Στο ιστορικό μου έργο περιέλαβα όσα ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, και ο Αριστόβουλος, ο γιος του Αριστόβουλου, αναφέρουν για τον Αλέξανδρο, τον γιο του Φιλίππου, και συμφωνούν μεταξύ τους, επειδή τα θεώρησα απόλυτα αληθινά· σε όσα όμως σημεία δεν συμφωνούν, διάλεξα εκείνα που μου φάνηκαν περισσότερο αξιόπιστα και συγχρόνως περισσότερο άξια διηγήσεως.
Και άλλοι βέβαια συγγραφείς μάς παρέδωσαν διαφορετικές πληροφορίες για τον Αλέξανδρο και δεν υπάρχει κανένας άλλος άνθρωπος, για τον οποίο να έχουν γραφεί περισσότερα αλλά και πιο αντιφατικά πράγματα. Σε μένα όμως ο Πτολεμαίος και ο Αριστόβουλος φάνηκαν πιο αξιόπιστοι στην αφήγησή τους, γιατί ο ένας, εξεστράτευσε μαζί με τον βασιλιά Αλέξανδρο, ενώ ο Πτολεμαίος εκτός από το ότι πήρε μέρος στην εκστρατεία, επειδή υπήρξε και ο ίδιος βασιλιάς, θα θεωρούσε μεγαλύτερη ντροπή από οποιονδήποτε άλλον να αναφέρει αναληθή πράγματα. Άλλωστε και οι δυο τους έγραψαν το έργο τους μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου και επομένως τίποτα δεν τους υποχρέωνε ούτε και ελπίδα υλικής αμοιβής είχαν να περιγράψουν τα γεγονότα διαφορετικά από ό,τι έγιναν.
Στην ιστορία μου περιέλαβα και μερικές πληροφορίες που πήρα από άλλους συγγραφείς, επειδή τις θεώρησα και αυτές άξιες διηγήσεως και όχι τελείως αναξιόπιστες· πάντως αυτά τα αναφέρω σαν απλή παράδοση για τον Αλέξανδρο. Αν σε κάποιον γεννηθεί η απορία, γιατί μου ήρθε στον νου να γράψω αυτήν εδώ την ιστορία, εφόσον τόσοι πολλοί συγγραφείς έγραψαν για τον Αλέξανδρο, ας εκφράσει την απορία του αυτήν, αφού διαβάσει όλα τα έργα των άλλων και μελετήσει και τη δική μου ιστορία.
Λένε λοιπόν ότι ο Φίλιππος πέθανε, όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Πυθόδηλος. Ο Αλέξανδρος, που ήταν γιος του Φιλίππου, τον διαδέχθηκε στον θρόνο σε ηλικία είκοσι περίπου ετών, και κατέβηκε αμέσως στην Πελοπόννησο.
Εδώ συγκέντρωσε τους Έλληνες της Πελοποννήσου και ζήτησε την αρχηγία της εκστρατείας εναντίον των Περσών, την οποία είχαν προηγουμένως παραχωρήσει στον Φίλιππο. Όλοι οι Πελοποννήσιοι ανταποκρίθηκαν στο αίτημά του εκτός από τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι του αποκρίθηκαν ότι δεν συνηθίζουν να ακολουθούν άλλους, αλλά αυτοί να είναι ηγεμόνες άλλων. Λένε ότι και οι Αθηναίοι έδειξαν κάποιες στασιαστικές διαθέσεις,
αλλά φοβήθηκαν από την πρώτη εμφάνιση του Αλεξάνδρου και του απέδωσαν ακόμη μεγαλύτερες τιμές από εκείνες που είχαν παραχωρήσει στον Φίλιππο. Όταν λοιπόν επέστρεψε στη Μακεδονία, άρχισε τις προετοιμασίες για την εκστρατεία στην Ασία.
Μόλις άρχιζε η άνοιξη, ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για τη Θράκη εναντίον των Τριβαλλών και των Ιλλυριών, και γιατί πληροφορήθηκε ότι βρίσκονταν σε εξέγερση, αλλά και γιατί, επειδή συνόρευαν με τη Μακεδονία, έκρινε σωστό να μην τους αφήσει πίσω του, ενώ αυτός ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει τόσο μακριά από τη χώρα του, παρά μόνο ολοκληρωτικά υποταγμένους.
Ξεκινώντας λοιπόν από την Αμφίπολη εισέβαλε στη Θράκη, δηλαδή στη χώρα των λεγομένων ελευθέρων Θρακών, έχοντας αριστερά του την πόλη Φίλιπποι και το όρος Όρβηλο. Λένε λοιπόν ότι, αφού πέρασε τον Νέστο ποταμό, έφθασε μέσα σε δέκα μέρες στο όρος Αίμο.
Στα στενά της ανηφορικής αναβάσεως του βουνού αυτού συνάντησαν τον Αλέξανδρο πολλοί οπλισμένοι έμποροι και οι ελεύθεροι Θράκες, προετοιμασμένοι να εμποδίσουν την προέλασή του. Για τον σκοπό αυτό είχαν καταλάβει την κορυφή του Αίμου, από την οποία θα περνούσε ο στρατός του.
Μάζεψαν λοιπόν άμαξες και τις τοποθέτησαν μπροστά τους, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν ως προμαχώνα, αν το επέβαλλε η ανάγκη να πολεμήσουν. Συγχρόνως όμως είχαν στο μυαλό τους να αφήσουν τις άμαξες αυτές να πέσουν επάνω στη φάλαγγα των Μακεδόνων, καθώς αυτοί θα είχαν ανεβεί στο πιο απόκρημνο μέρος του βουνού. Είχαν τη γνώμη ότι όσο πυκνότερη ήταν η φάλαγγα, όταν θα την χτυπούσαν οι άμαξες, τόσο περισσότερο θα την διασκόρπιζαν, αν έπεφταν με ορμή καταπάνω της.
Ο Αλέξανδρος όμως σκεφτόταν πώς θα περνούσε το βουνό με όσο μπορούσε μεγαλύτερη ασφάλεια. Αφού λοιπόν αποφάσισε ότι πρέπει οπωσδήποτε να διακινδυνεύσει —μιας και δεν υπήρχε από αλλού πέρασμα—, διέταξε τους οπλίτες του κάθε φορά που ρίχνονταν από ψηλά τα αμάξια καταπάνω τους, όσοι από αυτούς βρίσκονταν σε πλατύ δρόμο και μπορούσαν να λύσουν τον σχηματισμό τους, να αραιώνουν προς τα πλάγια, έτσι ώστε οι άμαξες να περνούν ανάμεσά τους·
όσοι όμως δεν προλάβαιναν, να σκύβουν όλοι μαζί σε ένα μέρος ή ακόμα και να πέφτουν στη γη τοποθετώντας από πάνω τους τις ασπίδες κολλητά τη μια στην άλλη, ώστε όταν κινούνται προς την κατεύθυνσή τους οι άμαξες, με την ορμή τους να πηδούν φυσικά από επάνω τους, χωρίς να προκαλούν καμιά ζημιά. Κι έγινε πραγματικά αυτό που συμβούλευσε και πρόβλεψε ο Αλέξανδρος.
Γιατί άλλοι χώρισαν τη φάλαγγα στα δύο, και άλλοι άφησαν τα αμάξια να κυλήσουν επάνω από τις ασπίδες, προκαλώντας μικρές μόνο ζημιές· κανένας πάντως στρατιώτης δεν σκοτώθηκε κάτω από τις άμαξες. Οι Μακεδόνες τότε πήραν θάρρος, γιατί τίποτα δεν έπαθαν από τις άμαξες που τόσο είχαν φοβηθεί, και επιτέθηκαν με βοή εναντίον των Θρακών.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν διέταξε τους τοξότες να μετακινηθούν από τη δεξιά πτέρυγα εμπρός από την άλλη φάλαγγα, επειδή το μέρος εκείνο ήταν πιο ευκολοπέραστο, και από εκεί να ρίχνουν βέλη κατά των Θρακών, όπου αυτοί επιχειρούσαν επίθεση. Ο ίδιος πήρε μαζί του τη σωματοφυλακή, τους υπασπιστές και τους Αγριάνες και τους οδήγησε στην αριστερή πτέρυγα.
Στο σημείο αυτό οι τοξότες ρίχνοντας βέλη συγκρατούσαν τους Θράκες που έτρεχαν μπροστά· και η φάλαγγα, όταν επιχείρησε επίθεση, έδιωξε χωρίς δυσκολία από τις θέσεις τους ανθρώπους βάρβαρους με ελαφρό και κακό οπλισμό· έτσι όταν οδήγησε ο Αλέξανδρος τους άνδρες του από το αριστερό κέρας, οι βάρβαροι δεν πρόβαλαν πια άλλη αντίσταση, αλλά πέταξαν τα όπλα τους, όπου μπορούσε ο καθένας, και έφυγαν προς το κάτω μέρος του βουνού.
Από αυτούς χίλιοι πεντακόσιοι σκοτώθηκαν, ζωντανοί όμως πιάστηκαν λίγοι, χάρη στη γρηγοράδα τους και την καλή γνώση της περιοχής. Όσες όμως γυναίκες τούς ακολουθούσαν αιχμαλωτίστηκαν όλες, καθώς και τα μικρά παιδιά· κυριεύτηκαν επίσης όλα τα λάφυρα.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν έστειλε πίσω στις παραθαλάσσιες πόλεις τα λάφυρα και τα παρέδωσε στον Λυσανία και τον Φιλώτα να τα μοιράσουν στους στρατιώτες. Ο ίδιος πέρασε την κορυφογραμμή του βουνού και προχώρησε προς τη χώρα των Τριβαλλών διασχίζοντας τον Αίμο. Και φθάνει στον Λύγινο ποταμό, που απέχει τριών ημερών πορεία από τον Ίστρο ποταμό, όταν πηγαίνει κανείς προς τον Αίμο.
Ο Σύρμος όμως, ο βασιλιάς των Τριβαλλών, που είχε πληροφορηθεί από πολύ πριν την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, έστειλε μπροστά τις γυναίκες και τα παιδιά των Τριβαλλών στον Ίστρο, με την εντολή να περάσουν τον ποταμό και να εγκατασταθούν σε ένα από τα νησιά του Ίστρου που ονομάζεται Πεύκη.
Στο νησί αυτό, καθώς πλησίαζε ο Αλέξανδρος, είχαν καταφύγει από πριν και οι Θράκες, οι γείτονες των Τριβαλλών και αργότερα ο ίδιος ο Σύρμος με τους άνδρες του. Το μεγαλύτερο όμως πλήθος των Τριβαλλών κατέφυγε πίσω στον ποταμό, από όπου την προηγούμενη μέρα είχε ξεκινήσει ο Αλέξανδρος.
Μόλις πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος την κίνηση αυτή των Τριβαλλών, ξαναγύρισε και αυτός πίσω οδηγώντας τον στρατό του εναντίον τους· και τους έπιασε την ώρα πια που στρατοπέδευαν. Αυτοί αιφνιδιάστηκαν και προσπαθούσαν να παραταχθούν κοντά στη δασώδη χαράδρα δίπλα στον ποταμό· και ο ίδιος όμως ο Αλέξανδρος, αφού παρέταξε τη φάλαγγα σε σχηματισμό βάθους, άρχιζε την επίθεση και διέταξε τους τοξότες και τους σφενδονήτες να τρέχουν μπροστά ρίχνοντας βέλη και πέτρες στους βαρβάρους, μήπως τους αναγκάσει να βγουν από τη δασώδη χαράδρα στα γυμνά μέρη.
Πραγματικά, όταν οι βάρβαροι βρέθηκαν σε απόσταση βολής και τους χτυπούσαν πια τα βέλη, εξόρμησαν εναντίον των τοξοτών του Αλεξάνδρου, που ήταν χωρίς ασπίδες, για να συγκρουσθούν μαζί τους σώμα με σώμα. Αφού με αυτόν τον τρόπο ο Αλέξανδρος τους έβγαλε έξω από τη δασώδη χαράδρα, διέταξε τον Φιλώτα να πάρει μαζί του το ιππικό της Άνω Μακεδονίας και να επιτεθεί στη δεξιά πτέρυγα των βαρβάρων, στο σημείο ακριβώς όπου είχαν προχωρήσει περισσότερο κατά την επίθεσή τους· διέταξε επίσης τον Ηρακλείδη και τον Σώπολη να επιτεθούν κατά της αριστερής πτέρυγας των βαρβάρων με το ιππικό της Βοττιαίας και της Αμφιπόλεως.
Ο ίδιος οδήγησε εναντίον του εχθρικού κέντρου την παράταξη του πεζικού και το υπόλοιπο ιππικό και τα παρέταξε μπροστά από την φάλαγγα. Όσην ώρα λοιπόν οι αντίπαλοι πολεμούσαν με ακροβολισμούς αναμεταξύ τους, οι Τριβαλλοί δεν υστερούσαν. Όταν, όμως, τους επιτέθηκε και η φάλαγγα σε πυκνό σχηματισμό και με ορμή, ενώ οι ιππείς δεν έριχναν πια ακόντια αλλά άρχισαν να εφορμούν πότε εδώ και πότε εκεί και να τους σπρώχνουν με τα ίδια τα άλογα, τότε πια οι Τριβαλλοί τράπηκαν σε φυγή προς τον ποταμό περνώντας μέσα από τη δασώδη χαράδρα.
Κατά τη φυγή σκοτώθηκαν τρεις χιλιάδες Τριβαλλοί, λίγοι όμως από αυτούς πιάστηκαν ζωντανοί, επειδή το πυκνό δάσος που ήταν μπροστά στον ποταμό και η νύχτα που ακολούθησε δεν επέτρεψαν στους Μακεδόνες να διεξαγάγουν αποτελεσματικά την καταδίωξή τους. Ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι από τους Μακεδόνες σκοτώθηκαν ένδεκα ιππείς και σαράντα περίπου πεζοί.
Τρεις μέρες ύστερα από τη μάχη έφθασε ο Αλέξανδρος στον ποταμό Ίστρο που είναι ο μεγαλύτερος της Ευρώπης, διασχίζει πολύ μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής γης και χωρίζει πολεμικότατες φυλές. Από τις φυλές αυτές οι περισσότερες είναι κελτικές, από τη χώρα των οποίων πηγάζει ο Ίστρος, και οι πιο απομακρυσμένες είναι οι Κούαδοι και οι Μαρκομάνοι.
Μετά από αυτούς ο Ίστρος περνά από τους Ιάζυγες, που είναι κλάδος των Σαυροματών, και στη συνέχεια από τους Γέτες, που πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής. Έπειτα διασχίζει τη χώρα των πολυπληθών Σαυροματών και τέλος τη χώρα των Σκυθών μέχρι τις εκβολές του, όπου με πέντε στόματα χύνεται στον Εύξεινο Πόντο.
Εκεί βρήκε ο Αλέξανδρος πολεμικά πλοία του που είχαν έρθει στις εκβολές του Ίστρου από το Βυζάντιο, αφού διέπλευσαν τον Εύξεινο Πόντο. Τα πλοία αυτά τα γέμισε με τοξότες και οπλίτες και έπλευσε εναντίον της νήσου, στην οποία είχαν καταφύγει μαζί οι Τριβαλλοί και οι Θράκες, προσπαθώντας επίμονα να επιτύχει διά της βίας την αποβίβαση.
Οι βάρβαροι έτρεχαν σε όποιο μέρος του ποταμού επιχειρούσαν τα πλοία να πλησιάσουν στη γη. Τα πλοία όμως ήταν λίγα και οι στρατιώτες που μετέφεραν δεν ήταν πολλοί, ενώ το νησί κατά το μεγαλύτερο μέρος του ήταν απόκρημνο και ακατάλληλο για απόβαση. Και το ρεύμα του ποταμού κοντά στο νησί, επειδή περιοριζόταν σε στενό χώρο, ήταν ορμητικό και δεν προσφερόταν για απόβαση.
Γι᾽ αυτό ακριβώς ο Αλέξανδρος απομάκρυνε τα πλοία του και αποφάσισε να διαβεί τον Ίστρο, για να επιτεθεί στους Γέτες, που κατοικούσαν στην απέναντι όχθη του Ίστρου. Για δυο λόγους ο Αλέξανδρος πήρε αυτή την απόφαση: και γιατί έβλεπε πολλούς Γέτες συγκεντρωμένους στην αντικρινή όχθη του Ίστρου, για να τον εμποδίσουν αν επιχειρούσε να περάσει τον ποταμό —και ήταν πράγματι συγκεντρωμένοι τέσσερις περίπου χιλιάδες ιππείς και περισσότεροι από δέκα χιλιάδες πεζοί— και γιατί συγχρόνως τον κατέλαβε η μεγάλη επιθυμία να πάει στην απέναντι όχθη του ποταμού.
Στα πλοία λοιπόν επιβιβάστηκε ο ίδιος· γέμισε επίσης με ξερό χόρτο τις δερμάτινες σκηνές όπου κατασκήνωναν οι στρατιώτες και συγκέντρωσε όσα μονόξυλα πλοιάρια βρήκε στην περιοχή — και υπήρχε μεγάλη αφθονία από αυτά, επειδή οι κάτοικοι των παραδουνάβιων περιοχών τα χρησιμοποιούσαν για ψάρεμα στον Ίστρο καθώς και για να επικοινωνούν μεταξύ τους διαπλέοντας τον ποταμό, οι περισσότεροι όμως για να επιχειρούν με αυτά ληστρικές επιδρομές. Αφού λοιπόν συγκέντρωσε όσο πιο πολλά πλοιάρια μπορούσε, μετέφερε με αυτά στην απέναντι όχθη όσο το δυνατό περισσότερους στρατιώτες του. Ο αριθμός των ανδρών που πέρασαν τον ποταμό με τον Αλέξανδρο έφθασε τους χίλιους πεντακόσιους ιππείς και τους τέσσερις χιλιάδες πεζούς.
Πέρασαν λοιπόν τον ποταμό μέσα στη νύχτα και σε μέρος όπου υπήρχαν ψηλά σπαρτά· και μάλλον γι᾽ αυτό μπόρεσαν να πλησιάσουν την όχθη χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Μόλις ξημέρωσε, ο Αλέξανδρος οδήγησε τον στρατό του μέσα από τα σπαρτά, αφού παρήγγειλε στους πεζούς στρατιώτες του να πλαγιάζουν το σιτάρι με γερμένες τις σάρισές τους και να προχωρούν έτσι προς τα χέρσα. Και οι ιππείς ακολουθούσαν όσην ώρα η φάλαγγα προχωρούσε μέσα από τα σπαρμένα χωράφια.
Όταν όμως βγήκαν έξω από την καλλιεργημένη γη, μετακίνησε ο ίδιος ο Αλέξανδρος το ιππικό στη δεξιά πτέρυγα, διατάζοντας συγχρόνως τον Νικάνορα να οδηγήσει εμπρός τη φάλαγγα σε ορθογώνιο σχηματισμό.
Οι Γέτες δεν αντιστάθηκαν ούτε στην πρώτη καν επίθεση του ιππικού. Γιατί τους φάνηκε απίστευτη η τόλμη του Αλεξάνδρου να περάσει έτσι εύκολα μέσα σε μια νύχτα τον Ίστρο, τον μεγαλύτερο ποταμό, χωρίς μάλιστα να κατασκευάσει γέφυρα για να τον διαβεί· τους φόβισαν συγχρόνως η πυκνότητα της φάλαγγας και η ορμητική επίθεση των ιππέων.
