Γράφοντας στο βιβλίο αυτό για τη ζωή του βασιλιά Αλέξανδρου και του Καίσαρα, από τον οποίο ανατράπηκε ο Πομπήιος, δεν θα κάνουμε, λόγω της πληθώρας των πράξεων που πραγματευόμαστε, κανέναν άλλον πρόλογο παρά θα ζητήσουμε από τους αναγνώστες να μη μας κατακρίνουν, εάν δεν καλύψουμε τα πάντα μήτε και αναφερθούμε λεπτομερώς στην καθεμιά χωριστά από τις περιβόητες πράξεις τους, αλλά μιλήσουμε συνοπτικά για τις περισσότερες από αυτές.
Γιατί δεν γράφουμε ιστορίες αλλά βίους· ούτε και στις πιο επιφανείς πράξεις υπάρχει απαραίτητα απόδειξη αρετής ή κακίας, αλλά πολλές φορές ένα πράγμα ασήμαντο, όπως μια λέξη ή ένα αστείο, δείχνει εμφανέστερα τον χαρακτήρα από ό,τι μάχες πολύνεκρες, οι πιο μεγάλοι πολεμικοί σχηματισμοί και πολιορκίες πόλεων.
Όπως ακριβώς λοιπόν οι ζωγράφοι παίρνουν τα χαρακτηριστικά από το πρόσωπο και από την έκφραση των ματιών, από τα οποία φαίνεται ο χαρακτήρας, δείχνοντας ελάχιστο ενδιαφέρον στα υπόλοιπα μέρη του σώματος, έτσι πρέπει να επιτραπεί και σε μας να επικεντρωθούμε περισσότερο στα σημεία της ψυχής και με αυτά να παρουσιάσουμε τη ζωή του καθενός, αφήνοντας στους άλλους τα μεγάλα έργα και τους αγώνες.
Ότι ο Αλέξανδρος ήταν στην καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του απόγονος του Ηρακλή από τον Κάρανο, ενώ από την πλευρά της μητέρας του ήταν απόγονος του Αιακού από τον Νεοπτόλεμο, είναι από τα πλέον αποδεκτά.
Λένε για τον Φίλιππο ότι, αφότου μυήθηκε μαζί με την Ολυμπιάδα στα Μυστήρια της Σαμοθράκης, ο ίδιος νεαρός ακόμη και εκείνη ορφανή, την ερωτεύτηκε και, αφού έπεισε τον αδερφό της Αρύββα, κανόνισε αμέσως τον γάμο.
Η νύφη λοιπόν, πριν το βράδυ κατά το οποίο κοιμήθηκαν μαζί στο νυφικό κρεβάτι, ένιωσε πως, αφού ακούστηκε βροντή, έπεσε κεραυνός στην κοιλιά της και από το χτύπημα άναψε μεγάλη φωτιά, η οποία στη συνέχεια, αφού έσκασε σε φλόγες προς όλες τις κατευθύνσεις, έσβησε.
Ύστερα από καιρό μετά τον γάμο ο Φίλιππος είδε όνειρο ότι έβαλε ο ίδιος σφραγίδα στην κοιλιά της γυναίκας. Το έμβλημα της σφραγίδας παρίστανε κατά τη γνώμη του ένα λιοντάρι.
Κι ενώ οι άλλοι μάντεις ερμήνευαν το όνειρο διακατεχόμενοι από υποψίες ότι ο Φίλιππος χρειαζόταν να είναι πολύ προσεκτικός σχετικά με τον γάμο του, ο Αρίστανδρος από την Τελμησσό είπε ότι η γυναίκα ήταν έγκυος, γιατί καμιά σφραγίδα δεν αποτυπώνεται πάνω σε κάτι άδειο· και μάλιστα κυοφορεί παιδί ζωηρό σαν λιοντάρι.
Κάποτε, ενώ κοιμόταν η Ολυμπιάδα, είδαν φίδι τεντωμένο δίπλα στο κορμί της και λένε ότι αυτός κυρίως ήταν ο λόγος που ο Φίλιππος άμβλυνε την αγάπη και τις φιλοφροσύνες του, με αποτέλεσμα να μην πηγαίνει συχνά να πλαγιάσει δίπλα της, είτε επειδή φοβήθηκε μάγια επάνω του και δηλητήρια από τη γυναίκα του είτε επειδή δικαιολογούσε την έλλειψη επαφής, γιατί πίστευε ότι η γυναίκα αυτή συνευρίσκετο με κάποιο ανώτερο ον.
Σχετικά με αυτά υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, ότι όλες οι γυναίκες σε εκείνα τα μέρη ήταν μυημένες στα Ορφικά και στις οργιαστικές τελετές του Διονύσου από τα πολύ παλαιά χρόνια, που επονομάζονταν Κλώδωνες και Μιμαλλόνες, και ότι κάνουν πολλά όμοια με τις Ηδωνίδες και τις Θρακιώτισσες της περιοχής του Αίμου.
H Ολυμπιάδα όμως, καθώς ενθουσιαζόταν από τη μύηση περισσότερο από τις άλλες γυναίκες και εκδήλωνε τις εμπνεύσεις με πιο άγριο τρόπο, έφερνε στις παρέες μεγάλα εξημερωμένα φίδια, που πολλές φορές, βγαίνοντας από τον κισσό και τα κάνιστρα των μυστηρίων, περιτυλίγονταν στα ραβδιά και τα στεφάνια των γυναικών και καταφόβιζαν τους άνδρες.
Λένε ότι ο Φίλιππος μετά το όνειρο έστειλε στους Δελφούς τον Χαίρωνα από τη Μεγαλόπολη. Αυτός του έφερε χρησμό από τον θεό, ο οποίος τον πρόσταζε να προσφέρει θυσίες στον Άμμωνα Δία και να σέβεται τον θεό αυτόν περισσότερο από τους άλλους·
ακόμη ο χρησμός έλεγε ότι θα χάσει το ένα από τα δύο μάτια του, εκείνο που κόλλησε στη χαραμάδα της πόρτας και είδε τον θεό να κοιμάται με τη γυναίκα του με τη μορφή φιδιού.
Η Ολυμπιάδα, εξάλλου, ξεπροβοδώντας τον Αλέξανδρο για την εκστρατεία και αποκαλύπτοντας μόνο σ᾽ αυτόν, όπως λέει ο Ερατοσθένης, το μυστικό της γέννησής του, τον συμβούλευσε να συμπεριφέρεται όπως ταιριάζει στην καταγωγή του·
Παίρνοντας αφορμή από αυτό το γεγονός ο Ηγησίας από τη Μαγνησία είχε πει μια εξυπνάδα ικανή με την κρυάδα της να σβήσει την πυρκαγιά εκείνη· είπε δηλαδή ότι ήταν αναμενόμενο να καεί ο ναός, αφού η Άρτεμη ασχολούνταν με τη γέννηση του Αλέξανδρου.
Όσοι μάγοι έτυχε τότε να βρίσκονται στην Έφεσο, θεωρώντας ότι η πυρπόληση του ναού ήταν σημάδι άλλης καταστροφής, έτρεχαν πέρα δώθε, χτυπώντας τα πρόσωπά τους και φωνάζοντας δυνατά ότι η ημέρα εκείνη είχε φέρει στον κόσμο καταστροφή και μεγάλη συμφορά για την Ασία.
Στον Φίλιππο, εξάλλου, που πρόσφατα είχε κυριεύσει την Ποτίδαια, είχαν φτάσει τρεις ειδήσεις ταυτόχρονα· η μια ότι οι Ιλλυριοί είχαν ηττηθεί σε μεγάλη μάχη από τον Παρμενίωνα, η άλλη ότι το άλογό του είχε νικήσει στους Ολυμπιακούς αγώνες και η τρίτη για τη γέννηση του Αλέξανδρου.
Τον Φίλιππο, ευχαριστημένο, όπως ήταν φυσικό, με όλα αυτά, ξεσήκωναν οι μάντεις ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι το παιδί θα είναι αήττητο, αφού συνέπεσε η γέννησή του με τρεις νίκες.
Τη σωματική διάπλαση του Αλέξανδρου αποδίδουν περισσότερο από όλους οι ανδριάντες του Λυσίππου, από τον οποίο και μόνο ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε αξιώσει να γίνονται τα αγάλματά του.
Ο γλύπτης είχε κρατήσει με ακρίβεια σε όλα τα αγάλματα του βασιλιά αυτό κυρίως που πολλοί από τους διαδόχους και τους φίλους του μιμούνταν αργότερα, το σήκωμα του αυχένα που είχε ελαφρά κλίση προς τα αριστερά και την υγρότητα των ματιών του.
Ο Απελλής, εξάλλου, ζωγραφίζοντάς τον να κρατάει τον κεραυνό, δεν απέδωσε το χρώμα του, αλλά τον παρουσίασε πιο σκούρο και πιο μελαμψό. Ήταν άσπρος, όπως λένε, και η ασπράδα του κοκκίνιζε στο στήθος του περισσότερο και στο πρόσωπο.
Στα υπομνήματα, εξάλλου, του Αριστόξενου διαβάσαμε ότι το δέρμα του απέπνεε μια ευχάριστη μυρωδιά και μια ευωδιά άρχιζε από το στόμα και διαπερνούσε όλο το κορμί του, έτσι που να γεμίζουν και οι χιτώνες του.
Αυτό ίσως να οφειλόταν στην κράση του σώματός του, που ήταν πολύ θερμή και φλογερή. Γιατί, κατά τον Θεόφραστο, η ευωδιά προέρχεται από την πέψη των υγρών λόγω της θερμότητας.
Γι᾽ αυτό οι ξηροί και πολύ ζεστοί τόποι της γης παράγουν τα περισσότερα και ωραιότερα αρώματα· γιατί ο ήλιος στεγνώνει το υγρό που επικάθεται στην επιφάνεια των σωμάτων σαν είδος σαπίλας.
Από την παιδική ακόμη ηλικία διαφαινόταν η σύνεσή του. Ενώ στα άλλα ήταν ορμητικός και ασυγκράτητος, στις σωματικές ηδονές ήταν συγκρατημένος και τις δοκίμαζε με πολλή ηρεμία· η φιλοδοξία του παρά την ηλικία του κρατούσε το φρόνημά του σοβαρό και μεγαλόψυχο.
Δεν αγαπούσε τη δόξα που προερχόταν από οτιδήποτε ούτε και την κάθε μορφή της, όπως ο Φίλιππος, που περηφανευόταν για τη σοφιστική ικανότητα του λόγου του και αποτύπωνε πάνω στα νομίσματα τις νίκες των αρμάτων του στην Ολυμπία·
αλλά και, όταν οι γύρω από αυτόν επιχειρούσαν να μάθουν αν είχε την πρόθεση να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες σε αγώνα δρόμου, γιατί ήταν πολύ γρήγορος στο τρέξιμο, απαντούσε «εάν βέβαια επρόκειτο να έχω ανταγωνιστές βασιλιάδες».
Γενικά δεν συμπαθούσε και πολύ, όπως φαίνεται, τους αθλητές· μολονότι διοργάνωσε παρά πολλούς αγώνες όχι μόνο για τραγωδούς, αυλητές και κιθαρωδούς αλλά και για ραψωδούς και για κυνήγι κάθε είδους και κονταρομαχίες, δεν όρισε βραβείο με κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον ούτε για αγώνες πυγμαχίας ούτε για παγκράτιο.
Κάποτε που απουσίαζε ο Φίλιππος, φιλοξενούσε αυτός τους πρέσβεις που είχαν έρθει από τον βασιλιά των Περσών. Αποκτώντας οικειότητα μαζί τους, τους σκλάβωσε τόσο πολύ με τις περιποιήσεις του και με το ότι δεν έκανε καμιά παιδική ερώτηση ούτε και ανόητη,
αλλά ζητούσε να μάθει τις αποστάσεις και τον τρόπο πορείας προς το εσωτερικό της Ασίας, πώς αντιμετώπιζε ο βασιλιάς τους τούς πολέμους, ποιά η ισχύς των όπλων και η δύναμη της Περσίας,
ώστε εκείνοι να θαυμάζουν και την πολυσυζητημένη ρητορική ικανότητα του Φιλίππου να τη θεωρούν εντελώς ασήμαντη μπροστά στην ορμή και την τάση του παιδιού για μεγάλα κατορθώματα.
Κάθε φορά που έφτανε είδηση ότι ο Φίλιππος ή είχε κυριέψει κάποια ξακουστή πόλη ή είχε νικήσει σε κάποια σημαντική μάχη, δεν ήταν πολύ χαρούμενος που το άκουγε, αλλά έλεγε στους συνομηλίκους του: «παιδιά, όλα θα τα προλάβει ο πατέρας μου, σ᾽ εμένα δεν θα αφήσει να πετύχω μαζί σας κανένα κατόρθωμα μεγάλο και λαμπρό».
Δεν ζήλευε ούτε την ηδονή ούτε και τον πλούτο, αλλά πίστευε ότι, όσο περισσότερη αρετή και δόξα θα κληρονομούσε από τον πατέρα του, τόσο λιγότερη θα αποκτούσε ο ίδιος με τις δικές του δυνάμεις.
Γι᾽ αυτό, καθώς είχε τη γνώμη ότι στον Φίλιππο οφείλονταν τα κατορθώματα για την επέκταση του βασιλείου, δεν επιθυμούσε χρήματα μήτε χλιδή και απολαύσεις, αλλά να παραλάβει μια εξουσία που να έχει αγώνες, πολέμους και φιλοδοξίες.
Όπως ήταν φυσικό, πολλοί είχαν αναλάβει τη φροντίδα του Αλέξανδρου, που λέγονταν τροφοί, παιδαγωγοί και δάσκαλοι· αλλά σε όλους αυτούς τον πρώτο ρόλο είχε ο Λεωνίδας, άνδρας με αυστηρό χαρακτήρα και συγγενής της Ολυμπιάδας, που δεν απέφευγε το όνομα του παιδαγωγού, που έχει ωραίο και λαμπρό έργο, αλλά από τους άλλους, λόγω του αξιώματος και της συγγένειας, αποκαλούνταν τροφός του Αλέξανδρου και καθηγητής.
Εκείνος όμως που κατείχε τον ρόλο και τον τίτλο του παιδαγωγού ήταν ο Λυσίμαχος, Ακαρνάνας στην καταγωγή, που δεν είχε κανένα γενικά προσόν, αλλά επειδή αυτοαποκαλούνταν Φοίνικας, έλεγε τον Αλέξανδρο Αχιλλέα και τον Φίλιππο Πηλέα, ήταν αγαπητός και είχε τη δεύτερη θέση στη φροντίδα της διαπαιδαγώγησης του Αλέξανδρου.
Όταν ο Φιλόνικος ο Θεσσαλός είχε φέρει στον Φίλιππο τον Βουκεφάλα για να τον αγοράσει για τριάντα τάλαντα, κατέβηκαν στην πεδιάδα για να δοκιμάσουν το άλογο , που φαινόταν ατίθασο και γενικά δύσκολο να το αντιμετωπίσει κανείς, αφού ούτε δεχόταν αναβάτη ούτε ανεχόταν τη φωνή κανενός από τους ανθρώπους του Φιλίππου, αλλά αγρίευε με όλους.
Και ενώ ο Φίλιππος άρχισε να δυσανασχετεί και έδωσε εντολή να απομακρύνουν το άλογο, επειδή κατά τη γνώμη του ήταν πάρα πολύ άγριο και ατίθασο, ο Αλέξανδρος που ήταν παρών είπε: «τι άλογο χάνουν, επειδή δεν μπορούν να το χειριστούν από απειρία και μαλθακότητα». Στην αρχή ο Φίλιππος σιώπησε·
επειδή όμως ο Αλέξανδρος έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια πολλές φορές και είχε ταραχθεί, ο Φίλιππος είπε: «τολμάς και κατακρίνεις εσύ τους μεγαλύτερους, επειδή πιστεύεις ότι ξέρεις κάτι περισσότερο ο ίδιος ή επειδή μπορείς να κουμαντάρεις το άλογο καλύτερα;»
«Αυτό τουλάχιστον» είπε «θα μπορούσα να το χειριστώ καλύτερα από άλλον». «Αν δεν το χειριστείς, ποιά τιμωρία πρέπει να υποστείς για την αυθάδειά σου;» «Θα πληρώσω εγώ, μα τον Δία» είπε «την αξία του αλόγου».
Έπεσε τότε γέλιο· στη συνέχεια όμως, αφού συμφώνησαν μεταξύ τους την τιμή σε χρήμα, έτρεξε αμέσως προς το άλογο, έπιασε τα χαλινάρια και το έστρεψε προς τον ήλιο, επειδή κατάλαβε, καθώς φαίνεται, ότι, βλέποντας το άλογο τη σκιά του να πέφτει μπροστά του και να κινείται, τρόμαζε.
Και, αφού έτρεξε για λίγο δίπλα στο άλογο κρατώντας τα χαλινάρια, ενώ αυτό κάλπαζε, και το χάιδεψε, καθώς το έβλεπε γεμάτο θυμό και αγριάδα, πέταξε ήσυχα τη χλαμύδα και με ένα πήδημα κάθισε σταθερά επάνω του.
Τράβηξε ελαφριά με τα λουριά το χαλινάρι και έσφιξε το λουρί χωρίς μαστίγωμα και σπιρούνιασμα. Και καθώς έβλεπε ότι το άλογο έπαψε να είναι απειλητικό και ήταν έτοιμο να τρέξει, χαλάρωσε τα χαλινάρια και το άφησε να τρέξει, φωνάζοντας πια πιο δυνατά και χτυπώντας το με τα πόδια.
Στην αρχή ο Φίλιππος και η ακολουθία του ήταν αγχωμένοι και σιωπηλοί· μόλις όμως έστριψε και γύρισε πίσω σοβαρός και χαρούμενος, όλοι γενικά ζητωκραύγασαν· ο πατέρας του όμως λένε πως δάκρυσε κάπως από χαρά και, αφού κατέβηκε ο Αλέξανδρος από το άλογο, τον φίλησε και του είπε: «παιδί μου, να ζητήσεις βασίλειο ισάξιο με σένα, γιατί η Μακεδονία δεν σε χωράει».
Καθώς ο Φίλιππος διέβλεπε ότι η φύση του Αλέξανδρου ήταν ανυπότακτη και δεν υπέκυπτε στη βία κατά τις φιλονικίες, αλλά, αντίθετα, η λογική τον οδηγούσε εύκολα προς το πρέπον, ο ίδιος προσπαθούσε μάλλον να τον πείθει παρά να τον προστάζει.
Και τη φροντίδα και την κατάρτισή του, επειδή κατά τη γνώμη του ήταν υπόθεση σπουδαιότερης σημασίας και σύμφωνα με τον Σοφοκλή έργο για πολλά χαλινά και τιμόνια συνάμα, δεν την πολυεμπιστεύτηκε στους δασκάλους της μουσικής και των βασικών μαθημάτων, αλλά έστειλε και κάλεσε τον πιο φημισμένο και σοφό από τους φιλοσόφους, τον Αριστοτέλη, καταβάλλοντάς του καλά και αντάξιά του δίδακτρα.
Έκτισε εκ νέου τα Στάγειρα, από όπου καταγόταν ο Αριστοτέλης και που ο ίδιος είχε καταστρέψει, επανέφερε τους πολίτες που είχαν εξοριστεί και απελευθέρωσε όσους είχαν γίνει δούλοι.
Σχολή και τόπο διαμονής γι᾽ αυτούς όρισε το Νυμφαίο στην περιοχή της Μίεζας, όπου μέχρι και σήμερα δείχνουν τα πέτρινα καθίσματα του Αριστοτέλη και τους σκιερούς χώρους για τον περίπατο.
Φαίνεται πως ο Αλέξανδρος δέχτηκε όχι μόνο μαθήματα ηθικής και πολιτικής, αλλά και πήρε μέρος σε μυστικές και βαθύτερες διδασκαλίες, που οι άνδρες ιδίως αποκαλούσαν ακροαματικές και ανώτερες και δεν τις κοινολογούσαν στον πολύ κόσμο.
Πράγματι, είχε περάσει ήδη στην Ασία, όταν πληροφορήθηκε ότι είχαν εκδοθεί από τον Αριστοτέλη σε βιβλία κάποιοι λόγοι σχετικά με αυτά. Του έγραψε λοιπόν επιστολή, της οποίας υπάρχει αντίγραφο, υπεραμυνόμενος της φιλοσοφίας: «Ο Αλέξανδρος χαιρετά τον Αριστοτέλη.
Δεν έκανες καλά που εξέδωσες τους ακροαματικούς λόγους· σε τι λοιπόν θα διαφέρουμε εμείς από τους άλλους, εάν οι λόγοι, σύμφωνα με τους οποίους μορφωθήκαμε, θα γίνουν κτήμα όλων; Εγώ προσωπικά θα επιθυμούσα να ξεχωρίζω ως προς τις γνώσεις για τα πιο ωραία πράγματα παρά ως προς τη δύναμη. Να είσαι καλά».
Πράγματι, η πραγματεία του «Μετά τα Φυσικά», που δεν έχει καμιά χρησιμότητα για διδασκαλία και μάθηση, έχει γραφεί εξαρχής ως υπόδειγμα για τους μορφωμένους.
Έχω τη γνώμη ότι ο Αριστοτέλης ήταν αυτός που περισσότερο από τους άλλους ενέπνευσε στον Αλέξανδρο την αγάπη για την ιατρική. Γιατί δεν αρκέστηκε μόνο στη θεωρία, αλλά βοηθούσε και τους φίλους, όταν αρρώσταιναν, και έγραφε συνταγές για κάποιες θεραπείες και δίαιτες, όπως μπορεί να το διαπιστώσει κανείς από τις επιστολές.
Ο Αλέξανδρος ήταν από τη φύση του φίλος της λογοτεχνίας και της μάθησης και αγαπούσε και το διάβασμα. Την Ιλιάδα τη θεωρούσε και την ονόμαζε εφόδιο της πολεμικής αρετής· την είχε πάρει από τον Αριστοτέλη, που την είχε διορθώσει, και είναι αυτή που ονομάζουν «εκ του νάρθηκος». Την είχε πάντοτε μαζί με το μαχαίρι του κάτω από το μαξιλάρι, όπως ιστορεί ο Ονησίκριτος.
Επειδή στους μακρινούς τόπους της Ασίας δεν είχε άλλα βιβλία, διέταξε τον Άρπαλο να του στείλει. Και εκείνος του έστειλε τα βιβλία του Φίλιστου και αρκετές από τις τραγωδίες του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου και διθυράμβους του Τελέστου και του Φιλόξενου.
Όσο για τον Αριστοτέλη, ενώ στην αρχή τον θαύμαζε και τον αγαπούσε όχι λιγότερο από τον πατέρα του, όπως ο ίδιος έλεγε, γιατί σε εκείνον χρωστούσε τη ζωή του, σ᾽ αυτόν την ενάρετη ζωή, αργότερα τον θεώρησε κάπως ύποπτο, όχι στον βαθμό να του κάνει κάποιο κακό, αλλά, καθώς οι φροντίδες δεν είχαν πια, όπως στην αρχή, εκείνη τη σφοδρή ζεστασιά, στάθηκαν απόδειξη της διαφοροποίησής του.
Ωστόσο, η έμφυτη αγάπη, ο ζήλος και ο πόθος για τη φιλοσοφία, που είχαν αναπτυχθεί σ᾽ αυτόν μαζί από την αρχή, δεν είχαν ξεριζωθεί από την ψυχή του, όπως μαρτυρούν η τιμή προς τον Ανάξαρχο, τα πενήντα τάλαντα που έστειλε στον Ξενοκράτη, καθώς και οι Δάνδαμις και Καλανός που τόσο τους φρόντισε.
Όταν ο Φίλιππος βρισκόταν σε εκστρατεία εναντίον του Βυζαντίου, ο Αλέξανδρος ήταν δεκαέξι χρόνων και παρέμεινε στη Μακεδονία κύριος των πραγμάτων και της σφραγίδας. Υπέταξε τους Μαίδους, που είχαν επαναστατήσει, και, αφού κυρίεψε την πόλη τους, έδιωξε τους βαρβάρους, έφερε εκεί να κατοικήσουν μεικτό πληθυσμό, και την ονόμασε Αλεξανδρούπολη.
Στη Χαιρώνεια, εξάλλου, που ήταν παρών, πήρε μέρος στη μάχη εναντίον των Ελλήνων και λέγεται ότι ήταν ο πρώτος που διέσπασε τις τάξεις του ιερού λόχου των Θηβαίων.
Ακόμη και στην εποχή μας έδειχναν κοντά στον Κηφισό μια παλαιά βαλανιδιά, που ονομαζόταν του Αλέξανδρου, γιατί εκεί κοντά είχε στήσει τότε τη σκηνή του· επίσης δεν είναι μακριά και το νεκροταφείο των Μακεδόνων.
Εξαιτίας λοιπόν αυτών ο Φίλιππος, όπως ήταν φυσικό, υπεραγαπούσε τον γιο του, ώστε να χαίρεται, όταν οι Μακεδόνες αποκαλούσαν τον Αλέξανδρο βασιλιά και τον Φίλιππο στρατηγό.
Οι ανακατωσούρες στο παλάτι για τους γάμους και τους έρωτες του Φιλίππου, εξαιτίας των οποίων και η βασιλεία κατά κάποιον τρόπο μαζί με τον γυναικωνίτη βρισκόταν σε νοσηρή κατάσταση, δημιουργούσαν πολλές κατηγορίες και μεγάλες φασαρίες, τις οποίες ενέτεινε η σκληρότητα της Ολυμπιάδας, που όντας ζηλιάρα και με κακή ψυχική διάθεση εκνεύριζε τον Αλέξανδρο.
Εντελώς απροκάλυπτη αφορμή φασαρίας δημιούργησε ο Άτταλος στους γάμους της Κλεοπάτρας, που τη νυμφεύτηκε ο Φίλιππος, καθώς την ερωτεύτηκε παρά το νεαρόν της ηλικίας της.
Ο θείος της ο Άτταλος, μεθυσμένος καθώς ήταν στο γαμήλιο τραπέζι, προκαλούσε τους Μακεδόνες να γεννηθεί από τον Φίλιππο και την Κλεοπάτρα γνήσιος διάδοχος του βασιλείου.
Τότε ο Φίλιππος σηκώθηκε απειλητικά εναντίον του τραβώντας το ξίφος του. Ευτυχώς όμως και για τους δυο παραπάτησε από τον θυμό και το μεθύσι και έπεσε.
Τότε ο Αλέξανδρος ειρωνευόμενος είπε: «αυτός λοιπόν, άνδρες, είναι που ετοιμαζόταν να περάσει από την Ευρώπη στην Ασία, αυτός που περνώντας από το ένα κρεβάτι στο άλλο είναι πεσμένος κάτω».
Μετά τις πρώτες χαιρετούρες και φιλοφρονήσεις, όταν ο Φίλιππος τον ρώτησε πώς τα πάνε μεταξύ τους οι Έλληνες, είπε: «Σ᾽ εσένα προπάντων, Φίλιππε, που έχεις προκαλέσει τόση αναστάτωση και τόσες συμφορές στο σπίτι σου ταιριάζει να φροντίζεις για την Ελλάδα».
Όταν ο Πιξώδαρος, ο σατράπης της Καρίας, προσπαθώντας να εισχωρήσει στη συμμαχία του Φιλίππου μέσω συγγένειας, έβαλε εμπρός να παντρέψει τη μεγαλύτερη θυγατέρα του με τον Αρριδαίο, τον γιο του Φιλίππου και έστειλε γι᾽ αυτό τον σκοπό στη Μακεδονία τον Αριστόκριτο, αμέσως οι φίλοι και η μητέρα του Αλέξανδρου άρχισαν τα λόγια και τις διαβολές προς αυτόν, ότι τάχα ο Φίλιππος προόριζε τον Αρριδαίο για τη βασιλεία με λαμπρούς γάμους και με μεγάλα γεγονότα.
Ταραγμένος από αυτά ο Αλέξανδρος στέλνει στην Καρία τον Θεσσαλό, τον υποκριτή των τραγωδιών, για να συζητήσει με τον Πιξώδαρο ότι πρέπει να αφήσει τον νόθο και ανόητο γιο και να στρέψει το ενδιαφέρον του προς τον Αλέξανδρο.
Αυτά άρεσαν στον Πιξώδαρο πολύ περισσότερο από τα προηγούμενα. Όταν όμως τα πληροφορήθηκε ο Φίλιππος, πήγε στο δωμάτιο του Αλέξανδρου, αφού πήρε μαζί του έναν από τους φίλους και συντρόφους του γιου του, τον Φιλώτα, τον γιο του Παρμενίωνα, του έκανε αυστηρές συστάσεις και τον κορόιδεψε πικρόχολα ως κατώτερο της καταγωγής του και ανάξιο των αγαθών που τον περιέβαλλαν, αφού αρκείται στο να γίνει γαμπρός ενός ανθρώπου από την Καρία, δούλου ενός βάρβαρου βασιλιά.
Όσο για τον Θεσσαλό, έγραψε στους Κορινθίους να του τον στείλουν αλυσοδεμένο. Από τους άλλους φίλους του Αλέξανδρου, τον Άρπαλο, τον Νέαρχο και ακόμη τους Ερύγυιο και Πτολεμαίο, τους έδιωξε από τη Μακεδονία. Αργότερα τους επανέφερε ο Αλέξανδρος και τους περιέβαλε με τις μεγαλύτερες τιμές.
