστὶ εἰρέσθαι τὰ θέλω. σὺ εἶς Ἕλλην τε, καὶ ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι σεῦ τε καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων τῶν ἐμοὶ ἐς λόγους ἀπικνεομένων, πόλιος οὔτ᾽ ἐλαχίστης οὔτ᾽ ἀσθενεστάτης. Κι όταν πλέοντας έφτασε από το ένα στο άλλο άκρο του στόλου και βγήκε απ᾽ το καράβι, έστειλε να φωνάξουν τον Δημάρατο, το γιο του Αρίστωνος, που τον συνόδευε στην εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας· τον κάλεσε και του έκανε την εξής ερώτηση: «Δημάρατε, τώρα θα μου έδινε χαρά να σε ρωτήσω κάτι που θέλω. Εσύ είσαι Έλληνας και μάλιστα, όπως ακούω κι από σένα κι από τους άλλους Έλληνες που ήρθαν και συζήτησαν με μένα, από την πιο μεγάλη και την πιο ισχυρή πόλη.
[7.101.2] νῦν ὦν μοι τόδε φράσον, εἰ Ἕλληνες ὑπομενέουσι χεῖρας ἐμοὶ ἀνταειρόμενοι. οὐ γάρ, ὡς ἐγὼ δοκέω, οὐδ᾽ εἰ πάντες Ἕλληνες καὶ οἱ λοιποὶ οἱ πρὸς ἑσπέρης οἰκέοντες ἄνθρωποι συλλεχθείησαν, οὐκ ἀξιόμαχοί εἰσι ἐμὲ ἐπιόντα ὑπομεῖναι, μὴ ἐόντες ἄρθμιοι. Τώρα λοιπόν απάντησέ μου σ᾽ αυτό το ερώτημα: θα τολμήσουν οι Έλληνες να σηκώσουν χέρι εναντίον μου και να μου αντισταθούν; Γιατί, όπως εγώ πιστεύω, κι αν ακόμη όλοι οι Έλληνες και οι υπόλοιποι λαοί που κατοικούν δυτικότερα ένωναν τις δυνάμεις τους, δε θα ᾽ναι σε θέση ν᾽ αντιμετωπίσουν την επίθεσή μου, μια και δεν είναι μονοιασμένοι.
[7.101.3] θέλω μέντοι καὶ τὸ ἀπὸ σεῦ, ὁκοῖόν τι λέγεις περὶ αὐτῶν, πυθέσθαι. ὁ μὲν ταῦτα εἰρώτα, ὁ δὲ ὑπολαβὼν ἔφη· βασιλεῦ, κότερα ἀληθείῃ χρήσωμαι πρὸς σὲ ἢ ἡδονῇ; ὁ δέ μιν ἀληθείῃ χρήσασθαι ἐκέλευε, φὰς οὐδέν οἱ ἀηδέστερον ἔσεσθαι ἢ πρότερον ἦν. Θέλω όμως ν᾽ ακούσω ποιά γνώμη έχεις κι εσύ γι᾽ αυτούς». Εκείνος αυτή την ερώτηση έκανε κι ο άλλος παίρνοντας το λόγο είπε: «Βασιλιά μου, να σου πω την αλήθεια ή λόγια που θα σου δώσουν χαρά να τ᾽ ακούσεις;» Κι εκείνος τον ενθάρρυνε να πει την αλήθεια, και να είναι βέβαιος πως η εύνοια με την οποία τον περιβάλλει δε θα λιγοστέψει, θα μείνει όση ήταν πρωτύτερα.
[7.102.1] ὡς δὲ ταῦτα ἤκουσε Δημάρητος, ἔλεγε τάδε· Βασιλεῦ, ἐπειδὴ ἀληθείῃ διαχρήσασθαι πάντως κελεύεις ταῦτα λέγοντα τὰ μὴ ψευδόμενός τις ὕστερον ὑπὸ σεῦ ἁλώσεται, τῇ Ἑλλάδι πενίη μὲν αἰεί κοτε σύντροφός ἐστι, ἀρετὴ δὲ ἔπακτός ἐστι, ἀπό τε σοφίης κατεργασμένη καὶ νόμου ἰσχυροῦ· τῇ διαχρεωμένη ἡ Ἑλλὰς τήν τε πενίην ἀπαμύνεται καὶ τὴν δεσποσύνην. Όταν τ᾽ άκουσε αυτά ο Δημάρατος, είπε τα εξής: «Βασιλιά μου, επειδή η προσταγή σου είναι να σου πω οπωσδήποτε την αλήθεια, μιλώντας έτσι ώστε ο συνομιλητής σου να μη πιαστεί αργότερα ψεύτης, η Ελλάδα παλαιόθεν και ώς τώρα ζει συντροφιά με την Πενία, αλλά εφοδιάστηκε με αρετή, που κερδήθηκε με τη σοφία και τον κυρίαρχο νόμο· οπλισμένη μ᾽ αυτήν η Ελλάδα αγωνίζεται εναντίον της Πενίας και του δεσποτισμού.
[7.102.2] αἰνέω μέν νυν πάντας τοὺς Ἕλληνας τοὺς περὶ ἐκείνους τοὺς Δωρικοὺς χώρους οἰκημένους, ἔρχομαι δὲ λέξων οὐ περὶ πάντων τούσδε τοὺς λόγους, ἀλλὰ περὶ Λακεδαιμονίων μούνων, πρῶτα μὲν ὅτι οὐκ ἔστι ὅκως κοτὲ σοὺς δέξονται λόγους δουλοσύνην φέροντας τῇ Ἑλλάδι, αὖτις δὲ ὡς ἀντιώσονταί τοι ἐς μάχην καὶ ἢν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες πάντες τὰ σὰ φρονέωσι. Λοιπόν έχω να πω επαινετικά λόγια για όλους τους Έλληνες που ζουν σ᾽ εκείνα τα δωρικά μέρη, όμως τα λόγια που θα πω δεν αφορούν σε όλους, αλλά μονάχα στους Λακεδαιμονίους: πρώτα πρώτα πως δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτούν ποτέ τις προτάσεις σου που αποσκοπούν στην υποδούλωση της Ελλάδας· κάτι παραπάνω, θα σηκώσουν χέρι εναντίον σου πολεμώντας, κι αν όλοι οι Έλληνες προσχωρήσουν σ᾽ εσένα.
[7.102.3] ἀριθμοῦ δὲ πέρι μὴ πύθῃ ὅσοι τινὲς ἐόντες ταῦτα ποιέειν οἷοί τέ εἰσι· ἤν τε γὰρ τύχωσι ἐξεστρατευμένοι χίλιοι, οὗτοι μαχήσονταί τοι, ἤν τε ἐλάσσονες τούτων, ἤν τε καὶ πλεῦνες. Τώρα, για το πλήθος τους, πόσοι άραγε να ᾽ναι κι ενεργούν έτσι, μη ρωτάς· γιατί κι αν τύχει να έχουν βγει σε εκστρατεία χίλιοι, αυτοί θα σε χτυπήσουν με πόλεμο — λιγότεροι ή περισσότεροι, δεν έχει σημασία».
[7.103.1] ταῦτα ἀκούσας Ξέρξης γελάσας ἔφη· Δημάρητε, οἷον ἐφθέγξαο ἔπος, ἄνδρας χιλίους στρατιῇ τοσῇδε μαχήσεσθαι. ἄγε, εἰπέ μοι, σὺ φὴς τούτων τῶν ἀνδρῶν βασιλεὺς αὐτὸς γενέσθαι. σὺ ὦν ἐθελήσεις αὐτίκα μάλα πρὸς ἄνδρας δέκα μάχεσθαι; καίτοι εἰ τὸ πολιτικὸν ὑμῖν πᾶν ἐστι τοιοῦτον οἷον σὺ διαιρέεις, σέ γε τὸν κείνων βασιλέα πρέπει πρὸς τὸ διπλήσιον ἀντιτάσσεσθαι κατὰ νόμους τοὺς ὑμετέρους. Ο Ξέρξης ακούοντας αυτά γέλασε και είπε: «Δημάρατε, τί λόγια είν᾽ αυτά που είπες, χίλιοι άντρες να χτυπηθούν με τόσο μεγάλο στρατό! Έλα, πες μου, εσύ δηλώνεις πως χρημάτισες βασιλιάς αυτών των αντρών. Θα θελήσεις λοιπόν εδώ και τώρα να χτυπηθείς με δέκα άντρες; Και μάλιστα, αν όλοι οι πολίτες σας έχουν την αξιοσύνη που εσύ τους αποδίδεις, ε, εσύ σα βασιλιάς τους πρέπει, σύμφωνα με τους νόμους σας, ν᾽ αντιμετωπίσεις διπλάσιους αντιπάλους.
[7.103.2] εἰ γὰρ κείνων ἕκαστος δέκα ἀνδρῶν τῆς στρατιῆς τῆς ἐμῆς ἀντάξιός ἐστι, σὲ δέ γε δίζημαι εἴκοσι εἶναι ἀντάξιον· καὶ οὕτω μὲν ὀρθοῖτ᾽ ἂν ὁ λόγος ὁ παρὰ σεῦ εἰρημένος. εἰ δὲ τοιοῦτοί τε ἐόντες καὶ μεγάθεα τοσοῦτοι, ὅσοι σύ τε καὶ οἳ παρ᾽ ἐμὲ φοιτῶσι Ἑλλήνων ἐς λόγους, αὐχέετε τοσοῦτον, ὅρα μὴ μάτην κόμπος ὁ λόγος οὗτος εἰρημένος ᾖ. Γιατί, αν ο καθένας από κείνους είναι σε θέση ν᾽ αντιμετωπίσει δέκα άντρες απ᾽ το δικό μου στρατό, τότε μπορώ να έχω την απαίτηση από σένα να ᾽σαι σε θέση να τα βγάλεις πέρα με είκοσι· κι έτσι θα μπορούσε να έχει βάση ο ισχυρισμός σου. Αλλά αν, με τη δύναμη και το ανάστημα που έχετε εσύ κι εκείνοι από τους Έλληνες που σχετίζονται μαζί μου, καυχησιολογείτε σε τέτοιο βαθμό, πρόσεξε μήπως τα λόγια που έχεις πει είναι κούφια κομπορρημοσύνη.
[7.103.3] ἐπεὶ φέρε ἴδω παντὶ τῷ οἰκότι· κῶς ἂν δυναίατο χίλιοι ἢ καὶ μύριοι ἢ καὶ πεντακισμύριοι, ἐόντες γε ἐλεύθεροι πάντες ὁμοίως καὶ μὴ ὑπ᾽ ἑνὸς ἀρχόμενοι, στρατῷ τοσῷδε ἀντιστῆναι; ἐπεί τοι πλεῦνες περὶ ἕνα ἕκαστον γινόμεθα ἢ χίλιοι, ἐόντων ἐκείνων πέντε χιλιάδων. Γιατί εντάξει, ας δούμε τα πράματα με τη λογική· πώς θα ᾽ταν δυνατό χίλιοι ή και δέκα χιλιάδες ή και πενήντα χιλιάδες, που όλοι τους θα ήταν στον ίδιο βαθμό ελεύθεροι και δεν τους εξουσίαζε ένας, να χτυπηθούν με τόσο μεγάλο στρατό; Γιατί αναλογούμε πάνω από χίλιοι στον καθένα τους, αν πούμε πως εκείνοι είναι πέντε χιλιάδες.
[7.103.4] ὑπὸ μὲν γὰρ ἑνὸς ἀρχόμενοι κατὰ τρόπον τὸν ἡμέτερον γενοίατ᾽ ἂν δειμαίνοντες τοῦτον καὶ παρὰ τὴν ἑωυτῶν φύσιν ἀμείνονες καὶ ἴοιεν ἀναγκαζόμενοι μάστιγι ἐς πλεῦνας ἐλάσσονες ἐόντες· ἀνειμένοι δὲ ἐς τὸ ἐλεύθερον οὐκ ἂν ποιέοιεν τούτων οὐδέτερα. δοκέω δὲ ἔγωγε καὶ ἀνισωθέντας πλήθεϊ χαλεπῶς ἂν Ἕλληνας Πέρσῃσι μούνοισι μάχεσθαι. Βέβαια αν, όπως συμβαίνει με μας, τους εξουσίαζε ένας, από το φόβο που θα τους έδινε θα μπορούσαν να δείξουν μεγαλύτερη παλικαριά απ᾽ αυτή που έχουν από φυσικού τους, και θα βάδιζαν, κι ας ήταν λιγότεροι, εναντίον περισσότερων — να ᾽ναι καλά το μαστίγιο που θα τους ανάγκαζε· όμως, με το χαλάρωμα που τους δίνει η ελευθερία, ούτε το ένα ούτε τ᾽ άλλο απ᾽ αυτά θα μπορούσαν να κάνουν. Αλλά εγώ πιστεύω πως, κι αν ακόμη εξισωθούν αριθμητικά, δύσκολα οι Έλληνες θα έδιναν μάχη με τους Πέρσες, μονάχα μ᾽ αυτούς!
[7.103.5] ἀλλὰ παρ᾽ ἡμῖν [μὲν μούνοισι] τοῦτό ἐστι τὸ σὺ λέγεις, ἔστι γε μέντοι οὐ πολλὸν ἀλλὰ σπάνιον· εἰσὶ γὰρ Περσέων τῶν ἐμῶν αἰχμοφόρων οἳ ἐθελήσουσι Ἑλλήνων ἀνδράσι τρισὶ ὁμοῦ μάχεσθαι· τῶν σὺ ἐὼν ἄπειρος πολλὰ φλυηρέεις. Αντίθετα, εμείς το έχουμε αυτό που ισχυρίζεσαι, όχι βέβαια σε αφθονία, αλλά σπάνιο· δηλαδή, ανάμεσα στους δικούς μου Πέρσες δορυφόρους βρίσκονται ορισμένοι που πρόθυμα θα χτυπιόνταν με τρεις Έλληνες μαζί ο καθένας τους· εσύ αυτούς δεν τους ξέρεις, γι᾽ αυτό και η ακατάσχετη φλυαρία σου».
[7.104.1] πρὸς ταῦτα Δημάρητος λέγει· Ὦ βασιλεῦ, ἀρχῆθεν ἠπιστάμην ὅτι ἀληθείῃ χρεώμενος οὐ φίλα τοι ἐρέω. σὺ δὲ ἐπεὶ ἠνάγκασας λέγειν τῶν λόγων τοὺς ἀληθεστάτους, ἔλεγον τὰ κατήκοντα Σπαρτιήτῃσι. Σ᾽ αυτά αποκρίθηκε ο Δημάρατος: «Βασιλιά μου, ήξερα απ᾽ την αρχή πως με τη γλώσσα της αλήθειας δε θα σ᾽ ευχαριστούσα. Επειδή όμως εσύ μ᾽ εξανάγκασες να σου πω όλη την αλήθεια, σου εξέθεσα τη σπαρτιατική πραγματικότητα.
[7.104.2] καίτοι ὡς ἐγὼ τυγχάνω τὰ νῦν τάδε ἐστοργὼς ἐκείνους, αὐτὸς μάλιστα ἐξεπίστεαι, οἵ με τιμήν τε καὶ γέρεα ἀπελόμενοι πατρώια ἄπολίν τε καὶ φυγάδα πεποιήκασι, πατὴρ δὲ ‹ὁ› σὸς ὑποδεξάμενος βίον τέ μοι καὶ οἶκον ἔδωκε. οὐκ ὦν οἰκός ἐστι ἄνδρα τὸν σώφρονα εὐνοίην φαινομένην διωθέεσθαι, ἀλλὰ στέργειν μάλιστα. Ποιά βέβαια τυχαίνει να είναι σήμερα τα αισθήματά μου απέναντί τους, εσύ ο ίδιος το ξέρεις καλύτερα απ᾽ τον καθένα, που μου στέρησαν τ᾽ αξιώματα και τα κληρονομικά προνόμιά μου και μ᾽ έκαναν χωρίς πατρίδα κι εξόριστο, ενώ ο πατέρας σου με δέχτηκε στην αυλή του και μου έδωσε περιουσία και στέγη. Λοιπόν είναι παράλογο ένας μυαλωμένος άνθρωπος ν᾽ αποδιώχνει μια ολοφάνερη εύνοια — αντίθετα, την αγκαλιάζει όσο γίνεται πιο σφιχτά.
[7.104.3] ἐγὼ δὲ οὔτε δέκα ἀνδράσι ὑπίσχομαι οἷός τε εἶναι μάχεσθαι οὔτε δυοῖσι, ἑκών τε εἶναι οὐδ᾽ ἂν μουνομαχέοιμι. εἰ δὲ ἀναγκαίη εἴη ἢ μέγας τις ὁ ἐποτρύνων ἀγών, μαχοίμην ἂν πάντων ἥδιστα ἑνὶ τούτων τῶν ἀνδρῶν οἳ Ἑλλήνων ἕκαστός φησι τριῶν ἄξιος εἶναι. Τώρα, εγώ δεν ισχυρίζομαι ότι μπορώ να χτυπηθώ ούτε με δέκα άντρες ούτε με δυο, κι όσο είναι στο χέρι μου ούτε καν θα μονομαχούσα. Αν όμως το έφερνε η ανάγκη ή είχε κάπως μεγάλη σημασία το τί διακυβεύεται στον αγώνα, με την πιο μεγάλη ευχαρίστηση θα ερχόμουν στα χέρια μ᾽ έναν απ᾽ αυτούς τους άντρες που λένε πως ο καθένας τους αξίζει για τρεις Έλληνες.
[7.104.4] ὣς δὲ καὶ Λακεδαιμόνιοι κατὰ μὲν ἕνα μαχόμενοι οὐδαμῶν εἰσι κακίονες ἀνδρῶν, ἀλέες δὲ ἄριστοι ἀνδρῶν ἁπάντων. ἐλεύθεροι γὰρ ἐόντες οὐ πάντα ἐλεύθεροί εἰσι· ἔπεστι γάρ σφι δεσπότης νόμος, τὸν ὑποδειμαίνουσι πολλῷ ἔτι μᾶλλον ἢ οἱ σοὶ σέ. Το ίδιο και οι Λακεδαιμόνιοι· πολεμώντας ένας προς ένα δεν είναι κατώτεροι από οποιονδήποτε πολεμιστή, πολεμώντας όμως όλοι τους μαζί είναι οι πιο αντρειωμένοι του κόσμου. Γιατί είναι βέβαια ελεύθεροι, όμως η ελευθερία τους δεν είναι απόλυτη· γιατί πάνω τους στέκεται δυνάστης ο νόμος, που τον τρέμουν πολύ περισσότερο απ᾽ ό,τι οι δικοί σου εσένα.
[7.104.5] ποιεῦσι γῶν τὰ ἂν ἐκεῖνος ἀνώγῃ· ἀνώγει δὲ τὠυτὸ αἰεί, οὐκ ἐῶν φεύγειν οὐδὲν πλῆθος ἀνθρώπων ἐκ μάχης, ἀλλὰ μένοντας ἐν τῇ τάξι ἐπικρατέειν ἢ ἀπόλλυσθαι. σοὶ δὲ εἰ φαίνομαι ταῦτα λέγων φλυηρέειν, ἀλλὰ σιγᾶν θέλω τὸ λοιπόν· νῦν δὲ ἀναγκασθεὶς ἔλεξα. γένοιτο μέντοι κατὰ νόον τοι, βασιλεῦ. Εκτελούν λοιπόν ό,τι τους προστάζει αυτός· και τους δίνει πάντοτε την ίδια προσταγή, απαγορεύοντάς τους να υποχωρούν στη μάχη μπροστά σε πλήθος ανθρώπων, όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό, αλλά να μένουν στις γραμμές τους και να ζητούν ή τη νίκη ή τη θανή. Τώρα, αν μιλώντας έτσι σου δίνω την εντύπωση ότι φλυαρώ, ε λοιπόν, αποδώ και πέρα δε θέλω ν᾽ ανοίξω το στόμα μου· αλλά τώρα εξαναγκάστηκα να μιλήσω. Οπωσδήποτε, ας έρθουν τα πράματα όπως τα θέλει η καρδιά σου, βασιλιά μου».
[7.105.1] Ὁ μὲν δὴ ταῦτα ἀμείψατο, Ξέρξης δὲ ἐς γέλωτά τε ἔτρεψε καὶ οὐκ ἐποιήσατο ὀργὴν οὐδεμίαν, ἀλλ᾽ ἠπίως αὐτὸν ἀπεπέμψατο. τούτῳ δὲ ἐς λόγους ἐλθὼν Ξέρξης καὶ ὕπαρχον ἐν τῷ Δορίσκῳ τούτῳ καταστήσας Μασκάμην τὸν Μεγαδόστεω, τὸν δὲ ὑπὸ Δαρείου σταθέντα καταπαύσας, ἐξήλαυνε τὸν στρατὸν διὰ τῆς Θρηίκης ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. Λοιπόν εκείνος αυτά του αποκρίθηκε κι ο Ξέρξης έβαλε τα γέλια και δεν εξοργίστηκε καθόλου, αλλά με γλυκό τρόπο τον έστειλε στη θέση του. Λοιπόν ύστερ᾽ απ᾽ τη συνομιλία που είχε μ᾽ αυτόν ο Ξέρξης, διόρισε κυβερνήτη εκεί στον Δορίσκο τον Μασκάμη, το γιο του Μεγαδόστη, αφού έδιωξε εκείνον που είχε τοποθετήσει ο Δαρείος, και κατόπι προέλαυνε με το στρατό του, διασχίζοντας τη Θράκη, εναντίον της Ελλάδας.
[7.106.1] κατέλιπε δὲ ἄνδρα τοιόνδε Μασκάμην γενόμενον, τῷ μούνῳ Ξέρξης δῶρα πέμπεσκε ὡς ἀριστεύοντι πάντων ὅσους αὐτὸς κατέστησε ἢ Δαρεῖος ὑπάρχους, πέμπεσκε δὲ ἀνὰ πᾶν ἔτος· ὣς δὲ καὶ Ἀρτοξέρξης ὁ Ξέρξεω τοῖσι Μασκαμείοισι ἐκγόνοισι. κατέστασαν γὰρ ἔτι πρότερον ταύτης τῆς ἐλάσιος ὕπαρχοι ἐν τῇ Θρηίκῃ καὶ τοῦ Ἑλλησπόντου πανταχῇ. Κι εμπιστεύτηκε τη θέση αυτή στον Μασκάμη, που αξιώθηκε, με την αρετή που έδειξε, να ᾽ναι ο μόνος απ᾽ όλους όσους διόρισε ο ίδιος ή ο Δαρείος κυβερνήτες, που ως πρώτο και καλύτερο του έστελνε ταχτικά ο Ξέρξης δώρα, όπως επίσης κι ο Αρτοξέρξης, ο γιος του Ξέρξη, στους απογόνους του Μασκάμη. Γιατί κυβερνήτες διορίζονταν στη Θράκη και σ᾽ όλα τα μέρη του Ελλησπόντου ακόμα και πριν απ᾽ αυτή την εκστρατεία.
[7.106.2] οὗτοι ὦν πάντες, οἵ τε ἐκ Θρηίκης καὶ τοῦ Ἑλλησπόντου, πλὴν τοῦ ἐν Δορίσκῳ ὑπὸ Ἑλλήνων ὕστερον ταύτης τῆς στρατηλασίης ἐξαιρέθησαν· τὸν δὲ ἐν Δορίσκῳ [Μασκάμην] οὐδαμοί κω ἐδυνάσθησαν ἐξελεῖν, πολλῶν πειρησαμένων. διὰ τοῦτο δέ οἱ τὰ δῶρα πέμπεται παρὰ τοῦ βασιλεύοντος αἰεὶ ἐν Πέρσῃσι. Λοιπόν όλους αυτούς, ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την εκστρατεία, και της Θράκης και του Ελλησπόντου, τους απόδιωξαν οι Έλληνες, εκτός από τον κυβερνήτη του Δορίσκου. Αλλά τον κυβερνήτη του Δορίσκου κανένας ώς τώρα δεν μπόρεσε να τον αποδιώξει, απ᾽ τους πολλούς που το επιχείρησαν. Γι᾽ αυτό το λόγο οι βασιλιάδες των Περσών, καθώς ο ένας διαδεχόταν τον άλλο, συνεχώς του έστελναν δώρα.
[7.107.1] τῶν δὲ ἐξαιρεθέντων ὑπὸ Ἑλλήνων οὐδένα βασιλεὺς Ξέρξης ἐνόμισε εἶναι ἄνδρα ἀγαθὸν εἰ μὴ Βόγην μοῦνον τὸν ἐξ Ἠιόνος. τοῦτον δὲ αἰνέων οὐκ ἐπαύετο καὶ τοὺς περιεόντας αὐτοῦ ἐν Πέρσῃσι παῖδας ἐτίμα μάλιστα, ἐπεὶ καὶ ἄξιος ἐπαίνου μεγάλου ἐγένετο Βόγης· ὅς ἐπειδὴ ἐπολιορκέετο ὑπὸ Ἀθηναίων καὶ Κίμωνος τοῦ Μιλτιάδεω, παρεὸν αὐτῷ ὑπόσπονδον ἐξελθεῖν καὶ νοστῆσαι ἐς τὴν Ἀσίην, οὐκ ἠθέλησε, μὴ δειλίῃ δόξειε περιεῖναι βασιλέϊ, ἀλλὰ διεκαρτέρεε ἐς τὸ ἔσχατον. Κι απ᾽ όσους αποδιώχτηκαν από τους Έλληνες, κανένα δεν παραδέχτηκε ο Ξέρξης πως είναι άντρας που το λέει η καρδιά του εκτός από τον Βόγη, τον κυβερνήτη της Ηιόνας, μονάχα αυτόν. Λοιπόν, δε σταμάτησε να τον επαινεί κι έδινε τις πιο μεγάλες τιμές στα παιδιά του, όσα σώθηκαν και ζούσαν στην Ασία· ο Βόγης πήρε με την αξία του τον μεγάλο έπαινο, επειδή, όταν τον πολιορκούσαν οι Αθηναίοι και ο Κίμων, ο γιος του Μιλτιάδη, ενώ του δόθηκε η δυνατότητα να βγει με συνθήκες και να γυρίσει στην Ασία, δεν το καταδέχτηκε, μήπως δώσει την εντύπωση στο βασιλιά ότι σώθηκε με τη δειλία του, αλλά κράτησε άμυνα ώς εκεί που δεν παίρνει άλλο.
[7.107.2] ὡς δ᾽ οὐδὲν ἔτι φορβῆς ἐνῆν ἐν τῷ τείχεϊ, συννήσας πυρὴν μεγάλην ἔσφαξε τὰ τέκνα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰς παλλακὰς καὶ τοὺς οἰκέτας καὶ ἔπειτα ἐσέβαλε ἐς τὸ πῦρ, μετὰ δὲ ταῦτα τὸν χρυσὸν ἅπαντα τὸν ἐκ τοῦ ἄστεος καὶ τὸν ἄργυρον ἔσπειρε ἀπὸ τοῦ τείχεος ἐς τὸν Στρυμόνα, ποιήσας δὲ ταῦτα ἑωυτὸν ἐσέβαλε ἐς τὸ πῦρ. οὕτω μὲν οὗτος δικαίως αἰνέεται ἔτι καὶ ἐς τόδε ὑπὸ Περσέων. Κι όταν πια σώθηκαν όλα τα τρόφιμα μέσα στο κάστρο του, έβαλε φωτιά σε μεγάλο σωρό ξύλων κι έσφαξε τα παιδιά του και τη γυναίκα του κι όλες τις παλλακίδες και τους υπηρέτες του· κατόπι έριξε τα πτώματά τους στη φωτιά κι ύστερα όλο το χρυσάφι και το ασήμι που ήταν στην πόλη το σκόρπισε πάνω από το τείχος στον Στρυμόνα· τα ᾽κανε αυτά κι ύστερα έπεσε κι ο ίδιος μέσα στη φωτιά. Έτσι λοιπόν δικαίως ακόμα και σήμερα οι Πέρσες πλέκουν το εγκώμιό του.
[7.108.1] Ξέρξης δὲ ἐκ τοῦ Δορίσκου ἐπορεύετο ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, τοὺς δὲ αἰεὶ γινομένους ἐμποδὼν συστρατεύεσθαι ἠνάγκαζε. ἐδεδούλωτο γάρ, ὡς καὶ πρότερόν μοι δεδήλωται, ἡ μέχρι Θεσσαλίης πᾶσα καὶ ἦν ὑπὸ βασιλέα δασμοφόρος, Μεγαβάζου τε καταστρεψαμένου καὶ ὕστερον Μαρδονίου. Κι ο Ξέρξης απ᾽ τον Δορίσκο συνέχισε την πορεία του εναντίον της Ελλάδας και ανάγκαζε να τον ακολουθήσουν στην εκστρατεία, ο ένας μετά τον άλλο, όσοι λαοί παρεμβάλλονταν στην προέλασή του. Γιατί, όπως και προηγουμένως έχω αναφέρει, ύστερ᾽ από την κατάκτησή τους από τον Μεγάβαζο και αργότερα από τον Μαρδόνιο, όλες οι περιοχές ώς τη Θεσσαλία είχαν υποδουλωθεί κι ήταν φόρου υποτελείς στον βασιλιά.
[7.108.2] παραμείβετο δὲ πορευόμενος ἐκ Δορίσκου πρῶτα μὲν τὰ Σαμοθρηίκια τείχεα, τῶν ἐσχάτη πεπόλισται πρὸς ἑσπέρης πόλις τῇ οὔνομά ἐστι Μεσαμβρίη. ἔχεται δὲ ταύτης Θασίων πόλις Στρύμη, διὰ δέ σφεων τοῦ μέσου Λίσος ποταμὸς διαρρέει, ὃς τότε οὐκ ἀντέσχε τὸ ὕδωρ παρέχων τῷ Ξέρξεω στρατῷ ἀλλ᾽ ἐπέλιπε. Στην πορεία του από τον Δορίσκο προσπέρασε τα φρούρια των Σαμοθρακών, που η τελευταία αποικία που έχουν ιδρύσει προς τα δυτικά λέγεται Μεσημβρία. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτήν έρχεται μια πόλη των Θασίων, η Στρύμη, κι ανάμεσ᾽ απ᾽ αυτές τις δυο ο ποταμός Λίσος κυλά τα νερά του, που δε στάθηκαν τότε αρκετά να ξεδιψάσουν το στρατό του Ξέρξη, αλλά στέρεψαν.
[7.108.3] ἡ δὲ χώρη αὕτη πάλαι μὲν ἐκαλέετο Γαλλαϊκή, νῦν δὲ Βριαντική· ἔστι μέντοι τῷ δικαιοτάτῳ τῶν λόγων καὶ αὕτη Κικόνων. Κι αυτή η περιοχή τον παλιό καιρό ονομαζόταν Γαλλαϊκή, σήμερα όμως Βριαντική· αλλά, αν κάποιοι μ᾽ όλο τους το δίκιο μπορούν κι αυτή να τη λένε δική τους, είναι οι Κίκονες.
[7.109.1] διαβὰς δὲ τοῦ Λίσου ποταμοῦ τὸ ῥέεθρον ἀπεξηρασμένον πόλις Ἑλληνίδας τάσδε παραμείβετο, Μαρώνειαν, Δίκαιαν, Ἄβδηρα. ταύτας τε δὴ παρεξήιε καὶ κατὰ ταύτας λίμνας ὀνομαστὰς τάσδε, Μαρωνείης μὲν μεταξὺ καὶ Στρύμης κειμένην Ἰσμαρίδα, κατὰ δὲ Δίκαιαν Βιστονίδα, ἐς τὴν ποταμοὶ δύο ἐσιεῖσι τὸ ὕδωρ, Τραῦός τε καὶ Κόμψατος. κατὰ δὲ Ἄβδηρα λίμνην μὲν οὐδεμίαν ἐοῦσαν ὀνομαστὴν παραμείψατο Ξέρξης, ποταμὸν δὲ Νέστον ῥέοντα ἐς θάλασσαν. Κι αφού διάβηκε και την κοίτη του ποταμού Λίσου, που έμεινε κατάξερη, προσπέρασε τις εξής ελληνικές πόλεις: τη Μαρώνεια, τη Δικαία, τα Άβδηρα. Προσπερνούσε λοιπόν κι αυτές και τις εξής ξακουστές λίμνες της περιοχής τους· την Ισμαρίδα, που βρίσκεται ανάμεσα στη Μαρώνεια και τη Στρύμη, τη Βιστονίδα, στην περιοχή της Δικαίας, στην οποία χύνουν τα νερά τους δυο ποταμοί, ο Τραύος και ο Κόμψατος· στην περιοχή των Αβδήρων όμως ο Ξέρξης δεν προσπέρασε καμιά ξακουστή λίμνη, αλλά τον ποταμό Νέστο, που χύνει τα νερά του στη θάλασσα.
[7.109.2] μετὰ δὲ ταύτας τὰς χώρας Θασίων τὰς ἠπειρώτιδας πόλις παρήιε, τῶν ἐν μιῇ λίμνη ἐοῦσα τυγχάνει ὡσεὶ τριήκοντα σταδίων μάλιστά κῃ τὴν περίοδον, ἰχθυώδης τε καὶ κάρτα ἁλμυρή· ταύτην τὰ ὑποζύγια μοῦνα ἀρδόμενα ἀνεξήρηνε. τῇ δὲ πόλι ταύτῃ οὔνομά ἐστι Πίστυρος. ταύτας μὲν δὴ τὰς πόλιας τὰς παραθαλασσίας τε καὶ Ἑλληνίδας ἐξ εὐωνύμου χειρὸς ἀπέργων παρεξήιε· Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτές τις περιοχές προσπερνούσε τις πόλεις που έχουν στη στεριά οι Θάσιοι· σε μια απ᾽ αυτές τυχαίνει να βρίσκεται μια λίμνη με περιφέρεια, όπως φαίνεται, περίπου τριάντα σταδίους, ψαρομάνα και με το παραπάνω αλμυρή· αυτή την αποξήραναν τα υποζύγια πίνοντας το νερό της — μονάχα αυτά! Κι η πόλη ονομάζεται Πίστυρος. Λοιπόν, αφήνοντάς τες στο αριστερό του χέρι, προσπερνούσε αυτές τις πόλεις, παραθαλάσσιες και ελληνικές.
[7.110.1] ἔθνεα δὲ Θρηίκων δι᾽ ὧν τῆς χώρης ὁδὸν ἐποιέετο τοσάδε, Παῖτοι, Κίκονες, Βίστονες, Σαπαῖοι, Δερσαῖοι, Ἠδωνοί, Σάτραι. τούτων οἱ μὲν παρὰ θάλασσαν κατοικημένοι ἐν τῇσι νηυσὶ εἵποντο· οἱ δὲ αὐτῶν τὴν μεσόγαιαν οἰκέοντες καταλεχθέντες τε ὑπ᾽ ἐμεῦ, πλὴν Σατρέων οἱ ἄλλοι πάντες πεζῇ ἀναγκαζόμενοι εἵποντο. Οι θρακικές φυλές που διέσχιζε τις χώρες τους στην πορεία του ο Ξέρξης ήταν οι εξής: οι Παίτοι, οι Κίκονες, οι Βίστονες, οι Σαπαίοι, οι Δερσαίοι, οι Ηδωνοί, οι Σάτρες. Όσοι απ᾽ αυτούς κατοικούσαν τα παραθαλάσσια, ακολουθούσαν το ναυτικό του, ενώ όσοι κατοικούσαν στα μεσόγεια (αυτούς που έχω περιλάβει στον κατάλογό μου), εκτός από τους Σάτρες, υποχρεώθηκαν ν᾽ ακολουθήσουν το εκστρατευτικό σώμα πεζοί.
[7.111.1] Σάτραι δὲ οὐδενός κω ἀνθρώπων ὑπήκοοι ἐγένοντο, ὅσον ἡμεῖς ἴδμεν, ἀλλὰ διατελεῦσι τὸ μέχρι ἐμεῦ αἰεὶ ἐόντες ἐλεύθεροι μοῦνοι Θρηίκων· οἰκέουσί τε γὰρ ὄρεα ὑψηλά, ἴδῃσί τε παντοίῃσι καὶ χιόνι συνηρεφέα, καί εἰσι τὰ πολέμια ἄκροι. Οι Σάτρες, απ᾽ όσες πληροφορίες έχουμε για το παρελθόν, ώς σήμερα δεν έχουν υποταχτεί σε κανένα, αλλά ζουν συνεχώς ελεύθεροι, μονάχα αυτοί από τους Θράκες· γιατί κατοικούν σε ψηλά βουνά, σκεπασμένα πέρα ώς πέρα από κάθε λογής δέντρα κι απ᾽ το χιόνι, και δεν έχουν το ταίρι τους στην πολεμική αρετή.
[7.111.2] οὗτοι οἱ τοῦ Διονύσου τὸ μαντήιόν εἰσι ἐκτημένοι· τὸ δὲ μαντήιον τοῦτο ἐστὶ μὲν ἐπὶ τῶν ὀρέων τῶν ὑψηλοτάτων, Βησσοὶ δὲ τῶν Σατρέων εἰσὶ οἱ προφητεύοντες τοῦ ἱροῦ, πρόμαντις δὲ ἡ χρέωσα κατά περ ἐν Δελφοῖσι, καὶ οὐδὲν ποικιλώτερον. Δικό τους είναι το μαντείο του Διονύσου· το μαντείο αυτό βρίσκεται πάνω στα πιο ψηλά βουνά· κι ανάμεσα στους Σάτρες οι Βησσσοί είναι αυτοί απ᾽ τους οποίους προέρχονται οι ιερείς του μαντείου, ενώ η μάντισσα είναι που χρησμοδοτεί, κάτι παρόμοιο μ᾽ ό,τι γίνεται στους Δελφούς· οι άλλες παραδοξολογίες είναι παραπανίσιες.
[7.112.1] Παραμειψάμενος δὲ ὁ Ξέρξης τὴν εἰρημένην δεύτερα τούτων παραμείβετο τείχεα τὰ Πιέρων, τῶν ἑνὶ Φάγρης ἐστὶ οὔνομα καὶ ἑτέρῳ Πέργαμος. ταύτῃ μὲν δὴ παρ᾽ αὐτὰ τὰ τείχεα τὴν ὁδὸν ἐποιέετο, ἐκ δεξιῆς χειρὸς τὸ Πάγγαιον ὄρος ἀπέργων, ἐὸν μέγα τε καὶ ὑψηλόν, ἐν τῷ χρύσεά τε καὶ ἀργύρεα ἔνι μέταλλα, τὰ νέμονται Πίερές τε καὶ Ὀδόμαντοι καὶ μάλιστα Σάτραι. Ο Ξέρξης λοιπόν προσπερνώντας την περιοχή για την οποία κάναμε λόγο, στη συνέχεια προσπέρασε τα φρούρια των Πιέρων, που το ένα τους ονομάζεται Φάγρης και τ᾽ άλλο Πέργαμος. Κι ακολουθούσε το δρόμο δίπλα απ᾽ αυτά τα φρούρια, αφήνοντας στο δεξί του χέρι το όρος Παγγαίο, μεγάλο και ψηλό, που έχει μεταλλεία χρυσού και ασημιού που τα εκμεταλλεύονται οι Πίερες και οι Οδόμαντοι και προπάντων οι Σάτρες.
[7.113.1] ὑπεροικέοντας δὲ τὸ Πάγγαιον πρὸς βορέω ἀνέμου Παίονας Δόβηράς τε καὶ Παιόπλας παρεξιὼν ἤιε πρὸς ἑσπέρην, ἐς ὃ ἀπίκετο ἐπὶ ποταμόν τε Στρυμόνα καὶ πόλιν Ἠιόνα, τῆς ἔτι ζωὸς ἐὼν ἦρχε Βόγης, τοῦ περ ὀλίγῳ πρότερον τούτων λόγον ἐποιεύμην. Και προσπερνώντας τους Δόβηρες και τους Παιόπλες, φυλές των Παιόνων, που κατοικούσαν πέρ᾽ από το Παγγαίο προς τον άνεμο του βορρά, πορευόταν προς τα δυτικά, ώσπου έφτασε στον ποταμό Στρυμόνα και την πόλη Ηιόνα, όπου ακόμα ζούσε και κυβερνούσε ο Βόγης, για τον οποίο έκανα λόγο λίγο παραπάνω.
[7.113.2] ἡ δὲ γῆ αὕτη ἡ περὶ τὸ Πάγγαιον ὄρος καλέεται Φυλλίς, κατατείνουσα τὰ μὲν πρὸς ἑσπέρην ἐπὶ ποταμὸν Ἀγγίτην ἐκδιδόντα ἐς τὸν Στρυμόνα, τὰ δὲ πρὸς μεσαμβρίην τείνουσα ἐς αὐτὸν τὸν Στρυμόνα· ἐς τὸν οἱ μάγοι ἐκαλλιερέοντο σφάζοντες ἵππους λευκούς. Κι αυτή η περιοχή, που βρίσκεται γύρω απ᾽ το Παγγαίο, λέγεται Φυλλίδα, κι εκτείνεται προς τα δυτικά ώς τον ποταμό Αγγίτη που χύνει τα νερά του στον Στρυμόνα, ενώ προς τα νότια εκτείνεται ώς τον ίδιο τον Στρυμόνα, στον οποίο οι μάγοι, για να πάρουν αίσιους οιωνούς, έσφαζαν κάτασπρα άλογα.
[7.114.1] φαρμακεύσαντες δὲ ταῦτα ἐς τὸν ποταμὸν καὶ ἄλλα πολλὰ πρὸς τούτοισι ἐν Ἐννέα ὁδοῖσι τῇσι Ἠδωνῶν ἐπορεύοντο κατὰ τὰς γεφύρας, τὸν Στρυμόνα εὑρόντες ἐζευγμένον. Ἐννέα δὲ ὁδοὺς πυνθανόμενοι τὸν χῶρον τοῦτον καλέεσθαι, τοσούτους ἐν αὐτῷ παῖδάς τε καὶ παρθένους ἀνδρῶν τῶν ἐπιχωρίων ζώοντας κατώρυσσον. Λοιπόν, αφού έκαναν αυτές τις μαγικές τελετές στον ποταμό και, κοντά σ᾽ αυτές, κι άλλα πολλά στην πόλη Εννέα οδοί των Ηδωνών, διάβαιναν από τη γέφυρα του Στρυμόνα, καθώς βρήκαν τις όχθες του ζεμένες με γέφυρα. Κι όταν έμαθαν πως ο τόπος αυτός ονομαζόταν Εννέα οδοί, εκεί κατάχωσαν ζωντανούς στη γη εννιά παλικάρια κι εννιά κοπέλες του εντόπιου πληθυσμού.
[7.114.2] Περσικὸν δὲ τὸ ζώοντας κατορύσσειν, ἐπεὶ καὶ Ἄμηστριν τὴν Ξέρξεω γυναῖκα πυνθάνομαι γηράσασαν δὶς ἑπτὰ Περσέων παῖδας, ἐόντων ἐπιφανέων ἀνδρῶν, ὑπὲρ ἑωυτῆς τῷ ὑπὸ γῆν λεγομένῳ εἶναι θεῷ ἀντιχαρίζεσθαι κατορύσσουσαν. Κι είναι περσικό έθιμο να καταχώνουν στη γη ζωντανούς· έτσι, έχω την πληροφορία πως και η Άμηστρις, η γυναίκα του Ξέρξη, στα γηρατειά της έκανε χάρισμα στο θεό, που καταπώς πιστεύουν βασιλεύει στον Κάτω κόσμο, δυο επτάδες αγόρια, γιους επισήμων Περσών, καταχώνοντάς τα στη γη — ήταν το ευχαριστώ της στο θεό που της χάριζε ζωή.
[7.115.1] ὡς δὲ ἀπὸ τοῦ Στρυμόνος ἐπορεύετο ὁ στρατός, ἐνθαῦτα πρὸς ἡλίου δυσμέων ἐστὶ αἰγιαλὸς ἐν τῷ οἰκημένην Ἄργιλον πόλιν Ἑλλάδα παρεξήιε· αὕτη δὲ καὶ ἡ κατύπερθε ταύτης καλέεται Βισαλτίη. Ο στρατός συνέχιζε την πορεία του από τον Στρυμόνα· εκεί, κατά τη μεριά που βασιλεύει ο ήλιος, σε μια παραλία είναι χτισμένη η ελληνική πόλη Άργιλος, που την προσπέρασε· η περιοχή αυτή, όπως κι εκείνη που βρίσκεται στα βορινά της, λέγεται Βισαλτία.
[7.115.2] ἐνθεῦτεν δὲ κόλπον τὸν ἐπὶ Ποσιδηίου ἐξ ἀριστερῆς χειρὸς ἔχων ἤιε διὰ Συλέος πεδίου καλεομένου, Στάγιρον πόλιν Ἑλλάδα παραμειβόμενος, καὶ ἀπίκετο ἐς Ἄκανθον, ἅμα ἀγόμενος τούτων ἕκαστον τῶν ἐθνέων καὶ τῶν περὶ τὸ Πάγγαιον ὄρος οἰκεόντων, ὁμοίως καὶ τῶν πρότερον κατέλεξα, τοὺς μὲν παρὰ θάλασσαν ἔχων οἰκημένους ἐν νηυσὶ στρατευομένους, τοὺς δ᾽ ὑπὲρ θαλάσσης πεζῇ ἑπομένους. Κι αποκεί, έχοντας στο αριστερό του χέρι τον κόλπο που γειτονεύει με το ναό του Ποσειδώνος, πορευόταν διασχίζοντας την πεδιάδα που ονομαζόταν του Συλέως, προσπερνώντας την ελληνική πόλη Στάγιρο κι έφτασε στην Άκανθο, ενσωματώνοντας στο εκστρατευτικό του σώμα τον ένα ύστερ᾽ από τον άλλο τους στρατούς όλων των εθνών αυτής της περιοχής κι εκείνων που κατοικούσαν γύρω από το όρος Παγγαίο, με τον τρόπο που είχε ενσωματώσει αυτούς που τον κατάλογό τους έδωσα προηγουμένως: όσους κατοικούσαν στα παραθαλάσσια τους στρατολόγησε και τους ενσωμάτωσε στο ναυτικό, ενώ όσοι κατοικούσαν στα μεσόγεια τον ακολουθούσαν πεζοί.
[7.115.3] τὴν δὲ ὁδὸν ταύτην, τῇ βασιλεὺς Ξέρξης τὸν στρατὸν ἤλασε, οὔτε συγχέουσι Θρήικες οὔτ᾽ ἐπισπείρουσι, σέβονταί τε μεγάλως τὸ μέχρι ἐμεῦ. Και το δρόμο αυτόν, απ᾽ τον οποίο προέλασε ο βασιλιάς Ξέρξης με το στρατό του, οι Θράκες ούτε τον σκάβουν ούτε σπέρνουν απάνω του, αλλά του δείχνουν μεγάλο σεβασμό, ώς τις μέρες μας.
[7.116.1] ὡς δὲ ἄρα ἐς τὴν Ἄκανθον ἀπίκετο, ξεινίην τε ὁ Ξέρξης τοῖσι Ἀκανθίοισι προεῖπε καὶ ἐδωρήσατό σφεας ἐσθῆτι Μηδικῇ ἐπαίνεέ τε, ὁρέων αὐτοὺς προθύμους ἐόντας ἐς τὸν πόλεμον καὶ τὸ ὄρυγμα †ἀκούων†. Κι όταν ο Ξέρξης έφτασε στην Άκανθο, ανακήρυξε την πόλη των Ακανθίων φιλική του βασιλιά και της έκανε δώρο μηδική ενδυμασία· κι έκανε το εγκώμιό τους, βλέποντάς τους να δείχνουν μεγάλο ζήλο για τις πολεμικές επιχειρήσεις του κι έχοντας τις πληροφορίες για τη διώρυγα.
[7.117.1] ἐν Ἀκάνθῳ δὲ ἐόντος Ξέρξεω συνήνεικε ὑπὸ νούσου ἀποθανεῖν τὸν ἐπεστεῶτα τῆς διώρυχος Ἀρταχαίην, δόκιμον ἐόντα παρὰ Ξέρξῃ καὶ γένος Ἀχαιμενίδην, μεγάθεΐ τε μέγιστον ἐόντα Περσέων (ἀπὸ γὰρ πέντε πήχεων βασιληίων ἀπέλειπε τέσσερας δακτύλους) φωνέοντά τε μέγιστον ἀνθρώπων, ὥστε Ξέρξην συμφορὴν ποιησάμενον μεγάλην ἐξενεῖκαί τε αὐτὸν κάλλιστα καὶ θάψαι· ἐτυμβοχόεε δὲ πᾶσα ἡ στρατιή. Κι όσο ο Ξέρξης ήταν στην Άκανθο, συνέβη να πεθάνει από αρρώστια ο αρχιεπιστάτης της διώρυγας, ο Αρταχαίης, που είχε την ιδιαίτερη εκτίμηση του Ξέρξη· από καταγωγή ήταν Αχαιμενίδης και στο ανάστημα ήταν ο πιο ψηλός Πέρσης (γιατί τέσσερα δάχτυλα του έλειπαν για να φτάσει τους πέντε βασιλικούς πήχεις), κι ήταν ο άνθρωπος με την πιο δυνατή φωνή στον κόσμο· κι έτσι ο Ξέρξης πήρε το θάνατό του για μεγάλη συμφορά και του έκανε την πιο μεγαλόπρεπη εκφορά, και τάφο· κι όλος ο στρατός σώρευε χώμα για να του κάνει τύμβο.
[7.117.2] τούτῳ δὲ τῷ Ἀρταχαίῃ θύουσι Ἀκάνθιοι ἐκ θεοπροπίου ὡς ἥρωϊ, ἐπονομάζοντες τὸ οὔνομα. βασιλεὺς μὲν δὴ Ξέρξης ἀπολομένου Ἀρταχαίεω ἐποιέετο συμφορήν· Σ᾽ ετούτον τον Αρταχαίη οι Ακάνθιοι, ύστερ᾽ από χρησμό, προσφέρουν θυσίες σα σε ημίθεο, κραυγάζοντας τ᾽ όνομά του. Λοιπόν πόνεσε η ψυχή του βασιλιά Ξέρξη για το θάνατο του Αρταχαίη.
[7.118.1] οἱ δὲ ὑποδεκόμενοι Ἑλλήνων τὴν στρατιὴν καὶ δειπνίζοντες Ξέρξην ἐς πᾶν κακοῦ ἀπίκατο, οὕτως ὥστε ἀνάστατοι ἐκ τῶν οἴκων ἐγίνοντο, ὅκου γε Θασίοισι ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ ἠπείρῳ πολίων τῶν σφετέρων δεξαμένοισι τὴν Ξέρξεω στρατιὴν καὶ δειπνίσασι Ἀντίπατρος ὁ Ὀργέος ἀραιρημένος, τῶν ἀστῶν ἀνὴρ δόκιμος ὅμοια τῷ μάλιστα, ἀπέδεξε ἐς τὸ δεῖπνον τετρακόσια τάλαντα ἀργυρίου τετελεσμένα. Όσοι από τους Έλληνες δέχτηκαν στις πόλεις τους το στρατό και πρόσφεραν δείπνο στον Ξέρξη, και ποιό κακό δεν τους βρήκε, έτσι που παρατούσαν τα σπίτια τους κι έφευγαν άρον άρον· για παράδειγμα, όταν οι Θάσιοι υποδέχτηκαν το εκστρατευτικό σώμα του Ξέρξη και του πρόσφεραν δείπνο —και το ᾽καναν αυτό εξαιτίας των πόλεων που είχαν ιδρύσει στη στεριά—, ο Αντίπατρος, ο γιος του Οργέως, πολίτης από τους πρώτους ανάμεσα στους πρώτους, που είχε εκλεγεί επί τούτο, παρουσίασε τον εξής απολογισμό: είχαν δαπανηθεί για το δείπνο τετρακόσια τάλαντα ασήμι.
[7.119.1] ὣς δὲ παραπλησίως καὶ ἐν τῇσι ἄλλῃσι πόλισι οἱ ἐπεστεῶτες ἀπεδείκνυσαν τὸν λόγον. τὸ γὰρ δεῖπνον τοιόνδε τι ἐγίνετο, οἷα ἐκ πολλοῦ χρόνου προειρημένον καὶ περὶ πολλοῦ ποιευμένων. Παρόμοιοι ήταν κι οι απολογισμοί που παρουσίαζαν οι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση στις άλλες πόλεις. Γιατί νά τί λογής περίπου ήταν αυτό το δείπνο, αφού μάλιστα είχε παραγγελθεί από πολύ καιρό και του έδιναν εξαιρετική σημασία:
[7.119.2] τοῦτο μέν, ὡς ἐπύθοντο τάχιστα τῶν κηρύκων τῶν περιαγγελλόντων, δασάμενοι σῖτον ἐν τῇσι πόλισι οἱ ἀστοὶ ἄλευρά τε καὶ ἄλφιτα ἐποίευν πάντες ἐπὶ μῆνας συχνούς· τοῦτο δέ, κτήνεα σιτεύεσκον ἐξευρίσκοντες τιμῆς τὰ κάλλιστα, ἔτρεφόν τε ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους ἔν τε οἰκήμασι καὶ λάκκοισι, ἐς ὑποδοχὰς τοῦ στρατοῦ· τοῦτο δέ χρύσεά τε καὶ ἀργύρεα ποτήριά τε καὶ κρητῆρας ἐποιεῦντο καὶ τἆλλα ὅσα ἐπὶ τράπεζαν τιθέαται πάντα· απ᾽ τη μια, αμέσως μόλις άκουαν την αγγελία από τους κήρυκες που τη μετέφεραν παντού ένα γύρο, μοίραζαν σιτάρι στις πόλεις και οι πολίτες όλοι άλεθαν αλεύρι από σιτάρι και κριθάρι δουλεύοντας μήνες πολλούς· κι από την άλλη, σίτευαν ζώα, αναζητώντας με πολύ χρήμα τα πρώτα και καλύτερα, και τάιζαν πουλερικά της στεριάς και υδρόβια μες σε κοτέτσια και πισίνες, για να τραπεζώσουν το στρατό· τέλος, κατασκεύαζαν χρυσά κι ασημένια ποτήρια και κρατήρες κι όλα τ᾽ άλλα που βάζουν πάνω στο τραπέζι.
[7.119.3] ταῦτα μὲν αὐτῷ τε βασιλέϊ καὶ τοῖσι ὁμοσίτοισι μετ᾽ ἐκείνου ἐπεποίητο, τῇ δὲ ἄλλῃ στρατιῇ τὰ ἐς φορβὴν μοῦνα τασσόμενα. ὅκως δὲ ἀπίκοιτο ἡ στρατιή, σκηνὴ μὲν ἔσκε πεπηγυῖα ἑτοίμη ἐς τὴν αὐτὸς σταθμὸν ποιεέσκετο Ξέρξης, ἡ δὲ ἄλλη στρατιὴ [ἔσκε] ὑπαίθριος. Βέβαια ετούτα είχαν κατασκευαστεί για τον βασιλιά και τους ομοτράπεζούς του, ενώ για τον υπόλοιπο στρατό μονάχα αυτά που είχαν παραγγελθεί για τροφή του. Τώρα, μόλις έφτανε το στράτευμα, τους περίμενε μια σκηνή καλοστημένη, που σ᾽ αυτήν κατέλυε ο Ξέρξης, ενώ ο υπόλοιπος στρατός κατέλυε στο ύπαιθρο.
[7.119.4] ὡς δὲ δείπνου γίνοιτο ὥρη, οἱ μὲν δεκόμενοι ἔχεσκον πόνον, οἱ δὲ ὅκως πλησθέντες νύκτα αὐτοῦ ἀγάγοιεν, τῇ ὑστεραίῃ τήν τε σκηνὴν ἀνασπάσαντες καὶ τὰ ἔπιπλα πάντα λαβόντες οὕτω ἀπελαύνεσκον, λείποντες οὐδὲν ἀλλὰ φερόμενοι. Κι όταν έφτανε η ώρα του δείπνου, αυτοί που φιλοξενούσαν κοψομεσιάζονταν, ενώ οι άλλοι, καλοχορτασμένοι και με το παραπάνω, περνούσαν εκεί τη νύχτα και την άλλη μέρα έριχναν κάτω τη σκηνή και σηκώνονταν κι έφευγαν παίρνοντας κάθε φορά μαζί τους όλα τα έπιπλα και τα σκεύη· δεν άφηναν τίποτε, κουβαλούσαν όλα τα πάντα.