Στην αρχή οι Γέτες κατέφυγαν στην πόλη τους που απείχε έναν περίπου παρασάγγη από τον Ίστρο. Όταν όμως είδαν τον Αλέξανδρο να οδηγεί με βιασύνη τη φάλαγγα παράλληλα στον ποταμό, για να μην πέσουν σε ενέδρα και κυκλωθούν από τους Γέτες οι πεζοί στρατιώτες του, και τους ιππείς να προχωρούν κατά μέτωπο, οι βάρβαροι εγκατέλειψαν και την πόλη τους, που ήταν άλλωστε κακά οχυρωμένη, παίρνοντας επάνω στα άλογα όσα παιδιά και γυναίκες μπορούσαν τα άλογα να σηκώσουν·
η διάθεσή τους ήταν να καταφύγουν σε τόπους έρημους όσο γινόταν πιο μακριά από τον ποταμό. Ο Αλέξανδρος κυρίευσε την πόλη καθώς και όλα τα λάφυρα που άφησαν φεύγοντας οι Γέτες. Και τα λάφυρα τα παρέδωσε στον Μελέαγρο και στον Φίλιππο να τα μεταφέρουν πίσω στο στρατόπεδο, ενώ ο ίδιος κατεδάφισε την πόλη και θυσίασε δίπλα στην όχθη του Ίστρου στον Δία Σωτήρα και στον Ηρακλή καθώς και στον ίδιο τον Ίστρο, γιατί δεν τον εμπόδισε να τον περάσει· την ίδια μέρα οδήγησε σώους όλους τους άνδρες του πίσω στο στρατόπεδο.
Εδώ παρουσιάστηκαν στον Αλέξανδρο πρέσβεις, και από τις άλλες ανεξάρτητες φυλές που κατοικούσαν κοντά στον Ίστρο και από τον Σύρμο, τον βασιλιά των Τριβαλλών. Ήρθαν επίσης πρέσβεις και από τους Κέλτες, που είναι εγκατεστημένοι στον Ιόνιο κόλπο. Οι Κέλτες είναι μεγαλόσωμοι και έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους· όλοι τους όμως είπαν ότι ήρθαν, γιατί επιθυμούσαν τη φιλία του Αλεξάνδρου.
Ο Αλέξανδρος τους διαβεβαίωσε όλους για τη φιλία του και εκείνοι πάλι τον Αλέξανδρο για τη δική τους. Τους Κέλτες μάλιστα τους ρώτησε ποιό από τα ανθρώπινα πράγματα τους φοβίζει περισσότερο, περιμένοντας να ακούσει ότι η φήμη του είχε φθάσει και μέχρι τη χώρα τους και ακόμη μακρύτερα και ότι θα του έλεγαν ότι αυτόν φοβούνται περισσότερο από όλα.
Από αυτούς όμως δόθηκε μια αναπάντεχη για τον Αλέξανδρο απόκριση. Επειδή ήταν πράγματι εγκατεστημένοι σε χώρα μακρινή από τη Μακεδονία και συγχρόνως απρόσιτη και επειδή έβλεπαν ότι η διάθεση του Αλεξάνδρου κατευθυνόταν προς άλλα μέρη, αποκρίθηκαν ότι φοβούνται μήπως πέσει ο ουρανός επάνω τους. Είπαν ακόμη ότι ήρθαν πρεσβευτές στον Αλέξανδρο όχι από φόβο ή από συμφέρον, αλλά γιατί τον θαύμαζαν. Ωστόσο και αυτούς ακόμη τους ονόμασε φίλους ο Αλέξανδρος, τους έκαμε συμμάχους του και τους έστειλε πίσω στη χώρα τους, προσθέτοντας μονάχα τούτο, ότι οι Κέλτες είναι πάρα πολύ περήφανοι.
Ο ίδιος προχώρησε εναντίον των Αγριάνων και των Παιόνων. Στο μεταξύ παρουσιάστηκαν στον Αλέξανδρο αγγελιαφόροι που του ανήγγειλαν ότι επαναστάτησε ο Κλείτος, ο γιος του Βαρδύλη, και ότι προσχώρησε σε αυτόν ο Γλαυκίας, ο βασιλιάς των Ταυλαντίων. Οι αγγελιαφόροι τού ανήγγειλαν επίσης ότι και οι Αυταριάτες θα του επιτεθούν κατά την πορεία του· για τους λόγους αυτούς αποφάσισε να επισπεύσει την αναχώρησή του.
Ο Λάγγαρος όμως, ο βασιλιάς των Αγριάνων, από την εποχή που ζούσε ακόμη ο Φίλιππος δεν έκρυβε το ότι αγαπούσε τον Αλέξανδρο και με δική του πρωτοβουλία είχε έρθει πρεσβευτής προς αυτόν· και στην τωρινή λοιπόν περίσταση παρουσιάστηκε στον Αλέξανδρο μαζί με τους καλύτερους και καλύτερα οπλισμένους υπασπιστές που είχε·
όταν λοιπόν έμαθε ότι ο Αλέξανδρος ζητούσε να πληροφορηθεί ποιοί και πόσοι ήταν οι Αυταριάτες, του είπε ότι δεν πρέπει να απασχολείται με αυτούς, γιατί οι Αυταριάτες είναι οι πιο απόλεμοι από όλους τους λαούς των τόπων εκείνων. Θα εισβάλει, είπε, και ο ίδιος στη χώρα τους, ώστε να τους υποχρεώσει να ασχοληθούν μάλλον με τη δική τους ασφάλεια. Και πραγματικά με την έγκριση του Αλεξάνδρου ο Λάγγαρος εισέβαλε στη χώρα των Αυταριατών και την έκαμε άνω κάτω.
Έτσι λοιπόν οι Αυταριάτες είχαν τα δικά τους προβλήματα. Ο Λάγγαρος όμως τιμήθηκε με μεγάλες τιμές από τον Αλέξανδρο και πήρε και δώρα, αυτά που θεωρούνται τα μεγαλύτερα για έναν βασιλιά των Μακεδόνων· του υποσχέθηκε ακόμη να του δώσει σε γάμο την αδελφή του Κύνα, όταν θα έρθει στην Πέλλα.
Όταν όμως επέστρεψε στη χώρα του, ο Λάγγαρος αρρώστησε και πέθανε. Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος βαδίζοντας κατά μήκος του ποταμού Εριγόνα κατευθυνόταν προς την πόλη Πέλλιο· την πόλη αυτή την είχε καταλάβει ο Κλείτος, γιατί ήταν η πιο οχυρή της χώρας. Όταν πλησίασε σε αυτήν ο Αλέξανδρος, στρατοπέδευσε κοντά στον Εορδαϊκό ποταμό και αποφάσισε να επιχειρήσει επίθεση κατά των τειχών της την επόμενη μέρα.
Οι στρατιώτες του Κλείτου είχαν καταλάβει τα βουνά γύρω από την πόλη, που ήταν ψηλά και κατάφυτα από δένδρα, με σκοπό να επιτεθούν από όλες τις μεριές εναντίον των Μακεδόνων, αν επιχειρούσαν επίθεση κατά της πόλεως· ο Γλαυκίας ωστόσο, ο βασιλιάς των Ταυλαντίων, δεν είχε ακόμη φθάσει.
Ενώ λοιπόν ο Αλέξανδρος οδηγούσε τον στρατό του εναντίον της πόλεως, οι εχθροί θυσίασαν τρία αγόρια, άλλα τόσα κορίτσια και τρία μαύρα κριάρια και κινήθηκαν για να αντιμετωπίσουν από κοντά τους Μακεδόνες. Όταν όμως ήρθαν στα χέρια, οι βάρβαροι εγκατέλειψαν τις θέσεις που είχαν καταλάβει, αν και ήταν οχυρές, ώστε και τα σφάγια βρέθηκαν ακόμα στη θέση τους.
Στη διάρκεια αυτής λοιπόν της ημέρας ο Αλέξανδρος τους υποχρέωσε να κλειστούν στην πόλη τους και στρατοπέδευσε κοντά στα τείχη, αποφασισμένος να τους αποκλείσει κατασκευάζοντας άλλο τείχος γύρω από το δικό τους. Την επόμενη όμως ημέρα κατέφθασε ο Γλαυκίας, ο βασιλιάς των Ταυλαντίων, με ισχυρές δυνάμεις. Τότε πια ο Αλέξανδρος έχασε κάθε ελπίδα ότι με τις δυνάμεις που είχε θα κυρίευε το Πέλλιο. Στην πόλη αυτή είχαν καταφύγει πολλοί και αξιόμαχοι στρατιώτες, ενώ συγχρόνως οι πολυάριθμες δυνάμεις του Γλαυκία θα επιχειρούσαν εναντίον του επίθεση, αν ενεργούσε ο ίδιος επίθεση κατά των τειχών της.
Έστειλε λοιπόν τον Φιλώτα για να συγκεντρώσει τρόφιμα, αφού του έδωσε όσους ιππείς του ήταν απαραίτητοι για εξερεύνηση, καθώς και όλα τα αχθοφόρα ζώα από το στρατόπεδο. Μόλις πληροφορήθηκε ο Γλαυκίας την αναχώρηση των ανδρών του Φιλώτα, εξόρμησε εναντίον τους και κατέλαβε τα βουνά που ήταν γύρω από την πεδιάδα, από την οποία επρόκειτο να προμηθευτούν τα τρόφιμα οι στρατιώτες του Φιλώτα.
Όταν ανήγγειλαν στον Αλέξανδρο ότι κινδύνευαν και οι ιππείς και τα αχθοφόρα ζώα του, αν τους βρει η νύχτα, πήρε μαζί του τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες και τετρακόσιους περίπου ιππείς και έτρεξε γρήγορα να τους βοηθήσει. Τον υπόλοιπο στρατό του τον άφησε πίσω, κοντά στην πόλη, από φόβο μήπως αν αποχωρούσε όλος, επιχειρήσουν έξοδο οι πολιορκούμενοι και συνενωθούν με τον στρατό του Γλαυκία.
Όταν λοιπόν ο Γλαυκίας κατάλαβε ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος, εγκατέλειψε τα βουνά, οπότε οι στρατιώτες του Φιλώτα διασώθηκαν με ασφάλεια στο στρατόπεδο. Παρ᾽ όλα αυτά όμως οι άνδρες του Κλείτου και του Γλαυκία φαίνονταν ακόμη να έχουν αποκλείσει τον Αλέξανδρο σε δυσκολοδιάβατους τόπους·
γιατί και κατείχαν τα τριγύρω πανύψηλα βουνά με πολλούς ιππείς, με πολλούς ακοντιστές και σφενδονήτες και όχι λίγους οπλίτες, αλλά και οι εχθροί που είχαν μείνει πίσω στην πόλη σκόπευαν να επιτεθούν στους Μακεδόνες, καθώς θα αποχωρούσαν· και οι τόποι από όπου επρόκειτο να περάσει ο Αλέξανδρος φαίνονταν στενοί και δασώδεις, αποκλεισμένοι από τη μια μεριά από τον ποταμό, ενώ από την άλλη υπήρχε πανύψηλο βουνό και κρημνοί κοντά στο βουνό, ώστε ούτε κατά τετράδες δεν θα μπορούσε να περάσει ο στρατός του Αλεξάνδρου.
Τότε λοιπόν ο Αλέξανδρος παρέταξε τον στρατό του έτσι ώστε να έχει η φάλαγγα βάθος εκατόν είκοσι ανδρών. Και αφού τοποθέτησε διακόσιους ιππείς από τη μια και την άλλη πλευρά, παρήγγειλε στους άνδρες του να κάνουν απόλυτη ησυχία και να εκτελούν γρήγορα τα παραγγέλματα.
Και με τη σάλπιγγα δόθηκε το παράγγελμα να υψώσουν πρώτα οι οπλίτες όρθια τα δόρατά τους και ύστερα, μόλις ακούσουν το συμφωνημένο σύνθημα, να τα προτείνουν εμπρός για επίθεση και να κατευθύνουν την κλίση των δοράτων στην αρχή προς τα δεξιά και ύστερα προς τα αριστερά. Και την ίδια τη φάλαγγα την κίνησε γρήγορα και προς τα εμπρός και προς τις πτέρυγες, παρατάσσοντάς την κάθε φορά προς διαφορετική κατεύθυνση.
Έτσι αφού επιχείρησε σε σύντομο χρόνο πολλούς σχηματισμούς και μεταβολές στον τρόπο παρατάξεως, έδωσε στη φάλαγγά του το σχήμα εμβόλου προς τα αριστερά και την οδήγησε εναντίον των εχθρών. Βλέποντας οι βάρβαροι την ταχύτητα και την τάξη των στρατιωτικών ελιγμών έστεκαν για πολλή ώρα θαμπωμένοι. Όταν όμως πλησίασε πια ο στρατός του Αλεξάνδρου, δεν πρόβαλαν καμιάν αντίσταση, αλλά εγκατέλειψαν τους πρώτους λόφους.
Ο Αλέξανδρος διέταξε τους Μακεδόνες να αναφωνήσουν την πολεμική κραυγή και με τα δόρατα να χτυπήσουν τις ασπίδες τους. Τότε οι Ταυλάντιοι φοβήθηκαν ακόμη περισσότερο από τη βοή και οδήγησαν βιαστικά πίσω τον στρατό τους στην πόλη.
Όταν όμως ο Αλέξανδρος είδε ότι μερικοί εχθροί, όχι πολλοί, κατείχαν ένα λόφο, από τον οποίο έπρεπε να περάσει, διέταξε τους σωματοφύλακες και τους εταίρους ιππείς του να πάρουν μαζί τους τις ασπίδες, να ανέβουν στα άλογα και να επιτεθούν γρήγορα εναντίον του λόφου· αν διαπιστώσουν φτάνοντας εκεί ότι αυτοί που είχαν καταλάβει τον λόφο εξακολουθούσαν ακόμη να αμύνονται, οι μισοί να πηδήσουν στη γη από τα άλογα και να πολεμήσουν ως πεζοί ανάμεσα στους ιππείς.
Μόλις αντιλήφθηκαν οι εχθροί την επίθεση του Αλεξάνδρου, εγκατέλειψαν τον λόφο και διέφυγαν προς τις δυο πλευρές των βουνών. Τότε ο Αλέξανδρος με το ιππικό των εταίρων κατέλαβε τον λόφο και κάλεσε τους Αγριάνες και τους τοξότες, που ήταν δύο περίπου χιλιάδες· διέταξε επίσης τους υπασπιστές να περάσουν το ποτάμι και μετά από αυτούς τα τάγματα της φάλαγγας των Μακεδόνων· και μόλις το περνούν να παρατάσσεται το καθένα στα αριστερά του άλλου, ώστε αμέσως να φαίνεται πυκνή η φάλαγγά τους. Ο ίδιος παραμένοντας στην εμπροσθοφυλακή επιτηρούσε από τον λόφο τις κινήσεις των εχθρών.
Βλέποντας αυτοί ότι οι μακεδονικές δυνάμεις περνούν τον ποταμό, εξόρμησαν από τα βουνά με σκοπό να επιτεθούν στους άνδρες που ήταν μαζί με τον Αλέξανδρο και που θα αποχωρούσαν τελευταίοι. Και ενώ πλησίαζαν ήδη οι εχθροί, εφορμά εναντίον τους ο Αλέξανδρος με τους άνδρες που είχε μαζί του· συγχρόνως η φάλαγγα, σαν να ορμούσε εναντίον τους μέσα από τον ποταμό, κραύγασε πολεμικούς αλαλαγμούς. Οι εχθροί, επειδή όλοι πια προχωρούσαν εναντίον τους, γύρισαν τις πλάτες και τράπηκαν σε φυγή. Τότε ο Αλέξανδρος οδήγησε τρέχοντας προς το ποτάμι τους Αγριάνες και τους τοξότες του. Ο ίδιος πρόφθασε και πέρασε πρώτος τον ποταμό·
όταν όμως είδε ότι οι εχθροί πιέζουν τους τελευταίους άνδρες του, έστησε τις πολεμικές του μηχανές στην όχθη και διέταξε να ρίχνουν όσο πιο μακριά γινόταν τα βλήματα που εκτοξεύονται από μηχανές. Διέταξε επίσης τους τοξότες του να μπουν στον ποταμό και να ρίχνουν και αυτοί βέλη από το μέσο του ποταμού. Και οι μεν στρατιώτες του Γλαυκία δεν τολμούσαν να προχωρήσουν σε ακτίνα βολής των τοξευμάτων, οι Μακεδόνες όμως πέρασαν με ασφάλεια το ποτάμι, ώστε κανένας από αυτούς δεν σκοτώθηκε κατά την αποχώρηση.
Τρεις μέρες αργότερα πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος ότι οι στρατιώτες του Κλείτου και του Γλαυκία είχαν στρατοπεδεύσει άσχημα στο ύπαιθρο και δεν τοποθέτησαν ούτε φρουρούς για το στρατόπεδο ούτε το είχαν περιτριγυρίσει με οχύρωμα ή με τάφρο, επειδή νόμιζαν ότι ο Αλέξανδρος είχε αποχωρήσει φοβισμένος· έμαθε ακόμη ότι η παράταξή τους είχε επεκταθεί σε επικίνδυνο βαθμό. Ενώ ήταν ακόμη νύχτα, πέρασε ο Αλέξανδρος τον ποταμό χωρίς να τον αντιληφθούν, παίρνοντας μαζί του τους υπασπιστές, τους Αγριάνες, και τους τοξότες, καθώς και τα τάγματα του Περδίκκα και του Κοίνου.
Είχε διατάξει να ακολουθήσει η υπόλοιπη στρατιά· όταν όμως είδε ότι ήταν ευκαιρία να επιτεθεί, χωρίς να περιμένει να συγκεντρωθούν όλες οι δυνάμεις του, εξαπέλυσε τους τοξότες και τους Αγριάνες· και αυτοί επιτέθηκαν απροσδόκητα με τη φάλαγγα συνταγμένη σε βάθος, εκεί όπου οι εχθροί ήταν πάρα πολύ ανίσχυροι και όπου οι ίδιοι επρόκειτο να έχουν φοβερή δύναμη κρούσεως. Έτσι άλλους από αυτούς σκότωναν, ενώ ήταν ακόμη στα στρωσίδια τους, και άλλους έπιαναν εύκολα καθώς έφευγαν, ώστε πολλοί πιάστηκαν επί τόπου και σκοτώθηκαν, ενώ πολλοί άλλοι έχασαν τη ζωή τους κατά την αποχώρηση που έγινε με αταξία και πανικό· αρκετοί επίσης πιάστηκαν ζωντανοί.
Οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου τους καταδίωξαν ως τα βουνά των Ταυλαντίων· όσοι από τους εχθρούς διέφυγαν, σώθηκαν χωρίς τα όπλα τους. Ο Κλείτος στην αρχή κατέφυγε στην πόλη και αφού την πυρπόλησε, αναχώρησε και πήγε στη χώρα των Ταυλαντίων κοντά στον Γλαυκία.
Στο μεταξύ μερικοί από τους εξορίστους που είχαν διωχθεί από τη Θήβα μπήκαν κρυφά τη νύχτα στην πόλη τους· τους είχαν προσκαλέσει μερικοί συμπολίτες τους που ήταν μέσα στην πόλη για να επιχειρήσουν επανάσταση. Οι εξόριστοι συνέλαβαν και σκότωσαν τον Αμύντα και τον Τιμόλαο, οι οποίοι κατείχαν την Καδμεία και δεν είχαν υποψιαστεί καμιάν εχθρική κίνηση έξω από την ακρόπολη.
Παρουσιάστηκαν στην εκκλησία του δήμου και ξεσήκωσαν τους Θηβαίους να επαναστατήσουν κατά του Αλεξάνδρου και να απαλλαγούν πια επιτέλους από τον βαρύ μακεδονικό ζυγό προβάλλοντας την ελευθερία και αυτονομία, παλιές και ωραίες λέξεις. Και φάνηκαν πιο πιστευτοί στον λαό διαβεβαιώνοντάς τον ότι ο Αλέξανδρος σκοτώθηκε στην Ιλλυρία.
Πραγματικά η φήμη αυτή κυκλοφορούσε ευρύτατα και πολλοί ήταν αυτοί που την διέδιδαν, επειδή ο Αλέξανδρος απουσίαζε πολύ χρόνο και δεν είχε φθάσει καμιά είδηση από αυτόν. Έτσι, όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις, αγνοώντας την αλήθεια, συμπέραιναν εκείνο που τους ευχαριστούσε πιο πολύ.
