Ύστερα από τα γεγονότα αυτά ο Μέμνων, που είχε διοριστεί από τον βασιλιά Δαρείο διοικητής όλου του στόλου καθώς και ολόκληρης της παραλιακής ζώνης, με τον σκοπό να μεταφέρει τον πόλεμο στη Μακεδονία και την Ελλάδα, κατέλαβε τη Χίο που του παραδόθηκε με προδοσία· από εκεί έπλευσε στη Λέσβο και, επειδή οι Μυτιληναίοι δεν προσχωρούσαν σε αυτόν, υπέταξε τις υπόλοιπες πόλεις της Λέσβου.
Αφού τις κυρίεψε και προσορμίστηκε στη Μυτιλήνη, απέκλεισε την πόλη με διπλό φράγμα από τη μια θάλασσα ως την άλλη, κατασκεύασε πέντε οχυρωμένα στρατόπεδα και έτσι κυριάρχησε με ευκολία στη στεριά. Μερικά πλοία του φύλαγαν το λιμάνι της Μυτιλήνης, ενώ άλλα τα έστειλε στο Σίγρι, το ακρωτήριο της Λέσβου, όπου προσορμίζονται συνήθως τα εμπορικά πλοία που έρχονται από τη Χίο, τη Γεραιστό και τον Μαλέα. Έτσι επιτηρούσε τα πλοία που παρέπλεαν, ώστε δεν μπορούσαν πια να πάρουν καμιά βοήθεια από τη θάλασσα οι Μυτιληναίοι.
Στο μεταξύ όμως ο Μέμνων αρρώστησε και πέθανε, και ο θάνατός του έβλαψε τότε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την υπόθεση του Μεγάλου Βασιλέως. Ο Αυτοφραδάτης και ο Φαρνάβαζος, ο γιος του Αρτάβαζου, εξακολούθησαν με μεγάλη επιμονή την πολιορκία· πεθαίνοντας ο Μέμνων ανέθεσε την εξουσία του στον Φαρνάβαζο που ήταν ανιψιός του, μέχρις ότου αποφασίσει για το ζήτημα αυτό ο Δαρείος.
Επειδή λοιπόν οι Μυτιληναίοι και από την ξηρά ήταν αποκλεισμένοι και από τη θάλασσα τους φρουρούσαν πολλά πλοία που ενεργούσαν αποκλεισμό, έστειλαν πρέσβεις τους στον Φαρνάβαζο και συνθηκολόγησαν μαζί του με τους εξής όρους: Να αποχωρήσουν οι μισθοφόροι στρατιώτες που τους είχε στείλει ο Αλέξανδρος, σύμφωνα με τους όρους της συμμαχίας τους· να καταργήσουν οι Μυτιληναίοι τις συνθήκες που είχαν συνάψει με τον Αλέξανδρο και να γίνουν σύμμαχοι του Δαρείου σύμφωνα με τους όρους της ειρήνης του Ανταλκίδα, που είχε γίνει με τον βασιλιά Δαρείο· να επιστρέψουν στην πόλη τους οι εξόριστοι και να πάρουν πίσω τη μισή περιουσία από εκείνη που είχαν, όταν εξορίστηκαν.
Με αυτούς λοιπόν τους όρους συνθηκολόγησαν οι Μυτιληναίοι με τους Πέρσες. Ο Φαρνάβαζος όμως και ο Αυτοφραδάτης, μόλις μπήκαν μέσα στην πόλη, εγκατέστησαν φρουρά και όρισαν ως φρούραρχό της τον Λυκομήδη τον Ρόδιο· τοποθέτησαν επίσης στην πόλη τύραννο τον Διογένη, που ήταν ένας από τους εξόριστους και εισέπραξαν χρήματα από τους Μυτιληναίους, από τα οποία άλλα άρπαξαν με βία από τους εύπορους πολίτες και άλλα επέβαλαν σε όλη την πόλη.
Αφού τακτοποίησε τα ζητήματα της Μυτιλήνης, ο Φαρνάβαζος με τους ξένους μισθοφόρους έπλευσε προς τη Λυκία και ο Αυτοφραδάτης προς τα άλλα νησιά. Στο μεταξύ έστειλε ο Δαρείος τον Θυμώνδα, τον γιο του Μέντορα, για να παραλάβει από τον Φαρνάβαζο τους μισθοφόρους και να τους οδηγήσει στο εσωτερικό της Ασίας προς τον βασιλιά και συγχρόνως να υποδείξει στον Φαρνάβαζο να διοικεί αυτός όσα προηγουμένως διοικούσε ο Μέμνων.
Αφού λοιπόν παρέδωσε ο Φαρνάβαζος τους μισθοφόρους στον Θυμώνδα, έπλευσε προς τον Αυτοφραδάτη και τα περσικά πλοία. Μόλις συναντήθηκαν, έστειλαν δέκα πλοία με τον Πέρση Δατάμη στα νησιά των Κυκλάδων, ενώ οι ίδιοι με εκατό πλοία τους έπλευσαν προς την Τένεδο. Αφού προσορμίστηκαν στο Βόρειο λεγόμενο λιμάνι της Τενέδου, έστειλαν πρέσβεις στους Τενεδίους και τους διέταξαν να καταργήσουν τις συνθήκες που είχαν συνάψει με τον Αλέξανδρο και τους Έλληνες και να διατηρήσουν ειρήνη με τον Δαρείο, σύμφωνα με τους όρους που συμφωνήθηκαν ανάμεσα στον Δαρείο και τον Ανταλκίδα.
Αν και συμπαθούσαν οι Τενέδιοι περισσότερο τον Αλέξανδρο και τους Έλληνες, έκριναν όμως ότι προς το παρόν ήταν αδύνατο να σωθούν με άλλο τρόπο παρά μόνο αν προσχωρούσαν στους Πέρσες· γιατί ούτε και ο Ηγέλοχος, που τον είχε διατάξει ο Αλέξανδρος να συγκεντρώσει και πάλι ναυτικές δυνάμεις, δεν είχε ακόμη συγκεντρώσει τόσες, ώστε να ελπίζουν ότι θα μπορούσε σύντομα να τους φέρει κάποια βοήθεια. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο οι απεσταλμένοι του Φαρνάβαζου πήραν με το μέρος τους τους Τενεδίους, από φόβο μάλλον παρά με τη θέλησή τους.
Στο μεταξύ ο Πρωτέας, ο γιος του Ανδρόνικου, συνέπεσε να έχει συγκεντρώσει πολεμικά πλοία από την Εύβοια και την Πελοπόννησο κατά διαταγήν του Αντίπατρου, για να προστατεύσει τα νησιά και την ίδια την Ελλάδα, αν, όπως διαδιδόταν, έπλεαν εναντίον τους οι βάρβαροι. Όταν λοιπόν πληροφορήθηκε ο Πρωτέας ότι ο Δατάμης είχε αγκυροβολήσει με δέκα πλοία κοντά στη Σίφνο, ο ίδιος με δεκαπέντε απέπλευσε μέσα στη νύχτα από τη Χαλκίδα που βρίσκεται στον Εύριπο.
Αφού λοιπόν προσορμίστηκε την αυγή στη νήσο Κύθνο, στάθμευσε εκεί όλη τη μέρα με σκοπό να συγκεντρώσει ασφαλέστερες πληροφορίες για τα δέκα περσικά πλοία και συγχρόνως να επιτεθεί νύχτα στους Φοίνικες, ώστε να τους προκαλέσει μεγαλύτερο φόβο. Μόλις όμως βεβαιώθηκε ότι ο Δατάμης με τα πλοία του ήταν αγκυροβολημένος στη Σίφνο, έπλευσε εναντίον του, ενώ ακόμη ήταν νύχτα, και, μόλις χάραζε, επιτέθηκε απροσδόκητα και συνέλαβε οκτώ περσικά πλοία με τα πληρώματά τους. Ο Δατάμης όμως με δύο τριήρεις, μόλις έγινε η πρώτη σύγκρουση, ξέφυγε από τα πλοία του Πρωτέα και έφθασε σώος στον υπόλοιπο περσικό στόλο.
Όταν ο Αλέξανδρος έφθασε στο Γόρδιο, κυριεύθηκε από μεγάλη επιθυμία να ανέβει στην ακρόπολη, όπου ήταν τα ανάκτορα του Γορδίου και του γιου του Μίδα, για να δει την άμαξα του Γορδίου καθώς και τον ζυγόδεσμο της άμαξας.
Για την άμαξα εκείνη κυκλοφορούσε ανάμεσα στους γείτονες μια πολύ διαδεδομένη παράδοση: ο Γόρδιος ήταν ένας άνθρωπος φτωχός, καταγόμενος από τους παλιούς Φρύγες, που είχε μικρή έκταση καλλιεργήσιμης γης και δυο ζευγάρια βόδια· με το ένα όργωνε το χωράφι του και το άλλο το έζευε στην άμαξα.
Ενώ λοιπόν κάποια μέρα όργωνε το χωράφι του, ένας αετός κάθισε πάνω στον ζυγό και εξακολούθησε να κάθεται σε αυτόν ως την ώρα που ξέζεψε τα βόδια του. Ο Γόρδιος ταράχτηκε από την εμφάνιση του αετού και πήγε να ανακοινώσει το θεϊκό σημάδι στους μάντεις Τελμισσείς· γιατί οι Τελμισσείς γνώριζαν καλά να εξηγούν τα θεϊκά σημάδια, επειδή είχε παραχωρηθεί στους ίδιους, στις γυναίκες και στα παιδιά τους από γενιά σε γενιά το χάρισμα της μαντείας.
Ενώ λοιπόν πλησίαζε σε ένα χωριό των Τελμισσέων, συνάντησε ένα κορίτσι που έπαιρνε νερό και της διηγήθηκε, πώς έγινε η εμφάνιση του αετού· εκείνη λοιπόν, που καταγόταν επίσης από το μαντικό γένος, του υπέδειξε να προσφέρει θυσία στον Δία τον βασιλιά, ξαναγυρίζοντας στο ίδιο μέρος. Ο Γόρδιος την παρακάλεσε να τον ακολουθήσει και να του υποδείξει, πώς να κάμει τη θυσία· αυτός πράγματι πρόσφερε τη θυσία κατά τον τρόπο που τον συμβούλευσε η κόρη, την παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της έναν γιο που τον ονόμασαν Μίδα.
Και ήταν πια άνδρας ο Μίδας, ωραίος και ευγενικός, όταν οι Φρύγες ταλαιπωρούνταν από εμφύλια διαμάχη· τους δόθηκε τότε χρησμός ότι μια άμαξα θα τους φέρει βασιλιά και ότι αυτός θα καταπαύσει τη διαμάχη τους. Και ενώ ακόμη συσκέπτονταν για το ζήτημα αυτό, ήρθε ο Μίδας μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του και παρουσιάστηκε στη λαϊκή συνέλευση με την άμαξά του.
Ερμηνεύοντας οι Φρύγες τον χρησμό κατάλαβαν ότι ο Μίδας ήταν ο άνδρας που τους είχε πει ο θεός ότι θα τον έφερνε η άμαξα· ανακήρυξαν λοιπόν βασιλιά τους τον Μίδα· αυτός τους σταμάτησε την εμφύλια διαμάχη και αφιέρωσε την άμαξα του πατέρα του στην ακρόπολη ως ευχαριστήρια προσφορά στον Δία τον βασιλιά, γιατί έστειλε τον αετό. Κυκλοφορούσε ακόμα η εξής παράδοση σχετικά με την άμαξα: Όποιος θα έλυνε τον ζυγόδεσμό της, αυτός ήταν πεπρωμένο να εξουσιάσει την Ασία.
Ο ζυγόδεσμος αυτός ήταν κατασκευασμένος από φλοιό κρανιάς και δεν φαινόταν ούτε η αρχή ούτε το τέλος του. Ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να βρει τρόπο να λύσει τον ζυγόδεσμο, αλλά δεν ήθελε να τον αφήσει και άλυτο, μήπως αυτό προκαλέσει κάποια αναταραχή στον κόσμο. Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ότι χτύπησε με το ξίφος του τον ζυγόδεσμο, τον έκοψε και είπε ότι τον έλυσε· ο Αριστόβουλος όμως λέει ότι ο Αλέξανδρος, αφού αφαίρεσε από τον άξονα τον μικρό πάσσαλο, που ήταν ένα ξύλινο καρφί περασμένο πέρα-πέρα μέσα στον άξονα για να συγκρατεί τον ζυγόδεσμο, τράβηξε τον ζυγόδεσμο έξω από τον άξονα.
Εγώ πάντως δεν είμαι σε θέση να βεβαιώσω, με ποιό τρόπο έλυσε ο Αλέξανδρος τον ζυγόδεσμο. Αυτός όμως και η συνοδεία του απομακρύνθηκαν από την άμαξα με την πεποίθηση ότι είχε εκπληρωθεί ο χρησμός ο σχετικός με το λύσιμο του ζυγόδεσμου. Και πράγματι εκείνη τη νύχτα βροντές και αστραπές το επιβεβαίωσαν· γι᾽ αυτό την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος πρόσφερε θυσία στους θεούς που φανέρωσαν τα θεϊκά σημάδια και το λύσιμο του ζυγόδεσμου.
Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για την Άγκυρα, πόλη της Γαλατίας. Εκεί ήρθαν προς αυτόν πρέσβεις των Παφλαγόνων, που του παρέδωσαν τον λαό τους και συμφώνησαν τους όρους της παραδόσεώς του· τον παρακάλεσαν μόνο να μην εισβάλει με τον στρατό του στη χώρα τους.
Ο Αλέξανδρος τους διέταξε να υπακούουν στον Κάλα, τον σατράπη της Μεγάλης Φρυγίας. Ο ίδιος προχώρησε προς την Καππαδοκία και προσάρτησε όλη τη χώρα δυτικά του Άλυος ποταμού, καθώς και μεγάλη έκταση πέρα από τον Άλυ. Διόρισε τον Σαβίκτα σατράπη της Καππαδοκίας και αυτός προχώρησε προς τις Κιλίκιες πύλες.
Όταν έφθασε στο στρατόπεδο του Κύρου, ο οποίος είχε συνεκστρατεύσει με τον Ξενοφώντα, και είδε ότι ισχυρές φρουρές κατείχαν τις Κιλίκιες πύλες, άφησε τον Παρμενίωνα εκεί με τα τάγματα των πεζών που ήταν βαρύτερα οπλισμένα. Ο ίδιος κατά την ώρα της πρώτης περίπου νυχτερινής φρουράς πήρε μαζί του τους υπασπιστές, τους τοξότες, και τους Αγριάνες και προχώρησε μέσα στη νύχτα προς τις πύλες, με σκοπό να επιτεθεί στους φρουρούς, ενώ αυτοί δεν τον περίμεναν.
Καθώς πλησίαζε, έγινε αντιληπτός, η τόλμη του όμως έφερε το ίδιο νικηφόρο αποτέλεσμα. Γιατί οι φύλακες, μόλις κατάλαβαν ότι πλησιάζει ο ίδιος ο Αλέξανδρος, εγκατέλειψαν τη θέση τους και τράπηκαν σε φυγή. Την επόμενη μέρα μόλις ξημέρωσε, πέρασε τις Κιλίκιες πύλες με όλες του τις δυνάμεις και κατέβηκε στην Κιλικία.
Εκεί του ανήγγειλαν ότι ο Αρσάμης προηγουμένως μεν σκεφτόταν να διασώσει την Ταρσό για τους Πέρσες, μόλις όμως πληροφορήθηκε ότι ο Αλέξανδρος είχε περάσει πια τις Κιλίκιες πύλες, είχε την πρόθεση να εγκαταλείψει την πόλη· φοβούνταν λοιπόν οι κάτοικοι της Ταρσού μήπως λεηλατήσει την πόλη πριν την εγκαταλείψει.
Όταν το πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος, οδήγησε γρήγορα προς την Ταρσό το ιππικό του και τους πιο ελαφρά οπλισμένους από τους πεζούς, ώστε ο Αρσάμης μαθαίνοντας για την ορμητική προέλαση του Αλεξάνδρου έφυγε βιαστικά από την Ταρσό και πήγε στον βασιλιά Δαρείο, χωρίς να βλάψει καθόλου την πόλη.
