Αλέξανδρος – Πλούταρχος 45-120 μ.Χ.

Πηγή greek-language.gr _ ploutarxos Alexandros

Μτφρ. Α.Ι. Γιαγκόπουλος – Ζ.Ε. Μαλαθούνη. 2012. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ.

Γέννηση και νεανικά χρόνια του Αλέξανδρου

[1.1]Τὸν Ἀλεξάνδρου τοῦ βασιλέως βίον καὶ τὸν Καίσαρος, ὑφ᾽ οὗ κατελύθη Πομπήϊος, ἐν τούτῳ τῷ βιβλίῳ γράφοντες, διὰ τὸ πλῆθος τῶν ὑποκειμένων πράξεων οὐδὲν ἄλλο προεροῦμεν ἢ παραιτησόμεθα τοὺς ἀναγινώσκοντας, ἐὰν μὴ πάντα μηδὲ καθ᾽ ἕκαστον ἐξειργασμένως τι τῶν περιβοήτων ἀπαγγέλλωμεν, ἀλλ᾽ ἐπιτέμνοντες τὰ πλεῖστα, μὴ συκοφαντεῖν.Γράφοντας στο βιβλίο αυτό για τη ζωή του βασιλιά Αλέξανδρου και του Καίσαρα, από τον οποίο ανατράπηκε ο Πομπήιος, δεν θα κάνουμε, λόγω της πληθώρας των πράξεων που πραγματευόμαστε, κανέναν άλλον πρόλογο παρά θα ζητήσουμε από τους αναγνώστες να μη μας κατακρίνουν, εάν δεν καλύψουμε τα πάντα μήτε και αναφερθούμε λεπτομερώς στην καθεμιά χωριστά από τις περιβόητες πράξεις τους, αλλά μιλήσουμε συνοπτικά για τις περισσότερες από αυτές.
[1.2]οὔτε γὰρ ἱστορίας γράφομεν, ἀλλὰ βίους, οὔτε ταῖς ἐπιφανεστάταις πράξεσι πάντως ἔνεστι δήλωσις ἀρετῆς ἢ κακίας, ἀλλὰ πρᾶγμα βραχὺ πολλάκις καὶ ῥῆμα καὶ παιδιά τις ἔμφασιν ἤθους ἐποίησε μᾶλλον ἢ μάχαι μυριόνεκροι καὶ παρατάξεις αἱ μέγισται καὶ πολιορκίαι πόλεων.Γιατί δεν γράφουμε ιστορίες αλλά βίους· ούτε και στις πιο επιφανείς πράξεις υπάρχει απαραίτητα απόδειξη αρετής ή κακίας, αλλά πολλές φορές ένα πράγμα ασήμαντο, όπως μια λέξη ή ένα αστείο, δείχνει εμφανέστερα τον χαρακτήρα από ό,τι μάχες πολύνεκρες, οι πιο μεγάλοι πολεμικοί σχηματισμοί και πολιορκίες πόλεων.
[1.3]ὥσπερ οὖν οἱ ζῳγράφοι τὰς ὁμοιότητας ἀπὸ τοῦ προσώπου καὶ τῶν περὶ τὴν ὄψιν εἰδῶν οἷς ἐμφαίνεται τὸ ἦθος ἀναλαμβάνουσιν, ἐλάχιστα τῶν λοιπῶν μερῶν φροντίζοντες, οὕτως ἡμῖν δοτέον εἰς τὰ τῆς ψυχῆς σημεῖα μᾶλλον ἐνδύεσθαι, καὶ διὰ τούτων εἰδοποιεῖν τὸν ἑκάστου βίον, ἐάσαντας ἑτέροις τὰ μεγέθη καὶ τοὺς ἀγῶνας.Όπως ακριβώς λοιπόν οι ζωγράφοι παίρνουν τα χαρακτηριστικά από το πρόσωπο και από την έκφραση των ματιών, από τα οποία φαίνεται ο χαρακτήρας, δείχνοντας ελάχιστο ενδιαφέρον στα υπόλοιπα μέρη του σώματος, έτσι πρέπει να επιτραπεί και σε μας να επικεντρωθούμε περισσότερο στα σημεία της ψυχής και με αυτά να παρουσιάσουμε τη ζωή του καθενός, αφήνοντας στους άλλους τα μεγάλα έργα και τους αγώνες.
[2.1]Ἀλέξανδρος ὅτι τῷ γένει πρὸς πατρὸς μὲν ἦν Ἡρακλείδης ἀπὸ Καράνου, πρὸς δὲ μητρὸς Αἰακίδης ἀπὸ Νεοπτολέμου, τῶν πάνυ πεπιστευμένων ἐστί.Ότι ο Αλέξανδρος ήταν στην καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του απόγονος του Ηρακλή από τον Κάρανο, ενώ από την πλευρά της μητέρας του ήταν απόγονος του Αιακού από τον Νεοπτόλεμο, είναι από τα πλέον αποδεκτά.
[2.2]λέγεται δὲ Φίλιππος ἐν Σαμοθρᾴκῃ τῇ Ὀλυμπιάδι συμμυηθείς, αὐτός τε μειράκιον ὢν ἔτι κἀκείνης παιδὸς ὀρφανῆς γονέων ἐρασθῆναι, καὶ τὸν γάμον οὕτως ἁρμόσαι, πείσας τὸν ἀδελφὸν αὐτῆς Ἀρύββαν.Λένε για τον Φίλιππο ότι, αφότου μυήθηκε μαζί με την Ολυμπιάδα στα Μυστήρια της Σαμοθράκης, ο ίδιος νεαρός ακόμη και εκείνη ορφανή, την ερωτεύτηκε και, αφού έπεισε τον αδερφό της Αρύββα, κανόνισε αμέσως τον γάμο.
[2.3]ἡ μὲν οὖν νύμφη πρὸ τῆς νυκτός, ᾗ συνείρχθησαν εἰς τὸν θάλαμον, ἔδοξε βροντῆς γενομένης ἐμπεσεῖν αὐτῆς τῇ γαστρὶ κεραυνόν, ἐκ δὲ τῆς πληγῆς πολὺ πῦρ ἀναφθέν, εἶτα ῥηγνύμενον εἰς φλόγας πάντῃ φερομένας διαλυθῆναι.Η νύφη λοιπόν, πριν το βράδυ κατά το οποίο κοιμήθηκαν μαζί στο νυφικό κρεβάτι, ένιωσε πως, αφού ακούστηκε βροντή, έπεσε κεραυνός στην κοιλιά της και από το χτύπημα άναψε μεγάλη φωτιά, η οποία στη συνέχεια, αφού έσκασε σε φλόγες προς όλες τις κατευθύνσεις, έσβησε.
[2.4]ὁ δὲ Φίλιππος ὑστέρῳ χρόνῳ μετὰ τὸν γάμον εἶδεν ὄναρ αὑτὸν ἐπιβάλλοντα σφραγῖδα τῇ γαστρὶ τῆς γυναικός· ἡ δὲ γλυφὴ τῆς σφραγῖδος ὡς ᾤετο λέοντος εἶχεν εἰκόνα.Ύστερα από καιρό μετά τον γάμο ο Φίλιππος είδε όνειρο ότι έβαλε ο ίδιος σφραγίδα στην κοιλιά της γυναίκας. Το έμβλημα της σφραγίδας παρίστανε κατά τη γνώμη του ένα λιοντάρι.
[2.5]τῶν δ᾽ ἄλλων μάντεων ὑφορωμένων τὴν ὄψιν, ὡς ἀκριβεστέρας φυλακῆς δεομένων τῷ Φιλίππῳ τῶν περὶ τὸν γάμον, Ἀρίστανδρος ὁ Τελμησσεὺς κύειν ἔφη τὴν ἄνθρωπον· οὐθὲν γὰρ ἀποσφραγίζεσθαι τῶν κενῶν· καὶ κύειν παῖδα θυμοειδῆ καὶ λεοντώδη τὴν φύσιν.Κι ενώ οι άλλοι μάντεις ερμήνευαν το όνειρο διακατεχόμενοι από υποψίες ότι ο Φίλιππος χρειαζόταν να είναι πολύ προσεκτικός σχετικά με τον γάμο του, ο Αρίστανδρος από την Τελμησσό είπε ότι η γυναίκα ήταν έγκυος, γιατί καμιά σφραγίδα δεν αποτυπώνεται πάνω σε κάτι άδειο· και μάλιστα κυοφορεί παιδί ζωηρό σαν λιοντάρι.
[2.6]ὤφθη δέ ποτε καὶ δράκων κοιμωμένης τῆς Ὀλυμπιάδος παρεκτεταμένος τῷ σώματι, καὶ τοῦτο μάλιστα τοῦ Φιλίππου τὸν ἔρωτα καὶ τὰς φιλοφροσύνας ἀμαυρῶσαι λέγουσιν, ὡς μηδὲ φοιτᾶν ἔτι πολλάκις παρ᾽ αὐτὴν ἀναπαυσόμενον, εἴτε δείσαντά τινας μαγείας ἐπ᾽ αὐτῷ καὶ φάρμακα τῆς γυναικός, εἴτε τὴν ὁμιλίαν ὡς κρείττονι συνούσης ἀφοσιούμενον.Κάποτε, ενώ κοιμόταν η Ολυμπιάδα, είδαν φίδι τεντωμένο δίπλα στο κορμί της και λένε ότι αυτός κυρίως ήταν ο λόγος που ο Φίλιππος άμβλυνε την αγάπη και τις φιλοφροσύνες του, με αποτέλεσμα να μην πηγαίνει συχνά να πλαγιάσει δίπλα της, είτε επειδή φοβήθηκε μάγια επάνω του και δηλητήρια από τη γυναίκα του είτε επειδή δικαιολογούσε την έλλειψη επαφής, γιατί πίστευε ότι η γυναίκα αυτή συνευρίσκετο με κάποιο ανώτερο ον.
[2.7]ἕτερος δὲ περὶ τούτων ἐστὶ λόγος, ὡς πᾶσαι μὲν αἱ τῇδε γυναῖκες ἔνοχοι τοῖς Ὀρφικοῖς οὖσαι καὶ τοῖς περὶ τὸν Διόνυσον ὀργιασμοῖς ἐκ τοῦ πάνυ παλαιοῦ, Κλώδωνές τε καὶ Μιμαλλόνες ἐπωνυμίαν ἔχουσαι, πολλὰ ταῖς Ἠδωνίσι καὶ ταῖς περὶ τὸν Αἷμον Θρῄσσαις ὅμοια δρῶσιν·Σχετικά με αυτά υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, ότι όλες οι γυναίκες σε εκείνα τα μέρη ήταν μυημένες στα Ορφικά και στις οργιαστικές τελετές του Διονύσου από τα πολύ παλαιά χρόνια, που επονομάζονταν Κλώδωνες και Μιμαλλόνες, και ότι κάνουν πολλά όμοια με τις Ηδωνίδες και τις Θρακιώτισσες της περιοχής του Αίμου.
[2.8]ἀφ᾽ ὧν δοκεῖ καὶ τὸ θρησκεύειν ὄνομα ταῖς κατακόροις γενέσθαι καὶ περιέργοις ἱερουργίαις·Από αυτές φαίνεται πως προήλθε η λέξη «θρησκεύω» κατά τον εορτασμό υπερβολικών και ασυνήθιστων τελετών.
[2.9]ἡ δ᾽ Ὀλυμπιὰς μᾶλλον ἑτέρων ζηλώσασα τὰς κατοχάς, καὶ τοὺς ἐνθουσιασμοὺς ἐξάγουσα βαρβαρικώτερον, ὄφεις μεγάλους χειροήθεις ἐφείλκετο τοῖς θιάσοις, οἳ πολλάκις ἐκ τοῦ κιττοῦ καὶ τῶν μυστικῶν λίκνων παραναδυόμενοι καὶ περιελιττόμενοι τοῖς θύρσοις τῶν γυναικῶν καὶ τοῖς στεφάνοις, ἐξέπληττον τοὺς ἄνδρας.H Ολυμπιάδα όμως, καθώς ενθουσιαζόταν από τη μύηση περισσότερο από τις άλλες γυναίκες και εκδήλωνε τις εμπνεύσεις με πιο άγριο τρόπο, έφερνε στις παρέες μεγάλα εξημερωμένα φίδια, που πολλές φορές, βγαίνοντας από τον κισσό και τα κάνιστρα των μυστηρίων, περιτυλίγονταν στα ραβδιά και τα στεφάνια των γυναικών και καταφόβιζαν τους άνδρες.
[3.1]Οὐ μὴν ἀλλὰ Φιλίππῳ μὲν μετὰ τὸ φάσμα πέμψαντι Χαίρωνα τὸν Μεγαλοπολίτην εἰς Δελφοὺς χρησμὸν κομισθῆναι λέγουσι παρὰ τοῦ θεοῦ, κελεύοντος Ἄμμωνι θύειν καὶ σέβεσθαι μάλιστα τοῦτον τὸν θεόν·Λένε ότι ο Φίλιππος μετά το όνειρο έστειλε στους Δελφούς τον Χαίρωνα από τη Μεγαλόπολη. Αυτός του έφερε χρησμό από τον θεό, ο οποίος τον πρόσταζε να προσφέρει θυσίες στον Άμμωνα Δία και να σέβεται τον θεό αυτόν περισσότερο από τους άλλους·
[3.2]ἀποβαλεῖν δὲ τῶν ὄψεων αὐτὸν τὴν ἑτέραν, ἣν τῷ τῆς θύρας ἁρμῷ προσβαλών, κατώπτευσεν ἐν μορφῇ δράκοντος συνευναζόμενον τῇ γυναικὶ τὸν θεόν.ακόμη ο χρησμός έλεγε ότι θα χάσει το ένα από τα δύο μάτια του, εκείνο που κόλλησε στη χαραμάδα της πόρτας και είδε τον θεό να κοιμάται με τη γυναίκα του με τη μορφή φιδιού.
[3.3]ἡ δ᾽ Ὀλυμπιάς, ὡς Ἐρατοσθένης φησί, προπέμπουσα τὸν Ἀλέξανδρον ἐπὶ τὴν στρατείαν, καὶ φράσασα μόνῳ τὸ περὶ τὴν τέκνωσιν ἀπόρρητον, ἐκέλευεν ἄξια φρονεῖν τῆς γενέσεως·Η Ολυμπιάδα, εξάλλου, ξεπροβοδώντας τον Αλέξανδρο για την εκστρατεία και αποκαλύπτοντας μόνο σ᾽ αυτόν, όπως λέει ο Ερατοσθένης, το μυστικό της γέννησής του, τον συμβούλευσε να συμπεριφέρεται όπως ταιριάζει στην καταγωγή του·
[3.4]ἕτεροι δέ φασιν αὐτὴν ἀφοσιοῦσθαι καὶ λέγειν· «οὐ παύσεταί με διαβάλλων Ἀλέξανδρος πρὸς τὴν Ἥραν;»άλλοι όμως λένε ότι αυτή αρνήθηκε αυτά και είπε: «δεν θα σταματήσει ο Αλέξανδρος να με διαβάλλει στην Ήρα»;
[3.5]Ἐγεννήθη δ᾽ οὖν Ἀλέξανδρος ἱσταμένου μηνὸς Ἑκατομβαιῶνος, ὃν Μακεδόνες Λῷον καλοῦσιν, ἕκτῃ, καθ᾽ ἣν ἡμέραν ὁ τῆς Ἐφεσίας Ἀρτέμιδος ἐνεπρήσθη νεώς·Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στις έξι του Εκατομβαιώνα, που οι Μακεδόνες ονομάζουν Λώο, την ημέρα που κάηκε ο ναός της Άρτεμης στην Έφεσο.
[3.6]ᾧ γ᾽ Ἡγησίας ὁ Μάγνης ἐπιπεφώνηκεν ἐπιφώνημα κατασβέσαι τὴν πυρκαϊὰν ἐκείνην ὑπὸ ψυχρίας δυνάμενον· εἰκότως γὰρ ἔφη καταφλεχθῆναι τὸν νεών, τῆς Ἀρτέμιδος ἀσχολουμένης περὶ τὴν Ἀλεξάνδρου μαίωσιν.Παίρνοντας αφορμή από αυτό το γεγονός ο Ηγησίας από τη Μαγνησία είχε πει μια εξυπνάδα ικανή με την κρυάδα της να σβήσει την πυρκαγιά εκείνη· είπε δηλαδή ότι ήταν αναμενόμενο να καεί ο ναός, αφού η Άρτεμη ασχολούνταν με τη γέννηση του Αλέξανδρου.
[3.7]ὅσοι δὲ τῶν μάγων ἐν Ἐφέσῳ διατρίβοντες ἔτυχον, τὸ περὶ τὸν νεὼν πάθος ἡγούμενοι πάθους ἑτέρου σημεῖον εἶναι, διέθεον, τὰ πρόσωπα τυπτόμενοι καὶ βοῶντες ἄτην ἅμα καὶ συμφορὰν μεγάλην τῇ Ἀσίᾳ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τετοκέναι.Όσοι μάγοι έτυχε τότε να βρίσκονται στην Έφεσο, θεωρώντας ότι η πυρπόληση του ναού ήταν σημάδι άλλης καταστροφής, έτρεχαν πέρα δώθε, χτυπώντας τα πρόσωπά τους και φωνάζοντας δυνατά ότι η ημέρα εκείνη είχε φέρει στον κόσμο καταστροφή και μεγάλη συμφορά για την Ασία.
[3.8]Φιλίππῳ δ᾽ ἄρτι Ποτείδαιαν ᾑρηκότι τρεῖς ἧκον ἀγγελίαι κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, ἡ μὲν Ἰλλυριοὺς ἡττῆσθαι μάχῃ μεγάλῃ διὰ Παρμενίωνος, ἡ δ᾽ Ὀλυμπίασιν ἵππῳ κέλητι νενικηκέναι, τρίτη δὲ περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου γενέσεως.Στον Φίλιππο, εξάλλου, που πρόσφατα είχε κυριεύσει την Ποτίδαια, είχαν φτάσει τρεις ειδήσεις ταυτόχρονα· η μια ότι οι Ιλλυριοί είχαν ηττηθεί σε μεγάλη μάχη από τον Παρμενίωνα, η άλλη ότι το άλογό του είχε νικήσει στους Ολυμπιακούς αγώνες και η τρίτη για τη γέννηση του Αλέξανδρου.
[3.9]ἐφ᾽ οἷς ἡδόμενον ὡς εἰκὸς ἔτι μᾶλλον οἱ μάντεις ἐπῆραν, ἀποφαινόμενοι τὸν παῖδα τρισὶ νίκαις συγγεγεννημένον ἀνίκητον ἔσεσθαι.Τον Φίλιππο, ευχαριστημένο, όπως ήταν φυσικό, με όλα αυτά, ξεσήκωναν οι μάντεις ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι το παιδί θα είναι αήττητο, αφού συνέπεσε η γέννησή του με τρεις νίκες.
[4.1]Τὴν μὲν οὖν ἰδέαν τοῦ σώματος οἱ Λυσίππειοι μάλιστα τῶν ἀνδριάντων ἐμφαίνουσιν, ὑφ᾽ οὗ μόνου καὶ αὐτὸς ἠξίου πλάττεσθαι.Τη σωματική διάπλαση του Αλέξανδρου αποδίδουν περισσότερο από όλους οι ανδριάντες του Λυσίππου, από τον οποίο και μόνο ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε αξιώσει να γίνονται τα αγάλματά του.
[4.2]καὶ γὰρ ‹ὃ› μάλιστα πολλοὶ τῶν διαδόχων ὕστερον καὶ τῶν φίλων ἀπεμιμοῦντο, τήν τ᾽ ἀνάτασιν τοῦ αὐχένος εἰς εὐώνυμον ἡσυχῇ κεκλιμένου καὶ τὴν ὑγρότητα τῶν ὀμμάτων, διατετήρηκεν ἀκριβῶς ὁ τεχνίτης.Ο γλύπτης είχε κρατήσει με ακρίβεια σε όλα τα αγάλματα του βασιλιά αυτό κυρίως που πολλοί από τους διαδόχους και τους φίλους του μιμούνταν αργότερα, το σήκωμα του αυχένα που είχε ελαφρά κλίση προς τα αριστερά και την υγρότητα των ματιών του.
[4.3]Ἀπελλῆς δὲ γράφων ‹αὐ›τὸν κεραυνοφόρον, οὐκ ἐμιμήσατο τὴν χρόαν, ἀλλὰ φαιότερον καὶ πεπινωμένον ἐποίησεν. ἦν δὲ λευκός, ὥς φασιν· ἡ δὲ λευκότης ἐπεφοίνισσεν αὐτοῦ περὶ τὸ στῆθος μάλιστα καὶ τὸ πρόσωπον.Ο Απελλής, εξάλλου, ζωγραφίζοντάς τον να κρατάει τον κεραυνό, δεν απέδωσε το χρώμα του, αλλά τον παρουσίασε πιο σκούρο και πιο μελαμψό. Ήταν άσπρος, όπως λένε, και η ασπράδα του κοκκίνιζε στο στήθος του περισσότερο και στο πρόσωπο.
[4.4]ὅτι δὲ τοῦ χρωτὸς ἥδιστον ἀπέπνει καὶ τὸ στόμα κατεῖχεν εὐωδία καὶ τὴν σάρκα πᾶσαν, ὥστε πληροῦσθαι τοὺς χιτωνίσκους, ἀνέγνωμεν ἐν ὑπομνήμασιν Ἀριστοξενείοις·Στα υπομνήματα, εξάλλου, του Αριστόξενου διαβάσαμε ότι το δέρμα του απέπνεε μια ευχάριστη μυρωδιά και μια ευωδιά άρχιζε από το στόμα και διαπερνούσε όλο το κορμί του, έτσι που να γεμίζουν και οι χιτώνες του.
[4.5]αἰτία δ᾽ ἴσως ἡ τοῦ σώματος κρᾶσις, πολύθερμος οὖσα καὶ πυρώδης· ἡ γὰρ εὐωδία γίνεται πέψει τῶν ὑγρῶν ὑπὸ θερμότητος, ὡς οἴεται Θεόφραστος.Αυτό ίσως να οφειλόταν στην κράση του σώματός του, που ήταν πολύ θερμή και φλογερή. Γιατί, κατά τον Θεόφραστο, η ευωδιά προέρχεται από την πέψη των υγρών λόγω της θερμότητας.
[4.6]ὅθεν οἱ ξηροὶ καὶ διάπυροι τόποι τῆς οἰκουμένης τὰ πλεῖστα καὶ κάλλιστα τῶν ἀρωμάτων φέρουσιν· ἐξαιρεῖ γὰρ ὁ ἥλιος τὸ ὑγρόν, ὥσπερ ὕλην σηπεδόνος ἐπιπολάζον τοῖς σώμασιν.Γι᾽ αυτό οι ξηροί και πολύ ζεστοί τόποι της γης παράγουν τα περισσότερα και ωραιότερα αρώματα· γιατί ο ήλιος στεγνώνει το υγρό που επικάθεται στην επιφάνεια των σωμάτων σαν είδος σαπίλας.
[4.7]Ἀλέξανδρον δ᾽ ἡ θερμότης τοῦ σώματος ὡς ἔοικε καὶ ποτικὸν καὶ θυμοειδῆ παρεῖχεν.Η θερμότητα του σώματος, όπως φαίνεται, ήταν αυτή που τον έκανε φίλο του ποτού και παράφορο.
[4.8]Ἔτι δ᾽ ὄντος αὐτοῦ παιδὸς ἥ τε σωφροσύνη διεφαίνετο τῷ πρὸς τἆλλα ῥαγδαῖον ὄντα καὶ φερόμενον σφοδρῶς ἐν ταῖς ἡδοναῖς ταῖς περὶ τὸ σῶμα δυσκίνητον εἶναι καὶ μετὰ πολλῆς πρᾳότητος ἅπτεσθαι τῶν τοιούτων, ἥ τε φιλοτιμία παρ᾽ ἡλικίαν ἐμβριθὲς εἶχε τὸ φρόνημα καὶ μεγαλόψυχον.Από την παιδική ακόμη ηλικία διαφαινόταν η σύνεσή του. Ενώ στα άλλα ήταν ορμητικός και ασυγκράτητος, στις σωματικές ηδονές ήταν συγκρατημένος και τις δοκίμαζε με πολλή ηρεμία· η φιλοδοξία του παρά την ηλικία του κρατούσε το φρόνημά του σοβαρό και μεγαλόψυχο.
[4.9]οὔτε γὰρ ἀπὸ παντὸς οὔτε πᾶσαν ἠγάπα δόξαν, ὡς Φίλιππος λόγου τε δεινότητι σοφιστικῶς καλλωπιζόμενος, καὶ τὰς ἐν Ὀλυμπίᾳ νίκας τῶν ἁρμάτων ἐγχαράττων τοῖς νομίσμασιν,Δεν αγαπούσε τη δόξα που προερχόταν από οτιδήποτε ούτε και την κάθε μορφή της, όπως ο Φίλιππος, που περηφανευόταν για τη σοφιστική ικανότητα του λόγου του και αποτύπωνε πάνω στα νομίσματα τις νίκες των αρμάτων του στην Ολυμπία·
[4.10]ἀλλὰ καὶ τῶν περὶ αὐτὸν ἀποπειρωμένων, εἰ βούλοιτ᾽ ἂν Ὀλυμπίασιν ἀγωνίσασθαι στάδιον, ἦν γὰρ ποδώκης, «εἴ γε» ἔφη «βασιλεῖς ἔμελλον ἕξειν ἀνταγωνιστάς».αλλά και, όταν οι γύρω από αυτόν επιχειρούσαν να μάθουν αν είχε την πρόθεση να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες σε αγώνα δρόμου, γιατί ήταν πολύ γρήγορος στο τρέξιμο, απαντούσε «εάν βέβαια επρόκειτο να έχω ανταγωνιστές βασιλιάδες».
[4.11]φαίνεται δὲ καὶ καθόλου πρὸς τὸ τῶν ἀθλητῶν γένος ἀλλοτρίως ἔχων· πλείστους γέ τοι θεὶς ἀγῶνας οὐ μόνον τραγῳδῶν καὶ αὐλητῶν καὶ κιθαρῳδῶν, ἀλλὰ καὶ ῥαψῳδῶν θήρας τε παντοδαπῆς καὶ ῥαβδομαχίας, οὔτε πυγμῆς οὔτε παγκρατίου μετά τινος σπουδῆς ἔθηκεν ἆθλον.Γενικά δεν συμπαθούσε και πολύ, όπως φαίνεται, τους αθλητές· μολονότι διοργάνωσε παρά πολλούς αγώνες όχι μόνο για τραγωδούς, αυλητές και κιθαρωδούς αλλά και για ραψωδούς και για κυνήγι κάθε είδους και κονταρομαχίες, δεν όρισε βραβείο με κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον ούτε για αγώνες πυγμαχίας ούτε για παγκράτιο.
[5.1]Τοὺς δὲ παρὰ τοῦ Περσῶν βασιλέως πρέσβεις ἥκοντας ἀποδημοῦντος Φιλίππου ξενίζων καὶ γενόμενος συνήθης, οὕτως ἐχειρώσατο τῇ φιλοφροσύνῃ καὶ τῷ μηδὲν ἐρώτημα παιδικὸν ἐρωτῆσαι μηδὲ μικρόν,Κάποτε που απουσίαζε ο Φίλιππος, φιλοξενούσε αυτός τους πρέσβεις που είχαν έρθει από τον βασιλιά των Περσών. Αποκτώντας οικειότητα μαζί τους, τους σκλάβωσε τόσο πολύ με τις περιποιήσεις του και με το ότι δεν έκανε καμιά παιδική ερώτηση ούτε και ανόητη,
[5.2]ἀλλ᾽ ὁδῶν τε μήκη καὶ πορείας τῆς ἄνω τρόπον ἐκπυνθάνεσθαι, καὶ περὶ αὐτοῦ βασιλέως ὁποῖος εἴη πρὸς τοὺς πολέμους, καὶ τίς ἡ Περσῶν ἀλκὴ καὶ δύναμις,αλλά ζητούσε να μάθει τις αποστάσεις και τον τρόπο πορείας προς το εσωτερικό της Ασίας, πώς αντιμετώπιζε ο βασιλιάς τους τούς πολέμους, ποιά η ισχύς των όπλων και η δύναμη της Περσίας,
[5.3]ὥστε θαυμάζειν ἐκείνους καὶ τὴν λεγομένην Φιλίππου δεινότητα μηδὲν ἡγεῖσθαι πρὸς τὴν τοῦ παιδὸς ὁρμὴν καὶ μεγαλοπραγμοσύνην.ώστε εκείνοι να θαυμάζουν και την πολυσυζητημένη ρητορική ικανότητα του Φιλίππου να τη θεωρούν εντελώς ασήμαντη μπροστά στην ορμή και την τάση του παιδιού για μεγάλα κατορθώματα.
[5.4]ὁσάκις γοῦν ἀπαγγελθείη Φίλιππος ἢ πόλιν ἔνδοξον ᾑρηκὼς ἢ μάχην τινὰ περιβόητον νενικηκώς, οὐ πάνυ φαιδρὸς ἦν ἀκούων, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἡλικιώτας ἔλεγεν· «ὦ παῖδες, πάντα προλήψεται ὁ πατήρ, ἐμοὶ δ᾽ οὐδὲν ἀπολείψει μεθ᾽ ὑμῶν ἔργον ἀποδείξασθαι μέγα καὶ λαμπρόν».Κάθε φορά που έφτανε είδηση ότι ο Φίλιππος ή είχε κυριέψει κάποια ξακουστή πόλη ή είχε νικήσει σε κάποια σημαντική μάχη, δεν ήταν πολύ χαρούμενος που το άκουγε, αλλά έλεγε στους συνομηλίκους του: «παιδιά, όλα θα τα προλάβει ο πατέρας μου, σ᾽ εμένα δεν θα αφήσει να πετύχω μαζί σας κανένα κατόρθωμα μεγάλο και λαμπρό».
[5.5]οὐ γὰρ ἡδονὴν ζηλῶν οὐδὲ πλοῦτον, ἀλλ᾽ ἀρετὴν καὶ δόξαν, ἐνόμιζεν, ὅσῳ πλείονα λήψεται παρὰ τοῦ πατρός, ἐλάττονα κατορθώσειν δι᾽ αὑτοῦ.Δεν ζήλευε ούτε την ηδονή ούτε και τον πλούτο, αλλά πίστευε ότι, όσο περισσότερη αρετή και δόξα θα κληρονομούσε από τον πατέρα του, τόσο λιγότερη θα αποκτούσε ο ίδιος με τις δικές του δυνάμεις.
[5.6]διὸ τοῖς πράγμασιν αὐξομένοις καταναλίσκεσθαι τὰς πράξεις εἰς ἐκεῖνον ἡγούμενος, ἐβούλετο μὴ χρήματα μηδὲ τρυφὰς καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλ᾽ ἀγῶνας καὶ πολέμους καὶ φιλοτιμίας ἔχουσαν ἀρχὴν παραλαβεῖν.Γι᾽ αυτό, καθώς είχε τη γνώμη ότι στον Φίλιππο οφείλονταν τα κατορθώματα για την επέκταση του βασιλείου, δεν επιθυμούσε χρήματα μήτε χλιδή και απολαύσεις, αλλά να παραλάβει μια εξουσία που να έχει αγώνες, πολέμους και φιλοδοξίες.
[5.7]Πολλοὶ μὲν οὖν περὶ τὴν ἐπιμέλειαν ὡς εἰκὸς ἦσαν αὐτοῦ τροφεῖς καὶ παιδαγωγοὶ καὶ διδάσκαλοι λεγόμενοι, πᾶσι δ᾽ ἐφειστήκει Λεωνίδας, ἀνὴρ τό τ᾽ ἦθος αὐστηρὸς καὶ συγγενὴς Ὀλυμπιάδος, αὐτὸς μὲν οὐ φεύγων τὸ τῆς παιδαγωγίας ὄνομα, καλὸν ἔργον ἐχούσης καὶ λαμπρόν, ὑπὸ δὲ τῶν ἄλλων διὰ τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν οἰκειότητα τροφεὺς Ἀλεξάνδρου καὶ καθηγητὴς καλούμενος.Όπως ήταν φυσικό, πολλοί είχαν αναλάβει τη φροντίδα του Αλέξανδρου, που λέγονταν τροφοί, παιδαγωγοί και δάσκαλοι· αλλά σε όλους αυτούς τον πρώτο ρόλο είχε ο Λεωνίδας, άνδρας με αυστηρό χαρακτήρα και συγγενής της Ολυμπιάδας, που δεν απέφευγε το όνομα του παιδαγωγού, που έχει ωραίο και λαμπρό έργο, αλλά από τους άλλους, λόγω του αξιώματος και της συγγένειας, αποκαλούνταν τροφός του Αλέξανδρου και καθηγητής.
[5.8]ὁ δὲ τὸ σχῆμα τοῦ παιδαγωγοῦ καὶ τὴν προσηγορίαν ὑποποιούμενος ἦν Λυσίμαχος, τὸ γένος Ἀκαρνάν, ἄλλο μὲν οὐδὲν ἔχων ἀστεῖον, ὅτι δ᾽ ἑαυτὸν μὲν ὠνόμαζε Φοίνικα, τὸν δ᾽ Ἀλέξανδρον Ἀχιλλέα, Πηλέα δὲ τὸν Φίλιππον, ἠγαπᾶτο καὶ δευτέραν εἶχε χώραν.Εκείνος όμως που κατείχε τον ρόλο και τον τίτλο του παιδαγωγού ήταν ο Λυσίμαχος, Ακαρνάνας στην καταγωγή, που δεν είχε κανένα γενικά προσόν, αλλά επειδή αυτοαποκαλούνταν Φοίνικας, έλεγε τον Αλέξανδρο Αχιλλέα και τον Φίλιππο Πηλέα, ήταν αγαπητός και είχε τη δεύτερη θέση στη φροντίδα της διαπαιδαγώγησης του Αλέξανδρου.
[6.1]Ἐπεὶ δὲ Φιλονίκου τοῦ Θεσσαλοῦ τὸν Βουκεφάλαν ἀγαγόντος ὤνιον τῷ Φιλίππῳ τρισκαίδεκα ταλάντων, κατέβησαν εἰς τὸ πεδίον δοκιμάσοντες τὸν ἵππον, ἐδόκει τε χαλεπὸς εἶναι καὶ κομιδῇ δύσχρηστος, οὔτ᾽ ἀναβάτην προσιέμενος οὔτε φωνὴν ὑπομένων τινὸς τῶν περὶ τὸν Φίλιππον, ἀλλ᾽ ἁπάντων κατεξανιστάμενος,Όταν ο Φιλόνικος ο Θεσσαλός είχε φέρει στον Φίλιππο τον Βουκεφάλα για να τον αγοράσει για τριάντα τάλαντα, κατέβηκαν στην πεδιάδα για να δοκιμάσουν το άλογο , που φαινόταν ατίθασο και γενικά δύσκολο να το αντιμετωπίσει κανείς, αφού ούτε δεχόταν αναβάτη ούτε ανεχόταν τη φωνή κανενός από τους ανθρώπους του Φιλίππου, αλλά αγρίευε με όλους.
[6.2]δυσχεραίνοντος δὲ τοῦ Φιλίππου καὶ κελεύοντος ἀπάγειν ὡς παντάπασιν ἄγριον καὶ ἀκόλαστον, παρὼν ὁ Ἀλέξανδρος εἶπεν· «οἷον ἵππον ἀπολλύουσι, δι᾽ ἀπειρίαν καὶ μαλακίαν χρήσασθαι μὴ δυνάμενοι,» τὸ μὲν οὖν πρῶτον ὁ Φίλιππος ἐσιώπησε·Και ενώ ο Φίλιππος άρχισε να δυσανασχετεί και έδωσε εντολή να απομακρύνουν το άλογο, επειδή κατά τη γνώμη του ήταν πάρα πολύ άγριο και ατίθασο, ο Αλέξανδρος που ήταν παρών είπε: «τι άλογο χάνουν, επειδή δεν μπορούν να το χειριστούν από απειρία και μαλθακότητα». Στην αρχή ο Φίλιππος σιώπησε·
[6.3]πολλάκις δ᾽ αὐτοῦ παραφθεγγομένου καὶ περιπαθοῦντος, «ἐπιτιμᾷς σὺ» ἔφη «πρεσβυτέροις ὥς τι πλέον αὐτὸς εἰδὼς ἢ μᾶλλον ἵππῳ χρήσασθαι δυνάμενος;»επειδή όμως ο Αλέξανδρος έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια πολλές φορές και είχε ταραχθεί, ο Φίλιππος είπε: «τολμάς και κατακρίνεις εσύ τους μεγαλύτερους, επειδή πιστεύεις ότι ξέρεις κάτι περισσότερο ο ίδιος ή επειδή μπορείς να κουμαντάρεις το άλογο καλύτερα;»
[6.4]«τούτῳ γοῦν» ἔφη «χρησαίμην ἂν ἑτέρου βέλτιον». «ἂν δὲ μὴ χρήσῃ, τίνα δίκην τῆς προπετείας ὑφέξεις;» «ἐγὼ νὴ Δί᾽» εἶπεν «ἀποτείσω τοῦ ἵππου τὴν τιμήν».«Αυτό τουλάχιστον» είπε «θα μπορούσα να το χειριστώ καλύτερα από άλλον». «Αν δεν το χειριστείς, ποιά τιμωρία πρέπει να υποστείς για την αυθάδειά σου;» «Θα πληρώσω εγώ, μα τον Δία» είπε «την αξία του αλόγου».
[6.5]γενομένου δὲ γέλωτος, εἶθ᾽ ὁρισμοῦ πρὸς ἀλλήλους εἰς τὸ ἀργύριον, εὐθὺς προσδραμὼν τῷ ἵππῳ καὶ παραλαβὼν τὴν ἡνίαν, ἐπέστρεψε πρὸς τὸν ἥλιον, ὡς ἔοικεν ἐννοήσας ὅτι τὴν σκιὰν προπίπτουσαν καὶ σαλευομένην ὁρῶν πρὸ αὑτοῦ διαταράττοιτο.Έπεσε τότε γέλιο· στη συνέχεια όμως, αφού συμφώνησαν μεταξύ τους την τιμή σε χρήμα, έτρεξε αμέσως προς το άλογο, έπιασε τα χαλινάρια και το έστρεψε προς τον ήλιο, επειδή κατάλαβε, καθώς φαίνεται, ότι, βλέποντας το άλογο τη σκιά του να πέφτει μπροστά του και να κινείται, τρόμαζε.
[6.6]μικρὰ δ᾽ αὐτῷ παρακαλπάσας καὶ καταψήσας, ὡς ἑώρα πληρούμενον θυμοῦ καὶ πνεύματος, ἀπορρίψας ἡσυχῇ τὴν χλαμύδα καὶ μετεωρίσας αὑτόν, ἀσφαλῶς περιέβη.Και, αφού έτρεξε για λίγο δίπλα στο άλογο κρατώντας τα χαλινάρια, ενώ αυτό κάλπαζε, και το χάιδεψε, καθώς το έβλεπε γεμάτο θυμό και αγριάδα, πέταξε ήσυχα τη χλαμύδα και με ένα πήδημα κάθισε σταθερά επάνω του.
[6.7]καὶ μικρὰ μὲν περιλαβὼν ταῖς ἡνίαις τὸν χαλινόν, ἄνευ πληγῆς καὶ σπαραγμοῦ προσανέστειλεν· ὡς δ᾽ ἑώρα τὸν ἵππον ἀφεικότα τὴν ἀπειλήν, ὀργῶντα δὲ πρὸς τὸν δρόμον, ἀφεὶς ἐδίωκεν, ἤδη φωνῇ θρασυτέρᾳ καὶ ποδὸς κρούσει χρώμενος.Τράβηξε ελαφριά με τα λουριά το χαλινάρι και έσφιξε το λουρί χωρίς μαστίγωμα και σπιρούνιασμα. Και καθώς έβλεπε ότι το άλογο έπαψε να είναι απειλητικό και ήταν έτοιμο να τρέξει, χαλάρωσε τα χαλινάρια και το άφησε να τρέξει, φωνάζοντας πια πιο δυνατά και χτυπώντας το με τα πόδια.
[6.8]τῶν δὲ περὶ τὸν Φίλιππον ἦν ἀγωνία καὶ σιγὴ τὸ πρῶτον· ὡς δὲ κάμψας ὑπέστρεψεν ὀρθῶς σοβαρὸς καὶ γεγηθώς, οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ἀνηλάλαξαν, ὁ δὲ πατὴρ καὶ δακρῦσαί τι λέγεται πρὸς τὴν χαράν, καὶ καταβάντος αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν φιλήσας «ὦ παῖ» φάναι, «ζήτει σεαυτῷ βασιλείαν ἴσην· Μακεδονία γάρ σ᾽ οὐ χωρεῖ».Στην αρχή ο Φίλιππος και η ακολουθία του ήταν αγχωμένοι και σιωπηλοί· μόλις όμως έστριψε και γύρισε πίσω σοβαρός και χαρούμενος, όλοι γενικά ζητωκραύγασαν· ο πατέρας του όμως λένε πως δάκρυσε κάπως από χαρά και, αφού κατέβηκε ο Αλέξανδρος από το άλογο, τον φίλησε και του είπε: «παιδί μου, να ζητήσεις βασίλειο ισάξιο με σένα, γιατί η Μακεδονία δεν σε χωράει».
[7.1]Καθορῶν δὲ τὴν φύσιν αὐτοῦ δυσνίκητον μὲν οὖσαν, ἐρίσαντος μὴ βιασθῆναι, ῥᾳδίως δ᾽ ἀγομένην ὑπὸ λόγου πρὸς τὸ δέον, αὐτός τε πείθειν ἐπειρᾶτο μᾶλλον ἢ προστάττειν,Καθώς ο Φίλιππος διέβλεπε ότι η φύση του Αλέξανδρου ήταν ανυπότακτη και δεν υπέκυπτε στη βία κατά τις φιλονικίες, αλλά, αντίθετα, η λογική τον οδηγούσε εύκολα προς το πρέπον, ο ίδιος προσπαθούσε μάλλον να τον πείθει παρά να τον προστάζει.
[7.2]καὶ τοῖς περὶ μουσικὴν καὶ τὰ ἐγκύκλια παιδευταῖς οὐ πάνυ τι πιστεύων τὴν ἐπιστασίαν αὐτοῦ καὶ κατάρτισιν, ὡς μείζονος οὖσαν πραγματείας καὶ κατὰ τὸν Σοφοκλέα πολλῶν χαλινῶν ἔργον οἰάκων θ᾽ ἅμα, μετεπέμψατο τῶν φιλοσόφων τὸν ἐνδοξότατον καὶ λογιώτατον Ἀριστοτέλην, καλὰ καὶ πρέποντα διδασκάλια τελέσας αὐτῷ.Και τη φροντίδα και την κατάρτισή του, επειδή κατά τη γνώμη του ήταν υπόθεση σπουδαιότερης σημασίας και σύμφωνα με τον Σοφοκλή έργο για πολλά χαλινά και τιμόνια συνάμα, δεν την πολυεμπιστεύτηκε στους δασκάλους της μουσικής και των βασικών μαθημάτων, αλλά έστειλε και κάλεσε τον πιο φημισμένο και σοφό από τους φιλοσόφους, τον Αριστοτέλη, καταβάλλοντάς του καλά και αντάξιά του δίδακτρα.
[7.3]τὴν γὰρ Σταγειριτῶν πόλιν, ἐξ ἧς ἦν Ἀριστοτέλης, ἀνάστατον ὑπ᾽ αὐτοῦ γεγενημένην συνῴκισε πάλιν, καὶ τοὺς διαφυγόντας ἢ δουλεύοντας τῶν πολιτῶν ἀποκατέστησε.Έκτισε εκ νέου τα Στάγειρα, από όπου καταγόταν ο Αριστοτέλης και που ο ίδιος είχε καταστρέψει, επανέφερε τους πολίτες που είχαν εξοριστεί και απελευθέρωσε όσους είχαν γίνει δούλοι.
[7.4]σχολὴν μὲν οὖν αὐτοῖς καὶ διατριβὴν τὸ περὶ Μίεζαν Νυμφαῖον ἀπέδειξεν, ὅπου μέχρι νῦν Ἀριστοτέλους ἕδρας τε λιθίνας καὶ ὑποσκίους περιπάτους δεικνύουσιν.Σχολή και τόπο διαμονής γι᾽ αυτούς όρισε το Νυμφαίο στην περιοχή της Μίεζας, όπου μέχρι και σήμερα δείχνουν τα πέτρινα καθίσματα του Αριστοτέλη και τους σκιερούς χώρους για τον περίπατο.
[7.5]ἔοικε δ᾽ Ἀλέξανδρος οὐ μόνον τὸν ἠθικὸν καὶ πολιτικὸν παραλαβεῖν λόγον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπορρήτων καὶ βαθυτέρων διδασκαλιῶν, ἃς οἱ ἄνδρες ἰδίως ἀκροατικὰς καὶ ἐποπτικὰς προσαγορεύοντες οὐκ ἐξέφερον εἰς πολλούς, μετασχεῖν.Φαίνεται πως ο Αλέξανδρος δέχτηκε όχι μόνο μαθήματα ηθικής και πολιτικής, αλλά και πήρε μέρος σε μυστικές και βαθύτερες διδασκαλίες, που οι άνδρες ιδίως αποκαλούσαν ακροαματικές και ανώτερες και δεν τις κοινολογούσαν στον πολύ κόσμο.
[7.6]ἤδη γὰρ εἰς Ἀσίαν διαβεβηκώς, καὶ πυθόμενος λόγους τινὰς ἐν βιβλίοις περὶ τούτων ὑπ᾽ Ἀριστοτέλους ἐκδεδόσθαι, γράφει πρὸς αὐτὸν ὑπὲρ φιλοσοφίας παρρησιαζόμενος ἐπιστολήν, ἧς ἀντίγραφόν ἐστιν·Πράγματι, είχε περάσει ήδη στην Ασία, όταν πληροφορήθηκε ότι είχαν εκδοθεί από τον Αριστοτέλη σε βιβλία κάποιοι λόγοι σχετικά με αυτά. Του έγραψε λοιπόν επιστολή, της οποίας υπάρχει αντίγραφο, υπεραμυνόμενος της φιλοσοφίας: «Ο Αλέξανδρος χαιρετά τον Αριστοτέλη.
[7.7]«Ἀλέξανδρος Ἀριστοτέλει εὖ πράττειν. οὐκ ὀρθῶς ἐποίησας ἐκδοὺς τοὺς ἀκροατικοὺς τῶν λόγων· τίνι γὰρ δὴ διοίσομεν ἡμεῖς τῶν ἄλλων, εἰ καθ᾽ οὓς ἐπαιδεύθημεν λόγους, οὗτοι πάντων ἔσονται κοινοί; ἐγὼ δὲ βουλοίμην ἂν ταῖς περὶ τὰ ἄριστα ἐμπειρίαις ἢ ταῖς δυνάμεσι διαφέρειν. ἔρρωσο».Δεν έκανες καλά που εξέδωσες τους ακροαματικούς λόγους· σε τι λοιπόν θα διαφέρουμε εμείς από τους άλλους, εάν οι λόγοι, σύμφωνα με τους οποίους μορφωθήκαμε, θα γίνουν κτήμα όλων; Εγώ προσωπικά θα επιθυμούσα να ξεχωρίζω ως προς τις γνώσεις για τα πιο ωραία πράγματα παρά ως προς τη δύναμη. Να είσαι καλά».
[7.8]ταύτην μὲν οὖν τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ παραμυθούμενος Ἀριστοτέλης ἀπολογεῖται περὶ τῶν λόγων ἐκείνων, ὡς καὶ ἐκδεδομένων καὶ μὴ ἐκδεδομένων.Μιλώντας καθησυχαστικά ο Αριστοτέλης γι᾽ αυτή τη φιλοδοξία του, λέει σε τόνο απολογητικό για εκείνους τους λόγους ότι έχουν και δεν έχουν εκδοθεί.
[7.9]ἀληθῶς γὰρ ἡ περὶ τὰ φυσικὰ πραγματεία, πρὸς διδασκαλίαν καὶ μάθησιν οὐδὲν ἔχουσα χρήσιμον, ὑπόδειγμα τοῖς πεπαιδευμένοις ἀπ᾽ ἀρχῆς γέγραπται.Πράγματι, η πραγματεία του «Μετά τα Φυσικά», που δεν έχει καμιά χρησιμότητα για διδασκαλία και μάθηση, έχει γραφεί εξαρχής ως υπόδειγμα για τους μορφωμένους.
[8.1]Δοκεῖ δέ μοι καὶ τὸ φιλιατρεῖν Ἀλεξάνδρῳ προστρίψασθαι μᾶλλον ἑτέρων Ἀριστοτέλης. οὐ γὰρ μόνον τὴν θεωρίαν ἠγάπησεν, ἀλλὰ καὶ νοσοῦσιν ἐβοήθει τοῖς φίλοις, καὶ συνέταττε θεραπείας τινὰς καὶ διαίτας, ὡς ἐκ τῶν ἐπιστολῶν λαβεῖν ἔστιν.Έχω τη γνώμη ότι ο Αριστοτέλης ήταν αυτός που περισσότερο από τους άλλους ενέπνευσε στον Αλέξανδρο την αγάπη για την ιατρική. Γιατί δεν αρκέστηκε μόνο στη θεωρία, αλλά βοηθούσε και τους φίλους, όταν αρρώσταιναν, και έγραφε συνταγές για κάποιες θεραπείες και δίαιτες, όπως μπορεί να το διαπιστώσει κανείς από τις επιστολές.
[8.2]ἦν δὲ καὶ φύσει φιλόλογος καὶ φιλομαθὴς καὶ φιλαναγνώστης, καὶ τὴν μὲν Ἰλιάδα τῆς πολεμικῆς ἀρετῆς ἐφόδιον καὶ νομίζων καὶ ὀνομάζων, ἔλαβε μὲν Ἀριστοτέλους διορθώσαντος ἣν ἐκ τοῦ νάρθηκος καλοῦσιν, εἶχε δ᾽ ἀεὶ μετὰ τοῦ ἐγχειριδίου κειμένην ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον, ὡς Ὀνησίκριτος ἱστόρηκε·Ο Αλέξανδρος ήταν από τη φύση του φίλος της λογοτεχνίας και της μάθησης και αγαπούσε και το διάβασμα. Την Ιλιάδα τη θεωρούσε και την ονόμαζε εφόδιο της πολεμικής αρετής· την είχε πάρει από τον Αριστοτέλη, που την είχε διορθώσει, και είναι αυτή που ονομάζουν «εκ του νάρθηκος». Την είχε πάντοτε μαζί με το μαχαίρι του κάτω από το μαξιλάρι, όπως ιστορεί ο Ονησίκριτος.
[8.3]τῶν δ᾽ ἄλλων βιβλίων οὐκ εὐπορῶν ἐν τοῖς ἄνω τόποις, Ἅρπαλον ἐκέλευσε πέμψαι, κἀκεῖνος ἔπεμψεν αὐτῷ τάς τε Φιλίστου βίβλους καὶ τῶν Εὐριπίδου καὶ Σοφοκλέους καὶ Αἰσχύλου τραγῳδιῶν συχνάς, καὶ Τελέστου καὶ Φιλοξένου διθυράμβους.Επειδή στους μακρινούς τόπους της Ασίας δεν είχε άλλα βιβλία, διέταξε τον Άρπαλο να του στείλει. Και εκείνος του έστειλε τα βιβλία του Φίλιστου και αρκετές από τις τραγωδίες του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου και διθυράμβους του Τελέστου και του Φιλόξενου.
[8.4]Ἀριστοτέλην δὲ θαυμάζων ἐν ἀρχῇ καὶ ἀγαπῶν οὐχ ἧττον, ὡς αὐτὸς ἔλεγε, τοῦ πατρός, ὡς δι᾽ ἐκεῖνον μὲν ζῶν, διὰ τοῦτον δὲ καλῶς ζῶν, ὕστερον ὑποπτότερον ἔσχεν, οὐχ ὥστε ποιῆσαί τι κακόν, ἀλλ᾽ αἱ φιλοφροσύναι τὸ σφοδρὸν ἐκεῖνο καὶ στερκτικὸν οὐκ ἔχουσαι πρὸς αὐτόν, ἀλλοτριότητος ἐγένοντο τεκμήριον.Όσο για τον Αριστοτέλη, ενώ στην αρχή τον θαύμαζε και τον αγαπούσε όχι λιγότερο από τον πατέρα του, όπως ο ίδιος έλεγε, γιατί σε εκείνον χρωστούσε τη ζωή του, σ᾽ αυτόν την ενάρετη ζωή, αργότερα τον θεώρησε κάπως ύποπτο, όχι στον βαθμό να του κάνει κάποιο κακό, αλλά, καθώς οι φροντίδες δεν είχαν πια, όπως στην αρχή, εκείνη τη σφοδρή ζεστασιά, στάθηκαν απόδειξη της διαφοροποίησής του.
[8.5]ὁ μέντοι πρὸς φιλοσοφίαν ἐμπεφυκὼς καὶ συντεθραμμένος ἀπ᾽ ἀρχῆς αὐτῷ ζῆλος καὶ πόθος οὐκ ἐξερρύη τῆς ψυχῆς, ὡς ἡ περὶ Ἀνάξαρχόν τε τιμὴ καὶ τὰ πεμφθέντα Ξενοκράτει πεντήκοντα τάλαντα καὶ Δάνδαμις καὶ Καλανὸς οὕτω σπουδασθέντες μαρτυροῦσι.Ωστόσο, η έμφυτη αγάπη, ο ζήλος και ο πόθος για τη φιλοσοφία, που είχαν αναπτυχθεί σ᾽ αυτόν μαζί από την αρχή, δεν είχαν ξεριζωθεί από την ψυχή του, όπως μαρτυρούν η τιμή προς τον Ανάξαρχο, τα πενήντα τάλαντα που έστειλε στον Ξενοκράτη, καθώς και οι Δάνδαμις και Καλανός που τόσο τους φρόντισε.
[9.1]Φιλίππου δὲ στρατεύοντος ἐπὶ Βυζαντίους, ἦν μὲν ἑκκαιδεκέτης ὁ Ἀλέξανδρος, ἀπολειφθεὶς δὲ κύριος ἐν Μακεδονίᾳ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς σφραγῖδος, Μαίδων τε τοὺς ἀφεστῶτας κατεστρέψατο, καὶ πόλιν ἑλὼν αὐτῶν, τοὺς μὲν βαρβάρους ἐξήλασε, συμμείκτους δὲ κατοικίσας, Ἀλεξανδρόπολιν προσηγόρευσεν.Όταν ο Φίλιππος βρισκόταν σε εκστρατεία εναντίον του Βυζαντίου, ο Αλέξανδρος ήταν δεκαέξι χρόνων και παρέμεινε στη Μακεδονία κύριος των πραγμάτων και της σφραγίδας. Υπέταξε τους Μαίδους, που είχαν επαναστατήσει, και, αφού κυρίεψε την πόλη τους, έδιωξε τους βαρβάρους, έφερε εκεί να κατοικήσουν μεικτό πληθυσμό, και την ονόμασε Αλεξανδρούπολη.
[9.2]Ἐν δὲ Χαιρωνείᾳ τῆς πρὸς τοὺς Ἕλληνας μάχης παρὼν μετέσχε, καὶ λέγεται πρῶτος ἐνσεῖσαι τῷ ἱερῷ λόχῳ τῶν Θηβαίων.Στη Χαιρώνεια, εξάλλου, που ήταν παρών, πήρε μέρος στη μάχη εναντίον των Ελλήνων και λέγεται ότι ήταν ο πρώτος που διέσπασε τις τάξεις του ιερού λόχου των Θηβαίων.
[9.3]ἔτι δὲ καὶ καθ᾽ ἡμᾶς ἐδείκνυτο παλαιὰ παρὰ τὸν Κηφισὸν Ἀλεξάνδρου καλουμένη δρῦς, πρὸς ἣν τότε κατεσκήνωσε, καὶ τὸ πολυάνδριον οὐ πόρρω τῶν Μακεδόνων ἐστίν.Ακόμη και στην εποχή μας έδειχναν κοντά στον Κηφισό μια παλαιά βαλανιδιά, που ονομαζόταν του Αλέξανδρου, γιατί εκεί κοντά είχε στήσει τότε τη σκηνή του· επίσης δεν είναι μακριά και το νεκροταφείο των Μακεδόνων.
[9.4]ἐκ μὲν οὖν τούτων ὡς εἰκὸς Φίλιππος ὑπερηγάπα τὸν υἱόν, ὥστε καὶ χαίρειν τῶν Μακεδόνων Ἀλέξανδρον μὲν βασιλέα, Φίλιππον δὲ στρατηγὸν καλούντων.Εξαιτίας λοιπόν αυτών ο Φίλιππος, όπως ήταν φυσικό, υπεραγαπούσε τον γιο του, ώστε να χαίρεται, όταν οι Μακεδόνες αποκαλούσαν τον Αλέξανδρο βασιλιά και τον Φίλιππο στρατηγό.
[9.5]Αἱ δὲ περὶ τὴν οἰκίαν ταραχαί, διὰ τοὺς γάμους καὶ τοὺς ἔρωτας αὐτοῦ τρόπον τινὰ τῆς βασιλείας τῇ γυναικωνίτιδι συννοσούσης, πολλὰς αἰτίας καὶ μεγάλας διαφορὰς παρεῖχον, ἃς ἡ τῆς Ὀλυμπιάδος χαλεπότης, δυσζήλου καὶ βαρυθύμου γυναικός, ἔτι μείζονας ἐποίει, παροξυνούσης τὸν Ἀλέξανδρον.Οι ανακατωσούρες στο παλάτι για τους γάμους και τους έρωτες του Φιλίππου, εξαιτίας των οποίων και η βασιλεία κατά κάποιον τρόπο μαζί με τον γυναικωνίτη βρισκόταν σε νοσηρή κατάσταση, δημιουργούσαν πολλές κατηγορίες και μεγάλες φασαρίες, τις οποίες ενέτεινε η σκληρότητα της Ολυμπιάδας, που όντας ζηλιάρα και με κακή ψυχική διάθεση εκνεύριζε τον Αλέξανδρο.
[9.6]ἐκφανεστάτην δ᾽ Ἄτταλος παρέσχεν ἐν τοῖς Κλεοπάτρας γάμοις, ἣν ὁ Φίλιππος ἠγάγετο παρθένον, ἐρασθεὶς παρ᾽ ἡλικίαν τῆς κόρης.Εντελώς απροκάλυπτη αφορμή φασαρίας δημιούργησε ο Άτταλος στους γάμους της Κλεοπάτρας, που τη νυμφεύτηκε ο Φίλιππος, καθώς την ερωτεύτηκε παρά το νεαρόν της ηλικίας της.
[9.7]θεῖος γὰρ ὢν αὐτῆς ὁ Ἄτταλος, ἐν τῷ πότῳ μεθύων παρεκάλει τοὺς Μακεδόνας αἰτεῖσθαι παρὰ θεῶν γνήσιον ἐκ Φιλίππου καὶ Κλεοπάτρας γενέσθαι διάδοχον τῆς βασιλείας.Ο θείος της ο Άτταλος, μεθυσμένος καθώς ήταν στο γαμήλιο τραπέζι, προκαλούσε τους Μακεδόνες να γεννηθεί από τον Φίλιππο και την Κλεοπάτρα γνήσιος διάδοχος του βασιλείου.
[9.8]ἐπὶ τούτῳ παροξυνθεὶς ὁ Ἀλέξανδρος καὶ εἰπών· «ἡμεῖς δέ σοι κακὴ κεφαλὴ νόθοι δοκοῦμεν;» ἔβαλε σκύφον ἐπ᾽ αὐτόν.Εκνευρισμένος από αυτό ο Αλέξανδρος του είπε: «εμείς, ανόητε άνθρωπε, σου φαινόμαστε νόθοι;» και πέταξε μια κούπα κατεπάνω του.
[9.9]ὁ δὲ Φίλιππος ἐπ᾽ ἐκεῖνον ἐξανέστη σπασάμενος τὸ ξίφος, εὐτυχίᾳ δ᾽ ἑκατέρου διὰ τὸν θυμὸν καὶ τὸν οἶνον ἔπεσε σφαλείς.Τότε ο Φίλιππος σηκώθηκε απειλητικά εναντίον του τραβώντας το ξίφος του. Ευτυχώς όμως και για τους δυο παραπάτησε από τον θυμό και το μεθύσι και έπεσε.
[9.10]ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος ἐφυβρίζων «οὗτος μέντοι» εἶπεν «ἄνδρες εἰς Ἀσίαν ἐξ Εὐρώπης παρεσκευάζετο διαβαίνειν, ὃς ἐπὶ κλίνην ἀπὸ κλίνης διαβαίνων ἀνατέτραπται».Τότε ο Αλέξανδρος ειρωνευόμενος είπε: «αυτός λοιπόν, άνδρες, είναι που ετοιμαζόταν να περάσει από την Ευρώπη στην Ασία, αυτός που περνώντας από το ένα κρεβάτι στο άλλο είναι πεσμένος κάτω».
[9.11]μετὰ ταύτην τὴν παροινίαν ἀναλαβὼν τὴν Ὀλυμπιάδα καὶ καταστήσας εἰς Ἤπειρον, αὐτὸς ἐν Ἰλλυριοῖς διέτριβεν.Μετά το επεισόδιο αυτό πάνω στο μεθύσι, πήρε την Ολυμπιάδα, την εγκατέστησε στην Ήπειρο, ενώ ο ίδιος έμενε προσωρινά στη χώρα των Ιλλυριών.
[9.12]ἐν τούτῳ δὲ Δημάρατος ὁ Κορίνθιος, ξένος ὢν τῆς οἰκίας καὶ παρρησίας μετέχων, ἀφίκετο πρὸς Φίλιππον.Στο μεταξύ ο Δημάρατος από την Κόρινθο, με δεσμούς φιλοξενίας με το παλάτι και με όλο το θάρρος επισκέφτηκε τον Φίλιππο.
[9.13]μετὰ δὲ τὰς πρώτας δεξιώσεις καὶ φιλοφροσύνας ἐπερωτῶντος τοῦ Φιλίππου, πῶς ἔχουσιν ὁμονοίας πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἕλληνες, «πάνυ γοῦν» ἔφη «σοι προσήκει Φίλιππε κήδεσθαι τῆς Ἑλλάδος, ὃς τὸν οἶκον τὸν σεαυτοῦ στάσεως τοσαύτης καὶ κακῶν ἐμπέπληκας».Μετά τις πρώτες χαιρετούρες και φιλοφρονήσεις, όταν ο Φίλιππος τον ρώτησε πώς τα πάνε μεταξύ τους οι Έλληνες, είπε: «Σ᾽ εσένα προπάντων, Φίλιππε, που έχεις προκαλέσει τόση αναστάτωση και τόσες συμφορές στο σπίτι σου ταιριάζει να φροντίζεις για την Ελλάδα».
[9.14]οὕτω δὴ συμφρονήσας ὁ Φίλιππος ἔπεμψε καὶ κατήγαγε πείσας διὰ τοῦ Δημαράτου τὸν Ἀλέξανδρον.Έτσι λοιπόν συνήλθε ο Φίλιππος και έστειλε και έφερε πίσω τον Αλέξανδρο, αφού τον έπεισε μέσω του Δημάρατου.
[10.1]Ἐπεὶ δὲ Πιξώδαρος ὁ Καρίας σατράπης, ὑποδυόμενος δι᾽ οἰκειότητος εἰς τὴν Φιλίππου συμμαχίαν, ἐβούλετο τὴν πρεσβυτάτην τῶν θυγατέρων Ἀρριδαίῳ τῷ Φιλίππου γυναῖκα δοῦναι καὶ περὶ τούτων Ἀριστόκριτον εἰς Μακεδονίαν ἀπέστειλεν, αὖθις ἐγίνοντο λόγοι καὶ διαβολαὶ παρὰ τῶν φίλων καὶ τῆς μητρὸς πρὸς Ἀλέξανδρον, ὡς Ἀρριδαῖον ἐπὶ τῇ βασιλείᾳ Φιλίππου γάμοις λαμπροῖς καὶ πράγμασι μεγάλοις εἰσοικειοῦντος.Όταν ο Πιξώδαρος, ο σατράπης της Καρίας, προσπαθώντας να εισχωρήσει στη συμμαχία του Φιλίππου μέσω συγγένειας, έβαλε εμπρός να παντρέψει τη μεγαλύτερη θυγατέρα του με τον Αρριδαίο, τον γιο του Φιλίππου και έστειλε γι᾽ αυτό τον σκοπό στη Μακεδονία τον Αριστόκριτο, αμέσως οι φίλοι και η μητέρα του Αλέξανδρου άρχισαν τα λόγια και τις διαβολές προς αυτόν, ότι τάχα ο Φίλιππος προόριζε τον Αρριδαίο για τη βασιλεία με λαμπρούς γάμους και με μεγάλα γεγονότα.
[10.2]ὑφ᾽ ὧν διαταραχθεὶς πέμπει Θεσσαλὸν εἰς Καρίαν τὸν τῶν τραγῳδιῶν ὑποκριτήν, Πιξωδάρῳ διαλεξόμενον ὡς χρὴ τὸν νόθον ἐάσαντα καὶ οὐ φρενήρη μεθαρμόσασθαι τὸ κῆδος εἰς Ἀλέξανδρον.Ταραγμένος από αυτά ο Αλέξανδρος στέλνει στην Καρία τον Θεσσαλό, τον υποκριτή των τραγωδιών, για να συζητήσει με τον Πιξώδαρο ότι πρέπει να αφήσει τον νόθο και ανόητο γιο και να στρέψει το ενδιαφέρον του προς τον Αλέξανδρο.
[10.3]καὶ Πιξωδάρῳ μὲν οὐ παρὰ μικρὸν ἤρεσκε ταῦτα τῶν προτέρων μᾶλλον· ὁ δὲ Φίλιππος αἰσθόμενος † ὄντα τὸν Ἀλέξανδρον εἰς τὸ δωμάτιον, παραλαβὼν τῶν φίλων αὐτοῦ καὶ συνήθων ἕνα Φιλώταν τὸν Παρμενίωνος, ἐπετίμησεν ἰσχυρῶς καὶ πικρῶς ἐλοιδόρησεν ὡς ἀγεννῆ καὶ τῶν ὑπαρχόντων περὶ αὐτὸν ἀγαθῶν ἀνάξιον, εἰ Καρὸς ἀνθρώπου καὶ βαρβάρῳ βασιλεῖ δουλεύοντος ἀγαπᾷ γαμβρὸς γενέσθαι.Αυτά άρεσαν στον Πιξώδαρο πολύ περισσότερο από τα προηγούμενα. Όταν όμως τα πληροφορήθηκε ο Φίλιππος, πήγε στο δωμάτιο του Αλέξανδρου, αφού πήρε μαζί του έναν από τους φίλους και συντρόφους του γιου του, τον Φιλώτα, τον γιο του Παρμενίωνα, του έκανε αυστηρές συστάσεις και τον κορόιδεψε πικρόχολα ως κατώτερο της καταγωγής του και ανάξιο των αγαθών που τον περιέβαλλαν, αφού αρκείται στο να γίνει γαμπρός ενός ανθρώπου από την Καρία, δούλου ενός βάρβαρου βασιλιά.
[10.4]τὸν δὲ Θεσσαλὸν ἔγραψε Κορινθίοις ὅπως ἀναπέμψωσιν ἐν πέδαις δεδεμένον, τῶν δ᾽ ἄλλων ἑταίρων Ἅρπαλον καὶ Νέαρχον, ἔτι δ᾽ Ἐρίγυιον καὶ Πτολεμαῖον ἐκ Μακεδονίας μετέστησεν, οὓς ὕστερον Ἀλέξανδρος καταγαγὼν ἐν ταῖς μεγίσταις ἔσχε τιμαῖς.Όσο για τον Θεσσαλό, έγραψε στους Κορινθίους να του τον στείλουν αλυσοδεμένο. Από τους άλλους φίλους του Αλέξανδρου, τον Άρπαλο, τον Νέαρχο και ακόμη τους Ερύγυιο και Πτολεμαίο, τους έδιωξε από τη Μακεδονία. Αργότερα τους επανέφερε ο Αλέξανδρος και τους περιέβαλε με τις μεγαλύτερες τιμές.
[10.5]Ἐπεὶ δὲ Παυσανίας Ἀττάλου γνώμῃ καὶ Κλεοπάτρας ὑβρισθεὶς καὶ μὴ τυχὼν δίκης ἀνεῖλε Φίλιππον, τὸ μὲν πλεῖστον εἰς Ὀλυμπιάδα τῆς αἰτίας περιῆλθεν, ὡς θυμουμένῳ τῷ νεανίσκῳ προσεγκελευσαμένην καὶ παροξύνασαν, ἔθιγε δέ τις καὶ Ἀλεξάνδρου διαβολή.Όταν ο Παυσανίας σκότωσε τον Φίλιππο, επειδή σύμφωνα με την άποψη του Άτταλου και της Κλεοπάτρας ταπεινώθηκε και δεν πήρε ικανοποίηση, οι περισσότερες κατηγορίες επικεντρώθηκαν στην Ολυμπιάδα, ότι αυτή τάχα παρακίνησε και παρότρυνε τον θυμωμένο νεαρό· κάποια διαβολή μάλιστα έθιγε και τον Αλέξανδρο.
[10.6]λέγεται γὰρ ἐντυχόντος αὐτῷ τοῦ Παυσανίου μετὰ τὴν ὕβριν ἐκείνην καὶ ἀποδυρομένου προενέγκασθαι τὸ τῆς Μηδείας ἰαμβεῖον· τὸν δόντα καὶ γήμαντα καὶ γαμουμένην.Λένε δηλαδή ότι, όταν τον συνάντησε ο Παυσανίας έπειτα από εκείνη την ταπείνωση κλαίγοντας, εκείνος του πέταξε τούτον τον στίχο της Μήδειας τον πεθερό και τον γαμπρό και τη νύφη.
[10.7]οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τοὺς συναιτίους τῆς ἐπιβουλῆς ἀναζητήσας ἐκόλασε, καὶ τὴν Κλεοπάτραν ἀποδημοῦντος αὐτοῦ τῆς Ὀλυμπιάδος ὠμῶς μεταχειρισαμένης ἠγανάκτησε.Ωστόσο, ερευνώντας αργότερα για τους συνυπεύθυνους της επιβουλής, τους βρήκε και τους τιμώρησε· όσο για την Ολυμπιάδα, τα έβαλε μαζί της, επειδή κατά την απουσία του συμπεριφέρθηκε σκληρά προς την Κλεοπάτρα.