Όταν πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος την επανάσταση των Θηβών, έκρινε ότι με κανέναν τρόπο δεν έπρεπε να αδιαφορήσει, επειδή από πολύ πριν υποψιαζόταν και την πόλη των Αθηνών και επειδή δεν θεωρούσε ασήμαντο και το τόλμημα των Θηβαίων, αν συμπράξουν στην επανάσταση και οι Λακεδαιμόνιοι, που από πολύν ήδη χρόνο διαφωνούσαν, καθώς και μερικοί άλλοι Πελοποννήσιοι και ακόμα οι Αιτωλοί που δεν ήταν αξιόπιστοι.
Βαδίζοντας λοιπόν με τον στρατό του κοντά στην Εορδαία και την Ελιμιώτιδα και τις κορυφογραμμές της Στυμφαίας και Παραυαίας, έφθασε την έβδομη μέρα στην Πέλλινα της Θεσσαλίας. Και ξεκινώντας από αυτήν εισέβαλε την έκτη μέρα στη Βοιωτία, έτσι ώστε δεν πρόλαβαν οι Θηβαίοι να πληροφορηθούν ότι ο Αλέξανδρος είχε περάσει τις Θερμοπύλες παρά μόνο όταν έφθασε με όλον τον στρατό του στον Ογχηστό.
Και τότε όμως αυτοί που έκαναν την επανάσταση υποστήριζαν ότι έχει έρθει από τη Μακεδονία στρατός του Αντιπάτρου, εβεβαίωναν ότι ο Αλέξανδρος σκοτώθηκε, και οργίζονταν μάλιστα εναντίον εκείνων που διαλαλούσαν ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρος οδηγούσε τον στρατό· κάποιος άλλος Αλέξανδρος, έλεγαν, ο γιος του Αερόπου, ήταν αυτός που έχει έρθει.
Την άλλη μέρα ο Αλέξανδρος ξεκίνησε από τον Ογχηστό και πλησίασε στην πόλη των Θηβών προς το μέρος του ιερού του Ιολάου· εκεί λοιπόν στρατοπέδευσε θέλοντας να δώσει τον χρόνο στους Θηβαίους, μήπως αλλάξουν γνώμη για τις άστοχες αποφάσεις τους και αποστείλουν πρέσβεις τους προς αυτόν.
Οι Θηβαίοι όμως τόσο μακριά βρίσκονταν από το να δείξουν κάποιαν υποχώρηση και συμβιβασμό, ώστε και οι ιππείς τους καθώς και πολλοί από τους ελαφρά οπλισμένους, εξορμώντας από την πόλη τους, έριχναν από μακριά βέλη εναντίον των προφυλακών του Αλεξάνδρου φθάνοντας μέχρι το στρατόπεδό του· και σκότωσαν μάλιστα και μερικούς Μακεδόνες, όχι πάντως πολλούς.
Γι᾽ αυτό ο Αλέξανδρος απέστειλε μερικούς ελαφρά οπλισμένους και τοξότες για να ανακόψουν τις εφόδους τους. Και πραγματικά αυτοί με ευκολία τις ανέκοψαν, την ώρα που οι Θηβαίοι πλησίαζαν πια στο ίδιο το στρατόπεδο. Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος παρέλαβε όλον τον στρατό του και διέτρεξε τις πύλες που οδηγούν προς τις Ελευθερές και την Αττική· ούτε και τότε όμως προσέβαλε τα τείχη τα ίδια, αλλά στρατοπέδευσε σε σημείο που δεν απείχε πολύ από την Καδμεία, ώστε να είναι κοντά και να μπορεί να βοηθεί τους Μακεδόνες που κατείχαν την ακρόπολη.
Γιατί οι Θηβαίοι φρουρούσαν την Καδμεία περιβάλλοντάς την με διπλό οχύρωμα, ώστε ούτε από έξω να μπορεί κανείς να φέρει βοήθεια στους πολιορκημένους, ούτε και αυτοί εξορμώντας να μπορούν να βλάψουν καθόλου τους Θηβαίους, όποτε έκαμναν επίθεση κατά των εχθρών που ήταν απ᾽ έξω. Ωστόσο ο Αλέξανδρος, επειδή ακόμη επιθυμούσε να κερδίσει τους Θηβαίους φιλικά μάλλον παρά με πόλεμο, παρέμενε στρατοπεδευμένος κοντά στην Καδμεία.
Τότε λοιπόν όσοι Θηβαίοι απέβλεπαν στο πραγματικό συμφέρον της πόλεως ήταν πρόθυμοι να βγουν έξω από την πόλη τους, να παρουσιαστούν στον Αλέξανδρο και να προσπαθήσουν να επιτύχουν από αυτόν κατανόηση για την εξέγερση του θηβαϊκού λαού. Οι εξόριστοι όμως και αυτοί που τους είχαν προσκαλέσει στην πόλη επέμεναν ότι δεν περίμεναν να βρουν καμιάν επιείκεια από τον Αλέξανδρο, επειδή άλλωστε μερικοί από αυτούς ήταν και βοιωτάρχες· γι᾽ αυτό παρακινούσαν με κάθε τρόπο τον λαό να πολεμήσει. Παρ᾽ όλα αυτά ο Αλέξανδρος δεν επιχειρούσε επίθεση εναντίον της πόλεως.
Ο Πτολεμαίος όμως, ο γιος του Λάγου, αναφέρει ότι ο Περδίκκας, που είχε τοποθετηθεί με το τάγμα του στην εμπροσθοφυλακή για να φυλάει το στρατόπεδο και δεν απείχε πολύ από το εχθρικό οχύρωμα, χωρίς να περιμένει να δοθεί το σύνθημα της μάχης από τον Αλέξανδρο, προσέβαλε πρώτος το οχύρωμα και αφού το διέσπασε, όρμησε επάνω στις θηβαϊκές προφυλακές.
Τον ακολούθησε ο Αμύντας, ο γιος του Ανδρομένη, επειδή είχε παραταχθεί δίπλα στον Περδίκκα και οδήγησε και αυτός το τάγμα του, μόλις είδε ότι ο Περδίκκας είχε περάσει μέσα στο οχύρωμα. Όταν τα είδε αυτά ο Αλέξανδρος, επειδή φοβήθηκε μήπως μείνουν μόνοι τους αυτοί και κινδυνεύσουν από τους Θηβαίους, οδήγησε προς τα εκεί και τον υπόλοιπο στρατό του.
Και στους τοξότες μεν και στους Αγριάνες έδωσε σήμα με τη σάλπιγγα να ορμήσουν γρήγορα μέσα στο οχύρωμα, κρατούσε όμως ακόμη το άγημα και τους υπασπιστές έξω από αυτό. Στο σημείο αυτό ο Περδίκκας, ενώ προσπαθούσε να εισχωρήσει στο δεύτερο οχύρωμα, τραυματίσθηκε και έπεσε εκεί όπου ήταν· μεταφέρθηκε σε κακή κατάσταση στο στρατόπεδο και με πολλή δυσκολία διασώθηκε από το τραύμα του. Παρ᾽ όλα αυτά οι στρατιώτες που είχαν εισορμήσει μαζί του και οι τοξότες που έστειλε ο Αλέξανδρος απέκλεισαν τους Θηβαίους στην κοίλη οδό, η οποία οδηγεί προς τον ναό του Ηρακλή.
Όσην ώρα οι Θηβαίοι υποχωρούσαν προς τον ναό του Ηρακλή, οι Μακεδόνες τους ακολουθούσαν. Όταν όμως οι Θηβαίοι ξαναγύρισαν από εκεί κραυγάζοντας, οι Μακεδόνες τράπηκαν σε φυγή. Τότε σκοτώθηκε και ο Ευρυβώτας ο Κρητικός, ο αρχηγός των τοξοτών, και εβδομήντα περίπου από τους τοξότες του· οι υπόλοιποι κατέφυγαν στο μακεδονικό άγημα και τους βασιλικούς υπασπιστές.
Βλέποντας στο μεταξύ ο Αλέξανδρος ότι οι στρατιώτες του υποχωρούν και ότι οι Θηβαίοι με την καταδίωξη είχαν διαλύσει τις τάξεις τους, εξορμά εναντίον τους με συνταγμένη τη φάλαγγα, η οποία και απώθησε τους Θηβαίους μέσα στις πύλες. Η φυγή των Θηβαίων γινόταν με τέτοιον πανικό, ώστε, ενώ υποχωρούσαν προς την πόλη περνώντας μέσα από τις πύλες των τειχών, δεν πρόλαβαν να τις κλείσουν. Γιατί μαζί με αυτούς που υποχωρούσαν εισόρμησαν μέσα στο τείχος και όσοι Μακεδόνες τους ακολουθούσαν από κοντά, μια που και τα τείχη εξαιτίας των πολλών προφυλακών ήταν ουσιαστικά αφύλακτα.
Οι Μακεδόνες προχώρησαν και έφθασαν στην Καδμεία, και από εκεί άλλοι πέρασαν στην υπόλοιπη πόλη από τη μεριά του ιερού του Αμφίονα μαζί με αυτούς που κατείχαν την Καδμεία, ενώ άλλοι που βρίσκονταν στην περιοχή των τειχών, τα οποία κατείχαν τώρα πια αυτοί που είχαν μπει μαζί με τους Θηβαίους που υποχωρούσαν, τα ανέβηκαν και προχώρησαν τρέχοντας προς την αγορά.
Για μικρό χρονικό διάστημα αντιστάθηκαν οι Θηβαίοι που υπεράσπιζαν το ιερό του Αμφίονα· επειδή όμως τους πίεζαν από όλες τις μεριές οι Μακεδόνες και ο Αλέξανδρος, που εμφανιζόταν πότε εδώ και πότε εκεί, οι Θηβαίοι ιππείς διέφυγαν έξω στην πεδιάδα διανοίγοντας δρόμο μέσα από την πόλη, ενώ οι πεζοί προσπαθούσαν να σωθούν όπως μπορούσε ο καθένας.
Τότε λοιπόν με οργή όχι τόσο οι Μακεδόνες, αλλά οι Φωκείς και οι Πλαταιείς και οι υπόλοιποι Βοιωτοί, τους Θηβαίους, οι οποίοι ούτε καν αμύνονταν, τους σκότωναν αδιάκριτα, άλλους εισορμώντας στα σπίτια, άλλους που πρόβαλαν αντίσταση, ακόμη και εκείνους που κατέφευγαν ικέτες στα ιερά, χωρίς να λυπούνται ούτε τις γυναίκες ούτε τα παιδιά.
Και η ελληνική αυτή συμφορά, και εξαιτίας του μεγέθους της πόλεως που κυριεύθηκε και εξαιτίας της σκληρότητας της πράξεως, και όχι λιγότερο εξαιτίας του αιφνιδιασμού και των νικητών και των ηττημένων, εξέπληξε τόσο τους υπόλοιπους Έλληνες, όσο και αυτούς τους ίδιους που έλαβαν μέρος στην πράξη.
Γιατί τα παθήματα των Αθηναίων στη Σικελία, αν και ως προς το πλήθος των νεκρών δεν προκάλεσαν μικρότερη συμφορά στην πόλη, εντούτοις ούτε σε αυτούς που τα υπέστησαν δημιούργησαν αίσθημα αντίστοιχο με τη συμφορά ούτε και προκάλεσαν στους άλλους Έλληνες την ίδια έκπληξη για το πάθημα των Αθηναίων. Η αιτία ήταν ότι ο αθηναϊκός στρατός καταστράφηκε μακριά από τη χώρα του και κατά το μεγαλύτερο μέρος τον αποτελούσαν σύμμαχοι μάλλον παρά γνήσιοι Αθηναίοι, και προπάντων γιατί και ύστερα από την καταστροφή έμεινε στους Αθηναίους σώα η πόλη τους, έτσι ώστε και αργότερα για πολύ χρόνο να αντέξουν τον πόλεμο, αν και πολεμούσαν και εναντίον των Λακεδαιμονίων και εναντίον των συμμάχων τους και εναντίον του μεγάλου βασιλέως.
Η ήττα πάλι των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς ήταν ναυτική αποτυχία και δεν είχε γι᾽ αυτούς κανένα άλλο αποτέλεσμα παρά να ταπεινωθεί μονάχα η πόλη τους με την κατεδάφιση των μακρών τειχών και την παράδοση των περισσότερων πλοίων τους και κυρίως με τη στέρηση της ηγεμονίας τους. Παρ᾽ όλα αυτά οι Αθηναίοι και το πάτριο πολίτευμά τους διατήρησαν και σε μικρό χρονικό διάστημα ανέκτησαν την παλιά τους δύναμη, ώστε και τα μακρά τείχη ανοικοδόμησαν και ξανά κυριάρχησαν στη θάλασσα και τους ίδιους τους Λακεδαιμόνιους, οι οποίοι τότε ήταν πολύ επικίνδυνοι γι᾽ αυτούς και λίγο έλειψε να εξαφανίσουν την πόλη τους, διέσωσαν, όσο μπορούσαν, από τον έσχατο κίνδυνο.
Και η αποτυχία των Λακεδαιμονίων στα Λεύκτρα και στη Μαντίνεια τους εξέπληξε περισσότερο επειδή η συμφορά ήταν απροσδόκητη παρά γιατί έχασαν μεγάλο αριθμό ανδρών τους. Και η εισβολή που επιχείρησαν στη Σπάρτη οι Βοιωτοί και οι Αρκάδες με τον Επαμεινώνδα, και αυτή φόβισε και τους ίδιους τους Λακεδαιμονίους και όσους συνέπραξαν μαζί τους τότε στην υπόθεση, περισσότερο γιατί ένα τέτοιο θέαμα ήταν ασυνήθιστο παρά γιατί ο κίνδυνος ήταν σοβαρός.
Και η άλωση των Πλαταιών δεν θεωρήθηκε μεγάλη συμφορά, επειδή η πόλη ήταν μικρή… όπως και ο αριθμός αυτών που αιχμαλωτίστηκαν, αφού οι περισσότεροι από αυτούς είχαν προηγουμένως διαφύγει στην Αθήνα. Και τέλος η άλωση της Μήλου και της Σκιώνης, που ήταν μικρές νησιωτικές πόλεις, μάλλον πρόσθεσε ντροπή σε αυτούς που την διέπραξαν παρά προκάλεσε κατάπληξη σε ολόκληρον τον ελληνικό κόσμο.
Η αποστασία όμως των Θηβών, που έγινε βιαστικά και απερίσκεπτα, και η άλωσή τους, που πραγματοποιήθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα και χωρίς κόπο εκείνων που την έφεραν σε πέρας, και οι φόνοι οι πολλοί από ομοφύλους, οι οποίοι έτσι εκδικούνταν παλιές έχθρες, και ο ολοκληρωτικός εξανδραποδισμός της πόλης, που ξεπερνούσε τότε σε δύναμη και σε πολεμική δόξα τις άλλες ελληνικές πόλεις, πολύ σωστά όλα αυτά αποδόθηκαν σε θεϊκή οργή.
Έλεγαν δηλαδή ότι τιμωρούνταν με αυτό τον τρόπο οι Θηβαίοι ύστερα από πολύ χρόνο, γιατί πρόδωσαν τους Έλληνες κατά τους μηδικούς πολέμους και γιατί κατέλαβαν σε καιρό ειρήνης τις Πλαταιές και επιχείρησαν ολοκληρωτικό εξανδραποδισμό των κατοίκων τους· και γιατί ακόμη έγιναν αίτιοι να σφαγούν οι Πλαταιείς που παραδόθηκαν στους Λακεδαιμονίους, πράγμα που δεν ήταν σύμφωνο με τις ελληνικές συνήθειες· και γιατί ερήμωσαν τον τόπο, όπου οι Έλληνες αντιμετώπισαν τους Μήδους και απομάκρυναν τον κίνδυνο από την Ελλάδα· και γιατί τέλος προσπάθησαν με την ψήφο τους να καταστρέψουν την Αθήνα, όταν υποβλήθηκε στους συμμάχους της Σπάρτης η πρόταση να εξανδραποδιστεί η πόλη.
Έλεγαν λοιπόν ότι και πριν φανέρωσε ο θεός με πολλά σημάδια την καταστροφή, τα οποία βέβαια δεν τα πρόσεξαν αμέσως τότε, αργότερα όμως τα θυμήθηκαν και κατάλαβαν ότι τα όσα τώρα συνέβαιναν είχαν προαναγγελθεί πριν από πολύ χρόνο.
Στους συμμάχους που πήραν μέρος στην επίθεση κατά των Θηβών ανέθεσε ο Αλέξανδρος να λάβουν την τελική απόφαση σχετικά με την τύχη της πόλεως. Αυτοί λοιπόν αποφάσισαν να τοποθετηθεί φρουρά στην Καδμεία, να κατασκάψουν όμως ως το έδαφος την πόλη και να μοιράσουν στους συμμάχους τη γη, εκτός από εκείνη που ήταν αφιερωμένη στους θεούς· τέλος, να πουλήσουν ως δούλους τα παιδιά, τις γυναίκες και τους Θηβαίους που επέζησαν, εκτός από τους ιερείς και τις ιέρειες, καθώς και όσους ήταν προσωπικοί φίλοι του Φιλίππου ή του Αλεξάνδρου ή όσους είχαν γίνει πρόξενοι των Μακεδόνων.
Λένε ακόμη ότι ο Αλέξανδρος διαφύλαξε το σπίτι του Πινδάρου καθώς και τους απογόνους του ποιητή από σεβασμό προς τον Πίνδαρο. Οι σύμμαχοι αποφάσισαν επίσης να ξαναχτίσουν και να τειχίσουν τον βοιωτικό Ορχομενό και τις Πλαταιές.
Όταν έγινε γνωστό στους άλλους Έλληνες το πάθημα των Θηβαίων, όσοι Αρκάδες είχαν ξεκινήσει από τη χώρα τους για να βοηθήσουν τους Θηβαίους καταδίκασαν σε θάνατο αυτούς που τους ξεσήκωσαν να στείλουν τη βοήθεια. Οι Ηλείοι δέχθηκαν πίσω τους εξορίστους, γιατί είχαν φιλικές σχέσεις με τον Αλέξανδρο.
Οι Αιτωλοί απέστειλαν πρεσβείες από καθεμιά φυλή χωριστά παρακαλώντας τον Αλέξανδρο να τους συγχωρήσει, γιατί και αυτοί έδειξαν επαναστατικές διαθέσεις ύστερα από τις πληροφορίες που τους έφεραν οι Θηβαίοι. Οι Αθηναίοι πάλι που τελούσαν τα μεγάλα μυστήρια, μόλις έφτασαν στην Αθήνα μερικοί Θηβαίοι που είχαν ξεφύγει από την καταστροφή, παράτησαν από την κατάπληξή τους τα μυστήρια και άρχισαν να μεταφέρουν τα πράγματά τους από τα χωράφια στην πόλη.
Ο αθηναϊκός λαός συγκεντρώθηκε στην εκκλησία του δήμου και, με πρόταση του Δημάδη, διάλεξε από όλους τους Αθηναίους δέκα πρέσβεις γνωστούς για τις φιλικές τους διαθέσεις προς τον Αλέξανδρο και τους έστειλε σε αυτόν για να του αναγγείλουν, αν και κάπως παράκαιρα, ότι ο λαός των Αθηνών τον συγχαίρει γιατί επανήλθε σώος από τη χώρα των Ιλλυριών και Τριβαλλών, καθώς και γιατί τιμώρησε τους Θηβαίους που είχαν επαναστατήσει.
Ο Αλέξανδρος σε όλα απάντησε με φιλικό τόνο προς τους πρέσβεις, έγραψε όμως επιστολή προς την πόλη ζητώντας να του παραδώσει τους οπαδούς του Δημοσθένη και του Λυκούργου· ζητούσε ακόμη να του παραδοθούν ο Υπερείδης και ο Πολύευκτος και ο Χάρης και ο Χαρίδημος και ο Εφιάλτης και ο Διότιμος και ο Μοιροκλής·
γιατί αυτούς θεωρούσε αίτιους και για την καταστροφή που έπαθε η πόλη τους στη Χαιρώνεια και για τα έκτροπα που έγιναν αργότερα εναντίον του και εναντίον του πατέρα του με αφορμή τον θάνατο του Φιλίππου. Και τέλος υποστήριζε ότι αυτοί οι ίδιοι ήταν όχι λιγότερο υπεύθυνοι για την αποστασία των Θηβαίων από τους ίδιους τους Θηβαίους που επαναστάτησαν.