Ο Αλέξανδρος, όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, αρρώστησε από κόπωση. Άλλοι όμως λένε ότι αρρώστησε, επειδή βούτηξε στον Κύδνο ποταμό για να κολυμπήσει· είχε επιθυμήσει το νερό, επειδή ήταν ιδρωμένος και τον είχε πιάσει η ζέστη. Ο Κύδνος ποταμός περνάει μέσα από την Ταρσό και, επειδή πηγάζει από το όρος Ταύρο και διασχίζει ανοιχτό χώρο, είναι ψυχρός και έχει νερά καθαρά.
Τον έπιασαν λοιπόν σπασμοί και υπέφερε από υψηλό πυρετό και συνεχή αγρυπνία. Όλοι οι γιατροί νόμιζαν ότι δεν πρόκειται να ζήσει, ο γιατρός όμως Φίλιππος ο Ακαρνάνας που ήταν φίλος του Αλεξάνδρου και του είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στα ιατρικά ζητήματα και γενικά έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως στον στρατό, ήθελε να του δώσει καθαρτικό φάρμακο· ο Αλέξανδρος λοιπόν τον διέταξε να του δώσει το καθαρτικό.
Ο Φίλιππος ετοίμαζε ήδη το ποτήρι με το φάρμακο, όταν έδωσαν στον Αλέξανδρο επιστολή του Παρμενίωνα· του έγραφε ότι έπρεπε να φυλαχτεί από τον Φίλιππο, γιατί είχε πληροφορίες ότι εξαγοράστηκε από τον Δαρείο για να τον δηλητηριάσει. Ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα και, ενώ ακόμη το κρατούσε στα χέρια του, πήρε το ποτήρι, όπου ήταν το φάρμακο, και συγχρόνως έδινε το γράμμα στον Φίλιππο για να το διαβάσει.
Έτσι την ίδια στιγμή έπινε το φάρμακο ο Αλέξανδρος και ο Φίλιππος διάβαζε την επιστολή του Παρμενίωνα. Αμέσως έγινε φανερό ότι το φάρμακο του Φιλίππου ήταν ακίνδυνο, επειδή δεν έδειξε καμιάν έκπληξη για την επιστολή, αλλά μόνο παρακάλεσε τον Αλέξανδρο να ακολουθήσει τις οδηγίες του και σε ό,τι άλλο θα του υποδείκνυε· γιατί μονάχα αν τις ακολουθούσε, θα σωζόταν.
Το φάρμακο τον καθάρισε και η αρρώστια πέρασε· έτσι ο Αλέξανδρος και στον Φίλιππο απέδειξε ότι είναι πιστός του φίλος, και στους άλλους, που τον περιστοίχιζαν, ότι είναι αποφασισμένος να μην υποψιάζεται τους φίλους του και μπροστά στον θάνατο έδειξε γενναιότητα.
Ύστερα απ᾽ αυτό ο Αλέξανδρος έστειλε τον Παρμενίωνα να προκαταλάβει τα άλλα στενά, που, όπως είναι γνωστό, χωρίζουν την Κιλικία από την Ασσυρία, και να φυλάει τη διάβασή τους· του έδωσε το συμμαχικό πεζικό, τους Έλληνες μισθοφόρους και τους Θράκες, που είχαν για αρχηγό τους τον Σιτάλκη, καθώς και τους Θεσσαλούς ιππείς.
Ο ίδιος ξεκίνησε αργότερα από την Ταρσό και έφθασε την πρώτη μέρα στην πόλη Αγχίαλο, την οποία, όπως λένε, έκτισε ο Σαρδανάπαλος ο Ασσύριος. Από τον περίβολο και τα θεμέλια των τειχών της φαίνεται ότι ήταν μεγάλη πόλη, όταν ιδρύθηκε, και ότι έφτασε σε μεγάλη ακμή.
Το μνήμα του Σαρδανάπαλου ήταν κοντά στα τείχη της Αγχιάλου και πάνω σε αυτό είχε στηθεί το άγαλμά του με τα χέρια ενωμένα μεταξύ τους, όπως ακριβώς ενώνονται για να χειροκροτήσουν. Στο μνήμα του επάνω είχε χαραχτεί ένα επίγραμμα στην ασσυριακή γραφή,
που οι Ασσύριοι βεβαίωναν ότι ήταν έμμετρο. Το νόημα των στίχων του επιγράμματος ήταν το εξής: «Ο Σαρδανάπαλος, ο γιος του Ανακυνδάραξου, έκτισε μέσα σε μια μέρα την Αγχίαλο και την Ταρσό. Και εσύ, ξένε, τρώγε και πίνε και διασκέδαζε, γιατί όλα τα άλλα ανθρώπινα πράγματα δεν αξίζουν όσο τούτο», υπονοώντας τον κρότο που κάνουν τα χέρια όταν χειροκροτούν. Και το «διασκέδαζε» έλεγαν ότι είχε αποδοθεί στα ασσυριακά με λέξη που είχε απρεπέστερη σημασία.
Από την Αγχίαλο ο Αλέξανδρος έφθασε στους Σόλους, όπου τοποθέτησε φρουρά και επέβαλε στους κατοίκους χρηματικό πρόστιμο διακοσίων αργυρών ταλάντων, επειδή συμπαθούσαν περισσότερο τους Πέρσες.
Από εκεί, παίρνοντας μαζί του τρία τάγματα Μακεδόνων, όλους τους τοξότες και τους Αγριάνες, εξόρμησε εναντίον των Κιλίκων που κατείχαν τα βουνά. Σε διάστημα επτά συνολικά ημερών άλλους από αυτούς υπέταξε με τα όπλα και άλλους παρακίνησε σε συμφωνία, και στη συνέχεια επέστρεψε στους Σόλους.
Εκεί έμαθε ότι ο Πτολεμαίος και ο Άσανδρος νίκησαν σε μάχη τον Οροντοβάτη τον Πέρση, που φρουρούσε την ακρόπολη της Αλικαρνασσού και κατείχε τη Μύνδο, την Καύνο, τη Θήρα και την Καλλίπολη· είχε επίσης καταλάβει την Κω και το Τριόπιο. Του έγραφαν επίσης ότι ο Οροντοβάτης είχε νικηθεί σε μεγάλη μάχη και ότι από τους στρατιώτες του σκοτώθηκαν επτακόσιοι περίπου πεζοί, πενήντα περίπου ιππείς και πιάστηκαν περισσότεροι από χίλιοι αιχμάλωτοι.
Στους Σόλους ο Αλέξανδρος θυσίασε στον Ασκληπιό, έκαμε πομπή με όλον τον στρατό του και τέλεσε λαμπαδηδρομία· και αφού οργάνωσε γυμνικούς και μουσικούς αγώνες, εγκατέστησε δημοκρατικό πολίτευμα στους Σόλους. Μετά προχώρησε με τον στρατό του προς την Ταρσό και ανέθεσε στον Φιλώτα να οδηγήσει το ιππικό προς τον ποταμό Πύραμο, περνώντας μέσα από την πεδιάδα Αληΐα,
ενώ ο ίδιος ήρθε στη Μάγαρσο μαζί με τους πεζούς του και τη βασιλική ίλη και θυσίασε στη Μαγαρσίδα Αθηνά. Από εκεί έφθασε στη Μαλλό και πρόσφερε στον Αμφίλοχο θυσίες που συνηθίζονταν για ήρωες. Βρήκε τους κατοίκους σε πολιτικές αναταραχές και τις κατέπαυσε· τους απάλλαξε από τους φόρους που πλήρωναν προηγουμένως στον βασιλιά Δαρείο, επειδή οι Μαλλώτες ήταν άποικοι των Αργείων και ο ίδιος καυχιόταν ότι καταγόταν από τους Ηρακλείδες του Άργους.
Ενώ βρισκόταν ακόμη στη Μαλλό, του έφεραν την είδηση ότι ο Δαρείος με όλον τον στρατό του στρατοπέδευσε στους Σώχους. Ο τόπος αυτός βρίσκεται στην περιοχή της Ασσυρίας και απέχει από τις Ασσύριες πύλες πορεία δύο περίπου ημερών. Αμέσως λοιπόν ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους εταίρους και τους ανακοίνωσε την είδηση για τον Δαρείο και τον στρατό του. Οι εταίροι τού ζήτησαν κατευθείαν αποκεί να τους οδηγήσει εναντίον του Δαρείου.
Ο βασιλιάς τους επαίνεσε γι᾽ αυτό και διέλυσε τη συγκέντρωση. Την επόμενη ημέρα προχώρησε εναντίον του Δαρείου και των Περσών. Σε δυο μέρες πέρασε τις πύλες και στρατοπέδευσε κοντά στην πόλη Μυρίανδρο· τη νύχτα όμως ξέσπασε άγρια κακοκαιρία με δυνατή βροχή και σφοδρό άνεμο, πράγμα που κράτησε τον Αλέξανδρο στο στρατόπεδο.
Στο μεταξύ ο Δαρείος καθυστερούσε με τον στρατό του, αφού διάλεξε στην περιοχή της Ασσυρίας μια ανοιχτή από όλες τις μεριές πεδιάδα, κατάλληλη για το πλήθος του στρατού του και ευνοϊκή για την κίνηση του ιππικού του. Ο Αμύντας, ο γιος του Αντιόχου, ένας λιποτάκτης του Αλεξάνδρου, συμβούλευε τον Δαρείο να μην εγκαταλείψει αυτή τη θέση, γιατί το ευρύχωρο μέρος ευνοούσε το πλήθος και τον οπλισμό των Περσών.
Παρέμεινε λοιπόν εκεί ο Δαρείος. Επειδή όμως ο Αλέξανδρος καθυστέρησε πολύ στην Ταρσό εξαιτίας της αρρώστιας του και όχι λιγότερο στους Σόλους, όπου οργάνωσε θυσίες και πομπή, και αργοπόρησε στην εκστρατεία εναντίον των ορεινών Κιλίκων, αυτά έγιναν αιτία να πάρει λαθεμένες αποφάσεις ο Δαρείος. Αφού παρασύρθηκε θεληματικά από ό,τι πιστευόταν ότι ήταν το πιο ευχάριστο, και παρακινήθηκε από τους αυλοκόλακες που, για να τους ευχαριστούν, συναναστρέφονται και θα συναναστρέφονται πάντα τους βασιλείς για το κακό τους, σχημάτισε τη γνώμη ότι ο Αλέξανδρος δεν επιθυμούσε πια να προχωρήσει παραπέρα,
αλλά δίσταζε, επειδή τάχα πληροφορήθηκε ότι πλησιάζει ο ίδιος· ο ένας από δω, ο άλλος από κει τον παρακινούσαν λέγοντάς του ότι με το ιππικό του θα καταπατήσει τον στρατό των Μακεδόνων.
Παρ᾽ όλα αυτά ο Αμύντας επέμενε ότι ο Αλέξανδρος θα φθάσει, όπου και αν πληροφορηθεί ότι βρίσκεται ο Δαρείος, και τον παρακινούσε να παραμείνει εκεί. Τον έπεισαν όμως οι χειρότερες συμβουλές, επειδή του ήταν για την ώρα πιο ευχάριστο να τις ακούει· ίσως όμως και κάποια θεϊκή δύναμη να τον οδηγούσε προς εκείνον τον τόπο, όπου δεν μπορούσε να τον ωφελήσει πολύ ούτε το πολυάριθμο ιππικό του ούτε το μεγάλο πλήθος των στρατιωτών και των ακοντίων και των βελών του· δεν μπόρεσε να επιδείξει ούτε καν τη λαμπρότητα του στρατού του, αλλά χάρισε μια εύκολη νίκη στον Αλέξανδρο και τους άνδρες του.
Ήταν φαίνεται μοιραίο να αφαιρεθεί και των Περσών η εξουσία της Ασίας από τους Μακεδόνες, όπως ακριβώς αφαιρέθηκε των Μήδων από τους Πέρσες και ακόμη παλαιότερα των Ασσυρίων από τους Μήδους.
Ο Δαρείος λοιπόν πέρασε το βουνό που είναι κοντά στις λεγόμενες Αμανικές πύλες και προχώρησε προς την Ισσό. Έτσι βρέθηκε στα νώτα του Αλεξάνδρου χωρίς να γίνει αντιληπτός. Αφού κατέλαβε την Ισσό, συνέλαβε τους Μακεδόνες που είχαν μείνει εκεί επειδή ήταν άρρωστοι, τους βασάνισε σκληρά και τους σκότωσε. Την επόμενη μέρα προχώρησε προς τον ποταμό Πίναρο.
Μόλις πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος ότι ο Δαρείος βρίσκεται στα νώτα του, επειδή η είδηση δεν του φαινόταν πιστευτή, επιβίβασε σε τριακόντορο μερικούς από τους εταίρους και τους έστειλε πίσω στην Ισσό για να εξετάσουν αν η πληροφορία ήταν αληθινή. Και οι εταίροι που έπλευσαν στα ανοιχτά με την τριακόντορο με πολλή ευκολία παρατήρησαν, επειδή στο μέρος αυτό η θάλασσα σχηματίζει πολλούς κόλπους, ότι εκεί στρατοπέδευσαν οι Πέρσες· ανέφεραν λοιπόν στον Αλέξανδρο ότι ο Δαρείος βρίσκεται πολύ κοντά.
Τότε ο Αλέξανδρος κάλεσε σε συμβούλιο τους στρατηγούς, τους ιλάρχους και τους αρχηγούς των συμμάχων και τους παρακινούσε να αντλήσουν θάρρος από τους κινδύνους που μέχρι τώρα είχαν με επιτυχία αντιμετωπίσει· είπε ακόμη ότι ο τωρινός αγώνας θα διεξαχθεί ανάμεσα σε αυτούς, που έχουν νικήσει, και σε αυτούς που έχουν νικηθεί· ότι ο θεός κατευθύνει τον αγώνα με τρόπο που τους ευνοεί, βάζοντας στο νου του Δαρείου να μετακινήσει τις δυνάμεις του από την ευρύχωρη πεδιάδα και να τις κλείσει σε αυτό το στενό πέρασμα· το μέρος αυτό είναι κατάλληλο για την ανάπτυξη της μακεδονικής φάλαγγας, ενώ για τους Πέρσες θα είναι άχρηστη η αριθμητική υπεροχή, επειδή υστερούν σε σωματική δύναμη και θάρρος.
Γιατί θα αντιμετωπίσουν οι Μακεδόνες, που από πολύ καιρό έχουν ασκηθεί να κινδυνεύουν στους πολεμικούς αγώνες, τους Πέρσες και τους Μήδους, που από πολύ παλιά ζουν στη χλιδή· με άλλα λόγια είναι σαν να πολεμούν ελεύθεροι άνδρες με δούλους· και όσοι Έλληνες αντιμετωπίσουν Έλληνες, δεν θα πολεμήσουν για τον ίδιο σκοπό, αλλά όσοι από αυτούς είναι με τον Δαρείο θα διακινδυνεύσουν για ένα μισθό και μάλιστα όχι πολύ μεγάλο, ενώ όσοι είναι μαζί τους θα αγωνιστούν με τη θέλησή τους υπερασπίζοντας την Ελλάδα.
Από τους βαρβάρους πάλι οι Θράκες, οι Παίονες, οι Ιλλυριοί και οι Αγριάνες, δηλαδή οι πιο δυνατοί και οι πιο πολεμικοί λαοί της Ευρώπης, θα αντιμετωπίσουν τα πιο οκνηρά και μαλθακά έθνη της Ασίας· και ακόμα, ο Αλέξανδρος θα ηγηθεί στον αγώνα εναντίον του Δαρείου.
Αυτά τους ανέφερε διεξοδικά για να τους δείξει την υπεροχή τους στον αγώνα. Τους έδειχνε επίσης ότι και τα έπαθλα του επικίνδυνου αυτού αγώνα θα ήταν γι᾽ αυτούς μεγάλα. Γιατί δεν επρόκειτο τώρα να νικήσουν τους σατράπες του Δαρείου ούτε το περσικό ιππικό που παρατάχθηκε στον Γρανικό ποταμό ούτε τους είκοσι χιλιάδες ξένους μισθοφόρους, αλλά το άνθος των Περσών και των Μήδων και όσα άλλα έθνη κατοικούν στην Ασία και είναι υποταγμένα σε αυτούς, καθώς και τον ίδιο τον Μεγάλο Βασιλέα που θα είναι παρών στη μάχη· ύστερα από αυτόν τον αγώνα τίποτε πια δεν θα τους εμποδίζει, ώστε να κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την Ασία και να τερματίσουν έτσι τους μεγάλους κόπους τους.