Άνοδος στον θρόνο

[11.1]Παρέλαβε μὲν οὖν ἔτη γεγονὼς εἴκοσι τὴν βασιλείαν, φθόνους μεγάλους καὶ δεινὰ μίση καὶ κινδύνους πανταχόθεν ἔχουσαν.Ανέβηκε λοιπόν στον θρόνο σε ηλικία είκοσι χρόνων, έναν θρόνο που είχε από παντού μεγάλο φθόνο, φοβερά μίση και κινδύνους.
[11.2]οὔτε γὰρ τὰ βάρβαρα καὶ πρόσοικα γένη τὴν δούλωσιν ἔφερε, ποθοῦντα τὰς πατρίους βασιλείας, οὔτε τὴν Ἑλλάδα κρατήσας τοῖς ὅπλοις ὁ Φίλιππος οἷον καταζεῦξαι καὶ τιθασεῦσαι χρόνον ἔσχεν, ἀλλὰ μόνον μεταβαλὼν καὶ ταράξας τὰ πράγματα πολὺν σάλον ἔχοντα καὶ κίνησιν ὑπ᾽ ἀηθείας ἀπέλιπε.Γιατί ούτε τα βαρβαρικά και γειτονικά έθνη ανέχονταν τη σκλαβιά, καθώς ποθούσαν τα πατρικά τους βασίλεια, ούτε και την Ελλάδα, παρόλο που επικράτησε με τα όπλα, είχε χρόνο ώστε να την ενώσει και να την κρατά υπό τον έλεγχό του, αλλά, αφού άλλαξε μόνο τα πράγματα και δημιούργησε αναστάτωση, άφησε μια κατάσταση πολύ ταραγμένη και με ασυνήθιστη κινητικότητα.
[11.3]φοβουμένων δὲ τῶν Μακεδόνων τὸν καιρόν, καὶ τὰ μὲν Ἑλληνικὰ πάντως ἀφεῖναι καὶ μὴ προσβιάζεσθαι τὸν Ἀλέξανδρον οἰομένων δεῖν, τοὺς δ᾽ ἀφισταμένους τῶν βαρβάρων ἀνακαλεῖσθαι πρᾴως καὶ θεραπεύειν τὰς ἀρχὰς τῶν νεωτερισμῶν,Ενώ οι Μακεδόνες φοβούνταν την περίσταση και πίστευαν ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να αφήσει με κάθε τρόπο τα ελληνικά πράγματα και να μη δημιουργήσει πρόσθετη βία, από την άλλη να ανακαλέσει στην τάξη με ήρεμο τρόπο τους βαρβάρους που προσπαθούσαν να επαναστατήσουν, και να καταστείλει τις εξεγέρσεις στο ξεκίνημά τους,
[11.4]αὐτὸς ἀπ᾽ ἐναντίων λογισμῶν ὥρμησε τόλμῃ καὶ μεγαλοφροσύνῃ κτᾶσθαι τὴν ἀσφάλειαν καὶ σωτηρίαν τοῖς πράγμασιν, ὡς κἂν ὁτιοῦν ὑφιέμενος ὀφθῇ τοῦ φρονήματος, ἐπιβησομένων ἁπάντων.αυτός, σκεφτόμενος εντελώς διαφορετικά, ξεκίνησε με τόλμη και γενναιότητα να ανακτήσει την ασφάλεια και τη σωτηρία της κατάστασης, με τη σκέψη ότι, αν φανεί πως υποχωρεί έστω και κατ᾽ ελάχιστον, θα έπεφταν όλοι επάνω του να τον πατήσουν.
[11.5]τὰ μὲν οὖν βαρβαρικὰ κινήματα καὶ τοὺς ἐκεῖ πολέμους κατέπαυσεν, ὀξέως ἐπιδραμὼν στρατῷ μέχρι πρὸς τὸν Ἴστρον, [ᾗ] καὶ Σύρμον ἐνίκησε μάχῃ μεγάλῃ τὸν βασιλέα τῶν Τριβαλλῶν·Τα βαρβαρικά λοιπόν κινήματα και τους εκεί πολέμους κατέπαυσε εντελώς ο Αλέξανδρος με επιδρομή αστραπή του στρατού μέχρι τον Ίστρο ποταμό, όπου νίκησε τον Σύρμο, τον βασιλιά των Τριβαλλών, σε μεγάλη μάχη.
[11.6]Θηβαίους δ᾽ ἀφεστάναι πυθόμενος καὶ συμφρονεῖν αὐτοῖς Ἀθηναίους, [ἐθέλων ἀνὴρ φανῆναι] εὐθὺς ἦγε διὰ Πυλῶν τὴν δύναμιν, εἰπὼν ὅτι Δημοσθένει, παῖδα μὲν αὐτὸν ἕως ἦν ἐν Ἰλλυριοῖς καὶ Τριβαλλοῖς ἀποκαλοῦντι, μειράκιον δὲ περὶ Θετταλίαν γενόμενον, βούλεται πρὸς τοῖς Ἀθηναίων τείχεσιν ἀνὴρ φανῆναι.Όταν πληροφορήθηκε ότι είχαν εξεγερθεί οι Θηβαίοι και οι Αθηναίοι επικροτούσαν την ενέργειά τους, οδήγησε αμέσως τον στρατό του μέσω των Θερμοπυλών, λέγοντας ότι στον Δημοσθένη, που τον αποκαλούσε παιδί, όσο καιρό ήταν στους Ιλλυριούς και στους Τριβαλλούς, και νεαρό, όταν έφτασε στη Θεσσαλία, θέλει να παρουσιαστεί ως άνδρας κοντά στα τείχη των Αθηναίων.
[11.7]προσμείξας δὲ ταῖς Θήβαις καὶ διδοὺς ἔτι τῶν πεπραγμένων μετάνοιαν, ἐξῄτει Φοίνικα καὶ Προθύτην καὶ τοῖς μεταβαλλομένοις πρὸς αὐτὸν ἄδειαν ἐκήρυττε.Όταν πλησίασε στη Θήβα και έδινε ακόμη την ευκαιρία μετάνοιας για τα όσα είχαν κάνει, ζητούσε τον Φοίνικα και τον Προθύτη και κήρυττε αμνηστία σε όσους θα άλλαζαν στρατόπεδο και θα πήγαιναν με το μέρος του.
[11.8]τῶν δὲ Θηβαίων ἀντεξαιτούντων μὲν παρ᾽ αὐτοῦ Φιλώταν καὶ Ἀντίπατρον, κηρυττόντων δὲ τοὺς τὴν Ἑλλάδα βουλομένους συνελευθεροῦν τάττεσθαι μετ᾽ αὐτῶν, οὕτως ἔτρεψε τοὺς Μακεδόνας πρὸς πόλεμον.Αλλά και οι Θηβαίοι από τη μεριά τους απαιτούσαν από αυτόν τον Φιλώτα και τον Αντίπατρο και διεκήρυτταν να συμπαραταχθούν με αυτούς όσοι επιθυμούσαν να ελευθερώσουν την Ελλάδα· έτσι, έστρεψε τους Μακεδόνες στον πόλεμο.
[11.9]ἠγωνίσθη μὲν οὖν ὑπὲρ δύναμιν ἀρετῇ καὶ προθυμίᾳ τὰ παρὰ τῶν Θηβαίων, πολλαπλασίοις οὖσι τοῖς πολεμίοις ἀντιταχθέντων·Από την πλευρά των Θηβαίων έγινε ένας αγώνας με παλικαριά και θάρρος πάνω από τις δυνάμεις τους, αφού είχαν να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιους εχθρούς.
[11.10]ἐπεὶ δὲ καὶ τὴν Καδμείαν ἀφέντες οἱ φρουροὶ τῶν Μακεδόνων ἐπέπιπτον αὐτοῖς ἐξόπισθεν, κυκλωθέντες οἱ πλεῖστοι κατὰ τὴν μάχην αὐτὴν ἔπεσον, ἡ δὲ πόλις ἥλω καὶ διαρπασθεῖσα κατεσκάφη,Όταν όμως οι φρουροί των Μακεδόνων άφησαν την Καδμεία και άρχισαν να τους επιτίθενται από τα νώτα, οι περισσότεροι καθώς κυκλώθηκαν, έπεσαν κατά τη μάχη αυτή και η πόλη τους κυριεύτηκε και, αφού λεηλατήθηκε, καταστράφηκε εκ θεμελίων.
[11.11]τὸ μὲν ὅλον προσδοκήσαντος αὐτοῦ τοὺς Ἕλληνας ἐκπλαγέντας πάθει τηλικούτῳ καὶ πτήξαντας ἀτρεμήσειν, ἄλλως δὲ καὶ καλλωπισαμένου χαρίζεσθαι τοῖς τῶν συμμάχων ἐγκλήμασι· καὶ γὰρ Φωκεῖς καὶ Πλαταιεῖς τῶν Θηβαίων κατηγόρησαν.Γενικώς, ο Αλέξανδρος υπολόγιζε ότι οι Έλληνες θα τρομοκρατούνταν από μια τόσο μεγάλη καταστροφή και θα ζάρωναν από τον φόβο τους· εξάλλου, ήθελε να εξηγήσει ότι ικανοποιεί τα παράπονα των συμμάχων, καθόσον Φωκείς και Πλαταιείς κατηγόρησαν τους Θηβαίους.
[11.12]ὑπεξελόμενος δὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ξένους τῶν Μακεδόνων ἅπαντας καὶ τοὺς ἀπὸ Πινδάρου γεγονότας καὶ τοὺς ὑπεναντιωθέντας τοῖς ψηφισαμένοις τὴν ἀπόστασιν, ἀπέδοτο τοὺς ἄλλους, περὶ τρισμυρίους γενομένους· οἱ δ᾽ ἀποθανόντες ὑπὲρ ἑξακισχιλίους ἦσαν.Και αφού εξαίρεσε τους ιερείς και τους φίλους των Μακεδόνων, καθώς και τους απογόνους του Πινδάρου και όσους είχαν εναντιωθεί σε εκείνους που αποφάσισαν την αποστασία, πούλησε όλους τους άλλους, περίπου τριάντα χιλιάδες. Αυτοί που σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης ήταν πάνω από έξι χιλιάδες.
[12.1]Ἐν δὲ τοῖς πολλοῖς πάθεσι καὶ χαλεποῖς ἐκείνοις ἃ τὴν πόλιν κατεῖχε Θρᾷκές τινες ἐκκόψαντες οἰκίαν Τιμοκλείας, γυναικὸς ἐνδόξου καὶ σώφρονος, αὐτοὶ μὲν τὰ χρήματα διήρπαζον, ὁ δ᾽ ἡγεμὼν τῇ γυναικὶ πρὸς βίαν συγγενόμενος καὶ καταισχύνας, ἀνέκρινεν εἴ που χρυσίον ἔχοι κεκρυμμένον ἢ ἀργύριον.Μεταξύ των πολλών συμφορών και δυσκολιών εκείνων που ταλαιπωρούσαν την πόλη, κάποιοι Θράκες χτύπησαν το σπίτι της Τιμοκλείας, φημισμένης και μυαλωμένης γυναίκες. Οι στρατιώτες άρπαζαν την περιουσία της, αλλά ο αρχηγός τους, αφού βίασε και ντρόπιασε τη γυναίκα, τη ρωτούσε αν έχει κάπου κρυμμένο χρυσάφι ή ασήμι.
[12.2]ἡ δ᾽ ἔχειν ὡμολόγησε, καὶ μόνον εἰς τὸν κῆπον ἀγαγοῦσα καὶ δείξασα φρέαρ, ἐνταῦθ᾽ ἔφη τῆς πόλεως ἁλισκομένης καταβαλεῖν αὐτὴ τὰ τιμιώτατα τῶν χρημάτων.Εκείνη παραδέχτηκε ότι είχε και, αφού τον πήγε στον κήπο μόνο του και του έδειξε ένα πηγάδι, εδώ, του είπε, έριξε τα πιο πολύτιμα πράγματά της, όταν κυριευόταν η πόλη.
[12.3]ἐγκύπτοντος δὲ τοῦ Θρᾳκὸς καὶ κατασκεπτομένου τὸν τόπον, ἔωσεν αὐτὸν ἐξόπισθεν γενομένη, καὶ τῶν λίθων ἐπεμβαλοῦσα πολλοὺς ἀπέκτεινεν.Και καθώς ο αρχηγός των Θρακών έσκυψε και κατόπτευε το χώρο, εκείνη, που ήταν πίσω του, τον έσπρωξε και πετώντας πέτρες πολλές τον σκότωσε.
[12.4]ὡς δ᾽ ἀνήχθη πρὸς Ἀλέξανδρον ὑπὸ τῶν Θρᾳκῶν δεδεμένη, πρῶτον μὲν ἀπὸ τῆς ὄψεως καὶ τῆς βαδίσεως ἐφάνη τις ἀξιωματικὴ καὶ μεγαλόφρων, ἀνεκπλήκτως καὶ ἀδεῶς ἑπομένη τοῖς ἄγουσιν·Όταν οδηγήθηκε δεμένη από τους Θράκες στον Αλέξανδρο, από το παρουσιαστικό και το περπάτημά της αρχικά, καθώς ακολουθούσε ατάραχη και χωρίς φόβο αυτούς που την οδηγούσαν, έδωσε την εντύπωση γυναίκας αξιοπρεπούς και αγέρωχης·
[12.5]ἔπειτα τοῦ βασιλέως ἐρωτήσαντος ἥτις εἴη γυναικῶν, ἀπεκρίνατο Θεαγένους ἀδελφὴ γεγονέναι τοῦ παραταξαμένου πρὸς Φίλιππον ὑπὲρ τῆς τῶν Ἑλλήνων ἐλευθερίας καὶ πεσόντος ἐν Χαιρωνείᾳ στρατηγοῦντος.στη συνέχεια, όταν ο βασιλιάς τη ρώτησε ποια ήταν, αποκρίθηκε ότι ήταν αδερφή του Θεαγένη, ο οποίος αντιστάθηκε στον Φίλιππο μαχόμενος για την ελευθερία των Ελλήνων και έπεσε ως στρατηγός στη Χαιρώνεια.
[12.6]θαυμάσας οὖν ὁ Ἀλέξανδρος αὐτῆς καὶ τὴν ἀπόκρισιν καὶ τὴν πρᾶξιν, ἐκέλευσεν ἐλευθέραν ἀπιέναι μετὰ τῶν τέκνων.Ο Αλέξανδρος λοιπόν θαύμασε και την απάντηση και την πράξη της και έδωσε εντολή να φύγει ελεύθερη με τα παιδιά της.
[13.1]Ἀθηναίοις δὲ διηλλάγη, καίπερ οὐ μετρίως ἐνεγκοῦσι τὸ περὶ Θήβας δυστύχημα· καὶ γὰρ τὴν τῶν μυστηρίων ἑορτὴν ἐν χερσὶν ἔχοντες ὑπὸ πένθους ἀφῆκαν, καὶ τοῖς καταφυγοῦσιν ἐπὶ τὴν πόλιν ἁπάντων μετεδίδοσαν τῶν φιλανθρώπων.Με τους Αθηναίους ο Αλέξανδρος ήρθε σε συμβιβασμό, μολονότι έδειξαν να λυπούνται πάρα πολύ για τη συμφορά της Θήβας. Πράγματι, ενώ είχαν αρχίσει τη γιορτή των Ελευσίνιων Μυστηρίων, τη διέκοψαν λόγω πένθους και έδειξαν σε όλο τους το μεγαλείο τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους σε όσους κατέφυγαν στην πόλη τους.
[13.2]ἀλλ᾽ εἴτε μεστὸς ὢν ἤδη τὸν θυμὸν ὥσπερ οἱ λέοντες, εἴτ᾽ ἐπιεικὲς ἔργον ὠμοτάτῳ καὶ σκυθρωποτάτῳ παραβαλεῖν βουλόμενος, οὐ μόνον ἀφῆκεν αἰτίας πάσης, ἀλλὰ καὶ προσέχειν ἐκέλευσε τοῖς πράγμασι τὸν νοῦν τὴν πόλιν, ὡς εἴ τι συμβαίη περὶ αὐτὸν, ἄρξουσαν τῆς Ἑλλάδος.Έτσι, είτε επειδή είχε ήδη κορέσει τον θυμό του, όπως ακριβώς τα λιοντάρια, είτε επειδή επιθυμούσε να παρουσιάσει προς σύγκριση στην πιο ωμή και αποτρόπαιη πράξη του μιαν άλλην μετριοπαθή, όχι μόνο απάλλαξε τους Αθηναίους από κάθε κατηγορία, αλλά και συνέστησε να έχει η Αθήνα στραμμένη την προσοχή της στα πράγματα, γιατί, αν ο ίδιος πάθαινε κάτι, εκείνη θα αναλάμβανε την εξουσία στην Ελλάδα.
[13.3]ὕστερον μέντοι πολλάκις αὐτὸν ἡ Θηβαίων ἀνιᾶσαι συμφορὰ λέγεται καὶ πρᾳότερον οὐκ ὀλίγοις παρασχεῖν.Λένε πως αργότερα η συμφορά των Θηβαίων πολλές φορές του προξένησε λύπη, με αποτέλεσμα να δείξει περισσότερη επιείκεια σε όχι λίγους λαούς.
[13.4]ὅλως δὲ καὶ τὸ περὶ Κλεῖτον ἔργον ἐν οἴνῳ γενόμενον, καὶ τὴν πρὸς Ἰνδοὺς τῶν Μακεδόνων ἀποδειλίασιν, ὥσπερ ἀτελῆ τὴν στρατείαν καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ προεμένων, εἰς μῆνιν ἀνῆγε Διονύσου καὶ νέμεσιν.Γενικά, τον φόνο του Κλείτου πάνω στο μεθύσι, τη δειλία των Μακεδόνων απέναντι στους Ινδούς, που είχαν αφήσει στη μέση την εκστρατεία και μείωσαν τη δόξα του, τα απέδιδε στη μήνη και την εκδίκηση του Διόνυσου.
[13.5]ἦν δὲ Θηβαίων οὐδεὶς τῶν περιγενομένων, ὃς ἐντυχών τι καὶ δεηθεὶς ὕστερον οὐ διεπράξατο παρ᾽ αὐτοῦ. ταῦτα μὲν τὰ περὶ Θήβας.Δεν υπήρχε κανένας από τους διασωθέντες Θηβαίους που να τον συνάντησε αργότερα και να του ζήτησε κάποια χάρη και να μην ικανοποιήθηκε από αυτόν. Αυτά λοιπόν είναι τα σχετικά με τη Θήβα.
[14.1]Εἰς δὲ τὸν Ἰσθμὸν τῶν Ἑλλήνων συλλεγέντων καὶ ψηφισαμένων ἐπὶ Πέρσας μετ᾽ Ἀλεξάνδρου στρατεύειν, ἡγεμὼν ἀνηγορεύθη.Όταν οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στον Ισθμό και ψήφισαν να εκστρατεύσουν εναντίον των Περσών με τον Αλέξανδρο, αναγορεύτηκε αρχηγός τους.
[14.2]πολλῶν δὲ καὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ φιλοσόφων ἀπηντηκότων αὐτῷ καὶ συνηδομένων, ἤλπιζε καὶ Διογένην τὸν Σινωπέα ταὐτὸ ποιήσειν, διατρίβοντα περὶ Κόρινθον.Καθώς πολλοί, και πολιτικοί και φιλόσοφοι, που τον είχαν συναντήσει, του έδιναν συγχαρητήρια, υπολόγιζε πως θα έκανε το ίδιο και ο Διογένης από τη Σινώπη, που ζούσε τότε στα περίχωρα της Κορίνθου.
[14.3]ὡς δ᾽ ἐκεῖνος ἐλάχιστον Ἀλεξάνδρου λόγον ἔχων ἐν τῷ Κρανείῳ σχολὴν ἦγεν, αὐτὸς ἐπορεύετο πρὸς αὐτόν· ἔτυχε δὲ κατακείμενος ἐν ἡλίῳ.Εκείνος όμως ξεκουραζόταν στο Κράνειο, ελάχιστα ενδιαφερόμενος για τον Αλέξανδρο· γι᾽ αυτό πήγε ο ίδιος ο Αλέξανδρος σ᾽ αυτόν, που έτυχε να είναι ξαπλωμένος στον ήλιο.
[14.4]καὶ μικρὸν μὲν ἀνεκάθισεν, ἀνθρώπων τοσούτων ἐπερχομένων, καὶ διέβλεψεν εἰς τὸν Ἀλέξανδρον. ὡς δ᾽ ἐκεῖνος ἀσπασάμενος καὶ προσειπὼν αὐτὸν ἠρώτησεν, εἴ τινος τυγχάνει δεόμενος, «μικρὸν» εἶπεν· «ἀπὸ τοῦ ἡλίου μετάστηθι».Και καθώς τόσοι άνθρωποι έρχονταν προς το μέρος του, ανακάθισε λίγο και κοίταξε προς τον Αλέξανδρο. Και όταν εκείνος μετά τον χαιρετισμό και την προσφώνηση τον ρώτησε αν χρειάζεται κάτι, του είπε: «παραμέρισε λίγο από τον ήλιο».
[14.5]πρὸς τοῦτο λέγεται τὸν Ἀλέξανδρον οὕτω διατεθῆναι καὶ θαυμάσαι καταφρονηθέντα τὴν ὑπεροψίαν καὶ τὸ μέγεθος τοῦ ἀνδρός, ὥστε τῶν περὶ αὐτὸν ὡς ἀπῄεσαν διαγελώντων καὶ σκωπτόντων, «ἀλλὰ μὴν ἐγὼ» εἶπεν «εἰ μὴ Ἀλέξανδρος ἤμην, Διογένης ἂν ἤμην».Λένε πως ο Αλέξανδρος ενοχλήθηκε από αυτό και, μολονότι ένιωσε ταπεινωμένος, θαύμασε την υπερηφάνεια και τη μεγαλοσύνη του άνδρα τόσο πολύ, ώστε, καθώς έφευγαν και οι της ακολουθίας του γελούσαν συνεχώς και κορόιδευαν, είπε: «εγώ, ωστόσο, εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήμουν Διογένης».
[14.6]Βουλόμενος δὲ τῷ θεῷ χρήσασθαι περὶ τῆς στρατείας, ἦλθεν εἰς Δελφούς, καὶ κατὰ τύχην ἡμερῶν ἀποφράδων οὐσῶν, ἐν αἷς οὐ νενόμισται θεμιστεύειν, πρῶτον μὲν ἔπεμπε παρακαλῶν τὴν πρόμαντιν.Θέλοντας να συμβουλευτεί τον θεό για την εκστρατεία, επισκέφτηκε τους Δελφούς. Αλλά κατά τύχη, επειδή εκείνες οι ημέρες ήταν αποφράδες και ήταν καθιερωμένο να μη δίνονται χρησμοί κατά τη διάρκειά τους, έστειλε πρώτα αγγελιαφόρο για να καλέσει την προμάντιδα.
[14.7]ὡς δ᾽ ἀρνουμένης καὶ προϊσχομένης τὸν νόμον αὐτὸς ἀναβὰς βίᾳ πρὸς τὸν ναὸν εἷλκεν αὐτήν, ἡ δ᾽ ὥσπερ ἐξηττημένη τῆς σπουδῆς εἶπεν· «ἀνίκητος εἶ, ὦ παῖ,» τοῦτ᾽ ἀκούσας ὁ Ἀλέξανδρος οὐκέτ᾽ ἔφη χρῄζειν ἑτέρου μαντεύματος, ἀλλ᾽ ἔχειν ὃν ἐβούλετο παρ᾽ αὐτῆς χρησμόν.Καθώς όμως εκείνη αρνιόταν και επικαλούνταν τον νόμο ως δικαιολογία, ανέβηκε ο ίδιος στον ναό και την έσερνε με τη βία· τότε εκείνη, σαν να είχε καταβληθεί από τη βία, είπε: «είσαι ανίκητος, παιδί μου». Σαν άκουσε αυτό ο Αλέξανδρος, είπε ότι δεν χρειαζόταν πια άλλο χρησμό, αλλά ότι είχε από αυτήν τον χρησμό που ήθελε.
[14.8]Ἐπεὶ δ᾽ ὥρμησε πρὸς τὴν στρατείαν, ἄλλα τ᾽ ἐδόκει σημεῖα παρὰ τοῦ δαιμονίου γενέσθαι, καὶ τὸ περὶ Λείβηθρα τοῦ Ὀρφέως ξόανον (ἦν δὲ κυπαρίττινον) ἱδρῶτα πολὺν ὑπὸ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἀφῆκε.Όταν ξεκίνησε για την εκστρατεία, ανάμεσα σε άλλα σημάδια που έκαναν την εμφάνισή τους από τον θεό, ήταν και η μεγάλη εφίδρωση εκείνες τις ημέρες του ξόανου του Ορφέα —ήταν κυπαρισσένιο— στα Λείβηθρα.
[14.9]φοβουμένων δὲ πάντων τὸ σημεῖον, Ἀρίστανδρος ἐκέλευε θαρρεῖν, ὡς ἀοιδίμους καὶ περιβοήτους κατεργασόμενον πράξεις, αἳ πολὺν ἱδρῶτα καὶ πόνον ὑμνοῦσι ποιηταῖς καὶ μουσικοῖς παρέξουσι. Κατάληψη της Μικράς Ασίας.Και ενώ όλοι φοβούνταν με το σημάδι, ο Αρίστανδρος συνιστούσε να έχουν θάρρος, γιατί ο Αλέξανδρος θα κατόρθωνε πράγματα άξια να γίνουν τραγούδια και περιβόητα, τέτοια που θα προκαλέσουν πολύν ιδρώτα και κόπο στους ποιητές και στους μουσικούς που θα τα υμνήσουν.

Μάχη στον Γρανικό ποταμό

[15.1]Τῆς δὲ στρατιᾶς τὸ πλῆθος οἱ μὲν ἐλάχιστον λέγοντες τρισμυρίους πεζοὺς καὶ τετρακισχιλίους ἱππεῖς, οἱ δὲ πλεῖστον πεζοὺς μὲν τετρακισμυρίους καὶ τρισχιλίους, ἱππέας δὲ πεντακισχιλίους ἀναγράφουσιν.Όσο για το σύνολο του στρατεύματος, άλλοι λένε ότι είχε τουλάχιστον τριάντα χιλιάδες πεζούς και τέσσερις χιλιάδες ιππείς, άλλοι αναφέρουν το πολύ σαράντα τρεις χιλιάδες πεζούς και πέντε χιλιάδες ιππείς.
[15.2]ἐφόδιον δὲ τούτοις οὐ πλέον ἑβδομήκοντα ταλάντων ἔχειν αὐτὸν Ἀριστόβουλος ἱστορεῖ, Δοῦρις δὲ τριάκοντα μόνον ἡμερῶν διατροφήν, Ὀνησίκριτος δὲ καὶ διακόσια τάλαντα προσοφείλειν.Εφόδια για αυτές τις δυνάμεις δεν διέθετε περισσότερα από εβδομήντα τάλαντα κατά τον Αριστόβουλο, ενώ σύμφωνα με τον Δούρη είχε τρόφιμα μόνο για τριάντα ημέρες, κατά τον Ονησίκριτο μάλιστα χρωστούσε κιόλας διακόσια τάλαντα.
[15.3]ἀλλὰ καίπερ ἀπὸ μικρῶν καὶ στενῶν οὕτως ὁρμώμενος, οὐ πρότερον ἐπέβη τῆς νεώς, ἢ τὰ τῶν ἑταίρων πράγματα σκεψάμενος ἀπονεῖμαι τῷ μὲν ἀγρόν, τῷ δὲ κώμην, τῷ δὲ συνοικίας πρόσοδον ἢ λιμένος.Αλλά, μολονότι ξεκινούσε με τόσο λίγα και περιορισμένα εφόδια, δεν μπήκε στο πλοίο προηγουμένως, παρά αφού, εξετάζοντας την κατάσταση των συντρόφων του, μοίρασε στον έναν χωράφι, στον άλλον χωριό και σε άλλον τα έσοδα μιας συνοικίας ή ενός λιμανιού.
[15.4]ἤδη δὲ κατανηλωμένων καὶ διαγεγραμμένων σχεδὸν ἁπάντων τῶν βασιλικῶν, ὁ Περδίκκας «σεαυτῷ δ᾽» εἶπεν «ὦ βασιλεῦ τί καταλείπεις;» τοῦ δὲ φήσαντος ὅτι τὰς ἐλπίδας, «οὐκοῦν» ἔφη «καὶ ἡμεῖς τούτων κοινωνήσομεν οἱ μετὰ σοῦ στρατευόμενοι».Είχε ήδη μοιραστεί και καταγραφεί όλη σχεδόν η βασιλική περιουσία, όταν ο Περδίκκας τον ρώτησε: «και για τον εαυτό σου τι αφήνεις, βασιλιά;» Όταν αυτός είπε ότι αφήνει τις ελπίδες, «τότε και εμείς», είπε ο Περδίκκας, «που εκστρατεύουμε μαζί σου, θα πάρουμε ένα μερίδιο από αυτές»
[15.5]παραιτησαμένου δὲ τοῦ Περδίκκου τὴν διαγεγραμμένην κτῆσιν αὐτῷ, καὶ τῶν ἄλλων φίλων ἔνιοι τὸ αὐτὸ ἐποίησαν.Και καθώς παραιτήθηκε ο Περδίκκας από το μερίδιο που είχε προσδιοριστεί σ᾽ αυτόν, έκαναν το ίδιο και ορισμένοι άλλοι από τους φίλους του βασιλιά.
[15.6]τοῖς δὲ λαμβάνουσι καὶ δεομένοις προθύμως ἐχαρίζετο, καὶ τὰ πλεῖστα τῶν ἐν Μακεδονίᾳ διανέμων οὕτως κατηνάλωσε.Σε όσους όμως τα έπαιρναν και τα χρειάζονταν, τα χάριζε πρόθυμα. Μοιράζοντάς τα κατ᾽ αυτόν τον τρόπο, παραχώρησε τα περισσότερα από τα κτήματά του στη Μακεδονία.
[15.7]Τοιαύτῃ μὲν ‹οὖν› ὁρμῇ καὶ παρασκευῇ διανοίας τὸν Ἑλλήσποντον διεπέρασεν. ἀναβὰς δ᾽ εἰς Ἴλιον, ἔθυσε τῇ Ἀθηνᾷ καὶ τοῖς ἥρωσιν ἔσπεισε.Με τέτοια λοιπόν ορμή και με τέτοιους σκοπούς προετοιμασμένος πέρασε ο Αλέξανδρος τον Ελλήσποντο. Και όταν προχώρησε στο εσωτερικό και έφτασε στο Ίλιο, θυσίασε στην Αθηνά και έκανε σπονδές στους ήρωες.
[15.8]τὴν δ᾽ Ἀχιλλέως στήλην ἀλειψάμενος λίπα, καὶ μετὰ τῶν ἑταίρων συναναδραμὼν γυμνὸς ὥσπερ ἔθος ἐστίν, ἐστεφάνωσε, μακαρίσας αὐτὸν ὅτι καὶ ζῶν φίλου πιστοῦ καὶ τελευτήσας μεγάλου κήρυκος ἔτυχεν.Άλειψε με λίπος την επιτύμβια στήλη του Αχιλλέα, έτρεξε γυμνός γύρω από αυτήν μαζί με τους συντρόφους του, όπως είναι το έθιμο, και κατέθεσε στεφάνι μακαρίζοντάς τον που και ζωντανός είχε φίλο πιστό και νεκρός κήρυκα μεγάλο.
[15.9]ἐν δὲ τῷ περιϊέναι καὶ θεᾶσθαι τὰ κατὰ τὴν πόλιν ἐρομένου τινὸς αὐτόν, εἰ βούλεται τὴν Ἀλεξάνδρου λύραν ἰδεῖν, ἐλάχιστα φροντίζειν ἐκείνης ἔφη, τὴν δ᾽ Ἀχιλλέως ζητεῖν, ᾗ τὰ κλέα καὶ τὰς πράξεις ὕμνει τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἐκεῖνος.Καθώς περιηγούνταν την πόλη και παρατηρούσε τα αξιοθέατά της, τον ρώτησε κάποιος αν ήθελε να δει τη λύρα του Αλέξανδρου (:Πάρη). Είπε πως έδινε πολύ λίγη σημασία σ᾽ αυτό· εκείνο που ζητά είναι η λύρα του Αχιλλέα, με την οποία εκείνος υμνούσε τη δόξα και τα κατορθώματα των γενναίων ανδρών.
[16.1]Ἐν δὲ τούτῳ τῶν Δαρείου στρατηγῶν μεγάλην δύναμιν ἡθροικότων καὶ παρατεταγμένων ἐπὶ τῇ διαβάσει τοῦ Γρανικοῦ, μάχεσθαι μὲν ἴσως ἀναγκαῖον ἦν, ὥσπερ ἐν πύλαις τῆς Ἀσίας, περὶ τῆς εἰσόδου καὶ ἀρχῆς·Στο μεταξύ, καθώς οι στρατηγοί του Δαρείου είχαν συγκεντρώσει μεγάλη δύναμη και είχαν παραταχθεί στον πόρο του Γρανικού ποταμού, ίσως ήταν ανάγκη να δώσουν μάχη για την είσοδο και την κυριαρχία, σαν να βρίσκονταν στις πύλες της Ασίας.
[16.2]τοῦ δὲ ποταμοῦ τὸ βάθος καὶ τὴν ἀνωμαλίαν καὶ τραχύτητα τῶν πέραν ὄχθων, πρὸς οὓς ἔδει γίνεσθαι τὴν ἀπόβασιν μετὰ μάχης, τῶν πλείστων δεδιότων, ἐνίων δὲ καὶ τὸ περὶ τὸν μῆνα νενομισμένον οἰομένων δεῖν φυλάξασθαι (Δαισίου γὰρ οὐκ εἰώθεισαν οἱ βασιλεῖς τῶν Μακεδόνων ἐξάγειν τὴν στρατιάν), τοῦτο μὲν ἐπηνωρθώσατο, κελεύσας δεύτερον Ἀρτεμίσιον ἄγειν·Οι περισσότεροι φοβούνταν το βάθος του ποταμού και το ανώμαλο και δύσβατο της απέναντι όχθης, προς τις οποίες έπρεπε να γίνει η απόβαση· ορισμένοι μάλιστα πίστευαν ότι έπρεπε να τηρήσουν και τα καθιερωμένα με τον μήνα — στη διάρκεια του μήνα Δαίσιου οι βασιλείς των Μακεδόνων δεν συνήθιζαν να εκστρατεύουν. Αυτό βέβαια το διόρθωσε, δίνοντας εντολή να τον θεωρήσουν ως δεύτερο Αρτεμίσιο·
[16.3]τοῦ δὲ Παρμενίωνος, ὡς ὀψὲ τῆς ὥρας οὔσης, οὐκ ἐῶντος ἀποκινδυνεύειν, εἰπὼν αἰσχύνεσθαι τὸν Ἑλλήσποντον, εἰ φοβήσεται τὸν Γρανικὸν διαβεβηκὼς ἐκεῖνον, ἐμβάλλει τῷ ῥεύματι σὺν ἴλαις ἱππέων τρισκαίδεκα·επειδή όμως ήταν ήδη αργά, ο Παρμενίων απέτρεπε να ριψοκινδυνεύσουν· ο Αλέξανδρος όμως, λέγοντας ότι ντρέπεται τον Ελλήσποντο, τον οποίο είχε ήδη περάσει, αν θα φοβόταν τον Γρανικό, ορμάει στο ποτάμι με δεκατρείς ίλες ιππικού.
[16.4]καὶ πρὸς ἐναντία βέλη καὶ τόπους ἀπορρῶγας ὅπλοις καταπεφραγμένους καὶ ἵπποις ἐλαύνων, καὶ διὰ ῥεύματος παραφέροντος καὶ περικλύζοντος, ἔδοξε μανικῶς καὶ πρὸς ἀπόνοιαν μᾶλλον ἢ γνώμῃ στρατηγεῖν.Και καθώς προχωρούσε απέναντι σε εχθρικά βέλη και απόκρημνες όχθες, καλυμμένες από πεζούς και ιππείς, μέσα από ορμητικό και απειλητικό ρεύμα, έδωσε την εντύπωση ότι ενεργούσε μάλλον ως μανιακός και ανόητος παρά ως συνετός στρατηγός.
[16.5]οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἐμφὺς τῇ διαβάσει καὶ κρατήσας τῶν τόπων χαλεπῶς καὶ μόλις, ὑγρῶν καὶ περισφαλῶν γενομένων διὰ τὸν πηλόν, εὐθὺς ἠναγκάζετο φύρδην μάχεσθαι καὶ κατ᾽ ἄνδρα συμπλέκεσθαι τοῖς ἐπιφερομένοις, πρὶν εἰς τάξιν τινὰ καταστῆναι τοὺς διαβαίνοντας.Ωστόσο, αφού είχε αποφασίσει να περάσει και με πολλή δυσκολία είχε καταφέρει να κρατηθεί σε περιοχές υγρές και γλιστερές από τη λάσπη, αναγκαζόταν να μάχεται μέσα σε σύγχυση και ο άνδρες να συμπλέκονται ένας προς έναν εναντίον των επιτιθεμένων, πριν προλάβουν να παραταχθούν όσοι περνούσαν το ποτάμι.
[16.6]ἐνέκειντο γὰρ κραυγῇ, καὶ τοὺς ἵππους παραβάλλοντες τοῖς ἵπποις ἐχρῶντο δόρασι καὶ ξίφεσι τῶν δοράτων συντριβέντων.Οι εχθροί ορμούσαν μέσα με κραυγές, χτυπώντας άλογο με άλογο· χρησιμοποιούσαν τα δόρατα και, όταν αυτά συντρίβονταν, τα ξίφη τους.
[16.7]ὠσαμένων δὲ πολλῶν ἐπ᾽ αὐτὸν (ἦν δὲ τῇ πέλτῃ καὶ τοῦ κράνους τῇ χαίτῃ διαπρεπής, ἧς ἑκατέρωθεν εἱστήκει πτερὸν λευκότητι καὶ μεγέθει θαυμαστόν), ἀκοντισθεὶς μὲν ὑπὸ τὴν ὑποπτυχίδα τοῦ θώρακος οὐκ ἐτρώθη,Μολονότι είχαν πέσει πολλοί επάνω του —ξεχώριζε από την ασπίδα και τη χαίτη του κράνους, από τις δυο πλευρές του οποίου υπήρχε υπέροχο για τη λευκότητα και το μέγεθός του φτερό— ωστόσο δεν πληγώθηκε, μολονότι χτυπήθηκε με ακόντιο κάτω από τον θώρακα.
[16.8]Ῥοισάκου δὲ καὶ Σπιθριδάτου τῶν στρατηγῶν προσφερομένων ἅμα, τὸν μὲν ἐκκλίνας, Ῥοισάκῃ δὲ προεμβαλὼν τεθωρακισμένῳ τὸ δόρυ καὶ κατακλάσας, οὕτως ἐπὶ τὸ ἐγχειρίδιον ὥρμησε.Όταν οι στρατηγοί Ροισάκης και Σπιθριδάτης έπεσαν επάνω του ταυτόχρονα, τον έναν τον απέφυγε, αλλά, προτείνοντας στον Ροισάκη το δόρυ του, έσπασε πάνω στον θώρακά του και έτσι τράβηξε το μαχαίρι του.
[16.9]συμπεπτωκότων δ᾽ αὐτῶν, ὁ Σπιθριδάτης ὑποστήσας ἐκ πλαγίων τὸν ἵππον καὶ μετὰ σπουδῆς συνεξαναστάς, κοπίδι βαρβαρικῇ κατήνεγκε,Ενώ αυτοί είχαν συμπλακεί, ο Σπιθριδάτης, στήνοντας το άλογό του σε πλάγια θέση, ανασηκώθηκε με δύναμη και με βαρβαρικό σπαθί του κατάφερε χτύπημα·
[16.10]καὶ τὸν μὲν λόφον ἀπέρραξε μετὰ θατέρου πτεροῦ, τὸ δὲ κράνος πρὸς τὴν πληγὴν ἀκριβῶς καὶ μόλις ἀντέσχεν, ὥστε τῶν πρώτων ψαῦσαι τριχῶν τὴν πτέρυγα τῆς κοπίδος.έκοψε το λοφίο της περικεφαλαίας και το ένα φτερό και η περικεφαλαία μόλις άντεξε το χτύπημα, έτσι που η άκρη του σπαθιού να αγγίξει τις πρώτες τρίχες του κεφαλιού.
[16.11]ἑτέραν δὲ τὸν Σπιθριδάτην πάλιν ἐπαιρόμενον ἔφθασε Κλεῖτος ὁ μέλας τῷ ξυστῷ διελάσας μέσον· ὁμοῦ δὲ καὶ Ῥοισάκης ἔπεσεν, ὑπ᾽ Ἀλεξάνδρου ξίφει πληγείς.Και την ώρα που σηκωνόταν ο Σπιθριδάτης για δεύτερο χτύπημα, πρόλαβε ο Κλείτος ο μαύρος και τον διαπέρασε με τη λόγχη του. Ταυτόχρονα έπεσε νεκρός και ο Ροισάκης, χτυπημένος από το ξίφος του Αλέξανδρου.
[16.12]ἐν τούτῳ δὲ κινδύνου καὶ ἀγῶνος οὔσης τῆς ἱππομαχίας, ἥ τε φάλαγξ διέβαινε τῶν Μακεδόνων, καὶ συνῆγον αἱ πεζαὶ δυνάμεις.Στο μεταξύ, ενώ η ιππομαχία διέτρεχε κίνδυνο και διεξαγόταν με πείσμα, άρχισε να περνάει η Μακεδονική φάλαγγα και να συγκεντρώνονται οι πεζικές δυνάμεις.
[16.13]οὐ μὴν ὑπέστησαν εὐρώστως οὐδὲ πολὺν χρόνον, ἀλλ᾽ ἔφυγον τραπόμενοι πλὴν τῶν μισθοφόρων Ἑλλήνων· οὗτοι δὲ πρός τινι λόφῳ συστάντες, ᾔτουν τὰ πιστὰ τὸν Ἀλέξανδρον.Οι Πέρσες όμως δεν αντιστάθηκαν σθεναρά ούτε και για πολύν χρόνο, αλλά τράπηκαν σε φυγή, εκτός από τους Έλληνες μισθοφόρους· αυτοί συσπειρώθηκαν κοντά σε κάποιον λόφο και ζητούσαν εγγυήσεις από τον Αλέξανδρο.
[16.14]ὁ δὲ θυμῷ μᾶλλον ἢ λογισμῷ πρῶτος ἐμβαλών, τόν θ᾽ ἵππον ἀποβάλλει ξίφει πληγέντα διὰ τῶν πλευρῶν (ἦν δ᾽ ἕτερος, οὐχ ὁ Βουκεφάλας), καὶ τοὺς πλείστους τῶν ἀποθανόντων καὶ τραυματισθέντων ἐκεῖ συνέβη κινδυνεῦσαι καὶ πεσεῖν, πρὸς ἀνθρώπους ἀπεγνωκότας καὶ μαχίμους συμπλεκομένους.Αυτός όμως, ενεργώντας με θυμό μάλλον παρά με σκέψη, επιτέθηκε πρώτος και έχασε το άλογό του, που χτυπήθηκε με ξίφος στα πλευρά — ήταν όμως άλλο άλογο, όχι ο Βουκεφάλας· οι περισσότεροι από αυτούς που σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν συνέβη να κινδυνεύσουν και να πέσουν εκεί, μαχόμενοι με ανθρώπους απεγνωσμένους και ικανούς πολεμιστές.
[16.15]λέγονται δὲ πεζοὶ μὲν δισμύριοι τῶν βαρβάρων, ἱππεῖς δὲ δισχίλιοι πεντακόσιοι πεσεῖν. τῶν δὲ περὶ τὸν Ἀλέξανδρον Ἀριστόβουλός φησι τέσσαρας καὶ τριάκοντα νεκροὺς γενέσθαι τοὺς πάντας, ὧν ἐννέα πεζοὺς εἶναι.Λένε ότι από τη μεριά των βαρβάρων έπεσαν στη μάχη είκοσι χιλιάδες πεζοί και δυόμισι χιλιάδες ιππείς. Από την πλευρά του Αλέξανδρου ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι υπήρξαν συνολικά τριάντα τέσσερις νεκροί, από τους οποίους οι εννέα ήταν πεζοί.
[16.16]τούτων μὲν οὖν ἐκέλευσεν εἰκόνας ἀνασταθῆναι χαλκᾶς, ἃς Λύσιππος εἰργάσατο.Γι᾽ αυτούς διέταξε να στηθούν χάλκινοι ανδριάντες που έφτιαξε ο Λύσιππος.
[16.17]κοινούμενος δὲ τὴν νίκην τοῖς Ἕλλησιν, ἰδίᾳ μὲν τοῖς Ἀθηναίοις ἔπεμψε τῶν αἰχμαλώτων τριακοσίας ἀσπίδας, κοινῇ δὲ τοῖς ἄλλοις λαφύροις ἐκέλευσεν ἐπιγράψαι φιλοτιμοτάτην ἐπιγραφήν·Θέλοντας να κάνει γνωστή τη νίκη του τους στους Έλληνες, έστειλε χωριστά στους Αθηναίους τριακόσιες ασπίδες των αιχμαλώτων και στα άλλα γενικά λάφυρα διέταξε να γράψουν από κοινού τη φιλόδοξη επιγραφή
[16.18]«Ἀλέξανδρος [ὁ] Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων».«ο Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου, και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από τους βαρβάρους που κατοικούν στην Ασία».
[16.19]ἐκπώματα δὲ καὶ πορφύρας καὶ ὅσα τοιαῦτα τῶν Περσικῶν ἔλαβε, πάντα τῇ μητρὶ πλὴν ὀλίγων ἔπεμψεν.Ποτήρια, πορφύρες και όσα τέτοια περσικά αντικείμενα πήρε τα έστειλε όλα, εκτός από λίγα, στη μητέρα του.
[17.1]Οὗτος ὁ ἀγὼν μεγάλην εὐθὺς ἐποίησε τῶν πραγμάτων μεταβολὴν πρὸς Ἀλέξανδρον, ὥστε καὶ Σάρδεις, τὸ πρόσχημα τῆς ἐπὶ θαλάσσῃ τῶν βαρβάρων ἡγεμονίας, παραλαβεῖν καὶ τἆλλα προστίθεσθαι.Αυτή η μάχη άλλαξε αμέσως πάρα πολύ τα πράγματα υπέρ του Αλέξανδρου, ώστε να πάρει και τις Σάρδεις, την προωθημένη θέση για την ηγεμονία των βαρβάρων στη θάλασσα, και να προσθέσει και άλλες πόλεις.
[17.2]μόνη δ᾽ Ἁλικαρνασσὸς ἀντέστη καὶ Μίλητος, ἃς ἑλὼν κατὰ κράτος καὶ τὰ περὶ αὐτὰς πάντα χειρωσάμενος, ἀμφίβολος ἦν πρὸς τὰ λοιπὰ τῇ γνώμῃ.Οι μόνες που αντιστάθηκαν ήταν η Αλικαρνασσός και η Μίλητος, τις οποίες κυρίευσε εξ εφόδου, και όταν υπέταξε όλες τις γύρω περιοχές, βρισκόταν μεταξύ δύο επιλογών.
[17.3]καὶ πολλάκις μὲν ἔσπευδε Δαρείῳ συμπεσὼν ἀποκινδυνεῦσαι περὶ τῶν ὅλων, πολλάκις δὲ τοῖς ἐπὶ θαλάσσῃ πράγμασι καὶ χρήμασι διενοεῖτο πρῶτον οἷον ἐνασκήσας καὶ ῥώσας αὑτόν, οὕτως ἀναβαίνειν ἐπ᾽ ἐκεῖνον.Έτσι, πολλές φορές έσπευδε να συγκρουστεί με τον Δαρείο και να βάλει σε κίνδυνο τα πάντα, ενώ πολλές φορές πάλι σκεφτόταν, αφού πρώτα ασκηθεί και ενισχυθεί με τις παραθαλάσσιες περιοχές και συγκεντρώσει χρήματα, τότε να προχωρήσει προς το εσωτερικό εναντίον εκείνου.
[17.4]Ἔστι δὲ τῆς Λυκίας κρήνη παρὰ τὴν Ξανθίων πόλιν, ἧς τότε λέγουσιν αὐτομάτως περιτραπείσης καὶ ὑπερβαλούσης ἐκ βυθοῦ δέλτον ἐκπεσεῖν χαλκῆν, τύπους ἔχουσαν ἀρχαίων γραμμάτων, ἐν οἷς ἐδηλοῦτο παύσεσθαι τὴν Περσῶν ἀρχὴν ὑφ᾽ Ἑλλήνων καταλυθεῖσαν.Υπάρχει στη Λυκία μια πηγή κοντά στην πόλη Ξάνθο, που λένε ότι τότε άλλαξε ροή από μόνη της και, καθώς ξεχείλισε, έβγαλε από το βάθος της χάλκινη πινακίδα με αρχαία γράμματα, με τα οποία δηλωνόταν ότι θα πάψει η κυριαρχία των Περσών, αφού θα έχει καταλυθεί από τους Έλληνες.
[17.5]τούτοις ἐπαρθείς, ἠπείγετο τὴν παραλίαν ἀνακαθήρασθαι μέχρι τῆς Φοινίκης καὶ Κιλικίας.Επηρεασμένος από αυτά, βιαζόταν να καθαρίσει την παραλιακή ζώνη μέχρι τη Φοινίκη και την Κιλικία.
[17.6]ἡ δὲ τῆς Παμφυλίας παραδρομὴ πολλοῖς γέγονε τῶν ἱστορικῶν ὑπόθεσις γραφικὴ πρὸς ἔκπληξιν καὶ ὄγκον, ὡς θείᾳ τινὶ τύχῃ παραχωρήσασαν Ἀλεξάνδρῳ τὴν θάλασσαν, ἄλλως ἀεὶ τραχεῖαν ἐκ πελάγους προσφερομένην, σπανίως δέ ποτε λεπτοὺς καὶ περιηχεῖς ὑπὸ τὰ κρημνώδη καὶ παρερρωγότα τῆς ὀρεινῆς πάγους διακαλύπτουσαν.Η διέλευση μέσα από την Παμφυλία έγινε για πολλούς ιστορικούς υπόθεση για εκπληκτικά και ογκώδη συγγράμματα, ότι δηλαδή από κάποια θεϊκή παρέμβαση η θάλασσα υποχώρησε στον Αλέξανδρο, ενώ όλο τον άλλο καιρό έρχεται ορμητικά από το πέλαγος και σπάνια κάποτε αποκαλύπτει τους αιχμηρούς και βροντερούς βράχους κάτω από τα απότομα και κομμένα πλευρά των βουνών.
[17.7]δηλοῖ δὲ καὶ Μένανδρος, ἐν κωμῳδίᾳ παίζων πρὸς τὸ παράδοξον· ὡς Ἀλεξανδρῶδες ἤδη τοῦτο· κἂν ζητῶ τινα, αὐτόματος οὗτος παρέσται· κἂν διελθεῖν δηλαδή διὰ θαλάσσης δέῃ τόπον τιν᾽, οὗτος ἔσται μοι βατός.Αυτό δηλώνει και ο Μένανδρος σε μια κωμωδία του, αστειευόμενος με αυτή την παραδοξότητα: Πόσο ταιριάζει αυτό τώρα στον Αλέξανδρο! Και αν ζητώ κάποιον, αυτός θα εμφανιστεί από μόνος του· και να χρειαστεί να περάσω κάποιον τόπο διασχίζοντας τη θάλασσα, αυτός θα γίνει για μένα διαβατός.
[17.8]αὐτὸς δ᾽ Ἀλέξανδρος ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς οὐδὲν τοιοῦτον τερατευσάμενος, ὁδοποιῆσαί φησι τὴν λεγομένην Κλίμακα καὶ διελθεῖν ὁρμήσας ἐκ Φασηλίδος.Ο ίδιος ο Αλέξανδρος όμως δεν αναφέρει στα γράμματά του καμιά τέτοια τερατολογία· απλώς λέει ότι κατασκεύασε οδό, τη λεγόμενη Κλίμακα, και πέρασε μέσα από αυτήν ξεκινώντας από τη Φασιλίδα.
[17.9]διὸ καὶ πλείονας ἡμέρας ἐν τῇ πόλει διέτριψεν· ἐν αἷς καὶ Θεοδέκτου τεθνηκότος (ἦν δὲ Φασηλίτης) ἰδὼν εἰκόνα [ἀνα]κειμένην ἐν ἀγορᾷ, μετὰ δεῖπνον ἐπεκώμασε μεθύων καὶ τῶν στεφάνων ἐπέρριψε πολλούς, οὐκ ἄχαριν ἀποδιδοὺς ἐν παιδιᾷ τιμὴν τῇ γενομένῃ δι᾽ Ἀριστοτέλην καὶ φιλοσοφίαν ὁμιλίᾳ πρὸς τὸν ἄνδρα.Γι᾽ αυτό είχε μείνει στην πόλη περισσότερες ημέρες. Σε αυτές τις ημέρες, βλέποντας στην αγορά το άγαλμα του νεκρού Θεοδέκτη, που ήταν από τη Φασιλίδα, μετά το δείπνο, μεθυσμένος και ευρισκόμενος σε ευθυμία, του έριξε πολλά στεφάνια. Έτσι, διασκεδάζοντας απέδωσε σ᾽ αυτόν μια όχι άχαρη τιμή λόγω της γνωριμίας του με τον άνδρα μέσω του Αριστοτέλη και της φιλοσοφίας.
[18.1]Μετὰ ταῦτα Πισιδῶν τε τοὺς ἀντιστάντας ᾕρει καὶ Φρυγίαν ἐχειροῦτο·Ύστερα από αυτά νίκησε όσους από του Πισίδες αντιστάθηκαν και υπέταξε τη Φρυγία.
[18.2]καὶ Γόρδιον πόλιν, ἑστίαν Μίδου τοῦ παλαιοῦ γενέσθαι λεγομένην, παραλαβών, τὴν θρυλουμένην ἅμαξαν εἶδε, φλοιῷ κρανείας ἐνδεδεμένην, καὶ λόγον ἐπ᾽ αὐτῇ πιστευόμενον ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἤκουσεν, ὡς τῷ λύσαντι τὸν δεσμὸν εἵμαρται βασιλεῖ γενέσθαι τῆς οἰκουμένης.Και αφού κυρίευσε την πόλη Γόρδιο, που λέγεται ότι ήταν η πατρίδα του αρχαίου Μίδα, είδε την ξακουστή άμαξα, που ήταν δεμένη με φλοιό κρανιάς, και άκουσε γι᾽ αυτήν κάτι που πίστευαν οι βάρβαροι, πως, όποιος θα έλυνε τον κόμπο, ήταν γραφτό να γίνει βασιλιάς της οικουμένης.
[18.3]οἱ μὲν οὖν πολλοί φασι, τῶν δεσμῶν τυφλὰς ἐχόντων τὰς ἀρχὰς καὶ δι᾽ ἀλλήλων πολλάκις σκολιοῖς ἑλιγμοῖς ὑποφερομένων, τὸν Ἀλέξανδρον ἀμηχανοῦντα λῦσαι, διατεμεῖν τῇ μαχαίρᾳ τὸ σύναμμα, καὶ πολλὰς ἐξ αὐτοῦ κοπέντος ἀρχὰς φανῆναι.Οι περισσότεροι λοιπόν λένε ότι, επειδή οι κόμποι είχαν κρυμμένη την αρχή τους και ήταν μπερδεμένοι στο βάθος πολλές φορές μεταξύ τους με δύσκολες θηλιές, ο Αλέξανδρος, αδυνατώντας να τους λύσει, τους έκοψε με το μαχαίρι· έτσι με το κόψιμο αποκαλύφτηκαν πολλές άκρες του.
[18.4]Ἀριστόβουλος δὲ καὶ πάνυ λέγει ῥᾳδίαν αὐτῷ γενέσθαι τὴν λύσιν, ἐξελόντι τοῦ ῥυμοῦ τὸν ἕστορα καλούμενον, ᾧ συνείχετο τὸ ζυγόδεσμον, εἶθ᾽ οὕτως ὑφελκύσαντι τὸν ζυγόν.Ο Αριστόβουλος όμως λέει ότι για τον Αλέξανδρο ήταν πολύ εύκολο το λύσιμο του Γόρδιου δεσμού, γιατί έβγαλε από το τιμόνι τον καλούμενο «έστορα» (:πάσσαλο), με τον οποίο συγκρατιόταν ο κόμπος και, τραβώντας το από κάτω, έλυσε τον ζυγό.
[18.5]Ἐντεῦθεν Παφλαγόνας τε καὶ Καππαδόκας προσαγαγόμενος, καὶ τὴν Μέμνονος ἀκούσας τελευτήν, ὃς τῶν ἐπὶ θαλάττῃ Δαρείου στρατηγῶν ἐπίδοξος ἦν Ἀλεξάνδρῳ πολλὰ πράγματα καὶ μυρίας ἀντιλήψεις καὶ ἀσχολίας παρέξειν, ἐπερρώσθη πρὸς τὴν ἄνω στρατείαν μᾶλλον.Από εκεί παίρνοντας με το μέρος του τους Παφλαγόνες και τους Καππαδόκες και, μαθαίνοντας τον θάνατο του Μέμνονα, ενός από τους στρατηγούς του Δαρείου στις παραθαλάσσιες περιοχές που θα δημιουργούσε στον Αλέξανδρο πολλά προβλήματα και μύριες αντιπαραθέσεις και καθυστερήσεις, πήρε ακόμη περισσότερο θάρρος για την προέλασή του στο εσωτερικό της Ασίας.
[18.6]Ἤδη δὲ καὶ Δαρεῖος ἐκ Σούσων κατέβαινεν, ἐπαιρόμενός τε τῷ πλήθει τῆς δυνάμεως (ἑξήκοντα γὰρ ἦγε μυριάδας στρατοῦ), καί τινος ὀνείρου θαρρύνοντος αὐτόν, ὃν οἱ μάγοι πρὸς χάριν ἐξηγοῦντο μᾶλλον ἢ κατὰ τὸ εἰκός.Ήδη κατέβαινε από τα Σούσα και ο Δαρείος όλος περηφάνια για το πλήθος του στρατού του —οδηγούσε στράτευμα εξακοσίων χιλιάδων ανδρών— και ενθαρρυμένος από ένα όνειρο, που οι μάγοι το εξηγούσαν περισσότερο για να τον ευχαριστήσουν παρά σύμφωνα με τις πιθανότητες.
[18.7]ἔδοξε γὰρ πυρὶ νέμεσθαι πολλῷ τὴν Μακεδόνων φάλαγγα, τὸν δ᾽ Ἀλέξανδρον ἔχοντα στολήν, ἣν αὐτὸς ἐφόρει πρότερον ἀστάνδης ὢν βασιλέως, ὑπηρετεῖν αὐτῷ· παρελθόντα δ᾽ εἰς τὸ τοῦ Βήλου τέμενος, ἀφανῆ γενέσθαι.Του φάνηκε δηλαδή πως είδε ότι η Μακεδονική φάλαγγα καιγόταν από μεγάλη φωτιά και ο Αλέξανδρος με στολή που φορούσε προηγουμένως ο ίδιος, ως ταχυδρόμος του βασιλιά, τον υπηρετούσε· και, πηγαίνοντας στο τέμενος του Βήλου, εξαφανίστηκε.
[18.8]διὰ τούτων ὡς ἔοικεν ὑπεδηλοῦτο παρὰ τοῦ θεοῦ λαμπρὰ μὲν γενήσεσθαι καὶ περιφανῆ τὰ τῶν Μακεδόνων, Ἀλέξανδρον δὲ τῆς μὲν Ἀσίας κρατήσειν, ὥσπερ ἐκράτησε Δαρεῖος, ἐξ ἀστάνδου βασιλεὺς γενόμενος, ταχὺ δὲ σὺν δόξῃ τὸν βίον ἀπολείψειν.Με αυτά υποδηλωνόταν, όπως φαίνεται, από τον θεό ότι τα πράγματα των Μακεδόνων θα εξελισσόταν με λαμπρότητα και σαφήνεια και ότι ο Αλέξανδρος θα γινόταν κύριος της Ασίας, όπως ακριβώς είχε κυριαρχήσει ο Δαρείος, που από ταχυδρόμος είχε γίνει βασιλιάς, αλλά ότι γρήγορα με δόξα θα άφηνε τη ζωή του.