Οι Αθηναίοι δεν παρέδωσαν τους άνδρες, έστειλαν όμως δεύτερη πρεσβεία προς τον Αλέξανδρο παρακαλώντας τον να κατευνάσει την οργή του γι᾽ αυτούς που ζήτησε να του παραδοθούν. Και ο Αλέξανδρος πράγματι τους συγχώρεσε είτε από σεβασμό προς την πόλη είτε γιατί βιαζόταν να εκστρατεύσει στην Ασία και δεν ήθελε να αφήσει καμιάν αφορμή δυσαρέσκειας ανάμεσα στους Έλληνες. Διέταξε όμως να εξοριστεί ο Χαρίδημος, μόνος αυτός από όλους όσους ζήτησε να του παραδοθούν και δεν του παραδόθηκαν· τότε ο Χαρίδημος κατέφυγε στην Ασία, στην αυλή του βασιλιά Δαρείου.
Αφού τακτοποίησε τα ζητήματα αυτά, επέστρεψε στη Μακεδονία· εκεί πρόσφερε στον Ολύμπιο Δία θυσία, η οποία ήταν καθιερωμένη από την εποχή ακόμα του Αρχελάου και οργάνωσε στις Αιγές τον αγώνα των Ολυμπίων· άλλοι λένε ότι οργάνωσε αγώνα και προς τιμήν των Μουσών.
Στο μεταξύ κυκλοφόρησε η φήμη ότι ίδρωνε συνεχώς το άγαλμα του Ορφέα του Θρακιώτη, του γιου του Οιάγρου, που ήταν στην Πιερία. Οι διάφοροι μάντεις έδιναν διαφορετικές εξηγήσεις, ο Αρίστανδρος όμως, ο μάντης από την Τελμισσό, σύστησε στον Αλέξανδρο να έχει θάρρος· γιατί, του είπε, αυτό σήμαινε ότι θα κοπιάσουν πολύ οι επικοί και λυρικοί ποιητές και όλοι γενικά όσοι συνθέτουν ωδές, για να εξυμνήσουν με ποιήματα και ωδές τον Αλέξανδρο και τα κατορθώματά του.
Μόλις λοιπόν άρχιζε η άνοιξη, ξεκίνησε για τον Ελλήσποντο αναθέτοντας τις υποθέσεις της Μακεδονίας και της Ελλάδος στον Αντίπατρο. Ο ίδιος πήρε μαζί του όχι πολύ περισσότερους από τριάντα χιλιάδες πεζούς στρατιώτες μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους και τους τοξότες, καθώς και πάνω από πέντε χιλιάδες ιππείς. Βάδισε κατά μήκος της Κερκινίτιδας λίμνης με κατεύθυνση την Αμφίπολη και τις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα.
Πέρασε τον Στρυμόνα, άφησε πίσω του το Παγγαίον όρος ακολουθώντας την οδό που οδηγεί προς τα Άβδηρα και τη Μαρώνεια, πόλεις ελληνικές χτισμένες κοντά στη θάλασσα. Από εκεί έφθασε στον Έβρο ποταμό που τον πέρασε και αυτόν με ευκολία
Στη συνέχεια διέσχισε την Παιτική και ήρθε στον Μέλανα ποταμό. Αφού πέρασε και τον Μέλανα, έφθασε στη Σηστό μέσα σε είκοσι συνολικά μέρες από τότε που ξεκίνησε από τη Μακεδονία. Όταν έφθασε στον Ελαιούντα, έκαμε θυσία πάνω στον τάφο του Πρωτεσίλαου, επειδή ο Πρωτεσίλαος, όπως αναφέρει η παράδοση, αποβιβάστηκε στην Ασία πρώτος από όλους τους Έλληνες που εξεστράτευσαν στην Τροία μαζί με τον Αγαμέμνονα. Σκοπός της θυσίας ήταν να είναι γι᾽ αυτόν η απόβαση πιο επιτυχημένη από ό,τι για τον Πρωτεσίλαο.
Ο Παρμενίων λοιπόν ορίστηκε να μεταφέρει από τη Σηστό στην Άβυδο το μεγαλύτερο μέρος του πεζικού και το ιππικό. Και μεταφέρθηκαν πράγματι με εκατόν εξήντα πολεμικά πλοία καθώς και με πολλά άλλα φορτηγά. Η επικρατέστερη παράδοση αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος έπλευσε από τον Ελαιούντα στο λιμάνι των Αχαιών και ότι διέπλευσε τα στενά οδηγώντας ο ίδιος τη ναυαρχίδα. Και όταν έφθασε στο μέσον των στενών του Ελλησπόντου, θυσίασε, όπως λένε, ταύρο στον Ποσειδώνα και στις Νηρηίδες και έκαμε σπονδή με χρυσό κύπελλο στη θάλασσα.
Λένε ακόμη ότι πρώτος ο Αλέξανδρος αποβιβάστηκε από το πλοίο με τα όπλα του στην ασιατική γη και ότι έστησε βωμούς προς τιμήν του Δία, του προστάτη των αποβάσεων, της Αθηνάς και του Ηρακλή και στο μέρος της Ευρώπης από όπου ξεκίνησε και στο μέρος της Ασίας όπου αποβιβάσθηκε και ότι ανέβηκε στο Ίλιο και θυσίασε στην Αθηνά του Ιλίου και ότι αφιέρωσε στον ναό της την πανοπλία του και ότι κατέβασε από τον ναό και έλαβε ως αντάλλαγμα μερικά από τα ιερά όπλα που σώζονταν ακόμη από την εποχή του Τρωικού πολέμου.
Τα όπλα αυτά τα κρατούσαν, όπως λένε, οι υπασπιστές μπροστά από τον Αλέξανδρο κατά την ώρα της μάχης. Υπάρχει μια διαδεδομένη παράδοση ότι θυσίασε ο ίδιος και στον Πρίαμο επάνω στον βωμό του Ερκείου Διός παρακαλώντας να σταματήσει η οργή του Πριάμου προς τη γενιά του Νεοπτόλεμου, η οποία κατέβαινε στον ίδιο.
Καθώς ανέβαινε λοιπόν ο Αλέξανδρος στο Ίλιο, τον στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι και ο Μενοίτιος, ο κυβερνήτης του πλοίου του, και ύστερα από αυτόν ο Χάρης ο Αθηναίος, που ήρθε από το Σίγειο , και μερικοί άλλοι, Έλληνες και ντόπιοι… Άλλοι λένε ότι ο Αλέξανδρος στεφάνωσε και τον τάφο του Αχιλλέα και ότι ο Ηφαιστίων στεφάνωσε τον τάφο του Πατρόκλου. Και καλοτύχισε τάχα, όπως αναφέρει η παράδοση, ο Αλέξανδρος τον Αχιλλέα, γιατί είχε την τύχη να τον υμνήσει ο Όμηρος και διατηρήθηκε η ανάμνησή του στους μεταγενέστερους.
Για τον Αλέξανδρο λοιπόν ο Αχιλλέας άξιζε να καλοτυχίζεται γι᾽ αυτήν κυρίως την αιτία· γιατί για τον ίδιο τον Αλέξανδρο, αντίθετα προς τις άλλες του επιτυχίες, υπάρχει μια έλλειψη στο κεφάλαιο αυτό: δεν έγιναν, όπως τους άξιζε, γνωστά στον κόσμο τα κατορθώματά του, εφόσον κανένας συγγραφέας δεν τον εξύμνησε ούτε σε πεζό ούτε σε έμμετρο λόγο· ούτε όμως και με λυρικά ποιήματα έχει εγκωμιασθεί ο Αλέξανδρος, στο βαθμό τουλάχιστον που έχουν εγκωμιασθεί ο Ιέρων και ο Γέλων και ο Θήρων καθώς και πολλοί άλλοι, που δεν μοιάζουν σε τίποτε με τον Αλέξανδρο. Γι᾽ αυτόν τον λόγο είναι πολύ λιγότερο γνωστά τα έργα του Αλεξάνδρου από ό,τι είναι άλλα πολύ πιο ασήμαντα γεγονότα του παρελθόντος.
Η ανάβαση, για παράδειγμα, των Μυρίων με τον Κύρο εναντίον του βασιλιά Αρταξέρξη και τα παθήματα του Κλεάρχου και των άλλων Ελλήνων στρατηγών που συνελήφθησαν μαζί του, καθώς και η κατάβαση των ίδιων αυτών Μυρίων που τους οδήγησε στην παραλία ο Ξενοφών, είναι χάρη στον Ξενοφώντα πολύ πιο γνωστά στους ανθρώπους παρά ο Αλέξανδρος και τα κατορθώματά του.
Και όμως ο Αλέξανδρος ούτε εξεστράτευσε μαζί με άλλον ούτε νίκησε απλώς εκείνους που του εμπόδιζαν την κατάβαση προς τη θάλασσα προσπαθώντας να διαφύγει την καταδίωξη του μεγάλου βασιλέως· δεν υπάρχει άλλωστε ανάμεσα στους Έλληνες ή τους βαρβάρους ούτε ένας άλλος άνθρωπος που να έχει επιδείξει τόσα πολλά ή τόσο μεγάλα έργα. Αυτός, ομολογώ, είναι και ο λόγος που με παρακίνησε να αναλάβω το ιστορικό αυτό έργο, επειδή θεώρησα τον εαυτό μου άξιο να καταστήσει γνωστά στους ανθρώπους τα κατορθώματα του Αλεξάνδρου.
Όποιος και αν είμαι εγώ που έχω αυτήν την ιδέα για τον εαυτό μου, δεν έχω ανάγκη να αναφέρω το όνομά μου, γιατί δεν είναι άγνωστο στους ανθρώπους, ούτε και ποιά είναι η πατρίδα μου ή η οικογένειά μου ούτε αν ανέλαβα κανένα αξίωμα στην πατρίδα μου· αναφέρω όμως τούτο και μόνο, ότι για μένα πατρίδα και οικογένεια και αξίωμα είναι αυτοί εδώ οι λόγοι και μάλιστα από τη νεανική μου ηλικία. Και γι᾽ αυτό δεν θεωρώ τον εαυτό μου ακατάλληλο να θεωρηθεί ένας από τους πρώτους συγγραφείς του ελληνικού λόγου, όπως ακριβώς και ο Αλέξανδρος ανάμεσα στους στρατιωτικούς.
Από το Ίλιο ο Αλέξανδρος έφθασε στην Αρίσβη, όπου είχαν στρατοπεδεύσει όλες του οι δυνάμεις που είχαν διαβεί τον Ελλήσποντο και την άλλη μέρα έφθασε στην Περκώτη. Την επόμενη μέρα προσπέρασε τη Λάμψακο και στρατοπέδευσε κοντά στον ποταμό Πράκτιο, ο οποίος πηγάζει από το όρος Ίδη και χύνεται στη θάλασσα που βρίσκεται ανάμεσα στον Ελλήσποντο και στον Εύξεινο Πόντο. Από εκεί έφθασε στο Έρμωτο προσπερνώντας την πόλη των Κολωνών.
Ο Αλέξανδρος απέστειλε μπροστά από τον στρατό του ανιχνευτές ιππείς. Αρχηγός τους ήταν ο Αμύντας, ο γιος του Αρραβαίου, μαζί με την ίλη των εταίρων από την Απολλωνία, της οποίας ίλαρχος ήταν ο Σωκράτης, ο γιος του Σάθωνα μαζί με τέσσερις ίλες από τους λεγόμενους προδρόμους ιππείς. Καθώς προχωρούσε, οι κάτοικοι του παρέδωσαν την πόλη Πρίαπο· αυτός έστειλε στρατιωτική δύναμη με αρχηγό τον Πανήγορο, τον γιο του Λυκάγορα, έναν από τους εταίρους, για να την παραλάβει.
Στρατηγοί των Περσών ήταν ο Αρσάμης, ο Ρεομίθρης, ο Πετήνης και ο Νιφάτης και μαζί τους ήταν ο Σπιθριδάτης, ο σατράπης της Λυδίας και Ιωνίας, καθώς και ο Αρσίτης, ο διοικητής της Φρυγίας του Ελλησπόντου. Αυτοί είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στην πόλη Ζέλεια μαζί με το ιππικό των βαρβάρων και τους Έλληνες μισθοφόρους.
Καθώς αυτοί συγκροτούσαν συμβούλιο για να αποφασίσουν για την παρούσα κατάσταση και έφθασε η είδηση ότι ο Αλέξανδρος πέρασε τον Ελλήσποντο, ο Μέμνων ο Ρόδιος τους συμβούλευσε να μη διακινδυνεύσουν πολεμώντας με τους Μακεδόνες, που και στο πεζικό ήταν πολύ ανώτεροι από αυτούς, και ήταν μαζί τους ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ενώ σε αυτούς έλειπε ο Δαρείος· να υποχωρούν όμως καταστρέφοντας και καταπατώντας με το ιππικό τους το χορτάρι και κατακαίοντας τους καρπούς των χωραφιών, χωρίς να λυπούνται ούτε και αυτές ακόμη τις πόλεις· γιατί έτσι δεν θα μπορούσε να παραμείνει στη χώρα τους ο Αλέξανδρος, επειδή θα του έλειπαν τα τρόφιμα.
Τότε είπε, όπως λένε, ο Αρσίτης στο πολεμικό συμβούλιο των Περσών ότι δεν θα ανεχόταν να πυρποληθεί ούτε ένα σπίτι των ανθρώπων που βρίσκονταν στην εξουσία του· οι άλλοι Πέρσες συμφώνησαν με τον Αρσίτη, γιατί είχαν και κάποιες υποψίες ότι ο Μέμνων επίτηδες επιζητούσε την παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων, για να διατηρεί το αξίωμα που του έδωσε ο Δαρείος.
Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος άρχισε να προχωρεί προς τον Γρανικό ποταμό με συνταγμένο τον στρατό· παρέταξε σε δυο σειρές τη φάλαγγα των οπλιτών, τοποθέτησε το ιππικό στις δυο πτέρυγες και διέταξε μετά από αυτούς να ακολουθούν τα μεταγωγικά. Αρχηγό των ανδρών που θα κατασκόπευαν τον εχθρό όρισε τον Ηγέλοχο, ο οποίος πήρε μαζί του τους σαρισοφόρους ιππείς και πεντακόσιους περίπου από τους ελαφρά οπλισμένους.
Δεν βρισκόταν πια ο Αλέξανδρος μακριά από τον Γρανικό ποταμό, όταν ανιχνευτές, τρέχοντας με όλη τους τη δύναμη, του ανήγγειλαν ότι οι Πέρσες είχαν παραταχτεί στην απέναντι όχθη του Γρανικού έτοιμοι για μάχη. Τότε λοιπόν άρχισε ο Αλέξανδρος να συντάσσει όλο του τον στρατό αποφασισμένος να συνάψει μάχη. Κατά τη στιγμή εκείνη τον πλησιάζει ο Παρμενίων και του λέγει τα εξής:
«Μου φαίνεται καλό, βασιλιά μου, να στρατοπεδεύσουμε για την ώρα στην όχθη του ποταμού, όπως είμαστε. Γιατί νομίζω ότι οι εχθροί μας, που υστερούν πολύ στο πεζικό, δεν θα τολμήσουν να διανυκτερεύσουν κοντά μας· έτσι θα μας δοθεί το πρωί η ευκαιρία να περάσουμε με ευκολία το ποτάμι, γιατί θα προλάβουμε να το διαβούμε πριν παραταχθούν οι Πέρσες.
Τώρα όμως νομίζω ότι θα διατρέξουμε μεγάλο κίνδυνο, αν επιχειρήσουμε τη διάβασή του, γιατί δεν είναι δυνατό να οδηγήσουμε μέσα από τον ποταμό τον στρατό μας αναπτυγμένο σε ευρύ μέτωπο, επειδή σε πολλά σημεία του φαίνεται βαθύς και, όπως βλέπεις, οι όχθες του είναι πανύψηλες, σε μερικά μάλιστα σημεία, και απόκρημνες.
Καθώς λοιπόν εμείς θα βγαίνουμε από το ποτάμι χωρίς τάξη και ο ένας πίσω από τον άλλο, σε σχηματισμό δηλαδή που είναι πολύ αδύνατος, θα μας επιτεθούν οι ιππείς του εχθρού αναπτυγμένοι κατά μέτωπο· και η πρώτη αυτή αποτυχία θα είναι και για το παρόν δυσάρεστη και για την όλη έκβαση του πολέμου επικίνδυνη».
Ο Αλέξανδρος απάντησε: «Τα γνωρίζω αυτά, Παρμενίων. Ντρέπομαι όμως, να μας εμποδίσει το μικρό αυτό ρεύμα —όπως υποτιμητικά ονόμασε τον Γρανικό— να το διαβούμε τώρα αμέσως, όπως είμαστε, ενώ τόσο εύκολα περάσαμε τον Ελλήσποντο.
Μια τέτοια αναβολή την θεωρώ ανάξια και για την πολεμική δόξα των Μακεδόνων και για τη δική μου ευψυχία στους κινδύνους. Έχω ακόμη τη γνώμη ότι θα αναθαρρήσουν οι Πέρσες και θα νομίσουν ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν σε μάχη τους Μακεδόνες, εφόσον τώρα δεν θα πάθουν τίποτε που να δικαιολογεί τον φόβο τους».
Αυτά είπε και έστειλε τον Παρμενίωνα στην αριστερή πτέρυγα να αναλάβει τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος προχώρησε προς τη δεξιά. Τον Φιλώτα, τον γιο του Παρμενίωνα, τον τοποθέτησε μπροστά του στο άκρο δεξιό της παρατάξεως, με τους εταίρους ιππείς, τους τοξότες και τους Αγριάνες ακοντιστές. Πίσω από τον Φιλώτα τοποθέτησε τον Αμύντα, τον γιο του Αρραβαίου, με τους σαρισοφόρους ιππείς, τους Παίονες και την ίλη του Σωκράτη.
Δίπλα τους παρατάχθηκαν οι υπασπιστές των εταίρων με αρχηγό τον Νικάνορα, τον γιο του Παρμενίωνα· πίσω από αυτούς η φάλαγγα του Περδίκκα, του γιου του Ορόντη· ακολουθούσαν οι φάλαγγες του Κοίνου, του γιου του Πολεμοκράτη, [ύστερα η φάλαγγα του Κρατερού, του γιου του Αλεξάνδρου], έπειτα του Αμύντα, του γιου του Ανδρομένη, και τέλος οι άνδρες που αρχηγός τους ήταν ο Φίλιππος, ο γιος του Αμύντα.
Στην αριστερή πτέρυγα πρώτοι τοποθετήθηκαν οι Θεσσαλοί ιππείς με αρχηγό τον Κάλα, τον γιο του Αρπάλου. Μετά από αυτούς οι σύμμαχοι ιππείς που είχαν για αρχηγό τους τον Φίλιππο, τον γιο του Μενελάου, και μετά οι Θράκες με αρχηγό τον Αγάθωνα. ΟΙ δυνάμεις που παρατάχθηκαν στη συνέχεια ήταν πεζικές, δηλαδή οι φάλαγγες του Κρατερού, του Μελεάγρου και του Φιλίππου, που έφθαναν ως το κέντρο ολόκληρης της παρατάξεως.