Όταν ο Παυσανίας σκότωσε τον Φίλιππο, επειδή σύμφωνα με την άποψη του Άτταλου και της Κλεοπάτρας ταπεινώθηκε και δεν πήρε ικανοποίηση, οι περισσότερες κατηγορίες επικεντρώθηκαν στην Ολυμπιάδα, ότι αυτή τάχα παρακίνησε και παρότρυνε τον θυμωμένο νεαρό· κάποια διαβολή μάλιστα έθιγε και τον Αλέξανδρο.
Λένε δηλαδή ότι, όταν τον συνάντησε ο Παυσανίας έπειτα από εκείνη την ταπείνωση κλαίγοντας, εκείνος του πέταξε τούτον τον στίχο της Μήδειας τον πεθερό και τον γαμπρό και τη νύφη.
Ωστόσο, ερευνώντας αργότερα για τους συνυπεύθυνους της επιβουλής, τους βρήκε και τους τιμώρησε· όσο για την Ολυμπιάδα, τα έβαλε μαζί της, επειδή κατά την απουσία του συμπεριφέρθηκε σκληρά προς την Κλεοπάτρα.
Γιατί ούτε τα βαρβαρικά και γειτονικά έθνη ανέχονταν τη σκλαβιά, καθώς ποθούσαν τα πατρικά τους βασίλεια, ούτε και την Ελλάδα, παρόλο που επικράτησε με τα όπλα, είχε χρόνο ώστε να την ενώσει και να την κρατά υπό τον έλεγχό του, αλλά, αφού άλλαξε μόνο τα πράγματα και δημιούργησε αναστάτωση, άφησε μια κατάσταση πολύ ταραγμένη και με ασυνήθιστη κινητικότητα.
Ενώ οι Μακεδόνες φοβούνταν την περίσταση και πίστευαν ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να αφήσει με κάθε τρόπο τα ελληνικά πράγματα και να μη δημιουργήσει πρόσθετη βία, από την άλλη να ανακαλέσει στην τάξη με ήρεμο τρόπο τους βαρβάρους που προσπαθούσαν να επαναστατήσουν, και να καταστείλει τις εξεγέρσεις στο ξεκίνημά τους,
αυτός, σκεφτόμενος εντελώς διαφορετικά, ξεκίνησε με τόλμη και γενναιότητα να ανακτήσει την ασφάλεια και τη σωτηρία της κατάστασης, με τη σκέψη ότι, αν φανεί πως υποχωρεί έστω και κατ᾽ ελάχιστον, θα έπεφταν όλοι επάνω του να τον πατήσουν.
Τα βαρβαρικά λοιπόν κινήματα και τους εκεί πολέμους κατέπαυσε εντελώς ο Αλέξανδρος με επιδρομή αστραπή του στρατού μέχρι τον Ίστρο ποταμό, όπου νίκησε τον Σύρμο, τον βασιλιά των Τριβαλλών, σε μεγάλη μάχη.
Όταν πληροφορήθηκε ότι είχαν εξεγερθεί οι Θηβαίοι και οι Αθηναίοι επικροτούσαν την ενέργειά τους, οδήγησε αμέσως τον στρατό του μέσω των Θερμοπυλών, λέγοντας ότι στον Δημοσθένη, που τον αποκαλούσε παιδί, όσο καιρό ήταν στους Ιλλυριούς και στους Τριβαλλούς, και νεαρό, όταν έφτασε στη Θεσσαλία, θέλει να παρουσιαστεί ως άνδρας κοντά στα τείχη των Αθηναίων.
Όταν πλησίασε στη Θήβα και έδινε ακόμη την ευκαιρία μετάνοιας για τα όσα είχαν κάνει, ζητούσε τον Φοίνικα και τον Προθύτη και κήρυττε αμνηστία σε όσους θα άλλαζαν στρατόπεδο και θα πήγαιναν με το μέρος του.
Αλλά και οι Θηβαίοι από τη μεριά τους απαιτούσαν από αυτόν τον Φιλώτα και τον Αντίπατρο και διεκήρυτταν να συμπαραταχθούν με αυτούς όσοι επιθυμούσαν να ελευθερώσουν την Ελλάδα· έτσι, έστρεψε τους Μακεδόνες στον πόλεμο.
Όταν όμως οι φρουροί των Μακεδόνων άφησαν την Καδμεία και άρχισαν να τους επιτίθενται από τα νώτα, οι περισσότεροι καθώς κυκλώθηκαν, έπεσαν κατά τη μάχη αυτή και η πόλη τους κυριεύτηκε και, αφού λεηλατήθηκε, καταστράφηκε εκ θεμελίων.
Γενικώς, ο Αλέξανδρος υπολόγιζε ότι οι Έλληνες θα τρομοκρατούνταν από μια τόσο μεγάλη καταστροφή και θα ζάρωναν από τον φόβο τους· εξάλλου, ήθελε να εξηγήσει ότι ικανοποιεί τα παράπονα των συμμάχων, καθόσον Φωκείς και Πλαταιείς κατηγόρησαν τους Θηβαίους.
Και αφού εξαίρεσε τους ιερείς και τους φίλους των Μακεδόνων, καθώς και τους απογόνους του Πινδάρου και όσους είχαν εναντιωθεί σε εκείνους που αποφάσισαν την αποστασία, πούλησε όλους τους άλλους, περίπου τριάντα χιλιάδες. Αυτοί που σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης ήταν πάνω από έξι χιλιάδες.
Μεταξύ των πολλών συμφορών και δυσκολιών εκείνων που ταλαιπωρούσαν την πόλη, κάποιοι Θράκες χτύπησαν το σπίτι της Τιμοκλείας, φημισμένης και μυαλωμένης γυναίκες. Οι στρατιώτες άρπαζαν την περιουσία της, αλλά ο αρχηγός τους, αφού βίασε και ντρόπιασε τη γυναίκα, τη ρωτούσε αν έχει κάπου κρυμμένο χρυσάφι ή ασήμι.
Εκείνη παραδέχτηκε ότι είχε και, αφού τον πήγε στον κήπο μόνο του και του έδειξε ένα πηγάδι, εδώ, του είπε, έριξε τα πιο πολύτιμα πράγματά της, όταν κυριευόταν η πόλη.
Όταν οδηγήθηκε δεμένη από τους Θράκες στον Αλέξανδρο, από το παρουσιαστικό και το περπάτημά της αρχικά, καθώς ακολουθούσε ατάραχη και χωρίς φόβο αυτούς που την οδηγούσαν, έδωσε την εντύπωση γυναίκας αξιοπρεπούς και αγέρωχης·
στη συνέχεια, όταν ο βασιλιάς τη ρώτησε ποια ήταν, αποκρίθηκε ότι ήταν αδερφή του Θεαγένη, ο οποίος αντιστάθηκε στον Φίλιππο μαχόμενος για την ελευθερία των Ελλήνων και έπεσε ως στρατηγός στη Χαιρώνεια.
Με τους Αθηναίους ο Αλέξανδρος ήρθε σε συμβιβασμό, μολονότι έδειξαν να λυπούνται πάρα πολύ για τη συμφορά της Θήβας. Πράγματι, ενώ είχαν αρχίσει τη γιορτή των Ελευσίνιων Μυστηρίων, τη διέκοψαν λόγω πένθους και έδειξαν σε όλο τους το μεγαλείο τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους σε όσους κατέφυγαν στην πόλη τους.
Έτσι, είτε επειδή είχε ήδη κορέσει τον θυμό του, όπως ακριβώς τα λιοντάρια, είτε επειδή επιθυμούσε να παρουσιάσει προς σύγκριση στην πιο ωμή και αποτρόπαιη πράξη του μιαν άλλην μετριοπαθή, όχι μόνο απάλλαξε τους Αθηναίους από κάθε κατηγορία, αλλά και συνέστησε να έχει η Αθήνα στραμμένη την προσοχή της στα πράγματα, γιατί, αν ο ίδιος πάθαινε κάτι, εκείνη θα αναλάμβανε την εξουσία στην Ελλάδα.
Γενικά, τον φόνο του Κλείτου πάνω στο μεθύσι, τη δειλία των Μακεδόνων απέναντι στους Ινδούς, που είχαν αφήσει στη μέση την εκστρατεία και μείωσαν τη δόξα του, τα απέδιδε στη μήνη και την εκδίκηση του Διόνυσου.
Δεν υπήρχε κανένας από τους διασωθέντες Θηβαίους που να τον συνάντησε αργότερα και να του ζήτησε κάποια χάρη και να μην ικανοποιήθηκε από αυτόν. Αυτά λοιπόν είναι τα σχετικά με τη Θήβα.
Καθώς πολλοί, και πολιτικοί και φιλόσοφοι, που τον είχαν συναντήσει, του έδιναν συγχαρητήρια, υπολόγιζε πως θα έκανε το ίδιο και ο Διογένης από τη Σινώπη, που ζούσε τότε στα περίχωρα της Κορίνθου.
Εκείνος όμως ξεκουραζόταν στο Κράνειο, ελάχιστα ενδιαφερόμενος για τον Αλέξανδρο· γι᾽ αυτό πήγε ο ίδιος ο Αλέξανδρος σ᾽ αυτόν, που έτυχε να είναι ξαπλωμένος στον ήλιο.
Και καθώς τόσοι άνθρωποι έρχονταν προς το μέρος του, ανακάθισε λίγο και κοίταξε προς τον Αλέξανδρο. Και όταν εκείνος μετά τον χαιρετισμό και την προσφώνηση τον ρώτησε αν χρειάζεται κάτι, του είπε: «παραμέρισε λίγο από τον ήλιο».
Λένε πως ο Αλέξανδρος ενοχλήθηκε από αυτό και, μολονότι ένιωσε ταπεινωμένος, θαύμασε την υπερηφάνεια και τη μεγαλοσύνη του άνδρα τόσο πολύ, ώστε, καθώς έφευγαν και οι της ακολουθίας του γελούσαν συνεχώς και κορόιδευαν, είπε: «εγώ, ωστόσο, εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήμουν Διογένης».
Θέλοντας να συμβουλευτεί τον θεό για την εκστρατεία, επισκέφτηκε τους Δελφούς. Αλλά κατά τύχη, επειδή εκείνες οι ημέρες ήταν αποφράδες και ήταν καθιερωμένο να μη δίνονται χρησμοί κατά τη διάρκειά τους, έστειλε πρώτα αγγελιαφόρο για να καλέσει την προμάντιδα.
Καθώς όμως εκείνη αρνιόταν και επικαλούνταν τον νόμο ως δικαιολογία, ανέβηκε ο ίδιος στον ναό και την έσερνε με τη βία· τότε εκείνη, σαν να είχε καταβληθεί από τη βία, είπε: «είσαι ανίκητος, παιδί μου». Σαν άκουσε αυτό ο Αλέξανδρος, είπε ότι δεν χρειαζόταν πια άλλο χρησμό, αλλά ότι είχε από αυτήν τον χρησμό που ήθελε.
Όταν ξεκίνησε για την εκστρατεία, ανάμεσα σε άλλα σημάδια που έκαναν την εμφάνισή τους από τον θεό, ήταν και η μεγάλη εφίδρωση εκείνες τις ημέρες του ξόανου του Ορφέα —ήταν κυπαρισσένιο— στα Λείβηθρα.
Και ενώ όλοι φοβούνταν με το σημάδι, ο Αρίστανδρος συνιστούσε να έχουν θάρρος, γιατί ο Αλέξανδρος θα κατόρθωνε πράγματα άξια να γίνουν τραγούδια και περιβόητα, τέτοια που θα προκαλέσουν πολύν ιδρώτα και κόπο στους ποιητές και στους μουσικούς που θα τα υμνήσουν.
Όσο για το σύνολο του στρατεύματος, άλλοι λένε ότι είχε τουλάχιστον τριάντα χιλιάδες πεζούς και τέσσερις χιλιάδες ιππείς, άλλοι αναφέρουν το πολύ σαράντα τρεις χιλιάδες πεζούς και πέντε χιλιάδες ιππείς.
Εφόδια για αυτές τις δυνάμεις δεν διέθετε περισσότερα από εβδομήντα τάλαντα κατά τον Αριστόβουλο, ενώ σύμφωνα με τον Δούρη είχε τρόφιμα μόνο για τριάντα ημέρες, κατά τον Ονησίκριτο μάλιστα χρωστούσε κιόλας διακόσια τάλαντα.
Αλλά, μολονότι ξεκινούσε με τόσο λίγα και περιορισμένα εφόδια, δεν μπήκε στο πλοίο προηγουμένως, παρά αφού, εξετάζοντας την κατάσταση των συντρόφων του, μοίρασε στον έναν χωράφι, στον άλλον χωριό και σε άλλον τα έσοδα μιας συνοικίας ή ενός λιμανιού.
Είχε ήδη μοιραστεί και καταγραφεί όλη σχεδόν η βασιλική περιουσία, όταν ο Περδίκκας τον ρώτησε: «και για τον εαυτό σου τι αφήνεις, βασιλιά;» Όταν αυτός είπε ότι αφήνει τις ελπίδες, «τότε και εμείς», είπε ο Περδίκκας, «που εκστρατεύουμε μαζί σου, θα πάρουμε ένα μερίδιο από αυτές»
Σε όσους όμως τα έπαιρναν και τα χρειάζονταν, τα χάριζε πρόθυμα. Μοιράζοντάς τα κατ᾽ αυτόν τον τρόπο, παραχώρησε τα περισσότερα από τα κτήματά του στη Μακεδονία.
Με τέτοια λοιπόν ορμή και με τέτοιους σκοπούς προετοιμασμένος πέρασε ο Αλέξανδρος τον Ελλήσποντο. Και όταν προχώρησε στο εσωτερικό και έφτασε στο Ίλιο, θυσίασε στην Αθηνά και έκανε σπονδές στους ήρωες.
Άλειψε με λίπος την επιτύμβια στήλη του Αχιλλέα, έτρεξε γυμνός γύρω από αυτήν μαζί με τους συντρόφους του, όπως είναι το έθιμο, και κατέθεσε στεφάνι μακαρίζοντάς τον που και ζωντανός είχε φίλο πιστό και νεκρός κήρυκα μεγάλο.
Καθώς περιηγούνταν την πόλη και παρατηρούσε τα αξιοθέατά της, τον ρώτησε κάποιος αν ήθελε να δει τη λύρα του Αλέξανδρου (:Πάρη). Είπε πως έδινε πολύ λίγη σημασία σ᾽ αυτό· εκείνο που ζητά είναι η λύρα του Αχιλλέα, με την οποία εκείνος υμνούσε τη δόξα και τα κατορθώματα των γενναίων ανδρών.
Στο μεταξύ, καθώς οι στρατηγοί του Δαρείου είχαν συγκεντρώσει μεγάλη δύναμη και είχαν παραταχθεί στον πόρο του Γρανικού ποταμού, ίσως ήταν ανάγκη να δώσουν μάχη για την είσοδο και την κυριαρχία, σαν να βρίσκονταν στις πύλες της Ασίας.
Οι περισσότεροι φοβούνταν το βάθος του ποταμού και το ανώμαλο και δύσβατο της απέναντι όχθης, προς τις οποίες έπρεπε να γίνει η απόβαση· ορισμένοι μάλιστα πίστευαν ότι έπρεπε να τηρήσουν και τα καθιερωμένα με τον μήνα — στη διάρκεια του μήνα Δαίσιου οι βασιλείς των Μακεδόνων δεν συνήθιζαν να εκστρατεύουν. Αυτό βέβαια το διόρθωσε, δίνοντας εντολή να τον θεωρήσουν ως δεύτερο Αρτεμίσιο·
επειδή όμως ήταν ήδη αργά, ο Παρμενίων απέτρεπε να ριψοκινδυνεύσουν· ο Αλέξανδρος όμως, λέγοντας ότι ντρέπεται τον Ελλήσποντο, τον οποίο είχε ήδη περάσει, αν θα φοβόταν τον Γρανικό, ορμάει στο ποτάμι με δεκατρείς ίλες ιππικού.
Και καθώς προχωρούσε απέναντι σε εχθρικά βέλη και απόκρημνες όχθες, καλυμμένες από πεζούς και ιππείς, μέσα από ορμητικό και απειλητικό ρεύμα, έδωσε την εντύπωση ότι ενεργούσε μάλλον ως μανιακός και ανόητος παρά ως συνετός στρατηγός.
Ωστόσο, αφού είχε αποφασίσει να περάσει και με πολλή δυσκολία είχε καταφέρει να κρατηθεί σε περιοχές υγρές και γλιστερές από τη λάσπη, αναγκαζόταν να μάχεται μέσα σε σύγχυση και ο άνδρες να συμπλέκονται ένας προς έναν εναντίον των επιτιθεμένων, πριν προλάβουν να παραταχθούν όσοι περνούσαν το ποτάμι.
Μολονότι είχαν πέσει πολλοί επάνω του —ξεχώριζε από την ασπίδα και τη χαίτη του κράνους, από τις δυο πλευρές του οποίου υπήρχε υπέροχο για τη λευκότητα και το μέγεθός του φτερό— ωστόσο δεν πληγώθηκε, μολονότι χτυπήθηκε με ακόντιο κάτω από τον θώρακα.
Όταν οι στρατηγοί Ροισάκης και Σπιθριδάτης έπεσαν επάνω του ταυτόχρονα, τον έναν τον απέφυγε, αλλά, προτείνοντας στον Ροισάκη το δόρυ του, έσπασε πάνω στον θώρακά του και έτσι τράβηξε το μαχαίρι του.
έκοψε το λοφίο της περικεφαλαίας και το ένα φτερό και η περικεφαλαία μόλις άντεξε το χτύπημα, έτσι που η άκρη του σπαθιού να αγγίξει τις πρώτες τρίχες του κεφαλιού.
Και την ώρα που σηκωνόταν ο Σπιθριδάτης για δεύτερο χτύπημα, πρόλαβε ο Κλείτος ο μαύρος και τον διαπέρασε με τη λόγχη του. Ταυτόχρονα έπεσε νεκρός και ο Ροισάκης, χτυπημένος από το ξίφος του Αλέξανδρου.
Στο μεταξύ, ενώ η ιππομαχία διέτρεχε κίνδυνο και διεξαγόταν με πείσμα, άρχισε να περνάει η Μακεδονική φάλαγγα και να συγκεντρώνονται οι πεζικές δυνάμεις.
Οι Πέρσες όμως δεν αντιστάθηκαν σθεναρά ούτε και για πολύν χρόνο, αλλά τράπηκαν σε φυγή, εκτός από τους Έλληνες μισθοφόρους· αυτοί συσπειρώθηκαν κοντά σε κάποιον λόφο και ζητούσαν εγγυήσεις από τον Αλέξανδρο.
Αυτός όμως, ενεργώντας με θυμό μάλλον παρά με σκέψη, επιτέθηκε πρώτος και έχασε το άλογό του, που χτυπήθηκε με ξίφος στα πλευρά — ήταν όμως άλλο άλογο, όχι ο Βουκεφάλας· οι περισσότεροι από αυτούς που σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν συνέβη να κινδυνεύσουν και να πέσουν εκεί, μαχόμενοι με ανθρώπους απεγνωσμένους και ικανούς πολεμιστές.
Λένε ότι από τη μεριά των βαρβάρων έπεσαν στη μάχη είκοσι χιλιάδες πεζοί και δυόμισι χιλιάδες ιππείς. Από την πλευρά του Αλέξανδρου ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι υπήρξαν συνολικά τριάντα τέσσερις νεκροί, από τους οποίους οι εννέα ήταν πεζοί.
Θέλοντας να κάνει γνωστή τη νίκη του τους στους Έλληνες, έστειλε χωριστά στους Αθηναίους τριακόσιες ασπίδες των αιχμαλώτων και στα άλλα γενικά λάφυρα διέταξε να γράψουν από κοινού τη φιλόδοξη επιγραφή
Αυτή η μάχη άλλαξε αμέσως πάρα πολύ τα πράγματα υπέρ του Αλέξανδρου, ώστε να πάρει και τις Σάρδεις, την προωθημένη θέση για την ηγεμονία των βαρβάρων στη θάλασσα, και να προσθέσει και άλλες πόλεις.
Οι μόνες που αντιστάθηκαν ήταν η Αλικαρνασσός και η Μίλητος, τις οποίες κυρίευσε εξ εφόδου, και όταν υπέταξε όλες τις γύρω περιοχές, βρισκόταν μεταξύ δύο επιλογών.
Έτσι, πολλές φορές έσπευδε να συγκρουστεί με τον Δαρείο και να βάλει σε κίνδυνο τα πάντα, ενώ πολλές φορές πάλι σκεφτόταν, αφού πρώτα ασκηθεί και ενισχυθεί με τις παραθαλάσσιες περιοχές και συγκεντρώσει χρήματα, τότε να προχωρήσει προς το εσωτερικό εναντίον εκείνου.
Υπάρχει στη Λυκία μια πηγή κοντά στην πόλη Ξάνθο, που λένε ότι τότε άλλαξε ροή από μόνη της και, καθώς ξεχείλισε, έβγαλε από το βάθος της χάλκινη πινακίδα με αρχαία γράμματα, με τα οποία δηλωνόταν ότι θα πάψει η κυριαρχία των Περσών, αφού θα έχει καταλυθεί από τους Έλληνες.
Η διέλευση μέσα από την Παμφυλία έγινε για πολλούς ιστορικούς υπόθεση για εκπληκτικά και ογκώδη συγγράμματα, ότι δηλαδή από κάποια θεϊκή παρέμβαση η θάλασσα υποχώρησε στον Αλέξανδρο, ενώ όλο τον άλλο καιρό έρχεται ορμητικά από το πέλαγος και σπάνια κάποτε αποκαλύπτει τους αιχμηρούς και βροντερούς βράχους κάτω από τα απότομα και κομμένα πλευρά των βουνών.
Αυτό δηλώνει και ο Μένανδρος σε μια κωμωδία του, αστειευόμενος με αυτή την παραδοξότητα: Πόσο ταιριάζει αυτό τώρα στον Αλέξανδρο! Και αν ζητώ κάποιον, αυτός θα εμφανιστεί από μόνος του· και να χρειαστεί να περάσω κάποιον τόπο διασχίζοντας τη θάλασσα, αυτός θα γίνει για μένα διαβατός.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος όμως δεν αναφέρει στα γράμματά του καμιά τέτοια τερατολογία· απλώς λέει ότι κατασκεύασε οδό, τη λεγόμενη Κλίμακα, και πέρασε μέσα από αυτήν ξεκινώντας από τη Φασιλίδα.
Γι᾽ αυτό είχε μείνει στην πόλη περισσότερες ημέρες. Σε αυτές τις ημέρες, βλέποντας στην αγορά το άγαλμα του νεκρού Θεοδέκτη, που ήταν από τη Φασιλίδα, μετά το δείπνο, μεθυσμένος και ευρισκόμενος σε ευθυμία, του έριξε πολλά στεφάνια. Έτσι, διασκεδάζοντας απέδωσε σ᾽ αυτόν μια όχι άχαρη τιμή λόγω της γνωριμίας του με τον άνδρα μέσω του Αριστοτέλη και της φιλοσοφίας.
Και αφού κυρίευσε την πόλη Γόρδιο, που λέγεται ότι ήταν η πατρίδα του αρχαίου Μίδα, είδε την ξακουστή άμαξα, που ήταν δεμένη με φλοιό κρανιάς, και άκουσε γι᾽ αυτήν κάτι που πίστευαν οι βάρβαροι, πως, όποιος θα έλυνε τον κόμπο, ήταν γραφτό να γίνει βασιλιάς της οικουμένης.
Οι περισσότεροι λοιπόν λένε ότι, επειδή οι κόμποι είχαν κρυμμένη την αρχή τους και ήταν μπερδεμένοι στο βάθος πολλές φορές μεταξύ τους με δύσκολες θηλιές, ο Αλέξανδρος, αδυνατώντας να τους λύσει, τους έκοψε με το μαχαίρι· έτσι με το κόψιμο αποκαλύφτηκαν πολλές άκρες του.
Ο Αριστόβουλος όμως λέει ότι για τον Αλέξανδρο ήταν πολύ εύκολο το λύσιμο του Γόρδιου δεσμού, γιατί έβγαλε από το τιμόνι τον καλούμενο «έστορα» (:πάσσαλο), με τον οποίο συγκρατιόταν ο κόμπος και, τραβώντας το από κάτω, έλυσε τον ζυγό.
Από εκεί παίρνοντας με το μέρος του τους Παφλαγόνες και τους Καππαδόκες και, μαθαίνοντας τον θάνατο του Μέμνονα, ενός από τους στρατηγούς του Δαρείου στις παραθαλάσσιες περιοχές που θα δημιουργούσε στον Αλέξανδρο πολλά προβλήματα και μύριες αντιπαραθέσεις και καθυστερήσεις, πήρε ακόμη περισσότερο θάρρος για την προέλασή του στο εσωτερικό της Ασίας.
Ήδη κατέβαινε από τα Σούσα και ο Δαρείος όλος περηφάνια για το πλήθος του στρατού του —οδηγούσε στράτευμα εξακοσίων χιλιάδων ανδρών— και ενθαρρυμένος από ένα όνειρο, που οι μάγοι το εξηγούσαν περισσότερο για να τον ευχαριστήσουν παρά σύμφωνα με τις πιθανότητες.
Του φάνηκε δηλαδή πως είδε ότι η Μακεδονική φάλαγγα καιγόταν από μεγάλη φωτιά και ο Αλέξανδρος με στολή που φορούσε προηγουμένως ο ίδιος, ως ταχυδρόμος του βασιλιά, τον υπηρετούσε· και, πηγαίνοντας στο τέμενος του Βήλου, εξαφανίστηκε.
Με αυτά υποδηλωνόταν, όπως φαίνεται, από τον θεό ότι τα πράγματα των Μακεδόνων θα εξελισσόταν με λαμπρότητα και σαφήνεια και ότι ο Αλέξανδρος θα γινόταν κύριος της Ασίας, όπως ακριβώς είχε κυριαρχήσει ο Δαρείος, που από ταχυδρόμος είχε γίνει βασιλιάς, αλλά ότι γρήγορα με δόξα θα άφηνε τη ζωή του.
Μάχη στην Ισσό. Κατάληψη της Συρίας και της Αιγύπτου
Η καθυστέρηση όμως αυτή οφειλόταν σε αρρώστια, για την οποία άλλοι λένε ότι προήλθε από κούραση, άλλοι πάλι ότι προσβλήθηκε επειδή λούστηκε στα παγωμένα νερά του Κύδνου.
Κανένας γενικά γιατρός δεν τολμούσε να του προσφέρει βοήθεια, αλλά νομίζοντας ότι ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος από κάθε παροχή βοήθειας, φοβούνταν μήπως, αν αποτύχαιναν, κατηγορούνταν από τους Μακεδόνες.
Ο Φίλιππος όμως ο Ακαρνάνας έβλεπε ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν άσχημη· έτσι, βασιζόμενος στη φιλία του με τον Αλέξανδρο και θεωρώντας απαράδεκτο εάν δεν συμμεριζόταν τον κίνδυνο με τον Αλέξανδρο βοηθώντας τον με όλες τις γνώσεις του και στέκοντας στο πλευρό του, ετοίμασε φάρμακο και, καθώς εκείνος βιαζόταν να γίνει καλά για τον πόλεμο, κατόρθωσε να τον πείσει να το ανεχθεί και να το πιει.
Στο μεταξύ, του έστειλε γράμμα ο Παρμενίων από το στρατόπεδο, συνιστώντας του να προφυλαχθεί από τον Φίλιππο, επειδή τάχα είχε εξαγοραστεί από τον Δαρείο να σκοτώσει τον Αλέξανδρο, με αντάλλαγμα μεγάλες δωρεές και γάμο με την κόρη του. Ο βασιλιάς, αφού διάβασε το γράμμα, το έβαλε κάτω από το μαξιλάρι του χωρίς να το δείξει σε κανέναν από τους φίλους του.
Και όταν ήρθε η στιγμή και μπήκε μέσα με τους φίλους του βασιλιά ο Φίλιππος, φέρνοντας το φάρμακο μέσα σε μια κύλικα, ο Αλέξανδρος του έδωσε το γράμμα, ενώ ο ίδιος πήρε το φάρμακο χωρίς κανένα δισταγμό και καμιάν υποψία.
Το αποτέλεσμα ήταν να παρουσιαστεί ένα θέαμα παράξενο σαν σε θέατρο, ο ένας να διαβάζει και ο άλλος να πίνει. Έπειτα αλληλοκοιτάχτηκαν, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο· ο Αλέξανδρος με πρόσωπο χαρούμενο που έδειχνε προς όλους την εύνοια και εμπιστοσύνη του προς τον Φίλιππο,
εκείνος ξαφνιασμένος από τη συκοφαντία και τη μια επικαλούμενος τους θεούς και σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό, την άλλη πέφτοντας στο κρεβάτι και ζητώντας από τον Αλέξανδρο να διατηρήσει την καλή του διάθεση και να στηρίζεται σ᾽ αυτόν.
Γιατί στην αρχή το φάρμακο επέδρασε δυνατά στο σώμα, σαν να ώθησε μακριά και έσβησε εντελώς τη δύναμή του, ώστε να χαθεί η φωνή του και οι αισθήσεις του γενικά να μη λειτουργούν, αφού λιποθύμησε.
Αλλά με τη βοήθεια του Φιλίππου συνήλθε γρήγορα και, αφού έγινε καλά, παρουσιάστηκε στους Μακεδόνες, οι οποίοι δεν έπαυσαν να ανησυχούν πριν να τον δουν.