Μάχη στην Ισσό. Κατάληψη της Συρίας και της Αιγύπτου

[19.1]Ἔτι δὲ μᾶλλον ἐθάρρησε καταγνοὺς δειλίαν Ἀλεξάνδρου, πολὺν χρόνον ἐν Κιλικίᾳ διατρίψαντος.Ο Δαρείος ενθαρρύνθηκε ακόμη περισσότερο, επειδή καταλόγισε δειλία στον Αλέξανδρο για την επί πολύν χρόνο καθυστέρησή του στην Κιλικία.
[19.2]ἦν δ᾽ ἡ διατριβὴ διὰ νόσον, ἣν οἱ μὲν ἐκ κόπων, οἱ δ᾽ ἐν τῷ τοῦ Κύδνου ῥεύματι λουσαμένῳ ‹καὶ› καταπαγέντι προσπεσεῖν λέγουσι.Η καθυστέρηση όμως αυτή οφειλόταν σε αρρώστια, για την οποία άλλοι λένε ότι προήλθε από κούραση, άλλοι πάλι ότι προσβλήθηκε επειδή λούστηκε στα παγωμένα νερά του Κύδνου.
[19.3]τῶν μὲν οὖν ἄλλων ἰατρῶν οὐδεὶς ἐθάρρει βοηθεῖν, ἀλλὰ τὸν κίνδυνον οἰόμενοι πάσης ἰσχυρότερον εἶναι βοηθείας, ἐφοβοῦντο τὴν ἐκ τοῦ σφαλῆναι διαβολὴν πρὸς τοὺς Μακεδόνας·Κανένας γενικά γιατρός δεν τολμούσε να του προσφέρει βοήθεια, αλλά νομίζοντας ότι ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος από κάθε παροχή βοήθειας, φοβούνταν μήπως, αν αποτύχαιναν, κατηγορούνταν από τους Μακεδόνες.
[19.4]Φίλιππος δ᾽ ὁ Ἀκαρνὰν μοχθηρὰ μὲν ἑώρα τὰ περὶ αὐτὸν ὄντα, τῇ δὲ φιλίᾳ πιστεύων, καὶ δεινὸν ἡγούμενος εἰ κινδυνεύοντι μὴ συγκινδυνεύσει, μέχρι τῆς ἐσχάτης πείρας βοηθῶν καὶ παραβαλλόμενος, ἐπεχείρησε φαρμακείᾳ καὶ συνέπεισεν αὐτὸν ὑπομεῖναι καὶ πιεῖν, σπεύδοντα ῥωσθῆναι πρὸς τὸν πόλεμον.Ο Φίλιππος όμως ο Ακαρνάνας έβλεπε ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν άσχημη· έτσι, βασιζόμενος στη φιλία του με τον Αλέξανδρο και θεωρώντας απαράδεκτο εάν δεν συμμεριζόταν τον κίνδυνο με τον Αλέξανδρο βοηθώντας τον με όλες τις γνώσεις του και στέκοντας στο πλευρό του, ετοίμασε φάρμακο και, καθώς εκείνος βιαζόταν να γίνει καλά για τον πόλεμο, κατόρθωσε να τον πείσει να το ανεχθεί και να το πιει.
[19.5]ἐν τούτῳ δὲ Παρμενίων ἔπεμψεν ἐπιστολὴν ἀπὸ στρατοπέδου, διακελευόμενος αὐτῷ φυλάξασθαι τὸν Φίλιππον, ὡς ὑπὸ Δαρείου πεπεισμένον ἐπὶ δωρεαῖς μεγάλαις καὶ γάμῳ θυγατρὸς ἀνελεῖν Ἀλέξανδρον. ὁ δὲ τὴν ἐπιστολὴν ἀναγνοὺς καὶ μηδενὶ δείξας τῶν φίλων ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον ὑπέθηκεν.Στο μεταξύ, του έστειλε γράμμα ο Παρμενίων από το στρατόπεδο, συνιστώντας του να προφυλαχθεί από τον Φίλιππο, επειδή τάχα είχε εξαγοραστεί από τον Δαρείο να σκοτώσει τον Αλέξανδρο, με αντάλλαγμα μεγάλες δωρεές και γάμο με την κόρη του. Ο βασιλιάς, αφού διάβασε το γράμμα, το έβαλε κάτω από το μαξιλάρι του χωρίς να το δείξει σε κανέναν από τους φίλους του.
[19.6]ὡς δὲ τοῦ καιροῦ παρόντος εἰσῆλθε μετὰ τῶν ἑταίρων ὁ Φίλιππος, τὸ φάρμακον ἐν κύλικι κομίζων, ἐκείνῳ μὲν ἐπέδωκε τὴν ἐπιστολήν, αὐτὸς δὲ τὸ φάρμακον ἐδέξατο προθύμως καὶ ἀνυπόπτως,Και όταν ήρθε η στιγμή και μπήκε μέσα με τους φίλους του βασιλιά ο Φίλιππος, φέρνοντας το φάρμακο μέσα σε μια κύλικα, ο Αλέξανδρος του έδωσε το γράμμα, ενώ ο ίδιος πήρε το φάρμακο χωρίς κανένα δισταγμό και καμιάν υποψία.
[19.7]ὥστε θαυμαστὴν καὶ θεατρικὴν τὴν ὄψιν εἶναι, τοῦ μὲν ἀναγινώσκοντος, τοῦ δὲ πίνοντος, εἶθ᾽ ἅμα πρὸς ἀλλήλους ἀποβλεπόντων οὐχ ὁμοίως, ἀλλὰ τοῦ μὲν Ἀλεξάνδρου φαιδρῷ τῷ προσώπῳ καὶ διακεχυμένῳ τὴν πρὸς τὸν Φίλιππον εὐμένειαν καὶ πίστιν ἀποφαίνοντος,Το αποτέλεσμα ήταν να παρουσιαστεί ένα θέαμα παράξενο σαν σε θέατρο, ο ένας να διαβάζει και ο άλλος να πίνει. Έπειτα αλληλοκοιτάχτηκαν, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο· ο Αλέξανδρος με πρόσωπο χαρούμενο που έδειχνε προς όλους την εύνοια και εμπιστοσύνη του προς τον Φίλιππο,
[19.8]ἐκείνου δὲ πρὸς τὴν διαβολὴν ἐξισταμένου, καὶ ποτὲ μὲν θεοκλυτοῦντος καὶ πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀνατείνοντος τὰς χεῖρας, ποτὲ δὲ τῇ κλίνῃ περιπίπτοντος καὶ παρακαλοῦντος τὸν Ἀλέξανδρον εὐθυμεῖν καὶ προσέχειν αὐτῷ.εκείνος ξαφνιασμένος από τη συκοφαντία και τη μια επικαλούμενος τους θεούς και σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό, την άλλη πέφτοντας στο κρεβάτι και ζητώντας από τον Αλέξανδρο να διατηρήσει την καλή του διάθεση και να στηρίζεται σ᾽ αυτόν.
[19.9]τὸ γὰρ φάρμακον ἐν ἀρχῇ κρατῆσαν τοῦ σώματος οἷον ἀπέωσε καὶ κατέδυσεν εἰς βάθος τὴν δύναμιν, ὥστε καὶ φωνὴν ἐπιλιπεῖν καὶ τὰ περὶ τὴν αἴσθησιν ἀσαφῆ καὶ μικρὰ κομιδῇ γενέσθαι, λιποθυμίας ἐπιπεσούσης.Γιατί στην αρχή το φάρμακο επέδρασε δυνατά στο σώμα, σαν να ώθησε μακριά και έσβησε εντελώς τη δύναμή του, ώστε να χαθεί η φωνή του και οι αισθήσεις του γενικά να μη λειτουργούν, αφού λιποθύμησε.
[19.10]οὐ μὴν ἀλλὰ ταχέως ἀναληφθεὶς ὑπὸ τοῦ Φιλίππου καὶ ῥαΐσας, αὑτὸν ἐπέδειξε τοῖς Μακεδόσιν· οὐ γὰρ ἐπαύοντο πρὶν ἰδεῖν τὸν Ἀλέξανδρον ἀθυμοῦντες.Αλλά με τη βοήθεια του Φιλίππου συνήλθε γρήγορα και, αφού έγινε καλά, παρουσιάστηκε στους Μακεδόνες, οι οποίοι δεν έπαυσαν να ανησυχούν πριν να τον δουν.
[20.1]Ἦν δέ τις ἐν τῷ Δαρείου στρατῷ πεφευγὼς ἐκ Μακεδονίας ἀνὴρ Μακεδών, Ἀμύντας, οὐκ ἄπειρος τῆς Ἀλεξάνδρου φύσεως.Στον στρατό του Δαρείου ήταν κάποιος εξόριστος Μακεδόνας, ο Αμύντας, που γνώριζε την ιδιοσυγκρασία του Αλέξανδρου.
[20.2]οὗτος ὡρμημένον ἰδὼν Δαρεῖον εἴσω τῶν στενῶν βαδίζειν ἐπ᾽ Ἀλέξανδρον, ἐδεῖτο κατὰ χώραν ὑπομένειν ἐν πλάτος ἔχουσι πεδίοις καὶ ἀναπεπταμένοις, πρὸς ἐλάττονας πλήθει τοσούτῳ διαμαχούμενον.Αυτός, όταν είδε ότι ο Δαρείος ήταν αποφασισμένος να βαδίσει εναντίον του Αλέξανδρου μέσα από τα στενά, τον παρακαλούσε να μείνει στις θέσεις του και να δώσει αποφασιστική μάχη σε πεδιάδες πλατιές και ανοιχτές με την πολυπληθή δύναμή του εναντίον μικρότερου αριθμού εχθρών.
[20.3]ἀποκριναμένου δὲ Δαρείου δεδιέναι μὴ φθάσωσιν αὐτὸν ἀποδράντες οἱ πολέμιοι καὶ διαφυγὼν Ἀλέξανδρος, «ἀλλὰ τούτου γ᾽» εἶπεν «ὦ βασιλεῦ, χάριν θάρρει· βαδιεῖται γὰρ ἐκεῖνος ἐπὶ σέ, καὶ σχεδὸν ἤδη βαδίζει».Όταν ο Δαρείος τού απάντησε πως φοβόταν μήπως του ξεφύγουν οι εχθροί και γλιτώσει ο Αλέξανδρος, του είπε: «Γι᾽ αυτό τουλάχιστον, βασιλιά, μην ανησυχείς, γιατί θα βαδίσει εκείνος εναντίον σου και αυτή τη στιγμή ίσως βαδίζει».
[20.4]ταῦτα λέγων Ἀμύντας οὐκ ἔπειθεν, ἀλλ᾽ ἀναστὰς ἐπορεύετο Δαρεῖος εἰς Κιλικίαν, ἅμα δ᾽ Ἀλέξανδρος εἰς Συρίαν ἐπ᾽ ἐκεῖνον.Ο Αμύντας δεν τον έπειθε με αυτά που έλεγε· έτσι ο Δαρείος ξεκίνησε και προχωρούσε μέσα στο έδαφος της Κιλικίας· συγχρόνως όμως και ο Αλέξανδρος προχωρούσε στη Συρία εναντίον του.
[20.5]ἐν δὲ τῇ νυκτὶ διαμαρτόντες ἀλλήλων, αὖθις ἀνέστρεφον, Ἀλέξανδρος μὲν ἡδόμενός τε τῇ συντυχίᾳ καὶ σπεύδων ἀπαντῆσαι περὶ τὰ στενά, Δαρεῖος δὲ τὴν προτέραν ἀναλαβεῖν στρατοπεδείαν καὶ τῶν στενῶν ἐξελίξαι τὴν δύναμιν.Κατά τη νύχτα αυτή δεν συνάντησαν ο ένας τον άλλον και γύρισαν πίσω, ο Αλέξανδρος ευχαριστημένος με την ευνοϊκή γι᾽ αυτόν σύμπτωση και σπεύδοντας να τον συναντήσει στα στενά, ο Δαρείος να φτάσει στις προηγούμενες θέσεις του στρατοπέδου, να πάρει από εκεί τη δύναμη και να τη βγάλει από τα στενά.
[20.6]ἤδη γὰρ ἐγνώκει παρὰ τὸ συμφέρον ἐμβεβληκὼς ἑαυτὸν εἰς χωρία θαλάττῃ καὶ ὄρεσι καὶ ποταμῷ διὰ μέσου ῥέοντι τῷ Πινάρῳ δύσιππα καὶ διεσπασμένα πολλαχοῦ καὶ πρὸς τῆς ὀλιγότητος τῶν πολεμίων ἔχοντα τὴν θέσιν.Γιατί ήδη είχε αντιληφθεί ότι είχε προχωρήσει, αντίθετα προς το συμφέρον του, σε μέρη ακατάλληλα για το ιππικό του λόγω της θάλασσας, των βουνών και του Πινάρου ποταμού, που κυλάει ανάμεσά τους, περιοχές που είναι χωρισμένες σε πολλά σημεία και είναι κατάλληλες για εχθρούς που είναι ολιγάριθμοι.
[20.7]Ἀλεξάνδρῳ δὲ τὸν μὲν τόπον ἡ τύχη παρέσχεν, ἐστρατήγησε δὲ τῶν ἀπὸ τῆς τύχης ὑπαρχόντων πρὸς τὸ νικῆσαι βέλτιον,Η τύχη πρόσφερε στον Αλέξανδρο τον κατάλληλο τόπο· καλύτερα όμως από την προσφορά της τύχης, όσον αφορά στη νίκη, συνετέλεσε η στρατηγική του ικανότητα,
[20.8]ὅς γε τοσούτῳ πλήθει τῶν βαρβάρων λειπόμενος, ἐκείνοις μὲν οὐ παρέσχε κύκλωσιν, αὐτὸς δὲ τῷ δεξιῷ τὸ εὐώνυμον ὑπερβαλὼν καὶ γενόμενος κατὰ κέρας, φυγὴν ἐποίησε τῶν καθ᾽ αὑτὸν βαρβάρων, ἐν πρώτοις ἀγωνιζόμενος, ὥστε τρωθῆναι ξίφει τὸν μηρόν, ὡς μὲν Χάρης φησίν ὑπὸ Δαρείου (συμπεσεῖν γὰρ αὐτοὺς εἰς χεῖρας)·γιατί, αν και υστερούσε σε σχέση με τους βαρβάρους τόσο πολύ ως προς την αριθμητική δύναμη, δεν έδωσε σε εκείνους τη δυνατότητα να τον κυκλώσουν· απεναντίας, ο ίδιος με το δεξιό άκρο της παράταξής του, υπερφαλαγγίζοντας το αριστερό του εχθρού και ευρισκόμενος στα πλάγια, έτρεψε σε φυγή τους απέναντί του βαρβάρους μαχόμενος μεταξύ των πρώτων, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στον μηρό από τον Δαρείο, όπως λέει ο Χάρης — γιατί είχαν συγκρουστεί μεταξύ τους.
[20.9]Ἀλέξανδρος δὲ περὶ τῆς μάχης ἐπιστέλλων τοῖς περὶ τὸν Ἀντίπατρον οὐκ εἴρηκεν ὅστις ἦν ὁ τρώσας, ὅτι δὲ τρωθείη τὸν μηρὸν ἐγχειριδίῳ, δυσχερὲς δ᾽ οὐδὲν ἀπὸ τοῦ τραύματος συμβαίη, γέγραφε.Ο Αλέξανδρος όμως, γράφοντας στον Αντίπατρο για τη μάχη, δεν είχε πει ποιος ήταν αυτός που τον τραυμάτισε· απλώς είχε γράψει ότι χτυπήθηκε στον μηρό με σπαθί, αλλά από το τραύμα δεν προέκυψε τίποτε το σοβαρό.
[20.10]νικήσας δὲ λαμπρῶς καὶ καταβαλὼν ὑπὲρ ἕνδεκα μυριάδας τῶν πολεμίων, Δαρεῖον μὲν οὐχ εἷλε, τέτταρας σταδίους ἢ πέντε προλαβόντα τῇ φυγῇ, τὸ δ᾽ ἅρμα καὶ τὸ τόξον αὐτοῦ λαβὼν ἐπανῆλθε·Παρόλο όμως που πέτυχε νίκη λαμπρή και κατατρόπωσε εκατόν δέκα χιλιάδες εχθρούς, δεν συνέλαβε τον Δαρείο, γιατί είχε προλάβει να απομακρυνθεί τέσσερα ή πέντε στάδια, πήρε όμως το άρμα και το τόξο του και επέστρεψε.
[20.11]καὶ κατέλαβε τοὺς Μακεδόνας τὸν μὲν ἄλλον πλοῦτον ἐκ τοῦ βαρβαρικοῦ στρατοπέδου φέροντας καὶ ἄγοντας, ὑπερβάλλοντα πλήθει, καίπερ εὐζώνων πρὸς τὴν μάχην παραγενομένων καὶ τὰ πλεῖστα τῆς ἀποσκευῆς ἐν Δαμασκῷ καταλιπόντων, τὴν δὲ Δαρείου σκηνὴν ἐξῃρηκότας ἐκείνῳ, θεραπείας τε λαμπρᾶς καὶ παρασκευῆς καὶ χρημάτων πολλῶν γέμουσαν.Βρήκε τους Μακεδόνες να λεηλατούν τον πλούτο του βαρβαρικού στρατοπέδου, που ήταν υπερβολικά πολύς, μόλο που είχαν πάρει μέρος στη μάχη όντας ελαφρά οπλισμένοι και είχαν αφήσει τις περισσότερες αποσκευές τους στη Δαμασκό. Τη σκηνή όμως του Δαρείου την είχαν εξαιρέσει για εκείνον, καθώς ήταν γεμάτη με λαμπρούς υπηρέτες, έπιπλα και πολλούς θησαυρούς.
[20.12]εὐθὺς οὖν ἀποδυσάμενος τὰ ὅπλα πρὸς τὸ λουτρὸν ἐβάδιζεν εἰπών· «ἴωμεν ἀπολουσόμενοι τὸν ἀπὸ τῆς μάχης ἱδρῶτα τῷ Δαρείου λουτρῷ». καί τις τῶν ἑταίρων «μὰ τὸν Δία» εἶπεν, «ἀλλὰ τῷ Ἀλεξάνδρου· τὰ γὰρ τῶν ἡττωμένων εἶναί τε δεῖ καὶ προσαγορεύεσθαι τοῦ κρατοῦντος».Έβγαλε αμέσως την πολεμική στολή και, κατευθυνόμενος προς το λουτρό, είπε: «Ας πάμε στο λουτρό του Δαρείου για να ξεπλύνουμε τον ιδρώτα από τη μάχη». Τότε κάποιος από τους φίλους του είπε: «μα τον Δία, στο λουτρό του Αλέξανδρου· γιατί τα πράγματα των ηττημένων πρέπει να ανήκουν στον νικητή και να ονομάζονται του νικητή».
[20.13]ὡς δ᾽ εἶδε μὲν ὅλκια καὶ κρωσσοὺς καὶ πυέλους καὶ ἀλαβάστρους, πάντα χρυσοῦ, ‹δι›ησκημένα περιττῶς, ὠδώδει δὲ θεσπέσιον οἷον ὑπ᾽ ἀρωμάτων καὶ μύρων ὁ οἶκος, ἐκ δὲ τούτου παρῆλθεν εἰς σκηνὴν ὕψει τε καὶ μεγέθει καὶ τῷ περὶ τὴν στρωμνὴν καὶ ‹τὰς› τραπέζας καὶ τὸ δεῖπνον αὐτὸ κόσμῳ θαύματος ἀξίαν, διαβλέψας πρὸς τοὺς ἑταίρους, «τοῦτ᾽ ἦν ὡς ἔοικεν» ἔφη «τὸ βασιλεύειν».Είδε λεκάνες και υδρίες και λουτήρες και μυροδοχεία, όλα από χρυσό και καλοδουλεμένα, και τον χώρο να μυρίζει θεσπέσια από αρώματα και μύρα· στη συνέχεια μπήκε στη σκηνή, που άξιζε να τη θαυμάσει κανείς τόσο για το ύψος όσο και το μέγεθός της αλλά και για τα στρώματα και τα τραπέζια και όσα κοσμούσαν το δείπνο· τότε κοίταξε τους φίλους του και είπε: «αυτό ήταν, καθώς φαίνεται, το να είσαι βασιλιάς».
[21.1]Τρεπομένῳ δὲ πρὸς τὸ δεῖπνον αὐτῷ φράζει τις ἐν τοῖς αἰχμαλώτοις ἀγομένας μητέρα καὶ γυναῖκα Δαρείου καὶ θυγατέρας δύο παρθένους ἰδούσας τὸ ἅρμα καὶ τὰ τόξα κόπτεσθαι καὶ θρηνεῖν, ὡς ἀπολωλότος ἐκείνου.Την ώρα που ο Αλέξανδρος πήγαινε για το δείπνο, του είπε κάποιος ότι μεταξύ των αιχμαλώτων ήταν η μητέρα, η γυναίκα και δυο ανύπαντρες κόρες του Δαρείου, που, όταν είδαν το άρμα και τα τόξα, χτυπούσαν το στήθος και θρηνούσαν, με την ιδέα ότι εκείνος είχε σκοτωθεί.
[21.2]συχνὸν οὖν ἐπισχὼν χρόνον Ἀλέξανδρος, καὶ ταῖς ἐκείνων τύχαις μᾶλλον ἢ ταῖς ἑαυτοῦ συμπαθὴς γενόμενος, πέμπει Λεοννάτον, ἀπαγγεῖλαι κελεύσας ὡς οὔτε Δαρεῖος τέθνηκεν οὔτ᾽ Ἀλέξανδρον δεδιέναι χρή· Δαρείῳ γὰρ ὑπὲρ ἡγεμονίας πολεμεῖν, ἐκείναις δὲ πάνθ᾽ ὑπάρξειν ὧν καὶ Δαρείου βασιλεύοντος ἠξιοῦντο.Ο Αλέξανδρος λοιπόν, μένοντας σιωπηλός για αρκετή ώρα, λυπημένος πιο πολύ για την τύχη εκείνων παρά χαρούμενος για τη δική του, έστειλε τον Λεοννάτο με τη διαταγή να τους αναγγείλει ότι ούτε ο Δαρείος έχει σκοτωθεί ούτε αυτές πρέπει να φοβούνται τον Αλέξανδρο, γιατί αυτός πολεμά εναντίον του Δαρείου για την ηγεμονία, ενώ εκείνες θα έχουν τα πάντα για τα οποία θεωρούνταν άξιες όσο ήταν βασιλιάς ο Δαρείος.
[21.3]τοῦ δὲ λόγου ταῖς γυναιξὶν ἡμέρου καὶ χρηστοῦ φανέντος, ἔτι μᾶλλον τὰ τῶν ἔργων ἀπήντα φιλάνθρωπα.Τα λόγια αυτά του Αλέξανδρου φάνηκαν στις γυναίκες ευγενικά και καλά· αλλά ακόμη περισσότερο οι φιλάνθρωπες πράξεις του.
[21.4]θάψαι γὰρ ὅσους ἐβούλοντο Περσῶν ἔδωκεν, ἐσθῆτι καὶ κόσμῳ χρησαμέναις ἐκ τῶν λαφύρων, θεραπείας τε καὶ τιμῆς ἣν εἶχον οὐδ᾽ ὁτιοῦν ἀφεῖλε, συντάξεις δὲ καὶ μείζονας ἐκαρποῦντο τῶν προτέρων.Γιατί επέτρεψε σ᾽ αυτές να θάψουν όσους Πέρσες ήθελαν, κάνοντας χρήση ενδυμάτων και κτερισμάτων από τα λάφυρα· από τις ίδιες δεν αφαίρεσε το παραμικρό από τις περιποιήσεις και τις τιμές που είχαν, έπαιρναν μάλιστα πιο μεγάλες επιχορηγήσεις από όσες προηγουμένως.
[21.5]ἡ δὲ καλλίστη καὶ βασιλικωτάτη χάρις ἦν παρ᾽ αὐτοῦ γυναιξὶ γενναίαις καὶ σώφροσι γενομέναις αἰχμαλώτοις μήτ᾽ ἀκοῦσαι τι μήθ᾽ ὑπονοῆσαι μήτε προσδοκῆσαι τῶν αἰσχρῶν, ἀλλ᾽ ὥσπερ οὐκ ἐν στρατοπέδῳ πολεμίων, ἀλλ᾽ ἐν ἱεροῖς καὶ ἁγίοις φυλαττομένας παρθενῶσιν, ἀπόρρητον ἔχειν καὶ ἀόρατον ἑτέροις δίαιταν.Η πιο ωραία όμως και πιο βασιλική χάρη εκ μέρους του σε γυναίκες από ευγενική γενιά και συνετές, που υπήρξαν αιχμάλωτες, ήταν το ότι δεν άκουσαν ούτε υποπτεύτηκαν ούτε περίμεναν να τους συμβεί κάτι αισχρό· αντίθετα, τις φύλαγαν σε ιερούς και αγιασμένους χώρους για παρθένες, σαν να μη βρίσκονταν σε εχθρικό στρατόπεδο, και ζούσαν κρυφά και μακριά από τα βλέμματα των άλλων.
[21.6]καίτοι λέγεταί γε τὴν Δαρείου γυναῖκα πολὺ πασῶν τῶν βασιλίδων εὐπρεπεστάτην γενέσθαι, καθάπερ καὶ αὐτὸς Δαρεῖος ἀνδρῶν κάλλιστος καὶ μέγιστος, τὰς δὲ παῖδας ἐοικέναι τοῖς γονεῦσιν.Λένε ότι η γυναίκα του Δαρείου ήταν η πιο όμορφη από όλες τις βασίλισσες, όπως, άλλωστε, και ο ίδιος ο Δαρείος ο πιο όμορφος και ο πιο ψηλός από τους άνδρες, τα δε κορίτσια είχαν μοιάσει στους γονείς τους.
[21.7]ἀλλ᾽ Ἀλέξανδρος ὡς ἔοικε τοῦ νικᾶν τοὺς πολεμίους τὸ κρατεῖν ἑαυτοῦ βασιλικώτερον ἡγούμενος, οὔτε τούτων ἔθιγεν, οὔτ᾽ ἄλλην ἔγνω γυναῖκα πρὸ γάμου πλὴν Βαρσίνης.Αλλά ο Αλέξανδρος, θεωρώντας, όπως φαίνεται, βασιλικότερο το να αυτοκυριαρχείται από το να νικά τους εχθρούς, ούτε αυτές άγγιξε ούτε γνώρισε άλλη γυναίκα πριν από τον γάμο του εκτός από τη Βαρσίνη.
[21.8]αὕτη δὲ μετὰ τὴν Μέμνονος τελευτὴν χήρα γενομένη, περὶ Δαμασκὸν ἐλήφθη.Αυτή είχε μείνει χήρα μετά τον θάνατο του Μέμνονα και είχε συλληφθεί στα περίχωρα της Δαμασκού.
[21.9]πεπαιδευμένη δὲ παιδείαν Ἑλληνικήν, ‹καὶ τὸ κάλλος› καὶ τὸν τρόπον ἐπιεικὴς οὖσα, καὶ πατρὸς Ἀρταβάζου γεγονότος ἐκ βασιλέως θυγατρός, ἐγνώσθη, Παρμενίωνος προτρεψαμένου τὸν Ἀλέξανδρον, ὥς φησιν Ἀριστόβουλος, καλῆς καὶ γενναίας [καὶ τὸ κάλλος] ἅψασθαι γυναικός.Μαθεύτηκε γι᾽ αυτήν ότι είχε λάβει ελληνική παιδεία και ήταν σπουδαία για την ομορφιά και τον χαρακτήρα της, από πατέρα τον Αρτάβαζο, γιο θυγατέρας του βασιλιά. Σύμφωνα με τον Αριστόβουλο, εκείνος που προέτρεψε τον Αλέξανδρο να γνωρίσει αυτή την ωραία και από ευγενική καταγωγή γυναίκα ήταν ο Παρμενίων.
[21.10]τὰς δ᾽ ἄλλας αἰχμαλώτους ὁρῶν ὁ Ἀλέξανδρος κάλλει καὶ μεγέθει διαφερούσας, ἔλεγε παίζων ὡς εἰσὶν ἀλγηδόνες ὀμμάτων αἱ Περσίδες.Βλέποντας ο Αλέξανδρος ότι οι αιχμάλωτες ήταν όλες γενικά εκπληκτικά όμορφες και υψηλόκορμες, έλεγε αστειευόμενος ότι οι Περσίδες είναι βάσανο για τα μάτια.
[21.11]ἀντεπιδεικνύμενος δὲ πρὸς τὴν ἰδέαν τὴν ἐκείνων τὸ τῆς ἰδίας ἐγκρατείας καὶ σωφροσύνης κάλλος, ὥσπερ ἀψύχους εἰκόνας ἀγαλμάτων παρέπεμπεν.Αντιμετωπίζοντας όμως την ωραία μορφή εκείνων με την ομορφιά της δικής του αυτοκυριαρχίας και της σωφροσύνης, τις απομάκρυνε σαν άψυχες μορφές αγαλμάτων.
[22.1]Ἐπεὶ δὲ Φιλόξενος ὁ τῶν ἐπὶ θαλάττης στρατηγὸς ἔγραψεν εἶναι παρ᾽ αὐτῷ Θεόδωρόν τινα Ταραντῖνον, ἔχοντα παῖδας ὠνίους δύο τὴν ὄψιν ὑπερφυεῖς, καὶ πυνθανόμενος εἰ πρίηται, χαλεπῶς ἐνεγκὼν ἐβόα πολλάκις πρὸς τοὺς φίλους ἐρωτῶν, τί πώποτε Φιλόξενος αἰσχρὸν αὐτῷ συνεγνωκώς, τοιαῦτ᾽ ὀνείδη προξενῶν κάθηται.Όταν ο Φιλόξενος, ο επικεφαλής των παραθαλάσσιων στρατιωτικών δυνάμεων του έγραψε ότι βρισκόταν σ᾽ αυτόν κάποιος Θεόδωρος από τον Τάραντα, που είχε για πούλημα δυο πολύ όμορφα αγόρια και ζητούσε να μάθει αν σκόπευε να τα αγοράσει, δυσανασχέτησε και φώναζε πολλές φορές μπροστά στους φίλους του, ρωτώντας τι αισχρό τέλος πάντων είχε μάθει γι᾽ αυτόν ο Φιλόξενος και καθόταν και του προξένευε τέτοιες ντροπές.
[22.2]τὸν δὲ Φιλόξενον αὐτὸν ἐν ἐπιστολῇ πολλὰ λοιδορήσας ἐκέλευσεν αὐτοῖς φορτίοις τὸν Θεόδωρον εἰς τὸν ὄλεθρον ἀποστέλλειν.Και τον ίδιο τον Φιλόξενο, επικρίνοντάς τον αυστηρά σε επιστολή του, τον διέταξε να εξαφανίσει τον Θεόδωρο μαζί με το φορτίο του.
[22.3]ἐπέπληξε δὲ καὶ Ἅγνωνι νεανικῶς γράψαντι πρὸς αὐτόν, ὅτι Κρωβύλον ‹νεανίσκον› εὐδοκιμοῦντ᾽ ἐν Κορίνθῳ βούλεται πριάμενος ἀγαγεῖν πρὸς αὐτόν.Επέπληξε επίσης αυστηρά και τον Άγνωνα που του έγραψε ότι ήθελε να αγοράσει και να του φέρει τον νεαρό Κρωβύλο, που ήταν ονομαστός στην Κόρινθο.
[22.4]πυνθανόμενος δὲ μισθοφόρων τινῶν γύναια διεφθαρκέναι Δάμωνα καὶ Τιμόθεον Μακεδόνας τῶν ὑπὸ Παρμενίωνι στρατευομένων, ἔγραψε Παρμενίωνι κελεύων, ἐὰν ἐλεγχθῶσιν, ὡς θηρία ἐπὶ καταφθορᾷ τῶν ἀνθρώπων γεγονότα τιμωρησάμενον ἀποκτεῖναι.Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Δάμων και ο Τιμόθεος, Μακεδόνες που υπηρετούσαν στον στρατό του Παρμενίωνα, είχαν βιάσει γυναίκες κάποιων μισθοφόρων, έγραψε στον Παρμενίωνα με την εντολή, εάν αποκαλυφθεί η ενοχή τους, να τους σκοτώσει, αφού προηγουμένως θα τους έχει τιμωρήσει σαν τα θηρία που έχουν γεννηθεί για να κατασπαράζουν τους ανθρώπους.
[22.5]καὶ περὶ ἑαυτοῦ κατὰ λέξιν ἐν ταύτῃ τῇ ἐπιστολῇ γέγραφεν· «ἐγὼ γὰρ οὐχ ὅτι ἑωρακὼς ἂν εὑρεθείην τὴν Δαρείου γυναῖκα ἢ βεβουλημένος ἰδεῖν, ἀλλ᾽ οὐδὲ τῶν λεγόντων περὶ τῆς εὐμορφίας αὐτῆς προσδεδεγμένος τὸν λόγον».Όσο για τον ίδιο, έχει γράψει σε αυτή την επιστολή κατά λέξη: «Για μένα όχι μόνο είναι αδύνατο να βρεθεί κανείς και να πει ότι έχω δει ή θα ήθελα να δω τη γυναίκα του Δαρείου, αλλά ούτε καν έχω δεχτεί να ακούσω να μου μιλούν για την ομορφιά της».
[22.6]ἔλεγε δὲ μάλιστα συνιέναι θνητὸς ὢν ἐκ τοῦ καθεύδειν καὶ συνουσιάζειν, ὡς ἀπὸ μιᾶς ἐγγινόμενον ἀσθενείας τῇ φύσει καὶ τὸ πονοῦν καὶ τὸ ἡδόμενον.Έλεγε μάλιστα ότι καταλάβαινε ότι ήταν θνητός από το ότι κοιμόταν και έκανε έρωτα, αφού και ο πόνος και η ηδονή οφείλονται σε μια αδυναμία της φύσης.
[22.7]ἦν δὲ καὶ γαστρὸς ἐγκρατέστατος, καὶ τοῦτ᾽ ἄλλοις τε πολλοῖς ἐδήλωσε καὶ τοῖς πρὸς Ἄδαν λεχθεῖσιν, ἣν ἐποιήσατο μητέρα καὶ Καρίας βασίλισσαν ἀπέδειξεν.Επίσης ήταν πάρα πολύ εγκρατής στο φαγητό και αυτό το απέδειξε, ανάμεσα σε άλλα πολλά, με όσα είχε πει στην Άδα, που τη θεωρούσε σαν μητέρα του και την είχε κάνει βασίλισσα της Καρίας.
[22.8]ὡς γὰρ ἐκείνη φιλοφρονουμένη πολλὰ μὲν ὄψα καθ᾽ ἡμέραν ἀπέστελλεν αὐτῷ καὶ πέμματα, τέλος δὲ τοὺς δοκοῦντας εἶναι δεινοτάτους ὀψοποιοὺς καὶ ἀρτοποιούς, ἔφη τούτων μηδενὸς δεῖσθαι·Γιατί, καθώς εκείνη, προκειμένου να τον ευχαριστήσει, του έστελνε καθημερινά πολλά φαγητά και γλυκά και τελικά τους πιο καλούς μάγειρες και αρτοποιούς, της είπε ότι δεν χρειαζόταν κανέναν από αυτούς·
[22.9]βελτίονας γὰρ ὀψοποιοὺς ἔχειν ὑπὸ τοῦ παιδαγωγοῦ Λεωνίδου δεδομένους αὐτῷ, πρὸς μὲν τὸ ἄριστον νυκτοπορίαν, πρὸς δὲ τὸ δεῖπνον ὀλιγαριστίαν.γιατί είχε καλύτερους μάγειρες, που του είχε δώσει ο παιδαγωγός του Λεωνίδας, για το πρόγευμα τη νυχτερινή πορεία, για το δείπνο ένα ελαφρύ πρόγευμα.
[22.10]«ὁ δ᾽ αὐτὸς οὗτος ἀνὴρ» ἔφη «καὶ τῶν στρωμάτων ἐπιὼν τὰ ἀγγεῖα καὶ τῶν ἱματίων ἔλυεν, ἐπισκοπῶν μή τί μοι τρυφερὸν ἢ περισσὸν ἡ μήτηρ ἐντέθεικεν».«Αυτός ο ίδιος άνδρας» έλεγε «έκανε έφοδο και έλυνε τα στρώματα και τις ιματιοθήκες των ρούχων, εξετάζοντας μήπως η μητέρα μου είχε κρύψει μέσα κάτι πολυτελές ή περιττό».
[23.1]Ἦν δὲ καὶ πρὸς οἶνον ἧττον ἢ ἐδόκει καταφερής, ἔδοξε δὲ διὰ τὸν χρόνον, ὃν οὐ πίνων μᾶλλον ἢ λαλῶν εἷλκεν, ἐφ᾽ ἑκάστης κύλικος ἀεὶ μακρόν τινα λόγον διατιθέμενος, καὶ ταῦτα πολλῆς σχολῆς οὔσης.Και στο κρασί ήταν λιγότερο επιρρεπής από την εντύπωση που έδινε. Αυτό το έδειξε ο χρόνος που αφιέρωνε όχι πίνοντας αλλά μιλώντας περισσότερο, αφού με κάθε κύλικα διέθετε πάντοτε πολλήν ώρα για συζήτηση, και μάλιστα όταν είχε αρκετό χρόνο.
[23.2]ἐπεὶ πρός γε τὰς πράξεις οὐκ οἶνος ἐκεῖνον, οὐχ ὕπνος, οὐ παιδιά τις, οὐ γάμος, οὐ θέα, καθάπερ ἄλλους στρατηγούς, ἐπέσχε· δηλοῖ δ᾽ ὁ βίος, ὃν βιώσας βραχὺν παντάπασι πλείστων καὶ μεγίστων πράξεων ἐνέπλησεν.Γιατί από τη δράση δεν τον συγκρατούσε ούτε το κρασί ούτε ο ύπνος ούτε κάποια διασκέδαση ούτε γάμος ούτε θέαμα, όπως άλλους στρατηγούς. Το δείχνει καθαρά η ίδια η ζωή του, που αν και μικρή, ήταν γεμάτη με πάρα πολλά και σημαντικά έργα.
[23.3]ἐν δὲ ταῖς σχολαῖς πρῶτον μὲν ἀναστὰς καὶ θύσας τοῖς θεοῖς, εὐθὺς ἠρίστα καθήμενος· ἔπειτα διημέρευε κυνηγῶν ἢ συντάττων ἢ διδάσκων τι τῶν πολεμικῶν ἢ ἀναγινώσκων.Κατά τον ελεύθερο χρόνο του, η πρώτη του δουλειά ήταν να θυσιάσει στους θεούς και αμέσως καθόταν και έπαιρνε το πρωινό του. Στη συνέχεια περνούσε την ημέρα του κυνηγώντας ή γράφοντας ή τακτοποιώντας πολεμικές υποθέσεις ή διαβάζοντας.
[23.4]εἰ δ᾽ ὁδὸν βαδίζοι μὴ λίαν ἐπείγουσαν, ἐμάνθανεν ἅμα πορευόμενος ἢ τοξεύειν ἢ ἐπιβαίνειν ἅρματος ἐλαυνομένου καὶ ἀποβαίνειν. πολλάκις δὲ παίζων καὶ ἀλώπεκας ἐθήρευε καὶ ὄρνιθας, ὡς ἔστι λαβεῖν ἐκ τῶν ἐφημερίδων.Κάθε φορά που έκανε πορεία όχι πολύ επείγουσα, μάθαινε, ενώ προχωρούσε, να ρίχνει ταυτόχρονα με το τόξο ή να ανεβαίνει σε άρμα ή να κατεβαίνει από αυτό όντας σε κίνηση. Πολλές φορές, εξάλλου, διασκεδάζοντας, κυνηγούσε αλεπούδες και πουλιά, όπως είναι δυνατόν να διαπιστώσει κανείς από το ημερολόγιό του.
[23.5]καταλύσας δὲ καὶ τρεπόμενος πρὸς λουτρὸν ἢ ἄλειμμα, τοὺς ἐπὶ τῶν σιτοποιῶν καὶ μαγείρων ἀνέκρινεν, εἰ τὰ πρὸς τὸ δεῖπνον εὐτρεπῶς ἔχουσι.Όταν τελείωνε και λουζόταν ή αλειφόταν, ρωτούσε τους αρτοποιούς και τους μαγείρους αν είχαν ετοιμάσει σωστά τα σχετικά με το δείπνο.
[23.6]καὶ δειπνεῖν μὲν ὀψὲ καὶ σκότους ἤδη κατακλινόμενος ἤρχετο, θαυμαστὴ δ᾽ ἦν ἡ ἐπιμέλεια καὶ περίβλεψις ἐπὶ τῆς τραπέζης, ὅπως μηδὲν ἀνίσως μηδ᾽ ὀλιγώρως διανέμοιτο· τὸν δὲ πότον ὥσπερ εἴρηται μακρὸν ὑπ᾽ ἀδολεσχίας ἐξέτεινε.Για το δείπνο πήγαινε αργά και για ύπνο όταν ήταν ήδη σκοτάδι· στο τραπέζι, εξάλλου, ήταν θαυμαστή η φροντίδα του και ο έλεγχος, για να μη μοιράζεται τίποτε άνισα και απρόσεκτα· όσο για το πιοτό, το πήγαινε πολύ πίσω, όπως προαναφέρθηκε, λόγω πολυλογίας.
[23.7]καὶ τἆλλα πάντων ἥδιστος ὢν βασιλέων συνεῖναι καὶ χάριτος οὐδεμιᾶς ἀμοιρῶν, τότε ταῖς μεγαλαυχίαις ἀηδὴς ἐγίνετο καὶ λίαν στρατιωτικός, αὐτός τε πρὸς τὸ κομπῶδες ὑποφερόμενος, καὶ τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον, ὑφ᾽ ὧν οἱ χαριέστατοι τῶν παρόντων ἐπετρίβοντο, μήθ᾽ ἁμιλλᾶσθαι τοῖς κόλαξι μήτε λείπεσθαι βουλόμενοι τῶν [αὐτῶν] ἐπαίνων· τὸ μὲν γὰρ αἰσχρὸν ἐδόκει, τὸ δὲ κίνδυνον ἔφερε.Και ενώ ήταν γενικά ο πιο ευχάριστος από όλους τους βασιλιάδες στη συναναστροφή και δεν του έλειπε καμιά χάρη, τότε άρχισε να γίνεται αηδιαστικός με τις καυχησιολογίες και πολύ αυταρχικός, καθώς παρασυρόταν ο ίδιος προς την αλαζονεία χωρίς να το καταλαβαίνει και αφήνοντας τον εαυτό του στους κόλακες να τον καβαλικεύουν. Από αυτά ενοχλούνταν οι πιο ευγενικοί της συντροφιάς, επειδή δεν ήθελαν μήτε να συναγωνίζονται με τους κόλακες μήτε και να υστερούν στους επαίνους· γιατί το πρώτο φαινόταν αισχρό, το δεύτερο εγκυμονούσε κίνδυνο.
[23.8]μετὰ δὲ τὸν πότον λουσάμενος, ἐκάθευδε πολλάκις μέχρι μέσης ἡμέρας· ἔστι δ᾽ ὅτε καὶ διημέρευεν ἐν τῷ καθεύδειν.Μετά το πιοτό λουζόταν και κοιμόταν μέχρι το μεσημέρι· μερικές φορές μάλιστα κοιμόταν όλη την ημέρα.
[23.9]αὐτὸς μὲν οὖν καὶ ὄψων ἐγκρατὴς ἦν, ὥστε καὶ τὰ σπανιώτατα [πολλάκις] τῶν ἀπὸ θαλάττης αὐτῷ κομιζομένων ἀκροδρύων καὶ ἰχθύων ἑκάστῳ διαπεμπόμενος τῶν ἑταίρων, πολλάκις ἑαυτῷ μόνῳ μηδὲν καταλείπειν.Ο Αλέξανδρος λοιπόν ήταν εγκρατής και στα φαγητά· έτσι, καθώς έστελνε στον καθένα χωριστά από τους φίλους του τους σπανιότατους καρπούς και τα ψάρια που του έφερναν από τη θάλασσα, πολλές φορές δεν άφηνε για τον εαυτό του τίποτε.
[23.10]τὸ μέντοι δεῖπνον ἦν ἀεὶ μεγαλοπρεπές, καὶ τοῖς εὐτυχήμασι τῆς δαπάνης ἅμα συναυξομένης, τέλος εἰς μυρίας δραχμὰς προῆλθεν· ἐνταῦθα δ᾽ ἔστη, καὶ τοσοῦτον ὡρίσθη τελεῖν τοῖς ὑποδεχομένοις Ἀλέξανδρον.Το δείπνο του είχε πάντα μια μεγαλοπρέπεια και η δαπάνη για τις επιτυχίες του αυξανόταν συνέχεια· τελικά έφτασε τις δέκα χιλιάδες δραχμές και εδώ σταμάτησε. Τόσο είχε οριστεί να ξοδεύουν όσοι υποδέχονταν τον Αλέξανδρο.
[24.1]Μετὰ δὲ τὴν μάχην τὴν ἐν Ἰσσῷ πέμψας εἰς Δαμασκόν, ἔλαβε τὰ χρήματα καὶ τὰς ἀποσκευὰς καὶ τὰ τέκνα καὶ τὰς γυναῖκας τῶν Περσῶν.Μετά τη μάχη στην Ισσό έστειλε ο Αλέξανδρος ανθρώπους του στη Δαμασκό και πήρε τα πράγματα, τις αποσκευές, τα παιδιά και τις γυναίκες των Περσών.
[24.2]καὶ πλεῖστα μὲν ὠφελήθησαν οἱ τῶν Θεσσαλῶν ἱππεῖς· τούτους γὰρ ἄνδρας ἀγαθοὺς διαφερόντως ἐν τῇ μάχῃ γενομένους ἔπεμψεν ἐπίτηδες, ὠφεληθῆναι βουλόμενος·Περισσότερο ωφελήθηκαν οι ιππείς των Θεσσαλών· γιατί αυτούς, επειδή διακρίθηκαν ιδιαίτερα στη μάχη για την παλικαριά τους, έστειλε επίτηδες, επειδή ήθελε να ωφεληθούν·
[24.3]ἐνεπλήσθη δὲ καὶ τὸ λοιπὸν εὐπορίας στρατόπεδον, καὶ γευσάμενοι τότε πρῶτον οἱ Μακεδόνες χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ γυναικῶν καὶ διαίτης βαρβαρικῆς, ὥσπερ κύνες ἔσπευδον ἁψάμενοι στίβου διώκειν καὶ ἀνιχνεύειν τὸν τῶν Περσῶν πλοῦτον.αλλά και ο υπόλοιπος στρατός γέμισε με πλούτη· και καθώς τότε ήταν η πρώτη φορά που οι Μακεδόνες γεύονταν χρυσό, ασήμι, γυναίκες και βαρβαρικό τρόπο ζωής, έτρεχαν σαν τα σκυλιά στο κυνήγι που ψάχνουν τα ίχνη, επιδιώκοντας και ανιχνεύοντας τα πλούτη των Περσών.
[24.4]Οὐ μὴν ἀλλ᾽ Ἀλεξάνδρῳ πρῶτον ἐδόκει κρατύνεσθαι τὰ πρὸς θαλάσσῃ. Κύπρον μὲν οὖν εὐθὺς οἱ βασιλεῖς ἧκον ἐγχειρίζοντες αὐτῷ καὶ Φοινίκην πλὴν Τύρου.Ωστόσο, ο Αλέξανδρος έκρινε σωστό να ισχυροποιηθεί πρώτα στα παράλια. Οι βασιλείς λοιπόν ήρθαν και του εμπιστεύθηκαν αμέσως την Κύπρο και τη Φοινίκη εκτός από την Τύρο.
[24.5]Τύρον δὲ πολιορκῶν ἑπτὰ μῆνας χώμασι καὶ μηχαναῖς καὶ τριήρεσι διακοσίαις ἐκ θαλάττης, ὄναρ εἶδε τὸν Ἡρακλέα δεξιούμενον αὐτὸν ἀπὸ τοῦ τείχους καὶ καλοῦντα.Κατά την επτάμηνη πολιορκία της Τύρου με επιχωματώσεις, πολιορκητικές μηχανές και με διακόσιες τριήρεις από τη μεριά της θάλασσας, είδε όνειρο ότι ο Ηρακλής τού άπλωνε το χέρι από το τείχος και τον καλούσε.
[24.6]τῶν δὲ Τυρίων πολλοῖς κατὰ τοὺς ὕπνους ἔδοξεν ὁ Ἀπόλλων λέγειν, ὡς ἄπεισι πρὸς Ἀλέξανδρον· οὐ γὰρ ἀρέσκειν αὐτῷ τὰ πρασσόμενα κατὰ τὴν πόλιν.Εξάλλου, πολλοί κάτοικοι της Τύρου ονειρεύτηκαν ότι ο Απόλλων τούς έλεγε ότι θα έφευγε από την πόλη και θα πήγαινε στον Αλέξανδρο· γιατί δεν του άρεσαν αυτά που γίνονταν στην πόλη.
[24.7]ἀλλ᾽ οὗτοι μὲν ὥσπερ ἄνθρωπον αὐτομολοῦντα πρὸς τοὺς πολεμίους ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ τὸν θεὸν εἰληφότες, σειράς τε τῷ κολοσσῷ περιέβαλλον αὐτοῦ, καὶ καθήλουν πρὸς τὴν βάσιν, Ἀλεξανδριστὴν καλοῦντες.Αυτοί λοιπόν, σαν να είχαν πιάσει το θεό επ᾽ αυτοφώρω, όπως έναν άνθρωπο που λιποτακτεί προς τους εχθρούς, έδεσαν με χοντρά σκοινιά το πελώριο άγαλμά του και το κάρφωσαν στη βάση του, αποκαλώντας το φίλο του Αλέξανδρου.
[24.8]ἑτέραν δ᾽ ὄψιν Ἀλέξανδρος εἶδε κατὰ τοὺς ὕπνους· σάτυρος αὐτῷ φανεὶς ἐδόκει προσπαίζειν πόρρωθεν, εἶτα βουλομένου λαβεῖν ὑπεξέφευγε· τέλος δὲ πολλὰ λιπαρήσαντος καὶ περιδραμόντος, ἦλθεν εἰς χεῖρας.Ο Αλέξανδρος είδε στον ύπνο του και άλλο όνειρο· εμφανίστηκε ένας σάτυρος και του φάνηκε πως τον κορόιδευε από μακριά· και κάθε φορά που ήθελε να τον πιάσει, του ξέφευγε· τελικά, ύστερα από πολύ παρακαλητό και κυνήγημα τον έπιασε.
[24.9]οἱ δὲ μάντεις τοὔνομα διαιροῦντες οὐκ ἀπιθάνως ἔφασαν αὐτῷ· «σὰ γενήσεται Τύρος». καὶ κρήνην δέ τινα δεικνύουσι, πρὸς ἣν κατὰ τοὺς ὕπνους ἰδεῖν ἔδοξε τὸν σάτυρον.Οι μάντεις, χωρίζοντας τη λέξη σάτυρος κατά τρόπο πειστικό, του είπαν: «η Τύρος θα γίνει δική σου (: σα-Τυρος)». Δείχνουν ακόμη κάποια βρύση, κοντά στην οποία του φάνηκε ότι είδε στον ύπνο του τον σάτυρο.
[24.10]Διὰ μέσου δὲ τῆς πολιορκίας ἐπὶ τοὺς Ἄραβας τοὺς προσοικοῦντας τῷ Ἀντιλιβάνῳ στρατεύσας, ἐκινδύνευσε διὰ τὸν παιδαγωγὸν Λυσίμαχον· ἐξηκολούθησε γὰρ αὐτῷ, λέγων τοῦ Φοίνικος οὐκ εἶναι χείρων οὐδὲ πρεσβύτερος.Όσο διαρκούσε η πολιορκία εξεστράτευσε εναντίον των Αράβων που κατοικούσαν κοντά στον Αντιλίβανο και διακινδύνευσε για χάρη του παιδαγωγού Λυσίμαχου· γιατί τον είχε ακολουθήσει, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν ούτε κατώτερος ούτε μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Φοίνικα.
[24.11]ἐπεὶ δὲ πλησιάσας τοῖς ὀρεινοῖς καὶ τοὺς ἵππους ἀπολιπὼν πεζὸς ἐβάδιζεν, οἱ μὲν ἄλλοι πολὺ προῆλθον, αὐτὸς δὲ τὸν Λυσίμαχον, ἑσπέρας ἤδη καταλαμβανούσης καὶ τῶν πολεμίων ἐγγὺς ὄντων, ἀπαγορεύοντα καὶ βαρυνόμενον οὐχ ὑπομένων ἀπολιπεῖν, ἀλλ᾽ ἀνακαλούμενος καὶ παρακομίζων, ἔλαθε τοῦ στρατεύματος ἀποσπασθεὶς μετ᾽ ὀλίγων, καὶ σκότους ἅμα καὶ ῥίγους σφοδροῦ νυκτερεύων ἐν χωρίοις χαλεποῖς, εἶδεν οὐ πόρρω πυρὰ πολλὰ καιόμενα σποράδην τῶν πολεμίων.Όταν πλησίασαν στα βουνά και αφήνοντας τα άλογα προχωρούσαν πεζοί, όλοι ο άλλοι είχαν προχωρήσει πολύ μπροστά, ενώ ο ίδιος, καθώς τους είχε πιάσει η νύχτα και οι εχθροί ήταν κοντά, δεν το βαστούσε η καρδιά του να αφήσει πίσω τον Λυσίμαχο, που κουράστηκε και βάρυνε, αλλά του μιλούσε συνέχεια και τον έπαιρνε κοντά του· έτσι, δεν κατάλαβε ότι είχε αποσπασθεί από τον κύριο όγκο του στρατού με λίγους άνδρες, και διανυκτερεύοντας σε δύσκολες περιοχές μέσα σε σκοτάδι και τσουχτερό κρύο, είδε να καίνε όχι πολύ μακριά εδώ και εκεί πολλές φωτιές των εχθρών.
[24.12]θαρρῶν δὲ τοῦ σώματος τῇ κουφότητι, καὶ τῷ πονεῖν αὐτὸς ἀεὶ παραμυθούμενος τὴν ἀπορίαν τῶν Μακεδόνων, προσέδραμε τοῖς ἔγγιστα πῦρ καίουσι,Καθώς βασιζόταν στην ευκινησία του σώματός του και ήταν συνηθισμένος να καθησυχάζει τους Μακεδόνες στις δυσκολίες τους με προσωπική του συμμετοχή στους κόπους, έτρεξε σε αυτούς που έκαιγαν φωτιά σε πολύ κοντινή απόσταση
[24.13]καὶ περικαθημένους τῇ πυρᾷ δύο βαρβάρους πατάξας τῷ ἐγχειριδίῳ καὶ δαλὸν ἁρπάσας ἧκε πρὸς τοὺς ἑαυτοῦ κομίζων.και χτυπώντας με το ξίφος του δυο βαρβάρους που κάθονταν γύρω από τη φωτιά, άρπαξε ένα δαυλό και τον έφερε στους δικούς του.
[24.14]ἐναύσαντες δὲ πῦρ πολύ, τοὺς μὲν εὐθὺς ἐφόβησαν ὥστε φυγεῖν, τοὺς δ᾽ ἐπιόντας ἐτρέψαντο, καὶ κατηυλίσθησαν ἀκινδύνως. ταῦτα μὲν οὖν Χάρης ἱστόρηκεν.Και αφού άναψαν μεγάλη φωτιά, σε άλλους προξένησαν αμέσως φόβο ώστε να το βάλουν στα πόδια, ενώ αυτούς που τους επιτέθηκαν τους έτρεψαν σε φυγή και διανυκτέρευσαν χωρίς κίνδυνο. Αυτά λοιπόν έχει εξιστορήσει ο Χάρης.
[25.1]Ἡ δὲ πολιορκία τοιοῦτον ἔσχε πέρας. Ἀλεξάνδρου τὴν μὲν πολλὴν τῆς δυνάμεως ἀναπαύοντος ἀπὸ πολλῶν ἀγώνων τῶν ἔμπροσθεν, ὀλίγους δέ τινας, ὡς μὴ σχολάζοιεν οἱ πολέμιοι, τοῖς τείχεσι προσάγοντος, Ἀρίστανδρος ὁ μάντις ἐσφαγιάζετο, καὶ τὰ σημεῖα κατιδὼν θρασύτερον διωρίσατο πρὸς τοὺς παρόντας ἐν ἐκείνῳ τῷ μηνὶ πάντως ἁλώσεσθαι τὴν πόλιν.Η πολιορκία της Τύρου εξελίχτηκε ως εξής. Ενώ ο Αλέξανδρος ξεκούραζε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής του ύστερα από τις πολλές προηγούμενες μάχες, και κάποιους είχε οδηγήσει κοντά στα τείχη, για να μην ησυχάζουν οι εχθροί, ο Αρίστανδρος ο μάντης έκανε θυσία· και βλέποντας τα σημάδια καθόρισε με περισσή σιγουριά προς τους παρευρισκομένους ότι μέσα σε εκείνο τον μήνα θα κυριευόταν η πόλη οπωσδήποτε.
[25.2]γενομένου δὲ χλευασμοῦ καὶ γέλωτος (ἦν γὰρ ἡ τελευταία τοῦ μηνὸς ἡμέρα), διηπορημένον αὐτὸν ἰδὼν ὁ βασιλεύς, καὶ συμφιλοτιμούμενος ἀεὶ τοῖς μαντεύμασιν, ἐκέλευε μηκέτι τριακάδα τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἀλλὰ τρίτην φθίνοντος ἀριθμεῖν, καὶ τῇ σάλπιγγι σημήνας ἀπεπειρᾶτο τῶν τειχῶν ἐρρωμενέστερον ἤπερ ἐξ ἀρχῆς διενοήθη.Και επειδή τον χλεύαζαν και γελούσαν —γιατί ήταν η τελευταία μέρα του μήνα—, βλέποντάς τον ο Αλέξανδρος να βρίσκεται σε δύσκολη θέση και εκτιμώντας πάντοτε τις προφητείες του, έδωσε διαταγή να μην υπολογίζουν πια εκείνη την ημέρα ως τριακοστή αλλά ως εικοστή όγδοη· και αφού δόθηκε το σύνθημα με τη σάλπιγγα, επιτέθηκε στα τείχη με περισσότερη δύναμη από ό,τι αρχικά είχε σχεδιάσει.
[25.3]γενομένης δὲ λαμπρᾶς ἐπιβολῆς, καὶ μηδὲ τῶν ἐπὶ στρατοπέδου καρτερούντων, ἀλλὰ συντρεχόντων καὶ προσβοηθούντων, ἀπεῖπον οἱ Τύριοι, καὶ τὴν πόλιν εἷλε κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν.Και επειδή η επίθεση ήταν σφοδρή, αφού ούτε οι ευρισκόμενοι στο στρατόπεδο περίμεναν τη διαταγή αλλά έτρεχαν σύσσωμοι και βοηθούσαν, οι Τύριοι λύγισαν· έτσι, ο Αλέξανδρος κατέλαβε εκείνη την ημέρα την πόλη.
[25.4]Μετὰ δὲ ταῦτα πολιορκοῦντι Γάζαν αὐτῷ, τῆς Συρίας μεγίστην πόλιν, ἐμπίπτει βῶλος εἰς τὸν ὦμον, ἀφεθεὶς ἄνωθεν ὑπ᾽ ὄρνιθος· ὁ δ᾽ ὄρνις ὑφ᾽ ἓν τῶν μηχανημάτων καθίσας, ἔλαθεν ἐνσχεθεὶς τοῖς νευρίνοις κεκρυφάλοις, οἷς πρὸς τὰς ἐπιστροφὰς τῶν σχοινίων ἐχρῶντο.Ύστερα από αυτά, ενώ πολιορκούσε τη Γάζα, τη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας, έπεσε στον ώμο του Αλέξανδρου ένας βώλος που είχε αφεθεί από ψηλά από κάποιο πουλί, που πήγε και κάθισε κάτω από μια πολιορκητική μηχανή και κατά λάθος σφηνώθηκε στο δίχτυ των νεύρων που χρησιμοποιούσαν για να στρέφουν τα σχοινιά.
[25.5]καὶ τὸ σημεῖον ἀπέβη κατὰ τὴν Ἀριστάνδρου πρόρρησιν· ἐτρώθη μὲν γὰρ Ἀλέξανδρος εἰς τὸν ὦμον, ἔλαβε δὲ τὴν πόλιν.Και έτσι εκπληρώθηκε και ο οιωνός σύμφωνα με την προφητεία του Αρίστανδρου· γιατί πληγώθηκε ο Αλέξανδρος στον ώμο, αλλά κατέλαβε την πόλη.
[25.6]Ἀποστέλλων δὲ πολλὰ τῶν λαφύρων Ὀλυμπιάδι καὶ Κλεοπάτρᾳ καὶ τοῖς φίλοις, κατέπεμψε καὶ Λεωνίδῃ τῷ παιδαγωγῷ τάλαντα λιβανωτοῦ πεντακόσια καὶ σμύρνης ἑκατόν, ἀναμνησθεὶς παιδικῆς ἐλπίδος.Στέλνοντας πολλά λάφυρα στην Ολυμπιάδα, στην Κλεοπάτρα και στους φίλους του, έστειλε και στον Λεωνίδα τον παιδαγωγό του πεντακόσια τάλαντα λιβάνι και εκατό σμύρνα, επειδή θυμήθηκε κάποιαν υποχρέωση των παιδικών του χρόνων.
[25.7]ὁ γὰρ Λεωνίδης ὡς ἔοικεν ἐν θυσίᾳ ποτὲ πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον ἐπιδραξάμενον ἀμφοτέραις ταῖς χερσὶ καὶ καθαγίσαντα τοῦ θυμιάματος, «ὅταν» ἔφη «τῆς ἀρωματοφόρου κρατήσῃς Ἀλέξανδρε, πλουσίως οὕτως ἐπιθυμιάσεις· νῦν δὲ φειδομένως χρῶ τοῖς παροῦσι».Όπως φαίνεται, σε κάποια θυσία, όταν ο Αλέξανδρος άρπαξε με τα δυο τα χέρια το θυμίαμα και το έριξε στο θυσιαστήριο, ο Λεωνίδας του είπε: «Αλέξανδρε, όταν γίνεις κύριος χώρας πλούσιας σε αρώματα, τότε να ρίχνεις τόσο πολύ θυμίαμα· τώρα όμως να χρησιμοποιείς με φειδώ αυτά που έχεις».
[25.8]τότ᾽ οὖν Ἀλέξανδρος ἔγραψε πρὸς αὐτόν· «ἀπεστάλκαμέν σοι λιβανωτὸν ἄφθονον καὶ σμύρναν, ὅπως παύσῃ πρὸς τοὺς θεοὺς μικρολογούμενος».Τότε λοιπόν ο Αλέξανδρος του έγραψε: «σου έχουμε στείλει άφθονο λιβάνι και σμύρνα, για να πάψεις να φέρεσαι με μικροπρέπεια προς τους θεούς».
[26.1]Κιβωτίου δέ τινος αὐτῷ προσενεχθέντος, οὗ πολυτελέστερον οὐδὲν ἐφάνη τοῖς τὰ Δαρείου χρήματα καὶ τὰς ἀποσκευὰς παραλαμβάνουσιν, ἠρώτα τοὺς φίλους, ὅ τι δοκοίη μάλιστα τῶν ἀξίων σπουδῆς εἰς αὐτὸ καταθέσθαι.Όταν κάποτε έφεραν στον Αλέξανδρο ένα κιβώτιο από το οποίο κανένα δεν ήταν πολυτελέστερο στα μάτια αυτών που παρέλαβαν τα χρήματα και τις αποσκευές του Δαρείου, ρωτούσε τους φίλους του τι κατά τη γνώμη τους ήταν πιο σημαντικό να βάλει μέσα σε αυτό.
[26.2]πολλὰ δὲ πολλῶν λεγόντων, αὐτὸς ἔφη τὴν Ἰλιάδα φρουρήσειν ἐνταῦθα καταθέμενος· καὶ ταῦτα μὲν οὐκ ὀλίγοι τῶν ἀξιοπίστων μεμαρτυρήκασιν.Έλεγαν πολλοί διάφορα, αλλά αυτός είπε ότι θα βάλει εδώ και θα φυλάξει την Ιλιάδα. Και είναι αρκετοί αυτοί από τους αξιόπιστους που το έχουν επιβεβαιώσει.
[26.3]εἰ δ᾽, ὅπερ Ἀλεξανδρεῖς λέγουσιν Ἡρακλείδῃ πιστεύοντες, ἀληθές ἐστιν, οὔκουν [οὐκ] ἀργὸς οὐδ᾽ ἀσύμβολος αὐτῷ συστρατεύειν ἔοικεν Ὅμηρος.Εάν είναι αλήθεια αυτό που λένε Αλεξανδρινοί πιστεύοντας τον Ηρακλείδη, δεν ήταν, όπως φαίνεται, ο Όμηρος άχρηστος ούτε κάποιος που δεν συνεισέφερε σ᾽ αυτόν στην εκστρατεία.
[26.4]λέγουσι γὰρ ὅτι τῆς Αἰγύπτου κρατήσας ἐβούλετο πόλιν μεγάλην καὶ πολυάνθρωπον Ἑλληνίδα συνοικίσας ἐπώνυμον ἑαυτοῦ καταλιπεῖν, καί τινα τόπον γνώμῃ τῶν ἀρχιτεκτόνων ὅσον οὐδέπω διεμετρεῖτο καὶ περιέβαλλεν.Λένε δηλαδή ότι μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου ήθελε να ιδρύσει εκεί μια μεγάλη και πολυάνθρωπη ελληνική πόλη με το όνομά του· γι᾽ αυτό, σύμφωνα με εισήγηση των αρχιτεκτόνων, μετρούσε κάποια περιοχή και χάραζε τον περίβολό της σε τόση έκταση όση ποτέ προηγουμένως.
[26.5]εἶτα νύκτωρ κοιμώμενος ὄψιν εἶδε θαυμαστήν· ἀνὴρ πολιὸς εὖ μάλα τὴν κόμην καὶ γεραρὸς τὸ εἶδος ἔδοξεν αὐτῷ παραστὰς λέγειν τὰ ἔπη τάδε· νῆσος ἔπειτά τις ἔστι πολυκλύστῳ ἐνὶ πόντῳ, Αἰγύπτου προπάροιθε· Φάρον δέ ἑ κικλήσκουσιν.Αργότερα είδε νύχτα στον ύπνο του ένα παράξενο όνειρο· του φάνηκε πως ένας άνδρας με κάτασπρα μαλλιά και με σεβάσμιο πρόσωπο στάθηκε κοντά του και του είπε τα εξής λόγια: υπάρχει συνεχόμενο ένα νησί στην πολυτρικυμισμένη θάλασσα μπροστά από την Αίγυπτο· Φάρο το ονομάζουν.
[26.6]εὐθὺς οὖν ἐξαναστὰς ἐβάδιζεν ἐπὶ τὴν Φάρον, ἣ τότε μὲν ἔτι νῆσος ἦν τοῦ Κανωβικοῦ μικρὸν ἀνωτέρω στόματος, νῦν δὲ διὰ χώματος ἀνείληπται πρὸς τὴν ἤπειρον.Πετάχτηκε λοιπόν επάνω αμέσως και βάδιζε προς τη Φάρο, που τότε ήταν ακόμη νησί λίγο πιο πάνω από το Κανωβικό στόμιο, ενώ σήμερα έχει ενωθεί με προσχώσεις με τη στεριά.
[26.7]ὡς οὖν εἶδε τόπον εὐφυΐᾳ διαφέροντα (ταινία γάρ ἐστιν ἰσθμῷ πλάτος ἔχοντι σύμμετρον ἐπιεικῶς, διείργουσα λίμνην τε πολλὴν καὶ θάλασσαν ἐν λιμένι μεγάλῳ τελευτῶσαν), εἰπὼν ὡς Ὅμηρος ἦν ἄρα τά τ᾽ ἄλλα θαυμαστὸς καὶ σοφώτατος ἀρχιτέκτων, ἐκέλευσε διαγράψαι τὸ σχῆμα τῆς πόλεως τῷ τόπῳ συναρμόττοντας.Μόλις λοιπόν είδε τον ξεχωριστό από τη φύση αυτόν τόπο —είναι μια λωρίδα που με ισθμό ίδιου πλάτους παντού χώριζε τη μεγάλη λίμνη και τη θάλασσα, η οποία καταλήγει σε μεγάλο λιμάνι— είπε πως ο Όμηρος ήταν ασφαλώς γενικά αξιοθαύμαστος αλλά και σοφότατος αρχιτέκτονας· και έδωσε εντολή να χαράξουν το σχέδιο της πόλης, προσαρμόζοντάς το στο περιβάλλον.
[26.8]καὶ γῆ μὲν οὐ παρῆν λευκή, τῶν δ᾽ ἀλφίτων λαμβάνοντες ἐν πεδίῳ μελαγγείῳ κυκλοτερῆ κόλπον ἦγον, οὗ τὴν ἐντὸς περιφέρειαν εὐθεῖαι βάσεις ὥσπερ ἀπὸ κρασπέδων εἰς σχῆμα χλαμύδος ὑπελάμβανον ἐξ ἴσου συνάγουσαι τὸ μέγεθος.Χώμα άσπρο δεν υπήρχε· έπαιρναν αλεύρι και σε σκούρα ανοιχτωσιά έκαναν κυκλικό σχήμα, του οποίου την εσωτερική περιφέρεια χώριζαν ευθύγραμμα τμήματα σαν από κράσπεδα σε σχήμα χλαμύδας με το ίδιο μέγεθος.
[26.9]ἡσθέντος δὲ τῇ διαθέσει τοῦ βασιλέως, αἰφνίδιον ὄρνιθες ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ τῆς λίμνης, πλήθει τ᾽ ἄπειροι καὶ κατὰ γένος παντοδαποὶ καὶ μέγεθος, ἐπὶ τὸν τόπον καταίροντες, νέφεσιν ἐοικότες, οὐδὲ μικρὸν ὑπέλιπον τῶν ἀλφίτων, ὥστε καὶ τὸν Ἀλέξανδρον διαταραχθῆναι πρὸς τὸν οἰωνόν.Και ενώ ο βασιλιάς ικανοποιήθηκε με τη διευθέτηση, ξαφνικά κατέβηκαν από τη μεριά του ποταμού και της λίμνης αμέτρητα πουλιά κάθε λογής σε είδος και μέγεθος, όμοια με σύννεφα και δεν άφησαν ίχνος από το αλεύρι, ώστε να ταραχθεί από τον οιωνό ακόμη και ο Αλέξανδρος.
[26.10]οὐ μὴν ἀλλὰ τῶν μάντεων θαρρεῖν παραινούντων (πολυαρκεστάτην γὰρ οἰκίζεσθαι πόλιν ὑπ᾽ αὐτοῦ καὶ παντοδαπῶν ἀνθρώπων ἐσομένην τροφόν), ἔργου κελεύσας ἔχεσθαι τοὺς ἐπιμελητάς,Ωστόσο, καθώς οι μάντεις τον συμβούλευαν να μην ανησυχεί —προφήτευαν ότι η πόλη που θα ιδρύσει θα έχει με το παραπάνω όλα τα αγαθά και θα μπορούσε να συντηρήσει ανθρώπους κάθε λογής— έδωσε διαταγή στους αρμόδιους να καταπιαστούν με το έργο,
[26.11]αὐτὸς ὥρμησεν εἰς Ἄμμωνος ὁδὸν μακρὰν καὶ πολλὰ μὲν ἔχουσαν ἐργώδη καὶ ταλαίπωρα, κινδύνους δὲ δύο, τὸν μὲν ἀνυδρίας, δι᾽ ἣν ἔρημός ἐστιν οὐκ ὀλίγων ἡμερῶν, τὸν δ᾽ εἰ λάβρος ἐν ἄμμῳ βαθείᾳ καὶ ἀχανεῖ πορευομένοις ἐπιπέσοι νότος,και ο ίδιος ξεκίνησε για το ναό του Άμμωνα, μεγάλο ταξίδι με πολλές δυσκολίες και ταλαιπωρίες και δυο κινδύνους, τον της ανυδρίας, εξαιτίας της οποίας υπάρχει έρημος αρκετών ημερών, και τον νοτιά, όταν τυχόν φυσά λυσσαλέος σε όσους βαδίζουν σε άμμο βαθιά και αχανή·
[26.12]ὅς που καὶ πάλαι λέγεται περὶ τὸν Καμβύσου στρατὸν ἀναστήσας θῖνα μεγάλην καὶ κυματώσας τὸ πεδίον, μυριάδας ἀνθρώπων πέντε καταχῶσαι καὶ διαφθεῖραι.είναι αυτός ο άνεμος που, όπως λένε, σήκωσε παλαιότερα κάπου στον στρατό του Καμβύση πολλήν άμμο, δημιούργησε βουνά από αυτήν στην περιοχή και έθαψε και εξόντωσε πενήντα χιλιάδες ανθρώπους.
[26.13]ταῦτα πάντα σχεδὸν πάντες ἐλογίζοντο, χαλεπὸν δ᾽ ἦν Ἀλέξανδρον ἀποτρέψαι πρὸς ὁτιοῦν ὡρμημένον.Αυτά τα σκέφτονταν όλοι σχεδόν, αλλά ήταν δύσκολο να αποτρέψει κανείς τον Αλέξανδρο, όταν είχε ξεκινήσει για κάτι.
[26.14]ἥ τε γὰρ τύχη ταῖς ἐπιβολαῖς ὑπείκουσα τὴν γνώμην ἰσχυρὰν ἐποίει, καὶ τὸ θυμοειδὲς ἄχρι τῶν πραγμάτων ὑπεξέφερε τὴν φιλονικίαν ἀήττητον, οὐ μόνον πολεμίους, ἀλλὰ καὶ τόπους καὶ καιροὺς καταβιαζομένην.Γιατί και η τύχη ακόμη υποχωρώντας στις αποφάσεις του ενίσχυε την άποψή του· εξάλλου, ο ορμητικός χαρακτήρας του έκανε ανυποχώρητη τη φιλοδοξία του να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις δυσκολίες, όχι μόνο προς τους εχθρούς αλλά ακόμη και στον χώρο και στον χρόνο.
[27.1]Ἐν γοῦν τῇ τότε πορείᾳ τὰ συντυχόντα ταῖς ἀπορίαις παρὰ τοῦ θεοῦ βοηθήματα τῶν ὑστέρων χρησμῶν ἐπιστεύθη μᾶλλον· τρόπον δέ τινα καὶ τοῖς χρησμοῖς ἡ πίστις ἐκ τούτων ὑπῆρξε.Σε εκείνη λοιπόν την πορεία η βοήθεια που δόθηκε στον Αλέξανδρο από τον θεό προς αντιμετώπιση των δυσκολιών έγινε περισσότερο πιστευτή από τους επόμενους χρησμούς. Σε αυτούς κατά κάποιον τρόπο οφείλεται και η εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου στους χρησμούς.
[27.2]πρῶτον μὲν γὰρ ἐκ Διὸς ὕδωρ πολὺ καὶ διαρκεῖς ὑετοὶ γενόμενοι τόν τε τῆς δίψης φόβον ἔλυσαν, καὶ τὴν ξηρότητα κατασβέσαντες τῆς ἄμμου, νοτερᾶς γενομένης καὶ πρὸς αὑτὴν ξυμπεσούσης, εὔπνουν τὸν ἀέρα καὶ καθαρώτερον παρέσχον.Πρώτα πρώτα το πολύ νερό και οι συνεχείς βροχοπτώσεις έδιωξαν τον φόβο από τη δίψα και εξουδετερώνοντας την ξηρότητα της άμμου, η οποία υγράθηκε και κατακάθισε, έκαναν τον αέρα πιο εύκολο στην αναπνοή και πιο καθαρό.
[27.3]ἔπειτα τῶν ὅρων οἵπερ ἦσαν τοῖς ὁδηγοῖς συγχυθέντων, καὶ πλάνης οὔσης καὶ διασπασμοῦ τῶν βαδιζόντων διὰ τὴν ἄγνοιαν, κόρακες ἐπιφανέντες ὑπελάμβανον τὴν ἡγεμονίαν τῆς πορείας, ἑπομένων μὲν ἔμπροσθεν πετόμενοι καὶ σπεύδοντες, ὑστεροῦντας δὲ καὶ βραδύνοντας ἀναμένοντες·Έπειτα, καθώς τα σημάδια που ήταν για τους οδηγούς είχαν μπερδευτεί και λόγω της άγνοιας περιπλανιόνταν και αποσπώνταν μεταξύ τους αυτοί που βάδιζαν, εμφανίστηκαν κοράκια που είχαν αναλάβει τον ρόλο του οδηγού της πορείας, αφού, όταν τα ακολουθούσαν, πετούσαν γρήγορα μπροστά τους, όταν όμως ο Αλέξανδρος και οι άνδρες του έμεναν πίσω και αργοπορούσαν, τους περίμεναν.
[27.4]ὃ δ᾽ ἦν θαυμασιώτατον, ὡς Καλλισθένης φησί, ταῖς φωναῖς ἀνακαλούμενοι τοὺς πλανωμένους νύκτωρ καὶ κλάζοντες εἰς ἴχνος καθίστασαν τῆς πορείας.Και, όπως λέει ο Καλλισθένης, το εκπληκτικότερο ήταν πως με τα κρωξίματα ανακαλούσαν όσους τη νύχτα περιπλανιόνταν και κράζοντας τους έβαζαν πάλι στα αχνάρια της πορείας.
[27.5]ἐπεὶ δὲ διεξελθὼν τὴν ἔρημον ἧκεν εἰς τὸν τόπον, ὁ μὲν προφήτης αὐτὸν ὁ Ἄμμωνος ἀπὸ τοῦ θεοῦ χαίρειν ὡς ἀπὸ πατρὸς προσεῖπεν· ὁ δ᾽ ἐπήρετο, μή τις αὐτὸν εἴη διαπεφευγὼς τῶν τοῦ πατρὸς φονέων.Όταν, διασχίζοντας την έρημο έφτασε στον προορισμό του, ο προφήτης του Άμμωνος τον χαιρέτησε από μέρους του θεού σαν από πατέρα· ο Αλέξανδρος όμως τον ρώτησε μήπως του έχει ξεφύγει κάποιος από τους φονιάδες του πατέρα του.
[27.6]εὐφημεῖν δὲ τοῦ προφήτου κελεύσαντος, οὐ γὰρ εἶναι πατέρα θνητὸν αὐτῷ, μεταβαλὼν ἐπυνθάνετο τοὺς Φιλίππου φονεῖς, εἰ πάντας εἴη τετιμωρημένος· εἶτα περὶ τῆς ἀρχῆς, εἰ πάντων αὐτῷ δίδωσιν ἀνθρώπων κυρίῳ γενέσθαι.Όταν ο προφήτης του συνέστησε να είναι προσεκτικός στα λόγια του, γιατί ο πατέρας του δεν ήταν θνητός, αλλάζοντας την ερώτηση ζητούσε να μάθει αν είχαν τιμωρηθεί όλοι οι δολοφόνοι του Φιλίππου. Κατόπιν ρώτησε για την ηγεμονία, αν δηλαδή θα του επέτρεπε ο θεός να γίνει κύριος του κόσμου.
[27.7]χρήσαντος δὲ τοῦ θεοῦ καὶ τοῦτο διδόναι καὶ Φίλιππον ἀπέχειν ἔκπλεω τὴν δίκην, ἐδωρεῖτο τὸν θεὸν ἀναθήμασι λαμπροῖς καὶ χρήμασι τοὺς ἀνθρώπους.Και όταν ο θεός χρησμοδότησε ότι και τούτο του επέτρεπε και ο Φίλιππος πήρε πλήρη εκδίκηση, τιμούσε τον θεό με λαμπρά αφιερώματα και στους ανθρώπους πρόσφερε χρήματα.
[27.8]ταῦτα περὶ τῶν χρησμῶν οἱ πλεῖστοι γράφουσιν· αὐτὸς δ᾽ Ἀλέξανδρος ἐν ἐπιστολῇ πρὸς τὴν μητέρα φησὶ γεγονέναι τινὰς αὐτῷ μαντείας ἀπορρήτους, ἃς αὐτὸς ἐπανελθὼν φράσει πρὸς μόνην ἐκείνην.Αυτά γράφουν για τους χρησμούς οι περισσότεροι. Ο ίδιος όμως ο Αλέξανδρος σε γράμμα προς τη μητέρα του λέει ότι είχαν δοθεί σ᾽ αυτόν κάποιοι απόρρητοι χρησμοί, που ο ίδιος θα ανακοίνωνε κατά την επιστροφή του μόνο σε εκείνη.
[27.9]ἔνιοι δέ φασι τὸν μὲν προφήτην Ἑλληνιστὶ βουλόμενον προσειπεῖν μετά τινος φιλοφροσύνης «ὦ παιδίον», ἐν τῷ τελευταίῳ τῶν φθόγγων ὑπὸ βαρβαρισμοῦ πρὸς τὸ σίγμ᾽ ἐξενεχθῆναι καὶ εἰπεῖν «ὦ παιδίος,» ἀντὶ τοῦ νῦ τῷ σίγμα χρησάμενον, ἀσμένῳ δὲ τῷ Ἀλεξάνδρῳ τὸ σφάλμα τῆς φωνῆς γενέσθαι, καὶ διαδοθῆναι λόγον ὡς παῖδα Διὸς αὐτὸν τοῦ θεοῦ προσειπόντος.Ορισμένοι όμως υποστηρίζουν ότι, θέλοντας ο προφήτης να τον προσφωνήσει λόγω φιλοφροσύνης στα ελληνικά λέγοντας «Ω παιδίον», έβαλε στην τελευταία συλλαβή από βαρβαρισμό σίγμα αντί για νι και είπε: «Ω παιδίος», ικανοποιώντας τον Αλέξανδρο με το λάθος της προσφώνησης, και διαδόθηκε η φήμη ότι ο θεός τον προσφώνησε «Ω παι Διός».
[27.10]λέγεται δὲ καὶ Ψάμμωνος ἐν Αἰγύπτῳ τοῦ φιλοσόφου διακούσας, ἀποδέξασθαι μάλιστα τῶν λεχθέντων, ὅτι πάντες οἱ ἄνθρωποι βασιλεύονται ὑπὸ θεοῦ· τὸ γὰρ ἄρχον ἐν ἑκάστῳ καὶ κρατοῦν θεῖόν ἐστιν·Λένε ακόμη ότι, όταν άκουσε στην Αίγυπτο τον φιλόσοφο Ψάμμωνα, δέχτηκε εντελώς όσα έλεγε, ότι όλοι οι άνθρωποι κυβερνιόνται από τον θεό· γιατί η ικανότητα να κυβερνά και να εξουσιάζει είναι στον καθένα θεϊκή.
[27.11]ἔτι δὲ μᾶλλον αὐτὸς περὶ τούτων ‹καὶ› φιλοσοφώτερον δοξάζειν [καὶ] λέγων ὡς πάντων μὲν ὄντα κοινὸν ἀνθρώπων πατέρα τὸν θεόν, ἰδίους δὲ ποιούμενον ἑαυτοῦ τοὺς ἀρίστους.Ακόμη περισσότερο σχετικά με αυτά, ο ίδιος και με φιλοσοφικότερη προσέγγιση έλεγε ότι ο θεός είναι κοινός πατέρας όλων των ανθρώπων, αλλά ξεχωρίζει και θεωρεί δικά του παιδιά τους αρίστους.
[28.1]Καθόλου δὲ πρὸς μὲν τοὺς βαρβάρους σοβαρὸς ἦν καὶ σφόδρα πεπεισμένῳ περὶ τῆς ἐκ θεοῦ γενέσεως καὶ τεκνώσεως ὅμοιος, τοῖς δ᾽ Ἕλλησι μετρίως καὶ ὑποφειδομένως ἑαυτὸν ἐξεθείαζε·Προς τους βαρβάρους ήταν τελείως σοβαρός και πέρα για πέρα πεπεισμένος για τη θεϊκή προέλευση και καταγωγή του· στους Έλληνες όμως εκθείαζε τον εαυτό του με μετριοφροσύνη και με κάποια φειδώ,
[28.2]πλὴν περὶ Σάμου γράφων Ἀθηναίοις «ἐγὼ μὲν οὐκ ἂν» φησὶν «ὑμῖν ἐλευθέραν πόλιν ἔδωκα καὶ ἔνδοξον· ἔχετε δ᾽ αὐτὴν λαβόντες παρὰ τοῦ τότε κυρίου καὶ πατρὸς ἐμοῦ προσαγορευομένου,» λέγων τὸν Φίλιππον.με εξαίρεση τα όσα είπε στους Αθηναίους στο γράμμα του για τη Σάμο: «Εγώ δεν θα έδινα σε σας πόλη ελεύθερη και ένδοξη· την κατέχετε όμως, αφού την πήρατε από τον τότε ονομαζόμενο κυρίαρχο και πατέρα μου», εννοώντας τον Φίλιππο.
[28.3]ὕστερον δὲ πληγῇ περιπεσὼν ὑπὸ τοξεύματος καὶ περιαλγὴς γενόμενος· «τοῦτο μὲν» εἶπεν «ὦ φίλοι, τὸ ῥέον αἷμα καὶ οὐκ «ἰχώρ, οἷός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν».Αργότερα, πληγωμένος από βέλος και πονώντας είπε: «αγαπητοί μου, αυτό που τρέχει είναι αίμα και όχι ιχώρ, που ρέει στις φλέβες των μακάριων θεών».
[28.4]ἐπεὶ δὲ μεγάλης ποτὲ βροντῆς γενομένης καὶ πάντων ἐκπλαγέντων Ἀνάξαρχος ὁ σοφιστὴς παρὼν ἔφη πρὸς αὐτὸν «μή τι σὺ τοιοῦτον ὁ τοῦ Διός;» γελάσας ἐκεῖνος «οὐ βούλομαι γὰρ» εἶπε «φοβερὸς εἶναι τοῖς φίλοις, ὥσπερ σύ με κελεύεις ὁ καταφαυλίζων μου τὸ δεῖπνον, ὅτι ταῖς τραπέζαις ἰχθύας ὁρᾷς ἐπικειμένους, οὐ σατραπῶν κεφαλάς».Όταν κάποτε ακούστηκε δυνατό μπουμπουνητό και όλοι τρομοκρατήθηκαν, ο Ανάξαρχος ο σοφιστής, που ήταν παρών, του είπε: «μήπως εσύ, γιε το Δία, κάνεις τέτοιο μπουμπουνητό;» Ο Αλέξανδρος τότε γέλασε και είπε: «δεν θέλω να τρομοκρατώ τους φίλους μου, όπως με προτρέπεις εσύ που περιφρονείς το δείπνο μου, γιατί βλέπεις στα τραπέζια να σερβίρονται ψάρια και όχι τα κεφάλια των σατραπών».
[28.5]τῷ γὰρ ὄντι λέγεται τὸν Ἀνάξαρχον ἰχθυδίων Ἡφαιστίωνι πεμφθέντων ὑπὸ τοῦ βασιλέως τὸν προειρημένον ἐπιφθέγξασθαι λόγον, οἷον ἐξευτελίζοντα καὶ κατειρωνευόμενον τοὺς τὰ περίβλεπτα μεγάλοις πόνοις καὶ κινδύνοις διώκοντας, ὡς οὐδὲν ἢ μικρὸν ἐν ἡδοναῖς καὶ ἀπολαύσεσι πλέον ἔχοντας τῶν ἄλλων.Πράγματι, λένε ότι ο Ανάξαρχος είπε την προηγούμενη φράση όταν ο βασιλιάς είχε στείλει στον Ηφαιστίωνα μικρά ψάρια, σαν να εξευτέλιζε και να ειρωνευόταν όσους επιδιώκουν τα σπουδαία πράγματα με μεγάλους κόπους και κινδύνους, γιατί δεν έχουν τίποτε περισσότερο ή ελάχιστα να κερδίσουν σε ηδονές και απολαύσεις από όσοι οι άλλοι.
[28.6]ὁ δ᾽ οὖν Ἀλέξανδρος καὶ ἀπὸ τῶν εἰρημένων δῆλός ἐστιν αὐτὸς οὐδὲν πεπονθὼς οὐδὲ τετυφωμένος, ἀλλὰ τοὺς ἄλλους καταδουλούμενος τῇ δόξῃ τῆς θειότητος.Από τα όσα ειπώθηκαν λοιπόν είναι φανερό ότι ο Αλέξανδρος δεν είχε πάθει τίποτε ο ίδιος ούτε είχε τυφλωθεί, αλλά με το να δίνει την εντύπωση της θεϊκής καταγωγής του επηρέαζε τους άλλους.
[29.1]Εἰς δὲ Φοινίκην ἐπανελθὼν ἐξ Αἰγύπτου, θυσίας τοῖς θεοῖς καὶ πομπὰς ἐπετέλει καὶ χορῶν [ἐγ]κυκλίων καὶ τραγικῶν ἀγῶνας, οὐ μόνον ταῖς παρασκευαῖς, ἀλλὰ καὶ ταῖς ἁμίλλαις λαμπροὺς γενομένους.Κατά την επιστροφή του από την Αίγυπτο στη Φοινίκη πρόσφερε θυσίες στους θεούς και διοργάνωνε πομπές και αγώνες κυκλικών χορών και τραγωδιών, που έγιναν λαμπροί όχι μόνο από την άποψη των προετοιμασιών αλλά και της άμιλλας.
[29.2]ἐχορήγουν γὰρ οἱ βασιλεῖς τῶν Κυπρίων, ὥσπερ Ἀθήνησιν οἱ κληρούμενοι κατὰ φυλάς, καὶ ἠγωνίζοντο θαυμαστῇ φιλοτιμίᾳ πρὸς ἀλλήλους.Γιατί χορηγοί ήταν οι Βασιλείς των Κυπρίων, όπως ακριβώς στην Αθήνα αυτοί που κληρώνονταν από τις φυλές και διαγωνίζονταν μεταξύ τους με θαυμαστή φιλοδοξία.
[29.3]μάλιστα δὲ Νικοκρέων ὁ Σαλαμίνιος καὶ Πασικράτης ὁ Σόλιος διεφιλονίκησαν. οὗτοι γὰρ ἔλαχον τοῖς ἐνδοξοτάτοις ὑποκριταῖς χορηγεῖν, Πασικράτης μὲν Ἀθηνοδώρῳ, Νικοκρέων δὲ Θεσσαλῷ, περὶ ὃν ἐσπουδάκει καὶ αὐτὸς Ἀλέξανδρος.Διαγωνίστηκαν κυρίως ο Νικοκρέων από τη Σαλαμίνα και ο Πασικράτης από τους Σόλους. Γιατί αυτοί είχαν πληρωθεί ως χορηγοί των πιο φημισμένων υποκριτών, ο Πασικράτης του Αθηνόδωρου και ο Νικοκρέων του Θεσσαλού, για τον οποίο είχε δείξει ενδιαφέρον και ο ίδιος ο Αλέξανδρος.
[29.4]οὐ μὴν διέφηνε τὴν σπουδὴν πρότερον ἢ ταῖς ψήφοις ἀναγορευθῆναι νικῶντα τὸν Ἀθηνόδωρον. τότε δ᾽ ὡς ἔοικεν ἀπιὼν ἔφη τοὺς μὲν κριτὰς ἐπαινεῖν, αὐτὸς μέντοι μέρος ἂν ἡδέως προέσθαι τῆς βασιλείας ἐπὶ τῷ μὴ Θεσσαλὸν ἰδεῖν νενικημένον.Δεν φανέρωσε όμως το ενδιαφέρον του πιο μπροστά, παρά όταν η ψηφοφορία ανέδειξε νικητή τον Αθηνόδωρο. Τότε, καθώς φαίνεται, φεύγοντας είπε ότι επαινεί τους κριτές, αλλά θα θυσίαζε ευχαρίστως ένα μέρος της βασιλείας του, προκειμένου να μη δει νικημένο τον Θεσσαλό.
[29.5]ἐπεὶ δ᾽ Ἀθηνόδωρος ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων ζημιωθείς, ὅτι πρὸς τὸν ἀγῶνα τῶν Διονυσίων οὐκ ἀπήντησεν, ἠξίου γράψαι περὶ αὐτοῦ τὸν βασιλέα, τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησε, τὴν δὲ ζημίαν ἀπέστειλε παρ᾽ ἑαυτοῦ.Αλλά όταν ο Αθηνόδωρος τιμωρήθηκε με πρόστιμο από τους Αθηναίους, επειδή δεν παρευρέθηκε στους δραματικούς αγώνες στα Διονύσια, και ζητούσε από τον βασιλιά να γράψει επιστολή γι᾽ αυτό, δεν ικανοποίησε βέβαια αυτό το αίτημά του, έστειλε όμως τα χρήματα για το πρόστιμο ο ίδιος.
[29.6]Λύκωνος δὲ τοῦ Σκαρφέως εὐημεροῦντος ἐν τῷ θεάτρῳ καὶ στίχον εἰς τὴν κωμῳδίαν ἐμβαλόντος αἴτησιν περιέχοντα δέκα ταλάντων, γελάσας ἔδωκε.Όταν ο Λύκων από τη Σκάρφεια, πετυχημένος στο θέατρο, πρόσθεσε σε μια κωμωδία στίχο με αίτηση για δέκα τάλαντα, γέλασε και τα έδωσε.
[29.7]Δαρείου δὲ πέμψαντος ἐπιστολὴν πρὸς αὐτὸν καὶ φίλους δεομένους, μύρια μὲν ὑπὲρ τῶν ἑαλωκότων λαβεῖν τάλαντα, τὴν δ᾽ ἐντὸς Εὐφράτου πᾶσαν ἔχοντα καὶ γήμαντα μίαν τῶν θυγατέρων φίλον εἶναι καὶ σύμμαχον, ἐκοινοῦτο τοῖς ἑταίροις·Όταν ο Δαρείος του έστειλε επιστολή και φίλους να τον παρακαλέσουν να πάρει δέκα χιλιάδες τάλαντα για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων και να είναι φίλος και σύμμαχός του, κρατώντας όλη την περιοχή εντός του Ευφράτη και παίρνοντας γυναίκα μια κόρη του, το ανακοίνωσε στους φίλους του.
[29.8]καὶ Παρμενίωνος εἰπόντος «ἐγὼ μὲν εἰ Ἀλέξανδρος ἤμην, ἔλαβον ἂν ταῦτα,» «κἀγὼ νὴ Δία» εἶπεν ὁ Ἀλέξανδρος, «εἰ Παρμενίων».Όταν ο Παρμενίων του είπε: «εγώ, αν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα έπαιρνα αυτά», ο Αλέξανδρος του απάντησε: «και εγώ, μα τον Δία, αν ήμουν ο Παρμενίων».
[29.9]πρὸς δὲ τὸν Δαρεῖον ἔγραψεν, ὡς οὐδενὸς ἀτυχήσει τῶν φιλανθρώπων ἐλθὼν πρὸς αὐτόν, εἰ δὲ μή, αὐτὸς ἐπ᾽ ἐκεῖνον ἤδη πορεύσεσθαι.Στον Δαρείο, εξάλλου, έγραψε ότι, αν ερχόταν σ᾽ αυτόν, θα εύρισκε κάθε λογής φιλανθρωπία, ειδεμή, θα βάδιζε ο ίδιος εναντίον του.
[30.1]Ταχὺ μέντοι μετεμελήθη, τῆς Δαρείου γυναικὸς ἀποθανούσης ἐν ὠδῖσι, καὶ φανερὸς ἦν ἀνιώμενος ὡς ἐπίδειξιν οὐ μικρὰν ἀφῃρημένος χρηστότητος. ἔθαψεν οὖν τὴν ἄνθρωπον οὐδεμιᾶς πολυτελείας φειδόμενος.Γρήγορα όμως μετάνιωσε, όταν η γυναίκα του Δαρείου πέθανε στη γέννα. Η στενοχώρια του ήταν ολοφάνερη, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να δείξει αρκετά την καλοσύνη του. Έθαψε λοιπόν τη γυναίκα χωρίς να λογαριάσει καθόλου τα έξοδα.
[30.2]τῶν δὲ θαλαμηπόλων τις εὐνούχων, οἳ συνεαλώκεισαν ταῖς γυναιξίν, ἀποδρὰς ἐκ τοῦ στρατοπέδου καὶ πρὸς Δαρεῖον ἀφιππασάμενος, Τίρεως ὄνομα, φράζει τὸν θάνατον αὐτῷ τῆς γυναικός.Κάποιος από τους ευνούχους θαλαμηπόλους που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι μαζί με τις γυναίκες, Τίρεως στο όνομα, είχε δραπετεύσει από το στρατόπεδο και, φτάνοντας με άλογο στον Δαρείο, του ανακοίνωσε τον θάνατο της γυναίκας του.
[30.3]ὡς δὲ πληξάμενος τὴν κεφαλὴν καὶ ἀνακλαύσας «φεῦ τοῦ Περσῶν» ἔφη «δαίμονος, εἰ ‹δεῖ› τὴν βασιλέως γυναῖκα καὶ ἀδελφὴν οὐ μόνον αἰχμάλωτον γενέσθαι ζῶσαν, ἀλλὰ καὶ τελευτήσασαν ἄμοιρον κεῖσθαι ταφῆς βασιλικῆς,»Εκείνος, χτυπώντας το κεφάλι του και κλαίγοντας με λυγμούς, είπε: «αλίμονο στην κακή μοίρα των Περσών, που ήταν ανάγκη η γυναίκα και αδερφή του βασιλιά όχι μόνο να πιαστεί αιχμάλωτη όσο ζούσε, αλλά και πεθαμένη να μην τύχει ταφής βασιλικής».
[30.4]ὑπολαβὼν ὁ θαλαμηπόλος «ἀλλὰ ταφῆς γε χάριν» εἶπεν «ὦ βασιλεῦ, καὶ τιμῆς ἁπάσης καὶ τοῦ πρέποντος οὐδὲν ἔχεις αἰτιάσασθαι τὸν πονηρὸν δαίμονα Περσῶν.Παίρνοντας το λόγο ο θαλαμηπόλος είπε: «βασιλιά, δεν έχεις κανένα λόγο να κατηγορήσεις την κακή μοίρα των Περσών για την ταφή και για απόδοση κάθε πρέπουσας τιμής.
[30.5]οὔτε γὰρ ζώσῃ τῇ δεσποίνῃ Στατείρᾳ καὶ μητρὶ σῇ καὶ τέκνοις ‹οὐδὲν› ἐνέδει τῶν πρόσθεν ἀγαθῶν καὶ καλῶν ἢ τὸ σὸν ὁρᾶν φῶς, ὃ πάλιν ἀναλάμψειε λαμπρὸν ὁ κύριος Ὠρομάσδης, οὔτ᾽ ἀποθανοῦσα κόσμου τινὸς ἄμοιρος γέγονεν, ἀλλὰ καὶ πολεμίων τετίμηται δάκρυσιν.Γιατί ούτε από τη δέσποινα Στάτειρα, όσο ζούσε, ούτε από τη μητέρα και τα παιδιά σου έλειψε κάποιο από τα πριν αγαθά και τα καλά εκτός από το να μη βλέπουν τη δική σου δόξα, που μακάρι να της δώσει ξανά μεγάλη λάμψη ο κυρίαρχος Ωρομάσδης, ούτε και νεκρή έχει στερηθεί κάποια τιμή· απεναντίας, έχει τιμηθεί ακόμη και με δάκρυα των εχθρών.
[30.6]οὕτω γάρ ἐστι χρηστὸς κρατήσας Ἀλέξανδρος ὡς δεινὸς μαχόμενος».Γιατί, όσο φοβερός είναι ο Αλέξανδρος στη μάχη τόσο καλός είναι όταν επικρατήσει».
[30.7]ταῦτ᾽ ἀκούσαντα Δαρεῖον ἡ ταραχὴ καὶ τὸ πάθος ἐξέφερε πρὸς ὑποψίας ἀτόπους, καὶ τὸν εὐνοῦχον ἐνδοτέρω τῆς σκηνῆς ἀπαγαγών,Σαν άκουσε αυτά ο Δαρείος, η ταραχή και το πάθος του τον παρέσυραν σε παράλογες υποψίες· γι᾽ αυτό, τραβώντας τον ευνούχο μέσα στη σκηνή, του είπε:
[30.8]«εἰ μὴ καὶ σὺ μετὰ τῆς Περσῶν» ἔφη «τύχης μακεδονίζεις, ἀλλ᾽ ἔτι σοι δεσπότης ἐγὼ Δαρεῖος, εἰπέ μοι σεβόμενος Μίθρου τε φῶς μέγα καὶ δεξιὰν βασίλειον, ἆρα μὴ τὰ μικρότατα τῶν Στατείρας κλαίω κακῶν, οἰκτρότερα δὲ ζώσης ἐπάσχομεν, καὶ μᾶλλον ἂν κατ᾽ ἀξίαν ἐδυστυχοῦμεν ὠμῷ καὶ σκυθρωπῷ περιπεσόντες ἐχθρῷ;«αν δεν υπηρετείς και εσύ τα συμφέροντα των Μακεδόνων, όπως η τύχη των Περσών, αλλά εγώ είμαι ακόμη ο αφέντης σου, ο Δαρείος, πες μου, σεβόμενος το μεγάλο φως του Μίθρα και το δεξί βασιλικό χέρι, μήπως άραγε κλαίω για τις μικρότερες συμφορές της Στάτειρας, ενώ παθαίναμε χειρότερα όσο ζούσε, και θα ήμασταν πιο αξιοπρεπείς στη δυστυχία μας, αν πέφταμε πάνω σε έναν ωμό και απάνθρωπο εχθρό;
[30.9]τί γὰρ εὐπρεπὲς ἀνδρὶ νέῳ πρὸς ἐχθροῦ γυναῖκα μέχρι τιμῆς τοσαύτης συμβόλαιον;»Γιατί, ποια αξιοπρεπή σχέση μπορεί να έχει ένας νέος άνδρας με τη γυναίκα του εχθρού του, ώστε να οδηγεί σε μια τόσο μεγάλη τιμή;»
[30.10]ἔτι λέγοντος αὐτοῦ καταβαλὼν ἐπὶ τοὺς πόδας Τίρεως αὑτὸν ἱκέτευεν εὐφημεῖν, καὶ μήτ᾽ Ἀλέξανδρον ἀδικεῖν, μήτε τὴν τεθνεῶσαν ἀδελφὴν καὶ γυναῖκα καταισχύνειν, μήθ᾽ αὑτοῦ τὴν μεγίστην ὧν ἔπταικεν ἀφαιρεῖσθαι παραμυθίαν, τὸ δοκεῖν ὑπ᾽ ἀνδρὸς ἡττῆσθαι κρείττονος ἢ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἀλλὰ καὶ θαυμάζειν Ἀλέξανδρον, ὡς πλείονα ταῖς Περσῶν γυναιξὶ σωφροσύνην ἢ Πέρσαις ἀνδρείαν ἐπιδεδειγμένον.Και ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, ο Τίρεως πέφτοντας στα πόδια του τον ικέτευε να προσέχει τα λόγια του και μήτε τον Αλέξανδρο να αδικεί μήτε να ντροπιάζει τη νεκρή αδερφή και γυναίκα του μήτε να αφαιρεί από τον εαυτό του τη μεγαλύτερη παρηγοριά για όσα είχε πάθει, τη γνώμη που είχε ότι ηττήθηκε από έναν άνδρα ανώτερο από την ανθρώπινη φύση, αλλά και να θαυμάζει τον Αλέξανδρο, που είχε δείξει μεγαλύτερη σωφροσύνη προς τις γυναίκες των Περσών από όσην ανδρεία προς τους ίδιους του Πέρσες ως μαχητές.
[30.11]ἅμα δ᾽ ὅρκους τε φρικώδεις τοῦ θαλαμηπόλου κινοῦντος ὑπὲρ τούτων, καὶ περὶ τῆς ἄλλης ἐγκρατείας καὶ μεγαλοψυχίας τῆς Ἀλεξάνδρου λέγοντος, ἐξελθὼν πρὸς τοὺς ἑταίρους ὁ Δαρεῖος, καὶ ‹τὰς› χεῖρας ἀνατείνας πρὸς τὸν οὐρανόν, ἐπεύξατο·Συγχρόνως, καθώς ο θαλαμηπόλος έπαιρνε φοβερούς όρκους γι᾽ αυτά και μιλούσε γενικά για την αυτοσυγκράτηση και το μεγαλείο της ψυχής του Αλέξανδρου, ο Δαρείος, αφού βγήκε έξω προς τους συντρόφους του και σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό, προσευχήθηκε:
[30.12]«θεοὶ γενέθλιοι καὶ βασίλειοι, μάλιστα μὲν ἐμοὶ διδοίητε τὴν Περσῶν ἀρχὴν εἰς ὀρθὸν αὖθις σταθεῖσαν ἐφ᾽ οἷς ἐδεξάμην ἀγαθοῖς ἀπολαβεῖν, ἵνα κρατήσας ἀμείψωμαι τὰς Ἀλεξάνδρου χάριτας, ὧν εἰς τὰ φίλτατα πταίσας ἔτυχον·«θεοί γενέθλιοι και θεοί του βασιλείου μου, είθε να με αξιώσετε να βάλω πάλι την αρχή μου σε σταθερές βάσεις και να την πάρω πίσω με όσα αγαθά την είχα δεχτεί, προκειμένου να νικήσω και να ανταποδώσω στον Αλέξανδρο τις χάρες που μου έκανε, όταν έχασα τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα.
[30.13]εἰ δ᾽ ἄρα τις οὗτος εἱμαρτὸς ἥκει χρόνος, ὀφειλόμενος νεμέσει καὶ μεταβολῇ, παύσασθαι τὰ Περσῶν, μηδεὶς ἄλλος ἀνθρώπων καθίσειεν εἰς τὸν Κύρου θρόνον πλὴν Ἀλεξάνδρου».Αλλ᾽, αν τυχόν έχει έρθει ο ορισμένος από τη μοίρα χρόνος να λήξει η βασιλεία των Περσών λόγω θείας τιμωρίας και μεταβολής, ας μην καθίσει στον θρόνο του Κύρου κανένας άλλος άνθρωπος εκτός από τον Αλέξανδρο».
[30.14]ταῦτα μὲν οὕτω γενέσθαι τε καὶ λεχθῆναί φασιν οἱ πλεῖστοι τῶν συγγραφέων.Έτσι γράφουν ότι έγιναν και ειπώθηκαν αυτά οι περισσότεροι συγγραφείς.