Οι ιππείς των Περσών ήταν είκοσι περίπου χιλιάδες και οι πεζοί ξένοι μισθοφόροι τους λίγο λιγότεροι από είκοσι χιλιάδες. Οι Πέρσες παρατάχθηκαν τοποθετώντας το ιππικό τους κατά μήκος της όχθης του ποταμού και σε ευρύ μέτωπο· παρέταξαν το πεζικό τους πίσω από το ιππικό, γιατί το έδαφος πάνω από την όχθη του ποταμού ήταν πολύ ψηλό. Στο σημείο όπου διέκριναν τον ίδιο τον Αλέξανδρο, που βρισκόταν απέναντι στην αριστερή τους πτέρυγα, —γιατί διακρινόταν από τη λαμπρότητα των όπλων καθώς και από τον μεγάλο σεβασμό με τον οποίο τον υπηρετούσαν οι γύρω του—, στο σημείο ακριβώς αυτό δίπλα στην όχθη παρέταξαν οι Πέρσες πυκνές τις ίλες του ιππικού τους.
Για αρκετή ώρα τα δυο στρατεύματα παρέμεναν ήσυχα στην άκρη του ποταμού, γιατί φοβούνταν για την έκβαση της μάχης, και έτσι επικρατούσε απόλυτη σιωπή και στα δυο στρατόπεδα. Οι Πέρσες περίμεναν τους Μακεδόνες πότε θα μπουν στο πέρασμα, ώστε να τους επιτεθούν καθώς θα έβγαιναν από αυτό.
Ο Αλέξανδρος όμως πήδησε πάνω στο άλογό του και παρακίνησε τους γύρω του να τον ακολουθήσουν και να αναδειχθούν γενναίοι άνδρες. Συγχρόνως διέταξε τον Αμύντα, τον γιο του Αρραβαίου, να ριχτεί πρώτος στον ποταμό παίρνοντας μαζί του τους έφιππους ανιχνευτές, τους Παίονες, και ένα τάγμα πεζικού. Πριν από αυτούς έστειλε τον Πτολεμαίο, τον γιο του Φιλίππου, με την ίλη του Σωκράτη, που συνέβαινε εκείνη τη μέρα να έχει τη διοίκηση όλου του ιππικού.
Ο ίδιος, οδηγώντας τη δεξιά του πτέρυγα υπό τους ήχους των σαλπίγγων και ενώ οι στρατιώτες επικαλούνταν με πολεμικές ιαχές τον Ενυάλιο, εισόρμησε στο πέρασμα, επεκτείνοντας διαρκώς λοξά την παράταξή του προς την κατεύθυνση του ρεύματος, για να μην τον πλευροκοπήσουν οι Πέρσες καθώς θα έβγαινε, αλλά και για να μπορέσει και ο ίδιος —όσο του ήταν δυνατό— να συγκρουστεί μαζί τους με τη φάλαγγα κατά μέτωπο.
Οι Πέρσες, λοιπόν, στο σημείο όπου οι στρατιώτες του Αμύντα και του Σωκράτη πλησίασαν πρώτοι την όχθη, άρχισαν να χτυπούν από πάνω, άλλοι από αυτούς ρίχνοντας στον ποταμό ακόντια από τις ψηλές όχθες που κατείχαν, και άλλοι από τα χαμηλότερα κατεβαίνοντας μέχρι το νερό.
Οι ιππείς σπρώχνονταν μεταξύ τους, επειδή οι μεν Μακεδόνες προσπαθούσαν να βγουν από τον ποταμό, ενώ οι Πέρσες ήθελαν να τους εμποδίσουν· οι Πέρσες έριχναν πολλά ακόντια, ενώ οι Μακεδόνες πολεμούσαν κρατώντας δόρατα. Στην πρώτη όμως αυτή επίθεση οι Μακεδόνες υπέφεραν πολύ, επειδή και λιγότεροι σε αριθμό ήταν και από όχι σίγουρο έδαφος αμύνονταν και συγχρόνως από τα χαμηλά μέρη του ποταμού, ενώ οι Πέρσες πολεμούσαν από τις ψηλές όχθες του· άλλωστε στο μέρος αυτό είχαν τοποθετήσει οι Πέρσες τους καλύτερους ιππείς τους και ριψοκινδύνευε μαζί τους ο ίδιος ο Μέμνων με τους γιους του.
Από τους Μακεδόνες όσοι πρώτοι συγκρούστηκαν με τους Πέρσες εξοντώθηκαν από αυτούς, αφού πολέμησαν γενναία· σώθηκαν μόνο όσοι πρόλαβαν να υποχωρήσουν προς τον Αλέξανδρο που πλησίαζε. Γιατί ο Αλέξανδρος ήταν πια κοντά οδηγώντας μαζί του τη δεξιά του πτέρυγα· και επιχείρησε επίθεση πρώτος εναντίον των Περσών, στο μέρος ακριβώς όπου είχε ταχθεί το πλήθος όλο του ιππικού τους μαζί με τους ίδιους τους αρχηγούς των Περσών· γύρω από τον Αλέξανδρο ξέσπασε άγρια μάχη.
Στο μεταξύ όμως τα μακεδονικά τάγματα, το ένα μετά το άλλο, περνούσαν χωρίς δυσκολία πια τον ποταμό. Και η μάχη γινόταν από τα άλογα, έμοιαζε όμως περισσότερο με πεζομαχία, γιατί πολεμούσαν ανακατεμένα άλογα με άλογα και άνδρες με άνδρες, μια που οι Μακεδόνες προσπαθούσαν να διώξουν τελείως από την όχθη τους Πέρσες και να τους αναγκάσουν να υποχωρήσουν προς την πεδιάδα, ενώ οι Πέρσες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εμποδίσουν την έξοδό τους από το ποτάμι και να τους απωθήσουν και πάλι προς αυτό.
Ήδη όμως υπερτερούσαν οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου όχι μόνο εξαιτίας της σωματικής τους δύναμης και της πολεμικής τους πείρας, αλλά και γιατί πολεμούσαν με τα μακριά κρανέινα δόρατά τους εναντίον των μικρών περσικών ακοντίων.
Κατά τη στιγμή ακριβώς αυτήν και ενώ ο Αλέξανδρος αγωνιζόταν, σπάζει το δόρυ του· ζήτησε αμέσως άλλο από τον Αρέτη, τον βασιλικό ιπποκόμο, αλλά και το δικό του δόρυ είχε σπάσει μέσα στην μεγάλη του προσπάθεια, μολονότι αυτός εξακολουθούσε να αγωνίζεται γενναία με το μισό από το σπασμένο δόρυ· το έδειξε λοιπόν στον Αλέξανδρο και τον παρακίνησε να ζητήσει από κάποιον άλλον. Τότε ο Δημάρατος ο Κορίνθιος, ένας από τους εταίρους του Αλεξάνδρου, του έδωσε το δικό του.
Ο Αλέξανδρος άρπαξε το δόρυ και βλέποντας τον Μιθριδάτη, τον γαμπρό του Δαρείου, να προχωρεί έφιππος πολύ πιο μπροστά από τους άλλους και να οδηγεί σε σχηματισμό εμβόλου τους ιππείς του, όρμησε και αυτός μπροστά από τους άλλους και, χτυπώντας τον με το δόρυ στο πρόσωπο, τον σκότωσε. Στο μεταξύ ο Ροισάκης ορμά έφιππος εναντίον του Αλεξάνδρου και τον χτυπά στο κεφάλι με τη σπάθη του· του έκοψε ένα κομμάτι από την περικεφαλαία, η οποία όμως συγκράτησε την ορμή του χτυπήματος.
Και αυτόν ωστόσο τον έριξε κάτω ο Αλέξανδρος χτυπώντας τον με το δόρυ στο στήθος και τρυπώντας του τον θώρακα. Ο Σπιθριδάτης είχε ήδη υψώσει τη σπάθη του για να χτυπήσει από πίσω τον Αλέξανδρο, πρόλαβε όμως ο Κλείτος, ο γιος του Δρωπίδη, τον χτύπησε στον ώμο και του απέκοψε τον ώμο με τη σπάθη. Στο μεταξύ συνεχώς ενώνονταν με τους άνδρες του Αλεξάνδρου όσοι ιππείς κατόρθωναν να περάσουν στην απέναντι όχθη του ποταμού.
Ήδη οι Πέρσες και τα άλογά τους δέχονταν χτυπήματα στα πρόσωπα με τα δόρατα από παντού· συγχρόνως τους απωθούσαν οι ιππείς, μεγάλες όμως απώλειες τους προκαλούσαν και οι ελαφρά οπλισμένοι, που ήταν ανακατεμένοι με τους ιππείς· έτσι άρχισαν να υποχωρούν πρώτα στο μέρος, όπου ο Αλέξανδρος αγωνιζόταν ριψοκινδυνεύοντας μπροστά από τους άλλους. Και μόλις υποχώρησε το κέντρο, έσπασαν αμέσως και οι δύο πτέρυγες του ιππικού και γενικεύτηκε πια η φυγή.
Από τους Πέρσες ιππείς σκοτώθηκαν περίπου χίλιοι, επειδή ο Αλέξανδρος δεν τους καταδίωξε πολύ, αλλά στράφηκε εναντίον των ξένων μισθοφόρων· αυτοί στο μεγαλύτερό τους μέρος παρέμεναν εκεί όπου από την αρχή παρατάχτηκαν, όχι από σταθερή εκτίμηση της καταστάσεως αλλά γιατί σάστισαν από την αναπάντεχη τροπή των πραγμάτων. Ο Αλέξανδρος οδήγησε εναντίον τους τη φάλαγγα, διατάζοντας συγχρόνως τους ιππείς του να τους επιτεθούν από όλες τις πλευρές· τους περικύκλωσε και μέσα σε λίγη ώρα τους κατέσφαξε· κανένας τους δεν μπόρεσε να διαφύγει, εκτός από πολύ λίγους που κρύφτηκαν ανάμεσα στους νεκρούς· πιάστηκαν επίσης αιχμάλωτοι γύρω στους δύο χιλιάδες μισθοφόροι.
Από τους αρχηγούς των Περσών σκοτώθηκαν ο Νιφάτης, ο Πετήνης και ο σατράπης της Λυδίας Σπιθριδάτης, και ο διοικητής της Καππαδοκίας Μιθροβουζάνης, και ο Μιθριδάτης, γαμπρός του Δαρείου, και ο Αρβουπάλης, γιος του Δαρείου, που ήταν γιος του Αρταξέρξη, και ο Φαρνάκης, αδελφός της γυναίκας του Δαρείου, και ο αρχηγός των ξένων μισθοφόρων Ωμάρης. Ο Αρσίτης μετά τη μάχη κατέφυγε στη Φρυγία και εκεί, όπως λένε, αυτοκτόνησε, γιατί θεωρήθηκε αίτιος της καταστροφής που έπαθαν τότε οι Πέρσες.
Από τους Μακεδόνες σκοτώθηκαν κατά την πρώτη επίθεση είκοσι πέντε περίπου εταίροι· γι᾽ αυτούς χάλκινοι ανδριάντες είναι στημένοι στο Δίο, που τους κατασκεύασε με εντολή του Αλεξάνδρου ο Λύσιππος, ο οποίος είχε προκριθεί να είναι ο αποκλειστικός κατασκευαστής και των ανδριάντων του Αλεξάνδρου. Από τους υπόλοιπους ιππείς σκοτώθηκαν πάνω από εξήντα και τριάντα περίπου πεζοί.
Όλους αυτούς τους έθαψε την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος μαζί με τα όπλα και τα άλλα εξαρτήματά τους. Τους γονείς και τα παιδιά τους τούς απάλλαξε από τους τοπικούς φόρους και από όλες τις άλλες σωματικές εργασίες ή τις έκτακτες εισφορές που αναλογούσαν στην περιουσία τους. Φρόντισε επίσης πολύ και τους τραυματίες· τους επισκέφθηκε τον καθένα χωριστά, είδε τα τραύματά τους και τους ρώτησε πώς τραυματίστηκε ο καθένας, δίνοντάς του την ευκαιρία να διηγηθεί τα κατορθώματά του και να υπερηφανευτεί γι᾽ αυτά.
Έθαψε επίσης τους αρχηγούς των Περσών, καθώς και τους Έλληνες μισθοφόρους που σκοτώθηκαν ενώ υπηρετούσαν στο πλευρό των εχθρών του· όσους όμως από αυτούς συνέλαβε αιχμαλώτους τους έδεσε με χειροπέδες και τους έστειλε στη Μακεδονία να δουλεύουν, επειδή παρά τις κοινές αποφάσεις των Ελλήνων, και μολονότι ήταν Έλληνες, πολέμησαν για χάρη των βαρβάρων εναντίον των συμφερόντων της Ελλάδος.
Απέστειλε επίσης στην Αθήνα τριακόσιες περσικές πανοπλίες ως αφιέρωμα στην Αθηνά στην Ακρόπολη. Διέταξε να αναγραφεί η εξής επιγραφή: «Ο Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου, και οι Έλληνες, εκτός από τους Λακεδαιμονίους, αφιερώνουν αυτές τις πανοπλίες, οι οποίες προέρχονται από τα λάφυρα των βαρβάρων που κατοικούν στην Ασία».
Ο Αλέξανδρος διόρισε τον Κάλα σατράπη της περιοχής που διοικούσε πριν ο Αρσίτης και όρισε να πληρώνουν οι κάτοικοί της τους ίδιους ακριβώς φόρους που πλήρωναν στον Δαρείο· διέταξε επίσης να επιστρέψουν στην πατρίδα τους όσοι βάρβαροι κατέβαιναν από τα βουνά και παραδίδονταν στον στρατό του.
Τους κατοίκους της πόλεως Ζέλειας απάλλαξε από κάθε κατηγορία, γιατί διαπίστωσε ότι είχαν υποχρεωθεί με τη βία να συμπολεμήσουν με τους βαρβάρους· και έστειλε τον Παρμενίωνα να παραλάβει το Δασκύλιο, το οποίο πράγματι παρέλαβε ο Παρμενίων, επειδή το είχαν εγκαταλείψει οι φρουροί του.
Ο ίδιος προχώρησε προς τις Σάρδεις και ενώ απείχε εβδομήντα περίπου σταδίους από εκεί, παρουσιάστηκαν εμπρός του ο Μιθρήνης, ο φρούραρχος της ακροπόλεως των Σάρδεων, και οι προύχοντες της πόλεως. Οι προύχοντες του παρέδωσαν την πόλη και ο Μιθρήνης την ακρόπολη και τα χρήματα.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε στον Έρμο ποταμό, που απέχει είκοσι περίπου σταδίους από τις Σάρδεις, και έστειλε στις Σάρδεις τον Αμύντα, τον γιο του Ανδρομένη, για να παραλάβει την ακρόπολη· τον Μιθρήνη τον κράτησε κοντά του και τον τίμησε πολύ· στους Σαρδιανούς και στους άλλους Λυδούς επέτρεψε να κάνουν χρήση των παλιών λυδικών νόμων και να αυτοδιοικούνται.
Ανέβηκε όμως και ο ίδιος στην ακρόπολη των Σάρδεων, όπου ήταν το φρούριο των Περσών. Η τοποθεσία της ακροπόλεως του φάνηκε οχυρή, γιατί ήταν πανύψηλη και απόκρημνη από παντού και οχυρωμένη ολόγυρα με τριπλό τείχος. Ο ίδιος έβαλε στον νου του να χτίσει στην ακρόπολη ναό του Ολυμπίου Διός και να ανεγείρει βωμό.
Ενώ λοιπόν αναζητούσε το καταλληλότερο σημείο της ακροπόλεως, ξέσπασε ξαφνικά, αν και ήταν καλοκαίρι, κακοκαιρία με δυνατές βροντές και έπεσε από τον ουρανό βροχή εκεί όπου βρίσκονταν τα ανάκτορα των Λυδών· από αυτό ο Αλέξανδρος υπέθεσε ότι του υπέδειξε ο θεός το μέρος όπου έπρεπε να χτίσει τον ναό του Διός, και έδωσε τις σχετικές διαταγές.
Άφησε τον Παυσανία, έναν από τους εταίρους, φρούραρχο της ακροπόλεως των Σάρδεων και τον Νικία υπεύθυνο για την κατανομή και την είσπραξη των φόρων. Διόρισε δε διοικητή της Λυδίας και της υπόλοιπης σατραπείας του Σπιθριδάτη τον Άσανδρο, τον γιο του Φιλώτα, και του έδωσε όσους ιππείς και ελαφρά οπλισμένους έκρινε ότι επαρκούσαν για τις ανάγκες της στιγμής.
Τον Κάλα και τον Αλέξανδρο, τον γιο του Αερόπου, τους έστειλε στη χώρα του Μέμνονα, μαζί με τους Πελοποννησίους και τους περισσότερους από τους υπόλοιπους συμμάχους εκτός από τους Αργείους· αυτοί παρέμειναν στις Σάρδεις για να φυλάγουν την ακρόπολη.
Στο μεταξύ, μόλις κυκλοφόρησε η είδηση για την ιππομαχία του Γρανικού, οι μισθοφόροι που φρουρούσαν την Έφεσο σηκώθηκαν και έφυγαν παίρνοντας δύο τριήρεις των Εφεσίων· μαζί τους αναχώρησε και ο Αμύντας, ο γιος του Αντιόχου, που εγκατέλειψε τη Μακεδονία για να αποφύγει τον Αλέξανδρο, όχι γιατί αυτός τον είχε βλάψει, αλλά γιατί ο ίδιος αντιπαθούσε τον Αλέξανδρο και φοβόταν μήπως πάθει κανένα κακό από αυτόν.
Ο Αλέξανδρος την τέταρτη μέρα έφθασε στην Έφεσο· επανέφερε στην πόλη όσους είχαν εξοριστεί εξαιτίας του και εγκατέστησε δημοκρατικό πολίτευμα καταλύοντας την ολιγαρχία· διέταξε επίσης να πληρώνουν στον ναό της Αρτέμιδος όσους φόρους πλήρωναν πριν στους βαρβάρους.
Μόλις λοιπόν έλειψε ο φόβος από τους ολιγαρχικούς, ο λαός της Εφέσου κινήθηκε να σκοτώσει όσους προσκάλεσαν τον Μέμνονα στην πόλη, όσους σύλησαν τον ναό της Αρτέμιδος και έριξαν κάτω το άγαλμα του Φιλίππου που βρισκόταν σε αυτόν, καθώς και όσους ανέσκαψαν και απομάκρυναν από την αγορά τον τάφο του Ηροπύθη, ο οποίος ελευθέρωσε την πόλη.
Λιθοβόλησαν λοιπόν τον Σύρφακα και τον γιο του Πελάγοντα καθώς και τα παιδιά των αδελφών του Σύρφακα, αφού τους έσυραν έξω από τον ναό. Ο Αλέξανδρος τους απαγόρευσε να καταδιώξουν άλλους πολίτες και να τους τιμωρήσουν, γιατί καταλάβαινε ότι, αν επιτραπεί στον λαό, μαζί με τους πραγματικά ενόχους θα εκτελέσει και μερικούς άλλους χωρίς δίκη, είτε από έχθρα είτε για να τους αρπάξει την περιουσία. Περισσότερο από καθετί άλλο η πράξη του αυτή στην Έφεσο έγινε αιτία να αποκτήσει τότε ο Αλέξανδρος μεγάλη εκτίμηση.
Στο μεταξύ ήρθαν από τη Μαγνησία και τις Τράλλεις απεσταλμένοι για να του παραδώσουν τις πόλεις τους. Ο Αλέξανδρος έστειλε σε αυτές τον Παρμενίωνα με δύο χιλιάδες πεντακόσιους μισθοφόρους πεζούς, άλλους τόσους Μακεδόνες και από το ιππικό των εταίρων περίπου διακόσιους· έστειλε επίσης τον Αλκίμαχο, τον γιο του Αγαθοκλή, με όχι λιγότερες δυνάμεις, στις αιολικές πόλεις και στις ιωνικές που ήταν ακόμη στην εξουσία των Περσών.
