Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για την Αίγυπτο, όπου από την αρχή είχε αποφασίσει να πάει, και βαδίζοντας από τη Γάζα έφθασε την έβδομη μέρα στο Πηλούσιο της Αιγύπτου. Ο στόλος του έπλεε μαζί του κοντά στην ακτή από τη Φοινίκη για την Αίγυπτο· και στο Πηλούσιο βρήκε αγκυροβολημένα τα πλοία του.
Ο Μαζάκης ο Πέρσης, που είχε διοριστεί σατράπης της Αιγύπτου από τον Δαρείο, πληροφορήθηκε το αποτέλεσμα της μάχης στην Ισσό και την επαίσχυντη φυγή του Δαρείου καθώς και την κατάληψη από τον Αλέξανδρο της Φοινίκης, της Συρίας και του μεγαλύτερου μέρους της Αραβίας και, επειδή δεν διέθετε περσικές δυνάμεις, δέχθηκε φιλικά τον Αλέξανδρο και στις πόλεις και στην ύπαιθρο χώρα.
Ο Αλέξανδρος τοποθέτησε φρουρά στο Πηλούσιο και, αφού διέταξε τους κυβερνήτες των πλοίων να πλεύσουν προς το πάνω μέρος του ποταμού ως την πόλη Μέμφιδα, βάδισε ο ίδιος προς την Ηλιούπολη έχοντας στα δεξιά του τον ποταμό Νείλο. Εκεί έφθασε διασχίζοντας την έρημο, αφού στο μεταξύ κυρίευσε όλες τις περιοχές που συνάντησε στον δρόμο του και που του παρέδωσαν οι κάτοικοί τους.
Από την Ηλιούπολη πέρασε τον ποταμό και έφθασε στη Μέμφιδα· εκεί πρόσφερε θυσίες και στους άλλους θεούς, αλλά κυρίως στον Άπιν και τέλεσε γυμνικούς και μουσικούς αγώνες, για τους οποίους ήρθαν σ᾽ αυτόν από την Ελλάδα οι πιο φημισμένοι αθλητές και καλλιτέχνες. Από τη Μέμφιδα έπλευσε προς το κάτω μέρος του ποταμού ως τη θάλασσα, αφού επιβίβασε στα πλοία τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες και από τους ιππείς τη βασιλική ίλη των εταίρων.
Όταν έφθασε στην πόλη Κάνωπο και έπλευσε γύρω από τη Μαρεώτιδα λίμνη, αποβιβάστηκε στο μέρος όπου είναι σήμερα χτισμένη η Αλεξάνδρεια, που πήρε το όνομά της από τον Αλέξανδρο. Ο τόπος αυτός του φάνηκε κατάλληλος για να ιδρύσει μια πόλη που θα μπορούσε να ευτυχήσει. Τον κατέλαβε λοιπόν μεγάλη επιθυμία να προχωρήσει στην ίδρυσή της και χάραξε μάλιστα και ο ίδιος τα όριά της, δηλαδή όρισε και πού έπρεπε να χτιστεί η αγορά της και πόσοι ναοί και προς τιμή ποιών θεών, ελληνικών και της Ίσιδας της αιγυπτιακής, καθώς και πού το τείχος θα περιέβαλλε την πόλη. Για τον σκοπό αυτόν πρόσφερε θυσία που αποδείχθηκε ευνοϊκή.
Κυκλοφορεί ακόμη και κάποια τέτοια παράδοση, που σε μένα τουλάχιστο φαίνεται πιστευτή· λένε δηλαδή ότι ήθελε ο Αλέξανδρος φεύγοντας να αφήσει στους τεχνίτες τα όρια των τειχών, δεν είχε όμως τίποτε για να τα χαράξει. Τότε κάποιος από τους τεχνίτες σοφίστηκε να μαζέψει όσο αλεύρι κουβαλούσαν στα σκεύη τους οι στρατιώτες και να το σκορπίσει στο έδαφος, όπου ακριβώς έδειχνε ο βασιλιάς. Με τον τρόπο αυτόν χαράχθηκε ολόγυρα ο περίγυρος των τειχών, τα οποία σκόπευε να κατασκευάσει ο Αλέξανδρος στην πόλη.
Αφού έλαβαν υπόψη τους αυτά οι μάντεις και μάλιστα ο Αρίστανδρος ο Τελμισσέας, ο οποίος λένε ότι έκαμε και πολλές άλλες σωστές προφητείες στον Αλέξανδρο, είπαν ότι η νέα πόλη θα ευτυχήσει σε όλα, κυρίως όμως χάρη στους καρπούς της γης.
Στο μεταξύ κατέπλευσε στην Αίγυπτο και ο Ηγέλοχος, ο οποίος ανέφερε στον Αλέξανδρο ότι και οι Τενέδιοι είχαν επαναστατήσει εναντίον των Περσών και ενώθηκαν με τους Μακεδόνες (γιατί πραγματικά είχαν προσχωρήσει παρά τη θέλησή τους στους Πέρσες)· ότι και ο λαός της Χίου κάλεσε τους Μακεδόνες, παρά την αντίδραση εκείνων που κατείχαν την πόλη και που ήταν εγκάθετοι του Αυτοφραδάτη και του Φαρνάβαζου·
ότι εκεί συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον ίδιο τον Φαρνάβαζο καθώς και τον Αριστόνικο, τον τύραννο των Μηθυμναίων, ο οποίος μη ξέροντας ότι οι Μακεδόνες κατείχαν το λιμάνι, έπλευσε σε αυτό με πέντε ελαφρά πειρατικά πλοία, επειδή τον ξεγέλασαν οι φρουροί της εισόδου του λιμανιού λέγοντάς του ότι το ναυτικό του Φαρνάβαζου ήταν τάχα αγκυροβολημένο εκεί·
και τους μεν πειρατές κατέσφαξαν εκεί οι άνδρες του Ηγέλοχου, ενώ τον Αριστόνικο, τον Απολλωνίδη τον Χίο και τους συμπατριώτες του Φησίνο και Μεγαρέα, καθώς και όλους τους άλλους που πήραν μέρος στην επανάσταση της Χίου και κατείχαν εκείνη την εποχή την εξουσία με τη βία, τους έφερνε τώρα στον Αλέξανδρο ο Ηγέλοχος·
ότι ο Ηγέλοχος απέσπασε και τη Μυτιλήνη από τον Χάρητα που την κατείχε και προσάρτησε και τις υπόλοιπες πόλεις της Λέσβου ύστερα από συμφωνία και απέστειλε τον Αμφοτερό με εξήντα πλοία στην Κω, γιατί οι ίδιοι οι κάτοικοί της το ζήτησαν· όταν και ο ίδιος κατέπλευσε στην Κω , βρήκε ότι την είχε καταλάβει ήδη ο Αμφοτερός.
Ο Ηγέλοχος έφερνε μαζί του όλους τους άλλους αιχμαλώτους εκτός από τον Φαρνάβαζο, που δραπέτευσε στην Κω ξεγελώντας τους φρουρούς του. Ο Αλέξανδρος έστειλε τους τυράννους των πόλεων στις πόλεις τους να τους μεταχειρισθούν όπως αυτές ήθελαν, αυτούς όμως που ήταν με τον Απολλωνίδη, δηλαδή τους Χίους, τους έστειλε με αυστηρή φρούρηση στην πόλη της Αιγύπτου Ελεφαντίνη.
Ύστερα από αυτά τον κατέλαβε η σφοδρή επιθυμία να πάει στον Άμμωνα, στη Λιβύη, για να συμβουλευθεί τον θεό, επειδή το μαντείο του Άμμωνα φημιζόταν ότι ήταν αλάθητο, και επειδή το μαντείο αυτό είχαν συμβουλευθεί ο Περσέας και ο Ηρακλής, ο πρώτος όταν τον έστειλε ο Πολυδέκτης να σκοτώσει τη Γοργόνα και ο δεύτερος όταν πήγε στη Λιβύη για τον Ανταίο και στην Αίγυπτο για τον Βούσιρη.
Ο Αλέξανδρος είχε τη φιλοδοξία να φθάσει τον Περσέα και τον Ηρακλή, μιας και καταγόταν και από τους δύο και γιατί ο ίδιος απέδιδε κατά κάποιο τρόπο τη γέννησή του στον Άμμωνα, όπως ακριβώς οι μύθοι απέδιδαν τη γέννηση του Ηρακλή και του Περσέα στον Δία. Ξεκίνησε λοιπόν για τον Άμμωνα με αυτόν τον σκοπό, για να γνωρίσει ακριβέστερα τα δικά του ζητήματα ή τουλάχιστο να ισχυρισθεί ότι τα έχει γνωρίσει.
Μέχρι το Παραιτόνιο βάδιζε κοντά στη θάλασσα μέσα από τόπο που ήταν έρημος, αλλά όχι άνυδρος, διατρέχοντας έτσι απόσταση χιλίων εξακοσίων σταδίων, όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος. Από εκεί στράφηκε προς το εσωτερικό, όπου ήταν το μαντείο του Άμμωνα. Ο δρόμος είναι έρημος και κατά το μεγαλύτερο μέρος αμμώδης και άνυδρος.
Για χάρη όμως του Αλεξάνδρου έπεσε πολλή βροχή από τον ουρανό, και αυτό το απέδωσαν σε θεϊκή εύνοια. Σε θεϊκή επίσης εύνοια απέδωσαν και το εξής περιστατικό: κάθε φορά που φυσάει νότιος άνεμος σ᾽ εκείνον τον τόπο, μαζεύεται πολλή άμμος στο δρόμο και χάνονται τα ίχνη του, ώστε δεν είναι δυνατό να ξέρει κανείς πού πρέπει να βαδίσει μέσα στην άμμο, όπως ακριβώς μέσα σε πέλαγος, επειδή δεν υπάρχουν πουθενά σημάδια κατά μήκος τους δρόμου, ούτε βουνό ούτε δέντρο, ούτε στερεοί λόφοι ανυψωμένοι, από τα οποία θα μπορούσαν οι οδοιπόροι να βρουν τη σωστή πορεία τους, όπως κάνουν οι ναύτες με τα άστρα· γι᾽ αυτό περιπλανιόταν ο στρατός του Αλεξάνδρου και οι οδηγοί είχαν αμφιβολία για τον δρόμο.
Ο Πτολεμαίος λοιπόν, ο γιος του Λάγου, λέγει ότι δύο φίδια που έβγαζαν φωνή προχωρούσαν μπροστά από το στράτευμα και ότι ο Αλέξανδρος διέταξε τους οδηγούς να τα ακολουθούν έχοντας πίστη στο θεϊκό σημάδι· πραγματικά τα φίδια εκείνα τους έδειξαν τον δρόμο και προς το μαντείο και μετά κατά την επιστροφή.
Ο Αριστόβουλος όμως —και η επικρατέστερη παράδοση συμφωνεί σε αυτό— αναφέρει ότι δυο κοράκια που πετούσαν μπροστά από τον στρατό έγιναν οι οδηγοί του Αλεξάνδρου. Εγώ μπορώ να βεβαιώσω ότι κάποια θεϊκή δύναμη τον βοήθησε, γιατί αυτό είναι πιθανό, αλλά την ιστορική αλήθεια την αφαίρεσαν όσοι έδωσαν διάφορες περιγραφές για το γεγονός αυτό.