Μάχη στα Γαυγάμηλα. Κατάληψη της Μεσοποταμίας και της Περσίας

[31.1]Ἀλέξανδρος δὲ τὴν ἐντὸς τοῦ Εὐφράτου πᾶσαν ὑφ᾽ ἑαυτῷ ποιησάμενος, ἤλαυνεν ἐπὶ Δαρεῖον, ἑκατὸν μυριάσι στρατοῦ καταβαίνοντα.Ο Αλέξανδρος, αφού κυρίεψε όλη την περιοχή δυτικά του Ευφράτη, προχωρούσε ακάθεκτος εναντίον του Δαρείου, που ερχόταν από τα ενδότερα με ένα εκατομμύριο στρατό.
[31.2]καί τις αὐτῷ φράζει τῶν ἑταίρων, ὡς δὴ γέλωτος ἄξιον πρᾶγμα, τοὺς ἀκολούθους παίζοντας εἰς δύο μέρη διῃρηκέναι σφᾶς αὐτούς, ὧν ἑκατέρου στρατηγὸν εἶναι καὶ ἡγεμόνα, τὸν μὲν Ἀλέξανδρον, τὸν δὲ Δαρεῖον ὑπ᾽ αὐτῶν προσαγορευόμενον·Και κάποιος από τους φίλους τού λέει κάτι που άξιζε για γέλια, ότι η ακολουθία του παίζοντας είχε χωριστεί σε δυο μέρη, το καθένα από τα οποία είχε στρατηγό και αρχηγό, που τους είχαν ονομάσει τον έναν Αλέξανδρο και τον άλλον Δαρείο.
[31.3]ἀρξαμένους δὲ βώλοις ἀκροβολίζεσθαι πρὸς ἀλλήλους, εἶτα πυγμαῖς, τέλος ἐκκεκαῦσθαι τῇ φιλονικίᾳ καὶ μέχρι λίθων καὶ ξύλων, πολλοὺς καὶ δυσκαταπαύστους γεγονότας.Στην αρχή χτυπούσαν από μακριά ο ένας τον άλλον με βώλους, στη συνέχεια με γροθιές και τέλος είχαν ανάψει τα αίματα από τον καβγά και έφτασαν σε σημείο να πετούν πέτρες και ξύλα· πολλοί μάλιστα ήταν πολύ δύσκολο να σταματήσουν.
[31.4]ταῦτ᾽ ἀκούσας ἐκέλευσεν αὐτοὺς μονομαχῆσαι τοὺς ἡγεμόνας, καὶ τὸν μὲν Ἀλέξανδρον αὐτὸς ὥπλισε, τὸν δὲ Δαρεῖον Φιλώτας. ἐθεᾶτο δ᾽ ὁ στρατός, ἐν οἰωνῷ τινι τοῦ μέλλοντος τιθέμενος τὸ γιγνόμενον.Ακούγοντας αυτά, ο βασιλιάς έδωσε διαταγή να μονομαχήσουν οι ίδιοι οι αρχηγοί· στον Αλέξανδρο έδωσε όπλα ο ίδιος, στον Δαρείο ο Φιλώτας. Παρακολουθούσε όλος ο στρατός, καθώς θεωρούσε το περιστατικό ως οιωνό για τη μελλοντική αναμέτρηση.
[31.5]ἰσχυρᾶς δὲ τῆς μάχης γενομένης, ἐνίκησεν ὁ καλούμενος Ἀλέξανδρος, καὶ δωρεὰν ἔλαβε δώδεκα κώμας καὶ στολῇ Περσικῇ χρῆσθαι. ταῦτα μὲν οὖν Ἐρατοσθένης ἱστόρηκε.Έγινε σφοδρή μονομαχία και νίκησε ο ονομαζόμενος Αλέξανδρος· πήρε ως ανταμοιβή δώδεκα χωριά και την άδεια να χρησιμοποιεί Περσική ενδυμασία. Αυτά λοιπόν έχει ιστορήσει ο Ερατοσθένης.
[31.6]Τὴν δὲ μεγάλην μάχην πρὸς Δαρεῖον οὐκ ἐν Ἀρβήλοις, ὥσπερ οἱ πολλοὶ γράφουσιν, ἀλλ᾽ ἐν Γαυγαμήλοις γενέσθαι συνέπεσε.Η μεγάλη αναμέτρηση με τον Δαρείο έτυχε να γίνει όχι στα Άρβηλα, όπως γράφουν οι περισσότεροι, αλλά στα Γαυγάμηλα.
[31.7]σημαίνειν δέ φασιν οἶκον καμήλου τὴν διάλεκτον, ἐπεὶ τῶν πάλαι τις βασιλέων ἐκφυγὼν πολεμίους ἐπὶ καμήλου δρομάδος ἐνταῦθα καθίδρυσεν αὐτήν, ἀποτάξας τινὰς κώμας καὶ προσόδους εἰς τὴν ἐπιμέλειαν.Λένε ότι το όνομα στην τοπική γλώσσα σημαίνει σπίτι καμήλας, γιατί κάποιος παλαιός βασιλιάς, αφού διέφυγε τους εχθρούς του πάνω σε καμήλα δρομάδα, την εγκατέστησε εδώ, καθορίζοντας για τη φροντίδα της μερικά χωριά και έσοδα.
[31.8]Ἡ μὲν οὖν σελήνη τοῦ Βοηδρομιῶνος ἐξέλιπε περὶ τὴν τῶν μυστηρίων τῶν Ἀθήνησιν ἀρχήν, ἑνδεκάτῃ δ᾽ ἀπὸ τῆς ἐκλείψεως νυκτὶ τῶν στρατοπέδων ‹ἀλλήλων› ἐν ὄψει γεγονότων, Δαρεῖος μὲν ‹ἐν› ὅπλοις συνεῖχε τὴν δύναμιν, ὑπὸ λαμπάδων ἐπιπορευόμενος τὰς τάξεις·Κατά τον μήνα λοιπόν Βοηδρομιώνα έγινε έκλειψη σελήνης, στην αρχή σχεδόν των Ελευσίνιων Μυστηρίων, και την ενδέκατη νύχτα μετά την έκλειψη οι δυο στρατοί ήρθαν αντιμέτωποι. Ο Δαρείος είχε τη δύναμή του πανέτοιμη για μάχη και επιθεωρούσε τις τάξεις του κάτω από το φως πυρσών·
[31.9]Ἀλέξανδρος δὲ τῶν Μακεδόνων ἀναπαυομένων αὐτὸς πρὸ τῆς σκηνῆς μετὰ τοῦ μάντεως Ἀριστάνδρου διέτριβεν, ἱερουργίας τινὰς ἀπορρήτους ἱερουργούμενος καὶ τῷ Φόβῳ σφαγιαζόμενος.ο Αλέξανδρος από την άλλη, ενώ οι Μακεδόνες κοιμούνταν, ο ίδιος πέρασε τη νύχτα μπροστά στη σκηνή με τον μάντη Αρίστανδρο κάνοντας μυστικές τελετουργίες και προσφέροντας θυσίες στον Φοίβο.
[31.10]οἱ δὲ πρεσβύτεροι τῶν ἑταίρων καὶ μάλιστα Παρμενίων, ὡς τὸ μὲν πεδίον τὸ μεταξὺ τοῦ Νιφάτου καὶ τῶν ὀρῶν τῶν Γορδυαίων ἅπαν ἑωρᾶτο καταλαμπόμενον τοῖς βαρβαρικοῖς φέγγεσιν, ἀτέκμαρτος δέ τις φωνὴ συμμεμειγμένη καὶ θόρυβος ἐκ τοῦ στρατοπέδου καθάπερ ἐξ ἀχανοῦς προσήχει πελάγους,Οι μεγαλύτεροι από τους εταίρους και μάλιστα ο Παρμενίων, καθώς όλη η πεδιάδα ανάμεσα στον Νιφάτη και τα Γορδυαία βουνά έμοιαζε να φεγγοβολάει από τις βαρβαρικές φωτιές και κάποια ακαθόριστη και μπερδεμένη φωνή και θόρυβος από το στρατόπεδο αντηχούσε σαν από αχανές πέλαγος,
[31.11]θαυμάσαντες τὸ πλῆθος καὶ πρὸς ἀλλήλους διαλεχθέντες, ὡς μέγα καὶ χαλεπὸν ἔργον εἴη συμπεσόντας ἐκ προφανοῦς τοσοῦτον ὤσασθαι πόλεμον, ἀπὸ τῶν ἱερῶν γενομένῳ τῷ βασιλεῖ προσελθόντες, ἔπειθον αὐτὸν ἐπιχειρῆσαι νύκτωρ τοῖς πολεμίοις καὶ τῷ σκότῳ τὸ φοβερώτατον συγκαλύψαι τοῦ μέλλοντος ἀγῶνος.έμειναν έκπληκτοι από το πλήθος και έλεγαν συζητώντας μεταξύ τους πόσο μεγάλη και δύσκολη υπόθεση ήταν να αντιμετωπίσουν έναν τόσο μεγάλο πόλεμο επιτιθέμενοι φανερά. Γι᾽ αυτό πλησίασαν τον βασιλιά, που είχε τελειώσει τις θυσίες, και προσπαθούσαν να τον πείσουν να επιτεθεί νύχτα εναντίον των εχθρών και με το σκοτάδι να καλύψει τον τρόπο της επικείμενης μάχης.
[31.12]ὁ δὲ τὸ μνημονευόμενον εἰπὼν «οὐ κλέπτω τὴν νίκην,» ἐνίοις μὲν ἔδοξε μειρακιώδη καὶ κενὴν ἀπόκρισιν πεποιῆσθαι, παίζων πρὸς τοσοῦτον κίνδυνον,Και ο Αλέξανδρος, λέγοντας το μνημειώδες «δεν κλέβω τη νίκη», έδωσε σε ορισμένους την εντύπωση ότι είχε απαντήσει σαν μικρό και άμυαλο παιδί, αστειευόμενος μπροστά σε έναν τόσο μεγάλο κίνδυνο·
[31.13]ἐνίοις δὲ καὶ τῷ παρόντι θαρρεῖν καὶ στοχάζεσθαι τοῦ μέλλοντος ὀρθῶς, μὴ διδοὺς πρόφασιν ἡττηθέντι Δαρείῳ πρὸς ἄλλην αὖθις ἀναθαρρῆσαι πεῖραν, αἰτιωμένῳ τούτων νύκτα καὶ σκότος, ὡς ὄρη καὶ στενὰ καὶ θάλασσαν τῶν προτέρων.ορισμένοι άλλοι όμως σκέφτηκαν ότι και στον τωρινό κίνδυνο έδειχνε θάρρος και έκρινε σωστά για το μέλλον, με το να μη δώσει δικαιολογία στον Δαρείο, αν ηττηθεί, να ξαναδοκιμάσει άλλην επίθεση, επικαλούμενος γι᾽ αυτά τη νύχτα και το σκοτάδι, όπως για την προηγούμενη ήττα του τα βουνά, τα στενά και τη θάλασσα.
[31.14]οὐ γὰρ ὅπλων οὐδὲ σωμάτων ἀπορίᾳ παύσεσθαι πολεμοῦντα Δαρεῖον ἀπὸ τηλικαύτης δυνάμεως καὶ χώρας τοσαύτης, ἀλλ᾽ ὅταν ἀφῇ τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐλπίδα, δι᾽ ἐμφανοῦς ἥττης κατὰ κράτος ἐξελεγχθείς.Γιατί ο Δαρείος δεν θα έπαυε να πολεμά λόγω έλλειψης όπλων και ανθρώπων, μια και είχε τόσο αξιόλογη δύναμη και τόσο μεγάλη χώρα, παρά μόνο όταν θα έχανε το θάρρος και την ελπίδα και θα αποκαλυπτόταν η αδυναμία του ύστερα από μια αδιαμφισβήτητη ήττα.
[32.1]Ἀπελθόντων δὲ τούτων, κατακλιθεὶς ὑπὸ σκηνὴν λέγεται τὸ λοιπὸν μέρος τῆς νυκτὸς ὕπνῳ βαθεῖ κρατηθῆναι παρὰ τὸ εἰωθός, ὥστε θαυμάζειν ἐπελθόντος ὄρθρου τοὺς ἡγεμόνας, καὶ παρ᾽ αὑτῶν ἐξενεγκεῖν παράγγελμα πρῶτον ἀριστοποιεῖσθαι τοὺς στρατιώτας·Μετά την αποχώρηση αυτών, λένε ότι ξάπλωσε μέσα στη σκηνή και κοιμήθηκε το υπόλοιπο της νύχτας με ύπνο βαθύ παρά τη συνήθειά του, ώστε να απορούν το πρωί οι στρατηγοί και να δοθεί από αυτούς το παράγγελμα για το πρόγευμα των στρατιωτών.
[32.2]ἔπειτα τοῦ καιροῦ κατεπείγοντος, εἰσελθόντα Παρμενίωνα καὶ παραστάντα τῇ κλίνῃ δὶς ἢ τρὶς αὐτοῦ φθέγξασθαι τοὔνομα, καὶ διεγερθέντος οὕτως ἐρωτᾶν, ὅ τι δὴ πεπονθὼς ὕπνον καθεύδοι νενικηκότος, οὐχὶ μέλλοντος ἀγωνιεῖσθαι τὸν μέγιστον τῶν ἀγώνων.Έπειτα, επειδή ο χρόνος πίεζε, ο Παρμενίων μπήκε στη σκηνή και, αφού στάθηκε κοντά στο κρεβάτι, τον φώναξε δυο ή τρεις φορές με το όνομά του· και, μόλις σηκώθηκε, τον ρώτησε τι είχε πάθει και κοιμόταν σαν να ήταν νικητής και όχι σαν να επρόκειτο να δώσει την πιο μεγάλη του μάχη.
[32.3]τὸν δ᾽ οὖν Ἀλέξανδρον εἰπεῖν διαμειδιάσαντα· «τί γάρ; οὐκ ἤδη σοι νενικηκέναι δοκοῦμεν, ἀπηλλαγμένοι τοῦ πλανᾶσθαι καὶ διώκειν ἐν πολλῇ καὶ κατεφθαρμένῃ φυγομαχοῦντα χώρᾳ Δαρεῖον;»Τότε ο Αλέξανδρος χαμογελώντας του είπε: «τι λοιπόν; Δεν νομίζεις ότι έχουμε ήδη νικήσει και έχουμε απαλλαγεί από το να περιπλανιόμαστε και να καταδιώκουμε τον Δαρείο, που φυγομαχεί μέσα σε μια χώρα μεγάλη και κατεστραμμένη;»
[32.4]οὐ μόνον δὲ πρὸ τῆς μάχης, ἀλλὰ καὶ παρ᾽ αὐτὸν τὸν κίνδυνον ἐπεδείξατο μέγαν καὶ συνεστηκότα τῷ λογίζεσθαι καὶ θαρρεῖν ἑαυτόν.Με τη λογική και το θάρρος απέδειξε ότι ήταν μεγάλος και συγκροτημένος όχι μόνο πριν από τη μάχη αλλά και στη διάρκεια της ίδιας της μάχης.
[32.5]Ἔσχε γὰρ ὁ ἀγὼν ὑποτροπὴν καὶ σάλον ἐν τῷ εὐωνύμῳ κέρατι κατὰ Παρμενίωνα, τῆς Βακτριανῆς ἵππου ῥόθῳ πολλῷ καὶ μετὰ βίας παρεμπεσούσης εἰς τοὺς Μακεδόνας, Μαζαίου δὲ περιπέμψαντος ἔξω τῆς φάλαγγος ἱππεῖς τοῖς σκευοφυλακοῦσι προσβαλοῦντας.Γιατί στη μάχη δημιουργήθηκε υποτροπή και ταραχή στην αριστερή πτέρυγα με τον Παρμενίωνα, όταν το Βακτριανό ιππικό έπεσε επάνω στους Μακεδόνες με πολλή ορμή και δύναμη και ο Μαζαίος απέσυρε από τη φάλαγγα ιππείς και τους έστειλε τους σκευοφύλακες.
[32.6]διὸ καὶ θορυβούμενος ὑπ᾽ ἀμφοτέρων ὁ Παρμενίων ἀπέστειλε πρὸς Ἀλέξανδρον ἀγγέλους, φράζοντας οἴχεσθαι τὸν χάρακα καὶ τὰς ἀποσκευάς, εἰ μὴ κατὰ τάχος βοήθειαν ἰσχυρὰν ἀπὸ τοῦ στόματος πέμψειε τοῖς ὄπισθεν.Γι᾽ αυτό και ο Παρμενίων, ανησυχώντας για τους δυο αυτούς λόγους, έστειλε στον Αλέξανδρο αγγελιαφόρους να του πουν ότι χάνονται το χαράκωμα και οι αποσκευές, αν δεν έστελνε γρήγορα ισχυρές ενισχύσεις στην οπισθοφυλακή από το μέτωπο.
[32.7]ἔτυχε μὲν οὖν κατ᾽ ἐκεῖνο καιροῦ τοῖς περὶ αὐτὸν ἐφόδου διδοὺς σημεῖον· ὡς δ᾽ ἤκουσε τὰ παρὰ τοῦ Παρμενίωνος, οὐκ ἔφη σωφρονεῖν αὐτὸν οὐδ᾽ ἐντὸς εἶναι τῶν λογισμῶν, ἀλλ᾽ ἐπιλελῆσθαι ταραττόμενον, ὅτι νικῶντες μὲν προσκτήσονται καὶ τὰ τῶν πολεμίων, ἡττωμένοις δὲ φροντιστέον οὐ χρημάτων οὐδ᾽ ἀνδραπόδων, ἀλλ᾽ ὅπως ἀποθανοῦνται καλῶς καὶ λαμπρῶς ἀγωνιζόμενοι.Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Αλέξανδρος έδινε στους άνδρες του το σύνθημα της επίθεσης. Όταν άκουσε όσα ζητούσε ο Παρμενίων, είπε ότι δεν είναι σώφρων ο άνθρωπος ούτε και στα καλά του· από την ταραχή του έχει ξεχάσει ότι, αν νικήσουν, θα αποκτήσουν και όσα ανήκουν στους εχθρούς, ενώ, εάν ηττηθούν, δεν θα χρειαστεί να ενδιαφερθούν για χρήματα ούτε και για δούλους, αλλά πώς θα πεθάνουν πολεμώντας με τιμή και δόξα.
[32.8]Ταῦτ᾽ ἐπιστείλας Παρμενίωνι, τὸ κράνος περιέθετο, τὸν δ᾽ ἄλλον ὁπλισμὸν εὐθὺς ἀπὸ σκηνῆς εἶχεν, ὑπένδυμα τῶν Σικελικῶν ζωστόν, ἐπὶ δὲ τούτῳ θώρακα διπλοῦν λινοῦν ἐκ τῶν ληφθέντων ἐν Ἰσσῷ.Αυτά παράγγειλε να πουν στον Παρμενίωνα και έβαλε την περικεφαλαία του· τον άλλον οπλισμό τον είχε από τη στιγμή που βγήκε από τη σκηνή: εσωτερικά ένα ένδυμα με ζώνη σικελική και πάνω από αυτό διπλό λινό θώρακα από τα λάφυρα στη μάχη της Ισσού.
[32.9]τὸ δὲ κράνος ἦν μὲν σιδηροῦν, ἔστιλβε δ᾽ ὥσπερ ἄργυρος καθαρός, ἔργον Θεοφίλου· συνήρμοστο δ᾽ αὐτῷ περιτραχήλιον ὁμοίως σιδηροῦν, λιθοκόλλητον·Η περικεφαλαία ήταν σιδερένια, γυάλιζε σαν καθαρό ασήμι, έργο του Θεόφιλου. Πιασμένο με αυτήν ήταν ένα σιδερένιο πάλι κομμάτι γύρω από τον τράχηλο με ένθετα πετράδια·
[32.10]μάχαιραν δὲ θαυμαστὴν βαφῇ καὶ κουφότητι, δωρησαμένου τοῦ Κιτιέων βασιλέως, [ἣν] εἶχεν, ἠσκημένος τὰ πολλὰ χρῆσθαι μαχαίρᾳ παρὰ τὰς μάχας.το μαχαίρι του ήταν υπέροχο για το χρώμα του και ήταν ελαφρύ, δώρο του βασιλιά του Κιτίου· το κρατούσε μαζί του, επειδή είχε ασκηθεί πολύ να χειρίζεται το μαχαίρι στις μάχες.
[32.11]ἐπιπόρπωμα δ᾽ ἐφόρει τῇ μὲν ἐργασίᾳ σοβαρώτερον ἢ κατὰ τὸν ἄλλον ὁπλισμόν· ἦν γὰρ ἔργον Ἑλικῶνος τοῦ παλαιοῦ, τιμὴ δὲ τῆς Ῥοδίων πόλεως, ὑφ᾽ ἧς ἐδόθη δῶρον· ἐχρῆτο δὲ καὶ τούτῳ πρὸς τοὺς ἀγῶνας.Φορούσε χλαμύδα με πόρπη στον ώμο, δουλεμένη πολύ καλύτερα από ό,τι ο υπόλοιπος οπλισμός· ήταν δώρο του παλαιού Ελικώνα, τιμή της πόλης των Ροδίων, από την οποία του είχε δοθεί ως δώρο· τη χρησιμοποιούσε και αυτή στις μάχες.
[32.12]ἄχρι μὲν οὖν συντάττων τι τῆς φάλαγγος ἢ παρακελευόμενος ἢ διδάσκων ἢ ἐφορῶν παρεξήλαυνεν, ἄλλον ἵππον εἶχε, τοῦ Βουκεφάλα φειδόμενος, ἤδη παρήλικος ὄντος· χωροῦντι δὲ πρὸς ἔργον ἐκεῖνος προσήγετο, καὶ μεταβὰς εὐθὺς ἦρχεν ἐφόδου.Όταν περνούσε μπροστά από τη φάλαγγα έφιππος ή τακτοποιώντας την ή δίνοντας οδηγίες ή συμβουλές ή επιβλέποντας, είχε άλλο άλογο, επειδή λυπόταν τον Βουκεφάλα, που ήταν ήδη πολύ γερασμένος· αλλά όταν κινούσε για μάχη, του έφερναν εκείνον· ίππευε και άρχιζε αμέσως την επίθεση.
[33.1]Τότε δὲ τοῖς Θετταλοῖς πλεῖστα διαλεχθεὶς καὶ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησιν, ὡς ἐπέρρωσαν αὐτὸν βοῶντες ἄγειν ἐπὶ τοὺς βαρβάρους, τὸ ξυστὸν εἰς τὴν ἀριστερὰν μεταλαβών, τῇ δεξιᾷ παρεκάλει τοὺς θεούς, ὡς Καλλισθένης φησίν, ἐπευχόμενος, εἴπερ ὄντως Διόθεν ἐστὶ γεγονώς, ἀμῦναι καὶ συνεπιρρῶσαι τοὺς Ἕλληνας.Τότε, αφού συνομίλησε για αρκετή ώρα με τους Θεσσαλούς και τους άλλους Έλληνες, που τον ενθάρρυναν φωνάζοντάς του να τους οδηγήσει εναντίον των βαρβάρων, πήρε με το αριστερό χέρι το ακόντιο και με το δεξί παρακαλούσε τους θεούς και ευχόταν, όπως λέει ο Καλλισθένης, εάν όντως είναι γιος του Δία, να βοηθήσουν και να ενισχύσουν τους Έλληνες.
[33.2]ὁ δὲ μάντις Ἀρίστανδρος, χλανίδα λευκὴν ἔχων καὶ χρυσοῦν στέφανον, ἐπεδείκνυτο παριππεύων ἀετὸν ὑπὲρ κεφαλῆς Ἀλεξάνδρου συνεπαιωρούμενον καὶ κατευθύνοντα τὴν πτῆσιν ὄρθιον ἐπὶ τοὺς πολεμίους,Εξάλλου, ο μάντης Αρίστανδρος με λευκή χλαμύδα και χρυσό στεφάνι, έφιππος δίπλα του, έδειχνε έναν αετό να πετάει πάνω από το κεφάλι του Αλέξανδρου και να τον οδηγεί κατευθείαν εναντίον των εχθρών.
[33.3]ὥστε πολὺ μὲν θάρσος ἐγγενέσθαι τοῖς ὁρῶσιν, ἐκ δὲ τοῦ θαρρεῖν καὶ παρακαλεῖν ἀλλήλους δρόμῳ τοῖς ἱππεῦσιν ἱεμένοις ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἐπικυμαίνειν τὴν φάλαγγα.Αυτό ενθάρρυνε πολύ όσους έβλεπαν και, από την ενθάρρυνση αυτή και τις προτροπές του ενός προς τον άλλον, οι ιππείς επιτέθηκαν εναντίον των εχθρών και μαζί και η φάλαγγα σαν κύμα.
[33.4]πρὶν δὲ συμμεῖξαι τοὺς πρώτους, ἐξέκλιναν οἱ βάρβαροι, καὶ διωγμὸς ἦν πολὺς, εἰς τὰ μέσα συνελαύνοντος Ἀλεξάνδρου τὸ νικώμενον, ὅπου Δαρεῖος ἦν.Αλλά πριν συγκρουστούν οι πρώτοι, οι βάρβαροι άρχισαν να υποχωρούν· ακολούθησε καταδίωξη σε μεγάλη έκταση, καθώς ο Αλέξανδρος κατηύθυνε τους ηττημένους προς το κέντρο, όπου βρισκόταν ο Δαρείος.
[33.5]πόρρωθεν γὰρ αὐτὸν κατεῖδε, διὰ τῶν προτεταγμένων ἐν βάθει τῆς βασιλικῆς ἴλης ἐκφανέντα, καλὸν ἄνδρα καὶ μέγαν ἐφ᾽ ἅρματος ὑψηλοῦ βεβῶτα, πολλοῖς ἱππεῦσι καὶ λαμπροῖς καταπεφραγμένον, εὖ μάλα συνεσπειραμένοις περὶ τὸ ἅρμα καὶ παρατεταγμένοις δέχεσθαι τοὺς πολεμίους.Γιατί τον είχε διακρίνει από μακριά στο βάθος της βασιλικής ίλης, ανάμεσα στους ιππείς που είχαν παραταχθεί μπροστά του, να φαντάζει όμορφος και μεγαλόσωμος πάνω σε άρμα ψηλό, περιστοιχισμένο από πολλούς και λαμπρούς ιππείς, που είχαν συσπειρωθεί πολύ καλά γύρω από το άρμα και είχαν πάρει τέτοιες θέσεις, ώστε να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς.
[33.6]ἀλλὰ δεινὸς ὀφθεὶς ἐγγύθεν Ἀλέξανδρος, καὶ τοὺς φεύγοντας ἐμβαλὼν εἰς τοὺς μένοντας, ἐξέπληξε καὶ διεσκέδασε τὸ πλεῖστον.Όταν όμως εμφανίστηκε κοντά τους φοβερός ο Αλέξανδρος, ρίχνοντας όσους είχαν τραπεί σε φυγή μέσα στις γραμμές αυτών που αντιστέκονταν, τους κατατρόμαξε και σκόρπισε τους περισσότερους.
[33.7]οἱ δ᾽ ἄριστοι καὶ γενναιότατοι πρὸ τοῦ βασιλέως φονευόμενοι καὶ κατ᾽ ἀλλήλων πίπτοντες, ἐμποδὼν τῆς διώξεως ἦσαν, ἐμπλεκόμενοι καὶ περισπαίροντες αὑτοῖς καὶ ἵπποις.Οι άριστοι και οι πιο γενναίοι, που σκοτώνονταν υπερασπίζοντας τον βασιλιά τους και έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλον, στέκονταν εμπόδιο στην καταδίωξη, καθώς είχαν μπερδευτεί οι ίδιοι μεταξύ τους και με τα άλογα και ψυχορραγούσαν.
[33.8]Δαρεῖος δέ, τῶν δεινῶν ἁπάντων ἐν ὀφθαλμοῖς ὄντων, καὶ τῶν προτεταγμένων δυνάμεων ἐρειπομένων εἰς αὐτόν, ὡς οὐκ ἦν ἀποστρέψαι τὸ ἅρμα καὶ διεξελάσαι ῥᾴδιον, ἀλλ᾽ οἵ τε τροχοὶ συνείχοντο πτώμασι πεφυρμένοι τοσούτοις, οἵ θ᾽ ἵπποι καταλαμβανόμενοι καὶ ἀποκρυπτόμενοι τῷ πλήθει τῶν νεκρῶν, ἐξήλλοντο καὶ συνετάραττον τὸν ἡνίοχον, ἀπολείπει μὲν τὸ ἅρμα καὶ τὰ ὅπλα, θήλειαν δ᾽ ὥς φασι νεοτόκον ἵππον περιβὰς ἔφυγεν.Ο Δαρείος, καθώς όλα τα φοβερά ήταν μπροστά στα μάτια του και οι παρατεταγμένες μπροστά του δυνάμεις σωριάζονταν επάνω του, επειδή δεν ήταν εύκολο να στρίψει το άρμα και να περάσει ανάμεσα και οι τροχοί είχαν γίνει ένα με τόσο πολλά πτώματα και είχαν φρακάρει με αυτά, αλλά και τα άλογα, αποκλεισμένα και κρυμμένα από το πλήθος των νεκρών, αναπηδούσαν και τράνταζαν τον ηνίοχο, εγκαταλείπει το άρμα και τα όπλα και ανεβαίνοντας σε μια φοράδα, που μόλις είχε γεννήσει, τράπηκε σε φυγή.
[33.9]οὐ μὴν τότε γ᾽ ἂν ἐδόκει διαφυγεῖν, εἰ μὴ πάλιν ἧκον ἕτεροι παρὰ τοῦ Παρμενίωνος ἱππεῖς μετακαλοῦντες Ἀλέξανδρον, ὡς συνεστώσης ἔτι πολλῆς δυνάμεως ἐκεῖ καὶ τῶν πολεμίων οὐκ ἐνδιδόντων.Αλλά ούτε και τότε θα είχε διαφύγει, εάν δεν είχαν έρθει από τον Παρμενίωνα και άλλοι ιππείς να καλέσουν σε βοήθεια τον Αλέξανδρο, γιατί τάχα είχε συγκεντρωθεί εκεί μεγάλη δύναμη και οι εχθροί δεν υποχωρούσαν.
[33.10]ὅλως γὰρ αἰτιῶνται Παρμενίωνα κατ᾽ ἐκείνην τὴν μάχην νωθρὸν γενέσθαι καὶ δύσεργον, εἴτε τοῦ γήρως ἤδη τι παραλύοντος τῆς τόλμης, εἴτε τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸν ὄγκον, ὡς Καλλισθένης φησί, τῆς Ἀλεξάνδρου δυνάμεως βαρυνόμενον καὶ προσφθονοῦντα.Γενικά, σε εκείνη τη μάχη κατηγορούν τον Παρμενίωνα ότι ήταν νωθρός και αναποτελεσματικός είτε επειδή λόγω γήρατος είχε ελαττωθεί κάπως η τόλμη του είτε γιατί, όπως λέει ο Καλλισθένης, ήταν ενοχλημένος και φθονούσε την εξουσία και το μέγεθος της δύναμης του Αλέξανδρου.
[33.11]τότε δ᾽ οὖν ὁ βασιλεὺς ἀνιαθεὶς τῇ μεταπέμψει, τοῖς μὲν στρατιώταις οὐκ ἔφρασε τὸ ἀληθές, ἀλλ᾽ ὡς ἄδην ἔχων τοῦ φονεύειν, καὶ σκότους ὄντος, ἀνάκλησιν ἐσήμανεν· ἐλαύνων δὲ πρὸς τὸ κινδυνεῦον μέρος, ἤκουσε καθ᾽ ὁδὸν ἡττῆσθαι παντάπασι καὶ φεύγειν τοὺς πολεμίους.Τότε λοιπόν ο βασιλιάς, μολονότι δυσαρεστήθηκε από το κάλεσμα, δεν είπε την αλήθεια στους στρατιώτες, αλλά έδωσε το σύνθημα για ανάκληση, επειδή τάχα είχε κουραστεί να σκοτώνει και είχε νυχτώσει. Καθώς προχωρούσε προς το μέρος που διέτρεχε κίνδυνο, άκουσε ότι είχαν ηττηθεί ολοκληρωτικά οι εχθροί και είχαν τραπεί σε φυγή.
[34.1]Τοῦτο τῆς μάχης ἐκείνης λαβούσης τὸ πέρας, ἡ μὲν ἀρχὴ παντάπασιν ἡ Περσῶν ἐδόκει καταλελύσθαι, βασιλεὺς δὲ τῆς Ἀσίας Ἀλέξανδρος ἀνηγορευμένος, ἔθυε τοῖς θεοῖς μεγαλοπρεπῶς, καὶ τοῖς φίλοις ἐδωρεῖτο πλούτους καὶ οἴκους καὶ ἡγεμονίας.Αφού η μάχη εκείνη είχε αυτό το τέλος, η κυριαρχία των Περσών φαινόταν ότι είχε καταλυθεί ολοσχερώς. Ο Αλέξανδρος είχε αναγορευτεί βασιλιάς της Ασίας, πρόσφερε θυσίες στους θεούς με μεγαλοπρέπεια και έδινε στους φίλους του πλούτη, παλάτια και ηγεμονίες.
[34.2]φιλοτιμούμενος δὲ πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ἔγραψε τὰς τυραννίδας πάσας καταλυθῆναι καὶ πολιτεύειν αὐτονόμους, ἰδίᾳ δὲ Πλαταιεῦσι τὴν πόλιν ἀνοικοδομεῖν, ὅτι τὴν χώραν οἱ πατέρες αὐτῶν ἐναγωνίσασθαι τοῖς Ἕλλησιν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας παρέσχον.Για να δείξει τη γενναιοδωρία του προς τους Έλληνες, έγραψε ότι καταλύονται όλα τα τυραννικά πολιτεύματα και θα είναι αυτόνομοι· ιδιαίτερα για τους Πλαταιείς έγραψε ότι θα ξανακτίσει την πόλη τους, επειδή οι πατέρες τους πρόσφεραν τη χώρα τους στους Έλληνες να αγωνιστούν εκεί για την ελευθερία τους.
[34.3]ἔπεμψε δὲ καὶ Κροτωνιάταις εἰς Ἰταλίαν μέρος τῶν λαφύρων, τὴν Φαΰλλου τοῦ ἀθλητοῦ τιμῶν προθυμίαν καὶ ἀρετήν, ὃς περὶ τὰ Μηδικά, τῶν ἄλλων Ἰταλιωτῶν ἀπεγνωκότων τοὺς Ἕλληνας, ἰδιόστολον ἔχων ναῦν ἔπλευσεν εἰς Σαλαμῖνα, τοῦ κινδύνου συμμεθέξων.Έστειλε επίσης και στους Κροτωνιάτες στην Ιταλία ένα μέρος από τα λάφυρα, τιμώντας την προθυμία και την αρετή του Φαΰλλου του αθλητή, επειδή στους Μηδικούς πολέμους, ενώ οι υπόλοιποι Ιταλιώτες είχαν εγκαταλείψει τους Έλληνες, αυτός με δικό του εξοπλισμένο πλοίο έπλευσε στη Σαλαμίνα για να πάρει μέρος στον αγώνα.
[34.4]οὕτω τις εὐμενὴς ἦν πρὸς ἅπασαν ἀρετὴν καὶ καλῶν ἔργων φύλαξ καὶ οἰκεῖος.Τόσο φιλικά διατεθειμένος, προστάτης και φίλος ήταν προς κάθε αρετή.
[35.1]Ἐπιὼν δὲ τὴν Βαβυλωνίαν, ἅπασαν εὐθὺς ἐπ᾽ αὐτῷ γενομένην, ἐθαύμασε μάλιστα τό τε χάσμα τοῦ πυρὸς ἐν † Ἐκβατάνοις, ὥσπερ ἐκ πηγῆς συνεχῶς ἀναφερομένου, καὶ τὸ ῥεῦμα τοῦ νάφθα, λιμνάζοντος διὰ τὸ πλῆθος οὐ πόρρω τοῦ χάσματος·Επισκεπτόμενος τη Βαβυλώνα, η οποία υποτάχτηκε σ᾽ αυτόν αμέσως εξολοκλήρου, έμεινε έκθαμβος μπρος στο στόμιο της φωτιάς που ξεπηδάει ακατάπαυστα, σαν από πηγή, και το ρεύμα από νέφτι, που λόγω της ποσότητας σχημάτιζε λίμνη όχι πολύ μακριά από το στόμιο.
[35.2]ὃς τἆλλα μὲν ἀσφάλτῳ προσέοικεν, οὕτω δ᾽ εὐπαθὴς πρὸς τὸ πῦρ ἐστιν, ὥστε πρὶν ἢ θιγεῖν τὴν φλόγα δι᾽ αὐτῆς τῆς περὶ τὸ φῶς ἐξαπτόμενος αὐγῆς τὸν μεταξὺ πολλάκις ἀέρα συνεκκαίειν.Το νέφτι μοιάζει γενικά με άσφαλτο, αλλά είναι τόσο πολύ ευαίσθητο στη φωτιά, ώστε, πριν το αγγίξει η φλόγα, ανάβει με τη λάμψη από το φως της και πολλές φορές καίει μαζί και ο αέρας που βρίσκεται ανάμεσά τους.
[35.3]ἐπιδεικνύμενοι δὲ τὴν φύσιν αὐτοῦ καὶ δύναμιν οἱ βάρβαροι τὸν ἄγοντα πρὸς τὴν κατάλυσιν τοῦ βασιλέως στενωπὸν ἐλαφρῶς τῷ φαρμάκῳ κατεψέκασαν· εἶτα στάντες ἐπ᾽ ἄκρῳ τοὺς λαμπτῆρας τοῖς βεβρεγμένοις προσέθηκαν· ἤδη γὰρ συνεσκόταζε.Θέλοντας να δείξουν οι βάρβαροι τη φύση και τη δύναμή του, κατέβρεξαν ελαφρά με το υγρό τον στενό δρόμο που οδηγούσε στο κατάλυμα του βασιλιά· στη συνέχεια στάθηκαν στην άκρη και ακούμπησαν με αναμμένους δαυλούς τα βρεγμένα μέρη.
[35.4]τῶν δὲ πρώτων εὐθὺς ἁψαμένων, οὐκ ἔσχεν ἡ ‹ἐπι›νομὴ χρόνον αἰσθητόν, ἀλλ᾽ ἅμα νοήματι διῖκτο πρὸς θάτερον πέρας, καὶ πῦρ ἐγεγόνει συνεχὲς ὁ στενωπός.Είχε αρχίσει ήδη να σκοτεινιάζει. Αμέσως με το πρώτο άναμμα η φωτιά ξαπλώθηκε αστραπιαία, σαν τη σκέψη, και έφτασε στο άλλο άκρο και ο στενός δρόμος έγινε μια συνεχής φωτιά.
[35.5]Ἦν δέ τις Ἀθηνοφάνης Ἀθηναῖος τῶν περὶ ἄλειμμα καὶ λουτρὸν εἰωθότων τὸ σῶμα θεραπεύειν τοῦ βασιλέως καὶ τὴν διάνοιαν ἐμμελῶς ἀπάγειν ἐπὶ τὸ ῥᾴθυμον.Βρισκόταν εκεί κάποιος Αθηνοφάνης, Αθηναίος, από αυτούς που συνήθως φρόντιζαν τον βασιλιά στο άλειμμα, στο λουτρό και απομάκρυναν τη σκέψη του με το τραγούδι από τις έγνοιες και την οδηγούσαν προς τη διασκέδαση.
[35.6]οὗτος ἐν τῷ λουτρῶνι τότε παιδαρίου τῷ Ἀλεξάνδρῳ παρεστῶτος εὐτελοῦς σφόδρα καὶ γελοίου τὴν ὄψιν, ᾄδοντος δὲ χαριέντως, Στέφανος ἐκαλεῖτο,Αυτός λοιπόν, καθώς τότε ήταν κοντά στον Αλέξανδρο ένα, παλικαράκι ασήμαντο και αστείο στο πρόσωπο, αλλά τραγουδούσε ωραία —Στέφανο τον έλεγαν— είπε:
[35.7]«βούλει» φησὶν «ὦ βασιλεῦ, διάπειραν ἐν Στεφάνῳ τοῦ φαρμάκου λάβωμεν; ἂν γὰρ ἅψηται τούτου καὶ μὴ κατασβεσθῇ, παντάπασιν ἂν φαίην ἄμαχον καὶ δεινὴν αὐτοῦ τὴν δύναμιν εἶναι».«θέλεις, βασιλιά, να δοκιμάσουμε το υγρό στον Στέφανο; Εάν λοιπόν ανάψει επάνω του και δεν σβήσει, θα πω ανεπιφύλακτα ότι η δύναμή του είναι ακαταμάχητη και φοβερή»
[35.8]προθύμως δέ πως καὶ τοῦ παιδαρίου διδόντος ἑαυτὸν πρὸς τὴν πεῖραν, ἅμα τῷ περιαλεῖψαι καὶ θιγεῖν ἐξήνθησε φλόγα τοσαύτην τὸ σῶμα καὶ πυρὶ κατεσχέθη τὸ πᾶν, ὥστε τὸν Ἀλέξανδρον εἰς πᾶν ἀπορίας καὶ δέους ἐλθεῖν.Και αφού και το παλικαράκι προσφέρθηκε με προθυμία να γίνει επάνω του η δοκιμή, δεν πρόλαβαν να τον αλείψουν και να ακουμπήσουν τη φωτιά επάνω και το σώμα του πέταξε τόσο μεγάλη φλόγα και καλύφτηκε ολόκληρο από τη φωτιά, ώστε να τα χάσει εντελώς ο Αλέξανδρος και να ανησυχήσει πάρα πολύ.
[35.9]εἰ δὲ μὴ κατὰ τύχην πολλοὶ παρῆσαν ἀγγεῖα πρὸς τὸ λουτρὸν ὕδατος διὰ χειρῶν ἔχοντες, οὐκ ἂν ἔφθασεν ἡ βοήθεια τὴν ἐπινομήν. ἀλλὰ καὶ τότε μόγις κατέσβεσαν τὸ σῶμα τοῦ παιδὸς δι᾽ ὅλου πῦρ γενόμενον, καὶ μετὰ ταῦτα χαλεπῶς ἔσχεν.Και, εάν δεν ήταν κατά τύχη πολλοί που κρατούσαν στα χέρια τους δοχεία με νερό, δεν θα προλάβαινε η βοήθεια την εξάπλωση της φωτιάς. Αλλά και έτσι ακόμη, με δυσκολία έσβησαν τη φωτιά που είχε καλύψει όλο το κορμί του παιδιού, και ύστερα από αυτά η κατάστασή του ήταν άσχημη.
[35.10]Εἰκότως οὖν ἔνιοι τὸν μῦθον ἀνασῴζοντες πρὸς τὴν ἀλήθειαν, τοῦτό φασιν εἶναι τὸ τῆς Μηδείας φάρμακον, ᾧ τὸν τραγῳδούμενον στέφανον καὶ τὸν πέπλον ἔχρισεν.Εύλογα λοιπόν ορισμένοι, συσχετίζοντας τον μύθο με την πραγματικότητα, λένε ότι αυτό είναι το φάρμακο της Μήδειας, με το οποίο άλειψε το στεφάνι και τον πέπλο που αναφέρεται στην τραγωδία.
[35.11]οὐ γὰρ ἐξ αὐτῶν ἐκείνων οὐδ᾽ ἀπ᾽ αὐτομάτου λάμψαι τὸ πῦρ, ἀλλὰ φλογὸς ἐγγύθεν παρατεθείσης ὀξεῖαν ὁλκὴν καὶ συναφὴν ἄδηλον αἰσθήσει γενέσθαι.Η φωτιά δηλαδή δεν άναψε από εκείνα τα ίδια ούτε και από μόνη της αλλά από κάποια φλόγα που είχε τοποθετηθεί κοντά και μεταδόθηκε με ταχύτητα που δεν μπορεί να την παρακολουθήσει το ανθρώπινο μάτι.
[35.12]τὰς γὰρ ἀκτῖνας καὶ τὰ ῥεύματα τοῦ πυρὸς ἄπωθεν ἐπερχόμενα, τοῖς μὲν ἄλλοις σώμασι φῶς καὶ θερμότητα προσβάλλειν μόνον, ἐν δὲ τοῖς [ἄλλοις] ξηρότητα πνευματικὴν ἢ νοτίδα λιπαρὰν καὶ διαρκῆ κεκτημένοις ἀθροιζόμενα καὶ πυριγονοῦντα μεταβάλλειν ὀξέως τὴν ὕλην.Γιατί οι ακτίνες και τα ρεύματα της φωτιάς, όταν έρχονται από μακριά, ρίχνουν γενικά στα σώματα μόνο φως και θερμότητα· όταν όμως εστιάζονται σε σώματα στεγνά ή με υγρασία μεγάλη και συνεχόμενη, δημιουργούν φωτιές και αλλάζουν αμέσως τη σύστασή τους.
[35.13]παρεῖχε δ᾽ ἀπορίαν ἡ γένεσις εἴτε μᾶλλον ὑπέκκαυμα τῆς φλογὸς ὑπορρεῖ τὸ ὑγρὸν ἐκ τῆς γῆς, φύσιν λιπαρὰν καὶ πυριγόνον ἐχούσης.Η προέλευση της φωτιάς δημιουργούσε απορία …αν έρεε φωτιά κάτω από το υγρό, καθώς έβγαινε από το χώμα που έχει σύσταση πολύ υγρή που εκπέμπει φωτιά.
[35.14]καὶ γάρ ἐστιν ἡ Βαβυλωνία σφόδρα πυρώδης, ὥστε τὰς μὲν κριθὰς χαμόθεν ἐκπηδᾶν καὶ ἀποπάλλεσθαι πολλάκις, οἷον ὑπὸ φλεγμονῆς τῶν τόπων σφυγμοὺς ἐχόντων, τοὺς δ᾽ ἀνθρώπους ἐν τοῖς καύμασιν ἐπ᾽ ἀσκῶν πεπληρωμένων ὕδατος καθεύδειν.Γιατί και η Βαβυλώνα είναι πάρα πολύ ζεστή, με αποτέλεσμα τα κριθάρια να ξεπηδούν από το χώμα και πολλές φορές να πλαγιάζουν, σαν να έχουν τα μέρη αυτά δυνατούς παλμούς λόγω πυρετού, και οι άνθρωποι στις μεγάλες ζέστες κοιμούνται πάνω σε ασκούς γεμάτους νερό.
[35.15]Ἅρπαλος δὲ τῆς χώρας ἀπολειφθεὶς ἐπιμελητής, καὶ φιλοκαλῶν Ἑλληνικαῖς φυτείαις διακοσμῆσαι τὰ βασίλεια καὶ τοὺς περιπάτους, τῶν μὲν ἄλλων ἐκράτησε, τὸν δὲ κιττὸν οὐκ ἔστεξεν ἡ γῆ μόνον, ἀλλ᾽ ἀεὶ διέφθειρεν οὐ φέροντα τὴν κρᾶσιν· ἡ μὲν γὰρ πυρώδης, ὁ δὲ φιλόψυχρος.Ο Άρπαλος, που είχε μείνει πίσω για να επιβλέπει την περιοχή, φιλοδοξώντας, ως λάτρης του ωραίου, να διακοσμήσει τα ανάκτορα και τα πάρκα με ελληνικά φυτά, ενώ σε όλα γενικά τα κατάφερε, τον κισσό μόνο δεν τον ευνόησε το χώμα, αλλά συνέχεια τον ξέραινε, επειδή δεν άντεχε στην υψηλή θερμοκρασία· γιατί το χώμα ήταν καυτό, ενώ αυτός θέλει ψυχρό κλίμα.
[35.16]τῶν μὲν οὖν τοιούτων παρεκβάσεων, ἂν μέτρον ἔχωσιν, ἧττον ἴσως οἱ δύσκολοι κατηγορ‹ήσ›ουσιν.Τις παρεκβάσεις αυτού του είδους, αν γίνονται με μέτρο, πιθανόν να μην τις κατηγορήσουν ούτε και οι πιο δύστροποι αναγνώστες.
[36.1]Ἀλέξανδρος δὲ Σούσων κυριεύσας, παρέλαβεν ἐν τοῖς βασιλείοις τετρακισμύρια τάλαντα νομίσματος, τὴν δ᾽ ἄλλην κατασκευὴν καὶ πολυτέλειαν ἀδιήγητον.Όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε τα Σούσα, βρήκε στα ανάκτορα σαράντα χιλιάδες τάλαντα σε νομίσματα, οικιακά σκεύη και απερίγραπτη πολυτέλεια.
[36.2]ὅπου φασὶ καὶ πορφύρας Ἑρμιονικῆς εὑρεθῆναι τάλαντα πεντακισχίλια, συγκειμένης μὲν ἐξ ἐτῶν δέκα δεόντων διακοσίων, πρόσφατον δὲ τὸ ἄνθος ἔτι καὶ νεαρὸν φυλαττούσης.Λένε ότι εκεί βρέθηκαν πέντε χιλιάδες τάλαντα πορφύρας από την Ερμιόνη, που είχε συγκεντρωθεί εκεί πριν από εκατόν ενενήντα χρόνια, αλλά διατηρούσε ακόμη φρέσκο και ζωντανό το άνθος της.
[36.3]αἴτιον δὲ τούτου φασὶν εἶναι τὸ τὴν βαφὴν διὰ μέλιτος γίνεσθαι τῶν ἁλουργῶν, δι᾽ ἐλαίου δὲ λευκοῦ τῶν λευκῶν· καὶ γὰρ τούτων τὸν ἴσον χρόνον ἐχόντων τὴν λαμπρότητα καθαρὰν καὶ στίλβουσαν ὁρᾶσθαι.Λένε ότι αυτό οφειλόταν στο ότι η βαφή των πορφυρών γινόταν με μέλι και λευκό λάδι από λευκάδια. Γιατί και αυτών η λαμπρότητα, αν και βρισκόταν εκεί τα ίδια σχεδόν χρόνια, φάνταζε καθαρή και στίλβουσα.
[36.4]Δίνων δέ φησι καὶ ὕδωρ ἀπό τε τοῦ Νείλου καὶ τοῦ Ἴστρου μετὰ τῶν ἄλλων μεταπεμπομένους εἰς τὴν γάζαν ἀπομετὰ τῶν ἄλλων μεταπεμπομένους εἰς τὴν γάζαν ἀποτίθεσθαι τοὺς βασιλεῖς, οἷον ἐκβεβαιουμένους τὸ μέγεθος τῆς ἀρχῆς καὶ τὸ κυριεύειν ἁπάντων.Ο Δίνων μάλιστα λέει ότι οι βασιλιάδες έστελναν και έφερναν μαζί με τα άλλα και νερό από τον Νείλο και τον Ίστρο και το τοποθετούσαν στους θησαυρούς τους, σαν για επιβεβαίωση του μεγέθους της εξουσίας και της κυριαρχίας τους πάνω σε όλα.
[37.1]Τῆς δὲ Περσίδος οὔσης διὰ τραχύτητα δυσεμβόλου καὶ φυλαττομένης ὑπὸ ‹τῶν› γενναιοτάτων Περσῶν (Δαρεῖος μὲν γὰρ ἐπεφεύγει), γίγνεταί τινος περιόδου κύκλον ἐχούσης οὐ πολὺν ἡγεμὼν αὐτῷ δίγλωσσος ἄνθρωπος, ἐκ πατρὸς Λυκίου, μητρὸς δὲ Περσίδος γεγονώς·Καθώς η Περσία είναι δύσβατη χώρα λόγω της τραχύτητας του εδάφους και τη φρουρούσαν οι πιο γενναίοι Πέρσες —ο Δαρείος είχε ήδη φύγει— έγινε οδηγός του Αλέξανδρου σε μια κυκλική πορεία όχι μεγάλη κάποιος δίγλωσσος, από πατέρα Λύκιο και μητέρα Περσίδα.
[37.2]ὅ φασιν ἔτι παιδὸς ὄντος Ἀλεξάνδρου τὴν Πυθίαν προειπεῖν, ὡς Λύκιος ἔσται καθηγεμὼν Ἀλεξάνδρῳ τῆς ἐπὶ Πέρσας πορείας.Λένε ότι, όταν ο Αλέξανδρος ήταν ακόμη παιδί, η Πυθία είχε προφητεύσει ότι κατά την πορεία εναντίον των Περσών οδηγός του θα είναι ένας Λύκιος.
[37.3]Φόνον μὲν οὖν ἐνταῦθα πολὺν τῶν ἁλισκομένων γενέσθαι συνέπεσε· γράφει γὰρ αὐτός, ὡς νομίζων αὐτῷ τοῦτο λυσιτελεῖν, ἐκέλευεν ἀποσφάττεσθαι τοὺς ἀνθρώπους·Συνέβη λοιπόν να γίνει εδώ μεγάλη σφαγή των αιχμαλώτων. Ο ίδιος γράφει ότι, επειδή έκρινε ότι αυτό θα ωφελούσε, διέταξε να σφάζονται οι αιχμάλωτοι·
[37.4]νομίσματος δ᾽ εὑρεῖν πλῆθος ὅσον ἐν Σούσοις, τὴν δ᾽ ἄλλην κατασκευὴν καὶ τὸν πλοῦτον ἐκκομισθῆναί φασι μυρίοις ὀρικοῖς ζεύγεσι καὶ πεντακισχιλίαις καμήλοις.και λένε ότι βρήκε πάρα πολλά νομίσματα όσα και στα Σούσα· όλα γενικά τα πράγματα και ο πλούτος μεταφέρθηκαν με δέκα χιλιάδες ζεύγη μουλαριών και πέντε χιλιάδες καμήλες.
[37.5]Ξέρξου δ᾽ ἀνδριάντα μέγαν θεασάμενος ὑπὸ πλήθους τῶν ὠθουμένων εἰς τὰ βασίλεια πλημμελῶς ἀνατετραμμένον, ἐπέστη, καὶ καθάπερ ἔμψυχον προσαγορεύσας «πότερόν σε» εἶπε «διὰ τὴν ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας στρατείαν κείμενον παρέλθωμεν, ἢ διὰ τὴν ἄλλην μεγαλοφροσύνην καὶ ἀρετὴν ἐγείρωμεν;» τέλος δὲ πολὺν χρόνον πρὸς ἑαυτῷ γενόμενος καὶ σιωπήσας, παρῆλθε.Όταν κάποτε είδε έναν μεγάλο ανδριάντα του Ξέρξη να έχει ανατραπεί από απροσεξία από πλήθος ανθρώπων πολύ συνωστίζονταν να μπουν στα ανάκτορα, στάθηκε εκεί και σαν να μιλούσε σε έμψυχο είπε: «Τί από τα δυο; Να σε προσπεράσουμε και να σε αφήσουμε πεσμένο κάτω λόγω της εκστρατείας σου εναντίον των Ελλήνων ή να σε σηκώσουμε λόγω της μεγαλοσύνης και της αρετής σου;» Τελικά, ύστερα από πολλήν ώρα περισυλλογής και σιωπής, προσπέρασε και έφυγε.
[37.6]βουλόμενος δὲ τοὺς στρατιώτας ἀναλαβεῖν (καὶ γὰρ ἦν χειμῶνος ὥρα), τέσσαρας μῆνας αὐτόθι διήγαγε.Και θέλοντας να ξεκουράσει τους στρατιώτες του —καθόσον ήταν η εποχή του χειμώνα— πέρασε εκεί τέσσερις μήνες.
[37.7]Λέγεται δὲ καθίσαντος αὐτοῦ τὸ πρῶτον ὑπὸ τὸν χρυσοῦν οὐρανίσκον ἐν τῷ βασιλικῷ θρόνῳ, τὸν Κορίνθιον Δημάρατον, εὔνουν ὄντ᾽ ἄνδρα καὶ πατρῷον φίλον Ἀλεξάνδρου, πρεσβυτικῶς ἐπιδακρῦσαι καὶ εἰπεῖν, ὡς μεγάλης ἡδονῆς ἐστεροῖντο τῶν Ἑλλήνων οἱ τεθνηκότες πρὶν ἰδεῖν Ἀλέξανδρον ἐν τῷ Δαρείου θρόνῳ καθήμενον.Λέγεται ότι την πρώτη φορά που κάθισε ο Αλέξανδρος στον θρόνο του Δαρείου κάτω από τον χρυσό ουρανό, ο Δημάρατος ο Κορίνθιος, φιλικά προσκείμενος στον Αλέξανδρο και πατρικός φίλος, δάκρυσε από συγκίνηση, σαν γέρος που ήταν, και είπε: «πόσο μεγάλη ευχαρίστηση έχουν στερηθεί οι Έλληνες που πέθαναν, πριν δουν τον Αλέξανδρο να κάθεται στον θρόνο του Δαρείου».
[38.1]Ἐκ τούτου μέλλων ἐξελαύνειν ἐπὶ Δαρεῖον, ἔτυχε μὲν εἰς μέθην τινὰ καὶ παιδιὰν τοῖς ἑταίροις ἑαυτὸν δεδωκώς, ὥστε καὶ γύναια συμπίνειν, ἐπὶ κῶμον ἥκοντα πρὸς τοὺς ἐραστάς.Ύστερα από αυτό, σκοπεύοντας να κινηθεί εναντίον του Δαρείου, έτυχε να πίνει και να διασκεδάζει με τους εταίρους· μαζί έπιναν και γυναίκες, που είχαν έρθει στους εραστές για διασκέδαση.
[38.2]ἐν δὲ τούτοις εὐδοκιμοῦσα μάλιστα Θαῒς ἡ Πτολεμαίου τοῦ βασιλεύσαντος ὕστερον ἑταίρα, γένος Ἀττική, τὰ μὲν ἐμμελῶς ἐπαινοῦσα, τὰ δὲ παίζουσα πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον, ἅμα τῇ μέθῃ λόγον εἰπεῖν προήχθη, τῷ μὲν τῆς πατρίδος ἤθει πρέποντα, μείζονα δ᾽ ἢ καθ᾽ αὑτήν.Ανάμεσα σ᾽ αυτές η πιο διακεκριμένη ήταν η Θαΐδα, η εταίρα του Πτολεμαίου, του μετέπειτα βασιλιά, Αθηναία στην καταγωγή. Αυτή, από τη μια επαινώντας έξυπνα, από την άλλη αστειευόμενη με τον Αλέξανδρο, παρασυρμένη από το κρασί είπε έναν λόγο, ταιριαστό βέβαια στο ήθος της πατρίδας της αλλά προχωρημένο για μια του είδους της.
[38.3]ἔφη γάρ, ὧν πεπόνηκε πεπλανημένη τὴν Ἀσίαν, ἀπολαμβάνειν χάριν ἐκείνης τῆς ἡμέρας, ἐντρυφῶσα τοῖς ὑπερηφάνοις Περσῶν βασιλείοις·Είπε δηλαδή ότι, για όσα είχε τραβήξει περιπλανώμενη ανά την Ασία, εκείνη την ημέρα απολάμβανε ευχαρίστηση που διασκέδαζε στα περήφανα παλάτια των Περσών.
[38.4]ἔτι δ᾽ ἂν ἥδιον ὑποπρῆσαι κωμάσασα τὸν Ξέρξου τοῦ κατακαύσαντος τὰς Ἀθήνας οἶκον, αὐτὴ τὸ πῦρ ἅψασα τοῦ βασιλέως ὁρῶντος, ὡς ἂν λόγος ἔχῃ πρὸς ἀνθρώπους, ὅτι τῶν ναυμάχων καὶ πεζομάχων ἐκείνων στρατηγῶν τὰ μετ᾽ Ἀλεξάνδρου γύναια μείζονα δίκην ἐπέθηκε Πέρσαις ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος.Και ακόμη πιο ευχάριστα θα διασκέδαζε, αν έβαζε φωτιά στο παλάτι του Ξέρξη, που πυρπόλησε την Αθήνα, βάζοντας η ίδια φωτιά υπό το βλέμμα του βασιλιά, για να συζητιέται μεταξύ των ανθρώπων ότι, για τους στρατηγούς εκείνους που έλαβαν μέρος στις ναυμαχίες και πεζομαχίες, πήραν μεγαλύτερη εκδίκηση από τους Πέρσες οι γυναίκες της ακολουθίας του Αλέξανδρου για χάρη της Ελλάδας.
[38.5]ἅμα δὲ τῷ λόγῳ τούτῳ κρότου καὶ θορύβου γενομένου καὶ παρακελεύσεως τῶν ἑταίρων καὶ φιλοτιμίας, ἐπισπασθεὶς ὁ βασιλεὺς καὶ ἀναπηδήσας ἔχων στέφανον καὶ λαμπάδα προῆγεν·Τον λόγο αυτόν ακολούθησαν ζωηρό χειροκρότημα, επιδοκιμασίες, προτροπές και συναινέσεις από τους εταίρους· παρασύρθηκε και ο βασιλιάς, πετάχτηκε επάνω φορώντας στεφάνι και κρατώντας δαυλό αναμμένο και προχωρούσε μπροστά.
[38.6]οἱ δ᾽ ἑπόμενοι κώμῳ καὶ βοῇ περιίσταντο τὰ βασίλεια, καὶ τῶν ἄλλων Μακεδόνων οἱ πυνθανόμενοι συνέτρεχον μετὰ λαμπάδων χαίροντες.Όσοι ακολουθούσαν με τραγούδια και φωνές δυνατές έπαιρναν θέση γύρω από τα ανάκτορα· μαθαίνοντας αυτά οι υπόλοιποι Μακεδόνες έτρεχαν σύσσωμοι με χαρά κρατώντας αναμμένους δαυλούς.
[38.7]ἤλπιζον γὰρ ὅτι τοῖς οἴκοι προσέχοντός ἐστι τὸν νοῦν καὶ μὴ μέλλοντος ἐν βαρβάροις οἰκεῖν τὸ πιμπράναι τὰ βασίλεια καὶ διαφθείρειν.Γιατί υπολόγιζαν ότι η πυρπόληση και καταστροφή των ανακτόρων ήταν δείγμα ότι ο Αλέξανδρος είχε τον νου του στην πατρίδα και δεν σκόπευε να ζήσει με τους βαρβάρους.
[38.8]οἱ μὲν οὕτω ταῦτα γενέσθαι φασίν, οἱ δ᾽ ἀπὸ γνώμης· ὅτι δ᾽ οὖν μετενόησε ταχὺ καὶ κατασβέσαι προσέταξεν, ὁμολογεῖται.Άλλοι ισχυρίζονται ότι έτσι έγιναν αυτά, άλλοι όμως ότι έγιναν κατόπιν σχεδίου. Πάντως και οι μεν και οι δε συμφωνούν ότι γρήγορα ο Αλέξανδρος μετάνιωσε και έδωσε διαταγή να σβήσουν τη φωτιά.