Τον διέταξε να καταλύει παντού τα ολιγαρχικά πολιτεύματα και να εγκαθιστά δημοκρατικά, να αποκαταστήσει σε όλες τις πόλεις τους πατροπαράδοτους νόμους και να τις απαλλάξει από τη φορολογία που πλήρωναν πριν στους Πέρσες. Ο ίδιος καθυστέρησε λίγο στην Έφεσο, όπου πρόσφερε θυσία στην Άρτεμη και οργάνωσε πομπή με όλον τον στρατό του οπλισμένο και παραταγμένο όπως στη μάχη.
Την επόμενη μέρα πήρε μαζί του τους υπόλοιπους πεζούς, τους τοξότες, τους Αγριάνες, τους Θράκες ιππείς, και από το ιππικό των εταίρων τη βασιλική ίλη και άλλες τρεις ακόμη ίλες και βάδισε κατά της Μιλήτου. Με επίθεση κατέλαβε τη λεγόμενη έξω πόλη, την οποία εγκατέλειψε η φρουρά της· στρατοπέδευσε εκεί και αποφάσισε να αποκλείσει τη μέσα πόλη με τείχος.
Γιατί ο Ηγησίστρατος, στον οποίο είχε ανατεθεί από τον βασιλιά των Περσών η φρούρηση της Μιλήτου, έστειλε στην αρχή γράμμα στον Αλέξανδρο παραδίνοντάς του την πόλη· μετά όμως πήρε θάρρος, επειδή οι περσικές δυνάμεις δεν ήταν μακριά, και σκεφτόταν να διαφυλάξει την πόλη για τους Πέρσες. Ο Νικάνωρ όμως οδηγώντας το ελληνικό ναυτικό πρόλαβε να καταπλεύσει τρεις μέρες πριν πλησιάσουν στη Μίλητο οι Πέρσες και να αγκυροβολήσει με εκατόν εξήντα πλοία στη νήσο Λάδη, που βρίσκεται δίπλα στη Μίλητο.
Τα πλοία των Περσών έφθασαν καθυστερημένα και, όταν οι ναύαρχοί τους πληροφορήθηκαν ότι τα πλοία του Νικάνορα είχαν καταπλεύσει πριν από αυτούς στη Λάδη, αγκυροβόλησαν κάτω από το όρος Μυκάλη. Γιατί ο Αλέξανδρος είχε καταλάβει από πριν τη νήσο Λάδη, όχι μόνο προσορμίζοντας τα πλοία του, αλλά και με τους Θράκες και με τέσσερις χιλιάδες περίπου άλλους μισθοφόρους που μετέφερε σε αυτήν· τα πλοία των βαρβάρων ήταν περίπου τετρακόσια.
Παρ᾽ όλα αυτά ο Παρμενίων συμβούλευε τον Αλέξανδρο να συνάψει αμέσως ναυμαχία με τους Πέρσες· ήλπιζε ότι οι Έλληνες θα νικήσουν με τον στόλο τους και για άλλους λόγους, αλλά κυρίως γιατί τον έπειθε κάτι θεϊκό που είδε: έναν αετό να κάθεται στην παραλία προς τις πρύμνες των πλοίων του Αλεξάνδρου. Υποστήριζε άλλωστε ότι, αν νικήσουν οι Μακεδόνες, θα είχαν μεγάλο συνολικό όφελος· αν πάλι νικηθούν, η αποτυχία τους αυτή δεν θα ήταν και μεγάλο ατύχημα, γιατί έτσι και αλλιώς κυριαρχούσαν στη θάλασσα οι Πέρσες. Είπε ακόμη ότι και ο ίδιος ήταν πρόθυμος να επιβιβαστεί στα πλοία και να ριψοκινδυνεύσει.
Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι ο Παρμενίων και στην κρίση του κάμνει λάθος και στην όχι ευλογοφανή εξήγηση του οιωνού· γιατί θα ήταν απερίσκεπτο, είπε, να ναυμαχήσει με λίγα πλοία εναντίον των πολύ περισσοτέρων εχθρικών και με το δικό του αγύμναστο ναυτικό να αντιμετωπίσει τον προγυμνασμένο στόλο των Κυπρίων και των Φοινίκων.
Επιπλέον, δεν ήθελε να παραδώσει στους βαρβάρους την πείρα και την τόλμη των Μακεδόνων σε ένα τόσο αβέβαιο μέρος· γιατί αν έχαναν τη ναυμαχία, η ζημιά δεν θα ήταν καθόλου μικρή για την προηγούμενη πολεμική τους φήμη· και εκτός από τα άλλα θα επαναστατούσαν και οι Έλληνες, ξεσηκωμένοι από την είδηση της ναυτικής αποτυχίας.
Λαμβάνοντας λοιπόν όλα αυτά υπόψη του γνωμάτευσε ότι δεν ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να ναυμαχήσει. Το θεϊκό σημάδι όμως ο ίδιος το εξηγούσε διαφορετικά· ήταν βέβαια γυρισμένος προς αυτόν ο αετός, επειδή όμως φαινόταν καθισμένος στη γη, πίστευε ότι σήμαινε μάλλον ότι από την ξηρά θα νικήσει τον περσικό στόλο.
Στο μεταξύ ο λαός της Μιλήτου και οι ξένοι μισθοφόροι, στους οποίους είχε κυρίως ανατεθεί η ασφάλεια της Μιλήτου, έστειλαν στον Αλέξανδρο τον Γλαύκιππο, έναν από τους προύχοντες της πόλεως· αυτός του ανέφερε ότι οι Μιλήσιοι επιθυμούν να διαθέτουν τα τείχη και τα λιμάνια τους να τα χρησιμοποιούν από κοινού και ο Αλέξανδρος και οι Πέρσες, και ζητούσε με αυτούς τους όρους να λύσει ο Αλέξανδρος την πολιορκία.
Ο Αλέξανδρος όμως διέταξε τον Γλαύκιππο να αναχωρήσει αμέσως για την πόλη και να αναγγείλει στους Μιλησίους να είναι έτοιμοι για να πολεμήσουν το πρωί. Ο ίδιος τοποθέτησε κοντά στα τείχη πολιορκητικές μηχανές και μέσα σε λίγη ώρα κατακρήμνισε ένα τμήμα τους και ένα άλλο μεγαλύτερο το κατέστησε ετοιμόρροπο. Έπειτα οδήγησε κοντά στο τείχος τους στρατιώτες του με σκοπό να το ανέβουν από τα μέρη που είχαν γκρεμιστεί ή είχαν τρανταχτεί. Την ίδια στιγμή οι Πέρσες παρακολουθούσαν από κοντά και σχεδόν έβλεπαν από τη Μυκάλη να πολιορκούνται οι φίλοι και σύμμαχοί τους.
Στο μεταξύ οι ναύτες του Νικάνορα βλέποντας από τη Λάδη την επίθεση των στρατιωτών του Αλεξάνδρου έπλευσαν στο λιμάνι της Μιλήτου κωπηλατώντας κατά μήκος της ξηράς· προσορμίζοντας το ένα κοντά στο άλλο τα πλοία τους με την πλώρη γυρισμένη προς τον εχθρό, επάνω στο στόμιο του λιμανιού, εκεί ακριβώς που ήταν το στενότερο σημείο, απέκλεισαν τον περσικό στόλο από το λιμάνι και τους Μιλησίους από τις ενισχύσεις των Περσών.
Τότε, επειδή οι Μιλήσιοι και οι μισθοφόροι τους πιέζονταν από παντού από τους Μακεδόνες, άλλοι από αυτούς ρίχνονταν στη θάλασσα επάνω στις αναποδογυρισμένες ασπίδες τους και έβγαιναν κολυμπώντας σε ένα ανώνυμο νησάκι, πολύ κοντά στην πόλη τους, ενώ άλλοι έμπαιναν σε πλοιάρια και, στη βιασύνη τους να προλάβουν τις τριήρεις των Μακεδόνων, συλλαμβάνονταν από αυτές στην είσοδο του λιμανιού· οι περισσότεροι όμως χάθηκαν μέσα στην ίδια τη Μίλητο.
Μετά την κατάληψη της Μιλήτου έπλευσε ο ίδιος ο Αλέξανδρος εναντίον εκείνων που είχαν καταφύγει στο νησί. Έδωσε διαταγή να τοποθετηθούν σκάλες στις πλώρες των πολεμικών του πλοίων, για να επιχειρήσει απόβαση από τα πλοία στα απόκρημνα μέρη του νησιού σαν να ήταν τείχη φρουρίου.
Όταν όμως είδε ότι αυτοί που κατέφυγαν στο νησί ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν ως το τέλος, τους λυπήθηκε, επειδή του φάνηκαν γενναίοι άνδρες και πιστοί, και συνθηκολόγησε μαζί τους με τον όρο να τον ακολουθήσουν στην εκστρατεία. Οι στρατιώτες αυτοί ήταν τριακόσιοι περίπου Έλληνες μισθοφόροι. Και τους ίδιους όμως τους Μιλησίους, όσοι δεν σκοτώθηκαν στην κατάληψη της πόλεως, τους συγχώρησε και τους επέτρεψε να ζουν ελεύθεροι.
Οι βάρβαροι ωστόσο, χρησιμοποιώντας ως ορμητήριο τη Μυκάλη, έπλεαν τη μέρα εναντίον του ελληνικού στόλου με την ελπίδα ότι θα τον προκαλούσαν σε ναυμαχία· τη νύχτα όμως άραζαν κοντά στη Μυκάλη σε ακατάλληλο αγκυροβόλι, γιατί αναγκάζονταν να προμηθεύονται νερό από μακριά, από τις εκβολές του Μαίανδρου ποταμού.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν φύλαγε με τα πλοία το λιμάνι των Μιλησίων, για να μην παραβιάσουν οι βάρβαροι την είσοδό του· έστειλε όμως τον Φιλώτα στη Μυκάλη με τους ιππείς και με τρία τάγματα πεζικού, με την εντολή να εμποδίζει τα πληρώματα του περσικού στόλου να βγαίνουν στη στεριά. Αυτοί, επειδή από έλλειψη νερού και άλλων αναγκαίων έμοιαζαν σχεδόν σαν πολιορκημένοι μέσα στα πλοία τους, απέπλευσαν για τη Σάμο. Προμηθεύτηκαν τρόφιμα από εκεί και έπλευσαν ξανά προς τη Μίλητο.
Τα περισσότερα πλοία τους τα παρέταξαν μπροστά στο λιμάνι στα ανοιχτά, μήπως και παρασύρουν προς το πέλαγος τους Μακεδόνες· πέντε όμως από αυτά μπήκαν στο λιμάνι που ήταν ανάμεσα στη νήσο Λάδη και στο μακεδονικό στρατόπεδο, με την προσδοκία ότι θα έβρισκαν άδεια τα πλοία του Αλεξάνδρου, επειδή είχαν πληροφορηθεί ότι τον περισσότερο καιρό οι ναύτες απομακρύνονταν από τα πλοία, άλλοι για φρύγανα, άλλοι για προμήθειες και άλλοι για επισιτισμό.
Έλειπαν πράγματι μερικοί ναύτες, αλλά με αυτούς που ήταν εκεί επάνδρωσε ο Αλέξανδρος δέκα πλοία του. Μόλις λοιπόν είδε τα πέντε περσικά πλοία να πλέουν προς το μέρος του, τα έστειλε με βιασύνη εναντίον τους, με την εντολή να επιτεθούν με τις πλώρες κατά μέτωπον και να τα βυθίσουν. Όταν οι ναύτες των πέντε περσικών πλοίων είδαν τους Μακεδόνες να πλέουν αναπάντεχα εναντίον τους, έκαμαν στροφή από μακριά και κατέφυγαν στον υπόλοιπο στόλο τους.
Κατά την καταδίωξη κυριεύτηκε αύτανδρο το πλοίο των Ιασσέων, επειδή δεν έτρεχε γρήγορα, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα πρόφθασαν και κατέφυγαν στον στόλο τους. Έτσι λοιπόν απέπλευσαν άπρακτοι οι Πέρσες από τη Μίλητο.
Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να διαλύσει το ναυτικό του, από τη μια γιατί εκείνη την εποχή δεν είχε χρήματα και από την άλλη γιατί έβλεπε ότι δεν μπορούσε με τον στόλο του να αντιμετωπίσει τον περσικό· γι᾽ αυτόν τον λόγο δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο και μικρό έστω μέρος του στρατού του. Σκεφτόταν άλλωστε ότι δεν χρειαζόταν πια το ναυτικό του, αφού κατείχε ήδη με το πεζικό του την Ασία· αν μάλιστα κυρίευε και τις παραλιακές πόλεις, τότε θα διέλυε το περσικό ναυτικό, γιατί οι Πέρσες δεν θα είχαν ούτε από πού να αναπληρώσουν τον εφοδιασμό τους σε ναύτες ούτε σε ποιό μέρος της Ασίας να προσορμιστούν. Και την εμφάνιση του αετού την εξηγούσε πως σήμαινε ότι από την ξηρά θα νικήσει τα πλοία.
Αφού τακτοποίησε τα ζητήματα αυτά, βάδισε προς την Καρία, γιατί πληροφορήθηκε ότι είχαν συγκεντρωθεί στην Αλικαρνασσό σημαντικές δυνάμεις Περσών και μισθοφόρων. Κυρίευσε λοιπόν κατά την πορεία του με έφοδο όσες πόλεις ήταν μεταξύ της Μιλήτου και της Αλικαρνασσού και έστησε το στρατόπεδό του κοντά στην Αλικαρνασσό, σε σημείο που απείχε πέντε περίπου σταδίους από την πόλη, πιστεύοντας ότι η πολιορκία της θα κρατούσε για πολύ.
Η φυσική διαμόρφωση του τόπου έκανε την Αλικαρνασσό πολύ οχυρή· όπου πάλι φαινόταν ότι παρουσίαζε αδύνατα σημεία ως προς την ασφάλεια, όλα αυτά τα είχε από πολύν καιρό ετοιμάσει και με την προσωπική του παρουσία ο Μέμνων, γιατί είχε ήδη διοριστεί από τον Δαρείο στρατηγός της κάτω Ασίας και ολόκληρου του ναυτικού· είχαν επίσης αφεθεί στην πόλη πολλοί ξένοι μισθοφόροι, καθώς και πολλοί από τους ίδιους τους Πέρσες· ακόμη ήταν αγκυροβολημένα και τα πολεμικά πλοία στο λιμάνι, ώστε να μπορούν και οι ναύτες τους να προσφέρουν μεγάλη υπηρεσία στην άμυνα.
Κατά την πρώτη λοιπόν μέρα, ενώ ο Αλέξανδρος οδηγούσε τον στρατό του στο τείχος κοντά στις πύλες που οδηγούν προς τα Μύλασα, επιχείρησαν οι πολιορκούμενοι έξοδο και έγινε αψιμαχία· οι στρατιώτες όμως του Αλεξάνδρου χωρίς δυσκολία τους αναχαίτισαν με αντεπίθεση και τους έκλεισαν στην πόλη.
Λίγες μέρες αργότερα ο Αλέξανδρος πήρε μαζί του τους υπασπιστές και το ιππικό των εταίρων και τα πεζικά τάγματα του Αμύντα, του Περδίκκα και του Μελέαγρου, και ακόμη τους τοξότες και τους Αγριάνες, και περιόδευσε το μέρος της πόλεως που είναι στραμμένο προς τη Μύνδο, για να διερευνήσει μήπως από εκεί ήταν πιο ευπρόσβλητο το τείχος και συγχρόνως μήπως μπορούσε να κυριεύσει τη Μύνδο με επίθεση χωρίς να γίνει αντιληπτός· γιατί πίστευε ότι δεν θα ήταν μικρή η ωφέλεια για την πολιορκία της Αλικαρνασσού, αν γινόταν δική του η Μύνδος· μερικοί μάλιστα Μύνδιοι του είχαν υποσχεθεί να του παραδώσουν την πόλη τους, αν ερχόταν κρυφά τη νύχτα.
Όπως λοιπόν είχαν συμφωνήσει, πλησίασε τα τείχη της Μύνδου κατά τα μεσάνυχτα· δεν υπήρχε όμως καμιά ένδειξη για παράδοση από τους κατοίκους, ούτε είχε μαζί του πολιορκητικές μηχανές και σκάλες, μια και είχε έρθει όχι για πολιορκία, αλλά για παράδοση της Μύνδου με προδοσία· παρ᾽ όλα αυτά οδήγησε κοντά στην πόλη τη μακεδονική φάλαγγα και την διέταξε να σκάψει κάτω από το τείχος. Έναν τουλάχιστον πύργο γκρέμισαν οι Μακεδόνες, αλλά αν και έπεσε, δεν απογύμνωσε το τείχος.
Επειδή οι πολίτες της Μύνδου αμύνονταν γενναία και επειδή κατέπλευσαν πολλοί στρατιώτες από την Αλικαρνασσό για να τους βοηθήσουν, ήταν πια αδύνατο να καταλάβει ο Αλέξανδρος τη Μύνδο χωρίς την αναγκαία προπαρασκευή και με αιφνιδιασμό. Έτσι λοιπόν αποχώρησε χωρίς να επιτύχει τίποτε από εκείνα για τα οποία είχε ξεκινήσει και έστρεψε και πάλι την προσοχή του στην πολιορκία της Αλικαρνασσού.
Πρώτα-πρώτα άρχισε να γεμίζει με χώμα την τάφρο, που είχαν σκάψει οι πολιορκούμενοι μπροστά από την πόλη τους, και είχε πλάτος περίπου τριάντα πήχεις και βάθος δεκαπέντε. Αυτό θα διευκόλυνε την προσέγγιση των κινητών πύργων, από τους οποίους λογάριαζε να ρίχνει βλήματα κατά των υπερασπιστών των τειχών, καθώς και των άλλων πολιορκητικών μηχανών, με τις οποίες σκόπευε να τραντάξει τα τείχη.
Και πραγματικά η τάφρος σκεπάστηκε με χώμα χωρίς δυσκολία, οπότε άρχισαν να μεταφέρονται κοντά στα τείχη οι κινητοί πύργοι. Οι υπερασπιστές της Αλικαρνασσού επιχείρησαν έξοδο τη νύχτα, για να πυρπολήσουν τους κινητούς πύργους και όλα τα άλλα μηχανήματα που είχαν ήδη μεταφερθεί στο τείχος ή ήταν έτοιμα να μεταφερθούν. Όμως οι Μακεδόνες φρουροί των μηχανών, καθώς και άλλοι στρατιώτες που ξεσηκώθηκαν από τον θόρυβο, έτρεξαν σε βοήθεια και κατόρθωσαν χωρίς δυσκολία να τους κλείσουν και πάλι στα τείχη.
Από τους Αλικαρνασσείς σκοτώθηκαν περίπου εκατόν εβδομήντα. Μεταξύ αυτών ήταν ο Νεοπτόλεμος, ο γιος του Αρραβαίου και αδελφός του Αμύντα, ένας από αυτούς που αυτομόλησαν στον Δαρείο· από τους στρατιώτες του Αλεξάνδρου σκοτώθηκαν περίπου δεκαέξι και τραυματίστηκαν περίπου τριακόσιοι, γιατί η έξοδος έγινε νύχτα και ήταν δύσκολο για τους Μακεδόνες να αποφύγουν τους τραυματισμούς.
Ύστερα από λίγες μέρες δυο Μακεδόνες οπλίτες από το τάγμα του Περδίκκα, που έμεναν στην ίδια σκηνή και έπιναν μαζί κρασί, άρχισαν να καυχώνται ο καθένας για τον εαυτό του και για τα κατορθώματά του. Ενώ λοιπόν είχε ξεσπάσει φιλονικία ανάμεσά τους, που την υποδαύλιζε κάπως και το κρασί, αρπάζουν ξαφνικά με δική τους πρωτοβουλία τα όπλα τους και επιχειρούν επίθεση κατά τους τείχους από την πλευρά του υψώματος που είναι στραμμένο κυρίως προς τα Μύλασα, για να επιδείξουν μάλλον την παλληκαριά τους παρά να διακινδυνεύσουν πολεμώντας με τον εχθρό.