Ο τόπος, όπου βρίσκεται ο ναός του Άμμωνα, είναι ολόγυρα εντελώς έρημος και αμμώδης και άνυδρος. Ό χώρος του ιερού είναι στο μέσο και, μολονότι κατέχει μικρή έκταση —διότι το μεγαλύτερο πλάτος του ανέρχεται σε 40 περίπου στάδια— είναι γεμάτος από ήμερα δένδρα, ελιές και φοινικιές και μονάχα αυτός από όλη τη γύρω περιοχή είναι δροσερός.
Αναβλύζει επίσης από αυτόν τον χώρο μια πηγή που δεν μοιάζει καθόλου με όσες πηγές αναβλύζουν από τη γη. Γιατί το μεσημέρι το νερό της είναι ψυχρό για κείνον που το πίνει και ακόμη ψυχρότερο για κείνον που το εγγίζει· όταν ο ήλιος γείρει προς τη δύση, γίνεται θερμότερο και από το βράδυ ως τα μεσάνυχτα όλο και πιο θερμό, ώσπου τα μεσάνυχτα φθάνει στη μεγαλύτερή του θερμοκρασία. Από τα μεσάνυχτα και ύστερα αρχίζει πάλι να γίνεται σιγά σιγά ψυχρότερο, ώστε το πρωί να είναι ήδη ψυχρό και το μεσημέρι ψυχρότατο· αυτό επαναλαμβάνεται κανονικά κάθε μέρα.
Ο τόπος αυτός παράγει και φυσικό αλάτι, που εξάγεται από τη γη. Μερικοί μάλιστα ιερείς του Άμμωνα φέρνουν μικρές ποσότητες από αυτό και στην Αίγυπτο. Κάθε φορά δηλαδή που ξεκινούν για την Αίγυπτο, το βάζουν μέσα σε κοφίνια που πλέκουν από φοινικόφυλλα και το προσφέρουν ως δώρο στον βασιλιά ή σε κάποιον άλλον.
Οι κόκκοι του είναι μακρόστενοι —μερικοί μάλιστα από αυτούς έχουν μήκος πάνω από τρεις δακτύλους— και καθαροί σαν κρύσταλλο. Οι Αιγύπτιοι καθώς και όσοι άλλοι λαοί τρέφουν μεγάλο σεβασμό προς τους θεούς χρησιμοποιούν το αλάτι αυτό για τις θυσίες, επειδή είναι καθαρότερο από το θαλάσσιο αλάτι.
Εκεί ο Αλέξανδρος θαύμασε τον χώρο του μαντείου και συμβουλεύθηκε τον θεό. Και αφού, όπως έλεγε, άκουσε όσα η ψυχή του επιθυμούσε, αναχώρησε για την Αίγυπτο από τον ίδιο δρόμο, όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, ενώ σύμφωνα με τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, από άλλο δρόμο κατευθείαν για τη Μέμφιδα.
Στη Μέμφιδα κατέφθασαν σε αυτόν πολλές πρεσβείες από την Ελλάδα και κανέναν δεν έστειλε πίσω χωρίς να πετύχει ό,τι ζήτησε. Συγχρόνως κατέφθασαν στρατιωτικές ενισχύσεις από τον Αντίπατρο, τετρακόσιοι περίπου Έλληνες μισθοφόροι, που αρχηγός τους ήταν ο Μενίδας, ο γιος του Ηγήσανδρου, και από τη Θράκη πεντακόσιοι περίπου ιππείς με αρχηγό τον Ασκληπιόδωρο, τον γιο του Ευνίκου.
Ύστερα πρόσφερε θυσία στον Δία τον βασιλιά, τέλεσε πομπή με τον στρατό του οπλισμένο και αγώνες γυμνικούς και μουσικούς. Τακτοποίησε επίσης τα αιγυπτιακά πράγματα· διόρισε νομάρχες της Αιγύπτου δύο ντόπιους, τον Δολόασπι και τον Πέτισι, και τους μοίρασε ολόκληρη την ύπαιθρο χώρα της Αιγύπτου. Επειδή όμως ο Πέτισις δεν δέχθηκε το αξίωμα, ανέλαβε όλη την εξουσία ο Δολόασπις.
Φρουράρχους από τους εταίρους τοποθέτησε στη Μέμφιδα τον Πανταλέοντα από την Πύδνα και στο Πηλούσιο τον Πολέμωνα, τον γιο του Μεγακλή από την Πέλλα· αρχηγό των μισθοφόρων όρισε τον Λυκίδα τον Αιτωλό και γραμματέα των μισθοφόρων τον Εύγνωστο, τον γιο του Ξενοφάντη, έναν από τους εταίρους· επιτηρητές τους διόρισε τον Αισχύλο και τον Έφιππο, τον γιο του Χαλκιδέα·
τη διοίκηση της γειτονικής Λιβύης την έδωσε στον Απολλώνιο, τον γιο του Χαρίνου, και της Αραβίας, που είναι κοντά στην Ηρωόπολη, στον Κλεομένη από τη Ναύκρατι. Σε αυτόν έδωσε οδηγίες να αφήσει τους νομάρχες να διοικούν τους νομούς της δικαιοδοσίας τους, όπως ακριβώς είχε καθιερωθεί από παλιά, αλλά να εισπράττει ο ίδιος τους φόρους από τους νομάρχες· διατάχθηκαν επίσης οι νομάρχες να παραδίνουν σε αυτόν τους φόρους.
Στρατηγούς του στρατού, που έμενε πίσω στην Αίγυπτο, διόρισε τον Πευκέστα, τον γιο του Μακάρτατου, και τον Βάλακρο, τον γιο του Αμύντα, και ναύαρχο του στόλου, τον Πολέμωνα, τον γιο του Θηραμένη· σωματοφύλακα όρισε τον Λεοννάτο, τον γιο του Ονάσου, στη θέση του Αρρύβα, που πέθανε από αρρώστια.
Πέθανε επίσης ο Αντίοχος, ο αρχηγός των τοξοτών, και στη θέση του διόρισε τον Ομβρίωνα τον Κρητικό, ως αρχηγό των τοξοτών. Και επειδή ο Βάλακρος θα έμενε πίσω στην Αίγυπτο, τοποθέτησε τον Κάλανο αρχηγό του συμμαχικού πεζικού, το οποίο προηγουμένως διοικούσε ο Βάλακρος.
Λένε ότι διαμοίρασε σε πολλούς τη διοίκηση της Αιγύπτου, επειδή τον εντυπωσίασε και η φύση και η οχυρότητα της χώρας και νόμισε ότι δεν θα ήταν γι᾽ αυτόν ασφαλές να αναθέσει τη διοίκηση ολόκληρης της Αιγύπτου σε έναν μόνο άνδρα. Έχω τη γνώμη ότι και οι Ρωμαίοι διδάχθηκαν από τον Αλέξανδρο να φρουρούν την Αίγυπτο, και να μην στέλνουν ως διοικητή της κανέναν από τη σύγκλητο, αλλά από όσους ανήκουν στην τάξη των ιππέων.
Μόλις άρχιζε η άνοιξη, ο Αλέξανδρος ξεκίνησε από την Μέμφιδα για τη Φοινίκη· γι᾽ αυτό κατασκευάστηκαν γεφύρια και στο πέρασμα του Νείλου που είναι κοντά στην Μέμφιδα και σε όλα τα κανάλια του. Όταν έφθασε στην Τύρο, βρήκε ότι το ναυτικό του είχε ήδη φθάσει εκεί. Στην Τύρο θυσίασε ξανά στον Ηρακλή και τέλεσε γυμνικούς και μουσικούς αγώνες.
Κατέφθασε εδώ η Πάραλος από την Αθήνα φέρνοντας ως πρεσβευτές τον Διόφαντο και τον Αχιλλέα· στην πρεσβεία μαζί τους πήρε μέρος και ολόκληρο το πλήρωμα της Παράλου. Αυτοί πέτυχαν όλους τους σκοπούς της αποστολής τους· ακόμα για χάρη των Αθηναίων ελευθέρωσε ο Αλέξανδρος όλους τους Αθηναίους αιχμαλώτους, που είχαν συλληφθεί στον Γρανικό.
Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι είχε εκδηλωθεί εξέγερση στην Πελοπόννησο, έστειλε τον Αμφοτερό, για να βοηθήσει όσους Πελοποννησίους ήταν σταθεροί σύμμαχοί του στον Περσικό πόλεμο και δεν ακολούθησαν τους Λακεδαιμονίους. Είχαν επίσης δοθεί διαταγές στους Φοίνικες και στους Κυπρίους να στείλουν άλλα εκατό πλοία τους στην Πελοπόννησο εκτός από εκείνα που έστειλε με αρχηγό τον Αμφοτερό.
Ο ίδιος άρχισε να βαδίζει ήδη προς το εσωτερικό κατευθυνόμενος προς τη Θάψακο και τον Ευφράτη ποταμό, αφού ανέθεσε στον Κοίρανο από τη Βέροια να συγκεντρώνει τους φόρους της Φοινίκης και στον Φιλόξενο να συλλέγει τους φόρους της Ασίας που βρίσκεται δυτικά του Ταύρου. Σε αντικατάστασή τους ανέθεσε τη διαφύλαξη των χρημάτων που είχε μαζί του στον Άρπαλο, τον γιο του Μαχάτα, που πρόσφατα είχε επιστρέψει από την εξορία.
Ο Άρπαλος αυτός εξορίστηκε για πρώτη φορά όταν ακόμη βασίλευε στη Μακεδονία ο Φίλιππος, επειδή ήταν πιστός στον Αλέξανδρο. Για τον ίδιο λόγο εξορίστηκαν τότε ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, και ο Νέαρχος, ο γιος του Ανδρότιμου, και ο Εριγύιος, ο γιος του Λαρίχου, καθώς και ο αδελφός του Λαομέδων, γιατί ο Αλέξανδρος υποψιαζόταν τον Φίλιππο, επειδή παντρεύτηκε την Ευρυδίκη και προσέβαλε τη μητέρα του Ολυμπιάδα.
Όταν όμως πέθανε ο Φίλιππος και επέστρεψαν από την εξορία όσοι είχαν εξοριστεί εξαιτίας του, ο Αλέξανδρος διόρισε τον Πτολεμαίο σωματοφύλακα, τον Άρπαλο θησαυροφύλακα, επειδή το σώμα του ήταν ακατάλληλο για πολεμική δράση, και τον Εριγύιο αρχηγό του συμμαχικού ιππικού. Στον αδελφό του Λαομέδοντα, που ήταν δίγλωσσος και γνώριζε την περσική γλώσσα, ανέθεσε την επίβλεψη των βαρβάρων αιχμαλώτων, ενώ τον Νέαρχο τον διόρισε σατράπη της Λυκίας και της περιοχής που συνόρευε με την Λυκία ως το όρος Ταύρο.