Χαρακτήρας του Αλεξάνδρου

[39.1]Φύσει δ᾽ ὢν μεγαλοδωρότατος, ἔτι μᾶλλον ἐπέδωκεν εἰς τοῦτο τῶν πραγμάτων αὐξομένων· καὶ προσῆν ἡ φιλοφροσύνη, μεθ᾽ ἧς μόνης ὡς ἀληθῶς οἱ διδόντες χαρίζονται.Ο Αλέξανδρος, όντας από τη φύση του πάρα πολύ γενναιόδωρος, έγινε ακόμη περισσότερο, όταν αυξήθηκε ο πλούτος του. Υπήρχε σ᾽ αυτόν και η φιλοφροσύνη, που και από μόνη της δίνει χαρά σε όσους προσφέρουν δώρα·
[39.2]μνησθήσομαι δ᾽ ὀλίγων. Ἀρίστων ὁ τῶν Παιόνων ἡγούμενος, ἀποκτείνας πολέμιον ἄνδρα καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπιδειξάμενος αὐτῷ, «τοῦτ᾽» εἶπεν «ὦ βασιλεῦ, παρ᾽ ἡμῖν ἐκπώματος χρυσοῦ τιμᾶται τὸ δῶρον». ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος γελάσας «κενοῦ γ᾽» εἶπεν, «ἐγὼ δέ σοι μεστὸν ἀκράτου προπίομαι».θα θυμίσω λίγα παραδείγματα. Ο Αρίστων, ο ηγεμόνας των Παιόνων, όταν σκότωσε κάποιον εχθρό και του έδειξε με καμάρι το κεφάλι, είπε: «αυτό το δώρο, βασιλιά, έχει ως αμοιβή στην πατρίδα μου ένα χρυσό ποτήρι». Ο Αλέξανδρος γέλασε και είπε: «άδειο, ασφαλώς· εγώ όμως θα πιω για σένα γεμάτο δυνατό κρασί».
[39.3]τῶν δὲ πολλῶν τις Μακεδόνων ἤλαυνεν ἡμίονον, βασιλικὸν χρυσίον κομίζοντα· κάμνοντος δὲ τοῦ κτήνους, αὐτὸς ἀράμενος ἐκόμιζε τὸ φορτίον. ἰδὼν οὖν ὁ βασιλεὺς θλιβόμενον αὐτὸν σφόδρα καὶ πυθόμενος τὸ πρᾶγμα, μέλλοντος κατατίθεσθαι, «μὴ κάμῃς» εἶπεν, «ἀλλὰ πρόσθες ἔτι τὴν λοιπὴν ὁδὸν ἐπὶ τὴν σκηνήν, ἑαυτῷ τοῦτο κομίσας».Κάποιος από το πλήθος των Μακεδόνων τραβούσε ένα μουλάρι φορτωμένο με χρυσάφι του βασιλιά· επειδή όμως το ζώο είχε αποκάμει, σήκωσε ο ίδιος το φορτίο και το μετέφερε. Βλέποντάς τον ο βασιλιάς ταλαιπωρημένο και μαθαίνοντας τον λόγο, καθώς ο άνθρωπος σκόπευε να το αφήσει κάτω, του είπε: «μην αποκάμεις, εμπρός βάλε τα δυνατά σου και για την υπόλοιπη διαδρομή ως τη σκηνή σου, γιατί θα το μεταφέρεις για σένα».
[39.4]ὅλως δ᾽ ἤχθετο τοῖς μὴ λαμβάνουσι μᾶλλον ἢ τοῖς αἰτοῦσι. καὶ Φωκίωνι μὲν ἔγραψεν ἐπιστολήν, ὡς οὐ χρησόμενος αὐτῷ φίλῳ τὸ λοιπόν, εἰ διωθοῖτο τὰς χάριτας.Γενικά, ενοχλούνταν περισσότερο με όσους δεν δέχονταν δώρα παρά με όσους ζητούσαν. Γι᾽ αυτό, έγραψε επιστολή στον Φωκίωνα ότι δεν θα τον θεωρούσε στο εξής φίλο του, εάν αρνιόταν τις χάρες του.
[39.5]Σεραπίωνι δὲ τῶν ἀπὸ σφαίρας τινὶ νεανίσκων οὐδὲν ἐδίδου διὰ τὸ μηδὲν αἰτεῖν. ὡς οὖν εἰς τὸ σφαιρίζειν παραγενόμενος ὁ Σεραπίων ἄλλοις ἔβαλλε τὴν σφαῖραν, εἰπόντος δὲ τοῦ βασιλέως «ἐμοὶ δ᾽ οὐ δίδως;» «οὐ γὰρ αἰτεῖς» εἶπε, τούτῳ μὲν δὴ γελάσας πολλὰ δέδωκε.Στον Σεραπίωνα όμως, έναν νεαρό με τον οποίο έπαιζε σφαίρα, δεν έδινε τίποτε, επειδή δεν ζητούσε τίποτε. Όταν λοιπόν ο Σεραπίων ήρθε και πήρε μέρος στο παιχνίδι της σφαιροβολίας, έριχνε τη σφαίρα πάντοτε σε άλλους· και όταν ο βασιλιάς του είπε: «σε εμένα δεν τη δίνεις;», «δεν τη ζητάς» είπε. Γέλασε με την απάντηση και του έδωσε πολλά.
[39.6]Πρωτέᾳ δέ τινι τῶν περὶ σκώμματα καὶ πότον οὐκ ἀμούσων ἔδοξε δι᾽ ὀργῆς γεγονέναι· τῶν δὲ φίλων δεομένων κἀκείνου δακρύοντος, ἔφη διαλλάττεσθαι· κἀκεῖνος «οὐκοῦν» εἶπεν «ὦ βασιλεῦ, δός τί μοι πιστὸν πρῶτον». ἐκέλευσεν οὖν αὐτῷ πέντε τάλαντα δοθῆναι.Με κάποιον Πρωτέα, εξάλλου, με κλίση στα αστεία και στο πιοτό, φάνηκε πως κάποτε είχε οργιστεί· μετά τα παρακάλια όμως των φίλων του και τα δάκρυα του Πρωτέα, είπε ότι συμφιλιώνεται πάλι μαζί του· και εκείνος είπε: «τότε, βασιλιά, δώσε μου πρώτα απόδειξη». Έδωσε λοιπόν εντολή να του δώσουν πέντε τάλαντα.
[39.7]περὶ δὲ τῶν τοῖς φίλοις καὶ τοῖς σωματοφύλαξι νεμομένων πλούτων, ἡλίκον εἶχον ὄγκον, ἐμφαίνει δι᾽ ἐπιστολῆς Ὀλυμπιάς, ἣν ἔγραψε πρὸς αὐτόν. «ἄλλως» φησὶν «εὖ ποίει τοὺς φίλους καὶ ἐνδόξους ἔχε· νῦν δ᾽ ἰσοβασιλέας πάντας ποιεῖς, καὶ πολυφιλίας παρασκευάζεις αὐτοῖς, ἑαυτὸν δ᾽ ἐρημοῖς».Όσο για τα πλούτη που μοίρασε στους φίλους και στους σωματοφύλακές του, φαίνεται πόσο πολλά ήταν από ένα γράμμα της Ολυμπιάδας που του έγραφε: «με άλλον τρόπο» του έλεγε «να ευεργετείς τους φίλους σου και να τους τιμάς· τώρα τους κάνεις όλους ίσους με βασιλιάδες και φροντίζεις να έχουν πολλούς φίλους, ενώ εσύ μένεις μόνος».
[39.8]πολλάκις δὲ τοιαῦτα τῆς Ὀλυμπιάδος γραφούσης, ἐφύλαττεν ἀπόρρητα τὰ γράμματα, πλὴν ἅπαξ Ἡφαιστίωνος ὥσπερ εἰώθει λυθεῖσαν ἐπιστολὴν αὐτῷ συναναγινώσκοντος, οὐκ ἐκώλυσεν, ἀλλὰ τὸν δακτύλιον ἀφελόμενος τὸν αὑτοῦ, προσέθηκε τῷ ἐκείνου στόματι τὴν σφραγῖδα.Επειδή η Ολυμπιάδα του έγραφε πολλές φορές τέτοια, κρατούσε απόρρητο το περιεχόμενό τους, εκτός από μια φορά που, διαβάζοντας ο Ηφαιστίων μαζί του, όπως συνήθιζε, μιαν ανοιχτή επιστολή, δεν τον εμπόδισε αλλά έβγαλε το δακτυλίδι του και έβαλε τη σφραγίδα στο στόμα εκείνου.
[39.9]Μαζαίου δὲ τοῦ μεγίστου παρὰ Δαρείῳ γενομένου παιδὶ σατραπείαν ἔχοντι δευτέραν προσετίθει μείζονα. παραιτούμενος δ᾽ ἐκεῖνος εἶπεν· «ὦ βασιλεῦ, τότε μὲν ἦν εἷς Δαρεῖος, νῦν δὲ σὺ πολλοὺς πεποίηκας Ἀλεξάνδρους».Στον γιο του Μαζαίου, του πιο σημαντικού άνδρα στην υπηρεσία του Δαρείου, ενώ είχε μια σατραπεία, του είχε δώσει και δεύτερη μεγαλύτερη. Εκείνος όμως με παρακάλια τον απέτρεπε λέγοντας: «τότε, βασιλιά, ήταν ένας ο Δαρείος, τώρα εσύ έχεις κάνει πολλούς Αλέξανδρους».
[39.10]Παρμενίωνι μὲν οὖν τὸν Βαγώου ἔδωκεν οἶκον, ἐν ᾧ λέγεται τῶν περισσῶν ἱματισμὸν χιλίων ταλάντων εὑρεθῆναι.Στον Παρμενίωνα έδωσε το ανάκτορο του Βαγώου, στο οποίο λένε ότι βρέθηκαν ρούχα αξίας χιλίων ταλάντων.
[39.11]πρὸς δ᾽ Ἀντίπατρον ἔγραφε κελεύων ἔχειν φύλακας τοῦ σώματος ὡς ἐπιβουλευόμενον.Προς τον Αντίπατρο έγραφε συνιστώντας του να έχει σωματοφύλακες, επειδή πίστευε ότι κινδύνευε η ζωή του.
[39.12]τῇ δὲ μητρὶ πολλὰ μὲν ἐδωρεῖτο καὶ κατέπεμπεν, οὐκ εἴα δὲ πολυπραγμονεῖν οὐδὲ παραστρατηγεῖν· ἐγκαλούσης δὲ πρᾴως ἔφερε τὴν χαλεπότητα.Στη μητέρα του, εξάλλου, χάριζε και έστελνε πολλά δώρα, αλλά δεν της επέτρεπε να ασχολείται με πολλά μήτε και να αναμειγνύεται στις υποθέσεις των στρατηγών·και όταν τον κατέκρινε, ανεχόταν ήρεμα τις σκληρές παρατηρήσεις της.
[39.13]πλὴν ἅπαξ ποτ᾽ Ἀντιπάτρου μακρὰν κατ᾽ αὐτῆς γράψαντος ἐπιστολήν, ἀναγνοὺς ἀγνοεῖν εἶπεν Ἀντίπατρον, ὅτι μυρίας ἐπιστολὰς ἓν δάκρυον ἀπαλείφει μητρός.Εκτός από μια φορά που ο Αντίπατρος έγραψε μια μακροσκελή επιστολή εναντίον της· διαβάζοντάς την ο Αλέξανδρος είπε ότι ο Αντίπατρος αγνοεί πως το δάκρυ της μάνας σβήνει μύριες επιστολές.
[40.1]Ἐπεὶ δὲ τοὺς περὶ αὑτὸν ἑώρα παντάπασιν ἐκτετρυφηκότας καὶ φορτικοὺς ταῖς διαίταις καὶ πολυτελείαις ὄντας, ὥσθ᾽ Ἅγνωνα μὲν τὸν Τήϊον ἀργυροῦς ἐν ταῖς κρηπῖσιν ἥλους φορεῖν, Λεοννάτῳ δὲ πολλαῖς καμήλοις ἀπ᾽ Αἰγύπτου κόνιν εἰς τὰ γυμνάσια παρακομίζεσθαι, Φιλώτᾳ δὲ πρὸς θήρας σταδίων ἑκατὸν αὐλαίας † γεγονέναι, μύρῳ δὲ χρωμένους ἰέναι πρὸς ἄλειμμα καὶ λουτρὸν ὅσῳ ‹πρότερον› οὐδ᾽ ἐλαίῳ, τρίπτας δὲ καὶ κατευναστὰς περιαγομένους,Έβλεπε όμως ότι οι άνθρωποι που περιβάλλοντός του είχαν γίνει τρυφηλοί και ενοχλητικοί με τον τρόπο ζωής και τις πολυτέλειές τους. Για παράδειγμα, ο Άγνων από την Τέω είχε στα παπούτσια του ασημένιες πρόκες, ο Λεοννάτος είχε φέρει από την Αίγυπτο με πολλές καμήλες άμμο στα γυμναστήρια και ο Φιλώτας είχε δίχτυα για το κυνήγι εκατό σταδίων· πήγαιναν για άλειμμα και για λουτρό χρησιμοποιώντας τόσο πολύ μύρο όσο προηγουμένως ούτε λάδι δεν είχαν. Έβλεπε ότι περιστοιχίζονταν από υπηρετικό προσωπικό για τρίψιμο και χαλάρωση.
[40.2]ἐπετίμησε πρᾴως καὶ φιλοσόφως, θαυμάζειν φάμενος, εἰ τοσούτους ἠγωνισμένοι καὶ τηλικούτους ἀγῶνας, οὐ μνημονεύουσιν ὅτι τῶν καταπονηθέντων οἱ καταπονήσαντες ἥδιον καθεύδουσιν, οὐδ᾽ ὁρῶσι τοῖς Περσῶν βίοις τοὺς ἑαυτῶν παραβάλλοντες, ὅτι δουλικώτατον μέν ἐστι τὸ τρυφᾶν, βασιλικώτατον δὲ τὸ πονεῖν.Τους επέκρινε λοιπόν για όλα αυτά ήρεμα και φιλοσοφημένα, λέγοντας πως εκπλήσσεται που, ενώ έχουν πάρει μέρος σε τόσο πολλούς και τόσο μεγάλους αγώνες, δεν θυμούνται ότι όσοι έχουν κοπιάσει κοιμούνται πιο ευχάριστα από αυτούς που δεν κουράστηκαν, ούτε και βλέπουν ότι, συγκρίνοντας τη ζωή τους με τη ζωή των Περσών, η τρυφηλή ζωή είναι το άκρον άωτον της δουλείας, ενώ ο μόχθος ό,τι πιο βασιλικό.
[40.3]«καίτοι πῶς ἄν τις» ἔφη «δι᾽ ἑαυτοῦ θεραπεύσειεν ἵππον ἢ λόγχην ἀσκήσειεν ἢ κράνος, ἀπειθικὼς τοῦ φιλτάτου σώματος ἅπτεσθαι τὰς χεῖρας;» «οὐκ ἴστ᾽» εἶπεν «ὅτι τοῦ κρατεῖν πέρας ἡμῖν ἐστι τὸ μὴ ταὐτὰ ποιεῖν τοῖς κεκρατημένοις;»«Αλήθεια,» είπε «πώς θα μπορούσε κάποιος να περιποιηθεί μόνος του το άλογό του ή να γυαλίσει τη λόγχη ή την περικεφαλαία του, αν τα χέρια του έχουν σταματήσει να εγγίζουν το αγαπημένο σώμα του;» «Δεν ξέρετε» είπε «ότι το τελικό στάδιο για μας τους κατακτητές είναι να μην κάνουμε τα ίδια με τους κατακτημένους;»
[40.4]ἐπέτεινεν οὖν ἔτι μᾶλλον αὐτὸς ἑαυτόν, ἐν ταῖς στρατείαις καὶ τοῖς κυνηγεσίοις κακοπαθῶν καὶ παραβαλλόμενος, ὥστε καὶ Λάκωνα πρεσβευτήν, παραγενόμενον αὐτῷ λέοντα καταβάλλοντι μέγαν, εἰπεῖν· «καλῶς γ᾽, Ἀλέξανδρε, πρὸς τὸν λέοντα ἠγώνισαι περὶ τᾶς βασιλείας».Γι᾽ αυτό εξέθετε τον εαυτό του ακόμη περισσότερο στις εκστρατείες και στα κυνήγια, ταλαιπωρούμενος και κινδυνεύοντας, ώστε ένας πρεσβευτής Σπαρτιάτης, που παραβρέθηκε την ώρα που έριχνε κάτω ένα τεράστιο λιοντάρι, είπε: «Αλέξανδρε, αγωνίστηκες σωστά για τη βασιλεία σου με το λιοντάρι».
[40.5]τοῦτο τὸ κυνήγιον Κρατερὸς εἰς Δελφοὺς ἀνέθηκεν, εἰκόνας χαλκᾶς ποιησάμενος τοῦ λέοντος καὶ τῶν κυνῶν, καὶ τοῦ βασιλέως τῷ λέοντι συνεστῶτος, καὶ αὑτοῦ προσβοηθοῦντος, ὧν τὰ μὲν Λύσιππος ἔπλασε, τὰ δὲ Λεωχάρης.Αυτό το περιστατικό του κυνηγιού αφιέρωσε ο Κρατερός στους Δελφούς, αφού έδωσε εντολή να κάνουν χάλκινες μορφές του λιονταριού και των σκυλιών, του βασιλιά να παλεύει με το λιοντάρι, αλλά και του ίδιου να σπεύδει σε βοήθεια· άλλες από τις μορφές αυτές φιλοτέχνησε ο Λύσιππος, άλλες ο Λεωχάρης.
[41.1]Ἀλέξανδρος μὲν οὖν ἑαυτὸν ἀσκῶν ἅμα καὶ τοὺς ἄλλους παροξύνων πρὸς ἀρετὴν ἐκινδύνευεν· οἱ δὲ φίλοι διὰ πλοῦτον καὶ ὄγκον ἤδη τρυφᾶν βουλόμενοι καὶ σχολάζειν, ἐβαρύνοντο τὰς πλάνας καὶ τὰς στρατείας, καὶ κατὰ μικρὸν οὕτω προῆλθον εἰς τὸ βλασφημεῖν καὶ κακῶς λέγειν αὐτόν.Ο Αλέξανδρος λοιπόν διακινδύνευε ασκώντας τον εαυτό του και συνάμα παροτρύνοντας και τους άλλους για την αρετή. Οι φίλοι του όμως που επιθυμούσαν, λόγω του πλούτου και της έπαρσης, να απολαμβάνουν τρυφηλή ζωή και να μην κάνουν τίποτε, ενοχλούνταν με τις περιπλανήσεις και τις εκστρατείες· έτσι, έφτασαν σιγά σιγά στο σημείο να τον βρίζουν και να τον κακολογούν.
[41.2]ὁ δὲ καὶ πάνυ πρᾴως ἐν ἀρχῇ πρὸς ταῦτα διέκειτο, φάσκων βασιλικὸν εἶναι τὸ κακῶς ἀκούειν εὖ ποιοῦντα.Ο Αλέξανδρος στην αρχή αντιδρούσε ήρεμα προς αυτές τις συμπεριφορές, λέγοντας πως το να κακολογείται ένας βασιλιάς είναι κάτι σύνηθες, και μάλιστα όταν αυτός κάνει ευεργεσίες.
[41.3]καίτοι τὰ μὲν μικρότατα τῶν γενομένων τοῖς συνήθεσι παρ᾽ αὐτοῦ σημεῖα μεγάλης ὑπῆρχεν εὐνοίας καὶ τιμῆς· ὧν ὀλίγα παραθήσομαι.Και όμως, κάποια εντελώς ασήμαντα περιστατικά υπήρξαν για τους φίλους του αποδείξεις μεγάλης εκ μέρους του αγάπης και τιμής.
[41.4]Πευκέστᾳ μὲν ἔγραψε μεμφόμενος, ὅτι δηχθεὶς ὑπ᾽ ἄρκτου τοῖς μὲν ἄλλοις ἔγραψεν, αὐτῷ δ᾽ οὐκ ἐδήλωσεν. «ἀλλὰ νῦν γε» φησί «γράψον τε πῶς ἔχεις, καὶ μή τινές σε τῶν συγκυνηγετούντων ἐγκατέλιπον, ἵνα δίκην δῶσι».Θα παραθέσω λίγα από αυτά. Στον Πευκέστα έστειλε επιστολή, παραπονούμενος ότι, όταν τον δάγκωσε μια αρκούδα, έγραψε στους άλλους, αλλά δεν το γνωστοποίησε σ᾽ αυτόν. «Γράψε μου τώρα τουλάχιστον» είπε «πώς είσαι, και αν τυχόν κάποιοι από τους συντρόφους σου στο κυνήγι, σε εγκατέλειψαν, για να τιμωρηθούν.
[41.5]τοῖς δὲ περὶ Ἡφαιστίωνα διὰ πράξεις τινὰς ἀποῦσιν ἔγραψεν, ὅτι παιζόντων αὐτῶν πρὸς ἰχνεύμονα τῷ Περδίκκου δορατίῳ περιπεσὼν Κρατερὸς τοὺς μηροὺς ἐτρώθη.Στον Ηφαιστίωνα και στους άνδρες του, που απουσίαζαν σε κάποιαν αποστολή, έγραψε πως, παίζοντας με ένα κουνάβι ο Κρατερός, έπεσε στο δόρυ του Περδίκκα και πληγώθηκε στους μηρούς.
[41.6]Πευκέστα δὲ σωθέντος ἔκ τινος ἀσθενείας, ἔγραψε πρὸς Ἀλέξιππον τὸν ἰατρὸν εὐχαριστῶν. Κρατεροῦ δὲ νοσοῦντος ὄψιν ἰδὼν καθ᾽ ὕπνον, αὐτός τέ τινας θυσίας ἔθυσεν ὑπὲρ αὐτοῦ, κἀκεῖνον [θῦσαι] ἐκέλευσεν.Όταν ο Πευκέστας σώθηκε από κάποια αρρώστια, ο Αλέξανδρος έστειλε γράμμα στον γιατρό Αλέξιππο για να τον ευχαριστήσει. Όταν ο Κρατερός ήταν άρρωστος, το είδε στο όνειρό του· γι᾽ αυτό και ο ίδιος έκανε κάποιες θυσίες για την ανάρρωσή του και εκείνον προέτρεψε να κάνει το ίδιο.
[41.7]ἔγραψε δὲ καὶ Παυσανίᾳ τῷ ἰατρῷ βουλομένῳ τὸν Κρατερὸν ἐλλεβορίσαι, τὰ μὲν ἀγωνιῶν, τὰ δὲ παραινῶν ὅπως χρήσηται τῇ φαρμακείᾳ.Έστειλε επίσης γράμμα στον Παυσανία τον γιατρό, που ήθελε να δώσει ελλέβορο στον Κρατερό, από τη μια επειδή ανησυχούσε, από την άλλη επειδή ήθελε να τον συμβουλεύσει πώς να χρησιμοποιήσει το φάρμακο.
[41.8]τοὺς δὲ πρώτους τὴν Ἁρπάλου φυγὴν καὶ ἀπόδρασιν ἀπαγγείλαντας ἔδησεν, Ἐφιάλτην καὶ Κίσσον, ὡς καταψευδομένους τοῦ ἀνδρός.Τους πρώτους που έφεραν την είδηση για τη φυγή και την απόδραση του Άρπαλου, τον Εφιάλτη και τον Κίσσο, τους φυλάκισε, επειδή κατά τη γνώμη του έλεγαν ψέματα σε βάρος του ανδρός.
[41.9]ἐπεὶ δέ, τοὺς ἀσθενοῦντας αὐτοῦ καὶ γέροντας εἰς οἶκον ἀποστέλλοντος, Εὐρύλοχος Αἰγαῖος ἐνέγραψεν ἑαυτὸν εἰς τοὺς νοσοῦντας, εἶτα φωραθεὶς ἔχων οὐδὲν κακόν, ὡμολόγησε Τελεσίππας ἐρᾶν καὶ συνεπακολουθεῖν ἐπὶ θάλασσαν ἀπιούσης ἐκείνης, ἠρώτησε τίνων ἀνθρώπων ἐστὶ τὸ γύναιον.Όταν, την εποχή που έστελνε στην πατρίδα τους όσους ήταν εκεί άρρωστοι και ηλικιωμένοι, ο Ευρύλοχος ο Αιγαίος δηλώθηκε ως άρρωστος, στη συνέχεια όμως αποκαλύφθηκε ότι δεν είχε καμιάν αρρώστια και ομολόγησε ότι ήταν ερωτευμένος με την Τελεσίππα και, επειδή εκείνη έφευγε, ήθελε να τη συνοδεύσει ως τη θάλασσα, ο Αλέξανδρος ρώτησε από πού καταγόταν η γυναίκα.
[41.10]ἀκούσας δ᾽ ὅτι τῶν ἐλευθέρων ἑταιρῶν «ἡμᾶς μὲν» εἶπεν «ὦ Εὐρύλοχε, συνερῶντας ἔχεις· ὅρα δ᾽ ὅπως πείθωμεν ἢ λόγοις ἢ δώροις τὴν Τελεσίππαν, ἐπειδήπερ ἐξ ἐλευθέρων ἐστί».Όταν άκουσε ότι ήταν ελεύθερη εταίρα, είπε: «Ευρύλοχε, θα μας έχεις υποστηρικτές στον έρωτά σου· κοίτα όμως πώς θα πείσουμε την Τελεσίππα με λόγια ή με έργα, γιατί είναι ελεύθερη».
[42.1]Θαυμάσαι δ᾽ αὐτὸν ἔστιν, ὅτι καὶ μέχρι τοιούτων ἐπιστολῶν τοῖς φίλοις ἐσχόλαζεν· οἷα γράφει παῖδα Σελεύκου εἰς Κιλικίαν ἀποδεδρακότα κελεύων ἀναζητῆσαι, καὶ Πευκέσταν ἐπαινῶν ὅτι Νίκωνα Κρατεροῦ δοῦλον συνέλαβε, καὶ Μεγαβύζῳ περὶ τοῦ θεράποντος τοῦ ἐν τῷ ἱερῷ καθεζομένου, κελεύων αὐτὸν ἂν δύνηται συλλαβεῖν ἔξω τοῦ ἱεροῦ προκαλεσάμενον, ἐν δὲ τῷ ἱερῷ μὴ προσάπτεσθαι.Και είναι να απορεί κανείς με αυτόν που έβρισκε χρόνο να ασχολείται με τέτοια και να γράφει μέχρι και επιστολές στους φίλους του για τέτοια ζητήματα. Για παράδειγμα, έγραψε επιστολή για την απόδραση κάποιου δούλου του Σέλευκου στην Κιλικία, προστάζοντας να τον αναζητήσουν· επαίνεσε τον Πευκέστα που συνέλαβε τον Νίκωνα, τον δούλο του Κρατερού· έγραψε στον Μεγάβυζο σχετικά με τον υπηρέτη του, που είχε καθίσει ικέτης στο ιερό, προστάζοντάς τον να τον φωνάξει και να τον συλλάβει, ει δυνατόν, έξω από το ιερό, αλλά μέσα σ᾽ αυτό να μην τον ακουμπήσει.
[42.2]λέγεται δὲ καὶ τὰς δίκας διακρίνων ἐν ἀρχῇ τὰς θανατικὰς τὴν χεῖρα τῶν ὤτων τῷ ἑτέρῳ προστιθέναι τοῦ κατηγόρου λέγοντος, ὅπως τῷ κινδυνεύοντι καθαρὸν φυλάττηται καὶ ἀδιάβλητον.Λέγεται ότι αρχικά, εκδικάζοντας υποθέσεις που επέσυραν την ποινή του θανάτου, όταν μιλούσε ο κατήγορος, έβαζε το χέρι στο ένα αυτί του, για να το διατηρεί καθαρό και χωρίς προκατάληψη για τον κατηγορούμενο.
[42.3]ἀλλ᾽ ὕστερόν γ᾽ αὐτὸν ἐξετράχυναν αἱ πολλαὶ διαβολαί, διὰ τῶν ἀληθῶν πάροδον ‹καὶ› πίστιν ἐπὶ τὰ ψευδῆ λαβοῦσαι,Αργότερα όμως οι πολλές συκοφαντίες τον έκαναν σκληρό, καθώς, περνώντας μέσα από τις αληθινές, εύρισκαν δρόμο ώστε να γίνουν και αυτές πιστευτές.
[42.4]καὶ μάλιστα κακῶς ἀκούων ἐξίστατο τοῦ φρονεῖν, καὶ χαλεπὸς ἦν καὶ ἀπαραίτητος, ἅτε δὴ τὴν δόξαν ἀντὶ τοῦ ζῆν καὶ τῆς βασιλείας ἠγαπηκώς.Γινόταν μάλιστα εκτός εαυτού, σκληρός και αλύγιστος, όταν τον κακολογούσαν λέγοντας ότι είχε αγαπήσει πιο πολύ τη δόξα παρά τη ζωή και τη βασιλεία.

Στις ανατολικές σατραπίες

[42.5]Τότε δ᾽ ἐξήλαυνεν ἐπὶ Δαρεῖον, ὡς πάλιν μαχούμενος· ἀκούσας δὲ τὴν ὑπὸ Βήσσου γενομένην αὐτοῦ σύλληψιν, ἀπέλυσε τοὺς Θεσσαλοὺς οἴκαδε, δισχίλια τάλαντα δωρεὰν ἐπιμετρήσας ταῖς μισθοφοραῖς.Εκείνον τον καιρό ξεκινούσε εναντίον του Δαρείου, για να δώσει μάχη πάλι μαζί του. Όταν όμως έμαθε τη σύλληψή του από τον Βήσσο, αποδέσμευσε τους Θεσσαλούς, ώστε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, καταβάλλοντας εκτός από τους μισθούς τους δώρο δύο χιλιάδες τάλαντα.
[42.6]πρὸς δὲ τὴν δίωξιν, ἀργαλέαν καὶ μακρὰν γινομένην (ἕνδεκα γὰρ ἡμέραις ἱππάσατο τρισχιλίους καὶ τριακοσίους σταδίους), ἀπηγόρευσαν μὲν οἱ πλεῖστοι, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἄνυδρον.Από την καταδίωξη, επίπονη και μεγάλης διάρκειας —γιατί μέσα σε έντεκα ημέρες κάλυψε με το ιππικό τρεις χιλιάδες τριακόσια στάδια— κουράστηκαν οι περισσότεροι, και μάλιστα διασχίζοντας άνυδρη περιοχή.
[42.7]ἔνθα δὴ Μακεδόνες ἀπήντησαν αὐτῷ τινες ὕδωρ ἐν ἀσκοῖς ἐφ᾽ ἡμιόνων κομίζοντες ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ, καὶ θεασάμενοι τὸν Ἀλέξανδρον ἤδη μεσημβρίας οὔσης κακῶς ὑπὸ δίψους ἔχοντα, ταχὺ πλησάμενοι κράνος προσήνεγκαν.Ακριβώς εκεί τον συνάντησαν κάποιοι Μακεδόνες που μετέφεραν νερό από το ποτάμι σε ασκούς πάνω σε μουλάρια. Όταν είδαν τον Αλέξανδρο να είναι σε άσχημη κατάσταση από τη δίψα —ήταν κιόλας μεσημέρι— γέμισαν γρήγορα μια περικεφαλαία και του την πρόσφεραν.
[42.8]πυθομένου δ᾽ αὐτοῦ τίσι κομίζοιεν, «υἱοῖς» ἔφασαν «ἰδίοις· ἀλλὰ σοῦ ζῶντος ἑτέρους ποιησόμεθα, κἂν ἐκείνους ἀπολέσωμεν».Όταν αυτός ζήτησε να μάθει για ποιους μετέφεραν το νερό, του είπαν: «για τα παιδιά μας. Αλλά, και αν ακόμη τα χάσουμε, με εσένα ζωντανό θα κάνουμε άλλα».
[42.9]ταῦτ᾽ ἀκούσας, ἔλαβεν εἰς τὰς χεῖρας τὸ κράνος· περιβλέψας δὲ καὶ θεασάμενος τοὺς περὶ αὑτὸν ἱππεῖς ἅπαντας ἐγκεκλικότας ταῖς κεφαλαῖς καὶ πρὸς αὐτὸν ἀποβλέποντας, ἀπέδωκεν οὐ πιών, ἀλλ᾽ ἐπαινέσας τοὺς ἀνθρώπους «ἂν γὰρ αὐτὸς» ἔφη «πίω μόνος, ἀθυμήσουσιν οὗτοι».Σαν άκουσε αυτά, πήρε στα χέρια του την περικεφαλαία· κοιτάζοντας όμως ολόγυρα και παρατηρώντας ότι όλοι οι ιππείς της ακολουθίας του είχαν σκύψει τα κεφάλια και τον κοίταζαν, την έδωσε πίσω χωρίς να πιει· ευχαρίστησε τους ανθρώπους και είπε: «αν πιω μόνον εγώ, θα στενοχωρηθούν πολύ αυτοί».
[42.10]θεασάμενοι δὲ τὴν ἐγκράτειαν αὐτοῦ καὶ μεγαλοψυχίαν οἱ ἱππεῖς ἄγειν ἀνέκραγον θαρροῦντα καὶ τοὺς ἵππους ἐμάστιζον· οὔτε γὰρ κάμνειν οὔτε διψᾶν οὔθ᾽ ὅλως θνητοὺς εἶναι νομίζειν αὑτούς, ἕως ἂν ἔχωσι βασιλέα τοιοῦτον.Βλέποντας οι ιππείς την εγκράτεια και το μεγαλείο της ψυχής του, φώναζαν να συνεχίσει να τους οδηγεί με θάρρος και μαστίγωναν τα άλογά τους. Γιατί, όσο είχαν έναν τέτοιο βασιλιά, ούτε κουράζονταν ούτε διψούσαν και, γενικά, δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους θνητούς.
[43.1]Ἡ μὲν οὖν προθυμία πάντων ἦν ὁμοία, μόνους δέ φασιν ἑξήκοντα συνεισπεσεῖν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν πολεμίων.Η προθυμία όλων ήταν όμοια, αλλά στο στρατόπεδο των εχθρών λένε ότι όρμησαν μαζί του μόνο εξήντα.
[43.2]ἔνθα δὴ πολὺν μὲν ἄργυρον καὶ χρυσὸν ἐρριμμένον ὑπερβαίνοντες, πολλὰς δὲ παίδων καὶ γυναικῶν ἁρμαμάξας ἡνιόχων ἐρήμους διαφερομένας παρερχόμενοι, τοὺς πρώτους ἐδίωκον, ὡς ἐν ἐκείνοις Δαρεῖον ὄντα.Εκεί λοιπόν, περνώντας πάνω από πολύ ασήμι και χρυσάφι ριγμένο στο έδαφος και δίπλα από πολλές άμαξες με γυναικόπαιδα ακυβέρνητες χωρίς ηνιόχους, κατεδίωκαν τους πρώτους, γιατί πίστευαν ότι μεταξύ εκείνων ήταν ο Δαρείος.
[43.3]μόλις δ᾽ εὑρίσκεται πολλῶν ἀκοντισμάτων κατάπλεως τὸ σῶμα κείμενος ἐν ἁρμαμάξῃ, μικρὸν ἀπολείπων τοῦ τελευτᾶν· ὅμως δὲ καὶ πιεῖν ᾔτησε, καὶ πιὼν ὕδωρ ψυχρόν, εἶπε πρὸς τὸν δόντα Πολύστρατον·Εντοπίστηκε δύσκολα μέσα σε μια άμαξα γεμάτος πληγές από ακόντιο σε όλο το σώμα του λίγο πριν πεθάνει. Ζήτησε όμως να πιει και, αφού ήπιε κρύο νερό, είπε στον Πολύστρατο που του το έδωσε:
[43.4]«ὦ ἄνθρωπε, τοῦτό μοι πέρας γέγονε δυστυχίας ἁπάσης, εὖ παθεῖν ἀμείψασθαι μὴ δυνάμενον· ἀλλ᾽ Ἀλέξανδρος ἀποδώσει σοι τὴν χάριν, Ἀλεξάνδρῳ δ᾽ οἱ θεοὶ τῆς εἰς μητέρα καὶ γυναῖκα καὶ παῖδας τοὺς ἐμοὺς ἐπιεικείας, ᾧ ταύτην δίδωμι τὴν δεξιὰν διὰ σοῦ». ταῦτ᾽ εἰπὼν καὶ λαβόμενος τῆς τοῦ Πολυστράτου χειρός, ἐξέλιπεν.«άνθρωπε, αυτή είναι η τελευταία από όλες τις δυστυχίες μου, το να μην μπορώ να ανταποδώσω την ευεργεσία· θα σου ανταποδώσει όμως τη χάρη ο Αλέξανδρος, και σ᾽ αυτόν οι θεοί για την ευγενική συμπεριφορά του προς τη μητέρα μου, τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου· μέσω εσού τον συγχαίρω». Αφού είπε αυτά και έπιασε το χέρι του Πολύστρατου, ξεψύχησε.
[43.5]Ἀλέξανδρος δ᾽ ὡς ἐπῆλθεν, ἀλγῶν τε τῷ πάθει φανερὸς ἦν, καὶ τὴν ἑαυτοῦ χλαμύδα λύσας ἐπέβαλε τῷ σώματι καὶ περιέστειλε.Όταν κατέφτασε ο Αλέξανδρος, λυπήθηκε ολοφάνερα για το συμβάν, έλυσε τη χλαμύδα του, την έριξε πάνω στο σώμα του και τον σκέπασε.
[43.6]καὶ Βῆσσον μὲν ὕστερον εὑρὼν διεσφενδόνησεν, ὀρθίων δένδρων εἰς ταὐτὸ καμφθέντων ἑκατέρῳ μέρος προσαρτήσας τοῦ σώματος, εἶτα μεθεὶς ἑκάτερον, ὡς ὥρμητο ῥύμῃ φερόμενον, τὸ προσῆκον αὐτῷ μέρος νείμασθαι.Αργότερα, όταν βρήκε τον Βήσσο, τον έσκισε στα δυο· λύγισε δηλαδή δύο κατακόρυφα δέντρα προς το ίδιο σημείο, έδεσε στο καθένα ένα πόδι του Βήσσου, έπειτα, αφήνοντας τα δέντρα ελεύθερα, καθώς τινάχτηκαν με ορμή γυρίζοντας στη θέση τους, πήρε το καθένα μαζί του το μέρος του σώματος που είχε προσδεθεί σ᾽ αυτό.
[43.7]τότε δὲ τοῦ Δαρείου τὸ μὲν σῶμα κεκοσμημένον βασιλικῶς πρὸς τὴν μητέρ᾽ ἀπέστειλε, τὸν δ᾽ ἀδελφὸν Ἐξάθρην εἰς τοὺς ἑταίρους ἀνέλαβεν.Ύστερα από αυτό έστειλε τη σορό του Δαρείου, στολισμένη με βασιλικό τρόπο, στη μητέρα του και συμπεριέλαβε τον αδερφό εκείνου Εξάθρη μεταξύ των εταίρων.
[44.1]Αὐτὸς δὲ μετὰ τῆς ἀκμαιοτάτης δυνάμεως εἰς Ὑρκανίαν κατέβαινε, καὶ πελάγους ἰδὼν κόλπον οὐκ ἐλάττονα μὲν τοῦ Πόντου φανέντα, γλυκύτερον δὲ τῆς ἄλλης θαλάττης, σαφὲς μὲν οὐδὲν ἔσχε πυθέσθαι περὶ αὐτοῦ, μάλιστα δ᾽ εἴκασε τῆς Μαιώτιδος λίμνης ἀνακοπὴν εἶναι.Ο ίδιος κατέβαινε προς την Υρκανία με το πιο ισχυρό μέρος της δύναμής του. Είδε εκεί έναν κόλπο στο ανοιχτό πέλαγος, που κατά την εκτίμησή του δεν ήταν μικρότερος από τον Εύξεινο Πόντο αλλά πιο γλυκός από την άλλη θάλασσα. Δεν κατόρθωσε όμως να μάθει τίποτε συγκεκριμένο γι᾽ αυτόν· κατέληξε ωστόσο στο συμπέρασμα ότι ήταν το πίσω τμήμα της λίμνης Μαιώτιδας.
[44.2]καίτοι τούς γε φυσικοὺς ἄνδρας οὐκ ἔλαθε τἀληθές, ἀλλὰ πολλοῖς ἔτεσιν ἔμπροσθεν τῆς Ἀλεξάνδρου στρατείας ἱστορήκασιν, ὅτι τεσσάρων κόλπων εἰσεχόντων ἀπὸ τῆς ἔξω θαλάσσης βορειότατος οὗτός ἐστι, τὸ Ὑρκάνιον πέλαγος καὶ Κάσπιον ὁμοῦ προσαγορευόμενον.Και όμως οι φυσικοί γνώριζαν την αλήθεια και πολλά χρόνια πριν από την εκστρατεία του Αλέξανδρου έχουν αναφέρει ότι από τους τέσσερις κόλπους τους εισχωρούντες στη στεριά από την έξω θάλασσα αυτός είναι ο βορειότερος, που λέγεται Υρκάνιο ή Κάσπιο πέλαγος.
[44.3]Ἐνταῦθα τῶν βαρβάρων τινὲς ἀπροσδοκήτως περιτυχόντες τοῖς ἄγουσι τὸν ἵππον αὐτοῦ τὸν Βουκεφάλαν λαμβάνουσιν.Εδώ κάποιοι βάρβαροι συνάντησαν απροσδόκητα αυτούς που έφερναν το άλογό του, τον Βουκεφάλα, και τον πήραν μαζί τους.
[44.4]ὁ δ᾽ ἤνεγκεν οὐ μετρίως, ἀλλὰ κήρυκα πέμψας ἠπείλησε πάντας ἀποκτενεῖν μετὰ τέκνων καὶ γυναικῶν, εἰ τὸν ἵππον αὐτῷ μὴ ἀναπέμψειαν.Ο Αλέξανδρος το έφερε βαριά. Έστειλε κήρυκα και τους απείλησε ότι θα τους σκότωνε όλους μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους, αν δεν του έστελναν πίσω το άλογο.
[44.5]ἐπεὶ δὲ καὶ τὸν ἵππον [αὐτῷ] ἄγοντες ἧκον ‹αὐτῷ› καὶ τὰς πόλεις ἐγχειρίζοντες, ἐχρήσατο φιλανθρώπως πᾶσι καὶ τοῦ ἵππου λύτρα τοῖς λαβοῦσιν ἔδωκεν.Επειδή ήρθαν φέρνοντάς του το άλογο και παραδίδοντας τις πόλεις τους, συμπεριφέρθηκε προς όλους φιλικά και μάλιστα έδωσε λύτρα σ᾽ αυτούς που είχαν πάρει το άλογό του.
[45.1]Ἐντεῦθεν εἰς τὴν Παρθικὴν ἀναζεύξας καὶ σχολάζων, πρῶτον ἐνεδύσατο τὴν βαρβαρικὴν στολὴν, εἴτε βουλόμενος αὑτὸν συνοικειοῦν τοῖς ἐπιχωρίοις νόμοις, ὡς μέγα πρὸς ἐξημέρωσιν ἀνθρώπων τὸ σύνηθες καὶ ὁμόφυλον, εἴτ᾽ ἀπόπειρά τις ὑφεῖτο τῆς προσκυνήσεως αὕτη τοῖς Μακεδόσι, κατὰ μικρὸν ἀνασχέσθαι τὴν ἐκδιαίτησιν αὐτοῦ καὶ μεταβολὴν ἐθιζομένοις.Από εδώ ξεκίνησε για τη χώρα των Πάρθων και, καθώς αναπαυόταν, φόρεσε για πρώτη φορά τη βαρβαρική στολή, είτε επειδή επιθυμούσε να εξοικειωθεί με τις ντόπιες συνήθειες, γιατί κατά τη γνώμη του η συνήθεια και η φυλετική συγγένεια συνέβαλλαν κατά πολύ στον εξανθρωπισμό, είτε αυτό ήταν η αρχή μιας προσπάθειας ώστε να τον προσκυνήσουν σιγά σιγά οι Μακεδόνες, συνηθίζοντας λίγο λίγο να ανέχονται τον διαφορετικό τρόπο ζωής και την αλλαγή του.
[45.2]οὐ μὴν τήν γε Μηδικὴν ἐκείνην προσήκατο, παντάπασι βαρβαρικὴν καὶ ἀλλόκοτον οὖσαν, οὐδ᾽ ἀναξυρίδας οὐδὲ κάνδυν οὐδὲ τιάραν ἔλαβεν, ἀλλ᾽ ἐν μέσῳ τινὰ τῆς Περσικῆς καὶ τῆς Μηδικῆς μειξάμενος εὖ πως, ἀτυφοτέραν μὲν ἐκείνης, ταύτης δὲ σοβαρωτέραν οὖσαν.Ωστόσο δεν φόρεσε βέβαια εκείνη τη μηδική στολή, την τελείως βαρβαρική και αλλόκοτη, ούτε έβαλε περισκελίδες ούτε χειριδωτό μανδύα και στέμμα, αλλά συνδύασε με μέτρο κάποια στοιχεία της περσικής και της μηδικής, τα λιγότερο εντυπωσιακά από την πρώτη και τα πιο αυστηρά από τη δεύτερη.
[45.3]ἐχρῆτο δὲ τὸ μὲν πρῶτον ἐντυγχάνων τοῖς βαρβάροις καὶ τοῖς ἑταίροις κατ᾽ οἶκον, εἶτα τοῖς πολλοῖς οὕτως ἐξελαύνων καὶ χρηματίζων ἑωρᾶτο.Στην αρχή τη χρησιμοποιούσε όταν συναντούσε τους βαρβάρους και τους φίλους του στα καταλύματά του· στη συνέχεια όμως εμφανιζόταν έτσι και στον λαό, όταν έβγαινε έξω και συζητούσε.
[45.4]καὶ λυπηρὸν μὲν ἦν τοῖς Μακεδόσι τὸ θέαμα, τὴν δ᾽ ἄλλην αὐτοῦ θαυμάζοντες ἀρετὴν ᾤοντο δεῖν ἔνια τῶν πρὸς ἡδονὴν αὐτῷ καὶ δόξαν ἐπιχωρεῖν·Το θέαμα ήταν λυπηρό για τους Μακεδόνες, αλλά επειδή θαύμαζαν γενικά την αρετή του, πίστευαν ότι έπρεπε να κάνουν ορισμένες υποχωρήσεις μπροστά στην ευχαρίστηση και στη δόξα του.
[45.5]ὅς γε πρὸς ἅπασι τοῖς ἄλλοις ἔναγχος τόξευμα μὲν εἰς τὴν κνήμην λαβών, ὑφ᾽ οὗ τῆς κερκίδος ‹τὸ› ὁστέον ἀποθραυσθὲν ἐξέπεσε, λίθῳ δὲ πληγεὶς πάλιν εἰς τὸν τράχηλον, ὥστε καὶ ταῖς ὄψεσιν ἀχλὺν ὑποδραμεῖν παραμείνασαν οὐκ ὀλίγον χρόνον,Εκτός από όλα τα άλλα είχε τραυματιστεί πρόσφατα με βέλος στην κνήμη, γεγονός που είχε ως συνέπεια να σπάσει ένα κομμάτι από την κερκίδα και να πέσει· ξαναχτυπήθηκε με πέτρα στον τράχηλο, με αποτέλεσμα να μεσολαβήσει κάποια ελαφρά σκοτοδίνη για μεγάλο διάστημα.
[45.6]ὅμως οὐκ ἐπαύετο χρώμενος ἑαυτῷ πρὸς τοὺς κινδύνους ἀφειδῶς, ἀλλὰ καὶ τὸν Ὀρεξάρτην διαβὰς ποταμόν, ὃν αὐτὸς ᾤετο Τάναϊν εἶναι, καὶ τοὺς Σκύθας τρεψάμενος, ἐδίωξεν ἐπὶ σταδίους ἑκατόν, ἐνοχλούμενος ὑπὸ διαρροίας.Ωστόσο δεν σταματούσε να ρίχνεται στους κινδύνους συνεχώς. Και αφού πέρασε τον ποταμό Ορεξάρτη, που ο ίδιος πίστευε ότι ήταν ο Τάναϊς, έτρεψε σε φυγή τους Σκύθες και τους καταδίωξε για εκατό στάδια, μολονότι ενοχλούνταν από διάρροια.
[46.1]Ἐνταῦθα δὲ πρὸς αὐτὸν ἀφικέσθαι τὴν Ἀμαζόνα οἱ πολλοὶ λέγουσιν, ὧν καὶ Κλείταρχός ἐστι καὶ Πολύκλειτος καὶ Ὀνησίκριτος καὶ Ἀντιγένης καὶ Ἴστρος.Οι περισσότεροι, μεταξύ των οποίων είναι οι Κλείταρχος, Πολύκλειτος, Ονησίκριτος, Αντιγένης και Ίστρος, λένε ότι είχε έρθει προς αυτόν η Αμαζόνα.
[46.2]Ἀριστόβουλος δὲ καὶ Χάρης ὁ εἰσαγγελεύς, πρὸς δὲ τούτοις Ἑκαταῖος ὁ Ἐρετριεὺς καὶ Πτολεμαῖος καὶ Ἀντικλείδης καὶ Φίλων ὁ Θηβαῖος καὶ Φίλιππος ὁ Θεαγγελεὺς καὶ Φίλιππος ὁ Χαλκιδεὺς καὶ Δοῦρις ὁ Σάμιος πλάσμα φασὶ γεγονέναι τοῦτο.Ο Αριστόβουλος όμως και ο Χάρης, που παρουσίαζε τους ξένους στον Αλέξανδρο, καθώς και οι Εκαταίος από την Ερέτρια, Πτολεμαίος, Αντικλείδης, Φίλων από τη Θήβα, Φίλιππος ο Θεαγγελέας, Φίλιππος από τη Χαλκίδα και Δούρης από τη Σάμο λένε ότι αυτό ήταν αποκύημα της φαντασίας.
[46.3]καὶ μαρτυρεῖν αὐτοῖς ἔοικεν Ἀλέξανδρος· Ἀντιπάτρῳ γὰρ ἅπαντα γράφων ἀκριβῶς, τὸν μὲν Σκύθην φησὶν αὐτῷ διδόναι τὴν θυγατέρα πρὸς γάμον, Ἀμαζόνος δ᾽ οὐ μνημονεύει.Τη γνώμη τους φαίνεται να επιβεβαιώνει και ο Αλέξανδρος. Πράγματι, ενώ έγραφε στον Αντίπατρο τα πάντα λεπτομερώς, ανέφερε βέβαια ότι ο Σκύθης τού έδινε τη θυγατέρα του σε γάμο, αλλά για την Αμαζόνα δεν έκανε μνεία.
[46.4]λέγεται δὲ πολλοῖς χρόνοις Ὀνησίκριτος ὕστερον ἤδη βασιλεύοντι Λυσιμάχῳ τῶν βιβλίων τὸ τέταρτον ἀναγινώσκειν, ἐν ᾧ γέγραπται περὶ τῆς Ἀμαζόνος· τὸν οὖν Λυσίμαχον ἀτρέμα μειδιάσαντα «καὶ ποῦ» φάναι «τότ᾽ ἤμην ἐγώ;»Λένε ότι πολλά χρόνια αργότερα ο Ονησίκριτος διάβασε στον Λυσίμαχο, που ήταν ήδη βασιλιάς, το τέταρτο από τα βιβλία του, στο οποίο είχε γράψει σχετικά με την Αμαζόνα. Τότε ο Λυσίμαχος χαμογέλασε ευγενικά και είπε: «και εγώ τότε πού ήμουν;»
[46.5]ταῦτα μὲν οὖν ἄν τις οὔτ᾽ ἀπιστῶν ἧττον οὔτε πιστεύων μᾶλλον Ἀλέξανδρον θαυμάσειε.Όσον αφορά σε αυτά, ούτε θα μπορούσε να θαυμάσει κανείς τον Αλέξανδρο λιγότερο, αν δυσπιστούσε, ούτε περισσότερο, αν τα πίστευε.
[47.1]Φοβούμενος δὲ τοὺς Μακεδόνας μὴ εἰς τὰ ὑπόλοιπα τῆς στρατείας ἀπαγορεύσωσι, τὸ μὲν ἄλλο πλῆθος εἴασε κατὰ χώραν, τοὺς δ᾽ ἀρίστους ἔχων ἐν Ὑρκανίᾳ μεθ᾽ ἑαυτοῦ, δισμυρίους πεζοὺς καὶ τρισχιλίους ἱππεῖς, ‹πεῖραν› προσέβαλε, λέγων ὡς νῦν μὲν αὐτοὺς † ἐνύπνιον τῶν βαρβάρων ὁρώντων, ἂν δὲ μόνον ταράξαντες τὴν Ἀσίαν ἀπίωσιν, ἐπιθησομένων εὐθὺς ὥσπερ γυναιξίν.Ανησυχώντας για τους Μακεδόνες μήπως κουραστούν στην εκστρατεία από εδώ και στο εξής, άφησε το υπόλοιπο πλήθος του στρατού στις θέσεις του και με τους αρίστους που είχε στην Υρκανία μαζί του, είκοσι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς, έκανε επίθεση, λέγοντας ότι οι βάρβαροι τους βλέπουν τώρα σαν σε όνειρο, αν όμως δημιουργήσουν μόνο αναταραχή στην Ασία και φύγουν, θα τους επιτεθούν αμέσως σαν σε γυναίκες.
[47.2]οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἀφιέναι γε τοὺς βουλομένους ἔφη, καὶ μαρτυράμενος ὅτι τὴν οἰκουμένην τοῖς Μακεδόσι κτώμενος ἐγκαταλέλειπται, μετὰ τῶν φίλων καὶ τῶν ἐθελόντων στρατεύειν.Ωστόσο είπε ότι άφηνε να φύγουν όσοι το επιθυμούσαν, παραπονούμενος ότι, παρόλο που κατακτούσε όλο τον κόσμο για χάρη των Μακεδόνων, έχει εγκαταλειφθεί και εκστρατεύει μόνο με τους φίλους του και τους εθελοντές.
[47.3]ταῦτα σχεδὸν αὐτοῖς ὀνόμασιν ἐν τῇ πρὸς Ἀντίπατρον ἐπιστολῇ γέγραπται, καὶ ὅτι ταῦτ᾽ εἰπόντος αὐτοῦ πάντες ἐξέκραγον, ὅπου βούλεται τῆς οἰκουμένης ἄγειν.Αυτά έχουν γραφτεί σχεδόν λέξη προς λέξη στο γράμμα του προς τον Αντίπατρο και ότι, όταν είπε αυτά, όλοι φώναζαν να τους οδηγήσει σε όποιο μέρος του κόσμου επιθυμεί.
[47.4]δεξαμένων δὲ τούτων τὴν πεῖραν, οὐκέτ᾽ ἦν χαλεπὸν προσαχθῆναι τὸ πλῆθος, ἀλλὰ ῥᾳδίως ἐπηκολούθησεν.Και αφού αυτοί δέχτηκαν, δεν ήταν πια δύσκολο να ξεσηκωθεί και το πλήθος, που ακολούθησε εύκολα.
[47.5]Οὕτω δὴ καὶ τὴν δίαιταν ἔτι μᾶλλον ὡμοίου τε τοῖς ἐπιχωρίοις ἑαυτόν, ἐκείνους τε προσῆγε τοῖς Μακεδονικοῖς ἔθεσιν, ἀνακράσει καὶ κοινωνίᾳ μᾶλλον δι᾽ εὐνοίας καταστήσεσθαι τὰ πράγματα νομίζων ἢ βίᾳ, μακρὰν ἀπαίροντος αὐτοῦ.Έτσι λοιπόν και ο ίδιος προσαρμοζόταν ακόμη περισσότερο στον τρόπο ζωής των ντόπιων και εκείνους οδηγούσε στις συνήθειες των Μακεδόνων, επειδή πίστευε ότι με την επαφή και την επικοινωνία μάλλον παρά με τη βία θα επιτύγχανε ευνοϊκή κατάσταση, ακόμη και όταν αυτός θα έφευγε.
[47.6]διὸ καὶ τρισμυρίους παῖδας ἐπιλεξάμενος ἐκέλευσε γράμματά τε μανθάνειν Ἑλληνικὰ καὶ Μακεδονικοῖς ὅπλοις ἐντρέφεσθαι, πολλοὺς ἐπιστάτας καταστήσας,Γι᾽ αυτό επέλεξε τριάντα χιλιάδες παιδιά και έδωσε διαταγή να μάθουν Ελληνικά και να εκπαιδευτούν στα μακεδονικά όπλα, ορίζοντας πολλούς εκπαιδευτές.
[47.7]καὶ τὰ περὶ Ῥωξάνην ἔρωτι μὲν ἐπράχθη, καλὴν καὶ ὡραίαν ἔν τινι χορῷ παρὰ πότον ὀφθεῖσαν, ἔδοξε δ᾽ οὐκ ἀνάρμοστα τοῖς ὑποκειμένοις εἶναι πράγμασιν.Επίσης, ο γάμος του με τη Ρωξάνη, που την είδε όμορφη και νέα σε κάποιο χορό σε διασκέδαση, έγινε από έρωτα και φάνηκε ότι δεν ήταν άσχετος με την κατάσταση που επικρατούσε.
[47.8]ἐθάρρησαν γὰρ οἱ βάρβαροι τῇ κοινωνίᾳ τοῦ γάμου, καὶ τὸν Ἀλέξανδρον ὑπερηγάπησαν, ὅτι σωφρονέστατος περὶ ταῦτα γεγονὼς οὐδ᾽ ἧς μόνης ἡττήθη γυναικὸς ἄνευ νόμου θιγεῖν ὑπέμεινεν.Γιατί με τον γάμο ενισχύθηκε η αυτοπεποίθηση των βαρβάρων και αγάπησαν σε βαθμό υπερβολικό τον Αλέξανδρο, επειδή υπήρξε πάρα πολύ συνετός σχετικά με τα ζητήματα αυτά και δεν το βάσταξε η συνείδησή του να συζεί παράνομα με τη μοναδική γυναίκα που τον είχε σκλαβώσει.
[47.9]Ἐπεὶ δὲ καὶ τῶν φίλων ἑώρα τῶν μεγίστων Ἡφαιστίωνα μὲν ἐπαινοῦντα καὶ συμμετακοσμούμενον αὐτῷ, Κρατερὸν δὲ τοῖς πατρίοις ἐμμένοντα, δι᾽ ἐκείνου μὲν ἐχρημάτιζε τοῖς βαρβάροις, διὰ τούτου δὲ τοῖς Ἕλλησι καὶ τοῖς Μακεδόσι·Επειδή έβλεπε ότι από τους επιστήθιους φίλους του ο μεν Ηφαιστίων τον επιδοκίμαζε και τον ακολουθούσε σε αυτές τις συνήθειες, ενώ ο Κρατερός έμενε αφοσιωμένος στις πατροπαράδοτες συνήθειες, με τον πρώτο τακτοποιούσε τα σχετικά με τους βαρβάρους, με τον άλλον τα σχετικά με τους Έλληνες και τους Μακεδόνες.
[47.10]καὶ ὅλως τὸν μὲν ἐφίλει μάλιστα, τὸν δ᾽ ἐτίμα, νομίζων καὶ λέγων ἀεί, τὸν μὲν Ἡφαιστίωνα φιλαλέξανδρον εἶναι, τὸν δὲ Κρατερὸν φιλοβασιλέα.Γενικά, τον πρώτο τον αγαπούσε πάρα πολύ, τον άλλον τον τιμούσε, επειδή το πίστευε και το επαναλάμβανε ότι ο Ηφαιστίων αγαπούσε τον Αλέξανδρο, ενώ ο Κρατερός τον βασιλιά.
[47.11]διὸ καὶ πρὸς ἀλλήλους ὑπούλως ἔχοντες, συνέκρουον πολλάκις, ἅπαξ δὲ περὶ τὴν Ἰνδικὴν καὶ εἰς χεῖρας ἦλθον σπασάμενοι τὰ ξίφη, καὶ τῶν φίλων ἑκατέρῳ παραβοηθούντων, προσελάσας ‹ὁ› Ἀλέξανδρος ἐλοιδόρει τὸν Ἡφαιστίωνα φανερῶς, ἔμπληκτον καλῶν καὶ μαινόμενον, εἰ μὴ συνίησιν ὡς ἐάν τις αὐτοῦ τὸν Ἀλέξανδρον ἀφέληται, μηδέν ἐστιν·Γι᾽ αυτό, καθώς υπέβλεπε ο ένας τον άλλον, συγκρούονταν πολλές φορές μεταξύ τους· μια φορά μάλιστα στην Ινδία ήρθαν στα χέρια και τράβηξαν τα ξίφη. Έτρεξαν οι φίλοι να βοηθήσουν τον καθένα τους και, όταν έφτασε ο Αλέξανδρος, κορόιδευε φανερά τον Ηφαιστίωνα, αποκαλώντας τον τρελό και μανιακό, αν δεν καταλαβαίνει ότι, αν κάποιος του πάρει τον Αλέξανδρο, είναι ένα τίποτε·
[47.12]ἰδίᾳ δὲ καὶ τοῦ Κρατεροῦ πικρῶς καθήψατο, καὶ συναγαγὼν αὐτοὺς καὶ διαλλάξας, ἐπώμοσε τὸν Ἄμμωνα καὶ τοὺς ἄλλους θεούς, ἦ μὴν μάλιστα φιλεῖν ἀνθρώπων ἁπάντων ἐκείνους· ἂν δὲ πάλιν αἴσθηται διαφερομένους, ἀποκτενεῖν ἀμφοτέρους ἢ τὸν ἀρξάμενον. ὅθεν ὕστερον οὐδὲ παίζοντες εἰπεῖν τι πρὸς ἀλλήλους οὐδὲ πρᾶξαι λέγονται.ιδιαιτέρως όμως μίλησε σκληρά και στον Κρατερό· πήρε όμως και τους δυο μαζί, τους συμφιλίωσε και ορκίστηκε στον Άμμωνα και στους άλλους θεούς ότι χωρίς αμφιβολία τους αγαπούσε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους· αν όμως αντιληφθεί ότι έχουν πάλι διαφορές μεταξύ τους, θα σκοτώσει και τους δυο ή εκείνον που θα άρχιζε τον καυγά. Γι᾽ αυτό λένε ότι ύστερα από αυτό ούτε είπαν κάτι ο ένας στον άλλον, ούτε και έκαναν ούτε και για αστεία ακόμη.