Αυτός, όταν είδε ότι ο Δαρείος ήταν αποφασισμένος να βαδίσει εναντίον του Αλέξανδρου μέσα από τα στενά, τον παρακαλούσε να μείνει στις θέσεις του και να δώσει αποφασιστική μάχη σε πεδιάδες πλατιές και ανοιχτές με την πολυπληθή δύναμή του εναντίον μικρότερου αριθμού εχθρών.
Όταν ο Δαρείος τού απάντησε πως φοβόταν μήπως του ξεφύγουν οι εχθροί και γλιτώσει ο Αλέξανδρος, του είπε: «Γι᾽ αυτό τουλάχιστον, βασιλιά, μην ανησυχείς, γιατί θα βαδίσει εκείνος εναντίον σου και αυτή τη στιγμή ίσως βαδίζει».
Ο Αμύντας δεν τον έπειθε με αυτά που έλεγε· έτσι ο Δαρείος ξεκίνησε και προχωρούσε μέσα στο έδαφος της Κιλικίας· συγχρόνως όμως και ο Αλέξανδρος προχωρούσε στη Συρία εναντίον του.
Κατά τη νύχτα αυτή δεν συνάντησαν ο ένας τον άλλον και γύρισαν πίσω, ο Αλέξανδρος ευχαριστημένος με την ευνοϊκή γι᾽ αυτόν σύμπτωση και σπεύδοντας να τον συναντήσει στα στενά, ο Δαρείος να φτάσει στις προηγούμενες θέσεις του στρατοπέδου, να πάρει από εκεί τη δύναμη και να τη βγάλει από τα στενά.
Γιατί ήδη είχε αντιληφθεί ότι είχε προχωρήσει, αντίθετα προς το συμφέρον του, σε μέρη ακατάλληλα για το ιππικό του λόγω της θάλασσας, των βουνών και του Πινάρου ποταμού, που κυλάει ανάμεσά τους, περιοχές που είναι χωρισμένες σε πολλά σημεία και είναι κατάλληλες για εχθρούς που είναι ολιγάριθμοι.
Η τύχη πρόσφερε στον Αλέξανδρο τον κατάλληλο τόπο· καλύτερα όμως από την προσφορά της τύχης, όσον αφορά στη νίκη, συνετέλεσε η στρατηγική του ικανότητα,
γιατί, αν και υστερούσε σε σχέση με τους βαρβάρους τόσο πολύ ως προς την αριθμητική δύναμη, δεν έδωσε σε εκείνους τη δυνατότητα να τον κυκλώσουν· απεναντίας, ο ίδιος με το δεξιό άκρο της παράταξής του, υπερφαλαγγίζοντας το αριστερό του εχθρού και ευρισκόμενος στα πλάγια, έτρεψε σε φυγή τους απέναντί του βαρβάρους μαχόμενος μεταξύ των πρώτων, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στον μηρό από τον Δαρείο, όπως λέει ο Χάρης — γιατί είχαν συγκρουστεί μεταξύ τους.
Ο Αλέξανδρος όμως, γράφοντας στον Αντίπατρο για τη μάχη, δεν είχε πει ποιος ήταν αυτός που τον τραυμάτισε· απλώς είχε γράψει ότι χτυπήθηκε στον μηρό με σπαθί, αλλά από το τραύμα δεν προέκυψε τίποτε το σοβαρό.
Παρόλο όμως που πέτυχε νίκη λαμπρή και κατατρόπωσε εκατόν δέκα χιλιάδες εχθρούς, δεν συνέλαβε τον Δαρείο, γιατί είχε προλάβει να απομακρυνθεί τέσσερα ή πέντε στάδια, πήρε όμως το άρμα και το τόξο του και επέστρεψε.
Βρήκε τους Μακεδόνες να λεηλατούν τον πλούτο του βαρβαρικού στρατοπέδου, που ήταν υπερβολικά πολύς, μόλο που είχαν πάρει μέρος στη μάχη όντας ελαφρά οπλισμένοι και είχαν αφήσει τις περισσότερες αποσκευές τους στη Δαμασκό. Τη σκηνή όμως του Δαρείου την είχαν εξαιρέσει για εκείνον, καθώς ήταν γεμάτη με λαμπρούς υπηρέτες, έπιπλα και πολλούς θησαυρούς.
Έβγαλε αμέσως την πολεμική στολή και, κατευθυνόμενος προς το λουτρό, είπε: «Ας πάμε στο λουτρό του Δαρείου για να ξεπλύνουμε τον ιδρώτα από τη μάχη». Τότε κάποιος από τους φίλους του είπε: «μα τον Δία, στο λουτρό του Αλέξανδρου· γιατί τα πράγματα των ηττημένων πρέπει να ανήκουν στον νικητή και να ονομάζονται του νικητή».
Είδε λεκάνες και υδρίες και λουτήρες και μυροδοχεία, όλα από χρυσό και καλοδουλεμένα, και τον χώρο να μυρίζει θεσπέσια από αρώματα και μύρα· στη συνέχεια μπήκε στη σκηνή, που άξιζε να τη θαυμάσει κανείς τόσο για το ύψος όσο και το μέγεθός της αλλά και για τα στρώματα και τα τραπέζια και όσα κοσμούσαν το δείπνο· τότε κοίταξε τους φίλους του και είπε: «αυτό ήταν, καθώς φαίνεται, το να είσαι βασιλιάς».
Την ώρα που ο Αλέξανδρος πήγαινε για το δείπνο, του είπε κάποιος ότι μεταξύ των αιχμαλώτων ήταν η μητέρα, η γυναίκα και δυο ανύπαντρες κόρες του Δαρείου, που, όταν είδαν το άρμα και τα τόξα, χτυπούσαν το στήθος και θρηνούσαν, με την ιδέα ότι εκείνος είχε σκοτωθεί.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν, μένοντας σιωπηλός για αρκετή ώρα, λυπημένος πιο πολύ για την τύχη εκείνων παρά χαρούμενος για τη δική του, έστειλε τον Λεοννάτο με τη διαταγή να τους αναγγείλει ότι ούτε ο Δαρείος έχει σκοτωθεί ούτε αυτές πρέπει να φοβούνται τον Αλέξανδρο, γιατί αυτός πολεμά εναντίον του Δαρείου για την ηγεμονία, ενώ εκείνες θα έχουν τα πάντα για τα οποία θεωρούνταν άξιες όσο ήταν βασιλιάς ο Δαρείος.
Γιατί επέτρεψε σ᾽ αυτές να θάψουν όσους Πέρσες ήθελαν, κάνοντας χρήση ενδυμάτων και κτερισμάτων από τα λάφυρα· από τις ίδιες δεν αφαίρεσε το παραμικρό από τις περιποιήσεις και τις τιμές που είχαν, έπαιρναν μάλιστα πιο μεγάλες επιχορηγήσεις από όσες προηγουμένως.
Η πιο ωραία όμως και πιο βασιλική χάρη εκ μέρους του σε γυναίκες από ευγενική γενιά και συνετές, που υπήρξαν αιχμάλωτες, ήταν το ότι δεν άκουσαν ούτε υποπτεύτηκαν ούτε περίμεναν να τους συμβεί κάτι αισχρό· αντίθετα, τις φύλαγαν σε ιερούς και αγιασμένους χώρους για παρθένες, σαν να μη βρίσκονταν σε εχθρικό στρατόπεδο, και ζούσαν κρυφά και μακριά από τα βλέμματα των άλλων.
Λένε ότι η γυναίκα του Δαρείου ήταν η πιο όμορφη από όλες τις βασίλισσες, όπως, άλλωστε, και ο ίδιος ο Δαρείος ο πιο όμορφος και ο πιο ψηλός από τους άνδρες, τα δε κορίτσια είχαν μοιάσει στους γονείς τους.
Αλλά ο Αλέξανδρος, θεωρώντας, όπως φαίνεται, βασιλικότερο το να αυτοκυριαρχείται από το να νικά τους εχθρούς, ούτε αυτές άγγιξε ούτε γνώρισε άλλη γυναίκα πριν από τον γάμο του εκτός από τη Βαρσίνη.
Μαθεύτηκε γι᾽ αυτήν ότι είχε λάβει ελληνική παιδεία και ήταν σπουδαία για την ομορφιά και τον χαρακτήρα της, από πατέρα τον Αρτάβαζο, γιο θυγατέρας του βασιλιά. Σύμφωνα με τον Αριστόβουλο, εκείνος που προέτρεψε τον Αλέξανδρο να γνωρίσει αυτή την ωραία και από ευγενική καταγωγή γυναίκα ήταν ο Παρμενίων.
Βλέποντας ο Αλέξανδρος ότι οι αιχμάλωτες ήταν όλες γενικά εκπληκτικά όμορφες και υψηλόκορμες, έλεγε αστειευόμενος ότι οι Περσίδες είναι βάσανο για τα μάτια.
Αντιμετωπίζοντας όμως την ωραία μορφή εκείνων με την ομορφιά της δικής του αυτοκυριαρχίας και της σωφροσύνης, τις απομάκρυνε σαν άψυχες μορφές αγαλμάτων.
Όταν ο Φιλόξενος, ο επικεφαλής των παραθαλάσσιων στρατιωτικών δυνάμεων του έγραψε ότι βρισκόταν σ᾽ αυτόν κάποιος Θεόδωρος από τον Τάραντα, που είχε για πούλημα δυο πολύ όμορφα αγόρια και ζητούσε να μάθει αν σκόπευε να τα αγοράσει, δυσανασχέτησε και φώναζε πολλές φορές μπροστά στους φίλους του, ρωτώντας τι αισχρό τέλος πάντων είχε μάθει γι᾽ αυτόν ο Φιλόξενος και καθόταν και του προξένευε τέτοιες ντροπές.
Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Δάμων και ο Τιμόθεος, Μακεδόνες που υπηρετούσαν στον στρατό του Παρμενίωνα, είχαν βιάσει γυναίκες κάποιων μισθοφόρων, έγραψε στον Παρμενίωνα με την εντολή, εάν αποκαλυφθεί η ενοχή τους, να τους σκοτώσει, αφού προηγουμένως θα τους έχει τιμωρήσει σαν τα θηρία που έχουν γεννηθεί για να κατασπαράζουν τους ανθρώπους.
Όσο για τον ίδιο, έχει γράψει σε αυτή την επιστολή κατά λέξη: «Για μένα όχι μόνο είναι αδύνατο να βρεθεί κανείς και να πει ότι έχω δει ή θα ήθελα να δω τη γυναίκα του Δαρείου, αλλά ούτε καν έχω δεχτεί να ακούσω να μου μιλούν για την ομορφιά της».
Επίσης ήταν πάρα πολύ εγκρατής στο φαγητό και αυτό το απέδειξε, ανάμεσα σε άλλα πολλά, με όσα είχε πει στην Άδα, που τη θεωρούσε σαν μητέρα του και την είχε κάνει βασίλισσα της Καρίας.
Γιατί, καθώς εκείνη, προκειμένου να τον ευχαριστήσει, του έστελνε καθημερινά πολλά φαγητά και γλυκά και τελικά τους πιο καλούς μάγειρες και αρτοποιούς, της είπε ότι δεν χρειαζόταν κανέναν από αυτούς·
«Αυτός ο ίδιος άνδρας» έλεγε «έκανε έφοδο και έλυνε τα στρώματα και τις ιματιοθήκες των ρούχων, εξετάζοντας μήπως η μητέρα μου είχε κρύψει μέσα κάτι πολυτελές ή περιττό».
Και στο κρασί ήταν λιγότερο επιρρεπής από την εντύπωση που έδινε. Αυτό το έδειξε ο χρόνος που αφιέρωνε όχι πίνοντας αλλά μιλώντας περισσότερο, αφού με κάθε κύλικα διέθετε πάντοτε πολλήν ώρα για συζήτηση, και μάλιστα όταν είχε αρκετό χρόνο.
Γιατί από τη δράση δεν τον συγκρατούσε ούτε το κρασί ούτε ο ύπνος ούτε κάποια διασκέδαση ούτε γάμος ούτε θέαμα, όπως άλλους στρατηγούς. Το δείχνει καθαρά η ίδια η ζωή του, που αν και μικρή, ήταν γεμάτη με πάρα πολλά και σημαντικά έργα.
Κατά τον ελεύθερο χρόνο του, η πρώτη του δουλειά ήταν να θυσιάσει στους θεούς και αμέσως καθόταν και έπαιρνε το πρωινό του. Στη συνέχεια περνούσε την ημέρα του κυνηγώντας ή γράφοντας ή τακτοποιώντας πολεμικές υποθέσεις ή διαβάζοντας.
Κάθε φορά που έκανε πορεία όχι πολύ επείγουσα, μάθαινε, ενώ προχωρούσε, να ρίχνει ταυτόχρονα με το τόξο ή να ανεβαίνει σε άρμα ή να κατεβαίνει από αυτό όντας σε κίνηση. Πολλές φορές, εξάλλου, διασκεδάζοντας, κυνηγούσε αλεπούδες και πουλιά, όπως είναι δυνατόν να διαπιστώσει κανείς από το ημερολόγιό του.
Για το δείπνο πήγαινε αργά και για ύπνο όταν ήταν ήδη σκοτάδι· στο τραπέζι, εξάλλου, ήταν θαυμαστή η φροντίδα του και ο έλεγχος, για να μη μοιράζεται τίποτε άνισα και απρόσεκτα· όσο για το πιοτό, το πήγαινε πολύ πίσω, όπως προαναφέρθηκε, λόγω πολυλογίας.
Και ενώ ήταν γενικά ο πιο ευχάριστος από όλους τους βασιλιάδες στη συναναστροφή και δεν του έλειπε καμιά χάρη, τότε άρχισε να γίνεται αηδιαστικός με τις καυχησιολογίες και πολύ αυταρχικός, καθώς παρασυρόταν ο ίδιος προς την αλαζονεία χωρίς να το καταλαβαίνει και αφήνοντας τον εαυτό του στους κόλακες να τον καβαλικεύουν. Από αυτά ενοχλούνταν οι πιο ευγενικοί της συντροφιάς, επειδή δεν ήθελαν μήτε να συναγωνίζονται με τους κόλακες μήτε και να υστερούν στους επαίνους· γιατί το πρώτο φαινόταν αισχρό, το δεύτερο εγκυμονούσε κίνδυνο.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν ήταν εγκρατής και στα φαγητά· έτσι, καθώς έστελνε στον καθένα χωριστά από τους φίλους του τους σπανιότατους καρπούς και τα ψάρια που του έφερναν από τη θάλασσα, πολλές φορές δεν άφηνε για τον εαυτό του τίποτε.
Το δείπνο του είχε πάντα μια μεγαλοπρέπεια και η δαπάνη για τις επιτυχίες του αυξανόταν συνέχεια· τελικά έφτασε τις δέκα χιλιάδες δραχμές και εδώ σταμάτησε. Τόσο είχε οριστεί να ξοδεύουν όσοι υποδέχονταν τον Αλέξανδρο.
Περισσότερο ωφελήθηκαν οι ιππείς των Θεσσαλών· γιατί αυτούς, επειδή διακρίθηκαν ιδιαίτερα στη μάχη για την παλικαριά τους, έστειλε επίτηδες, επειδή ήθελε να ωφεληθούν·
αλλά και ο υπόλοιπος στρατός γέμισε με πλούτη· και καθώς τότε ήταν η πρώτη φορά που οι Μακεδόνες γεύονταν χρυσό, ασήμι, γυναίκες και βαρβαρικό τρόπο ζωής, έτρεχαν σαν τα σκυλιά στο κυνήγι που ψάχνουν τα ίχνη, επιδιώκοντας και ανιχνεύοντας τα πλούτη των Περσών.
Ωστόσο, ο Αλέξανδρος έκρινε σωστό να ισχυροποιηθεί πρώτα στα παράλια. Οι βασιλείς λοιπόν ήρθαν και του εμπιστεύθηκαν αμέσως την Κύπρο και τη Φοινίκη εκτός από την Τύρο.
Κατά την επτάμηνη πολιορκία της Τύρου με επιχωματώσεις, πολιορκητικές μηχανές και με διακόσιες τριήρεις από τη μεριά της θάλασσας, είδε όνειρο ότι ο Ηρακλής τού άπλωνε το χέρι από το τείχος και τον καλούσε.
Εξάλλου, πολλοί κάτοικοι της Τύρου ονειρεύτηκαν ότι ο Απόλλων τούς έλεγε ότι θα έφευγε από την πόλη και θα πήγαινε στον Αλέξανδρο· γιατί δεν του άρεσαν αυτά που γίνονταν στην πόλη.
Αυτοί λοιπόν, σαν να είχαν πιάσει το θεό επ᾽ αυτοφώρω, όπως έναν άνθρωπο που λιποτακτεί προς τους εχθρούς, έδεσαν με χοντρά σκοινιά το πελώριο άγαλμά του και το κάρφωσαν στη βάση του, αποκαλώντας το φίλο του Αλέξανδρου.
Ο Αλέξανδρος είδε στον ύπνο του και άλλο όνειρο· εμφανίστηκε ένας σάτυρος και του φάνηκε πως τον κορόιδευε από μακριά· και κάθε φορά που ήθελε να τον πιάσει, του ξέφευγε· τελικά, ύστερα από πολύ παρακαλητό και κυνήγημα τον έπιασε.
Οι μάντεις, χωρίζοντας τη λέξη σάτυρος κατά τρόπο πειστικό, του είπαν: «η Τύρος θα γίνει δική σου (: σα-Τυρος)». Δείχνουν ακόμη κάποια βρύση, κοντά στην οποία του φάνηκε ότι είδε στον ύπνο του τον σάτυρο.
Όσο διαρκούσε η πολιορκία εξεστράτευσε εναντίον των Αράβων που κατοικούσαν κοντά στον Αντιλίβανο και διακινδύνευσε για χάρη του παιδαγωγού Λυσίμαχου· γιατί τον είχε ακολουθήσει, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν ούτε κατώτερος ούτε μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Φοίνικα.
Όταν πλησίασαν στα βουνά και αφήνοντας τα άλογα προχωρούσαν πεζοί, όλοι ο άλλοι είχαν προχωρήσει πολύ μπροστά, ενώ ο ίδιος, καθώς τους είχε πιάσει η νύχτα και οι εχθροί ήταν κοντά, δεν το βαστούσε η καρδιά του να αφήσει πίσω τον Λυσίμαχο, που κουράστηκε και βάρυνε, αλλά του μιλούσε συνέχεια και τον έπαιρνε κοντά του· έτσι, δεν κατάλαβε ότι είχε αποσπασθεί από τον κύριο όγκο του στρατού με λίγους άνδρες, και διανυκτερεύοντας σε δύσκολες περιοχές μέσα σε σκοτάδι και τσουχτερό κρύο, είδε να καίνε όχι πολύ μακριά εδώ και εκεί πολλές φωτιές των εχθρών.
Καθώς βασιζόταν στην ευκινησία του σώματός του και ήταν συνηθισμένος να καθησυχάζει τους Μακεδόνες στις δυσκολίες τους με προσωπική του συμμετοχή στους κόπους, έτρεξε σε αυτούς που έκαιγαν φωτιά σε πολύ κοντινή απόσταση
Και αφού άναψαν μεγάλη φωτιά, σε άλλους προξένησαν αμέσως φόβο ώστε να το βάλουν στα πόδια, ενώ αυτούς που τους επιτέθηκαν τους έτρεψαν σε φυγή και διανυκτέρευσαν χωρίς κίνδυνο. Αυτά λοιπόν έχει εξιστορήσει ο Χάρης.
Η πολιορκία της Τύρου εξελίχτηκε ως εξής. Ενώ ο Αλέξανδρος ξεκούραζε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής του ύστερα από τις πολλές προηγούμενες μάχες, και κάποιους είχε οδηγήσει κοντά στα τείχη, για να μην ησυχάζουν οι εχθροί, ο Αρίστανδρος ο μάντης έκανε θυσία· και βλέποντας τα σημάδια καθόρισε με περισσή σιγουριά προς τους παρευρισκομένους ότι μέσα σε εκείνο τον μήνα θα κυριευόταν η πόλη οπωσδήποτε.
Και επειδή τον χλεύαζαν και γελούσαν —γιατί ήταν η τελευταία μέρα του μήνα—, βλέποντάς τον ο Αλέξανδρος να βρίσκεται σε δύσκολη θέση και εκτιμώντας πάντοτε τις προφητείες του, έδωσε διαταγή να μην υπολογίζουν πια εκείνη την ημέρα ως τριακοστή αλλά ως εικοστή όγδοη· και αφού δόθηκε το σύνθημα με τη σάλπιγγα, επιτέθηκε στα τείχη με περισσότερη δύναμη από ό,τι αρχικά είχε σχεδιάσει.
Και επειδή η επίθεση ήταν σφοδρή, αφού ούτε οι ευρισκόμενοι στο στρατόπεδο περίμεναν τη διαταγή αλλά έτρεχαν σύσσωμοι και βοηθούσαν, οι Τύριοι λύγισαν· έτσι, ο Αλέξανδρος κατέλαβε εκείνη την ημέρα την πόλη.
Ύστερα από αυτά, ενώ πολιορκούσε τη Γάζα, τη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας, έπεσε στον ώμο του Αλέξανδρου ένας βώλος που είχε αφεθεί από ψηλά από κάποιο πουλί, που πήγε και κάθισε κάτω από μια πολιορκητική μηχανή και κατά λάθος σφηνώθηκε στο δίχτυ των νεύρων που χρησιμοποιούσαν για να στρέφουν τα σχοινιά.
Στέλνοντας πολλά λάφυρα στην Ολυμπιάδα, στην Κλεοπάτρα και στους φίλους του, έστειλε και στον Λεωνίδα τον παιδαγωγό του πεντακόσια τάλαντα λιβάνι και εκατό σμύρνα, επειδή θυμήθηκε κάποιαν υποχρέωση των παιδικών του χρόνων.
Όπως φαίνεται, σε κάποια θυσία, όταν ο Αλέξανδρος άρπαξε με τα δυο τα χέρια το θυμίαμα και το έριξε στο θυσιαστήριο, ο Λεωνίδας του είπε: «Αλέξανδρε, όταν γίνεις κύριος χώρας πλούσιας σε αρώματα, τότε να ρίχνεις τόσο πολύ θυμίαμα· τώρα όμως να χρησιμοποιείς με φειδώ αυτά που έχεις».
Όταν κάποτε έφεραν στον Αλέξανδρο ένα κιβώτιο από το οποίο κανένα δεν ήταν πολυτελέστερο στα μάτια αυτών που παρέλαβαν τα χρήματα και τις αποσκευές του Δαρείου, ρωτούσε τους φίλους του τι κατά τη γνώμη τους ήταν πιο σημαντικό να βάλει μέσα σε αυτό.
Έλεγαν πολλοί διάφορα, αλλά αυτός είπε ότι θα βάλει εδώ και θα φυλάξει την Ιλιάδα. Και είναι αρκετοί αυτοί από τους αξιόπιστους που το έχουν επιβεβαιώσει.
Εάν είναι αλήθεια αυτό που λένε Αλεξανδρινοί πιστεύοντας τον Ηρακλείδη, δεν ήταν, όπως φαίνεται, ο Όμηρος άχρηστος ούτε κάποιος που δεν συνεισέφερε σ᾽ αυτόν στην εκστρατεία.
Λένε δηλαδή ότι μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου ήθελε να ιδρύσει εκεί μια μεγάλη και πολυάνθρωπη ελληνική πόλη με το όνομά του· γι᾽ αυτό, σύμφωνα με εισήγηση των αρχιτεκτόνων, μετρούσε κάποια περιοχή και χάραζε τον περίβολό της σε τόση έκταση όση ποτέ προηγουμένως.
Αργότερα είδε νύχτα στον ύπνο του ένα παράξενο όνειρο· του φάνηκε πως ένας άνδρας με κάτασπρα μαλλιά και με σεβάσμιο πρόσωπο στάθηκε κοντά του και του είπε τα εξής λόγια: υπάρχει συνεχόμενο ένα νησί στην πολυτρικυμισμένη θάλασσα μπροστά από την Αίγυπτο· Φάρο το ονομάζουν.
Πετάχτηκε λοιπόν επάνω αμέσως και βάδιζε προς τη Φάρο, που τότε ήταν ακόμη νησί λίγο πιο πάνω από το Κανωβικό στόμιο, ενώ σήμερα έχει ενωθεί με προσχώσεις με τη στεριά.
Μόλις λοιπόν είδε τον ξεχωριστό από τη φύση αυτόν τόπο —είναι μια λωρίδα που με ισθμό ίδιου πλάτους παντού χώριζε τη μεγάλη λίμνη και τη θάλασσα, η οποία καταλήγει σε μεγάλο λιμάνι— είπε πως ο Όμηρος ήταν ασφαλώς γενικά αξιοθαύμαστος αλλά και σοφότατος αρχιτέκτονας· και έδωσε εντολή να χαράξουν το σχέδιο της πόλης, προσαρμόζοντάς το στο περιβάλλον.
Χώμα άσπρο δεν υπήρχε· έπαιρναν αλεύρι και σε σκούρα ανοιχτωσιά έκαναν κυκλικό σχήμα, του οποίου την εσωτερική περιφέρεια χώριζαν ευθύγραμμα τμήματα σαν από κράσπεδα σε σχήμα χλαμύδας με το ίδιο μέγεθος.
Και ενώ ο βασιλιάς ικανοποιήθηκε με τη διευθέτηση, ξαφνικά κατέβηκαν από τη μεριά του ποταμού και της λίμνης αμέτρητα πουλιά κάθε λογής σε είδος και μέγεθος, όμοια με σύννεφα και δεν άφησαν ίχνος από το αλεύρι, ώστε να ταραχθεί από τον οιωνό ακόμη και ο Αλέξανδρος.
Ωστόσο, καθώς οι μάντεις τον συμβούλευαν να μην ανησυχεί —προφήτευαν ότι η πόλη που θα ιδρύσει θα έχει με το παραπάνω όλα τα αγαθά και θα μπορούσε να συντηρήσει ανθρώπους κάθε λογής— έδωσε διαταγή στους αρμόδιους να καταπιαστούν με το έργο,
και ο ίδιος ξεκίνησε για το ναό του Άμμωνα, μεγάλο ταξίδι με πολλές δυσκολίες και ταλαιπωρίες και δυο κινδύνους, τον της ανυδρίας, εξαιτίας της οποίας υπάρχει έρημος αρκετών ημερών, και τον νοτιά, όταν τυχόν φυσά λυσσαλέος σε όσους βαδίζουν σε άμμο βαθιά και αχανή·
είναι αυτός ο άνεμος που, όπως λένε, σήκωσε παλαιότερα κάπου στον στρατό του Καμβύση πολλήν άμμο, δημιούργησε βουνά από αυτήν στην περιοχή και έθαψε και εξόντωσε πενήντα χιλιάδες ανθρώπους.
Γιατί και η τύχη ακόμη υποχωρώντας στις αποφάσεις του ενίσχυε την άποψή του· εξάλλου, ο ορμητικός χαρακτήρας του έκανε ανυποχώρητη τη φιλοδοξία του να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις δυσκολίες, όχι μόνο προς τους εχθρούς αλλά ακόμη και στον χώρο και στον χρόνο.
Σε εκείνη λοιπόν την πορεία η βοήθεια που δόθηκε στον Αλέξανδρο από τον θεό προς αντιμετώπιση των δυσκολιών έγινε περισσότερο πιστευτή από τους επόμενους χρησμούς. Σε αυτούς κατά κάποιον τρόπο οφείλεται και η εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου στους χρησμούς.
Πρώτα πρώτα το πολύ νερό και οι συνεχείς βροχοπτώσεις έδιωξαν τον φόβο από τη δίψα και εξουδετερώνοντας την ξηρότητα της άμμου, η οποία υγράθηκε και κατακάθισε, έκαναν τον αέρα πιο εύκολο στην αναπνοή και πιο καθαρό.
Έπειτα, καθώς τα σημάδια που ήταν για τους οδηγούς είχαν μπερδευτεί και λόγω της άγνοιας περιπλανιόνταν και αποσπώνταν μεταξύ τους αυτοί που βάδιζαν, εμφανίστηκαν κοράκια που είχαν αναλάβει τον ρόλο του οδηγού της πορείας, αφού, όταν τα ακολουθούσαν, πετούσαν γρήγορα μπροστά τους, όταν όμως ο Αλέξανδρος και οι άνδρες του έμεναν πίσω και αργοπορούσαν, τους περίμεναν.
Και, όπως λέει ο Καλλισθένης, το εκπληκτικότερο ήταν πως με τα κρωξίματα ανακαλούσαν όσους τη νύχτα περιπλανιόνταν και κράζοντας τους έβαζαν πάλι στα αχνάρια της πορείας.
Όταν, διασχίζοντας την έρημο έφτασε στον προορισμό του, ο προφήτης του Άμμωνος τον χαιρέτησε από μέρους του θεού σαν από πατέρα· ο Αλέξανδρος όμως τον ρώτησε μήπως του έχει ξεφύγει κάποιος από τους φονιάδες του πατέρα του.
Όταν ο προφήτης του συνέστησε να είναι προσεκτικός στα λόγια του, γιατί ο πατέρας του δεν ήταν θνητός, αλλάζοντας την ερώτηση ζητούσε να μάθει αν είχαν τιμωρηθεί όλοι οι δολοφόνοι του Φιλίππου. Κατόπιν ρώτησε για την ηγεμονία, αν δηλαδή θα του επέτρεπε ο θεός να γίνει κύριος του κόσμου.