Λίγο πριν από τη μάχη που έγινε στην Ισσό ο Άρπαλος παρασύρθηκε από τον Ταυρίσκο, έναν αχρείο άνθρωπο, και έφυγε μαζί του. Ο Ταυρίσκος κατέφυγε στον Αλέξανδρο (βασιλιά) της Ηπείρου, που τον έστειλε στην Ιταλία, όπου και πέθανε· ο Άρπαλος κατέφυγε στη Μεγαρίδα. Ο Αλέξανδρος όμως τον έπεισε να επιστρέψει διαβεβαιώνοντάς τον ότι δεν θα πάθαινε τίποτε εξαιτίας της φυγής του· ούτε έπαθε τίποτε ο Άρπαλος όταν επέστρεψε, αλλ᾽ ανέλαβε και πάλι την διαχείριση των χρημάτων. Στη Λυδία ο Αλέξανδρος απέστειλε σατράπη έναν από τους εταίρους, τον Μένανδρο, και διόρισε τον Κλέαρχο αρχηγό των μισθοφόρων, τους οποίους προηγουμένως διοικούσε ο Μένανδρος.
Διόρισε επίσης σατράπη της Συρίας τον Ασκληπιόδωρο, τον γιο του Ευνίκου, στη θέση του Αρίμμα, επειδή σχημάτισε τη γνώμη ότι ο Αρίμμας αποδείχθηκε νωθρός στην προετοιμασία που τον διέταξε να κάμει για τον στρατό, ο οποίος θα βάδιζε προς το εσωτερικό της Περσίας.
Κατά τον μήνα Εκατομβαιώνα, όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Αριστοφάνης, έφθασε ο Αλέξανδρος στη Θάψακο, όπου βρήκε τον ποταμό γεφυρωμένο με δύο γέφυρες. Γιατί ο Μαζαίος, στον οποίο ο Δαρείος είχε αναθέσει τη φρούρηση του ποταμού, για κάμποσο χρόνο φρουρούσε εκεί κοντά στον ποταμό με τρεις χιλιάδες περίπου ιππείς ‹και πεζούς…›, από τους οποίους οι δύο χιλιάδες ήταν Έλληνες μισθοφόροι·
γι᾽ αυτόν τον λόγο δεν είχε ολοκληρωθεί η γέφυρα από τους Μακεδόνες ως την απέναντι όχθη, επειδή αυτοί φοβήθηκαν μήπως επιτεθούν οι άνδρες του Μαζαίου στο σημείο όπου βρισκόταν η άκρη της γέφυρας. Ο Μαζαίος όμως, μόλις πληροφορήθηκε ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος, σηκώθηκε και έφυγε με όλον τον στρατό του. Αμέσως μετά τη φυγή του Μαζαίου τοποθετήθηκαν οι γέφυρες στην απέναντι όχθη του ποταμού και πέρασε πάνω από αυτές ο Αλέξανδρος με τον στρατό του.
Από εκεί προχώρησε προς το εσωτερικό διασχίζοντας τη χώρα που ονομάζεται Μεσοποταμία και έχοντας αριστερά του τον ποταμό Ευφράτη και τα βουνά της Αρμενίας. Από τον Ευφράτη δεν προχώρησε κατευθείαν προς τη Βαβυλώνα, επειδή ακολουθώντας τον άλλο δρόμο όλα θα ήταν πιο εύκολα για τον στρατό του, και χλωρό χορτάρι για τα άλογα και τα αναγκαία από τη χώρα θα προμηθευόταν και η ζέστη δεν θα ήταν τόσο αφόρητη.
Κατά την πορεία, όταν αιχμαλωτίστηκαν μερικοί από τους στρατιώτες του Δαρείου που είχαν απομακρυνθεί για να κατασκοπεύσουν, ανέφεραν ότι ο Δαρείος είχε στρατοπεδεύσει κοντά στον Τίγρητα ποταμό αποφασισμένος να εμποδίσει τον Αλέξανδρο, αν επιχειρούσε να τον περάσει, και ότι έχει τώρα μαζί του πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις από εκείνες με τις οποίες πολεμούσε στην Κιλικία.
Μόλις άκουσε αυτά ο Αλέξανδρος, προχώρησε γρήγορα προς τον Τίγρητα, αλλά, όταν έφθασε εκεί, δεν βρήκε ούτε τον Δαρείο ούτε τη φρουρά που είχε αφήσει φεύγοντας· πέρασε τον ποταμό με δυσκολία εξαιτίας της ορμητικότητας του ρεύματος, χωρίς όμως να τον εμποδίζει κανένας.
Εκεί ξεκούρασε τον στρατό του· έγινε ολική έκλειψη της σελήνης. Ο Αλέξανδρος πρόσφερε θυσία στη σελήνη, στον ήλιο και στη γη, που λέγεται ότι προκαλούν το φαινόμενο αυτό. Ο Αρίστανδρος πίστεψε ότι η έκλειψη της σελήνης ήταν προς όφελος των Μακεδόνων και του Αλεξάνδρου, ότι η μάχη θα συναφθεί μέσα σε εκείνο τον μήνα και ότι οι θυσίες προμηνούσαν νίκη του Αλεξάνδρου.
Ο Αλέξανδρος, αφού άφησε πίσω του τον Τίγρητα ποταμό, βάδισε μέσα από τη χώρα της Ασσυρίας έχοντας αριστερά του τα βουνά των Γορδυηνών και δεξιά του τον ίδιο τον ποταμό. Και την τέταρτη μέρα από τότε που πέρασε τον ποταμό οι ανιχνευτές ιππείς του ανέφεραν ότι διακρίνονται ιππείς του εχθρού διασκορπισμένοι στην πεδιάδα, δεν μπορούσαν όμως να υπολογίσουν πόσοι ήταν. Συνέταξε λοιπόν τον στρατό του και άρχισε να προχωρεί όπως στη μάχη· άλλοι τότε από τους ανιχνευτές ιππείς, που προχώρησαν περισσότερο και παρατήρησαν καλύτερα, ανέφεραν ότι οι Πέρσες ιππείς δεν τους φαίνονται περισσότεροι από χίλιους.
Πήρε λοιπόν μαζί του τη βασιλική ίλη, μία ίλη των εταίρων και από τους ανιχνευτές ιππείς τους Παίονες και άρχισε να προχωρεί γρήγορα, ενώ τον υπόλοιπο στρατό του τον διέταξε να ακολουθεί με κανονικό βηματισμό. Μόλις είδαν οι ιππείς των Περσών τους άνδρες του Αλεξάνδρου να προχωρούν με ορμή, άρχισαν να φεύγουν με όλες τους τις δυνάμεις. Και ο Αλέξανδρος τους καταδίωκε συνεχώς·
οι περισσότεροι από αυτούς διέφυγαν, μερικούς όμως που τα άλογά τους απόκαμαν κατά τη φυγή, τους σκότωσαν, ενώ άλλους συνέλαβαν ζωντανούς μαζί με τα άλογά τους. Από αυτούς οι Μακεδόνες πληροφορήθηκαν ότι ο Δαρείος με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις δεν βρισκόταν μακριά τους.
Σε βοήθεια του Δαρείου είχαν έρθει όσοι από τους Ινδούς συνόρευαν με τους Βακτριανούς καθώς και οι ίδιοι οι Βακτριανοί και οι Σογδιανοί· όλων αυτών αρχηγός ήταν ο Βήσσος, ο σατράπης της Βακτριανής. Τους ακολουθούσαν οι Σάκες — αυτοί ήταν σκυθικό έθνος από τους Σκύθες που κατοικούν στην Ασία· δεν ήταν υπήκοοι του Βήσσου, αλλά ακολούθησαν επειδή ήταν σύμμαχοι του Δαρείου. Είχαν για αρχηγό τους τον Μαυάκη και ήταν έφιπποι τοξότες.
Ο Βαρσαέ‹ν›της, ο σατράπης της Αραχωσίας, οδηγούσε τους Αραχωτούς και τους ορεινούς, όπως τους ονόμαζαν, Ινδούς. Ο Σατιβαρζάνης, ο σατράπης της Αρείας, οδηγούσε τους Αρείους. Τους Παρθυαίους, τους Υρκανίους και τους Τοπείρους, οι οποίοι ήταν όλοι ιππείς, τους οδηγούσε ο Φραταφέρνης. Αρχηγός των Μήδων ήταν ο Ατροπάτης· μαζί με τους Μήδους είχαν ταχθεί οι Καδούσιοι, οι Αλβανοί και οι Σακεσίνες.
Τις φυλές που κατοικούσαν γύρω από την Ερυθρά θάλασσα διοικούσαν ο Οροντοβάτης, ο Αριοβαρζάνης και ο Ο‹ρ›ξίνης. Οι Ούξιοι και οι Σουσιανοί, είχαν για αρχηγό τους τον Οξάθρη, τον γιο του Αβουλίτη. Των Βαβυλωνίων αρχηγός ήταν ο Βουπάρης. Οι Κάρες που είχαν μετοικίσει και οι Σιττακηνοί είχαν ταχθεί μαζί με τους Βαβυλωνίους. Αρχηγοί των Αρμενίων ήταν ο Ορόντης και ο Μιθραύστης και των Καππαδοκών ο Αριάκης. Ο Μαζαίος οδηγούσε τους Σύρους που προέρχονταν από την Κοίλη Συρία και τη Μεσοποταμία.
Υπολόγιζαν ολόκληρο τον στρατό του Δαρείου σε σαράντα χιλιάδες περίπου ιππείς και ένα εκατομμύριο περίπου πεζούς, καθώς και διακόσια δρεπανηφόρα άρματα και λίγους ελέφαντες, δεκαπέντε περίπου, που έφεραν οι Ινδοί που κατοικούσαν δυτικά του Ινδού ποταμού.
Με τον στρατό αυτόν είχε στρατοπεδεύσει ο Δαρείος στα Γαυγάμηλα, κοντά στον ποταμό Βούμηλο, σε έναν τόπο που ήταν ομαλός από όλες τις μεριές και απείχε εξακοσίους περίπου σταδίους από τα Άρβηλα. Όσα μέρη του τόπου τούτου ήταν ακατάλληλα για ιππασία από πολύ πριν τα είχαν κάμει οι Πέρσες κατάλληλα και για την επέλαση των αρμάτων και για τη διάβαση του ιππικού. Γιατί μερικοί προσπάθησαν να πείσουν τον Δαρείο ότι νικήθηκε στη μάχη της Ισσού, επειδή το πεδίο της μάχης ήταν εκεί στενόχωρο· και ο Δαρείος πείστηκε εύκολα.
Όταν πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος από τους Πέρσες κατασκόπους που είχαν αιχμαλωτιστεί, έμεινε εκεί όπου τα πληροφορήθηκε τέσσερις ημέρες· και τον στρατό του άφησε να ξεκουραστεί από την ταλαιπωρία της πορείας και το στρατόπεδό του οχύρωσε με τάφρο και με χαράκωμα, γιατί αποφάσισε να αφήσει πίσω τα μεταγωγικά του, καθώς και τους στρατιώτες του που ήταν ανίκανοι για μάχη, και ο ίδιος να προχωρήσει στον αγώνα με τους μάχιμους άνδρες του που δεν είχαν μαζί τους τίποτε άλλο εκτός από όπλα.
Παρέλαβε λοιπόν μέσα στη νύχτα τον στρατό και τον οδήγησε έξω από το στρατόπεδο, γύρω στη δεύτερη νυκτοφυλακή, ώστε μόλις ξημερώσει να συμπλακεί με τους βαρβάρους. Όταν πληροφορήθηκε ο Δαρείος ότι βάδιζε εναντίον του ο Αλέξανδρος, παρέταξε τον στρατό του για μάχη· και ο Αλέξανδρος οδηγούσε επίσης συνταγμένο τον στρατό του. Οι δύο στρατοί απείχαν ήδη μεταξύ τους εξήντα περίπου σταδίους, αλλά δεν έβλεπε ακόμη ο ένας τον άλλον, γιατί ανάμεσα και στους δύο υπήρχαν λόφοι.