[7.120.1] ἔνθα δὴ Μεγακρέοντος ἀνδρὸς Ἀβδηρίτεω ἔπος εὖ εἰρημένον ἐγένετο, ὃς συνεβούλευσε Ἀβδηρίτῃσι πανδημεὶ αὐτοὺς καὶ γυναῖκας, ἐλθόντας ἐς τὰ σφέτερα ἱρά ἵζεσθαι ἱκέτας τῶν θεῶν παραιτεομένους καὶ τὸ λοιπόν σφι ἀπαμύνειν τῶν ἐπιόντων κακῶν τὰ ἡμίσεα, τῶν τε παροιχομένων ἔχειν σφι μεγάλην χάριν, ὅτι βασιλεὺς Ξέρξης οὐ δὶς ἑκάστης ἡμέρης ἐνόμισε σῖτον αἱρέεσθαι· Σ᾽ αυτή την περίσταση αποδείχτηκε πετυχημένη η φράση του Μεγακρέοντος από τα Άβδηρα, που συμβούλεψε τους Αβδηρίτες, όλη η πόλη, άντρες και γυναίκες, να πάνε στους ναούς τους και να καθίσουν ικέτες στους θεούς, παρακαλώντας τους να γλιτώνουν και στο μέλλον την πόλη τους από τις μισές από τις συμφορές που θα τους περιμένουν, κι εκδηλώνοντας τη μεγάλη ευγνωμοσύνη τους για ό,τι πέρασε και πάει, δηλαδή που ο βασιλιάς Ξέρξης δε συνήθιζε να κάθεται στο τραπέζι δυο φορές τη μέρα·
[7.120.2] παρέχειν γὰρ ἂν Ἀβδηρίτῃσι, εἰ καὶ ἄριστον προείρητο ὅμοια τῷ δείπνῳ παρασκευάζειν, ἢ μὴ ὑπομένειν Ξέρξην ἐπιόντα ἢ καταμείναντας κάκιστα πάντων ἀνθρώπων ἐκτριβῆναι. γιατί, αν οι Αβδηρίτες είχαν πάρει παραγγελία να ετοιμάσουν και γεύμα παρόμοιο με το δείπνο, θα ᾽χαν να κάνουν το έν᾽ από τα δυο: ή να μη μείνουν στην πόλη τους περιμένοντας την επίσκεψη του Ξέρξη ή, αν έμεναν, να εξαθλιωθούν όσο κανένας άλλος στον κόσμο.
[7.121.1] Οἱ μὲν δὴ πιεζόμενοι ὅμως τὸ ἐπιτασσόμενον ἐπετέλεον, Ξέρξης δὲ ἐκ τῆς Ἀκάνθου, ἐντειλάμενος τοῖσι στρατηγοῖσι τὸν ναυτικὸν στρατὸν ὑπομένειν ἐν Θέρμῃ ἀπῆκε ἀπ᾽ ἑωυτοῦ πορεύεσθαι τὰς νέας, Θέρμῃ δὲ τῇ ἐν τῷ Θερμαίῳ κόλπῳ οἰκημένῃ, ἀπ᾽ ἧς καὶ ὁ κόλπος οὗτος τὴν ἐπωνυμίην ἔχει· ταύτῃ γὰρ ἐπυνθάνετο συντομώτατον εἶναι. Ετούτοι λοιπόν, όσο κι αν το βάρος που τους φόρτωσε ο Ξέρξης ήταν μεγάλο, εκτελούσαν τις προσταγές, ενώ ο ίδιος του άφησε τα καράβια να συνεχίσουν μόνα τους την πορεία από την Άκανθο, δίνοντας εντολή στους ναυάρχους να τον περιμένει ο στόλος στη Θέρμη (ετούτη η Θέρμη είναι πόλη του Θερμαϊκού κόλπου, μάλιστα απ᾽ αυτήν πήρε τ᾽ όνομά του ο κόλπος αυτός), ύστερ᾽ από την πληροφορία ότι αυτός είναι ο συντομότερος δρόμος.
[7.121.2] μέχρι μὲν γὰρ Ἀκάνθου ὧδε τεταγμένος ὁ στρατὸς ἐκ Δορίσκου τὴν ὁδὸν ἐποιέετο· τρεῖς μοίρας ὁ Ξέρξης δασάμενος πάντα τὸν πεζὸν [στρατόν], μίαν αὐτέων ἔταξε παρὰ θάλασσαν ἰέναι ὁμοῦ τῷ ναυτικῷ· Γιατί από τον Δορίσκο κι ώς την Άκανθο ο στρατός οδοιπορούσε με τον ακόλουθο σχηματισμό· ο Ξέρξης χώρισε το σύνολο του πεζικού σε τρεις φάλαγγες: τη μια απ᾽ αυτές διέταξε να βαδίζει παραθαλάσσια, συνοδεύοντας το ναυτικό·
[7.121.3] ταύτης μὲν δὴ ἐστρατήγεον Μαρδόνιός τε καὶ Μασίστης, ἑτέρη δὲ τεταγμένη ἤιε τοῦ στρατοῦ τριτημορὶς τὴν μεσόγαιαν, τῆς ἐστρατήγεον Τριτανταίχμης τε καὶ Γέργις. ἡ δὲ τρίτη τῶν μοιρέων, μετ᾽ ἧς ἐπορεύετο αὐτὸς Ξέρξης, ἤιε μὲν τὸ μέσον αὐτέων, στρατηγοὺς δὲ παρείχετο Σμερδομένεά τε καὶ Μεγάβυξον. στρατηγοί της ήταν ο Μαρδόνιος κι ο Μασίστης· μια άλλη, το ένα τρίτο του στρατού, πήρε διαταγή να προχωρήσει από τα μεσόγεια· στρατηγοί της ήταν ο Τριτανταίχμης κι ο Γέργις. Κι η τρίτη μοίρα, που μαζί της πορευόταν κι ο ίδιος ο Ξέρξης, βάδιζε ανάμεσα στις δυο άλλες, κι είχε στρατηγούς τον Σμερδομένη και τον Μεγάβυξο.
[7.122.1] Ὁ μέν νυν ναυτικὸς στρατὸς ὡς ἀπείθη ὑπὸ Ξέρξεω καὶ διεξέπλωσε τὴν διώρυχα τὴν ἐν τῷ Ἄθῳ γενομένην, διέχουσαν δὲ ἐς κόλπον ἐν τῷ Ἄσσα τε πόλις καὶ Πίλωρος καὶ Σίγγος καὶ Σάρτη οἴκηνται, ἐνθεῦτεν, ὡς καὶ ἐκ τουτέων τῶν πολίων στρατιὴν παρέλαβε, ἔπλεε ἀπιέμενος ἐς τὸν Θερμαῖον κόλπον, κάμπτων δὲ Ἄμπελον τὴν Τορωναίην ἄκρην παραμείβετο Ἑλληνίδας [τε] τάσδε πόλις, ἐκ τῶν νέας τε καὶ στρατιὴν παρελάμβανε, Τορώνην, Γαληψόν, Σερμύλην, Μηκύβερναν, Ὄλυνθον. ἡ μέν νυν χώρη αὕτη Σιθωνίη καλέεται. Λοιπόν, όταν ο στόλος αναχώρησε μόνος του με την άδεια του Ξέρξη, διάβηκε πλέοντας απ᾽ το ένα στο άλλο στόμιο της διώρυγας, που ανοίχτηκε στον Άθω και κατέληγε στον κόλπο, όπου είναι χτισμένες οι πόλεις Άσσα και Πίλωρος και Σίγγος και Σάρτη, κι αποκεί, αφού παρέλαβε κι απ᾽ αυτές τις πόλεις στράτευμα, αρμένιζε ακολουθώντας τη δική του πορεία προς τον Θερμαϊκό κόλπο, και παρακάμπτοντας το ακρωτήριο της Τορώνης, την Άμπελο, προσπερνούσε τις εξής ελληνικές πόλεις, απ᾽ τις οποίες παραλάμβανε καράβια και στρατό: την Τορώνη, τη Γαληψό, τη Σερμύλη, τη Μηκύβερνα, την Όλυνθο. Η περιοχή αυτή ονομάζεται Σιθωνία.
[7.123.1] ὁ δὲ ναυτικὸς στρατὸς ὁ Ξέρξεω συντάμνων ἀπ᾽ Ἀμπέλου ἄκρης ἐπὶ Καναστραῖον ἄκρην, τὸ δὴ πάσης τῆς Παλλήνης ἀνέχει μάλιστα, ἐνθεῦτεν νέας τε καὶ στρατιὴν παρελάμβανε ἐκ Ποτειδαίης καὶ Ἀφύτιος καὶ Νέης πόλιος καὶ Αἰγῆς καὶ Θεράμβω καὶ Σκιώνης καὶ Μένδης καὶ Σάνης· αὗται γάρ εἰσι αἱ τὴν νῦν Παλλήνην πρότερον δὲ Φλέγρην καλεομένην νεμόμεναι. Τώρα, ο στόλος του Ξέρξη ακολουθώντας τον συντομότερο δρόμο, πέρασε από το ακρωτήριο Άμπελος στο ακρωτήριο Καναστραίο, που είναι το σημείο της Παλλήνης που προεξέχει περισσότερο απ᾽ όλα στο πέλαγος και παρέλαβε καράβια και στρατό απ᾽ την Ποτίδαια κι από την Άφυτη και τη Νεάπολη και την Αιγή και τη Θεράμβη και τη Σκιώνη και τη Μένδη και τη Σάνη· γιατί αυτές είναι οι πόλεις που μοιράζονται μεταξύ τους την περιοχή που σήμερα λέγεται Παλλήνη, τον παλιό καιρό όμως Φλέγρα.
[7.123.2] παραπλέων δὲ καὶ ταύτην τὴν χώρην ἔπλεε ἐς τὸ προειρημένον, παραλαμβάνων στρατιὴν καὶ ἐκ τῶν προσεχέων πολίων τῇ Παλλήνῃ, ὁμουρεουσέων δὲ τῷ Θερμαίῳ κόλπῳ, τῇσι οὐνόματά ἐστι τάδε, Λίπαξος, Κώμβρεια, Λισαί, Γίγωνος, Κάμψα, Σμίλα, Αἴνεια· ἡ δὲ τουτέων χώρη Κροσσαίη ἔτι καὶ ἐς τόδε καλέεται. Και αφού πέρασε γιαλό γιαλό αυτή την περιοχή, αρμένιζε προς το σημείο που είχε προκαθοριστεί, παραλαμβάνοντας στρατό κι από τις πόλεις που συνάντησε μετά την Παλλήνη, αυτές που γειτονεύουν με τον Θερμαϊκό κόλπο κι έχουν τα εξής ονόματα: Λίπαξος, Κώμβρεια, Λισές, Γίγωνος, Κάμψα, Σμίλα, Αίνεια· η περιοχή τους ακόμα και σήμερα κρατά τ᾽ όνομά της, Κροσσαία.
[7.123.3] ἀπὸ δὲ Αἰνείης, ἐς τὴν ἐτελεύτων καταλέγων τὰς πόλις, ἀπὸ ταύτης ἤδη ἐς αὐτόν τε τὸν Θερμαῖον κόλπον ἐγίνετο τῷ ναυτικῷ στρατῷ ‹ὁ› πλόος καὶ γῆν τὴν Μυγδονίην, πλέων δὲ ἀπίκετο ἔς τε τὴν προειρημένην Θέρμην καὶ Σίνδον τε πόλιν καὶ Χαλέστρην ἐπὶ τὸν Ἄξιον ποταμόν, ὃς οὐρίζει χώρην τὴν Μυγδονίην τε καὶ Βοττιαιίδα, τῆς ἔχουσι τὸ παρὰ θάλασσαν, στεινὸν χωρίον, πόλιες Ἴχναι τε καὶ Πέλλα. Κι από την Αίνεια (που μ᾽ αυτήν έκλεισα τον κατάλογο των πόλεων) ο στόλος αρμένιζε πια στον Θερμαϊκό κόλπο και τη Μυγδονία, κι αρμενίζοντας έφτασε στη Θέρμη, που προαναφέραμε, και την πόλη Σίνδο και τη Χαλέστρη, στις όχθες του ποταμού Αξιού, που είναι το σύνορο ανάμεσα στη Μυγδονία και τη Βοττιαιίδα, που τα παραθαλάσσιά της, μια στενή λωρίδα γης, ανήκουν στις πόλεις Ίχνες και Πέλλα.
[7.124.1] Ὁ μὲν δὴ ναυτικὸς στρατὸς αὐτοῦ περὶ Ἄξιον ποταμὸν καὶ πόλιν Θέρμην καὶ τὰς μεταξὺ πόλιας τούτων περιμένων βασιλέα ἐστρατοπεδεύετο, Ξέρξης δὲ καὶ ὁ πεζὸς στρατὸς ἐπορεύετο ἐκ τῆς Ἀκάνθου τὴν μεσόγαιαν τάμνων τῆς ὁδοῦ, βουλόμενος ἐς τὴν Θέρμην ἀπικέσθαι. ἐπορεύετο δὲ διὰ τῆς Παιονικῆς καὶ Κρηστωνικῆς ἐπὶ ποταμὸν Ἐχείδωρον, ὃς ἐκ Κρηστωναίων ἀρξάμενος ῥέει διὰ Μυγδονίης χώρης καὶ ἐξίει παρὰ τὸ ἕλος τὸ ἐπ᾽ Ἀξίῳ ποταμῷ. Λοιπόν ο στόλος του Ξέρξη στρατοπέδευε στην περιοχή του Αξιού ποταμού και της πόλης Θέρμης και στις πόλεις που βρίσκονται ανάμεσά τους περιμένοντας τον βασιλιά, ενώ ο Ξέρξης και το πεζικό πορεύονταν απ᾽ την Άκανθο ακολουθώντας τον κοφτό δρόμο που περνά απ᾽ τα μεσόγεια, θέλοντας να φτάσει στη Θέρμη. Και πορεύονταν διασχίζοντας την Παιονία και την Κρηστωνία προς τον ποταμό Εχέδωρο, που, ξεκινώντας από τη χώρα ων Κρηστωναίων κυλά διασχίζοντας τη Μυγδονία και χύνεται στη θάλασσα δίπλα από τους βάλτους που γειτονεύουν με τον ποταμό Αξιό.
[7.125.1] πορευομένῳ δὲ ταύτῃ λέοντές οἱ ἐπεθήκαντο τῇσι σιτοφόροισι καμήλοισι· καταφοιτῶντες γὰρ οἱ λέοντες τὰς νύκτας καὶ λείποντες τὰ σφέτερα ἤθεα ἄλλου μὲν οὐδενὸς ἅπτοντο οὔτε ὑποζυγίου οὔτε ἀνθρώπου, οἱ δὲ τὰς καμήλους ἐκεράϊζον μούνας. θωμάζω δὲ τὸ αἴτιον, ὅ τι κοτὲ ἦν τῶν ἄλλων τὸ ἀναγκάζον ἀπεχομένους τοὺς λέοντας τῇσι καμήλοισι ἐπιτίθεσθαι, τὸ μήτε πρότερον ὀπώπεσαν θηρίον μήτ᾽ ἐπεπειρέατο αὐτοῦ. Κι ενώ πορευόταν σ᾽ αυτή την περιοχή, ρίχτηκαν λιοντάρια στις καμήλες του που κουβαλούσαν τρόφιμα· γιατί, κάνοντας συχνές επιδρομές τις νύχτες κι εγκαταλείποντας τα λημέρια τους, τα λιοντάρια δεν άγγιζαν κανένα άλλο, ούτε άνθρωπο ούτε υποζύγιο, αλλά κατασπάραζαν μονάχα τις καμήλες. Κι απορώ ποιά ήταν η αιτία, τί ήταν άραγε που έσπρωχνε τα λιοντάρια ν᾽ αφήνουν ήσυχα τ᾽ άλλα ζώα και να ρίχνονται στις καμήλες — ζώο που προηγουμένως ούτε το είχαν αντικρίσει ούτε είχαν γευτεί τη σάρκα του.
[7.126.1] εἰσὶ δὲ κατὰ ταῦτα τὰ χωρία καὶ λέοντες πολλοὶ καὶ βόες ἄγριοι, τῶν τὰ κέρεα ὑπερμεγάθεά ἐστι τὰ ἐς Ἕλληνας φοιτῶντα. οὖρος δὲ τοῖσι λέουσί ἐστι ὅ τε δι᾽ Ἀβδήρων ῥέων ποταμὸς Νέστος καὶ ὁ δι᾽ Ἀκαρνανίης ῥέων Ἀχελῷος· οὔτε γὰρ τὸ πρὸς τὴν ἠῶ τοῦ Νέστου οὐδαμόθι πάσης τῆς ἔμπροσθε Εὐρώπης ἴδοι τις ἂν λέοντα, οὔτε πρὸς ἑσπέρης τοῦ Ἀχελῴου ἐν τῇ ἐπιλοίπῳ ἠπείρῳ, ἀλλ᾽ ἐν τῇ μεταξὺ τούτων τῶν ποταμῶν γίνονται. Σ᾽ αυτά τα μέρη ζουν και λιοντάρια πολλά και άγριοι ταύροι (αυτουνών είναι τα τεράστια κέρατα που μας έρχονται στην Ελλάδα). Σύνορο της περιοχής που ζουν τα λιοντάρια είναι από τη μια μεριά ο ποταμός Νέστος που διασχίζει με τα νερά του τα Άβδηρα, κι από την άλλη ο Αχελώος που διασχίζει με τα νερά του την Ακαρνανία· γιατί ούτε από τη μεριά της ανατολής, σε κανένα μέρος της Ευρώπης ανατολικά από τον Νέστο θα μπορούσε κανείς να δει λιοντάρι, ούτε στην υπόλοιπη ήπειρο, στα μέρη τα δυτικά από τον Αχελώο, αλλά τα συναντάς στην περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα σ᾽ αυτά τα ποτάμια.
[7.127.1] ὡς δὲ ἐς τὴν Θέρμην ἀπίκετο ὁ Ξέρξης, ἵδρυσε αὐτοῦ τὴν στρατιήν. ἐπέσχε δὲ ὁ στρατὸς αὐτοῦ στρατοπεδευόμενος τὴν παρὰ θάλασσαν χώρην τοσήνδε, ἀρξάμενος ἀπὸ Θέρμης πόλιος καὶ τῆς Μυγδονίης μέχρι Λυδίεώ τε ποταμοῦ καὶ Ἁλιάκμονος, οἳ οὐρίζουσι γῆν τὴν Βοττιαιίδα τε καὶ Μακεδονίδα, ἐς τὠυτὸ ῥέεθρον τὸ ὕδωρ συμμίσγοντες. Κι όταν ο Ξέρξης έφτασε στη Θέρμη, έστησε εκεί στρατόπεδο. Κι ο στρατός του, στρατοπεδεύοντας εκεί, κάλυψε αυτή την έκταση της παραθαλάσσιας περιοχής: άρχιζε από την πόλη Θέρμη και τη Μυγδονία κι έφτανε ώς τον ποταμό Λυδία και τον Αλιάκμονα, που είναι τα σύνορα της Βοττιαιίδας και της Μακεδονίας, καθώς έρχονται και σμίγουν τα νερά τους στην ίδια κοίτη.
[7.127.2] ἐστρατοπεδεύοντο μὲν δὴ ἐν τούτοισι τοῖσι χωρίοισι οἱ βάρβαροι, τῶν δὲ καταλεχθέντων τούτων ποταμῶν ἐκ Κρηστωναίων ῥέων Ἐχείδωρος μοῦνος οὐκ ἀντέχρησε τῇ στρατιῇ πινόμενος ἀλλ᾽ ἐπέλιπε. Λοιπόν οι βάρβαροι έστησαν στρατόπεδο σ᾽ αυτά τα μέρη· τώρα, από τα ποτάμια που απαρίθμησα παραπάνω, μονάχα του Εχεδώρου, που έχει τις πηγές του στη χώρα των Κρηστωναίων, τα νερά δε στάθηκαν αρκετά να ξεδιψάσουν το στρατό, αλλά στέρεψαν.
[7.128.1] Ξέρξης δὲ ὁρῶν ἐκ τῆς Θέρμης ὄρεα τὰ Θεσσαλικά, τόν τε Ὄλυμπον καὶ τὴν Ὄσσαν, μεγάθεϊ [τε] ὑπερμήκεα ἐόντα, διὰ μέσου τε αὐτῶν αὐλῶνα στεινὸν πυνθανόμενος εἶναι, δι᾽ οὗ ῥέει ὁ Πηνειός, ἀκούων τε ταύτῃ εἶναι ὁδὸν ἐς Θεσσαλίην φέρουσαν, ἐπεθύμησε πλώσας θεήσασθαι τὴν ἐκβολὴν τοῦ Πηνειοῦ, ὅτι τὴν ἄνω ὁδὸν ἔμελλε ἐλᾶν διὰ Μακεδόνων τῶν κατύπερθε οἰκημένων ἐς Περραιβοὺς παρὰ Γόννον πόλιν· ταύτῃ γὰρ ἀσφαλέστατον ἐπυνθάνετο εἶναι. Κι ο Ξέρξης, αντικρίζοντας από τη Θέρμη τα βουνά της Θεσσαλίας, τον Όλυμπο και την Όσσα, που είναι πανύψηλα και παίρνοντας την πληροφορία πως ανάμεσά τους υπάρχει στενό φαράγγι που το διασχίζει με τα νερά του ο ποταμός Πηνειός, κι ακούοντας πως αποκεί περνά ο δρόμος που οδηγεί στη Θεσσαλία, επιθύμησε πλέοντας ν᾽ αγναντέψει τις εκβολές του Πηνειού, μια και σχεδίαζε να προελάσει από τον επάνω δρόμο, που περνά μέσ᾽ από τη χώρα των Μακεδόνων που κατοικούν ψηλότερα, για να φτάσει στους Περραιβούς, στην περιοχή της πόλης Γόννος· γιατί είχε την πληροφορία πως αυτός ήταν ο πιο ασφαλής δρόμος.
[7.128.2] ὡς δὲ ἐπεθύμησε, καὶ ἐποίεε ταῦτα· ἐσβὰς ἐς Σιδωνίην νέα, ἐς τήν περ ἐσέβαινε αἰεὶ ὅκως τι ἐθέλοι τοιοῦτο ποιῆσαι, ἀνέδεξε σημήιον καὶ τοῖσι ἄλλοισι ἀνάγεσθαι, καταλιπὼν αὐτοῦ τὸν πεζὸν στρατόν. ἐπεὶ δὲ ἀπίκετο καὶ ἐθεήσατο Ξέρξης τὴν ἐκβολὴν τοῦ Πηνειοῦ, ἐν θώματι μεγάλῳ ἐνέσχετο, καλέσας δὲ τοὺς κατηγεμόνας τῆς ὁδοῦ εἴρετο εἰ τὸν ποταμὸν ἔστι παρατρέψαντα ἑτέρῃ ἐς θάλασσαν ἐξαγαγεῖν. Κι έτσι και του ήρθε η επιθυμία, το ᾽κανε πράξη· επιβιβάστηκε σε καράβι σιδωνικό, σ᾽ αυτό που επιβιβαζόταν κάθε φορά που ήθελε να κάνει κάτι παρόμοιο, κι έδωσε σινιάλο στους άλλους να σηκώσουν άγκυρα, αφήνοντας πίσω του το πεζικό, στη θέση του. Κι όταν ο Ξέρξης έφτασε κι αγνάντεψε τις εκβολές του Πηνειού, καταλήφτηκε από μεγάλο θαυμασμό· ύστερα κάλεσε τους οδηγούς της πορείας και τους ρώτησε αν είναι δυνατό να εκτρέψει κανείς την κοίτη του ποταμού και να τον κάνει να χύνεται από άλλο σημείο στη θάλασσα.
[7.129.1] τὴν δὲ Θεσσαλίην λόγος ἐστὶ τὸ παλαιὸν εἶναι λίμνην, ὥστε γε συγκεκληιμένην πάντοθεν ὑπερμήκεσι ὄρεσι. τὰ μὲν γὰρ αὐτῆς πρὸς τὴν ἠῶ ἔχοντα τό τε Πήλιον ὄρος καὶ ἡ Ὄσσα ἀποκληίει συμμίσγοντα τὰς ὑπωρέας ἀλλήλοισι, τὰ δὲ πρὸς βορέω ἀνέμου Ὄλυμπος, τὰ δὲ πρὸς ἑσπέρην Πίνδος, τὰ δὲ πρὸς μεσαμβρίην τε καὶ ἄνεμον νότον ἡ Ὄθρυς· τὸ μέσον δὲ τούτων τῶν λεχθέντων ὀρέων ἡ Θεσσαλίη ἐστί ἐοῦσα κοίλη. Τώρα, υπάρχει η παράδοση πως τον παλιό καιρό η Θεσσαλία ήταν λίμνη, έτσι που ήταν κλεισμένη από παντού από ψηλά βουνά. Γιατί το Πήλιο και η Όσσα, καθώς οι πρόποδες του ενός σμίγουν με τους πρόποδες του άλλου, την κλείνουν απ᾽ τ᾽ ανατολικά· απ᾽ τη μεριά του ανέμου του βοριά, ο Όλυμπος· απ᾽ τα δυτικά, η Πίνδος· απ᾽ το νότο, κατά τα μεσημβρινά, η Όθρυς· η χώρα που βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά που κατέγραψα, είναι η Θεσσαλία, που σχηματίζει λεκανοπέδιο.
[7.129.2] ὥστε ὦν ποταμῶν ἐς αὐτὴν καὶ ἄλλων συχνῶν ἐσβαλλόντων, πέντε δὲ τῶν δοκίμων μάλιστα τῶνδε, Πηνειοῦ καὶ Ἀπιδανοῦ καὶ Ὀνοχώνου καὶ Ἐνιπέος καὶ Παμίσου, οἱ μέν νυν ἐς τὸ πεδίον τοῦτο συλλεγόμενοι ἐκ τῶν ὀρέων τῶν περικληιόντων τὴν Θεσσαλίην ὀνομαζόμενοι δι᾽ ἑνὸς αὐλῶνος καὶ τούτου στεινοῦ ἔκροον ἔχουσι ἐς θάλασσαν, προσυμμίσγοντες τὸ ὕδωρ πάντες ἐς τὠυτό. Λοιπόν και πολλά άλλα ποτάμια χύνουν τα νερά τους σ᾽ αυτήν, αλλά προπάντων πέντε, τα πιο γνωστά: ο Πηνειός κι ο Απιδανός κι ο Ονόχωνος κι ο Ενιπεύς κι ο Πάμισος· όλ᾽ αυτά τα ποτάμια συγκεντρώνονται σ᾽ αυτή την πεδιάδα κυλώντας απ᾽ τα βουνά που κλείνουν ένα γύρο τη Θεσσαλία κι έχοντας το καθένα το δικό του όνομα· κι ύστερα, από ένα αυλάκι, κι εκείνο στενό, βρίσκουν διέξοδο στη θάλασσα, αφού προηγουμένως σμίγουν όλων τους τα νερά στην ίδια κοίτη.
[7.129.3] ἐπεὰν δὲ συμμιχθέωσι τάχιστα, ἐνθεῦτεν ἤδη ὁ Πηνειὸς τῷ οὐνόματι κατακρατέων ἀνωνύμους τοὺς ἄλλους εἶναι ποιέει. τὸ δὲ παλαιὸν λέγεται, οὐκ ἐόντος κω τοῦ αὐλῶνος καὶ διεκρόου τούτου, τοὺς ποταμοὺς τούτους καὶ πρὸς τοῖσι ποταμοῖσι τούτοισι τὴν Βοιβηίδα λίμνην οὔτε ὀνομάζεσθαι κατά περ νῦν ῥέειν τε οὐδὲν ἧσσον ἢ νῦν, ῥέοντας δὲ ποιέειν τὴν Θεσσαλίην πᾶσαν πέλαγος. Κι αμέσως, από το σημείο όπου συναντιένται και μετά, ο Πηνειός, έτσι που τ᾽ όνομά του κυριαρχεί, σβήνει πια τα ονόματα των άλλων. Αλλά λένε πως τον παλιό καιρό, επειδή δεν υπήρχε ακόμα αυτό το αυλάκι και η διέξοδος των νερών, τα ποτάμια αυτά, και κοντά σ᾽ αυτά η λίμνη Βοιβηίς, δεν είχαν τα σημερινά τους ονόματα, κυλούσαν όμως τα νερά τους άφθονα όσο και τώρα, και χύνοντας τα νερά τους έκαναν ολόκληρη τη Θεσσαλία πέλαγος.
[7.129.4] αὐτοὶ μέν νυν Θεσσαλοί φασι Ποσειδέωνα ποιῆσαι τὸν αὐλῶνα δι᾽ οὗ ῥέει ὁ Πηνειός, οἰκότα λέγοντες. ὅστις γὰρ νομίζει Ποσειδέωνα τὴν γῆν σείειν καὶ τὰ διεστεῶτα ὑπὸ σεισμοῦ τοῦ θεοῦ τούτου ἔργα εἶναι, καὶ ἂν ἐκεῖνο ἰδὼν φαίη Ποσειδέωνα ποιῆσαι· ἔστι γὰρ σεισμοῦ ἔργον, ὡς ἐμοὶ ἐφαίνετο εἶναι, ἡ διάστασις τῶν ὀρέων. Λοιπόν, οι ίδιοι οι Θεσσαλοί λένε πως ο Ποσειδών έκανε το αυλάκι απ᾽ όπου κυλά ο Πηνειός, κι η άποψή τους είναι λογική. Γιατί, όποιος πιστεύει ότι ο Ποσειδών είναι κοσμοσείστης κι ότι τα χάσματα που ανοίγει ο σεισμός είναι έργα αυτού του θεού, βλέποντάς το θα ᾽λεγε πως και τούτο το έκανε ο Ποσειδών· γιατί η προσωπική μου άποψη είναι πως το χάσμα ανάμεσα στα βουνά αυτά είναι αποτέλεσμα σεισμού.
[7.130.1] Οἱ δὲ κατηγεόμενοι, εἰρομένου Ξέρξεω εἰ ἔστι ἄλλη ἔξοδος ἐς θάλασσαν τῷ Πηνειῷ, ἐξεπιστάμενοι ἀτρεκέως εἶπον· Βασιλεῦ, ποταμῷ τούτῳ οὐκ ἔστι ἄλλη ἐξήλυσις ἐς θάλασσαν κατήκουσα, ἀλλ᾽ ἥδε αὐτή· ὄρεσι γὰρ περιεστεφάνωται πᾶσα Θεσσαλίη. Ξέρξην δὲ λέγεται εἰπεῖν πρὸς ταῦτα· Σοφοὶ ἄνδρες εἰσὶ Θεσσαλοί. Ο Ξέρξης ρώτησε αν ο Πηνειός έχει κι άλλη διέξοδο προς τη θάλασσα, οπότε οι οδηγοί του, που ήξεραν καλά αυτά τα μέρη, του είπαν: «Βασιλιά, ο ποταμός αυτός δεν έχει άλλη διέξοδο που οδηγεί στη θάλασσα, παρά μονάχα αυτή που αντικρίζεις· γιατί η Θεσσαλία ολόκληρη περιβάλλεται από ένα στεφάνι από βουνά». Και λένε πως ο Ξέρξης αποκρίθηκε: «Φρόνιμοι άνθρωποι είναι οι Θεσσαλοί.
[7.130.2] ταῦτ᾽ ἄρα πρὸ πολλοῦ ἐφυλάσσοντο γνωσιμαχέοντες καὶ τἆλλα καὶ ὅτι χώρην ἄρα εἶχον εὐαίρετόν τε καὶ ταχυάλωτον· τὸν γὰρ ποταμὸν πρῆγμα ἂν ἦν μοῦνον ἐπεῖναί σφεων ἐπὶ τὴν χώρην, χώματι ἐκ τοῦ αὐλῶνος ἐκβιβάσαντα καὶ παρατρέψαντα δι᾽ ὧν νῦν ῥέει ῥεέθρων, ὥστε Θεσσαλίην πᾶσαν ἔξω τῶν ὀρέων ὑπόβρυχα γενέσθαι. Αυτός ήταν λοιπόν ο λόγος για τον οποίο ήταν μετρημένοι και υποχωρητικοί: κοντά στ᾽ άλλα έβαζαν στο νου τους κι ότι είχαν χώρα που ο εχθρός εύκολα και γρήγορα μπορεί να την κυριέψει· η μόνη δυσκολία του θα ήταν να στρέψει τα νερά του ποταμού και να τα κατευθύνει καταπάνω στη χώρα τους, αποκλείοντας το αυλάκι με φράγμα από χώμα κι εκτρέποντας τον ποταμό από την κοίτη όπου κυλά σήμερα, ώστε ολόκληρη η Θεσσαλία να βυθιστεί κάτω από τα νερά — μονάχα τα βουνά θα μείνουν στην επιφάνεια».
[7.130.3] ταῦτα δὲ ἔχοντα ἔλεγε ἐς τοὺς Ἀλεύεω παῖδας, ὅτι πρῶτοι Ἑλλήνων ἐόντες Θεσσαλοὶ ἔδοσαν ἑωυτοὺς βασιλέϊ, δοκέων ὁ Ξέρξης ἀπὸ παντός σφεας τοῦ ἔθνεος ἐπαγγέλλεσθαι φιλίην. εἴπας δὲ ταῦτα καὶ θεησάμενος ἀπέπλεε ἐς τὴν Θέρμην. Μ᾽ αυτά που έλεγε αναφέρονταν στους Αλευάδες, επειδή ήταν οι Θεσσαλοί οι πρώτοι από τους Έλληνες που παραδόθηκαν στο βασιλιά, καθώς ο Ξέρξης πίστευε πως η υπόσχεση που του έδωσαν για φιλία εξέφραζε τη θέληση όλου του λαού. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά τα λόγια και το αγνάντεμα του ποταμού γύρισε με το καράβι του στη Θέρμη.
[7.131.1] Ὁ μὲν δὴ περὶ Πιερίην διέτριβε ἡμέρας συχνάς· τὸ γὰρ δὴ ὄρος τὸ Μακεδονικὸν ἔκειρε τῆς στρατιῆς τριτημορίς, ἵνα ταύτῃ διεξίῃ ἅπασα ἡ στρατιὴ ἐς Περραιβούς· οἱ δὲ δὴ κήρυκες οἱ ἀποπεμφθέντες ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ γῆς αἴτησιν ἀπίκατο οἱ μὲν κεινοί, οἱ δὲ φέροντες γῆν τε καὶ ὕδωρ. Λοιπόν ο Ξέρξης παρέμενε αρκετές μέρες στα μέρη της Πιερίας· γιατί το ένα τρίτο του στρατού του έκοβε το δάσος του Μακεδονικού όρους, για να περάσει αποκεί όλο το στράτευμα στη χώρα των Περραιβών. Και στο μεταξύ γύρισαν οι κήρυκες που είχε στείλει στην Ελλάδα για να ζητήσουν γην και ύδωρ, άλλοι με άδεια χέρια κι άλλοι φέρνοντας γην και ύδωρ.
[7.132.1] τῶν δὲ δόντων ταῦτα ἐγένοντο οἵδε, Θεσσαλοί, Δόλοπες, Ἐνιῆνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μάγνητες, Μηλιέες, Ἀχαιοὶ οἱ Φθιῶται, καὶ Θηβαῖοι καὶ οἱ ἄλλοι Βοιωτοὶ πλὴν Θεσπιέων τε καὶ Πλαταιέων. Νά ο κατάλογος εκείνων που τα έδωσαν: Θεσσαλοί, Δόλοπες, Ενιάνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μάγνητες, Μαλιείς, Αχαιοί της Φθιώτιδας, Θηβαίοι και οι υπόλοιποι Βοιωτοί, εκτός απ᾽ τους Θεσπιείς και τους Πλαταιείς.
[7.132.2] ἐπὶ τούτοισι οἱ Ἕλληνες ἔταμον ὅρκιον οἱ τῷ βαρβάρῳ πόλεμον ἀειράμενοι. τὸ δὲ ὅρκιον ὧδε εἶχε, ὅσοι τῷ Πέρσῃ ἔδοσαν σφέας αὐτοὺς Ἕλληνες ἐόντες, μὴ ἀναγκασθέντες, καταστάντων σφι εὖ τῶν πρηγμάτων, τούτους δεκατεῦσαι τῷ ἐν Δελφοῖσι θεῷ. τὸ μὲν δὴ ὅρκιον ὧδε εἶχε τοῖσι Ἕλλησι· Οι Έλληνες που σήκωσαν το βάρος του πολέμου εναντίον των βαρβάρων έδωσαν επίσημο όρκο για να τους απειλήσουν. Νά το περιεχόμενο του όρκου: «Όσοι, όντας Έλληνες, παραδόθηκαν στους Πέρσες χωρίς εξωτερική βία, όταν με το καλό αποκατασταθούν τα πράματα, θα υποχρεωθούν να πληρώσουν στο θεό των Δελφών το ένα δέκατο απ᾽ όλο το έχει τους». Αυτό λοιπόν ήταν το περιεχόμενο του όρκου των Ελλήνων.
[7.133.1] ἐς δὲ Ἀθήνας καὶ Σπάρτην οὐκ ἀπέπεμψε Ξέρξης ἐπὶ γῆς αἴτησιν κήρυκας τῶνδε εἵνεκα· πρότερον Δαρείου πέμψαντος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο οἱ μὲν αὐτῶν τοὺς αἰτέοντας ἐς τὸ βάραθρον, οἱ δ᾽ ἐς φρέαρ ἐμβαλόντες ἐκέλευον γῆν τε καὶ ὕδωρ ἐκ τούτων φέρειν παρὰ βασιλέα. Στην Αθήνα και τη Σπάρτη όμως ο Ξέρξης δεν έστειλε κήρυκες για να ζητήσουν γην και ύδωρ, κι ο λόγος ήταν ο εξής: όταν την πρώτη φορά ο Δαρείος έστειλε για τον ίδιο σκοπό, οι πρώτοι αυτούς που ήρθαν να ζητήσουν τους έριξαν στο βάραθρο, κι οι δεύτεροι σε πηγάδι και τους καλούσαν να πάρουν αποκεί γην και ύδωρ και να τα παν στο βασιλιά τους.
[7.133.2] τούτων μὲν εἵνεκα οὐκ ἔπεμψε Ξέρξης τοὺς αἰτήσοντας. ὅ τι δὲ τοῖσι Ἀθηναίοισι ταῦτα ποιήσασι τοὺς κήρυκας συνήνεικε ἀνεθέλητον γενέσθαι, οὐκ ἔχω εἶπαι, πλὴν ὅτι σφέων ἡ χώρη καὶ ἡ πόλις ἐδηιώθη, ἀλλὰ τοῦτο οὐ διὰ ταύτην τὴν αἰτίην δοκέω γενέσθαι. Γι᾽ αυτό το λόγο ο Ξέρξης δεν έστειλε ανθρώπους για να ζητήσουν. Τώρα, ποιά δυσάρεστη συνέπεια είχε για τους Αθηναίους η μεταχείριση αυτή που επιφύλαξαν στους κήρυκες, δεν είμαι σε θέση να το πω, εκτός που διαγουμίστηκε η χώρα και η πόλη τους· δεν πιστεύω όμως πως αυτή ήταν η αιτία του παθήματός τους.
[7.134.1] τοῖσι δὲ ὦν Λακεδαιμονίοισι μῆνις κατέσκηψε Ταλθυβίου τοῦ Ἀγαμέμνονος κήρυκος. ἐν γὰρ Σπάρτῃ ἐστὶ Ταλθυβίου ἱρόν, εἰσὶ δὲ καὶ ἀπόγονοι [Ταλθυβίου] Ταλθυβιάδαι καλεόμενοι, τοῖσι αἱ κηρυκηίαι αἱ ἐκ Σπάρτης πᾶσαι γέρας δέδονται. Αντίθετα στους Λακεδαιμονίους ξέσπασε η μάνητα του Ταλθυβίου, του κήρυκα του Αγαμέμνονος. Γιατί στη Σπάρτη υπάρχει ναός του Ταλθυβίου, ζουν και οι απόγονοί του, οι ονομαζόμενοι Ταλθυβιάδες, που τους έχουν δοθεί ως τιμητικό προνόμιο όλες οι αποστολές κηρύκων που στέλνει η Σπάρτη.
[7.134.2] μετὰ δὲ ταῦτα τοῖσι Σπαρτιήτῃσι καλλιερῆσαι θυομένοισι οὐκ ἐδύνατο. τοῦτο δ᾽ ἐπὶ χρόνον συχνὸν ἦν σφι. ἀχθομένων δὲ καὶ συμφορῇ χρεωμένων Λακεδαιμονίων, ἁλίης τε πολλάκις συλλεγομένης καὶ κήρυγμα τοιόνδε ποιευμένων, εἴ τις βούλοιτο Λακεδαιμονίων πρὸ τῆς Σπάρτης ἀποθνῄσκειν, Σπερθίης τε ὁ Ἀνηρίστου καὶ Βοῦλις ὁ Νικόλεω, ἄνδρες Σπαρτιῆται φύσι τε γεγονότες εὖ καὶ χρήμασι ἀνήκοντες ἐς τὰ πρῶτα, ἐθελονταὶ ὑπέδυσαν ποινὴν τείσειν Ξέρξῃ τῶν Δαρείου κηρύκων τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀπολομένων. Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτό οι Σπαρτιάτες από τις θυσίες που έκαναν άδικα περίμεναν αίσια προμηνύματα. Κι αυτό κράτησε πολύ καιρό στην πόλη τους. Και καθώς οι Λακεδαιμόνιοι αγαναχτούσαν και το θεωρούσαν μεγάλη συμφορά, συγκαλούσαν πολλές φορές συνέλευση των πολιτών τους κι ο κήρυκας φώναζε: «Ποιός Σπαρτιάτης δέχεται με τη θέλησή του να δώσει τη ζωή του για τη Σπάρτη;», ο Σπερθίας, ο γιος του Ανηρίστου, κι ο Βούλις, ο γιος του Νικολάου, Σπαρτιάτες που κι απ᾽ τη φύση τους ήταν προικισμένοι με χαρίσματα κι από την πλουσιότερη τάξη της πόλης, ανέλαβαν εθελοντικά να τιμωρηθούν από τον Ξέρξη για τη θανάτωση των κηρύκων του Δαρείου στη Σπάρτη.
[7.134.3] οὕτω Σπαρτιῆται τούτους ὡς ἀποθανευμένους ἐς Μήδους ἀπέπεμψαν. Έτσι οι Σπαρτιάτες τους έστειλαν στους Πέρσες για να θανατωθούν.
[7.135.1] αὕτη τε ἡ τόλμα τούτων τῶν ἀνδρῶν θώματος ἀξίη καὶ τάδε πρὸς τούτοισι τὰ ἔπεα. πορευόμενοι γὰρ ἐς Σοῦσα ἀπικνέονται παρὰ Ὑδάρνεα. ὁ δὲ Ὑδάρνης ἦν μὲν γένος Πέρσης, στρατηγὸς δὲ τῶν παραθαλασσίων ἀνθρώπων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ· ὅς σφεας ξείνια προθέμενος ἱστία, ξεινίζων δὲ εἴρετο [λέγων] τάδε· Αξιοθαύμαστη στάθηκε και αυτή η τολμηρή πράξη των αντρών αυτών, αλλά κοντά σ᾽ αυτήν και τα λόγια τους. Δηλαδή, στην πορεία τους προς τα Σούσα φτάνουν στην αυλή του Υδάρνη. Κι ο Υδάρνης, Πέρσης στην καταγωγή, ήταν διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων στα παραθαλάσσια της Μικράς Ασίας· αυτός τους φιλοξένησε κάνοντάς τους τραπέζι· και πάνω στο τραπέζι, τους ρώτησε:
[7.135.2] Ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι, τί δὴ φεύγετε βασιλέϊ φίλοι γενέσθαι; ὁρᾶτε γὰρ ὡς ἐπίσταται βασιλεὺς ἄνδρας ἀγαθοὺς τιμᾶν, ἐς ἐμέ τε καὶ τὰ ἐμὰ πρήγματα ἀποβλέποντες. οὕτω δὲ καὶ ὑμεῖς εἰ δοίητε ὑμέας αὐτοὺς βασιλέϊ (δεδόξωσθε γὰρ πρὸς αὐτοῦ ἄνδρες εἶναι ἀγαθοί), ἕκαστος ἂν ὑμέων ἄρχοι γῆς Ἑλλάδος δόντος βασιλέος. «Άνδρες Λακεδαιμόνιοι, γιατί δε δέχεστε να γίνετε φίλοι του βασιλιά; Νά, βλέπετε πώς ξέρει ο βασιλιάς να τιμά τους άντρες που έχουν αρετή, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα και τη θέση που κατέχω. Έτσι λοιπόν κι εσείς, αν γίνετε άνθρωποι του βασιλιά (γιατί έχει σχηματίσει τη γνώμη πως είστε άντρες με αρετή), ο καθένας σας θα μπορούσε να εξουσιάζει μια περιοχή της Ελλάδας που θα του παραχωρούσε ο βασιλιάς». Η απόκρισή τους ήταν η εξής:
[7.135.3] πρὸς ταῦτα ὑπεκρίναντο τάδε· Ὕδαρνες, οὐκ ἐξ ἴσου γίνεται ἡ συμβουλίη ἡ ἐς ἡμέας τείνουσα. τοῦ μὲν γὰρ πεπειρημένος συμβουλεύεις, τοῦ δὲ ἄπειρος ἐών· τὸ μὲν γὰρ δοῦλος εἶναι ἐξεπίστεαι, ἐλευθερίης δὲ οὔκω ἐπειρήθης, οὔτ᾽ εἰ ἔστι γλυκὺ οὔτ᾽ εἰ μή. εἰ γὰρ αὐτῆς πειρήσαιο, οὐκ ἂν δόρασι συμβουλεύοις ἡμῖν περὶ αὐτῆς μάχεσθαι, ἀλλὰ καὶ πελέκεσι. ταῦτα μὲν Ὑδάρνεα ἀμείψαντο· «Υδάρνη, η συμβουλή που μας απευθύνεις στηρίζεται σε μονόπλευρη εμπειρία· γιατί μας συμβουλεύεις για δυο πράγματα, που το ένα τους το δοκίμασες, το άλλο όμως όχι· δηλαδή γνωρίζεις πολύ καλά πώς ζουν οι δούλοι, όμως δε δοκίμασες ώς σήμερα την ελευθερία, τί άραγε να ᾽ναι, γλυκό ή όχι. Γιατί αν κάποτε τη δοκίμαζες, θα μας συμβούλευες ν᾽ αγωνιζόμαστε γι᾽ αυτήν όχι μονάχα με δόρατα, αλλά και με τσεκούρια». Αυτή την απάντηση έδωσαν στον Υδάρνη.
[7.136.1] ἐνθεῦτεν δὲ ὡς ἀνέβησαν ἐς Σοῦσα καὶ βασιλέϊ ἐς ὄψιν ἦλθον, πρῶτα μὲν τῶν δορυφόρων κελευόντων καὶ ἀνάγκην σφι προσφερόντων προσκυνέειν βασιλέα προσπίπτοντας οὐκ ἔφασαν ὠθεόμενοι πρὸς αὐτῶν ἐπὶ κεφαλὴν ποιήσειν ταῦτα οὐδαμά· οὔτε γάρ σφι ἐν νόμῳ εἶναι ἄνθρωπον προσκυνέειν οὔτε κατὰ ταῦτα ἥκειν· ὡς δὲ ἀπεμαχέσαντο τοῦτο, δεύτερά σφι λέγουσι τάδε καὶ λόγου τοιοῦδε ἐχόμενα· Κι αποκεί ανέβηκαν στα Σούσα· κι όταν παρουσιάστηκαν στο βασιλιά, πρώτα πρώτα, ενώ οι σωματοφύλακές του τους πρόσταζαν, ασκώντας βία, να πέσουν και προσκυνήσουν το βασιλιά, δε δέχτηκαν με κανένα τρόπο να το κάνουν, όσο κι αν εκείνοι τους έσπρωχναν το κεφάλι προς τα κάτω· γιατί, επέμεναν, ούτε στο νόμο τους είναι γραμμένο να προσκυνούν άνθρωπο ούτε γι᾽ αυτό ήρθαν· κι αφού με αγώνα απέφυγαν την προσκύνηση, κατόπι λένε τα εξής και με το ακόλουθο περίπου περιεχόμενο:
[7.136.2] Ὦ βασιλεῦ Μήδων, ἔπεμψαν ἡμέας Λακεδαιμόνιοι ἀντὶ τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀπολομένων κηρύκων ποινὴν ἐκείνων τείσοντας, λέγουσι δὲ αὐτοῖσι ταῦτα Ξέρξης ὑπὸ μεγαλοφροσύνης οὐκ ἔφη ὅμοιος ἔσεσθαι Λακεδαιμονίοισι· κείνους μὲν γὰρ συγχέαι τὰ πάντων ἀνθρώπων νόμιμα ἀποκτείναντας κήρυκας, αὐτὸς δὲ τὰ ἐκείνοισι ἐπιπλήσσει ταῦτα οὐ ποιήσειν, οὐδὲ ἀνταποκτείνας ἐκείνους ἀπολύσειν Λακεδαιμονίους τῆς αἰτίης. «Βασιλιά των Μήδων, εμάς μας έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι αντιστάθμισμα για τους κήρυκές σας που θανατώθηκαν στη Σπάρτη, για να πληρώσουμε εμείς για το θάνατό τους». Είπαν αυτοί τα παραπάνω, κι ο Ξέρξης, δείχνοντας μεγαλοψυχία, είπε πως δε θα μοιάσει τους Λακεδαιμονίους· γιατί εκείνοι, σκοτώνοντας κήρυκες, καταπάτησαν αυτά που όλοι οι άνθρωποι σέβονται σα νόμο, όμως αυτός δε θα κάνει εκείνα, για τα οποία τους μέμφεται, ούτε σκοτώνοντας για εκδίκηση εκείνους θ᾽ απαλλάξει τους Λακεδαιμονίους από το κρίμα τους.
[7.137.1] οὕτω ἡ Ταλθυβίου μῆνις καὶ ταῦτα ποιησάντων Σπαρτιητέων ἐπαύσατο τὸ παραυτίκα, καίπερ ἀπονοστησάντων ἐς Σπάρτην Σπερθίεώ τε καὶ Βούλιος. χρόνῳ δὲ μετέπειτα πολλῷ ἐπηγέρθη κατὰ τὸν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων πόλεμον, ὡς λέγουσι Λακεδαιμόνιοι. τοῦτό μοι ἐν τοῖσι θειότατον φαίνεται γενέσθαι. Έτσι, κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την πράξη των Σπαρτιατών, σταμάτησε προς το παρόν η μάνητα του Ταλθυβίου, αν και ο Σπερθίας κι ο Βούλις γύρισαν στη Σπάρτη. Όμως, ύστερ᾽ από μεγάλο χρονικό διάστημα, αναζωπυρώθηκε, τον καιρό του πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, όπως λένε οι Λακεδαιμόνιοι. Εγώ όμως νά πού βλέπω, μέσα σ᾽ όλη αυτή την υπόθεση, την εντυπωσιακότερη παρέμβαση των θεών:
[7.137.2] ὅτι μὲν γὰρ κατέσκηψε ἐς ἀγγέλους ἡ Ταλθυβίου μῆνις οὐδὲ ἐπαύσατο πρὶν ἢ ἐξῆλθε, τὸ δίκαιον οὕτω ἔφερε· τὸ δὲ συμπεσεῖν ἐς τοὺς παῖδας τῶν ἀνδρῶν τούτων τῶν ἀναβάντων πρὸς βασιλέα διὰ τὴν μῆνιν, ἐς Νικόλαν τε τὸν Βούλιος καὶ ἐς Ἀνήριστον τὸν Σπερθίεω, ὃς εἷλε Ἁλιέας τοὺς ἐκ Τίρυνθος ὁλκάδι καταπλώσας πλήρεϊ ἀνδρῶν, δῆλον ὦν μοι ὅτι θεῖον ἐγένετο τὸ πρῆγμα [ἐκ τῆς μήνιος]· Το ότι βέβαια η μάνητα του Ταλθυβίου έπεσε σαν κεραυνός σε αγγελιοφόρους και δε σταμάτησε πριν πάρει ικανοποίηση, είναι κάτι που το θέλει το δίκιο· όμως το να χτυπήσει τα παιδιά εκείνων που ανέβηκαν στην αυλή του βασιλιά εξαιτίας αυτής της μάνητας, τον Νικόλαο, το γιο του Βούλη, και τον Ανήριστο, το γιο του Σπερθία (αυτόν που κυρίεψε το λιμάνι Αλιείς, όπου είχαν καταφύγει οι εξορισμένοι από την Τίρυνθα, κάνοντας απόβαση με φορτηγό πλοίο γεμάτο πολεμιστές) — βλέπω λοιπόν ολοφάνερα πως στην υπόθεση αυτή έχει βάλει το χέρι του ο θεός.
[7.137.3] οἳ [γὰρ] πεμφθέντες ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἄγγελοι ἐς τὴν Ἀσίην, προδοθέντες δὲ ὑπὸ Σιτάλκεω τοῦ Τήρεω Θρηίκων βασιλέος καὶ Νυμφοδώρου τοῦ Πυθέω ἀνδρὸς Ἀβδηρίτεω, ἥλωσαν κατὰ Βισάνθην τὴν ἐν Ἑλλησπόντῳ, καὶ ἀπαχθέντες ἐς τὴν Ἀττικὴν ἀπέθανον ὑπὸ Ἀθηναίων, μετὰ δὲ αὐτῶν καὶ Ἀριστέας ὁ Ἀδειμάντου Κορίνθιος ἀνήρ. Ταῦτα μέν νυν πολλοῖσι ἔτεσι ὕστερον ἐγένετο τοῦ βασιλέος στόλου, ἐπάνειμι δὲ ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον. Δηλαδή, όταν αυτοί στάλθηκαν από τους Λακεδαιμονίους αγγελιοφόροι στην Ασία, προδόθηκαν από τον Σιτάλκη, το γιο του Τήρη, τον βασιλιά των Θρακών, κι από τον Νυμφόδωρο, το γιο του Πυθέα, Αβδηρίτη, κι αιχμαλωτίστηκαν στην περιοχή της Βισάνθης του Ελλησπόντου· κατόπι τούς πήγαν στην Αττική και τους θανάτωσαν οι Αθηναίοι, και μαζί τους και τον Κορίνθιο Αριστέα, το γιο του Αδειμάντου. Βέβαια αυτά έγιναν πολλά χρόνια μετά την εκστρατεία του βασιλιά· τώρα επιστρέφω στην εξιστόρησή μου, σε προγενέστερα γεγονότα.
[7.138.1] ἡ δὲ στρατηλασίη ἡ βασιλέος οὔνομα μὲν εἶχε ὡς ἐπ᾽ Ἀθήνας ἐλαύνει, κατίετο δὲ ἐς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. πυνθανόμενοι δὲ ταῦτα πρὸ πολλοῦ οἱ Ἕλληνες οὐκ ἐν ὁμοίῳ πάντες ἐποιεῦντο. Λοιπόν, η εκστρατεία του βασιλιά, κατά τις διακηρύξεις του, κατευθυνόταν εναντίον της Αθήνας, στην πραγματικότητα όμως απειλούσε όλη την Ελλάδα. Οι Έλληνες είχαν προ πολλού τις πληροφορίες τους, όμως δεν αντιμετώπιζαν όλοι την κατάσταση με τον ίδιο τρόπο.