Και όταν ο θεός χρησμοδότησε ότι και τούτο του επέτρεπε και ο Φίλιππος πήρε πλήρη εκδίκηση, τιμούσε τον θεό με λαμπρά αφιερώματα και στους ανθρώπους πρόσφερε χρήματα.
Αυτά γράφουν για τους χρησμούς οι περισσότεροι. Ο ίδιος όμως ο Αλέξανδρος σε γράμμα προς τη μητέρα του λέει ότι είχαν δοθεί σ᾽ αυτόν κάποιοι απόρρητοι χρησμοί, που ο ίδιος θα ανακοίνωνε κατά την επιστροφή του μόνο σε εκείνη.
Ορισμένοι όμως υποστηρίζουν ότι, θέλοντας ο προφήτης να τον προσφωνήσει λόγω φιλοφροσύνης στα ελληνικά λέγοντας «Ω παιδίον», έβαλε στην τελευταία συλλαβή από βαρβαρισμό σίγμα αντί για νι και είπε: «Ω παιδίος», ικανοποιώντας τον Αλέξανδρο με το λάθος της προσφώνησης, και διαδόθηκε η φήμη ότι ο θεός τον προσφώνησε «Ω παι Διός».
Λένε ακόμη ότι, όταν άκουσε στην Αίγυπτο τον φιλόσοφο Ψάμμωνα, δέχτηκε εντελώς όσα έλεγε, ότι όλοι οι άνθρωποι κυβερνιόνται από τον θεό· γιατί η ικανότητα να κυβερνά και να εξουσιάζει είναι στον καθένα θεϊκή.
Ακόμη περισσότερο σχετικά με αυτά, ο ίδιος και με φιλοσοφικότερη προσέγγιση έλεγε ότι ο θεός είναι κοινός πατέρας όλων των ανθρώπων, αλλά ξεχωρίζει και θεωρεί δικά του παιδιά τους αρίστους.
Προς τους βαρβάρους ήταν τελείως σοβαρός και πέρα για πέρα πεπεισμένος για τη θεϊκή προέλευση και καταγωγή του· στους Έλληνες όμως εκθείαζε τον εαυτό του με μετριοφροσύνη και με κάποια φειδώ,
με εξαίρεση τα όσα είπε στους Αθηναίους στο γράμμα του για τη Σάμο: «Εγώ δεν θα έδινα σε σας πόλη ελεύθερη και ένδοξη· την κατέχετε όμως, αφού την πήρατε από τον τότε ονομαζόμενο κυρίαρχο και πατέρα μου», εννοώντας τον Φίλιππο.
Όταν κάποτε ακούστηκε δυνατό μπουμπουνητό και όλοι τρομοκρατήθηκαν, ο Ανάξαρχος ο σοφιστής, που ήταν παρών, του είπε: «μήπως εσύ, γιε το Δία, κάνεις τέτοιο μπουμπουνητό;» Ο Αλέξανδρος τότε γέλασε και είπε: «δεν θέλω να τρομοκρατώ τους φίλους μου, όπως με προτρέπεις εσύ που περιφρονείς το δείπνο μου, γιατί βλέπεις στα τραπέζια να σερβίρονται ψάρια και όχι τα κεφάλια των σατραπών».
Πράγματι, λένε ότι ο Ανάξαρχος είπε την προηγούμενη φράση όταν ο βασιλιάς είχε στείλει στον Ηφαιστίωνα μικρά ψάρια, σαν να εξευτέλιζε και να ειρωνευόταν όσους επιδιώκουν τα σπουδαία πράγματα με μεγάλους κόπους και κινδύνους, γιατί δεν έχουν τίποτε περισσότερο ή ελάχιστα να κερδίσουν σε ηδονές και απολαύσεις από όσοι οι άλλοι.
Από τα όσα ειπώθηκαν λοιπόν είναι φανερό ότι ο Αλέξανδρος δεν είχε πάθει τίποτε ο ίδιος ούτε είχε τυφλωθεί, αλλά με το να δίνει την εντύπωση της θεϊκής καταγωγής του επηρέαζε τους άλλους.
Κατά την επιστροφή του από την Αίγυπτο στη Φοινίκη πρόσφερε θυσίες στους θεούς και διοργάνωνε πομπές και αγώνες κυκλικών χορών και τραγωδιών, που έγιναν λαμπροί όχι μόνο από την άποψη των προετοιμασιών αλλά και της άμιλλας.
Γιατί χορηγοί ήταν οι Βασιλείς των Κυπρίων, όπως ακριβώς στην Αθήνα αυτοί που κληρώνονταν από τις φυλές και διαγωνίζονταν μεταξύ τους με θαυμαστή φιλοδοξία.
Διαγωνίστηκαν κυρίως ο Νικοκρέων από τη Σαλαμίνα και ο Πασικράτης από τους Σόλους. Γιατί αυτοί είχαν πληρωθεί ως χορηγοί των πιο φημισμένων υποκριτών, ο Πασικράτης του Αθηνόδωρου και ο Νικοκρέων του Θεσσαλού, για τον οποίο είχε δείξει ενδιαφέρον και ο ίδιος ο Αλέξανδρος.
Δεν φανέρωσε όμως το ενδιαφέρον του πιο μπροστά, παρά όταν η ψηφοφορία ανέδειξε νικητή τον Αθηνόδωρο. Τότε, καθώς φαίνεται, φεύγοντας είπε ότι επαινεί τους κριτές, αλλά θα θυσίαζε ευχαρίστως ένα μέρος της βασιλείας του, προκειμένου να μη δει νικημένο τον Θεσσαλό.
Αλλά όταν ο Αθηνόδωρος τιμωρήθηκε με πρόστιμο από τους Αθηναίους, επειδή δεν παρευρέθηκε στους δραματικούς αγώνες στα Διονύσια, και ζητούσε από τον βασιλιά να γράψει επιστολή γι᾽ αυτό, δεν ικανοποίησε βέβαια αυτό το αίτημά του, έστειλε όμως τα χρήματα για το πρόστιμο ο ίδιος.
Όταν ο Δαρείος του έστειλε επιστολή και φίλους να τον παρακαλέσουν να πάρει δέκα χιλιάδες τάλαντα για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων και να είναι φίλος και σύμμαχός του, κρατώντας όλη την περιοχή εντός του Ευφράτη και παίρνοντας γυναίκα μια κόρη του, το ανακοίνωσε στους φίλους του.
Γρήγορα όμως μετάνιωσε, όταν η γυναίκα του Δαρείου πέθανε στη γέννα. Η στενοχώρια του ήταν ολοφάνερη, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να δείξει αρκετά την καλοσύνη του. Έθαψε λοιπόν τη γυναίκα χωρίς να λογαριάσει καθόλου τα έξοδα.
Κάποιος από τους ευνούχους θαλαμηπόλους που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι μαζί με τις γυναίκες, Τίρεως στο όνομα, είχε δραπετεύσει από το στρατόπεδο και, φτάνοντας με άλογο στον Δαρείο, του ανακοίνωσε τον θάνατο της γυναίκας του.
Εκείνος, χτυπώντας το κεφάλι του και κλαίγοντας με λυγμούς, είπε: «αλίμονο στην κακή μοίρα των Περσών, που ήταν ανάγκη η γυναίκα και αδερφή του βασιλιά όχι μόνο να πιαστεί αιχμάλωτη όσο ζούσε, αλλά και πεθαμένη να μην τύχει ταφής βασιλικής».
Παίρνοντας το λόγο ο θαλαμηπόλος είπε: «βασιλιά, δεν έχεις κανένα λόγο να κατηγορήσεις την κακή μοίρα των Περσών για την ταφή και για απόδοση κάθε πρέπουσας τιμής.
Γιατί ούτε από τη δέσποινα Στάτειρα, όσο ζούσε, ούτε από τη μητέρα και τα παιδιά σου έλειψε κάποιο από τα πριν αγαθά και τα καλά εκτός από το να μη βλέπουν τη δική σου δόξα, που μακάρι να της δώσει ξανά μεγάλη λάμψη ο κυρίαρχος Ωρομάσδης, ούτε και νεκρή έχει στερηθεί κάποια τιμή· απεναντίας, έχει τιμηθεί ακόμη και με δάκρυα των εχθρών.
«αν δεν υπηρετείς και εσύ τα συμφέροντα των Μακεδόνων, όπως η τύχη των Περσών, αλλά εγώ είμαι ακόμη ο αφέντης σου, ο Δαρείος, πες μου, σεβόμενος το μεγάλο φως του Μίθρα και το δεξί βασιλικό χέρι, μήπως άραγε κλαίω για τις μικρότερες συμφορές της Στάτειρας, ενώ παθαίναμε χειρότερα όσο ζούσε, και θα ήμασταν πιο αξιοπρεπείς στη δυστυχία μας, αν πέφταμε πάνω σε έναν ωμό και απάνθρωπο εχθρό;
Και ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, ο Τίρεως πέφτοντας στα πόδια του τον ικέτευε να προσέχει τα λόγια του και μήτε τον Αλέξανδρο να αδικεί μήτε να ντροπιάζει τη νεκρή αδερφή και γυναίκα του μήτε να αφαιρεί από τον εαυτό του τη μεγαλύτερη παρηγοριά για όσα είχε πάθει, τη γνώμη που είχε ότι ηττήθηκε από έναν άνδρα ανώτερο από την ανθρώπινη φύση, αλλά και να θαυμάζει τον Αλέξανδρο, που είχε δείξει μεγαλύτερη σωφροσύνη προς τις γυναίκες των Περσών από όσην ανδρεία προς τους ίδιους του Πέρσες ως μαχητές.
Συγχρόνως, καθώς ο θαλαμηπόλος έπαιρνε φοβερούς όρκους γι᾽ αυτά και μιλούσε γενικά για την αυτοσυγκράτηση και το μεγαλείο της ψυχής του Αλέξανδρου, ο Δαρείος, αφού βγήκε έξω προς τους συντρόφους του και σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό, προσευχήθηκε:
«θεοί γενέθλιοι και θεοί του βασιλείου μου, είθε να με αξιώσετε να βάλω πάλι την αρχή μου σε σταθερές βάσεις και να την πάρω πίσω με όσα αγαθά την είχα δεχτεί, προκειμένου να νικήσω και να ανταποδώσω στον Αλέξανδρο τις χάρες που μου έκανε, όταν έχασα τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα.
Αλλ᾽, αν τυχόν έχει έρθει ο ορισμένος από τη μοίρα χρόνος να λήξει η βασιλεία των Περσών λόγω θείας τιμωρίας και μεταβολής, ας μην καθίσει στον θρόνο του Κύρου κανένας άλλος άνθρωπος εκτός από τον Αλέξανδρο».
Ο Αλέξανδρος, αφού κυρίεψε όλη την περιοχή δυτικά του Ευφράτη, προχωρούσε ακάθεκτος εναντίον του Δαρείου, που ερχόταν από τα ενδότερα με ένα εκατομμύριο στρατό.
Και κάποιος από τους φίλους τού λέει κάτι που άξιζε για γέλια, ότι η ακολουθία του παίζοντας είχε χωριστεί σε δυο μέρη, το καθένα από τα οποία είχε στρατηγό και αρχηγό, που τους είχαν ονομάσει τον έναν Αλέξανδρο και τον άλλον Δαρείο.
Στην αρχή χτυπούσαν από μακριά ο ένας τον άλλον με βώλους, στη συνέχεια με γροθιές και τέλος είχαν ανάψει τα αίματα από τον καβγά και έφτασαν σε σημείο να πετούν πέτρες και ξύλα· πολλοί μάλιστα ήταν πολύ δύσκολο να σταματήσουν.
Ακούγοντας αυτά, ο βασιλιάς έδωσε διαταγή να μονομαχήσουν οι ίδιοι οι αρχηγοί· στον Αλέξανδρο έδωσε όπλα ο ίδιος, στον Δαρείο ο Φιλώτας. Παρακολουθούσε όλος ο στρατός, καθώς θεωρούσε το περιστατικό ως οιωνό για τη μελλοντική αναμέτρηση.
Έγινε σφοδρή μονομαχία και νίκησε ο ονομαζόμενος Αλέξανδρος· πήρε ως ανταμοιβή δώδεκα χωριά και την άδεια να χρησιμοποιεί Περσική ενδυμασία. Αυτά λοιπόν έχει ιστορήσει ο Ερατοσθένης.
Λένε ότι το όνομα στην τοπική γλώσσα σημαίνει σπίτι καμήλας, γιατί κάποιος παλαιός βασιλιάς, αφού διέφυγε τους εχθρούς του πάνω σε καμήλα δρομάδα, την εγκατέστησε εδώ, καθορίζοντας για τη φροντίδα της μερικά χωριά και έσοδα.
Κατά τον μήνα λοιπόν Βοηδρομιώνα έγινε έκλειψη σελήνης, στην αρχή σχεδόν των Ελευσίνιων Μυστηρίων, και την ενδέκατη νύχτα μετά την έκλειψη οι δυο στρατοί ήρθαν αντιμέτωποι. Ο Δαρείος είχε τη δύναμή του πανέτοιμη για μάχη και επιθεωρούσε τις τάξεις του κάτω από το φως πυρσών·
ο Αλέξανδρος από την άλλη, ενώ οι Μακεδόνες κοιμούνταν, ο ίδιος πέρασε τη νύχτα μπροστά στη σκηνή με τον μάντη Αρίστανδρο κάνοντας μυστικές τελετουργίες και προσφέροντας θυσίες στον Φοίβο.
Οι μεγαλύτεροι από τους εταίρους και μάλιστα ο Παρμενίων, καθώς όλη η πεδιάδα ανάμεσα στον Νιφάτη και τα Γορδυαία βουνά έμοιαζε να φεγγοβολάει από τις βαρβαρικές φωτιές και κάποια ακαθόριστη και μπερδεμένη φωνή και θόρυβος από το στρατόπεδο αντηχούσε σαν από αχανές πέλαγος,
έμειναν έκπληκτοι από το πλήθος και έλεγαν συζητώντας μεταξύ τους πόσο μεγάλη και δύσκολη υπόθεση ήταν να αντιμετωπίσουν έναν τόσο μεγάλο πόλεμο επιτιθέμενοι φανερά. Γι᾽ αυτό πλησίασαν τον βασιλιά, που είχε τελειώσει τις θυσίες, και προσπαθούσαν να τον πείσουν να επιτεθεί νύχτα εναντίον των εχθρών και με το σκοτάδι να καλύψει τον τρόπο της επικείμενης μάχης.
Και ο Αλέξανδρος, λέγοντας το μνημειώδες «δεν κλέβω τη νίκη», έδωσε σε ορισμένους την εντύπωση ότι είχε απαντήσει σαν μικρό και άμυαλο παιδί, αστειευόμενος μπροστά σε έναν τόσο μεγάλο κίνδυνο·
ορισμένοι άλλοι όμως σκέφτηκαν ότι και στον τωρινό κίνδυνο έδειχνε θάρρος και έκρινε σωστά για το μέλλον, με το να μη δώσει δικαιολογία στον Δαρείο, αν ηττηθεί, να ξαναδοκιμάσει άλλην επίθεση, επικαλούμενος γι᾽ αυτά τη νύχτα και το σκοτάδι, όπως για την προηγούμενη ήττα του τα βουνά, τα στενά και τη θάλασσα.
Γιατί ο Δαρείος δεν θα έπαυε να πολεμά λόγω έλλειψης όπλων και ανθρώπων, μια και είχε τόσο αξιόλογη δύναμη και τόσο μεγάλη χώρα, παρά μόνο όταν θα έχανε το θάρρος και την ελπίδα και θα αποκαλυπτόταν η αδυναμία του ύστερα από μια αδιαμφισβήτητη ήττα.
Μετά την αποχώρηση αυτών, λένε ότι ξάπλωσε μέσα στη σκηνή και κοιμήθηκε το υπόλοιπο της νύχτας με ύπνο βαθύ παρά τη συνήθειά του, ώστε να απορούν το πρωί οι στρατηγοί και να δοθεί από αυτούς το παράγγελμα για το πρόγευμα των στρατιωτών.
Έπειτα, επειδή ο χρόνος πίεζε, ο Παρμενίων μπήκε στη σκηνή και, αφού στάθηκε κοντά στο κρεβάτι, τον φώναξε δυο ή τρεις φορές με το όνομά του· και, μόλις σηκώθηκε, τον ρώτησε τι είχε πάθει και κοιμόταν σαν να ήταν νικητής και όχι σαν να επρόκειτο να δώσει την πιο μεγάλη του μάχη.
Τότε ο Αλέξανδρος χαμογελώντας του είπε: «τι λοιπόν; Δεν νομίζεις ότι έχουμε ήδη νικήσει και έχουμε απαλλαγεί από το να περιπλανιόμαστε και να καταδιώκουμε τον Δαρείο, που φυγομαχεί μέσα σε μια χώρα μεγάλη και κατεστραμμένη;»
Γιατί στη μάχη δημιουργήθηκε υποτροπή και ταραχή στην αριστερή πτέρυγα με τον Παρμενίωνα, όταν το Βακτριανό ιππικό έπεσε επάνω στους Μακεδόνες με πολλή ορμή και δύναμη και ο Μαζαίος απέσυρε από τη φάλαγγα ιππείς και τους έστειλε τους σκευοφύλακες.
Γι᾽ αυτό και ο Παρμενίων, ανησυχώντας για τους δυο αυτούς λόγους, έστειλε στον Αλέξανδρο αγγελιαφόρους να του πουν ότι χάνονται το χαράκωμα και οι αποσκευές, αν δεν έστελνε γρήγορα ισχυρές ενισχύσεις στην οπισθοφυλακή από το μέτωπο.
Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Αλέξανδρος έδινε στους άνδρες του το σύνθημα της επίθεσης. Όταν άκουσε όσα ζητούσε ο Παρμενίων, είπε ότι δεν είναι σώφρων ο άνθρωπος ούτε και στα καλά του· από την ταραχή του έχει ξεχάσει ότι, αν νικήσουν, θα αποκτήσουν και όσα ανήκουν στους εχθρούς, ενώ, εάν ηττηθούν, δεν θα χρειαστεί να ενδιαφερθούν για χρήματα ούτε και για δούλους, αλλά πώς θα πεθάνουν πολεμώντας με τιμή και δόξα.
Αυτά παράγγειλε να πουν στον Παρμενίωνα και έβαλε την περικεφαλαία του· τον άλλον οπλισμό τον είχε από τη στιγμή που βγήκε από τη σκηνή: εσωτερικά ένα ένδυμα με ζώνη σικελική και πάνω από αυτό διπλό λινό θώρακα από τα λάφυρα στη μάχη της Ισσού.
Η περικεφαλαία ήταν σιδερένια, γυάλιζε σαν καθαρό ασήμι, έργο του Θεόφιλου. Πιασμένο με αυτήν ήταν ένα σιδερένιο πάλι κομμάτι γύρω από τον τράχηλο με ένθετα πετράδια·
το μαχαίρι του ήταν υπέροχο για το χρώμα του και ήταν ελαφρύ, δώρο του βασιλιά του Κιτίου· το κρατούσε μαζί του, επειδή είχε ασκηθεί πολύ να χειρίζεται το μαχαίρι στις μάχες.
Φορούσε χλαμύδα με πόρπη στον ώμο, δουλεμένη πολύ καλύτερα από ό,τι ο υπόλοιπος οπλισμός· ήταν δώρο του παλαιού Ελικώνα, τιμή της πόλης των Ροδίων, από την οποία του είχε δοθεί ως δώρο· τη χρησιμοποιούσε και αυτή στις μάχες.
Όταν περνούσε μπροστά από τη φάλαγγα έφιππος ή τακτοποιώντας την ή δίνοντας οδηγίες ή συμβουλές ή επιβλέποντας, είχε άλλο άλογο, επειδή λυπόταν τον Βουκεφάλα, που ήταν ήδη πολύ γερασμένος· αλλά όταν κινούσε για μάχη, του έφερναν εκείνον· ίππευε και άρχιζε αμέσως την επίθεση.
Τότε, αφού συνομίλησε για αρκετή ώρα με τους Θεσσαλούς και τους άλλους Έλληνες, που τον ενθάρρυναν φωνάζοντάς του να τους οδηγήσει εναντίον των βαρβάρων, πήρε με το αριστερό χέρι το ακόντιο και με το δεξί παρακαλούσε τους θεούς και ευχόταν, όπως λέει ο Καλλισθένης, εάν όντως είναι γιος του Δία, να βοηθήσουν και να ενισχύσουν τους Έλληνες.
Εξάλλου, ο μάντης Αρίστανδρος με λευκή χλαμύδα και χρυσό στεφάνι, έφιππος δίπλα του, έδειχνε έναν αετό να πετάει πάνω από το κεφάλι του Αλέξανδρου και να τον οδηγεί κατευθείαν εναντίον των εχθρών.
Αυτό ενθάρρυνε πολύ όσους έβλεπαν και, από την ενθάρρυνση αυτή και τις προτροπές του ενός προς τον άλλον, οι ιππείς επιτέθηκαν εναντίον των εχθρών και μαζί και η φάλαγγα σαν κύμα.
Αλλά πριν συγκρουστούν οι πρώτοι, οι βάρβαροι άρχισαν να υποχωρούν· ακολούθησε καταδίωξη σε μεγάλη έκταση, καθώς ο Αλέξανδρος κατηύθυνε τους ηττημένους προς το κέντρο, όπου βρισκόταν ο Δαρείος.
Γιατί τον είχε διακρίνει από μακριά στο βάθος της βασιλικής ίλης, ανάμεσα στους ιππείς που είχαν παραταχθεί μπροστά του, να φαντάζει όμορφος και μεγαλόσωμος πάνω σε άρμα ψηλό, περιστοιχισμένο από πολλούς και λαμπρούς ιππείς, που είχαν συσπειρωθεί πολύ καλά γύρω από το άρμα και είχαν πάρει τέτοιες θέσεις, ώστε να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς.
Όταν όμως εμφανίστηκε κοντά τους φοβερός ο Αλέξανδρος, ρίχνοντας όσους είχαν τραπεί σε φυγή μέσα στις γραμμές αυτών που αντιστέκονταν, τους κατατρόμαξε και σκόρπισε τους περισσότερους.
Οι άριστοι και οι πιο γενναίοι, που σκοτώνονταν υπερασπίζοντας τον βασιλιά τους και έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλον, στέκονταν εμπόδιο στην καταδίωξη, καθώς είχαν μπερδευτεί οι ίδιοι μεταξύ τους και με τα άλογα και ψυχορραγούσαν.
Ο Δαρείος, καθώς όλα τα φοβερά ήταν μπροστά στα μάτια του και οι παρατεταγμένες μπροστά του δυνάμεις σωριάζονταν επάνω του, επειδή δεν ήταν εύκολο να στρίψει το άρμα και να περάσει ανάμεσα και οι τροχοί είχαν γίνει ένα με τόσο πολλά πτώματα και είχαν φρακάρει με αυτά, αλλά και τα άλογα, αποκλεισμένα και κρυμμένα από το πλήθος των νεκρών, αναπηδούσαν και τράνταζαν τον ηνίοχο, εγκαταλείπει το άρμα και τα όπλα και ανεβαίνοντας σε μια φοράδα, που μόλις είχε γεννήσει, τράπηκε σε φυγή.
Αλλά ούτε και τότε θα είχε διαφύγει, εάν δεν είχαν έρθει από τον Παρμενίωνα και άλλοι ιππείς να καλέσουν σε βοήθεια τον Αλέξανδρο, γιατί τάχα είχε συγκεντρωθεί εκεί μεγάλη δύναμη και οι εχθροί δεν υποχωρούσαν.
Γενικά, σε εκείνη τη μάχη κατηγορούν τον Παρμενίωνα ότι ήταν νωθρός και αναποτελεσματικός είτε επειδή λόγω γήρατος είχε ελαττωθεί κάπως η τόλμη του είτε γιατί, όπως λέει ο Καλλισθένης, ήταν ενοχλημένος και φθονούσε την εξουσία και το μέγεθος της δύναμης του Αλέξανδρου.
Τότε λοιπόν ο βασιλιάς, μολονότι δυσαρεστήθηκε από το κάλεσμα, δεν είπε την αλήθεια στους στρατιώτες, αλλά έδωσε το σύνθημα για ανάκληση, επειδή τάχα είχε κουραστεί να σκοτώνει και είχε νυχτώσει. Καθώς προχωρούσε προς το μέρος που διέτρεχε κίνδυνο, άκουσε ότι είχαν ηττηθεί ολοκληρωτικά οι εχθροί και είχαν τραπεί σε φυγή.
Αφού η μάχη εκείνη είχε αυτό το τέλος, η κυριαρχία των Περσών φαινόταν ότι είχε καταλυθεί ολοσχερώς. Ο Αλέξανδρος είχε αναγορευτεί βασιλιάς της Ασίας, πρόσφερε θυσίες στους θεούς με μεγαλοπρέπεια και έδινε στους φίλους του πλούτη, παλάτια και ηγεμονίες.
Για να δείξει τη γενναιοδωρία του προς τους Έλληνες, έγραψε ότι καταλύονται όλα τα τυραννικά πολιτεύματα και θα είναι αυτόνομοι· ιδιαίτερα για τους Πλαταιείς έγραψε ότι θα ξανακτίσει την πόλη τους, επειδή οι πατέρες τους πρόσφεραν τη χώρα τους στους Έλληνες να αγωνιστούν εκεί για την ελευθερία τους.
Έστειλε επίσης και στους Κροτωνιάτες στην Ιταλία ένα μέρος από τα λάφυρα, τιμώντας την προθυμία και την αρετή του Φαΰλλου του αθλητή, επειδή στους Μηδικούς πολέμους, ενώ οι υπόλοιποι Ιταλιώτες είχαν εγκαταλείψει τους Έλληνες, αυτός με δικό του εξοπλισμένο πλοίο έπλευσε στη Σαλαμίνα για να πάρει μέρος στον αγώνα.
Επισκεπτόμενος τη Βαβυλώνα, η οποία υποτάχτηκε σ᾽ αυτόν αμέσως εξολοκλήρου, έμεινε έκθαμβος μπρος στο στόμιο της φωτιάς που ξεπηδάει ακατάπαυστα, σαν από πηγή, και το ρεύμα από νέφτι, που λόγω της ποσότητας σχημάτιζε λίμνη όχι πολύ μακριά από το στόμιο.
Το νέφτι μοιάζει γενικά με άσφαλτο, αλλά είναι τόσο πολύ ευαίσθητο στη φωτιά, ώστε, πριν το αγγίξει η φλόγα, ανάβει με τη λάμψη από το φως της και πολλές φορές καίει μαζί και ο αέρας που βρίσκεται ανάμεσά τους.
Θέλοντας να δείξουν οι βάρβαροι τη φύση και τη δύναμή του, κατέβρεξαν ελαφρά με το υγρό τον στενό δρόμο που οδηγούσε στο κατάλυμα του βασιλιά· στη συνέχεια στάθηκαν στην άκρη και ακούμπησαν με αναμμένους δαυλούς τα βρεγμένα μέρη.
Είχε αρχίσει ήδη να σκοτεινιάζει. Αμέσως με το πρώτο άναμμα η φωτιά ξαπλώθηκε αστραπιαία, σαν τη σκέψη, και έφτασε στο άλλο άκρο και ο στενός δρόμος έγινε μια συνεχής φωτιά.
Βρισκόταν εκεί κάποιος Αθηνοφάνης, Αθηναίος, από αυτούς που συνήθως φρόντιζαν τον βασιλιά στο άλειμμα, στο λουτρό και απομάκρυναν τη σκέψη του με το τραγούδι από τις έγνοιες και την οδηγούσαν προς τη διασκέδαση.
«θέλεις, βασιλιά, να δοκιμάσουμε το υγρό στον Στέφανο; Εάν λοιπόν ανάψει επάνω του και δεν σβήσει, θα πω ανεπιφύλακτα ότι η δύναμή του είναι ακαταμάχητη και φοβερή»
Και αφού και το παλικαράκι προσφέρθηκε με προθυμία να γίνει επάνω του η δοκιμή, δεν πρόλαβαν να τον αλείψουν και να ακουμπήσουν τη φωτιά επάνω και το σώμα του πέταξε τόσο μεγάλη φλόγα και καλύφτηκε ολόκληρο από τη φωτιά, ώστε να τα χάσει εντελώς ο Αλέξανδρος και να ανησυχήσει πάρα πολύ.
Και, εάν δεν ήταν κατά τύχη πολλοί που κρατούσαν στα χέρια τους δοχεία με νερό, δεν θα προλάβαινε η βοήθεια την εξάπλωση της φωτιάς. Αλλά και έτσι ακόμη, με δυσκολία έσβησαν τη φωτιά που είχε καλύψει όλο το κορμί του παιδιού, και ύστερα από αυτά η κατάστασή του ήταν άσχημη.
Εύλογα λοιπόν ορισμένοι, συσχετίζοντας τον μύθο με την πραγματικότητα, λένε ότι αυτό είναι το φάρμακο της Μήδειας, με το οποίο άλειψε το στεφάνι και τον πέπλο που αναφέρεται στην τραγωδία.
Η φωτιά δηλαδή δεν άναψε από εκείνα τα ίδια ούτε και από μόνη της αλλά από κάποια φλόγα που είχε τοποθετηθεί κοντά και μεταδόθηκε με ταχύτητα που δεν μπορεί να την παρακολουθήσει το ανθρώπινο μάτι.