Όταν ο Αλέξανδρος απείχε τριάντα περίπου σταδίους από το περσικό στρατόπεδο και ο στρατός του άρχισε πια να κατεβαίνει από τους λόφους, τότε, μόλις είδε τους βαρβάρους, σταμάτησε εκεί την φάλαγγά του· και αφού συγκάλεσε ξανά τους εταίρους, τους στρατηγούς, τους ιλάρχους και τους αρχηγούς των συμμάχων και των ξένων μισθοφόρων, συσκεπτόταν αν έπρεπε από εκεί να οδηγήσει αμέσως τη φάλαγγα εναντίον του εχθρού, όπως οι περισσότεροι τον προέτρεπαν ή, όπως ακριβώς θεωρούσε σωστό ο Παρμενίων,
να στρατοπεδεύσει τότε εκεί και να κάμει αναγνώριση όλης της γύρω περιοχής με προσοχή, μήπως υπήρχε εκεί κανένα μέρος ύποπτο ή αδιάβατο ή αν υπήρχαν τάφροι ή κρυφοί πάσσαλοι μπηγμένοι στο έδαφος και συγχρόνως να εξετάσει με ακρίβεια τις εχθρικές θέσεις. Υπερίσχυσε η γνώμη του Παρμενίωνα και έτσι στρατοπέδευσαν εκεί συνταγμένοι, όπως ακριβώς σκόπευαν να βαδίσουν για τη μάχη.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν παρέλαβε τους ελαφρά οπλισμένους και από τους ιππείς τούς εταίρους και περιόδευσε έφιππος εξετάζοντας όλη τη γύρω περιοχή, όπου επρόκειτο να συνάψει τη μάχη. Μετά επέστρεψε και συγκάλεσε ξανά τους ίδιους αρχηγούς· τους είπε ότι αυτούς τους ίδιους δεν είναι ανάγκη καν να τους παρακινήσει να αγωνιστούν, γιατί από πολύν ήδη χρόνο έχουν παρακινηθεί από τη δική τους την ανδρεία και από τα λαμπρά κατορθώματα, που έχουν μέχρι τώρα πολλές φορές επιτελέσει.
Απαιτούσε όμως ο καθένας από αυτούς να ενθαρρύνει τους άνδρες του, δηλαδή ο κάθε λοχαγός τους στρατιώτες του λόχου του και ο κάθε ίλαρχος τους ιππείς της δικής του ίλης, οι ταξίαρχοι τα τάγματά τους και ο καθένας από τους αρχηγούς των πεζών τη φάλαγγα που έχει υπό τις διαταγές του. Στη μάχη αυτή, είπε, δεν πρόκειται να πολεμήσουν, όπως προηγουμένως, για την Κοίλη Συρία ή τη Φοινίκη ούτε για την Αίγυπτο, αλλά θα κριθεί τώρα ποιοί πρόκειται να κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την Ασία.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να τους παρακινήσει για λαμπρά έργα με πολλούς λόγους, εφόσον την αρετή αυτή την έχουν μέσα τους, αλλά να τους υποδείξει να φροντίσει ο καθένας τους να έχει πειθαρχία κατά την ώρα της μάχης, απόλυτη ησυχία, όταν θα είναι ανάγκη να επιτεθούν στον εχθρό αθόρυβα και αντίθετα με δυνατές φωνές κάθε φορά που θα πρέπει να φωνάζουν· άλλοτε πάλι να χρησιμοποιούν πολεμικές ιαχές που προκαλούν τον μεγαλύτερο φόβο στον εχθρό, όταν η περίσταση το επιβάλλει·
να φροντίζουν επίσης να ακούουν γρήγορα οι ίδιοι τις διαταγές του και στη συνέχεια να τις μεταβιβάζουν γρήγορα στις μονάδες τους· προπάντων να έχει ο καθένας τους υπόψη ότι, αν παραμελεί το καθήκον του, κινδυνεύει συγχρόνως και το σύνολο, ενώ, αν το εκτελεί με επιμέλεια, τότε και το σύνολο σώζεται.
Με αυτές και με άλλες παρόμοιες άλλα σύντομες προτροπές ο Αλέξανδρος, αφού ενθάρρυνε και συγχρόνως παρακινήθηκε και ο ίδιος από τους αρχηγούς του στρατού να βασίζεται σε αυτούς, διέταξε τον στρατό να δειπνήσει και να αναπαυθεί. Λένε ότι ο Παρμενίων πήγε και τον βρήκε στη σκηνή του και τον προέτρεψε να επιτεθεί στους Πέρσες τη νύχτα· γιατί θα επιχειρούσε επίθεση τη στιγμή που δεν θα τον περίμεναν, θα βρίσκονταν σε σύγχυση και θα ήταν μέσα στη νύχτα πολύ φοβισμένοι.
Εκείνος όμως του αποκρίθηκε —ενώ και άλλοι άκουαν τους λόγους του— ότι είναι ντροπή να κλέψει τη νίκη, αλλά έπρεπε ο Αλέξανδρος φανερά και χωρίς πανουργία να την κερδίσει. Και φάνηκε ότι οι μεγάλοι αυτοί λόγοι του Αλεξάνδρου προέρχονταν μάλλον από το θάρρος του κατά την ώρα του κινδύνου παρά από αλαζονεία. Νομίζω μάλιστα ότι σε αυτήν την περίσταση σκέφτηκε πολύ σωστά.
Γιατί μέσα στη νύχτα συμβαίνουν πολλά και αναπάντεχα πράγματα και σε κείνους που έχουν αρκετά καλά προετοιμαστεί για τη μάχη και σε κείνους που δεν έχουν, με αποτέλεσμα να χάνουν οι δυνατότεροι και να νικούν οι ασθενέστεροι, αντίθετα από ό,τι περίμεναν και οι δυο τους. Μολονότι συνήθιζε ο Αλέξανδρος να ριψοκινδυνεύει στις μάχες, η νύχτα τού φαινόταν επικίνδυνη· επιπλέον αν έχανε και πάλι τη μάχη ο Δαρείος, η μυστική και νυχτερινή τους επίθεση θα του επέτρεπε να μην παραδεχθεί την κατωτερότητά του και την κατωτερότητα του στρατού του·
αν πάλι συνέβαινε καμιά απροσδόκητη ατυχία στους Μακεδόνες, οι εχθροί θα είχαν τριγύρω τους φιλική χώρα που θα την γνώριζαν καλά, ενώ αυτοί θα βρίσκονταν σε άγνωστη χώρα γεμάτη από εχθρούς, από τους οποίους ένα μεγάλο μέρος ήταν οι αιχμάλωτοι, που θα επιχειρούσαν επίθεση εναντίον τους μαζί με τους άλλους, όχι μόνον αν πάθαιναν κάποια ατυχία, αλλά και αν ακόμη δεν κέρδιζαν σαφή και ολοκληρωτική νίκη. Κάνοντας αυτούς τους συλλογισμούς επαινώ τον Αλέξανδρο, και όχι λιγότερο για την φανερή υπεροψία του.
Ο Δαρείος και ο στρατός του παρέμειναν παραταγμένοι τη νύχτα, όπως ακριβώς είχαν συνταχθεί από την αρχή, επειδή ούτε κατάλληλο στρατόπεδο που να τους περιβάλλει είχαν και επιπλέον φοβούνταν μήπως τους επιτεθεί ο εχθρός κατά τη νύχτα.
Περισσότερο από καθετί άλλο σε εκείνη την περίσταση έβλαψε τους Πέρσες η για πολλή ώρα ένοπλη επιφυλακή τους και ο φόβος που εμφανίζεται συνήθως πριν από τους μεγάλους κινδύνους, όχι εκείνος που προκαλείται ξαφνικά, αλλά εκείνος που τους απασχολούσε από πολύ χρόνο και κυριαρχούσε στην ψυχή τους.
Ο στρατός του Δαρείου παρατάχθηκε κατά τον ακόλουθο τρόπο (γιατί, όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, έπεσε αργότερα στα χέρια των Μακεδόνων το σχέδιο παρατάξεως που είχε συντάξει ο ίδιος ο Δαρείος). Την αριστερή του πτέρυγα κατείχαν οι Βακτριανοί ιππείς και μαζί με αυτούς ήταν οι Δάες και οι Αραχωτοί· κοντά σε αυτούς είχαν παραταχθεί οι Πέρσες, ανάμικτοι ιππείς και πεζοί, μετά τους Πέρσες οι Σουσιανοί και μετά τους Σουσιανούς οι Καδούσιοι.
Αυτή ήταν η διάταξη της αριστερής πτέρυγας ως το μέσον της όλης παρατάξεως. Στη δεξιά πτέρυγα είχαν παραταχθεί οι στρατιώτες της Κοίλης Συρίας και της Μεσοποταμίας, και πιο δεξιά οι Μήδοι, μετά οι Παρθυαίοι και οι Σάκες, κατόπιν οι Τόπειροι και οι Υρκάνιοι και μετά οι Αλβανοί και οι Σακεσίνες, που έφθαναν ως το μέσον όλης της παρατάξεως.
Στο μέσον, όπου ήταν ο βασιλιάς Δαρείος, είχαν τοποθετηθεί οι συγγενείς του βασιλιά και οι μηλοφόροι Πέρσες και οι Ινδοί και οι «μετοικισμένοι» Κάρες, όπως τους έλεγαν, καθώς και οι Μάρδοι τοξότες. Πίσω από αυτούς είχαν παραταχθεί σε σχηματισμό βάθους οι Ούξιοι, οι Βαβυλώνιοι, οι φυλές της Ερυθράς θάλασσας και οι Σιττακηνοί.
Μπροστά από την αριστερή πτέρυγα, απέναντι δηλαδή στη δεξιά του Αλεξάνδρου, είχαν ταχθεί οι Σκύθες ιππείς και χίλιοι περίπου Βακτριανοί, καθώς και εκατό δρεπανηφόρα άρματα. Οι ελέφαντες τοποθετήθηκαν μπροστά από τη βασιλική ίλη του Δαρείου, καθώς και πενήντα περίπου άρματα.
Μπροστά από τη δεξιά πτέρυγα παρατάχθηκαν οι ιππείς των Αρμενίων και των Καππαδοκών και πενήντα δρεπανηφόρα άρματα. Οι Έλληνες μισθοφόροι τοποθετήθηκαν κοντά στον Δαρείο και τους Πέρσες στρατιώτες που ήταν μαζί του, αριστερά και δεξιά τους, απέναντι ακριβώς από τη φάλαγγα των Μακεδόνων, ως οι μόνοι ικανοί να αντιταχθούν στη μακεδονική φάλαγγα.