Τους θύμιζε ακόμα όσα λαμπρά κατορθώματα είχαν ως τώρα επιτύχει όλοι μαζί, καθώς και εξαίρετες προσωπικές τους πράξεις γενναιότητας, αναφέροντας ονομαστικά τον καθένα μαζί με το κατόρθωμά του. Αναφέρθηκε επίσης με τη μεγαλύτερη δυνατή μετριοφροσύνη και στους κινδύνους που ο ίδιος αντιμετώπισε στις μάχες.
Λέγεται ακόμα ότι τους υπενθύμισε και τον Ξενοφώντα και τους Μυρίους που ήταν μαζί του, αν και αυτοί δεν τους έμοιαζαν καθόλου σε αριθμό και σε άλλες αρετές και δεν είχαν ούτε Θεσσαλούς ιππείς ούτε Βοιωτούς ή Πελοποννησίους ούτε Μακεδόνες ή Θράκες ούτε το υπόλοιπο ιππικό που τώρα έχουν μαζί τους ούτε τοξότες ή σφενδονήτες, εκτός από λίγους Κρητικούς ή Ροδίτες, που και αυτοί οργανώθηκαν την ώρα του κινδύνου από τον Ξενοφώντα.
Παρ᾽ όλα αυτά έτρεψαν σε φυγή κοντά στην ίδια τη Βαβυλώνα τον Μεγάλο Βασιλέα με όλες του τις δυνάμεις και προχώρησαν νικώντας τους λαούς που τους αντιτάχθηκαν στο δρόμο τους, καθώς κατέβαιναν προς τον Εύξεινο Πόντο. Και άλλες προτροπές τούς έκαμε από εκείνες που ταιριάζει να γίνονται σε παρόμοιες περιστάσεις πριν από την μάχη από γενναίο αρχηγό προς γενναίους άνδρες. Αυτοί έτρεξαν από όλες τις μεριές να σφίξουν το χέρι του βασιλιά και να τον παρακινήσουν με επευφημίες να τους οδηγήσει αμέσως στη μάχη.
Τότε ο Αλέξανδρος διέταξε τους στρατιώτες του να δειπνήσουν· έστειλε όμως λίγους ιππείς και τοξότες του προς τις Αμανικές πύλες, για να κατασκοπεύσουν τον δρόμο που ήταν πίσω από αυτές. Ο ίδιος πήρε μαζί του όλον τον στρατό και προχώρησε μέσα στη νύχτα για να ανακαταλάβει τις Αμανικές πύλες.
Γύρω στα μεσάνυχτα έγινε και πάλι κύριος των στενών και ξεκούρασε εκεί, πάνω στα βράχια, τον στρατό του την υπόλοιπη νύχτα, αφού τοποθέτησε με προσοχή φρουρούς. Μόλις ξημέρωσε, άρχισε να κατεβαίνει από τις πύλες προς τον δρόμο· και όσο ήταν στενοί οι τόποι από όλες τις μεριές, προχωρούσε με τον στρατό του συνταγμένο σε μακρά σειρά, όσο όμως ο δρόμος γινόταν φαρδύτερος, μετέβαλλε συνεχώς τη μακρά σειρά του στρατού του σε φάλαγγα, τοποθετώντας τα τάγματα των οπλιτών το ένα δίπλα στο άλλο, ώστε να έχουν προς τα δεξιά το Αμανό όρος και προς τα αριστερά τη θάλασσα.
Οι ιππείς του ως εκείνη την ώρα είχαν παραταχθεί πίσω από τους πεζούς. Όταν όμως προχώρησαν σε ανοιχτό μέρος, άρχισε αμέσως ο Αλέξανδρος να παρατάσσει τον στρατό του για μάχη, τοποθετώντας πρώτους στη δεξιά του πτέρυγα προς τη μεριά του βουνού από τους πεζούς στρατιώτες του το άγημα και τους υπασπιστές που αρχηγός τους ήταν ο Νικάνωρ, ο γιος του Παρμενίωνα, στη συνέχεια το τάγμα του Κοίνου και μετά από αυτό το τάγμα του Περδίκκα. Αυτοί είχαν παραταχθεί ως το μέσον των οπλιτών, αν αρχίσει κανείς από τα δεξιά.
Στην αριστερή πτέρυγα πρώτο ήταν το τάγμα του Αμύντα, μετά το τάγμα του Πτολεμαίου και στη συνέχεια το τάγμα του Μελεάγρου. Ο Κρατερός είχε τοποθετηθεί αρχηγός του πεζικού στην αριστερή πτέρυγα, ενώ ο Παρμενίων ανέλαβε την αρχηγία ολόκληρης της αριστερής πτέρυγας και είχε πάρει διαταγή να μην απομακρυνθεί από τη θάλασσα, για να μην τους κυκλώσουν οι βάρβαροι, γιατί υπήρχε φόβος να τους κυκλώσουν από παντού εξαιτίας της αριθμητικής τους υπεροχής.
Όταν πληροφορήθηκε ο Δαρείος ότι βαδίζει ήδη ο Αλέξανδρος εναντίον του για μάχη, έστειλε στην απέναντι όχθη του ποταμού Πινάρου τριάντα χιλιάδες ιππείς και μαζί με αυτούς περίπου είκοσι χιλιάδες ελαφρά οπλισμένους, για να μπορέσει με την ησυχία του να παρατάξει τις υπόλοιπες δυνάμεις του.
Από τους βαριά οπλισμένους παρέταξε πρώτους τους τριάντα περίπου χιλιάδες Έλληνες μισθοφόρους απέναντι στη μακεδονική φάλαγγα· έπειτα δεξιά και αριστερά από αυτούς, τοποθέτησε τους λεγόμενους Κάρδακες, που ήταν επίσης βαριά οπλισμένοι και έφθαναν τις εξήντα χιλιάδες. Γιατί τόσοι μονάχα χωρούσαν κατά μέτωπο στον χώρο όπου παρατάσσονταν.
Παρέταξε επίσης άλλους είκοσι περίπου χιλιάδες κατά μήκος του βουνού που ήταν αριστερά τους και απέναντι στη δεξιά πτέρυγα του Αλεξάνδρου. Μερικοί από αυτούς βρέθηκαν στα νώτα του στρατού του Αλεξάνδρου, γιατί το βουνό όπου παρατάχτηκαν, εκτεινόταν εδώ και εκεί σε βάθος και σχημάτιζε κόλπους, όπως ακριβώς και στη θάλασσα· έπειτα προχωρούσε κυκλικά και βοηθούσε, ώστε οι Πέρσες οι παραταγμένοι στις υπώρειές του να βρίσκονται πίσω από τη δεξιά πτέρυγα του Αλεξάνδρου.
Το υπόλοιπο πλήθος των ελαφρά και βαριά οπλισμένων, παραταγμένο κατά εθνότητες και σε βάθος άχρηστο, τοποθετήθηκε πίσω από τους Έλληνες μισθοφόρους και τους παραταγμένους σε φάλαγγα βαρβάρους. Έλεγαν ότι ολόκληρος ο μάχιμος στρατός του Δαρείου έφθανε τους εξακόσιες περίπου χιλιάδες άνδρες.
Καθώς προχωρούσε ο Αλέξανδρος και ο χώρος γινόταν κάπως πλατύτερος, έφερε δίπλα στους πεζούς τους ιππείς του, δηλαδή και τους λεγομένους εταίρους και τους Θεσσαλούς και τους Μακεδόνες. Αυτούς τους κράτησε μαζί του στο δεξιό κέρας, ενώ τους Πελοποννησίους και τους άλλους συμμάχους ιππείς τούς έστειλε στον Παρμενίωνα στην αριστερή του πτέρυγα.
Μόλις παρατάχτηκε η περσική φάλαγγα, ο Δαρείος ανακάλεσε με σύνθημά του τους ιππείς που προηγουμένως είχε τοποθετήσει πέρα από τον ποταμό Πίναρο, για να μπορέσει έτσι να παρατάξει με ασφάλεια τον στρατό του. Τους περισσότερους από αυτούς τους παρέταξε στη δεξιά του πτέρυγα κοντά στη θάλασσα και απέναντι στον Παρμενίωνα, γιατί ο τόπος αυτός ήταν πιο κατάλληλος για τις κινήσεις του ιππικού του· ένα μέρος όμως από αυτούς τους μετέφερε στην αριστερή του πτέρυγα προς τη μεριά των βουνών.
Επειδή όμως φαίνονταν εκεί άχρηστοι εξαιτίας της στενότητας του χώρου, διέταξε τους περισσότερους από αυτούς να πάνε ιππεύοντας στη δεξιά του πτέρυγα. Ο ίδιος ο Δαρείος κατέλαβε το μέσον όλης της παρατάξεως, όπου οι Πέρσες βασιλείς συνήθιζαν να τοποθετούνται· ο Ξενοφών, ο γιος του Γρύλλου, έχει εξηγήσει τον σκοπό αυτής της τοποθετήσεως.
Στο μεταξύ, επειδή παρατήρησε ο Αλέξανδρος ότι ολόκληρο σχεδόν το ιππικό των Περσών είχε μεταφερθεί απέναντι στην αριστερή του πτέρυγα, προς τη μεριά της θάλασσας, όπου είχε τοποθετήσει μονάχα τους Πελοποννησίους και τους υπόλοιπους ιππείς των συμμάχων, έστειλε γρήγορα εκεί τους Θεσσαλούς ιππείς διατάζοντάς τους να μην ιππεύσουν μπροστά από όλη την παράταξη του μετώπου για να μη γίνει αντιληπτή η μετακίνησή τους από τον εχθρό, αλλά να περάσουν χωρίς να φαίνονται πίσω από τη φάλαγγα.
Στη δεξιά του πτέρυγα παρέταξε πρώτους από τους ιππείς τους ανιχνευτές, που αρχηγός τους ήταν ο Πρωτόμαχος, καθώς και τους Παίονες που είχαν για αρχηγό τον Αρίστωνα· από τους πεζούς τοποθέτησε πρώτους τους τοξότες με αρχηγό τον Αντίοχο, ενώ τους Αγριάνες που είχαν για αρχηγό τον Άτταλο, καθώς και μερικούς ιππείς και τοξότες, τους παρέταξε σε σχήμα γωνίας προς το μέρος του βουνού που βρισκόταν πίσω τους· έτσι η μακεδονική φάλαγγα της δεξιάς πτέρυγας είχε παραταχθεί χωρισμένη σε δύο τμήματα, το ένα στραμμένο προς τον Δαρείο και τις κύριες δυνάμεις των Περσών στην απέναντι όχθη του ποταμού, και το άλλο προς τους Πέρσες που είχαν παραταχθεί στο βουνό προς τα νώτα των Μακεδόνων.
Στην αριστερή του πτέρυγα πρώτοι από τους πεζούς παρατάχτηκαν οι Κρήτες τοξότες και οι Θράκες, που αρχηγός τους ήταν ο Σιτάλκης, και μπροστά από αυτούς το ιππικό της αριστερής πτέρυγας. Μετά από όλους παρατάχτηκαν οι ξένοι μισθοφόροι. Επειδή όμως η φάλαγγα στη δεξιά του πτέρυγα δεν φαινόταν αρκετά ισχυρή και υπήρχε η πιθανότητα να την κυκλώσουν στο μέρος αυτό οι Πέρσες, διέταξε δύο ίλες των εταίρων, την Ανθεμουσία, της οποίας ίλαρχος ήταν ο Περοίδας, ο γιος του Μενεσθέα, και την καλούμενη Λευγαία, που αρχηγός της ήταν ο Παντόρδανος, ο γιος του Κλεάνδρου, να μετακινηθούν από το κέντρο στη δεξιά πτέρυγα χωρίς να γίνουν αντιληπτές.
Μετέφερε επίσης τους τοξότες, ένα μέρος από τους Αγριάνες και μερικούς Έλληνες μισθοφόρους στο μέτωπο της δεξιάς του πτέρυγας και επεξέτεινε τη φάλαγγά του πέρα από την αριστερή πτέρυγα των Περσών. Επειδή οι Πέρσες που είχαν παραταχθεί στο βουνό όχι μόνο δεν κατέβαιναν, αλλά και εύκολα εκτοπίσθηκαν από τους πρόποδες του βουνού και κατέφυγαν στην κορυφή του, όταν, ύστερα από διαταγή του Αλεξάνδρου, τους επιτέθηκαν οι Αγριάνες και λίγοι τοξότες, κατάλαβε ο Αλέξανδρος ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους στρατιώτες του που είχαν παραταχθεί εναντίον τους για να ενισχύσει τη φάλαγγά του· για να τους αντιμετωπίσει λοιπόν παρέταξε μονάχα τριακόσιους ιππείς του.
Έχοντας ο Αλέξανδρος παραταγμένο τον στρατό του κατ᾽ αυτόν τον τρόπο προχωρούσε για ένα χρονικό διάστημα κάνοντας στάσεις, ώστε έδινε την εντύπωση ότι η προέλασή του γινόταν με μεγάλη βραδύτητα· γιατί ο Δαρείος δεν οδηγούσε ακόμη εναντίον των Μακεδόνων τους Πέρσες όπως είχαν παραταχθεί στην αρχή, αλλά παρέμενε στις όχθες του ποταμού που σε πολλά μέρη ήταν απόκρημνες, ενώ σε άλλα, όπου φαίνονταν πιο ευπρόσβλητες, κατασκεύασε πέρα-πέρα χαράκωμα με πασσάλους. Έτσι έγινε αμέσως αντιληπτό στους άνδρες του Αλεξάνδρου ότι ο Δαρείος είχε χάσει το θάρρος του.
Όταν πλησίασαν πια οι αντίπαλοι στρατοί, τότε ο Αλέξανδρος έτρεχε με το άλογό του σε όλο το στρατόπεδο και παρακινούσε τους άνδρες του να φανούν γενναίοι, καλώντας με τα ονόματά τους και τις πρέπουσες διακρίσεις όχι μόνον τους αρχηγούς, αλλά και τους ιλάρχους και τους λοχαγούς και τους ξένους ακόμη μισθοφόρους, εκείνους τουλάχιστον που ήταν γνωστότεροι εξαιτίας του αξιώματός τους ή κάποιας ηρωικής πράξης τους· από όλες τις μεριές του φώναζαν δυνατά να μη χρονοτριβεί, αλλά να επιτεθεί αμέσως στον εχθρό.
Ο Αλέξανδρος, αν και διέκρινε καθαρά πια τις δυνάμεις του Δαρείου, εξακολούθησε να οδηγεί με τάξη τον στρατό του, στην αρχή με αργό βηματισμό, για να μη δημιουργηθεί κυματισμός με την ταχύτερη πορεία και σχηματιστεί κανένα ρήγμα στη φάλαγγά του· όταν όμως προχώρησαν σε απόσταση βολής, τότε πρώτοι οι άνδρες που ήταν μαζί με τον Αλέξανδρο, καθώς και ο ίδιος ο βασιλιάς που ήταν στη δεξιά πτέρυγα, εισόρμησαν τρέχοντας μέσα στον ποταμό, για να προκαλέσουν φόβο στους Πέρσες από την ταχύτητα της επιθέσεως και για να συγκρουστούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα μαζί τους, ώστε μικρή μόνο ζημιά να πάθουν από τους τοξότες του εχθρού. Και τα πράγματα συνέβησαν, όπως ακριβώς τα είχε υποθέσει ο Αλέξανδρος.