[7.138.2] οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν δόντες γῆν καὶ ὕδωρ τῷ Πέρσῃ εἶχον θάρσος ὡς οὐδὲν πεισόμενοι ἄχαρι πρὸς τοῦ βαρβάρου· οἱ δὲ οὐ δόντες ἐν δείματι μεγάλῳ κατέστασαν, ἅτε οὔτε νεῶν ἐουσέων ἐν τῇ Ἑλλάδι ἀριθμὸν ἀξιομάχων δέκεσθαι τὸν ἐπιόντα, οὔτε βουλομένων τῶν πολλῶν ἀντάπτεσθαι τοῦ πολέμου, μηδιζόντων δὲ προθύμως. Γιατί όσοι απ᾽ αυτούς έδωσαν γην και ύδωρ στον Πέρση, είχαν την πεποίθηση πως δε θα πάθουν τίποτε δυσάρεστο από τον βασιλιά· όμως εκείνους που αρνήθηκαν, τους έζωνε μεγάλος φόβος, ένα παραπάνω που ούτε καράβια διέθετε η Ελλάδα σε αριθμό που να είναι σε θέση ν᾽ αντιμετωπίσουν τον εχθρό που πλησίαζε ούτε οι περισσότεροι ήθελαν να πάρουν μέρος στον πόλεμο, αντίθετα πρόθυμα πήγαιναν με το μέρος των Περσών.
[7.139.1] ἐνθαῦτα ἀναγκαίῃ ἐξέργομαι γνώμην ἀποδέξασθαι ἐπίφθονον μὲν πρὸς τῶν πλεόνων ἀνθρώπων, ὅμως δέ, τῇ γέ μοι φαίνεται εἶναι ἀληθές, οὐκ ἐπισχήσω. Στο σημείο αυτό νιώθω επιτακτική την ανάγκη να διατυπώσω μια άποψη που θα δυσαρεστήσει τους περισσότερους, όμως δε θα την παρασιωπήσω την ώρα που μου φαίνεται πως είναι κοντά στην αλήθεια.
[7.139.2] εἰ Ἀθηναῖοι καταρρωδήσαντες τὸν ἐπιόντα κίνδυνον ἐξέλιπον τὴν σφετέρην, ἢ καὶ μὴ ἐκλιπόντες ἀλλὰ μείναντες ἔδοσαν σφέας αὐτοὺς Ξέρξῃ, κατὰ τὴν θάλασσαν οὐδαμοὶ ἂν ἐπειρῶντο ἀντιεύμενοι βασιλέϊ. εἰ τοίνυν κατὰ τὴν θάλασσαν μηδεὶς ἠντιοῦτο Ξέρξῃ, κατά γε ἂν τὴν ἤπειρον τοιάδε ἐγίνετο. Αν οι Αθηναίοι, πανικόβλητοι μπροστά στον κίνδυνο που ερχόταν απειλητικός, εγκατέλειπαν την πόλη τους ή, στην περίπτωση που δεν την εγκατέλειπαν, έμεναν και παραδίνονταν στον Ξέρξη, κανένας δε θα επιχειρούσε ν᾽ αντιμετωπίσει το βασιλιά στη θάλασσα. Λοιπόν, αν κανένας δεν πρόβαλε αντίσταση στον Ξέρξη στη θάλασσα, στη στεριά τα πράματα θ᾽ ακολουθούσαν την εξής πορεία:
[7.139.3] εἰ καὶ πολλοὶ τειχέων κιθῶνες ἦσαν ἐληλαμένοι διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ Πελοποννησίοισι, προδοθέντες ἂν Λακεδαιμόνιοι ὑπὸ τῶν συμμάχων οὐκ ἑκόντων ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀναγκαίης, κατὰ πόλις ἁλισκομένων ὑπὸ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ τοῦ βαρβάρου, ἐμουνώθησαν, μουνωθέντες δὲ ἂν καὶ ἀποδεξάμενοι ἔργα μεγάλα ἀπέθανον γενναίως. Κι αν ακόμη οι Πελοποννήσιοι είχαν οχυρώσει τον Ισθμό, από τη μια άκρη του ώς την άλλη, με πολλά ζωνάρια τειχών, οι σύμμαχοι θα πρόδιναν τους Λακεδαιμονίους, όχι με τη θέλησή τους, αλλά κάτω από την πίεση της ανάγκης, καθώς ο στόλος των βαρβάρων θα κυρίευε τη μια πόλη ύστερ᾽ απ᾽ την άλλη, και οι Λακεδαιμόνιοι θα έμεναν μοναχοί τους· και μένοντας μοναχοί τους, όσο κι αν τ᾽ ανδραγαθήματα που θα έκαναν ήταν μεγάλα, θα πέθαιναν ένδοξα.
[7.139.4] ἢ ταῦτα ἂν ἔπαθον, ἢ πρὸ τοῦ ὁρῶντες ἂν καὶ τοὺς ἄλλους Ἕλληνας μηδίζοντας ὁμολογίῃ ἂν ἐχρήσαντο πρὸς Ξέρξην. καὶ οὕτω ἂν ἐπ᾽ ἀμφότερα ἡ Ἑλλὰς ἐγίνετο ὑπὸ Πέρσῃσι. τὴν γὰρ ὠφελίην τὴν τῶν τειχέων τῶν διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ ἐληλαμένων οὐ δύναμαι πυθέσθαι ἥτις ἂν ἦν βασιλέος ἐπικρατέοντος τῆς θαλάσσης. Ή αυτά θα τους έβρισκαν ή, προτού γίνουν αυτά, βλέποντας και τους άλλους Έλληνες να μηδίζουν, θα έκλειναν συνθήκη με τον Ξέρξη. Κι έτσι, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, η Ελλάδα θα υποδουλωνόταν στους Πέρσες. Γιατί δεν μπορώ να καταλάβω ποιό θα ήταν το όφελος από τα τείχη που θα είχαν χτιστεί απ᾽ τη μια ώς την άλλη άκρη του Ισθμού, όσο ο βασιλιάς θα κυριαρχούσε στη θάλασσα.
[7.139.5] νῦν δὲ Ἀθηναίους ἄν τις λέγων σωτῆρας γενέσθαι τῆς Ἑλλάδος οὐκ ἂν ἁμαρτάνοι τἀληθέος· οὗτοι γὰρ ἐπὶ ὁκότερα τῶν πρηγμάτων ἐτράποντο, ταῦτα ῥέψειν ἔμελλε· ἑλόμενοι δὲ τὴν Ἑλλάδα περιεῖναι ἐλευθέρην, [τοῦτο] τὸ Ἑλληνικὸν πᾶν τὸ λοιπόν, ὅσον μὴ ἐμήδισε, αὐτοὶ οὗτοι ἦσαν οἱ ἐπεγείραντες καὶ βασιλέα μετά γε θεοὺς ἀνωσάμενοι. Αντίθετα τώρα, ονομάζοντας κανείς τους Αθηναίους σωτήρες της Ελλάδας, θα πετύχαινε το σωστό, την αλήθεια· γιατί σ᾽ όποια μεριά έριχναν το βάρος τους, προς τα κει θα έγερνε η ζυγαριά. Λοιπόν, με την επιλογή τους να εξακολουθήσει η Ελλάδα να ζει ελεύθερη, αυτοί ήταν που κράτησαν όρθιο όλο τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, όσος δε μήδισε, και αναχαίτισαν τον βασιλιά, ύστερα βέβαια από τους θεούς.
[7.139.6] οὐδέ σφεας χρηστήρια φοβερὰ ἐλθόντα ἐκ Δελφῶν καὶ ἐς δεῖμα βαλόντα ἔπεισε ἐκλιπεῖν τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καταμείναντες ἀνέσχοντο τὸν ἐπιόντα ἐπὶ τὴν χώρην δέξασθαι. Κι ούτε απειλητικοί χρησμοί που τους ήρθαν από τους Δελφούς και τους προξένησαν δέος τους έπεισαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, αλλά έμειναν πεισματικά στον τόπο τους κι έκαναν καρδιά ν᾽ αντιμετωπίσουν τον εχθρό που επιτέθηκε στη χώρα τους.
[7.140.1] Πέμψαντες γὰρ οἱ Ἀθηναῖοι ἐς Δελφοὺς θεοπρόπους χρηστηριάζεσθαι ἦσαν ἕτοιμοι· καί σφι ποιήσασι περὶ τὸ ἱρὸν τὰ νομιζόμενα, ὡς ἐς τὸ μέγαρον ἐσελθόντες ἵζοντο, χρᾷ ἡ Πυθίη, τῇ οὔνομα ἦν Ἀριστονίκη, τάδε· Γιατί οι Αθηναίοι έστειλαν επίσημη αντιπροσωπεία στους Δελφούς και περίμεναν να πάρουν χρησμό· κι αφού έκαναν τις τυπικές ιεροτελεστίες στον περίβολο του ναού, μπήκαν στο εσωτερικό του και κάθισαν· κι αμέσως η Πυθία, που ονομαζόταν Αριστονίκη, τους δίνει τον ακόλουθο χρησμό:
[7.140.2] ὦ μέλεοι, τί κάθησθε; λιπὼν φεῦγ᾽ ἔσχατα γαίης Ταλαίπωροι, τί κάθεστε; Στα πέρατα του κόσμου να φύγετ᾽ είναι ώρα·
δώματα καὶ πόλιος τροχοειδέος ἄκρα κάρηνα. τα δώματα και τα ψηλά τα κάστρα παρατήστε της στρογγυλής σας πόλης. 
οὔτε γὰρ ἡ κεφαλὴ μένει ἔμπεδον οὔτε τὸ σῶμα, Γιατί όλα σειούνται· ούτε κεφάλι, ούτε κορμί στη θέση του δε μένει
οὔτε πόδες νέατοι οὔτ᾽ ὦν χέρες, οὔτε τι μέσσης κι ούτε οι άκρες των ποδιών, τα χέρια και η μέση·
λείπεται, ἀλλ᾽ ἄζηλα πέλει· κατὰ γάρ μιν ἐρείπει τα παίρνει όλα συμφορά, 
πῦρ τε καὶ ὀξὺς Ἄρης, Συριηγενὲς ἅρμα διώκων. καθώς φωτιά τα ρήμαξε κι ο μανιασμένος Άρης σέρνοντας άρμα Συριακό.
[7.140.3] πολλὰ δὲ κἆλλ᾽ ἀπολεῖ πυργώματα, κοὐ τὸ σὸν οἶον· Κι άλλων τα κάστρα τα ψηλά μαζί με τα δικά σου θα τα ρημάξει ο πόλεμος·
πολλοὺς δ᾽ ἀθανάτων νηοὺς μαλερῷ πυρὶ δώσει, στις άγριες φλόγες περισσούς ναούς θα παραδώσει των αθανάτων των θεών,
οἵ που νῦν ἱδρῶτι ῥεούμενοι ἑστήκασι, που κιόλας κρύος ίδρωτας λούζει τ᾽ αγάλματά τους που ᾽ναι στημένα
δείματι παλλόμενοι, κατὰ δ᾽ ἀκροτάτοις ὀρόφοισιν στους ναούς, κι ο φόβος τα τραντάζει. Κι οι στέγες τους ψηλά ψηλά
αἷμα μέλαν κέχυται, προϊδὸν κακότητος ἀνάγκας. στάζουνε μαύρο αίμα, που τα μελλούμενα κακά, τ᾽ αφεύγατα, προλέγει.
ἀλλ᾽ ἴτον ἐξ ἀδύτοιο, κακοῖς δ᾽ ἐπικίδνατε θυμόν. Και τώρ᾽ απ᾽ το ναό μου καιρός δρόμο να παίρνετε και την καρδιά σας πέτρα στις συμφορές να κάνετε.
[7.141.1] ταῦτα ἀκούσαντες οἱ τῶν Ἀθηναίων θεοπρόποι συμφορῇ τῇ μεγίστῃ ἐχρέωντο. προβάλλουσι δὲ σφέας αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ κακοῦ τοῦ κεχρημένου Τίμων ὁ Ἀνδροβούλου, τῶν Δελφῶν ἀνὴρ δόκιμος ὅμοια τῷ μάλιστα, συνεβούλευέ σφι ἱκετηρίας λαβοῦσι δεύτερα αὖτις ἐλθόντας χρᾶσθαι τῷ χρηστηρίῳ ὡς ἱκέτας. Οι απεσταλμένοι στο μαντείο Αθηναίοι, όταν τ᾽ άκουσαν αυτά, κυριεύτηκαν από την πιο μεγάλη απελπισία. Και την ώρα που κυλιόνταν στο χώμα για τις συμφορές που τους περίμεναν σύμφωνα με τους χρησμούς, ο Τίμων, ο γιος του Ανδροβούλου, πολίτης των Δελφών από τους πρώτους ανάμεσα στους πρώτους, τους συμβούλεψε να πάρουν κλαδιά ικεσίας και πάλι, για δεύτερη φορά, να πάνε να ζητήσουν χρησμό απ᾽ το μαντείο, με την ιδιότητα του ικέτη.
[7.141.2] πειθομένοισι δὲ ταῦτα τοῖσι Ἀθηναίοισι καὶ λέγουσι· Ὦναξ, χρῆσον ἡμῖν ἄμεινόν τι περὶ τῆς πατρίδος, αἰδεσθεὶς τὰς ἱκετηρίας τάσδε τάς τοι ἥκομεν φέροντες· ἢ οὔ τοι ἄπιμεν ἐκ τοῦ ἀδύτου, ἀλλ᾽ αὐτοῦ τῇδε μενέομεν ἔστ᾽ ἂν καὶ τελευτήσωμεν, ταῦτα δὲ λέγουσι ἡ πρόμαντις χρᾷ δεύτερα τάδε· Οι Αθηναίοι τον άκουσαν και είπαν: «Βασιλιά μας, δώσε μας ένα χρησμό κάπως καλύτερο για την πατρίδα μας· σεβάσου αυτά τα κλαδιά ικεσίας που κρατάμε καθώς σου προσπέφτουμε· αλλιώς δε θα φύγουμε μέσ᾽ απ᾽ το ναό σου, αλλά θα μείνουμε εδώ σ᾽ αυτή τη στάση, ώσπου να μας βρει ο θάνατος»· ύστερ᾽ απ᾽ αυτά τα λόγια τους, η μάντισσα δίνει δεύτερο χρησμό, τον ακόλουθο:
[7.141.3] οὐ δύναται Παλλὰς Δί᾽ Ὀλύμπιον ἐξιλάσασθαι, Μ᾽ όλα τα παρακάλια της και τη σοφή της γνώση η Αθηνά Παλλάδα 
λισσομένη πολλοῖσι λόγοις καὶ μήτιδι πυκνῇ. ολότελα δε δύναται του Ολύμπιου του Δία να μαλακώσει την καρδιά. 
σοὶ δὲ τόδ᾽ αὖτις ἔπος ἐρέω, ἀδάμαντι πελάσσας· Σ᾽ εσένα τώρα δεύτερο χρησμό θενά σου δώσω, αλύγιστο ατσάλι:
τῶν ἄλλων γὰρ ἁλισκομένων ὅσα Κέκροπος οὖρος Όλα ένα γύρο που θωρείς στου Κέκροπα το βράχο
ἐντὸς ἔχει κευθμών τε Κιθαιρῶνος ζαθέοιο, και στη σπηλιά ανάμεσα του Κιθαιρώνα του σεπτού, ο εχθρός τα κυριεύει.
τεῖχος Τριτογενεῖ ξύλινον διδοῖ εὐρύοπα Ζεὺς Μα στην Τριτογενή του ο Δίας ο βροντόλαλος τη χάρη τούτη κάνει: 
μοῦνον ἀπόρθητον τελέθειν, τὸ σὲ τέκνα τ᾽ ὀνήσει. σωμός το ξύλινο το τείχος για σένα και τα τέκνα σου, απόρθητο θα μείνει.
[7.141.4] μηδὲ σύ γ᾽ ἱπποσύνην τε μένειν καὶ πεζὸν ἰόντα πολλὸν Κι εσύ μη περιμένεις ασάλευτος το ιππικό και τους πεζούς τους μύριους
ἀπ᾽ ἠπείρου στρατὸν ἥσυχος, ἀλλ᾽ ὑποχωρεῖν που η Ασία στέλνει, μα γύρισε τις πλάτες σου και μέριασε μπροστά τους· 
νῶτον ἐπιστρέψας· ἔτι τοί ποτε κἀντίος ἔσσῃ. κι η μέρα δε θ᾽ αργήσει που αντίμαχός τους θα σταθείς.
ὦ θείη Σαλαμίς, ἀπολεῖς δὲ σὺ τέκνα γυναικῶν Ω άγια Σαλαμίνα, πόσες γυναίκες θα θρηνούν τα τέκνα τους για σένα·
ἤ που σκιδναμένης Δημήτερος ἢ συνιούσης. στο σπάρσιμο ή στο μάζεμα της Δήμητρας, δεν ξέρω.
[7.142.1] Ταῦτά σφι ἠπιώτερα γὰρ τῶν προτέρων καὶ ἦν καὶ ἐδόκεε εἶναι, συγγραψάμενοι ἀπαλλάσσοντο ἐς τὰς Ἀθήνας. ὡς δὲ ἀπελθόντες οἱ θεοπρόποι ἀπήγγελλον ἐς τὸν δῆμον, γνῶμαι καὶ ἄλλαι πολλαὶ ἐγίνοντο διζημένων τὸ μαντήιον καὶ αἵδε συνεστηκυῖαι μάλιστα· τῶν πρεσβυτέρων ἔλεγον μετεξέτεροι δοκέειν σφι τὸν θεὸν τὴν ἀκρόπολιν χρῆσαι περιέσεσθαι· ἡ γὰρ ἀκρόπολις τὸ πάλαι τῶν Ἀθηναίων ῥηχῷ ἐπέφρακτο. Λοιπόν αυτόν το χρησμό, γιατί και ήταν και φαινόταν ηπιότερος από τον προηγούμενο, τον πήραν γραμμένο κι αναχώρησαν για την Αθήνα. Κι όταν η αντιπροσωπεία γύρισε πίσω και τον ανακοίνωσε στην εκκλησία του δήμου, ακούστηκαν και πολλές άλλες γνώμες, που προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το χρησμό, όμως αυτές που συγκρούονταν απόλυτα η μια με την άλλη ήταν οι ακόλουθες: ορισμένοι από τους πιο ηλικιωμένους έλεγαν πως πίστευαν ότι ο θεός με το χρησμό του τους λέει πως η ακρόπολη θα μείνει απόρθητη· γιατί τον παλιό καιρό η ακρόπολη ήταν οχυρωμένη με ξύλινο φράχτη·
[7.142.2] οἱ μὲν δὴ [κατὰ τὸν φραγμὸν] συνεβάλλοντο τοῦτο τὸ ξύλινον τεῖχος εἶναι, οἱ δ᾽ αὖ ἔλεγον τὰς νέας σημαίνειν τὸν θεόν, καὶ ταύτας παραρτέεσθαι ἐκέλευον τὰ ἄλλα ἀπέντας. τοὺς ὦν δὴ τὰς νέας λέγοντας εἶναι τὸ ξύλινον τεῖχος ἔσφαλλε τὰ δύο τὰ τελευταῖα ῥηθέντα ὑπὸ τῆς Πυθίης, ετούτοι λοιπόν έδιναν την ερμηνεία πως αυτός ο φράχτης είναι το «ξύλινο τείχος», ενώ οι άλλοι πάλι έλεγαν ότι ο θεός μιλά υπαινικτικά για τα καράβια και παρακινούσαν αυτά ν᾽ αρματώσουν, αφήνοντας κατά μέρος καθετί άλλο. Λοιπόν αυτούς που ισχυρίζονταν πως το «ξύλινο τείχος» είναι τα καράβια, τους σταματούσαν οι δυο τελευταίοι στίχοι του χρησμού της Πυθίας:
ὦ θείη Σαλαμίς, ἀπολεῖς δὲ σὺ τέκνα γυναικῶν
ἤ που σκιδναμένης Δημήτερος ἢ συνιούσης.
Ω άγια Σαλαμίνα, πόσες γυναίκες θα θρηνούν τα τέκνα τους για σένα·
στο σπάρσιμο ή στο μάζεμα της Δήμητρας, δεν ξέρω·
[7.142.3] κατὰ ταῦτα τὰ ἔπεα συνεχέοντο αἱ γνῶμαι τῶν φαμένων τὰς νέας τὸ ξύλινον τεῖχος εἶναι· οἱ γὰρ χρησμολόγοι ταύτῃ ταῦτα ἐλάμβανον, ὡς ἀμφὶ Σαλαμῖνα δεῖ σφεας ἑσσωθῆναι ναυμαχίην παρασκευασαμένους. αυτοί οι στίχοι προκαλούσαν σύγχυση στις γνώμες εκείνων που ισχυρίζονταν ότι τα καράβια είναι το «ξύλινο τείχος»· γιατί οι χρησμολόγοι έδιναν σ᾽ αυτούς την εξής ερμηνεία, πως είναι γραφτό να νικηθούν οι Αθηναίοι, αν ναυμαχούσαν στα νερά της Σαλαμίνας.
[7.143.1] ἦν δὲ τῶν τις Ἀθηναίων ἀνὴρ ἐς πρώτους νεωστὶ παριών, τῷ οὔνομα μὲν ἦν Θεμιστοκλέης, παῖς δὲ Νεοκλέος ἐκαλέετο. οὗτος ὡνὴρ οὐκ ἔφη πᾶν ὀρθῶς τοὺς χρησμολόγους συμβάλλεσθαι, λέγων τοιάδε, εἰ ἐς Ἀθηναίους εἶχε τὸ ἔπος εἰρημένον ἐόντως, οὐκ ἂν οὕτω μιν δοκέειν ἠπίως χρησθῆναι, ἀλλὰ ὧδε Ὦ σχετλίη Σαλαμίς, ἀντὶ τοῦ Ὦ θείη Σαλαμίς, εἴ πέρ γε ἔμελλον οἱ οἰκήτορες ἀμφ᾽ αὐτῇ τελευτήσειν. Κι ήταν ανάμεσα στους Αθηναίους ένας που τότε τελευταία αναδείχτηκε ανάμεσα στους πρώτους της πόλης· λεγόταν Θεμιστοκλής κι ήταν γνωστός ως Θεμιστοκλής Νεοκλέους. Αυτός αμφισβήτησε την ορθότητα της ερμηνείας των χρησμολόγων, μιλώντας περίπου ως εξής: αν πράγματι ο στίχος του χρησμού αναφερόταν στους Αθηναίους, είχε την εντύπωση πως δε θα δινόταν μ᾽ αυτή την τόσο κόσμια διατύπωση, αλλά έτσι: «Ω φριχτή Σαλαμίνα» — όχι «ω άγια Σαλαμίνα», εφόσον βέβαια ήταν ν᾽ αφανιστούν οι κάτοικοί της στα νερά της.
[7.143.2] ἀλλὰ γὰρ ἐς τοὺς πολεμίους τῷ θεῷ εἰρῆσθαι τὸ χρηστήριον συλλαμβάνοντι κατὰ τὸ ὀρθόν, ἀλλ᾽ οὐκ ἐς Ἀθηναίους. παρασκευάζεσθαι ὦν αὐτοὺς ὡς ναυμαχήσοντας συνεβούλευε, ὡς τούτου ἐόντος τοῦ ξυλίνου τείχεος. Άρα, αντίθετα, για όποιον ήθελε να δώσει τη σωστή ερμηνεία, ο χρησμός του θεού απευθυνόταν στις μάνες των εχθρών κι όχι των Αθηναίων. Τους συμβούλευε λοιπόν να προετοιμάζονται για να ναυμαχήσουν, γιατί αυτή την έννοια είχε το «ξύλινο τείχος».
[7.143.3] ταύτῃ Θεμιστοκλέος ἀποφαινομένου Ἀθηναῖοι ταῦτα σφίσι ἔγνωσαν αἱρετώτερα εἶναι μᾶλλον ἢ τὰ τῶν χρησμολόγων, οἳ οὐκ ἔων ναυμαχίην ἀρτέεσθαι, τὸ δὲ σύμπαν εἶπαι οὐδὲ χεῖρας ἀνταείρεσθαι, ἀλλὰ ἐκλιπόντας χώρην τὴν Ἀττικὴν ἄλλην τινὰ οἰκίζειν. Οι Αθηναίοι, ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την αγόρευση του Θεμιστοκλή, έκριναν πως η γνώμη του Θεμιστοκλή ήταν προτιμότερη από τη γνώμη των χρησμολόγων που τους απέτρεπαν να προετοιμαστούν για ναυμαχία — κοντολογίς ούτε καν να προβάλουν αντίσταση στον εχθρό, αλλά να εγκαταλείψουν την Αττική και να παν να εγκατασταθούν σε κάποια άλλη χώρα.
[7.144.1] ἑτέρη τε Θεμιστοκλέϊ γνώμη ἔμπροσθε ταύτης ἐς καιρὸν ἠρίστευσε, ὅτε Ἀθηναίοισι γενομένων χρημάτων μεγάλων ἐν τῷ κοινῷ, τὰ ἐκ τῶν μετάλλων σφι προσῆλθε τῶν ἀπὸ Λαυρείου, ἔμελλον λάξεσθαι ὀρχηδὸν ἕκαστος δέκα δραχμάς· τότε Θεμιστοκλέης ἀνέγνωσε Ἀθηναίους τῆς διαιρέσιος ταύτης παυσαμένους νέας τούτων τῶν χρημάτων ποιήσασθαι διηκοσίας ἐς τὸν πόλεμον, τὸν πρὸς Αἰγινήτας λέγων. Κι άλλη μια γνώμη του Θεμιστοκλή αποδείχτηκε αξιοθαύμαστη για την κρίσιμη ώρα της πόλης, όταν συγκεντρώθηκαν στο κοινό ταμείο των Αθηναίων πολλά χρήματα, έσοδα από τα μεταλλεία του Λαυρίου, κι ο καθένας τους δικαιούνταν να πάρει το μερίδιό του, δέκα δραχμές κατά κεφαλή· τότε ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να παραιτηθούν από τη διανομή και να κατασκευάσουν μ᾽ αυτά τα χρήματα διακόσια καράβια για τον πόλεμο (εννοώντας τον πόλεμο εναντίον των Αιγινητών.
[7.144.2] οὗτος γὰρ ὁ πόλεμος συστὰς ἔσωσε τότε τὴν Ἑλλάδα, ἀναγκάσας θαλασσίους γενέσθαι Ἀθηναίους. αἱ δὲ ἐς τὸ μὲν ἐποιήθησαν, οὐκ ἐχρήσθησαν, ἐς δέον δὲ οὕτω τῇ Ἑλλάδι ἐγένοντο. αὗταί τε δὴ αἱ νέες τοῖσι Ἀθηναίοισι προποιηθεῖσαι ὑπῆρχον, ἑτέρας τε ἔδεε προσναυπηγέεσθαι. Γιατί με το να εμπλακούν σ᾽ αυτό τον πόλεμο σώθηκε η Ελλάδα, καθώς οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να γίνουν ναυτικοί. Τώρα, τα καράβια αυτά δε χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό, για τον οποίο ναυπηγήθηκαν, όμως μ᾽ αυτό τον τρόπο στην κρίσιμη ώρα αποδείχτηκαν χρήσιμα στην Ελλάδα). Ήταν λοιπόν διαθέσιμα τα καράβια αυτά που τα είχαν από τα πριν ναυπηγήσει οι Αθηναίοι, όμως ήταν ανάγκη να ναυπηγηθούν κι άλλα και να προστεθούν σ᾽ αυτά.
[7.144.3] ἔδοξέ τέ σφι μετὰ τὸ χρηστήριον βουλευομένοισι ἐπιόντα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα τὸν βάρβαρον δέκεσθαι τῇσι νηυσὶ πανδημεί, τῷ θεῷ πειθομένους, ἅμα Ἑλλήνων τοῖσι βουλομένοισι. Κι όταν, ύστερ᾽ από το χρησμό, συσκέφθηκαν, αποφάσισαν, ακολουθώντας το χρησμό του θεού, ν᾽ αντιμετωπίσουν με τον στόλο τον βάρβαρο που βάδιζε εναντίον τους, σύσσωμοι, μαζί μ᾽ όσους Έλληνες ήθελαν το ίδιο.
[7.145.1] Τὰ μὲν δὴ χρηστήρια ταῦτα τοῖσι Ἀθηναίοισι ἐγεγόνεε· συλλεγομένων δὲ ἐς τὠυτὸ τῶν Ἑλλήνων τῶν περὶ τὴν Ἑλλάδα τὰ ἀμείνω φρονεόντων καὶ διδόντων σφίσι λόγον καὶ πίστιν, ἐνθαῦτα ἐδόκεε βουλευομένοισι αὐτοῖσι πρῶτον μὲν χρημάτων πάντων καταλλάσσεσθαι τάς τε ἔχθρας καὶ τοὺς κατ᾽ ἀλλήλους ἐόντας πολέμους· ἦσαν δὲ πρός τινας καὶ ἄλλους ἐγκεκρημένοι, ὁ δὲ ὦν μέγιστος Ἀθηναίοισί τε καὶ Αἰγινήτῃσι. Λοιπόν αυτοί οι χρησμοί είχαν δοθεί στους Αθηναίους. Τότε συγκεντρώθηκαν σ᾽ έναν τόπο οι Έλληνες που είχαν τα ευγενέστερα αισθήματα για την Ελλάδα, κι αντάλλαξαν μεταξύ τους γνώμες και όρκους πίστης· στη σύσκεψή τους αποφάσισαν πως το πρώτο που είχαν να κάνουν ήταν να καταλαγιάσουν τις έχθρες και τους πολέμους που είχαν ανάμεσά τους. Πόλεμοι βρίσκονταν σ᾽ εξέλιξη κι ανάμεσα σε κάποιες άλλες πόλεις, ο πιο μεγάλος όμως ήταν ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Αιγινήτες.
[7.145.2] μετὰ δέ πυνθανόμενοι Ξέρξην σὺν τῷ στρατῷ εἶναι ἐν Σάρδισι ἐβουλεύσαντο κατασκόπους πέμπειν ἐς τὴν Ἀσίην τῶν βασιλέος πρηγμάτων, ἐς Ἄργος τε ἀγγέλους ὁμαιχμίην συνθησομένους πρὸς τὸν Πέρσην, καὶ ἐς Σικελίην ἄλλους πέμπειν παρὰ Γέλωνα τὸν Δεινομένεος, ἔς τε Κέρκυραν κελεύσοντας βοηθέειν τῇ Ἑλλάδι, καὶ ἐς Κρήτην ἄλλους, φρονήσαντες εἴ κως ἕν τε γένοιτο τὸ Ἑλληνικὸν καὶ εἰ συγκύψαντες τὠυτὸ πρήσσοιεν πάντες, ὡς δεινῶν ἐπιόντων ὁμοίως πᾶσι Ἕλλησι. τὰ δὲ Γέλωνος πρήγματα μεγάλα ἐλέγετο εἶναι, οὐδαμῶν Ἑλληνικῶν τῶν οὐ πολλὸν μέζω. Κι αργότερα, παίρνοντας την πληροφορία πως ο Ξέρξης με το εκστρατευτικό του σώμα βρισκόταν στις Σάρδεις, αποφάσισαν να στείλουν κατασκόπους στην Ασία για τη δύναμη του βασιλιά, κι αγγελιοφόρους στο Άργος, για να συνάψουν στρατιωτική συμμαχία εναντίον των Περσών, κι άλλους να στείλουν στη Σικελία, στην αυλή του Γέλωνος, του γιου του Δεινομένη, και στην Κέρκυρα, με την παραίνεση να σπεύσουν σε βοήθεια της Ελλάδας, κι άλλους στην Κρήτη, με τη σκέψη όλος ο ελληνικός κόσμος να γίνει ένα και να συμπράξουν για να υπηρετήσουν την κοινή προσπάθεια, γιατί ο όλεθρος απειλούσε το ίδιο όλους τους Έλληνες. Κι ακουόταν τότε πως η δύναμη του Γέλωνος ήταν μεγάλη· ήταν πολύ πιο μεγάλη από τη δύναμη οποιασδήποτε ελληνικής πόλης.
[7.146.1] ὡς δὲ ταῦτά σφι ἔδοξε, καταλυσάμενοι τὰς ἔχθρας πρῶτα μὲν κατασκόπους πέμπουσι ἐς τὴν Ἀσίην ἄνδρας τρεῖς. οἱ δὲ ἀπικόμενοί τε ἐς Σάρδις καὶ καταμαθόντες τὴν βασιλέος στρατιήν, ὡς ἐπάϊστοι ἐγένοντο, βασανισθέντες ὑπὸ τῶν στρατηγῶν τοῦ πεζοῦ στρατοῦ ἀπήγοντο ὡς ἀπολεύμενοι. Πήραν λοιπόν αυτές τις αποφάσεις και κατόπι, αφού έδωσαν τέλος στις διαμάχες τους, πρώτα πρώτα στέλνουν κατασκόπους, τρεις άντρες, στην Ασία. Κι αυτοί έφτασαν στις Σάρδεις και παρατηρούσαν προσεχτικά το στράτευμα του βασιλιά, όταν τους έπιασαν επ᾽ αυτοφώρω· κι οι στρατηγοί του πεζικού, ύστερ᾽ από βασανιστική ανάκριση, τους έστελναν για εκτέλεση.
[7.146.2] καὶ τοῖσι μὲν κατεκέκριτο θάνατος, Ξέρξης δὲ ὡς ἐπύθετο ταῦτα, μεμφθεὶς τῶν στρατηγῶν τὴν γνώμην πέμπει τῶν τινας δορυφόρων, ἐντειλάμενος, ἢν καταλάβωσι τοὺς κατασκόπους ζῶντας, ἄγειν παρ᾽ ἑωυτόν. Κι ετούτοι ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο, ο Ξέρξης όμως, μόλις πληροφορήθηκε αυτά, αποδοκιμάζοντας την απόφαση των στρατηγών στέλνει μερικούς σωματοφύλακές του με την εντολή, αν προλάβουν ζωντανούς τους κατασκόπους, να τους οδηγήσουν μπροστά του.
[7.146.3] ὡς δὲ ἔτι περιεόντας αὐτοὺς κατέλαβον καὶ ἤγαγον ἐς ὄψιν τὴν βασιλέος, τὸ ἐνθεῦτεν πυθόμενος ἐπ᾽ οἷσι ἦλθον, ἐκέλευσέ σφεας τοὺς δορυφόρους περιάγοντας ἐπιδείκνυσθαι πάντα τε τὸν πεζὸν στρατὸν καὶ τὴν ἵππον, ἐπεὰν δὲ ταῦτα θηεύμενοι ἔωσι πλήρεες, ἀποπέμπειν ἐς τὴν ἂν αὐτοὶ ἐθέλωσι χώρην ἀσινέας. Και καθώς τους πρόλαβαν ακόμη ζωντανούς και τους έφεραν μπροστά στο βασιλιά, αποκεί και πέρα, μαθαίνοντας το σκοπό της αποστολής τους, διέταξε τους σωματοφύλακες να τους κάνουν το γύρο του στρατοπέδου και να τους δείξουν όλο το πεζικό και το ιππικό· κι όταν χορτάσουν απ᾽ αυτό το θέαμα, να τους στείλουν πίσω, σ᾽ όποια χώρα θελήσουν οι ίδιοι, σώους και αβλαβείς.
[7.147.1] ἐπιλέγων δὲ τὸν λόγον τόνδε ταῦτα ἐνετέλλετο, ὡς εἰ μὲν ἀπώλοντο οἱ κατάσκοποι, οὔτ᾽ ἂν τὰ ἑωυτοῦ πρήγματα προεπύθοντο οἱ Ἕλληνες ἐόντα λόγου μέζω, οὔτ᾽ ἄν τι τοὺς πολεμίους μέγα ἐσίναντο ἄνδρας τρεῖς ἀπολέσαντες· νοστησάντων δὲ τούτων ἐς τὴν Ἑλλάδα δοκέειν ἔφη ἀκούσαντας τοὺς Ἕλληνας τὰ ἑωυτοῦ πρήγματα πρὸ τοῦ στόλου τοῦ γινομένου παραδώσειν σφέας τὴν ἰδίην ἐλευθερίην, καὶ οὕτω οὐδὲ δεήσειν ἐπ᾽ αὐτοὺς στρατηλατέοντας πρήγματα ἔχειν. Κι έδωσε αυτή την εντολή προσθέτοντας κι αυτό το επιχείρημα, δηλαδή: αν οι κατάσκοποι θανατώνονταν, ούτε οι Έλληνες θα μπορούσαν να μάθουν από τα πριν τη δύναμή του, που ήταν μεγαλύτερη απ᾽ ό,τι υπολόγιζαν, κι ούτε θα προκαλούσαν καμιά μεγάλη ζημιά στον εχθρό σκοτώνοντας τρεις άντρες· αν όμως αυτοί γυρίσουν στην Ελλάδα, είπε, πίστευε πως οι Έλληνες μαθαίνοντας τη δύναμή του πριν ξεκινήσει η εκστρατεία, θα παράδιναν την ελευθερία, δικό τους κτήμα, κι έτσι ούτε καν θα υποχρεωθούν οι Πέρσες, επιχειρώντας εκστρατεία, να μπουν σε σκοτούρες.
[7.147.2] οἶκε δὲ αὐτοῦ αὕτη ἡ γνώμη τῇδε ἄλλῃ· ἐὼν γὰρ ἐν Ἀβύδῳ ὁ Ξέρξης εἶδε πλοῖα ἐκ τοῦ Πόντου σιταγωγὰ διεκπλέοντα τὸν Ἑλλήσποντον, ἔς τε Αἴγιναν καὶ Πελοπόννησον κομιζόμενα. οἱ μὲν δὴ πάρεδροι αὐτοῦ ὡς ἐπύθοντο πολέμια εἶναι τὰ πλοῖα, ἕτοιμοι ἦσαν αἱρέειν αὐτά, ἐσβλέποντες ἐς τὸν βασιλέα ὁκότε παραγγελέει. Λοιπόν, αυτή του η γνώμη είναι παρόμοια με μια άλλη· δηλαδή, όταν ο Ξέρξης ήταν στην Άβυδο, είδε πλοία που μετέφεραν σιτάρι από τον Εύξεινο Πόντο να διασχίζουν πλέοντας τον Ελλήσποντο με προορισμό την Αίγινα και την Πελοπόννησο. Λοιπόν οι παρακαθήμενοί του, μόλις αντιλήφτηκαν πως τα πλοία ήταν του εχθρού, ετοιμάστηκαν να τα κυριέψουν, με το βλέμμα τους στον βασιλιά, πότε θα δώσει προσταγή.
[7.147.3] ὁ δὲ Ξέρξης εἴρετο αὐτοὺς ὅκῃ πλέοιεν· οἱ δὲ εἶπαν· Ἐς τοὺς σοὺς πολεμίους, ὦ δέσποτα, σῖτον ἄγοντες. ὁ δὲ ὑπολαβὼν ἔφη· Οὐκ ὦν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖ πλέομεν ἔνθα περ οὗτοι, τοῖσί τε ἄλλοισι ἐξηρτυμένοι καὶ σίτῳ; τί δῆτα ἀδικέουσι οὗτοι ἡμῖν σιτία παρακομίζοντες; Κι ο Ξέρξης τούς ρώτησε, προς τα πού αρμενίζουν· κι οι άλλοι είπαν: «Προς τους εχθρούς σου, άρχοντά μας, κουβαλώντας σιτάρι». Κι αυτός πήρε το λόγο και είπε: «Λοιπόν, κι εμείς δεν αρμενίζουμε προς τον ίδιο τόπο μ᾽ αυτούς, κουβαλώντας ανάμεσα στ᾽ άλλα εφόδια και σιτάρι; άρα, τί κακό κάνουν αυτοί κουβαλώντας σιτάρι για μας;».
[7.148.1] Οἱ μέν νυν κατάσκοποι οὕτω θεησάμενοί τε καὶ ἀποπεμφθέντες ἐνόστησαν ἐς τὴν Εὐρώπην, οἱ δὲ συνωμόται Ἑλλήνων ἐπὶ τῷ Πέρσῃ μετὰ τὴν ἀπόπεμψιν τῶν κατασκόπων δεύτερα ἔπεμπον ἐς Ἄργος ἀγγέλους. Λοιπόν οι κατάσκοποι, αφού μ᾽ αυτό τον τρόπο είδαν όλα τα πάντα και στάλθηκαν πίσω, γύρισαν στην Ευρώπη· τώρα, οι Έλληνες που δέθηκαν με όρκο εναντίον του Πέρση, ύστερ᾽ από την επιστροφή των κατασκόπων, έκαναν τη δεύτερη ενέργειά τους· έστειλαν απεσταλμένους στο Άργος.
[7.148.2] Ἀργεῖοι δὲ λέγουσι τὰ κατ᾽ ἑωυτοὺς γενέσθαι ὧδε· πυθέσθαι γὰρ αὐτίκα κατ᾽ ἀρχὰς τὰ ἐκ τοῦ βαρβάρου ἐγειρόμενα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, πυθόμενοι δὲ καὶ μαθόντες ὥς σφεας οἱ Ἕλληνες πειρήσονται παραλαμβάνοντες ἐπὶ τὸν Πέρσην, πέμψαι θεοπρόπους ἐς Δελφοὺς τὸν θεὸν ἐπειρησομένους, ὥς σφι μέλλει ἄριστα ποιέουσι γίνεσθαι· νεωστὶ γὰρ σφέων τεθνάναι ἑξακισχιλίους ὑπὸ Λακεδαιμονίων καὶ Κλεομένεος τοῦ Ἀναξανδρίδεω, τῶν δὴ εἵνεκα πέμπειν. Κι οι Αργείοι λένε πως, σ᾽ ό,τι αφορά στην πόλη τους, τα πράγματα εξελίχτηκαν ως εξής: αμέσως από την πρώτη στιγμή έμαθαν τον κίνδυνο με τον οποίο ο βάρβαρος απειλούσε την Ελλάδα· κι όταν πήραν την πληροφορία κι αντιλήφτηκαν ότι οι Έλληνες θα προσπαθήσουν να τους πάρουν συμμάχους εναντίον των Περσών, έστειλαν επίσημη αντιπροσωπεία στους Δελφούς, για να ρωτήσουν το θεό τί ήταν το καλύτερο που είχαν να κάνουν· γιατί πρόσφατα σκοτώθηκαν από τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη, το γιο του Αναξανδρίδα, έξι χιλιάδες δικοί τους — κι αυτός ήταν ο λόγος που τους έκανε να στείλουν για χρησμό·
[7.148.3] τὴν δὲ Πυθίην ἐπειρωτῶσι αὐτοῖσι ἀνελεῖν τάδε· και, λένε, πως στο ερώτημά τους η Πυθία αποκρίθηκε με τον εξής χρησμό:
ἐχθρὲ περικτιόνεσσι, φίλ᾽ ἀθανάτοισι θεοῖσι, Σ᾽ εχθρεύονται οι γείτονες, μα οι θεοί, Αργείε, οι αθάνατοι, σε αγαπούν.
εἴσω τὸν προβόλαιον ἔχων πεφυλαγμένος ἧσο Φυλάξου, μέσα κάθισε στα κάστρα σου, κρατώντας
καὶ κεφαλὴν πεφύλαξο· κάρη δὲ τὸ σῶμα σαώσει. Φύλαγε το κεφάλι σου· γιατί η κεφαλή σου θα σώσει το κορμί σου.
ταῦτα μὲν τὴν Πυθίην χρῆσαι πρότερον, μετὰ δὲ ὡς ἐλθεῖν τοὺς ἀγγέλους ἐς δὴ τὸ Ἄργος, ἐπελθεῖν ἐπὶ τὸ βουλευτήριον καὶ λέγειν τὰ ἐντεταλμένα. Λένε λοιπόν πως αυτούς τους χρησμούς έδωσε πρωτύτερα η Πυθία, κι αργότερα, όταν έφτασαν οι αγγελιοφόροι στο Άργος, παρουσιάστηκαν στη βουλή κι έλεγαν αυτά που είχαν εντολή να πουν.
[7.148.4] τοὺς δὲ πρὸς τὰ λεγόμενα ὑποκρίνασθαι ὡς ἕτοιμοί εἰσι Ἀργεῖοι ποιέειν ταῦτα τριήκοντα ἔτεα εἰρήνην σπεισάμενοι Λακεδαιμονίοισι καὶ ἡγεόμενοι κατὰ τὸ ἥμισυ πάσης τῆς συμμαχίης· καίτοι κατά γε τὸ δίκαιον γίνεσθαι τὴν ἡγεμονίην ἑωυτῶν, ἀλλ᾽ ὅμως σφι ἀποχρᾶν κατὰ τὸ ἥμισυ ἡγεομένοισι. Και πως αυτοί απάντησαν στις προτάσεις πως είναι πρόθυμοι να τις δεχτούν, αν συνομολογηθεί ειρήνη για τριάντα χρόνια με τους Σπαρτιάτες κι αν μοιραστούν μ᾽ αυτούς την ηγεμονία όλης της συμμαχίας· βέβαια, έλεγαν, η ηγεμονία δικαιωματικά ανήκει σ᾽ αυτούς, όμως θ᾽ αρκεστούν κι αν την έχουν μισή μισή.
[7.149.1] ταῦτα μὲν λέγουσι τὴν βουλὴν ὑποκρίνασθαι, καίπερ ἀπαγορεύοντός σφι τοῦ χρηστηρίου μὴ ποιέεσθαι τὴν πρὸς τοὺς Ἕλληνας συμμαχίην. σπουδὴν δὲ ἔχειν σπονδὰς γενέσθαι τριηκοντοέτιδας, καίπερ τὸ χρηστήριον φοβεομένοισι, ἵνα δή σφι οἱ παῖδες ἀνδρωθέωσι ἐν τούτοισι τοῖσι ἔτεσι· μὴ δὲ σπονδέων ἐουσέων ἐπιλέγεσθαι, ἢν ἄρα σφέας καταλάβῃ πρὸς τῷ γεγονότι κακῷ ἄλλο πταῖσμα πρὸς τὸν Πέρσην, μὴ τὸ λοιπὸν ἔωσι Λακεδαιμονίων ὑπήκοοι. Λένε λοιπόν πως αυτή ήταν η απάντηση της βουλής, μολονότι ο χρησμός τούς απέτρεπε να κάνουν συμμαχία με τους Έλληνες. Και πως επιδίωξαν να γίνουν συνθήκες για τριάντα χρόνια, όσο κι αν τους φοβέριζε ο χρησμός, για ν᾽ αντρωθούν τα παιδιά τους μέσα σ᾽ αυτό το διάστημα· και πως έκαναν μια πρόσθετη σκέψη, μήπως, αν δεν κάνουν συνθήκες και, ύστερ᾽ από το κακό που είχαν πάθει, δεχτούν κι άλλο χτύπημα απ᾽ τον Πέρση, αποκεί και πέρα υποταχτούν στους Λακεδαιμονίους.
[7.149.2] τῶν δὲ ἀγγέλων τοὺς ἀπὸ τῆς Σπάρτης πρὸς τὰ ῥηθέντα ἐκ τῆς βουλῆς ἀμείψασθαι τοῖσδε, περὶ μὲν σπονδέων ἀνοίσειν ἐς τοὺς πλεῦνας, περὶ δὲ ἡγεμονίης αὐτοῖσι ἐντετάλθαι ὑποκρίνασθαι, καὶ δὴ λέγειν σφίσι μὲν εἶναι δύο βασιλέας, Ἀργείοισι δὲ ἕνα· οὐκ ὦν δυνατὸν εἶναι τῶν ἐκ Σπάρτης οὐδέτερον παῦσαι τῆς ἡγεμονίης, μετὰ δὲ δύο τῶν σφετέρων ὁμόψηφον τὸν Ἀργεῖον εἶναι κωλύειν οὐδέν. Κι ακόμη λένε πως οι αγγελιοφόροι που εκπροσωπούσαν τη Σπάρτη έδωσαν την εξής απάντηση σε όσα άκουσαν από τη βουλή: όσο για τις συνθήκες, θα μετέφεραν το αίτημα στη συνέλευση του λαού, για την αρχηγία όμως έχουν εξουσιοδοτηθεί να δώσουν οι ίδιοι την απάντηση: δηλαδή, τους είπαν, πως αυτοί έχουν δυο βασιλιάδες, ενώ οι Αργείοι έναν· λοιπόν τους είναι αδύνατο να καθαιρέσουν από την αρχηγία τον ένα ή τον άλλο από τους βασιλιάδες της Σπάρτης, αλλά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να έχει κι ο βασιλιάς του Άργους ψήφο ισότιμη με τους δυο δικούς τους.
[7.149.3] οὕτω δὴ οἱ Ἀργεῖοί φασι οὐκ ἀνασχέσθαι τῶν Σπαρτιητέων τὴν πλεονεξίην, ἀλλ᾽ ἑλέσθαι μᾶλλον ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἄρχεσθαι ἤ τι ὑπεῖξαι Λακεδαιμονίοισι, προειπεῖν τε τοῖσι ἀγγέλοισι πρὸ δύντος ἡλίου ἀπαλλάσσεσθαι ἐκ τῆς Ἀργείων χώρης, εἰ δὲ μή, περιέψεσθαι ὡς πολεμίους. Λοιπόν οι Αργείοι ισχυρίζονται πως ύστερ᾽ απ᾽ αυτά δεν ανέχτηκαν την πλεονεξία των Σπαρτιατών, αλλά προτίμησαν να εξουσιάζονται από τους βαρβάρους παρά να κάνουν κάποια υποχώρηση στους Λακεδαιμονίους· και πως προειδοποίησαν τους αγγελιοφόρους, πριν βασιλέψει ο ήλιος, να σηκωθούν και να φύγουν από τη χώρα των Αργείων, αλλιώς θα έχουν τη μεταχείριση που ταιριάζει σε εχθρούς.
[7.150.1] αὐτοὶ μὲν Ἀργεῖοι τοσαῦτα τούτων πέρι λέγουσι· ἔστι δὲ ἄλλος λόγος λεγόμενος ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, ὡς Ξέρξης ἔπεμψε κήρυκα ἐς Ἄργος πρότερον ἤ περ ὁρμῆσαι στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. Λοιπόν γι᾽ αυτή την υπόθεση οι Αργείοι από τη μεριά τους λένε αυτά· υπάρχει όμως και μια άλλη ιστορία που διαδόθηκε σ᾽ όλη την Ελλάδα, ότι δηλαδή ο Ξέρξης, πριν ακόμα αποφασίσει να ξεκινήσει την εκστρατεία εναντίον των Ελλήνων, έστειλε κήρυκα στο Άργος.
[7.150.2] ἐλθόντα δὲ τοῦτον λέγεται εἰπεῖν· Ἄνδρες Ἀργεῖοι, βασιλεὺς Ξέρξης τάδε ὑμῖν λέγει· Ἡμεῖς νομίζομεν Πέρσην εἶναι ἀπ᾽ οὗ ἡμεῖς γεγόναμεν, παῖδα Περσέος τοῦ Δανάης, γεγονότα ἐκ τῆς Κηφέος θυγατρὸς Ἀνδρομέδης. οὕτω ἂν ὦν εἴημεν ὑμέτεροι ἀπόγονοι. οὔτε ὦν ἡμέας οἰκὸς ἐπὶ τοὺς ἡμετέρους προγόνους ἐκστρατεύεσθαι, οὔτε ὑμέας ἄλλοισι τιμωρέοντας ἡμῖν ἀντιξόους γίνεσθαι, ἀλλὰ παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖσι ἡσυχίην ἔχοντας κατῆσθαι. ἢν γὰρ ἐμοὶ γένηται κατὰ νόον, οὐδαμοὺς μέζονας ὑμέων ἄξω. Κι όταν αυτός έφτασε, λένε πως είπε: «Άνδρες Αργείοι, ο βασιλιάς Ξέρξης σάς λέει τα εξής: Εμείς πιστεύουμε ότι ο γενάρχης μας είναι ο Πέρσης, ο γιος του Περσέα, που τον απόχτησε από τη θυγατέρα του Κηφέα, την Ανδρομέδα. Σύμφωνα μ᾽ αυτά εμείς πρέπει να ᾽μαστε απόγονοί σας. Δεν είναι σωστό λοιπόν ούτε εμείς να εκστρατεύουμε εναντίον των προγόνων μας, ούτε εσείς, βοηθώντας άλλους, να ταχθείτε εναντίον μας, αλλά να κάθεστε στη χώρα σας ζώντας ειρηνικά. Γιατί, αν τα πράματα έρθουν όπως τα εύχομαι, θα είστε οι πρώτοι στην εύνοιά μου».
[7.150.3] ταῦτα ἀκούσαντας Ἀργείους λέγεται πρῆγμα ποιήσασθαι, καὶ παραχρῆμα μὲν οὐδὲν ἐπαγγελλομένους μεταιτέειν, ἐπεὶ δέ σφεας παραλαμβάνειν τοὺς Ἕλληνας, οὕτω δὴ ἐπισταμένους ὅτι οὐ μεταδώσουσι τῆς ἀρχῆς Λακεδαιμόνιοι μεταιτέειν, ἵνα ἐπὶ προφάσιος ἡσυχίην ἄγωσι. Λέγεται λοιπόν πως, όταν οι Αργείοι άκουσαν αυτή την πρόταση, τους έκανε μεγάλη εντύπωση, αλλά εκείνη τη στιγμή ούτε έδωσαν κάποια υπόσχεση ούτε πρόβαλαν κάποιο αίτημα· πως όμως, όταν οι Έλληνες πήγαν να τους πάρουν στη συμμαχία τους, τότε λοιπόν, ξέροντας καλά ότι οι Λακεδαιμόνιοι δε θα στρέξουν να τους κάνουν συναρχηγούς, πρόβαλαν αυτή την απαίτηση, για να έχουν πρόφαση να μείνουν στην ησυχία τους.
[7.151.1] συμπεσεῖν δὲ τούτοισι καὶ τόνδε τὸν λόγον λέγουσί τινες Ἑλλήνων, πολλοῖσι [τε] ἔτεσι ὕστερον γενόμενον τούτων· τυχεῖν ἐν Σούσοισι τοῖσι Μεμνονείοισι ἐόντας ἑτέρου πρήγματος εἵνεκα ἀγγέλους Ἀθηναίων, Καλλίην τε τὸν Ἱππονίκου καὶ τοὺς μετὰ τούτου ἀναβάντας, Ἀργείους δὲ τὸν αὐτὸν τοῦτον χρόνον πέμψαντας καὶ τούτους ἐς Σοῦσα ἀγγέλους εἰρωτᾶν Ἀρτοξέρξην τὸν Ξέρξεω εἴ σφι ἔτι ἐμμένει τὴν πρὸς Ξέρξην φιλίην συνεκεράσαντο, ἢ νομιζοίατο πρὸς αὐτοῦ εἶναι πολέμιοι· βασιλέα δὲ Ἀρτοξέρξην μάλιστα ἐμμένειν φάναι καὶ οὐδεμίαν νομίζειν πόλιν Ἄργεος φιλιωτέρην. Μερικοί Έλληνες λένε πως με την εκδοχή αυτή ταιριάζει απόλυτα ένα περιστατικό που συνέβη πολλά χρόνια αργότερα· πως, δηλαδή, έτυχε να βρίσκονται στα Σούσα, την πόλη του Μέμνονος, καθένας τους για άλλη υπόθεση, από τη μεριά τους απεσταλμένοι των Αθηναίων, ο Καλλίας, ο γιος του Ιππονίκου, κι εκείνοι που τον συνόδευαν στην αποστολή του στον βασιλιά, κι από τη δική τους τον ίδιο καιρό, Αργείοι απεσταλμένοι απ᾽ την πόλη τους στα Σούσα, που ρωτούσαν τον Αρτοξέρξη, το γιο του Ξέρξη, αν παραμένει η φιλία που τους συνέδεε με τον Ξέρξη ή τους θεωρούσε εχθρούς του· και πως ο βασιλιάς Αρτοξέρξης δήλωσε ότι μένει απόλυτα σταθερός σ᾽ αυτήν και δε θεωρεί καμιά πόλη πιο φιλική από το Άργος.
[7.152.1] εἰ μέν νυν Ξέρξης τε ἀπέπεμψε ταῦτα λέγοντα κήρυκα ἐς Ἄργος καὶ Ἀργείων ἄγγελοι ἀναβάντες ἐς Σοῦσα ἐπειρώτων Ἀρτοξέρξην περὶ φιλίης, οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν, οὐδέ τινα γνώμην περὶ αὐτῶν ἀποφαίνομαι ἄλλην γε ἢ τήν περ αὐτοὶ Ἀργεῖοι λέγουσι. Τώρα, αν ο Ξέρξης έστειλε κήρυκα στο Άργος μ᾽ αυτές τις προτάσεις κι αν απεσταλμένοι των Αργείων ανέβηκαν στα Σούσα και ρωτούσαν τον Αρτοξέρξη για τη φιλία τους, δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα ούτε να διατυπώσω γι᾽ αυτά κάποια γνώμη διαφορετική απ᾽ εκείνην που λένε οι ίδιοι οι Αργείοι.