Γιατί οι ακτίνες και τα ρεύματα της φωτιάς, όταν έρχονται από μακριά, ρίχνουν γενικά στα σώματα μόνο φως και θερμότητα· όταν όμως εστιάζονται σε σώματα στεγνά ή με υγρασία μεγάλη και συνεχόμενη, δημιουργούν φωτιές και αλλάζουν αμέσως τη σύστασή τους.
Γιατί και η Βαβυλώνα είναι πάρα πολύ ζεστή, με αποτέλεσμα τα κριθάρια να ξεπηδούν από το χώμα και πολλές φορές να πλαγιάζουν, σαν να έχουν τα μέρη αυτά δυνατούς παλμούς λόγω πυρετού, και οι άνθρωποι στις μεγάλες ζέστες κοιμούνται πάνω σε ασκούς γεμάτους νερό.
Ο Άρπαλος, που είχε μείνει πίσω για να επιβλέπει την περιοχή, φιλοδοξώντας, ως λάτρης του ωραίου, να διακοσμήσει τα ανάκτορα και τα πάρκα με ελληνικά φυτά, ενώ σε όλα γενικά τα κατάφερε, τον κισσό μόνο δεν τον ευνόησε το χώμα, αλλά συνέχεια τον ξέραινε, επειδή δεν άντεχε στην υψηλή θερμοκρασία· γιατί το χώμα ήταν καυτό, ενώ αυτός θέλει ψυχρό κλίμα.
Λένε ότι εκεί βρέθηκαν πέντε χιλιάδες τάλαντα πορφύρας από την Ερμιόνη, που είχε συγκεντρωθεί εκεί πριν από εκατόν ενενήντα χρόνια, αλλά διατηρούσε ακόμη φρέσκο και ζωντανό το άνθος της.
Λένε ότι αυτό οφειλόταν στο ότι η βαφή των πορφυρών γινόταν με μέλι και λευκό λάδι από λευκάδια. Γιατί και αυτών η λαμπρότητα, αν και βρισκόταν εκεί τα ίδια σχεδόν χρόνια, φάνταζε καθαρή και στίλβουσα.
Ο Δίνων μάλιστα λέει ότι οι βασιλιάδες έστελναν και έφερναν μαζί με τα άλλα και νερό από τον Νείλο και τον Ίστρο και το τοποθετούσαν στους θησαυρούς τους, σαν για επιβεβαίωση του μεγέθους της εξουσίας και της κυριαρχίας τους πάνω σε όλα.
Καθώς η Περσία είναι δύσβατη χώρα λόγω της τραχύτητας του εδάφους και τη φρουρούσαν οι πιο γενναίοι Πέρσες —ο Δαρείος είχε ήδη φύγει— έγινε οδηγός του Αλέξανδρου σε μια κυκλική πορεία όχι μεγάλη κάποιος δίγλωσσος, από πατέρα Λύκιο και μητέρα Περσίδα.
και λένε ότι βρήκε πάρα πολλά νομίσματα όσα και στα Σούσα· όλα γενικά τα πράγματα και ο πλούτος μεταφέρθηκαν με δέκα χιλιάδες ζεύγη μουλαριών και πέντε χιλιάδες καμήλες.
Όταν κάποτε είδε έναν μεγάλο ανδριάντα του Ξέρξη να έχει ανατραπεί από απροσεξία από πλήθος ανθρώπων πολύ συνωστίζονταν να μπουν στα ανάκτορα, στάθηκε εκεί και σαν να μιλούσε σε έμψυχο είπε: «Τί από τα δυο; Να σε προσπεράσουμε και να σε αφήσουμε πεσμένο κάτω λόγω της εκστρατείας σου εναντίον των Ελλήνων ή να σε σηκώσουμε λόγω της μεγαλοσύνης και της αρετής σου;» Τελικά, ύστερα από πολλήν ώρα περισυλλογής και σιωπής, προσπέρασε και έφυγε.
Λέγεται ότι την πρώτη φορά που κάθισε ο Αλέξανδρος στον θρόνο του Δαρείου κάτω από τον χρυσό ουρανό, ο Δημάρατος ο Κορίνθιος, φιλικά προσκείμενος στον Αλέξανδρο και πατρικός φίλος, δάκρυσε από συγκίνηση, σαν γέρος που ήταν, και είπε: «πόσο μεγάλη ευχαρίστηση έχουν στερηθεί οι Έλληνες που πέθαναν, πριν δουν τον Αλέξανδρο να κάθεται στον θρόνο του Δαρείου».
Ύστερα από αυτό, σκοπεύοντας να κινηθεί εναντίον του Δαρείου, έτυχε να πίνει και να διασκεδάζει με τους εταίρους· μαζί έπιναν και γυναίκες, που είχαν έρθει στους εραστές για διασκέδαση.
Ανάμεσα σ᾽ αυτές η πιο διακεκριμένη ήταν η Θαΐδα, η εταίρα του Πτολεμαίου, του μετέπειτα βασιλιά, Αθηναία στην καταγωγή. Αυτή, από τη μια επαινώντας έξυπνα, από την άλλη αστειευόμενη με τον Αλέξανδρο, παρασυρμένη από το κρασί είπε έναν λόγο, ταιριαστό βέβαια στο ήθος της πατρίδας της αλλά προχωρημένο για μια του είδους της.
Είπε δηλαδή ότι, για όσα είχε τραβήξει περιπλανώμενη ανά την Ασία, εκείνη την ημέρα απολάμβανε ευχαρίστηση που διασκέδαζε στα περήφανα παλάτια των Περσών.
Και ακόμη πιο ευχάριστα θα διασκέδαζε, αν έβαζε φωτιά στο παλάτι του Ξέρξη, που πυρπόλησε την Αθήνα, βάζοντας η ίδια φωτιά υπό το βλέμμα του βασιλιά, για να συζητιέται μεταξύ των ανθρώπων ότι, για τους στρατηγούς εκείνους που έλαβαν μέρος στις ναυμαχίες και πεζομαχίες, πήραν μεγαλύτερη εκδίκηση από τους Πέρσες οι γυναίκες της ακολουθίας του Αλέξανδρου για χάρη της Ελλάδας.
Τον λόγο αυτόν ακολούθησαν ζωηρό χειροκρότημα, επιδοκιμασίες, προτροπές και συναινέσεις από τους εταίρους· παρασύρθηκε και ο βασιλιάς, πετάχτηκε επάνω φορώντας στεφάνι και κρατώντας δαυλό αναμμένο και προχωρούσε μπροστά.
Όσοι ακολουθούσαν με τραγούδια και φωνές δυνατές έπαιρναν θέση γύρω από τα ανάκτορα· μαθαίνοντας αυτά οι υπόλοιποι Μακεδόνες έτρεχαν σύσσωμοι με χαρά κρατώντας αναμμένους δαυλούς.
Γιατί υπολόγιζαν ότι η πυρπόληση και καταστροφή των ανακτόρων ήταν δείγμα ότι ο Αλέξανδρος είχε τον νου του στην πατρίδα και δεν σκόπευε να ζήσει με τους βαρβάρους.
Άλλοι ισχυρίζονται ότι έτσι έγιναν αυτά, άλλοι όμως ότι έγιναν κατόπιν σχεδίου. Πάντως και οι μεν και οι δε συμφωνούν ότι γρήγορα ο Αλέξανδρος μετάνιωσε και έδωσε διαταγή να σβήσουν τη φωτιά.
Ο Αλέξανδρος, όντας από τη φύση του πάρα πολύ γενναιόδωρος, έγινε ακόμη περισσότερο, όταν αυξήθηκε ο πλούτος του. Υπήρχε σ᾽ αυτόν και η φιλοφροσύνη, που και από μόνη της δίνει χαρά σε όσους προσφέρουν δώρα·
θα θυμίσω λίγα παραδείγματα. Ο Αρίστων, ο ηγεμόνας των Παιόνων, όταν σκότωσε κάποιον εχθρό και του έδειξε με καμάρι το κεφάλι, είπε: «αυτό το δώρο, βασιλιά, έχει ως αμοιβή στην πατρίδα μου ένα χρυσό ποτήρι». Ο Αλέξανδρος γέλασε και είπε: «άδειο, ασφαλώς· εγώ όμως θα πιω για σένα γεμάτο δυνατό κρασί».
Κάποιος από το πλήθος των Μακεδόνων τραβούσε ένα μουλάρι φορτωμένο με χρυσάφι του βασιλιά· επειδή όμως το ζώο είχε αποκάμει, σήκωσε ο ίδιος το φορτίο και το μετέφερε. Βλέποντάς τον ο βασιλιάς ταλαιπωρημένο και μαθαίνοντας τον λόγο, καθώς ο άνθρωπος σκόπευε να το αφήσει κάτω, του είπε: «μην αποκάμεις, εμπρός βάλε τα δυνατά σου και για την υπόλοιπη διαδρομή ως τη σκηνή σου, γιατί θα το μεταφέρεις για σένα».
Γενικά, ενοχλούνταν περισσότερο με όσους δεν δέχονταν δώρα παρά με όσους ζητούσαν. Γι᾽ αυτό, έγραψε επιστολή στον Φωκίωνα ότι δεν θα τον θεωρούσε στο εξής φίλο του, εάν αρνιόταν τις χάρες του.
Στον Σεραπίωνα όμως, έναν νεαρό με τον οποίο έπαιζε σφαίρα, δεν έδινε τίποτε, επειδή δεν ζητούσε τίποτε. Όταν λοιπόν ο Σεραπίων ήρθε και πήρε μέρος στο παιχνίδι της σφαιροβολίας, έριχνε τη σφαίρα πάντοτε σε άλλους· και όταν ο βασιλιάς του είπε: «σε εμένα δεν τη δίνεις;», «δεν τη ζητάς» είπε. Γέλασε με την απάντηση και του έδωσε πολλά.
Με κάποιον Πρωτέα, εξάλλου, με κλίση στα αστεία και στο πιοτό, φάνηκε πως κάποτε είχε οργιστεί· μετά τα παρακάλια όμως των φίλων του και τα δάκρυα του Πρωτέα, είπε ότι συμφιλιώνεται πάλι μαζί του· και εκείνος είπε: «τότε, βασιλιά, δώσε μου πρώτα απόδειξη». Έδωσε λοιπόν εντολή να του δώσουν πέντε τάλαντα.
Όσο για τα πλούτη που μοίρασε στους φίλους και στους σωματοφύλακές του, φαίνεται πόσο πολλά ήταν από ένα γράμμα της Ολυμπιάδας που του έγραφε: «με άλλον τρόπο» του έλεγε «να ευεργετείς τους φίλους σου και να τους τιμάς· τώρα τους κάνεις όλους ίσους με βασιλιάδες και φροντίζεις να έχουν πολλούς φίλους, ενώ εσύ μένεις μόνος».
Επειδή η Ολυμπιάδα του έγραφε πολλές φορές τέτοια, κρατούσε απόρρητο το περιεχόμενό τους, εκτός από μια φορά που, διαβάζοντας ο Ηφαιστίων μαζί του, όπως συνήθιζε, μιαν ανοιχτή επιστολή, δεν τον εμπόδισε αλλά έβγαλε το δακτυλίδι του και έβαλε τη σφραγίδα στο στόμα εκείνου.
Στον γιο του Μαζαίου, του πιο σημαντικού άνδρα στην υπηρεσία του Δαρείου, ενώ είχε μια σατραπεία, του είχε δώσει και δεύτερη μεγαλύτερη. Εκείνος όμως με παρακάλια τον απέτρεπε λέγοντας: «τότε, βασιλιά, ήταν ένας ο Δαρείος, τώρα εσύ έχεις κάνει πολλούς Αλέξανδρους».
Στη μητέρα του, εξάλλου, χάριζε και έστελνε πολλά δώρα, αλλά δεν της επέτρεπε να ασχολείται με πολλά μήτε και να αναμειγνύεται στις υποθέσεις των στρατηγών·και όταν τον κατέκρινε, ανεχόταν ήρεμα τις σκληρές παρατηρήσεις της.
Εκτός από μια φορά που ο Αντίπατρος έγραψε μια μακροσκελή επιστολή εναντίον της· διαβάζοντάς την ο Αλέξανδρος είπε ότι ο Αντίπατρος αγνοεί πως το δάκρυ της μάνας σβήνει μύριες επιστολές.
Έβλεπε όμως ότι οι άνθρωποι που περιβάλλοντός του είχαν γίνει τρυφηλοί και ενοχλητικοί με τον τρόπο ζωής και τις πολυτέλειές τους. Για παράδειγμα, ο Άγνων από την Τέω είχε στα παπούτσια του ασημένιες πρόκες, ο Λεοννάτος είχε φέρει από την Αίγυπτο με πολλές καμήλες άμμο στα γυμναστήρια και ο Φιλώτας είχε δίχτυα για το κυνήγι εκατό σταδίων· πήγαιναν για άλειμμα και για λουτρό χρησιμοποιώντας τόσο πολύ μύρο όσο προηγουμένως ούτε λάδι δεν είχαν. Έβλεπε ότι περιστοιχίζονταν από υπηρετικό προσωπικό για τρίψιμο και χαλάρωση.
Τους επέκρινε λοιπόν για όλα αυτά ήρεμα και φιλοσοφημένα, λέγοντας πως εκπλήσσεται που, ενώ έχουν πάρει μέρος σε τόσο πολλούς και τόσο μεγάλους αγώνες, δεν θυμούνται ότι όσοι έχουν κοπιάσει κοιμούνται πιο ευχάριστα από αυτούς που δεν κουράστηκαν, ούτε και βλέπουν ότι, συγκρίνοντας τη ζωή τους με τη ζωή των Περσών, η τρυφηλή ζωή είναι το άκρον άωτον της δουλείας, ενώ ο μόχθος ό,τι πιο βασιλικό.
«Αλήθεια,» είπε «πώς θα μπορούσε κάποιος να περιποιηθεί μόνος του το άλογό του ή να γυαλίσει τη λόγχη ή την περικεφαλαία του, αν τα χέρια του έχουν σταματήσει να εγγίζουν το αγαπημένο σώμα του;» «Δεν ξέρετε» είπε «ότι το τελικό στάδιο για μας τους κατακτητές είναι να μην κάνουμε τα ίδια με τους κατακτημένους;»
Γι᾽ αυτό εξέθετε τον εαυτό του ακόμη περισσότερο στις εκστρατείες και στα κυνήγια, ταλαιπωρούμενος και κινδυνεύοντας, ώστε ένας πρεσβευτής Σπαρτιάτης, που παραβρέθηκε την ώρα που έριχνε κάτω ένα τεράστιο λιοντάρι, είπε: «Αλέξανδρε, αγωνίστηκες σωστά για τη βασιλεία σου με το λιοντάρι».
Αυτό το περιστατικό του κυνηγιού αφιέρωσε ο Κρατερός στους Δελφούς, αφού έδωσε εντολή να κάνουν χάλκινες μορφές του λιονταριού και των σκυλιών, του βασιλιά να παλεύει με το λιοντάρι, αλλά και του ίδιου να σπεύδει σε βοήθεια· άλλες από τις μορφές αυτές φιλοτέχνησε ο Λύσιππος, άλλες ο Λεωχάρης.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν διακινδύνευε ασκώντας τον εαυτό του και συνάμα παροτρύνοντας και τους άλλους για την αρετή. Οι φίλοι του όμως που επιθυμούσαν, λόγω του πλούτου και της έπαρσης, να απολαμβάνουν τρυφηλή ζωή και να μην κάνουν τίποτε, ενοχλούνταν με τις περιπλανήσεις και τις εκστρατείες· έτσι, έφτασαν σιγά σιγά στο σημείο να τον βρίζουν και να τον κακολογούν.
Ο Αλέξανδρος στην αρχή αντιδρούσε ήρεμα προς αυτές τις συμπεριφορές, λέγοντας πως το να κακολογείται ένας βασιλιάς είναι κάτι σύνηθες, και μάλιστα όταν αυτός κάνει ευεργεσίες.
Θα παραθέσω λίγα από αυτά. Στον Πευκέστα έστειλε επιστολή, παραπονούμενος ότι, όταν τον δάγκωσε μια αρκούδα, έγραψε στους άλλους, αλλά δεν το γνωστοποίησε σ᾽ αυτόν. «Γράψε μου τώρα τουλάχιστον» είπε «πώς είσαι, και αν τυχόν κάποιοι από τους συντρόφους σου στο κυνήγι, σε εγκατέλειψαν, για να τιμωρηθούν.
Στον Ηφαιστίωνα και στους άνδρες του, που απουσίαζαν σε κάποιαν αποστολή, έγραψε πως, παίζοντας με ένα κουνάβι ο Κρατερός, έπεσε στο δόρυ του Περδίκκα και πληγώθηκε στους μηρούς.
Όταν ο Πευκέστας σώθηκε από κάποια αρρώστια, ο Αλέξανδρος έστειλε γράμμα στον γιατρό Αλέξιππο για να τον ευχαριστήσει. Όταν ο Κρατερός ήταν άρρωστος, το είδε στο όνειρό του· γι᾽ αυτό και ο ίδιος έκανε κάποιες θυσίες για την ανάρρωσή του και εκείνον προέτρεψε να κάνει το ίδιο.
Έστειλε επίσης γράμμα στον Παυσανία τον γιατρό, που ήθελε να δώσει ελλέβορο στον Κρατερό, από τη μια επειδή ανησυχούσε, από την άλλη επειδή ήθελε να τον συμβουλεύσει πώς να χρησιμοποιήσει το φάρμακο.
Τους πρώτους που έφεραν την είδηση για τη φυγή και την απόδραση του Άρπαλου, τον Εφιάλτη και τον Κίσσο, τους φυλάκισε, επειδή κατά τη γνώμη του έλεγαν ψέματα σε βάρος του ανδρός.
Όταν, την εποχή που έστελνε στην πατρίδα τους όσους ήταν εκεί άρρωστοι και ηλικιωμένοι, ο Ευρύλοχος ο Αιγαίος δηλώθηκε ως άρρωστος, στη συνέχεια όμως αποκαλύφθηκε ότι δεν είχε καμιάν αρρώστια και ομολόγησε ότι ήταν ερωτευμένος με την Τελεσίππα και, επειδή εκείνη έφευγε, ήθελε να τη συνοδεύσει ως τη θάλασσα, ο Αλέξανδρος ρώτησε από πού καταγόταν η γυναίκα.
Όταν άκουσε ότι ήταν ελεύθερη εταίρα, είπε: «Ευρύλοχε, θα μας έχεις υποστηρικτές στον έρωτά σου· κοίτα όμως πώς θα πείσουμε την Τελεσίππα με λόγια ή με έργα, γιατί είναι ελεύθερη».
Και είναι να απορεί κανείς με αυτόν που έβρισκε χρόνο να ασχολείται με τέτοια και να γράφει μέχρι και επιστολές στους φίλους του για τέτοια ζητήματα. Για παράδειγμα, έγραψε επιστολή για την απόδραση κάποιου δούλου του Σέλευκου στην Κιλικία, προστάζοντας να τον αναζητήσουν· επαίνεσε τον Πευκέστα που συνέλαβε τον Νίκωνα, τον δούλο του Κρατερού· έγραψε στον Μεγάβυζο σχετικά με τον υπηρέτη του, που είχε καθίσει ικέτης στο ιερό, προστάζοντάς τον να τον φωνάξει και να τον συλλάβει, ει δυνατόν, έξω από το ιερό, αλλά μέσα σ᾽ αυτό να μην τον ακουμπήσει.
Λέγεται ότι αρχικά, εκδικάζοντας υποθέσεις που επέσυραν την ποινή του θανάτου, όταν μιλούσε ο κατήγορος, έβαζε το χέρι στο ένα αυτί του, για να το διατηρεί καθαρό και χωρίς προκατάληψη για τον κατηγορούμενο.
Εκείνον τον καιρό ξεκινούσε εναντίον του Δαρείου, για να δώσει μάχη πάλι μαζί του. Όταν όμως έμαθε τη σύλληψή του από τον Βήσσο, αποδέσμευσε τους Θεσσαλούς, ώστε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, καταβάλλοντας εκτός από τους μισθούς τους δώρο δύο χιλιάδες τάλαντα.
Από την καταδίωξη, επίπονη και μεγάλης διάρκειας —γιατί μέσα σε έντεκα ημέρες κάλυψε με το ιππικό τρεις χιλιάδες τριακόσια στάδια— κουράστηκαν οι περισσότεροι, και μάλιστα διασχίζοντας άνυδρη περιοχή.
Ακριβώς εκεί τον συνάντησαν κάποιοι Μακεδόνες που μετέφεραν νερό από το ποτάμι σε ασκούς πάνω σε μουλάρια. Όταν είδαν τον Αλέξανδρο να είναι σε άσχημη κατάσταση από τη δίψα —ήταν κιόλας μεσημέρι— γέμισαν γρήγορα μια περικεφαλαία και του την πρόσφεραν.
Όταν αυτός ζήτησε να μάθει για ποιους μετέφεραν το νερό, του είπαν: «για τα παιδιά μας. Αλλά, και αν ακόμη τα χάσουμε, με εσένα ζωντανό θα κάνουμε άλλα».
Σαν άκουσε αυτά, πήρε στα χέρια του την περικεφαλαία· κοιτάζοντας όμως ολόγυρα και παρατηρώντας ότι όλοι οι ιππείς της ακολουθίας του είχαν σκύψει τα κεφάλια και τον κοίταζαν, την έδωσε πίσω χωρίς να πιει· ευχαρίστησε τους ανθρώπους και είπε: «αν πιω μόνον εγώ, θα στενοχωρηθούν πολύ αυτοί».
Βλέποντας οι ιππείς την εγκράτεια και το μεγαλείο της ψυχής του, φώναζαν να συνεχίσει να τους οδηγεί με θάρρος και μαστίγωναν τα άλογά τους. Γιατί, όσο είχαν έναν τέτοιο βασιλιά, ούτε κουράζονταν ούτε διψούσαν και, γενικά, δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους θνητούς.
Εκεί λοιπόν, περνώντας πάνω από πολύ ασήμι και χρυσάφι ριγμένο στο έδαφος και δίπλα από πολλές άμαξες με γυναικόπαιδα ακυβέρνητες χωρίς ηνιόχους, κατεδίωκαν τους πρώτους, γιατί πίστευαν ότι μεταξύ εκείνων ήταν ο Δαρείος.
Εντοπίστηκε δύσκολα μέσα σε μια άμαξα γεμάτος πληγές από ακόντιο σε όλο το σώμα του λίγο πριν πεθάνει. Ζήτησε όμως να πιει και, αφού ήπιε κρύο νερό, είπε στον Πολύστρατο που του το έδωσε:
«άνθρωπε, αυτή είναι η τελευταία από όλες τις δυστυχίες μου, το να μην μπορώ να ανταποδώσω την ευεργεσία· θα σου ανταποδώσει όμως τη χάρη ο Αλέξανδρος, και σ᾽ αυτόν οι θεοί για την ευγενική συμπεριφορά του προς τη μητέρα μου, τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου· μέσω εσού τον συγχαίρω». Αφού είπε αυτά και έπιασε το χέρι του Πολύστρατου, ξεψύχησε.
Αργότερα, όταν βρήκε τον Βήσσο, τον έσκισε στα δυο· λύγισε δηλαδή δύο κατακόρυφα δέντρα προς το ίδιο σημείο, έδεσε στο καθένα ένα πόδι του Βήσσου, έπειτα, αφήνοντας τα δέντρα ελεύθερα, καθώς τινάχτηκαν με ορμή γυρίζοντας στη θέση τους, πήρε το καθένα μαζί του το μέρος του σώματος που είχε προσδεθεί σ᾽ αυτό.
Ύστερα από αυτό έστειλε τη σορό του Δαρείου, στολισμένη με βασιλικό τρόπο, στη μητέρα του και συμπεριέλαβε τον αδερφό εκείνου Εξάθρη μεταξύ των εταίρων.
Ο ίδιος κατέβαινε προς την Υρκανία με το πιο ισχυρό μέρος της δύναμής του. Είδε εκεί έναν κόλπο στο ανοιχτό πέλαγος, που κατά την εκτίμησή του δεν ήταν μικρότερος από τον Εύξεινο Πόντο αλλά πιο γλυκός από την άλλη θάλασσα. Δεν κατόρθωσε όμως να μάθει τίποτε συγκεκριμένο γι᾽ αυτόν· κατέληξε ωστόσο στο συμπέρασμα ότι ήταν το πίσω τμήμα της λίμνης Μαιώτιδας.
Και όμως οι φυσικοί γνώριζαν την αλήθεια και πολλά χρόνια πριν από την εκστρατεία του Αλέξανδρου έχουν αναφέρει ότι από τους τέσσερις κόλπους τους εισχωρούντες στη στεριά από την έξω θάλασσα αυτός είναι ο βορειότερος, που λέγεται Υρκάνιο ή Κάσπιο πέλαγος.
Ο Αλέξανδρος το έφερε βαριά. Έστειλε κήρυκα και τους απείλησε ότι θα τους σκότωνε όλους μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους, αν δεν του έστελναν πίσω το άλογο.
Επειδή ήρθαν φέρνοντάς του το άλογο και παραδίδοντας τις πόλεις τους, συμπεριφέρθηκε προς όλους φιλικά και μάλιστα έδωσε λύτρα σ᾽ αυτούς που είχαν πάρει το άλογό του.
Από εδώ ξεκίνησε για τη χώρα των Πάρθων και, καθώς αναπαυόταν, φόρεσε για πρώτη φορά τη βαρβαρική στολή, είτε επειδή επιθυμούσε να εξοικειωθεί με τις ντόπιες συνήθειες, γιατί κατά τη γνώμη του η συνήθεια και η φυλετική συγγένεια συνέβαλλαν κατά πολύ στον εξανθρωπισμό, είτε αυτό ήταν η αρχή μιας προσπάθειας ώστε να τον προσκυνήσουν σιγά σιγά οι Μακεδόνες, συνηθίζοντας λίγο λίγο να ανέχονται τον διαφορετικό τρόπο ζωής και την αλλαγή του.
Ωστόσο δεν φόρεσε βέβαια εκείνη τη μηδική στολή, την τελείως βαρβαρική και αλλόκοτη, ούτε έβαλε περισκελίδες ούτε χειριδωτό μανδύα και στέμμα, αλλά συνδύασε με μέτρο κάποια στοιχεία της περσικής και της μηδικής, τα λιγότερο εντυπωσιακά από την πρώτη και τα πιο αυστηρά από τη δεύτερη.
Στην αρχή τη χρησιμοποιούσε όταν συναντούσε τους βαρβάρους και τους φίλους του στα καταλύματά του· στη συνέχεια όμως εμφανιζόταν έτσι και στον λαό, όταν έβγαινε έξω και συζητούσε.
Το θέαμα ήταν λυπηρό για τους Μακεδόνες, αλλά επειδή θαύμαζαν γενικά την αρετή του, πίστευαν ότι έπρεπε να κάνουν ορισμένες υποχωρήσεις μπροστά στην ευχαρίστηση και στη δόξα του.
Εκτός από όλα τα άλλα είχε τραυματιστεί πρόσφατα με βέλος στην κνήμη, γεγονός που είχε ως συνέπεια να σπάσει ένα κομμάτι από την κερκίδα και να πέσει· ξαναχτυπήθηκε με πέτρα στον τράχηλο, με αποτέλεσμα να μεσολαβήσει κάποια ελαφρά σκοτοδίνη για μεγάλο διάστημα.
Ωστόσο δεν σταματούσε να ρίχνεται στους κινδύνους συνεχώς. Και αφού πέρασε τον ποταμό Ορεξάρτη, που ο ίδιος πίστευε ότι ήταν ο Τάναϊς, έτρεψε σε φυγή τους Σκύθες και τους καταδίωξε για εκατό στάδια, μολονότι ενοχλούνταν από διάρροια.
Ο Αριστόβουλος όμως και ο Χάρης, που παρουσίαζε τους ξένους στον Αλέξανδρο, καθώς και οι Εκαταίος από την Ερέτρια, Πτολεμαίος, Αντικλείδης, Φίλων από τη Θήβα, Φίλιππος ο Θεαγγελέας, Φίλιππος από τη Χαλκίδα και Δούρης από τη Σάμο λένε ότι αυτό ήταν αποκύημα της φαντασίας.
Τη γνώμη τους φαίνεται να επιβεβαιώνει και ο Αλέξανδρος. Πράγματι, ενώ έγραφε στον Αντίπατρο τα πάντα λεπτομερώς, ανέφερε βέβαια ότι ο Σκύθης τού έδινε τη θυγατέρα του σε γάμο, αλλά για την Αμαζόνα δεν έκανε μνεία.
Λένε ότι πολλά χρόνια αργότερα ο Ονησίκριτος διάβασε στον Λυσίμαχο, που ήταν ήδη βασιλιάς, το τέταρτο από τα βιβλία του, στο οποίο είχε γράψει σχετικά με την Αμαζόνα. Τότε ο Λυσίμαχος χαμογέλασε ευγενικά και είπε: «και εγώ τότε πού ήμουν;»
Ανησυχώντας για τους Μακεδόνες μήπως κουραστούν στην εκστρατεία από εδώ και στο εξής, άφησε το υπόλοιπο πλήθος του στρατού στις θέσεις του και με τους αρίστους που είχε στην Υρκανία μαζί του, είκοσι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς, έκανε επίθεση, λέγοντας ότι οι βάρβαροι τους βλέπουν τώρα σαν σε όνειρο, αν όμως δημιουργήσουν μόνο αναταραχή στην Ασία και φύγουν, θα τους επιτεθούν αμέσως σαν σε γυναίκες.