Μόλις δηλαδή ήρθαν οι αντίπαλοι στα χέρια, τράπηκαν σε φυγή οι περσικές δυνάμεις που είχαν παραταχθεί στην αριστερή πτέρυγα· στο μέρος αυτό ο Αλέξανδρος και αυτοί που πολεμούσαν μαζί του πέτυχαν μια περιφανή νίκη. Οι Έλληνες όμως μισθοφόροι του Δαρείου επιχείρησαν επίθεση εναντίον των Μακεδόνων στο μέρος ακριβώς που είχε περισσότερο διασπασθεί η φάλαγγά τους·
στη δεξιά πράγματι πτέρυγα η μακεδονική φάλαγγα παρουσίασε ρήγματα, επειδή ο Αλέξανδρος εισόρμησε με μεγάλη δύναμη στον ποταμό και, αφού ήρθε στα χέρια με τον εχθρό, άρχισε να απωθεί πια τους Πέρσες που είχαν αντιπαραταχθεί εκεί· οι Μακεδόνες όμως που βρίσκονταν στο κέντρο ούτε τη μάχη άρχισαν με την ίδια ορμή ούτε κατόρθωσαν να διατηρήσουν το μέτωπο της φάλαγγάς τους αδιάσπαστο, επειδή συνάντησαν απόκρημνες όχθες σε πολλά μέρη.
Εδώ λοιπόν διεξαγόταν σφοδρή μάχη, επειδή οι Έλληνες μισθοφόροι προσπαθούσαν να απωθήσουν τους Μακεδόνες στον ποταμό και να ανακτήσουν τη νίκη για τους δικούς τους που τρέπονταν ήδη σε φυγή, ενώ οι Μακεδόνες προσπαθούσαν και να μη φανούν κατώτεροι από την επιτυχία του Αλεξάνδρου, που ήταν ήδη φανερή και να μην αμαυρώσουν τη φήμη της φάλαγγας που είχε ως τότε διαδοθεί ότι ήταν ανίκητη.
Δημιουργήθηκε έτσι κάποια άμιλλα ανάμεσα στους δυο λαούς, τον ελληνικό και τον μακεδονικό. Και σκοτώθηκαν εδώ ο Πτολεμαίος, ο γιος του Σελεύκου, αφού αναδείχθηκε γενναίος άνδρας, καθώς και άλλοι εκατόν είκοσι περίπου επιφανείς Μακεδόνες.
Στο μεταξύ τα μακεδονικά τάγματα της δεξιάς πτέρυγας, όταν αντιλήφθηκαν ότι είχαν τραπεί σε φυγή οι Πέρσες που ήταν απέναντί τους, στράφηκαν αμέσως προς τους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου και προς τους δικούς τους που πιέζονταν, απώθησαν τον εχθρό από τον ποταμό και, αφού περικύκλωσαν τον περσικό στρατό στο μέρος όπου είχε διασπασθεί, εισόρμησαν από τα πλάγια και άρχισαν να κατακόπτουν τους μισθοφόρους.
Κατά την ώρα της συμπλοκής αυτής οι Πέρσες ιππείς που είχαν παραταχθεί απέναντι στους Θεσσαλούς δεν παρέμειναν άπρακτοι μέσα στο ποτάμι, αλλά, αφού πέρασαν στην απέναντι όχθη, προσέβαλαν με γενναιότητα τις ίλες του θεσσαλικού ιππικού. Στο σημείο αυτό έγινε άγρια ιππομαχία, γιατί οι Πέρσες ιππείς δεν υποχώρησαν παρά μόνο όταν αντιλήφθηκαν ότι ο Δαρείος είχε τραπεί σε φυγή και ότι οι Έλληνες μισθοφόροι είχαν αποκοπεί από αυτούς και είχαν κατασφαγεί από τη μακεδονική φάλαγγα.
Τότε πια η φυγή των Περσών έγινε φανερή και γενικεύτηκε. Κατά την αποχώρηση υπέφεραν και τα άλογα των Περσών, που κουβαλούσαν τους βαριά οπλισμένους ιππείς, και οι ίδιοι οι ιππείς, που, αποχωρώντας με αταξία μέσα από στενούς δρόμους πολλοί μαζί και πανικόβλητοι, έπαθαν καταστροφή τόσο επειδή καταπατήθηκαν μεταξύ τους όσο και από τους εχθρούς που τους καταδίωκαν. Συγχρόνως επιχειρούσαν εναντίον τους σφοδρές επιθέσεις οι Θεσσαλοί, ώστε κατά τη φυγή τους σκοτώθηκαν τόσοι ιππείς όσοι και πεζοί.
Ο Δαρείος, μόλις ο Αλέξανδρος προκάλεσε πανικό στην αριστερή του πτέρυγα και παρατήρησε ότι αυτή είχε αποκοπεί από το υπόλοιπο στράτευμα, ανέβηκε, όπως ακριβώς ήταν, στο άρμα του και τράπηκε σε φυγή μαζί με τους πρώτους.
Όσο συναντούσε κατά τη φυγή του τόπους ομαλούς, προσπαθούσε να σωθεί με το άρμα του· όταν όμως συνάντησε φαράγγια και άλλα δύσβατα μέρη, άφησε εκεί το άρμα και έβγαλε την ασπίδα και το πανωφόρι του· εγκατέλειψε μάλιστα επάνω στο άρμα και το τόξο του και προσπάθησε να διαφύγει έφιππος. Η νύχτα που έπεσε σε λίγη ώρα εμπόδισε τον Αλέξανδρο να τον συλλάβει.
Γιατί ο Αλέξανδρος όσο ακόμη έφεγγε, τον καταδίωκε με όλη του τη δύναμη, αλλά όταν σκοτείνιασε και δεν έβλεπε πια, ούτε ό,τι ήταν μπροστά του, γύρισε πίσω στο στρατόπεδο· κυρίεψε όμως το άρμα του Δαρείου και μαζί με αυτό την ασπίδα του, το πανωφόρι και το τόξο του.
Καθυστέρησε πράγματι να αρχίσει την καταδίωξη, επειδή επέστρεψε και ο ίδιος πίσω, όταν έγινε η πρώτη διάσπαση της φάλαγγας, και δεν ξανάρχισε την καταδίωξη παρά μόνο όταν βεβαιώθηκε ότι οι ξένοι μισθοφόροι και το περσικό ιππικό είχαν εκδιωχθεί από τον ποταμό.
Από τους Πέρσες σκοτώθηκαν ο Αρσάμης, ο Ρεομίθρης και ο Ατιζύης, που ήταν αρχηγοί του ιππικού στη μάχη του Γρανικού. Σκοτώθηκαν επίσης ο Σαυάκης, ο σατράπης της Αιγύπτου, και ο Βουβάκης, που ήταν ένας από τους ευγενείς Πέρσες· από το υπόλοιπο πλήθος των Περσών έπεσαν περίπου εκατό χιλιάδες, ανάμεσα στους οποίους ήταν πάνω από δέκα χιλιάδες ιππείς· ώστε, όπως αναφέρει ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, ο οποίος συνόδευε τότε τον Αλέξανδρο, όταν οι Μακεδόνες, που καταδίωκαν μαζί τους τον Δαρείο, έφθασαν κυνηγώντας τον σε ένα φαράγγι, το πέρασαν πατώντας επάνω στα πτώματα των σκοτωμένων.
Με έφοδο κυριεύθηκε αμέσως το στρατόπεδο του Δαρείου και αιχμαλωτίστηκαν η μητέρα και η γυναίκα του Δαρείου, που ήταν συγχρόνως και αδελφή του, καθώς και ο γιος του, που ήταν νήπιο· αιχμαλωτίστηκαν επίσης και δύο θυγατέρες του, καθώς και λίγες άλλες γυναίκες των ευγενών Περσών, που ανήκαν στην ακολουθία τους. Και αυτό γιατί οι υπόλοιποι Πέρσες έτυχε να έχουν στείλει τις γυναίκες τους μαζί με τις αποσκευές τους στη Δαμασκό.
Επειδή και ο Δαρείος είχε στείλει στη Δαμασκό το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του, καθώς και όσα άλλα πράγματα ακολουθούν τον Μεγάλο Βασιλέα ακόμα και στην εκστρατεία, ως απαραίτητα για την πολυτελή ζωή του, κυριεύτηκαν στο στρατόπεδο όχι περισσότερα από τρεις χιλιάδες τάλαντα. Και η περιουσία όμως αυτή στη Δαμασκό κυριεύθηκε λίγο αργότερα από τον Παρμενίωνα που είχε σταλεί εκεί για τον ίδιο σκοπό. Έτσι τελείωσε η μάχη αυτή που έγινε όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Νικοκράτης, κατά τον μήνα Μαιμακτηριώνα.
Την άλλη μέρα ο Αλέξανδρος, αν και ήταν τραυματισμένος με ξίφος στο μηρό, επισκέφθηκε τους τραυματίες, συγκέντρωσε και έθαψε με μεγαλοπρέπεια τους νεκρούς, έχοντας παραταγμένες σε σχηματισμό μάχης και με τη μεγαλύτερη λαμπρότητα όλες του τις δυνάμεις· επαίνεσε με θερμούς λόγους όλους εκείνους που ή ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι είχαν επιτελέσει στη μάχη κάποιο αξιόλογο έργο ή το πληροφορήθηκε από ομόφωνες μαρτυρίες άλλων, ανταμείβοντας συγχρόνως τον καθένα τους με χρηματικό επίδομα ανάλογο με το κατόρθωμά του.
Τον Βάλακρο, τον γιο του Νικάνορα, που ήταν ένας από τους βασιλικούς σωματοφύλακες, τον διόρισε σατράπη της Κιλικίας· στη θέση του στους σωματοφύλακες τοποθέτησε τον Μένητα, τον γιο του Διονυσίου· στη θέση του Πτολεμαίου, του γιου του Σελεύκου, που σκοτώθηκε στη μάχη, διόρισε τον Πολυπέρχοντα, τον γιο του Σιμμία, ως διοικητή του τάγματός του. Στους κατοίκους των Σόλων χάρισε τα πενήντα τάλαντα, που όφειλαν ακόμη από το χρηματικό πρόστιμο που τους είχε επιβληθεί, και τους επέστρεψε τους ομήρους.
Δεν αδιαφόρησε ούτε για τη μητέρα του Δαρείου ούτε για τη γυναίκα και τα παιδιά του. Μερικοί μάλιστα ιστορικοί από αυτούς που έγραψαν για τα κατορθώματα του Αλεξάνδρου αναφέρουν ότι τη νύχτα που επέστρεψε από την καταδίωξη του Δαρείου μπήκε ο ίδιος στη σκηνή του Δαρείου, που την είχαν κρατήσει για προσωπικό του λάφυρο· λένε ότι άκουσε γυναικείους θρήνους καθώς και άλλο παρόμοιο θόρυβο, όχι μακριά από τη σκηνή·
ζήτησε λοιπόν να μάθει ποιές είναι οι γυναίκες αυτές και γιατί μένουν σε τόσο γειτονική σκηνή. Τότε κάποιος του απάντησε: «Βασιλιά μου, η μητέρα, η γυναίκα και τα παιδιά του Δαρείου, μόλις πληροφορήθηκαν ότι βρίσκονται στα χέρια σου το τόξο του Δαρείου και το βασιλικό του πανωφόρι και ότι έχουν φέρει στο στρατόπεδο και την ασπίδα του, θρηνούν, γιατί νομίζουν ότι έχει σκοτωθεί ο Δαρείος.
Όταν πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος έστειλε στη βασιλική οικογένεια τον Λεοννάτο, έναν από τους εταίρους, με την εντολή να της ανακοινώσει ότι ζει ο Δαρείος, ότι τα όπλα και το πανωφόρι του τα άφησε στο άρμα του καθώς έφευγε, και ότι αυτά μονάχα είχε ο Αλέξανδρος. Ο Λεοννάτος μπήκε στη σκηνή των γυναικών και ανέφερε τα σχετικά με τον Δαρείο λέγοντας ακόμη ότι ο Αλέξανδρος τους επέτρεπε να διατηρήσουν τη βασιλική ακολουθία τους και τις άλλες τιμές, καθώς και το δικαίωμα να ονομάζονται βασίλισσες, γιατί δεν ανέλαβε τον πόλεμο εναντίον του Δαρείου από προσωπική έχθρα προς αυτόν, αλλά τον πολέμησε νόμιμα για την κυριαρχία της Ασίας. Αυτά αναφέρουν ο Πτολεμαίος και ο Αριστόβουλος.
Υπάρχει όμως και η παράδοση ότι την άλλη μέρα ήρθε στη σκηνή τους και ο ίδιος ο Αλέξανδρος έχοντας μαζί του από τους εταίρους μόνον τον Ηφαιστίωνα· και η μητέρα του Δαρείου μη ξέροντας ποιός από τους δύο είναι ο βασιλιάς, γιατί και οι δυο φορούσαν την ίδια στολή, προχώρησε προς τον Ηφαιστίωνα και τον προσκύνησε, γιατί της φάνηκε ψηλότερος.
Ο Ηφαιστίων τραβήχτηκε προς τα πίσω και τότε κάποιος από την ακολουθία της, δείχνοντάς της τον Αλέξανδρο, της είπε ότι εκείνος ήταν ο βασιλιάς· αυτή τότε ντράπηκε για το λάθος της και τραβήχτηκε προς τα πίσω, ο Αλέξανδρος όμως της είπε ότι δεν έκαμε λάθος, γιατί και ο Ηφαιστίων ήταν Αλέξανδρος.
Αναφέρω το επεισόδιο αυτό ούτε ως απολύτως αληθινό ούτε όμως και ως εντελώς απίστευτο. Αν βέβαια συνέβησαν έτσι τα πράγματα, τότε επαινώ τον Αλέξανδρο, γιατί επέδειξε οίκτο για τις γυναίκες και συγχρόνως εμπιστοσύνη και εκτίμηση για τον φίλο του. Και αν απλώς και μόνο φαίνεται πιθανό στους ιστορικούς ότι ο Αλέξανδρος μπορούσε να είχε ενεργήσει και μιλήσει με αυτόν τον τρόπο, εγώ και πάλι επαινώ γι᾽ αυτό τον Αλέξανδρο.
Ο Δαρείος με λίγους άνδρες του διέφυγε μέσα στη νύχτα και μόλις ξημέρωσε, αφού πήρε μαζί του όσους Πέρσες και ξένους μισθοφόρους διασώθηκαν από τη μάχη, όλους-όλους περίπου τέσσερις χιλιάδες, κατευθύνθηκε με βιασύνη προς την πόλη Θάψακο και τον ποταμό Ευφράτη, για να καταστήσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, τον Ευφράτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτόν και τον Αλέξανδρο.
Ο Αμύντας εξάλλου, ο γιος του Αντιόχου, ο Θυμώνδας, ο γιος του Μέντορα, ο Αριστομήδης ο Φεραίος και ο Βιάνωρ ο Ακαρνάνας, που είχαν όλοι αυτομολήσει, με τους οκτώ περίπου χιλιάδες άνδρες τους κατέφυγαν αμέσως, συνταγμένοι όπως ήταν, στα βουνά και έφθασαν στην Τρίπολη της Φοινίκης.
Εκεί βρήκαν τραβηγμένα έξω στη στεριά τα πλοία που τους είχαν προηγουμένως μεταφέρει από τη Λέσβο· από αυτά έριξαν στη θάλασσα όσα νόμισαν ότι τους ήταν αρκετά για να διαφύγουν και, αφού έκαψαν τα υπόλοιπα εκεί στον ναύσταθμο, για να μην μπορούν οι Μακεδόνες να τους καταδιώξουν γρήγορα, κατέφυγαν στην Κύπρο και από εκεί στην Αίγυπτο, όπου λίγο αργότερα οι ντόπιοι σκότωσαν τον Αμύντα, επειδή ανακατευόταν στα εσωτερικά τους ζητήματα.
Στο μεταξύ ο Φαρνάβαζος και ο Αυτοφραδάτης παρέμεναν στη Χίο, όπου, αφού τοποθέτησαν φρουρά, έστειλαν μερικά από τα πλοία τους στην Κω και την Αλικαρνασσό, ενώ οι ίδιοι με τα εκατό πιο ταχύπλοα πλοία τους ανοίχτηκαν στη θάλασσα και κατέπλευσαν στη Σίφνο. Ο Άγις, ο βασιλιάς των Λακεδαιμονίων, έπλευσε με μια τριήρη προς αυτούς να τους ζητήσει χρήματα για τον πόλεμο και συγχρόνως να αξιώσει να του στείλουν στην Πελοπόννησο τη μεγαλύτερη δυνατή ναυτική και πεζική δύναμη.