[7.152.2] ἐπίσταμαι δὲ τοσοῦτον, ὅτι εἰ πάντες ἄνθρωποι τὰ οἰκήια κακὰ ἐς μέσον συνενείκαιεν ἀλλάξασθαι βουλόμενοι τοῖσι πλησίοισι, ἐγκύψαντες ἂν ἐς τὰ τῶν πέλας κακὰ ἀσπασίως ἕκαστοι αὐτῶν ἀποφεροίατο ὀπίσω τὰ ἐσηνείκαντο. Όμως ξέρω καλά τούτο: αν όλοι οι άνθρωποι κουβαλούσαν τις δικές του δυστυχίες ο καθένας και τις απέθεταν στον ίδιο τόπο θέλοντας να τις ανταλλάξουν με τις δυστυχίες των πλησίον τους, σκύβοντας πάνω στις δυστυχίες των πλησίον τους ο καθένας με αγαλλίαση θα σήκωνε και θα έπαιρνε πίσω τις δυστυχίες που κουβάλησε εκεί.
[7.152.3] οὕτω [δὴ] οὐδ᾽ Ἀργείοισι αἴσχιστα πεποίηται. ἐγὼ δὲ ὀφείλω λέγειν τὰ λεγόμενα, πείθεσθαί γε μὲν οὐ παντάπασιν ὀφείλω, καί μοι τοῦτο τὸ ἔπος ἐχέτω ἐς πάντα τὸν λόγον· ἐπεὶ καὶ ταῦτα λέγεται, ὡς ἄρα Ἀργεῖοι ἦσαν οἱ ἐπικαλεσάμενοι τὸν Πέρσην ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἐπειδή σφι πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους κακῶς ἡ αἰχμὴ ἑστήκεε, πᾶν δὴ βουλόμενοι σφίσι εἶναι πρὸ τῆς παρεούσης λύπης. Με αυτό το σκεπτικό κι η συμπεριφορά των Αργείων δεν ήταν η χειρότερη που μπορούσε να γίνει. Από τη μεριά μου, έχω υποχρέωση να λέω τα λεγόμενα, δεν έχω όμως υποχρέωση να τα πιστεύω πέρα για πέρα, κι αυτή μου η διακήρυξη θα ισχύει σε όλα όσα εξιστορώ· για παράδειγμα, άκουσα να λένε κι αυτό, πως τάχα οι Αργείοι ήταν εκείνοι που προσκάλεσαν τον Πέρση εναντίον της Ελλάδας, επειδή ο στρατός τους τσακίστηκε στον πόλεμο με τους Λακεδαιμονίους· προτιμούσαν λοιπόν οτιδήποτε άλλο μπορούσε να τους έρθει παρά τη συμφορά που τους βρήκε.
[7.153.1] Τὰ μὲν περὶ Ἀργείων εἴρηται· ἐς δὲ τὴν Σικελίην ἄλλοι τε ἀπίκατο ἄγγελοι ἀπὸ τῶν συμμάχων συμμείξοντες Γέλωνι καὶ δὴ καὶ ἀπὸ Λακεδαιμονίων Σύαγρος. τοῦ δὲ Γέλωνος τούτου πρόγονος, οἰκήτωρ ὁ ἐν Γέλῃ, ἦν ἐκ νήσου Τήλου τῆς ἐπὶ Τριοπίῳ κειμένης· ὃς κτιζομένης Γέλης ὑπὸ Λινδίων τε τῶν ἐκ Ῥόδου καὶ Ἀντιφήμου οὐκ ἐλείφθη. Λοιπόν όσα αφορούν στους Αργείους ειπώθηκαν· τώρα, άλλοι αγγελιοφόροι σταλμένοι από τους συμμάχους έφτασαν στη Σικελία για να συναντήσουν τον Γέλωνα, κι ανάμεσά τους ο Σύαγρος από τη Σπάρτη. Αυτού του Γέλωνος ο πρόγονος, από τους πρώτους αποίκους της Γέλας, καταγόταν από τη νήσο Τήλο, που βρίσκεται στ᾽ ανοιχτά του Τριοπίου· αυτός, όταν οι Λίνδιοι που ήρθαν από τη Ρόδο κι ο Αντίφημος έχτιζαν τη Γέλα, τους ακολούθησε.
[7.153.2] ἀνὰ χρόνον δὲ αὐτοῦ οἱ ἀπόγονοι γενόμενοι ἱροφάνται τῶν χθονίων θεῶν διετέλεον ἐόντες, Τηλίνεω ἑνός τευ τῶν προγόνων κτησαμένου τρόπῳ τοιῷδε· ἐς Μακτώριον πόλιν τὴν ὑπὲρ Γέλης οἰκημένην ἔφυγον ἄνδρες Γελῴων στάσι ἑσσωθέντες. Με τα χρόνια, οι απόγονοί του έγιναν τελετάρχες των θεών του Κάτω Κόσμου και κρατούσαν συνεχώς το αξίωμά τους, που το απόχτησε ένας από τους προγόνους τους, ο Τηλίνης, και νά πώς: στην πόλη Μακτώριο, που είχε χτιστεί πάνω από τη Γέλα, βρήκαν καταφύγιο πολίτες της Γέλας που νικήθηκαν σε εμφύλιο πόλεμο.
[7.153.3] τούτους ὦν ὁ Τηλίνης κατήγαγε ἐς Γέλην, ἔχων οὐδεμίαν ἀνδρῶν δύναμιν ἀλλὰ ἱρὰ τούτων τῶν θεῶν. ὅθεν δὲ αὐτὰ ἔλαβε ἢ αὐτὸς ἐκτήσατο, τοῦτο δὲ οὐκ ἔχω εἰπεῖν. τούτοισι δ᾽ ὦν πίσυνος ἐὼν κατήγαγε, ἐπ᾽ ᾧ τε οἱ ἀπόγονοι αὐτοῦ ἱροφάνται τῶν Θεῶν ἔσονται. Αυτούς λοιπόν τους έφερε πίσω στην πατρίδα τους, τη Γέλα, ο Τηλίνης, χωρίς να διαθέτει καμιά στρατιωτική δύναμη, αλλά τα ιερά σύμβολα αυτών των θεών. Τώρα, από πού τα πήρε ή αν από μόνος του τα προμηθεύτηκε, δεν ξέρω να το πω. Σ᾽ αυτά λοιπόν στηρίχτηκε και τους αποκατέστησε, με τον όρο οι απόγονοί του να είναι τελετάρχες των θεών.
[7.153.4] θῶμά μοι ὦν καὶ τοῦτο γέγονε πρὸς τὰ πυνθάνομαι, κατεργάσασθαι Τηλίνην ἔργον τοσοῦτον· τὰ τοιαῦτα γὰρ ἔργα οὐ πρὸς [τοῦ] ἅπαντος ἀνδρὸς νενόμικα γίνεσθαι, ἀλλὰ πρὸς ψυχῆς τε ἀγαθῆς καὶ ῥώμης ἀνδρηίης· ὁ δὲ λέγεται πρὸς τῆς Σικελίης τῶν οἰκητόρων τὰ ὑπεναντία τούτων πεφυκέναι θηλυδρίης τε καὶ μαλακώτερος ἀνήρ. Λοιπόν σε μένα, και τ᾽ άλλα που έμαθα μου προκαλούν κατάπληξη, αλλά προπάντων αυτό: να κατορθώσει ο Τηλίνης έργο τόσο μεγάλο· γιατί έχω τη γνώμη πως τέτοια έργα δεν είναι του χεριού του καθενός, αλλά θέλουν ψυχή γενναία και αντρίκεια ρώμη· όμως γι᾽ αυτόν οι κάτοικοι της Σικελίας λένε τ᾽ αντίθετα, πως απ᾽ τη φύση του ήταν γυναικωτός και περισσότερο απ᾽ όσο πρέπει μαλθακός. Έτσι λοιπόν απόχτησε αυτό το αξίωμα.
[7.154.1] οὕτω μέν νυν ἐκτήσατο τοῦτο τὸ γέρας· Κλεάνδρου δὲ τοῦ Παντάρεος τελευτήσαντος τὸν βίον, ὃς ἐτυράννευσε μὲν Γέλης ἑπτὰ ἔτεα, ἀπέθανε δὲ ὑπὸ Σαβύλλου ἀνδρὸς Γελῴου, ἐνθαῦτα ἀναλαμβάνει τὴν μουναρχίην Ἱπποκράτης, Κλεάνδρου ἐὼν ἀδελφεός. ἔχοντος δὲ Ἱπποκράτεος τὴν τυραννίδα ὁ Γέλων, ἐὼν Τηλίνεω τοῦ ἱροφάντεω ἀπόγονος, πολλῶν μετ᾽ ἄλλων καὶ Αἰνησιδήμου τοῦ Παταίκου †ὃς† ἦν δορυφόρος Ἱπποκράτεος. Κι όταν πέθανε ο Κλέανδρος, ο γιος του Παντάρη, αφού κυβέρνησε ως τύραννος τη Γέλα για εφτά χρόνια, δολοφονημένος από τον Σάβυλλο, πολίτη της Γέλας, τότε πήρε στα χέρια του τη μοναρχία ο αδερφός του Κλεάνδρου Ιπποκράτης. Κι όσο κρατούσε την τυραννική εξουσία ο Ιπποκράτης, ο Γέλων, που ήταν απόγονος του τελετάρχη Τηλίνη, μαζί με πολλούς άλλους και τον Αινησίδημο, το γιο του Παταίκου, ήταν σωματοφύλακας του Ιπποκράτη.
[7.154.2] μετὰ δὲ οὐ πολλὸν χρόνον δι᾽ ἀρετὴν ἀπεδέχθη πάσης τῆς ἵππου εἶναι ἵππαρχος· πολιορκέοντος γὰρ Ἱπποκράτεος Καλλιπολίτας τε καὶ Ναξίους καὶ Ζαγκλαίους τε καὶ Λεοντίνους καὶ πρὸς Συρηκοσίους τε καὶ τῶν βαρβάρων συχνοὺς ἀνὴρ ἐφαίνετο ἐν τούτοισι τοῖσι πολέμοισι ἐὼν ὁ Γέλων λαμπρότατος. τῶν δὲ εἶπον πολίων πασέων πλὴν Συρηκουσέων οὐδεμία ἀπέφυγε δουλοσύνην πρὸς Ἱπποκράτεος. Δεν πέρασε πολύς καιρός και αναδείχτηκε αρχηγός όλου του ιππικού με την αντρεία του· γιατί, καθώς ο Ιπποκράτης πολιορκούσε τους Καλλιπολίτες και τους Ναξίους και τους Ζαγκλαίους και τους Λεοντίνους κι επίσης τους Συρακουσίους και πολλές βαρβαρικές πόλεις, ο Γέλων αναδεικνυόταν σ᾽ αυτούς τους πολέμους άντρας με την πιο λαμπρή παλικαριά. Κι από τις πόλεις που ανέφερα καμιά, εκτός από τις Συρακούσες, δεν ξέφυγε την υποταγή της στον Ιπποκράτη.
[7.154.3] Συρηκοσίους δὲ Κορίνθιοί τε καὶ Κερκυραῖοι ἐρρύσαντο μάχῃ ἑσσωθέντας ἐπὶ ποταμῷ Ἐλώρῳ· ἐρρύσαντο δὲ οὗτοι ἐπὶ τοῖσδε καταλλάξαντες, ἐπ᾽ ᾧ τε Ἱπποκράτεϊ Καμάριναν Συρηκοσίους παραδοῦναι· Συρηκοσίων δὲ ἦν Καμάρινα τὸ ἀρχαῖον. Αλλά τους Συρακουσίους, που νικήθηκαν σε μάχη στις όχθες του ποταμού Ελώρου, τους έσωσαν οι Κορίνθιοι κι οι Κερκυραίοι· και τους έσωσαν λύνοντας τις διαφορές τους με τον εξής όρο: να παραδώσουν οι Συρακούσιοι την Καμάρινα στον Ιπποκράτη — η Καμάρινα από τον παλιό καιρό ανήκε στους Συρακουσίους.
[7.155.1] ὡς δὲ καὶ Ἱπποκράτεα τυραννεύσαντα ἴσα ἔτεα τῷ ἀδελφεῷ Κλεάνδρῳ κατέλαβε ἀποθανεῖν πρὸς πόλι Ὕβλῃ, στρατευσάμενον ἐπὶ τοὺς Σικελούς, οὕτω δὴ ὁ Γέλων τῷ λόγῳ τιμωρέων τοῖσι Ἱπποκράτεος παισὶ Εὐκλείδῃ τε καὶ Κλεάνδρῳ, οὐ βουλομένων τῶν πολιητέων κατηκόων ἔτι εἶναι, τῷ ἔργῳ, ὡς ἐπεκράτησε μάχῃ τῶν Γελῴων, ἦρχε αὐτὸς ἀποστερήσας τοὺς Ἱπποκράτεος παῖδας. Και τον Ιπποκράτη, αφού κράτησε την τυραννική εξουσία όσα χρόνια κι ο αδερφός του, τον βρήκε ο θάνατος κοντά στην πόλη Ύβλη, σε εκστρατεία εναντίον των Σικελών· τότε λοιπόν ο Γέλων εμφανίστηκε ως προστάτης των γιων του Ιπποκράτη, του Ευκλείδη και του Κλεάνδρου, καθώς οι πολίτες δεν ήθελαν πια να έχουν στο κεφάλι τους τύραννο· στην πραγματικότητα όμως, όταν νίκησε σε μάχη τους Γελώους, πήρε την εξουσία στα χέρια του στερώντας την από τα παιδιά του Ιπποκράτη.
[7.155.2] μετὰ δὲ τοῦτο τὸ εὕρημα τοὺς γαμόρους καλεομένους τῶν Συρηκοσίων ἐκπεσόντας ὑπό τε τοῦ δήμου καὶ τῶν σφετέρων δούλων, καλεομένων δὲ Κυλλυρίων, ὁ Γέλων καταγαγὼν τούτους ἐκ Κασμένης πόλιος ἐς τὰς Συρηκούσας ἔσχε καὶ ταύτας· ὁ γὰρ δῆμος ὁ τῶν Συρηκοσίων ἐπιόντι Γέλωνι παραδιδοῖ τὴν πόλιν καὶ ἑωυτόν. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτό το δώρο της τύχης, ο Γέλων, όταν οι ευκατάστατοι Συρακούσιοι (που τους έλεγαν γαμόρους) νικήθηκαν από το δημοκρατικό πλήθος και τους δούλους τους (που τους αποκαλούσαν Κυλλυρίους) κι εξορίστηκαν, τους βοήθησε να γυρίσουν απ᾽ την εξορία, από την πόλη Κασμένη στις Συρακούσες, και κατέλαβε κι αυτές· γιατί το δημοκρατικό πλήθος των Συρακουσών, καθώς ο Γέλων κατευθυνόταν εναντίον της πόλης τους, του παραδίνει την πόλη και τον εαυτό του.
[7.156.1] ὁ δὲ ἐπείτε παρέλαβε τὰς Συρηκούσας, Γέλης μὲν ἐπικρατέων λόγον ἐλάσσω ἐποιέετο, ἐπιτρέψας αὐτὴν Ἱέρωνι ἀδελφεῷ ἑωυτοῦ, ὁ δὲ τὰς Συρηκούσας ἐκράτυνε, καὶ ἦσάν οἱ πάντα αἱ Συρήκουσαι. Κι αυτός, από την ώρα που πήρε τις Συρακούσες, έδινε πολύ μικρή σημασία στη Γέλα που εξουσίαζε, κι εμπιστεύθηκε τη διοίκησή της στον αδερφό του Ιέρωνα, αλλά ενίσχυε τις Συρακούσες — το παν γι᾽ αυτόν ήταν οι Συρακούσες,
[7.156.2] αἱ δὲ παραυτίκα ἀνά τ᾽ ἔδραμον καὶ ἔβλαστον· τοῦτο μὲν γὰρ Καμαριναίους ἅπαντας ἐς τὰς Συρηκούσας ἀγαγὼν πολιήτας ἐποίησε, Καμαρίνης δὲ τὸ ἄστυ κατέσκαψε, τοῦτο δὲ Γελῴων ὑπερημίσεας τῶν ἀστῶν τὠυτὸ τοῖσι Καμαριναίοισι ἐποίησε· Μεγαρέας τε τοὺς ἐν Σικελίῃ, ὡς πολιορκεόμενοι ἐς ὁμολογίην προσεχώρησαν, τοὺς μὲν αὐτῶν παχέας, ἀραμένους τε πόλεμον αὐτῷ καὶ προσδοκῶντας ἀπολέεσθαι διὰ τοῦτο, ἀγαγὼν ἐς τὰς Συρηκούσας πολιήτας ἐποίησε· τὸν δὲ δῆμον τῶν Μεγαρέων. οὐκ ἐόντα μεταίτιον τοῦ πολέμου τούτου οὐδὲ προσδεκόμενον κακὸν οὐδὲν πείσεσθαι, ἀγαγὼν καὶ τούτους ἐς τὰς Συρηκούσας ἀπέδοτο ἐπ᾽ ἐξαγωγῇ ἐκ Σικελίης. και πολύ γρήγορα η πόλη ξεπετάχτηκε σα δέντρο ψηλόκορμο και φούντωσε· γιατί πρώτα πρώτα τους Καμαριναίους τους μετέφερε όλους στις Συρακούσες και τους έδωσε πολιτικά δικαιώματα, ενώ ξεθεμέλιωσε την πόλη της Καμάρινας· κατόπι στους περισσότερους από τους μισούς πολίτες της Γέλας επιφύλαξε την ίδια τύχη με τους Καμαριναίους· κι από τους Μεγαρείς της Σικελίας, όταν, ύστερ᾽ από πολιορκία, του παραδόθηκαν με συνθήκες, τους ευκατάστατους —κι ήταν αυτοί που ξεσήκωσαν τον πόλεμο εναντίον του και γι᾽ αυτόν το λόγο περίμεναν ν᾽ αφανιστούν— τους μετέφερε στις Συρακούσες και τους έδωσε πολιτικά δικαιώματα· αντίθετα, το δημοκρατικό πλήθος των Μεγαρέων, που δεν είχε υπαιτιότητα γι᾽ αυτό τον πόλεμο κι ούτε περίμενε να πάθει κανένα κακό, τους μετέφερε κι αυτούς στις Συρακούσες και τους πούλησε δούλους έξω απ᾽ τη Σικελία·
[7.156.3] τὠυτὸ δὲ τοῦτο καὶ Εὐβοέας τοὺς ἐν Σικελίῃ ἐποίησε διακρίνας. ἐποίεε δὲ ταῦτα τούτους ἀμφοτέρους νομίσας δῆμον εἶναι συνοίκημα ἀχαριτώτατον. τοιούτῳ μὲν τρόπῳ τύραννος ἐγεγόνεε μέγας ὁ Γέλων· την ίδια ακριβώς τύχη επιφύλαξε στους Ευβοείς της Σικελίας, διαφορετική για κάθε κοινωνική τάξη τους· και φέρθηκε μ᾽ αυτό τον τρόπο στους κατοίκους των δύο αυτών πόλεων, επειδή νόμιζε πως το δημοκρατικό πλήθος είναι ο πιο ενοχλητικός συγκάτοικος. Έτσι λοιπόν ο Γέλων είχε γίνει τύραννος με μεγάλη εξουσία.
[7.157.1] τότε δ᾽ ὡς οἱ ἄγγελοι τῶν Ἑλλήνων ἀπίκατο ἐς τὰς Συρηκούσας, ἐλθόντες αὐτῷ ἐς λόγους ἔλεγον τάδε· Ἔπεμψαν ἡμέας Λακεδαιμόνιοι [τε καὶ Ἀθηναῖοι] καὶ οἱ τούτων σύμμαχοι παραλαμψομένους σε πρὸς τὸν βάρβαρον· τὸν γὰρ ἐπιόντα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα πάντως κου πυνθάνεαι, ὅτι Πέρσης ἀνὴρ μέλλει ζεύξας τὸν Ἑλλήσποντον καὶ ἐπάγων πάντα τὸν ἠῷον στρατὸν ἐκ τῆς Ἀσίης στρατηλατήσειν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, πρόσχημα μὲν ποιεύμενος ὡς ἐπ᾽ Ἀθήνας ἐλαύνει, ἐν νόῳ δὲ ἔχων πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα ὑπ᾽ ἑωυτῷ ποιήσασθαι. Τότε λοιπόν, όταν έφτασαν στην αυλή του οι απεσταλμένοι των Ελλήνων, στις Συρακούσες, κι έκαναν διαπραγματεύσεις μ᾽ αυτόν, έλεγαν τα εξής: «Μας έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι [και οι Αθηναίοι] κι οι σύμμαχοί τους, για να σε πάρουμε στη συμμαχία μας εναντίον του βαρβάρου. Ασφαλώς θα πήρες την πληροφορία για τον εχθρό που βαδίζει εναντίον της Ελλάδας, δηλαδή ότι ο Πέρσης σχεδιάζει, γεφυρώνοντας τον Ελλήσποντο και οδηγώντας από την Ασία όλο το στρατό της Ανατολής, να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας, με πρόσχημα πως κατευθύνεται εναντίον της Αθήνας, έχοντας στο νου του όμως να υποδουλώσει όλο τον ελληνικό κόσμο.
[7.157.2] σὺ δὲ δυνάμιός τε ‹γὰρ› ἥκεις μεγάλης καὶ μοῖρά τοι τῆς Ἑλλάδος οὐκ ἐλαχίστη μέτα ἄρχοντί γε Σικελίης, βοήθει τε τοῖσι ἐλευθεροῦσι τὴν Ἑλλάδα καὶ συνελευθέρου. ἁλὴς μὲν γὰρ γενομένη πᾶσα ἡ Ἑλλὰς χεὶρ μεγάλη συνάγεται, καὶ ἀξιόμαχοι γινόμεθα τοῖσι ἐπιοῦσι· ἢν δὲ ἡμέων οἱ μὲν καταπροδιδῶσι, οἱ δὲ μὴ θέλωσι τιμωρέειν, τὸ δὲ ὑγιαῖνον τῆς Ἑλλάδος ᾖ ὀλίγον, τοῦτο δὲ ἤδη δεινὸν γίνεται μὴ πέσῃ πᾶσα ἡ Ἑλλάς. Κι εσύ —μια κι έχεις αποχτήσει μεγάλη δύναμη και κρατάς στα χέρια σου μεγάλο μέρος της Ελλάδας, σαν άρχοντας της Σικελίας που είσαι— βοήθα αυτούς που αγωνίζονται για την ελευθερία της Ελλάδας και κράτησέ την ελεύθερη μαζί τους. Γιατί, αν όλος ο ελληνικός κόσμος ενωθεί, συγκεντρώνουμε μεγάλη στρατιωτική δύναμη και είμαστε σε θέση ν᾽ αντιμετωπίσουμε τον επιδρομέα· αντίθετα, αν άλλοι από μας προδίνουν επαίσχυντα, άλλοι είναι απρόθυμοι να βοηθήσουν, και μείνει μικρό μέρος της Ελλάδας με ακμαίο φρόνημα, τότε πια ο φόβος γίνεται πραγματικός, μήπως πέσει ολόκληρη η Ελλάδα.
[7.157.3] μὴ γὰρ ἐλπίσῃς, ἢν ἡμέας καταστρέψηται ὁ Πέρσης μάχῃ κρατήσας, ὡς οὐκὶ ἥξει παρὰ σέ γε, ἀλλὰ πρὸ τούτου φύλαξαι· βοηθέων γὰρ ἡμῖν σεωυτῷ τιμωρέεις· τῷ δὲ εὖ βουλευθέντι πρήγματι τελευτὴ ὡς τὸ ἐπίπαν χρηστὴ ἐθέλει ἐπιγίνεσθαι. Γιατί μην έχεις ελπίδα πως, αν ο Πέρσης μάς νικήσει σε μάχη και μας υποδουλώσει, δε θα φτάσει στη χώρα σου, αλλά πάρε τα μέτρα σου γι᾽ αυτή την περίπτωση από τα πριν· δηλαδή, με τη βοήθεια που μας δίνεις, βοηθάς τον εαυτό σου· κι η πείρα λέει πως οι ενέργειες που προέρχονται από σωστή σκέψη συνήθως φέρνουν καλό αποτέλεσμα».
[7.158.1] οἱ μὲν ταῦτα ἔλεγον, Γέλων δὲ πολλὸς ἐνέκειτο λέγων τοιάδε· Ἄνδρες Ἕλληνες, λόγον ἔχοντες πλεονέκτην ἐτολμήσατε ἐμὲ σύμμαχον ἐπὶ τὸν βάρβαρον παρακαλέοντες ἐλθεῖν. Εκείνοι λοιπόν αυτά έλεγαν κι ο Γέλων τούς επιτέθηκε με σφοδρότητα μιλώντας έτσι: «Άνδρες Έλληνες, τολμήσατε να ᾽ρθείτε να με καλέσετε με προτάσεις αλαζονικές στη συμμαχία σας εναντίον των βαρβάρων.
[7.158.2] αὐτοὶ δὲ ἐμεῦ πρότερον δεηθέντος βαρβαρικοῦ στρατοῦ συνεπάψασθαι, ὅτε μοι πρὸς Καρχηδονίους νεῖκος συνῆπτο, ἐπισκήπτοντός τε τὸν Δωριέος τοῦ Ἀναξανδρίδεω πρὸς Ἐγεσταίων φόνον ἐκπρήξασθαι, ὑποτείνοντός τε τὰ ἐμπόρια συνελευθεροῦν ἀπ᾽ ὧν ὑμῖν μεγάλαι ὠφελίαι τε καὶ ἐπαυρέσιες γεγόνασι, οὔτε ἐμεῦ εἵνεκα ἤλθετε βοηθήσοντες οὔτε τὸν Δωριέος φόνον ἐκπρηξόμενοι, τό τε κατ᾽ ὑμέας τάδε ἅπαντα ὑπὸ βαρβάροισι νέμεται. Εσείς όμως, όταν πρωτύτερα σας παρακάλεσα να μου δώσετε χέρι για να χτυπήσουμε μαζί βαρβαρικό στρατό, όσο κρατούσε ο πόλεμος ανάμεσα σ᾽ εμένα και τους Καρχηδονίους, και σας εξόρκιζα να πάρετε εκδίκηση για τον Δωριέα, το γιο του Αναξανδρίδα, που τον σκότωσαν οι Εγεσταίοι, και σας παρακινούσα ν᾽ αγωνιστείτε μαζί μου για την ελευθερία των εμπορικών σταθμών, που σας έχουν δώσει μεγάλα πλεονεκτήματα και κέρδη, ούτε για χάρη μου ήρθατε να βοηθήσετε ούτε για να πάρετε πίσω το αίμα του Δωριέα· και αν ήταν να περιμένουμε από σας, όλ᾽ αυτά τα μέρη σίγουρα θα τα όριζαν οι βάρβαροι.
[7.158.3] ἀλλὰ εὖ γὰρ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τὸ ἄμεινον κατέστη. νῦν δέ, ἐπειδὴ περιελήλυθε ὁ πόλεμος καὶ ἀπῖκται ἐς ὑμέας, οὕτω δὴ Γέλωνος μνῆστις γέγονε. Αλλά τα πράγματα πήραν ευνοϊκή στροφή για μένα κι εξελίχτηκαν προς το καλύτερο. Και τώρα που ο πόλεμος μετατοπίστηκε και χτυπά τη δική σας χώρα, νά που θυμηθήκατε τον Γέλωνα!
[7.158.4] ἀτιμίης δὲ πρὸς ὑμέων κυρήσας οὐκ ὁμοιώσομαι ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἕτοιμός εἰμι βοηθέειν παρεχόμενος διηκοσίας τε τριήρεας καὶ δισμυρίους ὁπλίτας καὶ δισχιλίην ἵππον καὶ δισχιλίους τοξότας καὶ δισχιλίους σφενδονήτας καὶ δισχιλίους ἱπποδρόμους ψιλούς· σῖτόν τε ἁπάσῃ τῇ Ἑλλήνων στρατιῇ, ἔστ᾽ ἂν διαπολεμήσωμεν, ὑποδέκομαι παρέξειν. Όμως, αν και μου φερθήκατε με καταφρόνια, δε θα σας μοιάσω, αλλά είμαι πρόθυμος να σας βοηθήσω δίνοντας διακόσιες τριήρεις και είκοσι χιλιάδες βαριά οπλισμένους και δύο χιλιάδες ιππείς και δύο χιλιάδες τοξότες και δύο χιλιάδες σφενδονητές και δύο χιλιάδες ελαφρύ ιππικό· αναλαμβάνω επίσης να εφοδιάσω με σιτάρι ολόκληρο τον ελληνικό στρατό για όσο κρατήσει ο πόλεμος.
[7.158.5] ἐπὶ δὲ λόγῳ τοιῷδε τάδε ὑπίσχομαι, ἐπ᾽ ᾧ τε στρατηγός τε καὶ ἡγεμὼν τῶν Ἑλλήνων ἔσομαι πρὸς τὸν βάρβαρον· ἐπ᾽ ἄλλῳ δὲ λόγῳ οὔτ᾽ ἂν αὐτὸς ἔλθοιμι οὔτ᾽ ἂν ἄλλους πέμψαιμι. Δίνω αυτές τις υποσχέσεις μ᾽ έναν τέτοιο όρο: να είμαι στρατηγός και αρχηγός των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων· διαφορετικά, ούτε ο ίδιος θα έρθω κι ούτε άλλους θα στείλω».
[7.159.1] ταῦτα ἀκούσας οὔτε ἠνέσχετο ὁ Σύαγρος εἶπέ τε τάδε· Ἦ κε μέγ᾽ οἰμώξειε ὁ Πελοπίδης Ἀγαμέμνων πυθόμενος Σπαρτιήτας τὴν ἡγεμονίην ἀπαραιρῆσθαι ὑπὸ Γέλωνός τε καὶ Συρηκοσίων. ἀλλὰ τούτου μὲν τοῦ λόγου μηκέτι μνησθῇς, ὅκως τὴν ἡγεμονίην τοι παραδώσομεν. ἀλλ᾽ εἰ μὲν βούλεαι βοηθέειν τῇ Ἑλλάδι, ἴσθι ἀρξόμενος ὑπὸ Λακεδαιμονίων· εἰ δ᾽ ἄρα μὴ δικαιοῖς ἄρχεσθαι, σὺ δὲ μηδὲ βοηθέειν. Ακούοντας αυτά ο Σύαγρος δε βάσταξε και μίλησε έτσι: «Νά που ο απόγονος του Πέλοπα, ο Αγαμέμνων, θα βγάλει βαθύ στεναγμό μαθαίνοντας ότι οι Σπαρτιάτες καθαιρέθηκαν απ᾽ την αρχηγία από τον Γέλωνα και τους Συρακουσίους! Μη ξανακάνεις λοιπόν αυτή την πρόταση, να σου παραδώσουμε την αρχηγία. Αλλά, αν θέλεις να βοηθήσεις την Ελλάδα, πάρ᾽ το απόφαση πως θα ᾽χεις αρχηγούς τους Λακεδαιμονίους· τώρα, αν σου είναι δύσκολο να μας έχεις αρχηγούς, να μας λείπει η βοήθειά σου».
[7.160.1] πρὸς ταῦτα ὁ Γέλων, ἐπειδὴ ὥρα ἀπεστραμμένους τοὺς λόγους τοῦ Συάγρου, τὸν τελευταῖόν σφι τόνδε ἐξέφαινε λόγον· Ὦ ξεῖνε Σπαρτιῆτα, ὀνείδεα κατιόντα ἀνθρώπῳ φιλέει ἐπανάγειν τὸν θυμόν· σὺ μέντοι ἀποδεξάμενος ὑβρίσματα ἐν τῷ λόγῳ οὔ με ἔπεισας ἀσχήμονα ἐν τῇ ἀμοιβῇ γενέσθαι. Ο Γέλων, βλέποντας πως με τα λόγια του ο Σύαγρος του γυρνούσε την πλάτη, στην απάντησή του διατύπωσε κάπως έτσι την τελευταία πρότασή του: «Ξένε Σπαρτιάτη, οι προσβολές που εκτοξεύονται σ᾽ έναν άντρα συνήθως προκαλούν αναβρασμό στην ψυχή· όμως, μολονότι εσύ στην ομιλία σου εκστόμισες προσβλητικές φράσεις, δεν τα κατάφερες να με κάνεις να σου δώσω μια άπρεπη απάντηση.
[7.160.2] ὅκου δὲ ὑμεῖς οὕτω περιέχεσθε τῆς ἡγεμονίης, οἰκὸς καὶ ἐμὲ μᾶλλον ὑμέων περιέχεσθαι, στρατιῆς τε ἐόντα πολλαπλησίης ἡγεμονα καὶ νεῶν πολλὸν πλεύνων. ἀλλ᾽ ἐπείτε ὑμῖν ὁ λόγος οὕτω προσάντης κατίσταται, ἡμεῖς τι ὑπείξομεν τοῦ ἀρχαίου λόγου. εἰ τοῦ μὲν πεζοῦ ὑμεῖς ἡγέοισθε, τοῦ δὲ ναυτικοῦ ἐγώ· εἰ δὲ ὑμῖν ἡδονὴ τοῦ κατὰ θάλασσαν ἡγεμονεύειν, τοῦ πεζοῦ ἐγὼ θέλω. καὶ ἢ τούτοισι ὑμέας χρεόν ἐστι ἀρέσκεσθαι ἢ ἀπιέναι συμμάχων τοιῶνδε ἐρήμους. Όταν λοιπόν εσείς δε λέτε να ξεκολλήσετε καθόλου από την αρχηγία, είναι λογικό για μένα να μη θέλω πολύ περισσότερο να ξεκολλήσω απ᾽ αυτήν, αφού είμαι αρχηγός πολλαπλάσιου στρατεύματος και πολύ περισσότερων καραβιών. Αλλά, επειδή βλέπω πως αυτή η πρόταση σας φαίνεται ανηφοριά απότομη, εμείς θα κάνουμε κάποια υποχώρηση από την πρώτη μας πρόταση. Λοιπόν, θέλετε να είστε αρχηγοί του πεζικού; τότε εγώ θα είμαι του στόλου· σας αρέσει να είστε αρχηγοί στη θάλασσα; τότε εγώ θέλω στο πεζικό. Και δε σας απομένει άλλο παρά ή να μείνετε ικανοποιημένοι μ᾽ αυτά ή να σηκωθείτε να φύγετε, στερώντας την παράταξή σας από συμμάχους σαν κι εμάς».
[7.161.1] Γέλων μὲν δὴ ταῦτα προετείνετο, φθάσας δὲ ὁ Ἀθηναίων ἄγγελος τὸν Λακεδαιμονίων ἀμείβετό μιν τοισίδε· Ὦ βασιλεῦ Συρηκοσίων, οὐκ ἡγεμόνος δεομένη ἡ Ἑλλὰς ἀπέπεμψε ἡμέας πρὸς σέ, ἀλλὰ στρατιῆς. σὺ δὲ ὅκως μὲν στρατιὴν πέμψεις μὴ ἡγεύμενος τῆς Ἑλλάδος οὐ προφαίνεις, ὡς δὲ στρατηγήσεις αὐτῆς γλίχεαι. Αυτή λοιπόν ήταν η πρόταση του Γέλωνος, αλλά ο απεσταλμένος της Αθήνας πετάχτηκε και πήρε το λόγο πριν από τον Λακεδαιμόνιο κι έδωσε την εξής απάντηση: «Βασιλιά των Συρακουσίων, η Ελλάδα δε μας έστειλε σε σένα γιατί της λείπει αρχηγός, αλλά στράτευμα. Εσύ όμως δε δείχνεις διάθεση να στείλεις στρατό, αν δε γίνεις αρχηγός των Ελλήνων, αλλά λαχταράς να γίνεις στρατηγός τους.
[7.161.2] ὅσον μέν νυν παντὸς τοῦ Ἑλλήνων στρατοῦ ἐδέου ἡγέεσθαι, ἐξήρκεε ἡμῖν τοῖσι Ἀθηναίοισι ἡσυχίην ἄγειν, ἐπισταμένοισι ὡς ὁ Λάκων ἱκανός τοι ἔμελλε ἔσεσθαι καὶ ὑπὲρ ἀμφοτέρων ἀπολογεύμενος· ἐπείτε δὲ ἁπάσης ἀπελαυνόμενος δέαι τῆς ναυτικῆς ἄρχειν, οὕτω ἔχει τοι· οὐδ᾽ ἢν ὁ Λάκων ἐπίῃ τοι ἄρχειν αὐτῆς, ἡμεῖς ἐπήσομεν. ἡμετέρη γάρ ἐστι αὕτη γε μὴ αὐτῶν βουλομένων Λακεδαιμονίων. τούτοισι μὲν ὦν ἡγέεσθαι βουλομένοισι οὐκ ἀντιτείνομεν, ἄλλῳ δὲ παρήσομεν οὐδενὶ ναυαρχέειν. Λοιπόν, όση ώρα ζητούσες να γίνεις αρχηγός όλων των στρατιωτικών δυνάμεων των Ελλήνων, εμείς οι Αθηναίοι δεν είχαμε λόγο να παρέμβουμε, ξέροντας καλά πως ο Σπαρτιάτης θ᾽ αποδεικνυόταν ικανός να δώσει απάντηση και για μας και για τους Λακεδαιμονίους· επειδή όμως, καθώς σου κλείστηκε η πόρτα της γενικής αρχηγίας, ζητάς την αρχηγία του ναυτικού, νά τί μπορείς να περιμένεις· κι αν ακόμα οι Σπαρτιάτες σού παραχωρήσουν την αρχηγία του στόλου, εμείς δε θα την παραχωρήσουμε· γιατί, από την ώρα που παραιτούνται απ᾽ αυτήν οι Λακεδαιμόνιοι, είναι δική μας. Αν λοιπόν θέλουν ετούτοι να έχουν την αρχηγία, δε λέμε όχι, δε θα επιτρέψουμε όμως σε κανέναν άλλο να γίνει ναύαρχος.
[7.161.3] μάτην γὰρ ἂν ὧδε πάραλον Ἑλλήνων στρατὸν πλεῖστον εἴημεν ἐκτημένοι, εἰ Συρηκοσίοισι ἐόντες Ἀθηναῖοι συγχωρήσομεν τῆς ἡγεμονίης, ἀρχαιότατον μὲν ἔθνος παρεχόμενοι, μοῦνοι δὲ ἐόντες οὐ μετανάσται Ἑλλήνων· τῶν καὶ Ὅμηρος ὁ ἐποποιὸς ἄνδρα ἄριστον ἔφησε ἐς Ἴλιον ἀπικέσθαι τάξαι τε καὶ διακοσμῆσαι στρατόν. οὕτω οὐκ ὄνειδος οὐδὲν ἡμῖν ἐστι λέγειν ταῦτα. Γιατί τί αξία θα έχει που διαθέτουμε την πιο μεγάλη ναυτική δύναμη, αν δεχτούμε να περάσει η αρχηγία στους Συρακουσίους, εμείς οι Αθηναίοι, που είμαστε η αρχαιότερη φυλή κι οι μόνοι Έλληνες που δε μεταναστεύσαμε από άλλο τόπο· δικός μας ήταν κι ο ήρωας που ο Όμηρος, ο επικός ποιητής, ονόμασε πως απ᾽ όλους όσους έφτασαν στο Ίλιο ήταν ο πρώτος στο να παρατάξει και να διοικήσει στράτευμα. Μ᾽ αυτά τα δεδομένα, δεν έχουμε κανένα λόγο να φοβούμαστε πως τα λόγια μας θα θεωρηθούν προσβλητικά».
[7.162.1] ἀμείβετο Γέλων τοισίδε· Ξεῖνε Ἀθηναῖε, ὑμεῖς οἴκατε τοὺς μὲν ἄρχοντας ἔχειν, τοὺς δὲ ἀρξομένους οὐκ ἕξειν. ἐπεὶ τοίνυν οὐδὲν ὑπιέντες ἔχειν τὸ πᾶν ἐθέλετε, οὐκ ἂν φθάνοιτε τὴν ταχίστην ὀπίσω ἀπαλλασσόμενοι καὶ ἀγγέλλοντες τῇ Ἑλλάδι ὅτι ἐκ τοῦ ἐνιαυτοῦ τὸ ἔαρ αὐτῇ ἐξαραίρηται. Ο Γέλων τού αποκρίθηκε: «Ξένε Αθηναίε, μου δίνετε την εντύπωση ότι έχετε αρχηγούς, αλλά δε θα ᾽χετε στρατό να διοικούν. Λοιπόν, μια και αρνιέστε να κάνετε κάποια παραχώρηση και θέλετε να τα κρατήσετε όλα εσείς, χαθείτε αμέσως απ᾽ τα μάτια μου, σηκωθείτε να φύγετε πίσω και να δώσετε στην Ελλάδα το μήνυμα πως από το χρόνο της τής αφαίρεσαν την άνοιξη».
[7.162.2] [οὗτος δὲ ὁ νόος τοῦ ῥήματος, τὸ ἐθέλει λέγειν· δῆλα γάρ, ὡς ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐστι τὸ ἔαρ δοκιμώτατον, τῆς δὲ τῶν Ἑλλήνων στρατιῆς τὴν ἑωυτοῦ στρατιήν. στερισκομένην ὦν τὴν Ἑλλάδα τῆς ἑωυτοῦ συμμαχίης εἴκαζε ὡς εἰ τὸ ἔαρ ἐκ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐξαραιρημένον εἴη.] [Νά η έννοια της φράσης, τί ήθελε να πει· δηλαδή όλοι ξέρουμε πως απ᾽ τις εποχές του χρόνου η πιο καλή είναι η άνοιξη — λοιπόν από τον ελληνικό στρατό ο δικός του στρατός. Παρομοίαζε λοιπόν την Ελλάδα χωρίς τη συμμαχία του με χρόνο που του έχουν αφαιρέσει την άνοιξη.]
[7.163.1] Οἱ μὲν δὴ τῶν Ἑλλήνων ἄγγελοι τοιαῦτα τῷ Γέλωνι χρηματισάμενοι ἀπέπλεον· Γέλων δὲ πρὸς ταῦτα δείσας μὲν περὶ τοῖσι Ἕλλησι μὴ οὐ δύνωνται τὸν βάρβαρον ὑπερβαλέσθαι, δεινὸν δὲ καὶ οὐκ ἀνασχετὸν ποιησάμενος ἐλθὼν ἐς Πελοπόννησον ἄρχεσθαι ὑπὸ Λακεδαιμονίων, ἐὼν Σικελίης τύραννος, ταύτην μὲν τὴν ὁδὸν ἠμέλησε, ὁ δὲ ἄλλης εἴχετο· Λοιπόν, οι απεσταλμένοι των Ελλήνων, ύστερ᾽ απ᾽ αυτές τις διαπραγματεύσεις με τον Γέλωνα, γύρισαν πίσω με τα καράβια τους· ο Γέλων, μια κι έτσι πήγαν τα πράγματα, από τη μια έχοντας φόβο για τους Έλληνες, μήπως δεν μπορέσουν να βάλουν κάτω τον βάρβαρο, κι από την άλλη θεωρώντας φοβερό και απαράδεκτο να πάει στην Πελοπόννησο και να τον εξουσιάζουν οι Λακεδαιμόνιοι, αυτόν, τον τύραννο της Σικελίας, εγκατέλειψε αυτό το δρόμο και πήρε διαφορετικό·
[7.163.2] ἐπείτε γὰρ τάχιστα ἐπύθετο τὸν Πέρσην διαβεβηκότα τὸν Ἑλλήσποντον, πέμπει πεντηκοντέροισι τρισὶ Κάδμον τὸν Σκύθεω ἄνδρα Κῷον ἐς Δελφούς, ἔχοντα χρήματα πολλὰ καὶ φιλίους λόγους, καραδοκήσοντα τὴν μάχην τῇ πεσέεται, καὶ ἢν μὲν ὁ βάρβαρος νικᾷ, τά τε χρήματα αὐτῷ διδόναι καὶ γῆν τε καὶ ὕδωρ τῶν ἄρχει ὁ Γέλων, ἢν δὲ οἱ Ἕλληνες, ὀπίσω ἀπάγειν. αμέσως μόλις έμαθε πως ο Πέρσης είχε διαβεί τον Ελλήσποντο, στέλνει με τρεις πεντηκοντόρους στους Δελφούς τον Κάδμο, το γιο του Σκύθη, που καταγόταν από την Κω, με πολλά χρήματα και φιλικές προτάσεις για να καιροσκοπήσει, προς τα πού θα γείρει η ζυγαριά του πολέμου· κι αν νικητής βγει ο βάρβαρος, να δώσει σ᾽ αυτόν και τα χρήματα και γην και ύδωρ για τα μέρη που όριζε ο Γέλων· αν οι Έλληνες, να γυρίσει πίσω.
[7.164.1] ὁ δὲ Κάδμος οὗτος πρότερον τούτων παραδεξάμενος παρὰ πατρὸς τυραννίδα Κῴων εὖ βεβηκυῖαν, ἑκών τε εἶναι καὶ δεινοῦ ἐπιόντος οὐδενὸς ἀλλ᾽ ὑπὸ δικαιοσύνης ἐς μέσον Κῴοισι καταθεὶς τὴν ἀρχὴν οἴχετο ἐς Σικελίην, ἔνθα μετὰ Σαμίων ἔσχε τε καὶ κατοίκησε πόλιν Ζάγκλην τὴν ἐς Μεσσήνην μεταβαλοῦσαν τὸ οὔνομα. Αυτός ο Κάδμος στο παρελθόν είχε παραλάβει από τον πατέρα του την τυραννική εξουσία στην Κω, σταθερά θεμελιωμένη· και με τη θέλησή του, χωρίς ν᾽ αντιμετωπίζει κανένα κίνδυνο, από αίσθημα δικαιοσύνης και μόνο παραιτήθηκε από την εξουσία και την έκανε κοινό κτήμα των Κώων κι έφυγε στη Σικελία, όπου, με τη σύμπραξη των Σαμίων κυρίεψε την πόλη Ζάγκλη (που άλλαξε τ᾽ όνομά της και λέγεται Μεσσήνη) κι εγκαταστάθηκε σ᾽ αυτή.
[7.164.2] τοῦτον δὴ ὁ Γέλων τὸν Κάδμον καὶ τοιούτῳ τρόπῳ ἀπικόμενον διὰ δικαιοσύνην, τήν οἱ αὐτὸς ἄλλην συνῄδεε ἐοῦσαν, ἔπεμπε· ὃς ἐπὶ τοῖσι ἄλλοισι δικαίοισι τοῖσι ἐξ ἑωυτοῦ ἐργασμένοισι καὶ τόδε οὐκ ἐλάχιστον τούτων ἐλίπετο· κρατήσας [γὰρ] μεγάλων χρημάτων τῶν οἱ Γέλων ἐπετράπετο, παρεὸν κατασχέσθαι οὐκ ἠθέλησε, ἀλλ᾽ ἐπεὶ οἱ Ἕλληνες ἐπεκράτησαν τῇ ναυμαχίῃ καὶ Ξέρξης οἰχώκεε ἀπελαύνων, καὶ δὴ καὶ ἐκεῖνος ἀπίκετο ἐς τὴν Σικελίην ἀπὸ πάντα τὰ χρήματα ἄγων. Ο Γέλων λοιπόν σ᾽ αυτό τον Κάδμο, που είχε φτάσει εκεί με τον τρόπο που είπαμε, του ανέθεσε αυτή την αποστολή, εξαιτίας της δικαιοσύνης του, για την οποία είχε και άλλες, προσωπικές μαρτυρίες. Κι εκείνος, κοντά στις άλλες δίκαιες πράξεις του, άφησε στη μνήμη των ανθρώπων κι αυτή, τη μεγαλύτερη απ᾽ όλες: ενώ είχε στα χέρια του μεγάλα χρηματικά ποσά, που του τα είχε εμπιστευθεί ο Γέλων, και μπορούσε να τα κατακρατήσει, δεν το καταδέχτηκε, αλλά, όταν οι Έλληνες νίκησαν στη ναυμαχία κι ο Ξέρξης πήρε βιαστικά το δρόμο του γυρισμού, τότε κι εκείνος, έχοντας μαζί του όλα τα χρήματα, γύρισε στη Σικελία.
[7.165.1] λέγεται δὲ καὶ τάδε ὑπὸ τῶν ἐν τῇ Σικελίῃ οἰκημένων, ὡς ὅμως καὶ μέλλων ἄρχεσθαι ὑπὸ Λακεδαιμονίων ὁ Γέλων ἐβοήθησε ἂν τοῖσι Ἕλλησι, εἰ μὴ ὑπὸ Θήρωνος τοῦ Αἰνησιδήμου Ἀκραγαντίνων μουνάρχου ἐξελασθεὶς ἐξ Ἱμέρης Τήριλλος ὁ Κρινίππου, τύραννος ἐὼν Ἱμέρης, ἐπῆγε ὑπ᾽ αὐτὸν τὸν χρόνον τοῦτον Φοινίκων καὶ Λιβύων καὶ Ἰβήρων καὶ Λιγύων καὶ Ἐλισύκων καὶ Σαρδονίων καὶ Κυρνίων τριήκοντα μυριάδας καὶ στρατηγὸν αὐτῶν Ἀμίλκαν τὸν Ἄννωνος, Καρχηδονίων ἐόντα βασιλέα, κατὰ ξεινίην τε τὴν ἑωυτοῦ ὁ Τήριλλος ἀναγνώσας καὶ μάλιστα διὰ τὴν Ἀναξίλεω τοῦ Κρητίνεω προθυμίην, ὃς, Ῥηγίου ἐὼν τύραννος, τὰ ἑωυτοῦ τέκνα δοὺς ὁμήρους Ἀμίλκᾳ ἐπῆγε ἐπὶ τὴν Σικελίην τιμωρέων τῷ πενθερῷ· Τηρίλλου γὰρ εἶχε θυγατέρα Ἀναξίλεως, τῇ οὔνομα ἦν Κυδίππη. οὕτω δὴ οὐκ οἷόν τε γενόμενον βοηθέειν τὸν Γέλωνα τοῖσι Ἕλλησι ἀποπέμπειν ἐς Δελφοὺς τὰ χρήματα. Αυτοί που είναι εγκατεστημένοι στη Σικελία προσθέτουν και τα εξής: πως ο Γέλων, κι ας ήταν να ᾽ναι κάτω από τις διαταγές των Λακεδαιμονίων, θα βοηθούσε τους Έλληνες, αν ο Τήριλλος, ο γιος του Κρινίππου, τύραννος της Ιμέρας, δεν εξοριζόταν από τον μονάρχη των Ακραγαντίνων, τον Θήρωνα, γιο του Αινησιδήμου, από την Ιμέρα και δεν έκανε να συναχτούν εναντίον του Θήρωνος εκείνο τον καιρό στρατιωτικές δυνάμεις τριακοσίων χιλιάδων αντρών από Φοίνικες και Λίβυες και Ίβηρες και Λίγυες και Ελισύκους και Σαρδηνίους και Κυρνίους, με στρατηγό τους το βασιλιά των Καρχηδονίων Αμίλκα, το γιο του Άννωνος· αυτόν τον έπεισε ο Τήριλλος με τους δεσμούς φιλίας που είχε μαζί του, περισσότερο όμως με τη δραστηριότητα που έδειχνε ο Αναξίλας, ο γιος του Κρατίνου, τύραννος του Ρηγίου, που έδωσε τα παιδιά του ομήρους στον Αμίλκα και τον ξεσήκωσε εναντίον της Σικελίας, βοηθώντας τον πεθερό του· γιατί ο Αναξίλας είχε τη θυγατέρα του Τηρίλλου, που την έλεγαν Κυδίππη· κι έτσι δε στάθηκε δυνατό ο Γέλων να βοηθήσει τους Έλληνες κι έστειλε εκείνα τα χρήματα στους Δελφούς.
[7.166.1] πρὸς δὲ καὶ τάδε λέγουσι, ὡς συνέβη τῆς αὐτῆς ἡμέρης ἔν τε τῇ Σικελίῃ Γέλωνα καὶ Θήρωνα νικᾶν Ἀμίλκαν τὸν Καρχηδόνιον καὶ ἐν Σαλαμῖνι τοὺς Ἕλληνας τὸν Πέρσην. τὸν δὲ Ἀμίλκαν, Καρχηδόνιον ἐόντα πρὸς πατρός, μητρόθεν δὲ Συρηκόσιον, βασιλεύσαντά τε κατ᾽ ἀνδραγαθίην Καρχηδονίων, ὡς ἡ συμβολή τε ἐγίνετο καὶ ὡς ἑσσοῦτο τῇ μάχῃ, ἀφανισθῆναι πυνθάνομαι· οὔτε γὰρ ζῶντα οὔτε ἀποθανόντα φανῆναι οὐδαμοῦ γῆς· τὸ πᾶν γὰρ ἐπεξελθεῖν διζήμενον Γέλωνα. Και συμπληρώνουν τη διήγησή τους με τ᾽ ακόλουθα, πως συνέβη την ίδια μέρα να νικούν στη Σικελία ο Γέλων και ο Θήρων τον Αμίλκα τον Καρχηδόνιο και στη Σαλαμίνα οι Έλληνες τους Πέρσες. Και πληροφορήθηκα πως ο Αμίλκας, που από τη μεριά του πατέρα του ήταν Καρχηδόνιος, αλλά από της μητέρας του Συρακούσιος, κι έγινε βασιλιάς των Καρχηδονίων με τ᾽ ανδραγαθήματά του, όταν ήρθαν στα χέρια και νικιόταν στη μάχη, έγινε άφαντος· γιατί δε φάνηκε πουθενά πάνω στη γη, ούτε ζωντανός ούτε πεθαμένος, μολονότι ο Γέλων δεν άφησε μεριά που δεν την ερεύνησε αναζητώντας τον.
[7.167.1] ἔστι δὲ ὑπ᾽ αὐτῶν Καρχηδονίων ὅδε λόγος λεγόμενος, οἰκότι χρεωμένων, ὡς οἱ μὲν βάρβαροι τοῖσι Ἕλλησι [ἐν τῇ Σικελίῃ] ἐμάχοντο ἐξ ἠοῦς ἀρξάμενοι μέχρι δείλης ὀψίης (ἐπὶ τοσοῦτο γὰρ λέγεται ἑλκύσαι τὴν σύστασιν), ὁ δὲ Ἀμίλκας ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ μένων ἐν τῷ στρατοπέδῳ [ἐθύετο] καὶ ἐκαλλιερέετο ἐπὶ πυρῆς μεγάλης σώματα ὅλα καταγίζων, ἰδὼν δὲ τροπὴν τῶν ἑωυτοῦ γινομένην, ὡς ἔτυχε ἐπισπένδων τοῖσι ἱροῖσι, ὦσε ἑωυτὸν ἐς τὸ πῦρ· οὕτω δὴ κατακαυθέντα ἀφανισθῆναι. Τώρα, οι Καρχηδόνιοι από τη μεριά τους διηγούνται την εξής ιστορία, που φαίνεται πιθανή· ότι οι βάρβαροι πολεμούσαν με τους Έλληνες, και μάχονταν από την αυγή ώς αργά το δειλινό (γιατί λένε πως τόσο κράτησε η σύγκρουση), κι ο Αμίλκας όλο αυτό το διάστημα έμενε στο στρατόπεδο κι έκανε θυσίες για να πάρει αίσιο προμήνυμα, ρίχνοντας πάνω σε μεγάλη πυρά τα σφάγια μ᾽ όλα τους τα μέλη· κι όταν είδε το στράτευμά του να τρέπεται σε φυγή, όπως βρέθηκε να κάνει σπονδές πάνω στα σφάγια, ρίχτηκε από μόνος του στη φωτιά· κι έτσι λοιπόν έγινε στάχτη κι εξαφανίστηκε.