Φιλώτας, Κλείτος, Καλλισθένης

[48.1]Φιλώτας δ᾽ ὁ Παρμενίωνος ἀξίωμα μὲν εἶχεν ἐν τοῖς Μακεδόσι μέγα· καὶ γὰρ ἀνδρεῖος ἐδόκει καὶ καρτερικὸς εἶναι, φιλόδωρος δὲ καὶ φιλέταιρος ‹ὡς› μετ᾽ αὐτὸν Ἀλέξανδρον οὐδείς.Ο Φιλώτας, ο γιος του Παρμενίωνα, είχε μεγάλη θέση μεταξύ των Μακεδόνων, καθόσον θεωρούνταν ανδρείος, υπομονετικός, γενναιόδωρος και με τόση αγάπη μεταξύ των εταίρων όσο κανένας άλλος μετά τον ίδιο τον Αλέξανδρο.
[48.2]λέγεται γοῦν ὅτι τῶν συνήθων τινὸς αἰτοῦντος ἀργύριον, ἐκέλευσε δοῦναι· φήσαντος δὲ τοῦ διοικητοῦ μὴ ἔχειν, «τί λέγεις;» εἶπεν «οὐδὲ ποτήριον ἔχεις οὐδ᾽ ἱμάτιον;»Λένε λοιπόν ότι, όταν κάποιος από τους οικείους του τού ζήτησε χρήματα, έδωσε εντολή να του δώσουν· ο διοικητής όμως απάντησε ότι δεν είχε· «τι λες» είπε εκείνος «δεν έχεις ούτε ένα ποτήρι ούτε και ένα ρούχο;»
[48.3]ὄγκῳ δὲ φρονήματος καὶ βάρει πλούτου καὶ τῇ περὶ τὸ σῶμα θεραπείᾳ καὶ διαίτῃ χρώμενος ἐπαχθέστερον ἢ κατ᾽ ἰδιώτην, καὶ τοῦτο δὴ τὸ σεμνὸν καὶ ὑψηλὸν οὐκ ἐμμελῶς, ἀλλ᾽ ἄνευ χαρίτων τῷ σολοίκῳ καὶ παρασήμῳ μιμούμενος, ὑποψίαν ‹εἶχε› καὶ φθόνον, ὥστε καὶ Παρμενίωνά ποτ᾽ εἰπεῖν πρὸς αὐτόν· «ὦ παῖ, χείρων μοι γίνου».Καθώς όμως έδειχνε ενοχλητική συμπεριφορά σε αλαζονεία, σε πλούτο, στη φροντίδα του σώματος και στον τρόπο ζωής, περισσότερο από όσο ταίριαζε σε έναν στρατιώτη, και μιμούνταν άκομψα και αυτή τη σοβαρότητα και την υψηλοφροσύνη, χωρίς χάρη, με άκομψο και υποκριτικό τρόπο, δημιουργούσε υποψίες και φθόνο, ώστε και ο Παρμενίων κάποτε να του πει: «παιδί μου, κάνε μου τη χάρη και γίνε χειρότερος»
[48.4]πρὸς δ᾽ αὐτὸν Ἀλέξανδρον ἐκ πάνυ πολλῶν χρόνων ἐτύγχανε διαβεβλημένος. ὅτε γὰρ τὰ περὶ Δαμασκὸν ἑάλω χρήματα Δαρείου νικηθέντος ἐν Κιλικίᾳ, πολλῶν σωμάτων κομισθέντων εἰς τὸ στρατόπεδον, εὑρέθη γύναιον ἐν τοῖς αἰχμαλώτοις, τῷ μὲν γένει Πυδναῖον, εὐπρεπὲς δὲ τὴν ὄψιν· ἐκαλεῖτο δ᾽ Ἀντιγόνη· τοῦτ᾽ ἔσχεν ὁ Φιλώτας.Και μπροστά από πάρα πολλά χρόνια τύχαινε να τον έχουν διαβάλει στον ίδιο τον Αλέξανδρο. Όταν δηλαδή πιάστηκαν στη Δαμασκό τα πράγματα του Δαρείου μετά την ήττα του στην Κιλικία και είχαν μεταφερθεί στο στρατόπεδο πολλοί αιχμάλωτοι, βρέθηκε μεταξύ αυτών μια γυναίκα από την Πύδνα με ωραία εμφάνιση· λεγόταν Αντιγόνη·
[48.5]οἷα δὲ νέος πρὸς ἐρωμένην καὶ σὺν οἴνῳ πολλὰ φιλότιμα καὶ στρατιωτικὰ παρρησιαζόμενος ἑαυτοῦ τὰ μέγιστα τῶν ἔργων ἀπέφαινε καὶ τοῦ πατρός, Ἀλέξανδρον δὲ μειράκιον ἀπεκάλει, δι᾽ αὐτοὺς τὸ τῆς ἀρχῆς ὄνομα καρπούμενον.αυτήν την κράτησε ο Φιλώτας. Σαν νέος που ήταν ανέφερε στην ερωμένη του, όταν έπινε, πολλές φιλοδοξίες του και καυχιόταν χωρίς να φυλάγεται ότι κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις οι σπουδαιότερες επιτυχίες οφείλονταν σ᾽ αυτόν και στον πατέρα του, ενώ αποκαλούσε τον Αλέξανδρο παιδάριο, το οποίο σε αυτούς χρωστούσε την εξουσία που απολάμβανε.
[48.6]ταῦτα τῆς γυναικὸς ἐκφερούσης πρός τινα τῶν συνήθων, ἐκείνου δ᾽ ὡς εἰκὸς πρὸς ἕτερον, περιῆλθεν εἰς Κρατερὸν ὁ λόγος, καὶ λαβὼν τὸ γύναιον εἰσήγαγε κρύφα πρὸς Ἀλέξανδρον.Καθώς η γυναίκα τα έβγαλε αυτά προς κάποιον γνωστό της και εκείνος, όπως ήταν φυσικό, σε άλλον, έφτασε το πράγμα στον Κρατερό, ο οποίος πήρε τη γυναίκα και την πήγε κρυφά στον Αλέξανδρο.
[48.7]ἀκούσας δ᾽ ἐκεῖνος ἐκέλευσε φοιτᾶν εἰς ταὐτὸ τῷ Φιλώτᾳ καὶ πᾶν ὅ τι ἂν ἐκπύθηται τούτου, πρὸς αὐτὸν ἀπαγγέλλειν βαδίζουσαν.Όταν εκείνος την άκουσε, έδωσε εντολή να συνεχίσει να συχνάζει στον Φιλώτα και, παν ό,τι μαθαίνει από αυτόν, να πηγαίνει σ᾽ αυτόν και να του το λέει.
[49.1]Ὁ μὲν οὖν Φιλώτας ἐπιβουλευόμενος οὕτως ἠγνόει καὶ συνῆν τῇ Ἀντιγόνῃ, πολλὰ καὶ πρὸς ὀργὴν καὶ μεγαλαυχίαν κατὰ τοῦ βασιλέως ῥήματα καὶ λόγους ἀνεπιτηδείους προϊέμενος.Ο Φιλώτας λοιπόν, αγνοώντας ότι του την είχαν στημένη κατ᾽ αυτόν τον τρόπο, συναντιόταν με την Αντιγόνη και με οργή και καυχησιολογία εκτόξευε εναντίον του βασιλιά πολλά ανάρμοστα λόγια.
[49.2]ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος, καίπερ καρτερᾶς ἐνδείξεως κατὰ τοῦ Φιλώτου προσπεσούσης, ἐκαρτέρησε σιωπῇ καὶ κατέσχεν, εἴτε θαρρῶν τῇ Παρμενίωνος εὐνοίᾳ πρὸς αὑτόν, εἴτε δεδιὼς τὴν δόξαν αὐτῶν καὶ τὴν δύναμιν.Ο Αλέξανδρος όμως, μολονότι είχαν προκύψει σοβαρές ενδείξεις κατά του Φιλώτα, έκανε υπομονή, δεν μιλούσε και ήταν συγκρατημένος, είτε επειδή είχε εμπιστοσύνη στις καλές διαθέσεις του Παρμενίωνα απέναντί του, είτε επειδή φοβόταν τη δόξα και τη δύναμή τους.
[49.3]Ἐν δὲ τῷ τότε χρόνῳ Μακεδὼν ὄνομα Λίμνος ἐκ Χαλαίστρας [χαλεπῶς] ἐπιβουλεύων Ἀλεξάνδρῳ, Νικόμαχόν τινα τῶν νέων, πρὸς ὃν αὐτὸς ἐρωτικῶς εἶχεν, ἐπὶ τὴν κοινωνίαν τῆς πράξεως παρεκάλει.Στο μεταξύ, εκείνο τον καιρό, κάποιος Μακεδόνας, ονόματι Λίμνος από τη Χαλάστρα, συνωμοτούσε εναντίον του Αλέξανδρου και παρακινούσε κάποιον νεαρό Νικόμαχο, με τον οποίο είχε ερωτικές σχέσεις, να πάρει μέρος στη σχεδιαζόμενη ενέργεια.
[49.4]τοῦ δὲ μὴ δεξαμένου, φράσαντος δὲ τἀδελφῷ ‹Κε›βαλίνῳ τὴν πεῖραν, ἐλθὼν ἐκεῖνος πρὸς Φιλώταν ἐκέλευσεν εἰσάγειν αὐτοὺς πρὸς Ἀλέξανδρον, ὡς περὶ ἀναγκαίων ἔχοντας ἐντυχεῖν καὶ μεγάλων.Αυτός όμως δεν δέχτηκε και αποκάλυψε την απόπειρα στον αδερφό του Κεβαλίνο. Εκείνος πήγε στον Φιλώτα και του ζήτησε να τους παρουσιάσει στον Αλέξανδρο, με την δικαιολογία ότι έπρεπε να τον συναντήσουν για σοβαρά και σπουδαία ζητήματα.
[49.5]ὁ δὲ Φιλώτας, ὅ τι δὴ παθὼν (ἄδηλον γάρ ἐστιν), οὐ παρῆγεν αὐτούς, ὡς πρὸς ἄλλοις μείζοσι γινομένου τοῦ βασιλέως· καὶ τοῦτο δὶς ἐποίησεν.Ο Φιλώτας όμως για κάποιο λόγο —άγνωστο για ποιόν— δεν τους παρουσίασε, με τη δικαιολογία ότι ο βασιλιάς ασχολούνταν με άλλα πιο σημαντικά θέματα·
[49.6]οἱ δὲ καθ᾽ ὑπ[ερ]οψίαν ἤδη τοῦ Φιλώτου τραπόμενοι πρὸς ἕτερον καὶ δι᾽ ἐκείνου τῷ Ἀλεξάνδρῳ προσαχθέντες, πρῶτον μὲν τὰ τοῦ Λίμνου κατεῖπον, ἔπειτα παρεδήλωσαν ἡσυχῇ τὸν Φιλώταν ὡς ἀμελήσειεν αὐτῶν δὶς ἐντυχόντων.και αυτό το έκανε δυο φορές. Εκείνοι, υποψιαζόμενοι τον Φιλώτα, στράφηκαν σε άλλον και μέσω εκείνου οδηγήθηκαν στον Αλέξανδρο. Κατά πρώτον του ανέφεραν τα σχετικά με τον Λίμνο και στη συνέχεια κατηγόρησαν συγκεκριμένα τον Φιλώτα ότι δεν τους έδωσε σημασία, μόλο που τον συνάντησαν δυο φορές.
[49.7]καὶ τοῦτο δὴ σφόδρα παρώξυνε τὸν Ἀλέξανδρον, καὶ τοῦ πεμφθέντος ἐπὶ τὸν Λίμνον, ὡς ἠμύνετο συλλαμβανόμενος, ἀποκτείναντος αὐτόν, ἔτι μᾶλλον διεταράχθη, τὸν ἔλεγχον ἐκπεφευγέναι τῆς ἐπιβουλῆς νομίζων,Αυτό εξόργισε πάρα πολύ τον Αλέξανδρο και στενοχωρήθηκε ακόμη περισσότερο, καθώς αυτός που στάλθηκε να συλλάβει τον Λίμνο τον σκότωσε, επειδή πρόβαλλε αντίσταση της στιγμή της σύλληψης.
[49.8]καὶ πικρῶς ἔχων πρὸς τὸν Φιλώταν ἐπεσπάσατο τοὺς πάλαι μισοῦντας αὐτόν, ἤδη φανερῶς λέγοντας, ὡς ῥᾳθυμία τοῦ βασιλέως εἴη Λίμνον οἰομένου Χαλαιστραῖον ἄνθρωπον ἐπιχειρῆσαι τολμήματι τοσούτῳ καθ᾽ αὑτόν·Νομίζοντας λοιπόν ότι είχε χάσει την απόδειξη των συνωμοτικών σχεδίων και δυσαρεστημένος με τον Φιλώτα, πήρε με το μέρος του όσους από παλαιά μισούσαν τον Φιλώτα και που φανερά πια έλεγαν ότι ήταν αφέλεια του βασιλιά να πιστεύει ότι ο Λίμνος, ένας άνθρωπος από τη Χαλάστρα, επιχείρησε μόνος του να προχωρήσει σε μια τόσο παράτολμη ενέργεια.
[49.9]ἀλλὰ τοῦτον μὲν ὑπηρέτην εἶναι, μᾶλλον δ᾽ ὄργανον ἀπὸ μείζονος ἀρχῆς ἀφιέμενον, ἐν ἐκείνοις δὲ τὴν ἐπιβουλὴν ζητητέον οἷς μάλιστα ταῦτα λανθάνειν συνέφερε.Υποστήριζαν πως επρόκειτο για υποχείριο, μάλλον για όργανο σταλμένο από κάποια ανώτερη αρχή· η συνωμοσία έπρεπε να αναζητηθεί ανάμεσα σε εκείνους τους οποίους κυρίως συνέφερε να μην αποκαλυφθούν αυτά.
[49.10]τοιούτοις λόγοις καὶ ὑπονοίαις ἀναπετάσαντος τὰ ὦτα τοῦ βασιλέως, ἐπῆγον ἤδη μυρίας κατὰ τοῦ Φιλώτου διαβολάς.Ανοίγοντας τα αυτιά του ο βασιλιάς σε τέτοια λόγια και υποψίες, του έφερναν μύριες όσες καταγγελίες εναντίον του Φιλώτα.
[49.11]ἐκ τούτου δὲ συλληφθεὶς ἀνεκρίνετο, τῶν ἑταίρων ἐφεστώτων ταῖς βασάνοις, Ἀλεξάνδρου δὲ κατακούοντος ἔξωθεν αὐλαίας παρατεταμένης·Ύστερα από αυτό τον συνέλαβε και τον ανέκρινε· παρόντες στα βασανιστήρια ήταν οι εταίροι, ενώ ο Αλέξανδρος άκουγε από έξω, πίσω από ένα απλωμένο πανί.
[49.12]ὅτε δὴ καί φασιν αὐτὸν εἰπεῖν, οἰκτρὰς καὶ ταπεινὰς τοῦ Φιλώτου φωνὰς καὶ δεήσεις τοῖς περὶ τὸν Ἡφαιστίωνα προσφέροντος· «οὕτω δὴ μαλακὸς ὢν ὦ Φιλώτα καὶ ἄνανδρος ἐπεχείρεις πράγμασι τηλικούτοις;»Όταν ο Φιλώτας εκλιπαρούσε τον Ηφαιστίωνα και τους ανθρώπους του με κραυγές γεμάτες οίκτο και μικροπρέπεια και τον παρακαλούσε, λένε ότι ο Αλέξανδρος του είπε: «πώς, εσύ Φιλώτα, ένας τόσο λιγόψυχος και άνανδρος, επιχειρούσες τόσο μεγάλα πράγματα;»
[49.13]Ἀποθανόντος δὲ τοῦ Φιλώτου, καὶ Παρμενίωνα πέμψας εὐθὺς εἰς Μηδίαν ἀνεῖλεν, ἄνδρα πολλὰ μὲν Φιλίππῳ συγκατεργασάμενον, μόνον δ᾽ ἢ μάλιστα τῶν πρεσβυτέρων φίλων Ἀλέξανδρον εἰς Ἀσίαν ἐξορμήσαντα διαβῆναι, τριῶν δ᾽ υἱῶν οὓς ἔσχεν ἐπὶ τῆς στρατιᾶς δύο μὲν ἐπιδόντα πρότερον ἀποθανόντας, τῷ δὲ τρίτῳ συναναιρεθέντα.Μετά την εκτέλεση του Φιλώτα έστειλε αμέσως ανθρώπους στη Μηδία και εκτέλεσε και τον Παρμενίωνα, έναν άνδρα που είχε κατορθώσει πολλά μαζί με τον Φίλιππο και ήταν ο μόνος ή τουλάχιστον αυτός που περισσότερο από τους ηλικιωμένους φίλους παρότρυνε τον Αλέξανδρο να περάσει στην Ασία, και, από τρεις γιους που είχε στο στράτευμα, είδε τους δύο να πεθαίνουν νωρίτερα, ενώ τον τρίτο να εκτελείται μαζί του.
[49.14]Ταῦτα πραχθέντα πολλοῖς τῶν φίλων φοβερὸν ἐποίησε τὸν Ἀλέξανδρον, μάλιστα δ᾽ Ἀντιπάτρῳ, καὶ πρὸς Αἰτωλοὺς ἔπεμψε κρύφα, πίστεις διδοὺς καὶ λαμβάνων.Τα γεγονότα αυτά κατέστησαν τον Αλέξανδρο τρομερό σε πολλούς φίλους του, κυρίως όμως στον Αντίπατρο, που έστειλε κρυφά ανθρώπους του στους Αιτωλούς για αμοιβαίες σχέσεις εμπιστοσύνης.
[49.15]ἐφοβοῦντο γὰρ Ἀλέξανδρον Αἰτωλοὶ διὰ τὴν Οἰνιαδῶν ἀνάστασιν, ἣν πυθόμενος οὐκ Οἰνιαδῶν ἔφη παῖδας, ἀλλ᾽ αὑτὸν ἐπιθήσειν δίκην Αἰτωλοῖς.Γιατί οι Αιτωλοί φοβούνταν τον Αλέξανδρο για την καταστροφή των Οινιαδών, που, όταν την πληροφορήθηκε, είπε ότι θα πάρει εκδίκηση ο ίδιος και όχι τα παιδιά των Οινιαδών.
[50.1]Οὐ πολλῷ δ᾽ ὕστερον συνηνέχθη καὶ τὰ περὶ Κλεῖτον, οὕτω μὲν ἁπλῶς πυθομένοις τῶν κατὰ Φιλώταν ἀγριώτερα·Όχι πολύ αργότερα συνέβησαν και τα σχετικά με τον Κλείτο, που και μόνο να τα ακούσει κανείς είναι πολύ πιο άγρια σε σύγκριση με εκείνα του Φιλώτα.
[50.2]λόγῳ μέντοι συντιθέντες ἅμα καὶ τὴν αἰτίαν καὶ τὸν καιρόν, οὐκ ἀπὸ γνώμης, ἀλλὰ δυστυχίᾳ τινὶ ταῦθ᾽ εὑρίσκομεν πεπραγμένα τοῦ βασιλέως, ὀργὴν καὶ μέθην πρόφασιν τῷ Κλείτου δαίμονι παρασχόντος. ἐπράχθη δ᾽ οὕτως.Βάζοντας όμως δίπλα δίπλα την αιτία και τις περιστάσεις και εξετάζοντάς τα με τη λογική, διαπιστώνουμε ότι δεν έχουν γίνει από πρόθεση του βασιλιά αλλά από κάποια κακή στιγμή· η οργή και το μεθύσι ήταν η αιτία της κακοτυχίας του Κλείτου.
[50.3]ἧκόν τινες ὀπώραν Ἑλληνικὴν ἀπὸ θαλάσσης τῷ βασιλεῖ κομίζοντες. ὁ δὲ θαυμάσας τὴν ἀκμὴν καὶ τὸ κάλλος, ἐκάλει τὸν Κλεῖτον, ἐπιδεῖξαι καὶ μεταδοῦναι βουλόμενος.Τα πράγματα εξελίχθηκαν ως εξής. Είχαν έρθει κάποιοι από τις παράλιες περιοχές, φέρνοντας στον βασιλιά ελληνικά φρούτα. Αυτός, θαυμάζοντας τη φρεσκάδα και την ομορφιά τους, κάλεσε τον Κλείτο θέλοντας να του τα δείξει και να προσφέρει και σ᾽ εκείνον.
[50.4]ὁ δὲ θύων μὲν ἐτύγχανεν, ἀφεὶς δὲ τὴν θυσίαν ἐβάδιζε, καὶ τρία τῶν κατεσπεισμένων προβάτων ἐπηκολούθησεν αὐτῷ.Εκείνος έτυχε να θυσιάζει, αλλά αφήνοντας τη θυσία ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση, ενώ τον ακολουθούσαν από κοντά τρία πρόβατα προορισμένα για τις σπονδές.
[50.5]πυθόμενος δ᾽ ὁ βασιλεὺς ἀνεκοινοῦτο τοῖς μάντεσιν Ἀριστάνδρῳ καὶ Κλεομένει τῷ Λάκωνι· φησάντων δὲ πονηρὸν εἶναι τὸ σημεῖον, ἐκέλευσεν ἐκθύσασθαι κατὰ τάχος ὑπὲρ τοῦ Κλείτου·Όταν το έμαθε ο βασιλιάς, το ανακοίνωσε στους μάντεις Αρίστανδρο και Κλεομένη από τη Σπάρτη. Όταν εκείνοι είπαν ότι το σημάδι ήταν κακό, έδωσε διαταγή για το καλό του Κλείτου να τελειώσουν γρήγορα τη θυσία.
[50.6]καὶ γὰρ αὐτὸς ἡμέρᾳ τρίτῃ κατὰ τοὺς ὕπνους ἰδεῖν ὄψιν ἄτοπον· δόξαι γὰρ αὐτῷ τὸν Κλεῖτον μετὰ τῶν Παρμενίωνος υἱῶν ἐν μέλασιν ἱματίοις καθέζεσθαι, τεθνηκότων ἁπάντων.Γιατί και ο ίδιος δυο ημέρες πριν είχε δει στον ύπνο του παράξενο όνειρο· του φάνηκε ότι ο Κλείτος καθόταν με μαύρα ρούχα μαζί με τους γιους του Παρμενίωνα, πεθαμένους όλους ήδη.
[50.7]οὐ μὴν ἔφθασεν ὁ Κλεῖτος ἐκθυσάμενος, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἧκε, τεθυκότος τοῦ βασιλέως Διοσκούροις.Δεν πρόλαβε ο Κλείτος να τελειώσει τη θυσία και αμέσως ήρθε στο δείπνο, επειδή και ο ίδιος ο βασιλιάς είχε προσφέρει θυσία προς τιμή των Διοσκούρων.
[50.8]πότου δὲ νεανικοῦ συρραγέντος, ᾔδετο ποιήματα Πρανίχου τινός, ὡς δέ φασιν ἔνιοι Πιερίωνος, εἰς τοὺς στρατηγοὺς πεποιημένα τοὺς ἔναγχος ἡττημένους ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἐπ᾽ αἰσχύνῃ καὶ γέλωτι.Έγινε γερή οινοποσία και άρχισαν να τραγουδούν τραγούδια κάποιου Πρανίχου· όπως όμως λένε ορισμένοι κάποιου Πιερίωνα, που είχαν γραφτεί για να κοροϊδεύουν και να γελούν σε βάρος των στρατηγών που πριν λίγο είχαν ηττηθεί από τους βαρβάρους.
[50.9]τῶν δὲ πρεσβυτέρων δυσχεραινόντων καὶ λοιδορούντων τόν τε ποιητὴν καὶ τὸν ᾄδοντα, τοῦ δ᾽ Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν περὶ αὐτὸν ἡδέως ἀκροωμένων καὶ λέγειν κελευόντων, ὁ Κλεῖτος ἤδη μεθύων, καὶ φύσει τραχὺς ὢν πρὸς ὀργὴν καὶ αὐθάδης, ἠγανάκτει μάλιστα, φάσκων οὐ καλῶς ἐν βαρβάροις καὶ πολεμίοις ὑβρίζεσθαι Μακεδόνας, πολὺ βελτίονας τῶν γελώντων, εἰ καὶ δυστυχίᾳ κέχρηνται.Οι ηλικιωμένοι δυσανασχετούσαν και έβριζαν τόσο τον ποιητή όσο και τον τραγουδιστή, αλλά ο Αλέξανδρος και οι περί αυτόν άκουγαν με ευχαρίστηση και τον παρότρυναν να συνεχίσει. Ο Κλείτος, μεθυσμένος ήδη και από τη φύση του απότομος και ισχυρογνώμων, αγανακτούσε περισσότερο από όλους, λέγοντας ότι δεν είναι έντιμο να εξευτελίζονται ανάμεσα σε βαρβάρους και εχθρούς οι Μακεδόνες, που είναι πολύ ανώτεροι από αυτούς που γελούσαν, αν και τους έχει βρει ατυχία.
[50.10]φήσαντος δὲ τοῦ Ἀλεξάνδρου τὸν Κλεῖτον αὑτῷ συνηγορεῖν, δυστυχίαν ἀποφαίνοντα τὴν δειλίαν,Επειδή όμως ο Αλέξανδρος είπε πως ο Κλείτος υπεράσπιζε τον εαυτό του αποκαλώντας τη δειλία ατυχία,
[50.11]ἐπαναστὰς ὁ Κλεῖτος «αὕτη μέντοι σ᾽» εἶπεν «ἡ δειλία τὸν ἐκ θεῶν, ἤδη τῷ Σπιθριδάτου ξίφει τὸν νῶτον ἐπιτρέποντα, περιεποίησε, καὶ τῷ Μακεδόνων αἵματι καὶ τοῖς τραύμασι τούτοις ἐγένου τηλικοῦτος, ὥστ᾽ Ἄμμωνι σαυτὸν εἰσποιεῖν, ἀπειπάμενος Φίλιππον».πετάχτηκε επάνω ο Κλείτος και του είπε: «αυτή όμως η δειλία έσωσε εσένα που κατάγεσαι από θεούς, όταν έστρεφες την πλάτη σου στο ξίφος του Σπιθριδάτη και με το αίμα και αυτά τα τραύματα των Μακεδόνων έγινες τόσο μεγάλος, ώστε να απαρνηθείς τον Φίλιππο και να γίνεις γιος του Άμμωνα».
[51.1]Παροξυνθεὶς οὖν ὁ Ἀλέξανδρος «ἦ ταῦτ᾽» εἶπεν «ὦ κακὴ κεφαλή, σὺ περὶ ἡμῶν ἑκάστοτε λέγων καὶ διαστασιάζων Μακεδόνας χαιρήσειν νομίζεις;»Εξοργισμένος λοιπόν πολύ ο Αλέξανδρος από αυτά τα λόγια τού είπε: «Αλήθεια, λέγοντας αυτά κάθε φορά, ανόητε άνθρωπε, για μας και ξεσηκώνοντας τους Μακεδόνες, έχεις την εντύπωση πως θα χαρείς;»
[51.2]«ἀλλ᾽ οὐδὲ νῦν» ἔφη «χαίρομεν, Ἀλέξανδρε, τοιαῦτα τέλη τῶν πόνων κομιζόμενοι, μακαρίζομεν δὲ τοὺς ἤδη τεθνηκότας, πρὶν ἐπιδεῖν Μηδικαῖς ῥάβδοις ξαινομένους Μακεδόνας, καὶ Περσῶν δεομένους ἵνα τῷ βασιλεῖ προσέλθωμεν».Και εκείνος είπε: «Αλλ᾽ ούτε και τώρα χαιρόμαστε, αφού τέτοια είναι η πληρωμή των κόπων μας. Μακαρίζουμε όσους ήδη έχουν πεθάνει πριν δουν τους Μακεδόνες να χτυπιούνται με μηδικά ραβδιά και να παρακαλούν τους Πέρσες για να επισκεφτούν τον βασιλιά».
[51.3]τοιαῦτα τοῦ Κλείτου παρρησιαζομένου, καὶ τῶν περὶ Ἀλέξανδρον ἀντανισταμένων καὶ λοιδορούντων αὐτόν, οἱ πρεσβύτεροι κατέχειν ἐπειρῶντο τὸν θόρυβον.Αυτά περίπου είπε θαρραλέα ο Κλείτος, ενώ όσοι ήταν γύρω από τον Αλέξανδρο εξεγέρθηκαν εναντίον του και τον έβριζαν· ωστόσο, οι περισσότεροι προσπαθούσαν να σταματήσουν τη φασαρία.
[51.4]ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος ἀποστραφεὶς πρὸς Ξενόδοχον τὸν Καρδιανὸν καὶ τὸν Κολοφώνιον Ἀρτέμιον, «οὐ δοκοῦσιν» εἶπεν «ὑμῖν οἱ Ἕλληνες ἐν τοῖς Μακεδόσιν ὥσπερ ἐν θηρίοις ἡμίθεοι περιπατεῖν;»Ο Αλέξανδρος στράφηκε τότε προς τον Ξενόδοχο από την Καρδία και τον Αρτέμιο από τον Κολοφώνα και είπε: «δεν νομίζετε ότι οι Έλληνες περπατούν ανάμεσα στους Μακεδόνες, όπως ακριβώς οι ημίθεοι ανάμεσα στα θηρία;»
[51.5]τοῦ δὲ Κλείτου μὴ εἴκοντος, ἀλλ᾽ εἰς μέσον ‹ἐᾶν› ἃ βούλεται λέγειν τὸν Ἀλέξανδρον κελεύοντος, ἢ μὴ καλεῖν ἐπὶ δεῖπνον ἄνδρας ἐλευθέρους καὶ παρρησίαν ἔχοντας, ἀλλὰ μετὰ βαρβάρων ζῆν καὶ ἀνδραπόδων, οἳ τὴν Περσικὴν ζώνην καὶ τὸν διάλευκον αὐτοῦ χιτῶνα προσκυνήσουσιν, οὐκέτι φέρων τὴν ὀργὴν Ἀλέξανδρος, μήλων παρακειμένων ἑνὶ βαλὼν ἔπαισεν αὐτὸν καὶ τὸ ἐγχειρίδιον ἐζήτει.Καθώς όμως ο Κλείτος δεν υποχωρούσε, αλλά ζητούσε από τον Αλέξανδρο να πει ανοιχτά όσα ήθελε, αλλιώς να μην καλεί σε δείπνο ανθρώπους ελεύθερους, που έχουν το θάρρος της γνώμης, αλλά να ζει με βαρβάρους και δούλους, που θα προσκυνήσουν την περσική ζώνη και τον λευκό χιτώνα του, ο Αλέξανδρος, μην μπορώντας πια να συγκρατήσει τον θυμό του, πέταξε ένα μήλο που ήταν δίπλα του, τον χτύπησε και έψαχνε το ξίφος του.
[51.6]τῶν δὲ σωματοφυλάκων ἑνὸς Ἀριστοφάνους φθάσαντος ὑφελέσθαι, καὶ τῶν ἄλλων περιεχόντων καὶ δεομένων, ἀναπηδήσας ἀνεβόα Μακεδονιστὶ καλῶν τοὺς ὑπασπιστάς· τοῦτο δ᾽ ἦν σύμβολον θορύβου μεγάλου· καὶ τὸν σαλπιγκτὴν ἐκέλευσε σημαίνειν καὶ πὺξ ἔπαισεν ὡς διατρίβοντα καὶ μὴ βουλόμενον.Πρόλαβε όμως ο Αριστοφάνης, ένας από τους σωματοφύλακες, και το πήρε και, ενώ οι άλλοι τον περικύκλωσαν και τον παρακαλούσαν, τινάχθηκε επάνω και φώναζε στα Μακεδονικά, καλώντας τους υπασπιστές του· αυτό ήταν σημάδι μεγάλης αναταραχής· διέταξε τον σαλπιγκτή να σημάνει· επειδή όμως εκείνος καθυστερούσε και αρνιόταν, τον γρονθοκόπησε.
[51.7]οὗτος μὲν οὖν ὕστερον εὐδοκίμησεν, ὡς τοῦ μὴ συνταραχθῆναι τὸ στρατόπεδον αἰτιώτατος γενόμενος.Αργότερα όμως αυτός τιμήθηκε, επειδή είχε συντελέσει τα μέγιστα ώστε να μη δημιουργηθεί αναταραχή στο στρατόπεδο.
[51.8]τὸν δὲ Κλεῖτον οὐχ ὑφιέμενον οἱ φίλοι μόλις ἐξέωσαν τοῦ ἀνδρῶνος· ὁ δὲ κατ᾽ ἄλλας θύρας αὖθις εἰσῄει, μάλ᾽ ὀλιγώρως καὶ θρασέως Εὐριπίδου τὰ ἐξ Ἀνδρομάχης ἰαμβεῖα ταῦτα περαίνων· οἴμοι, καθ᾽ Ἑλλάδ᾽ ὡς κακῶς νομίζεταιΤον Κλείτο, που δεν σταματούσε με τίποτα, με το ζόρι οι φίλοι του τον έσπρωξαν έξω από τον χώρο των ανδρών. Αυτός όμως μπήκε μέσα πάλι από άλλη θύρα και τελείως απερίσκεπτα και με θράσος είπε τους εξής στίχους από την «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη: Αλίμονο, στην Ελλάδα πόσο άσχημες αντιλήψεις έχουμε!
[51.9]οὕτω δὴ λαβὼν παρά τινος τῶν δορυφόρων Ἀλέξανδρος αἰχμήν, ἀπαντῶντα τὸν Κλεῖτον αὐτῷ καὶ παράγοντα τὸ πρὸ τῆς θύρας παρακάλυμμα διελαύνει.Τότε λοιπόν ο Αλέξανδρος πήρε τη λόγχη από κάποιον από τους σωματοφύλακές του και διαπέρασε τον Κλείτο που πήγαινε να τον συναντήσει και τραβούσε το κάλυμμα που βρισκόταν μπροστά στη θύρα.
[51.10]πεσόντος δὲ μετὰ στεναγμοῦ καὶ βρυχήματος, εὐθὺς ἀφῆκεν ὁ θυμὸς αὐτόν,Όταν ο Κλείτος έπεσε κάτω στενάζοντας και βογγώντας, του έφυγε του βασιλιά ο θυμός αμέσως.
[51.11]καὶ γενόμενος παρ᾽ ἑαυτῷ, καὶ τοὺς φίλους ἰδὼν ἀφώνους ἑστῶτας, ἑλκύσασθαι μὲν ἐκ τοῦ νεκροῦ τὴν αἰχμὴν ἔφθασε, παῖσαι δ᾽ ἑαυτὸν ὁρμήσας παρὰ τὸν τράχηλον ἐπεσχέθη, τῶν σωματοφυλάκων τὰς χεῖρας αὐτοῦ λαβόντων καὶ τὸ σῶμα βίᾳ παρενεγκόντων εἰς τὸν θάλαμον.Μόλις συνήλθε ο Αλέξανδρος και είδε τους φίλους του να στέκονται άφωνοι, πρόλαβε να τραβήξει τη λόγχη από τον νεκρό και, ενώ προσπάθησε να τρυπήσει τον τράχηλό του, τον συγκράτησαν οι σωματοφύλακες, που του έπιασαν τα χέρια και τον μετέφεραν με το ζόρι στο θάλαμο.
[52.1]Ἐπεὶ δὲ τήν τε νύκτα κακῶς κλαίων διήνεγκε, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν ἤδη τῷ βοᾶν καὶ θρηνεῖν ἀπειρηκὼς ἄναυδος ἔκειτο, βαρεῖς ἀναφέρων στεναγμούς, δείσαντες οἱ φίλοι τὴν ἀποσιώπησιν εἰσῆλθον βίᾳ.Επειδή όλη τη νύχτα πέρασε άσχημα κλαίγοντας και την επόμενη ημέρα, εξαντλημένος πια από τα βογκητά και τον θρήνο, ήταν ξαπλωμένος χωρίς να μιλάει, βγάζοντας μόνο βαρείς αναστεναγμούς, φοβήθηκαν οι φίλοι του για την ησυχία και μπήκαν με τη βία στη σκηνή του.
[52.2]καὶ τῶν μὲν ἄλλων οὐ προσίετο τοὺς λόγους, Ἀριστάνδρου δὲ τοῦ μάντεως ὑπομιμνῄσκοντος αὐτὸν τήν τ᾽ ὄψιν ἣν εἶδε περὶ τοῦ Κλείτου καὶ τὸ σημεῖον, ὡς δὴ πάλαι καθειμαρμένων τούτων, ἔδοξεν ἐνδιδόναι.Ο Αλέξανδρος όμως δεν έδινε σημασία στα λόγια κανενός άλλου· όταν όμως ο Αρίστανδρος του θύμισε τόσο το όνειρο που είδε για τον Κλείτο όσο και την ένδειξη ότι αυτά είχαν από παλαιά καθοριστεί από τη μοίρα, φάνηκε να υποχωρεί.
[52.3]Διὸ Καλλισθένην τε τὸν φιλόσοφον παρεισήγαγον, Ἀριστοτέλους οἰκεῖον ὄντα, καὶ τὸν Ἀβδηρίτην Ἀνάξαρχον.Γι᾽ αυτό έφεραν τον Καλλισθένη τον φιλόσοφο, συγγενή του Αριστοτέλη, και τον Ανάξαρχο από τα Άβδηρα.
[52.4]ὧν Καλλισθένης μὲν ἠθικῶς ἐπειρᾶτο καὶ πρᾴως ὑποδυόμενος τῷ λόγῳ καὶ περιϊὼν ἀλύπως λαβέσθαι τοῦ πάθους, ὁ δ᾽ Ἀνάξαρχος ἰδίαν τινὰ πορευόμενος ἐξ ἀρχῆς ὁδὸν ἐν φιλοσοφίᾳ, καὶ δόξαν εἰληφὼς ὑπεροψίας καὶ ὀλιγωρίας τῶν συνήθων, εὐθὺς εἰσελθὼν ἀνεβόησεν·Από αυτούς ο Καλλισθένης προσπαθούσε με ηθικά επιχειρήματα και με ηρεμία, χρησιμοποιώντας τη λογική και χωρίς να τον στενοχωρεί, να κατευνάσει τον πόνο του· ο Ανάξαρχος όμως, ακολουθώντας από την αρχή έναν ιδιαίτερο δρόμο στη φιλοσοφία και έχοντας αποκτήσει το όνομα του υπερόπτη και αδιάφορου προς τα καθιερωμένα, αμέσως μόλις μπήκε μέσα φώναξε δυνατά:
[52.5]«οὗτός ἐστιν Ἀλέξανδρος, εἰς ὃν ἡ οἰκουμένη νῦν ἀποβλέπει· ὁ δ᾽ ἔρριπται κλαίων ὥσπερ ἀνδράποδον, ἀνθρώπων νόμον καὶ ψόγον δεδοικώς, οἷς αὐτὸν προσήκει νόμον εἶναι καὶ ὅρον τῶν δικαίων, ἐπείπερ ἄρχειν καὶ κρατεῖν νενίκηκεν, ἀλλὰ μὴ δουλεύειν ὑπὸ κενῆς δόξης κεκρατημένον».«αυτός είναι ο Αλέξανδρος, στον οποίο προσβλέπει σήμερα όλος ο κόσμος! Αυτός όμως είναι πεσμένος κάτω κλαίγοντας σαν δούλος, επειδή φοβάται τον νόμο και τον ψόγο των ανθρώπων, στους οποίους αυτός πρέπει να είναι ο νόμος και ο ρυθμιστής των δικαίων, αφού ακριβώς έχει νικήσει για να εξουσιάζει και να κυβερνά και όχι να είναι δούλος και να έχει κυριαρχηθεί από μάταιες αντιλήψεις».
[52.6]«οὐκ οἶσθ᾽» εἶπεν «ὅτι τὴν Δίκην ἔχει πάρεδρον ὁ Ζεὺς καὶ τὴν Θέμιν, ἵνα πᾶν τὸ πραχθὲν ὑπὸ τοῦ κρατοῦντος θεμιτὸν ᾖ καὶ δίκαιον;»«Δεν γνωρίζεις» είπε «ότι ο Δίας έχει δίπλα στον θρόνο του τη Δίκη και τη Θέμιδα, για να είναι θεμιτό και δίκαιο οτιδήποτε γίνεται από αυτόν που έχει την εξουσία;»
[52.7]τοιούτοις τισὶ λόγοις χρησάμενος ὁ Ἀνάξαρχος, τὸ μὲν πάθος ἐκούφισε τοῦ βασιλέως, τὸ δ᾽ ἦθος εἰς πολλὰ χαυνότερον καὶ παρανομώτερον ἐποίησεν, αὑτὸν δὲ δαιμονίως ἐνήρμοσε, καὶ τοῦ Καλλισθένους τὴν ὁμιλίαν, οὐδ᾽ ἄλλως ἐπίχαριν διὰ τὸ αὐστηρὸν οὖσαν, προσδιέβαλε.Τέτοια περίπου λέγοντας ο Ανάξαρχος ανακούφισε τον πόνο του βασιλιά· έκανε όμως τη συμπεριφορά του χειρότερη και περισσότερο βίαιη και τον ίδιο τον Αλέξανδρο τον έδεσε δυνατά μαζί του, ενώ τη συναναστροφή με τον Καλλισθένη, που γενικά δεν του ήταν ευχάριστη, γιατί ήταν αυστηρή, την έκανε ακόμη πιο δύσκολη.
[52.8]Λέγεται δέ ποτε παρὰ δεῖπνον ὑπὲρ ὡρῶν καὶ κράσεως τοῦ περιέχοντος λόγων ὄντων τὸν Καλλισθένην, μετέχοντα δόξης τοῖς [δὲ] λέγουσι τἀκεῖ μᾶλλον εἶναι ψυχρὰ καὶ δυσχείμερα τῶν Ἑλληνικῶν, ἐναντιουμένου τοῦ Ἀναξάρχου καὶ φιλονικοῦντος, εἰπεῖν·Λένε μάλιστα ότι κάποτε σε κάποιο δείπνο, συζητώντας για τις εποχές του έτους και τη θερμοκρασία, ο Καλλισθένης, που συμφωνούσε με την άποψη εκείνων που έλεγαν ότι εκεί το κλίμα ήταν πιο ψυχρό και ο χειμώνας πιο βαρύς σε σχέση με την Ελλάδα, ενώ ο Ανάξαρχος είχε αντίθετη γνώμη και διαφωνούσε, του είπε:
[52.9]«ἀλλὰ μὴν ἀνάγκη σοὶ ταῦτ᾽ ἐκείνων ὁμολογεῖν ‹εἶναι› ψυχρότερα· σὺ γὰρ ἐκεῖ μὲν ἐν τρίβωνι διεχείμαζες, ἐνταῦθα δὲ τρεῖς ἐπιβεβλημένος δάπιδας κατάκεισαι». τὸν μὲν οὖν Ἀνάξαρχον καὶ τοῦτο προσπαρώξυνε.«είσαι υποχρεωμένος και εσύ να παραδεχτείς πως εδώ κάνει περισσότερο κρύο από όσο εκεί· γιατί εκεί έβγαζες τον χειμώνα με έναν μανδύα, ενώ εδώ ξαπλώνεις σκεπασμένος με τρία χαλιά». Αυτό έκανε τον Ανάξαρχο να οργιστεί ακόμη περισσότερο.
[53.1]Τοὺς δ᾽ ἄλλους σοφιστὰς καὶ κόλακας ὁ Καλλισθένης ἐλύπει, σπουδαζόμενος μὲν ὑπὸ τῶν νέων διὰ τὸν λόγον, οὐχ ἧττον δὲ τοῖς πρεσβυτέροις ἀρέσκων διὰ τὸν βίον, εὔτακτον ὄντα καὶ σεμνὸν καὶ αὐτάρκη καὶ βεβαιοῦντα τὴν λεγομένην τῆς ἀποδημίας πρόφασιν, ὅτι τοὺς πολίτας καταγαγεῖν καὶ κατοικίσαι πάλιν τὴν πατρίδα φιλοτιμούμενος ἀνέβη πρὸς Ἀλέξανδρον.Ο Καλλισθένης δυσαρεστούσε γενικά τους σοφιστές και τους κόλακες, επειδή ήταν αντικείμενο θαυμασμού από τους νέους για την ευγλωττία του· άρεσε όμως και στους μεγαλύτερους για τον τρόπο της ζωής του· μια ζωή με τάξη, σεμνότητα και αυτάρκεια, μια ζωή που επιβεβαίωνε την αιτία για την οποία λέγεται ότι πήγε στην εκστρατεία, ότι δηλαδή πήγε στον Αλέξανδρο φιλοδοξώντας να επαναφέρει και να εγκαταστήσει εκ νέου τους πολίτες στην πατρίδα τους.
[53.2]φθονούμενος δὲ διὰ τὴν δόξαν, ἔστιν ἃ καὶ καθ᾽ αὑτοῦ τοῖς διαβάλλουσι παρεῖχε, τάς τε κλήσεις τὰ πολλὰ διωθούμενος, ἔν τε τῷ συνεῖναι βαρύτητι καὶ σιωπῇ δοκῶν οὐκ ἐπαινεῖν οὐδ᾽ ἀρέσκεσθαι τοῖς γινομένοις, ὥστε καὶ τὸν Ἀλέξανδρον εἰπεῖν ἐπ᾽ αὐτῷ· μισῶ σοφιστήν, ὅστις οὐχ αὑτῷ σοφός.Εκτός του ότι τον φθονούσαν για τη φήμη του, μερικές φορές έδινε ο ίδιος αφορμές στους συκοφάντες του να τον κακολογήσουν, όχι μόνο αρνούμενος τις περισσότερες φορές τις προσκλήσεις, αλλά και τις συναντήσεις με τον βασιλιά, δίνοντας την εντύπωση με τη σοβαρότητα και τη σιωπή ότι δεν επιδοκίμαζε ούτε και του άρεσαν αυτά που γίνονταν, ώστε και ο Αλέξανδρος να πει γι᾽ αυτόν «μισώ τον σοφιστή που δεν είναι σοφός για τον εαυτό του».
[53.3]Λέγεται δέ ποτε πολλῶν παρακεκλημένων ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἐπαινέσαι κελευσθεὶς ἐπὶ τοῦ ποτηρίου Μακεδόνας ὁ Καλλισθένης οὕτως εὐροῆσαι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ὥστ᾽ ἀνισταμένους κροτεῖν καὶ βάλλειν τοὺς στεφάνους ἐπ᾽ αὐτόν·Κάποτε που είχαν προσκληθεί πολλοί σε δείπνο, όταν ζήτησαν από τον Καλλισθένη να επαινέσει σε πρόποση τους Μακεδόνες, λένε ότι ο Καλλισθένης μίλησε τόσο εύγλωττα για το θέμα, ώστε να χειροκροτούν όρθιοι και να του ρίχνουν τα στεφάνια τους.
[53.4]εἰπεῖν οὖν τὸν Ἀλέξανδρον ὅτι, κατ᾽ Εὐριπίδην, τὸν λαβόντα τῶν λόγων καλὰς ἀφορμὰς οὐ μέγ᾽ ἔργον εὖ λέγειν· «ἀλλ᾽ ἔνδειξαι» φάναι «τὴν σαυτοῦ δύναμιν ἡμῖν κατηγορήσας Μακεδόνων, ἵνα καὶ βελτίους γένωνται μαθόντες ἃ πλημμελοῦσιν».Τότε λοιπόν ο Αλέξανδρος είπε ότι, σύμφωνα με τον Ευριπίδη, όποιος παίρνει μέρος σε μια συζήτηση «όταν έχει ωραίο ξεκίνημα, δεν είναι σπουδαίο πράγμα να μιλήσει ωραία». «Εμπρός δείξε μας» του είπε «τη δύναμή σου, κατηγορώντας τους Μακεδόνες, για να γίνουν καλύτεροι μαθαίνοντας από τα λάθη τους».
[53.5]οὕτω δὴ τὸν ἄνδρα πρὸς τὴν παλινῳδίαν τραπόμενον πολλὰ παρρησιάσασθαι κατὰ τῶν Μακεδόνων, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν στάσιν αἰτίαν ἀποφήναντα τῆς γενομένης περὶ Φίλιππον αὐξήσεως καὶ δυνάμεως, εἰπεῖν· ἐν δὲ διχοστασίῃ καὶ ὁ πάγκακος ἔλλαχε τιμῆς·Έτσι λοιπόν ο άνδρας, αλλάζοντας τακτική είπε με θάρρος πολλά εναντίον των Μακεδόνων και, αφού έδειξε ότι η διχόνοια των Ελλήνων ήταν η αιτία της αύξησης της δύναμης του Φιλίππου που συνετελέσθη, είπε: «στη διχόνοια και ο πιο κακός αποκτά τιμή».
[53.6]ἐφ᾽ ᾧ πικρὸν καὶ βαρὺ τοῖς Μακεδόσιν ἐγγενέσθαι μῖσος, καὶ τὸν Ἀλέξανδρον εἰπεῖν, ὡς οὐ τῆς δεινότητος ὁ Καλλισθένης, ἀλλὰ τῆς δυσμενείας Μακεδόσιν ἀπόδειξιν δέδωκε.Εξαιτίας αυτού δημιουργήθηκε στους Μακεδόνες πικρό και μεγάλο μίσος, και ο Αλέξανδρος είπε ότι ο Καλλισθένης απέδειξε στους Μακεδόνες όχι τη ρητορική του δεινότητα αλλά την εμπάθειά του.
[54.1]Ταῦτα μὲν οὖν ὁ Ἕρμιππός φησι τὸν ἀναγνώστην τοῦ Καλλισθένους Στροῖβον Ἀριστοτέλει διηγεῖσθαι, τὸν δὲ Καλλισθένην συνέντα τὴν ἀλλοτριότητα τοῦ βασιλέως δὶς ἢ τρὶς ἀπιόντα πρὸς αὑτὸν εἰπεῖν· κάτθανε καὶ Πάτροκλος, ὅπερ σέο πολλὸν ἀμείνων.Ο Έρμιππος λέει ότι διηγήθηκε αυτά στον Αριστοτέλη ο Στροίβος, αναγνώστης του Καλλισθένη, και ότι ο τελευταίος, που είχε αντιληφθεί την ψυχρότητα του βασιλιά προς το πρόσωπό του, είπε δυο τρεις φορές φεύγοντας: «και ο Πάτροκλος πέθανε, που ήταν πολύ καλύτερος από εσένα».
[54.2]οὐ φαύλως οὖν εἰπεῖν ἔοικεν ὁ Ἀριστοτέλης, ὅτι Καλλισθένης λόγῳ μὲν ἦν δυνατὸς καὶ μέγας, νοῦν δ᾽ οὐκ εἶχεν.Όπως φαίνεται, ο Αριστοτέλης είχε δίκαιο που είπε ότι ο Καλλισθένης ήταν δυνατός και μεγάλος ρήτορας, δεν είχε όμως μυαλό.
[54.3]Ἀλλὰ τήν γε προσκύνησιν ἰσχυρῶς ἀπωσάμενος καὶ φιλοσόφως, καὶ μόνος ἐν φανερῷ διελθὼν ἃ κρύφα πάντες οἱ βέλτιστοι καὶ πρεσβύτατοι τῶν Μακεδόνων ἠγανάκτουν, τοὺς μὲν Ἕλληνας αἰσχύνης ἀπήλλαξε μεγάλης, καὶ μείζονος Ἀλέξανδρον, ἀποτρέψας τὴν προσκύνησιν, αὑτὸν δ᾽ ἀπώλεσεν, ἐκβιάσασθαι δοκῶν μᾶλλον ἢ πεῖσαι τὸν βασιλέα.Απέφυγε τουλάχιστον με έντονο και φιλοσοφικό τρόπο την περίπτωση να προσκυνήσει τον βασιλιά, και είναι ο μόνος που είπε φανερά αυτά για τα οποία αγανακτούσαν κρυφά όλοι οι καλύτεροι και οι πιο ηλικιωμένοι Μακεδόνες· απάλλαξε τους Έλληνες από μεγάλη ντροπή και από ακόμη μεγαλύτερη τον Αλέξανδρο, επειδή απέτρεψε το προσκύνημα· κατέστρεψε όμως τον εαυτό του, γιατί έδωσε την εντύπωση ότι μάλλον εκβίασε παρά έπεισε τον βασιλιά.
[54.4]Χάρης δ᾽ ὁ Μιτυληναῖός φησι τὸν Ἀλέξανδρον ἐν τῷ συμποσίῳ πιόντα φιάλην προτεῖναί τινι τῶν φίλων· τὸν δὲ δεξάμενον πρὸς ἑστίαν ἀναστῆναι, καὶ πιόντα προσκυνῆσαι πρῶτον, εἶτα φιλῆσαι τὸν Ἀλέξανδρον [ἐν τῷ συμποσίῳ] καὶ κατακλιθῆναιΟ Χάρης ο Μυτιληναίος λέει ότι ο Αλέξανδρος σε κάποιο συμπόσιο ήπιε από ένα ποτήρι και το πρότεινε σε κάποιον φίλο του. Αυτός το πήρε και σηκώθηκε πηγαίνοντας προς την εστία και, αφού ήπιε, προσκύνησε πρώτα τον Αλέξανδρο, ύστερα τον φίλησε και πήγε πίσω στο ανάκλιντρο.
[54.5]πάντων δὲ τοῦτο ποιούντων ἐφεξῆς, τὸν Καλλισθένην λαβόντα τὴν φιάλην, οὐ προσέχοντος τοῦ βασιλέως, ἀλλ᾽ Ἡφαιστίωνι προσδιαλεγομένου, πιόντα προσιέναι φιλήσοντα·Και ενώ όλοι με τη σειρά έκαναν το ίδιο, ο Καλλισθένης, αφού πήρε το ποτήρι, καθώς ο βασιλιάς δεν πρόσεχε αλλά μιλούσε με τον Ηφαιστίωνα, ήπιε και πλησίασε για να τον φιλήσει.
[54.6]Δημητρίου δὲ τοῦ προσονομαζομένου Φείδωνος εἰπόντος «ὦ βασιλεῦ, μὴ φιλήσῃς· οὗτος γάρ σε μόνος οὐ προσεκύνησε,» διακλῖναι τὸ φίλημα τὸν Ἀλέξανδρον, τὸν δὲ Καλλισθένην μέγα φθεγξάμενον εἰπεῖν· «φιλήματι τοίνυν ἔλασσον ἔχων ἄπειμι».Ο Δημήτριος όμως, ο επονομαζόμενος και Φείδων, είπε: «βασιλιά μην τον φιλήσεις, γιατί είναι ο μόνος που δεν σε προσκύνησε». Ο Αλέξανδρος απέφυγε το φιλί, ενώ ο Καλλισθένης είπε, φωνάζοντας δυνατά: «θα φύγω λοιπόν με ένα φιλί λιγότερο».
[55.1]Τοιαύτης ὑπογινομένης ἀλλοτριότητος, πρῶτον μὲν Ἡφαιστίων ἐπιστεύετο λέγων, ὅτι συνθέμενος πρὸς αὐτὸν ὁ Καλλισθένης προσκυνῆσαι, ψεύσαιτο τὴν ὁμολογίαν·Έτσι δημιουργήθηκε σιγά σιγά η ψυχρότητα ανάμεσα στους δυο άνδρες. Πρώτα έγινε πιστευτός ο Ηφαιστίων που έλεγε ότι, ενώ ο Καλλισθένης συμφώνησε μαζί του να τον προσκυνήσει, αθέτησε τη συμφωνία.
[55.2]ἔπειτα Λυσίμαχοι καὶ Ἅγνωνες ἐπεφύοντο, φάσκοντες περιϊέναι τὸν σοφιστὴν ὡς ἐπὶ καταλύσει τυραννίδος μέγα φρονοῦντα, καὶ συντρέχειν πρὸς αὐτὸν τὰ μειράκια καὶ περιέπειν, ὡς μόνον ἐλεύθερον ἐν τοσαύταις μυριάσι.Αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται οι Λυσίμαχοι και οι Άγνωνες, που έλεγαν ότι ο σοφιστής γύριζε εδώ και εκεί και καυχιόταν, σαν να είχε καταλύσει τυραννικό καθεστώς, και ότι τα μικρά παιδιά έτρεχαν όλα μαζί προς αυτόν, ως τον μοναδικό ελεύθερο άνθρωπο ανάμεσα σε τόσο πολλές μυριάδες.
[55.3]διὸ καὶ τῶν περὶ Ἑρμόλαον ἐπιβουλευσάντων τῷ Ἀλεξάνδρῳ καὶ φανερῶν γενομένων, ἔδοξαν ἀληθέσιν ὅμοια κατηγορεῖν οἱ διαβάλλοντες, ὡς τῷ μὲν προβαλόντι, πῶς ἂν ἐνδοξότατος γένοιτ᾽ ἄνθρωπος, εἶπεν «ἂν ἀποκτείνῃ τὸν ἐνδοξότατον,»Γι᾽ αυτό και, όταν ο Ερμόλαος και η κλίκα του συνωμότησαν εναντίον του Αλέξανδρου και αποκαλύφτηκαν, όσοι τον διέβαλλαν έδωσαν την εντύπωση ότι οι κατηγορίες που του απέδιδαν ήταν αληθινές, σε αυτόν δηλαδή που τον είχε ρωτήσει «πώς θα μπορούσε κάποιος άνθρωπος να γίνει πάρα πολύ ένδοξος» είπε: «αν σκοτώσει τον πιο ένδοξο» και ότι,
[55.4]τὸν δ᾽ Ἑρμόλαον ἐπὶ τὴν πρᾶξιν παροξύνων ἐκέλευε μὴ δεδιέναι τὴν χρυσῆν κλίνην, ἀλλὰ μνημονεύειν ὅτι καὶ νοσοῦντι καὶ τιτρωσκομένῳ πρόσεισιν ἀνθρώπῳ.προτρέποντας τον Ερμόλαο σε αυτή την ενέργεια, τον συμβούλευε να μη φοβάται τη χρυσή κλίνη, αλλά να θυμάται ότι πλησιάζει άνθρωπο που αρρωσταίνει και πληγώνεται.
[55.5]καίτοι τῶν περὶ Ἑρμόλαον οὐδεὶς οὐδὲ διὰ τῆς ἐσχάτης ἀνάγκης τοῦ Καλλισθένους κατεῖπεν.Και όμως, κανένας από τους ανθρώπους του Ερμόλαου, ούτε και με τα χειρότερα βασανιστήρια, δεν κατηγόρησε τον Καλλισθένη.
[55.6]ἀλλὰ καὶ Ἀλέξανδρος αὐτὸς εὐθὺς Κρατερῷ γράφων καὶ Ἀττάλῳ καὶ Ἀλκέτᾳ φησὶ τοὺς παῖδας βασανιζομένους ὁμολογεῖν, ὡς αὐτοὶ ταῦτα πράξειαν, ἄλλος δ᾽ οὐδεὶς συνειδείη.Αλλά και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, γράφοντας αμέσως στους Κρατερό, Άτταλο και Αλκέτα, λέει ότι οι νέοι ύστερα από βασανιστήρια ομολόγησαν ότι μόνοι τους προέβησαν σ᾽ αυτές τις ενέργειες και ότι κανένας άλλος δεν τις γνώριζε.
[55.7]ὕστερον δὲ γράφων πρὸς Ἀντίπατρον καὶ τὸν Καλλισθένην συνεπαιτιασάμενος, «οἱ μὲν παῖδες» φησὶν «ὑπὸ τῶν Μακεδόνων κατελεύσθησαν, τὸν δὲ σοφιστὴν ἐγὼ κολάσω καὶ τοὺς ἐκπέμψαντας αὐτὸν καὶ τοὺς ὑποδεχομένους ταῖς πόλεσι τοὺς ἐμοὶ ἐπιβουλεύοντας,» ἄντικρυς ἔν γε τούτοις ἀποκαλυπτόμενος πρὸς Ἀριστοτέλην·Αργότερα, γράφοντας στον Αντίπατρο και ενοχοποιώντας μαζί και τον Καλλισθένη, λέει: «οι νέοι θανατώθηκαν από τους Μακεδόνες με λιθοβολισμό, αλλά τον σοφιστή και αυτούς που τον έστειλαν και όσους δέχτηκαν στις πόλεις τους αυτούς που με επιβουλεύονται, θα τους τιμωρήσω εγώ». Με αυτά βέβαια έκανε ευθεία αναφορά στον Αριστοτέλη,
[55.8]καὶ γὰρ ἐτέθραπτο Καλλισθένης παρ᾽ αὐτῷ διὰ τὴν συγγένειαν, ἐξ Ἡροῦς γεγονώς, ἀνεψιᾶς Ἀριστοτέλους.καθόσον κοντά του είχε ανατραφεί ο Καλλισθένης λόγω συγγένειας — ήταν γιος της Ηρώς, εξαδέρφης του Αριστοτέλη.
[55.9]ἀποθανεῖν δ᾽ αὐτὸν οἱ μὲν ὑπ᾽ Ἀλεξάνδρου κρεμασθέντα λέγουσιν, οἱ δ᾽ ἐν πέδαις δεδεμένον καὶ νοσήσαντα, Χάρης δὲ μετὰ τὴν σύλληψιν ἑπτὰ μῆνας φυλάττεσθαι δεδεμένον, ὡς ἐν τῷ συνεδρίῳ κριθείη παρόντος Ἀριστοτέλους· ἐν αἷς δ᾽ ἡμέραις Ἀλέξανδρος [ἐν Μαλλοῖς Ὀξυδράκαις] ἐτρώθη περὶ τὴν Ἰνδίαν, ἀποθανεῖν ὑπέρπαχυν γενόμενον καὶ φθειριάσαντα.Για τον θάνατό του άλλοι λένε ότι τον κρέμασε ο Αλέξανδρος, άλλοι ότι πέθανε από αρρώστια όπως ήταν δεμένος με αλυσίδες· ο Χάρης, εξάλλου, λέει ότι ήταν φυλακισμένος για εφτά μήνες μετά τη σύλληψή του, για να δικαστεί στο συμβούλιο με την παρουσία του Αριστοτέλη· πέθανε όμως από παχυσαρκία και ψωρίαση στη διάρκεια των ημερών που ο Αλέξανδρος είχε τραυματιστεί στην Ινδία.
[56.1]Ταῦτα μὲν οὖν ὕστερον ἐπράχθη. Δημάρατος δ᾽ ὁ Κορίνθιος ἤδη πρεσβύτερος ὢν ἐφιλοτιμήθη πρὸς Ἀλέξανδρον ἀναβῆναι· καὶ θεασάμενος αὐτὸν εἶπε μεγάλης ἡδονῆς ἐστερῆσθαι τοὺς Ἕλληνας, ὅσοι τεθνήκασι πρὶν ἰδεῖν Ἀλέξανδρον ἐν τῷ Δαρείου θρόνῳ καθήμενον.Τα ακόλουθα γεγονότα έγιναν αργότερα. Ο Δημάρατος ο Κορίνθιος, ηλικιωμένος ήδη, φιλοδοξούσε να πάει στον Αλέξανδρο. Όταν τον αντίκρισε είπε ότι οι Έλληνες που είχαν πεθάνει, πριν δουν τον Αλέξανδρο να κάθεται στον θρόνο του Δαρείου, στερήθηκαν μεγάλη ευχαρίστηση.
[56.2]οὐ μὴν ἐπὶ πλέον γε τῆς πρὸς αὑτὸν εὐνοίας τοῦ βασιλέως ἀπέλαυσεν, ἀλλ᾽ ἐξ ἀρρωστίας ἀποθανὼν ἐκηδεύθη μεγαλοπρεπῶς, καὶ τάφον ἔχωσεν ὁ στρατὸς ἐπ᾽ αὐτῷ τῇ περιμέτρῳ μέγαν, ὕψος δὲ πηχῶν ὀγδοήκοντα· τὰ δὲ λείψανα τέθριππον κεκοσμημένον λαμπρῶς ἐπὶ θάλασσαν κατεκόμισε.Δεν απόλαυσε όμως για πολύ την προς αυτόν εύνοια του βασιλιά· πέθανε από αρρώστια και κηδεύτηκε με μεγαλοπρέπεια· ο στρατός έκανε προς τιμήν του τύμβο με μεγάλη περίμετρο και ύψος ογδόντα πήχεις. Τα λείψανά του μετέφερε στη θάλασσα τέθριππο, στολισμένο με λαμπρότητα.