Στο μεταξύ έφθασε η είδηση για τη μάχη που είχε γίνει στην Ισσό. Επειδή ανησύχησαν πολύ με την είδηση, ο Φαρνάβαζος κατευθύνθηκε προς τη Χίο με δώδεκα πολεμικά πλοία και χίλιους πεντακόσιους ξένους μισθοφόρους, γιατί φοβήθηκε μήπως οι Χιώτες επαναστατήσουν, μόλις πληροφορηθούν την ήττα της Ισσού.
Αφού ο Άγις πήρε τριάντα αργυρά τάλαντα και δέκα πολεμικά πλοία από τον Αυτοφραδάτη, έστειλε τον Ιππία να τα φέρει στον αδελφό του τον Αγησίλαο στο Ταίναρο· τον διέταξε επίσης να παραγγείλει στον Αγησίλαο να πληρώσει στο ακέραιο τον μισθό των ναυτών και να πλεύσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην Κρήτη, για να αποκαταστήσει εκεί τα πράγματα. Ο ίδιος παρέμεινε για την ώρα στα νησιά και έπειτα έπλευσε στην Αλικαρνασσό προς τον Αυτοφραδάτη.
Ο Αλέξανδρος διόρισε τον Μένωνα, τον γιο του Κερδίμμα, σατράπη της Κοίλης Συρίας, αφού του έδωσε τους ιππείς των συμμάχων για τη φρούρηση της περιοχής· ο ίδιος βάδισε προς τη Φοινίκη. Στον δρόμο τον συνάντησε ο Στράτων, ο γιος του Γηρόστρατου, του βασιλιά των Αραδίων, καθώς και όσων κατοικούσαν κοντά στην Άραδο· ο Γηρόστρατος ο ίδιος, καθώς και οι άλλοι βασιλείς των Φοινίκων και των Κυπρίων έπλεαν με τον στόλο τους μαζί με τον Αυτοφραδάτη.
Μόλις ο Στράτων συνάντησε τον Αλέξανδρο, τον στεφάνωσε με χρυσό στεφάνι και του παρέδωσε τη νήσο Άραδο και τη Μάραθο, που βρισκόταν απέναντι στην Άραδο, στη στεριά, και ήταν μεγάλη και πλούσια πόλη· του παρέδωσε επίσης τη Σιγώνα και την πόλη Μαριάμμη, καθώς και όλα τα άλλα μέρη που εξουσίαζε.
Ενώ ο Αλέξανδρος βρισκόταν ακόμη στη Μάραθο, έφθασαν πρέσβεις από τον Δαρείο, για να του φέρουν επιστολή του και να τον παρακαλέσουν και οι ίδιοι προφορικά να απελευθερώσει για χάρη του βασιλιά τους τη μητέρα, τη γυναίκα και τα παιδιά του.
Στην επιστολή του ο Δαρείος έγραφε ότι ο Φίλιππος και ο Αρταξέρξης συνήψαν φιλία και συμμαχία και, όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Αρσής, ο γιος του Αρταξέρξη, ο Φίλιππος πρώτος άρχισε μιαν άδικη επίθεση εναντίον του, χωρίς να του έχουν κάμει οι Πέρσες κανένα κακό. Και από τότε όμως που ανέβηκε ο ίδιος στον θρόνο της Περσίας, δεν του έστειλε ο Αλέξανδρος κάποιον πρεσβευτή του για να τον διαβεβαιώσει για την παλιά φιλία και συμμαχία τους, αλλά απεναντίας εισέβαλε με τον στρατό του στην Ασία και προξένησε πολλές συμφορές στους Πέρσες.
Για τον λόγο αυτόν ανέλαβε ο ίδιος να υπερασπιστεί τη χώρα του και να διασώσει την προγονική εξουσία. Η μάχη βέβαια κρίθηκε όπως θέλησε κάποιος από τους θεούς· αυτός όμως ζητούσε ως βασιλιάς από έναν άλλο βασιλιά τη γυναίκα, τη μητέρα και τα παιδιά του, που αιχμαλωτίστηκαν, και ήταν πρόθυμος να συνάψει φιλία με τον Αλέξανδρο και να γίνει σύμμαχός του. Για τον σκοπό αυτόν τον παρακαλούσε να του στείλει μαζί με τον Μενίσκο και τον Αρσίμα, που είχαν έρθει ως απεσταλμένοι των Περσών, όσους επρόκειτο να ανταλλάξουν τις ένορκες διαβεβαιώσεις ανάμεσα σε αυτόν και τον Αλέξανδρο.
Στην επιστολή του Δαρείου απάντησε ο Αλέξανδρος με δική του και έστειλε μαζί με τους απεσταλμένους του Δαρείου τον Θέρσιππο με την εντολή να την παραδώσει στον Δαρείο, αλλά να αποφύγει να συζητήσει ο ίδιος ο,τιδήποτε μαζί του. Η επιστολή του Αλεξάνδρου ανέφερε τα εξής: «Οι πρόγονοί σου εισέβαλαν στη Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα και μας προξένησαν καταστροφές, χωρίς εμείς να τους έχουμε κάμει προηγουμένως κανένα κακό· εμένα οι Έλληνες με όρισαν για αρχηγό τους και εισέβαλα στην Ασία, επειδή ήθελα να τιμωρήσω τους Πέρσες, εφόσον εσείς πρώτοι αρχίσατε τις εχθροπραξίες.
Γιατί και τους Περινθίους βοηθήσατε, οι οποίοι αδικούσαν τον πατέρα μου, και στη Θράκη, που ήταν υπό την εξουσία μας, έστειλε ο Αρταξέρξης ο Ώχος στρατιωτικές δυνάμεις του. Ο πατέρας μου εκτελέσθηκε από συνωμότες, που εσείς υποκινήσατε, όπως άλλωστε οι ίδιοι καυχηθήκατε με επιστολές, τις οποίες στείλατε παντού· εσύ δολοφόνησες τον Αρσή μαζί με τον Βαγώα και κατέλαβες την εξουσία παράνομα και όχι σύμφωνα με τον περσικό νόμο, αδικώντας έτσι τους Πέρσες·
έστειλες ακόμα εχθρικά γράμματα εναντίον μου στους Έλληνες προτρέποντάς τους να με πολεμούν, καθώς και χρήματα στους Λακεδαιμονίους και σε μερικούς άλλους Έλληνες, τα οποία καμιά άλλη ελληνική πόλη, εκτός από τους Λακεδαιμονίους, δεν τα δέχθηκε. Επειδή λοιπόν οι απεσταλμένοι σου προσπάθησαν να διαφθείρουν με χρήματα τους φίλους μου και επειδή επιχείρησαν να διαλύσουν την ειρήνη που εγώ συνήψα με τους Έλληνες, εξεστράτευσα εναντίον σου, εφόσον πρώτος εσύ έδειξες εχθρική στάση απέναντί μου.
Επειδή νίκησα σε μάχη πρώτα τους στρατηγούς και τους σατράπες σου και τώρα νίκησα εσένα και τις στρατιωτικές δυνάμεις, που ήταν μαζί σου, και κατέχω τη χώρα σου, που μου χάρισαν οι θεοί, φροντίζω για όσους πολέμησαν μαζί σου και δεν σκοτώθηκαν στη μάχη, αλλά κατέφυγαν σε μένα· αυτοί με τη θέλησή τους μένουν κοντά μου και με τη θέλησή τους συνεκστρατεύουν μαζί μου.
Έλα λοιπόν σε μένα σαν να είμαι κύριος όλης της Ασίας. Αν πάλι φοβάσαι μήπως πάθεις κανένα κακό με τον ερχομό σου, στείλε μερικούς φίλους σου να πάρουν από μένα ένορκες διαβεβαιώσεις. Και όταν έρθεις σε μένα, ζήτησε και πάρε τη μητέρα, τη γυναίκα και τα παιδιά σου, καθώς και ό,τι άλλο θέλεις. Ό,τι με πείσεις να σου δώσω, θα είναι δικό σου.
Και στο μέλλον, κάθε φορά που στέλνεις ανθρώπους σου σε μένα, είναι σαν να τους στέλνεις στον βασιλιά της Ασίας· ούτε να μου στέλνεις επιστολές ως ίσος προς ίσον, αλλ᾽ αν χρειάζεσαι τίποτα, να απευθύνεσαι προς εμένα σαν να είμαι εγώ κύριος όλων των κτήσεών σου. Διαφορετικά θα αποφασίσω για σένα σαν να διαπράττεις αδίκημα. Αν όμως μου αμφισβητείς την εξουσία, στάσου και αγωνίσου ακόμη μαζί μου γι᾽ αυτήν και μη φεύγεις, γιατί θα σε καταδιώξω, όπου και αν πας».
Αυτά λοιπόν έγραψε στον Δαρείο. Όταν όμως έμαθε ότι κυριεύθηκαν τα χρήματα που ο Δαρείος είχε στείλει στη Δαμασκό με τον Κωφήνα, τον γιο του Αρτάβαζου, και ότι αιχμαλωτίστηκαν και οι Πέρσες που είχαν μείνει πίσω για να τα φυλάγουν μαζί με τις άλλες βασιλικές αποσκευές, διέταξε τον Παρμενίωνα να τα μεταφέρει πίσω στη Δαμασκό και να τα φυλάγει εκεί.
Διέταξε επίσης να του στείλουν τους πρέσβεις των Ελλήνων που είχαν έρθει στον Δαρείο πριν από τη μάχη, μόλις πληροφορήθηκε ότι αιχμαλωτίστηκαν και αυτοί. Οι πρέσβεις αυτοί ήταν ο Ευθυκλής ο Σπαρτιάτης, ο Θεσσαλίσκος, ο γιος του Ισμηνία, και ο Διονυσόδωρος ο Ολυμπιονίκης, που ήταν Θηβαίοι, καθώς και ο Ιφικράτης, ο γιος του στρατηγού Ιφικράτη, που ήταν Αθηναίος.
Όταν αυτοί παρουσιάσθηκαν στον Αλέξανδρο, άφησε αμέσως ελεύθερους τον Θεσσαλίσκο και τον Διονυσόδωρο, αν και ήταν Θηβαίοι· το έκανε αυτό, από τη μια, γιατί αισθάνθηκε κάποιον οίκτο για τη Θήβα και από την άλλη, γιατί οι άνδρες αυτοί φαίνονταν ότι είχαν ενεργήσει με τρόπο που άξιζε να συγχωρηθούν, εφόσον είχε εξανδραποδισθεί η πατρίδα τους από τους Μακεδόνες και αναζητούσαν οποιαδήποτε δυνατή βοήθεια από τους Πέρσες και τον Δαρείο τόσο για τον εαυτό τους όσο ίσως και για την πατρίδα τους·
Αυτά λοιπόν τα ελαφρυντικά έλαβε υπόψη του για τους δύο Θηβαίους· ειδικά για τον Θεσσαλίσκο είπε ότι τον αφήνει ελεύθερο από σεβασμό προς τη γενιά του, γιατί καταγόταν από επιφανή θηβαϊκή οικογένεια, και για τον Διονυσόδωρο, γιατί είχε νικήσει στους Ολυμπιακούς αγώνες. Τον Ιφικράτη από φιλία για την πόλη της Αθήνας και επειδή σεβόταν τη μνήμη του δοξασμένου πατέρα του, τον κράτησε κοντά του όσο ζούσε και τον τίμησε πολύ και, όταν αρρώστησε και πέθανε, έστειλε τα οστά του στους συγγενείς του στην Αθήνα.
Τον Ευθυκλή όμως, επειδή ήταν Λακεδαιμόνιος, καταγόταν δηλαδή από πόλη που ήταν τότε φανερά εχθρική απέναντί του, και επειδή ακόμη δεν μπορούσε να βρει καμιά σοβαρή δικαιολογία για να τον συγχωρήσει ως άτομο, τον κράτησε στην αρχή υπό περιορισμό, όχι όμως δέσμιο, αργότερα όμως, όταν πια πέτυχε τις μεγάλες του νίκες, τον απέλυσε και αυτόν.
Ξεκινώντας από τη Μάραθο ο Αλέξανδρος κατέλαβε τη Βύβλο, που του παραδόθηκε ύστερα από συνθηκολόγηση, και κατόπιν τη Σιδώνα, όπου και τον προσκάλεσαν οι ίδιοι οι Σιδώνιοι από μίσος προς τους Πέρσες και τον Δαρείο. Από εκεί προχώρησε προς την Τύρο· στον δρόμο τον συνάντησαν πρέσβεις των Τυρίων, που τους είχε στείλει η πόλη τους, για να του ανακοινώσουν ότι οι Τύριοι έχουν αποφασίσει να κάμουν ό,τι τους διατάξει.
Ο Αλέξανδρος επαίνεσε την πόλη και τους πρεσβευτές της (γιατί προέρχονταν από επιφανείς οικογένειες της Τύρου και ανάμεσά τους, ήταν ο γιος του βασιλιά των Τυρίων· ο ίδιος ο βασιλιάς Αζέμιλκος έπλεε ακόμη με τον στόλο του Αυτοφραδάτη). Τους διέταξε λοιπόν ο Αλέξανδρος να επιστρέψουν και να πουν στους Τυρίους ότι θα μπει στην πόλη τους και θα προσφέρει θυσία στον Ηρακλή.
Γιατί υπάρχει στην Τύρο ένας ναός του Ηρακλή, που είναι μάλιστα ο αρχαιότερος από όσους διασώζει η ανθρώπινη μνήμη. Ο Ηρακλής αυτός δεν είναι ο Αργείος Ηρακλής, ο γιος της Αλκμήνης· γιατί τον Ηρακλή τιμούσαν στην Τύρο πολλές γενιές πριν φθάσει στη Θήβα ο Κάδμος, που ξεκίνησε από τη Φοινίκη, και πριν γεννηθεί η Σεμέλη, η κόρη του Κάδμου, που γέννησε τον Διόνυσο, τον γιο του Δία.
Καθώς φαίνεται λοιπόν ο Διόνυσος ανήκε στην τρίτη γενιά από τον Κάδμο και ήταν σύγχρονος του Λαβδάκου, του γιου του Πολύδωρου και εγγονού του Κάδμου, ενώ ο Αργείος Ηρακλής ήταν σύγχρονος περίπου με τον Οιδίποδα, τον γιο του Λαΐου.
Και οι Αιγύπτιοι όμως λατρεύουν άλλον Ηρακλή, όχι αυτόν που λατρεύουν οι Τύριοι ή οι Έλληνες· αλλά ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι αυτόν τον Ηρακλή οι Αιγύπτιοι τον θεωρούν ως έναν από τους δώδεκα θεούς τους, όπως ακριβώς οι Αθηναίοι λατρεύουν τον Διόνυσο, τον γιο του Δία και της Περσεφόνης, έναν διαφορετικό Διόνυσο. Προς τιμήν αυτού ακριβώς του Διονύσου, και όχι του θηβαϊκού, ψάλλεται ο μυστικιστικός ύμνος Ίακχος.
Νομίζω ότι και ο Ηρακλής που τιμούν οι Ίβηρες στην Ταρτησσό, όπου υπάρχουν μερικοί κίονες ονομαζόμενοι στήλες του Ηρακλέους, είναι ο Τύριος Ηρακλής, επειδή η Ταρτησσός χτίστηκε από τους Φοίνικες, και σύμφωνα με τις φοινικικές συνήθειες και ο ναός του Ηρακλή κατασκευάστηκε εκεί και οι θυσίες τελούνται.
Ο Εκαταίος ο λογογράφος αναφέρει ότι ο Γηρυόνης, εναντίον του οποίου έστειλε ο Ευρυσθέας τον Ηρακλή τον Αργείο για να αρπάξει τις αγελάδες του και να τις φέρει στις Μυκήνες, δεν έχει καμιά σχέση με τη χώρα των Ιβήρων· ούτε ότι ο Ηρακλής στάλθηκε σε κάποιο νησί, το οποίο ονομαζόταν Ερύθεια και βρισκόταν έξω από τη Μεσόγειο, αλλά στην ηπειρωτική Ελλάδα, στην περιοχή της Αμβρακίας και Αμφιλοχίας, όπου βασίλευε ο Γηρυόνης· από την περιοχή αυτή άρπαξε τις αγελάδες ο Ηρακλής, ο οποίος μάλιστα θεωρούσε και το κατόρθωμά του αυτό σημαντικό.