Όταν όμως μερικοί Αλικαρνασσείς παρατήρησαν από την πόλη ότι αυτοί ήταν μονάχα δύο και ότι πλησίαζαν απερίσκεπτα τα τείχη, έτρεξαν έξω εναντίον τους. Αυτοί όμως σκότωσαν όσους τους πλησίασαν κοντά και άρχισαν να ρίχνουν βέλη εναντίον εκείνων που βρίσκονταν μακριά τους, μολονότι μειονεκτούσαν και σε αριθμό και στην ακαταλληλότητα της θέσεως, γιατί οι εχθροί επιχειρούσαν έφοδο και έριχναν τα βέλη τους από ψηλά.
Στο μεταξύ έτρεξαν και άλλοι από τους στρατιώτες του Περδίκκα και άλλοι πάλι από την Αλικαρνασσό· έτσι έγινε άγρια μάχη κοντά στο τείχος· και ξανακλείστηκαν πάλι από τους Μακεδόνες μέσα στις πύλες αυτοί που επιχείρησαν την έξοδο. Παρά λίγο μάλιστα να κυριευτεί η πόλη,
επειδή τα τείχη στην περίσταση αυτή δεν φρουρούνταν αυστηρά και συγχρόνως είχαν καταπέσει στο έδαφος δύο πύργοι καθώς και το μεταξύ τους μέρος του τείχους· αν λοιπόν έπαιρναν μέρος στη σύγκρουση όλοι οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου, θα τους ήταν εύκολο να περάσουν μέσα στο τείχος. Άλλωστε και ο τρίτος πύργος είχε τρανταχτεί και δεν θα ήταν δύσκολο να γκρεμιστεί και αυτός, αν οι Μακεδόνες τον έσκαβαν από κάτω· πρόλαβαν όμως οι πολιορκούμενοι και στη θέση του τείχους που είχε πέσει έχτισαν άλλο από μέσα με πλίνθους σε σχήμα ημισελήνου, χωρίς δυσκολία, χάρη στα πολλά εργατικά χέρια.
Την άλλη μέρα οδήγησε ο Αλέξανδρος τις πολιορκητικές του μηχανές και εναντίον αυτού του τείχους. Όσοι ήταν στην πόλη επιχείρησαν πάλι έξοδο, με σκοπό να κάψουν τις μηχανές. Και έκαψαν πράγματι ένα μέρος των προστατευτικών προπετασμάτων που βρίσκονταν κοντά στο τείχος καθώς και τμήμα ενός ξύλινου πύργου· τα υπόλοιπα όμως διασώθηκαν από τους άνδρες του Φιλώτα και του Ελλάνικου, στους οποίους είχε ανατεθεί η φρούρησή τους. Μόλις όμως εμφανίστηκε ο Αλέξανδρος κατά την ώρα της εξόδου, οι πολιορκούμενοι πέταξαν κάτω τα δαδιά που κρατούσαν στα χέρια τους κατά την έξοδο —οι περισσότεροι μάλιστα από αυτούς και τα όπλα τους— και κατέφυγαν στα τείχη.
Και όμως στην αρχή βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση από τη φύση του μέρους που κατείχαν, γιατί ήταν ψηλά. Είχαν ακόμη τη δυνατότητα να ρίχνουν βλήματα εναντίον των υπερασπιστών των μηχανημάτων όχι μόνο κατά μέτωπο, αλλά και από τους πύργους που είχαν μείνει όρθιοι στις δυο πλευρές του γκρεμισμένου τείχους· έτσι μπορούσαν να ρίχνουν βλήματα και από τα πλάγια και παραλίγο και από τα νώτα εναντίον εκείνων που πλησίαζαν στο χτισμένο αντιτείχισμα.
Λίγες μέρες αργότερα, ενώ ο Αλέξανδρος οδηγούσε τις πολιορκητικές μηχανές του εναντίον του εσωτερικού πλίνθινου τείχους και επιστατούσε μάλιστα ο ίδιος στην επιχείρηση, γίνεται γενική έξοδος από την πόλη· άλλοι από αυτούς επιτέθηκαν από τη μεριά του γκρεμισμένου τείχους, όπου είχε τοποθετηθεί και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, και άλλοι από το Τρίπυλο, όπου καθόλου δεν τους περίμεναν οι Μακεδόνες.
Οι πολιορκούμενοι πετούσαν αναμμένα δαδιά στα μηχανήματα των Μακεδόνων, καθώς και άλλα υλικά από εκείνα που ανάβουν τη φλόγα και την μεταδίδουν σε μεγάλη έκταση· επειδή όμως οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου επιχείρησαν αντεπίθεση εναντίον τους με σφοδρότητα και τους εκσφενδόνιζαν μεγάλες πέτρες με τις μηχανές τους από τους πύργους ρίχνοντάς τους συγχρόνως και βέλη, τους έτρεψαν με ευκολία σε φυγή και τους υποχρέωσαν να καταφύγουν στην πόλη.
Μεγάλη σφαγή έγινε στο σημείο αυτό, επειδή και περισσότεροι πήραν μέρος στην έξοδο και μεγαλύτερη τόλμη επέδειξαν. Άλλοι από αυτούς σκοτώθηκαν στη σύγκρουση με τους Μακεδόνες και άλλοι γύρω από το γκρεμισμένο τείχος, επειδή το πέρασμα ήταν πολύ στενό για ένα τόσο μεγάλο πλήθος· και τα σωριασμένα ερείπια του τείχους έκαναν ακόμη πιο δύσκολη τη διάβασή τους.
Εκείνους πάλι που εξόρμησαν από το Τρίπυλο τους αντιμετώπισε ο Πτολεμαίος, ο βασιλικός σωματοφύλακας, οδηγώντας τα τάγματα του Αδαίου και Τιμάνδρου καθώς και μερικούς ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες· και αυτοί χωρίς δυσκολία έτρεψαν σε φυγή όσους εξόρμησαν από την πόλη.
Κατά την αποχώρησή τους έτυχε να βρεθούν και αυτοί σε ένα στενό γεφύρι που είχε κατασκευαστεί πάνω από την τάφρο, το οποίο κατά τη φυγή τους υποχώρησε εξαιτίας του μεγάλου αριθμού τους και πολλοί έπεσαν στην τάφρο· άλλοι από αυτούς καταπατήθηκαν από τους δικούς τους και άλλοι εξοντώθηκαν από τους Μακεδόνες που τους χτυπούσαν από ψηλά.
Η μεγαλύτερη όμως σφαγή έγινε γύρω από τις ίδιες τις πύλες, γιατί τις έκλεισαν νωρίτερα από ό,τι έπρεπε μέσα στον πανικό τους, επειδή φοβήθηκαν μήπως μαζί με αυτούς που υποχωρούσαν μπουν στην πόλη τους και οι Μακεδόνες που τους ακολουθούσαν από κοντά· έτσι όμως απέκλεισαν την είσοδο και σε πολλούς δικούς τους στρατιώτες, τους οποίους σκότωσαν οι Μακεδόνες κοντά στα ίδια τα τείχη τους.
Λίγο μάλιστα έλειψε να κυριευτεί τότε η πόλη, αν δεν απέσυρε τον στρατό του ο Αλέξανδρος, γιατί ήθελε και τώρα ακόμη να σώσει την Αλικαρνασσό, αν οι Αλικαρνασσείς έδειχναν κάποια φιλική υποχωρητικότητα. Από τους πολιορκούμενους σκοτώθηκαν χίλιοι περίπου, ενώ από τους στρατιώτες του Αλεξάνδρου γύρω στους σαράντα. Ανάμεσά τους ήταν ο Πτολεμαίος, ο σωματοφύλακας, ο Κλέαρχος, ο αρχηγός των τοξοτών, ο χιλίαρχος Αδαίος καθώς και άλλοι επιφανείς Μακεδόνες.
Τότε λοιπόν συναντήθηκαν οι αρχηγοί των Περσών Οροντοβάτης και Μέμνων και έκριναν ότι, όπως είχαν τα πράγματα, δεν μπορούσαν να αντέξουν για πολύ χρόνο την πολιορκία· ένα μέρος του τείχους είχε γκρεμιστεί, όπως έβλεπαν, και ένα άλλο ήταν ετοιμόρροπο· από τους στρατιώτες τους πολλοί είχαν σκοτωθεί κατά τις εξορμήσεις από την πόλη και άλλοι πάλι εξαιτίας των τραυμάτων ήταν ανίκανοι για μάχη.
Λογαριάζοντας όλα αυτά, γύρω στη δεύτερη νυχτερινή φρουρά, βάζουν φωτιά στον ξύλινο πύργο που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει για την αντιμετώπιση των εχθρικών μηχανημάτων, καθώς και στις στοές τους, όπου φύλαγαν τα βέλη.
Έβαλαν επίσης φωτιά και στα σπίτια, που ήταν κοντά στο τείχος· σε άλλα όμως σπίτια η φλόγα μεταδόθηκε από τις στοές και από τον ξύλινο πύργο, γιατί και δυνατή ήταν και ο άνεμος φυσούσε προς εκείνο το μέρος· από τους πολιορκούμενους άλλοι αποσύρθηκαν στην ακρόπολη που υπήρχε στο νησί και άλλοι κατέφυγαν στο ύψωμα που ονομάζεται Σαλμακίδα.
Μόλις ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τα νέα από μερικούς αυτόμολους που διέφυγαν από την πυρπολούμενη πόλη και είδε και ο ίδιος ότι η φωτιά είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις, μολονότι ήταν περίπου μεσάνυχτα όταν γίνονταν αυτά, οδήγησε από το στρατόπεδο τους Μακεδόνες στην πόλη και σκότωσε όσους εξακολουθούσαν ακόμη να την πυρπολούν· όσους όμως από τους Αλικαρνασσείς συνελάμβαναν μέσα στα σπίτια τους, αυτούς έδωσε εντολή να μην τους σκοτώνουν.
Άρχιζε πια να ξημερώνει, όταν παρατήρησε ο Αλέξανδρος τα υψώματα που είχαν καταλάβει οι Πέρσες και οι μισθοφόροι και αποφάσισε να μην επιχειρήσει την πολιορκία τους· καταλάβαινε ότι μια τέτοια επιχείρηση θα τον καθυστερούσε πολύ εξαιτίας της φυσικής οχυρότητας των τόπων· και ούτε άλλωστε είχε μεγάλη σημασία η κατάληψή τους, μιας και κατείχε ήδη ολόκληρη την πόλη.
Αφού λοιπόν έθαψε όσους σκοτώθηκαν τη νύχτα, διέταξε τους υπεύθυνους των πολιορκητικών μηχανών να τις μεταφέρουν στις Τράλλεις, ενώ ο ίδιος κατέσκαψε την πόλη και, αφήνοντας τρεις χιλιάδες πεζούς μισθοφόρους και διακόσιους περίπου ιππείς με αρχηγό τον Πτολεμαίο, για να φρουρούν την Αλικαρνασσό και την υπόλοιπη Καρία, ξεκίνησε για τη Φρυγία.
Ως σατράπη ολόκληρης της Καρίας διόρισε την Άδα, την κόρη του Εκατόμνωα και γυναίκα του Ιδριέα· αυτός, αν και ήταν αδελφός της, συγκατοικούσε μαζί της σύμφωνα με τα έθιμα των Καρών. Ο Ιδριέας πεθαίνοντας άφησε την εξουσία στην Άδα, επειδή από την εποχή της Σεμίραμης συνηθιζόταν στην Ασία και γυναίκες να κυβερνούν τους άνδρες. Ο Πιξώδαρος όμως της αφαίρεσε την εξουσία και ανέλαβε ο ίδιος τη διακυβέρνηση.
Μετά τον θάνατο του Πιξώδαρου την εξουσία στην Καρία κατείχε ο Οροντοβάτης, που ήταν γαμπρός του Πιξώδαρου και τον είχε στείλει εκεί ο βασιλιάς της Περσίας. Η Άδα εξουσίαζε μόνον τα Άλινδα, έναν από τους πιο οχυρούς τόπους της Καρίας, και όταν ο Αλέξανδρος εισέβαλε στην Καρία, πήγε να τον συναντήσει, για να του παραδώσει τα Άλινδα και να τον ονομάσει θετό παιδί της. Ο Αλέξανδρος της έδωσε τα Άλινδα και δέχθηκε να ονομαστεί θετό παιδί της· και αφού κυρίευσε την Αλικαρνασσό και έγινε κύριος της υπόλοιπης Καρίας, της ανέθεσε να την διοικεί ολόκληρη.
Μερικοί Μακεδόνες από αυτούς που είχαν εκστρατεύσει μαζί με τον Αλέξανδρο έτυχε να έχουν παντρευτεί λίγο πριν από την εκστρατεία. Ο Αλέξανδρος σκέφθηκε ότι δεν έπρεπε να αδιαφορήσει και γι᾽ αυτούς· τους έστειλε λοιπόν από την Καρία στη Μακεδονία, για να περάσουν τον χειμώνα μαζί με τις γυναίκες τους, και όρισε αρχηγούς τους τον Πτολεμαίο, τον γιο του Σελεύκου, έναν από τους βασιλικούς σωματοφύλακες, και από τους στρατηγούς τον Κοίνο, τον γιο του Πολεμοκράτη, και τον Μελέαγρο, τον γιο του Νεοπτόλεμου, επειδή και αυτοί ήταν νιόπαντροι.
Τους διέταξε επίσης, όταν και αυτοί επιστρέψουν και φέρουν πίσω όλους όσοι στάλθηκαν μαζί τους, να στρατολογήσουν στη Μακεδονία όσο πιο πολλούς ιππείς και πεζούς μπορούσαν. Από την πράξη του αυτή, περισσότερο από κάθε άλλη, απέκτησε δημοτικότητα ο Αλέξανδρος ανάμεσα στους Μακεδόνες. Έστειλε όμως και τον Κλέανδρο, τον γιο του Πολεμοκράτη, στην Πελοπόννησο για να στρατολογήσει μισθοφόρους στρατιώτες.
Τον Παρμενίωνα απέστειλε στις Σάρδεις δίνοντάς του μια ιππαρχία από το ιππικό των εταίρων, τους Θεσσαλούς ιππείς, τους υπόλοιπους Έλληνες συμμάχους και τις άμαξες, και τον διέταξε να προχωρήσει από τις Σάρδεις προς τη Φρυγία. Ο ίδιος προχώρησε προς τη Λυκία και Παμφυλία, με τη σκέψη ότι κυριεύοντας τις παράλιες περιοχές θα αχρηστεύσει το ναυτικό των εχθρών.
Κατά την πορεία του πρώτα κυρίευσε με έφοδο τα Ύπαρνα, έναν τόπο οχυρό, που είχε ξένους μισθοφόρους για φρουρούς του· οι μισθοφόροι όμως συνθηκολόγησαν μαζί του και αποχώρησαν από την ακρόπολη. Στη συνέχεια εισέβαλε στη Λυκία και ύστερα από συμφωνία έγινε κύριος της Τελμισσού· αφού πέρασε τον ποταμό Ξάνθο, κατέλαβε τα Πίναρα, την πόλη Ξάνθο και τα Πάταρα, που του παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση καθώς και άλλες τριάντα περίπου μικρότερες πόλεις της περιοχής.
Αφού τακτοποίησε όλα αυτά τα ζητήματα, στην καρδιά του χειμώνα εισέβαλε στην περιοχή που ονομάζεται Μιλυάδα, η οποία, αν και ανήκει στη Μεγάλη Φρυγία, υπαγόταν τότε διοικητικά στη Λυκία κατά διαταγή του Μεγάλου Βασιλέως. Εδώ ήρθαν πρέσβεις των Φασηλιτών να ζητήσουν τη φιλία του και να τον στεφανώσουν με χρυσό στεφάνι· για τον ίδιο λόγο έστειλαν πρέσβεις τους και οι περισσότεροι από τους Λυκίους της παραλίας.
Ο Αλέξανδρος διέταξε τους Φασηλίτες και τους Λυκίους να παραδώσουν τις πόλεις τους σε εκείνους που θα έστελνε για τον σκοπό αυτό· και παραδόθηκαν πράγματι όλες οι πόλεις. Λίγο αργότερα έφθασε ο Αλέξανδρος στη Φάσηλη και μαζί με τους πολίτες της κυρίεψε για λογαριασμό τους ένα οχυρό φρούριο που είχαν κατασκευάσει οι Πισίδες μέσα στο έδαφος των Φασηλιτών. Εξορμώντας από το φρούριο αυτό οι βάρβαροι προξενούσαν μεγάλες ζημιές στους Φασηλίτες που καλλιεργούσαν τη γη.
Ενώ ήταν απασχολημένος ακόμη με τη Φάσηλη, τον πληροφόρησαν ότι ο Αλέξανδρος, ο γιος του Αερόπου, ο οποίος ήταν ένας από τους εταίρους και διοικούσε τότε το θεσσαλικό ιππικό, σχεδιάζει να τον δολοφονήσει. Αυτός ο Αλέξανδρος ήταν αδελφός του Ηρομένη και του Αρραβαίου που συνέπραξαν στη δολοφονία του Φιλίππου.
Και μολονότι τότε κατηγορήθηκε αυτός ως ύποπτος, ο Αλέξανδρος τον άφησε ελεύθερο, γιατί ήταν ανάμεσα στους πρώτους φίλους που παρουσιάστηκε σε αυτόν, όταν πέθανε ο Φίλιππος, και, αφού φόρεσε τον θώρακά του, τον συνόδεψε στα ανάκτορα· αργότερα ο βασιλιάς τον κράτησε κοντά του και τον τίμησε πολύ, αφού και στρατηγό της Θράκης τον ανέδειξε και, όταν ο Κάλας, ο ίππαρχος των Θεσσαλών, στάλθηκε σατράπης, αυτόν διόρισε αρχηγό του θεσσαλικού ιππικού. Τα σχετικά με την επιβουλή κατά της ζωής του τα έμαθε ο Αλέξανδρος με τον εξής τρόπο:
Ο Δαρείος, όταν ο Αμύντας αυτομόλησε προς αυτόν και μετέφερε προφορικές υποσχέσεις και επιστολή αυτού του Αλεξάνδρου, έστειλε στα παράλια της Μ. Ασίας τον Σισίνη, έναν έμπιστο Πέρση του περιβάλλοντός του. Προφασίστηκε ότι τον έστελνε να συναντήσει τον Ατιζύη, τον σατράπη της Μεγάλης Φρυγίας, στην πραγματικότητα όμως για να συναντήσει αυτόν τον Αλέξανδρο, τον γιο του Αερόπου, και να τον διαβεβαιώσει ότι αν δολοφονούσε τον βασιλιά Αλέξανδρο, ο Δαρείος θα τον εγκαταστήσει στον βασιλικό θρόνο της Μακεδονίας και θα του δώσει επιπλέον χίλια τάλαντα χρυσάφι.
Ο Σισίνης όμως έπεσε στα χέρια του Παρμενίωνα, στον οποίο ομολόγησε τον σκοπό της αποστολής του. Ο Παρμενίων τον έστειλε με στρατιωτική συνοδεία στον Αλέξανδρο, ο οποίος πληροφορήθηκε από τον Σισίνη τα ίδια πράγματα. Τότε ο βασιλιάς συγκέντρωσε τους φίλους του σε συμβούλιο και ζήτησε τη γνώμη τους σχετικά με το τί πρέπει να αποφασίσουν για την τύχη του Αλεξάνδρου.
Η γνώμη των εταίρων ήταν ότι ούτε στο παρελθόν ήταν σωστή η απόφασή του να αναθέσει τη διοίκηση του πιο επίλεκτου ιππικού του σε έναν αναξιόπιστο άνδρα και ότι τώρα έπρεπε να απαλλαγεί το γρηγορότερο από αυτόν, πριν δηλαδή συνδεθεί στενότερα με τους Θεσσαλούς και επιχειρήσει μαζί τους κανένα επαναστατικό κίνημα.