[7.167.2] ἀφανισθέντι δὲ Ἀμίλκᾳ τρόπῳ εἴτε τοιούτῳ ὡς Φοίνικες λέγουσι, εἴτε ἑτέρῳ [ὡς Καρχηδόνιοι καὶ Συρηκόσιοι], τοῦτο μέν οἱ θύουσι, τοῦτο δὲ μνήματα ἐποίησαν ἐν πόσῃσι τῇσι πόλισι τῶν ἀποικίδων, ἐν αὐτῇ τε μέγιστον Καρχηδόνι. τὰ μὲν ἀπὸ Σικελίης τοσαῦτα. Και για τον Αμίλκα, που εξαφανίστηκε είτε με τον τρόπο που λένε οι Φοίνικες είτε με κάποιον άλλο, κάνουν θυσίες για να τον τιμήσουν κι έχτισαν κενοτάφια σ᾽ όλες τις πόλεις των αποικιών τους, και το μεγαλύτερο στην ίδια την Καρχηδόνα. Αυτά λοιπόν για τα γεγονότα της Σικελίας.
[7.168.1] Κερκυραῖοι δὲ τάδε ὑποκρινάμενοι τοῖσι ἀγγέλοισι τοιάδε ἐποίησαν· καὶ γὰρ τούτους παρελάμβανον οἱ αὐτοὶ οἵ περ ἐς Σικελίην ἀπίκατο, λέγοντες τοὺς αὐτοὺς λόγους τοὺς καὶ πρὸς Γέλωνα ἔλεγον. οἱ δὲ παραυτίκα μὲν ὑπίσχοντο πέμψειν τε καὶ ἀμυνέειν, φράζοντες ὡς οὔ σφι περιοπτέη ἐστὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπολλυμένη· ἢν γὰρ σφαλῇ, σφεῖς γε οὐδὲν ἄλλο ἢ δουλεύσουσι τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερέων· ἀλλὰ τιμωρητέον εἴη ἐς τὸ δυνατώτατον. Οι Κερκυραίοι πάλι άλλη απάντηση έδωσαν στους απεσταλμένους κι άλλα έπραξαν· δηλαδή, οι ίδιοι απεσταλμένοι που είχαν πάει στη Σικελία προσπαθούσαν να φέρουν στη συμμαχία κι αυτούς, λέγοντας τα ίδια επιχειρήματα που έλεγαν και στον Γέλωνα. Κι εκείνη τη στιγμή υπόσχονταν να στείλουν βοήθεια και ν᾽ αγωνιστούν, λέγοντας πως δεν μπορούν να μένουν αδιάφοροι την ώρα που χάνεται η Ελλάδα· γιατί αν πέσει, στους ίδιους δε μένει παρά η σκλαβιά από την άλλη κιόλας μέρα· λοιπόν καθήκον τους είναι να βοηθήσουν μ᾽ όλες τους τις δυνάμεις.
[7.168.2] ὑπεκρίναντο μὲν οὕτω εὐπρόσωπα· ἐπεὶ δὲ ἔδεε βοηθέειν, ἄλλα νοεῦντες ἐπλήρωσαν νέας ἑξήκοντα, μόγις δὲ ἀναχθέντες προσέμειξαν τῇ Πελοποννήσῳ, καὶ περὶ Πύλον καὶ Ταίναρον γῆς τῆς Λακεδαιμονίων ἀνεκώχευον τὰς νέας, καραδοκέοντες καὶ οὗτοι τὸν πόλεμον τῇ πεσέεται, ἀελπτέοντες μὲν τοὺς Ἕλληνας ὑπερβαλέεσθαι, δοκέοντες δὲ τὸν Πέρσην κατακρατήσαντα πολλὸν ἄρξειν πάσης τῆς Ἑλλάδος. Λοιπόν, τόσο ωραία θωριά είχαν τα λόγια τους· όταν όμως ήρθε η ώρα να βοηθήσουν, βάζοντας άλλα στο νου τους αρμάτωσαν εξήντα καράβια κι ανοίχτηκαν στο πέλαγος· και μόλις έπιασαν στεριά στην Πελοπόννησο, κρατούσαν τα καράβια στις άγκυρες στις ακτές της Πύλου και του Ταινάρου της Λακωνίας, καιροσκοπώντας κι αυτοί ποιά θα είναι η έκβαση του πολέμου, μη προσδοκώντας να βγουν νικητές οι Έλληνες, αλλά πιστεύοντας πως ο Πέρσης θα πάρει μεγάλη νίκη και θα εξουσιάσει ολόκληρη την Ελλάδα.
[7.168.3] ἐποίευν ὦν ἐπίτηδες, ἵνα ἔχωσι πρὸς τὸν Πέρσην λέγειν τοιάδε· Ὦ βασιλεῦ, ἡμεῖς παραλαμβανόντων τῶν Ἑλλήνων ἡμέας ἐς τὸν πόλεμον τοῦτον, ἔχοντες δύναμιν οὐκ ἐλαχίστην οὐδὲ νέας ἐλαχίστας παρασχόντες ἂν ἀλλὰ πλείστας μετά γε Ἀθηναίους, οὐκ ἠθελήσαμέν τοι ἀντιοῦσθαι οὐδέ τι ἀποθύμιον ποιῆσαι. τοιαῦτα λέγοντες ἤλπιζον πλέον τι τῶν ἄλλων οἴσεσθαι· τά περ ἂν καὶ ἐγένετο, ὡς ἐμοὶ δοκέει. Επίτηδες λοιπόν ενεργούσαν έτσι, για να έχουν να λένε στον Πέρση τα εξής: «Βασιλιά μου, εμείς, ενώ οι Έλληνες πάσχιζαν να μας βάλουν στη συμμαχία τους σ᾽ αυτό τον πόλεμο κι η δύναμή μας ήταν από τις πιο μεγάλες και διαθέταμε όχι τα λιγότερα, αλλά τα περισσότερα (ύστερα βέβαια από τους Αθηναίους) καράβια, δε δεχτήκαμε να εναντιωθούμε σε σένα κι ούτε κάναμε κάτι που θα σε δυσαρεστούσε». Έλπιζαν με τέτοια λόγια να πετύχουν κάπως καλύτερη μεταχείριση από τους άλλους — πράγμα που θα γινόταν, κατά τη γνώμη μου.
[7.168.4] πρὸς δὲ τοὺς Ἕλληνάς σφι σκῆψις ἐπεποίητο, τῇ περ δὴ καὶ ἐχρήσαντο· αἰτιωμένων γὰρ τῶν Ἑλλήνων ὅτι οὐκ ἐβοήθεον, ἔφασαν πληρῶσαι μὲν ἑξήκοντα τριήρεας, ὑπὸ δὲ ἐτησιέων ἀνέμων ὑπερβαλεῖν Μαλέην οὐκ οἷοί τε γενέσθαι· οὕτω οὐκ ἀπικέσθαι ἐς Σαλαμῖνα καὶ οὐδεμιῇ κακότητι λειφθῆναι τῆς ναυμαχίης. οὗτοι μὲν οὕτω διεκρούσαντο τοὺς Ἕλληνας. Κι από την άλλη μεριά, για τους Έλληνες επινόησαν μια δικαιολογία την οποία και χρησιμοποίησαν· δηλαδή, στις κατηγορίες των Ελλήνων πως δεν πήγαν να βοηθήσουν, απάντησαν ότι αρμάτωσαν εξήντα καράβια, αλλά τα μελτέμια έκαναν αδύνατο το πέρασμα του Μαλέα, και πως αυτός ήταν ο λόγος που έμειναν πίσω· όχι, δεν απουσίασαν απ᾽ τη ναυμαχία της Σαλαμίνας επειδή δείλιασαν κάπως. Μ᾽ αυτό τον τρόπο λοιπόν ξεγέλασαν τους Έλληνες κι απαλλάχτηκαν.
[7.169.1] Κρῆτες δέ, ἐπείτε σφέας παρελάμβανον οἱ ἐπὶ τούτοισι ταχθέντες Ἑλλήνων, ἐποίησαν τοιόνδε· πέμψαντες κοινῇ θεοπρόπους ἐς Δελφοὺς τὸν θεὸν ἐπειρώτων εἴ σφι ἄμεινον τιμωρέουσι γίνεται τῇ Ἑλλάδι. Κι οι Κρήτες νά τί έκαναν, όταν οι απεσταλμένοι των Ελλήνων στο νησί τους πάσχιζαν να τους βάλουν στη συμμαχία· έστειλαν κοινή επίσημη αντιπροσωπεία στους Δελφούς και ρωτούσαν το θεό αν το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να βοηθήσουν την Ελλάδα.
[7.169.2] ἡ δὲ Πυθίη ὑπεκρίνατο· Ὦ νήπιοι, ἐπιμέμφεσθε ὅσα ὑμῖν ἐκ τῶν Μενέλεω τιμωρημάτων Μίνως ἔπεμψε μηνίων δακρύματα, ὅτι οἱ μὲν οὐ συνεξεπρήξαντο αὐτῷ τὸν ἐν Καμικῷ θάνατον γενόμενον, ὑμεῖς δὲ ἐκείνοισι τὴν ἐκ Σπάρτης ἁρπασθεῖσαν ὑπ᾽ ἀνδρὸς βαρβάρου γυναῖκα. ταῦτα οἱ Κρῆτες ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν, ἔσχοντο τῆς τιμωρίης. Κι η Πυθία τούς αποκρίθηκε: «Ξεμωραμένοι, δεν είστε σεις που τα ᾽χετε με τον εαυτό σας για τις πληγές που σας έστειλε ο Μίνως, χολωμένος για τη βοήθεια που δώσατε στον Μενέλαο, επειδή οι Έλληνες δεν του έδωσαν ένα χέρι για να πάρει εκδίκηση για το θάνατο που βρήκε στην Καμικό, ενώ εσείς δώσατε χέρι σ᾽ εκείνους για τη γυναίκα που άρπαξε ο βάρβαρος άντρας;». Όταν αυτός ο χρησμός μεταφέρθηκε στους Κρήτες, και τον άκουσαν, αποφάσισαν να μη στείλουν βοήθεια.
[7.170.1] λέγεται γὰρ Μίνων κατὰ ζήτησιν Δαιδάλου ἀπικόμενον ἐς Σικανίην τὴν νῦν Σικελίην καλευμένην ἀποθανεῖν βιαίῳ θανάτῳ. ἀνὰ δὲ χρόνον Κρῆτας θεοῦ σφέας ἐποτρύναντος, πάντας πλὴν Πολιχνιτέων τε καὶ Πραισίων, ἀπικομένους στόλῳ μεγάλῳ ἐς Σικανίην πολιορκέειν ἐπ᾽ ἔτεα πέντε πόλιν Καμικόν, τὴν κατ᾽ ἐμὲ Ἀκραγαντῖνοι ἐνέμοντο. Διηγούνται δηλαδή πως, όταν ο Μίνως έφτασε στη Σικανία (που σήμερα λέγεται Σικελία), αναζητώντας τον Δαίδαλο, βρήκε βίαιο θάνατο. Πέρασαν λοιπόν από τότε χρόνια, όταν οι Κρήτες, όλοι εκτός από τους Πολυχνίτες και τους Πραισίους, με υποκίνηση θεού, έφτασαν με μεγάλο εκστρατευτικό σώμα στη Σικελία και πολιορκούσαν επί πέντε χρόνια την πόλη Καμικό, που στην εποχή μου ανήκε στην επικράτεια των Ακραγαντίνων.
[7.170.2] τέλος δὲ οὐ δυναμένους οὔτε ἑλεῖν οὔτε παραμένειν λιμῷ συνεστεῶτας, ἀπολιπόντας οἴχεσθαι. ὡς δὲ κατὰ Ἰηπυγίην γενέσθαι πλέοντας, ὑπολαβόντα σφέας χειμῶνα μέγαν ἐκβαλεῖν ἐς τὴν γῆν· συναραχθέντων δὲ τῶν πλοίων (οὐδεμίαν γάρ σφι ἔτι κομιδὴν ἐς Κρήτην φαίνεσθαι), ἐνθαῦτα Ὑρίην πόλιν κτίσαντας καταμεῖναί τε καὶ μεταβαλόντας ἀντὶ μὲν Κρητῶν γενέσθαι Ἰήπυγας Μεσσαπίους, ἀντὶ δὲ εἶναι νησιώτας ἠπειρώτας. Και πως στο τέλος, καθώς δεν μπορούσαν ούτε να την κυριέψουν ούτε να συνεχίσουν την πολιορκία —τους θέριζε η πείνα— έλυσαν την πολιορκία και σηκώθηκαν κι έφυγαν. Και πως, όταν αρμενίζοντας έφτασαν στις ακτές της Ιαπυγίας, τους άρπαξε φοβερό αγριοκαίρι και τους έριξε στη στεριά· κι έτσι που τα καράβια τους έγιναν συντρίμμια και δεν έβλεπαν κανένα τρόπο να γυρίσουν στην Κρήτη, τότε ίδρυσαν την πόλη Υρία κι εγκαταστάθηκαν εκεί, κι αλλάζοντας τ᾽ όνομά τους από Κρήτες ονομάστηκαν Μεσσάπιοι Ιάπυγες κι από θαλασσινοί έγιναν στεριανοί.
[7.170.3] ἀπὸ δὲ Ὑρίης πόλιος τὰς ἄλλας οἰκίσαι, τὰς δὴ Ταραντῖνοι χρόνῳ ὕστερον πολλῷ ἐξανιστάντες προσέπταισαν μεγάλως, ὥστε φόνος Ἑλληνικὸς μέγιστος οὗτος δὴ ἐγένετο πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν, αὐτῶν τε Ταραντίνων καὶ Ῥηγίνων, οἳ ὑπὸ Μικύθου τοῦ Χοίρου ἀναγκαζόμενοι τῶν ἀστῶν καὶ ἀπικόμενοι τιμωροὶ Ταραντίνοισι ἀπέθανον τρισχίλιοι οὗτοι· αὐτῶν δὲ Ταραντίνων οὐκ ἐπῆν ἀριθμός. Και, λένε, πως με κέντρο την πόλη Υρία έχτισαν κι άλλες πόλεις, που αργότερα, ύστερ᾽ από πολλά χρόνια, οι Ταραντίνοι βάλθηκαν να τις ξεθεμελιώσουν και πήραν άγριο χτύπημα, ώστε απ᾽ όσες μάχες μας είναι γνωστές σε καμιά δε χύθηκε τόσο ελληνικό αίμα — ο σκοτωμός των ίδιων των Ταραντίνων και των Ρηγίνων στάθηκε ο μεγαλύτερος: από τους Ρηγίνους σκοτώθηκαν τρεις χιλιάδες πολίτες, που ο Μίκυθος, ο γιος του Χοίρου, εξανάγκασε να παν να βοηθήσουν τους Ταραντίνους· κι από τους ίδιους τους Ταραντίνους, αμέτρητοι.
[7.170.4] ὁ δὲ Μίκυθος, οἰκέτης ἐὼν Ἀναξίλεω, ἐπίτροπος Ῥηγίου κατελέλειπτο, οὗτος ὅς περ ἐκπεσὼν ἐκ Ῥηγίου καὶ Τεγέην τὴν Ἀρκάδων οἰκήσας ἀνέθηκε ἐν Ὀλυμπίῃ τοὺς πολλοὺς ἀνδριάντας. Αυτός ο Μίκυθος, που ήταν άνθρωπος του Αναξίλα, κι είχε αναλάβει επίτροπος του Ρηγίου, είναι εκείνος που, αφού εξορίστηκε από το Ρήγιο κι εγκαταστάθηκε στην Τεγέα της Αρκαδίας, αφιέρωσε τα γνωστά συμπλέγματα αγαλμάτων στην Ολυμπία.
[7.171.1] ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ Ῥηγίνους τε καὶ Ταραντίνους τοῦ λόγου μοι παρενθήκη γέγονε. ἐς δὲ τὴν Κρήτην ἐρημωθεῖσαν, ὡς λέγουσι Πραίσιοι, ἐσοικίζεσθαι ἄλλους τε ἀνθρώπους καὶ μάλιστα Ἕλληνας, τρίτῃ δὲ γενεῇ μετὰ Μίνων τελευτήσαντα γενέσθαι τὰ Τρωικά, ἐν τοῖσι οὐ φλαυροτάτους φαίνεσθαι ἐόντας Κρῆτας τιμωροὺς Μενέλεῳ. Βέβαια όσα αναφέρονται στους Ρηγίνους και τους Ταραντίνους τα καταχώρισα στην ιστορία μου ως παρέκβαση. Τώρα, στην Κρήτη που, όπως διηγούνται οι Πραίσιοι, είχε ερημωθεί, ήρθαν απέξω κι εγκαταστάθηκαν άλλοι και προπάντων Έλληνες· και στην τρίτη γενιά ύστερ᾽ από το θάνατο του Μίνωα, έγιναν τα Τρωικά, όπου οι Κρήτες αναδείχτηκαν βοηθοί του Μενελάου όχι της τελευταίας σειράς — κάθε άλλο!
[7.171.2] ἀντὶ τούτων δέ σφι ἀπονοστήσασι ἐκ Τροίης λιμόν τε καὶ λοιμὸν γενέσθαι καὶ αὐτοῖσι καὶ τοῖσι προβάτοισι, ὥστε τὸ δεύτερον ἐρημωθείσης Κρήτης μετὰ τῶν ὑπολοίπων τρίτους αὐτὴν νῦν νέμεσθαι Κρῆτας. ἡ μὲν δὴ Πυθίη ὑπομνήσασα ταῦτα ἔσχε βουλομένους τιμωρέειν τοῖσι Ἕλλησι. Και γι᾽ αυτό το λόγο, όταν γύρισαν από την Τροία, τους έπεσε πείνα και θανατικό, στους ανθρώπους και στα ζώα, ώστε για δεύτερη φορά ερημώθηκε η Κρήτη, κι έτσι οι σημερινοί Κρήτες που κατοικούν το νησί, μαζί μ᾽ όσους απ᾽ τους παλιούς είχαν επιζήσει, ν᾽ αποτελούν ένα τρίτο στρώμα πληθυσμού. Λοιπόν η Πυθία, με το να τους θυμίσει αυτά, τους συγκράτησε να βοηθήσουν τους Έλληνες, ενώ αυτοί το είχαν σκοπό.
[7.172.1] Θεσσαλοὶ δὲ ὑπὸ ἀναγκαίης τὸ πρῶτον ἐμήδισαν, ὡς διέδεξαν, ὅτι οὔ σφι ἥνδανε τὰ οἱ Ἀλευάδαι ἐμηχανῶντο. ἐπείτε γὰρ ἐπύθοντο τάχιστα μέλλοντα διαβαίνειν τὸν Πέρσην ἐς τὴν Εὐρώπην, πέμπουσι ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἀγγέλους. ἐν δὲ τῷ Ἰσθμῷ ἦσαν ἁλισμένοι πρόβουλοι τῆς Ἑλλάδος ἀραιρημένοι ἀπὸ τῶν πολίων τῶν τὰ ἀμείνω φρονεουσέων περὶ τὴν Ἑλλάδα. Οι Θεσσαλοί πάλι αρχικά μήδισαν, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, κι όπως άφησαν να φανεί δεν τους άρεζαν οι μηχανορραφίες των Αλευαδών. Γιατί μόλις πληροφορήθηκαν πως ο Πέρσης όπου να ᾽ναι περνά στην Ευρώπη, αμέσως στέλνουν αγγελιοφόρους στον Ισθμό. Και στον Ισθμό είχαν συγκεντρωθεί αντιπρόσωποι των ελληνικών πόλεων, εκλεγμένοι από τις πόλεις που είχαν τα ευγενέστερα αισθήματα για την Ελλάδα.
[7.172.2] ἀπικόμενοι δὲ ἐπὶ τούτους τῶν Θεσσαλῶν οἱ ἄγγελοι ἔλεγον· Ἄνδρες Ἕλληνες, δεῖ φυλάσσεσθαι τὴν ἐσβολὴν τὴν Ὀλυμπικήν, ἵνα Θεσσαλίη τε καὶ ἡ σύμπασα Ἑλλὰς ἐν σκέπῃ τοῦ πολέμου ᾖ. ἡμεῖς μέν νυν ἕτοιμοί εἰμεν συμφυλάσσειν, πέμπειν δὲ χρὴ καὶ ὑμέας στρατιὴν πολλήν, ὡς εἰ μὴ πέμψετε, ἐπίστασθε ἡμέας ὁμολογήσειν τῷ Πέρσῃ· οὐ γάρ τοι προκατημένους τοσοῦτο πρὸ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος μούνους πρὸ ὑμέων δεῖ ἀπολέσθαι. Κι όταν οι αγγελιοφόροι των Θεσσαλών έφτασαν σ᾽ αυτούς, έλεγαν: «Άνδρες Έλληνες, πρέπει να φρουρηθεί το πέρασμα του Ολύμπου, για να έχει προστατευτική κάλυψη από τον πόλεμο η Θεσσαλία και ολόκληρη η Ελλάδα. Από τη μεριά μας εμείς είμαστε πρόθυμοι να το φρουρήσουμε μαζί σας, αλλά κι εσείς πρέπει να στείλετε μεγάλη στρατιωτική δύναμη, γιατί, αν δε στείλετε, σας κάνουμε γνωστό πως θα συνθηκολογήσουμε με τον Πέρση· γιατί δε βλέπουμε για ποιό λόγο μονάχα εμείς, που η χώρα μας βρίσκεται τόσο πολύ μπροστά από την υπόλοιπη Ελλάδα, να χαθούμε για σας.
[7.172.3] βοηθέειν δὲ οὐ βουλόμενοι ἀναγκαίην ἡμῖν οὐδεμίαν οἷοί τέ ἐστε προσφέρειν· οὐδαμὰ γὰρ ἀδυνασίης ἀνάγκη κρέσσων ἔφυ. ἡμεῖς δὲ πειρησόμεθα αὐτοί τινα σωτηρίην μηχανώμενοι. ταῦτα ἔλεγον οἱ Θεσσαλοί. Αν όμως δε θελήσετε να ᾽ρθείτε να βοηθήσετε, με κανένα τρόπο δε θα μπορέσετε ν᾽ ασκήσετε βία επάνω μας· γιατί ποτέ η βία δε στάθηκε πιο δυνατή από την αδυναμία. Κι απ᾽ τη μεριά μας θα προσπαθήσουμε να βρούμε μόνοι μας κάποιο τρόπο να σωθούμε». Έτσι μίλησαν οι Θεσσαλοί.
[7.173.1] οἱ δὲ Ἕλληνες πρὸς ταῦτα ἐβουλεύσαντο ἐς Θεσσαλίην πέμπειν κατὰ θάλασσαν πεζὸν στρατὸν φυλάξοντα τὴν ἐσβολήν. ὡς δὲ συνελέχθη ὁ στρατός, ἔπλεε δι᾽ Εὐρίπου. ἀπικόμενος δὲ τῆς Ἀχαιίης ἐς Ἄλον, ἀποβὰς ἐπορεύετο ἐς Θεσσαλίην, τὰς νέας αὐτοῦ καταλιπών, καὶ ἀπίκετο ἐς τὰ Τέμπεα ἐς τὴν ἐσβολὴν ἥ περ ἀπὸ Μακεδονίης τῆς κάτω ἐς Θεσσαλίην φέρει παρὰ ποταμὸν Πηνειόν, μεταξὺ δὲ Ὀλύμπου τε ὄρεος ἐόντα καὶ τῆς Ὄσσης. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά οι Έλληνες αποφάσισαν να στείλουν στρατό με καράβια στη Θεσσαλία, για να φρουρεί το πέρασμα. Κι αφού συγκεντρώθηκε ο στρατός, αρμένιζαν διασχίζοντας τον Εύριπο. Κι όταν έφτασαν στον Άλο της Αχαΐας, αποβιβάστηκαν και πορεύονταν στη Θεσσαλία, αφήνοντας τα καράβια εκεί, κι έφτασαν στα Τέμπη, στο πέρασμα που από την Κάτω Μακεδονία βγάζει στη Θεσσαλία, δίπλα από την κοίτη του ποταμού Πηνειού, που κυλά τα νερά του ανάμεσα από τα όρη Όλυμπος και Όσσα.
[7.173.2] ἐνθαῦτα ἐστρατοπεδεύοντο τῶν Ἑλλήνων κατὰ μυρίους ὁπλίτας συλλεγέντες, καί σφι προσῆν ἡ Θεσσαλῶν ἵππος. ἐστρατήγεε δὲ Λακεδαιμονίων μὲν Εὐαίνετος ὁ Καρήνου ἐκ τῶν πολεμάρχων ἀραιρημένος, γένεος μέντοι ἐὼν οὐ τοῦ βασιληίου, Ἀθηναίων δὲ Θεμιστοκλέης ὁ Νεοκλέος. Εκεί στρατοπέδευσαν συγκεντρωμένοι περίπου δέκα χιλιάδες βαριά οπλισμένοι Έλληνες, κι ήρθε να προστεθεί σ᾽ αυτούς και το ιππικό των Θεσσαλών. Στρατηγός των Λακεδαιμονίων ήταν ο Ευαίνετος, ο γιος του Καρήνου, που τον είχαν εκλέξει ανάμεσα απ᾽ τους πολεμάρχους, αλλά δεν ανήκε σε βασιλική οικογένεια, ενώ των Αθηναίων ο Θεμιστοκλής, ο γιος του Νεοκλή.
[7.173.3] ἔμειναν δὲ ὀλίγας ἡμέρας ἐνθαῦτα· ἀπικόμενοι γὰρ ἄγγελοι παρὰ Ἀλεξάνδρου τοῦ Ἀμύντεω ἀνδρὸς Μακεδόνος συνεβούλευόν σφι ἀπαλλάσσεσθαι μηδὲ μένοντας ἐν τῇ ἐσβολῇ καταπατηθῆναι ὑπὸ τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐπιόντος, σημαίνοντες τὸ πλῆθός τε τῆς στρατιῆς καὶ τὰς νέας. ὡς δὲ οὗτοί σφι ταῦτα συνεβούλευον (χρηστὰ γὰρ ἐδόκεον συμβουλεύειν, καί σφι εὔνοος ἐφαίνετο ἐὼν ὁ Μακεδών), ἐπείθοντο. Εκεί έμειναν λίγες μέρες· γιατί έφτασαν αγγελιοφόροι από τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα, το γιο του Αμύντα, και τους συμβούλευαν να σηκωθούν και να φύγουν, να μη μείνουν στο πέρασμα όπου θα τους έκανε λιώμα ο στρατός που βάδιζε εναντίον τους, αναφέροντας το πλήθος του στρατού και τα καράβια τους. Και καθώς αυτοί έτσι τους συμβούλευαν (γιατί έδωσαν την εντύπωση ότι οι συμβουλές τους ήταν φρόνιμες κι ήταν φανερό πως ο Μακεδών είχε φιλικά αισθήματα), πείστηκαν στα λόγια τους.
[7.173.4] δοκέειν δέ μοι, ἀρρωδίη ἦν τὸ πεῖθον, ὡς ἐπύθοντο καὶ ἄλλην ἐοῦσαν ἐσβολὴν ἐς Θεσσαλοὺς κατὰ τὴν ἄνω Μακεδονίην διὰ Περραιβῶν κατὰ Γόννον πόλιν, τῇ περ δὴ καὶ ἐσέβαλε ἡ στρατιὴ ἡ Ξέρξεω. καταβάντες δὲ οἱ Ἕλληνες ἐπὶ τὰς νέας ὀπίσω ἐπορεύοντο ἐς τὸν Ἰσθμόν. Τώρα, κατά τη γνώμη μου, εκείνο που τους έπεισε ήταν ο φόβος, όταν έμαθαν πως υπάρχει κι άλλο πέρασμα για τη Θεσσαλία, στην περιοχή της Άνω Μακεδονίας, που, διασχίζοντας τη χώρα των Περραιβών, έβγαζε στην περιοχή της πόλης Γόννος — κι απ᾽ αυτό πράγματι έκανε την εισβολή της η στρατιά του Ξέρξη. Λοιπόν οι Έλληνες κατηφόρισαν και με τα καράβια τους πήραν το δρόμο του γυρισμού στον Ισθμό.
[7.174.1] αὕτη ἐγένετο ἡ ἐς Θεσσαλίην στρατιή, βασιλέος τε μέλλοντος διαβαίνειν ἐς τὴν Εὐρώπην ἐκ τῆς Ἀσίης καὶ ἐόντος ἤδη ἐν Ἀβύδῳ. Θεσσαλοὶ δὲ ἐρημωθέντες συμμάχων οὕτω δὴ ἐμήδισαν προθύμως οὐδ᾽ ἔτι ἐνδοιαστῶς, ὥστε ἐν τοῖσι πρήγμασι ἐφαίνοντο βασιλέϊ ἄνδρες ἐόντες χρησιμώτατοι. Αυτά έγιναν με το εκστρατευτικό σώμα που κινήθηκε προς τη Θεσσαλία, την ώρα που ήταν να διαβεί ο βασιλιάς από την Ασία στην Ευρώπη και βρισκόταν κιόλας στην Άβυδο. Κι οι Θεσσαλοί, καθώς οι σύμμαχοί τους τούς εγκατέλειψαν, τότε λοιπόν μήδισαν πρόθυμα και χωρίς δισταγμό πια, κι έτσι αποδείχτηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι για τον βασιλιά στις πολεμικές του επιχειρήσεις.
[7.175.1] Οἱ δὲ Ἕλληνες ἐπείτε ἀπίκατο ἐς τὸν Ἰσθμόν, ἐβουλεύοντο πρὸς τὰ λεχθέντα ἐξ Ἀλεξάνδρου τῇ τε στήσονται τὸν πόλεμον καὶ ἐν οἵοισι χώροισι. ἡ νικῶσα δὲ γνώμη ἐγίνετο τὴν ἐν Θερμοπύλῃσι ἐσβολὴν φυλάξαι· στεινοτέρη γὰρ ἐφαίνετο ἐοῦσα τῆς ἐς Θεσσαλίην καὶ μία ἀγχοτέρη τε τῆς ἑωυτῶν. Οι Έλληνες τώρα, αφού έφτασαν στον Ισθμό, συσκέπτονταν ύστερ᾽ απ᾽ όσα τους παρήγγειλε ο Αλέξανδρος για το πώς και πού θα πολεμούσαν. Κι η γνώμη που επικράτησε ήταν να φρουρήσουν το πέρασμα των Θερμοπυλών, γιατί φαινόταν πως ήταν πιο στενό απ᾽ το πέρασμα της Θεσσαλίας και μοναδικό και πιο κοντά στη χώρα τους.
[7.175.2] τὴν δὲ ἀτραπόν, δι᾽ ἣν ἥλωσαν οἱ ἁλόντες Ἑλλήνων ἐν Θερμοπύλῃσι, οὐδὲ ᾔδεσαν ἐοῦσαν πρότερον ἤ περ ἀπικόμενοι ἐς Θερμοπύλας ἐπύθοντο Τρηχινίων. ταύτην ὦν ἐβουλεύσαντο φυλάσσοντες τὴν ἐσβολὴν μὴ παριέναι ἐς τὴν Ἑλλάδα τὸν βάρβαρον, τὸν δὲ ναυτικὸν στρατὸν πλέειν γῆς τῆς Ἱστιαιώτιδος ἐπὶ Ἀρτεμίσιον. ταῦτα γὰρ ἀγχοῦ τε ἀλλήλων ἐστὶ ὥστε πυνθάνεσθαι τὰ κατὰ ἑκατέρους ἐόντα, οἵ τε χῶροι οὕτως ἔχουσι· Όσο για το μονοπάτι, που εξαιτίας του χάθηκαν όσοι Έλληνες χάθηκαν στις Θερμοπύλες, ούτε την ύπαρξή του ήξεραν πρωτύτερα· όταν έφτασαν στις Θερμοπύλες, τότε μόνο το έμαθαν από τους Τραχινίους. Αποφάσισαν λοιπόν, φρουρώντας αυτό το πέρασμα, να φράξουν το δρόμο των βαρβάρων προς την Ελλάδα, και το ναυτικό να πιάσει το Αρτεμίσιο, στην περιοχή της Ιστιαίας. Γιατί αυτοί οι τόποι βρίσκονται ο ένας κοντά στον άλλο, κι έτσι τα στρατόπεδά τους θα μάθαιναν το καθένα τί συμβαίνει στο άλλο.
[7.176.1] τοῦτο μέν, τὸ Ἀρτεμίσιον, ἐκ τοῦ πελάγεος τοῦ Θρηικίου ἐξ εὐρέος συνάγεται ἐς στεινὸν ἐόντα τὸν πόρον τὸν μεταξὺ νήσου τε Σκιάθου καὶ ἠπείρου Μαγνησίης· ἐκ δὲ τοῦ στεινοῦ τῆς Εὐβοίης ἤδη τὸ Ἀρτεμίσιον δέκεται αἰγιαλός, ἐν δὲ Ἀρτέμιδος ἱρόν. Νά η περιγραφή αυτών των τόπων: πρώτα πρώτα, το Αρτεμίσιο· καθώς το Θρακικό πέλαγος, που είναι ανοιχτή θάλασσα, έρχεται και στενεύει ολοένα, καταλήγει σε στενό πορθμό ανάμεσα στο νησί Σκιάθος και τη στεριά της Μαγνησίας· κι αμέσως ύστερ᾽ από τον στενό αυτό πορθμό, στις ακτές της Ευβοίας, έρχεται το Αρτεμίσιο, ένας γιαλός όπου βρίσκεται ναός της Άρτεμης.
[7.176.2] ἡ δὲ αὖ διὰ Τρηχῖνος ἔσοδος ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐστὶ τῇ στεινοτάτη ἡμίπλεθρον. οὐ μέντοι κατὰ τοῦτό γε ἐστὶ τὸ στεινότατον τῆς χώρης τῆς ἄλλης, ἀλλ᾽ ἔμπροσθέ τε Θερμοπυλέων καὶ ὄπισθε, κατά τε Ἀλπηνούς, ὄπισθε ἐόντας, ἐοῦσα ἁμαξιτὸς μούνη, καὶ ἔμπροσθε κατὰ Φοίνικα ποταμὸν ἀγχοῦ Ἀνθήλης πόλιος, ἄλλη ἁμαξιτὸς μούνη. Ο δρόμος πάλι απ᾽ τον οποίο μπαίνει κανείς, περνώντας μέσ᾽ από την Τραχίνα, στην Ελλάδα, στο πιο στενό του σημείο έχει πλάτος μισό πλέθρο. Όμως δεν είναι αυτό το σημείο όπου το πέρασμα έχει το μικρότερο πλάτος σ᾽ όλη αυτή την περιοχή, αλλά μπροστά και πίσω απ᾽ τις Θερμοπύλες: στην τοποθεσία Αλπηνοί, που βρίσκονται πίσω τους, απ᾽ όπου όλο κι όλο μια άμαξα χωρά να περάσει, και μπροστά τους, δίπλα στην κοίτη του ποταμού Φοίνικα, κοντά στην πόλη Ανθήλη· κι αποκεί επίσης όλο κι όλο μια άμαξα χωρά να περάσει.
[7.176.3] τῶν δὲ Θερμοπυλέων τὸ μὲν πρὸς ἑσπέρης ὄρος ἄβατόν τε καὶ ἀπόκρημνον, ὑψηλόν, ἀνατεῖνον ἐς τὴν Οἴτην· τὸ δὲ πρὸς τὴν ἠῶ τῆς ὁδοῦ θάλασσα ὑποδέκεται καὶ τενάγεα. ἔστι δὲ ἐν τῇ ἐσόδῳ ταύτῃ θερμὰ λουτρά, τὰ Χύτρους καλέουσι οἱ ἐπιχώριοι, καὶ βωμὸς ἵδρυται Ἡρακλέος ἐπ᾽ αὐτοῖσι. ἐδέδμητο δὲ τεῖχος κατὰ ταύτας τὰς ἐσβολάς, καὶ τό γε παλαιὸν πύλαι ἐπῆσαν. Τώρα, οι Θερμοπύλες έχουν στα δυτικά τους βουνό αδιάβατο κι απόκρημνο, ψηλό, που ανηφορίζει προς την Οίτη, ενώ στ᾽ ανατολικά του δρόμου συναντάς αμέσως θάλασσα και βάλτους. Και σ᾽ αυτό το πέρασμα βρίσκονται θερμά λουτρά, που οι εντόπιοι τα ονομάζουν Χύτρους, και στην περιοχή τους έχει ιδρυθεί βωμός του Ηρακλή. Σ᾽ αυτό το πέρασμα είχε χτιστεί και τείχος, εφοδιασμένο τον παλιό καιρό και με πύλες.
[7.176.4] ἔδειμαν δὲ Φωκέες τὸ τεῖχος δείσαντες, ἐπεὶ Θεσσαλοὶ ἦλθον ἐκ Θεσπρωτῶν οἰκήσοντες γῆν τὴν Αἰολίδα, τήν περ νῦν ἐκτέαται. ἅτε δὴ πειρωμένων τῶν Θεσσαλῶν καταστρέφεσθαί σφεας, τοῦτο προεφυλάξαντο οἱ Φωκέες καὶ τὸ ὕδωρ τὸ θερμὸν τότε ἐπῆκαν ἐπὶ τὴν ἔσοδον, ὡς ἂν χαραδρωθείη ὁ χῶρος, πᾶν μηχανώμενοι ὅκως μή σφι ἐσβάλοιεν οἱ Θεσσαλοὶ ἐς τὴν χώρην. Το τείχος το έχτισαν οι Φωκείς από φόβο, όταν ήρθαν οι Θεσσαλοί από τη Θεσπρωτία για να εγκατασταθούν στη χώρα των Αιολέων, που τώρα την κατοικούν. Καθώς λοιπόν οι Θεσσαλοί επιχειρούσαν να τους υποδουλώσουν, οι Φωκείς το έχτισαν για να τους προστατεύει, και τότε διοχέτευσαν τα ζεστά νερά στο πέρασμα, για να γίνει ο τόπος όλο χαράδρες — και τί δε σοφίστηκαν για να μην εισβάλουν οι Θεσσαλοί στη χώρα τους.
[7.176.5] τὸ μέν νυν τεῖχος τὸ ἀρχαῖον ἐκ παλαιοῦ τε ἐδέδμητο καὶ τὸ πλέον αὐτοῦ ἤδη ὑπὸ χρόνου ἔκειτο· τοῖσι δὲ αὖτις ὀρθώσασι ἔδοξε ταύτῃ ἀπαμύνειν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὸν βάρβαρον. κώμη δέ ἐστι ἀγχοτάτω τῆς ὁδοῦ, Ἀλπηνοὶ οὔνομα· ἐκ ταύτης δὲ ἐπισιτιεῖσθαι ἐλογίζοντο οἱ Ἕλληνες. Λοιπόν το αρχικό τείχος είχε χτιστεί τον παλιό καιρό και το πιο μεγάλο μέρος του κειτόταν κιόλας σε ερείπια από την πολυκαιρία· κι αυτοί αποφάσισαν να το ξαναχτίσουν και σ᾽ αυτό τον τόπο να φράξουν το δρόμο του βαρβάρου προς την Ελλάδα. Και πολύ κοντά στο δρόμο είναι ένα χωριό που λέγεται Αλπηνοί· λοιπόν οι Έλληνες λογάριαζαν να το έχουν βάση ανεφοδιασμού τους.
[7.177.1] οἱ μέν νυν χῶροι οὗτοι τοῖσι Ἕλλησι εἶναι ἐφαίνοντο ἐπιτήδεοι· ἅπαντα γὰρ προσκεψάμενοι καὶ ἐπιλογισθέντες ὅτι οὔτε πλήθεϊ ἕξουσι χρᾶσθαι οἱ βάρβαροι οὔτε ἵππῳ, ταύτῃ σφι ἔδοξε δέκεσθαι τὸν ἐπιόντα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. ὡς δὲ ἐπύθοντο τὸν Πέρσην ἐόντα ἐν Πιερίῃ, διαλυθέντες ἐκ τοῦ Ἰσθμοῦ ἐστρατεύοντο αὐτῶν οἱ μὲν ἐς Θερμοπύλας πεζῇ, ἄλλοι δὲ κατὰ θάλασσαν ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον. Λοιπόν αυτές οι τοποθεσίες φάνηκαν κατάλληλες στους Έλληνες· γιατί ύστερ᾽ από μελέτη και υπολογισμό, ότι οι βάρβαροι δε θα μπορέσουν να ρίξουν στη μάχη ούτε το πλήθος του στρατού τους ούτε το ιππικό τους, αποφάσισαν να κρατήσουν άμυνα σ᾽ αυτό το μέρος εναντίον του εχθρού που απειλούσε την Ελλάδα. Κι όταν πήραν την πληροφορία πως ο Πέρσης βρισκόταν στην Πιερία, αναχώρησαν από τον Ισθμό ακολουθώντας διαφορετική πορεία: άλλοι απ᾽ αυτούς εκστράτευαν πεζοί στις Θερμοπύλες κι άλλοι με τα καράβια στο Αρτεμίσιο.
[7.178.1] Οἱ μὲν δὴ Ἕλληνες κατὰ τάχος ἐβοήθεον διαταχθέντες, Δελφοὶ δ᾽ ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ ἐχρηστηριάζοντο τῷ θεῷ ὑπὲρ ἑωυτῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος καταρρωδηκότες, καί σφι ἐχρήσθη ἀνέμοισι εὔχεσθαι· μεγάλους γὰρ τούτους ἔσεσθαι τῇ Ἑλλάδι συμμάχους. Κι ενώ οι Έλληνες έσπευδαν βιαστικά προς τις δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, τον ίδιο καιρό οι Δελφοί ζητούσαν χρησμό από τον θεό, κυριευμένοι από φόβο για τον εαυτό τους και την Ελλάδα, και τους δόθηκε χρησμός να προσευχηθούν στους ανέμους· γιατί αυτοί θ᾽ αναδειχτούν μεγάλοι σύμμαχοι της Ελλάδας.
[7.178.2] Δελφοὶ δὲ δεξάμενοι τὸ μαντήιον πρῶτα μὲν Ἑλλήνων τοῖσι βουλομένοισι εἶναι ἐλευθέροισι ἐξήγγειλαν τὰ χρησθέντα αὐτοῖσι, καί σφι δεινῶς καταρρωδέουσι τὸν βάρβαρον ἐξαγγείλαντες χάριν ἀθάνατον κατέθεντο· μετὰ δὲ ταῦτα οἱ Δελφοὶ τοῖσι ἀνέμοισι βωμόν τε ἀπέδεξαν ἐν Θυίῃ, τῇ περ τῆς Κηφισοῦ θυγατρὸς Θυίης τὸ τέμενός ἐστι, ἐπ᾽ ἧς καὶ ὁ χῶρος οὗτος τὴν ἐπωνυμίην ἔχει, καὶ θυσίῃσί σφεας μετήισαν. Δελφοὶ μὲν δὴ κατὰ τὸ χρηστήριον ἔτι καὶ νῦν τοὺς ἀνέμους ἱλάσκονται. Και μόλις πήραν το χρησμό οι Δελφοί, πρώτα πρώτα ανακοίνωσαν τον χρησμό που πήραν σ᾽ εκείνους από τους Έλληνες που θέλησαν να μείνουν ελεύθεροι, κι εξασφάλισαν την αιώνια ευγνωμοσύνη τους, στέλνοντάς τους το μήνυμα την ώρα που τους κατείχε μεγάλος φόβος από τον βάρβαρο· κι αργότερα οι Δελφοί αφιέρωσαν βωμό για τους ανέμους στη Θυία, εκεί όπου βρίσκεται το τέμενος της θυγατέρας του Κηφισού, της Θυίας, κι απ᾽ αυτήν πήρε τ᾽ όνομά του ο τόπος, και τους λάτρευαν προσφέροντας θυσίες. Οι Δελφοί λοιπόν ακολουθώντας τον χρησμό ακόμα και σήμερα προσφέρουν εξιλαστήριες θυσίες στους ανέμους.
[7.179.1] Ὁ δὲ ναυτικὸς Ξέρξεω στρατὸς ὁρμώμενος ἐκ Θέρμης πόλιος παρέβαλε νηυσὶ τῇσι ἄριστα πλεούσῃσι δέκα ἰθὺ Σκιάθου, ἔνθα ἦσαν προφυλάσσουσαι νέες τρεῖς Ἑλληνίδες, Τροιζηνίη τε καὶ Αἰγιναίη καὶ Ἀττική. προϊδόντες δὲ οὗτοι τὰς νέας τῶν βαρβάρων ἐς φυγὴν ὥρμησαν. Κι από το στόλο του Ξέρξη, καθώς άνοιξε πανιά από την πόλη Θέρμη, αποσπάστηκαν δέκα καράβια, τα πιο γοργοτάξιδα, κι έβαλαν πλώρη κατευθείαν για τα νερά της Σκιάθου, όπου βρισκόταν η προφυλακή του ελληνικού στόλου, τρία καράβια: ένα της Τροιζήνας, ένα της Αίγινας κι ένα από την Αττική. Κι αυτοί, καθώς είδαν από μακριά τα καράβια των βαρβάρων, πήραν να φεύγουν βιαστικά.
[7.180.1] τὴν μὲν δὴ Τροιζηνίην, τῆς ἦρχε Πρηξῖνος, αὐτίκα αἱρέουσι ἐπισπόμενοι οἱ βάρβαροι· καὶ ἔπειτα τῶν ἐπιβατέων αὐτῆς τὸν καλλιστεύοντα ἀγαγόντες ἐπὶ τὴν πρῴρην τῆς νεὸς ἔσφαξαν, διαδέξιον ποιεύμενοι τὸν εἷλον τῶν Ἑλλήνων πρῶτον εἶναι κάλλιστον. τῷ δὲ σφαγιασθέντι τούτῳ οὔνομα ἦν Λέων· τάχα δ᾽ ἄν τι καὶ τοῦ οὐνόματος ἐπαύροιτο. Λοιπόν, το καράβι της Τροιζήνας που κυβερνούσε ο Πραξίνος, καταδιώκοντάς το τό αιχμαλώτισαν αμέσως οι βάρβαροι· κατόπι πήραν τον πιο όμορφο επιβάτη του, τον οδήγησαν στην πλώρη του καραβιού και τον έσφαξαν, πιστεύοντας πως είναι αίσιος οιωνός ο πρώτος που αιχμαλώτισαν από τους Έλληνες να ᾽ναι κι ο ομορφότερος. Τ᾽ όνομα αυτού που έσφαξαν ήταν Λέων· μπορεί και τ᾽ όνομά του αυτό να ᾽χε να κάνει κάτι με το κακό που τον βρήκε.
[7.181.1] ἡ δὲ Αἰγιναίη, τῆς ἐτριηράρχεε Ἀσωνίδης, καί τινά σφι θόρυβον παρέσχε Πυθέω τοῦ Ἰσχενόου ἐπιβατεύοντος, ἀνδρὸς ἀρίστου γενομένου ταύτην τὴν ἡμέρην· ὃς ἐπειδὴ ἡ νηῦς ἡλίσκετο ἐς τοῦτο ἀντεῖχε μαχόμενος ἐς ὃ κατεκρεοργήθη ἅπας. Με το καράβι της Αίγινας όμως, που τριήραρχός του ήταν ο Ασωνίδης, δυσκολεύτηκαν αρκετά από τον οπλίτη Πυθέα, το γιο του Ισχενόου, που εκείνη τη μέρα έδειξε μοναδική παλικαριά· αυτός, την ώρα που οι εχθροί κυρίευαν το καράβι, πολεμούσε με πείσμα, ώσπου κατακρεουργήθηκε όλο το σώμα του.
[7.181.2] ὡς δὲ πεσὼν οὐκ ἀπέθανε ἀλλ᾽ ἦν ἔμπνοος, οἱ Πέρσαι, οἵ περ ἐπεβάτευον ἐπὶ τῶν νεῶν, δι᾽ ἀρετὴν τὴν ἐκείνου περιποιῆσαί μιν περὶ πλείστου ἐποιήσαντο, σμύρνῃ τε ἰώμενοι τὰ ἕλκεα καὶ σινδόνος βυσσίνης τελαμῶσι κατειλίσσοντες· Κι έτσι που έπεσε και δεν πέθανε, αλλά ανάσαινε ακόμα, οι Πέρσες που ήταν απάνω σ᾽ εκείνα τα καράβια θεώρησαν πρωταρχικό τους καθήκον να τον κρατήσουν στη ζωή, πασχίζοντας να γιατρέψουν τις πληγές του με σμύρνα και τυλίγοντάς τες με λωρίδες από ύφασμα κίτρινου λιναριού·
[7.181.3] καί μιν, ὡς ὀπίσω ἀπίκοντο ἐς τὸ ἑωυτῶν στρατόπεδον, ἐπεδείκνυσαν ἐκπαγλεόμενοι πάσῃ τῇ στρατιῇ, περιέποντες εὖ· τοὺς δὲ ἄλλους τοὺς ἔλαβον ἐν τῇ νηὶ ταύτῃ περιεῖπον ὡς ἀνδράποδα. και, μόλις γύρισαν στο στρατόπεδό τους, τον πήραν και τον έδειχναν γεμάτοι θαυμασμό σ᾽ όλο το στράτευμα και του πρόσφεραν κάθε περιποίηση· τους άλλους όμως που αιχμαλώτισαν στο καράβι εκείνο τους μεταχειρίζονταν σαν ανδράποδα.
[7.182.1] αἱ μὲν δὴ δύο τῶν νεῶν οὕτω ἐχειρώθησαν· ἡ δὲ τρίτη, τῆς ἐτριηράρχεε Φόρμος ἀνὴρ Ἀθηναῖος, φεύγουσα ἐξοκέλλει ἐς τὰς ἐκβολὰς τοῦ Πηνειοῦ, καὶ τοῦ μὲν σκάφεος ἐκράτησαν οἱ βάρβαροι, τῶν δὲ ἀνδρῶν οὔ. ὡς γὰρ δὴ τάχιστα ἐπώκειλαν τὴν νέα οἱ Ἀθηναῖοι, ἀποθορόντες κατὰ Θεσσαλίην πορευόμενοι ἐκομίσθησαν ἐς Ἀθήνας. Λοιπόν τα δυο απ᾽ τα καράβια αυτά έπεσαν μ᾽ αυτό τον τρόπο στα χέρια των εχθρών· το τρίτο όμως, που τριήραρχός του ήταν ο Φόρμος ο Αθηναίος, στη φυγή του εξόκειλε στις εκβολές του Πηνειού· και οι βάρβαροι κυρίεψαν το σκάφος, όχι όμως το πλήρωμά του. Γιατί οι Αθηναίοι, μόλις έριξαν το καράβι στη στεριά, πήδησαν έξω κι ύστερ᾽ από πορεία μέσ᾽ από τη Θεσσαλία γύρισαν στην Αθήνα.
[7.183.1] ταῦτα οἱ Ἕλληνες οἱ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ στρατοπεδευόμενοι πυνθάνονται διὰ πυρσῶν ἐκ Σκιάθου. πυθόμενοι δὲ καὶ καταρρωδήσαντες ἀπὸ τοῦ Ἀρτεμισίου μετορμίζοντο ἐς Χαλκίδα, φυλάξοντες μὲν τὸν Εὔριπον, λείποντες δὲ ἡμεροσκόπους περὶ τὰ ὑψηλὰ τῆς Εὐβοίης. Οι Έλληνες που ναυλοχούσαν στο Αρτεμίσιο τα πληροφορήθηκαν αυτά με σινιάλα που τους έστειλαν με πυρσούς από τη Σκιάθο. Οι πληροφορίες αυτές τους προκάλεσαν πανικό, κι αφήνοντας το Αρτεμίσιο πήγαν κι αγκυροβόλησαν στη Χαλκίδα, για να φρουρήσουν τον πορθμό του Ευρίπου, αφήνοντας πίσω τους σκοπούς στις πιο ψηλές κορφές της Εύβοιας.
[7.183.2] τῶν δὲ δέκα νεῶν τῶν βαρβάρων τρεῖς ἐπήλασαν περὶ τὸ ἕρμα τὸ μεταξὺ ἐὸν Σκιάθου τε καὶ Μαγνησίης, καλεόμενον δὲ Μύρμηκα. ἐνθαῦτα οἱ βάρβαροι ἐπειδὴ στήλην λίθου ἐπέθηκαν κομίσαντες ἐπὶ τὸ ἕρμα, ὁρμηθέντες αὐτοὶ ἐκ Θέρμης, ὥς σφι τὸ ἐμποδὼν ἐγεγόνεε καθαρόν, ἐπέπλεον πάσῃσι τῇσι νηυσί, ἕνδεκα ἡμέρας παρέντες μετὰ τὴν βασιλέος ἐξέλασιν ἐκ Θέρμης. Και τρία απ᾽ τα δέκα καράβια των βαρβάρων προχώρησαν ώς το σκόπελο που βρίσκεται ανάμεσα στη Σκιάθο και τη Μαγνησία και λέγεται Μύρμηκας. Τότε οι βάρβαροι, αφού κουβάλησαν κι έστησαν πάνω στον σκόπελο μια πέτρινη στήλη —κι έτσι έλειψε το εμπόδιο από μπροστά τους—, όλος τους ο στόλος άνοιξε πανιά από τη Θέρμη κι αρμένιζε, αφού είχαν αφήσει να περάσουν έντεκα μέρες από την αναχώρηση του βασιλιά από τη Θέρμη.
[7.183.3] τὸ δὲ ἕρμα σφι κατηγήσατο ἐὸν ἐν πόρῳ μάλιστα Πάμμων Σκύριος. πανημερὸν δὲ πλέοντες οἱ βάρβαροι ἐξανύουσι τῆς Μαγνησίης χώρης ἐπὶ Σηπιάδα τε καὶ τὸν αἰγιαλὸν τὸν μεταξὺ Κασθαναίης τε πόλιος ἐόντα καὶ Σηπιάδος ἀκτῆς. Κι ήταν ο Πάμμων από τη Σκύρο που τους έδειξε το σκόπελο που βρίσκεται στο πιο στενό σημείο του πορθμού. Οι βάρβαροι λοιπόν αρμενίζοντας ολημερίς πιάνουν στεριά στη Σηπιάδα της Μαγνησίας και στο γιαλό που βρίσκεται ανάμεσα στην πόλη Κασθαναία και το ακρωτήριο Σηπιάδα.
[7.184.1] Μέχρι μέν νυν τούτου τοῦ χώρου καὶ Θερμοπυλέων ἀπαθής τε κακῶν ἦν ὁ στρατός, καὶ πλῆθος ἦν τηνικαῦτα ἔτι, ὡς ἐγὼ συμβαλλόμενος εὑρίσκω, τὸν μὲν ἐκ τῶν νεῶν τῶν ἐκ τῆς Ἀσίης, ἐουσέων ἑπτὰ καὶ διηκοσιέων καὶ χιλιέων, τὸν μὲν ἀρχαῖον ἑκάστων τῶν ἐθνέων ἐόντα ὅμιλον τέσσερας καὶ εἴκοσι μυριάδας καὶ πρὸς χιλιάδα τε καὶ τετρακοσίους, ὡς ἀνὰ διηκοσίους ἄνδρας λογιζομένοισι ἐν ἑκάστῃ νηί. Λοιπόν, ώς αυτό το ακρωτήριο και τις Θερμοπύλες το εκστρατευτικό σώμα δεν είχε καμιά απώλεια κι ώς εκείνη τη στιγμή ακόμη η δύναμή του, όπως βγαίνει απ᾽ τους υπολογισμούς μου, ήταν η εξής: πάνω στα καράβια που προέρχονταν από την Ασία κι ήταν χίλια διακόσια εφτά, το αρχικό σύνολο των διαφόρων λαών ήταν διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες τετρακόσιοι, αν βάλουμε πως το κάθε καράβι είχε πλήρωμα διακόσιους άντρες.
[7.184.2] ἐπεβάτευον δὲ ἐπὶ τουτέων τῶν νεῶν, χωρὶς ἑκάστων τῶν ἐπιχωρίων ἐπιβατέων, Περσέων τε καὶ Μήδων καὶ Σακέων τριήκοντα ἄνδρες. οὗτος ἄλλος ὅμιλος γίνεται τρισμύριοι καὶ ἑξακισχίλιοι καὶ πρὸς διηκόσιοί τε καὶ δέκα. Κι επιβάτες πάνω σ᾽ αυτά τα καράβια, εκτός από τα εντόπια πληρώματα που είχε το καθένα, τριάντα Πέρσες και Μήδοι και Σάκες· κι έτσι έχουμε ένα άλλο σύνολο, τριάντα έξι χιλιάδες διακόσιους δέκα.