Και ο ίδιος γνωρίζω ότι η περιοχή αυτή έχει μέχρι σήμερα καλά βοσκοτόπια και τρέφει πολύ ωραίες αγελάδες· και δεν θεωρώ απίθανο να έφθασε στ᾽ αυτιά του Ευρυσθέα η φήμη των ηπειρωτικών αγελάδων καθώς και το όνομα του βασιλιά της Ηπείρου Γηρυόνη. Αντίθετα θεωρώ απίθανο να γνώριζε ο Ευρυσθέας το όνομα του βασιλιά των Ιβήρων, που κατοικούν στα πέρατα της Ευρώπης, ή ότι στη χώρα αυτή βόσκουν ωραίες αγελάδες, εκτός βέβαια αν ήθελε κάποιος να καλύψει με τον μύθο το απίθανο της διηγήσεως και ανέμειξε την Ήρα στην υπόθεση, ότι τάχα αυτή απεκάλυψε την πληροφορία στον Ηρακλή μέσω του Ευρυσθέα.
Σε αυτόν λοιπόν τον Τύριο Ηρακλή είπε ότι ήθελε να θυσιάσει ο Αλέξανδρος. Μόλις όμως οι πρέσβεις ανέφεραν αυτά στην Τύρο, οι Τύριοι αποφάσισαν να εκτελέσουν όλες τις άλλες διαταγές του Αλεξάνδρου, να μη δεχθούν όμως στην πόλη τους κανέναν, ούτε Πέρση ούτε Μακεδόνα, γιατί έκριναν ότι η απόφασή τους αυτή θα ήταν και για την παρούσα περίσταση η αξιοπρεπέστερη και για την έκβαση του πολέμου, που ήταν ακόμη αβέβαιη, η ασφαλέστερη.
Όταν πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος την απάντηση της Τύρου, οργισμένος έστειλε πίσω τους πρέσβεις και αφού κάλεσε αμέσως σε συμβούλιο τους εταίρους, τους αρχηγούς του στρατού, τους διοικητές των ταγμάτων και τους ιλάρχους, τους είπε τα εξής:
«Φίλοι και σύμμαχοι, εφόσον οι Πέρσες κυριαρχούν στη θάλασσα, δεν θεωρώ ασφαλή την πορεία μας προς την Αίγυπτο. Είναι όμως εξίσου επικίνδυνο και για άλλους λόγους, προπάντων όμως εξαιτίας της καταστάσεως που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα, να αναλάβουμε την καταδίωξη του Δαρείου, αφήνοντας πίσω μας αυτήν εδώ την πόλη της Τύρου, που είναι αμφίβολη η υπακοή της, καθώς και την Αίγυπτο και την Κύπρο, που κατέχονται από τους Πέρσες.
Αν δηλαδή προχωρήσουμε εμείς με τον στρατό εναντίον της Βαβυλώνας και του Δαρείου, υπάρχει φόβος μήπως επικρατήσουν και πάλιν οι Πέρσες στα παραθαλάσσια μέρη και με ισχυρότερο στόλο μεταφέρουν τον πόλεμο στην Ελλάδα, όπου φανερά μας πολεμούν οι Λακεδαιμόνιοι, ενώ η πόλη των Αθηνών συγκρατείται για την ώρα πιο πολύ από φόβο παρά από ευνοϊκή διάθεση για μας.
Αν όμως καταληφθεί η Τύρος, θα κυριευθεί και ολόκληρη η Φοινίκη, και το φοινικικό ναυτικό, που αποτελεί το μεγαλύτερο και το ισχυρότερο τμήμα του περσικού στόλου, θα προσχωρήσει πιθανότατα σε μας· γιατί δεν θα ανεχθούν ποτέ ούτε οι Φοίνικες κωπηλάτες ούτε οι ναύτες να διακινδυνεύσουν οι ίδιοι πλέοντας για χατίρι άλλων, αν οι πόλεις τους έχουν καταληφθεί. Μετά από αυτό και η Κύπρος ή θα προσχωρήσει χωρίς δυσκολία σε μας ή θα κυριευθεί εύκολα με επίθεση του στόλου μας.
Αν λοιπόν κυριαρχήσουμε στη θάλασσα με τα μακεδονικά και τα φοινικικά πλοία και αν προσχωρήσει σε μας και η Κύπρος, τότε και με ασφάλεια θα μπορέσουμε να επικρατήσουμε στη θάλασσα και συγχρόνως με ευκολία θα επιχειρήσουμε τη ναυτική εκστρατεία μας στην Αίγυπτο. Όταν υποτάξουμε την Αίγυπτο, δεν θα υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχούμε πια ούτε για την Ελλάδα ούτε για τη χώρα μας, και θα εκστρατεύσουμε εναντίον της Βαβυλώνας με ασφαλή πια την πατρίδα και συγχρόνως με ανυψωμένο το γόητρό μας, εφόσον οι Πέρσες θα έχουν αποκοπεί από όλη τη θάλασσα, καθώς και από τη γη δυτικά του Ευφράτη».
Με αυτά τα λόγια έπεισε εύκολα τους άνδρες του να αναλάβουν επίθεση κατά της Τύρου· και κάποιο θεϊκό σημάδι τον παρακίνησε, γιατί είδε στο όνειρό του την ίδια εκείνη νύχτα ότι αυτός πλησίαζε στο τείχος της Τύρου, όπου τον υποδέχθηκε ο Ηρακλής και τον οδήγησε επάνω στην πόλη. Ο Αρίστανδρος εξήγησε ότι το όνειρό του σήμαινε ότι θα κυριευθεί η Τύρος με κόπο, επειδή και τα κατορθώματα του Ηρακλή εκτελέσθηκαν με κόπο. Και πραγματικά η πολιορκία της Τύρου φαινόταν μια δύσκολη επιχείρηση.
Γιατί η πόλη ήταν νησί και είχε οχυρωθεί με ψηλά τείχη από όλες τις μεριές. Την εποχή εκείνη τα πλεονεκτήματα από τη θάλασσα φαίνονταν περισσότερο με το μέρος των Τυρίων, επειδή και οι Πέρσες εξουσίαζαν ακόμη τη θάλασσα και οι ίδιοι οι Τύριοι διέθεταν ακόμη πολλά πλοία.
Επειδή όμως επικράτησαν οι απόψεις του, αποφάσισε ο Αλέξανδρος να κατασκευάσει έναν μώλο από τη στεριά ως την πόλη. Στη θέση αυτή σχηματίζεται ένας αβαθής πορθμός, του οποίου τα μέρη που πλησιάζουν προς την ξηρά είναι ρηχά και λασπώδη, ενώ τα μέρη που είναι κοντά στην ίδια την πόλη, όπου είναι και το βαθύτερο μέρος της θαλάσσιας διόδου, έχουν βάθος τριών περίπου οργυιών. Υπήρχαν όμως εδώ άφθονες πέτρες και πολλά ξύλα, που τα στοίβαζαν επάνω στις πέτρες· με ευκολία επίσης έμπηγαν πασσάλους στον πηλό, χρησιμοποιώντας συγχρόνως τον ίδιο τον πηλό για να συνδέει και να συγκρατεί τις πέτρες.
Για την κατασκευή του έργου και οι Μακεδόνες έδειξαν μεγάλη προθυμία και ο Αλέξανδρος, που παρευρισκόταν ο ίδιος εκεί και έδινε οδηγίες για όλα, άλλοτε παρακινώντας με λόγους και άλλοτε ανακουφίζοντας με χρηματικές παροχές όσους κοπίαζαν περισσότερο και διακρίνονταν για την εργατικότητά τους. Όσο η πρόσχωση γινόταν προς το μέρος της ξηράς, το έργο προχωρούσε με ευκολία, επειδή το βάθος ήταν μικρό και τίποτε δεν τους εμπόδιζε.
Όταν όμως άρχισαν να προχωρούν προς τα βαθύτερα μέρη της θάλασσας και να πλησιάζουν συνάμα προς την πόλη, επειδή τους χτυπούσαν από τα τείχη που ήταν ψηλά, άρχισαν να υποφέρουν, γιατί είχαν σταλεί μάλλον για δουλειά παρά για μάχη, και γιατί οι Τύριοι, που εξουσίαζαν τότε ακόμη τη θάλασσα, έπλεαν με τα πολεμικά πλοία τους πότε στο ένα μέρος του μόλου και πότε στο άλλο και ματαίωναν την πρόσχωση των Μακεδόνων σε πολλά σημεία.
Τότε οι Μακεδόνες κατασκεύασαν δύο πύργους στο άκρο του μόλου, που είχε τώρα προχωρήσει πολύ προς τη θάλασσα, και τοποθέτησαν μηχανές επάνω σε αυτούς. Χρησιμοποίησαν για προκαλύμματα προβιές και δέρματα για να μην τους ρίχνουν πυρακτωμένα βέλη από το τείχος και συνάμα για να προφυλάγονται οι εργαζόμενοι από τα τόξα· συγχρόνως όσοι Τύριοι επιχειρούσαν πλησιάζοντας με τα πλοία τους να βλάψουν αυτούς που κατασκεύαζαν τον μόλο, θα αποκρούονταν εύκολα με τα βλήματα που δέχονταν από τους πύργους.
Για αντιπερισπασμό οι Τύριοι επινόησαν το εξής: γέμισαν με ξερά κλήματα και άλλα εύφλεκτα ξύλα ένα πλοίο μεταφοράς αλόγων, έμπηξαν στην πλώρη του δυο κατάρτια, το περίφραξαν κυκλικά σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκταση, ώστε να χωρέσουν εκεί όσο περισσότερα γίνεται φρύγανα και δαδιά· έριξαν ακόμη στην πλώρη πίσσα και θειάφι καθώς και όλα τα άλλα υλικά που μπορούσαν να προκαλέσουν δυνατή φλόγα.
Ύστερα τοποθέτησαν στο κάθε κατάρτι από μια διπλή κεραία και από αυτήν κρέμασαν σε καζάνια υλικά, που θα δυνάμωναν πολύ τη φλόγα, αν χύνονταν ή ρίχνονταν επάνω της· κατόπιν τοποθέτησαν στην πρύμνη του πλοίου σαβούρα, ώστε να σηκωθεί ψηλά η πλώρη του, αν το τραβούσαν από την πρύμνη.
Έπειτα περίμεναν, ώσπου να πετύχουν άνεμο που να φυσά προς τον μόλο, και, αφού συνέδεσαν το πυρπολικό με άλλα πολεμικά πλοία, το έσυραν από την πρύμνη. Μόλις πλησίασαν στον μόλο και στους πύργους, έβαλαν φωτιά στα εύφλεκτα υλικά και με τα πολεμικά πλοία τους τράβηξαν το πυρπολικό όσο πιο δυνατά μπορούσαν προς τα πάνω και το έριξαν στην άκρη του μόλου. Το πλήρωμα του πλοίου, που τώρα πια καιόταν, με ευκολία κολύμπησε προς την ξηρά.
Στο μεταξύ άρχισε να πέφτει πάνω στους πύργους η δυνατή φλόγα και οι κεραίες που έσπασαν τροφοδότησαν τη φωτιά με όσα είχαν προετοιμαστεί για το δυνάμωμα της φλόγας. Εξάλλου οι Τύριοι, που ήταν μέσα στα πολεμικά πλοία, σταμάτησαν κοντά στον μόλο και άρχισαν να ρίχνουν βέλη στους πύργους, ώστε να μην πλησιάζουν με ασφάλεια όσοι επιχειρούσαν να σβήσουν με κατάλληλα μέσα τη φωτιά.
Τη στιγμή ακριβώς αυτή που μαινόταν πια η φωτιά στους πύργους εξόρμησαν από την πόλη πολλοί, επιβιβάστηκαν σε γρήγορα πλοιάρια και, αράζοντας σε διάφορα σημεία του μόλου, κατέστρεψαν με ευκολία το οχύρωμα, που είχε τοποθετηθεί μπροστά στον μόλο, και κατέκαυσαν όλες τις μηχανές, που η φωτιά του πυρπολικού δεν είχε καταστρέψει.
Ο Αλέξανδρος όμως διέταξε τους άνδρες του να πλατύνουν τον μόλο αρχίζοντας από τη στεριά, ώστε να χωρέσει περισσότερους πύργους, και τους μηχανικούς του να κατασκευάσουν άλλες μηχανές. Και ενώ ετοιμάζονταν αυτά, πήρε μαζί του τους υπασπιστές και τους Αγριάνες και ξεκίνησε για τη Σιδώνα, για να συγκεντρώσει όσα πλοία του ήταν ήδη εκεί, επειδή η πολιορκία φαινόταν πιο δύσκολη όσο κυριαρχούσαν στη θάλασσα οι Τύριοι.
Στο μεταξύ ο Γηρόστρατος, ο βασιλιάς της Αράδου, και ο Ένυλος, ο βασιλιάς της Βύβλου, μόλις πληροφορήθηκαν ότι οι πόλεις τους κατέχονται από τον Αλέξανδρο, εγκατέλειψαν τον Αυτοφραδάτη και τα πλοία του και παρουσιάστηκαν στον Αλέξανδρο έχοντας μαζί τους και τον στόλο τους· μαζί τους παραδόθηκαν και τα πολεμικά πλοία της Σιδώνας, ώστε συνολικά ογδόντα περίπου φοινικικά πλοία προσχώρησαν στον Αλέξανδρο.
Κατά τις ίδιες μέρες κατέφθασαν και πολεμικά πλοία από τη Ρόδο, και η λεγόμενη περίπολος και μαζί με αυτήν άλλα εννέα πλοία· κατέπλευσαν επίσης τρία πλοία από τους Σόλους και τη Μαλλό, δέκα από τη Λυκία και μια πεντηκόντορος από τη Μακεδονία με κυβερνήτη τον Πρωτέα, τον γιο του Ανδρόνικου.
Μετά από λίγο κατέπλευσαν στη Σιδώνα και οι βασιλείς της Κύπρου με εκατόν είκοσι περίπου πολεμικά πλοία τους, επειδή πληροφορήθηκαν την ήττα του Δαρείου στην Ισσό και φοβήθηκαν, μιας και ολόκληρη η Φοινίκη βρισκόταν πια στην εξουσία του Αλεξάνδρου. Όλους αυτούς τους συγχώρεσε ο Αλέξανδρος για την προηγούμενη στάση τους, γιατί έδιναν την εντύπωση ότι από ανάγκη μάλλον παρά θεληματικά είχαν υποστηρίξει τους Πέρσες στον κατά θάλασσαν αγώνα τους.
Ενώ κατασκευάζονταν οι μηχανές και ετοιμάζονταν τα πλοία να επιτεθούν στον εχθρό και να συνάψουν μαζί του ναυμαχία, ο Αλέξανδρος επιχείρησε εκστρατεία στην Αραβία, στο βουνό που ονομάζεται Αντιλίβανος, παίρνοντας μαζί του μερικές ίλες ιππικού, τους υπασπιστές, τους Αγριάνες και τους τοξότες.
Και αφού άλλα μέρη της περιοχής υπέταξε με τα όπλα και άλλα του παραδόθηκαν μετά από συμφωνία, επέστρεψε μέσα σε δέκα μέρες στη Σιδώνα, όπου βρήκε τον Κλέανδρο, τον γιο του Πολεμοκράτη, ο οποίος είχε έρθει από την Πελοπόννησο με τέσσερις χιλιάδες περίπου Έλληνες μισθοφόρους.
Όταν συμπληρώθηκαν οι ετοιμασίες του στόλου του, επιβίβασε στα καταστρώματα των πλοίων όσους υπασπιστές νόμισε αρκετούς για την επιχείρηση, με την προϋπόθεση ότι η ναυμαχία μάλλον δεν θα γινόταν με διάσπαση της γραμμής των εχθρικών πλοίων, αλλά με συμπλοκή των ανδρών σώμα με σώμα· ξεκίνησε λοιπόν από τη Σιδώνα και άρχισε να πλέει προς την Τύρο με τα πλοία του συνταγμένα σε παράταξη μάχης. Ο ίδιος ανέλαβε τη διοίκηση της δεξιάς πτέρυγας που εκτεινόταν προς το πέλαγος, έχοντας μαζί του τους βασιλείς της Κύπρου και όλους τους Φοίνικες, εκτός από τον Πνυταγόρα· ο τελευταίος μαζί με τον Κρατερό ανέλαβε τη διοίκηση της αριστερής πτέρυγας όλης της παρατάξεως.