Ο στρατός του Αλεξάνδρου παρατάχθηκε ως εξής: τη δεξιά του πτέρυγα αποτελούσε το ιππικό των εταίρων, όπου την πρώτη θέση κατείχε η βασιλική ίλη, που ιλάρχης της ήταν ο Κλείτος, ο γιος του Δρωπίδη· ακολουθούσε η ίλη του Γλαυκία και μετά από αυτήν η ίλη του Αρίστωνα, ύστερα η ίλη του Σωπόλιδος, του γιου του Ερμόδωρου, στη συνέχεια εκείνη του Ηρακλείδη, του γιου του Αντιόχου, έπειτα του Δημητρίου, του γιου του Αλθαιμένη και μετά από αυτήν η ίλη του Μελέαγρου. Τελευταία από τις βασιλικές ίλες τοποθετήθηκε εκείνη που είχε για ίλαρχό της τον Ηγέλοχο, τον γιο του Ιππόστρατου. Ολόκληρο το ιππικό των εταίρων το διοικούσε ο Φιλώτας, ο γιος του Παρμενίωνα.
Από τη μακεδονική φάλαγγα είχε παραταχθεί πρώτο το άγημα των υπασπιστών δίπλα στους ιππείς και μετά από αυτό οι υπόλοιποι υπασπιστές· αρχηγός τους ήταν ο Νικάνωρ, ο γιος του Παρμενίωνα· ύστερα από αυτούς ήταν το τάγμα του Κοίνου, του γιου του Πολεμοκράτη, ύστερα το τάγμα του Περδίκκα, του γιου του Ορόντη, έπειτα το τάγμα του Μελέαγρου, του γιου του Νεοπτόλεμου, μετά το τάγμα του Πολυπέρχοντα, του γιου του Σιμμία, και τέλος το τάγμα του Αμύντα, του γιου του Φιλίππου. Το τάγμα αυτό διοικούσε ο Σιμμίας, επειδή ο Αμύντας είχε σταλεί στη Μακεδονία για να συγκεντρώσει στρατό.
Το αριστερό της μακεδονικής φάλαγγας κατείχε το τάγμα του Κρατερού, του γιου του Αλεξάνδρου, ο οποίος μάλιστα διοικούσε ολόκληρο το αριστερό των πεζών· μετά από αυτούς παρατάχθηκαν οι σύμμαχοι ιππείς, τους οποίους διοικούσε ο Εριγύιος, ο γιος του Λαρίχου, και έπειτα, και ως το άκρο της αριστερής πτέρυγας, οι Θεσσαλοί ιππείς, με αρχηγό τους τον Φίλιππο, τον γιο του Μενελάου. Ολόκληρη την αριστερή πτέρυγα διοικούσε ο Παρμενίων, ο γιος του Φιλώτα, και γύρω από αυτόν συγκεντρώθηκαν οι ιππείς των Φαρσάλων, που ήταν οι καλύτεροι και οι πολυπληθέστεροι από τους Θεσσαλούς ιππείς.
Αυτή λοιπόν ήταν η κατά μέτωπο παράταξη των Μακεδόνων· ο Αλέξανδρος όμως πίσω από αυτήν τοποθέτησε και δεύτερη γραμμή, ώστε η παράταξή του να έχει διπλό μέτωπο. Έδωσε επίσης διαταγή στους αρχηγούς των ανδρών της δεύτερης γραμμής, αν αντιληφθούν ότι οι δικοί τους κυκλώνονται από τον περσικό στρατό, να κάμουν στροφή προς την αντίθετη κατεύθυνση και να αποκρούσουν τους βαρβάρους·
για την περίπτωση που θα παρουσιαζόταν η ανάγκη να εκτείνει ή να πυκνώσει τη φάλαγγα τοποθετήθηκαν οι μισοί από τους Αγριάνες με αρχηγό τους τον Άτταλο δίπλα στη βασιλική ίλη, στη δεξιά του πτέρυγα σε τρόπο, ώστε να σχηματίζουν γωνία με αυτήν· μετά από αυτούς ήταν οι Μακεδόνες τοξότες, των οποίων αρχηγός ήταν ο Βρίσων και μετά τους τοξότες οι ονομαζόμενοι παλαιοί μισθοφόροι, που αρχηγός τους ήταν ο Κλέανδρος.
Μπροστά από τους Αγριάνες και τους τοξότες τοποθετήθηκαν οι ανιχνευτές ιππείς και οι Παίονες που αρχηγοί τους ήταν ο Αρέτης και ο Αρίστων. Μπροστά από όλους αυτούς είχαν παραταχθεί οι μισθοφόροι ιππείς με αρχηγό τον Μενίδα. Εμπρός από τη βασιλική ίλη και το υπόλοιπο ιππικό των εταίρων παρατάχθηκαν οι άλλοι μισοί Αγριάνες και οι τοξότες καθώς και οι ακοντιστές του Βαλάκρου· αυτοί είχαν τοποθετηθεί απέναντι στα δρεπανηφόρα άρματα.
Στον Μενίδα και στους άνδρες του είχε δοθεί η διαταγή, αν ο εχθρός επιχειρούσε να κυκλώσει με το ιππικό του την πτέρυγά τους, να κάμουν στροφή και να τον χτυπήσουν από τα πλάγια. Έτσι λοιπόν είχε παρατάξει ο Αλέξανδρος τη δεξιά πτέρυγα. Στην αριστερή πτέρυγα και κατά τρόπο που να σχηματίζουν γωνία με αυτήν είχαν τοποθετηθεί οι Θράκες με αρχηγό τον Σιτάλκη και μετά από αυτούς οι σύμμαχοι ιππείς με αρχηγό τον Κοίρανο· ύστερα οι Οδρύσες ιππείς έχοντας για αρχηγό τους τον Αγάθωνα, τον γιο του Τυρίμμα.
Μπροστά από όλους αυτούς παρατάχθηκε το ιππικό των ξένων μισθοφόρων, τους οποίους διοικούσε ο Ανδρόμαχος, ο γιος του Ιέρωνα. Τη φρούρηση των μεταγωγικών ανέλαβαν οι πεζοί Θράκες. Ολόκληρος ο στρατός του Αλεξάνδρου ήταν επτά χιλιάδες περίπου ιππείς και σαράντα χιλιάδες περίπου πεζοί.
Καθώς πλησίαζαν οι στρατοί, φάνηκε ο Δαρείος και οι γύρω του, οι μηλοφόροι Πέρσες, οι Ινδοί, οι Αλβανοί, οι «μετοικισμένοι» Κάρες και οι Μάρδοι τοξότες, που είχαν παραταχθεί ακριβώς απέναντι από τον Αλέξανδρο και τη βασιλική ίλη. Ο Αλέξανδρος οδηγούσε μάλλον προς τα δεξιά τον στρατό του, οπότε και οι Πέρσες κινήθηκαν ανάλογα και έτσι το αριστερό τους εκτεινόταν τώρα πολύ πιο πέρα από την παράταξη των Μακεδόνων·
Ήδη οι ιππείς των Σκυθών ιππεύοντας παράλληλα με τους Μακεδόνες είχαν έρθει σε επαφή με τους άνδρες που είχαν τοποθετηθεί μπροστά από το στράτευμα του Αλεξάνδρου· παρ᾽ όλα αυτά ο Αλέξανδρος εξακολουθούσε να προχωρεί προς τα δεξιά, πλησιάζοντας να προσπεράσει τον χώρο που είχαν ισοπεδώσει οι Πέρσες. Ο Δαρείος τότε, επειδή φοβήθηκε μήπως οι Μακεδόνες προχωρήσουν στο ανώμαλο έδαφος, οπότε θα αχρηστεύονταν τα δρεπανηφόρα άρματά του, διέταξε τους ιππείς που είχαν παραταχθεί μπροστά από την αριστερή του πτέρυγα να κυκλώσουν το δεξιό των Μακεδόνων που το οδηγούσε ο Αλέξανδρος, ώστε να μην μπορούν πια οι Μακεδόνες να εκτείνουν παραπέρα την πτέρυγά τους.
Μόλις έγινε αυτό, διέταξε ο Αλέξανδρος να επιτεθούν εναντίον τους οι μισθοφόροι ιππείς, τους οποίους διοικούσε ο Μενίδας. Αμέσως οι Σκύθες ιππείς και οι Βακτριανοί, που είχαν ταχθεί μαζί τους, επιχείρησαν αντεπίθεση εναντίον τους και τους έτρεψαν σε φυγή, επειδή εκείνοι ήταν λίγοι, ενώ αυτοί πολύ πιο πολλοί. Ο Αλέξανδρος όμως διέταξε τους άνδρες του Αρέτη, τους Παίονες, καθώς και τους μισθοφόρους να επιτεθούν στους Σκύθες· τότε οι βάρβαροι υποχώρησαν.
Οι άλλοι όμως Βακτριανοί πλησίασαν τους Παίονες και τους μισθοφόρους και υποχρέωσαν τους δικούς τους, που ήδη υποχωρούσαν, να γυρίσουν πάλι πίσω στη μάχη· έτσι έγιναν αιτία να συναφθεί ιππομαχία. Οι άνδρες του Αλεξάνδρου είχαν τις μεγαλύτερες απώλειες, επειδή και πιέζονταν από το πλήθος των βαρβάρων και οι Σκύθες οι ίδιοι και τα άλογά τους ήταν εφοδιασμένα με ισχυρότερο αμυντικό οπλισμό. Παρ᾽ όλα αυτά οι Μακεδόνες και τις επιθέσεις τους απέκρουαν και εφορμώντας με την μία ίλη τους πίσω από την άλλη τους απωθούσαν έξω από τις γραμμές τους.
Στο μεταξύ οι βάρβαροι εξαπέλυσαν τα δρεπανηφόρα άρματά τους εναντίον του ίδιου του Αλεξάνδρου, με σκοπό να προκαλέσουν σύγχυση στη φάλαγγά του. Και σε αυτό όμως σημείωσαν μεγάλη αποτυχία· γιατί άλλα από αυτά, την ώρα που εφορμούσαν, τα χτυπούσαν με τα ακόντιά τους οι Αγριάνες και οι ακοντιστές του Βαλάκρου που είχαν παραταχθεί μπροστά από το ιππικό των εταίρων· άλλα πάλι τα άρπαζαν από τα χαλινάρια των αλόγων, τραβούσαν κάτω τους αναβάτες τους και περικυκλώνοντάς τα έσφαζαν τα άλογα.
Μερικά όμως άρματα πέρασαν μέσα από τα μακεδονικά τάγματα, επειδή οι Μακεδόνες, σύμφωνα με τις διαταγές που είχαν πάρει, όπου ενεργούσαν επίθεση τα άρματα, χώριζαν στη μέση· έτσι συνέβη και τα άρματα να περάσουν σώα μέσα από τις μακεδονικές γραμμές και οι Μακεδόνες, εναντίον των οποίων επιχειρούσαν την επέλαση, να μην υποστούν καμιάν απολύτως απώλεια· αργότερα οι ιπποκόμοι του Αλεξάνδρου και οι βασιλικοί υπασπιστές κυρίευσαν και τα άρματα αυτά.
Και όταν πια ο Δαρείος κίνησε ολόκληρη τη φάλαγγα, διέταξε ο Αλέξανδρος τον Αρέτη να επιτεθεί στο περσικό ιππικό, που επιχειρούσε να κυκλώσει τη δεξιά του πτέρυγα·
ο ίδιος για ένα διάστημα οδηγούσε τους άνδρες του συνταγμένους τον έναν πίσω από τον άλλον· όταν όμως οι Μακεδόνες ιππείς επιτέθηκαν στους Πέρσες, που επιχειρούσαν να κυκλώσουν τη δεξιά τους πτέρυγα και πέτυχαν κάποιο ρήγμα στην πρώτη γραμμή των βαρβάρων, ο Αλέξανδρος στράφηκε προς το μέρος όπου έγινε το ρήγμα και με το ιππικό των εταίρων και τη φάλαγγα, που είχε παραταχθεί εκεί, σχημάτισε σφήνα και εφόρμησε με ταχύτητα και με αλαλαγμούς εναντίον του ίδιου του Δαρείου.