[7.184.3] προσθήσω δ᾽ ἔτι τούτῳ καὶ τῷ προτέρῳ ἀριθμῷ τοὺς ἐκ τῶν πεντηκοντέρων, ποιήσας, ὅ τι πλέον ἦν αὐτῶν ἣ ἔλασσον, ἀν᾽ ὀγδώκοντα ἄνδρας ἐνεῖναι. συνελέχθη δὲ ταῦτα τὰ πλοῖα, ὡς καὶ πρότερον εἰρέθη, τρισχίλια. ἤδη ὦν ἄνδρες ἂν εἶεν ἐν αὐτοῖσι τέσσερες μυριάδες καὶ εἴκοσι. Κι ακόμα έχω να προσθέσω στα δυο προηγούμενα σύνολα τους άντρες που υπηρετούσαν στις πεντηκοντόρους, που εγώ τους κάνω, κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο απ᾽ τον πραγματικό αριθμό τους, ογδόντα άντρες μέσα στην καθεμιά· κι όπως έχει ειπωθεί παραπάνω, συγκεντρώθηκαν τρεις χιλιάδες τέτοια πλοία· άρα έχουμε σ᾽ αυτά διακόσιες σαράντα χιλιάδες άντρες.
[7.184.4] τοῦτο μὲν δὴ τὸ ἐκ τῆς Ἀσίης ναυτικὸν ἦν, σύμπαν ἐὸν πεντήκοντα μυριάδες καὶ μία, χιλιάδες δὲ ἔπεισι ἐπὶ ταύτῃσι ἑπτὰ καὶ πρὸς ἑκατοντάδες ἓξ καὶ δεκάς. τοῦ δὲ πεζοῦ ἑβδομήκοντα καὶ ἑκατὸν μυριάδες ἐγένοντο, τῶν δὲ ἱππέων ὀκτὼ μυριάδες. προσθήσω δὲ τούτοισι τὰς καμήλους τοὺς ἐλαύνοντας Ἀραβίους καὶ τοὺς τὰ ἅρματα Λίβυας, πλῆθος ποιήσας δισμυρίους ἄνδρας. Αυτή ήταν η δύναμη του ναυτικού που προερχόταν από την Ασία, που συνολικά αριθμούσε πεντακόσιες δέκα εφτά χιλιάδες εξακόσιους δέκα. Η δύναμη πάλι του πεζικού έφτανε το ένα εκατομμύριο εφτακόσιες χιλιάδες, ενώ του ιππικού τις ογδόντα χιλιάδες· και θα προσθέσω ακόμη σ᾽ αυτούς τους Αραβίους που οδηγούσαν καμήλες και τους Λιβύους που οδηγούσαν άρματα, κάνοντάς τους ένα αριθμό, είκοσι χιλιάδες άντρες.
[7.184.5] καὶ δὴ τό τε ἐκ τῶν νεῶν καὶ τοῦ πεζοῦ πλῆθος συντιθέμενον γίνεται διηκόσιαί τε μυριάδες καὶ τριήκοντα καὶ μία καὶ πρὸς χιλιάδες ἑπτὰ καὶ ἑκατοντάδες ἓξ καὶ δεκάς. τοῦτο μὲν τὸ ἐξ αὐτῆς τῆς Ἀσίης στράτευμα ἐξαναχθὲν εἴρηται, ἄνευ τε τῆς θεραπηίης τῆς ἑπομένης καὶ τῶν σιταγωγῶν πλοίων καὶ ὅσοι ἐνέπλεον τούτοισι. Λοιπόν τώρα, αν προσθέσουμε τη δύναμη του ναυτικού και του πεζικού, έχουμε δυο εκατομμύρια τριακόσιες δεκαεφτά χιλιάδες εξακόσιους δέκα. Αυτός λοιπόν είναι ο αριθμός που δεχόμαστε για το στράτευμα που προερχόταν από την Ασία, χωρίς τους υπηρέτες που ακολουθούσαν και χωρίς τα πλοία που κουβαλούσαν τρόφιμα και τα πληρώματά τους.
[7.185.1] τὸ δὲ δὴ ἐκ τῆς Εὐρώπης ἀγόμενον στράτευμα ἔτι προσλογιστέα τούτῳ παντὶ τῷ ἐξηριθμημένῳ· δόκησιν δὲ δεῖ λέγειν. νέας μέν νυν οἱ ἀπὸ Θρηίκης Ἕλληνες καὶ ἐκ τῶν νήσων τῶν ἐπικειμένων τῇ Θρηίκῃ παρείχοντο εἴκοσι καὶ ἑκατόν. ἐκ μέν νυν τουτέων τῶν νεῶν ἄνδρες τετρακισχίλιοι καὶ δισμύριοι γίνονται. Ακόμη όμως πρέπει να προσθέσουμε στο σύνολο που έχουμε απαριθμήσει και το στράτευμα που πήραν μαζί τους από την Ευρώπη· στηρίζομαι όμως σε υποθέσεις: λοιπόν, οι Έλληνες των περιοχών της Θράκης και των νησιών που βρίσκονται μπροστά στη Θράκη έδιναν εκατόν είκοσι καράβια· οι άντρες που μετέφεραν αυτά τα καράβια φτάνουν τις είκοσι τέσσερες χιλιάδες.
[7.185.2] πεζοῦ δὲ τὸν Θρήικες παρείχοντο καὶ Παίονες καὶ Ἐορδοὶ καὶ Βοττιαῖοι καὶ τὸ Χαλκιδικὸν γένος καὶ Βρύγοι καὶ Πίερες καὶ Μακεδόνες καὶ Περραιβοὶ καὶ Ἐνιῆνες καὶ Δόλοπες καὶ Μάγνητες καὶ Ἀχαιοὶ καὶ ὅσοι τῆς Θρηίκης τὴν παραλίην νέμονται, τούτων τῶν ἐθνέων τριήκοντα μυριάδας δοκέω γενέσθαι. Το πεζικό πάλι που έδιναν οι Θράκες και οι Παίονες και οι Εορδοί κι οι Βοττιαίοι κι οι λαοί της Χαλκιδικής και οι Βρύγοι κι οι Πίερες και οι Μακεδόνες κι οι Περραιβοί κι οι Ενιάνες κι οι Δόλοπες κι οι Μάγνητες κι οι Αχαιοί κι όσοι κατοικούν στα παράλια της Θράκης — υπολογίζω πως ο στρατός αυτών των φυλών έφτανε τις τριακόσιες χιλιάδες.
[7.185.3] αὗται ὦν αἱ μυριάδες ἐκείνῃσι προστεθεῖσαι τῇσι ἐκ τῆς Ἀσίης γίνονται αἱ πᾶσαι ἀνδρῶν αἱ μάχιμοι μυριάδες διηκόσιαι καὶ ἑξήκοντα καὶ τέσσερες, ἔπεισι δὲ ταύτῃσι ἑκατοντάδες ἑκκαίδεκα καὶ δεκάς. Αν λοιπόν στις χιλιάδες του στρατού που προέρχονταν από την Ασία προσθέσουμε τις χιλιάδες αυτές, έχουμε γενικό σύνολο μαχίμων αντρών δυο εκατομμύρια εξακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εξακόσιους και μια δεκάδα.
[7.186.1] τοῦ μαχίμου δὲ τούτου ἐόντος ἀριθμὸν τοσούτου τὴν θεραπηίην τὴν ἑπομένην τούτοισι καὶ τοὺς ἐν τοῖσι σιταγωγοῖσι ἀκάτοισι ἐόντας καὶ μάλα ἐν τοῖσι ἄλλοισι πλοίοισι τοῖσι ἅμα πλέουσι τῇ στρατιῇ, τούτους τῶν μαχίμων ἀνδρῶν οὐ δοκέω εἶναι ἐλάσσονας ἀλλὰ πλεῦνας. Λοιπόν, με δεδομένο ότι το σύνολο του μαχίμου στρατού έφτανε σ᾽ αυτό τον αριθμό, οι υπηρέτες που τον ακολουθούσαν και τα πληρώματα των πλοιαρίων που κουβαλούσαν τρόφιμα, όπως και των άλλων πλοίων που συνόδευαν το εκστρατευτικό σώμα στην πορεία του, δε νομίζω πως ήταν λιγότεροι, μάλλον ήταν περισσότεροι απ᾽ αυτό·
[7.186.2] καὶ δή σφεας ποιέω ἴσους ἐκείνοισι εἶναι καὶ οὔτε πλεῦνας οὔτε ἐλάσσονας οὐδέν· ἐξισούμενοι δὲ οὗτοι τῷ μαχίμῳ ἐκπληροῦσι τὰς ἴσας μυριάδας ἐκείνοισι. οὕτω πεντακοσίας τε μυριάδας καὶ εἴκοσι καὶ ὀκτὼ καὶ χιλιάδας τρεῖς καὶ ἑκατοντάδας δύο καὶ δεκάδας δύο ἀνδρῶν ἤγαγε Ξέρξης ὁ Δαρείου μέχρι Σηπιάδος καὶ Θερμοπυλέων. αλλά τέλος πάντων, ας δεχτούμε πως ήταν ίσοι με εκείνο, ούτε ένας παραπάνω ή παρακάτω· αν λοιπόν θεωρήσουμε τον αριθμό τους ίσο με τους μαχίμους, μας κάνουν άλλα τόσα εκατομμύρια. Έτσι ο Ξέρξης, ο γιος του Δαρείου, οδήγησε πέντε εκατομμύρια διακόσιες ογδόντα τρεις χιλιάδες διακόσιους είκοσι ανθρώπους ώς τη Σηπιάδα και τις Θερμοπύλες.
[7.187.1] οὗτος μὲν δὴ τοῦ συνάπαντος τοῦ Ξέρξεω στρατεύματος ἀριθμός, γυναικῶν δὲ σιτοποιῶν καὶ παλλακέων καὶ εὐνούχων οὐδεὶς ἂν εἴποι ἀτρεκέα ἀριθμόν· οὐδ᾽ αὖ ὑποζυγίων τε καὶ τῶν ἄλλων κτηνέων τῶν ἀχθοφόρων καὶ κυνῶν Ἰνδικῶν τῶν ἑπομένων, οὐδ᾽ ἂν τούτων ὑπὸ πλήθεος οὐδεὶς ἂν εἴποι ἀριθμόν. ὥστε οὐδέν μοι θῶμα παρίσταται προδοῦναι τὰ ῥέεθρα τῶν ποταμῶν ἔστι ὧν, ἀλλὰ μᾶλλον ὅκως τὰ σιτία ἀντέχρησε θῶμά μοι μυριάσι τοσαύτῃσι. Αυτό λοιπόν ήταν το γενικό σύνολο του εκστρατευτικού σώματος του Ξέρξη, κανείς όμως δε θα ᾽ταν σε θέση να πει τον πραγματικό αριθμό των γυναικών (αυτών που ζύμωναν ψωμί και των παλλακίδων) και των ευνούχων· κι ούτε των υποζυγίων και των άλλων ζώων που κουβαλούσαν φορτία και των ινδικών σκυλιών που ακολουθούσαν κι ήταν τόσο πολλά που κανένας δεν μπορεί να πει τον αριθμό τους. Κι έτσι δεν παραξενεύομαι που μερικών ποταμιών τα νερά δε στάθηκαν αρκετά να τους ξεδιψάσουν, αλλά παραξενεύομαι περισσότερο που δεν έλειψαν τα τρόφιμα για τόσα εκατομμύρια κόσμο.
[7.187.2] εὑρίσκω γὰρ συμβαλλόμενος, εἰ χοίνικα πυρῶν ἕκαστος τῆς ἡμέρης ἐλάμβανε καὶ μηδὲν πλέον, ἕνδεκα μυριάδας μεδίμνων τελεομένας ἐπ᾽ ἡμέρῃ ἑκάστῃ καὶ πρὸς τριηκοσίους τε ἄλλους μεδίμνους καὶ τεσσεράκοντα. γυναιξὶ δὲ καὶ εὐνούχοισι καὶ ὑποζυγίοισι καὶ κυσὶ οὐ λογίζομαι. ἀνδρῶν δ᾽ ἐουσέων τοσουτέων μυριάδων κάλλεός τε εἵνεκα καὶ μεγάθεος οὐδεὶς αὐτῶν ἀξιονικότερος ἦν αὐτοῦ Ξέρξεω ἔχειν τοῦτο τὸ κράτος. Γιατί κάνοντας τους υπολογισμούς καταλήγω στο συμπέρασμα πως, αν ο καθένας τους καθημερινά έπαιρνε ένα χοίνικα σιτάρι και τίποτ᾽ άλλο, θα ξοδεύονταν καθημερινά εκατόν δέκα χιλιάδες τριακόσιοι σαράντα μέδιμνοι. Και δε λογαριάζω τις μερίδες των γυναικών και των ευνούχων και των υποζυγίων και των σκυλιών. Ήταν λοιπόν τόσα εκατομμύρια άντρες, κανείς τους όμως δεν είχε παράστημα και ομορφιά που να του δίνει το δικαίωμα να εξουσιάζει αυτή τη δύναμη — μονάχα ο Ξέρξης.
[7.188.1] Ὁ δὲ δὴ ναυτικὸς στρατὸς ἐπείτε ὁρμηθεὶς ἔπλεε καὶ κατέσχε τῆς Μαγνησίης χώρης ἐς τὸν αἰγιαλὸν τὸν μεταξὺ Κασθαναίης τε πόλιος ἐόντα καὶ Σηπιάδος ἀκτῆς, αἱ μὲν δὴ πρῶται τῶν νεῶν ὅρμεον πρὸς γῇ, ἄλλαι δ᾽ ἐπ᾽ ἐκείνῃσι ἐπ᾽ ἀγκυρέων· ἅτε γὰρ τοῦ αἰγιαλοῦ ἐόντος οὐ μεγάλου πρόκροσσαι ὅρμεον τὸ ἐς πόντον καὶ ἐπὶ ὀκτὼ νέας. Κι ο στόλος, αφού σήκωσε άγκυρα, αρμένισε κι έπιασε στεριά στη Μαγνησία, στο γιαλό που βρίσκεται ανάμεσα στην πόλη Κασθαναία και το ακρωτήριο Σηπιάδα· τα καράβια που έφτασαν πρώτα έδεσαν στη στεριά, ενώ όσα έφτασαν κατόπι τα κρατούσαν στις άγκυρες· γιατί, καθώς ο γιαλός δεν ήταν μεγάλος, άραξαν στ᾽ ανοιχτά με την πλώρη προς το πέλαγος, οχτώ σειρές καράβια.
[7.188.2] ταύτην μὲν τὴν εὐφρόνην οὕτω, ἅμα δὲ ὄρθρῳ ἐξ αἰθρίης τε καὶ νηνεμίης, τῆς θαλάσσης ζεσάσης ἐπέπεσέ σφι χειμών τε μέγας καὶ πολλὸς ἄνεμος ἀπηλιώτης, τὸν δὴ Ἑλλησποντίην καλέουσι οἱ περὶ ταῦτα τὰ χωρία οἰκημένοι. Λοιπόν, εκείνη τη νύχτα έμειναν σ᾽ αυτή τη θέση, όμως με τα χαράματα από αίθριο καιρό και νηνεμία πήραν να βράζουν τα κύματα κι έπεσε πάνω τους αγριοκαίρι μεγάλο και σφοδρός ανατολικός άνεμος, αυτός που οι Έλληνες της περιοχής ονομάζουν Ελλησπόντιο.
[7.188.3] ὅσοι μέν νυν αὐτῶν αὐξόμενον ἔμαθον τὸν ἄνεμον καὶ τοῖσι οὕτω εἶχε ὅρμου, οἱ δ᾽ ἔφθησαν τὸν χειμῶνα ἀνασπάσαντες τὰς νέας, καὶ αὐτοί τε περιῆσαν καὶ αἱ νέες αὐτῶν· ὅσας δὲ τῶν νεῶν μεταρσίας ἔλαβε, τὰς μὲν ἐξέφερε πρὸς Ἴπνους καλεομένους τοὺς ἐν Πηλίῳ, τὰς δὲ ἐς τὸν αἰγιαλόν· αἱ δὲ περὶ αὐτὴν τὴν Σηπιάδα περιέπιπτον, αἱ δὲ ἐς Μελίβοιαν πόλιν, αἱ δὲ ἐς Κασθαναίην ἐξεβράσσοντο. ἦν τε τοῦ χειμῶνος χρῆμα ἀφόρητον. Λοιπόν, όσοι απ᾽ τους βαρβάρους αντιλήφτηκαν τον άνεμο να δυναμώνει κι είχαν βολικό αραξοβόλι, πρόλαβαν το αγριοκαίρι σέρνοντας τα καράβια τους στη στεριά και σώθηκαν και οι ίδιοι τους και τα καράβια τους· όσα όμως τα έπιασε το αγριοκαίρι στ᾽ ανοιχτά, άλλα τα πέταξε έξω στην τοποθεσία του Πηλίου που λέγεται Ίπνοι κι άλλα στο γιαλό· κι άλλα τσακίζονταν εκεί, γύρω στη Σηπιάδα, κι άλλα στην περιοχή της πόλης Μελίβοια κι άλλα τα ξέβρασε ο άνεμος στην Κασθαναία· τέτοιο αγριοκαίρι άνθρωπος δεν μπορεί να το βαστάξει.
[7.189.1] λέγεται δὲ λόγος ὡς Ἀθηναῖοι τὸν Βορέην ἐκ θεοπροπίου ἐπεκαλέσαντο, ἐλθόντος σφι ἄλλου χρηστηρίου τὸν γαμβρὸν ἐπίκουρον καλέσασθαι. Βορῆς δὲ κατὰ τὸν Ἑλλήνων λόγον ἔχει γυναῖκα Ἀττικήν, Ὠρείθυιαν τὴν Ἐρεχθέος. Και λέγεται πως οι Αθηναίοι ύστερ᾽ από χρησμό έκαναν επίκληση στο Βοριά, καθώς προηγουμένως είχαν πάρει άλλο χρησμό, να καλέσουν σύμμαχο τον γαμπρό τους. Ο Βοριάς, κατά την παράδοση των Ελλήνων, έχει γυναίκα από την Αττική, την Ωρείθυια, τη θυγατέρα του Ερεχθέα.
[7.189.2] κατὰ δὴ τὸ κῆδος τοῦτο οἱ Ἀθηναῖοι, ὡς φάτις ὅρμηται, συμβαλλόμενοι σφίσι τὸν Βορῆν γαμβρὸν εἶναι, ναυλοχέοντες τῆς Εὐβοίης ἐν Χαλκίδι ὡς ἔμαθον αὐξόμενον τὸν χειμῶνα ἢ καὶ πρὸ τούτου, ἐθύοντό τε καὶ ἐπεκαλέοντο τόν τε Βορῆν καὶ τὴν Ὠρείθυιαν τιμωρῆσαι σφίσι καὶ διαφθεῖραι τῶν βαρβάρων τὰς νέας, ὡς καὶ πρότερον περὶ Ἄθων. Λοιπόν, σύμφωνα με τη φήμη που διαδόθηκε, οι Αθηναίοι, ξεκινώντας απ᾽ αυτή τη συγγένεια, έδωσαν την εξήγηση πως ο γαμπρός του χρησμού είναι ο Βοριάς, κι έτσι, αγκυροβολημένοι στη Χαλκίδα της Εύβοιας, μόλις είδαν να δυναμώνει το αγριοκαίρι (ή και νωρίτερα), πρόσφεραν θυσίες και καλούσαν τον Βοριά και την Ωρείθυια να έρθουν σε βοήθειά τους και να κάνουν συντρίμμια τα καράβια των βαρβάρων, όπως και πρωτύτερα στα νερά του Άθω.
[7.189.3] εἰ μέν νυν διὰ ταῦτα τοῖσι βαρβάροισι ὁρμέουσι ὁ Βορῆς ἐπέπεσε οὐκ ἔχω εἰπεῖν· οἱ δ᾽ ὦν Ἀθηναῖοι σφίσι λέγουσι βοηθήσαντα τὸν Βορῆν πρότερον καὶ τότε ἐκεῖνα κατεργάσασθαι, καὶ ἱρὸν ἀπελθόντες Βορέω ἱδρύσαντο παρὰ ποταμὸν Ἰλισσόν. Τώρα, αν αυτή ήταν η αιτία να ξεσπάσει ο Βοριάς πάνω στους βαρβάρους που ήταν αγκυροβολημένοι, δεν είμαι σε θέση να το πω· πάντως οι Αθηναίοι λένε πως και την πρώτη φορά τούς βοήθησε, και τότε απ᾽ την αρχή ώς το τέλος δικό του ήταν αυτό το έργο· κι όταν γύρισαν στην πόλη τους, έχτισαν ναό του Βοριά, στις όχθες του Ιλισσού.
[7.190.1] ἐν τούτῳ τῷ πόνῳ νέας, οἳ ἐλαχίστας, λέγουσι διαφθαρῆναι τετρακοσιέων οὐκ ἐλάσσονας, ἄνδρας τε ἀναριθμήτους χρημάτων τε πλῆθος ἄφθονον· ὥστε Ἀμεινοκλέϊ τῷ Κρητίνεω ἀνδρὶ Μάγνητι γηοχέοντι περὶ Σηπιάδα μεγάλως ἡ ναυηγίη αὕτη ἐγένετο χρηστή· ὃς πολλὰ μὲν χρύσεα ποτήρια ὑστέρῳ χρόνῳ ἐκβρασσόμενα ἀνείλετο, πολλὰ δὲ ἀργύρεα, θησαυρούς τε τῶν Περσέων εὗρε, ἄλλα τε [χρύσεα] ἄφατα χρήματα περιεβάλετο. ἀλλ᾽ ὁ μὲν τἆλλα οὐκ εὐτυχέων εὑρήμασι μέγα πλούσιος ἐγένετο· ἦν γάρ τις καὶ τοῦτον ἄχαρις συμφορὴ λυπέουσα παιδοφόνος. Σ᾽ αυτή την μπόρα αφανίστηκαν, κατά τους μετριότερους υπολογισμούς, περισσότερα από τετρακόσια καράβια, αναρίθμητοι άνθρωποι κι αμέτρητα χρήματα· κι έτσι το ναυάγιο αυτό έγινε μεγάλος ευεργέτης για τον Αμεινοκλή, το γιο του Κρατίνου, από τη Μαγνησία, που ήταν γαιοκτήμονας στα μέρη της Σηπιάδας· ετούτος μάζεψε και πάρα πολλά χρυσά ποτήρια που αργότερα τα ξέβρασε εκεί το κύμα, πολλά ασημένια, και βρήκε θησαυρούς των Περσών κι άλλα πολύτιμα πράματα αμύθητης αξίας και τα οικειοποιήθηκε. Έγινε βέβαια πάμπλουτος μ᾽ όσα του χάρισε η τύχη, αλλά η δυστυχία του δυστυχία· γιατί τον μαράζωνε κι αυτόν πικρή συμφορά, είχε σκοτώσει το γιο του.
[7.191.1] σιταγωγῶν δὲ ὁλκάδων καὶ τῶν ἄλλων πλοίων διαφθειρομένων οὐκ ἐπῆν ἀριθμός, ὥστε δείσαντες οἱ στρατηγοὶ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ μή σφι κεκακωμένοισι ἐπιθέωνται οἱ Θεσσαλοί, ἕρκος ὑψηλὸν ἐκ τῶν ναυηγίων περιεβάλοντο. Αλλά αμέτρητα ήταν και τα φορτηγά που κουβαλούσαν τρόφιμα και τ᾽ άλλα πλεούμενα που έγιναν συντρίμμια, τόσο που οι ναύαρχοι φοβήθηκαν μήπως, με το κακό που τους βρήκε, τους επιτεθούν οι Θεσσαλοί, κι έζωσαν το στρατόπεδο ένα γύρο με ψηλό φράχτη από τα σκαριά των ναυαγισμένων καραβιών.
[7.191.2] ἡμέρας γὰρ δὴ ἐχείμαζε τρεῖς· τέλος δὲ ἔντομά τε ποιεῦντες καὶ καταείδοντες βοῇσι οἱ Μάγοι τῷ ἀνέμῳ, πρὸς δὲ τούτοισι καὶ τῇ Θέτι καὶ τῇσι Νηρηίσι θύοντες ἔπαυσαν τετάρτῃ ἡμέρῃ, ἢ ἄλλως κως αὑτὸς ἐθέλων ἐκόπασε. τῇ δὲ Θέτι ἔθυον πυθόμενοι παρὰ τῶν Ἰώνων τὸν λόγον ὡς ἐκ τοῦ χώρου τούτου ἁρπασθείη ὑπὸ Πηλέος, εἴη τε ἅπασα ἡ ἀκτὴ ἡ Σηπιὰς ἐκείνης τε καὶ τῶν ἀλλέων Νηρηίδων. Γιατί το αγριοκαίρι κρατούσε τρεις μέρες· στο τέλος κάνοντας θυσίες και με ψαλμούς μεγαλόφωνους των μάγων στον άνεμο, κι επίσης θυσιάζοντας στη Θέτιδα και τις Νηρηίδες τον σταμάτησαν την τέταρτη μέρα — ή για κάποιο άλλο λόγο κόπασε από μόνος του. Και πρόσφεραν θυσίες στη Θέτιδα, όταν οι Ίωνες τους έκαναν γνωστή την παράδοση, πως απ᾽ αυτά τα μέρη ο Πηλέας άρπαξε τη Θέτιδα, και πως ολόκληρο το ακρωτήριο Σηπιάδα ανήκε σ᾽ εκείνη και στις υπόλοιπες Νηρηίδες.
[7.192.1] ὁ μὲν δὴ τετάρτῃ ἡμέρῃ ἐπέπαυτο· τοῖσι δὲ Ἕλλησι οἱ ἡμεροσκόποι ἀπὸ τῶν ἄκρων τῶν Εὐβοϊκῶν καταδραμόντες δευτέρῃ ἡμέρῃ ἀπ᾽ ἧς ὁ χειμὼν ὁ πρῶτος ἐγένετο, ἐσήμαινον πάντα τὰ γενόμενα περὶ τὴν ναυηγίην. Τέλος, ο άνεμος κόπασε ύστερ᾽ από τρεις μέρες· και στους Έλληνες οι σκοποί ροβολώντας από τις βουνοκορφές της Εύβοιας τη δεύτερη μέρα απ᾽ αυτή που ξέσπασε το πρώτο αγριοκαίρι έφεραν τα νέα, όλα όσα αφορούσαν στο ναυάγιο.
[7.192.2] οἱ δὲ ὡς ἐπύθοντο, Ποσειδέωνι σωτῆρι εὐξάμενοι καὶ σπονδὰς προχέαντες τὴν ταχίστην ὀπίσω ἠπείγοντο ἐπὶ τὸ Ἀρτεμίσιον, ἐλπίσαντες ὀλίγας τινάς σφι ἀντιξόους ἔσεσθαι νέας. οἱ μὲν δὴ τὸ δεύτερον ἐλθόντες περὶ τὸ Ἀρτεμίσιον ἐναυλόχεον, Ποσειδέωνος σωτῆρος ἐπωνυμίην ἀπὸ τούτου ἔτι καὶ ἐς τόδε νομίζοντες· Κι αυτοί, μόλις τα έμαθαν, προσευχήθηκαν στον Ποσειδώνα Σωτήρα και του πρόσφεραν σπονδές, κι όσο μπορούσαν πιο γρήγορα έσπευδαν στο Αρτεμίσιο, γιατί έλπιζαν πως δε θα ᾽χαν ν᾽ αντιμετωπίσουν παρά κάτι λίγα καράβια των εχθρών. Αυτοί λοιπόν έπιασαν για δεύτερη φορά το Αρτεμίσιο και ναυλοχούσαν εκεί, κι ώς και σήμερα ακόμη αποκαλούν τον Ποσειδώνα, γι᾽ αυτή του τη σωτήρια παρέμβαση, Σωτήρα.
[7.193.1] οἱ δὲ βάρβαροι, ὡς ἐπαύσατό τε ὁ ἄνεμος καὶ τὸ κῦμα ἔστρωτο, κατασπάσαντες τὰς νέας ἔπλεον παρὰ τὴν ἤπειρον, κάμψαντες δὲ τὴν ἄκρην τῆς Μαγνησίης ἰθέαν ἔπλεον ἐς τὸν κόλπον τὸν ἐπὶ Παγασέων φέροντα. Από τη μεριά τους οι βάρβαροι, μόλις κόπασε ο άνεμος και γαλήνεψε το κύμα, έριξαν τα καράβια τους στη θάλασσα κι αρμένιζαν γιαλό γιαλό· κι όταν παρέκαμψαν το ακρωτήριο της Μαγνησίας, έβαλαν πλώρη κατευθείαν στον κόλπο που στο μυχό του βρίσκονται οι Παγασές.
[7.193.2] ἔστι δὲ χῶρος ἐν τῷ κόλπῳ τούτῳ τῆς Μαγνησίης, ἔνθα λέγεται τὸν Ἡρακλέα καταλειφθῆναι ὑπὸ Ἰήσονός τε καὶ τῶν συνεταίρων ἐκ τῆς Ἀργοῦς ἐπ᾽ ὕδωρ πεμφθέντα, εὖτε ἐπὶ τὸ κῶας ἔπλεον ἐς Αἶαν [τὴν Κολχίδα]· ἐνθεῦτεν γὰρ ἔμελλον ὑδρευσάμενοι ἐς τὸ πέλαγος ἀφήσειν, ἐπὶ τούτου δὲ τῷ χώρῳ οὔνομα γέγονε Ἀφέται. ἐν τούτῳ ὦν ὅρμον οἱ Ξέρξεω ἐποιεῦντο. Σ᾽ αυτό τον κόλπο της Μαγνησίας βρίσκεται ένα μέρος όπου λένε πως ο Ηρακλής, που τον είχαν στείλει να φέρει νερό, εγκαταλείφτηκε από τον Ιάσονα και τους συντρόφους του στο ταξίδι της Αργώς, όταν αρμένιζαν στην Αία για το χρυσόμαλλο δέρας· γιατί ήταν, αφού προμηθευτούν νερό αποκεί, ν᾽ αφεθούν στην ανοιχτή θάλασσα, κι απ᾽ αυτό το περιστατικό ο τόπος πήρε τ᾽ όνομα Αφέτες· αυτό το μέρος το έκαναν αραξοβόλι οι ναύαρχοι του Ξέρξη.
[7.194.1] πεντεκαίδεκα δὲ τῶν νεῶν τουτέων ἔτυχόν τε ὕσταται πολλὸν ἐξαναχθεῖσαι καί κως κατεῖδον τὰς ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ τῶν Ἑλλήνων νέας. ἔδοξάν τε δὴ τὰς σφετέρας εἶναι οἱ βάρβαροι καὶ πλέοντες ἐσέπεσον ἐς τοὺς πολεμίους· τῶν ἐστρατήγεε ὁ ἀπὸ Κύμης τῆς Αἰολίδος ὕπαρχος Σανδώκης ὁ Θαμασίου, τὸν δὴ πρότερον τούτων βασιλεὺς Δαρεῖος ἐπ᾽ αἰτίῃ τοιῇδε λαβὼν ἀνεσταύρωσε, ἐόντα τῶν βασιληίων δικαστέων· ὁ Σανδώκης ἐπὶ χρήμασι ἄδικον δίκην ἐδίκασε. Δεκαπέντε απ᾽ τα καράβια τους, που έτυχε να βγουν στην ανοιχτή θάλασσα πολύ αργότερα απ᾽ τ᾽ άλλα, σε μια στιγμή αντίκρισαν τα καράβια των Ελλήνων που ήταν στο Αρτεμίσιο· κι οι βάρβαροι, καθώς τους φάνηκε πως ήταν δικά τους, πλέοντας έπεσαν πάνω στα καράβια των εχθρών τους· ναύαρχός τους ήταν ο διοικητής της Κύμης της Αιολίας Σανδώκης, ο γιος του Θαμασίου, που, πριν απ᾽ αυτή την εκστρατεία, τον κρέμασε ο βασιλιάς Δαρείος με την εξής κατηγορία: ο Σανδώκης, ασκώντας το αξίωμα του βασιλικού δικαστή, δωροδοκήθηκε κι έβγαλε άδικη απόφαση.
[7.194.2] ἀνακρεμασθέντος ὦν αὐτοῦ, λογιζόμενος ὁ Δαρεῖος εὗρέ οἱ πλέω ἀγαθὰ τῶν ἁμαρτημάτων πεποιημένα ἐς οἶκον τὸν βασιλήιον· εὑρὼν δὲ τοῦτο ὁ Δαρεῖος καὶ γνοὺς ὡς ταχύτερα αὐτὸς ἢ σοφώτερα ἐργασμένος εἴη, ἔλυσε. Λοιπόν, ενώ αυτός έμενε κρεμασμένος, ο Δαρείος κάθισε και λογάριασε και βρήκε πως οι καλές υπηρεσίες που πρόσφερε στον βασιλικό οίκο ήταν πιο σημαντικές από το ατόπημά του· κι όταν έκανε αυτή τη διαπίστωση ο Δαρείος και παραδέχτηκε από μόνος του ότι ενέργησε με περισσή βιασύνη αλλά με λιγότερη σύνεση, τον ξεκρέμασε.
[7.194.3] βασιλέα μὲν δὴ Δαρεῖον οὕτω διαφυγὼν μὴ ἀπολέσθαι περιῆν, τότε δὲ ἐς τοὺς Ἕλληνας καταπλώσας ἔμελλε οὐ τὸ δεύτερον διαφυγὼν ἔσεσθαι· ὡς γάρ σφεας εἶδον προσπλέοντας οἱ Ἕλληνες, μαθόντες αὐτῶν τὴν γινομένην ἁμαρτάδα ἐπαναχθέντες εὐπετέως σφέας εἷλον. Μ᾽ αυτόν λοιπόν τον τρόπο ξέφυγε το θάνατο απ᾽ τα χέρια του βασιλιά Δαρείου, τότε όμως, πέφτοντας με το καράβι του στα χέρια των Ελλήνων, δεν του έκανε η μοίρα τη χάρη να ξεφύγει για δεύτερη φορά· γιατί μόλις οι Έλληνες είδαν τα καράβια αυτά να κατευθύνονται προς το μέρος τους, κατάλαβαν το λάθος των εχθρών τους, ανοίχτηκαν καταπάνω τους κι εύκολα τους αιχμαλώτισαν.
[7.195.1] ἐν τουτέων μιῇ Ἀρίδωλις πλέων ἥλω, τύραννος Ἀλαβάνδων τῶν ἐν Καρίῃ, ἐν ἑτέρῃ δὲ ὁ Πάφιος στρατηγὸς Πενθύλος ὁ Δημονόου, ὃς ἦγε μὲν δυώδεκα νέας ἐκ Πάφου, ἀποβαλὼν δέ σφεων τὰς ἕνδεκα τῷ χειμῶνι τῷ γενομένῳ κατὰ Σηπιάδα, μιῇ τῇ περιγενομένῃ καταπλέων ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον ἥλω. τούτους οἱ Ἕλληνες ἐξιστορήσαντες τὰ ἐβούλοντο πυθέσθαι ἀπὸ τῆς Ξέρξεω στρατιῆς, ἀποπέμπουσι δεδεμένους ἐς τὸν Κορινθίων ἰσθμόν. Πάνω σ᾽ έν᾽ απ᾽ αυτά τα καράβια αιχμαλωτίστηκε ο Αρίδωλις, ο τύραννος των Αλαβάνδων της Καρίας, πάνω σ᾽ ένα άλλο ο στρατηγός της Πάφου Πενθύλος, ο γιος του Δημονόου, που είχε στις διαταγές του δώδεκα καράβια από την Πάφο, αλλά απ᾽ αυτά έχασε τα έντεκα από τ᾽ αγριοκαίρι που ξέσπασε στη Σηπιάδα, και πάνω στο ένα που σώθηκε αιχμαλωτίστηκε αρμενίζοντας προς το Αρτεμίσιο. Οι Έλληνες αυτούς τους ανέκριναν, κι αφού πήραν τις πληροφορίες που ήθελαν για το στράτευμα του Ξέρξη, τους έστειλαν αλυσοδεμένους στον Ισθμό της Κορίνθου.
[7.196.1] Ὁ μὲν δὴ ναυτικὸς [ὁ] τῶν βαρβάρων στρατός, πάρεξ τῶν πεντεκαίδεκα νεῶν τῶν εἶπον Σανδώκεα στρατηγέειν, ἀπίκοντο ἐς Ἀφέτας. Ξέρξης δὲ καὶ ὁ πεζὸς πορευθεὶς διὰ Θεσσαλίης καὶ Ἀχαιίης ἐσβεβληκὼς ἦν καὶ δὴ τριταῖος ἐς Μηλιέας, ἐν Θεσσαλίῃ μὲν ἅμιλλαν ποιησάμενος ἵππων τῶν ἑωυτοῦ, ἀποπειρώμενος καὶ τῆς Θεσσαλικῆς ἵππου, πυθόμενος ὡς ἀρίστη εἴη τῶν ἐν Ἕλλησι· ἔνθα δὴ αἱ Ἑλληνίδες ἵπποι ἐλείποντο πολλόν. τῶν μέν νυν ἐν Θεσσαλίῃ ποταμῶν Ὀνόχωνος μοῦνος οὐκ ἀπέχρησε τῇ στρατιῇ τὸ ῥέεθρον πινόμενος· τῶν δὲ ἐν Ἀχαιίῃ ποταμῶν ῥεόντων οὐδὲ ὅστις μέγιστος αὐτῶν ἐστι Ἠπιδανός, οὐδὲ οὗτος ἀντέσχε εἰ μὴ φλαύρως. Λοιπόν το ναυτικό των βαρβάρων, εκτός από τα δεκαπέντε καράβια που ανέφερα πως ναύαρχός τους ήταν ο Σανδώκης, έφτασε στις Αφέτες. Από τη μεριά του ο Ξέρξης και το πεζικό πορεύονταν διασχίζοντας τη Θεσσαλία και την Αχαΐα, κι ήταν κιόλας εδώ και τρεις μέρες στη χώρα των Μαλιέων· στη Θεσσαλία διοργάνωσε αγώνες αλόγων, δοκιμάζοντας το ιππικό των Θεσσαλών, επειδή είχε την πληροφορία πως ήταν το πρώτο και καλύτερο της Ελλάδας· τότε λοιπόν οι ελληνικές φοράδες έμειναν πολύ πίσω. Τώρα, από τους ποταμούς της Θεσσαλίας μονάχα του Ονοχώνου τα νερά δε στάθηκαν αρκετά να ξεδιψάσουν το στρατό του, ενώ ακόμα και του πιο μεγάλου από τους ποταμούς που κυλούν στην Αχαΐα, του Ηπιδανού, τα νερά έφτασαν δεν έφτασαν να τους ξεδιψάσουν.
[7.197.1] ἐς Ἄλον δὲ τῆς Ἀχαιίης ἀπικομένῳ Ξέρξῃ οἱ κατηγεμόνες τῆς ὁδοῦ βουλόμενοι τὸ πᾶν ἐξηγέεσθαι ἔλεγόν οἱ ἐπιχώριον λόγον, τὰ περὶ τὸ ἱρὸν τοῦ Λαφυστίου Διός, ὡς Ἀθάμας ὁ Αἰόλου ἐμηχανήσατο Φρίξῳ μόρον σὺν Ἰνοῖ βουλεύσας, μετέπειτα δὲ ὡς ἐκ θεοπροπίου Ἀχαιοὶ προτιθεῖσι τοῖσι ἐκείνου ἀπογόνοισι ἀέθλους τοιούσδε· Κι όταν έφτασε ο Ξέρξης στον Άλο της Αχαΐας, οι οδηγοί της πορείας του θέλοντας να τον κατατοπίζουν για τα πάντα τού διηγόνταν μια παράδοση του τόπου, αυτήν που αναφέρεται στο ναό του Λαφυστίου Διός· πως ο Αθάμας, ο γιος του Αιόλου, σχεδίασε με δόλο το φόνο του Φρίξου, σε συνεννόηση με την Ινώ, και πως οι Αχαιοί αργότερα, ύστερ᾽ από χρησμό, υποβάλλουν τους απογόνους του σε δοκιμασίες σαν κι αυτές:
[7.197.2] ὃς ἂν ᾖ τοῦ γένεος τούτου πρεσβύτατος, τούτῳ ἐπιτάξαντες ἔργεσθαι τοῦ ληίτου αὐτοὶ φυλακὰς ἔχουσι (λήιτον δὲ καλέουσι τὸ πρυτανήιον οἱ Ἀχαιοί)· ἢν δὲ ἐσέλθῃ, οὐκ ἔστι ὅκως ἔξεισι πρὶν ἢ θύσεσθαι μέλλῃ· ὥς τ᾽ ἔτι πρὸς τούτοισι πολλοὶ ἤδη [τούτων] τῶν μελλόντων θύσεσθαι δείσαντες οἴχοντο ἀποδράντες ἐς ἄλλην χώρην, χρόνου δὲ προϊόντος ὀπίσω κατελθόντες ἢν ἁλίσκωνται ἐσελθόντες ἐς τὸ πρυτανήιον, ὡς θύεταί τε ἐξηγέοντο στέμμασι πᾶς πυκασθεὶς καὶ ὡς σὺν πομπῇ ἐξαχθείς. απαγορεύουν στον πιο ηλικιωμένο της οικογένειας αυτής την είσοδο στο οίκημα που οι Έλληνες λένε πρυτανείο (στη διάλεκτό τους οι Αχαιοί το λένε λήιτον), κι επιτηρούν την είσοδο· κι αν εκείνος μπει μέσα, δεν του επιτρέπουν να βγει παρά μόνο όταν έρθει η ώρα να τον σφάξουν για θυσία. Λένε επίσης ότι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά πολλοί απ᾽ αυτούς που ζούσαν με την αγωνία πως θα θυσιαστούν, φοβισμένοι απέδρασαν κιόλας σε άλλη χώρα· κι αφού περάσει καιρός, όταν γυρίσουν πίσω στην πόλη τους, αν συλληφθούν να μπαίνουν στο πρυτανείο, περιέγραφαν οι οδηγοί, θυσιάζονται με το σώμα ολόκληρο σκεπασμένο με στεφάνια και με συνοδεία επίσημης πομπής.
[7.197.3] ταῦτα δὲ πάσχουσι οἱ Κυτισσώρου τοῦ Φρίξου παιδὸς ἀπόγονοι διότι καθαρμὸν τῆς χώρης ποιευμένων Ἀχαιῶν ἐκ θεοπροπίου Ἀθάμαντα τὸν Αἰόλου καὶ μελλόντων μιν θύειν ἀπικόμενος οὗτος ὁ Κυτίσσωρος ἐξ Αἴης τῆς Κολχίδος ἐρρύσατο, ποιήσας δὲ τοῦτο τοῖσι ἐπιγενομένοισι ἐξ ἑωυτοῦ μῆνιν τοῦ θεοῦ ἐνέβαλε. Και τα παθαίνουν αυτά οι απόγονοι του Κυτισσώρου, του γιου του Φρίξου, για τον εξής λόγο: οι Αχαιοί, παρακινημένοι από χρησμό, κρατούσαν σαν εξιλαστήριο θύμα τον Αθάμαντα, το γιο του Αιόλου, και ήταν να τον θυσιάσουν, όταν έφτασε από την Αία της Κολχίδας ετούτος ο Κυτίσσωρος και τον έσωσε· μ᾽ αυτή του την πράξη όμως έριξε τους απογόνους του στη μάνητα του θεού.
[7.197.4] Ξέρξης δὲ ταῦτα ἀκούσας ὡς κατὰ τὸ ἄλσος ἐγίνετο, αὐτός τε ἔργετο αὐτοῦ καὶ τῇ στρατιῇ πάσῃ παρήγγειλε, τῶν τε Ἀθάμαντος ἀπογόνων τὴν οἰκίην ὁμοίως καὶ τὸ τέμενος ἐσέβετο. Κι ο Ξέρξης, ακούοντας αυτά, καθώς βρισκόταν κοντά στο τέμενος, κι ο ίδιος απέφυγε να μπει μέσα και το απαγόρευσε σ᾽ όλο το στρατό, κι έδειχνε σεβασμό και στο σπίτι των απογόνων του Αθάμαντα και στο τέμενος.
[7.198.1] Ταῦτα μὲν τὰ ἐν Θεσσαλίῃ καὶ τὰ ἐν Ἀχαιίῃ· ἀπὸ δὲ τούτων τῶν χώρων ἤιε ἐς τὴν Μηλίδα παρὰ κόλπον θαλάσσης, ἐν τῷ ἄμπωτίς τε καὶ ῥηχίη ἀνὰ πᾶσαν ἡμέρην γίνεται. περὶ δὲ τὸν κόλπον τοῦτόν ἐστι χῶρος πεδιεινός, τῇ μὲν εὐρύς, τῇ δὲ καὶ κάρτα στεινός· περὶ δὲ τὸν χῶρον ὄρεα ὑψηλὰ καὶ ἄβατα περικληίει πᾶσαν τὴν Μηλίδα γῆν, Τρηχίνιαι πέτραι καλεόμεναι. Λοιπόν αυτά είχαμε στη Θεσσαλία και την Αχαΐα· κι ο Ξέρξης προέλασε απ᾽ αυτά τα μέρη προς τη Μαλίδα, ακολουθώντας την παραλία του θαλάσσιου κόλπου, όπου κάθε μέρα συμβαίνει άμπωτη και παλίρροια. Ο τόπος που περιβρέχεται από τον κόλπο αυτό είναι πεδιάδα, στο ένα της μέρος πλατιά, στο άλλο πολύ στενή· την πεδιάδα περιζώνουν ψηλά κι αδιάβατα βουνά, που λέγονται Τραχίνιοι βράχοι και κλείνουν ένα γύρο ολόκληρη τη Μαλίδα.
[7.198.2] πρώτη μέν νυν πόλις ἐστὶ ἐν τῷ κόλπῳ ἰόντι ἀπὸ Ἀχαιίης Ἀντικύρη, παρ᾽ ἣν Σπερχειὸς ποταμὸς ῥέων ἐξ Ἐνιήνων ἐς θάλασσαν ἐκδιδοῖ. ἀπὸ δὲ τούτου διὰ εἴκοσί κου σταδίων ἄλλος ποταμὸς τῷ οὔνομα κεῖται Δύρας, τὸν βοηθέοντα τῷ Ἡρακλέϊ καιομένῳ λόγος ἐστὶ ἀναφανῆναι. ἀπὸ δὲ τούτου δι᾽ ἄλλων εἴκοσι σταδίων ἄλλος ποταμός ἐστι ὃς καλέεται Μέλας. Καθώς πορεύεσαι από την Αχαΐα, η πρώτη πόλη που συναντάς στην παραλία αυτού του κόλπου είναι η Αντίκυρα, που στην περιοχή της ο Σπερχειός ποταμός, κατεβάζοντας τα νερά του από τη χώρα των Ενιάνων, χύνεται στη θάλασσα. Και σε απόσταση είκοσι σταδίων απ᾽ αυτόν άλλο ποτάμι, που έχει το όνομα Δύρας, που λέγεται πως ανάβρυσε για να βοηθήσει τον Ηρακλή που καιόταν. Και σε απόσταση είκοσι σταδίων απ᾽ αυτόν κυλά άλλο ποτάμι, που λέγεται Μέλας.
[7.199.1] Τρηχὶς δὲ πόλις ἀπὸ τοῦ Μέλανος τούτου ποταμοῦ πέντε στάδια ἀπέχει. ταύτῃ δὲ καὶ εὐρύτατόν ἐστι πάσης τῆς χώρης ταύτης ἐκ τῶν ὀρέων ἐς θάλασσαν, κατ᾽ ἃ Τρηχὶς πεπόλισται· δισχίλιά τε γὰρ καὶ δισμύρια πλέθρα τοῦ πεδίου ἐστί. τοῦ δὲ ὄρεος τὸ περικληίει τὴν γῆν τὴν Τρηχινίην ἐστὶ διασφὰξ πρὸς μεσαμβρίην Τρηχῖνος, διὰ δὲ τῆς διασφάγος Ἀσωπὸς ποταμὸς ῥέει παρὰ τὴν ὑπώρεαν τοῦ ὄρεος. Η πόλη Τραχίνα απέχει πέντε σταδίους απ᾽ αυτόν τον Μέλανα ποταμό. Κι εκεί όπου έχει χτιστεί η πόλη Τραχίνα έχουμε το μεγαλύτερο πλάτος της πεδιάδας που βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά και τη θάλασσα· γιατί η πεδιάδα εκεί έχει έκταση είκοσι δυο χιλιάδες πλέθρα. Και το βουνό που κλείνει ένα γύρο τη χώρα της Τραχίνας σχίζεται από φαράγγι κατά τα νότια της πόλης Τραχίνας· το φαράγγι αυτό είναι η κοίτη του Ασωπού ποταμού, που κυλά στους πρόποδες του βουνού.
[7.200.1] ἔστι δὲ ἄλλος Φοῖνιξ ποταμὸς οὐ μέγας πρὸς μεσαμβρίην τοῦ Ἀσωποῦ, ὃς ἐκ τῶν ὀρέων τούτων ῥέων ἐς τὸν Ἀσωπὸν ἐκδιδοῖ. κατὰ δὲ τὸν Φοίνικα ποταμὸν στεινότατόν ἐστι· ἁμαξιτὸς γὰρ μούνη [μία] δέδμηται. ἀπὸ δὲ τοῦ Φοίνικος ποταμοῦ πεντεκαίδεκα στάδιά ἐστι ἐς Θερμοπύλας. Νοτιότερα απ᾽ τον Ασωπό συναντούμε άλλον ποταμό, μικρό, τον Φοίνικα, που κατεβαίνοντας απ᾽ αυτά τα βουνά χύνει τα νερά του στον Ασωπό. Στο ύψος του ποταμού Φοίνικα βρίσκεται το στενότερο μέρος· γιατί ο δρόμος που χτίστηκε εκεί χωρά να περάσει μονάχα μια άμαξα. Η απόσταση που χωρίζει τον ποταμό Φοίνικα από τις Θερμοπύλες είναι δεκαπέντε στάδιοι.
[7.200.2] ἐν δὲ τῷ μεταξὺ Φοίνικός ‹τε› ποταμοῦ καὶ Θερμοπυλέων κώμη τε ἔστι τῇ οὔνομα Ἀνθήλη κεῖται, παρ᾽ ἣν δὴ παραρρέων ὁ Ἀσωπὸς ἐς θάλασσαν ἐκδιδοῖ, καὶ χῶρος περὶ αὐτὴν εὐρύς, ἐν τῷ Δήμητρός τε ἱρὸν Ἀμφικτυονίδος ἵδρυται καὶ ἕδραι εἰσὶ Ἀμφικτύοσι καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀμφικτύονος ἱρόν. Ακριβώς εκεί, ανάμεσα στον ποταμό Φοίνικα και τις Θερμοπύλες, βρίσκεται ένα χωριό, που έχει τ᾽ όνομα Ανθήλη· κυλώντας δίπλα απ᾽ αυτήν ο Ασωπός χύνεται στη θάλασσα· εκεί γύρω σχηματίζεται ευρύχωρο πλάτωμα, όπου έχει χτιστεί ναός της Δήμητρας των Αμφικτυόνων· εκεί βρίσκονται και οι έδρες των Αμφικτυόνων και ναός του ίδιου του ήρωα Αμφικτύονα.
[7.201.1] Βασιλεὺς μὲν δὴ Ξέρξης ἐστρατοπεδεύετο τῆς Μηλίδος ἐν τῇ Τρηχινίῃ, οἱ δὲ [δὴ] Ἕλληνες ἐν τῇ διόδῳ· καλέεται δὲ ὁ χῶρος οὗτος ὑπὸ μὲν τῶν πλεόνων Ἑλλήνων Θερμοπύλαι, ὑπὸ δὲ τῶν ἐπιχωρίων καὶ περιοίκων Πύλαι. ἐστρατοπεδεύοντο μέν νυν ἑκάτεροι ἐν τούτοισι τοῖσι χωρίοισι, ἐπεκράτεε δὲ ὁ μὲν τῶν πρὸς βορέην ἄνεμον ἐχόντων πάντων μέχρι Τρηχῖνος, οἱ δὲ τῶν πρὸς νότον ‹τε› καὶ μεσαμβρίην φερόντων τὸ ἐπὶ ταύτης τῆς ἠπείρου. Λοιπόν, ο βασιλιάς Ξέρξης στρατοπέδευε στην περιοχή Τραχίνα της Μαλίδας, ενώ οι Έλληνες στα στενά· τον τόπο αυτό οι περισσότεροι Έλληνες τον λένε Θερμοπύλες, αλλά οι ντόπιοι και οι γείτονες Πύλες. Λοιπόν ο καθένας απ᾽ τη μεριά του στρατοπέδευε σ᾽ αυτά τα μέρη· ο βασιλιάς εξουσίαζε όλες τις χώρες που βρίσκονται πέρ᾽ από την Τραχίνα, προς το βοριά, ενώ οι άλλοι τις χώρες της ίδιας ηπείρου που απλώνονται νοτιότερα και πιο μεσημβρινά.
[7.202.1] ἦσαν δὲ οἵδε Ἑλλήνων οἱ ὑπομένοντες τὸν Πέρσην ἐν τούτῳ τῷ χώρῳ· Σπαρτιητέων τε τριηκόσιοι ὁπλῖται καὶ Τεγεητέων καὶ Μαντινέων χίλιοι, ἡμίσεες ἑκατέρων, ἐξ Ὀρχομενοῦ τε τῆς Ἀρκαδίης εἴκοσι καὶ ἑκατὸν καὶ ἐκ τῆς λοιπῆς Ἀρκαδίης χίλιοι· τοσοῦτοι μὲν Ἀρκάδων, ἀπὸ δὲ Κορίνθου τετρακόσιοι καὶ ἀπὸ Φλειοῦντος διηκόσιοι καὶ Μυκηναίων ὀγδώκοντα. οὗτοι μὲν ἀπὸ Πελοποννήσου παρῆσαν, ἀπὸ δὲ Βοιωτῶν Θεσπιέων τε ἑπτακόσιοι καὶ Θηβαίων τετρακόσιοι. Νά ποιοί απ᾽ τους Έλληνες βρίσκονταν σ᾽ αυτόν τον τόπο και καρτερούσαν τον Πέρση· τριακόσιοι βαριά οπλισμένοι Σπαρτιάτες και χίλιοι Τεγεάτες και Μαντινείς, μισοί μισοί, κι εκατόν είκοσι απ᾽ τον Ορχομενό της Αρκαδίας και χίλιοι απ᾽ την υπόλοιπη Αρκαδία· τόσοι από την Αρκαδία, τετρακόσιοι από την Κόρινθο και διακόσιοι από τον Φλειούντα κι ογδόντα από τις Μυκήνες. Αυτοί λοιπόν ήταν εκεί από την Πελοπόννησο, κι από τη Βοιωτία εφτακόσιοι Θεσπιείς και τετρακόσιοι Θηβαίοι.