Οι Τύριοι είχαν προηγουμένως αποφασίσει να ναυμαχήσουν, αν ο Αλέξανδρος ενεργούσε εναντίον τους επίθεση κατά θάλασσαν. Τότε όμως παρατήρησαν απροσδόκητα τον μεγάλο αριθμό των εχθρικών πλοίων (γιατί δεν είχαν ακόμη μάθει ότι ο Αλέξανδρος είχε υπό την εξουσία του τα κυπριακά και όλα τα φοινικικά πλοία)
και συγχρόνως αντιλήφθηκαν ότι η επίθεση από τη θάλασσα γινόταν με τάξη (γιατί πράγματι τα πλοία του Αλεξάνδρου, λίγο πριν πλησιάσουν την πόλη και ενώ ακόμη ήταν στ᾽ ανοιχτά, σταμάτησαν να πλέουν, μήπως και προκαλέσουν τους Τυρίους σε ναυμαχία, και έπειτα, επειδή οι Τύριοι δεν έβγαιναν στ᾽ ανοιχτά, άρχισαν, παραταγμένα όπως ήταν, να πλέουν εναντίον τους με μεγάλη ταχύτητα). Όταν παρατήρησαν όλα αυτά οι Τύριοι, αποφάσισαν να μην ναυμαχήσουν, έφραξαν όμως την είσοδο των λιμανιών τοποθετώντας στα στόμιά τους όσα πολεμικά πλοία τους χωρούσαν το ένα κοντά στο άλλο και παραφύλαγαν να μην εισχωρήσει ο εχθρικός στόλος σε κανένα από αυτά.
Επειδή λοιπόν δεν έβγαιναν οι Τύριοι στ᾽ ανοιχτά να ναυμαχήσουν, έπλευσε ο Αλέξανδρος εναντίον της πόλεώς τους· εγκατέλειψε την ιδέα να παραβιάσει το λιμάνι που ήταν προς τη μεριά της Σιδώνας, επειδή το στόμιό του ήταν πολύ στενό και συγχρόνως έβλεπε ότι η είσοδός του είχε φραχθεί με πολλά πολεμικά πλοία των Τυρίων, που είχαν γυρισμένες τις πλώρες τους καταπάνω στα δικά του πλοία. Τρία όμως πλοία των Τυρίων, που είχαν αγκυροβολήσει στο ακραίο σημείο του στομίου, τα βύθισαν οι Φοίνικες ενεργώντας επίθεση εναντίον τους και συγχρόνως εμβολισμό με τις πλώρες τους· τα πληρώματα όμως των πλοίων με ευκολία σώθηκαν κολυμπώντας προς τη φιλική ακτή.
Τότε λοιπόν τα πλοία του Αλεξάνδρου αγκυροβόλησαν κοντά στον τεχνητό μόλο, κατά μήκος της ακτής που φαινόταν προφυλαγμένη από τους ανέμους. Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος διέταξε τους Κυπρίους με τα πλοία τους και με τον ναύαρχο Ανδρόμαχο να αποκλείσουν την πόλη από την πλευρά του λιμανιού που ήταν στραμμένο προς τη Σιδώνα, και τους Φοίνικες να αποκλείσουν το λιμάνι που ήταν από την άλλη πλευρά του μόλου και έβλεπε προς την Αίγυπτο, όπου ήταν και η σκηνή του Αλεξάνδρου.
Επειδή τώρα πια είχαν συγκεντρωθεί πολλοί μηχανικοί από την Κύπρο και από όλη τη Φοινίκη, είχαν κατασκευαστεί πολλές μηχανές, άλλες επάνω στον μόλο, άλλες στα ιππαγωγά πλοία, που έφερε ο Αλέξανδρος μαζί του από τη Σιδώνα, και άλλες σε βραδυκίνητες τριήρεις.
Αφού όλα πια είχαν ετοιμαστεί, άρχισαν οι Μακεδόνες να κινούν τις μηχανές τους προς τον τεχνητό μόλο και από τα πλοία που αγκυροβολούσαν στα διάφορα μέρη του τείχους και έκαναν απόπειρες εναντίον του.
Από την άλλη μεριά οι Τύριοι τοποθέτησαν ξύλινους πύργους στις επάλξεις που ήταν απέναντι στον μόλο, για να πολεμούν από αυτούς· αν πάλι οι μηχανές πλησίαζαν σε άλλο σημείο, οι Τύριοι αμύνονταν με βλήματα και χτυπούσαν με πυρφόρα βέλη τα ίδια τα πλοία, ώστε να φοβίζουν τους Μακεδόνες να πλησιάζουν στα τείχη.
Τα τείχη των Τυρίων που ήταν απέναντι στον μόλο είχαν ύψος εκατόν πενήντα περίπου πόδια και πλάτος ανάλογο, και ήταν κατασκευασμένα από μεγάλες πέτρες συγκολλημένες με γύψο. Τα ιππαγωγά όμως πλοία και οι μακεδονικές τριήρεις, που κινούσαν τις μηχανές προς τα τείχη, δεν ήταν εύκολο να πλησιάσουν στην πόλη, επειδή τις εμπόδιζαν να πλησιάσουν οι πολλοί βράχοι που είχαν ρίξει στο πέλαγος οι Τύριοι.
Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να ανασύρει από τη θάλασσα τους βράχους. Η εργασία όμως αυτή προχωρούσε με δυσκολία, επειδή γινόταν από πλοία και όχι από στερεό έδαφος και γιατί οι Τύριοι τοποθέτησαν πλάγια θωράκιση σε μερικά πλοία τους, τα οδηγούσαν κοντά στις άγκυρες των μακεδονικών πλοίων και κόβοντας από κάτω τα σχοινιά των αγκυρών καθιστούσαν αδύνατη την αγκυροβολία των εχθρικών πλοίων.
Με τον ίδιο όμως τρόπο και ο Αλέξανδρος τοποθέτησε πλάγια θωράκιση σε πολλά τριαντάκωπα πλοία του και τα τοποθέτησε λοξά προς τις άγκυρες, ώστε να αναχαιτίζεται από αυτά η επίθεση των εχθρικών πλοίων. Παρ᾽ όλα αυτά όμως Τύριοι δύτες βουτούσαν στη θάλασσα και έκοβαν από κάτω τα σχοινιά των πλοίων. Οι Μακεδόνες όμως μεταχειρίστηκαν αλυσίδες στις άγκυρες αντί για σχοινιά και τις έριξαν στη θάλασσα, έτσι ώστε οι δύτες δεν μπορούσαν τίποτε πια να επιτύχουν.
Τότε οι Μακεδόνες περνούσαν θηλιές στους βράχους και από τον μόλο τούς τραβούσαν έξω από τη θάλασσα· έπειτα τους ανύψωναν στον αέρα με μηχανήματα και τους άφηναν να πέσουν στα βαθιά μέρη της θάλασσας, όπου δεν προεξείχαν και ήταν πια ακίνδυνοι. Στα μέρη του τείχους που είχαν καθαριστεί από τις βραχώδεις προεξοχές πλησίαζαν ήδη με ευκολία τα πλοία του Αλεξάνδρου.
Επειδή όμως οι Τύριοι βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, αποφάσισαν να επιχειρήσουν επίθεση εναντίον των κυπριακών πλοίων, τα οποία ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι που βλέπει προς τη Σιδώνα· κάλυψαν λοιπόν για πολύ χρόνο την είσοδο του λιμανιού με καραβόπανα, ώστε να μη φαίνεται η επάνδρωση των πολεμικών πλοίων τους· κατά το μεσημέρι, όταν και οι ναύτες είχαν διασκορπιστεί για τα αναγκαία και ο Αλέξανδρος μόλις είχε αποχωρήσει από τον στόλο του, που ήταν στο άλλο μέρος της πόλεως, για τη σκηνή του,
αφού τοποθέτησαν σε τρεις πεντήρεις, σε άλλες τόσες τετρήρεις και σε επτά τριήρεις τους ικανότερους κωπηλάτες που είχαν καθώς και τους καλύτερα οπλισμένους στρατιώτες τους, που θα πολεμούσαν από τα καταστρώματα και ήταν οι πιο θαρραλέοι για ναυτικούς αγώνες, άρχισαν να βγαίνουν από το λιμάνι, στην αρχή με σιγανή κωπηλασία, έχοντας το ένα πλοίο τους πίσω από το άλλο και κωπηλατώντας χωρίς παραγγέλματα κελευστών· μόλις όμως στράφηκαν προς τα κυπριακά πλοία και έφτασαν σε απόσταση που θα γίνονταν αντιληπτοί, τότε όρμησαν εναντίον τους με δυνατές κραυγές, παρακινώντας ο ένας τον άλλο και συγχρόνως κωπηλατώντας συντονισμένα.
Έτυχε εκείνη την ημέρα ο Αλέξανδρος να αποχωρήσει στη σκηνή του και να μην παραμείνει σε αυτήν για πολύ, όπως συνήθιζε, αλλά να επιστρέψει σύντομα στα πλοία του.
Στο μεταξύ οι Τύριοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στα αγκυροβολημένα πλοία και, επειδή άλλα από αυτά τα βρήκαν εντελώς άδεια και άλλα, εξαιτίας του θορύβου και της επιθέσεως, να επανδρώνονται με δυσκολία με όσους άνδρες βρέθηκαν εκεί, καταβύθισαν αμέσως, με την πρώτη έφοδο, την πεντήρη του βασιλιά Πνυταγόρα καθώς και τα πλοία του Ανδροκλή από την Αμαθούντα και του Πασικράτη από το Κούριο, ενώ τα υπόλοιπα τα απώθησαν προς την παραλία και τα τσάκισαν με τα έμβολά τους.
Μόλις όμως πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος την έξοδο των πολεμικών πλοίων της Τύρου, διέταξε τα περισσότερα πλοία του να σταματήσουν, μόλις επανδρωθούν, μπροστά στην είσοδο του λιμανιού, ώστε να μην βγουν από το λιμάνι και άλλα πλοία των Τυρίων. Ο ίδιος πήρε μαζί τους όσες πεντήρεις είχε και πέντε περίπου τριήρεις, που πρόλαβαν γρήγορα να επανδρωθούν, και έπλευσε γύρω από την πόλη, με σκοπό να επιτεθεί εναντίον των Τυρίων που είχαν βγει έξω από το λιμάνι.
Όταν όμως παρατήρησαν οι Τύριοι, που ήταν στο τείχος, την εχθρική επίθεση και τον ίδιο τον Αλέξανδρο επάνω στα πλοία, άρχισαν με δυνατές φωνές να παρακινούν τους συμπατριώτες τους, που βρίσκονταν στα πλοία, να τα οδηγήσουν πίσω στο λιμάνι· και επειδή οι φωνές τους δεν ακούονταν από τον θόρυβο και την απασχόληση των πληρωμάτων στα πλοία, μεταχειρίστηκαν διάφορα σήματα για να τους κάμουν να αποχωρήσουν. Όταν ύστερα από ώρα αντιλήφθηκαν την επίθεση των πλοίων του Αλεξάνδρου, έστρεψαν τις πλώρες τους προς το λιμάνι και άρχισαν να φεύγουν.
Λίγα από τα πλοία τους πρόλαβαν να διαφύγουν· στα περισσότερα όμως εφόρμησαν τα πλοία του Αλεξάνδρου, αχρήστεψαν μερικά από αυτά και συνέλαβαν στην είσοδο ακριβώς του λιμανιού μια πεντήρη και μια τετρήρη τους. Παρ᾽ όλα αυτά δεν έγινε μεγάλη σφαγή των πληρωμάτων, γιατί οι Τύριοι, μόλις κατάλαβαν ότι κυριεύτηκαν τα πλοία τους, κολύμπησαν εύκολα προς το λιμάνι.
Τώρα που δεν απέμενε πια για τους Τυρίους καμιά ωφέλεια από τα πλοία, οι Μακεδόνες άρχισαν να κινούν τις μηχανές τους προς το τείχος. Όταν όμως πλησίασαν εκεί από την πλευρά του μόλου, δεν κατόρθωσαν τίποτε το αξιόλογο, επειδή το τείχος ήταν ισχυρό· τότε κίνησαν μερικά μηχανοφόρα πλοία τους προς την μεριά του τείχους που έβλεπε προς τη Σιδώνα.
Επειδή όμως ούτε και εκεί πέτυχαν τίποτε, ο Αλέξανδρος στράφηκε προς το νότιο μέρος του τείχους, που υψωνόταν προς την Αίγυπτο, και εξέτασε το έργο από όλες τις μεριές. Εδώ για πρώτη φορά σείστηκε δυνατά και σε μεγάλη έκταση το τείχος της Τύρου και ένα μέρος του έπαθε ρήγμα και κατέπεσε. Τότε λοιπόν επιχείρησε ο Αλέξανδρος μικρή δοκιμαστική προσβολή, μόνο και μόνο για να τοποθετήσει γεφύρια στο μέρος του τείχους που είχε καταπέσει· οι Τύριοι όμως απέκρουσαν με ευκολία τους Μακεδόνες.
Τρεις μέρες αργότερα ο Αλέξανδρος πέτυχε νηνεμία και, αφού ενθάρρυνε τους διοικητές των ταγμάτων που θα επιχειρούσαν την έφοδο, κίνησε κατά της πόλεως τις πολιορκητικές του μηχανές που ήταν τοποθετημένες πάνω στα πλοία. Στην αρχή κατέρριψε ένα μεγάλο μέρος του τείχους και, όταν το μέρος που είχε καταρριφθεί του φάνηκε αρκετά μεγάλο σε πλάτος, διέταξε τα μηχανοφόρα πλοία του να αποχωρήσουν·
αμέσως μετά οδήγησε εναντίον της πόλεως δύο άλλα πλοία του που μετέφεραν τις γέφυρες, τις οποίες σκεφτόταν να τοποθετήσει επάνω στο ρήγμα του τείχους. Το ένα πλοίο ανέλαβαν οι υπασπιστές που είχαν αρχηγό τον Άδμητο, ενώ το άλλο δόθηκε στο τάγμα του Κοίνου, στους πεζεταίρους, όπως ονομάζονταν. Ο ίδιος μαζί με τους υπασπιστές του σκόπευε να ανέβει στο τείχος, σε όποιο μέρος υπήρχε δυνατότητα.
Διέταξε μερικά πολεμικά πλοία του να πλεύσουν προς τα δυο λιμάνια, μήπως και μπορέσουν να παραβιάσουν την είσοδό τους, ενώ οι Τύριοι θα ήταν απασχολημένοι με αυτούς. Όσα πάλι πλοία έφεραν βέλη για να ριφθούν από τις μηχανές ή όσα μετέφεραν στα καταστρώματα τοξότες, αυτά τα διέταξε να πλησιάζουν, όπου ήταν δυνατόν, τη στεριά πλέοντας κυκλικά γύρω από το τείχος ή, αν τους ήταν αδύνατο να την πλησιάσουν, να σταματούν σε απόσταση βολής από αυτήν, ώστε οι Τύριοι, επειδή θα βάλλονταν από παντού, να μην ξέρουν πού να στραφούν κατά την κρίσιμη ώρα.
Μόλις τα πλοία του Αλεξάνδρου πλησίασαν την πόλη και ρίχτηκαν από αυτά οι γέφυρες πάνω στο τείχος, άρχισαν οι υπασπιστές να τις ανεβαίνουν με γενναιότητα. Γιατί σε εκείνη την περίσταση και ο Άδμητος αναδείχθηκε άνδρας γενναίος και ο Αλέξανδρος τους ακολουθούσε, συμμετέχοντας ο ίδιος ενεργά στο πολεμικό έργο και παρατηρώντας συγχρόνως αν οι άλλοι τολμούσαν κατά τη μάχη μια λαμπρή πράξη ανδρείας.