Για μικρό χρονικό διάστημα έγινε μάχη σώμα με σώμα· όταν όμως και οι ιππείς του Αλεξάνδρου και ο ίδιος ο Αλέξανδρος επιχειρούσαν συνεχώς ορμητικές επιθέσεις προσπαθώντας να απωθήσουν τους Πέρσες και με τα δόρατά τους τούς χτυπούσαν τα πρόσωπα, ενώ συγχρόνως είχε επιτεθεί εναντίον τους και η μακεδονική φάλαγγα, συμπαγής και φοβερή με τις σάρισές της, τότε πια ο Δαρείος, επειδή όλα μαζί τα φοβερά πρόβαλαν μπροστά του και ήταν από πολύν καιρό πριν φοβισμένος, έκαμε, αυτός πρώτος, στροφή και τράπηκε σε φυγή· φοβήθηκαν επίσης και οι Πέρσες ιππείς που προσπαθούσαν να κυκλώσουν τη δεξιά πτέρυγα του Αλεξάνδρου, μόλις τους επιτέθηκαν με ορμή οι άνδρες του Αρέτη.
Πραγματικά στο μέρος αυτό η φυγή των Περσών ήταν γενική, ενώ οι Μακεδόνες τους ακολουθούσαν από κοντά και σκότωναν όσους υποχωρούσαν. Ο Σιμμίας όμως με τους δικούς του και το τάγμα του δεν κατόρθωσαν πια να εξορμήσουν μαζί με τον Αλέξανδρο και να πάρουν μέρος στην καταδίωξη, αλλά σταμάτησαν τη φάλαγγά τους εκεί όπου βρίσκονταν και αγωνίζονταν, γιατί διαδόθηκε ότι πιεζόταν το αριστερό των Μακεδόνων.
Επειδή στο σημείο αυτό σχηματίστηκε ρήγμα στη μακεδονική παράταξη, μερικοί από τους Ινδούς και τους Πέρσες ιππείς πέρασαν ορμητικά μέσα από αυτό προς τα μεταγωγικά των Μακεδόνων. Στο μέρος αυτό έγινε πεισματώδης μάχη. Γιατί και οι Πέρσες επιχειρούσαν τολμηρές επιθέσεις κατά των Μακεδόνων, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν άοπλοι και δεν φαντάζονταν ποτέ ότι θα διασπούσε κανείς τη διπλή φάλαγγά τους για να τους επιτεθεί, και οι βάρβαροι αιχμάλωτοι, μόλις εισόρμησαν οι Πέρσες, επιτέθηκαν και αυτοί στη διάρκεια της μάχης εναντίον των Μακεδόνων.
Οι αρχηγοί όμως του στρατού που είχε παραταχθεί πίσω από την πρώτη γραμμή, μόλις αντιλήφθηκαν τί γινόταν, έκαμαν αμέσως μεταβολή και, όπως ακριβώς είχαν διαταχθεί, επέπεσαν στα νώτα των Περσών και σκότωσαν επί τόπου πολλούς από αυτούς, που ήταν συνωστισμένοι γύρω από τα μεταγωγικά, ενώ μερικοί άλλοι έκαμαν στροφή και διέφυγαν. Οι Πέρσες της δεξιάς πτέρυγας, που δεν είχαν ακόμη αντιληφθεί τη φυγή του Δαρείου, κινήθηκαν με το ιππικό τους γύρω από την αριστερή πτέρυγα του Αλεξάνδρου και επιτέθηκαν από τα πλάγια στους άνδρες του Παρμενίωνα.
Στο μεταξύ, επειδή στην αρχή βάλλονταν οι Μακεδόνες και από τις δυο μεριές, έστειλε ο Παρμενίων αγγελιαφόρο του στον Αλέξανδρο, για να του αναγγείλει γρήγορα ότι οι άνδρες του βρίσκονται σε απόγνωση και ότι χρειάζεται βοήθεια. Όταν το πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος, σταμάτησε αμέσως την καταδίωξη και γυρνώντας πίσω με το ιππικό των εταίρων όρμησε γρήγορα κατά της δεξιάς πτέρυγας των βαρβάρων. Πρώτους προσέβαλε τους ιππείς του εχθρού που υποχωρούσαν, δηλαδή τους Παρθυαίους, μερικούς Ινδούς και τους Πέρσες, που ήταν οι πιο πολλοί και οι πιο δυνατοί.
Η ιππομαχία αυτή ήταν και η πιο πεισματώδης από όσες έγιναν σε όλη τη μάχη. Γιατί οι βάρβαροι, συνταγμένοι σε σχηματισμό βάθους με τη μια ίλη τους πίσω από την άλλη, γύριζαν συνεχώς πίσω και συγκρούονταν κατά πρόσωπο με τους άνδρες του Αλεξάνδρου· δεν έριχναν πια ακόντια ούτε εφάρμοζαν τις περιστροφικές κινήσεις του ιππικού, όπως στις ιππομαχίες, αλλά βιαστικοί να διαφύγουν ο καθένας μόνος του σαν να ήταν αυτή η μοναδική σωτηρία τους, συνέχιζαν αλύπητα να σφάζουν και να σφάζονται, γιατί δεν αγωνίζονταν πια για ξένη νίκη, αλλά για τη δική τους σωτηρία. Σκοτώθηκαν εδώ εξήντα περίπου εταίροι του Αλεξάνδρου και τραυματίστηκε ο ίδιος ο Ηφαιστίων καθώς και ο Κοίνος και ο Μενίδας· παρ᾽ όλα αυτά τους νίκησε και αυτούς ο Αλέξανδρος.
Και όσοι Πέρσες πέρασαν μέσα από τον στρατό του Αλεξάνδρου έφευγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, ενώ ο Αλέξανδρος κόντευε πια να συγκρουστεί με τη δεξιά πτέρυγα του εχθρού. Στο μεταξύ και οι Θεσσαλοί ιππείς αγωνίστηκαν γενναία και δεν φάνηκαν καθόλου κατώτεροι από τον Αλέξανδρο στη μάχη. Είχαν ήδη αρχίσει οι βάρβαροι να φεύγουν, όταν ο Αλέξανδρος συγκρούστηκε με αυτούς, ώστε ο βασιλιάς απομακρύνθηκε από εκεί και όρμησε και πάλι στην καταδίωξη του Δαρείου και τον καταδίωξε όσο έφεγγε·
ακολουθούσαν οι στρατιώτες του Παρμενίωνα, καταδιώκοντας τους Πέρσες που ήταν απέναντί τους. Ο Αλέξανδρος όμως, αφού πέρασε τον ποταμό Λύκο, στρατοπέδευσε εκεί, για να ξεκουράσει λίγο τους άνδρες και τα άλογα. Ο Παρμενίων κυρίευσε το στρατόπεδο των βαρβάρων, τα μεταγωγικά, τους ελέφαντες και τις καμήλες τους.
Αφού ξεκούρασε ως τα μεσάνυχτα τους ιππείς που είχε μαζί του, προχώρησε ο Αλέξανδρος με βιασύνη και πάλι προς τα Άρβηλα, ελπίζοντας να συλλάβει εκεί τον Δαρείο και να κυριεύσει τα χρήματα και τα άλλα βασιλικά πράγματα. Στα Άρβηλα έφθασε την επόμενη μέρα, αφού καταδιώκοντας διέτρεξε συνολικά απόσταση εξακοσίων περίπου σταδίων από το πεδίο της μάχης. Τον Δαρείο δεν τον συνέλαβε στα Άρβηλα, γιατί αυτός συνέχισε τη φυγή του χωρίς καθόλου να αργοπορήσει· κυριεύθηκαν όμως εκεί τα χρήματα και όλα τα πράγματά του, και για δεύτερη φορά το άρμα του, η ασπίδα και τα τόξα του.
Από τον στρατό του Αλεξάνδρου σκοτώθηκαν εκατό περίπου άνδρες, άλογα όμως πάνω από χίλια εξαιτίας των τραυμάτων και της κακουχίας κατά την καταδίωξη· από αυτά τα μισά σχεδόν ανήκαν στο ιππικό των εταίρων. Οι νεκροί βάρβαροι υπολογίζονταν σε τριακόσιες περίπου χιλιάδες, αιχμαλωτίστηκαν όμως πολύ περισσότεροι από τους νεκρούς και οι ελέφαντες, καθώς και όσα άρματα δεν καταστράφηκαν στη μάχη.
Αυτό το τέλος είχε η μάχη αυτή, που έγινε όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Αριστοφάνης, τον μήνα Πυανεψιώνα. Έτσι βγήκε αληθινή η μαντεία του Αρίστανδρου, ότι και η μάχη και η νίκη του Αλεξάνδρου θα συμβούν μέσα στον ίδιο μήνα που έγινε και η έκλειψη της σελήνης.
Αμέσως μετά τη μάχη ο Δαρείος έφυγε με το άρμα του προς τη Μηδία προχωρώντας κατά μήκος των βουνών της Αρμενίας. Τον ακολούθησαν οι Βακτριανοί ιππείς, όπως ήταν συνταγμένοι τότε στη μάχη, και από τους Πέρσες οι συγγενείς του βασιλιά καθώς και λίγοι από τους ονομαζόμενους μηλοφόρους.
Κατά τη φυγή συνενώθηκαν μαζί του κάπου δύο χιλιάδες ξένοι μισθοφόροι, τους οποίους διοικούσαν ο Πάτρων από τη Φωκίδα και ο Γλαύκος ο Αιτωλός. Ο Δαρείος κατέφυγε στη Μηδία, επειδή υπέθεσε ότι ο Αλέξανδρος μετά τη μάχη θα ακολουθούσε τον δρόμο που οδηγεί προς τα Σούσα και τη Βαβυλώνα, μιας και όλη εκείνη η περιοχή ήταν κατοικημένη, ο δρόμος ήταν κατάλληλος για μεταγωγικά και συγχρόνως έπαθλο του πολέμου φαίνονταν να είναι η Βαβυλώνα και τα Σούσα· αντίθετα ο δρόμος που οδηγούσε στη Μηδία δεν ήταν κατάλληλος για μεγάλο στράτευμα. Αντίθετα ο δρόμος που οδηγούσε στη Μηδία δεν ήταν κατάλληλος για μεγάλο στράτευμα.
Και πραγματικά δεν απατήθηκε σε αυτό ο Δαρείος, γιατί ο Αλέξανδρος ξεκινώντας από τα Άρβηλα πήρε αμέσως τον δρόμο που οδηγεί προς τη Βαβυλώνα. Βρισκόταν ήδη κοντά στη Βαβυλώνα οδηγώντας σε σχηματισμό μάχης τον στρατό του, όταν οι Βαβυλώνιοι ήρθαν ομαδικώς να τον προϋπαντήσουν μαζί με τους ιερείς και τους άρχοντές τους· του πρόσφεραν δώρα, ο καθένας τους χωριστά, και του παρέδωσαν την πόλη, την ακρόπολη και τα χρήματά τους.