Εκστρατεία στην Ινδία

[57.1]Μέλλων δ᾽ ὑπερβάλλειν εἰς τὴν Ἰνδικὴν ὡς ἑώρα πλήθει λαφύρων τὴν στρατιὰν ἤδη βαρεῖαν καὶ δυσκίνητον οὖσαν, ἅμ᾽ ἡμέρᾳ συνεσκευασμένων τῶν ἁμαξῶν πρώτας μὲν ὑπέπρησε τὰς αὑτοῦ καὶ ‹τὰς› τῶν ἑταίρων, μετὰ δὲ ταύτας ἐκέλευσε καὶ ταῖς τῶν Μακεδόνων ἐνεῖναι πῦρ.Σκοπεύοντας να περάσει στην Ινδία, καθώς έβλεπε ότι ο στρατός του ήταν ήδη βαρύς και δυσκίνητος λόγω του πλήθους των λαφύρων, τα ξημερώματα, όταν οι άμαξες ήταν φορτωμένες, έκαψε πρώτα τις δικές του και των φίλων του και μετά έδωσε διαταγή να βάλουν φωτιά και σε αυτές των Μακεδόνων.
[57.2]καὶ τοῦ πράγματος τὸ βούλευμα μεῖζον ἐφάνη καὶ δεινότερον ἢ τὸ ἔργον· ὀλίγους μὲν γὰρ ἠνίασεν, οἱ δὲ πλεῖστοι βοῇ καὶ ἀλαλαγμῷ μετ᾽ ἐνθουσιασμοῦ, τὰ μὲν ἀναγκαῖα τοῖς δεομένοις μεταδιδόντες, τὰ δὲ περιόντα τῆς χρείας αὐτοὶ κατακαίοντες καὶ διαφθείροντες, ὁρμῆς καὶ προθυμίας ἐνεπίμπλασαν τὸν Ἀλέξανδρον.Η απόφαση για την ενέργεια αυτή φάνηκε σοβαρότερη και φοβερότερη από την ίδια την πράξη. Γιατί η πυρπόληση στενοχώρησε λίγους, επειδή οι περισσότεροι με φωνές και αλαλαγμούς ανάμεικτους με ενθουσιασμό μοιράζονταν τα απαραίτητα με όσους τα είχαν ανάγκη, ενώ όσα δεν τα χρειάζονταν τα έκαιγαν και τα κατέστρεφαν οι ίδιοι, πράγμα που γέμιζε με ορμή και προθυμία τον Αλέξανδρο.
[57.3]ἤδη δὲ καὶ φοβερὸς ἦν καὶ ἀπαραίτητος κολαστὴς τῶν πλημμελούντων· καὶ γὰρ Μένανδρόν τινα τῶν ἑταίρων ἄρχοντα φρουρίου καταστήσας, ὡς οὐκ ἐβούλετο μένειν, ἀπέκτεινε, καὶ τῶν ἀποστάντων βαρβάρων Ὀρσοδάτην αὐτὸς κατετόξευσε.Ήταν ήδη φοβερός και αμείλικτος τιμωρός όσων παρέβαιναν το καθήκον τους. Πράγματι, τον Μένανδρο, κάποιον από τους εταίρους, τον οποίο είχε τοποθετήσει διοικητή σε φρούριο, τον σκότωσε, επειδή δεν ήθελε να μείνει στη θέση του, και ο ίδιος προσωπικά σκότωσε με βέλος τον Ορσοδάτη, έναν από τους βαρβάρους που είχαν αποστατήσει.
[57.4]προβάτου δὲ τεκόντος ἄρνα περὶ τῇ κεφαλῇ σχῆμα καὶ χρῶμα τιάρας ἔχοντα καὶ διδύμους ἑκατέρωθεν αὐτῆς, βδελυχθεὶς τὸ σημεῖον ἐκαθάρθη μὲν ὑπὸ τῶν Βαβυλωνίων, οὓς ἐξ ἔθους ἐπήγετο πρὸς τὰ τοιαῦτα, διελέχθη δὲ πρὸς τοὺς φίλους, ὡς οὐ δι᾽ αὑτόν, ἀλλὰ δι᾽ ἐκείνους ταράττοιτο, μὴ τὸ κράτος εἰς ἀγεννῆ καὶ ἄναλκιν ἄνθρωπον ἐκλιπόντος αὐτοῦ περιστήσῃ τὸ δαιμόνιον.Όταν μια προβατίνα γέννησε αρνί με κεφάλι σε σχήμα και χρώμα τιάρας και δυο εξογκώματα σε κάθε πλευρά, αηδιασμένος από το σημάδι εξαγνίστηκε από τους Βαβυλωνίους, που από συνήθεια είχε πάρει μαζί του για τέτοιες περιπτώσεις. Και στους φίλους του, με τους οποίους συζήτησε το θέμα, είπε ότι ανησυχούσε όχι για τον εαυτό του αλλά για εκείνους, μήπως ο θεός, όταν αυτός πεθάνει, δώσει την εξουσία σε κάποιον από ταπεινή καταγωγή και ανίκανο άνθρωπο.
[57.5]οὐ μὴν ἀλλὰ βέλτιόν τι σημεῖον γενόμενον τὴν ἀθυμίαν ἔλυσεν. ὁ γὰρ ἐπὶ τῶν στρωματοφυλάκων τεταγμένος ἀνὴρ Μακεδὼν ὄνομα Πρόξενος, τῇ βασιλικῇ σκηνῇ χώραν ὀρύττων παρὰ τὸν Ὦξον ποταμόν, ἀνεκάλυψε πηγὴν ὑγροῦ λιπαροῦ καὶ πιμελώδους·Συνέβη όμως ένα καλό σημάδι και έδιωξε τη στενοχώρια του. Κάποιος Μακεδόνας δηλαδή, επικεφαλής των υπηρετών του, Πρόξενος στο όνομα, σκάβοντας χώρο για τη βασιλική σκηνή δίπλα στον ποταμό Ώξο, βρήκε πηγή με υγρό λιπαρό και πηχτό.
[57.6]ἀπαντλουμένου δὲ τοῦ πρώτου, καθαρὸν ἀνέβλυζεν ἤδη καὶ διαυγές [ἔλαιον], οὔτ᾽ ὀσμῇ δοκοῦν ἐλαίου διαφέρειν οὔτε γεύσει, στιλπνότητά τε καὶ λιπαρότητα παντάπασιν ἀπαράλλακτον, καὶ ταῦτα τῆς χώρας μηδ᾽ ἐλαίας φερούσης.Μετά την άντληση του πρώτου στρώματος, άρχισε να αναβλύζει πλέον καθαρό και διαυγές, που δεν φαινόταν να διαφέρει από το λάδι ούτε σε οσμή ούτε σε γεύση· όσο για τη στιλπνότητα και τη λιπαρότητα, ήταν εντελώς όμοιο με λάδι, τη στιγμή μάλιστα που στην περιοχή εκείνη δεν ευδοκιμούσε καθόλου η ελιά.
[57.7]λέγεται μὲν οὖν καὶ τὸν Ὦξον αὐτὸν εἶναι μαλακώτατον ὕδωρ, ὥστε τὸ δέρμα τοῖς λουομένοις ἐπιλιπαίνειν.Λένε λοιπόν ότι και ο ίδιος ο Ώξος έχει πάρα πολύ μαλακό νερό, έτσι που να λαδώνει το δέρμα των λουομένων.
[57.8]οὐ μὴν ἀλλὰ ‹καὶ› θαυμαστῶς Ἀλέξανδρος ἡσθεὶς δῆλός ἐστιν ἐξ ὧν γράφει πρὸς Ἀντίπατρον, ἐν τοῖς μεγίστοις τοῦτο τῶν ἀπὸ τοῦ θεοῦ γεγονότων αὐτῷ τιθέμενος.Ότι ο Αλέξανδρος χάρηκε πάρα πολύ γι᾽ αυτό φάνηκε από όσα έγραψε στον Αντίπατρο, αφού θεωρούσε το σημάδι αυτό ως ένα από τα πιο σπουδαία που έχει δείξει ο θεός για χάρη του.
[57.9]οἱ δὲ μάντεις ἐνδόξου μὲν στρατείας, ἐπιπόνου δὲ καὶ χαλεπῆς τὸ σημεῖον ἐποιοῦντο· πόνων γὰρ ἀρωγὴν ἔλαιον ἀνθρώποις ὑπὸ θεοῦ δεδόσθαι.Οι μάντεις, εξάλλου, ερμήνευαν αυτό ως σημάδι ένδοξης αλλά επίπονης και δύσκολης εκστρατείας· γιατί πίστευαν ότι το λάδι έχει δοθεί από τον θεό στους ανθρώπους ως βοήθεια στους κόπους τους.
[58.1]Πολλοὶ μὲν οὖν κατὰ τὰς μάχας αὐτῷ κίνδυνοι συνέπεσον, καὶ τραύμασι νεανικοῖς ἀπήντησε, τὴν δὲ πλείστην φθορὰν ἀπορίαι τῶν ἀναγκαίων καὶ δυσκρασίαι τοῦ περιέχοντος ἀπειργάσαντο τῆς στρατιᾶς.Συνέβη να αντιμετωπίσει ο Αλέξανδρος στις μάχες πολλούς κινδύνους ταυτόχρονα, και τραυματίστηκε λόγω της νεανικής του ορμής· αλλά τη μεγαλύτερη φθορά στον στρατό προκάλεσαν η έλλειψη τροφίμων και το άσχημο κλίμα της περιοχής.
[58.2]αὐτὸς δὲ τόλμῃ τὴν τύχην ὑπερβαλέσθαι καὶ τὴν δύναμιν ἀρετῇ φιλοτιμούμενος, οὐδὲν ᾤετο τοῖς θαρροῦσιν ἀνάλωτον οὐδ᾽ ὀχυρὸν εἶναι τοῖς ἀτόλμοις.Ο Αλέξανδρος όμως, με τη φιλοδοξία που είχε να ξεπεράσει την τύχη με την τόλμη και τη δύναμη με την παλικαριά, πίστευε πως για τους τολμηρούς δεν υπήρχε μέρος άπαρτο ούτε και οχυρό που να ασφαλίζει τους δειλούς.
[58.3]λέγεται δὲ τὴν Σισιμίθρου πολιορκῶν πέτραν, ἀπότομον οὖσαν καὶ ἀπρόσβατον, ἀθυμούντων τῶν στρατιωτῶν, ἐρωτῆσαι τὸν Ὀξυάρτην, ποῖός τις αὐτὸς εἴη τὴν ψυχὴν ὁ Σισιμίθρης.Όταν πολιορκούσε το κάστρο του Σισιμίθρη, που ήταν απότομο και απροσπέλαστο, επειδή οι στρατιώτες είχαν αποθαρρυνθεί, λένε ότι ρώτησε τον Οξυάρτη τι άνθρωπος ήταν ως προς την ψυχοσύνθεση αυτός ο Σισιμίθρης.
[58.4]φήσαντος δὲ τοῦ Ὀξυάρτου δειλότατον ἀνθρώπων, «λέγεις σύ γε» φάναι «τὴν πέτραν ἁλώσιμον ἡμῖν εἶναι· τὸ γὰρ ἄρχον αὐτῆς οὐκ ὀχυρόν ἐστι». ταύτην μὲν οὖν ἐκφοβήσας τὸν Σισιμίθρην ἔλαβεν.Και όταν ο Οξυάρτης του είπε ότι είναι ο πιο δειλός από όλους τους ανθρώπους, «εννοείς βέβαια» είπε «ότι το κάστρο μπορεί να καταληφθεί από εμάς, αφού ο κύριος του κάστρου δεν είναι ισχυρός». Γι᾽ αυτό, αφού κατατρόμαξε τον Σισιμίθρη, το κατέλαβε.
[58.5]ἑτέρᾳ δ᾽ ὁμοίως ἀποτόμῳ προσβαλὼν ‹ἔχων› τοὺς νεωτέρους τῶν Μακεδόνων, Ἀλέξανδρόν τινα καλούμενον προσαγορεύσας, «ἀλλὰ σοί γ᾽» εἶπεν «ἀνδραγαθεῖν προσήκει καὶ διὰ τὴν ἐπωνυμίαν». ἐπεὶ δὲ λαμπρῶς ὁ νεανίας ἀγωνιζόμενος ἔπεσεν, οὐ μετρίως ἐδήχθη.Σε κάποιαν επίθεση, εξάλλου, σε άλλο κάστρο το ίδιο απότομο, με τους νεότερους Μακεδόνες, απευθυνόμενος προς κάποιον από αυτούς ονόματι Αλέξανδρο, του είπε: «εσένα, λόγω του ονόματός σου, σου ταιριάζει να κάνεις ανδραγάθημα». Όταν όμως ο νεαρός πολεμώντας γενναία σκοτώθηκε, ο Αλέξανδρος λυπήθηκε κατάκαρδα.
[58.6]τῇ δὲ καλουμένῃ Νύσῃ τῶν Μακεδόνων ὀκνούντων προσάγειν (καὶ γὰρ ποταμὸς ἦν πρὸς αὐτῇ βαθύς), ἐπιστὰς «τί γάρ;» εἶπεν «ὁ κάκιστος ἐγὼ νεῖν οὐκ ἔμαθον;» καὶ ἤδη ἔχων τὴν ἀσπίδα περᾶν ἠθέλησεν.Όταν, εξάλλου, οι Μακεδόνες δίστασαν να επιτεθούν σε κάποια πόλη ονόματι Νύσα —γιατί δίπλα της υπήρχε βαθύ ποτάμι— στάθηκε στις όχθες του και είπε: «γιατί εγώ ο κακόμοιρος να μη μάθω να κολυμπώ;» Και όπως κρατούσε την ασπίδα του, αποφάσισε να περάσει.
[58.7]ἐπεὶ δὲ καταπαύσαντος τὴν μάχην αὐτοῦ παρῆσαν ἀπὸ τῶν πολιορκουμένων [πόλεων] πρέσβεις δεησόμενοι, πρῶτον μὲν ὀφθεὶς ἀθεράπευτος ἐν τοῖς ὅπλοις, ἐξέπληξεν αὐτούς· ἔπειτα προσκεφαλαίου τινὸς αὐτῷ κομισθέντος, ἐκέλευσε λαβόντα καθίσαι τὸν πρεσβύτατον· Ἄκουφις ἐκαλεῖτο.Όταν μετά το τέλος της μάχης παρουσιάστηκαν ενώπιόν του πρέσβεις από τους πολιορκουμένους, για να τον παρακαλέσουν για ειρήνη, καθώς εκ πρώτης όψεως τον είδαν ατημέλητο και με τα όπλα στα χέρια, έμειναν έκπληκτοι· στη συνέχεια, όταν κάποιος του έφερε ένα μαξιλάρι, πρότεινε να το πάρει και να καθίσει ο πιο ηλικιωμένος.
[58.8]θαυμάσας οὖν τὴν [λαμ]πρᾳότητα καὶ φιλανθρωπίαν ὁ Ἄκουφις ἠρώτα, τί βούλεται ποιοῦντας αὐτοὺς ἔχειν φίλους.Αυτός λεγόταν Άκουφις. Έμεινε έκπληκτος με την πραότητα και την καλοσύνη του και ρωτούσε τι επιθυμούσε να κάνουν για να τους έχει φίλους.
[58.9]φήσαντος δὲ τοῦ Ἀλεξάνδρου «σὲ μὲν ἄρχοντα καταστήσαντας αὑτῶν, πρὸς δ᾽ ἡμᾶς πέμψαντας ἑκατὸν ἄνδρας τοὺς ἀρίστους,» γελάσας ὁ Ἄκουφις «ἀλλὰ βέλτιον» εἶπεν «ἄρξω, βασιλεῦ, τοὺς κακίστους πρὸς σὲ πέμψας μᾶλλον ἢ τοὺς ἀρίστους».Και όταν ο Αλέξανδρος απάντησε: «αφού σε κάνουν άρχοντά τους, να στείλεις σε εμάς εκατό άνδρες, τους πιο καλούς», ο Άκουφις γέλασε και είπε: «Μα θα κυβερνήσω καλύτερα, βασιλιά, αν σου στείλω τους χειρότερους παρά αν σου στείλω τους καλύτερους».
[59.1]Ὁ δὲ Ταξίλης λέγεται μὲν τῆς Ἰνδικῆς ἔχειν μοῖραν οὐκ ἀποδέουσαν Αἰγύπτου τὸ μέγεθος, εὔβοτον δὲ καὶ καλλίκαρπον ἐν τοῖς μάλιστα, σοφὸς δέ τις ἀνὴρ εἶναι καὶ τὸν Ἀλέξανδρον ἀσπασάμενοςΛένε ότι ο Ταξίλης κατείχε μέρος της Ινδίας που δεν υπολειπόταν σε έκταση από την Αίγυπτο, από τα πιο καλά για βοσκή και παραγωγή καρπών. Ήταν άνθρωπος σοφός και,
[59.2]«τί δεῖ πολέμων» φάναι «καὶ μάχης ἡμῖν, Ἀλέξανδρε, πρὸς ἀλλήλους, εἰ μήθ᾽ ὕδωρ ἀφαιρησόμενος ἡμῶν ἀφῖξαι, μήτε τροφὴν ἀναγκαίαν, ὑπὲρ ὧν μόνων ἀνάγκη διαμάχεσθαι νοῦν ἔχουσιν ἀνθρώποις;αφού φίλησε τον Αλέξανδρο, του είπε: «Αλέξανδρε, σε τι χρειάζονται οι πόλεμοι και οι μάχες μεταξύ μας, εάν δεν έχεις έρθει για να πάρεις από μας ούτε νερό ούτε την αναγκαία τροφή, για τα οποία και μόνο δικαιολογούνται να πολεμούν οι νουνεχείς άνθρωποι;
[59.3]τοῖς δ᾽ ἄλλοις χρήμασι καὶ κτήμασι λεγομένοις, εἰ μέν εἰμι κρείττων, ἕτοιμος εὖ ποιεῖν, εἰ δ᾽ ἥττων, οὐ φεύγω χάριν ἔχειν εὖ παθών».Όσο για τα άλλα γενικά που λέγονται χρήματα και κτήματα, αν είμαι πιο πλούσιος από εσένα, είμαι πρόθυμος να σε ευεργετήσω, αν όμως είμαι πιο φτωχός, δεν θα αποφύγω να σου χρωστώ ευγνωμοσύνη, αν με ευεργετήσεις».
[59.4]ἡσθεὶς οὖν ὁ Ἀλέξανδρος καὶ δεξιωσάμενος αὐτόν, «ἦ που νομίζεις» ἔφη «δίχα μάχης ἔσεσθαι τὴν ἔντευξιν ἡμῖν ἀπὸ τοιούτων λόγων καὶ φιλοφροσύνης; ἀλλ᾽ οὐδέν σοι πλέον· ἐγὼ γὰρ ἀγωνιοῦμαι πρὸς σὲ καὶ διαμαχοῦμαι ταῖς χάρισιν, ὥς μου χρηστὸς ὢν μὴ περιγένῃ».Ευχαριστημένος λοιπόν ο Αλέξανδρος με αυτά τα λόγια του Ταξίλη και δίνοντάς του το χέρι τού είπε: Πιστεύεις λοιπόν ότι, ύστερα από αυτά τα λόγια και τις φιλοφρονήσεις, η επαφή μας θα γίνει χωρίς μάχη; Δεν έχεις να κερδίσεις όμως τίποτε περισσότερο· γιατί εγώ θα συναγωνιστώ με σένα και θα δώσω μάχη σε χάρες για να μην υπερισχύσεις έναντι εμού σε γενναιοδωρία».
[59.5]λαβὼν δὲ δῶρα πολλὰ καὶ δοὺς πλείονα, τέλος χίλια τάλαντα νομίσματος αὐτῷ προέπιεν· ἐφ᾽ οἷς τοὺς μὲν φίλους ἰσχυρῶς ἐλύπησε, τῶν δὲ βαρβάρων πολλοὺς ἐποίησεν ἡμερωτέρως ἔχειν πρὸς αὐτόν.Αφού πήρε δώρα πολλά και έδωσε περισσότερα, στο τέλος κατά την πρόποση του πρόσφερε χίλια τάλαντα· με αυτό λύπησε πολύ τους φίλους του, έκανε όμως πολλούς από τους βαρβάρους να είναι πιο φιλικοί απέναντί του.
[59.6]Ἐπεὶ δὲ τῶν Ἰνδῶν οἱ μαχιμώτατοι μισθοφοροῦντες ἐπεφοίτων ταῖς πόλεσιν ἐρρωμένως ἀμύνοντες, καὶ πολλὰ τὸν Ἀλέξανδρον ἐκακοποίουν, σπεισάμενος ἔν τινι πόλει πρὸς αὐτούς, ἀπιόντας ἐν ὁδῷ λαβὼν ἅπαντας ἀπέκτεινε.Καθώς οι πλέον μάχιμοι από τους Ινδούς πήγαιναν, ως μισθοφόροι, και υπερασπίζονταν σθεναρά τις πόλεις και προκαλούσαν πολλές φθορές στον Αλέξανδρο, έκανε ανακωχή με αυτούς σε κάποια πόλη, αλλά, καθώς αποχωρούσαν, τους συνέλαβε στον δρόμο και τους σκότωσε όλους.
[59.7]καὶ τοῦτο τοῖς πολεμικοῖς ἔργοις αὐτοῦ, τὰ ἄλλα νομίμως καὶ βασιλικῶς πολεμήσαντος, ὥσπερ κηλὶς πρόσεστιν.Ενώ γενικά διεξήγαγε τις πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στα καθιερωμένα πλαίσια και με τρόπο ταιριαστό σε βασιλιά, η ενέργειά του αυτή αποτελεί κηλίδα στις πολεμικές του πράξεις.
[59.8]Οὐκ ἐλάσσονα δὲ τούτων οἱ φιλόσοφοι πράγματα παρέσχον αὐτῷ, τούς τε προστιθεμένους τῶν βασιλέων κακίζοντες, καὶ τοὺς ἐλευθέρους δήμους ἀφιστάντες. διὸ καὶ τούτων πολλοὺς ἐκρέμασε.Όχι μικρότερα προβλήματα από αυτά του είχαν δημιουργήσει και οι φιλόσοφοι, επειδή καταφέρονταν εναντίον εκείνων των βασιλέων που πήγαιναν με το μέρος του και ξεσήκωναν τους ελεύθερους πληθυσμούς. Γι᾽ αυτό και κρέμασε πολλούς από αυτούς.
[60.1]Τὰ δὲ πρὸς Πῶρον αὐτὸς ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς ὡς ἐπράχθη γέγραφε. φησὶ γάρ, ἐν μέσῳ τῶν στρατοπέδων τοῦ Ὑδάσπου ῥέοντος, ἀντιπρῴρους ἱστάντα τοὺς ἐλέφαντας ἀεὶ τὸν Πῶρον ἐπιτηρεῖν τὴν διάβασιν.Πώς έγιναν τα σχετικά με τον Πώρο τα έχει γράψει ο ίδιος ο Αλέξανδρος στις επιστολές του. Λέει λοιπόν ότι, καθώς ο Υδάσπης κυλούσε ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα, ο Πώρος τοποθέτησε τους ελέφαντες στην απέναντι όχθη και παρακολουθούσε συνεχώς τη διάβαση.
[60.2]αὑτὸν μὲν οὖν καθ᾽ ἡμέραν ἑκάστην ψόφον ποιεῖν καὶ θόρυβον ἐν τῷ στρατοπέδῳ πολύν, ἐθίζοντα τοὺς βαρβάρους μὴ φοβεῖσθαι·Ο Αλέξανδρος έκανε καθημερινά πολλή φασαρία και θόρυβο στο στρατόπεδο, συνηθίζοντας τους βαρβάρους να μην τον φοβούνται.
[60.3]νυκτὸς δὲ χειμερίου καὶ ἀσελήνου λαβόντα τῶν πεζῶν μέρος, ἱππεῖς δὲ τοὺς κρατίστους, καὶ προελθόντα πόρρω τῶν πολεμίων, διαπερᾶσαι πρὸς νῆσον οὐ μεγάλην.Και μια νύχτα βροχερή και χωρίς φεγγάρι πήρε ένα μέρος των πεζών και τους καλύτερους ιππείς και, αφού προχώρησε μακριά από τους εχθρούς, διέσχισε το ποτάμι και πέρασε σε κάποιο μικρό νησί.
[60.4]ἐνταῦθα δὲ ῥαγδαίου μὲν ἐκχυθέντος ὄμβρου, πρηστήρων δὲ πολλῶν καὶ κεραυνῶν εἰς τὸ στρατόπεδον φερομένων, ὅμως ὁρῶν ἀπολλυμένους τινὰς καὶ συμφλεγομένους ὑπὸ τῶν κεραυνῶν, ἀπὸ τῆς νησῖδος ἄρας προσφέρεσθαι ταῖς ἀντιπέρας ὄχθαις.Εδώ έριξε ραγδαία βροχή και στο στρατόπεδο έπεφταν πολλές αστραπές και κεραυνοί· ωστόσο, αν και έβλεπε να σκοτώνονται κάποιοι και να καίγονται από τους κεραυνούς, συνέχισε και πέρασε από τη νησίδα στις απέναντι όχθες.
[60.5]τραχὺν δὲ τὸν Ὑδάσπην ὑπὸ τοῦ χειμῶνος ἐπιόντα καὶ μετέωρον ἔκρηγμα ποιῆσαι μέγα, καὶ πολὺ μέρος ἐκείνῃ φέρεσθαι τοῦ ῥεύματος, αὐτοὺς δὲ δέξασθαι τὸ μέσον οὐ βεβαίως, ἅτε δὴ συνολισθάνον καὶ περιρρηγνύμενον.Καθώς ο Υδάσπης κατέβαινε ορμητικός λόγω της κακοκαιρίας, είχε φουσκώσει και δημιουργήσει μεγάλο ρήγμα και μια μεγάλη ποσότητα νερού περνούσε από εκεί. Πέρασαν ανάμεσα με δυσκολία, επειδή ο βυθός γλιστρούσε και έσπαζε στο πάτημά τους.
[60.6]ἐνταῦθα δ᾽ εἰπεῖν φασιν αὐτόν· «ὦ Ἀθηναῖοι, ἆρά γε πιστεύσαιτ᾽ ἄν, ἡλίκους ὑπομένω κινδύνους ἕνεκα τῆς παρ᾽ ὑμῖν εὐδοξίας;» ἀλλὰ τοῦτο μὲν Ὀνησίκριτος εἴρηκεν·Λένε ότι εδώ ο Αλέξανδρος είπε: «άραγε θα πιστεύσετε, Αθηναίοι, πόσο μεγάλους κινδύνους υπομένω για το δικό σας καλό όνομα;» Αυτό βέβαια το έχει αναφέρει ο Ονησίκριτος·
[60.7]αὐτὸς δέ φησι τὰς σχεδίας ἀφέντας αὐτοὺς μετὰ τῶν ὅπλων τὸ ἔκρηγμα διαβαίνειν, ἄχρι μαστῶν βρεχομένους, διαβὰς δὲ τῶν πεζῶν εἴκοσι σταδίους προϊππεῦσαι, λογιζόμενος, εἰ μὲν οἱ πολέμιοι τοῖς ἵπποις προσβάλοιεν, πολὺ κρατήσειν, εἰ δὲ κινοῖεν τὴν φάλαγγα, φθήσεσθαι τοὺς πεζοὺς αὐτῷ προσγενομένους· θάτερον δὲ συμβῆναι.ο ίδιος όμως ο Αλέξανδρος λέει ότι, αφού άφησαν τις σχεδίες, πέρασαν ένοπλοι το ρήγμα, με το νερό να φτάνει ως το στήθος τους και ότι, αφού πέρασε, προχώρησε με το ιππικό είκοσι στάδια μπροστά από τους πεζούς, υπολογίζοντας ότι, αν οι εχθροί έκαναν επίθεση με το ιππικό, θα επικρατούσε κατά πολύ, ενώ, αν κινούσαν τη φάλαγγα, θα προλάβαιναν οι πεζοί να σμίξουν μαζί του.
[60.8]τῶν γὰρ ἱππέων χιλίους καὶ τῶν ἁρμάτων ἑξήκοντα συμπεσόντα τρεψάμενος, τὰ μὲν ἅρματα λαβεῖν ἅπαντα, τῶν δ᾽ ἱππέων ἀνελεῖν τετρακοσίους.Τα πράγματα όμως συνέβησαν διαφορετικά· αφού δηλαδή έτρεψε σε φυγή χίλιους ιππείς και εξήντα άρματα που του επιτέθηκαν, τα άρματα τα πήρε όλα και από τους ιππείς σκότωσε τετρακόσιους.
[60.9]οὕτω δὴ συμφρονήσαντα τὸν Πῶρον, ὡς αὐτὸς εἴη διαβεβηκὼς Ἀλέξανδρος, ἐπιέναι μετὰ πάσης τῆς δυνάμεως, πλὴν ὅσον ἐμποδὼν εἶναι τοῖς διαβαίνουσι τῶν Μακεδόνων ἀπέλιπε·Έτσι λοιπόν, όταν ο Πώρος κατάλαβε ότι αυτός που είχε περάσει το ποτάμι ήταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος, επιτέθηκε με όλες τις δυνάμεις του, εκτός από όση δύναμη άφησε για να εμποδίσει τους Μακεδόνες να περάσουν απέναντι.
[60.10]φοβηθεὶς δὲ τὰ θηρία καὶ τὸ πλῆθος τῶν πολεμίων, αὐτὸς μὲν ἐνσεῖσαι κατὰ θάτερον κέρας, Κοῖνον δὲ τῷ δεξιῷ προσβαλεῖν κελεῦσαι.Φοβήθηκε όμως τους ελέφαντες και το πλήθος των εχθρών, γι᾽ αυτό ο ίδιος χτύπησε την αριστερή πτέρυγα και διέταξε τον Κοίνο να επιτεθεί στη δεξιά.
[60.11]γενομένης δὲ τροπῆς, ἑκατέρωθεν ἀναχωρεῖν ἀεὶ πρὸς τὰ θηρία καὶ συνειλεῖσθαι τοὺς ἐκβιαζομένους, ὅθεν ἤδη τὴν μάχην ἀναμεμειγμένην εἶναι, καὶ μόλις ὀγδόης ὥρας ἀπειπεῖν τοὺς πολεμίους. ταῦτα μὲν οὖν ὁ τῆς μάχης ποιητὴς αὐτὸς ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς εἴρηκεν.Αφού έγινε υποχώρηση, από τις δυο πτέρυγες κατέφευγαν προς τους ελέφαντες και εκεί συνωστίζονταν. Η μάχη ήταν αμφίρροπη και μόλις την όγδοη ώρα εξαντλήθηκαν οι εχθροί. Αυτά λοιπόν έχει αναφέρει στις επιστολές του ο ίδιος ο συντελεστής της μάχης.
[60.12]οἱ δὲ πλεῖστοι τῶν συγγραφέων ὁμολογοῦσι τὸν Πῶρον, ὑπεραίροντα τεσσάρων πηχῶν σπιθαμῇ τὸ μῆκος, ἱππότου μηδὲν ἀποδεῖν πρὸς τὸν ἐλέφαντα συμμετρίᾳ διὰ τὸ μέγεθος καὶ τὸν ὄγκον τοῦ σώματος· καίτοι μέγιστος ἦν ὁ ἐλέφας·Οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο Πώρος, με ανάστημα πάνω από τέσσερις πήχεις και μια σπιθαμή, λόγω του ύψους και του όγκου του σώματός του δεν υστερούσε καθόλου ως προς τη συμμετρία για καβαλάρης του ελέφαντα, μόλο που ο ελέφαντας ήταν τεράστιος,
[60.13]σύνεσιν δὲ θαυμαστὴν ἐπεδείξατο καὶ κηδεμονίαν τοῦ βασιλέως, ἐρρωμένου μὲν ἔτι θυμῷ τοὺς προσμαχομένους ἀμυνόμενος καὶ ἀνακόπτων, ὡς δ᾽ ᾔσθετο βελῶν πλήθει καὶ τραυμάτων κάμνοντα, δείσας μὴ περιρρυῇ, τοῖς μὲν γόνασιν εἰς γῆν ὑφῆκε πρᾴως ἑαυτόν, τῇ δὲ προνομαίᾳ λαμβάνων ἀτρέμα τῶν δορατίων ἕκαστον ἐξῄρει τοῦ σώματος.και έδειξε θαυμαστή σύνεση και φροντίδα για τον βασιλιά, γιατί, όσο είχε ακόμη δυνάμεις, αντιμετώπιζε με πείσμα τις επιθέσεις των εχθρών και τους εμπόδιζε. Όταν όμως αισθάνθηκε ότι είχε καταβληθεί από τα πολλά βέλη και τα τραύματα, φοβούμενος μήπως γλιστρήσει και πέσει, γονάτισε ήρεμα στο έδαφος και έπιανε ένα ένα χωριστά με την προβοσκίδα τα ακόντια και τα έβγαζε από το σώμα του.
[60.14]Ἐπεὶ δὲ ληφθέντα τὸν Πῶρον ὁ Ἀλέξανδρος ἠρώτα, πῶς αὐτῷ χρήσηται, «βασιλικῶς» εἶπε· προσπυθομένου δὲ μή τι ‹καὶ› ἄλλο λέγει, «πάντ᾽» εἶπεν «‹ἔν›εστιν ἐν τῷ βασιλικῶς».Όταν ο Αλέξανδρος ρωτούσε τον Πώρο, που είχε συλληφθεί, πώς να συμπεριφερθεί προς αυτόν, εκείνος απάντησε: «βασιλικά» Και όταν ξαναρώτησε αν εννοεί και κάτι άλλο, είπε: «στο βασιλικά εμπεριέχονται τα πάντα».
[60.15]οὐ μόνον οὖν ἀφῆκεν αὐτὸν ἄρχειν ὧν ἐβασίλευε σατράπην καλούμενον, ἀλλὰ καὶ προσέθηκε χώραν [καὶ] τῆς αὐτονόμου καταστρεψάμενος, ἐν ᾗ πεντεκαίδεκα μὲν ἔθνη, πόλεις δὲ πεντακισχιλίας ἀξιολόγους, κώμας δὲ παμπόλλας εἶναί φασιν·Έτσι, τον άφησε όχι μόνο να έχει την εξουσία αυτών στους οποίους βασίλευε με την ονομασία σατράπης, αλλά και του πρόσθεσε και άλλη περιοχή με την υποταγή της αυτόνομης περιοχής, στην οποία λένε ότι υπήρχαν δεκαπέντε έθνη, πέντε χιλιάδες αξιόλογες πόλεις και πάρα πολλά χωριά·
[60.16]ἄλλης δὲ τρὶς τοσαύτης Φίλιππόν τινα τῶν ἑταίρων σατράπην ἀπέδειξεν.σε μιαν άλλη περιοχή, τρεις φορές μεγαλύτερη, διόρισε σατράπη τον Φίλιππο, έναν από τους εταίρους.
[61.1]Ἐκ δὲ τῆς πρὸς Πῶρον μάχης καὶ ὁ Βουκεφάλας ἐτελεύτησεν, οὐκ εὐθύς, ἀλλ᾽ ὕστερον, ὡς οἱ πλεῖστοι λέγουσιν, ἀπὸ τραυμάτων θεραπευόμενος, ὡς δ᾽ Ὀνησίκριτος, διὰ γῆρας ὑπέρπονος γενόμενος· τριάκοντα γὰρ ἐτῶν ἀποθανεῖν αὐτόν.Μετά τη μάχη εναντίον του Πώρου ψόφησε και ο Βουκεφάλας, όχι αμέσως αλλά αργότερα, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι, από τα τραύματα, που προσπαθούσαν να του θεραπεύσουν· όπως όμως λέει ο Ονησίκριτος, επειδή είχε κουραστεί πολύ λόγω γήρατος, αφού ψόφησε σε ηλικία τριάντα ετών.
[61.2]ἐδήχθη δ᾽ ἰσχυρῶς Ἀλέξανδρος, οὐδὲν ἄλλ᾽ ἢ συνήθη καὶ φίλον ἀποβεβληκέναι νομίζων, καὶ πόλιν οἰκίσας ἐπ᾽ αὐτῷ παρὰ τὸν Ὑδάσπην Βουκεφαλίαν προσηγόρευσε.Ο Αλέξανδρος στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, σαν να είχε χάσει όχι κάτι άλλο παρά συγγενή ή φίλο· γι᾽ αυτό έχτισε πόλη προς τιμήν του κοντά στον Υδάσπη και την ονόμασε Βουκεφαλία.
[61.3]λέγεται δὲ καὶ κύνα Περίταν ὄνομα τεθραμμένον ὑπ᾽ αὐτοῦ καὶ στεργόμενον ἀποβαλών, κτίσαι πόλιν ἐπώνυμον. τοῦτο δὲ Σωτίων φησὶ Ποτάμωνος ἀκοῦσαι τοῦ Λεσβίου.Λέγεται ακόμη ότι, όταν έχασε έναν σκύλο, που τον έλεγε Περίτα και τον είχε μεγαλώσει ο ίδιος και τον αγαπούσε πολύ, έχτισε πόλη επώνυμη. Αυτό λέει ο Σωτίων ότι το άκουσε από τον Ποτάμωνα τον Λέσβιο.
[62.1]Τοὺς μέντοι Μακεδόνας ὁ πρὸς Πῶρον ἀγὼν ἀμβλυτέρους ἐποίησε, καὶ τοῦ πρόσω τῆς Ἰνδικῆς ἔτι προελθεῖν ἐπέσχε.Η μάχη εναντίον του Πώρου έκανε τους Μακεδόνες περισσότερο απρόθυμους και σταμάτησε την περαιτέρω προέλαση προς την Ινδία.
[62.2]μόλις γὰρ ἐκεῖνον ὠσάμενοι, δισμυρίοις πεζοῖς καὶ δισχιλίοις ἱππεῦσι παραταξάμενον, ἀντέστησαν ἰσχυρῶς Ἀλεξάνδρῳ, βιαζομένῳ καὶ τὸν Γάγγην περᾶσαι ποταμόν, εὖρος μὲν αὐτοῦ δύο καὶ τριάκοντα σταδίων εἶναι πυνθανόμενοι καὶ βάθος ὀργυιὰς ἑκατόν, ἀντιπέρας δὲ τὰς ὄχθας ἀποκεκρύφθαι πλήθεσιν ὅπλων καὶ ἵππων καὶ ἐλεφάντων.Γιατί, αφού με δυσκολία απώθησαν εκείνον, που παρατάχθηκε απέναντί τους με είκοσι χιλιάδες πεζούς και δύο χιλιάδες ιππείς, αντιτάχθηκαν έντονα στον Αλέξανδρο, που τους πίεζε να περάσουν και τον Γάγγη ποταμό, του οποίου, όπως πληροφορούνταν, το πλάτος ήταν τριάντα δύο στάδια, το βάθος εκατό οργιές, και οι απέναντι όχθες του ήταν καλυμμένες από όπλα, άλογα και ελέφαντες.
[62.3]ἐλέγοντο γὰρ ὀκτὼ μὲν μυριάδας ἱπποτῶν, εἴκοσι δὲ πεζῶν, ἅρματα δ᾽ ὀκτακισχίλια καὶ μαχίμους ἐλέφαντας ἑξακισχιλίους ἔχοντες οἱ Γανδαριτῶν καὶ Πραισίων βασιλεῖς ὑπομένειν.Έλεγαν πως τους περίμεναν οι βασιλείς των Γανδαριτών και των Πραισίων με ογδόντα χιλιάδες ιππείς, διακόσιες χιλιάδες πεζούς, οχτώ χιλιάδες άρματα και έξι χιλιάδες πολεμικούς ελέφαντες.
[62.4]καὶ κόμπος οὐκ ἦν περὶ ταῦτα. Ἀνδρόκοττος γὰρ ὕστερον οὐ πολλῷ βασιλεύσας Σελεύκῳ πεντακοσίους ἐλέφαντας ἐδωρήσατο, καὶ στρατοῦ μυριάσιν ἑξήκοντα τὴν Ἰνδικὴν ἐπῆλθεν ἅπασαν καταστρεφόμενος.Και όσον αφορά σε αυτά, δεν ήταν κομπασμοί. Γιατί ο Ανδρόκοττος, που έγινε βασιλιάς λίγο αργότερα, δώρησε στον Σέλευκο πεντακόσιους ελέφαντες και, προσπαθώντας να υποτάξει την Ινδία, τη διέτρεξε ολόκληρη.
[62.5]τὸ μὲν οὖν πρῶτον ὑπὸ δυσθυμίας καὶ ὀργῆς αὑτὸν εἰς τὴν σκηνὴν καθείρξας ἔκειτο, χάριν οὐδεμίαν εἰδὼς τοῖς διαπεπραγμένοις, εἰ μὴ περάσειε τὸν Γάγγην, ἀλλ᾽ ἐξομολόγησιν ἥττης τιθέμενος τὴν ἀναχώρησιν.Από τη δυσθυμία και την οργή του ο Αλέξανδρος αρχικά αποσύρθηκε και κλείστηκε στη σκηνή του. Δεν ένιωθε καμιάν ικανοποίηση, εάν δεν περνούσε τον Γάγγη, αλλά θεωρούσε την επιστροφή σαν παραδοχή ήττας.
[62.6]ὡς δ᾽ οἵ τε φίλοι τὰ εἰκότα παρηγοροῦντες αὐτόν, οἵ τε στρατιῶται κλαυθμῷ καὶ βοῇ προσιστάμενοι ταῖς θύραις ἱκέτευον, ἐπικλασθεὶς ἀνεζεύγνυε, πολλὰ πρὸς δόξαν ἀπατηλὰ καὶ σοφιστικὰ μηχανώμενος.Καθώς όμως και οι φίλοι του τον παρηγορούσαν με λόγια ταιριαστά και οι στρατιώτες στέκονταν έξω από την πόρτα του και τον ικέτευαν με κλάματα και γοερές φωνές, λύγισε και άρχισε να σκέφτεται την επιστροφή, σχεδιάζοντας για τη δόξα του πολλά απατηλά και σοφιστικά τεχνάσματα.
[62.7]καὶ γὰρ ὅπλα μείζονα καὶ φάτνας ἵππων καὶ χαλινοὺς βαρυτέρους κατασκευάσας ἀπέλιπέ τε καὶ διέρριψεν.Κατασκεύασε δηλαδή μεγαλύτερα όπλα και παχνιά για τα άλογα και πιο βαριά χαλινάρια και τα εγκατέλειψε σκόρπια εδώ και εκεί.
[62.8]ἱδρύσατο δὲ βωμοὺς θεῶν, οὓς μέχρι νῦν οἱ Πραισίων βασιλεῖς διαβαίνοντες σέβονται καὶ θύουσιν Ἑλληνικὰς θυσίας.Ίδρυσε βωμούς θεών, προς τους οποίους δείχνουν σεβασμό οι βασιλείς των Πραισίων, όταν περνούν από εκεί, και προσφέρουν θυσίες σύμφωνα με τα ελληνικά έθιμα.
[62.9]Ἀνδρόκοττος δὲ μειράκιον ὢν αὐτὸν Ἀλέξανδρον εἶδε, καὶ λέγεται πολλάκις εἰπεῖν ὕστερον, ὡς παρ᾽ οὐδὲν ἦλθε τὰ πράγματα λαβεῖν Ἀλέξανδρος, μισουμένου τε καὶ καταφρονουμένου τοῦ βασιλέως διὰ μοχθηρίαν καὶ δυσγένειαν.Ο Ανδρόκοττος, παιδάκι ακόμη, είδε τον ίδιο τον Αλέξανδρο και λένε πως αργότερα πολλές φορές είπε ότι λίγο έλειψε να καταλάβει ο Αλέξανδρος την Ινδία, επειδή μισούσαν και περιφρονούσαν τον βασιλιά τους εξαιτίας της κακίας και της ταπεινής καταγωγής του.
[63.1]Ἐντεῦθεν ὁρμήσας Ἀλέξανδρος τὴν ἔξω θάλασσαν ἐπιδεῖν, καὶ πολλὰ πορθμεῖα κωπήρη καὶ σχεδίας πηξάμενος, ἐκομίζετο τοῖς ποταμοῖς ὑποφερόμενος σχολαίως.Από εκεί ο Αλέξανδρος ξεκίνησε να δει την έξω θάλασσα και, αφού ναυπήγησε πολλά πλοιάρια με κουπιά για το πέρασμα και σχεδίες, άφηνε να τον μεταφέρουν αργά αργά τα ρεύματα των ποταμών.
[63.2]ὁ δὲ πλοῦς οὐκ ἀργὸς ἦν οὐδ᾽ ἀπόλεμος, προσβάλλων δὲ ταῖς πόλεσι καὶ ἀποβαίνων, ἐχειροῦτο πάντα. πρὸς δὲ τοῖς καλουμένοις Μαλλοῖς, οὕς φασιν Ἰνδῶν μαχιμωτάτους γενέσθαι, μικρὸν ἐδέησε κατακοπῆναι.Ωστόσο, το ταξίδι δεν ήταν χωρίς προσπάθεια και χωρίς πόλεμο· κατελάμβανε τα πάντα με επιθέσεις εναντίον των πόλεων και με αποβάσεις. Κοντά στους ονομαζόμενους Μαλλούς, για τους οποίους λένε ότι ήταν οι πιο ικανοί από τους Ινδούς για πόλεμο, λίγο έλειψε να σκοτωθεί.
[63.3]τοὺς μὲν γὰρ ἀνθρώπους βέλεσιν ἀπὸ τῶν τειχῶν ἀπεσκέδασε, πρῶτος δὲ διὰ κλίμακος τεθείσης ἀναβὰς ἐπὶ τὸ τεῖχος, ὡς ἥ τε κλίμαξ συνετρίβη καὶ τῶν βαρβάρων ὑφισταμένων παρὰ τὸ τεῖχος ἐλάμβανε πληγὰς κάτωθεν, ὀλιγοστὸς ὢν συστρέψας ἑαυτὸν εἰς μέσους ἀφῆκε τοὺς πολεμίους, καὶ κατὰ τύχην ὀρθὸς ἔστη.Γιατί, αφού σκόρπισε με τα βέλη τους υπερασπιστές των τειχών, έβαλε μια σκάλα και ανέβηκε στο τείχος πρώτος, καθώς όμως η σκάλα έσπασε και οι βάρβαροι που στέκονταν κάτω στη βάση του τείχους τον χτυπούσαν με βέλη, όντας με πολύ λίγους άνδρες, έκανε στροφή και αφέθηκε να πέσει στο μέσο των εχθρών και κατά τύχη στάθηκε όρθιος.
[63.4]τιναξαμένου δὲ τοῖς ὅπλοις ἔδοξαν οἱ βάρβαροι σέλας τι καὶ φάσμα πρὸ τοῦ σώματος φέρεσθαι.Και καθώς τινάχθηκε με τα όπλα του, νόμισαν οι βάρβαροι ότι μπροστά στο σώμα του παρουσιάστηκε ένα φως και οπτασία.
[63.5]διὸ καὶ τὸ πρῶτον ἔφυγον καὶ διεσκεδάσθησαν· ὡς δ᾽ εἶδον αὐτὸν μετὰ δυεῖν ὑπασπιστῶν, ἐπιδραμόντες οἱ μὲν ἐκ χειρὸς ξίφεσι καὶ δόρασι διὰ τῶν ὅπλων συνετίτρωσκον ἀμυνόμενον,Γι᾽ αυτό στην αρχή έφυγαν και σκορπίστηκαν ένας εδώ και άλλος εκεί. Μόλις όμως τον είδαν με δυο υπασπιστές, όρμησαν κατεπάνω του και άλλοι με ξίφη και ακόντια που είχαν στα χέρια τους τον τραυμάτιζαν, ενώ αμυνόταν·
[63.6]εἷς δὲ μικρὸν ἀπωτέρω στάς, ἐφῆκεν ἀπὸ τόξου βέλος οὕτως εὔτονον καὶ βίαιον, ὥστε τὸν θώρακα διακόψαν ἐμπαγῆναι τοῖς περὶ τὸν μασθὸν ὀστέοις.ένας μάλιστα, αφού στάθηκε λίγο πιο πέρα, έριξε το βέλος από το τόξο του με τόση ορμή και δύναμη, που διαπέρασε τον θώρακα και καρφώθηκε στα κόκκαλα, στην περιοχή του μαστού.
[63.7]πρὸς δὲ τὴν πληγὴν ἐνδόντος αὐτοῦ καὶ τὸ σῶμα κάμψαντος, ὁ μὲν βαλὼν ἐπέδραμε, βαρβαρικὴν μάχαιραν σπασάμενος, Πευκέστας δὲ καὶ Λιμναῖος προέστησαν·Και καθώς από το τραύμα έκανε πίσω και λύγισε το κορμί του, εκείνος που του έριξε το βέλος όρμησε κατεπάνω του, τραβώντας βαρβαρικό μαχαίρι. Στάθηκαν όμως μπροστά του ο Πευκέστας και ο Λιμναίος·
[63.8]ὧν πληγέντων ἑκατέρων, ὁ μὲν ἀπέθανε, Πευκέστας δ᾽ ἀντεῖχε, τὸν δὲ βάρβαρον Ἀλέξανδρος ἀπέκτεινεν.χτυπήθηκαν και οι δύο· ο ένας πέθανε, ο Πευκέστας όμως άντεχε· ο Αλέξανδρος, ωστόσο, σκότωσε τον βάρβαρο.
[63.9]αὐτὸς δὲ τραύματα πολλὰ λαβών, τέλος δὲ πληγεὶς ὑπέρῳ κατὰ τοῦ τραχήλου, προσήρεισε τῷ τείχει τὸ σῶμα, βλέπων πρὸς τοὺς πολεμίους.Ο ίδιος, αφού δέχτηκε πολλά τραύματα, τελικά χτυπήθηκε στον τράχηλε με καδρόνι και στήριξε το σώμα του στο τείχος, βλέποντας προς τους εχθρούς.
[63.10]ἐν τούτῳ δὲ τῶν Μακεδόνων περιχυθέντων, ἁρπασθεὶς ἀναίσθητος ἤδη τῶν περὶ αὐτὸν ἐπὶ σκηνῆς ἐκομίζετο.Στο μεταξύ έτρεξαν γύρω του οι Μακεδόνες, τον άρπαξαν χωρίς να έχει επαφή με το περιβάλλον του και τον μετέφεραν στη σκηνή.
[63.11]καὶ παραυτίκα μὲν ὡς τεθνεῶτος ἦν λόγος ἐν τῷ στρατοπέδῳ· χαλεπῶς δὲ καὶ πολυπόνως τὸν ὀϊστὸν ἐκπρισάντων ξύλινον ὄντα, καὶ τοῦ θώρακος οὕτω μόλις ἀπολυθέντος, περὶ τὴν ἐκκοπὴν ἐγίνοντο τῆς ἀκίδος, ἐνδεδυκυίας [ἐν] ἑνὶ τῶν ὀστέων.Στο στρατόπεδο διαδόθηκε αμέσως ότι είχε σκοτωθεί. Με δυσκολία και κόπο πολύν πριόνισαν το βέλος που ήταν ξύλινο· αλλά και έτσι ακόμη δύσκολα έλυσαν τον θώρακα και προσπαθούσαν να βγάλουν τη μύτη του βέλους που είχε καρφωθεί σε ένα από τα οστά.
[63.12]λέγεται δὲ τὸ μὲν πλάτος τριῶν δακτύλων εἶναι, τὸ δὲ μῆκος τεσσάρων· διὸ ταῖς λιποθυμίαις ἔγγιστα θανάτου συνελαυνόμενος ἐξαιρουμένης αὐτῆς, ὅμως ἀνέλαβε,Λένε ότι το πλάτος της πληγής ήταν τρία δάχτυλα και το βάθος τέσσερα· γι᾽ αυτό, όταν αφαιρούσαν τη μύτη του βέλους, από τις λιποθυμίες κόντεψε να πεθάνει· συνήλθε όμως.
[63.13]καὶ διαφυγὼν τὸν κίνδυνον, ἔτι δ᾽ ἀσθενὴς ὢν καὶ πολὺν χρόνον ἐν διαίτῃ καὶ θεραπείαις ἔχων αὑτόν, ἔξω θορυβοῦντας ὡς ᾔσθετο ποθοῦντας αὐτὸν ἰδεῖν τοὺς Μακεδόνας, λαβὼν ἱμάτιον προῆλθε,Και αφού διέφυγε τον κίνδυνο, ενώ ήταν ακόμη άρρωστος και είχε υποβάλει τον εαυτό για πολύν καιρό σε δίαιτα και θεραπευτική αγωγή, όταν κατάλαβε ότι οι Μακεδόνες έξω έκαναν θόρυβο επειδή επιθυμούσαν πολύ να τον δουν, φόρεσε ένα ρούχο και βγήκε.
[63.14]καὶ θύσας τοῖς θεοῖς αὖθις ἀνήχθη καὶ παρεκομίζετο, χώραν τε πολλὴν καὶ πόλεις μεγάλας καταστρεφόμενος.Αφού θυσίασε στους θεούς, ανοίχθηκε πάλι και ακολουθούσε το ρεύμα, υποτάσσοντας μεγάλες εκτάσεις και πόλεις.
[64.1]Τῶν δὲ Γυμνοσοφιστῶν τοὺς μάλιστα τὸν Σάββαν ἀναπείσαντας ἀποστῆναι καὶ κακὰ πλεῖστα τοῖς Μακεδόσι παρασχόντας λαβὼν δέκα, δεινοὺς δοκοῦντας εἶναι περὶ τὰς ἀποκρίσεις καὶ βραχυλόγους, ἐρωτήματα προὔθηκεν αὐτοῖς ἄπορα, φήσας ἀποκτενεῖν τὸν μὴ ὀρθῶς ἀποκρινάμενον πρῶτον, εἶτ᾽ ἐφεξῆς οὕτω τοὺς ἄλλους· ἕνα δὲ τὸν πρεσβύτατον ἐκέλευσεν ‹ἐπι›κρίνειν.Από τους Γυμνοσοφιστές συνέλαβε δέκα, εκείνους προ πάντων που έπεισαν τον Σάββα να αποστατήσει και είχαν προκαλέσει πάρα πολλά κακά στους Μακεδόνες, και θεωρούνταν δεινοί και σύντομοι στις απαντήσεις. Έθεσε σ᾽ αυτούς δύσκολες ερωτήσεις, λέγοντας ότι θα σκότωνε πρώτο αυτόν που δεν θα απαντούσε σωστά και μετά με τη σειρά τους άλλους·
[64.2]ὁ μὲν οὖν πρῶτος ἐρωτηθείς, πότερον οἴεται τοὺς ζῶντας εἶναι πλείονας ἢ τοὺς τεθνηκότας, ἔφη τοὺς ζῶντας· οὐ[κέτι] γὰρ εἶναι τοὺς τεθνηκότας.έναν, τον πιο ηλικιωμένο, τον όρισε κριτή. Ο πρώτος λοιπόν που ρωτήθηκε τι από τα δυο πιστεύει, οι ζωντανοί είναι περισσότεροι ή οι πεθαμένοι, απάντησε οι ζωντανοί· γιατί οι νεκροί δεν υπάρχουν πια.
[64.3]ὁ δὲ δεύτερος, πότερον τὴν γῆν ἢ τὴν θάλατταν μείζονα τρέφειν θηρία, τὴν γῆν ἔφη· ταύτης γὰρ μέρος εἶναι τὴν θάλατταν.Ο δεύτερος που ρωτήθηκε αν η γη ή η θάλασσα τρέφει μεγαλύτερα θηρία, απάντησε η γη·
[64.4]ὁ δὲ τρίτος, ποῖόν ἐστι ζῷον πανουργότατον, ὃ μέχρι νῦν, εἶπεν, ἄνθρωπος οὐκ ἔγνωκεν.γιατί η θάλασσα είναι μέρος της. Ο τρίτος, στον οποίο υποβλήθηκε η ερώτηση ποιο είναι το πιο πανούργο ζώο, είπε αυτό που μέχρι τώρα δεν το έχει γνωρίσει ο άνθρωπος.
[64.5]ὁ δὲ τέταρτος ἀνακρινόμενος, τίνι λογισμῷ τὸν Σάββαν ἀπέστησεν, ἀπεκρίνατο, καλῶς ζῆν βουλόμενος αὐτὸν ἢ καλῶς ἀποθανεῖν.Ο τέταρτος, όταν ρωτήθηκε με ποιο σκεπτικό κίνησε σε αποστασία τον Σάββα, απάντησε: «επειδή ήθελα να ζει καλά ή να πεθάνει καλά»
[64.6]ὁ δὲ πέμπτος ἐρωτηθείς, πότερον οἴεται τὴν ἡμέραν πρότερον ἢ τὴν νύκτα γεγονέναι, τὴν ἡμέραν, εἶπεν, ἡμέρᾳ μιᾷ·Ο πέμπτος, που ρωτήθηκε ποια από τις δυο πιστεύει ότι έχει δημιουργηθεί πρώτη, η ημέρα ή η νύχτα, η ημέρα, είπε, μια ημέρα πριν·
[64.7]καὶ προσεπεῖπεν οὗτος, θαυμάσαντος τοῦ βασιλέως, ὅτι τῶν ἀπόρων ἐρωτήσεων ἀνάγκη καὶ τὰς ἀποκρίσεις ἀπόρους εἶναι.και καθώς ο βασιλιάς τον έβλεπε σαστισμένος, πρόσθεσε ότι σε δύσκολες ερωτήσεις κατ᾽ ανάγκη είναι δύσκολες και οι απαντήσεις.
[64.8]μεταβαλὼν οὖν τὸν ἕκτον ἠρώτα, πῶς ἄν τις φιληθείη μάλιστα· ἂν κράτιστος ὤν, ἔφη, μὴ φοβερὸς ᾖ.Αλλάζοντας τον τύπο της ερώτησης, ρώτησε τον έκτο πώς θα μπορούσε κάποιος να γίνει πάρα πολύ αγαπητός· αν, είπε, παρόλο που είναι πολύ δυνατός, δεν εμπνέει φόβο.
[64.9]τῶν δὲ λοιπῶν τριῶν ὁ μὲν ἐρωτηθείς, πῶς ἄν τις ἐξ ἀνθρώπου γένοιτο θεός, εἴ τι πράξειεν, εἶπεν, ὃ πρᾶξαι δυνατὸν ἀνθρώπῳ μὴ ἔστιν·Από τους υπόλοιπους τρεις, ο ένας, στην ερώτηση πώς από άνθρωπος θα μπορούσε να γίνει κανείς θεός, απάντησε αν πετύχει αυτό που είναι αδύνατο να κατορθώσει ο άνθρωπος·
[64.10]ὁ δὲ περὶ ζῳῆς καὶ θανάτου, πότερον ἰσχυρότερον, ἀπεκρίνατο τὴν ζῳήν, τοσαῦτα κακὰ φέρουσαν.ο άλλος, όταν ρωτήθηκε σχετικά με τη ζωή και τον θάνατο, ποιο από τα δυο είναι πιο δυνατό, απάντησε η ζωή, επειδή φέρνει τόσα πολλά κακά·
[64.11]ὁ δὲ τελευταῖος, μέχρι τίνος ‹ἂν› ἄνθρωπον καλῶς ἔχοι ζῆν, μέχρι οὗ μὴ νομίζει τὸ τεθνάναι τοῦ ζῆν ἄμεινον.ο τελευταίος, στην ερώτηση μέχρι ποιαν ηλικία είναι καλό να ζει ο άνθρωπος, μέχρι το σημείο, είπε, που δεν θα θεωρεί τον θάνατο προτιμότερο από τη ζωή.
[64.12]οὕτω δὴ τραπόμενος πρὸς τὸν δικαστήν, ἐκέλευσεν ἀποφαίνεσθαι. τοῦ δ᾽ ἕτερον ἑτέρου χεῖρον εἰρηκέναι φήσαντος, «οὐκοῦν» ἔφη «καὶ σὺ πρῶτος ἀποθανῇ τοιαῦτα κρίνων». «οὐκ ἄν γ᾽» εἶπεν «ὦ βασιλεῦ, εἰ μὴ σὺ ψεύδῃ, φήσας πρῶτον ἀποκτενεῖν τὸν ἀποκρινάμενον κάκιστα».Μετά στράφηκε στον κριτή και του πρότεινε να πει τη γνώμη του. Όταν εκείνος είπε ότι ο ένας είχε απαντήσει χειρότερα από τον άλλον, ο Αλέξανδρος είπε: «Λοιπόν, εσύ, με τέτοια κρίση, θα πεθάνεις πρώτος». «Όχι, βέβαια, βασιλιά, εκτός και αν είπες ψέματα ότι θα σκότωνες πρώτο αυτόν που θα έδινε τη χειρότερη απάντηση».
[65.1]Τούτους μὲν οὖν ἀφῆκε δωρησάμενος· πρὸς δὲ τοὺς ἐν δόξῃ μάλιστα καὶ καθ᾽ αὑτοὺς ἐν ἡσυχίᾳ ζῶντας ἔπεμψεν Ὀνησίκριτον, ἀφικέσθαι δεόμενος πρὸς αὐτόν.Πρόσφερε λοιπόν σ᾽ αυτούς δώρα και τους άφησε ελεύθερους. Σε εκείνους όμως που ήταν πάρα πολύ ονομαστοί και ζούσαν ήσυχα, αποτραβηγμένοι από τον κόσμο, έστειλε τον Ονησίκριτο και τους παρακάλεσε να έρθουν σ᾽ αυτόν.
[65.2]ὁ δ᾽ Ὀνησίκριτος ἦν φιλόσοφος τῶν Διογένει τῷ κυνικῷ συνεσχολακότων· καί φησι τὸν μὲν Καλανὸν ὑβριστικῶς πάνυ καὶ τραχέως κελεύειν ἀποδύντα τὸν χιτῶνα γυμνὸν ἀκροᾶσθαι τῶν λόγων· ἄλλως δ᾽ οὐ διαλέξεσθαι πρὸς αὐτὸν, οὐδ᾽ εἰ παρὰ τοῦ Διὸς ἀφῖκται.Ο Ονησίκριτος ήταν φιλόσοφος από αυτούς της σχολής του Διογένη του Κυνικού. Αυτός λέει ότι ο Καλανός με αλαζονικό και σκληρό τρόπο τον πρόσταξε να βγάλει τον χιτώνα του και να ακούσει γυμνός ό,τι είχε να του πει· αλλιώς δεν θα συζητούσε μαζί ούτε και αν είχε έρθει εκ μέρους του Δία.
[65.3]τὸν δὲ Δάνδαμιν πρᾳότερον εἶναι, καὶ διακούσαντα περὶ Σωκράτους καὶ Πυθαγόρου καὶ Διογένους, εἰπεῖν ὡς εὐφυεῖς μὲν αὐτῷ γεγονέναι δοκοῦσιν οἱ ἄνδρες, λίαν δὲ τοὺς νόμους αἰσχυνόμενοι βεβιωκέναι.Ο Δάνδαμις όμως ήταν πιο πράος και, όταν τον άκουσε να αναφέρεται στους Σωκράτη, Πυθαγόρα και Διογένη, είπε πόσο ευφυείς του φαίνονται ότι υπήρξαν οι άνθρωποι αυτοί, αλλά είχαν περάσει τη ζωή τους σεβόμενοι τους νόμους.
[65.4]ἄλλοι δέ φασι τὸν Δάνδαμιν οὐδὲν εἰπεῖν ἀλλ᾽ ἢ τοσοῦτον μόνον· «τίνος χάριν ὁ Ἀλέξανδρος ὁδὸν τοσαύτην δεῦρ᾽ ἦλθε;»Άλλοι όμως λένε ότι ο Δάνδαμις δεν είπε τίποτε άλλο παρά μόνο τούτο: «για ποιο λόγο έκανε ο Αλέξανδρος τόσο δρόμο προς τα εδώ;»
[65.5]τὸν μέντοι Καλανὸν ἔπεισεν ὁ Ταξίλης ἐλθεῖν πρὸς Ἀλέξανδρον· ἐκαλεῖτο δὲ Σφίνης· ἐπεὶ δὲ κατ᾽ Ἰνδικὴν γλῶτταν τῷ καλὲ προσαγορεύων ἀντὶ τοῦ χαίρειν τοὺς ἐντυγχάνοντας ἠσπάζετο, Καλανὸς ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ὠνομάσθη.Εκείνος που έπεισε τον Καλανό να πάει στον Αλέξανδρο ήταν ο Ταξίλης. Ο Καλανός ονομαζόταν Σφίνης· επειδή όμως, όποιους συναντούσε τους χαιρετούσε στην Ινδική γλώσσα με το Καλέ αντί του Χαίρε, ονομάστηκε από τους Έλληνες Καλανός.
[65.6]τοῦτον δὲ λέγεται καὶ τὸ παράδειγμα τῆς ἀρχῆς τῷ Ἀλεξάνδρῳ προθέσθαι· καταβαλὼν γὰρ ἐν μέσῳ βύρσαν τινὰ ξηρὰν καὶ κατεσκληκυῖαν, ἐπάτησε τὸ ἄκρον· ἡ δ᾽ εἰς ἓν πιεσθεῖσα, τοῖς ἄλλοις ἐπήρθη μέρεσι.Αυτός λένε ότι παρουσίασε στον Αλέξανδρο το παράδειγμα της εξουσίας. Πέταξε δηλαδή στη μέση ένα δέρμα ξερό και πολύ σκληρό και το πάτησε στην άκρη· αυτό, καθώς πιέστηκε σε ένα σημείο, στα άλλα σηκώθηκε.
[65.7]καὶ τοῦτο περιϊὼν ἐν κύκλῳ καὶ πιέζων καθ᾽ ἕκαστον ἐδείκνυε γιγνόμενον, ἄχρι οὗ τὸ μέσον ἐπιστὰς κατέσχε, καὶ πάνθ᾽ οὕτως ἠρέμησεν.Γυρίζοντας κυκλικά και πιέζοντας ένα ένα σημείο, έδειχνε ότι γινόταν το ίδιο, ώσπου, πατώντας στη μέση, το κράτησε και όλα τα σημεία έμειναν σταθερά.
[65.8]ἐβούλετο δ᾽ ἡ εἰκὼν ἔνδειξις εἶναι τοῦ τὰ μέσα δεῖν μάλιστα τῆς ἀρχῆς πιέζειν καὶ μὴ [δὲ] μακρὰν ἀποπλανᾶσθαι τὸν Ἀλέξανδρον.Επιθυμούσε να είναι αυτή η εικόνα απόδειξη ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να ελέγχει κυρίως το κέντρο της Επικράτειάς του και να μην περιπλανιέται μακριά από αυτό.
[66.1]Ἡ δὲ διὰ τῶν ποταμῶν πρὸς τὴν θάλατταν ὑπαγωγὴ μηνῶν ἑπτὰ χρόνον ἀνάλωσεν. ἐμβαλὼν δὲ ταῖς ναυσὶν εἰς τὸν Ὠκεανόν, ἀνέπλευσε πρὸς νῆσον, ἣν Σκιλλοῦστιν αὐτὸς ὠνόμασεν, ἕτεροι δὲ Ψιλτοῦκιν.Η κάθοδος προς τη θάλασσα μέσα από τα ποτάμια κράτησε εφτά μήνες. Μπαίνοντας με τα σκάφη στον Ωκεανό, έπλευσε προς ένα νησί, που ο ίδιος ονόμασε Σκιλλούστιν, ενώ άλλοι Ψιλτούκιν.
[66.2]ἐνταῦθα δ᾽ ἀποβὰς ἔθυε τοῖς θεοῖς, καὶ τὴν φύσιν ἐπεῖδε τοῦ πελάγους καὶ τῆς παραλίας, ὅσον ἐφικτὸν ἦν· εἶτ᾽ ἐπευξάμενος μηδένα μετ᾽ αὐτὸν ἀνθρώπων ὑπερβῆναι τοὺς ὅρους τῆς στρατείας, ἀνέστρεψε.Αφού αποβιβάστηκε εδώ, έκανε θυσίες στους θεούς και διερεύνησε τη φύση του πελάγους και της παραλίας σε όση έκταση ήταν αυτό εφικτό. Στη συνέχεια ευχήθηκε να μην υπερβεί ύστερα από αυτόν κανένας άνθρωπος τα όρια της εκστρατείας του και γύρισε πίσω.
[66.3]καὶ τὰς μὲν ναῦς ἐκέλευσε παραπλεῖν, ἐν δεξιᾷ τὴν Ἰνδικὴν ἐχούσας, ἡγεμόνα μὲν Νέαρχον ἀποδείξας, ἀρχικυβερνήτην δ᾽ Ὀνησίκριτον·Έδωσε διαταγή να πλεύσει ο στόλος κατά μήκος των ακτών, έχοντας στα δεξιά την Ινδία· αρχηγό του στόλου διόρισε τον Νέαρχο και αρχικυβερνήτη τον Ονησίκριτο.
[66.4]αὐτὸς δὲ πεζῇ δι᾽ Ὠρειτῶν πορευόμενος, εἰς ἐσχάτην ἀπορίαν προήχθη, καὶ πλῆθος ἀνθρώπων ἀπώλεσε ‹τοσοῦτον›, ὥστε τῆς μαχίμου δυνάμεως μηδὲ τὸ τέταρτον ἐκ τῆς Ἰνδικῆς ἀπαγαγεῖν.Ο ίδιος, προχωρώντας από τη στεριά μέσα από τη χώρα των Ωρειτών, βρέθηκε σε έσχατη δυσκολία και έχασε τόσο πολλούς άνδρες, ώστε από τη μάχιμη δύναμη να μη βγάλει από την Ινδία ούτε το ένα τέταρτο.
[66.5]καίτοι δώδεκα μὲν μυριάδες ἦσαν οἱ πεζοί, τὸ δ᾽ ἱππικὸν εἰς μυρίους καὶ πεντακισχιλίους.Και όμως, το πεζικό ήταν εκατόν είκοσι χιλιάδες άνδρες και το ιππικό περίπου δεκαπέντε χιλιάδες.
[66.6]ἀλλὰ καὶ νόσοι χαλεπαὶ καὶ δίαιται πονηραὶ καὶ καύματα ξηρὰ καὶ πλείστους ὁ λιμὸς διέφθειρεν, ἄσπορον χώραν ἐπιόντας ἀνθρώπων κακοβίων, ὀλίγα καὶ ἀγεννῆ πρόβατα κεκτημένων, ἃ τοὺς θαλαττίους ἰχθῦς εἰθισμένα προσφέρεσθαι σάρκα μοχθηρὰν εἶχε καὶ δυσώδη.Αλλά και αρρώστιες βαριές, κακή διατροφή, ο καύσωνας με την ξηρασία και η πείνα εξολόθρευσαν πάρα πολλούς, καθώς περνούσαν μέσα από περιοχές χέρσες ανθρώπων στερημένων, που είχαν στην κατοχή τους λίγα ψωριάρικα πρόβατα, που, συνηθισμένα να τρώνε ψάρια από τη θάλασσα, είχαν κρέας απαίσιο που βρομούσε.
[66.7]μόλις οὖν ἐν ἡμέραις ἑξήκοντα ταύτην διελθὼν καὶ τῆς Γεδρωσίας ἁψάμενος, εὐθὺς ἐν ἀφθόνοις ἦν πᾶσι, τῶν ἔγγιστα σατραπῶν καὶ βασιλέων παρασκευασάντων.Αφού με μεγάλη ταλαιπωρία πέρασε τη χώρα σε εξήντα ημέρες και έφτασε στη Γεδρωσία, βρέθηκε αμέσως σε αφθονία σε όλα, αφού τα είχαν ετοιμάσει οι σατράπες και οι βασιλείς των πιο κοντινών περιοχών.
[67.1]Ἀναλαβὼν οὖν ἐνταῦθα τὴν δύναμιν, ἐξώρμησε κώμῳ χρώμενος ἐφ᾽ ἡμέρας ἑπτὰ διὰ τῆς Καρμανίας.Αφού ξεκούρασε λοιπόν εδώ τον στρατό του, ξεκίνησε την πορεία με γλέντια και εορταστικούς πανηγυρισμούς για εφτά ημέρες μέσα από την Καρμανία.
[67.2]αὐτὸν μὲν οὖν ἵπποι σχέδην ἐκόμιζον ὀκτώ, μετὰ τῶν ἑταίρων ὑπὲρ θυμέλης ἐν ὑψηλῷ καὶ περιφανεῖ πλαισίῳ πεπηγυίας εὐωχούμενον συνεχῶς ἡμέρας καὶ νυκτός·Τον ίδιο με τους εταίρους μετέφεραν αργά οχτώ άλογα, ανεβασμένο σε μια θέση πάνω σε ένα πλαίσιο ψηλό και περίοπτο, όπου για εφτά μερόνυχτα έτρωγε συνεχώς και έπινε.
[67.3]ἅμαξαι δὲ παμπληθεῖς, αἱ μὲν ἁλουργοῖς καὶ ποικίλοις περιβολαίοις, αἱ δ᾽ ὕλης ἀεὶ προσφάτου καὶ χλωρᾶς σκιαζόμεναι κλάδοις, εἵποντο, τοὺς ἄλλους ἄγουσαι φίλους καὶ ἡγεμόνας, ἐστεφανωμένους καὶ πίνοντας.Ακολουθούσαν αμέτρητες άμαξες, άλλες με κόκκινα και πολύχρωμα καλύμματα, άλλες σκεπασμένες με χλωρά και συνεχώς φρεσκοκομμένα κλαδιά, μεταφέροντας φίλους και αρχηγούς, που φορούσαν στεφάνια και έπιναν.
[67.4]εἶδες δ᾽ ἂν οὐ πέλτην, οὐ κράνος, οὐ σάρισαν, ἀλλὰ φιάλαις καὶ ῥυτοῖς καὶ θηρικλείοις παρὰ τὴν ὁδὸν ἅπασαν οἱ στρατιῶται κυαθίζοντες ἐκ πίθων μεγάλων καὶ κρατήρων ἀλλήλοις προέπινον, οἱ μὲν ἐν τῷ προάγειν ἅμα καὶ βαδίζειν, οἱ δὲ κατακείμενοι.Ήταν αδύνατο να δεις πέλτη, περικεφαλαία και σάρισα, αλλά σε όλη τη διαδρομή οι στρατιώτες, αντλώντας κρασί από μεγάλα πιθάρια και κρατήρες με φιάλες, ποτήρια και μεγάλες κύλικες, έκαναν προπόσεις μεταξύ τους, άλλοι προχωρώντας και βαδίζοντας, άλλοι ξαπλωμένοι στο έδαφος.
[67.5]πολλὴ δὲ μοῦσα συρίγγων καὶ αὐλῶν ᾠδῆς τε καὶ ψαλμοῦ καὶ βακχεία γυναικῶν κατεῖχε πάντα τόπον.Σε όλη την περιοχή κυριαρχούσε πολλή μουσική από φλογέρες, αυλούς, τραγούδια και ψαλμούς και βακχικοί χοροί γυναικών.
[67.6]τῷ δ᾽ ἀτάκτῳ καὶ πεπλανημένῳ τῆς πορείας παρείπετο [ταῖς φιάλαις] καὶ παιδιὰ βακχικῆς ὕβρεως, ὡς τοῦ θεοῦ παρόντος αὐτοῦ καὶ συμπαραπέμποντος τὸν κῶμον.Τον άτακτο και περιφερόμενο τρόπο πορείας ακολουθούσαν και παιχνίδια βακχικής μανίας, σαν να ήταν παρών ο ίδιος ο θεός Βάκχος και καθοδηγούσε τη διασκέδαση.
[67.7]ἐπεὶ δ᾽ ἧκε τῆς Γεδρωσίας εἰς τὸ βασίλειον, αὖθις ἀνελάμβανε τὴν στρατιὰν πανηγυρίζων.Φτάνοντας στα ανάκτορα της Γεδρωσίας, ξεκούρασε το στράτευμα με πανηγύρια.
[67.8]λέγεται δ᾽ αὐτὸν μεθύοντα θεωρεῖν ἀγῶνας χορῶν, τὸν δ᾽ ἐρώμενον Βαγώαν χορεύοντα νικῆσαι καὶ κεκοσμημένον διὰ τοῦ θεάτρου παρελθόντα καθίσαι παρ᾽ αὐτόν· ἰδόντας δὲ τοὺς Μακεδόνας κροτεῖν καὶ βοᾶν φιλῆσαι κελεύοντας, ἄχρι οὗ περιβαλὼν κατεφίλησεν.Λένε πως παρακολουθούσε μεθυσμένος αγώνες χορών και, καθώς ο αγαπημένος του Βαγώας είχε νικήσει στον χορό, διέσχισε στολισμένος το θέατρο και κάθισε δίπλα του. Βλέποντας αυτό, οι Μακεδόνες χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν προτρέποντάς τον να τον φιλήσει, μέχρι που τον αγκάλιασε και τον καταφίλησε.
[68.1]Ἐνταῦθα τῶν περὶ Νέαρχον ἀναβάντων πρὸς αὐτόν, ἡσθεὶς καὶ διακούσας τὰ περὶ τὸν πλοῦν ὥρμησεν αὐτὸς πλεύσας κατὰ τὸν Εὐφράτην στόλῳ μεγάλῳ, εἶτα περὶ τὴν Ἀραβίαν καὶ τὴν Λιβύην παρακομισθείς, διὰ στηλῶν Ἡρακλείων ἐμβαλεῖν εἰς τὴν ἐντὸς θάλασσαν,Όταν ήρθαν εδώ σ᾽ αυτόν ο Νέαρχος με τους άντρες του, ευχαριστημένος ο Αλέξανδρος με αυτά που άκουσε σχετικά με το ταξίδι τους, ξεσηκώθηκε και ο ίδιος, πλέοντας στην αρχή μέσω του Ευφράτη με μεγάλη προετοιμασία, στη συνέχεια φτάνοντας στην περιοχή της Αραβίας και της Λιβύης, να μπει μέσα από τις Ηράκλειες στήλες στην εσωτερική (: Μεσόγειο) θάλασσα.
[68.2]καὶ πλοῖα παντοδαπὰ περὶ Θάψακον ἐπήγνυτο, καὶ συνήγοντο ναῦται καὶ κυβερνῆται πανταχόθεν.Γι᾽ αυτό άρχισε στη Θάψακο τη ναυπήγηση κάθε λογής σκαφών και τη συγκέντρωση ναυτών και κυβερνητών από παντού.
[68.3]ἡ δ᾽ ἄνω στρατεία χαλεπὴ γενομένη, καὶ τὸ περὶ Μαλλοὺς τραῦμα, καὶ ἡ φθορὰ πολλὴ λεχθεῖσα τῆς δυνάμεως ἀπιστίᾳ τῆς σωτηρίας αὐτοῦ τά θ᾽ ὑπήκοα πρὸς ἀποστάσεις ἐπῆρε, καὶ τοῖς στρατηγοῖς καὶ σατράπαις ἀδικίαν πολλὴν καὶ πλεονεξίαν καὶ ὕβριν ‹ἐν›εποίησε, καὶ ὅλως διέδραμε σάλος ἁπάντων καὶ νεωτερισμός.Αλλά η εκστρατεία προς το εσωτερικό της Ασίας, που αποδείχτηκε πολύ δύσκολη, το τραύμα του στους Μαλλούς και η μεγάλη φθορά του στρατού, που αναφέρθηκε, παρέσυρε τους υπηκόους του, καθώς δεν πίστευαν πια στη σωτηρία του, σε αποστασίες. Παράλληλα, δημιούργησαν στους στρατηγούς και στους σατράπες την τάση για πολλές αδικίες, πλεονεξία και αλαζονική συμπεριφορά, και γενικά ξέσπασε σάλος για όλα και τάση για ανατροπές.
[68.4]ὅπου καὶ πρὸς Ἀντίπατρον Ὀλυμπιὰς καὶ Κλεοπάτρα στασιάσασαι, διείλοντο τὴν ἀρχήν, Ὀλυμπιὰς μὲν Ἤπειρον, Κλεοπάτρα δὲ Μακεδονίαν παραλαβοῦσα.Ακόμη και η Ολυμπιάς και η Κλεοπάτρα στασίασαν εναντίον του Αντίπατρου και διαμοίρασαν την εξουσία, παίρνοντας η πρώτη την Ήπειρο, η δεύτερη τη Μακεδονία.
[68.5]καὶ τοῦτ᾽ ἀκούσας Ἀλέξανδρος βέλτιον ἔφη βεβουλεῦσθαι τὴν μητέρα· Μακεδόνας γὰρ οὐκ ἂν ὑπομεῖναι βασιλευομένους ὑπὸ γυναικός.Όταν ο Αλέξανδρος έμαθε αυτό, είπε ότι η μητέρα του είχε σκεφτεί πιο έξυπνα· γιατί οι Μακεδόνες δεν θα ανεχθούν να κυβερνιόνται από γυναίκα.
[68.6]διὰ ταῦτα Νέαρχον μὲν αὖθις ἐπὶ θάλασσαν ἔπεμψεν, ἐμπλῆσαι † πολεμίων ἅπασαν ἐγνωκὼς τὴν παραλίαν, αὐτὸς δὲ καταβαίνων ἐκόλαζε τοὺς πονηροὺς τῶν στρατηγῶν.Γι᾽ αυτό έστειλε ξανά τον Νέαρχο στη θάλασσα, καθώς είχε αποφασίσει να γεμίσει όλη την παραλιακή ζώνη με εχθρούς· κατεβαίνοντας και ο ίδιος στα παράλια, τιμωρούσε τους κακούς στρατηγούς.
[68.7]τῶν δ᾽ Ἀβουλίτου παίδων ἕνα μὲν Ὀξυάρτην αὐτὸς ἀπέκτεινε σαρίσῃ διελάσας, Ἀβουλίτου δὲ μηδὲν τῶν ἀναγκαίων παρασκευάσαντος, ἀλλ᾽ ἢ τρισχίλαι τάλαντα νομίσματος αὐτῷ προσαγαγόντος, ἐκέλευσε τοῖς ἵπποις τὸ ἀργύριον παραβαλεῖν. ὡς δ᾽ οὐκ ἐγεύοντο, φήσας «τί οὖν ὄφελος ἡμῖν τῆς σῆς παρασκευῆς;» καθεῖρξε τὸν Ἀβουλίτην.Έναν μάλιστα από τους γιους του Αβουλίτη, τον Οξυάρτη, τον σκότωσε ο ίδιος, διαπερνώντας τον με τη σάρισα. Και επειδή ο Αβουλίτης δεν είχε προετοιμάσει τίποτε από αυτά που όφειλε να συγκεντρώσει, αλλά του έφερε μόνο τρεις χιλιάδες τάλαντα σε νομίσματα, πρόσταξε να ρίξουν τα χρήματα τροφή για τα άλογα. Καθώς όμως αυτά δεν τα άγγιζαν, είπε: «Ποιό λοιπόν το όφελος για μας από την προετοιμασία σου;» και τον φυλάκισε.
[69.1]Ἐν δὲ Πέρσαις πρῶτον μὲν ἀπέδωκε τὸ νόμισμα ταῖς γυναιξίν, ὥσπερ εἰώθεισαν οἱ βασιλεῖς, ὁσάκις εἰς Πέρσας ἀφίκοιντο, διδόναι χρυσοῦν ἑκάστῃ.Στην Περσία μοίρασε αρχικά το καθιερωμένο νόμισμα στις γυναίκες, που συνήθιζαν οι βασιλείς, κάθε φορά που έρχονταν στην Περσία, να δίνουν σε καθεμιά ένα χρυσό νόμισμα.
[69.2]καὶ διὰ τοῦτό φασιν ἐνίους μὴ πολλάκις, Ὦχον δὲ μηδ᾽ ἅπαξ εἰς Πέρσας παραγενέσθαι, διὰ μικρολογίαν ἀποξενώσαντα τῆς πατρίδος ἑαυτόν.Και λένε ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένοι βασιλείς δεν πήγαιναν συχνά στην Περσία· ο Ώχος μάλιστα δεν πήγε ούτε μια φορά, αποξενώνοντας τον εαυτό του από την πατρίδα του λόγω φιλαργυρίας.
[69.3]Ἔπειτα τὸν Κύρου τάφον εὑρὼν διορωρυγμένον, ἀπέκτεινε τὸν ἀδικήσαντα, καίτοι Πελλαῖος ἦν οὐ τῶν ἀσημοτάτων ὁ πλημμελήσας, ὄνομα Πουλαμάχος.Στη συνέχεια, όταν βρήκε τον τάφο του Κύρου συλημένο, σκότωσε τον δράστη, μολονότι από την Πέλλα και καθόλου ασήμαντος, ονόματι Πουλομάχος.
[69.4]τὴν δ᾽ ἐπιγραφὴν ἀναγνούς, ἐκέλευσεν Ἑλληνικοῖς ὑποχαράξαι γράμμασιν. εἶχε δ᾽ οὕτως· «ὦ ἄνθρωπε, ὅστις εἶ καὶ ὁπόθεν ἥκεις, ὅτι μὲν γὰρ ἥξεις οἶδα, ἐγὼ Κῦρός εἰμι ὁ Πέρσαις κτησάμενος τὴν ἀρχήν. μὴ οὖν τῆς ὀλίγης ‹μοι› ταύτης γῆς φθονήσῃς ἣ τοὐμὸν σῶμα περικαλύπτει».Όταν διάβασε την επιγραφή, διέταξε να τη χαράξουν από κάτω με ελληνικά γράμματα· και ήταν η εξής: «άνθρωπε, όποιος και αν είσαι και από όπου έχεις έρθει· ξέρω ότι θα ερχόσουν· εγώ είμαι ο Κύρος, που απόχτησα την εξουσία χάρη των Περσών. Μη με ζηλέψεις λοιπόν για τούτο το λίγο χώμα που σκεπάζει το σώμα μου».
[69.5]ταῦτα μὲν οὖν ἐμπαθῆ σφόδρα τὸν Ἀλέξανδρον ἐποίησεν, ἐν νῷ λαβόντα ‹τῶν πραγμάτων› τὴν ἀδηλότητα καὶ μεταβολήν.Αυτά λοιπόν συγκίνησαν πάρα πολύ τον Αλέξανδρο, καθώς αναλογίστηκε την αβεβαιότητα και τη μεταβολή των καταστάσεων.
[69.6]Ὁ δὲ Καλανὸς ἐνταῦθα χρόνον οὐ πολὺν ὑπὸ κοιλίας ἐνοχληθείς, ᾐτήσατο πυρὰν αὑτῷ γενέσθαι· καὶ κομισθεὶς ἵππῳ πρὸς αὐτήν, ἐπευξάμενος καὶ κατασπείσας ἑαυτὸν καὶ τῶν τριχῶν ἀπαρξάμενος, ἀναβαίνων ἐδεξιοῦτο τοὺς παρόντας τῶν Μακεδόνων καὶ παρεκάλει τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡδέως γενέσθαι καὶ μεθυσθῆναι μετὰ τοῦ βασιλέως, αὐτὸν δ᾽ ἐκεῖνον ἔφη μετ᾽ ὀλίγον χρόνον ἐν Βαβυλῶνι ὄψεσθαι.Εδώ ο Καλανός είχε ενοχλήσεις στην κοιλιά του για λίγο καιρό και ζήτησε να του ανάψουν φωτιά, όπου τον έφεραν με άλογο. Αφού προσευχήθηκε και έκανε σπονδές για τον εαυτό του κόβοντας τρίχες από τα μαλλιά του, καθώς ανέβαινε στην πυρά, χαιρετούσε τους παρόντες Μακεδόνες και τους καλούσε να διασκεδάσουν εκείνη την ημέρα και να μεθύσουν με τον βασιλιά τους· τον ίδιο μάλιστα εκείνον είπε ότι θα τον δει σε λίγο καιρό στη Βαβυλώνα.
[69.7]ταῦτα δ᾽ εἰπών, κατακλιθεὶς καὶ συγκαλυψάμενος, οὐκ ἐκινήθη τοῦ πυρὸς πλησιάζοντος, ἀλλ᾽ ἐν ᾧ κατεκλίθη σχήματι, τοῦτο διατηρῶν, ἐκαλλιέρησεν ἑαυτὸν τῷ πατρίῳ νόμῳ τῶν ἐκεῖ σοφιστῶν.Αφού είπε αυτά, ξάπλωσε και σκεπάστηκε και, ενώ πλησίαζε η φωτιά, δεν κινήθηκε, αλλά κρατώντας τη στάση που είχε όταν ξάπλωσε, πρόσφερε τον εαυτό του θυσία, σύμφωνα με την πατροπαράδοτη συνήθεια των σοφιστών.
[69.8](τοῦτο πολλοῖς ἔτεσιν ὕστερον ἄλλος Ἰνδὸς ἐν Ἀθήναις Καίσαρι συνὼν ἐποίησε, καὶ δείκνυται μέχρι νῦν τὸ μνημεῖον, Ἰνδοῦ προσαγορευόμενον).Το ίδιο έκανε ύστερα από πολλά χρόνια ένας άλλος Ινδός που συνόδευε τον Καίσαρα στην Αθήνα. Και μέχρι σήμερα δείχνουν το μνημείο του, που λέγεται του Ινδού.
[70.1]Ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος ἀπὸ τῆς πυρᾶς γενόμενος, καὶ συναγαγὼν πολλοὺς τῶν φίλων καὶ τῶν ἡγεμόνων ἐπὶ δεῖπνον, ἀγῶνα προὔθηκε καὶ στέφανον ἀκρατοποσίας.Ο Αλέξανδρος, αφού απομακρύνθηκε από την πυρά, συγκέντρωσε πολλούς φίλους και ηγεμόνες σε δείπνο και πρότεινε αγώνα και στεφάνι για κρασοκατάνυξη ανόθευτου οίνου.
[70.2]ὁ μὲν οὖν πλεῖστον πιὼν Πρόμαχος ἄχρι χοῶν τεσσάρων προῆλθε· καὶ λαβὼν τὸ νικητήριον, στέφανον ταλαντ‹ιαῖ›ον, ἡμέρας τρεῖς ἐπέζησε· τῶν δ᾽ ἄλλων, ὡς Χάρης φησί, τετταράκοντα καὶ εἷς ἀπέθανον πιόντες, ἰσχυροῦ τῇ μέθῃ κρύους ἐπιγενομένου.Ο Πρόμαχος λοιπόν, που ήπιε το περισσότερο, έφτασε μέχρι τέσσερις στάμνες· και αφού πήρε το βραβείο του νικητή, ένα στεφάνι αξίας ενός ταλάντου, έζησε μόνο τρεις ημέρες· από τους άλλους πέθαναν από το πιοτό σαράντα ένας, όπως λέει ο Χάρης, επειδή μετά το μεθύσι ακολούθησε δυνατό ρίγος.