Πρώτο μέρος του τείχους που κυριεύτηκε ήταν ακριβώς εκείνο όπου είχε ταχθεί ο Αλέξανδρος· από το μέρος αυτό αποκρούστηκαν χωρίς δυσκολία οι Τύριοι, επειδή εδώ για πρώτη φορά είχαν οι Μακεδόνες ανάβαση ασφαλή και όχι τελείως απόκρημνη. Ο Άδμητος λοιπόν, αφού ανέβηκε πρώτος στο τείχος και παρακίνησε τους άνδρες του να ανέβουν και αυτοί μαζί του, χτυπήθηκε με λόγχη και σκοτώθηκε εκεί·
αμέσως μετά από αυτόν, κατέλαβε το τείχος ο Αλέξανδρος μαζί με τους εταίρους. Κατόπιν, μόλις κυρίευσε μερικούς πύργους καθώς και τον μεταξύ τους χώρο, προχώρησε ο ίδιος μέσα από τις επάλξεις προς τα ανάκτορα, επειδή από το μέρος εκείνο φαινόταν πιο εύκολη η κατάβαση προς την πόλη.
Από τις ναυτικές δυνάμεις του Αλεξάνδρου οι Φοίνικες, που έτυχε να είναι αγκυροβολημένοι στο λιμάνι που βλέπει προς την Αίγυπτο, παραβίασαν την είσοδό του κόβοντας τα κλείθρα του και άρχισαν να καταστρέφουν τα πλοία που ήταν μέσα σε αυτό· άλλα από αυτά τα εμβόλιζαν στ᾽ ανοιχτά και άλλα τα έσπρωχναν προς τη στεριά. Στο άλλο λιμάνι της Τύρου που οδηγεί προς τη Σιδώνα και που δεν είχε μάλιστα ούτε κλείθρα έπλευσαν μέσα οι Κύπριοι και αμέσως κυρίευσαν από εκεί την πόλη.
Οι περισσότεροι Τύριοι, μόλις κατάλαβαν ότι κυριεύτηκε το τείχος τους, το εγκατέλειψαν και συγκεντρώθηκαν στο λεγόμενο Αγηνόριο, όπου και αντιστάθηκαν στους Μακεδόνες. Ο Αλέξανδρος με τους υπασπιστές του προχώρησε εναντίον τους, σκότωσε όσους ακόμα πολεμούσαν εκεί και καταδίωξε όσους τράπηκαν σε φυγή.
Έγινε μεγάλη σφαγή, επειδή και αυτοί που ήρθαν από το λιμάνι κατείχαν πια σταθερά την Τύρο και το τάγμα του Κοίνου είχε περάσει μέσα στην πόλη. Με οργή οι Μακεδόνες ορμούσαν εναντίον όλων στενοχωρημένοι και από την μακρά παράταση της πολιορκίας, αλλά και γιατί οι Τύριοι, αφού συνέλαβαν μερικούς συμπολεμιστές τους που έρχονταν με τα πλοία τους από τη Σιδώνα, τους ανέβασαν στο τείχος, για να τους βλέπουν από το στρατόπεδο, τους έσφαξαν και τους πέταξαν στη θάλασσα.
Από τους Τυρίους σκοτώθηκαν ως οκτώ χιλιάδες, ενώ από τους Μακεδόνες κατά την έφοδο εκείνη σκοτώθηκε ο Άδμητος, που πρώτος κυρίεψε το τείχος και αναδείχθηκε γενναίος άνδρας, και μαζί του είκοσι υπασπιστές· σε όλη την πολιορκία έπεσαν τετρακόσιοι περίπου Μακεδόνες.
Όλους τους Τυρίους που είχαν καταφύγει στο ιερό του Ηρακλή (ανάμεσά τους ήταν άρχοντες της Τύρου και ο βασιλιάς Αζέμιλκος καθώς και μερικοί Καρχηδόνιοι θεωροί, που είχαν έρθει στη μητρόπολη της Καρχηδόνας για να τιμήσουν τον Ηρακλή σύμφωνα με κάποια παλιά συνήθεια), ο Αλέξανδρος τους συγχώρεσε. Τους υπόλοιπους όμως Τυρίους τους πούλησε δούλους· και πουλήθηκαν τότε δούλοι τριάντα περίπου χιλιάδες Τύριοι, καθώς και ξένοι που αιχμαλωτίστηκαν. Ο Αλέξανδρος πρόσφερε θυσία στον Ηρακλή
και τέλεσε πομπή με όλους τους στρατιώτες τους οπλισμένους· στην πομπή αυτή, που έγινε προς τιμή του Ηρακλή, πήραν μέρος και τα πλοία του· τέλεσε ακόμη γυμνικό αγώνα στο ιερό του θεού καθώς και λαμπαδηφορία· στον ναό αφιέρωσε και τη μηχανή, με την οποία καταρρίφθηκε το τείχος, και το ιερό πλοίο των Τυρίων το αφιερωμένο στον Ηρακλή, που το κυρίεψε κατά την επίθεση, το αφιέρωσε επίσης σε αυτόν· πάνω στο πλοίο, χαράχτηκε επίγραμμα, το οποίο ή ο ίδιος συνέθεσε ή κάποιος άλλος· επειδή όμως δεν αξίζει να μνημονευθεί, γι᾽ αυτό και εγώ δεν έκρινα άξιο να το αναγράψω. Έτσι λοιπόν κυριεύτηκε η Τύρος, όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Νικήτης, κατά τον μήνα Εκατομβαιώνα.
Ενώ ο Αλέξανδρος ήταν ακόμη απασχολημένος με την πολιορκία της Τύρου, έφθασαν πρέσβεις από τον Δαρείο, για να του αναγγείλουν ότι ο βασιλιάς τους ήταν πρόθυμος να του δώσει δέκα χιλιάδες τάλαντα για την απελευθέρωση της μητέρας, της γυναίκας και των παιδιών του· ότι του παραχωρεί όλη τη χώρα του που βρίσκεται ανάμεσα στον Ευφράτη και την ελληνική θάλασσα και ότι θα τον αναγνωρίσει ως φίλο και σύμμαχο, αν παντρευτεί την κόρη του.
Όταν ανακοίνωσε αυτά στο συμβούλιο των εταίρων, ο Παρμενίων είπε, λένε, στον Αλέξανδρο ότι, αν ήταν αυτός Αλέξανδρος, θα δεχόταν με τους όρους αυτούς να τερματίσει τον πόλεμο χωρίς να διακινδυνεύει πια στο μέλλον. Ο Αλέξανδρος αποκρίθηκε στον Παρμενίωνα, όπως λένε, ότι και αυτός θα έκανε το ίδιο, αν ήταν Παρμενίων· επειδή όμως είναι Αλέξανδρος, θα αποκριθεί στον Δαρείο όπως ακριβώς και αποκρίθηκε.
Είπε δηλαδή ότι δεν έχει ανάγκη ούτε να πάρει χρήματα από τον Δαρείο ούτε να δεχθεί μέρος της χώρας του αντί για ολόκληρη· γιατί και τα χρήματα και η χώρα ολόκληρη είναι δικά του· κι αν ήθελε να παντρευτεί την κόρη του, μπορούσε να την παντρευτεί και χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα της· αν πάλι ήθελε ο Δαρείος να τύχει φιλικής συμπεριφοράς από μέρους του Αλεξάνδρου, του υπέδειξε να παρουσιαστεί ο ίδιος μπροστά του. Όταν τα πληροφορήθηκε αυτά ο Δαρείος, έχασε κάθε ελπίδα για συνθηκολόγηση με τον Αλέξανδρο και άρχισε πάλι να προετοιμάζεται για πόλεμο.
Ο Αλέξανδρος κατόπιν αποφάσισε να επιχειρήσει ναυτική εκστρατεία στην Αίγυπτο. Είχαν άλλωστε προσχωρήσει ήδη σε αυτόν τα υπόλοιπα μέρη της ονομαζομένης Παλαιστινιακής Συρίας· κάποιος όμως ευνούχος, που ονομαζόταν Βάτις και κατείχε την πόλη της Γάζας, δεν έδειχνε υπακοή στον Αλέξανδρο, αλλά, αφού συγκέντρωσε και Άραβες μισθοφόρους και από πολύ καιρό πριν αποθήκευσε σιτάρι για μακροχρόνια πολιορκία, αποφάσισε να μη δεχθεί στην πόλη τον Αλέξανδρο, πιστεύοντας ότι το οχυρό αυτό μέρος δεν θα κυριευόταν ποτέ με επίθεση.
Η Γάζα απέχει είκοσι περίπου σταδίους από τη θάλασσα και η ανάβαση σε αυτή γίνεται βαδίζοντας σε βαθιά άμμο, ενώ η θάλασσα γύρω από την πόλη είναι όλη γεμάτη έλη. Η Γάζα ήταν μεγάλη πόλη, είχε χτιστεί πάνω σε ψηλό γήλοφο και περιβληθεί από οχυρό τείχος. Για όποιον πήγαινε από τη Φοινίκη στην Αίγυπτο ήταν ο τελευταίος κατοικημένος τόπος στην αρχή της ερήμου.
Μόλις ο Αλέξανδρος έφθασε στην πόλη, στρατοπέδευσε την πρώτη μέρα στο μέρος όπου το τείχος φαινόταν πιο ευπρόσβλητο και διέταξε να συναρμολογήσουν τις πολιορκητικές μηχανές του. Οι μηχανικοί όμως έκριναν ότι ήταν αδύνατο να κυριευθεί με επίθεση το τείχος, εξαιτίας του ύψους του γηλόφου.
Αντίθετα ο Αλέξανδρος είχε τη γνώμη ότι, όσο δύσκολο είναι να κυριευθεί η πόλη, άλλο τόσο ήταν αναγκαίο· γιατί πίστευε ότι το παράτολμο της επιχειρήσεως θα προκαλούσε μεγάλο φόβο στους εχθρούς, ενώ αν δεν κυριευόταν η Γάζα και το μάθαιναν αυτό οι Έλληνες και ο Δαρείος, θα ήταν γι᾽ αυτόν μεγάλη ντροπή. Αποφάσισε λοιπόν να κατασκευάσει πρόχωμα γύρω από την πόλη, ώστε οι μηχανές που θα στήνονταν εκεί να βρίσκονται στο ίδιο ύψος με τα τείχη. Και κατασκεύασαν το πρόχωμα απέναντι κυρίως στο νότιο τείχος της πόλεως, που φαινόταν και το πιο ευπρόσβλητο.
Μόλις νόμισαν οι Μακεδόνες ότι το πρόχωμα είχε υψωθεί εκεί όπου έπρεπε, τοποθέτησαν επάνω σε αυτό τις μηχανές και άρχισαν να τις κινούν εναντίον του τείχους της Γάζας. Στο μεταξύ, ενώ κάποια μέρα θυσίαζε ο Αλέξανδρος και ήταν στεφανωμένος και έτοιμος να αρχίσει σύμφωνα με το έθιμο τη θυσία του πρώτου σφαγίου, ένα σαρκοφάγο πτηνό πέταξε πάνω από τον βωμό και άφησε να πέσει στο κεφάλι του Αλεξάνδρου μια πέτρα που κρατούσε στα πόδια του. Ο Αλέξανδρος ρώτησε τον μάντη Αρίστανδρο τί σήμαινε το θεϊκό σημάδι. Ο μάντης του αποκρίθηκε: «Βασιλιά μου, θα κυριέψεις την πόλη, πρέπει όμως να είσαι σήμερα προσεκτικός».
Όταν άκουσε την προφητεία αυτή ο Αλέξανδρος, κρατήθηκε για ένα διάστημα εκτός βολής, κοντά στις μηχανές· όταν όμως οι Άραβες επιχείρησαν ορμητική έξοδο από την πόλη προσπαθώντας να βάλουν φωτιές στις μακεδονικές μηχανές και άρχισαν να ρίχνουν από ψηλά βλήματα στους Μακεδόνες, που αμύνονταν από κάτω, και να τους απωθούν προς το τεχνητό πρόχωμα, τότε ο Αλέξανδρος ή θεληματικά παράκουσε τη συμβουλή του μάντη ή παρασύρθηκε από τη δίνη της μάχης και λησμόνησε την προφητεία· πήρε μαζί του τους υπασπιστές και έτρεξε να βοηθήσει, εκεί ακριβώς όπου οι Μακεδόνες πιέζονταν περισσότερο.
Και τους Μακεδόνες μεν εμπόδισε να απωθηθούν προς το πρόχωμα με επαίσχυντη φυγή, ο ίδιος όμως χτυπήθηκε στον ώμο με βέλος καταπέλτη, που διαπέρασε την ασπίδα και τον θώρακά του. Μόλις διαπίστωσε όμως ότι βγήκε αληθινός ο Αρίστανδρος ως προς το ζήτημα του τραυματισμού του, χάρηκε, επειδή πίστεψε ότι, σύμφωνα με την εξήγηση του Αρίστανδρου, θα κυριέψει και την πόλη.
Ενώ ο Αλέξανδρος θεραπευόταν με δυσκολία από το τραύμα του, έφθασαν με τα πλοία ύστερα από πρόσκλησή του οι μηχανές, με τις οποίες είχε κυριέψει την Τύρο. Διέταξε αμέσως να κατασκευαστεί κυκλικό πρόχωμα γύρω από την πόλη, με πλάτος δύο σταδίους και ύψος διακόσια πενήντα πόδια.
Αφού λοιπόν στήθηκαν οι μηχανές και μεταφέρθηκαν στο πρόχωμα, προκάλεσαν ρωγμές σε μεγάλο μέρος του τείχους· συγχρόνως, επειδή οι Μακεδόνες άνοιγαν υπονόμους σε διάφορα σημεία και έριχναν κρυφά έξω το χώμα, το τείχος άρχισε σε πολλά μέρη του να γκρεμίζεται και να κατακαθίζει στα σημεία όπου είχε αφαιρεθεί το χώμα· οι Μακεδόνες με τα βέλη τους απέκτησαν τον έλεγχο ενός μεγάλου μέρους του τείχους και απώθησαν τους υπερασπιστές από τους πύργους· οι αμυνόμενοι όμως άντεχαν σε τρεις επιθέσεις τους, αν και πολλοί από αυτούς σκοτώνονταν και τραυματίζονταν.
Αφού όμως στην τέταρτη επίθεση κίνησε από παντού ο Αλέξανδρος τη μακεδονική φάλαγγα εναντίον τους, κατέρριψε το τείχος στα μέρη όπου το υπέσκαπταν και του προκάλεσε ρωγμές σε μεγάλη έκταση εκεί όπου το χτυπούσαν οι μηχανές του, ώστε δεν ήταν δύσκολο να επιχειρηθεί η έφοδος με σκάλες στα τμήματα που είχαν καταπέσει.
Τοποθετήθηκαν λοιπόν οι σκάλες στο τείχος και άρχισε αμέσως μεγάλη άμιλλα ανάμεσα σε όσους Μακεδόνες συναγωνίζονταν για ανδρεία, ποιός πρώτος θα κυριέψει το τείχος. Και το κυρίεψε πρώτος ο Νεοπτόλεμος, ένας από τους εταίρους, που καταγόταν από την γενιά των Αιακιδών· ύστερα από αυτόν άρχισαν να ανεβαίνουν στο τείχος το ένα μετά από το άλλο τα τάγματα των Μακεδόνων με τους αρχηγούς τους.
Αμέσως μόλις πέρασαν μέσα στο τείχος μερικοί Μακεδόνες, γκρέμισαν τη μια μετά την άλλη τις πύλες του φρουρίου που βρέθηκαν μπροστά τους και δέχθηκαν μέσα στην πόλη όλον τον στρατό. Οι πολίτες της Γάζας, αν και η πόλη τους βρισκόταν πια στα χέρια του εχθρού, εξακολούθησαν όμως να μάχονται συγκροτημένοι· και σκοτώθηκαν όλοι πολεμώντας στο μέρος όπου ο καθένας τους τάχθηκε. Τα παιδιά όμως και τις γυναίκες τους ο Αλέξανδρος τους πούλησε δούλους. Στην πόλη εγκατέστησε ανθρώπους από τις γύρω περιοχές και την χρησιμοποιούσε ως πολεμικό φρούριο.
Τα σχόλια είναι κλειστά.