Ωστόσο είπε ότι άφηνε να φύγουν όσοι το επιθυμούσαν, παραπονούμενος ότι, παρόλο που κατακτούσε όλο τον κόσμο για χάρη των Μακεδόνων, έχει εγκαταλειφθεί και εκστρατεύει μόνο με τους φίλους του και τους εθελοντές.
Αυτά έχουν γραφτεί σχεδόν λέξη προς λέξη στο γράμμα του προς τον Αντίπατρο και ότι, όταν είπε αυτά, όλοι φώναζαν να τους οδηγήσει σε όποιο μέρος του κόσμου επιθυμεί.
Έτσι λοιπόν και ο ίδιος προσαρμοζόταν ακόμη περισσότερο στον τρόπο ζωής των ντόπιων και εκείνους οδηγούσε στις συνήθειες των Μακεδόνων, επειδή πίστευε ότι με την επαφή και την επικοινωνία μάλλον παρά με τη βία θα επιτύγχανε ευνοϊκή κατάσταση, ακόμη και όταν αυτός θα έφευγε.
Επίσης, ο γάμος του με τη Ρωξάνη, που την είδε όμορφη και νέα σε κάποιο χορό σε διασκέδαση, έγινε από έρωτα και φάνηκε ότι δεν ήταν άσχετος με την κατάσταση που επικρατούσε.
Γιατί με τον γάμο ενισχύθηκε η αυτοπεποίθηση των βαρβάρων και αγάπησαν σε βαθμό υπερβολικό τον Αλέξανδρο, επειδή υπήρξε πάρα πολύ συνετός σχετικά με τα ζητήματα αυτά και δεν το βάσταξε η συνείδησή του να συζεί παράνομα με τη μοναδική γυναίκα που τον είχε σκλαβώσει.
Επειδή έβλεπε ότι από τους επιστήθιους φίλους του ο μεν Ηφαιστίων τον επιδοκίμαζε και τον ακολουθούσε σε αυτές τις συνήθειες, ενώ ο Κρατερός έμενε αφοσιωμένος στις πατροπαράδοτες συνήθειες, με τον πρώτο τακτοποιούσε τα σχετικά με τους βαρβάρους, με τον άλλον τα σχετικά με τους Έλληνες και τους Μακεδόνες.
Γενικά, τον πρώτο τον αγαπούσε πάρα πολύ, τον άλλον τον τιμούσε, επειδή το πίστευε και το επαναλάμβανε ότι ο Ηφαιστίων αγαπούσε τον Αλέξανδρο, ενώ ο Κρατερός τον βασιλιά.
Γι᾽ αυτό, καθώς υπέβλεπε ο ένας τον άλλον, συγκρούονταν πολλές φορές μεταξύ τους· μια φορά μάλιστα στην Ινδία ήρθαν στα χέρια και τράβηξαν τα ξίφη. Έτρεξαν οι φίλοι να βοηθήσουν τον καθένα τους και, όταν έφτασε ο Αλέξανδρος, κορόιδευε φανερά τον Ηφαιστίωνα, αποκαλώντας τον τρελό και μανιακό, αν δεν καταλαβαίνει ότι, αν κάποιος του πάρει τον Αλέξανδρο, είναι ένα τίποτε·
ιδιαιτέρως όμως μίλησε σκληρά και στον Κρατερό· πήρε όμως και τους δυο μαζί, τους συμφιλίωσε και ορκίστηκε στον Άμμωνα και στους άλλους θεούς ότι χωρίς αμφιβολία τους αγαπούσε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους· αν όμως αντιληφθεί ότι έχουν πάλι διαφορές μεταξύ τους, θα σκοτώσει και τους δυο ή εκείνον που θα άρχιζε τον καυγά. Γι᾽ αυτό λένε ότι ύστερα από αυτό ούτε είπαν κάτι ο ένας στον άλλον, ούτε και έκαναν ούτε και για αστεία ακόμη.
Ο Φιλώτας, ο γιος του Παρμενίωνα, είχε μεγάλη θέση μεταξύ των Μακεδόνων, καθόσον θεωρούνταν ανδρείος, υπομονετικός, γενναιόδωρος και με τόση αγάπη μεταξύ των εταίρων όσο κανένας άλλος μετά τον ίδιο τον Αλέξανδρο.
Λένε λοιπόν ότι, όταν κάποιος από τους οικείους του τού ζήτησε χρήματα, έδωσε εντολή να του δώσουν· ο διοικητής όμως απάντησε ότι δεν είχε· «τι λες» είπε εκείνος «δεν έχεις ούτε ένα ποτήρι ούτε και ένα ρούχο;»
Καθώς όμως έδειχνε ενοχλητική συμπεριφορά σε αλαζονεία, σε πλούτο, στη φροντίδα του σώματος και στον τρόπο ζωής, περισσότερο από όσο ταίριαζε σε έναν στρατιώτη, και μιμούνταν άκομψα και αυτή τη σοβαρότητα και την υψηλοφροσύνη, χωρίς χάρη, με άκομψο και υποκριτικό τρόπο, δημιουργούσε υποψίες και φθόνο, ώστε και ο Παρμενίων κάποτε να του πει: «παιδί μου, κάνε μου τη χάρη και γίνε χειρότερος»
Και μπροστά από πάρα πολλά χρόνια τύχαινε να τον έχουν διαβάλει στον ίδιο τον Αλέξανδρο. Όταν δηλαδή πιάστηκαν στη Δαμασκό τα πράγματα του Δαρείου μετά την ήττα του στην Κιλικία και είχαν μεταφερθεί στο στρατόπεδο πολλοί αιχμάλωτοι, βρέθηκε μεταξύ αυτών μια γυναίκα από την Πύδνα με ωραία εμφάνιση· λεγόταν Αντιγόνη·
αυτήν την κράτησε ο Φιλώτας. Σαν νέος που ήταν ανέφερε στην ερωμένη του, όταν έπινε, πολλές φιλοδοξίες του και καυχιόταν χωρίς να φυλάγεται ότι κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις οι σπουδαιότερες επιτυχίες οφείλονταν σ᾽ αυτόν και στον πατέρα του, ενώ αποκαλούσε τον Αλέξανδρο παιδάριο, το οποίο σε αυτούς χρωστούσε την εξουσία που απολάμβανε.
Καθώς η γυναίκα τα έβγαλε αυτά προς κάποιον γνωστό της και εκείνος, όπως ήταν φυσικό, σε άλλον, έφτασε το πράγμα στον Κρατερό, ο οποίος πήρε τη γυναίκα και την πήγε κρυφά στον Αλέξανδρο.
Ο Φιλώτας λοιπόν, αγνοώντας ότι του την είχαν στημένη κατ᾽ αυτόν τον τρόπο, συναντιόταν με την Αντιγόνη και με οργή και καυχησιολογία εκτόξευε εναντίον του βασιλιά πολλά ανάρμοστα λόγια.
Ο Αλέξανδρος όμως, μολονότι είχαν προκύψει σοβαρές ενδείξεις κατά του Φιλώτα, έκανε υπομονή, δεν μιλούσε και ήταν συγκρατημένος, είτε επειδή είχε εμπιστοσύνη στις καλές διαθέσεις του Παρμενίωνα απέναντί του, είτε επειδή φοβόταν τη δόξα και τη δύναμή τους.
Στο μεταξύ, εκείνο τον καιρό, κάποιος Μακεδόνας, ονόματι Λίμνος από τη Χαλάστρα, συνωμοτούσε εναντίον του Αλέξανδρου και παρακινούσε κάποιον νεαρό Νικόμαχο, με τον οποίο είχε ερωτικές σχέσεις, να πάρει μέρος στη σχεδιαζόμενη ενέργεια.
Αυτός όμως δεν δέχτηκε και αποκάλυψε την απόπειρα στον αδερφό του Κεβαλίνο. Εκείνος πήγε στον Φιλώτα και του ζήτησε να τους παρουσιάσει στον Αλέξανδρο, με την δικαιολογία ότι έπρεπε να τον συναντήσουν για σοβαρά και σπουδαία ζητήματα.
και αυτό το έκανε δυο φορές. Εκείνοι, υποψιαζόμενοι τον Φιλώτα, στράφηκαν σε άλλον και μέσω εκείνου οδηγήθηκαν στον Αλέξανδρο. Κατά πρώτον του ανέφεραν τα σχετικά με τον Λίμνο και στη συνέχεια κατηγόρησαν συγκεκριμένα τον Φιλώτα ότι δεν τους έδωσε σημασία, μόλο που τον συνάντησαν δυο φορές.
Αυτό εξόργισε πάρα πολύ τον Αλέξανδρο και στενοχωρήθηκε ακόμη περισσότερο, καθώς αυτός που στάλθηκε να συλλάβει τον Λίμνο τον σκότωσε, επειδή πρόβαλλε αντίσταση της στιγμή της σύλληψης.
Νομίζοντας λοιπόν ότι είχε χάσει την απόδειξη των συνωμοτικών σχεδίων και δυσαρεστημένος με τον Φιλώτα, πήρε με το μέρος του όσους από παλαιά μισούσαν τον Φιλώτα και που φανερά πια έλεγαν ότι ήταν αφέλεια του βασιλιά να πιστεύει ότι ο Λίμνος, ένας άνθρωπος από τη Χαλάστρα, επιχείρησε μόνος του να προχωρήσει σε μια τόσο παράτολμη ενέργεια.
Υποστήριζαν πως επρόκειτο για υποχείριο, μάλλον για όργανο σταλμένο από κάποια ανώτερη αρχή· η συνωμοσία έπρεπε να αναζητηθεί ανάμεσα σε εκείνους τους οποίους κυρίως συνέφερε να μην αποκαλυφθούν αυτά.
Όταν ο Φιλώτας εκλιπαρούσε τον Ηφαιστίωνα και τους ανθρώπους του με κραυγές γεμάτες οίκτο και μικροπρέπεια και τον παρακαλούσε, λένε ότι ο Αλέξανδρος του είπε: «πώς, εσύ Φιλώτα, ένας τόσο λιγόψυχος και άνανδρος, επιχειρούσες τόσο μεγάλα πράγματα;»
Μετά την εκτέλεση του Φιλώτα έστειλε αμέσως ανθρώπους στη Μηδία και εκτέλεσε και τον Παρμενίωνα, έναν άνδρα που είχε κατορθώσει πολλά μαζί με τον Φίλιππο και ήταν ο μόνος ή τουλάχιστον αυτός που περισσότερο από τους ηλικιωμένους φίλους παρότρυνε τον Αλέξανδρο να περάσει στην Ασία, και, από τρεις γιους που είχε στο στράτευμα, είδε τους δύο να πεθαίνουν νωρίτερα, ενώ τον τρίτο να εκτελείται μαζί του.
Τα γεγονότα αυτά κατέστησαν τον Αλέξανδρο τρομερό σε πολλούς φίλους του, κυρίως όμως στον Αντίπατρο, που έστειλε κρυφά ανθρώπους του στους Αιτωλούς για αμοιβαίες σχέσεις εμπιστοσύνης.
Γιατί οι Αιτωλοί φοβούνταν τον Αλέξανδρο για την καταστροφή των Οινιαδών, που, όταν την πληροφορήθηκε, είπε ότι θα πάρει εκδίκηση ο ίδιος και όχι τα παιδιά των Οινιαδών.
Βάζοντας όμως δίπλα δίπλα την αιτία και τις περιστάσεις και εξετάζοντάς τα με τη λογική, διαπιστώνουμε ότι δεν έχουν γίνει από πρόθεση του βασιλιά αλλά από κάποια κακή στιγμή· η οργή και το μεθύσι ήταν η αιτία της κακοτυχίας του Κλείτου.
Τα πράγματα εξελίχθηκαν ως εξής. Είχαν έρθει κάποιοι από τις παράλιες περιοχές, φέρνοντας στον βασιλιά ελληνικά φρούτα. Αυτός, θαυμάζοντας τη φρεσκάδα και την ομορφιά τους, κάλεσε τον Κλείτο θέλοντας να του τα δείξει και να προσφέρει και σ᾽ εκείνον.
Εκείνος έτυχε να θυσιάζει, αλλά αφήνοντας τη θυσία ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση, ενώ τον ακολουθούσαν από κοντά τρία πρόβατα προορισμένα για τις σπονδές.
Όταν το έμαθε ο βασιλιάς, το ανακοίνωσε στους μάντεις Αρίστανδρο και Κλεομένη από τη Σπάρτη. Όταν εκείνοι είπαν ότι το σημάδι ήταν κακό, έδωσε διαταγή για το καλό του Κλείτου να τελειώσουν γρήγορα τη θυσία.
Γιατί και ο ίδιος δυο ημέρες πριν είχε δει στον ύπνο του παράξενο όνειρο· του φάνηκε ότι ο Κλείτος καθόταν με μαύρα ρούχα μαζί με τους γιους του Παρμενίωνα, πεθαμένους όλους ήδη.
Έγινε γερή οινοποσία και άρχισαν να τραγουδούν τραγούδια κάποιου Πρανίχου· όπως όμως λένε ορισμένοι κάποιου Πιερίωνα, που είχαν γραφτεί για να κοροϊδεύουν και να γελούν σε βάρος των στρατηγών που πριν λίγο είχαν ηττηθεί από τους βαρβάρους.
Οι ηλικιωμένοι δυσανασχετούσαν και έβριζαν τόσο τον ποιητή όσο και τον τραγουδιστή, αλλά ο Αλέξανδρος και οι περί αυτόν άκουγαν με ευχαρίστηση και τον παρότρυναν να συνεχίσει. Ο Κλείτος, μεθυσμένος ήδη και από τη φύση του απότομος και ισχυρογνώμων, αγανακτούσε περισσότερο από όλους, λέγοντας ότι δεν είναι έντιμο να εξευτελίζονται ανάμεσα σε βαρβάρους και εχθρούς οι Μακεδόνες, που είναι πολύ ανώτεροι από αυτούς που γελούσαν, αν και τους έχει βρει ατυχία.
πετάχτηκε επάνω ο Κλείτος και του είπε: «αυτή όμως η δειλία έσωσε εσένα που κατάγεσαι από θεούς, όταν έστρεφες την πλάτη σου στο ξίφος του Σπιθριδάτη και με το αίμα και αυτά τα τραύματα των Μακεδόνων έγινες τόσο μεγάλος, ώστε να απαρνηθείς τον Φίλιππο και να γίνεις γιος του Άμμωνα».
Εξοργισμένος λοιπόν πολύ ο Αλέξανδρος από αυτά τα λόγια τού είπε: «Αλήθεια, λέγοντας αυτά κάθε φορά, ανόητε άνθρωπε, για μας και ξεσηκώνοντας τους Μακεδόνες, έχεις την εντύπωση πως θα χαρείς;»
Και εκείνος είπε: «Αλλ᾽ ούτε και τώρα χαιρόμαστε, αφού τέτοια είναι η πληρωμή των κόπων μας. Μακαρίζουμε όσους ήδη έχουν πεθάνει πριν δουν τους Μακεδόνες να χτυπιούνται με μηδικά ραβδιά και να παρακαλούν τους Πέρσες για να επισκεφτούν τον βασιλιά».
Αυτά περίπου είπε θαρραλέα ο Κλείτος, ενώ όσοι ήταν γύρω από τον Αλέξανδρο εξεγέρθηκαν εναντίον του και τον έβριζαν· ωστόσο, οι περισσότεροι προσπαθούσαν να σταματήσουν τη φασαρία.
Ο Αλέξανδρος στράφηκε τότε προς τον Ξενόδοχο από την Καρδία και τον Αρτέμιο από τον Κολοφώνα και είπε: «δεν νομίζετε ότι οι Έλληνες περπατούν ανάμεσα στους Μακεδόνες, όπως ακριβώς οι ημίθεοι ανάμεσα στα θηρία;»
Καθώς όμως ο Κλείτος δεν υποχωρούσε, αλλά ζητούσε από τον Αλέξανδρο να πει ανοιχτά όσα ήθελε, αλλιώς να μην καλεί σε δείπνο ανθρώπους ελεύθερους, που έχουν το θάρρος της γνώμης, αλλά να ζει με βαρβάρους και δούλους, που θα προσκυνήσουν την περσική ζώνη και τον λευκό χιτώνα του, ο Αλέξανδρος, μην μπορώντας πια να συγκρατήσει τον θυμό του, πέταξε ένα μήλο που ήταν δίπλα του, τον χτύπησε και έψαχνε το ξίφος του.
Πρόλαβε όμως ο Αριστοφάνης, ένας από τους σωματοφύλακες, και το πήρε και, ενώ οι άλλοι τον περικύκλωσαν και τον παρακαλούσαν, τινάχθηκε επάνω και φώναζε στα Μακεδονικά, καλώντας τους υπασπιστές του· αυτό ήταν σημάδι μεγάλης αναταραχής· διέταξε τον σαλπιγκτή να σημάνει· επειδή όμως εκείνος καθυστερούσε και αρνιόταν, τον γρονθοκόπησε.
Τον Κλείτο, που δεν σταματούσε με τίποτα, με το ζόρι οι φίλοι του τον έσπρωξαν έξω από τον χώρο των ανδρών. Αυτός όμως μπήκε μέσα πάλι από άλλη θύρα και τελείως απερίσκεπτα και με θράσος είπε τους εξής στίχους από την «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη: Αλίμονο, στην Ελλάδα πόσο άσχημες αντιλήψεις έχουμε!
Τότε λοιπόν ο Αλέξανδρος πήρε τη λόγχη από κάποιον από τους σωματοφύλακές του και διαπέρασε τον Κλείτο που πήγαινε να τον συναντήσει και τραβούσε το κάλυμμα που βρισκόταν μπροστά στη θύρα.
Μόλις συνήλθε ο Αλέξανδρος και είδε τους φίλους του να στέκονται άφωνοι, πρόλαβε να τραβήξει τη λόγχη από τον νεκρό και, ενώ προσπάθησε να τρυπήσει τον τράχηλό του, τον συγκράτησαν οι σωματοφύλακες, που του έπιασαν τα χέρια και τον μετέφεραν με το ζόρι στο θάλαμο.
Επειδή όλη τη νύχτα πέρασε άσχημα κλαίγοντας και την επόμενη ημέρα, εξαντλημένος πια από τα βογκητά και τον θρήνο, ήταν ξαπλωμένος χωρίς να μιλάει, βγάζοντας μόνο βαρείς αναστεναγμούς, φοβήθηκαν οι φίλοι του για την ησυχία και μπήκαν με τη βία στη σκηνή του.
Ο Αλέξανδρος όμως δεν έδινε σημασία στα λόγια κανενός άλλου· όταν όμως ο Αρίστανδρος του θύμισε τόσο το όνειρο που είδε για τον Κλείτο όσο και την ένδειξη ότι αυτά είχαν από παλαιά καθοριστεί από τη μοίρα, φάνηκε να υποχωρεί.
Από αυτούς ο Καλλισθένης προσπαθούσε με ηθικά επιχειρήματα και με ηρεμία, χρησιμοποιώντας τη λογική και χωρίς να τον στενοχωρεί, να κατευνάσει τον πόνο του· ο Ανάξαρχος όμως, ακολουθώντας από την αρχή έναν ιδιαίτερο δρόμο στη φιλοσοφία και έχοντας αποκτήσει το όνομα του υπερόπτη και αδιάφορου προς τα καθιερωμένα, αμέσως μόλις μπήκε μέσα φώναξε δυνατά:
«αυτός είναι ο Αλέξανδρος, στον οποίο προσβλέπει σήμερα όλος ο κόσμος! Αυτός όμως είναι πεσμένος κάτω κλαίγοντας σαν δούλος, επειδή φοβάται τον νόμο και τον ψόγο των ανθρώπων, στους οποίους αυτός πρέπει να είναι ο νόμος και ο ρυθμιστής των δικαίων, αφού ακριβώς έχει νικήσει για να εξουσιάζει και να κυβερνά και όχι να είναι δούλος και να έχει κυριαρχηθεί από μάταιες αντιλήψεις».
«Δεν γνωρίζεις» είπε «ότι ο Δίας έχει δίπλα στον θρόνο του τη Δίκη και τη Θέμιδα, για να είναι θεμιτό και δίκαιο οτιδήποτε γίνεται από αυτόν που έχει την εξουσία;»
Τέτοια περίπου λέγοντας ο Ανάξαρχος ανακούφισε τον πόνο του βασιλιά· έκανε όμως τη συμπεριφορά του χειρότερη και περισσότερο βίαιη και τον ίδιο τον Αλέξανδρο τον έδεσε δυνατά μαζί του, ενώ τη συναναστροφή με τον Καλλισθένη, που γενικά δεν του ήταν ευχάριστη, γιατί ήταν αυστηρή, την έκανε ακόμη πιο δύσκολη.
Λένε μάλιστα ότι κάποτε σε κάποιο δείπνο, συζητώντας για τις εποχές του έτους και τη θερμοκρασία, ο Καλλισθένης, που συμφωνούσε με την άποψη εκείνων που έλεγαν ότι εκεί το κλίμα ήταν πιο ψυχρό και ο χειμώνας πιο βαρύς σε σχέση με την Ελλάδα, ενώ ο Ανάξαρχος είχε αντίθετη γνώμη και διαφωνούσε, του είπε:
«είσαι υποχρεωμένος και εσύ να παραδεχτείς πως εδώ κάνει περισσότερο κρύο από όσο εκεί· γιατί εκεί έβγαζες τον χειμώνα με έναν μανδύα, ενώ εδώ ξαπλώνεις σκεπασμένος με τρία χαλιά». Αυτό έκανε τον Ανάξαρχο να οργιστεί ακόμη περισσότερο.
Ο Καλλισθένης δυσαρεστούσε γενικά τους σοφιστές και τους κόλακες, επειδή ήταν αντικείμενο θαυμασμού από τους νέους για την ευγλωττία του· άρεσε όμως και στους μεγαλύτερους για τον τρόπο της ζωής του· μια ζωή με τάξη, σεμνότητα και αυτάρκεια, μια ζωή που επιβεβαίωνε την αιτία για την οποία λέγεται ότι πήγε στην εκστρατεία, ότι δηλαδή πήγε στον Αλέξανδρο φιλοδοξώντας να επαναφέρει και να εγκαταστήσει εκ νέου τους πολίτες στην πατρίδα τους.
Εκτός του ότι τον φθονούσαν για τη φήμη του, μερικές φορές έδινε ο ίδιος αφορμές στους συκοφάντες του να τον κακολογήσουν, όχι μόνο αρνούμενος τις περισσότερες φορές τις προσκλήσεις, αλλά και τις συναντήσεις με τον βασιλιά, δίνοντας την εντύπωση με τη σοβαρότητα και τη σιωπή ότι δεν επιδοκίμαζε ούτε και του άρεσαν αυτά που γίνονταν, ώστε και ο Αλέξανδρος να πει γι᾽ αυτόν «μισώ τον σοφιστή που δεν είναι σοφός για τον εαυτό του».
Κάποτε που είχαν προσκληθεί πολλοί σε δείπνο, όταν ζήτησαν από τον Καλλισθένη να επαινέσει σε πρόποση τους Μακεδόνες, λένε ότι ο Καλλισθένης μίλησε τόσο εύγλωττα για το θέμα, ώστε να χειροκροτούν όρθιοι και να του ρίχνουν τα στεφάνια τους.
Τότε λοιπόν ο Αλέξανδρος είπε ότι, σύμφωνα με τον Ευριπίδη, όποιος παίρνει μέρος σε μια συζήτηση «όταν έχει ωραίο ξεκίνημα, δεν είναι σπουδαίο πράγμα να μιλήσει ωραία». «Εμπρός δείξε μας» του είπε «τη δύναμή σου, κατηγορώντας τους Μακεδόνες, για να γίνουν καλύτεροι μαθαίνοντας από τα λάθη τους».
Έτσι λοιπόν ο άνδρας, αλλάζοντας τακτική είπε με θάρρος πολλά εναντίον των Μακεδόνων και, αφού έδειξε ότι η διχόνοια των Ελλήνων ήταν η αιτία της αύξησης της δύναμης του Φιλίππου που συνετελέσθη, είπε: «στη διχόνοια και ο πιο κακός αποκτά τιμή».
Εξαιτίας αυτού δημιουργήθηκε στους Μακεδόνες πικρό και μεγάλο μίσος, και ο Αλέξανδρος είπε ότι ο Καλλισθένης απέδειξε στους Μακεδόνες όχι τη ρητορική του δεινότητα αλλά την εμπάθειά του.
Ο Έρμιππος λέει ότι διηγήθηκε αυτά στον Αριστοτέλη ο Στροίβος, αναγνώστης του Καλλισθένη, και ότι ο τελευταίος, που είχε αντιληφθεί την ψυχρότητα του βασιλιά προς το πρόσωπό του, είπε δυο τρεις φορές φεύγοντας: «και ο Πάτροκλος πέθανε, που ήταν πολύ καλύτερος από εσένα».
Απέφυγε τουλάχιστον με έντονο και φιλοσοφικό τρόπο την περίπτωση να προσκυνήσει τον βασιλιά, και είναι ο μόνος που είπε φανερά αυτά για τα οποία αγανακτούσαν κρυφά όλοι οι καλύτεροι και οι πιο ηλικιωμένοι Μακεδόνες· απάλλαξε τους Έλληνες από μεγάλη ντροπή και από ακόμη μεγαλύτερη τον Αλέξανδρο, επειδή απέτρεψε το προσκύνημα· κατέστρεψε όμως τον εαυτό του, γιατί έδωσε την εντύπωση ότι μάλλον εκβίασε παρά έπεισε τον βασιλιά.
Ο Χάρης ο Μυτιληναίος λέει ότι ο Αλέξανδρος σε κάποιο συμπόσιο ήπιε από ένα ποτήρι και το πρότεινε σε κάποιον φίλο του. Αυτός το πήρε και σηκώθηκε πηγαίνοντας προς την εστία και, αφού ήπιε, προσκύνησε πρώτα τον Αλέξανδρο, ύστερα τον φίλησε και πήγε πίσω στο ανάκλιντρο.
Και ενώ όλοι με τη σειρά έκαναν το ίδιο, ο Καλλισθένης, αφού πήρε το ποτήρι, καθώς ο βασιλιάς δεν πρόσεχε αλλά μιλούσε με τον Ηφαιστίωνα, ήπιε και πλησίασε για να τον φιλήσει.
Ο Δημήτριος όμως, ο επονομαζόμενος και Φείδων, είπε: «βασιλιά μην τον φιλήσεις, γιατί είναι ο μόνος που δεν σε προσκύνησε». Ο Αλέξανδρος απέφυγε το φιλί, ενώ ο Καλλισθένης είπε, φωνάζοντας δυνατά: «θα φύγω λοιπόν με ένα φιλί λιγότερο».
Έτσι δημιουργήθηκε σιγά σιγά η ψυχρότητα ανάμεσα στους δυο άνδρες. Πρώτα έγινε πιστευτός ο Ηφαιστίων που έλεγε ότι, ενώ ο Καλλισθένης συμφώνησε μαζί του να τον προσκυνήσει, αθέτησε τη συμφωνία.
Αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται οι Λυσίμαχοι και οι Άγνωνες, που έλεγαν ότι ο σοφιστής γύριζε εδώ και εκεί και καυχιόταν, σαν να είχε καταλύσει τυραννικό καθεστώς, και ότι τα μικρά παιδιά έτρεχαν όλα μαζί προς αυτόν, ως τον μοναδικό ελεύθερο άνθρωπο ανάμεσα σε τόσο πολλές μυριάδες.
Γι᾽ αυτό και, όταν ο Ερμόλαος και η κλίκα του συνωμότησαν εναντίον του Αλέξανδρου και αποκαλύφτηκαν, όσοι τον διέβαλλαν έδωσαν την εντύπωση ότι οι κατηγορίες που του απέδιδαν ήταν αληθινές, σε αυτόν δηλαδή που τον είχε ρωτήσει «πώς θα μπορούσε κάποιος άνθρωπος να γίνει πάρα πολύ ένδοξος» είπε: «αν σκοτώσει τον πιο ένδοξο» και ότι,
προτρέποντας τον Ερμόλαο σε αυτή την ενέργεια, τον συμβούλευε να μη φοβάται τη χρυσή κλίνη, αλλά να θυμάται ότι πλησιάζει άνθρωπο που αρρωσταίνει και πληγώνεται.
Αλλά και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, γράφοντας αμέσως στους Κρατερό, Άτταλο και Αλκέτα, λέει ότι οι νέοι ύστερα από βασανιστήρια ομολόγησαν ότι μόνοι τους προέβησαν σ᾽ αυτές τις ενέργειες και ότι κανένας άλλος δεν τις γνώριζε.
Αργότερα, γράφοντας στον Αντίπατρο και ενοχοποιώντας μαζί και τον Καλλισθένη, λέει: «οι νέοι θανατώθηκαν από τους Μακεδόνες με λιθοβολισμό, αλλά τον σοφιστή και αυτούς που τον έστειλαν και όσους δέχτηκαν στις πόλεις τους αυτούς που με επιβουλεύονται, θα τους τιμωρήσω εγώ». Με αυτά βέβαια έκανε ευθεία αναφορά στον Αριστοτέλη,
Για τον θάνατό του άλλοι λένε ότι τον κρέμασε ο Αλέξανδρος, άλλοι ότι πέθανε από αρρώστια όπως ήταν δεμένος με αλυσίδες· ο Χάρης, εξάλλου, λέει ότι ήταν φυλακισμένος για εφτά μήνες μετά τη σύλληψή του, για να δικαστεί στο συμβούλιο με την παρουσία του Αριστοτέλη· πέθανε όμως από παχυσαρκία και ψωρίαση στη διάρκεια των ημερών που ο Αλέξανδρος είχε τραυματιστεί στην Ινδία.