Στα Σούσα. Θάνατος του Ηφαιστίωνα και του Αλεξάνδρου

[70.3]Τῶν δ᾽ ἑταίρων γάμον ἐν Σούσοις ἐπιτελῶν, καὶ λαμβάνων μὲν αὐτὸς γυναῖκα τὴν Δαρείου θυγατέρα Στάτειραν, διανέμων δὲ τὰς ἀρίστας τοῖς ἀρίστοις, κοινὸν δὲ τῶν ἤδη προγεγαμηκότων Μακεδόνων γάμον [καλὸν] ἑστιάσας, ἐν ᾧ φασιν, ἐνακισχιλίων τῶν παρακεκλημένων ἐπὶ τὸ δεῖπνον ὄντων, ἑκάστῳ χρυσῆν φιάλην πρὸς τὰς σπονδὰς δοθῆναι, τά τ᾽ ἄλλα θαυμαστῶς ἐλαμπρύνατο, καὶ τὰ χρέα τοῖς δανείσασιν ὑπὲρ τῶν ὀφειλόντων αὐτὸς διαλύσας, τοῦ παντὸς ἀναλώματος ἐλάσσονος μυρίων ταλάντων ἑκατὸν τριάκοντα ταλάντοις γενομένου.Στα Σούσα τέλεσε τους γάμους των εταίρων· ο ίδιος νυμφεύτηκε τη Στάτειρα, τη θυγατέρα του Δαρείου, ενώ τις καλύτερες τις επέλεξε για τους καλύτερους. Οργάνωσε ωραίο κοινό γαμήλιο τραπέζι για τους Μακεδόνες που ήδη είχαν νυμφευθεί, στο οποίο λένε ότι δόθηκε χρυσή φιάλη για τις σπονδές στον καθένα από τους εννιά χιλιάδες προσκεκλημένους για το δείπνο. Γενικά, έδωσε εξαιρετική λαμπρότητα στην τελετή· εξόφλησε τα χρέη ο ίδιος στους δανειστές για λογαριασμό των οφειλετών, ποσό που συνολικά έφτασε τα δέκα χιλιάδες παρά εκατό τάλαντα.
[70.4]ἐπεὶ δ᾽ Ἀντιγένης ὁ ἑτερόφθαλμος ὡς ὀφείλων ἀπεγράψατο ψευδῶς, καὶ παραγαγών τινα φάσκοντα δεδανεικέναι πρὸς τὴν τράπεζαν ἀπέτεισε τὸ ἀργύριον, εἶτ᾽ ἐφωράθη ψευδόμενος, ὀργισθεὶς ὁ βασιλεὺς ἀπήλασε τῆς αὐλῆς αὐτὸν καὶ παρείλετο τὴν ἡγεμονίαν.Ο Αντιγένης ο μονόφθαλμος είχε δηλώσει ψευδώς οφειλέτης και, παρουσιάζοντας κάποιον που έλεγε ότι του είχε δανείσει στην τράπεζα, του πλήρωσε το χρέος. Στη συνέχεια όμως, επειδή αποκαλύφθηκε ότι έλεγε ψέματα, ο βασιλιάς οργίστηκε, τον έδιωξε από την αυλή και του αφαίρεσε το αξίωμα.
[70.5]ἦν δὲ λαμπρὸς ἐν τοῖς πολεμικοῖς ὁ Ἀντιγένης, καὶ ἔτι [δὲ] νέος ὤν, Φιλίππου πολιορκοῦντος Πέρινθον, ἐμπεσόντος αὐτῷ καταπελτικοῦ βέλους εἰς τὸν ὀφθαλμόν, οὐ παρέσχε βουλομένοις ἐξελεῖν τὸ βέλος οὐδ᾽ ὑφήκατο πρὶν ὤσασθαι προσμαχόμενος καὶ κατακλεῖσαι τοὺς πολεμίους εἰς τὸ τεῖχος.Ο Αντιγένης ήταν λαμπρός στα πολεμικά πράγματα· νέος ακόμη, όταν ο Φίλιππος πολιορκούσε την Πέρινθο, καρφώθηκε στο μάτι του ένα βέλος από καταπέλτη· δεν επέτρεψε όμως σ᾽ αυτούς που ήθελαν να του το βγάλουν ούτε και σταμάτησε να μάχεται, πριν απωθήσει τους εχθρούς και τους κλείσει στο τείχος.
[70.6]οὐ μετρίως οὖν τότε τὴν ἀτιμίαν ἔφερεν, ἀλλὰ δῆλος ἦν ἑαυτὸν ὑπὸ λύπης καὶ βαρυθυμίας διαχρησόμενος, καὶ τοῦτο δείσας ὁ βασιλεὺς ἀνῆκε τὴν ὀργὴν καὶ τὰ χρήματ᾽ ἔχειν ἐκέλευσεν αὐτόν.Το έφερε λοιπόν τότε βαριά για την ταπείνωση και ήταν φανερό ότι από τη λύπη και τη στενοχώρια του θα αυτοκτονούσε. Φοβούμενος αυτό ο βασιλιάς, παραμέρισε την οργή του και διέταξε να κρατήσει τα χρήματα.
[71.1]Τῶν δὲ παίδων τῶν τρισμυρίων, οὓς ἀσκουμένους καὶ μανθάνοντας ἀπέλιπε, τοῖς τε σώμασιν ἀνδρείων φανέντων καὶ τοῖς εἴδεσιν εὐπρεπῶν, ἔτι δὲ καὶ ταῖς μελέταις εὐχέρειαν καὶ κουφότητα θαυμαστὴν ἐπιδειξαμένων, αὐτὸς μὲν ἥσθη, τοῖς δὲ Μακεδόσι δυσθυμία παρέστη καὶ δέος, ὡς ἧττον αὐτοῖς τοῦ βασιλέως προσέξοντος.Με τους τριάντα χιλιάδες νέους, που είχε αφήσει να ασκούνται και να μαθαίνουν, καθώς είχαν ανδρωθεί στο σώμα και ήταν ωραίοι στη μορφή και επιπλέον είχαν επιδείξει στις ασκήσεις μεγάλη ευκολία και θαυμαστή ευκινησία, ο Αλέξανδρος προσωπικά χάρηκε, οι Μακεδόνες όμως στενοχωρήθηκαν και φοβήθηκαν, επειδή πίστεψαν ότι ο βασιλιάς θα τους πρόσεχε από εδώ και πέρα λιγότερο.
[71.2]διὸ καὶ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ πεπηρωμένους αὐτοῦ καταπέμποντος ἐπὶ θάλατταν, ὕβριν ἔφασαν εἶναι καὶ προπηλακισμόν, ἀνθρώποις ἀποχρησάμενον εἰς ἅπαντα, νῦν ἀποτίθεσθαι σὺν αἰσχύνῃ καὶ προσρίπτειν ταῖς πατρίσι καὶ τοῖς γονεῦσιν, οὐ τοιούτους παραλαβόντα.Γι᾽ αυτό, όταν έστειλε προς τα παράλια τους αρρώστους και τους αναπήρους, έλεγαν ότι αποτελεί προσβολή και ταπεινωτική μεταχείριση να έχει εκμεταλλευτεί στο έπακρο τους ανθρώπους στα πάντα και τώρα να τους πετάει χωρίς να ντρέπεται και να τους φορτώνει στις πατρίδες και στους γονείς τους όχι στην κατάσταση στην οποία τους παρέλαβε.
[71.3]πάντας οὖν ἐκέλευον ἀφιέναι καὶ πάντας ἀχρήστους νομίζειν Μακεδόνας, ἔχοντα τοὺς νέους τούτους πυρριχιστάς, σὺν οἷς ἐπιὼν κατακτήσεται τὴν οἰκουμένην.Τον προέτρεπαν να απολύσει τους πάντες και να θεωρήσει όλους τους Μακεδόνες άχρηστους, αφού έχει αυτούς τους νέους χορευτές του πυρρίχιου, με τους οποίους εάν εξεστράτευε, θα κατακτούσε όλο τον κόσμο.
[71.4]πρὸς ταῦτα χαλεπῶς ὁ Ἀλέξανδρος ἔσχε, καὶ πολλὰ μὲν ἐλοιδόρησεν αὐτοὺς πρὸς ὀργήν, ἀπελάσας δὲ τὰς φυλακὰς παρέδωκε Πέρσαις, καὶ κατέστησεν ἐκ τούτων δορυφόρους καὶ ῥαβδοφόρους,Εξαιτίας αυτών ο Αλέξανδρος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, τους έβρισε οργισμένος και, αφού τους έδιωξε, παρέδωσε τις φρουρές στους Πέρσες και διόρισε σωματοφύλακες και ραβδούχους από αυτούς.
[71.5]ὑφ᾽ ὧν ὁρῶντες αὐτὸν παραπεμπόμενον, αὑτοὺς δ᾽ ἀπειργομένους καὶ προπηλακιζομένους, ἐταπεινοῦντο, καὶ διδόντες λόγον εὕρισκον αὑτοὺς ὀλίγου δεῖν μανέντας ὑπὸ ζηλοτυπίας καὶ ὀργῆς.Βλέποντάς τον οι Μακεδόνες να ακολουθείται από αυτούς και οι ίδιοι να είναι παραμερισμένοι και περιφρονημένοι, ένιωθαν ταπεινωμένοι. Και καθώς το σκέφτονταν, διαπίστωναν ότι λίγο έλειπε να τρελαθούν από τη ζήλεια και την οργή.
[71.6]τέλος δὲ συμφρονήσαντες ἐβάδιζον ἄνοπλοι καὶ μονοχίτωνες ἐπὶ τὴν σκηνήν, μετὰ βοῆς καὶ κλαυθμοῦ παραδιδόντες ἑαυτούς, καὶ χρήσασθαι κελεύοντες ὡς κακοῖς καὶ ἀχαρίστοις.Τελικά όμως συνήλθαν και πήγαν στη σκηνή χωρίς όπλα, μόνο με τον χιτώνα και με φωνές και κλάματα έθεταν τους εαυτούς τους στη διάθεσή του και τον παρακαλούσαν να τους μεταχειριστεί ως κακούς και αχάριστους.
[71.7]ὁ δ᾽ οὐ προσίετο, καίπερ ἤδη μαλασσόμενος· οἱ δ᾽ οὐκ ἀπέστησαν, ἀλλ᾽ ἡμέρας δύο καὶ νύκτας οὕτω προσεστῶτες καὶ ὀλοφυρόμενοι καὶ κοίρανον ἀνακαλοῦντες ἐκαρτέρησαν.Ο Αλέξανδρος όμως, αν και είχε ήδη μαλακώσει, δεν τους δεχόταν· αλλά και αυτοί δεν απομακρύνθηκαν από τη σκηνή του, αλλά για δυο ημέρες και νύχτες είχαν σταθεί εκεί αμετακίνητοι και περίμεναν καρτερικά, θρηνώντας και αποκαλώντας τον κύριό τους.
[71.8]τῇ δὲ τρίτῃ προελθὼν καὶ θεασάμενος οἰκτροὺς καὶ τεταπεινωμένους, ἐδάκρυε πολὺν χρόνον· εἶτα μεμψάμενος μέτρια καὶ προσαγορεύσας φιλανθρώπως, ἀπέλυσε τοὺς ἀχρήστους, δωρησάμενος μεγαλοπρεπῶς καὶ γράψας πρὸς Ἀντίπατρον, ὅπως ἐν πᾶσι τοῖς ἀγῶσι καὶ τοῖς θεάτροις προεδρίαν ἔχοντες ἐστεφανωμένοι καθέζοιντο.Την τρίτη ημέρα, όταν βγήκε έξω και τους είδε αξιολύπητους και ταπεινωμένους, δάκρυσε για πολλήν ώρα. Στη συνέχεια, αφού τους επέκρινε με ήπιο τρόπο και απευθύνθηκε προς αυτούς φιλικά, απέλυσε τους παλαίμαχους, αμείβοντάς τους γενναιόδωρα. Έγραψε επίσης στον Αντίπατρο να κάθονται σε όλους τους αγώνες και στα θέατρα στις πρώτες θέσεις φορώντας στεφάνια.
[71.9]τῶν δὲ τεθνηκότων τοὺς παῖδας ὀρφανοὺς ὄντας ἐμμίσθους ἐποίησεν.Στα ορφανά παιδιά όσων είχαν σκοτωθεί έδωσε μισθούς.
[72.1]Ὡς δ᾽ ἧκεν εἰς Ἐκβάτανα τῆς Μηδίας καὶ διῴκησε τὰ κατεπείγοντα, πάλιν ἦν ἐν θεάτροις καὶ πανηγύρεσιν, ἅτε δὴ τρισχιλίων αὐτῷ τεχνιτῶν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀφιγμένων.Όταν έφτασε στα Εκβάτανα της Μηδίας και τακτοποίησε τα κατεπείγοντα θέματα, άρχισε να ασχολείται πάλι με τα θέατρα και τα πανηγύρια, καθώς είχαν έρθει σ᾽ αυτόν από την Ελλάδα τρεις χιλιάδες καλλιτέχνες.
[72.2]ἔτυχε δὲ περὶ τὰς ἡμέρας ἐκείνας Ἡφαιστίων πυρέσσων· οἷα δὲ νέος καὶ στρατιωτικὸς οὐ φέρων ἀκριβῆ δίαιταν, ἀλλ᾽ ‹ἅμα› τῷ τὸν ἰατρὸν Γλαῦκον ἀπελθεῖν εἰς τὸ θέατρον περὶ ἄριστον γενόμενος καὶ καταφαγὼν ἀλεκτρυόνα ἑφθὸν καὶ ψυκτῆρα μέγαν ἐκπιὼν οἴνου, κακῶς ἔσχε καὶ μικρὸν διαλιπὼν ἀπέθανε.Εκείνες περίπου τις ημέρες έτυχε να έχει πυρετό ο Ηφαιστίων. Όντας νέος και με στρατιωτική αγωγή δεν ανεχόταν τη σωστή δίαιτα· έτσι, με το που έφυγε ο γιατρός Γλαύκος για το θέατρο, έφαγε για πρωινό κόκορα ψητό και, πίνοντας μια μεγάλη στάμνα παγωμένο κρασί, χειροτέρεψε η κατάσταση της υγείας του και ύστερα από λίγο πέθανε.
[72.3]τοῦτ᾽ οὐδενὶ λογισμῷ τὸ πάθος Ἀλέξανδρος ἤνεγκεν, ἀλλ᾽ εὐθὺς μὲν ἵππους τε κεῖραι πάντας ἐπὶ πένθει καὶ ἡμιόνους ἐκέλευσε, καὶ τῶν πέριξ πόλεων ἀφεῖλε τὰς ἐπάλξεις, τὸν δ᾽ ἄθλιον ἰατρὸν ἀνεσταύρωσεν, αὐλοὺς δὲ κατέπαυσε καὶ μουσικὴν πᾶσαν ἐν τῷ στρατοπέδῳ πολὺν χρόνον, ἕως ἐξ Ἄμμωνος ἦλθε μαντεία, τιμᾶν Ἡφαιστίωνα καὶ θύειν ὡς ἥρωϊ παρακελεύουσα.Καμιά λογική δεν μπόρεσε να κάνει τον Αλέξανδρο να αντέξει τον πόνο αυτόν. Διέταξε να κουρέψουν αμέσως σε ένδειξη πένθους όλα τα άλογα και τα μουλάρια και αφαίρεσε τις επάλξεις από τις κοντινές πόλεις· όσο για τον δύστυχο γιατρό, τον ανασκολόπισε· σταμάτησε τους αυλούς και κάθε είδους μουσική στο στρατόπεδο για μεγάλο χρονικό διάστημα, εωσότου ήρθε χρησμός από τον Άμμωνα, που συμβούλευε να τιμούν τον Ηφαιστίωνα και να προσφέρουν προς τιμήν του θυσίες σαν σε ήρωα.
[72.4]τοῦ δὲ πένθους παρηγορίᾳ τῷ πολέμῳ χρώμενος, ὥσπερ ἐπὶ θήραν καὶ κυνηγέσιον ἀνθρώπων ἐξῆλθε καὶ τὸ Κοσσαίων ἔθνος κατεστρέφετο, πάντας ἡβηδὸν ἀποσφάττων. τοῦτο δ᾽ Ἡφαιστίωνος ἐναγισμὸς ἐκαλεῖτο.Παρηγοριά στο πένθος εύρισκε στον πόλεμο· βγήκε σαν σε άγρα και κυνήγι ανθρώπων και αφάνισε το έθνος των Κοσσαίων, σφάζοντας όλους από την εφηβική ηλικία και πάνω. Αυτό ονομάστηκε εξαγνισμός του Ηφαιστίωνα.
[72.5]τύμβον δὲ καὶ ταφὴν αὐτοῦ καὶ τὸν περὶ ταῦτα κόσμον ἀπὸ μυρίων ταλάντων ἐπιτελέσαι διανοούμενος, ὑπερβαλέσθαι δὲ τῷ φιλοτέχνῳ καὶ περιττῷ τῆς κατασκευῆς τὴν δαπάνην, ἐπόθησε μάλιστα τῶν τεχνιτῶν Στασικράτην, μεγαλουργίαν τινὰ καὶ τόλμαν καὶ κόμπον ἐν ταῖς καινοτομίαις ἐπαγγελλόμενον.Σχεδιάζοντας να κάνει τον τύμβο του Ηφαιστίωνα, τον τάφο του και τη διακόσμηση σχετικά με αυτά, ξεκινώντας από δέκα χιλιάδες τάλαντα και να υπερβεί τη δαπάνη με την κομψότητα και το μέγεθος της κατασκευής, ήθελε πιο πολύ από όλους τους τεχνίτες τον Στασικράτη, που υποσχόταν με τις καινοτομίες του ένα μεγαλούργημα, τολμηρό και περήφανο έργο.
[72.6]οὗτος γὰρ αὐτῷ πρότερον ἐντυχὼν ἔφη τῶν ὀρῶν μάλιστα τὸν Θρᾴκιον Ἄθων διατύπωσιν ἀνδρείκελον δέχεσθαι καὶ διαμόρφωσιν·Αυτός τον είχε συναντήσει νωρίτερα και του είχε πει ότι από όλα τα βουνά ο Άθως στη Θράκη επιδεχόταν περισσότερο πλήρη και τέλειο τύπο και μορφή ανθρώπου.
[72.7]ἂν οὖν κελεύῃ, μονιμώτατον ἀγαλμάτων αὐτῷ καὶ περιφανέστατον ἐξεργάσεσθαι τὸν Ἄθων, τῇ μὲν ἀριστερᾷ χειρὶ περιλαμβάνοντα μυρίανδρον πόλιν οἰκουμένην, τῇ δὲ δεξιᾷ σπένδοντα ποταμοῦ ῥεῦμα δαψιλὲς εἰς τὴν θάλασσαν ἀπορρέοντος.Αν λοιπόν τον διατάξει, θα σμίλευε τον Άθω και θα τον μεταμόρφωνε για χάρη του στο πιο μόνιμο και λαμπρό άγαλμα, να κρατά στο αριστερό χέρι μια πόλη κατοικημένη από δέκα χιλιάδες κατοίκους και με το δεξί να κάνει σπονδή από ποτάμι με άφθονα νερά, που θα κατέληγαν στη θάλασσα.
[72.8]ταῦτα μὲν οὖν παρῃτήσατο, πολλῷ δ᾽ ἀτοπώτερα καὶ δαπανηρότερα τούτων σοφιζόμενος τότε καὶ συμμηχανώμενος τοῖς τεχνίταις διέτριβεν.Αυτά βέβαια τα απέρριψε· ωστόσο περνούσε τον καιρό του με τεχνίτες, σκεφτόμενος και σχεδιάζοντας μαζί τους κατασκευές πολύ πιο ασυνήθιστες και πιο δαπανηρές από αυτές.
[73.1]Εἰς δὲ Βαβυλῶνα προάγοντος αὐτοῦ, Νέαρχος (ἀφίκετο γὰρ αὖθις εἰσπλεύσας εἰς τὸν Εὐφράτην ἐκ τῆς μεγάλης θαλάσσης) ἔφη τινὰς ἐντυχεῖν αὐτῷ Χαλδαίους, παραινοῦντας ἀπέχεσθαι Βαβυλῶνος τὸν Ἀλέξανδρον.Ενώ προχωρούσε προς τη Βαβυλώνα, ο Νέαρχος —είχε επιστρέψει και είχε μπει στον Ευφράτη από τη μεγάλη θάλασσα— του είπε πως τον συνάντησαν κάποιοι Χαλδαίοι, οι οποίοι τον συμβούλευαν να κρατηθεί ο Αλέξανδρος μακριά από τη Βαβυλώνα.
[73.2]ὁ δ᾽ οὐκ ἐφρόντισεν, ἀλλ᾽ ἐπορεύετο, καὶ πρὸς τοῖς τείχεσι γενόμενος, ὁρᾷ κόρακας πολλοὺς διαφερομένους καὶ τύπτοντας ἀλλήλους, ὧν ἔνιοι κατέπεσον παρ᾽ αὐτόν.Αυτός όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχισε την πορεία. Όταν έφτασε κοντά στα τείχη, είδε πολλά κοράκια εδώ και εκεί να ραμφίζει το ένα το άλλο, ορισμένα από τα οποία έπεσαν δίπλα του.
[73.3]ἔπειτα μηνύσεως γενομένης κατ᾽ Ἀπολλοδώρου τοῦ στρατηγοῦ τῆς Βαβυλῶνος, ὡς εἴη περὶ αὐτοῦ τεθυμένος, ἐκάλει Πυθαγόραν τὸν μάντιν.Στη συνέχεια, όταν έγινε καταγγελία εναντίον του Απολλόδωρου, του στρατηγού της Βαβυλώνας, ότι είχε θυσιάσει για λογαριασμό του, κάλεσε τον μάντη Πυθαγόρα.
[73.4]οὐκ ἀρνουμένου δὲ τὴν πρᾶξιν, ἠρώτησε τῶν ἱερῶν τὸν τρόπον· φήσαντος δ᾽ ὅτι τὸ ἧπαρ ἦν ἄλοβον, «παπαὶ» εἶπεν, «ἰσχυρὸν τὸ σημεῖον».Και, καθώς εκείνος δεν αρνήθηκε τη συγκεκριμένη ενέργεια, τον ρώτησε για τον χαρακτήρα των σφαγίων. Και, όταν αυτός απάντησε ότι το συκώτι ήταν χωρίς λοβό, είπε: «αλίμονο, αυτό το σημάδι είναι τρομερό».
[73.5]καὶ τὸν Πυθαγόραν οὐδὲν ἠδίκησεν, ἤχθετο δὲ μὴ πεισθεὶς τῷ Νεάρχῳ, καὶ τὰ πολλὰ τῆς Βαβυλῶνος ἔξω κατασκηνῶν καὶ περιπλέων τὸν Εὐφράτην διέτριβεν.Δεν πείραξε όμως καθόλου τον Πυθαγόρα· ωστόσο, δυσανασχετούσε που δεν πίστεψε στα λόγια του Νέαρχου. Τον περισσότερο καιρό τον περνούσε κατασκηνώνοντας έξω από τη Βαβυλώνα και πλέοντας τον Ευφράτη.
[73.6]ἠνώχλει δ᾽ αὐτὸν ‹καὶ ἄλλα› σημεῖα πολλά. καὶ γὰρ λέοντα τῶν τρεφομένων μέγιστον καὶ κάλλιστον ἥμερος ὄνος ἐπελθὼν καὶ λακτίσας ἀνεῖλεν.Τον ενοχλούσαν, όμως και άλλα πολλά σημάδια. Για παράδειγμα, στο πιο μεγάλο και πιο ωραίο από τα λιοντάρια που έτρεφε επιτέθηκε ένα ήμερο γαϊδούρι και το σκότωσε·
[73.7]ἀποδυσαμένου δ᾽ ‹αὐτοῦ› πρὸς ἄλειμμα καὶ σφαῖραν [αὐτοῦ] παίζοντος, τῶν νεανίσκων οἱ ‹συ›σφαιρίζοντες, ὡς ἔδει πάλιν λαβεῖν τὰ ἱμάτια, καθορῶσιν ἄνθρωπον ἐν τῷ θρόνῳ καθεζόμενον σιωπῇ, τὸ διάδημα καὶ τὴν στολὴν τὴν βασιλικὴν περικείμενον.εξάλλου, όταν ξεντύθηκε για να αλειφθεί και έπαιζε σφαίρα, καθώς ήταν η ώρα να πάρει πάλι τα ρούχα του, οι νεαροί συμπαίκτες του είδαν να κάθεται σιωπηλός στον θρόνο ένας άνθρωπος με το διάδημα και τη βασιλική στολή.
[73.8]οὗτος ἀνακρινόμενος ὅστις εἴη, πολὺν χρόνον ἄναυδος ἦν· μόλις δὲ συμφρονήσας, Διονύσιος μὲν ἔφη καλεῖσθαι, Μεσσήνιος δ᾽ εἶναι τὸ γένος, ἐκ δέ τινος αἰτίας καὶ κατηγορίας ἐνταῦθα κομισθεὶς ἀπὸ θαλάσσης, πολὺν γεγονέναι χρόνον ἐν δεσμοῖς·Όταν κατά την ανάκριση ρωτήθηκε ποιός ήταν, για πολλήν ώρα δεν μιλούσε καθόλου· και μόλις και μετά βίας συνήλθε, είπε πως ονομαζόταν Διονύσιος, καταγόταν από τη Μεσσηνία, είχε μεταφερθεί εδώ από τα παράλια εξαιτίας κάποιας κατηγορίας και καταγγελίας και ήταν φυλακισμένος για πολύν καιρό.
[73.9]ἄρτι δ᾽ αὐτῷ τὸν Σάραπιν ἐπιστάντα τοὺς δεσμοὺς ἀνεῖναι καὶ προαγ‹αγ›εῖν δεῦρο, καὶ κελεῦσαι λαβόντα τὴν στολὴν καὶ τὸ διάδημα καθίσαι καὶ σιωπᾶν.Πριν από λίγο παρουσιάστηκε σ᾽ αυτόν ο Σάραπις, του έλυσε τα δεσμά, τον οδήγησε εδώ και τον διέταξε να φορέσει τη στολή και το διάδημα και να καθίσει στον θρόνο σιωπηλός.
[74.1]Ταῦτ᾽ ἀκούσας ὁ Ἀλέξανδρος, τὸν μὲν ἄνθρωπον, ὥσπερ ἐκέλευον οἱ μάντεις, ἠφάνισεν· αὐτὸς δ᾽ ἠθύμει καὶ δύσελπις ἦν πρὸς τὸ θεῖον ἤδη καὶ πρὸς τοὺς φίλους ὕποπτος.Όταν άκουσε αυτά ο Αλέξανδρος, σκότωσε τον άνθρωπο, όπως τον προέτρεπαν οι μάντεις. Ο ίδιος όμως είχε χάσει το κέφι του, δεν έλπιζε πια στους θεούς και αντιμετώπιζε με καχυποψία τους φίλους.
[74.2]Μάλιστα δ᾽ Ἀντίπατρον ἐφοβεῖτο καὶ τοὺς παῖδας, ὧν Ἰόλας μὲν ἀρχιοινοχόος ἦν, ὁ δὲ Κάσανδρος ἀφῖκτο μὲν νεωστί, θεασάμενος δὲ βαρβάρους τινὰς προσκυνοῦντας, ἅτε δὴ τεθραμμένος Ἑλληνικῶς καὶ τοιοῦτο πρότερον μηδὲν ἑωρακώς, ἐγέλασε προπετέστερον.Περισσότερο από όλους όμως φοβόταν τον Αντίπατρο και τους γιους του, από τους οποίους ο Ιόλας ήταν αρχιοινοχόος, ενώ ο Κάσσανδρος είχε φτάσει πρόσφατα. Όταν είδε κάποιους βαρβάρους να προσκυνούν, καθώς είχε ανατραφεί με τον ελληνικό τρόπο και δεν είχε δει πιο μπροστά κάτι τέτοιο, γέλασε πολύ προκλητικά.
[74.3]ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος ὠργίσθη, καὶ δραξάμενος αὐτοῦ τῶν τριχῶν σφόδρα ταῖς χερσὶν ἀμφοτέραις, ἔπαισε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸν τοῖχον.Ο Αλέξανδρος οργίστηκε, τον άρπαξε από τα μαλλιά με πολλή δύναμη με τα δυο του χέρια και του χτύπησε το κεφάλι στον τοίχο.
[74.4]αὖθις δὲ πρὸς τοὺς κατηγοροῦντας Ἀντιπάτρου λέγειν τι βουλόμενον τὸν Κάσανδρον ἐκκρούων, «τί λέγεις;» ἔφη· «τοσαύτην ὁδὸν ἀνθρώπους μηδὲν ἀδικουμένους, ἀλλὰ συκοφαντοῦντας ἐλθεῖν;»Εξάλλου, όταν ο Κάσσανδρος θέλησε να πει κάτι σ᾽ αυτούς που κατηγορούσαν τον Αντίπατρο, τον διέκοψε και είπε: «τι λες; Έκαναν τόσο δρόμο οι άνθρωποι χωρίς κανέναν λόγο, απλώς για να συκοφαντήσουν;»
[74.5]φήσαντος δὲ τοῦ Κασάνδρου τοῦτ᾽ αὐτὸ σημεῖον εἶναι τοῦ συκοφαντεῖν, ὅτι μακρὰν ἥκουσι τῶν ἐλέγχων, ἀναγελάσας ὁ Ἀλέξανδρος «ταῦτ᾽ ἐκεῖνα» ἔφη «σοφίσματα τῶν Ἀριστοτέλους εἰς ἑκάτερον τὸν λόγον, οἰμωξομένων, ἂν καὶ μικρὸν ἀδικοῦντες τοὺς ἀνθρώπους φανῆτε».Και όταν ο Κάσσανδρος είπε ότι απόδειξη της συκοφαντίας είναι ακριβώς αυτό, το ότι έχουν έρθει από τόσο μακριά από τον χώρο όπου θα μπορούσαν να ελεγχθούν οι κατηγορίες τους, ο Αλέξανδρος, γελώντας ειρωνικά, είπε: «αυτά είναι από τα σοφίσματα του Αριστοτέλη με τη διπλή ερμηνεία, που θα σας κάνουν όμως να κλάψετε με λυγμούς, αν αποδειχτεί ότι αδικείτε τους ανθρώπους έστω και κατ᾽ ελάχιστον».
[74.6]τὸ δ᾽ ὅλον οὕτω φασὶ δεινὸν ἐνδῦναι καὶ δευσοποιὸν ἐγγενέσθαι τῇ ψυχῇ τοῦ Κασάνδρου τὸ δέος, ὥσθ᾽ ὕστερον χρόνοις πολλοῖς, ἤδη Μακεδόνων βασιλεύοντα καὶ κρατοῦντα τῆς Ἑλλάδος, ἐν Δελφοῖς περιπατοῦντα καὶ θεώμενον τοὺς ἀνδριάντας, εἰκόνος Ἀλεξάνδρου φανείσης ἄφνω πληγέντα φρῖξαι καὶ κραδανθῆναι τὸ σῶμα, καὶ μόλις ἀναλαβεῖν ἑαυτόν, ἰλιγγιάσαντα πρὸς τὴν ὄψιν.Λένε, γενικά, ότι τόσο μεγάλος και μόνιμος ήταν ο φόβος που φώλιασε στην ψυχή του Κάσσανδρου, ώστε ύστερα από πολλά χρόνια, όταν ήταν ήδη βασιλιάς των Μακεδόνων και κυρίαρχος της Ελλάδος, καθώς περπατούσε στους Δελφούς και κοίταζε τους ανδριάντες, μόλις παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του το άγαλμα του Αλέξανδρου, έπαθε κρίση, άρχισε να τρέμει σύγκορμος, ζαλίστηκε στη θέα του αγάλματος και τρόμαξε να συνέλθει.
[75.1]Ὁ δ᾽ οὖν Ἀλέξανδρος ὡς ἐνέδωκε τότε πρὸς τὰ θεῖα, ταραχώδης γενόμενος καὶ περίφοβος τὴν διάνοιαν, οὐδὲν ἦν μικρὸν οὕτως τῶν ἀήθων καὶ ἀτόπων, ὃ μὴ τέρας ἐποιεῖτο καὶ σημεῖον, ἀλλὰ θυομένων καὶ καθαιρόντων καὶ μαντευόντων μεστὸν ἦν τὸ βασίλειον ‹καὶ ἀναπληρούντων ἀβελτερίας καὶ φόβου τὸν Ἀλέξανδρον›.Ο Αλέξανδρος λοιπόν, μόλις ενέδωσε τότε στα θεία, έπαθε διανοητική ταραχή και φοβία και δεν υπήρχε τίποτε, έστω και μικρό, από τα ασυνήθιστα και παράξενα που να μην το θεωρούσε ως θαύμα και θεϊκό σημάδι. Η βασιλική σκηνή ήταν γεμάτη από ανθρώπους που πρόσφεραν θυσίες, έκαναν εξαγνισμούς, έλεγαν μαντείες και από ανθρώπους που γέμιζαν τον Αλέξανδρο με ανοησίες και φόβο.
[75.2]οὕτως ἄρα δεινὸν μὲν ‹ἡ› ἀπιστία πρὸς τὰ θεῖα καὶ περιφρόνησις αὐτῶν, δεινὴ δ᾽ αὖθις ἡ δεισιδαιμονία, δίκην ὕδατος ἀεὶ πρὸς τὸ ταπεινούμενον [καὶ ἀναπληροῦν ἀβελτερίας καὶ φόβου τὸν Ἀλέξανδρον] † γενόμενον.Τόσο φοβερό πράγμα λοιπόν είναι το να μην πιστεύει κανείς στα θεία και να τα περιφρονεί! Φοβερό πράγμα, εξάλλου, και η δεισιδαιμονία, που σαν το νερό ρέει πάντα προς τα κάτω.
[75.3]Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ χρησμῶν γε τῶν περὶ Ἡφαιστίωνος ἐκ θεοῦ κομισθέντων, ἀποθέμενος τὸ πένθος αὖθις ἦν ἐν θυσίαις καὶ πότοις.Αλλ᾽ όμως, όταν ήρθαν από τον θεό χρησμοί σχετικά με τον Ηφαιστίωνα, σταμάτησε το πένθος και άρχισε πάλι τις θυσίες και τα συμπόσια.
[75.4]ἑστιάσας δὲ λαμπρῶς τοὺς περὶ Νέαρχον, εἶτα λουσάμενος ὥσπερ εἰώθει μέλλων καθεύδειν, Μηδίου δεηθέντος ᾤχετο κωμασόμενος πρὸς αὐτόν·Παρέθεσε λαμπρό τραπέζι στον Νέαρχο και τους άνδρες του και στη συνέχεια, αφού λούστηκε, όπως συνήθιζε όταν επρόκειτο να κοιμηθεί, πήγε στον Μήδιο ύστερα από πρόσκλησή του για να διασκεδάσει.
[75.5]κἀκεῖ πιὼν ὅλην τὴν ‹νύκτα καὶ τὴν› ἐπιοῦσαν ἡμέραν, ἤρξατο πυρέττειν, οὔτε σκύφον Ἡρακλέους ἐκπιὼν οὔτ᾽ ἄφνω διαλγὴς γενόμενος τὸ μετάφρενον ὥσπερ λόγχῃ πεπληγώς, ἀλλὰ ταῦτά τινες ᾤοντο δεῖν γράφειν, ὥσπερ δράματος μεγάλου τραγικὸν ἐξόδιον καὶ περιπαθὲς πλάσαντες.Εκεί, πίνοντας όλη τη νύχτα και την επόμενη ημέρα, άρχισε να κάνει πυρετό, χωρίς να πιει τον σκύφο του Ηρακλή ούτε να νιώσει πόνο στην πλάτη, σαν να είχε πληγωθεί με λόγχη. Κάποιοι όμως έκριναν πως έπρεπε να γράψουν αυτά, σαν να έπλαθαν έναν τραγικό επίλογο δράματος όλο πάθος.
[75.6]Ἀριστόβουλος δέ φησιν αὐτὸν πυρέττοντα νεανικῶς, διψήσαντα δὲ σφόδρα, πιεῖν οἶνον· ἐκ τούτου δὲ φρενιτιᾶσαι καὶ τελευτῆσαι τριακάδι Δαισίου μηνός.Ο Αριστόβουλος όμως λέει ότι, επειδή είχε υψηλό πυρετό και είχε διψάσει πάρα πολύ, ήπιε κρασί. Από αυτό έπαθε φρενίτιδα και πέθανε στις τριάντα του μηνός Δαισίου.
[76.1]Ἐν δὲ ταῖς ἐφημερίσιν οὕτως γέγραπται ‹τὰ› περὶ τὴν νόσον. ὀγδόῃ ἐπὶ δεκάτῃ Δαισίου μηνὸς ἐκάθευδεν ἐν τῷ λουτρῶνι διὰ τὸ πυρέξαι.Και στα στρατιωτικά ημερολόγια τα σχετικά με την αρρώστια του έχουν γραφτεί ως εξής: στις 18 του μηνός Δαισίου, λόγω του πυρετού κοιμόταν στο λουτρό.
[76.2]τῇ δ᾽ ἑξῆς λουσάμενος εἰς τὸν θάλαμον μετῆλθε, καὶ διημέρευε πρὸς Μήδιον κυβεύων. εἶτ᾽ ὀψὲ λουσάμενος, καὶ τὰ ἱερὰ τοῖς θεοῖς ἐπιθείς, ἐμφαγὼν διὰ νυκτὸς ἐπύρεξε.Την άλλην ημέρα, αφού λούστηκε, γύρισε στον θάλαμο και πέρασε όλες τις ώρες παίζοντας κύβους με τον Μήδιο. Εν συνεχεία, αργά το βράδυ, αφού λούστηκε και πρόσφερε θυσία στους θεούς, έφαγε, αλλά σε όλη τη διάρκεια της νύχτας ανέβασε πυρετό.
[76.3]τῇ εἰκάδι λουσάμενος πάλιν ἔθυσε τὴν εἰθισμένην θυσίαν, καὶ κατακείμενος ἐν τῷ λουτρῶνι τοῖς περὶ Νέαρχον ἐσχόλαζεν, ἀκροώμενος τὰ περὶ τὸν πλοῦν καὶ τὴν μεγάλην θάλατταν.Στις 20 του μήνα λούστηκε πάλι και πρόσφερε την καθιερωμένη θυσία και, ξαπλωμένος στο λουτρό, αφιέρωσε τον χρόνο του στο Νέαρχο και τους ανθρώπους του, ακούγοντας με μεγάλη προσοχή τα σχετικά με το ταξίδι και τη μεγάλη θάλασσα.
[76.4]τῇ δεκάτῃ φθίνοντος ταὐτὰ ποιήσας, μᾶλλον ἀνεφλέχθη, καὶ τὴν νύκτα βαρέως ἔσχε, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν ἐπύρεττε σφόδρα.Στις 21 του μήνα, αφού έκανε τα ίδια, έκαιγε ακόμη περισσότερο από τον πυρετό· τη νύχτα ήταν πολύ άσχημα και την επόμενη ημέρα είχε πολύ υψηλό πυρετό.
[76.5]καὶ μεταρθεὶς κατέκειτο παρὰ τὴν μεγάλην κολυμβήθραν, ὅτε δὴ τοῖς ἡγεμόσι διελέχθη περὶ τῶν ἐρήμων ἡγεμονίας τάξεων, ὅπως καταστήσωσι δοκιμάσαντες.Μεταφέρθηκε από εκεί και ήταν ξαπλωμένος κοντά στη μεγάλη κολυμβήθρα και συζήτησε με τους αρχηγούς για τις κενές θέσεις στη διοίκηση του στρατού, με σκοπό να τις συμπληρώσουν, αφού δοκιμάσουν τους επικεφαλής.
[76.6]ἑβδόμῃ σφόδρα πυρέττων, ἔθυσεν ἐξαρθεὶς πρὸς τὰ ἱερά· τῶν δ᾽ ἡγεμόνων ἐκέλευε τοὺς μεγίστους διατρίβειν ἐν τῇ αὐλῇ, ταξιάρχους δὲ καὶ πεντακοσιάρχους ἔξω νυκτερεύειν.Στις 24 του μήνα, αν και ψηνόταν στον πυρετό, σηκώθηκε πάλι και πρόσφερε θυσία. Διέταξε τους ανώτατους αξιωματικούς να βρίσκονται στην αυλή, ενώ οι ταξίαρχοι και οι πεντακοσίαρχοι να διανυκτερεύσουν έξω.
[76.7]εἰς δὲ τὰ πέραν βασίλεια διακομισθείς, τῇ ἕκτῃ μικρὸν ὕπνωσεν, ὁ δὲ πυρετὸς οὐκ ἀνῆκεν· ἐπελθόντων δὲ τῶν ἡγεμόνων ἦν ἄφωνος, ὁμοίως δὲ καὶ τὴν πέμπτην.Στις 25 του μήνα μεταφέρθηκε στο απέναντι παλάτι και κοιμήθηκε για λίγο· ο πυρετός όμως δεν υποχώρησε. Όταν τον επισκέφτηκαν οι αρχηγοί, δεν μιλούσε καθόλου· το ίδιο και στις 26 του μήνα.
[76.8]διὸ καὶ τοῖς Μακεδόσιν ἔδοξε τεθνάναι, καὶ κατεβόων ἐλθόντες ἐπὶ τὰς θύρας, καὶ διηπειλοῦντο τοῖς ἑταίροις, ἕως ἐβιάσαντο, καὶ τῶν θυρῶν αὐτοῖς ἀνοιχθεισῶν, ἐν τοῖς χιτῶσι καθ᾽ ἕνα πάντες παρὰ τὴν κλίνην παρεξῆλθον.Γι᾽ αυτό οι Μακεδόνες νόμισαν ότι είχε πεθάνει. Μαζεμένοι έξω από τις πύλες διαμαρτύρονταν και απειλούσαν τους εταίρους, ώσπου τις παραβίασαν. Και όταν άνοιξαν, πέρασαν από το κρεβάτι του ένας ένας όλοι μόνο με τους χιτώνες.
[76.9]ταύτης δὲ τῆς ἡμέρας οἱ περὶ Πύθωνα καὶ Σέλευκον εἰς τὸ Σεραπεῖον ἀποσταλέντες, ἠρώτων εἰ κομίσωσιν ἐκεῖ τὸν Ἀλέξανδρον, ὁ δὲ θεὸς κατὰ χώραν ἐᾶν ἀνεῖλε. τῇ δὲ τρίτῃ φθίνοντος πρὸς δείλην ἀπέθανε.Στη διάρκεια αυτής της ημέρας άνθρωποι του Πύθωνα και του Σέλευκου στάλθηκαν στο Σεραπείο και ρωτούσαν αν έπρεπε να φέρουν εκεί τον Αλέξανδρο. Ο θεός όμως απάντησε να τον αφήσουν εκεί που ήταν. Στις 28 προς το βράδυ πέθανε.
[77.1]Τούτων τὰ πλεῖστα κατὰ λέξιν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν οὕτως γέγραπται.Τα περισσότερα από αυτά έχουν γραφτεί έτσι κατά λέξη στα ημερολόγια.
[77.2]Φαρμακείας δ᾽ ὑποψίαν παραυτίκα μὲν οὐδεὶς ἔσχεν, ἕκτῳ δ᾽ ἔτει φασὶ μηνύσεως γενομένης τὴν Ὀλυμπιάδα πολλοὺς μὲν ἀνελεῖν, ἐκρῖψαι δὲ τὰ λείψανα τοῦ Ἰόλα τεθνηκότος, ὡς τούτου τὸ φάρμακον ἐγχέαντος.Υποψία για δηλητηρίαση δεν είχε κανένας τότε αμέσως, αλλά ύστερα από έξι χρόνια λένε ότι η Ολυμπιάδα κατόπιν καταγγελίας αφάνισε πολλούς, ξέθαψε και πέταξε τα οστά του νεκρού Ιόλα, γιατί αυτός τάχα τού έριξε το δηλητήριο.
[77.3]οἱ δ᾽ Ἀριστοτέλην φάσκοντες Ἀντιπάτρῳ σύμβουλον γεγενῆσθαι τῆς πράξεως καὶ ὅλως δι᾽ ἐκείνου κομισθῆναι τὸ φάρμακον Ἁγνόθεμίν τινα διηγεῖσθαι λέγουσιν ὡς Ἀντιγόνου τοῦ βασιλέως ἀκούσαντα·Άλλοι όμως ισχυρίζονται ότι σύμβουλος του Αντίπατρου γι᾽ αυτή την ενέργεια είχε γίνει ο Αριστοτέλης και ότι γενικά μέσω εκείνου στάλθηκε το δηλητήριο. Λένε ότι το ανέφερε κάποιος Αγνόθεμις, που δήθεν το άκουσε από τον Αντίγονο τον βασιλιά.
[77.4]τὸ δὲ φάρμακον ὕδωρ εἶναι ψυχρὸν καὶ παγετῶδες, ἀπὸ πέτρας τινὸς ἐν Νωνάκριδι † οὔσης ἣν ὥσπερ δρόσον λεπτὴν ἀναλαμβάνοντες εἰς ὄνου χηλὴν ἀποτίθενται· τῶν γὰρ ἄλλων οὐδὲν ἀγγείων στέγειν, ἀλλὰ διακόπτειν ὑπὸ ψυχρότητος καὶ δριμύτητος.Το δηλητήριο ήταν νερό πολύ κρύο, παγωμένο από κάποιο βράχο που βρισκόταν στη Νώνακρη, που το μάζευαν σαν λεπτή δροσιά και το απέθεταν σε οπλή γαϊδάρου· γιατί κανένα άλλο αγγείο δεν το άντεχε, αλλά τρυπούσε από την ψυχρότητα και την οξύτητά του.
[77.5]οἱ δὲ πλεῖστοι τὸν λόγον ὅλως οἴονται πεπλάσθαι τὸν περὶ τῆς φαρμακείας, καὶ τεκμήριον αὐτοῖς ἐστιν οὐ μικρόν, ὅτι τῶν ἡγεμόνων στασιασάντων ἐφ᾽ ἡμέρας πολλὰς ἀθεράπευτον τὸ σῶμα κείμενον ἐν τόποις θερμοῖς καὶ πνιγώδεσιν οὐδὲν ἔσχε τοιαύτης φθορᾶς σημεῖον, ἀλλ᾽ ἔμεινε καθαρὸν καὶ πρόσφατον.Οι περισσότεροι όμως πιστεύουν ότι αυτά που λένε για τη δηλητηρίαση είναι γενικά πλαστά. Τρανή απόδειξη θεωρούν το γεγονός ότι, όταν ξέσπασε διαφωνία μεταξύ των στρατηγών, αν και η σορός έμενε άταφη σε τόπους ζεστούς και αποπνικτικούς, εντούτοις δεν είχε κανένα σύμπτωμα αλλοίωσης, αλλά παρέμεινε καθαρή και φρέσκια.
[77.6]Ἡ δὲ Ῥωξάνη κύουσα μὲν ἐτύγχανε καὶ διὰ τοῦτο τιμωμένη παρὰ τοῖς Μακεδόσι· δυσζήλως δ᾽ ἔχουσα πρὸς τὴν Στάτειραν, ἐξηπάτησεν αὐτὴν ἐπιστολῇ τινι πεπλασμένῃ παραγενέσθαι, καὶ προσαγαγοῦσα μετὰ τῆς ἀδελφῆς ἀπέκτεινε καὶ τοὺς νεκροὺς εἰς τὸ φρέαρ κατέβαλε καὶ συνέχωσεν, εἰδότος ταῦτα Περδίκκου καὶ συμπράττοντος.Εκείνο τον καιρό η Ρωξάνη τύχαινε να είναι έγκυος και γι᾽ αυτό οι Μακεδόνες την τιμούσαν. Επειδή όμως ζήλευε τρομερά τη Στάτειρα, την εξαπάτησε με κάποια πλαστή επιστολή ώστε να την επισκεφτεί και, αφού την έφερε μαζί με την αδερφή της, τις σκότωσε, έριξε τα πτώματα σε πηγάδι και τα σκέπασε με χώμα. Αυτά έγιναν όχι μόνο εν γνώσει του Περδίκκα αλλά και με τη σύμπραξή του.
[77.7]ἦν γὰρ ἐκεῖνος εὐθὺς ἐν δυνάμει μεγίστῃ, τὸν Ἀρριδαῖον ὥσπερ δορυφόρημα τῆς βασιλείας ἐφελκόμενος, γεγονότα μὲν ἐκ γυναικὸς ἀδόξου καὶ κοινῆς Φιλίννης, ἀτελῆ δὲ τὸ φρονεῖν ὄντα διὰ σώματος νόσον, οὐ ‹μὴν› φύσει προσπεσοῦσαν οὐδ᾽ αὐτομάτως,Γιατί εκείνος, αμέσως μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, είχε πάρα πολύ μεγάλη επιρροή, κυκλοφορώντας ως δορυφόρος της βασιλείας με τον Αρριδαίο, από μάνα μια ασήμαντη και απλή γυναίκα, τη Φιλίννη. Ο Αρριδαίος ήταν πνευματικά ανάπηρος, εξαιτίας κάποιας σωματικής ασθένειας που δεν την είχε από τη φύση ούτε και του ήρθε ξαφνικά·
[77.8]ἀλλὰ καὶ πάνυ φασὶ παιδὸς ὄντος αὐτοῦ διαφαίνεσθαι χάριεν ἦθος καὶ οὐκ ἀγεννές, εἶτα μέντοι φαρμάκοις ὑπ᾽ Ὀλυμπιάδος κακωθέντα διαφθαρῆναι τὴν διάνοιαν.αλλά λένε ότι από πολύ μικρό παιδί ακόμη διαφαινόταν ένας χαρακτήρας πρόσχαρος και ευγενικός, στη συνέχεια όμως η Ολυμπιάδα με δηλητήρια του έκανε κακό στο σώμα και τον έβλαψε διανοητικά.

– Ευρετήριο Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας –

Τα σχόλια είναι κλειστά.