Αφού μπήκε στη Βαβυλώνα, ο Αλέξανδρος διέταξε τους Βαβυλωνίους να ανοικοδομήσουν τους ναούς που κατέστρεψε ο Ξέρξης, και ιδιαίτερα τον ναό του Βήλου, τον οποίον οι Βαβυλώνιοι τιμούν περισσότερο από όλους τους άλλους θεούς. Διόρισε τον Μαζαίο σατράπη της Βαβυλώνας, τον Απολλόδωρο από την Αμφίπολη στρατηγό των στρατιωτών που έμειναν πίσω μαζί με τον Μαζαίο, και τον Ασκληπιόδωρο, τον γιο του Φίλωνα, τον όρισε να συλλέγει τους φόρους.
Απέστειλε επίσης ως σατράπη στην Αρμενία τον Μιθρήνη, ο οποίος του είχε παραδώσει την ακρόπολη των Σάρδεων. Συνάντησε ακόμη εκεί τους Χαλδαίους και τέλεσε στους ναούς της Βαβυλώνας όσα εκείνοι του υπέδειξαν, θυσιάζοντας προπάντων στον Βήλο κατά τον τρόπο που του παράγγειλαν.
Ο ίδιος ξεκίνησε για τα Σούσα· στον δρόμο τον συνάντησε ο γιος του Σατράπη των Σούσων, καθώς και ένας γραμματοκομιστής, που έστειλε ο Φιλόξενος. Γιατί αμέσως μετά τη μάχη ο Αλέξανδρος είχε στείλει τον Φιλόξενο στα Σούσα. Στην επιστολή του ανέφερε ο Φιλόξενος ότι οι κάτοικοι των Σούσων είχαν παραδώσει την πόλη τους και ότι όλα τα χρήματα φυλάγονταν για τον Αλέξανδρο.
Ο Αλέξανδρος έφθασε στα Σούσα από τη Βαβυλώνα μέσα σε είκοσι μέρες. Μόλις μπήκε στην πόλη, παρέλαβε τα χρήματα που ήταν πενήντα χιλιάδες περίπου αργυρά τάλαντα, καθώς και τα άλλα βασιλικά σκεύη. Κυριεύθηκαν επίσης εκεί και πολλά άλλα πράγματα που έφερε ο Ξέρξης κατά την επιστροφή του από την Ελλάδα, ανάμεσα στα οποία τα χάλκινα αγάλματα του Αρμοδίου και του Αριστογείτονα.
Τα αγάλματα αυτά ο Αλέξανδρος τα έστειλε πίσω στους Αθηναίους και σήμερα βρίσκονται στην Αθήνα, στον Κεραμεικό, στον δρόμο που ανεβαίνουμε προς την Ακρόπολη, ακριβώς απέναντι στο Μητρώο, όχι μακριά από τον βωμό των Ευδανέμων· όποιος έχει μυηθεί στα μυστήρια των δύο θεοτήτων της Ελευσίνας, αυτός γνωρίζει τον βωμό του Ευδανέμου που βρίσκεται στο δάπεδο.
Στα Σούσα ο Αλέξανδρος πρόσφερε θυσία σύμφωνα με την πατροπαράδοτη συνήθεια και τέλεσε λαμπαδηδρομία και γυμνικούς αγώνες. Σατράπη της Σουσιανής άφησε τον Αβουλίτη, έναν Πέρση, φρούραρχο στην ακρόπολη των Σούσων όρισε τον Μάζαρο, έναν από τους εταίρους, και στρατηγό τον Αρχέλαο, τον γιο του Θεοδώρου· μετά προχώρησε εναντίον των Περσών. Έστειλε επίσης στην παραλία τον Μένητα ως διοικητή της Συρίας, της Φοινίκης και της Κιλικίας.
Του έδωσε τρεις χιλιάδες περίπου τάλαντα να τα φέρει στην παραλία και από αυτά να στείλει στον Αντίπατρο όσα χρειαζόταν για τον πόλεμο εναντίον των Λακεδαιμονίων. Εκεί κατέφθασε και ο Αμύντας, ο γιος του Ανδρομένη, με τις δυνάμεις που έφερε από τη Μακεδονία.
Από τις δυνάμεις αυτές ο Αλέξανδρος κατέταξε τους ιππείς στο ιππικό των εταίρων, ενώ τους πεζούς τους πρόσθεσε στις άλλες του μονάδες και τους κατέταξε κατά φυλές. Χώρισε επίσης την κάθε μία ίλη σε δύο λόχους, ενώ προηγουμένως δεν υπήρχαν λόχοι στο ιππικό, και διόρισε ως λοχαγούς όσους εταίρους είχαν διακριθεί για την ανδρεία τους.
Ξεκινώντας από τα Σούσα ο Αλέξανδρος πέρασε τον Πασιτίγρη ποταμό και εισέβαλε στη χώρα των Ουξίων. Από αυτούς όσοι κατοικούσαν σε πεδιάδες και υπάκουαν παλαιότερα στον Πέρση σατράπη παραδόθηκαν και τότε στον Αλέξανδρο· οι ονομαζόμενοι όμως ορεινοί Ούξιοι δεν ήταν υπό την εξουσία των Περσών και, αφού έστειλαν τότε πρέσβεις τους στον Αλέξανδρο, του ανέφεραν ότι δεν θα του επιτρέψουν με άλλο τρόπο να περάσει με τον στρατό του από τον δρόμο που οδηγεί προς την Περσία, παρά μόνον αν λάβουν από αυτόν όσα δώρα έπαιρναν από τον βασιλιά των Περσών κάθε φορά που περνούσε από εκεί.
Ο Αλέξανδρος τους έστειλε πίσω και τους διέταξε να έρθουν στα στενά —των οποίων ο έλεγχος τους έκανε να νομίζουν ότι είναι κύριοι του δρόμου που οδηγεί προς την Περσίδα— για να παραλάβουν και από αυτόν την καθορισμένη αμοιβή. Ο ίδιος πήρε μαζί του τους βασιλικούς σωματοφύλακες και τους υπασπιστές και κάπου οκτώ χιλιάδες άνδρες από το άλλο στράτευμα και με οδηγούς του τους Σουσιανούς βάδισε μέσα στη νύχτα από άλλο δρόμο, όχι από τον φανερό.
Και αφού διέτρεξε μέσα σε μια μέρα ένα δρόμο ανώμαλο και δυσκολοδιάβατο, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στα χωριά των Ουξίων, έλαβε πολλά λάφυρα και σκότωσε πολλούς από αυτούς, ενώ ακόμη βρίσκονταν στα κρεβάτια τους· οι υπόλοιποι διέφυγαν στα βουνά. Ο Αλέξανδρος βάδισε γρήγορα προς τα στενά, όπου φαίνονταν ότι θα τον συναντούσαν όλοι μαζί οι Ούξιοι, για να παραλάβουν την συμφωνημένη αμοιβή.
Έστειλε μπροστά τον Κρατερό να καταλάβει τις κορυφές των βουνών, όπου πίστευε ότι θα κατέφευγαν οι Ούξιοι, αν εξαναγκάζονταν. Ο ίδιος όμως προχώρησε με μεγάλη ταχύτητα και έτσι πρόλαβε να καταλάβει τα στενά· έχοντας τους άνδρες του συνταγμένους σε σχηματισμό μάχης τους οδήγησε εναντίον των βαρβάρων από δεσπόζουσες οχυρές θέσεις.
Αυτοί, επειδή ξαφνιάστηκαν από την ταχύτητα του Αλεξάνδρου και επειδή υστερούσαν τώρα σε οχυρές θέσεις, στις οποίες στήριζαν κυρίως τις ελπίδες τους, σηκώθηκαν και έφυγαν χωρίς καν να συγκρουστούν μαζί του· μερικούς από αυτούς τους σκότωσαν οι άνδρες του Αλεξάνδρου κατά τη φυγή, ενώ πολλοί άλλοι χάθηκαν στον δρόμο που ήταν γεμάτος γκρεμούς· οι περισσότεροι όμως καταφεύγοντας στα βουνά έπεσαν στα χέρια των ανδρών του Κρατερού και εξοντώθηκαν από αυτούς.
Αφού λοιπόν έλαβαν οι Ούξιοι αυτά τα δώρα από τον Αλέξανδρο, με δυσκολία και ύστερα από παρακλήσεις πέτυχαν να διατηρήσουν τη χώρα τους πληρώνοντας ετήσιο φόρο στον Αλέξανδρο. Ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, αναφέρει σχετικά ότι η μητέρα του Δαρείου παρακάλεσε για χάρη τους τον Αλέξανδρο να τους αφήσει να κατοικούν στη χώρα τους. Ο φόρος που συμφωνήθηκε ήταν εκατό άλογα το χρόνο, πεντακόσια αχθοφόρα ζώα και τριάντα χιλιάδες πρόβατα, γιατί οι Ούξιοι δεν είχαν χρήματα ούτε καλλιεργήσιμη γη, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς ήταν βοσκοί.
Ύστερα από αυτά έστειλε με τον Παρμενίωνα τα μεταγωγικά, τους Θεσσαλούς ιππείς, τους συμμάχους και τους ξένους μισθοφόρους, καθώς και όσους άλλους στρατιώτες είχαν βαρύτερο οπλισμό, για να τους οδηγήσει εναντίον των Περσών από την αμαξιτή οδό που οδηγούσε στη χώρα τους.
Ο ίδιος πήρε μαζί του τους πεζούς Μακεδόνες, το ιππικό των εταίρων, τους ανιχνευτές ιππείς, τους Αγριάνες και τους τοξότες και προχώρησε γρήγορα μέσα από τα βουνά. Όταν έφθασε στις Περσικές Πύλες, βρήκε εκεί τον Αριοβαρζάνη, τον σατράπη της Περσίδας, με σαράντα περίπου χιλιάδες πεζούς και κάπου επτακόσιους ιππείς να έχει οχυρώσει με τείχος τις πύλες και να έχει στρατοπεδεύσει εκεί κοντά στο τείχος, με σκοπό να εμποδίσει τη διάβαση του Αλεξάνδρου.
Για την ώρα λοιπόν ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε εκεί· την επόμενη όμως μέρα συνέταξε τον στρατό του και τον οδήγησε κατά του τείχους. Επειδή όμως φαινόταν αδύνατη η κατάληψή του λόγω της κακοτοπιάς και των πολλών τραυμάτων που δέχονταν οι δικοί του, γιατί οι εχθροί τούς χτυπούσαν από ψηλά και από μηχανές, αναγκάστηκε να υποχωρήσει τότε προς το στρατόπεδό του.
Οι αιχμάλωτοι όμως του υποσχέθηκαν να τον οδηγήσουν από άλλο παρακαμπτήριο δρόμο, ώστε να μπορέσει να περάσει μέσα στις πύλες· επειδή πληροφορήθηκε ότι ο δρόμος αυτός ήταν ανώμαλος και στενός, άφησε εκεί στο στρατόπεδο τον Κρατερό με το τάγμα του, το τάγμα του Μελεάγρου, λίγους τοξότες και περίπου πεντακόσιους ιππείς,
και τον διέταξε τότε να επιτεθεί στο τείχος, όταν αντιληφθεί ότι ο ίδιος έχει περάσει ολόγυρα και πλησιάζει ήδη στο περσικό στρατόπεδο — και αυτό, του είπε, θα το αντιληφθεί εύκολα, γιατί θα τον ειδοποιήσει με τις σάλπιγγες. Ο ίδιος προχώρησε μέσα στη νύχτα και, αφού διέτρεξε εκατό περίπου σταδίους, πήρε μαζί του τους υπασπιστές, το τάγμα του Περδίκκα, τους πιο ελαφρά οπλισμένους τοξότες, τους Αγριάνες και από το ιππικό των εταίρων τη βασιλική ίλη και τέσσερις ακόμη λόχους ιππικού και με όλους αυτούς, κάνοντας στροφή, βάδισε προς τις πύλες, όπου τον οδηγούσαν οι αιχμάλωτοι.