[7.203.1] πρὸς τούτοισι ἐπίκλητοι ἐγένοντο Λοκροί τε οἱ Ὀπούντιοι πανστρατιῇ καὶ Φωκέων χίλιοι. αὐτοὶ γάρ σφεας οἱ Ἕλληνες ἐπεκαλέσαντο, λέγοντες δι᾽ ἀγγέλων ὡς αὐτοὶ μὲν ἥκοιεν πρόδρομοι τῶν ἄλλων, οἱ δὲ λοιποὶ τῶν συμμάχων προσδόκιμοι πᾶσαν εἶεν ἡμέρην, ἡ θάλασσά τέ σφι εἴη ἐν φυλακῇ ὑπ᾽ Ἀθηναίων τε φρουρεομένη καὶ Αἰγινητέων καὶ τῶν ἐς τὸν ναυτικὸν στρατὸν ταχθέντων, καί σφι εἴη δεινὸν οὐδέν· Μ᾽ αυτούς ενώθηκαν, αφού κλήθηκαν για ενίσχυση, οι Οπούντιοι Λοκροί που ήρθαν πανστρατιά και χίλιοι Φωκείς. Γιατί τους κάλεσαν για ενίσχυση οι Έλληνες με δική τους πρωτοβουλία, στέλνοντας αγγελιοφόρους που τους έλεγαν πως αυτοί έχουν έρθει ως εμπροσθοφυλακή των άλλων, αλλά από μέρα σε μέρα όπου να ᾽ναι έρχονται οι υπόλοιποι σύμμαχοι, και πως ήταν εξασφαλισμένοι από τη μεριά της θάλασσας, καθώς εκεί ήταν φρουροί οι Αθηναίοι και οι Αιγινήτες κι όσοι είχαν οριστεί να υπηρετούν στο ναυτικό· δεν είχαν λοιπόν να φοβούνται τίποτε·
[7.203.2] οὐ γὰρ θεὸν εἶναι τὸν ἐπιόντα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ἀλλ᾽ ἄνθρωπον, εἶναι δὲ θνητὸν οὐδένα οὐδὲ ἔσεσθαι τῷ κακὸν ἐξ ἀρχῆς γινομένῳ οὐ συνεμείχθη, τοῖσι δὲ μεγίστοισι αὐτῶν μέγιστα· ὀφείλειν ὦν καὶ τὸν ἐπελαύνοντα, ὡς ἐόντα θνητόν, ἀπὸ τῆς δόξης πεσεῖν [ἄν]. οἱ δὲ ταῦτα πυνθανόμενοι ἐβοήθεον ἐς τὴν Τρηχῖνα. γιατί δεν ήταν θεός ο εχθρός που μπήκε στην Ελλάδα, αλλά άνθρωπος, και ούτε βρίσκεται ούτε θα βρεθεί κανένας θνητός που από την ώρα που ήρθε στον κόσμο δεν του ήταν γραφτό να πέσει σε συμφορές — οι μεγαλύτεροι στις μεγαλύτερες· χρωστά λοιπόν κι ο εισβολέας —θνητός δεν είναι κι αυτός;— να δει τις προσδοκίες του να διαψεύδονται. Οι άλλοι τ᾽ άκουσαν αυτά κι έσπευσαν να βοηθήσουν στην Τραχίνα.
[7.204.1] τούτοισι ἦσαν μέν νυν καὶ ἄλλοι στρατηγοὶ κατὰ πόλιας ἑκάστων, ὁ δὲ θωμαζόμενος μάλιστα καὶ παντὸς τοῦ στρατεύματος ἡγεόμενος Λακεδαιμόνιος ἦν Λεωνίδης ὁ Ἀναξανδρίδεω τοῦ Λέοντος τοῦ Εὐρυκρατίδεω τοῦ Ἀναξάνδρου τοῦ Εὐρυκράτεος τοῦ Πολυδώρου τοῦ Ἀλκαμένεος τοῦ Τηλέκλου τοῦ Ἀρχέλεω τοῦ Ἡγησίλεω τοῦ Δορύσσου τοῦ Λεωβώτεω τοῦ Ἐχεστράτου τοῦ Ἤγιος τοῦ Εὐρυσθένεος τοῦ Ἀριστοδήμου τοῦ Ἀριστομάχου τοῦ Κλεοδαίου τοῦ Ὕλλου τοῦ Ἡρακλέος, κτησάμενος τὴν βασιληίην ἐν Σπάρτῃ ἐξ ἀπροσδοκήτου. Βέβαια στο στρατόπεδο αυτό υπήρχαν κι άλλοι στρατηγοί, καθώς η κάθε πόλη είχε τον δικό της· αλλά εκείνος που τον καμάρωναν πάνω απ᾽ όλους κι είχε στις διαταγές του το σύνολο του στρατού ήταν ο Λεωνίδας ο Λακεδαιμόνιος, ο γιος του Αναξανδρίδα, του γιου του Λέοντος, γιου του Ευρυκρατίδα, γιου του Αναξάνδρου, γιου του Ευρυκράτη, γιου του Πολυδώρου, γιου του Αλκαμένη, γιου του Τηλέκλου, γιου του Αρχελάου, γιου του Αγησιλάου, γιου του Δορύσσου, γιου του Λεωβώτη, γιου του Εχεστράτου, γιου του Άγη, γιου του Ευρυσθένη, γιου του Αριστοδήμου, γιου του Αριστομάχου, γιου του Κλεοδαίου, γιου του Ύλλου, γιου του Ηρακλή, που είχε ανεβεί στον βασιλικό θρόνο της Σπάρτης εκεί που δεν το περίμενε.
[7.205.1] διξῶν γάρ οἱ ἐόντων πρεσβυτέρων ἀδελφεῶν, Κλεομένεός τε καὶ Δωριέος, ἀπελήλατο τῆς φροντίδος περὶ τῆς βασιληίης. ἀποθανόντος δὲ Κλεομένεος ἄπαιδος ἔρσενος γόνου, Δωριέος τε οὐκέτι ἐόντος ἀλλὰ τελευτήσαντος καὶ τούτου ἐν Σικελίῃ, οὕτω δὴ ἐς Λεωνίδην ἀνέβαινε ἡ βασιληίη, καὶ διότι πρότερος ἐγεγόνεε Κλεομβρότου (οὗτος γὰρ ἦν νεώτατος Ἀναξανδρίδεω παῖς) καὶ δὴ καὶ εἶχε Κλεομένεος θυγατέρα. Γιατί, καθώς είχε δυο αδερφούς μεγαλύτερους στην ηλικία, τον Κλεομένη και τον Δωριέα, ήταν μακριά απ᾽ τη σκέψη του ο βασιλικός θρόνος. Νά όμως που πέθανε ο Κλεομένης χωρίς ν᾽ αφήσει αρσενικό παιδί κι ο Δωριεύς δε βρισκόταν πια στη ζωή, αλλά κι αυτός σκοτώθηκε στη Σικελία, κι έτσι βέβαια πήρε στα χέρια του ο Λεωνίδας το βασιλικό αξίωμα, επειδή ήταν μεγαλύτερος από τον Κλεόμβροτο (αφού αυτός ήταν ο μικρότερος γιος του Αναξανδρίδα), ένα περισσότερο που είχε γυναίκα τη θυγατέρα του Κλεομένη.
[7.205.2] ὃς τότε ἤιε ἐς Θερμοπύλας ἐπιλεξάμενος ἄνδρας τε τοὺς κατεστεῶτας τριηκοσίους καὶ τοῖσι ἐτύγχανον παῖδες ἐόντες. παραλαβὼν δὲ ἀπίκετο καὶ Θηβαίων τοὺς ἐς τὸν ἀριθμὸν λογισάμενος εἶπον, τῶν ἐστρατήγεε Λεοντιάδης ὁ Εὐρυμάχου. Αυτός τότε βάδιζε προς τις Θερμοπύλες έχοντας διαλέξει τους τριακοσίους που όριζε ο νόμος, απ᾽ αυτούς που τύχαινε να έχουν γιους. Κι έφτασε παίρνοντας μαζί του και τους Θηβαίους που ανέφερα παραπάνω, καθώς έκανα την απαρίθμηση, με στρατηγό τους τον Λεοντιάδη, το γιο του Ευρυμάχου.
[7.205.3] τοῦδε δὲ εἵνεκα τούτους σπουδὴν ἐποιήσατο Λεωνίδης μούνους Ἑλλήνων παραλαβεῖν, ὅτι σφέων μεγάλως κατηγόρητο μηδίζειν· παρεκάλεε ὦν ἐς τὸν πόλεμον θέλων εἰδέναι εἴτε συμπέμψουσι εἴτε καὶ ἀπερέουσι ἐκ τοῦ ἐμφανέος τὴν Ἑλλήνων συμμαχίην. οἱ δὲ ἄλλα φρονέοντες ἔπεμπον. Εκείνο που έκανε τον Λεωνίδα να επιμείνει ιδιαίτερα για να τους πάρει μαζί του, αυτούς μονάχα απ᾽ όλους τους Έλληνες, ήταν που είχαν κατηγορηθεί βαριά πως μηδίζουν· τους προσκαλούσε λοιπόν στον πόλεμο θέλοντας να διαπιστώσει αν θα συστρατευθούν ή θ᾽ αρνηθούν απροκάλυπτα να συμμαχήσουν με τους Έλληνες. Κι εκείνοι έστειλαν στρατό, αν και άλλα είχαν στο νου τους.
[7.206.1] τούτους μὲν τοὺς ἀμφὶ Λεωνίδην πρώτους ἀπέπεμψαν Σπαρτιῆται, ἵνα τούτους ὁρῶντες οἱ ἄλλοι σύμμαχοι στρατεύωνται μηδὲ καὶ οὗτοι μηδίσωσι, ἢν αὐτοὺς πυνθάνωνται ὑπερβαλλομένους· μετὰ δέ, Κάρνεια γάρ σφι ἦν ἐμποδών, ἔμελλον ὁρτάσαντες καὶ φυλακὰς λιπόντες ἐν τῇ Σπάρτῃ κατὰ τάχος βοηθήσειν πανδημεί. Οι Σπαρτιάτες λοιπόν έστειλαν πρώτο αυτό το σώμα του Λεωνίδα, για να τους βλέπουν οι άλλοι σύμμαχοι και να μη μηδίσουν κι αυτοί, αν πληροφορηθούν πως οι Σπαρτιάτες δεν το ᾿λεγαν να ξεκινήσουν. Σχεδίαζαν λοιπόν αργότερα, αφού γιορτάσουν τα Κάρνεια που τους υποχρέωναν ν᾽ αναβάλουν την εκστρατεία, ν᾽ αφήσουν φρουρά στη Σπάρτη και να σπεύσουν το ταχύτερο σε βοήθεια πανστρατιά.
[7.206.2] ὣς δὲ καὶ οἱ λοιποὶ τῶν συμμάχων ἐνένωντο καὶ αὐτοὶ ἕτερα τοιαῦτα ποιήσειν· ἦν γὰρ κατὰ τὠυτὸ Ὀλυμπιὰς τούτοισι τοῖσι πρήγμασι συμπεσοῦσα· οὐκ ὦν δοκέοντες κατὰ τάχος οὕτω διακριθήσεσθαι τὸν ἐν Θερμοπύλῃσι πόλεμον ἔπεμπον τοὺς προδρόμους. Με τον ίδιο τρόπο σκέφτονταν κι οι υπόλοιποι σύμμαχοι, να ενεργήσουν παρόμοια· γιατί συνέπιπταν τον ίδιο καιρό μ᾽ αυτά τα γεγονότα οι ολυμπιακοί αγώνες· λοιπόν, καθώς πίστευαν πως ο πόλεμος στις Θερμοπύλες δε θα κριθεί τόσο γρήγορα, έστελναν τους προπομπούς τους.
[7.207.1] Οὗτοι μὲν δὴ οὕτω διενένωντο ποιήσειν· οἱ δὲ ἐν Θερμοπύλῃσι Ἕλληνες, ἐπειδὴ πέλας ἐγένετο τῆς ἐσβολῆς ὁ Πέρσης, καταρρωδέοντες ἐβουλεύοντο περὶ ἀπαλλαγῆς. τοῖσι μέν νυν ἄλλοισι Πελοποννησίοισι ἐδόκεε ἐλθοῦσι ἐς Πελοπόννησον τὸν Ἰσθμὸν ἔχειν ἐν φυλακῇ· Λεωνίδης δέ, Φωκέων καὶ Λοκρῶν περισπερχθέντων τῇ γνώμῃ ταύτῃ αὐτοῦ τε μένειν ἐψηφίζετο πέμπειν τε ἀγγέλους ἐς τὰς πόλιας κελεύοντάς σφι ἐπιβοηθέειν, ὡς ἐόντων αὐτῶν ὀλίγων στρατὸν τὸν Μήδων ἀλέξασθαι. Αυτοί λοιπόν σχεδίαζαν να ενεργήσουν μ᾽ αυτό τον τρόπο· οι Έλληνες όμως που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες, όταν ο Πέρσης πλησίασε στην είσοδο των στενών, τρομοκρατημένοι άρχισαν να σκέφτονται ν᾽ αποτραβηχτούν. Λοιπόν, οι άλλοι Πελοποννήσιοι αποφάσισαν να παν στην Πελοπόννησο και να πιάσουν να φρουρούν τον Ισθμό· ο Λεωνίδας όμως, καθώς οι Φωκείς και οι Λοκροί έγιναν έξω φρενών μ᾽ αυτή τη γνώμη, πρότεινε να μείνουν εκεί και να στείλουν αγγελιοφόρους στις πόλεις παραγγέλνοντας να στείλουν ενισχύσεις, γιατί αυτοί ήταν λίγοι για ν᾽ αποκρούσουν το στρατό των Μήδων.
[7.208.1] ταῦτα βουλευομένων σφέων ἔπεμπε Ξέρξης κατάσκοπον ἱππέα ἰδέσθαι ὁκόσοι εἰσὶ καὶ ὅ τι ποιέοιεν· ἀκηκόεε δὲ ἔτι ἐὼν ἐν Θεσσαλίῃ ὡς ἁλισμένη εἴη ταύτῃ στρατιὴ ὀλίγη, καὶ τοὺς ἡγεμόνας ὡς εἴησαν Λακεδαιμόνιοί τε καὶ Λεωνίδης, ἐὼν γένος Ἡρακλείδης. Ενώ αυτοί συσκέπτονταν γι᾽ αυτό το θέμα, ο Ξέρξης έστελνε καβαλάρη κατάσκοπο να δει πόσοι είναι και τί κάνουν. Κι είχε κιόλας ακούσει απ᾽ τον καιρό που βρισκόταν στη Θεσσαλία πως σ᾽ αυτό το μέρος είχε συγκεντρωθεί μικρό στράτευμα και πως αρχηγοί ήταν οι Λακεδαιμόνιοι και ο Λεωνίδας, απόγονος του Ηρακλή.
[7.208.2] ὡς δὲ προσήλασε ὁ ἱππεὺς πρὸς τὸ στρατόπεδον, ἐθηεῖτό τε καὶ κατώρα πᾶν μὲν οὒ τὸ στρατόπεδον· τοὺς γὰρ ἔσω τεταγμένους τοῦ τείχεος, τὸ ἀνορθώσαντες εἶχον ἐν φυλακῇ, οὐκ οἷά τε ἦν κατιδέσθαι· ὁ δὲ τοὺς ἔξω ἐμάνθανε, τοῖσι πρὸ τοῦ τείχεος τὰ ὅπλα ἔκειτο. ἔτυχον δὲ τοῦτον τὸν χρόνον Λακεδαιμόνιοι ἔξω τεταγμένοι. Μόλις ο καβαλάρης έφτασε κοντά στο στρατόπεδο, εξέταζε και παρατηρούσε το στρατόπεδο, όχι βέβαια ολόκληρο· γιατί δεν ήταν δυνατό να παρατηρήσει καλά όσους ήταν παραταγμένοι στο εσωτερικό του τείχους, που το ξανάχτισαν και το φρουρούσαν· κι έτσι έβλεπε τί έκαναν αυτοί που ήταν έξω, που είχαν αποθέσει τα όπλα τους μπροστά απ᾽ το τείχος. Κι εκείνη την ώρα έτυχε να είναι παραταγμένοι έξω οι Λακεδαιμόνιοι.
[7.208.3] τοὺς μὲν δὴ ὥρα γυμναζομένους τῶν ἀνδρῶν, τοὺς δὲ τὰς κόμας κτενιζομένους. ταῦτα δὴ θεώμενος ἐθώμαζε καὶ τὸ πλῆθος ἐμάνθανε. μαθὼν δὲ πάντα ἀτρεκέως ἀπήλαυνε ὀπίσω κατ᾽ ἡσυχίην· οὔτε γάρ τις ἐδίωκε ἀλογίης τε ἐκύρησε πολλῆς· ἀπελθών τε ἔλεγε πρὸς Ξέρξην τά περ ὀπώπεε πάντα. Έβλεπε λοιπόν άλλους άντρες να γυμνάζονται κι άλλους να χτενίζουν τα μαλλιά τους. Παραξενεύτηκε απ᾽ αυτό το θέαμα και τους μετρούσε· κι αφού τα παρατήρησε όλα με ακρίβεια, γύρισε πίσω καβάλα στ᾽ άλογό του ανενόχλητος· γιατί κανένας δεν τον καταδίωκε, ούτε καν έδειχναν να τον προσέχουν· γύρισε λοιπόν πίσω κι έλεγε στον Ξέρξη όλα όσα είχε δει.
[7.209.1] ἀκούων δὲ Ξέρξης οὐκ εἶχε συμβαλέσθαι τὸ ἐόν, ὅτι παρεσκευάζοντο ὡς ἀπολεόμενοί τε καὶ ἀπολέοντες κατὰ δύναμιν· ἀλλ᾽ αὐτῷ γελοῖα γὰρ ἐφαίνοντο ποιέειν, μετεπέμψατο Δημάρητον τὸν Ἀρίστωνος, ἐόντα ἐν τῷ στρατοπέδῳ. Ακούοντάς τον ο Ξέρξης δεν μπορούσε να καταλάβει τί πραγματικά συνέβαινε, δηλαδή πως αυτοί ετοιμάζονταν να σκοτωθούν και να σκοτώσουν όσο πιο πολλούς μπορούσαν· αλλά, επειδή αυτά που έκαναν του φαίνονταν γελοία, κάλεσε τον Δημάρατο, το γιο του Αρίστωνος, που βρισκόταν στο στρατόπεδο.
[7.209.2] ἀπικόμενον δέ μιν εἰρώτα Ξέρξης ἕκαστα τούτων, ἐθέλων μαθεῖν τὸ ποιεύμενον πρὸς τῶν Λακεδαιμονίων. ὁ δὲ εἶπε· Ἤκουσας μὲν καὶ πρότερόν μευ, εὖτε ὁρμῶμεν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, περὶ τῶν ἀνδρῶν τούτων· ἀκούσας δὲ γέλωτά με ἔθευ λέγοντα τῇ περ ὥρων ἐκβησόμενα πρήγματα ταῦτα. ἐμοὶ γὰρ τὴν ἀληθείην ἀσκέειν ἀντία σεῦ, ὦ βασιλεῦ, ἀγὼν μέγιστός ἐστι. Κι όταν έφτασε, τον ρωτούσε τα καθέκαστα, θέλοντας να καταλάβει αυτό που έκαναν οι Λακεδαιμόνιοι. Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Μ᾽ άκουσες και την προηγούμενη φορά, όταν μπαίναμε στο δρόμο για την Ελλάδα, να σου μιλώ γι᾽ αυτούς τους άντρες· κι όταν μ᾽ άκουσες, γέλασες με μένα που έλεγα ποιά έκβαση έβλεπα πως θα έχουν αυτές οι επιχειρήσεις. Γιατί για μένα, βασιλιά μου, ο πιο μεγάλος αγώνας είναι να σου παρουσιάζω την αλήθεια.
[7.209.3] ἄκουσον δὲ καὶ νῦν. οἱ ἄνδρες οὗτοι ἀπίκαται μαχησόμενοι ἡμῖν περὶ τῆς ἐσόδου καὶ ταῦτα παρασκευάζονται. νόμος γάρ σφι οὕτω ἔχων ἐστί· ἐπεὰν μέλλωσι κινδυνεύειν τῇ ψυχῇ, τότε τὰς κεφαλὰς κοσμέονται. Άκουσέ με λοιπόν και τώρα. Οι άντρες αυτοί ήρθαν για να δώσουν μάχη με μας για το πέρασμα του στενού και γι᾽ αυτό προετοιμάζονται. Γιατί έχουν τον ακόλουθο νόμο: όταν είναι να δώσουν μάχη για ζωή ή θάνατο, τότε στολίζουν το κεφάλι τους.
[7.209.4] ἐπίστασο δέ· εἰ τούτους τε καὶ τὸ ὑπομένον ἐν Σπάρτῃ καταστρέψεαι, ἔστι οὐδὲν ἄλλο ἔθνος ἀνθρώπων τὸ σέ, βασιλεῦ, ὑπομενέει χεῖρας ἀνταειρόμενον· νῦν γὰρ πρὸς βασιληίην τε καλλίστην τῶν ἐν Ἕλλησι προσφέρεαι καὶ ἄνδρας ἀρίστους. Και βάλε το καλά στο νου σου· αν υποδουλώσεις αυτούς εδώ και τους άλλους που έχουν μείνει στη Σπάρτη, δεν υπάρχει κανένα άλλο έθνος στον κόσμο που θα τολμήσει να σηκώσει χέρι εναντίον σου· γιατί τώρα πας να χτυπηθείς με τον πρώτο και καλύτερο βασιλιά των Ελλήνων και τους άντρες με την ανώτερη πολεμική αρετή».
[7.209.5] κάρτα τε δὴ Ξέρξῃ ἄπιστα ἐφαίνετο τὰ λεγόμενα [εἶναι] καὶ δεύτερα ἐπειρώτα ὅντινα τρόπον τοσοῦτοι ἐόντες τῇ ἑωυτοῦ στρατιῇ μαχήσονται. ὁ δὲ εἶπε· Ὦ βασιλεῦ, ἐμοὶ χρᾶσθαι ὡς ἀνδρὶ ψεύστῃ, ἢν μὴ ταῦτά τοι ταύτῃ ἐκβῇ τῇ ἐγὼ λέγω. ταῦτα λέγων οὐκ ἔπειθε τὸν Ξέρξην. Τα λόγια αυτά φάνηκαν πέρα για πέρα απίστευτα στον Ξέρξη κι έκανε μια δεύτερη ερώτηση: πώς είναι δυνατό, την ώρα που είναι τόσο λίγοι, να δώσουν μάχη με τη στρατιά του. Κι ο άλλος αποκρίθηκε: «Βασιλιά μου, να μ᾽ έχεις για ψεύτη, αν τα πράματα δεν ακολουθήσουν το δρόμο που λέω εγώ». Με τα λόγια του αυτά δεν έπειθε τον Ξέρξη.
[7.210.1] τέσσερας μὲν δὴ παρῆκε ἡμέρας, ἐλπίζων αἰεί σφεας ἀποδρήσεσθαι· πέμπτῃ δέ, ὡς οὐκ ἀπαλλάσσοντο ἀλλά οἱ ἐφαίνοντο ἀναιδείῃ τε καὶ ἀβουλίῃ διαχρεώμενοι μένειν, πέμπει ἐπ᾽ αὐτοὺς Μήδους τε καὶ Κισσίους θυμωθείς, ἐντειλάμενός σφεας ζωγρήσαντας ἄγειν ἐς ὄψιν τὴν ἑωυτοῦ. Άφησε λοιπόν να περάσουν τέσσερες μέρες, με την προσδοκία πάντοτε πως αυτοί θα το βάλουν στα πόδια· την πέμπτη μέρα όμως, καθώς δε σηκώνονταν να φύγουν αλλά έμεναν στη θέση τους, από ξιπασιά κι αποκοτιά, όπως νόμιζε, οργισμένος στέλνει εναντίον τους τούς Μήδους και τους Κισσίους, με εντολή να τους πιάσουν ζωντανούς και να τους φέρουν μπροστά του.
[7.210.2] ὡς δ᾽ ἐσέπεσον φερόμενοι ἐς τοὺς Ἕλληνας οἱ Μῆδοι, ἔπιπτον πολλοί, ἄλλοι δ᾽ ἐπεσήισαν, καὶ οὐκ ἀπήλαυνον καίπερ μεγάλως προσπταίοντες. δῆλον δ᾽ ἐποίευν παντί τεῳ καὶ οὐκ ἥκιστα αὐτῷ βασιλέϊ ὅτι πολλοὶ μὲν ἄνθρωποι εἶεν, ὀλίγοι δὲ ἄνδρες. ἐγίνετο δὲ ἡ συμβολὴ δι᾽ ἡμέρης. Κι όταν οι Μήδοι ρίχτηκαν ορμητικά πάνω στους Έλληνες, σκοτώνονταν πολλοί, αλλά άλλοι έπαιρναν τη θέση τους, και δεν έκαναν πίσω, αν και πάθαιναν μεγάλο χαλασμό. Και τότε έβλεπε ο καθένας, και προπάντων ο ίδιος ο βασιλιάς, πως οι άνθρωποί του ήταν πολλοί, άντρες όμως λίγοι. Κι η σύγκρουση κράτησε όλη τη μέρα.
[7.211.1] ἐπείτε δὲ οἱ Μῆδοι τρηχέως περιείποντο, ἐνθαῦτα οὗτοι μὲν ὑπεξήισαν, οἱ δὲ Πέρσαι ἐκδεξάμενοι ἐπήισαν, τοὺς ἀθανάτους ἐκάλεε βασιλεύς, τῶν ἦρχε Ὑδάρνης, ὡς δὴ οὗτοί γε εὐπετέως κατεργασόμενοι. Κι όταν οι Μήδοι πήραν άγριο χτύπημα, τότε αποσύρθηκαν και ρίχτηκαν στη μάχη οι Πέρσες που τους αντικατέστησαν, αυτοί που ο βασιλιάς τούς αποκαλούσε αθανάτους κι είχαν αρχηγό τους τον Υδάρνη, με την ιδέα πως αυτοί πια εύκολα θα τους έβαζαν κάτω.
[7.211.2] ὡς δὲ καὶ οὗτοι συνέμισγον τοῖσι Ἕλλησι, οὐδὲν πλέον ἐφέροντο τῆς στρατιῆς τῆς Μηδικῆς ἀλλὰ τὰ αὐτά, ἅτε ἐν στεινοπόρῳ τε χώρῳ μαχόμενοι καὶ δόρασι βραχυτέροισι χρεώμενοι ἤ περ οἱ Ἕλληνες καὶ οὐκ ἔχοντες πλήθεϊ χρήσασθαι. Αλλά όταν κι αυτοί ήρθαν στα χέρια με τους Έλληνες, δεν τα κατάφεραν καθόλου καλύτερα απ᾽ τον μηδικό στρατό, αλλά τα ίδια, για τον πρόσθετο λόγο που έδιναν μάχη σε στενοποριά και πολεμούσαν με δόρατα κοντύτερα από των Ελλήνων και δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την αριθμητική τους υπεροχή.
[7.211.3] Λακεδαιμόνιοι δὲ ἐμάχοντο ἀξίως λόγου, ἄλλα τε ἀποδεικνύμενοι ἐν οὐκ ἐπισταμένοισι μάχεσθαι ἐξεπιστάμενοι, καὶ ὅκως ἐντρέψειαν τὰ νῶτα, ἁλέες φεύγεσκον δῆθεν, οἱ δὲ βάρβαροι ὁρῶντες φεύγοντας βοῇ τε καὶ πατάγῳ ἐπήισαν, οἱ δ᾽ ἂν καταλαμβανόμενοι ὑπέστρεφον ἀντίοι εἶναι τοῖσι βαρβάροισι, μεταστρεφόμενοι δὲ κατέβαλλον πλήθεϊ ἀναριθμήτους τῶν Περσέων· ἔπιπτον δὲ καὶ αὐτῶν τῶν Σπαρτιητέων ἐνθαῦτα ὀλίγοι. ἐπεὶ δὲ οὐδὲν ἐδυνέατο παραλαβεῖν οἱ Πέρσαι τῆς ἐσόδου πειρώμενοι καὶ κατὰ τέλεα καὶ παντοίως προσβάλλοντες, ἀπήλαυνον ὀπίσω. Εκείνο που αξίζει ν᾽ αναφερθεί είναι ο τρόπος που πολεμούσαν οι Λακεδαιμόνιοι, καθώς έδειχναν με πολλές ενέργειες πως κάτεχαν απόλυτα την τέχνη του πολέμου, ενώ οι άλλοι δεν είχαν ιδέα απ᾽ αυτά, ιδιαίτερα μ᾽ αυτόν τον ελιγμό: κάθε τόσο έστρεφαν τα νώτα, δίνοντας την εντύπωση πως το ᾿βαλαν όλοι μαζί στα πόδια· κι οι βάρβαροι βλέποντάς τους να το βάζουν στα πόδια ρίχνονταν καταπάνω τους με φωνές και κακό· εκείνοι όμως, τη στιγμή που τους προλάβαιναν οι άλλοι, έκαναν στροφή κι έρχονταν αντιμέτωποι με τους βαρβάρους και με τη μεταβολή αυτή που έκαναν έστρωναν κάτω αναρίθμητους Πέρσες, με το σωρό· σ᾽ αυτή την επιχείρηση έπεφταν λίγοι κι απ᾽ τους ίδιους τους Σπαρτιάτες. Και καθώς οι Πέρσες δεν μπορούσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος στη στενοποριά, μ᾽ όλες τις επιθέσεις που έκαναν πότε με κανονική τάξη και πότε με διάφορους άλλους τρόπους, τραβήχτηκαν πίσω.
[7.212.1] ἐν ταύτῃσι τῇσι προσόδοισι τῆς μάχης λέγεται βασιλέα θηεύμενον τρὶς ἀναδραμεῖν ἐκ τοῦ θρόνου, δείσαντα περὶ τῇ στρατιῇ. τότε μὲν οὕτω ἠγωνίσαντο, τῇ δ᾽ ὑστεραίῃ οἱ βάρβαροι οὐδὲν ἄμεινον ἀέθλεον· ἅτε γὰρ ὀλίγων ἐόντων, ἐλπίσαντές σφεας κατατετρωματίσθαι τε καὶ οὐκ οἵους τε ἔσεσθαι ἔτι χεῖρας ἀνταείρεσθαι συνέβαλλον. Λένε πως, όσο κρατούσαν αυτές οι εχθροπραξίες, ο βασιλιάς παρακολουθώντας τες αναπήδησε τρεις φορές από το θρόνο του, γιατί πήρε φόβο για το στρατό του. Τότε λοιπόν αγωνίστηκαν μ᾽ αυτό τον τρόπο· και την άλλη μέρα οι βάρβαροι δεν τα κατάφερναν καθόλου καλύτερα στον αγώνα· γιατί έκαναν εφόδους ελπίζοντας πως, καθώς έτσι κι αλλιώς οι Έλληνες ήταν λίγοι κι έχουν χύσει βρύση το αίμα, δε θα είχαν πια το κουράγιο να σηκώσουν χέρι να τους αντισταθούν.
[7.212.2] οἱ δὲ Ἕλληνες κατὰ τάξις τε καὶ κατὰ ἔθνεα κεκοσμημένοι ἦσαν καὶ ἐν μέρεϊ ἕκαστοι ἐμάχοντο, πλὴν Φωκέων· οὗτοι δὲ ἐς τὸ ὄρος ἐτάχθησαν φυλάξοντες τὴν ἀτραπόν. ὡς δὲ οὐδὲν εὕρισκον ἀλλοιότερον οἱ Πέρσαι ἢ τῇ προτεραίῃ ἐνώρων, ἀπήλαυνον. Οι Έλληνες όμως ήταν παραταγμένοι κανονικά, το κάθε τάγμα κι η κάθε φυλή στη γραμμή της· το κάθε τάγμα έμπαινε στη μάχη με τη σειρά του, εκτός από τους Φωκείς· αυτοί πήραν εντολή να πιάσουν θέσεις στο βουνό για να φρουρήσουν το μονοπάτι. Τέλος οι Πέρσες, καθώς έβλεπαν πως τίποτε δεν άλλαζε από την προηγούμενη μέρα, τραβήχτηκαν πίσω.
[7.213.1] ἀπορέοντος δὲ βασιλέος ὅ τι χρήσηται τῷ παρεόντι πρήγματι, Ἐπιάλτης ὁ Εὐρυδήμου ἀνὴρ Μηλιεὺς ἦλθέ οἱ ἐς λόγους ὡς μέγα τι παρὰ βασιλέος δοκέων οἴσεσθαι, ἔφρασέ τε τὴν ἀτραπὸν τὴν διὰ τοῦ ὄρεος φέρουσαν ἐς Θερμοπύλας, καὶ διέφθειρε τοὺς ταύτῃ ὑπομείναντας Ἑλλήνων. Εκεί λοιπόν που ο βασιλιάς βρισκόταν σε αμηχανία, πώς ν᾽ αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε, ήρθε σε συνεννοήσεις μαζί του ο Εφιάλτης, ο γιος του Ευρυδήμου, από τη Μαλίδα, και, προσδοκώντας ν᾽ αποκομίσει κάποια μεγάλη αμοιβή από τον βασιλιά, του μαρτύρησε το μονοπάτι που, διασχίζοντας το βουνό, καταλήγει στις Θερμοπύλες, και που έγινε αιτία ν᾽ αφανιστούν οι Έλληνες που κρατούσαν άμυνα εκεί.
[7.213.2] ὕστερον δὲ δείσας Λακεδαιμονίους ἔφυγε ἐς Θεσσαλίην, καί οἱ φυγόντι ὑπὸ τῶν Πυλαγόρων, τῶν Ἀμφικτυόνων ἐς τὴν Πυλαίην συλλεγομένων, ἀργύριον ἐπεκηρύχθη. χρόνῳ δὲ ὕστερον, κατῆλθε γὰρ ἐς Ἀντικύρην, ἀπέθανε ὑπὸ Ἀθηνάδεω ἀνδρὸς Τρηχινίου. Αργότερα, καθώς φοβόταν τους Λακεδαιμονίους, κατέφυγε στη Θεσσαλία και, ενώ ήταν φευγάτος απ᾽ την πατρίδα του, οι Πυλαγόρες (οι αντιπρόσωποι των Αμφικτυόνων που συνεδρίαζαν στην Πυλαία) επικήρυξαν το κεφάλι του με χρηματικό ποσό. Κι αφού πέρασε καιρός —γιατί ξαναγύρισε στην Αντίκυρα— δολοφονήθηκε από έναν Τραχίνιο, τον Αθηνάδη.
[7.213.3] ὁ δὲ Ἀθηνάδης οὗτος ἀπέκτεινε μὲν Ἐπιάλτην δι᾽ ἄλλην αἰτίην, τὴν ἐγὼ ἐν τοῖσι ὄπισθε λόγοισι σημανέω, ἐτιμήθη μέντοι ὑπὸ Λακεδαιμονίων οὐδὲν ἧσσον. Ἐπιάλτης μὲν οὕτω ὕστερον τούτων ἀπέθανε· Ετούτος ο Αθηνάδης σκότωσε βέβαια τον Εφιάλτη για άλλη αιτία, που θα την εκθέσω στα τελευταία βιβλία της ιστορίας μου, τιμήθηκε όμως το ίδιο εξαιρετικά από τους Λακεδαιμονίους. Λοιπόν, μετά απ᾽ αυτό τον πόλεμο, αυτό ήταν το τέλος του Εφιάλτη.
[7.214.1] ἔστι δὲ ἕτερος λεγόμενος λόγος, ὡς Ὀνήτης τε ὁ Φαναγόρεω ἀνὴρ Καρύστιος καὶ Κορυδαλλὸς Ἀντικυρεύς εἰσι οἱ εἴπαντες πρὸς βασιλέα τούτους τοὺς λόγους καὶ περιηγησάμενοι τὸ ὄρος τοῖσι Πέρσῃσι, οὐδαμῶς ἔμοιγε πιστός. Ακούεται όμως και μια άλλη εκδοχή, πως είναι ο Ονήτης, ο γιος του Φαναγόρα από την Κάρυστο, κι ο Κορυδαλλός απ᾽ την Αντίκυρα που έδωσαν στο βασιλιά αυτή την πληροφορία κι έδειξαν τα κατατόπια του βουνού στους Πέρσες, αλλά εγώ με κανένα τρόπο δε δίνω πίστη σ᾽ αυτήν.
[7.214.2] τοῦτο μὲν γὰρ τῷδε χρὴ σταθμώσασθαι, ὅτι οἱ τῶν Ἑλλήνων Πυλαγόροι ἐπεκήρυξαν οὐκ ἐπὶ Ὀνήτῃ τε καὶ Κορυδαλλῷ ἀργύριον ἀλλ᾽ ἐπὶ Ἐπιάλτῃ τῷ Τρηχινίῳ, πάντως κου τὸ ἀτρεκέστατον πυθόμενοι. τοῦτο δὲ φεύγοντα Ἐπιάλτην ταύτην τὴν αἰτίην οἴδαμεν. Και το συμπέρασμά μου βγαίνει πρώτα πρώτα απ᾽ το εξής: οι Έλληνες Πυλαγόρες δεν επικήρυξαν με χρηματικό ποσό το κεφάλι του Ονήτη και του Κορυδαλλού, αλλά του Εφιάλτη από την Τραχίνα — και βέβαια ετούτοι θα είχαν εξασφαλίσει τις ακριβέστερες πληροφορίες· κατόπιν, είναι γνωστό πως, για ν᾽ αποφύγει αυτή την κατηγορία, ο Εφιάλτης εγκατέλειψε τη χώρα του.
[7.214.3] εἰδείη μὲν γὰρ ἂν καὶ ἐὼν μὴ Μηλιεὺς ταύτην τὴν ἀτραπὸν Ὀνήτης, εἰ τῇ χώρῃ πολλὰ ὡμιληκὼς εἴη· ἀλλ᾽ Ἐπιάλτης γάρ ἐστι ὁ περιηγησάμενος τὸ ὄρος [καὶ] κατὰ τὴν ἀτραπόν, τοῦτον αἴτιον γράφω. Βέβαια θα μπορούσε να γνωρίζει αυτό το μονοπάτι ο Ονήτης, κι ας μην ήταν από τη Μαλίδα, αν είχε κάνει πολύ στα μέρη αυτά. Αλλά, επειδή ο Εφιάλτης είναι που τους έφερε από το μονοπάτι να κάνουν το γύρο του βουνού, σ᾽ αυτόν επιρρίπτω την ενοχή.
[7.215.1] Ξέρξης δέ, ἐπεὶ ἤρεσε τὰ ὑπέσχετο ὁ Ἐπιάλτης κατεργάσεσθαι, αὐτίκα περιχαρὴς γενόμενος ἔπεμπε Ὑδάρνεα καὶ τῶν ἐστρατήγεε Ὑδάρνης· ὁρμέατο δὲ περὶ λύχνων ἁφὰς ἐκ τοῦ στρατοπέδου. τὴν δὲ ἀτραπὸν ταύτην ἐξεῦρον μὲν οἱ ἐπιχώριοι Μηλιέες, ἐξευρόντες δὲ Θεσσαλοῖσι κατηγήσαντο ἐπὶ Φωκέας, τότε ὅτε οἱ Φωκέες φράξαντες τείχεϊ τὴν ἐσβολὴν ἦσαν ἐν σκέπῃ τοῦ πολέμου· ἔκ τε τοσοῦδε κατεδέδεκτο ἐοῦσα οὐδὲν χρηστὴ Μηλιεῦσι. Κι ο Ξέρξης, γιατί του άρεσαν τα όσα του υποσχέθηκε να πράξει ο Εφιάλτης, καταχαρούμενος έστειλε αμέσως τον Υδάρνη και το σώμα που διοικούσε ο Υδάρνης. Ξεκίνησαν από το στρατόπεδο την ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια. Τώρα, το μονοπάτι αυτό το ανακάλυψαν οι ντόπιοι Μαλιείς· και, μόλις το ανακάλυψαν, οδήγησαν τους Θεσσαλούς εναντίον των Φωκέων, τότε, όταν οι Φωκείς φράζοντας με τείχος το πέρασμα ένιωθαν πως δεν κινδυνεύουν απ᾽ τους εχθρούς. Κι από τον παλιό εκείνο καιρό είχε γίνει ολοφάνερο πως ήταν εντελώς άχρηστο για τους Μαλιείς.
[7.216.1] ἔχει δὲ ὧδε ἡ ἀτραπὸς αὕτη· ἄρχεται μὲν ἀπὸ τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ τοῦ διὰ τῆς διασφάγος ῥέοντος, οὔνομα δὲ τῷ ὄρεϊ τούτῳ καὶ τῇ ἀτραπῷ τὠυτὸ κεῖται, Ἀνόπαια· τείνει δὲ ἡ Ἀνόπαια αὕτη κατὰ ῥάχιν τοῦ ὄρεος, λήγει δὲ κατά τε Ἀλπηνὸν πόλιν, πρώτην ἐοῦσαν τῶν Λοκρίδων πρὸς Μηλιέων, καὶ κατὰ Μελαμπύγου τε καλεόμενον λίθον καὶ κατὰ Κερκώπων ἕδρας, τῇ καὶ τὸ στεινότατόν ἐστι. Νά πώς είναι αυτό το μονοπάτι· ξεκινά από τον ποταμό Ασωπό που κυλά τα νερά του μέσ᾽ από το φαράγγι· κι είναι γνωστό και το βουνό αυτό και το μονοπάτι με το ίδιο όνομα, Ανόπαια· κι η Ανόπαια αυτή πιάνει πέρα πέρα τη ράχη του βουνού και καταλήγει στην περιοχή της πόλης Αλπηνοί (που είναι η πρώτη πόλη των Λοκρών που συναντάς όταν έρχεσαι απ᾽ τη Μαλίδα), ακριβώς στις τοποθεσίες που είναι γνωστές με τ᾽ όνομα Πέτρα του Μελαμπύγου και Λημέρια των Κερκώπων· εκεί βρίσκεται και το πιο στενό σημείο του περάσματος.
[7.217.1] κατὰ ταύτην δὴ τὴν ἀτραπὸν καὶ οὕτω ἔχουσαν οἱ Πέρσαι τὸν Ἀσωπὸν διαβάντες ἐπορεύοντο πᾶσαν τὴν νύκτα, ἐν δεξιῇ μὲν ἔχοντες ὄρεα τὰ Οἰταίων, ἐν ἀριστερῇ δὲ τὰ Τρηχινίων. ἠώς τε δὴ διέφαινε καὶ οἳ ἐγένοντο ἐπ᾽ ἀκρωτηρίῳ τοῦ ὄρεος. Παίρνοντας λοιπόν αυτό το μονοπάτι, που είναι όπως το περιέγραψα, οι Πέρσες διάβηκαν τον Ασωπό και συνέχισαν να πορεύονται όλη τη νύχτα, έχοντας στο δεξί τους χέρι τα βουνά της Οίτης και στ᾽ αριστερό τα βουνά της Τραχίνας. Γλυκοχάραζε πια η αυγή κι έφτασαν στην κορυφή του βουνού.
[7.217.2] κατὰ δὲ τοῦτο τοῦ ὄρεος ἐφύλασσον, ὡς καὶ πρότερόν μοι δεδήλωται, Φωκέων χίλιοι ὁπλῖται, ῥυόμενοί τε τὴν σφετέρην χώρην καὶ φρουρέοντες τὴν ἀτραπόν. ἡ μὲν γὰρ κάτω ἐσβολὴ ἐφυλάσσετο ὑπὸ τῶν εἴρηται· τὴν δὲ διὰ τοῦ ὄρεος ἀτραπὸν ἐθελονταὶ Φωκέες ὑποδεξάμενοι Λεωνίδῃ ἐφύλασσον. Σ᾽ αυτό το σημείο του βουνού, όπως και προηγουμένως έχω αναφέρει, ήταν φρουρά χίλιοι βαριά οπλισμένοι Φωκείς, για να σώζουν τη χώρα τους και να φρουρούν το μονοπάτι. Γιατί το πέρασμα που βρίσκεται χαμηλά το φρουρούσαν εκείνοι για τους οποίους έκανα λόγο, αλλά το μονοπάτι που διέσχιζε το βουνό το φρουρούσαν οι Φωκείς, κατά το λόγο που από μόνοι τους είχαν δώσει στον Λεωνίδα.
[7.218.1] ἔμαθον δέ σφεας οἱ Φωκέες ὧδε ἀναβεβηκότας· ἀναβαίνοντες γὰρ ἐλάνθανον οἱ Πέρσαι τὸ ὄρος πᾶν ἐὸν δρυῶν ἐπίπλεον. ἦν μὲν δὴ νηνεμίη, ψόφου δὲ γινομένου πολλοῦ, ὡς οἰκὸς ἦν φύλλων ὑποκεχυμένων ὑπὸ τοῖσι ποσί, ἀνά τε ἔδραμον οἱ Φωκέες καὶ ἐνέδυνον τὰ ὅπλα, καὶ αὐτίκα οἱ βάρβαροι παρῆσαν. Και νά πώς οι Φωκείς αντιλήφθηκαν ότι οι Πέρσες είχαν ανεβεί στο βουνό· η ανάβαση των εχθρών δε γινόταν αντιληπτή, επειδή το βουνό ήταν πέρα ώς πέρα πυκνά δασωμένο με βαλανιδιές. Καθώς όμως βασίλευε γαλήνη, ακούστηκε μεγάλος θόρυβος, όπως ήταν φυσικό με το φύλλωμα που ήταν χυμένο κάτω απ᾽ τα πόδια τους. Οι Φωκείς τότε πετάχτηκαν όρθιοι και ντύνονταν τις πανοπλίες τους, κι εκείνη τη στιγμή νά τοι κι οι βάρβαροι, που,
[7.218.2] ὡς δὲ εἶδον ἄνδρας ἐνδυομένους ὅπλα, ἐν θώματι ἐγένοντο· ἐλπόμενοι γὰρ οὐδέν σφι φανήσεσθαι ἀντίξοον ἐνεκύρησαν στρατῷ. ἐνθαῦτα Ὑδάρνης, καταρρωδήσας μὴ οἱ Φωκέες ἔωσι Λακεδαιμόνιοι, εἴρετο Ἐπιάλτην ὁκοδαπὸς εἴη ὁ στρατός. πυθόμενος δὲ ἀτρεκέως διέτασσε τοὺς Πέρσας ὡς ἐς μάχην. όταν αντίκρισαν άντρες να ντύνονται με τις πανοπλίες τους, σάστισαν· γιατί, ενώ έλπιζαν πως δε θα συναντήσουν καμιά αντίσταση, έπεσαν πάνω σε στρατό. Τότε ο Υδάρνης κυριεύτηκε από μεγάλο φόβο, μήπως οι Φωκείς ήταν Λακεδαιμόνιοι, και ρωτούσε τον Εφιάλτη ποιάς πόλης ήταν ο στρατός· κι όταν έμαθε την αλήθεια, παρέταξε τους Πέρσες για μάχη.
[7.218.3] οἱ δὲ Φωκέες ὡς ἐβάλλοντο τοῖσι τοξεύμασι πολλοῖσί τε καὶ πυκνοῖσι, οἴχοντο φεύγοντες ἐπὶ τοῦ ὄρεος τὸν κόρυμβον, ἐπιστάμενοι ὡς ἐπὶ σφέας ὁρμήθησαν ἀρχήν, καὶ παρεσκευάδατο ὡς ἀπολεόμενοι. οὗτοι μὲν δὴ ταῦτα ἐφρόνεον, οἱ δὲ ἀμφὶ Ἐπιάλτην καὶ Ὑδάρνεα Πέρσαι Φωκέων μὲν οὐδένα λόγον ἐποιεῦντο, οἱ δὲ κατέβαινον τὸ ὄρος κατὰ τάχος. Κι οι Φωκείς, καθώς έπεφταν πάνω τους πολλά και πυκνά βέλη, πήραν να φεύγουν βιαστικά προς την κορυφή του βουνού, με την ιδέα πως αυτοί ήταν ο αρχικός στόχος του εχθρού κι ετοιμάζονταν ν᾽ αγωνιστούν για ζωή ή για θάνατο. Αυτοί λοιπόν αυτά έβαζαν με το νου τους, οι Πέρσες όμως που ακολουθούσαν τον Εφιάλτη και τον Υδάρνη αδιαφορούσαν ολότελα για τους Φωκείς, και πήραν να κατηφορίζουν βιαστικά απ᾽ το βουνό.
[7.219.1] τοῖσι δὲ ἐν Θερμοπύλῃσι ἐοῦσι Ἑλλήνων πρῶτον μὲν ὁ μάντις Μεγιστίης ἐσιδὼν ἐς τὰ ἱρὰ ἔφρασε τὸν μέλλοντα ἔσεσθαι ἅμα ἠοῖ σφι θάνατον, ἐπὶ δὲ καὶ αὐτόμολοι ἦσαν οἱ ἐξαγγείλαντες τῶν Περσέων τὴν περίοδον. οὗτοι μὲν ἔτι νυκτὸς ἐσήμηναν, τρίτοι δὲ οἱ ἡμεροσκόποι καταδραμόντες ἀπὸ τῶν ἄκρων ἤδη διαφαινούσης ἡμέρης. Πρώτος ο μάντης Μεγιστίας ειδοποίησε τους Έλληνες που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες για το θάνατο που τους περίμενε με το γλυκοχάραμα, αφού παρατήρησε τα σπλάχνα των σφαγίων της θυσίας· ύστερα ήταν κι οι αυτόμολοι απ᾽ τον εχθρό που ανάγγειλαν ότι οι Πέρσες τους περικύκλωναν. Αυτοί λοιπόν έδωσαν το μήνυμα όσο ακόμα κρατούσε η νύχτα· τρίτοι έφτασαν οι σκοποί που ροβολώντας κατέβηκαν απ᾽ τις βουνοκορφές καθώς πήρε να φωτίζει η μέρα.
[7.219.2] ἐνθαῦτα ἐβουλεύοντο οἱ Ἕλληνες, καί σφεων ἐσχίζοντο αἱ γνῶμαι· οἱ μὲν γὰρ οὐκ ἔων τὴν τάξιν ἐκλιπεῖν, οἱ δὲ ἀντέτεινον. μετὰ δὲ τοῦτο διακριθέντες οἱ μὲν ἀπαλλάσσοντο καὶ διασκεδασθέντες κατὰ πόλις ἕκαστοι ἐτρέποντο, οἱ δὲ αὐτῶν ἅμα Λεωνίδῃ μένειν αὐτοῦ παρεσκευάδατο. Τότε οι Έλληνες έκαναν σύσκεψη κι οι γνώμες τους χωρίστηκαν στα δυο· δηλαδή άλλοι δε δέχονταν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους, ενώ άλλοι πρότειναν το αντίθετο. Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά χώρισαν, κι άλλοι σηκώθηκαν κι έφυγαν, σκόρπισαν κι ο καθένας πήρε το δρόμο για τη δική του πόλη, όμως άλλοι πήραν την απόφαση να μείνουν εκεί μαζί με τον Λεωνίδα.
[7.220.1] λέγεται δὲ ‹καὶ› ὡς αὐτός σφεας ἀπέπεμψε Λεωνίδης, μὴ ἀπόλωνται κηδόμενος· αὐτῷ δὲ καὶ Σπαρτιητέων τοῖσι παρεοῦσι οὐκ ἔχειν εὐπρεπέως ἐκλιπεῖν τὴν τάξιν ἐς τὴν ἦλθον φυλάξοντες ἀρχήν. Υπάρχει όμως κι άλλη εκδοχή· πως τους έστειλε στο καλό ο ίδιος ο Λεωνίδας, μεριμνώντας να μη πάνε χαμένοι, ενώ για τον ίδιο και τους Σπαρτιάτες που ήταν μαζί του θα ᾿ταν άπρεπο να εγκαταλείψουν τη θέση που είχαν αποστολή να φυλάξουν.
[7.220.2] ταύτῃ καὶ μᾶλλον τὴν γνώμην πλεῖστός εἰμι, Λεωνίδην, ἐπείτε ᾔσθετο τοὺς συμμάχους ἐόντας ἀπροθύμους καὶ οὐκ ἐθέλοντας συνδιακινδυνεύειν, κελεῦσαί σφεας ἀπαλλάσσεσθαι, αὐτῷ δὲ ἀπιέναι οὐ καλῶς ἔχειν· μένοντι δὲ αὐτοῦ κλέος μέγα ἐλείπετο, καὶ ἡ Σπάρτης εὐδαιμονίη οὐκ ἐξηλείφετο. Εγώ συντάσσομαι απόλυτα μ᾽ αυτή τη γνώμη, δηλαδή ο Λεωνίδας, επειδή αντιλήφτηκε πως οι σύμμαχοι δεν είχαν καρδιά να μείνουν και να ριψοκινδυνεύσουν μαζί του εθελοντικά, τους πρόσταξε ν᾽ αποσυρθούν, όμως, είπε, για τον ίδιο δεν ήταν όμορφο να φύγει· μένοντας όμως εκεί, θ᾽ άφηνε πίσω του μεγάλη δόξα και δε θα έπαυε να είναι ευτυχισμένη η Σπάρτη.
[7.220.3] ἐκέχρηστό γὰρ ὑπὸ τῆς Πυθίης τοῖσι Σπαρτιήτῃσι χρεωμένοισι περὶ τοῦ πολέμου τούτου αὐτίκα κατ᾽ ἀρχὰς ἐγειρομένου, ἢ Λακεδαίμονα ἀνάστατον γενέσθαι ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἢ τὸν βασιλέα σφέων ἀπολέσθαι. ταῦτα δέ σφι ἐν ἔπεσι ἑξαμέτροισι χρᾷ λέγοντα ὧδε· Γιατί η Πυθία είχε δώσει χρησμό στους Σπαρτιάτες, όταν πήγαν και ρωτούσαν γι᾽ αυτό τον πόλεμο, την πρώτη κιόλας στιγμή που ξεσηκώθηκε, πως ή οι βάρβαροι θα κάνουν άνω κάτω τη Λακωνία ή θα σκοτωθεί ο βασιλιάς τους. Και τους δίνει χρησμούς σε δακτυλικούς εξαμέτρους που έλεγαν τα εξής:
[7.220.4] ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο, Εσάς, της Σπάρτης κάτοικοι, της όμορφα χτισμένης, νά τί σας περιμένει:
ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι ή τη μεγάλη πόλη σας, την ξακουστή, κουρσεύουν τα εγγόνια του Περσέα
πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης ή ετούτη ζει, μα θα πενθεί και ο λαός κι η χώρα
πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος. του ήρωα Λακεδαίμονα τον σκοτωμένο βασιλιά, απ᾽ του Ηρακλή τη ρίζα.
οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων Κι αυτόν των ταύρων η ορμή να τον κρατήσει δεν μπορεί ούτε και των λεόντων·
ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἕ φημι του Δία έχει τη δύναμη ο Πέρσης· και κανένας
σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται. δεν τονε σταματά, προτού την πόλη είτε το ρήγα της κάνει χίλια κομμάτια.
ταῦτά τε δὴ ἐπιλεγόμενον Λεωνίδην καὶ βουλόμενον κλέος καταθέσθαι μούνων Σπαρτιητέων, ἀποπέμψαι τοὺς συμμάχους μᾶλλον ἢ γνώμῃ διενειχθέντας οὕτως ἀκόσμως οἴχεσθαι τοὺς οἰχομένους. Λοιπόν, λέω πως αυτά έχοντας στο νου του και θέλοντας να θησαυρίσει δόξα μονάχα για τους Σπαρτιάτες ο Λεωνίδας έστειλε στο καλό τους συμμάχους, κι όχι πως ήρθαν σε διχογνωμία αυτοί που έφυγαν, κι έφυγαν καταλύοντας την πειθαρχία.
[7.221.1] μαρτύριον δέ μοι καὶ τόδε οὐκ ἐλάχιστον τούτου πέρι γέγονε, ὅτι καὶ τὸν μάντιν ὃς εἵπετο τῇ στρατιῇ ταύτῃ, Μεγιστίην τὸν Ἀκαρνῆνα, λεγόμενον εἶναι τἀνέκαθεν ἀπὸ Μελάμποδος, τοῦτον ‹τὸν› εἴπαντα ἐκ τῶν ἱρῶν τὰ μέλλοντά σφι ἐκβαίνειν, φανερός ἐστι Λεωνίδης ἀποπέμπων, ἵνα μὴ συναπόληταί σφι. ὁ δὲ ἀποπεμπόμενος αὐτὸς μὲν οὐκ ἀπέλιπε, τὸν δὲ παῖδα συστρατευόμενον, ἐόντα οἱ μουνογενέα, ἀπέπεμψε. Και θεωρώ ισχυρή απόδειξη γι᾽ αυτή τη γνώμη μου το εξής: και τον μάντη που συνόδευε αυτό το εκστρατευτικό σώμα, τον Μεγιστία τον Ακαρνάνα (αυτόν που παρατηρώντας τα σφάγια είπε ποιά έκβαση θα έχουν τα πράματα γι᾽ αυτούς), που έλεγαν ότι η καταγωγή του κρατούσε από τον Μελάμποδα, ολοφάνερα τον έστελνε πίσω ο Λεωνίδας, για να μη χαθεί μαζί τους. Κι αυτός, κι ας τον έστελνε πίσω, δε δέχτηκε να τους εγκαταλείψει, αλλά έστειλε πίσω το γιο του, που έπαιρνε μαζί του μέρος στην εκστρατεία και που του ήταν μονάκριβος.