Τα ακόλουθα γεγονότα έγιναν αργότερα. Ο Δημάρατος ο Κορίνθιος, ηλικιωμένος ήδη, φιλοδοξούσε να πάει στον Αλέξανδρο. Όταν τον αντίκρισε είπε ότι οι Έλληνες που είχαν πεθάνει, πριν δουν τον Αλέξανδρο να κάθεται στον θρόνο του Δαρείου, στερήθηκαν μεγάλη ευχαρίστηση.
Δεν απόλαυσε όμως για πολύ την προς αυτόν εύνοια του βασιλιά· πέθανε από αρρώστια και κηδεύτηκε με μεγαλοπρέπεια· ο στρατός έκανε προς τιμήν του τύμβο με μεγάλη περίμετρο και ύψος ογδόντα πήχεις. Τα λείψανά του μετέφερε στη θάλασσα τέθριππο, στολισμένο με λαμπρότητα.
Σκοπεύοντας να περάσει στην Ινδία, καθώς έβλεπε ότι ο στρατός του ήταν ήδη βαρύς και δυσκίνητος λόγω του πλήθους των λαφύρων, τα ξημερώματα, όταν οι άμαξες ήταν φορτωμένες, έκαψε πρώτα τις δικές του και των φίλων του και μετά έδωσε διαταγή να βάλουν φωτιά και σε αυτές των Μακεδόνων.
Η απόφαση για την ενέργεια αυτή φάνηκε σοβαρότερη και φοβερότερη από την ίδια την πράξη. Γιατί η πυρπόληση στενοχώρησε λίγους, επειδή οι περισσότεροι με φωνές και αλαλαγμούς ανάμεικτους με ενθουσιασμό μοιράζονταν τα απαραίτητα με όσους τα είχαν ανάγκη, ενώ όσα δεν τα χρειάζονταν τα έκαιγαν και τα κατέστρεφαν οι ίδιοι, πράγμα που γέμιζε με ορμή και προθυμία τον Αλέξανδρο.
Ήταν ήδη φοβερός και αμείλικτος τιμωρός όσων παρέβαιναν το καθήκον τους. Πράγματι, τον Μένανδρο, κάποιον από τους εταίρους, τον οποίο είχε τοποθετήσει διοικητή σε φρούριο, τον σκότωσε, επειδή δεν ήθελε να μείνει στη θέση του, και ο ίδιος προσωπικά σκότωσε με βέλος τον Ορσοδάτη, έναν από τους βαρβάρους που είχαν αποστατήσει.
Όταν μια προβατίνα γέννησε αρνί με κεφάλι σε σχήμα και χρώμα τιάρας και δυο εξογκώματα σε κάθε πλευρά, αηδιασμένος από το σημάδι εξαγνίστηκε από τους Βαβυλωνίους, που από συνήθεια είχε πάρει μαζί του για τέτοιες περιπτώσεις. Και στους φίλους του, με τους οποίους συζήτησε το θέμα, είπε ότι ανησυχούσε όχι για τον εαυτό του αλλά για εκείνους, μήπως ο θεός, όταν αυτός πεθάνει, δώσει την εξουσία σε κάποιον από ταπεινή καταγωγή και ανίκανο άνθρωπο.
Συνέβη όμως ένα καλό σημάδι και έδιωξε τη στενοχώρια του. Κάποιος Μακεδόνας δηλαδή, επικεφαλής των υπηρετών του, Πρόξενος στο όνομα, σκάβοντας χώρο για τη βασιλική σκηνή δίπλα στον ποταμό Ώξο, βρήκε πηγή με υγρό λιπαρό και πηχτό.
Μετά την άντληση του πρώτου στρώματος, άρχισε να αναβλύζει πλέον καθαρό και διαυγές, που δεν φαινόταν να διαφέρει από το λάδι ούτε σε οσμή ούτε σε γεύση· όσο για τη στιλπνότητα και τη λιπαρότητα, ήταν εντελώς όμοιο με λάδι, τη στιγμή μάλιστα που στην περιοχή εκείνη δεν ευδοκιμούσε καθόλου η ελιά.
Ότι ο Αλέξανδρος χάρηκε πάρα πολύ γι᾽ αυτό φάνηκε από όσα έγραψε στον Αντίπατρο, αφού θεωρούσε το σημάδι αυτό ως ένα από τα πιο σπουδαία που έχει δείξει ο θεός για χάρη του.
Οι μάντεις, εξάλλου, ερμήνευαν αυτό ως σημάδι ένδοξης αλλά επίπονης και δύσκολης εκστρατείας· γιατί πίστευαν ότι το λάδι έχει δοθεί από τον θεό στους ανθρώπους ως βοήθεια στους κόπους τους.
Συνέβη να αντιμετωπίσει ο Αλέξανδρος στις μάχες πολλούς κινδύνους ταυτόχρονα, και τραυματίστηκε λόγω της νεανικής του ορμής· αλλά τη μεγαλύτερη φθορά στον στρατό προκάλεσαν η έλλειψη τροφίμων και το άσχημο κλίμα της περιοχής.
Ο Αλέξανδρος όμως, με τη φιλοδοξία που είχε να ξεπεράσει την τύχη με την τόλμη και τη δύναμη με την παλικαριά, πίστευε πως για τους τολμηρούς δεν υπήρχε μέρος άπαρτο ούτε και οχυρό που να ασφαλίζει τους δειλούς.
Όταν πολιορκούσε το κάστρο του Σισιμίθρη, που ήταν απότομο και απροσπέλαστο, επειδή οι στρατιώτες είχαν αποθαρρυνθεί, λένε ότι ρώτησε τον Οξυάρτη τι άνθρωπος ήταν ως προς την ψυχοσύνθεση αυτός ο Σισιμίθρης.
Και όταν ο Οξυάρτης του είπε ότι είναι ο πιο δειλός από όλους τους ανθρώπους, «εννοείς βέβαια» είπε «ότι το κάστρο μπορεί να καταληφθεί από εμάς, αφού ο κύριος του κάστρου δεν είναι ισχυρός». Γι᾽ αυτό, αφού κατατρόμαξε τον Σισιμίθρη, το κατέλαβε.
Σε κάποιαν επίθεση, εξάλλου, σε άλλο κάστρο το ίδιο απότομο, με τους νεότερους Μακεδόνες, απευθυνόμενος προς κάποιον από αυτούς ονόματι Αλέξανδρο, του είπε: «εσένα, λόγω του ονόματός σου, σου ταιριάζει να κάνεις ανδραγάθημα». Όταν όμως ο νεαρός πολεμώντας γενναία σκοτώθηκε, ο Αλέξανδρος λυπήθηκε κατάκαρδα.
Όταν, εξάλλου, οι Μακεδόνες δίστασαν να επιτεθούν σε κάποια πόλη ονόματι Νύσα —γιατί δίπλα της υπήρχε βαθύ ποτάμι— στάθηκε στις όχθες του και είπε: «γιατί εγώ ο κακόμοιρος να μη μάθω να κολυμπώ;» Και όπως κρατούσε την ασπίδα του, αποφάσισε να περάσει.
Όταν μετά το τέλος της μάχης παρουσιάστηκαν ενώπιόν του πρέσβεις από τους πολιορκουμένους, για να τον παρακαλέσουν για ειρήνη, καθώς εκ πρώτης όψεως τον είδαν ατημέλητο και με τα όπλα στα χέρια, έμειναν έκπληκτοι· στη συνέχεια, όταν κάποιος του έφερε ένα μαξιλάρι, πρότεινε να το πάρει και να καθίσει ο πιο ηλικιωμένος.
Και όταν ο Αλέξανδρος απάντησε: «αφού σε κάνουν άρχοντά τους, να στείλεις σε εμάς εκατό άνδρες, τους πιο καλούς», ο Άκουφις γέλασε και είπε: «Μα θα κυβερνήσω καλύτερα, βασιλιά, αν σου στείλω τους χειρότερους παρά αν σου στείλω τους καλύτερους».
Λένε ότι ο Ταξίλης κατείχε μέρος της Ινδίας που δεν υπολειπόταν σε έκταση από την Αίγυπτο, από τα πιο καλά για βοσκή και παραγωγή καρπών. Ήταν άνθρωπος σοφός και,
αφού φίλησε τον Αλέξανδρο, του είπε: «Αλέξανδρε, σε τι χρειάζονται οι πόλεμοι και οι μάχες μεταξύ μας, εάν δεν έχεις έρθει για να πάρεις από μας ούτε νερό ούτε την αναγκαία τροφή, για τα οποία και μόνο δικαιολογούνται να πολεμούν οι νουνεχείς άνθρωποι;
Όσο για τα άλλα γενικά που λέγονται χρήματα και κτήματα, αν είμαι πιο πλούσιος από εσένα, είμαι πρόθυμος να σε ευεργετήσω, αν όμως είμαι πιο φτωχός, δεν θα αποφύγω να σου χρωστώ ευγνωμοσύνη, αν με ευεργετήσεις».
Ευχαριστημένος λοιπόν ο Αλέξανδρος με αυτά τα λόγια του Ταξίλη και δίνοντάς του το χέρι τού είπε: Πιστεύεις λοιπόν ότι, ύστερα από αυτά τα λόγια και τις φιλοφρονήσεις, η επαφή μας θα γίνει χωρίς μάχη; Δεν έχεις να κερδίσεις όμως τίποτε περισσότερο· γιατί εγώ θα συναγωνιστώ με σένα και θα δώσω μάχη σε χάρες για να μην υπερισχύσεις έναντι εμού σε γενναιοδωρία».
Αφού πήρε δώρα πολλά και έδωσε περισσότερα, στο τέλος κατά την πρόποση του πρόσφερε χίλια τάλαντα· με αυτό λύπησε πολύ τους φίλους του, έκανε όμως πολλούς από τους βαρβάρους να είναι πιο φιλικοί απέναντί του.
Καθώς οι πλέον μάχιμοι από τους Ινδούς πήγαιναν, ως μισθοφόροι, και υπερασπίζονταν σθεναρά τις πόλεις και προκαλούσαν πολλές φθορές στον Αλέξανδρο, έκανε ανακωχή με αυτούς σε κάποια πόλη, αλλά, καθώς αποχωρούσαν, τους συνέλαβε στον δρόμο και τους σκότωσε όλους.
Ενώ γενικά διεξήγαγε τις πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στα καθιερωμένα πλαίσια και με τρόπο ταιριαστό σε βασιλιά, η ενέργειά του αυτή αποτελεί κηλίδα στις πολεμικές του πράξεις.
Όχι μικρότερα προβλήματα από αυτά του είχαν δημιουργήσει και οι φιλόσοφοι, επειδή καταφέρονταν εναντίον εκείνων των βασιλέων που πήγαιναν με το μέρος του και ξεσήκωναν τους ελεύθερους πληθυσμούς. Γι᾽ αυτό και κρέμασε πολλούς από αυτούς.
Πώς έγιναν τα σχετικά με τον Πώρο τα έχει γράψει ο ίδιος ο Αλέξανδρος στις επιστολές του. Λέει λοιπόν ότι, καθώς ο Υδάσπης κυλούσε ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα, ο Πώρος τοποθέτησε τους ελέφαντες στην απέναντι όχθη και παρακολουθούσε συνεχώς τη διάβαση.
Και μια νύχτα βροχερή και χωρίς φεγγάρι πήρε ένα μέρος των πεζών και τους καλύτερους ιππείς και, αφού προχώρησε μακριά από τους εχθρούς, διέσχισε το ποτάμι και πέρασε σε κάποιο μικρό νησί.
Εδώ έριξε ραγδαία βροχή και στο στρατόπεδο έπεφταν πολλές αστραπές και κεραυνοί· ωστόσο, αν και έβλεπε να σκοτώνονται κάποιοι και να καίγονται από τους κεραυνούς, συνέχισε και πέρασε από τη νησίδα στις απέναντι όχθες.
Καθώς ο Υδάσπης κατέβαινε ορμητικός λόγω της κακοκαιρίας, είχε φουσκώσει και δημιουργήσει μεγάλο ρήγμα και μια μεγάλη ποσότητα νερού περνούσε από εκεί. Πέρασαν ανάμεσα με δυσκολία, επειδή ο βυθός γλιστρούσε και έσπαζε στο πάτημά τους.
Λένε ότι εδώ ο Αλέξανδρος είπε: «άραγε θα πιστεύσετε, Αθηναίοι, πόσο μεγάλους κινδύνους υπομένω για το δικό σας καλό όνομα;» Αυτό βέβαια το έχει αναφέρει ο Ονησίκριτος·
ο ίδιος όμως ο Αλέξανδρος λέει ότι, αφού άφησαν τις σχεδίες, πέρασαν ένοπλοι το ρήγμα, με το νερό να φτάνει ως το στήθος τους και ότι, αφού πέρασε, προχώρησε με το ιππικό είκοσι στάδια μπροστά από τους πεζούς, υπολογίζοντας ότι, αν οι εχθροί έκαναν επίθεση με το ιππικό, θα επικρατούσε κατά πολύ, ενώ, αν κινούσαν τη φάλαγγα, θα προλάβαιναν οι πεζοί να σμίξουν μαζί του.
Τα πράγματα όμως συνέβησαν διαφορετικά· αφού δηλαδή έτρεψε σε φυγή χίλιους ιππείς και εξήντα άρματα που του επιτέθηκαν, τα άρματα τα πήρε όλα και από τους ιππείς σκότωσε τετρακόσιους.
Έτσι λοιπόν, όταν ο Πώρος κατάλαβε ότι αυτός που είχε περάσει το ποτάμι ήταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος, επιτέθηκε με όλες τις δυνάμεις του, εκτός από όση δύναμη άφησε για να εμποδίσει τους Μακεδόνες να περάσουν απέναντι.
Αφού έγινε υποχώρηση, από τις δυο πτέρυγες κατέφευγαν προς τους ελέφαντες και εκεί συνωστίζονταν. Η μάχη ήταν αμφίρροπη και μόλις την όγδοη ώρα εξαντλήθηκαν οι εχθροί. Αυτά λοιπόν έχει αναφέρει στις επιστολές του ο ίδιος ο συντελεστής της μάχης.
Οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο Πώρος, με ανάστημα πάνω από τέσσερις πήχεις και μια σπιθαμή, λόγω του ύψους και του όγκου του σώματός του δεν υστερούσε καθόλου ως προς τη συμμετρία για καβαλάρης του ελέφαντα, μόλο που ο ελέφαντας ήταν τεράστιος,
και έδειξε θαυμαστή σύνεση και φροντίδα για τον βασιλιά, γιατί, όσο είχε ακόμη δυνάμεις, αντιμετώπιζε με πείσμα τις επιθέσεις των εχθρών και τους εμπόδιζε. Όταν όμως αισθάνθηκε ότι είχε καταβληθεί από τα πολλά βέλη και τα τραύματα, φοβούμενος μήπως γλιστρήσει και πέσει, γονάτισε ήρεμα στο έδαφος και έπιανε ένα ένα χωριστά με την προβοσκίδα τα ακόντια και τα έβγαζε από το σώμα του.
Όταν ο Αλέξανδρος ρωτούσε τον Πώρο, που είχε συλληφθεί, πώς να συμπεριφερθεί προς αυτόν, εκείνος απάντησε: «βασιλικά» Και όταν ξαναρώτησε αν εννοεί και κάτι άλλο, είπε: «στο βασιλικά εμπεριέχονται τα πάντα».
Έτσι, τον άφησε όχι μόνο να έχει την εξουσία αυτών στους οποίους βασίλευε με την ονομασία σατράπης, αλλά και του πρόσθεσε και άλλη περιοχή με την υποταγή της αυτόνομης περιοχής, στην οποία λένε ότι υπήρχαν δεκαπέντε έθνη, πέντε χιλιάδες αξιόλογες πόλεις και πάρα πολλά χωριά·
Μετά τη μάχη εναντίον του Πώρου ψόφησε και ο Βουκεφάλας, όχι αμέσως αλλά αργότερα, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι, από τα τραύματα, που προσπαθούσαν να του θεραπεύσουν· όπως όμως λέει ο Ονησίκριτος, επειδή είχε κουραστεί πολύ λόγω γήρατος, αφού ψόφησε σε ηλικία τριάντα ετών.
Ο Αλέξανδρος στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, σαν να είχε χάσει όχι κάτι άλλο παρά συγγενή ή φίλο· γι᾽ αυτό έχτισε πόλη προς τιμήν του κοντά στον Υδάσπη και την ονόμασε Βουκεφαλία.
Λέγεται ακόμη ότι, όταν έχασε έναν σκύλο, που τον έλεγε Περίτα και τον είχε μεγαλώσει ο ίδιος και τον αγαπούσε πολύ, έχτισε πόλη επώνυμη. Αυτό λέει ο Σωτίων ότι το άκουσε από τον Ποτάμωνα τον Λέσβιο.
Γιατί, αφού με δυσκολία απώθησαν εκείνον, που παρατάχθηκε απέναντί τους με είκοσι χιλιάδες πεζούς και δύο χιλιάδες ιππείς, αντιτάχθηκαν έντονα στον Αλέξανδρο, που τους πίεζε να περάσουν και τον Γάγγη ποταμό, του οποίου, όπως πληροφορούνταν, το πλάτος ήταν τριάντα δύο στάδια, το βάθος εκατό οργιές, και οι απέναντι όχθες του ήταν καλυμμένες από όπλα, άλογα και ελέφαντες.
Έλεγαν πως τους περίμεναν οι βασιλείς των Γανδαριτών και των Πραισίων με ογδόντα χιλιάδες ιππείς, διακόσιες χιλιάδες πεζούς, οχτώ χιλιάδες άρματα και έξι χιλιάδες πολεμικούς ελέφαντες.
Και όσον αφορά σε αυτά, δεν ήταν κομπασμοί. Γιατί ο Ανδρόκοττος, που έγινε βασιλιάς λίγο αργότερα, δώρησε στον Σέλευκο πεντακόσιους ελέφαντες και, προσπαθώντας να υποτάξει την Ινδία, τη διέτρεξε ολόκληρη.
Από τη δυσθυμία και την οργή του ο Αλέξανδρος αρχικά αποσύρθηκε και κλείστηκε στη σκηνή του. Δεν ένιωθε καμιάν ικανοποίηση, εάν δεν περνούσε τον Γάγγη, αλλά θεωρούσε την επιστροφή σαν παραδοχή ήττας.
Καθώς όμως και οι φίλοι του τον παρηγορούσαν με λόγια ταιριαστά και οι στρατιώτες στέκονταν έξω από την πόρτα του και τον ικέτευαν με κλάματα και γοερές φωνές, λύγισε και άρχισε να σκέφτεται την επιστροφή, σχεδιάζοντας για τη δόξα του πολλά απατηλά και σοφιστικά τεχνάσματα.
Ίδρυσε βωμούς θεών, προς τους οποίους δείχνουν σεβασμό οι βασιλείς των Πραισίων, όταν περνούν από εκεί, και προσφέρουν θυσίες σύμφωνα με τα ελληνικά έθιμα.
Ο Ανδρόκοττος, παιδάκι ακόμη, είδε τον ίδιο τον Αλέξανδρο και λένε πως αργότερα πολλές φορές είπε ότι λίγο έλειψε να καταλάβει ο Αλέξανδρος την Ινδία, επειδή μισούσαν και περιφρονούσαν τον βασιλιά τους εξαιτίας της κακίας και της ταπεινής καταγωγής του.
Από εκεί ο Αλέξανδρος ξεκίνησε να δει την έξω θάλασσα και, αφού ναυπήγησε πολλά πλοιάρια με κουπιά για το πέρασμα και σχεδίες, άφηνε να τον μεταφέρουν αργά αργά τα ρεύματα των ποταμών.
Ωστόσο, το ταξίδι δεν ήταν χωρίς προσπάθεια και χωρίς πόλεμο· κατελάμβανε τα πάντα με επιθέσεις εναντίον των πόλεων και με αποβάσεις. Κοντά στους ονομαζόμενους Μαλλούς, για τους οποίους λένε ότι ήταν οι πιο ικανοί από τους Ινδούς για πόλεμο, λίγο έλειψε να σκοτωθεί.
Γιατί, αφού σκόρπισε με τα βέλη τους υπερασπιστές των τειχών, έβαλε μια σκάλα και ανέβηκε στο τείχος πρώτος, καθώς όμως η σκάλα έσπασε και οι βάρβαροι που στέκονταν κάτω στη βάση του τείχους τον χτυπούσαν με βέλη, όντας με πολύ λίγους άνδρες, έκανε στροφή και αφέθηκε να πέσει στο μέσο των εχθρών και κατά τύχη στάθηκε όρθιος.
Γι᾽ αυτό στην αρχή έφυγαν και σκορπίστηκαν ένας εδώ και άλλος εκεί. Μόλις όμως τον είδαν με δυο υπασπιστές, όρμησαν κατεπάνω του και άλλοι με ξίφη και ακόντια που είχαν στα χέρια τους τον τραυμάτιζαν, ενώ αμυνόταν·
ένας μάλιστα, αφού στάθηκε λίγο πιο πέρα, έριξε το βέλος από το τόξο του με τόση ορμή και δύναμη, που διαπέρασε τον θώρακα και καρφώθηκε στα κόκκαλα, στην περιοχή του μαστού.
Και καθώς από το τραύμα έκανε πίσω και λύγισε το κορμί του, εκείνος που του έριξε το βέλος όρμησε κατεπάνω του, τραβώντας βαρβαρικό μαχαίρι. Στάθηκαν όμως μπροστά του ο Πευκέστας και ο Λιμναίος·
Στο στρατόπεδο διαδόθηκε αμέσως ότι είχε σκοτωθεί. Με δυσκολία και κόπο πολύν πριόνισαν το βέλος που ήταν ξύλινο· αλλά και έτσι ακόμη δύσκολα έλυσαν τον θώρακα και προσπαθούσαν να βγάλουν τη μύτη του βέλους που είχε καρφωθεί σε ένα από τα οστά.
Λένε ότι το πλάτος της πληγής ήταν τρία δάχτυλα και το βάθος τέσσερα· γι᾽ αυτό, όταν αφαιρούσαν τη μύτη του βέλους, από τις λιποθυμίες κόντεψε να πεθάνει· συνήλθε όμως.
Και αφού διέφυγε τον κίνδυνο, ενώ ήταν ακόμη άρρωστος και είχε υποβάλει τον εαυτό για πολύν καιρό σε δίαιτα και θεραπευτική αγωγή, όταν κατάλαβε ότι οι Μακεδόνες έξω έκαναν θόρυβο επειδή επιθυμούσαν πολύ να τον δουν, φόρεσε ένα ρούχο και βγήκε.
Από τους Γυμνοσοφιστές συνέλαβε δέκα, εκείνους προ πάντων που έπεισαν τον Σάββα να αποστατήσει και είχαν προκαλέσει πάρα πολλά κακά στους Μακεδόνες, και θεωρούνταν δεινοί και σύντομοι στις απαντήσεις. Έθεσε σ᾽ αυτούς δύσκολες ερωτήσεις, λέγοντας ότι θα σκότωνε πρώτο αυτόν που δεν θα απαντούσε σωστά και μετά με τη σειρά τους άλλους·
έναν, τον πιο ηλικιωμένο, τον όρισε κριτή. Ο πρώτος λοιπόν που ρωτήθηκε τι από τα δυο πιστεύει, οι ζωντανοί είναι περισσότεροι ή οι πεθαμένοι, απάντησε οι ζωντανοί· γιατί οι νεκροί δεν υπάρχουν πια.
γιατί η θάλασσα είναι μέρος της. Ο τρίτος, στον οποίο υποβλήθηκε η ερώτηση ποιο είναι το πιο πανούργο ζώο, είπε αυτό που μέχρι τώρα δεν το έχει γνωρίσει ο άνθρωπος.
Αλλάζοντας τον τύπο της ερώτησης, ρώτησε τον έκτο πώς θα μπορούσε κάποιος να γίνει πάρα πολύ αγαπητός· αν, είπε, παρόλο που είναι πολύ δυνατός, δεν εμπνέει φόβο.
Από τους υπόλοιπους τρεις, ο ένας, στην ερώτηση πώς από άνθρωπος θα μπορούσε να γίνει κανείς θεός, απάντησε αν πετύχει αυτό που είναι αδύνατο να κατορθώσει ο άνθρωπος·
ο άλλος, όταν ρωτήθηκε σχετικά με τη ζωή και τον θάνατο, ποιο από τα δυο είναι πιο δυνατό, απάντησε η ζωή, επειδή φέρνει τόσα πολλά κακά·
[64.11]
ὁ δὲ τελευταῖος, μέχρι τίνος ‹ἂν› ἄνθρωπον καλῶς ἔχοι ζῆν, μέχρι οὗ μὴ νομίζει τὸ τεθνάναι τοῦ ζῆν ἄμεινον.
ο τελευταίος, στην ερώτηση μέχρι ποιαν ηλικία είναι καλό να ζει ο άνθρωπος, μέχρι το σημείο, είπε, που δεν θα θεωρεί τον θάνατο προτιμότερο από τη ζωή.
Μετά στράφηκε στον κριτή και του πρότεινε να πει τη γνώμη του. Όταν εκείνος είπε ότι ο ένας είχε απαντήσει χειρότερα από τον άλλον, ο Αλέξανδρος είπε: «Λοιπόν, εσύ, με τέτοια κρίση, θα πεθάνεις πρώτος». «Όχι, βέβαια, βασιλιά, εκτός και αν είπες ψέματα ότι θα σκότωνες πρώτο αυτόν που θα έδινε τη χειρότερη απάντηση».
Πρόσφερε λοιπόν σ᾽ αυτούς δώρα και τους άφησε ελεύθερους. Σε εκείνους όμως που ήταν πάρα πολύ ονομαστοί και ζούσαν ήσυχα, αποτραβηγμένοι από τον κόσμο, έστειλε τον Ονησίκριτο και τους παρακάλεσε να έρθουν σ᾽ αυτόν.
Ο Ονησίκριτος ήταν φιλόσοφος από αυτούς της σχολής του Διογένη του Κυνικού. Αυτός λέει ότι ο Καλανός με αλαζονικό και σκληρό τρόπο τον πρόσταξε να βγάλει τον χιτώνα του και να ακούσει γυμνός ό,τι είχε να του πει· αλλιώς δεν θα συζητούσε μαζί ούτε και αν είχε έρθει εκ μέρους του Δία.
Ο Δάνδαμις όμως ήταν πιο πράος και, όταν τον άκουσε να αναφέρεται στους Σωκράτη, Πυθαγόρα και Διογένη, είπε πόσο ευφυείς του φαίνονται ότι υπήρξαν οι άνθρωποι αυτοί, αλλά είχαν περάσει τη ζωή τους σεβόμενοι τους νόμους.
Εκείνος που έπεισε τον Καλανό να πάει στον Αλέξανδρο ήταν ο Ταξίλης. Ο Καλανός ονομαζόταν Σφίνης· επειδή όμως, όποιους συναντούσε τους χαιρετούσε στην Ινδική γλώσσα με το Καλέ αντί του Χαίρε, ονομάστηκε από τους Έλληνες Καλανός.
Αυτός λένε ότι παρουσίασε στον Αλέξανδρο το παράδειγμα της εξουσίας. Πέταξε δηλαδή στη μέση ένα δέρμα ξερό και πολύ σκληρό και το πάτησε στην άκρη· αυτό, καθώς πιέστηκε σε ένα σημείο, στα άλλα σηκώθηκε.
Επιθυμούσε να είναι αυτή η εικόνα απόδειξη ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να ελέγχει κυρίως το κέντρο της Επικράτειάς του και να μην περιπλανιέται μακριά από αυτό.
Η κάθοδος προς τη θάλασσα μέσα από τα ποτάμια κράτησε εφτά μήνες. Μπαίνοντας με τα σκάφη στον Ωκεανό, έπλευσε προς ένα νησί, που ο ίδιος ονόμασε Σκιλλούστιν, ενώ άλλοι Ψιλτούκιν.
Αφού αποβιβάστηκε εδώ, έκανε θυσίες στους θεούς και διερεύνησε τη φύση του πελάγους και της παραλίας σε όση έκταση ήταν αυτό εφικτό. Στη συνέχεια ευχήθηκε να μην υπερβεί ύστερα από αυτόν κανένας άνθρωπος τα όρια της εκστρατείας του και γύρισε πίσω.
Έδωσε διαταγή να πλεύσει ο στόλος κατά μήκος των ακτών, έχοντας στα δεξιά την Ινδία· αρχηγό του στόλου διόρισε τον Νέαρχο και αρχικυβερνήτη τον Ονησίκριτο.
Ο ίδιος, προχωρώντας από τη στεριά μέσα από τη χώρα των Ωρειτών, βρέθηκε σε έσχατη δυσκολία και έχασε τόσο πολλούς άνδρες, ώστε από τη μάχιμη δύναμη να μη βγάλει από την Ινδία ούτε το ένα τέταρτο.