Τους φόβιζε, είπαν, και κάποιο θεϊκό σημάδι: Ενώ δηλαδή ο ίδιος ο Αλέξανδρος πολιορκούσε ακόμη την Αλικαρνασσό και αναπαυόταν το μεσημέρι, ένα χελιδόνι πετούσε πάνω και γύρω από το κεφάλι του· τιτίβιζε δυνατά, καθόταν πότε στο ένα μέρος του κρεβατιού του και πότε στο άλλο και έκανε κελαηδώντας μεγαλύτερο θόρυβο από τον συνηθισμένο.
Ο Αλέξανδρος από τη μεγάλη κούραση δεν μπορούσε να σηκωθεί από τον ύπνο του, αλλ᾽ επειδή η φωνή του χελιδονιού τον ενοχλούσε, το απομάκρυνε με απαλή κίνηση του χεριού του· όμως αν και χτυπήθηκε, κάθε άλλο παρά απομακρύνθηκε το χελιδόνι· κάθισε πάνω στο κεφάλι του και δεν σταμάτησε να κελαηδεί παρά μόνο αφού πια τον ξύπνησε ολότελα.
Το περιστατικό του χελιδονιού δεν το θεώρησε ο Αλέξανδρος ασήμαντο και το ανακοίνωσε στον μάντη Αρίστανδρο τον Τελμισσέα, ο οποίος του είπε ότι σήμαινε επιβουλή κατά της ζωής του από κάποιον από τους φίλους του· σήμαινε όμως και ότι η επιβουλή θα φανερωθεί, γιατί το χελιδόνι είναι ένα πουλί που συντροφεύει και αγαπά τους ανθρώπους και είναι από όλα τα άλλα πουλιά το πιο φλύαρο.
Συσχετίζοντας λοιπόν αυτά με τις πληροφορίες του Πέρση έστειλε τον Αμφοτερό, τον γιο του Αλεξάνδρου και αδελφό του Κρατερού, στον Παρμενίωνα. Έστειλε επίσης μαζί του και μερικούς Περγαίους, για να του δείξουν τον δρόμο. Ο Αμφοτερός ντύθηκε την τοπική στολή, για να μην αναγνωριστεί στον δρόμο, και έτσι έφθασε στον Παρμενίωνα χωρίς να γίνει αντιληπτός·
δεν έφερε όμως επιστολή του Αλεξάνδρου, γιατί ο βασιλιάς έκρινε ότι δεν έπρεπε να γράψει φανερά για ένα τέτοιο ζήτημα· ανακοίνωσε λοιπόν προφορικά στον Παρμενίωνα τις εντολές που είχε λάβει. Έτσι συνέλαβαν και φυλάκισαν αυτόν τον Αλέξανδρο.
Ξεκινώντας από τη Φάσηλη ο Αλέξανδρος απέστειλε ένα τμήμα του στρατού του στην Πέργη μέσα από τα βουνά, όπου οι Θράκες του είχαν ανοίξει τον δρόμο, επειδή διαφορετικά η διάβαση θα ήταν και δύσκολη και μακρά. Ο ίδιος οδηγούσε τους δικούς του κατά μήκος της παραλίας, από τον γιαλό. Σ᾽ αυτό το μέρος η διάβαση δεν είναι δυνατή παρά μόνο αν φυσούν βόρειοι άνεμοι· αν όμως επικρατούν οι νότιοι άνεμοι, είναι αδύνατο να περάσει κανείς από τον γιαλό.
Και τότε, όχι χωρίς θεϊκή επέμβαση, όπως το εξήγησε και ο ίδιος και οι δικοί του, ύστερα από νοτιάδες, φύσησαν δυνατοί βόρειοι άνεμοι που έκαναν εύκολη και γρήγορη τη διέλευση του Αλεξάνδρου. Καθώς προχωρούσε από την Πέργη, τον συνάντησαν στον δρόμο πρέσβεις των Ασπενδίων εξουσιοδοτημένοι να του παραδώσουν την πόλη, με την παράκληση όμως να μην τοποθετήσει στρατιωτική φρουρά σε αυτήν.
Οι πρέσβεις αναχώρησαν, αφού πέτυχαν για τη φρουρά αυτό που ζήτησαν· τους διέταξε όμως ο Αλέξανδρος να δώσουν πενήντα τάλαντα για μισθοδοσία των στρατιωτών του και τα άλογα που έτρεφαν για να τα προσφέρουν ως φόρο στον βασιλιά των Περσών. Οι πρέσβεις συμφώνησαν να του παραδώσουν και τα χρήματα και τα άλογα και αναχώρησαν.
Κατόπιν ο Αλέξανδρος προχώρησε προς τη Σίδη. Οι Σιδήτες είναι Κυμαίοι άποικοι από την αιολική Κύμη, και διηγούνται την εξής ιστορία για τους προγόνους τους: Μόλις κατέπλευσαν οι πρώτοι άποικοι που ήρθαν από την Κύμη και αποβιβάστηκαν για να κατοικήσουν σε εκείνον τον τόπο, ξέχασαν αμέσως την ελληνική και άρχισαν ξαφνικά να μιλούν μια βαρβαρική γλώσσα που δεν ήταν μάλιστα των βαρβάρων γειτόνων τους, αλλά μια ξεχωριστή δική τους γλώσσα, ανύπαρκτη ως τότε· από την εποχή εκείνη οι Σιδήτες μιλούσαν βαρβαρική γλώσσα, διαφορετική από τη γλώσσα των άλλων γειτόνων τους.
Αφού λοιπόν άφησε φρουρά στη Σίδη, προχώρησε εναντίον του Συλλίου, που ήταν μια οχυρωμένη πόλη και είχε φρουρά από ξένους μισθοφόρους και από ντόπιους βάρβαρους. Ο Αλέξανδρος όμως δεν μπόρεσε να κυριέψει το Σύλλιο με αιφνιδιαστική επίθεση και, ενώ προχωρούσε, τον ειδοποίησαν ότι οι Ασπένδιοι δεν θέλουν να εκτελέσουν τίποτε από όσα συμφωνήθηκαν, δηλαδή ούτε να παραδώσουν τα άλογα στους άνδρες που έστειλε ούτε να μετρήσουν σε αυτούς τα χρήματα· τον πληροφόρησαν ακόμη ότι οι Ασπένδιοι μάζευαν τα πράγματά τους από τα χωράφια και τα μετέφεραν στην πόλη, ότι έκλεισαν τις πύλες τους στους στρατιώτες του Αλεξάνδρου και ότι επισκευάζουν τα τείχη τους, όπου είχαν πάθει ζημιές. Όταν τα έμαθε αυτά ο Αλέξανδρος, γύρισε πίσω εναντίον της Ασπένδου.
Το μεγαλύτερο τμήμα της Ασπένδου είναι χτισμένο πάνω σε ένα οχυρό και απόκρημνο ύψωμα, δίπλα στο οποίο ρέει ο Ευρυμέδων ποταμός· και γύρω όμως από τα χαμηλά μέρη αυτού του υψώματος είχαν χτίσει οι Ασπένδιοι πολλές κατοικίες και τις είχαν περιβάλει με μικρό τείχος.
Όσοι λοιπόν κατοικούσαν στο τείχος το εγκατέλειψαν, μόλις κατάλαβαν ότι πλησιάζει ο Αλέξανδρος, καθώς και τα σπίτια που ήταν χτισμένα στα χαμηλά μέρη και πίστευαν ότι δεν μπορούσαν να τα υπερασπιστούν· γι᾽ αυτό όλοι μαζί κατέφυγαν στο ύψωμα. Όταν έφθασε ο Αλέξανδρος με τον στρατό του, μπήκε στο έρημο τείχος και στρατοπέδευσε στα σπίτια που είχαν εγκαταλείψει οι Ασπένδιοι.
Όταν οι Ασπένδιοι είδαν αναπάντεχα να καταφθάνει ο ίδιος ο Αλέξανδρος, και να τους έχει από όλες τις μεριές κυκλώσει ο στρατός του, έστειλαν αμέσως πρέσβεις παρακαλώντας τον να συμβιβαστεί μαζί τους με βάση τις προηγούμενες συμφωνίες. Αν και παρατήρησε ο Αλέξανδρος ότι η τοποθεσία ήταν οχυρή και ο ίδιος δεν ήταν προετοιμασμένος για μακροχρόνια πολιορκία, αρνήθηκε να συμβιβαστεί μαζί τους με βάση τους προηγούμενους όρους.
Απαίτησε επιπλέον να του παραδώσουν τους σημαντικότερους συμπολίτες τους ως ομήρους, καθώς και τα άλογα που του είχαν προηγουμένως υποσχεθεί και εκατό τάλαντα αντί πενήντα· να υπακούουν ακόμη στον σατράπη που διόρισε και να πληρώνουν ετήσιο φόρο στους Μακεδόνες· να γίνει τέλος διαιτησία για την περιοχή που κατηγορούνταν ότι με τη βία κατέλαβαν, αν και ανήκε στους γείτονές τους.
Αφού δέχτηκαν όλους τους όρους του, ξεκίνησε ο Αλέξανδρος για την Πέργη και αποκεί άρχισε να προχωρεί προς τη Φρυγία βαδίζοντας κοντά στην Τελμισσό. Οι κάτοικοι της πόλεως αυτής είναι από καταγωγής Πισίδες απολίτιστοι και κατοικούν σε τόπο πανύψηλο και ολόγυρα απόκρημνο· ακόμη και ο δρόμος που περνά κοντά στην πόλη τους είναι δύσκολος.
Αυτό συμβαίνει γιατί ένα βουνό εκτείνεται από την πόλη τους ως τον δρόμο, όπου και σταματά· απέναντι σε αυτό είναι ένα άλλο βουνό, όχι λιγότερο απόκρημνο. Αυτά σχηματίζουν ένα είδος πυλών πάνω στον δρόμο και είναι δυνατόν κρατώντας κανείς με μικρή φρουρά αυτά τα βουνά να καθιστά αδύνατη τη διάβαση. Έτσι και τότε οι Τελμισσείς είχαν εξορμήσει από την πόλη τους με όλες τους τις δυνάμεις και κατέλαβαν τα δύο υψώματα.
Όταν ο Αλέξανδρος παρατήρησε αυτά, διέταξε τους Μακεδόνες να στρατοπεδεύσουν στο μέρος εκείνο, όπου βρίσκονταν, επειδή κατάλαβε ότι δεν θα παραμείνουν όλοι οι Τελμισσείς, αν δουν τους Μακεδόνες να στρατοπεδεύουν εκεί, αλλά οι περισσότεροι θα φύγουν για την πόλη, που ήταν κοντά, αφήνοντας μονάχα φρουρούς στα υψώματα. Η εικασία του Αλεξάνδρου αποδείχτηκε σωστή: Οι περισσότεροι Τελμισσείς σηκώθηκαν και έφυγαν και έμειναν μονάχα οι φρουροί.
Αμέσως πήρε μαζί του τους τοξότες, τα τάγματα των ακοντιστών και τους οπλίτες με ελαφρότερο οπλισμό και τους οδήγησε εναντίον τους. Οι Τελμισσείς, μη μπορώντας να υπομείνουν τα βλήματα, αποχώρησαν εγκαταλείποντας τις θέσεις τους· έτσι ο Αλέξανδρος πέρασε τα στενά και στρατοπέδευσε κοντά στην πόλη.
Εκεί παρουσιάστηκαν σε αυτόν πρέσβεις των Σελγέων. Είναι και αυτοί απολίτιστοι Πισίδες και πολεμικοί και κατοικούν σε μεγάλη πόλη. Επειδή συνέβαινε να είναι από παλιά εχθροί με τους Τελμισσείς, είχαν στείλει πρέσβεις στον Αλέξανδρο να ζητήσουν τη φιλία του. Ο Αλέξανδρος συνθηκολόγησε μαζί τους και από τότε τους χρησιμοποίησε ως έμπιστους στο καθετί.
Απογοητεύθηκε όμως ότι θα μπορούσε σε μικρό χρονικό διάστημα να κυριέψει την Τελμισσό, γι᾽ αυτό βάδισε προς τη Σαγαλασσό· ήταν και αυτή μεγάλη πόλη και την κατοικούσαν Πισίδες, οι οποίοι μάλιστα φημίζονταν ότι ήταν οι πιο πολεμικοί από όλους τους Πισίδες, που ήταν καλοί πολεμιστές. Τότε λοιπόν οι Πισίδες είχαν καταλάβει τον λόφο που βρισκόταν μπροστά στην πόλη τους, γιατί ήταν οχυρός για άμυνα όσο και το τείχος, και περίμεναν εκεί.
Ο Αλέξανδρος παρέταξε ως εξής τη φάλαγγα των Μακεδόνων: Στη δεξιά πτέρυγα, όπου και ο ίδιος είχε πάρει θέση, έβαλε τους υπασπιστές και κοντά σε αυτούς τους πεζεταίρους αναπτύσσοντας την παράταξή τους ως την αριστερή του πτέρυγα, και τοποθέτησε τον κάθε στρατηγό κατά τη σειρά προτεραιότητας που είχε την ημέρα εκείνη η μονάδα του.
Αρχηγό της αριστερής πτέρυγας όρισε τον Αμύντα, τον γιο του Αρραβαίου. Μπροστά από αυτόν στη δεξιά του πτέρυγα τοποθέτησε τους τοξότες και τους Αγριάνες, ενώ στο αριστερό τους Θράκες ακοντιστές, που αρχηγός τους ήταν ο Σιτάλκης, γιατί οι ιππείς δεν ήταν χρήσιμοι, επειδή το μέρος αυτό ήταν στενόχωρο. Με τους Πισίδες συμπολεμούσαν και οι Τελμισσείς που είχαν τρέξει σε βοήθειά τους.
Οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου είχαν ήδη προσβάλει το βουνό που κατείχαν οι Πισίδες και βρίσκονταν στο πιο απόκρημνο σημείο της αναβάσεώς του. Τη στιγμή ακριβώς αυτήν επιχειρούν αιφνιδιαστική επίθεση στις δυο μακεδονικές πτέρυγες οι βάρβαροι χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, εκεί όπου γι᾽ αυτούς μεν ήταν πολύ εύκολο να προχωρήσουν, για τους εχθρούς όμως ήταν πολύ δύσκολη η προσέγγιση. Γι᾽ αυτό οι Πισίδες έτρεψαν σε φυγή τους τοξότες, επειδή και ελαφρά οπλισμένοι ήταν και οι πρώτοι που έφτασαν κοντά, ενώ οι Αγριάνες κράτησαν τις θέσεις τους.
Γιατί πλησίαζε ήδη η φάλαγγα των Μακεδόνων και μπροστά από αυτήν διακρινόταν ο Αλέξανδρος. Και όταν πια ήρθαν στα χέρια, τότε αναγκάστηκαν οι βάρβαροι να υποχωρήσουν, επειδή και χωρίς προστατευτικό οπλισμό εφορμούσαν εναντίον των οπλιτών και σκοτώνονταν χτυπημένοι από όλες τις μεριές.
Από αυτούς σκοτώθηκαν περίπου πεντακόσιοι,… επειδή ήταν ελαφρά οπλισμένοι και γνώριζαν καλά τα κατατόπια, δεν δυσκολεύθηκαν να απομακρυνθούν· αντίθετα οι Μακεδόνες ήταν διστακτικοί στην καταδίωξη, επειδή και βαριά οπλισμένοι ήταν και δεν γνώριζαν τους δρόμους.
Ο Αλέξανδρος ακολουθώντας από κοντά τους φυγάδες, κυρίεψε με έφοδο την πόλη τους. Από τους στρατιώτες του Αλεξάνδρου σκοτώθηκε ο στρατηγός των τοξοτών Κλέανδρος και άλλοι είκοσι περίπου άνδρες του. Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος έκαμε επίθεση εναντίον των υπόλοιπων Πισιδών και άλλα φρούριά τους κυρίεψε με μάχη, ενώ άλλα του παραδόθηκαν με συμφωνία.
Από την Πισιδία ο Αλέξανδρος προχώρησε προς τη Φρυγία βαδίζοντας κοντά στη λίμνη που ονομάζεται Ασκανία, στην οποία το αλάτι πήζει από μόνο του και το μεταχειρίζονται οι ντόπιοι, χωρίς να έχουν ανάγκη από τη θάλασσα γι᾽ αυτό. Την πέμπτη μέρα έφθασε στις Κελαινές, όπου υπήρχε ακρόπολη απόκρημνη από παντού. Ο σατράπης της Φρυγίας είχε εγκαταστήσει σε αυτήν φρουρά από χίλιους Κάρες και εκατό Έλληνες μισθοφόρους.
Οι μισθοφόροι έστειλαν πρέσβεις τους στον Αλέξανδρο και του υποσχέθηκαν να του παραδώσουν τον οχυρό τόπο, αν δεν τους ερχόταν απέξω βοήθεια την ημέρα που τους υποσχέθηκαν — αναφέροντάς του και την ημέρα. Ο Αλέξανδρος έκρινε ότι η λύση αυτή ήταν προτιμότερη από την πολιορκία, επειδή η ακρόπολη ήταν απρόσιτη από όλες τις μεριές.
Άφησε λοιπόν κοντά στις Κελαινές χίλιους πεντακόσιους περίπου στρατιώτες του για να τις φρουρούν. Ό ίδιος έμεινε δέκα μέρες στην περιοχή και μετά ξεκίνησε για το Γόρδιο, αφού διόρισε σατράπη της Μεγάλης Φρυγίας τον Αντίγονο, τον γιο του Φιλίππου, και τοποθέτησε στη θέση του ως στρατηγό των συμμάχων τον Βάλακρο, τον γιο του Αμύντα. Διέταξε επίσης τον Παρμενίωνα να πάρει μαζί του τις στρατιωτικές του δυνάμεις και να τον συναντήσει εκεί· και πραγματικά τον συνάντησε ο Παρμενίων με τον στρατό του.
Στο Γόρδιο κατέφθασαν και οι νιόπαντροι Μακεδόνες που είχαν αποσταλεί στη Μακεδονία και μαζί με αυτούς και άλλοι στρατιώτες που είχαν στρατολογηθεί πρόσφατα· τους οδηγούσαν ο Πτολεμαίος, ο γιος του Σελεύκου, ο Κοίνος, ο γιος του Πολεμοκράτη και ο Μελέαγρος, ο γιος του Νεοπτόλεμου· ήταν τρεις χιλιάδες πεζοί και τριακόσιοι ιππείς Μακεδόνες, διακόσιοι Θεσσαλοί ιππείς και εκατόν πενήντα Ηλείοι, που αρχηγός τους ήταν ο Αλκίας ο Ηλείος.
Το Γόρδιο είναι πόλη της Ελλησποντιακής Φρυγίας και είναι χτισμένο στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού. Ο Σαγγάριος, που οι πηγές του βρίσκονται στη Μεγάλη Φρυγία, διασχίζει τη χώρα των Βιθυνών Θρακών και χύνεται στον Εύξεινο Πόντο. Στο Γόρδιο παρουσιάστηκαν στον Αλέξανδρο πρέσβεις των Αθηναίων και τον παρακάλεσαν να τους κάμει τη χάρη να απελευθερώσει τους συμπολίτες τους αιχμαλώτους· αυτοί είχαν αιχμαλωτιστεί στη μάχη του Γρανικού πολεμώντας στο πλευρό των Περσών και τότε κρατούνταν δέσμιοι στη Μακεδονία μαζί με τους δύο χιλιάδες αιχμαλώτους·
αλλά οι Αθηναίοι πρέσβεις αναχώρησαν τότε χωρίς να γίνει δεκτό το αίτημά τους. Γιατί ο Αλέξανδρος έκρινε ότι δεν ήταν ασφαλές, ενώ συνεχιζόταν ακόμη ο πόλεμος εναντίον των Περσών, να μετριάσει κατά κάποιον τρόπο τον φόβο των Ελλήνων εκείνων που δεν δίστασαν να συμπολεμήσουν με τους βαρβάρους εναντίον της Ελλάδος· αποκρίθηκε λοιπόν στους Αθηναίους να του ξαναστείλουν πρέσβεις για το ίδιο θέμα, όταν η τωρινή εκστρατεία θα έχει λήξει ευνοϊκά.
Τα σχόλια είναι κλειστά.