[7.222.1] οἱ μέν νυν σύμμαχοι οἱ ἀποπεμπόμενοι οἴχοντό τε ἀπιόντες καὶ ἐπείθοντο Λεωνίδῃ, Θεσπιέες δὲ καὶ Θηβαῖοι κατέμειναν μοῦνοι παρὰ Λακεδαιμονίοισι. τούτων δὲ Θηβαῖοι μὲν ἀέκοντες ἔμενον καὶ οὐ βουλόμενοι (κατεῖχε γάρ σφεας Λεωνίδης ἐν ὁμήρων λόγῳ ποιεύμενος), Θεσπιέες δὲ ἑκόντες μάλιστα, οἳ οὐκ ἔφασαν ἀπολιπόντες Λεωνίδην καὶ τοὺς μετ᾽ αὐτοῦ ἀπαλλάξεσθαι, ἀλλὰ καταμείναντες συναπέθανον. ἐστρατήγεε δὲ αὐτῶν Δημόφιλος Διαδρόμεω. Οι σύμμαχοι λοιπόν, που τους έστελνε στο καλό ο Λεωνίδας, υπακούοντάς τον έφυγαν βιαστικά, οι Θεσπιείς όμως κι οι Θηβαίοι έμειναν ώς το τέλος, μονάχα αυτοί, κοντά στους Λακεδαιμονίους. Απ᾽ αυτούς οι Θηβαίοι έμειναν άθελά τους κι αντίθετα με την επιθυμία τους (γιατί τους κρατούσε ο Λεωνίδας θεωρώντας τους ομήρους), ενώ οι Θεσπιείς το ήθελαν μ᾽ όλη τους την καρδιά· αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τον Λεωνίδα και τους άντρες του και να σηκωθούν να φύγουν, αλλά έμειναν ώς το τέλος και πέθαναν μαζί τους. Στρατηγός τους ήταν ο Δημόφιλος, ο γιος του Διαδρόμου.
[7.223.1] Ξέρξης δὲ ἐπεὶ ἡλίου ἀνατείλαντος σπονδὰς ἐποιήσατο, ἐπισχὼν χρόνον ἐς ἀγορῆς κου μάλιστα πληθώρην πρόσοδον ἐποιέετο· καὶ γὰρ ἐπέσταλτο ἐξ Ἐπιάλτεω οὕτω· ἀπὸ γὰρ τοῦ ὄρεος ἡ κατάβασις συντομωτέρη τέ ἐστι καὶ βραχύτερος ὁ χῶρος πολλὸν ἤ περ ἡ περίοδός τε καὶ ἀνάβασις. Ο Ξέρξης με την ανατολή του ήλιου πρόσφερε σπονδές κι ύστερα περίμενε την ώρα που η αγορά γεμίζει κόσμο και τότε επιχείρησε την επίθεση· γιατί αυτό του είχε παραγγείλει ο Εφιάλτης, επειδή η κατάβαση από το βουνό είναι συντομότερη κι η απόσταση πολύ πιο μικρή απ᾽ ό,τι ο γύρος του βουνού και η ανάβαση.
[7.223.2] οἵ τε δὴ βάρβαροι οἱ ἀμφὶ Ξέρξην προσήισαν καὶ οἱ ἀμφὶ Λεωνίδην Ἕλληνες, ὡς τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἔξοδον ποιεύμενοι, ἤδη πολλῷ μᾶλλον ἢ κατ᾽ ἀρχὰς ἐπεξήισαν ἐς τὸ εὐρύτερον τοῦ αὐχένος. τὸ μὲν γὰρ ἔρυμα τοῦ τείχεος ἐφυλάσσετο, οἱ δὲ ἀνὰ τὰς προτέρας ἡμέρας ὑπεξιόντες ἐς τὰ στεινόπορα ἐμάχοντο. Κι οι βάρβαροι του Ξέρξη πλησίαζαν κι οι Έλληνες που περιστοίχιζαν τον Λεωνίδα, μια και θα επιχειρούσαν έξοδο θανάτου, τώρα πια έβγαιναν πολύ πιο έξω απ᾽ ό,τι στην αρχή, στο πλατύτερο μέρος του αυχένα. Γιατί τις προηγούμενες μέρες, θέλοντας να υπερασπίζουν το προστατευτικό τείχος, έδιναν μάχη στη στενωπό, χωρίς ν᾽ απομακρύνονται πολύ από το τείχος.
[7.223.3] τότε δὲ συμμίσγοντες ἔξω τῶν στεινῶν ἔπιπτον πλήθεϊ πολλοὶ τῶν βαρβάρων· ὄπισθε γὰρ οἱ ἡγεμόνες τῶν τελέων ἔχοντες μάστιγας ἐρράπιζον πάντα ἄνδρα, αἰεὶ ἐς τὸ πρόσω ἐποτρύνοντες. πολλοὶ μὲν δὴ ἐσέπιπτον αὐτῶν ἐς τὴν θάλασσαν καὶ διεφθείροντο, πολλῷ δ᾽ ἔτι πλέονες κατεπατέοντο ζωοὶ ὑπ᾽ ἀλλήλων· ἦν δὲ λόγος οὐδεὶς τοῦ ἀπολλυμένου. Όμως τη μέρα εκείνη έδιναν τη μάχη έξω από τα στενά και σκοτώνονταν πολλοί βάρβαροι· γιατί οι αρχηγοί των ταγμάτων στέκονταν πίσω τους κρατώντας μαστίγια και μαστίγωναν όλους τους άντρες τους προστάζοντάς τους να βαδίζουν συνεχώς μπροστά. Πολλοί απ᾽ αυτούς λοιπόν έπεφταν στη θάλασσα κι αφανίζονταν και πολύ περισσότερους ακόμη τους καταπατούσαν ζωντανούς οι δικοί τους· και κανένας δεν έδινε την παραμικρή σημασία στο σύντροφό του που σκοτωνόταν.
[7.223.4] ἅτε γὰρ ἐπιστάμενοι τὸν μέλλοντα σφίσι ἔσεσθαι θάνατον ἐκ τῶν περιιόντων τὸ ὄρος, ἀπεδείκνυντο ῥώμης ὅσον εἶχον μέγιστον ἐς τοὺς βαρβάρους, παραχρεώμενοί τε καὶ ἀτέοντες. Γιατί απ᾽ τη μεριά τους οι Έλληνες ξέροντας καλά πως όπου να ᾿ναι έρχεται ο θάνατος από εκείνους που έκαναν την κυκλωτική κίνηση απ᾽ το βουνό, έφτασαν στην κορυφή της παλικαριάς τους χτυπώντας τους βαρβάρους, αψηφώντας το θάνατο μες στη μανία της αποκοτιάς τους.
[7.224.1] δόρατα μέν νυν τοῖσι πλέοσι αὐτῶν τηνικαῦτα ἤδη ἐτύγχανε κατεηγότα, οἱ δὲ τοῖσι ξίφεσι διεργάζοντο τοὺς Πέρσας. καὶ Λεωνίδης τε ἐν τούτῳ τῷ πόνῳ πίπτει ἀνὴρ γενόμενος ἄριστος, καὶ ἕτεροι μετ᾽ αὐτοῦ ὀνομαστοὶ Σπαρτιητέων, τῶν ἐγὼ ὡς ἀνδρῶν ἀξίων γενομένων ἐπυθόμην τὰ οὐνόματα, ἐπυθόμην δὲ καὶ ἁπάντων τῶν τριηκοσίων. Λοιπόν, τα δόρατα των περισσότερων απ᾽ αυτούς είχαν κιόλας τσακιστεί, ετούτοι όμως με τα ξίφη τους πετσόκοβαν τους Πέρσες. Και σ᾽ αυτόν τον αγώνα πέφτει ο Λεωνίδας αφού αποδείχτηκε άντρας με λαμπρότατη παλικαριά και μαζί του κι άλλοι σημαντικοί Σπαρτιάτες, που εγώ ρώτησα κι έμαθα τα ονόματά τους (μάλιστα έμαθα κι όλων των Τριακοσίων).
[7.224.2] καὶ δὴ Περσέων πίπτουσι ἐνθαῦτα ἄλλοι τε πολλοὶ καὶ ὀνομαστοί, ἐν δὲ δὴ καὶ Δαρείου δύο παῖδες, Ἀβροκόμης τε καὶ Ὑπεράνθης, ἐκ τῆς Ἀρτάνεω θυγατρὸς Φραταγούνης γεγονότες Δαρείῳ. ὁ δὲ Ἀρτάνης Δαρείου μὲν τοῦ βασιλέος ἦν ἀδελφεός, Ὑστάσπεος δὲ τοῦ Ἀρσάμεος παῖς· ὃς καὶ ἐκδιδοὺς τὴν θυγατέρα Δαρείῳ τὸν οἶκον πάντα τὸν ἑωυτοῦ ἐπέδωκε, ὡς μούνου οἱ ἐούσης ταύτης τέκνου. Κι απ᾽ την άλλη μεριά, από τους Πέρσες πέφτουν σ᾽ αυτή τη μάχη πολλοί και σημαντικοί, κι ανάμεσά τους δυο γιοι του Δαρείου, ο Αβροκόμης κι ο Υπεράνθης, που τους είχε χαρίσει στον Δαρείο η θυγατέρα του Αρτάνη, η Φραταγούνη. Ο Αρτάνης αυτός ήταν αδερφός του βασιλιά Δαρείου και γιος του Υστάσπη, γιου του Αρσάμη· που, όταν έδωσε τη θυγατέρα του γυναίκα στον Δαρείο, του έδωσε προίκα ολόκληρη την περιουσία του, μια και δεν είχε άλλο παιδί εκτός απ᾽ αυτή.
[7.225.1] Ξέρξεώ τε δὴ δύο ἀδελφεοὶ ἐνθαῦτα πίπτουσι μαχόμενοι ‹καὶ› ὑπὲρ τοῦ νεκροῦ τοῦ Λεωνίδεω Περσέων τε καὶ Λακεδαιμονίων ὠθισμὸς ἐγίνετο πολλός, ἐς ὃ τοῦτόν τε ἀρετῇ οἱ Ἕλληνες ὑπεξείρυσαν καὶ ἐτρέψαντο τοὺς ἐναντίους τετράκις. τοῦτο δὲ συνεστήκεε μέχρι οὗ οἱ σὺν Ἐπιάλτῃ παρεγένοντο. Σ᾽ αυτή τη μάχη λοιπόν πέφτουν πολεμώντας τα δυο αυτά αδέρφια του Ξέρξη, ενώ για το πτώμα του Λεωνίδα Πέρσες και Λακεδαιμόνιοι έδωσαν ανάμεσά τους πολύωρη μάχη σώμα με σώμα, ωσότου οι Έλληνες με την αντρεία τους το τράβηξαν προς το μέρος τους κι έτρεψαν σε φυγή τον εχθρό τέσσερες φορές. Έτσι συνεχίστηκε για ώρα η μάχη, ώς τη στιγμή που έφτασαν εκείνοι που οδηγούσε ο Εφιάλτης.
[7.225.2] ὡς δὲ τούτους ἥκειν ἐπύθοντο οἱ Ἕλληνες, ἐνθεῦτεν ἤδη ἑτεροιοῦτο τὸ νεῖκος· ἔς τε γὰρ τὸ στεινὸν τῆς ὁδοῦ ἀνεχώρεον ὀπίσω καὶ παραμειψάμενοι τὸ τεῖχος ἐλθόντες ἵζοντο ἐπὶ τὸν κολωνὸν πάντες ἁλέες οἱ ἄλλοι πλὴν Θηβαίων· ὁ δὲ κολωνός ἐστι ἐν τῇ ἐσόδῳ, ὅκου νῦν ὁ λίθινος λέων ἕστηκε ἐπὶ Λεωνίδῃ. Όταν οι Έλληνες αντιλήφθηκαν τον ερχομό τους, από εκείνη την ώρα ο αγώνας άλλαξε μορφή· γιατί οπισθοχώρησαν στη στενοποριά και προσπερνώντας το τείχος ήρθαν και πήραν θέση όλοι τους συσπειρωμένοι, εκτός απ᾽ τους Θηβαίους, στο ύψωμα· το ύψωμα αυτό βρίσκεται στην είσοδο των στενών, εκεί όπου σήμερα είναι στημένο το μαρμάρινο λιοντάρι για τον Λεωνίδα.
[7.225.3] ἐν τούτῳ σφέας τῷ χώρῳ ἀλεξομένους μαχαίρῃσι, τοῖσι αὐτῶν ἐτύγχανον ἔτι περιεοῦσαι, καὶ χερσὶ καὶ στόμασι κατέχωσαν οἱ βάρβαροι βάλλοντες, οἱ μὲν ἐξ ἐναντίης ἐπισπόμενοι καὶ τὸ ἔρυμα τοῦ τείχεος συγχώσαντες, οἱ δὲ περιελθόντες πάντοθεν περισταδόν. Καθώς αγωνίζονταν χτυπώντας τον εχθρό σ᾽ αυτό το μέρος με πολεμικές μάχαιρες, όσοι ακόμα τύχαινε να έχουν, και με τα χέρια και με τα δόντια, οι βάρβαροι τους έθαψαν κάτω από τα βέλη τους, άλλοι κάνοντας επίθεση κατά μέτωπο, αφού ισοπέδωσαν το προστατευτικό τείχος, κι οι άλλοι, που έκαναν την κυκλωτική κίνηση, κλείνοντάς τους ένα γύρο από παντού.
[7.226.1] Λακεδαιμονίων δὲ καὶ Θεσπιέων τοιούτων γενομένων ὅμως λέγεται ἀνὴρ ἄριστος γενέσθαι Σπαρτιήτης Διηνέκης· τὸν τόδε φασὶ εἰπεῖν τὸ ἔπος πρὶν ἢ συμμεῖξαί σφεας τοῖσι Μήδοισι, πυθόμενον πρός τευ τῶν Τρηχινίων ὡς ἐπεὰν οἱ βάρβαροι ἀπίωσι τὰ τοξεύματα, τὸν ἥλιον ὑπὸ τοῦ πλήθεος τῶν ὀϊστῶν ἀποκρύπτουσι· τοσοῦτο πλῆθος αὐτῶν εἶναι· Τέτοιοι άντρες αναδείχτηκαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Θεσπιείς, αλλά λέγεται πως ανάμεσά τους πιο λαμπρό παλικάρι αναδείχτηκε ο Σπαρτιάτης Διηνέκης· λένε μάλιστα πως, προτού έρθουν στα χέρια με τους Μήδους, είπε την ακόλουθη φράση, ακούοντας από κάποιον Τραχίνιο πως, όταν οι βάρβαροι ρίχνουν με τα τόξα τους, τα αμέτρητα βέλη τους κρύβουν τον ήλιο· τόσο μεγάλο είναι το πλήθος τους·
[7.226.2] τὸν δὲ οὐκ ἐκπλαγέντα τούτοισι εἰπεῖν, ἐν ἀλογίῃ ποιεύμενον τὸ τῶν Μήδων πλῆθος, ὡς πάντα σφι ἀγαθὰ ὁ Τρηχίνιος ξεῖνος ἀγγέλλοι, εἰ ἀποκρυπτόντων τῶν Μήδων τὸν ἥλιον ὑπὸ σκιῇ ἔσοιτο πρὸς αὐτοὺς ἡ μάχη καὶ οὐκ ἐν ἡλίῳ. ταῦτα μὲν καὶ ἄλλα τοιουτότροπα ἔπεά φασι Διηνέκεα τὸν Λακεδαιμόνιον λιπέσθαι μνημόσυνα. κι ετούτος δεν έδειξε να ταράζεται απ᾽ αυτό κι είπε, περιφρονώντας το πλήθος των Μήδων, ότι τα νέα που τους έφερνε ο ξένος απ᾽ την Τραχίνα ήταν όλα ευχάριστα γι᾽ αυτούς, αφού με τους Μήδους να κρύβουν τον ήλιο θα δοθεί η μάχη εναντίον τους στη σκιά κι όχι κάτω από τον ήλιο. Λένε λοιπόν ότι αυτήν κι άλλες παρόμοιες φράσεις άφησε για να τον θυμούνται οι άνθρωποι ο Διηνέκης.
[7.227.1] μετὰ δὲ τοῦτον ἀριστεῦσαι λέγονται Λακεδαιμόνιοι δύο ἀδελφεοί, Ἀλφεός τε καὶ Μάρων Ὀρσιφάντου παῖδες. Θεσπιέων δὲ εὐδοκίμεε μάλιστα τῷ οὔνομα ἦν Διθύραμβος Ἁρματίδεω. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτόν λένε πως έδειξαν λαμπρή παλικαριά δυο αδέρφια, Λακεδαιμόνιοι, ο Αλφεός κι ο Μάρων, γιοι του Ορσιφάντου. Κι ανάμεσα στους Θεσπιείς δοξάστηκε περισσότερο ο Διθύραμβος, ο γιος του Αρματίδη.
[7.228.1] θαφθεῖσι δέ σφι αὐτοῦ ταύτῃ τῇ περ ἔπεσον καὶ τοῖσι πρότερον τελευτήσασι ἢ ‹τοὺς› ὑπὸ Λεωνίδεω ἀποπεμφθέντας οἴχεσθαι ἐπιγέγραπται γράμματα λέγοντα τάδε·
μυριάσιν ποτὲ τῇδε τριακοσίαις ἐμάχοντο
ἐκ Πελοποννάσου χιλιάδες τέτορες.
Γι᾽ αυτούς (που τάφηκαν εκεί όπου έπεσαν) και για κείνους που είχαν σκοτωθεί πριν σηκωθούν να φύγουν εκείνοι που τους έστειλε πίσω ο Λεωνίδας, χαράχτηκε πάνω στον τάφο τους επιγραφή που λέει τα εξής:
Σ᾽ αυτό το μέρος, πάει καιρός, οι τέσσερες χιλιάδες
απ᾽ το νησί του Πέλοπα με τρία εκατομμύρια εχθρών δώσανε μάχη.
[7.228.2] ταῦτα μὲν δὴ τοῖσι πᾶσι ἐπιγέγραπται, τοῖσι δὲ Σπαρτιήτῃσι ἰδίῃ· Αυτό λοιπόν το επίγραμμα χαράχτηκε πάνω στον κοινό τάφο όλων, αλλά για τους Σπαρτιάτες ιδιαίτερα:
ὦ ξεῖν᾽, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε Διαβάτη, μήνυμα να πας στους Λακεδαιμονίους:
κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. σ᾽ αυτήν εδώ τη γη πέσαμε και κειτόμαστε στο νόμο τους πιστοί.
[7.228.3] Λακεδαιμονίοισι μὲν δὴ τοῦτο, τῷ δὲ μάντι τόδε· Αυτό λοιπόν για τους Λακεδαιμονίους· και για τον μάντη το εξής:
μνῆμα τόδε κλεινοῖο Μεγιστία, ὅν ποτε Μῆδοι Του Μεγιστία είν᾽ εδώ, του ξακουσμένου μάντη, το μνήμα π᾽ αντικρίζεις.
Σπερχειὸν ποταμὸν κτεῖναν ἀμειψάμενοι, Αυτόν που οι Μήδοι σκότωσαν, καθώς τότε διαβήκαν του Σπερχειού το ρέμα·
μάντιος, ὃς τότε Κῆρας ἐπερχομένας σάφα εἰδὼς ήξερε και καλόξερε πως όπου να ᾿ναι θα ᾿ρθουν του θάνατού του οι Μοίρες,
οὐκ ἔτλη Σπάρτης ἡγεμόνας προλιπεῖν. μα δεν το καταδέχτηκε, τον βασιλιά της Σπάρτης προδίνοντας, να φύγει.
[7.228.4] ἐπιγράμμασι μέν νυν καὶ στήλῃσι, ἔξω ἢ τὸ τοῦ μάντιος ἐπίγραμμα, Ἀμφικτύονές εἰσί σφεας οἱ ἐπικοσμήσαντες· τὸ δὲ τοῦ μάντιος Μεγιστίεω Σιμωνίδης ὁ Λεωπρέπεός ἐστι κατὰ ξεινίην ὁ ἐπιγράψας. Λοιπόν, οι Αμφικτύονες είναι που στόλισαν τους τάφους τους με επιγράμματα και στήλες, εκτός από το επίγραμμα του μάντη· όμως το επίγραμμα του μάντη Μεγιστία το φιλοτέχνησε ο Σιμωνίδης, ο γιος του Λεωπρέπη, δώρο φιλίας.
[7.229.1] Δύο δὲ τούτων τῶν τριηκοσίων λέγεται Εὔρυτόν τε καὶ Ἀριστόδημον, παρεὸν αὐτοῖσι ἀμφοτέροισι κοινῷ λόγῳ χρησαμένοισι ἢ ἀποσωθῆναι ὁμοῦ ἐς Σπάρτην, ὡς μεμετιμένοι τε ἦσαν ἐκ τοῦ στρατοπέδου ὑπὸ Λεωνίδεω καὶ κατεκέατο ἐν Ἀλπηνοῖσι ὀφθαλμιῶντες ἐς τὸ ἔσχατον, ἢ εἴ γε μὴ ἐβούλοντο νοστῆσαι, ἀποθανεῖν ἅμα τοῖσι ἄλλοισι, παρεόν σφι τούτων τὰ ἕτερα ποιέειν οὐκ ἐθελῆσαι ὁμοφρονέειν, ἀλλὰ γνώμῃ διενειχθέντας Εὔρυτον μὲν πυθόμενον τῶν Περσέων τὴν περίοδον αἰτήσαντά τε τὰ ὅπλα καὶ ἐνδύντα ἄγειν αὐτὸν κελεῦσαι τὸν εἵλωτα ἐς τοὺς μαχομένους, ὅκως δὲ αὐτὸν ἤγαγε, τὸν μὲν ἀγαγόντα οἴχεσθαι φεύγοντα, τὸν δὲ ἐσπεσόντα ἐς τὸν ὅμιλον διαφθαρῆναι, Ἀριστόδημον δὲ λιποψυχέοντα λειφθῆναι. Λέγεται επίσης πως δυο απ᾽ αυτούς τους τριακοσίους, ο Εύρυτος κι ο Αριστόδημος, ενώ μπορούσαν κρατώντας την ίδια στάση ή να σωθούν γυρίζοντας μαζί στη Σπάρτη, καθώς ο Λεωνίδας τούς έδωσε άδεια να φύγουν απ᾽ το στρατόπεδο κι ήταν κατάκοιτοι στους Αλπηνούς με πονόματο αβάσταχτο, ή, αν δεν ήθελαν να γυρίσουν στην πατρίδα, να πεθάνουν μαζί με τους υπόλοιπους, ενώ λοιπόν μπορούσαν να κάνουν το ένα ή το άλλο απ᾽ αυτά, δε θέλησαν να ᾿χουν την ίδια γνώμη, αλλά πήραν διαφορετικές αποφάσεις: ο Εύρυτος απ᾽ τη μεριά του, μαθαίνοντας την κυκλωτική κίνηση των Περσών, ζήτησε την πανοπλία του, τη φόρεσε και διέταξε τον είλωτά του να τον οδηγήσει στους μαχόμενους, και μόλις τον οδήγησε, ο οδηγός του σηκώθηκε κι έφυγε βιαστικά, αυτός όμως ρίχτηκε μες στο σωρό και σκοτώθηκε· αντίθετα ο Αριστόδημος, καθώς του έλειψε το κουράγιο, έσωσε τη ζωή του.
[7.229.2] εἰ μέν νυν ἢ μοῦνον Ἀριστόδημον ἀλγήσαντα ἀπονοστῆσαι ἐς Σπάρτην ἢ καὶ ὁμοῦ σφεων ἀμφοτέρων τὴν κομιδὴν γενέσθαι, δοκέειν ἐμοὶ οὐκ ἄν σφι Σπαρτιήτας μῆνιν οὐδεμίαν προσθέσθαι· νῦν δὲ τοῦ μὲν αὐτῶν ἀπολομένου, τοῦ δὲ τῆς μὲν αὐτῆς ἐχομένου προφάσιος, οὐκ ἐθελήσαντος δὲ ἀποθνῄσκειν, ἀναγκαίως σφι ἔχειν μηνῖσαι μεγάλως Ἀριστοδήμῳ. Τώρα, και στην περίπτωση που μόνο ο Αριστόδημος θα ᾿νιωθε πονόματο και θα γύριζε πίσω στη Σπάρτη, και στην περίπτωση που και οι δυο τους θα μεταφέρονταν εκεί, έχω τη γνώμη πως οι Σπαρτιάτες δε θα εκδήλωναν καμιά οργή εναντίον τους· τώρα όμως που ο ένας τους σκοτώθηκε, ενώ ο άλλος, έχοντας τον ίδιο λόγο απαλλαγής, δεν προτίμησε να πεθάνει, δε γινόταν παρά ν᾽ αφήσουν να ξεσπάσει σφοδρή η οργή τους στον Αριστόδημο.
[7.230.1] οἱ μέν νυν οὕτω σωθῆναι λέγουσι Ἀριστόδημον ἐς Σπάρτην καὶ διὰ πρόφασιν τοιήνδε, οἱ δὲ ἄγγελον πεμφθέντα ἐκ τοῦ στρατοπέδου, ἐξεὸν αὐτῷ καταλαβεῖν τὴν μάχην γινομένην οὐκ ἐθελῆσαι, ἀλλ᾽ ὑπομείναντα ἐν τῇ ὁδῷ περιγενέσθαι, τὸν δὲ συνάγγελον αὐτοῦ ἀπικόμενον ἐς τὴν μάχην ἀποθανεῖν. Αυτοί λοιπόν λένε πως ο Αριστόδημος σώθηκε κι έφτασε στη Σπάρτη μ᾽ αυτό τον τρόπο και μ᾽ αυτή τη δικαιολογία, άλλοι όμως πως τον είχαν στείλει αγγελιοφόρο από το στρατόπεδο, κι αυτός, ενώ μπορούσε να προλάβει τη μάχη όσο αυτή κρατούσε ακόμα, δεν το επιδίωξε, αλλά καθυστερώντας στο δρόμο σώθηκε, ενώ ο συνάδελφός του αγγελιοφόρος πήγε στη μάχη και σκοτώθηκε.
[7.231.1] ἀπονοστήσας δὲ ἐς Λακεδαίμονα ὁ Ἀριστόδημος ὄνειδός τε εἶχε καὶ ἀτιμίην· πάσχων δὲ τοιάδε ἠτίμωτο· οὔτε οἱ πῦρ οὐδεὶς ἔναυε Σπαρτιητέων οὔτε διελέγετο, ὄνειδός τε εἶχε ὁ τρέσας Ἀριστόδημος καλεόμενος. ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἐν τῇ ἐν Πλαταιῇσι μάχῃ ἀνέλαβε πᾶσαν τὴν ἐπενειχθεῖσαν αἰτίην. Με το που γύρισε στη Σπάρτη ο Αριστόδημος ζούσε μες στην ντροπή και την περιφρόνηση· νά πώς εκδηλωνόταν η περιφρόνηση: κανένας Σπαρτιάτης δεν του έδινε ν᾽ ανάψει απ᾽ τη φωτιά του ούτε κουβέντιαζε μαζί του· και τον ακολουθούσε ο εμπαιγμός καθώς του έβγαλαν τ᾽ όνομα «Αριστόδημος ο Κιοτής». Αλλά βέβαια στις Πλαταιές ξέπλυνε από πάνω τη μομφή που του φόρτωσαν και ξανακέρδισε την τιμή του.
[7.232.1] λέγεται δὲ καὶ ἄλλον ἀποπεμφθέντα ἄγγελον ἐς Θεσσαλίην τῶν τριηκοσίων τούτων περιγενέσθαι, τῷ οὔνομα εἶναι Παντίτην· νοστήσαντα δὲ τοῦτον ἐς Σπάρτην, ὡς ἠτίμωτο, ἀπάγξασθαι. Λεν επίσης πως κι ένας άλλος απ᾽ αυτούς τους τριακοσίους που στάλθηκε αγγελιοφόρος στη Θεσσαλία επέζησε — το όνομά του Παντίτης· και πως, με το που γύρισε κι αυτός στη Σπάρτη, έπεσε σ᾽ ανυποληψία και γι᾽ αυτό κρεμάστηκε.
[7.233.1] οἱ δὲ Θηβαῖοι, τῶν ὁ Λεοντιάδης ἐστρατήγεε, τέως μὲν μετὰ τῶν Ἑλλήνων ἐόντες ἐμάχοντο ὑπ᾽ ἀναγκαίης ἐχόμενοι πρὸς τὴν βασιλέος στρατιήν· ὡς δὲ εἶδον κατυπέρτερα τῶν Περσέων γινόμενα τὰ πρήγματα, οὕτω δή, τῶν σὺν Λεωνίδῃ Ἑλλήνων ἐπειγομένων ἐπὶ τὸν κολωνόν, ἀποσχισθέντες τούτων χεῖράς τε προέτεινον καὶ ἤισαν ἆσσον τῶν βαρβάρων, λέγοντες τὸν ἀληθέστατον τῶν λόγων, ὡς [καὶ] μηδίζουσι καὶ γῆν τε καὶ ὕδωρ ἐν πρώτοισι ἔδοσαν βασιλέϊ, ὑπὸ δὲ ἀναγκαίης ἐχόμενοι ἐς Θερμοπύλας ἀπικοίατο καὶ ἀναίτιοι εἶεν τοῦ τρώματος τοῦ γεγονότος βασιλέϊ. Κι οι Θηβαίοι, που στρατηγό τους είχαν τον Λεοντιάδη, πρώτα ήταν στις ίδιες γραμμές με τους Έλληνες και πολεμούσαν εναντίον του στρατού του βασιλιά, δέσμιοι της ανάγκης· μόλις όμως είδαν να παίρνουν το πάνω χέρι οι βάρβαροι, τότε λοιπόν, ενώ οι Έλληνες του Λεωνίδα ανηφόριζαν προς το ύψωμα, αυτοί ξέκοψαν και μ᾽ απλωμένα τα χέρια έτρεχαν προς τους βαρβάρους λέγοντας —κι έλεγαν όλη την αλήθεια— πως μηδίζουν κι ήταν από τους πρώτους που έδωσαν γην και ύδωρ στο βασιλιά, όμως έφτασαν στις Θερμοπύλες δέσμιοι της ανάγκης, και δεν έφταιγαν καθόλου για το χτύπημα που δέχτηκε ο βασιλιάς.
[7.233.2] [ὥστε] ταῦτα λέγοντες περιεγένοντο· εἶχον γὰρ καὶ Θεσσαλοὺς τούτων τῶν λόγων μάρτυρας. οὐ μέντοι τά γε πάντα εὐτύχησαν· ὡς γὰρ αὐτοὺς ἔλαβον οἱ βάρβαροι ἐλθόντας, τοὺς μέν τινας καὶ ἀπέκτειναν προσιόντας, τοὺς δὲ πλεῦνας αὐτῶν κελεύσαντος Ξέρξεω ἔστιξαν στίγματα βασιλήια, ἀρξάμενοι ἀπὸ τοῦ στρατηγοῦ Λεοντιάδεω, τοῦ τὸν παῖδα Εὐρύμαχον χρόνῳ μετέπειτα ἐφόνευσαν Πλαταιέες στρατηγήσαντα ἀνδρῶν Θηβαίων τετρακοσίων καὶ σχόντα τὸ ἄστυ τὸ Πλαταιέων. Μιλώντας έτσι σώθηκαν, γιατί είχαν μάρτυρες γι᾽ αυτά τα λόγια τους τους Θεσσαλούς. Βέβαια δε στάθηκαν πέρα για πέρα τυχεροί· γιατί, όταν πλησίασαν, μόλις οι βάρβαροι τους έπιασαν, μερικούς τους σκότωσαν καθώς πλησίαζαν και τους περισσότερους απ᾽ αυτούς ύστερ᾽ από διαταγή του Ξέρξη τους χάραξαν στο σώμα στάμπες βασιλικές, κάνοντας αρχή από το στρατηγό Λεοντιάδη, που ύστερ᾽ από καιρό το γιο του τον Ευρύμαχο τον σκότωσαν οι Πλαταιείς, όταν επικεφαλής τετρακοσίων Θηβαίων κυρίεψε την πόλη των Πλαταιών.
[7.234.1] Οἱ μὲν δὴ περὶ Θερμοπύλας Ἕλληνες οὕτω ἠγωνίσαντο, Ξέρξης δὲ καλέσας Δημάρητον εἰρώτα ἀρξάμενος ἐνθένδε· Δημάρητε, ἀνὴρ εἶς ἀγαθός. τεκμαίρομαι δὲ τῇ ἀληθείῃ· ὅσα γὰρ εἶπας, ἅπαντα ἀπέβη οὕτω. νῦν δέ μοι εἰπέ, κόσοι τινές εἰσι οἱ λοιποὶ Λακεδαιμόνιοι, καὶ τούτων ὁκόσοι τοιοῦτοι τὰ πολέμια, εἴτε καὶ ἅπαντες. Έτσι λοιπόν αγωνίστηκαν οι Έλληνες που φύλαγαν τις Θερμοπύλες· κι ο Ξέρξης κάλεσε τον Δημάρατο και του έκανε ερωτήσεις, αρχίζοντας απ᾽ αυτήν: «Δημάρατε, είσαι άνθρωπος με αρετή· το συμπέρασμα αυτό το βγάζω από την αλήθεια των λόγων σου· γιατί τα λόγια σου βγήκαν όλα όπως τα είπες. Πες μου λοιπόν τώρα, πόσοι άραγε είναι οι Λακεδαιμόνιοι, κι απ᾽ αυτούς πόσοι έχουν σε τέτοιο βαθμό την πολεμική αρετή, ορισμένοι ή όλοι τους;».
[7.234.2] ὁ δὲ εἶπε· Ὦ βασιλεῦ, πλῆθος μὲν πολλὸν πάντων τῶν Λακεδαιμονίων καὶ πόλιες πολλαί· τὸ δὲ θέλεις ἐκμαθεῖν, εἰδήσεις. ἔστι ἐν τῇ Λακεδαίμονι Σπάρτη πόλις ἀνδρῶν ὀκτακισχιλίων μάλιστα. [καὶ] οὗτοι πάντες εἰσὶ ὅμοιοι τοῖσι ἐνθάδε μαχεσαμένοισι· οἵ γε μὲν ἄλλοι Λακεδαιμόνιοι τούτοισι μὲν οὐκ ὅμοιοι, ἀγαθοὶ δέ. Κι ο άλλος αποκρίθηκε: «Βασιλιά μου, οι Λακεδαιμόνιοι συνολικά είναι λαός πολύς, και πολλές είναι οι πόλεις τους· θα σε κατατοπίσω έτσι που να μάθεις καλά αυτό που θέλεις· στη Λακωνία βρίσκεται η πόλη Σπάρτη που έχει περίπου οχτώ χιλιάδες πολεμιστές. Όλοι τους είναι ισάξιοι μ᾽ αυτούς που πολέμησαν εδώ· τώρα, οι υπόλοιποι Λακεδαιμόνιοι δεν είναι βέβαια όμοιοι μ᾽ αυτούς, είναι όμως κι αυτοί αντρειωμένοι».
[7.234.3] εἶπε πρὸς ταῦτα Ξέρξης· Δημάρητε, τέῳ τρόπῳ ἀπονητότατα τῶν ἀνδρῶν τούτων ἐπικρατήσομεν; ἴθι ἐξηγέο. σὺ γὰρ ἔχεις αὐτῶν τὰς διεξόδους τῶν βουλευμάτων, οἷα βασιλεὺς γενόμενος. Ο Ξέρξης ακούοντας αυτά είπε: «Δημάρατε, ποιός είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να εξουσιάσουμε αυτούς τους άντρες; εμπρός, κατατόπισέ με. Γιατί ξέρεις εσύ πώς παίρνουν τις αποφάσεις τους, μια και χρημάτισες βασιλιάς τους».
[7.235.1] ὁ δ᾽ ἀμείβετο· Ὦ βασιλεῦ, εἰ μὲν δὴ συμβουλεύεαί μοι προθύμως, δίκαιόν με σοί ἐστι φράζειν τὸ ἄριστον. εἰ τῆς ναυτικῆς στρατιῆς νέας τριηκοσίας ἀποστείλειας ἐπὶ τὴν Λάκαιναν χώρην. Κι εκείνος αποκρίθηκε· «Βασιλιά μου, μια και τόσο ενδιαφέρον δείχνεις για ν᾽ ακούσεις τη συμβουλή μου, νιώθω υποχρεωμένος να σου πω το καλύτερο που μπορώ: να ᾿στελνες τριακόσια καράβια απ᾽ το ναυτικό σου εναντίον της Λακωνίας.
[7.235.2] ἔστι δὲ ἐπ᾽ αὐτῇ νῆσος ἐπικειμένη τῇ οὔνομά ἐστι Κύθηρα, τὴν Χίλων, ἀνὴρ παρ᾽ ἡμῖν σοφώτατος γενόμενος κέρδος μέζον ἔφη εἶναι Σπαρτιήτῃσι κατὰ τῆς θαλάσσης καταδεδυκέναι μᾶλλον ἢ ὑπερέχειν, αἰεί τι προσδοκῶν ἀπ᾽ αὐτῆς τοιοῦτο ἔσεσθαι οἷόν τοι ἐγὼ ἐξηγέομαι, οὔτι τὸν σὸν στόλον προειδώς, ἀλλὰ πάντα ὁμοίως φοβεόμενος ἀνδρῶν στόλον. Λοιπόν, στην περιοχή της βρίσκεται ένα νησί που λέγεται Κύθηρα, για το οποίο ο Χίλων, που αναδείχτηκε στη χώρα μας από τους πιο σοφούς του κόσμου, είπε πως συμφέρει περισσότερο στους Σπαρτιάτες να ᾿χει βουλιάξει στο βυθό της θάλασσας παρά να βρίσκεται στην επιφάνεια· γιατί είχε το φόβο πως όλο και θα τους έρθει απ᾽ αυτό το νησί κάτι παρόμοιο μ᾽ εκείνο που σου προτείνω· όχι βέβαια πως είχε προβλέψει τη δική σου εκστρατεία, αλλά έτρεφε τον ίδιο φόβο για κάθε εχθρική εκστρατεία.
[7.235.3] ἐκ ταύτης τῆς νήσου ὁρμώμενοι φοβεόντων τοὺς Λακεδαιμονίους. παροίκου δὲ πολέμου σφι ἐόντος οἰκηίου, οὐδὲν δεινοὶ ἔσονταί τοι μὴ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἁλισκομένης ὑπὸ τοῦ πεζοῦ βοηθέωσι ταύτῃ. καταδουλωθείσης δὲ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἀσθενὲς ἤδη τὸ Λακωνικὸν μοῦνον λείπεται. Λοιπόν, έχοντας ορμητήριο αυτό το νησί, οι δικοί σου ν᾽ απειλούν τους Λακεδαιμονίους. Κι όσο θα έχουν τον πόλεμο μπροστά στην πόρτα τους, δε θα ᾿χεις να φοβάσαι μήπως, την ώρα που το πεζικό σου θα υποδουλώνει την υπόλοιπη Ελλάδα, σπεύσουν αυτοί να τη βοηθήσουν. Κι όταν υποδουλωθεί εντελώς η υπόλοιπη Ελλάδα, τότε πια, μένοντας μονάχοι, οι Λακεδαιμόνιοι θα ᾿ναι αδύναμοι.
[7.235.4] ἢν δὲ ταῦτα μὴ ποιῇς, τάδε τοι προσδόκα ἔσεσθαι· ἔστι τῆς Πελοποννήσου ἰσθμὸς στεινός· ἐν τούτῳ τῷ χώρῳ, πάντων Πελοποννησίων συνομοσάντων ἐπὶ σοί, μάχας ἰσχυροτέρας ἄλλας τῶν γενομένων προσδέκεο ἔσεσθαί τοι. ἐκεῖνο δὲ ποιήσαντι ἀμαχητὶ ὅ τε ἰσθμὸς οὗτος καὶ αἱ πόλιες προσχωρήσουσι. Τώρα, αν δεν πράξεις αυτά, νά τί να περιμένεις να γίνει: υπάρχει στενός ισθμός στην Πελοπόννησο· αν όλοι οι Πελοποννήσιοι πάρουν όρκο να σε πολεμήσουν σ᾽ αυτό το μέρος, να ξέρεις πως σε περιμένουν μάχες πιο σκληρές απ᾽ αυτές που έγιναν. Αντίθετα, αν κάνεις το πρώτο που σου είπα, κι ο ισθμός που ανέφερα και οι πόλεις θα σου παραδοθούν χωρίς πόλεμο».
[7.236.1] λέγει μετὰ τοῦτον Ἀχαιμένης, ἀδελφεός τε ἐὼν Ξέρξεω καὶ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ στρατηγός, παρατυχών τε τῷ λόγῳ καὶ δείσας μὴ ἀναγνωσθῇ Ξέρξης ποιέειν ταῦτα· Ὦ βασιλεῦ, ὁρέω σε ἀνδρὸς ἐνδεκόμενον λόγους ὃς φθονέει τοι εὖ πρήσσοντι ἢ καὶ προδιδοῖ πρήγματα τὰ σά. καὶ γὰρ δὴ καὶ τρόποισι τοιούτοισι χρεώμενοι Ἕλληνες χαίρουσι· τοῦ τε εὐτυχέειν φθονέουσι καὶ τὸ κρέσσον στυγέουσι. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτόν λέει ο Αχαιμένης που ήταν αδερφός του Ξέρξη και ναύαρχος, καθώς παρακολουθώντας τη συνομιλία φοβήθηκε μήπως πειστεί ο Ξέρξης και βάλει σ᾽ ενέργεια αυτό το σχέδιο: «Βασιλιά μου, σε βλέπω ν᾽ ακούς μ᾽ ευχαρίστηση τα λόγια ανθρώπου που σε φθονεί για την ευτυχία σου, αν δε σε προδίνει κιόλας. Γιατί είναι χαρά των Ελλήνων να συμπεριφέρονται μ᾽ αυτό τον τρόπο· φθονούν την ευτυχία του άλλου και μισούν ό,τι είναι ανώτερο απ᾽ αυτούς.
[7.236.2] εἰ δ᾽ ἐπὶ τῇσι παρεούσῃσι τύχῃσι, τῶν νέες νεναυηγήκασι τετρακόσιαι, ἄλλας ἐκ τοῦ στρατοπέδου τριηκοσίας ἀποπέμψεις περιπλέειν Πελοπόννησον, ἀξιόμαχοί τοι γίνονται οἱ ἀντίπαλοι· ἁλὴς δὲ ἐὼν ὁ ναυτικὸς στρατὸς δυσμεταχείριστός τε αὐτοῖσι γίνεται, καὶ ἀρχὴν οὐκ ἀξιόμαχοί τοι ἔσονται, καὶ πᾶς ὁ ναυτικὸς τῷ πεζῷ ἀρήξει καὶ ὁ πεζὸς τῷ ναυτικῷ ὁμοῦ πορευόμενος· εἰ δὲ διασπάσεις, οὔτε σὺ ἔσεαι ἐκείνοισι χρήσιμος οὔτε ἐκεῖνοι σοί. Αν όμως κοντά στην πρόσφατη κακοτυχία, που έχουμε χάσει σε ναυάγιο τετρακόσια καράβια, πάρεις άλλα τριακόσια απ᾽ το στόλο και τα στείλεις να κάνουν περιπολίες στην Πελοπόννησο, νά που οι αντίπαλοι θα ᾿ναι σε θέση να συγκρουστούν μαζί σου· όσο όμως το ναυτικό μας είναι όλο συγκεντρωμένο, τους είναι πολύ δύσκολο να τα βγάλουν πέρα μαζί σου κι εντελώς αδύνατο να δώσουν μάχη με σένα· κι όλο το ναυτικό μας θα στηρίζει το πεζικό, και το πεζικό το ναυτικό, ακολουθώντας κοινή πορεία· αν όμως διασπάσεις τη δύναμή σου, ούτε εσύ θα μπορείς να δίνεις χέρι στο ναυτικό ούτε εκείνο σε σένα.
[7.236.3] τὰ σεωυτοῦ δὲ τιθέμενος εὖ γνώμην ἔχε τὰ τῶν ἀντιπολέμων μὴ ἐπιλέγεσθαι πρήγματα, τῇ τε στήσονται τὸν πόλεμον τά τε ποιήσουσι ὅσοι τε πλῆθός εἰσι. ἱκανοὶ γὰρ ἐκεῖνοί γε αὐτοὶ ἑωυτῶν πέρι φροντίζειν εἰσί, ἡμεῖς δὲ ἡμέων ὡσαύτως. Λακεδαιμόνιοι δὲ ἢν ἴωσι ἀντία Πέρσῃσι ἐς μάχην, οὐδὲν τὸ παρεὸν τρῶμα ἀκεῦνται. Τακτοποίησε λοιπόν με τον καλύτερο τρόπο το στράτευμά σου και πάρ᾽ το απόφαση να μη σκοτίζεσαι για τους αντιπάλους σου, πού θα σταθούν να πολεμήσουν, ποιά τακτική θ᾽ ακολουθήσουν στον πόλεμο και πόσοι είναι. Γιατί κι εκείνοι είναι ικανοί να φροντίζουν για τον εαυτό τους κι εμείς από τη μεριά μας για τον εαυτό μας. Αν λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι αποφασίσουν να δώσουν μάχη εναντίον των Περσών, δε θα βρουν καμιά γιατρειά για το πλήγμα που δέχτηκαν τώρα».
[7.237.1] ἀμείβεται Ξέρξης τοισίδε· Ἀχαίμενες, εὖ τέ μοι δοκέεις λέγειν καὶ ποιήσω ταῦτα. Δημάρητος δὲ λέγει μὲν τὰ ἄριστα ἔλπεται εἶναι ἐμοί, γνώμῃ μέντοι ἑσσοῦται ὑπὸ σεῦ. Ο Ξέρξης του αποκρίθηκε μ᾽ αυτά τα λόγια: «Αχαιμένη, οι προτάσεις σου μου φαίνονται σωστές κι αυτές θα εφαρμόσω. Κι ο Δημάρατος προτείνει αυτά που πιστεύει πως είναι τα καλύτερα για μένα, η γνώμη του όμως είναι κατώτερη απ᾽ τη δική σου.
[7.237.2] οὐ γὰρ δὴ κεῖνό γε ἐνδέξομαι ὅκως οὐκ εὐνοέει τοῖσι ἐμοῖσι πρήγμασι, τοῖσί τε λεγομένοισι πρότερον ἐκ τούτου σταθμώμενος καὶ τῷ ἐόντι, ὅτι πολιήτης μὲν πολιήτῃ εὖ πρήσσοντι φθονέει καὶ ἔστι δυσμενὴς τῇ σιγῇ, οὐδ᾽ ἂν συμβουλευομένου τοῦ ἀστοῦ πολιήτης ἀνὴρ τὰ ἄριστά οἱ δοκέοντα εἶναι ὑποθέοιτο, εἰ μὴ πρόσω ἀρετῆς ἀνήκοι· σπάνιοι δέ εἰσι οἱ τοιοῦτοι· Αλλά δε θα δεχτώ το άλλο, ότι δε βλέπει με καλό μάτι τις υποθέσεις μου· κι αυτό το συμπέρασμα βγάζω κι απ᾽ όσα προηγουμένως είπε κι από την πραγματικότητα, δηλαδή ότι ένας πολίτης φθονεί την ευτυχία του συμπολίτη του και δείχνει την κακή διάθεση με τη σιωπή του, κι ούτε αν του ζητούσε ο συμπολίτης συμβουλή θα του υποδείκνυε ο άλλος εκείνο που πιστεύει ότι είναι το καλύτερο, εκτός αν είναι άνθρωπος που έχει φτάσει στις κορυφές της αρετής· οι τέτοιοι όμως είναι σπάνιοι·
[7.237.3] ξεῖνος δὲ ξείνῳ εὖ πρήσσοντί ἐστι εὐμενέστατον πάντων, συμβουλευομένου τε ἂν συμβουλεύσειε τὰ ἄριστα. οὕτω ὦν κακολογίης πέρι τῆς ἐς Δημάρητον, ἐόντος ἐμοὶ ξείνου, ἔχεσθαί τινα τοῦ λοιποῦ κελεύω. αντίθετα, όταν κάποιος είναι δεμένος με φιλία με ξένο, δείχνει την πιο καλή διάθεση για την ευτυχία του ξένου φίλου του, κι αν του ζητηθεί συμβουλή, θα του συμβούλευε τα καλύτερα. Έτσι λοιπόν, διατάζω ο καθένας να κρατά το στόμα του κλειστό αποδώ και πέρα, αν είναι να κακολογήσει τον Δημάρατο, που είναι φίλος μου».
[7.238.1] ταῦτα εἴπας Ξέρξης διεξήιε διὰ τῶν νεκρῶν καὶ Λεωνίδεω, ἀκηκοὼς ὅτι βασιλεύς τε ἦν καὶ στρατηγὸς Λακεδαιμονίων, ἐκέλευσε ἀποταμόντας τὴν κεφαλὴν ἀνασταυρῶσαι. Αυτά είπε ο Ξέρξης και κατόπι περνούσε ανάμεσα απ᾽ τα πτώματα και διέταξε του Λεωνίδα, γιατί είχε ακούσει πως ήταν βασιλιάς και στρατηγός των Λακεδαιμονίων, να κόψουν το κεφάλι και να το κρεμάσουν σε κοντάρι.
[7.238.2] δῆλά μοι πολλοῖσι μὲν καὶ ἄλλοισι τεκμηρίοισι, ἐν δὲ καὶ τῷδε οὐκ ἥκιστα γέγονε, ὅτι βασιλεὺς Ξέρξης πάντων δὴ μάλιστα ἀνδρῶν ἐθυμώθη ζώοντι Λεωνίδῃ· οὐ γὰρ ἄν κοτε ἐς τὸν νεκρὸν ταῦτα παρενόμησε, ἐπεὶ τιμᾶν μάλιστα νομίζουσι τῶν ἐγὼ οἶδα ἀνθρώπων Πέρσαι ἄνδρας ἀγαθοὺς τὰ πολέμια. οἱ μὲν δὴ ταῦτα ἐποίευν, τοῖσι ἐπετέτακτο ποιέειν. Λοιπόν, κι από πολλές άλλες ενδείξεις, αλλά προπάντων απ᾽ αυτήν αντιλήφτηκα πως ο βασιλιάς Ξέρξης με κανέναν άλλο άνθρωπο δεν οργίστηκε όσο με τον Λεωνίδα, όσο ήταν ζωντανός· γιατί αλλιώτικα δε θ᾽ ασχημονούσε μ᾽ αυτό τον τρόπο στο πτώμα του, αφού απ᾽ όσους λαούς γνώρισα κανένας δε συνηθίζει να τιμά τους άντρες που έχουν πολεμική αρετή όσο οι Πέρσες. Λοιπόν αυτοί που πήραν την προσταγή αυτή, την εκτελούσαν.
[7.239.1] ἄνειμι δὲ ἐκεῖσε τοῦ λόγου τῇ μοι [τὸ] πρότερον ἐξέλιπε. ἐπύθοντο Λακεδαιμόνιοι ὅτι βασιλεὺς στέλλοιτο ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα πρῶτοι, καὶ οὕτω δὴ ἐς τὸ χρηστήριον τὸ ἐς Δελφοὺς ἀπέπεμψαν, ἔνθα δή σφι ἐχρήσθη τὰ ὀλίγῳ πρότερον εἶπον· ἐπύθοντο δὲ τρόπῳ θωμασίῳ. Τώρα ξαναγυρνώ σε προγενέστερο περιστατικό της ιστορίας μου, όπου παρέλειψα κάτι. Πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι πληροφορήθηκαν πως ο βασιλιάς ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας, κι έτσι έστειλαν απεσταλμένους στο μαντείο των Δελφών, όπου τους δόθηκε ο χρησμός που ανέφερα λίγο παραπάνω· και το πληροφορήθηκαν με αξιοπερίεργο τρόπο.
[7.239.2] Δημάρητος γὰρ ὁ Ἀρίστωνος φυγὼν ἐς Μήδους, ὡς μὲν ἐγὼ δοκέω, καὶ τὸ οἰκὸς ἐμοὶ συμμάχεται, οὐκ ἦν εὔνοος Λακεδαιμονίοισι, πάρεστι δὲ εἰκάζειν εἴτε εὐνοίῃ ταῦτα ἐποίησε εἴτε καὶ καταχαίρων· ἐπείτε γὰρ Ξέρξῃ ἔδοξε στρατηλατέειν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἐὼν ἐν Σούσοισι ὁ Δημάρητος καὶ πυθόμενος ταῦτα ἠθέλησε Λακεδαιμονίοισι ἐξαγγεῖλαι. Δηλαδή ο Δημάρατος, ο γιος του Αρίστωνος, που κατέφυγε στους Μήδους, όπως εγώ πιστεύω κι απ᾽ ό,τι έδειξαν τα πράματα δεν πέφτω έξω, δεν ήθελε το καλό των Λακεδαιμονίων· κι έτσι μπορεί κανείς να κάνει υποθέσεις αν η ακόλουθη ενέργειά του ήταν από φιλική διάθεση ή από χαιρεκακία: όταν ο Ξέρξης αποφάσισε να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας, ο Δημάρατος, που ήταν στα Σούσα, μαθαίνοντάς το θέλησε να το αναγγείλει στους Λακεδαιμονίους.
[7.239.3] ἄλλως μὲν δὴ οὐκ εἶχε σημῆναι· ἐπικίνδυνον γὰρ ἦν μὴ λαμφθείη· ὁ δὲ μηχανᾶται τοιάδε· δελτίον δίπτυχον λαβὼν τὸν κηρὸν αὐτοῦ ἐξέκνησε καὶ ἔπειτα ἐν τῷ ξύλῳ τοῦ δελτίου ἔγραψε τὴν βασιλέος γνώμην, ποιήσας δὲ ταῦτα ὀπίσω ἐπέτηξε τὸν κηρὸν ἐπὶ τὰ γράμματα, ἵνα φερόμενον κεινὸν τὸ δελτίον μηδὲν πρῆγμα παρέχοι πρὸς τῶν ὁδοφυλάκων. Άλλο τρόπο λοιπόν δεν είχε να στείλει το μήνυμα, γιατί διέτρεχε τον κίνδυνο να συλληφθεί· κι έτσι σοφίστηκε το εξής: πήρε δίπτυχο πινάκιο και ξύνοντας το γύμνωσε απ᾽ το κερί του κι έπειτα χαράζοντας το ξύλο του πινακίου έγραψε την απόφαση του βασιλιά· κι αφού το ᾿κανε αυτό, ξαναέλιωσε το κερί και το έχυσε πάνω στα γράμματα, έτσι ώστε, καθώς το πινάκιο θα μεταφερόταν άγραφο, να μη προκαλέσει την υποψία των φρουρών των δρόμων.
[7.239.4] ἐπεὶ δὲ καὶ ἀπίκετο ἐς τὴν Λακεδαίμονα, οὐκ εἶχον συμβαλέσθαι οἱ Λακεδαιμόνιοι, πρίν γε δή σφι, ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι, Κλεομένεος μὲν θυγάτηρ, Λεωνίδεω δὲ γυνὴ Γοργὼ ὑπέθετο ἐπιφρασθεῖσα αὐτή, τὸν κηρὸν ἐκκνᾶν κελεύουσα, καὶ εὑρήσειν σφέας γράμματα ἐν τῷ ξύλῳ. πειθόμενοι δὲ εὗρον καὶ ἐπελέξαντο, ἔπειτα δὲ τοῖσι ἄλλοισι Ἕλλησι ἐπέστειλαν. ταῦτα μὲν δὴ οὕτω λέγεται γενέσθαι. Κι όταν αυτό έφτασε στη Σπάρτη, οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήξεραν τί να κάνουν μ᾽ αυτό, ώς την ώρα που, σύμφωνα με τις πληροφορίες που πήρα, η Γοργώ, η θυγατέρα του Κλεομένη και γυναίκα του Λεωνίδα, μάντεψε το τέχνασμα και τους συμβούλεψε, παρακινώντας τους να αφαιρέσουν το κερί ξύνοντάς το, και θα βρουν μήνυμα χαραγμένο στο ξύλο. Λοιπόν την άκουσαν, το βρήκαν και το διάβασαν κι ύστερα ειδοποίησαν και τους άλλους Έλληνες. Λοιπόν, έτσι λένε πως έγιναν αυτά.

Τα σχόλια είναι κλειστά.