Αλλά και αρρώστιες βαριές, κακή διατροφή, ο καύσωνας με την ξηρασία και η πείνα εξολόθρευσαν πάρα πολλούς, καθώς περνούσαν μέσα από περιοχές χέρσες ανθρώπων στερημένων, που είχαν στην κατοχή τους λίγα ψωριάρικα πρόβατα, που, συνηθισμένα να τρώνε ψάρια από τη θάλασσα, είχαν κρέας απαίσιο που βρομούσε.
Αφού με μεγάλη ταλαιπωρία πέρασε τη χώρα σε εξήντα ημέρες και έφτασε στη Γεδρωσία, βρέθηκε αμέσως σε αφθονία σε όλα, αφού τα είχαν ετοιμάσει οι σατράπες και οι βασιλείς των πιο κοντινών περιοχών.
Τον ίδιο με τους εταίρους μετέφεραν αργά οχτώ άλογα, ανεβασμένο σε μια θέση πάνω σε ένα πλαίσιο ψηλό και περίοπτο, όπου για εφτά μερόνυχτα έτρωγε συνεχώς και έπινε.
Ακολουθούσαν αμέτρητες άμαξες, άλλες με κόκκινα και πολύχρωμα καλύμματα, άλλες σκεπασμένες με χλωρά και συνεχώς φρεσκοκομμένα κλαδιά, μεταφέροντας φίλους και αρχηγούς, που φορούσαν στεφάνια και έπιναν.
Ήταν αδύνατο να δεις πέλτη, περικεφαλαία και σάρισα, αλλά σε όλη τη διαδρομή οι στρατιώτες, αντλώντας κρασί από μεγάλα πιθάρια και κρατήρες με φιάλες, ποτήρια και μεγάλες κύλικες, έκαναν προπόσεις μεταξύ τους, άλλοι προχωρώντας και βαδίζοντας, άλλοι ξαπλωμένοι στο έδαφος.
Τον άτακτο και περιφερόμενο τρόπο πορείας ακολουθούσαν και παιχνίδια βακχικής μανίας, σαν να ήταν παρών ο ίδιος ο θεός Βάκχος και καθοδηγούσε τη διασκέδαση.
Λένε πως παρακολουθούσε μεθυσμένος αγώνες χορών και, καθώς ο αγαπημένος του Βαγώας είχε νικήσει στον χορό, διέσχισε στολισμένος το θέατρο και κάθισε δίπλα του. Βλέποντας αυτό, οι Μακεδόνες χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν προτρέποντάς τον να τον φιλήσει, μέχρι που τον αγκάλιασε και τον καταφίλησε.
Όταν ήρθαν εδώ σ᾽ αυτόν ο Νέαρχος με τους άντρες του, ευχαριστημένος ο Αλέξανδρος με αυτά που άκουσε σχετικά με το ταξίδι τους, ξεσηκώθηκε και ο ίδιος, πλέοντας στην αρχή μέσω του Ευφράτη με μεγάλη προετοιμασία, στη συνέχεια φτάνοντας στην περιοχή της Αραβίας και της Λιβύης, να μπει μέσα από τις Ηράκλειες στήλες στην εσωτερική (: Μεσόγειο) θάλασσα.
Αλλά η εκστρατεία προς το εσωτερικό της Ασίας, που αποδείχτηκε πολύ δύσκολη, το τραύμα του στους Μαλλούς και η μεγάλη φθορά του στρατού, που αναφέρθηκε, παρέσυρε τους υπηκόους του, καθώς δεν πίστευαν πια στη σωτηρία του, σε αποστασίες. Παράλληλα, δημιούργησαν στους στρατηγούς και στους σατράπες την τάση για πολλές αδικίες, πλεονεξία και αλαζονική συμπεριφορά, και γενικά ξέσπασε σάλος για όλα και τάση για ανατροπές.
Ακόμη και η Ολυμπιάς και η Κλεοπάτρα στασίασαν εναντίον του Αντίπατρου και διαμοίρασαν την εξουσία, παίρνοντας η πρώτη την Ήπειρο, η δεύτερη τη Μακεδονία.
Γι᾽ αυτό έστειλε ξανά τον Νέαρχο στη θάλασσα, καθώς είχε αποφασίσει να γεμίσει όλη την παραλιακή ζώνη με εχθρούς· κατεβαίνοντας και ο ίδιος στα παράλια, τιμωρούσε τους κακούς στρατηγούς.
Έναν μάλιστα από τους γιους του Αβουλίτη, τον Οξυάρτη, τον σκότωσε ο ίδιος, διαπερνώντας τον με τη σάρισα. Και επειδή ο Αβουλίτης δεν είχε προετοιμάσει τίποτε από αυτά που όφειλε να συγκεντρώσει, αλλά του έφερε μόνο τρεις χιλιάδες τάλαντα σε νομίσματα, πρόσταξε να ρίξουν τα χρήματα τροφή για τα άλογα. Καθώς όμως αυτά δεν τα άγγιζαν, είπε: «Ποιό λοιπόν το όφελος για μας από την προετοιμασία σου;» και τον φυλάκισε.
Στην Περσία μοίρασε αρχικά το καθιερωμένο νόμισμα στις γυναίκες, που συνήθιζαν οι βασιλείς, κάθε φορά που έρχονταν στην Περσία, να δίνουν σε καθεμιά ένα χρυσό νόμισμα.
Και λένε ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένοι βασιλείς δεν πήγαιναν συχνά στην Περσία· ο Ώχος μάλιστα δεν πήγε ούτε μια φορά, αποξενώνοντας τον εαυτό του από την πατρίδα του λόγω φιλαργυρίας.
Όταν διάβασε την επιγραφή, διέταξε να τη χαράξουν από κάτω με ελληνικά γράμματα· και ήταν η εξής: «άνθρωπε, όποιος και αν είσαι και από όπου έχεις έρθει· ξέρω ότι θα ερχόσουν· εγώ είμαι ο Κύρος, που απόχτησα την εξουσία χάρη των Περσών. Μη με ζηλέψεις λοιπόν για τούτο το λίγο χώμα που σκεπάζει το σώμα μου».
Εδώ ο Καλανός είχε ενοχλήσεις στην κοιλιά του για λίγο καιρό και ζήτησε να του ανάψουν φωτιά, όπου τον έφεραν με άλογο. Αφού προσευχήθηκε και έκανε σπονδές για τον εαυτό του κόβοντας τρίχες από τα μαλλιά του, καθώς ανέβαινε στην πυρά, χαιρετούσε τους παρόντες Μακεδόνες και τους καλούσε να διασκεδάσουν εκείνη την ημέρα και να μεθύσουν με τον βασιλιά τους· τον ίδιο μάλιστα εκείνον είπε ότι θα τον δει σε λίγο καιρό στη Βαβυλώνα.
Αφού είπε αυτά, ξάπλωσε και σκεπάστηκε και, ενώ πλησίαζε η φωτιά, δεν κινήθηκε, αλλά κρατώντας τη στάση που είχε όταν ξάπλωσε, πρόσφερε τον εαυτό του θυσία, σύμφωνα με την πατροπαράδοτη συνήθεια των σοφιστών.
Το ίδιο έκανε ύστερα από πολλά χρόνια ένας άλλος Ινδός που συνόδευε τον Καίσαρα στην Αθήνα. Και μέχρι σήμερα δείχνουν το μνημείο του, που λέγεται του Ινδού.
Ο Αλέξανδρος, αφού απομακρύνθηκε από την πυρά, συγκέντρωσε πολλούς φίλους και ηγεμόνες σε δείπνο και πρότεινε αγώνα και στεφάνι για κρασοκατάνυξη ανόθευτου οίνου.
Ο Πρόμαχος λοιπόν, που ήπιε το περισσότερο, έφτασε μέχρι τέσσερις στάμνες· και αφού πήρε το βραβείο του νικητή, ένα στεφάνι αξίας ενός ταλάντου, έζησε μόνο τρεις ημέρες· από τους άλλους πέθαναν από το πιοτό σαράντα ένας, όπως λέει ο Χάρης, επειδή μετά το μεθύσι ακολούθησε δυνατό ρίγος.
Στα Σούσα. Θάνατος του Ηφαιστίωνα και του Αλεξάνδρου
Στα Σούσα τέλεσε τους γάμους των εταίρων· ο ίδιος νυμφεύτηκε τη Στάτειρα, τη θυγατέρα του Δαρείου, ενώ τις καλύτερες τις επέλεξε για τους καλύτερους. Οργάνωσε ωραίο κοινό γαμήλιο τραπέζι για τους Μακεδόνες που ήδη είχαν νυμφευθεί, στο οποίο λένε ότι δόθηκε χρυσή φιάλη για τις σπονδές στον καθένα από τους εννιά χιλιάδες προσκεκλημένους για το δείπνο. Γενικά, έδωσε εξαιρετική λαμπρότητα στην τελετή· εξόφλησε τα χρέη ο ίδιος στους δανειστές για λογαριασμό των οφειλετών, ποσό που συνολικά έφτασε τα δέκα χιλιάδες παρά εκατό τάλαντα.
Ο Αντιγένης ο μονόφθαλμος είχε δηλώσει ψευδώς οφειλέτης και, παρουσιάζοντας κάποιον που έλεγε ότι του είχε δανείσει στην τράπεζα, του πλήρωσε το χρέος. Στη συνέχεια όμως, επειδή αποκαλύφθηκε ότι έλεγε ψέματα, ο βασιλιάς οργίστηκε, τον έδιωξε από την αυλή και του αφαίρεσε το αξίωμα.
Ο Αντιγένης ήταν λαμπρός στα πολεμικά πράγματα· νέος ακόμη, όταν ο Φίλιππος πολιορκούσε την Πέρινθο, καρφώθηκε στο μάτι του ένα βέλος από καταπέλτη· δεν επέτρεψε όμως σ᾽ αυτούς που ήθελαν να του το βγάλουν ούτε και σταμάτησε να μάχεται, πριν απωθήσει τους εχθρούς και τους κλείσει στο τείχος.
Το έφερε λοιπόν τότε βαριά για την ταπείνωση και ήταν φανερό ότι από τη λύπη και τη στενοχώρια του θα αυτοκτονούσε. Φοβούμενος αυτό ο βασιλιάς, παραμέρισε την οργή του και διέταξε να κρατήσει τα χρήματα.
Με τους τριάντα χιλιάδες νέους, που είχε αφήσει να ασκούνται και να μαθαίνουν, καθώς είχαν ανδρωθεί στο σώμα και ήταν ωραίοι στη μορφή και επιπλέον είχαν επιδείξει στις ασκήσεις μεγάλη ευκολία και θαυμαστή ευκινησία, ο Αλέξανδρος προσωπικά χάρηκε, οι Μακεδόνες όμως στενοχωρήθηκαν και φοβήθηκαν, επειδή πίστεψαν ότι ο βασιλιάς θα τους πρόσεχε από εδώ και πέρα λιγότερο.
Γι᾽ αυτό, όταν έστειλε προς τα παράλια τους αρρώστους και τους αναπήρους, έλεγαν ότι αποτελεί προσβολή και ταπεινωτική μεταχείριση να έχει εκμεταλλευτεί στο έπακρο τους ανθρώπους στα πάντα και τώρα να τους πετάει χωρίς να ντρέπεται και να τους φορτώνει στις πατρίδες και στους γονείς τους όχι στην κατάσταση στην οποία τους παρέλαβε.
Τον προέτρεπαν να απολύσει τους πάντες και να θεωρήσει όλους τους Μακεδόνες άχρηστους, αφού έχει αυτούς τους νέους χορευτές του πυρρίχιου, με τους οποίους εάν εξεστράτευε, θα κατακτούσε όλο τον κόσμο.
Εξαιτίας αυτών ο Αλέξανδρος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, τους έβρισε οργισμένος και, αφού τους έδιωξε, παρέδωσε τις φρουρές στους Πέρσες και διόρισε σωματοφύλακες και ραβδούχους από αυτούς.
Βλέποντάς τον οι Μακεδόνες να ακολουθείται από αυτούς και οι ίδιοι να είναι παραμερισμένοι και περιφρονημένοι, ένιωθαν ταπεινωμένοι. Και καθώς το σκέφτονταν, διαπίστωναν ότι λίγο έλειπε να τρελαθούν από τη ζήλεια και την οργή.
Τελικά όμως συνήλθαν και πήγαν στη σκηνή χωρίς όπλα, μόνο με τον χιτώνα και με φωνές και κλάματα έθεταν τους εαυτούς τους στη διάθεσή του και τον παρακαλούσαν να τους μεταχειριστεί ως κακούς και αχάριστους.
Ο Αλέξανδρος όμως, αν και είχε ήδη μαλακώσει, δεν τους δεχόταν· αλλά και αυτοί δεν απομακρύνθηκαν από τη σκηνή του, αλλά για δυο ημέρες και νύχτες είχαν σταθεί εκεί αμετακίνητοι και περίμεναν καρτερικά, θρηνώντας και αποκαλώντας τον κύριό τους.
Την τρίτη ημέρα, όταν βγήκε έξω και τους είδε αξιολύπητους και ταπεινωμένους, δάκρυσε για πολλήν ώρα. Στη συνέχεια, αφού τους επέκρινε με ήπιο τρόπο και απευθύνθηκε προς αυτούς φιλικά, απέλυσε τους παλαίμαχους, αμείβοντάς τους γενναιόδωρα. Έγραψε επίσης στον Αντίπατρο να κάθονται σε όλους τους αγώνες και στα θέατρα στις πρώτες θέσεις φορώντας στεφάνια.
Όταν έφτασε στα Εκβάτανα της Μηδίας και τακτοποίησε τα κατεπείγοντα θέματα, άρχισε να ασχολείται πάλι με τα θέατρα και τα πανηγύρια, καθώς είχαν έρθει σ᾽ αυτόν από την Ελλάδα τρεις χιλιάδες καλλιτέχνες.
Εκείνες περίπου τις ημέρες έτυχε να έχει πυρετό ο Ηφαιστίων. Όντας νέος και με στρατιωτική αγωγή δεν ανεχόταν τη σωστή δίαιτα· έτσι, με το που έφυγε ο γιατρός Γλαύκος για το θέατρο, έφαγε για πρωινό κόκορα ψητό και, πίνοντας μια μεγάλη στάμνα παγωμένο κρασί, χειροτέρεψε η κατάσταση της υγείας του και ύστερα από λίγο πέθανε.
Καμιά λογική δεν μπόρεσε να κάνει τον Αλέξανδρο να αντέξει τον πόνο αυτόν. Διέταξε να κουρέψουν αμέσως σε ένδειξη πένθους όλα τα άλογα και τα μουλάρια και αφαίρεσε τις επάλξεις από τις κοντινές πόλεις· όσο για τον δύστυχο γιατρό, τον ανασκολόπισε· σταμάτησε τους αυλούς και κάθε είδους μουσική στο στρατόπεδο για μεγάλο χρονικό διάστημα, εωσότου ήρθε χρησμός από τον Άμμωνα, που συμβούλευε να τιμούν τον Ηφαιστίωνα και να προσφέρουν προς τιμήν του θυσίες σαν σε ήρωα.
Παρηγοριά στο πένθος εύρισκε στον πόλεμο· βγήκε σαν σε άγρα και κυνήγι ανθρώπων και αφάνισε το έθνος των Κοσσαίων, σφάζοντας όλους από την εφηβική ηλικία και πάνω. Αυτό ονομάστηκε εξαγνισμός του Ηφαιστίωνα.
Σχεδιάζοντας να κάνει τον τύμβο του Ηφαιστίωνα, τον τάφο του και τη διακόσμηση σχετικά με αυτά, ξεκινώντας από δέκα χιλιάδες τάλαντα και να υπερβεί τη δαπάνη με την κομψότητα και το μέγεθος της κατασκευής, ήθελε πιο πολύ από όλους τους τεχνίτες τον Στασικράτη, που υποσχόταν με τις καινοτομίες του ένα μεγαλούργημα, τολμηρό και περήφανο έργο.
Αυτός τον είχε συναντήσει νωρίτερα και του είχε πει ότι από όλα τα βουνά ο Άθως στη Θράκη επιδεχόταν περισσότερο πλήρη και τέλειο τύπο και μορφή ανθρώπου.
Αν λοιπόν τον διατάξει, θα σμίλευε τον Άθω και θα τον μεταμόρφωνε για χάρη του στο πιο μόνιμο και λαμπρό άγαλμα, να κρατά στο αριστερό χέρι μια πόλη κατοικημένη από δέκα χιλιάδες κατοίκους και με το δεξί να κάνει σπονδή από ποτάμι με άφθονα νερά, που θα κατέληγαν στη θάλασσα.
Αυτά βέβαια τα απέρριψε· ωστόσο περνούσε τον καιρό του με τεχνίτες, σκεφτόμενος και σχεδιάζοντας μαζί τους κατασκευές πολύ πιο ασυνήθιστες και πιο δαπανηρές από αυτές.
Ενώ προχωρούσε προς τη Βαβυλώνα, ο Νέαρχος —είχε επιστρέψει και είχε μπει στον Ευφράτη από τη μεγάλη θάλασσα— του είπε πως τον συνάντησαν κάποιοι Χαλδαίοι, οι οποίοι τον συμβούλευαν να κρατηθεί ο Αλέξανδρος μακριά από τη Βαβυλώνα.
Αυτός όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχισε την πορεία. Όταν έφτασε κοντά στα τείχη, είδε πολλά κοράκια εδώ και εκεί να ραμφίζει το ένα το άλλο, ορισμένα από τα οποία έπεσαν δίπλα του.
Στη συνέχεια, όταν έγινε καταγγελία εναντίον του Απολλόδωρου, του στρατηγού της Βαβυλώνας, ότι είχε θυσιάσει για λογαριασμό του, κάλεσε τον μάντη Πυθαγόρα.
Και, καθώς εκείνος δεν αρνήθηκε τη συγκεκριμένη ενέργεια, τον ρώτησε για τον χαρακτήρα των σφαγίων. Και, όταν αυτός απάντησε ότι το συκώτι ήταν χωρίς λοβό, είπε: «αλίμονο, αυτό το σημάδι είναι τρομερό».
Δεν πείραξε όμως καθόλου τον Πυθαγόρα· ωστόσο, δυσανασχετούσε που δεν πίστεψε στα λόγια του Νέαρχου. Τον περισσότερο καιρό τον περνούσε κατασκηνώνοντας έξω από τη Βαβυλώνα και πλέοντας τον Ευφράτη.
Τον ενοχλούσαν, όμως και άλλα πολλά σημάδια. Για παράδειγμα, στο πιο μεγάλο και πιο ωραίο από τα λιοντάρια που έτρεφε επιτέθηκε ένα ήμερο γαϊδούρι και το σκότωσε·
εξάλλου, όταν ξεντύθηκε για να αλειφθεί και έπαιζε σφαίρα, καθώς ήταν η ώρα να πάρει πάλι τα ρούχα του, οι νεαροί συμπαίκτες του είδαν να κάθεται σιωπηλός στον θρόνο ένας άνθρωπος με το διάδημα και τη βασιλική στολή.
Όταν κατά την ανάκριση ρωτήθηκε ποιός ήταν, για πολλήν ώρα δεν μιλούσε καθόλου· και μόλις και μετά βίας συνήλθε, είπε πως ονομαζόταν Διονύσιος, καταγόταν από τη Μεσσηνία, είχε μεταφερθεί εδώ από τα παράλια εξαιτίας κάποιας κατηγορίας και καταγγελίας και ήταν φυλακισμένος για πολύν καιρό.
Πριν από λίγο παρουσιάστηκε σ᾽ αυτόν ο Σάραπις, του έλυσε τα δεσμά, τον οδήγησε εδώ και τον διέταξε να φορέσει τη στολή και το διάδημα και να καθίσει στον θρόνο σιωπηλός.
Όταν άκουσε αυτά ο Αλέξανδρος, σκότωσε τον άνθρωπο, όπως τον προέτρεπαν οι μάντεις. Ο ίδιος όμως είχε χάσει το κέφι του, δεν έλπιζε πια στους θεούς και αντιμετώπιζε με καχυποψία τους φίλους.
Περισσότερο από όλους όμως φοβόταν τον Αντίπατρο και τους γιους του, από τους οποίους ο Ιόλας ήταν αρχιοινοχόος, ενώ ο Κάσσανδρος είχε φτάσει πρόσφατα. Όταν είδε κάποιους βαρβάρους να προσκυνούν, καθώς είχε ανατραφεί με τον ελληνικό τρόπο και δεν είχε δει πιο μπροστά κάτι τέτοιο, γέλασε πολύ προκλητικά.
Εξάλλου, όταν ο Κάσσανδρος θέλησε να πει κάτι σ᾽ αυτούς που κατηγορούσαν τον Αντίπατρο, τον διέκοψε και είπε: «τι λες; Έκαναν τόσο δρόμο οι άνθρωποι χωρίς κανέναν λόγο, απλώς για να συκοφαντήσουν;»
Και όταν ο Κάσσανδρος είπε ότι απόδειξη της συκοφαντίας είναι ακριβώς αυτό, το ότι έχουν έρθει από τόσο μακριά από τον χώρο όπου θα μπορούσαν να ελεγχθούν οι κατηγορίες τους, ο Αλέξανδρος, γελώντας ειρωνικά, είπε: «αυτά είναι από τα σοφίσματα του Αριστοτέλη με τη διπλή ερμηνεία, που θα σας κάνουν όμως να κλάψετε με λυγμούς, αν αποδειχτεί ότι αδικείτε τους ανθρώπους έστω και κατ᾽ ελάχιστον».
Λένε, γενικά, ότι τόσο μεγάλος και μόνιμος ήταν ο φόβος που φώλιασε στην ψυχή του Κάσσανδρου, ώστε ύστερα από πολλά χρόνια, όταν ήταν ήδη βασιλιάς των Μακεδόνων και κυρίαρχος της Ελλάδος, καθώς περπατούσε στους Δελφούς και κοίταζε τους ανδριάντες, μόλις παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του το άγαλμα του Αλέξανδρου, έπαθε κρίση, άρχισε να τρέμει σύγκορμος, ζαλίστηκε στη θέα του αγάλματος και τρόμαξε να συνέλθει.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν, μόλις ενέδωσε τότε στα θεία, έπαθε διανοητική ταραχή και φοβία και δεν υπήρχε τίποτε, έστω και μικρό, από τα ασυνήθιστα και παράξενα που να μην το θεωρούσε ως θαύμα και θεϊκό σημάδι. Η βασιλική σκηνή ήταν γεμάτη από ανθρώπους που πρόσφεραν θυσίες, έκαναν εξαγνισμούς, έλεγαν μαντείες και από ανθρώπους που γέμιζαν τον Αλέξανδρο με ανοησίες και φόβο.
Τόσο φοβερό πράγμα λοιπόν είναι το να μην πιστεύει κανείς στα θεία και να τα περιφρονεί! Φοβερό πράγμα, εξάλλου, και η δεισιδαιμονία, που σαν το νερό ρέει πάντα προς τα κάτω.
Παρέθεσε λαμπρό τραπέζι στον Νέαρχο και τους άνδρες του και στη συνέχεια, αφού λούστηκε, όπως συνήθιζε όταν επρόκειτο να κοιμηθεί, πήγε στον Μήδιο ύστερα από πρόσκλησή του για να διασκεδάσει.
Εκεί, πίνοντας όλη τη νύχτα και την επόμενη ημέρα, άρχισε να κάνει πυρετό, χωρίς να πιει τον σκύφο του Ηρακλή ούτε να νιώσει πόνο στην πλάτη, σαν να είχε πληγωθεί με λόγχη. Κάποιοι όμως έκριναν πως έπρεπε να γράψουν αυτά, σαν να έπλαθαν έναν τραγικό επίλογο δράματος όλο πάθος.
Ο Αριστόβουλος όμως λέει ότι, επειδή είχε υψηλό πυρετό και είχε διψάσει πάρα πολύ, ήπιε κρασί. Από αυτό έπαθε φρενίτιδα και πέθανε στις τριάντα του μηνός Δαισίου.
Την άλλην ημέρα, αφού λούστηκε, γύρισε στον θάλαμο και πέρασε όλες τις ώρες παίζοντας κύβους με τον Μήδιο. Εν συνεχεία, αργά το βράδυ, αφού λούστηκε και πρόσφερε θυσία στους θεούς, έφαγε, αλλά σε όλη τη διάρκεια της νύχτας ανέβασε πυρετό.
Στις 20 του μήνα λούστηκε πάλι και πρόσφερε την καθιερωμένη θυσία και, ξαπλωμένος στο λουτρό, αφιέρωσε τον χρόνο του στο Νέαρχο και τους ανθρώπους του, ακούγοντας με μεγάλη προσοχή τα σχετικά με το ταξίδι και τη μεγάλη θάλασσα.
Μεταφέρθηκε από εκεί και ήταν ξαπλωμένος κοντά στη μεγάλη κολυμβήθρα και συζήτησε με τους αρχηγούς για τις κενές θέσεις στη διοίκηση του στρατού, με σκοπό να τις συμπληρώσουν, αφού δοκιμάσουν τους επικεφαλής.
Στις 24 του μήνα, αν και ψηνόταν στον πυρετό, σηκώθηκε πάλι και πρόσφερε θυσία. Διέταξε τους ανώτατους αξιωματικούς να βρίσκονται στην αυλή, ενώ οι ταξίαρχοι και οι πεντακοσίαρχοι να διανυκτερεύσουν έξω.
Στις 25 του μήνα μεταφέρθηκε στο απέναντι παλάτι και κοιμήθηκε για λίγο· ο πυρετός όμως δεν υποχώρησε. Όταν τον επισκέφτηκαν οι αρχηγοί, δεν μιλούσε καθόλου· το ίδιο και στις 26 του μήνα.
Γι᾽ αυτό οι Μακεδόνες νόμισαν ότι είχε πεθάνει. Μαζεμένοι έξω από τις πύλες διαμαρτύρονταν και απειλούσαν τους εταίρους, ώσπου τις παραβίασαν. Και όταν άνοιξαν, πέρασαν από το κρεβάτι του ένας ένας όλοι μόνο με τους χιτώνες.
Στη διάρκεια αυτής της ημέρας άνθρωποι του Πύθωνα και του Σέλευκου στάλθηκαν στο Σεραπείο και ρωτούσαν αν έπρεπε να φέρουν εκεί τον Αλέξανδρο. Ο θεός όμως απάντησε να τον αφήσουν εκεί που ήταν. Στις 28 προς το βράδυ πέθανε.
Υποψία για δηλητηρίαση δεν είχε κανένας τότε αμέσως, αλλά ύστερα από έξι χρόνια λένε ότι η Ολυμπιάδα κατόπιν καταγγελίας αφάνισε πολλούς, ξέθαψε και πέταξε τα οστά του νεκρού Ιόλα, γιατί αυτός τάχα τού έριξε το δηλητήριο.
Άλλοι όμως ισχυρίζονται ότι σύμβουλος του Αντίπατρου γι᾽ αυτή την ενέργεια είχε γίνει ο Αριστοτέλης και ότι γενικά μέσω εκείνου στάλθηκε το δηλητήριο. Λένε ότι το ανέφερε κάποιος Αγνόθεμις, που δήθεν το άκουσε από τον Αντίγονο τον βασιλιά.
Το δηλητήριο ήταν νερό πολύ κρύο, παγωμένο από κάποιο βράχο που βρισκόταν στη Νώνακρη, που το μάζευαν σαν λεπτή δροσιά και το απέθεταν σε οπλή γαϊδάρου· γιατί κανένα άλλο αγγείο δεν το άντεχε, αλλά τρυπούσε από την ψυχρότητα και την οξύτητά του.
Οι περισσότεροι όμως πιστεύουν ότι αυτά που λένε για τη δηλητηρίαση είναι γενικά πλαστά. Τρανή απόδειξη θεωρούν το γεγονός ότι, όταν ξέσπασε διαφωνία μεταξύ των στρατηγών, αν και η σορός έμενε άταφη σε τόπους ζεστούς και αποπνικτικούς, εντούτοις δεν είχε κανένα σύμπτωμα αλλοίωσης, αλλά παρέμεινε καθαρή και φρέσκια.
Εκείνο τον καιρό η Ρωξάνη τύχαινε να είναι έγκυος και γι᾽ αυτό οι Μακεδόνες την τιμούσαν. Επειδή όμως ζήλευε τρομερά τη Στάτειρα, την εξαπάτησε με κάποια πλαστή επιστολή ώστε να την επισκεφτεί και, αφού την έφερε μαζί με την αδερφή της, τις σκότωσε, έριξε τα πτώματα σε πηγάδι και τα σκέπασε με χώμα. Αυτά έγιναν όχι μόνο εν γνώσει του Περδίκκα αλλά και με τη σύμπραξή του.
Γιατί εκείνος, αμέσως μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, είχε πάρα πολύ μεγάλη επιρροή, κυκλοφορώντας ως δορυφόρος της βασιλείας με τον Αρριδαίο, από μάνα μια ασήμαντη και απλή γυναίκα, τη Φιλίννη. Ο Αρριδαίος ήταν πνευματικά ανάπηρος, εξαιτίας κάποιας σωματικής ασθένειας που δεν την είχε από τη φύση ούτε και του ήρθε ξαφνικά·
αλλά λένε ότι από πολύ μικρό παιδί ακόμη διαφαινόταν ένας χαρακτήρας πρόσχαρος και ευγενικός, στη συνέχεια όμως η Ολυμπιάδα με δηλητήρια του έκανε κακό στο σώμα και τον έβλαψε διανοητικά.
Τα σχόλια είναι κλειστά.