Διέταξε τον Αμύντα, τον Φιλώτα και τον Κοίνο να οδηγήσουν στην πεδιάδα το υπόλοιπο στράτευμα και να κατασκευάσουν γέφυρα στον ποταμό, από τον οποίο έπρεπε να περάσει για να πάει στην Περσίδα. Ο ίδιος πήρε ένα δύσκολο και ανώμαλο δρόμο που στο μεγαλύτερο μέρος του τον πέρασε πολύ γρήγορα. Πριν ξημερώσει, επιτέθηκε στην πρώτη φρουρά των βαρβάρων και την εξολόθρευσε καθώς και τους πιο πολλούς άνδρες της δεύτερης.
Οι περισσότεροι όμως άνδρες της τρίτης φρουράς διέφυγαν. Παρ᾽ όλα αυτά ούτε αυτοί κατέφυγαν στο στρατόπεδο του Αριοβαρζάνη, αλλά από εκεί όπου ήταν τράπηκαν φοβισμένοι προς τα βουνά, ώστε δεν έγινε αντιληπτός ο Αλέξανδρος, όταν κατά τα χαράματα έκαμε επίθεση στο στρατόπεδο του εχθρού. Την ώρα που ο Αλέξανδρος προσέβαλλε την τάφρο και οι σάλπιγγες ειδοποιούσαν τους άνδρες του Κρατερού, την ίδια ώρα και ο Κρατερός επιχειρούσε επίθεση στο οχύρωμα.
Οι εχθροί, επειδή τους χτυπούσαν από όλες τις μεριές, δεν ήρθαν καν στα χέρια με τους Μακεδόνες, αλλά έφυγαν. Είχαν πια αποκλεισθεί από παντού, επειδή από το ένα μέρος τους πίεζε ο Αλέξανδρος, ενώ από το άλλο έτρεχαν εναντίον τους οι άνδρες του Κρατερού, έτσι ώστε οι περισσότεροι από αυτούς αναγκάστηκαν να στραφούν προς τα τείχη και να καταφύγουν σε αυτά· αλλά και τα τείχη τα κατείχαν ήδη οι Μακεδόνες.
Γιατί ο Αλέξανδρος υποθέτοντας ότι θα συμβεί ό,τι πράγματι έγινε, είχε αφήσει εκεί τον Πτολεμαίο με τρεις περίπου χιλιάδες πεζούς, ώστε οι περισσότεροι από τους βαρβάρους συγκρούστηκαν με τους Μακεδόνες και εξολοθρεύτηκαν, ενώ οι υπόλοιποι χάθηκαν κατά την φυγή, που ήταν φοβερή, πέφτοντας από τους γκρεμούς· ο ίδιος ο Αριοβαρζάνης όμως διέφυγε στα βουνά με λίγους ιππείς του.
Ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε γρήγορα και πάλι προς τον ποταμό, όπου βρήκε κατασκευασμένη ήδη τη γέφυρα και την πέρασε χωρίς δυσκολία μαζί με τον στρατό του. Από εκεί συνέχισε να προχωρεί με την ίδια ταχύτητα προς την Περσέπολη, και πρόλαβε να φθάσει εκεί πριν διαρπάσουν τα χρήματα οι φύλακες. Έγινε επίσης κύριος των χρημάτων που υπήρχαν στο θησαυροφυλάκιο του Κύρου του πρώτου στις Πασαργάδες.
Διόρισε σατράπη της Περσίδας τον Φρασαόρτη, τον γιο του Ρεομίθρη. Πυρπόλησε τα περσικά ανάκτορα, αν και ο Παρμενίων τον προέτρεψε να τα διατηρήσει και για άλλους λόγους, άλλα κυρίως επειδή δεν ήταν σωστό να καταστρέψει περιουσία που τώρα πια ήταν δική του και επειδή οι ασιατικοί λαοί δεν θα του είναι τόσο αφοσιωμένοι, γιατί θα νομίσουν ότι δεν έχει σκοπό να διατηρήσει την εξουσία της Ασίας, αλλά να διατρέξει απλώς τη χώρα ως νικητής.
Ο Αλέξανδρος όμως απαντούσε ότι θέλει να τιμωρήσει τους Πέρσες για όσα έπραξαν κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα, οπότε και την Αθήνα κατέστρεψαν και τους ναούς της πυρπόλησαν, και για όσα άλλα κακά προξένησαν στους Έλληνες. Για όλα αυτά, έλεγε, θέλει να τους τιμωρήσει. Και εγώ όμως νομίζω ότι δεν ενήργησε με σύνεση ο Αλέξανδρος, τουλάχιστον ως προς αυτό, ούτε ότι θα μπορούσε να τιμωρήσει έτσι τους παλαιούς Πέρσες.
Αφού τακτοποίησε τα ζητήματα αυτά, προχώρησε προς τη Μηδία, γιατί πληροφορήθηκε ότι εκεί βρισκόταν ο Δαρείος. Ο Δαρείος είχε αποφασίσει, αν ο Αλέξανδρος παρέμενε στα Σούσα και στη Βαβυλώνα, να περιμένει και αυτός στη Μηδία, με την ελπίδα μήπως και εκδηλωθεί καμιά ανταρσία στον στρατό του Αλεξάνδρου· αν όμως ο Αλέξανδρος βάδιζε εναντίον του, τότε αυτός να προχωρήσει στο εσωτερικό της χώρας του, προς την Παρθία και Υρκανία μέχρι τα Βάκτρα, ερημώνοντας ολόκληρη την περιοχή και καθιστώντας έτσι αδύνατη την προέλαση του Αλεξάνδρου.
Έστειλε λοιπόν τις γυναίκες και ό,τι άλλο του έμενε ακόμη καθώς και τις αρμάμαξες στις λεγόμενες πύλες της Κασπίας, ενώ ο ίδιος περίμενε στα Εκβάτανα μαζί με τις δυνάμεις που είχε συγκεντρώσει εκ των ενόντων. Όταν πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος προχώρησε προς τη Μηδία. Υπέταξε τους Παραιτάκες εισβάλλοντας στη χώρα τους και όρισε σατράπη τους τον Οξάθρη, τον γιο του Αβουλίτη, ο οποίος προηγουμένως ήταν σατράπης των Σούσων.
Επειδή έμαθε στο δρόμο ότι ο Δαρείος ήταν αποφασισμένος να τον αντιμετωπίσει σε μάχη διακινδυνεύοντας και πάλι —γιατί του είχαν έρθει ως σύμμαχοι οι Σκύθες και οι Καδούσιοι— διέταξε να ακολουθούν πίσω από τον στρατό του τα μεταγωγικά μαζί με τους φρουρούς τους καθώς και οι άλλες του αποσκευές, ενώ ο ίδιος παρέλαβε το υπόλοιπο στράτευμα και το οδηγούσε συνταγμένο για μάχη. Ο Αλέξανδρος έφθασε στη Μηδία μέσα σε δώδεκα μέρες.
Εκεί έμαθε ότι οι δυνάμεις του Δαρείου δεν ήταν αξιόμαχες και ότι δεν του είχαν έρθει ως σύμμαχοι οι Καδούσιοι ή οι Σκύθες, καθώς και ότι ο Δαρείος είχε αποφασίσει να φύγει. Αυτό τον έκαμε να προχωρήσει με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα. Ενώ όμως απείχε τριών μόλις ημερών πορεία από τα Εκβάτανα, ήρθε και τον συνάντησε εκεί ο Βισθάνης, ο γιος του Ώχου, που ήταν βασιλιάς των Περσών πριν από τον Δαρείο.
Αυτός τον πληροφόρησε ότι ο Δαρείος είχε φύγει πριν πέντε μέρες από τα Εκβάτανα παίρνοντας μαζί του επτά περίπου χιλιάδες τάλαντα από τη Μηδία και στρατιωτική δύναμη τριών χιλιάδων περίπου ιππέων και έξι χιλιάδων πεζών.
Όταν ο Αλέξανδρος έφθασε στα Εκβάτανα, έστειλε πίσω στην παραλία τους Θεσσαλούς ιππείς καθώς και τους άλλους Έλληνες συμμάχους, αφού τους πλήρωσε στο ακέραιο τον συμφωνημένο μισθό και τους έδωσε ως δώρο άλλα δύο χιλιάδες τάλαντα.
Διέταξε όμως να δώσουν τα ονόματά τους για στρατολογία όσοι ήθελαν να εξακολουθήσουν να τον υπηρετούν ως μισθοφόροι· και στρατολογήθηκαν πολλοί. Ανέθεσε στον Επόκιλλο, τον γιο του Πολυειδή, να τους οδηγήσει στην παραλία και του έδωσε άλλους ιππείς για να τους προστατεύουν, επειδή οι Θεσσαλοί είχαν πουλήσει σε εκείνο το μέρος τα άλογά τους. Παρήγγειλε επίσης στον Μένητα να φροντίσει, μόλις φθάσουν στην παραλία, να μεταφερθούν με πλοία στην Εύβοια.
Διέταξε ακόμα τον Παρμενίωνα να καταθέσει στην ακρόπολη των Εκβατάνων τα χρήματα που είχαν μεταφερθεί από την Περσία και να τα παραδώσει στον Άρπαλο· γιατί τον Άρπαλο άφησε διαχειριστή των χρημάτων δίνοντάς του για τη διαφύλαξή τους έξι περίπου χιλιάδες Μακεδόνες, ιππείς και λίγους ελαφρά οπλισμένους. Διέταξε επίσης τον ίδιο τον Παρμενίωνα να παραλάβει τους μισθοφόρους και τους Θράκες καθώς και όλο το άλλο ιππικό, εκτός από το ιππικό των εταίρων, και, περνώντας από την χώρα των Καδουσίων, να προχωρήσει προς την Υρκανία.
Παρήγγειλε επίσης στον Κλείτο, τον αρχηγό της βασιλικής ίλης, μόλις φθάσει στα Εκβάτανα από τα Σούσα, όπου είχε μείνει γιατί ήταν άρρωστος, να παραλάβει τους Μακεδόνες που είχε αφήσει πίσω για τη διαφύλαξη των χρημάτων και να προχωρήσει στην Παρθία, όπου και ο ίδιος σκόπευε να πάει.
Ο Αλέξανδρος πήρε μαζί του το ιππικό των εταίρων, τους ανιχνευτές και τους μισθοφόρους ιππείς που διοικούσε ο Εριγύιος, τη μακεδονική φάλαγγα, εκτός από εκείνους που είχαν ορισθεί για τη φρούρηση των χρημάτων, καθώς και τους τοξότες και τους Αγριάνες και προχώρησε εναντίον του Δαρείου. Επειδή όμως η πορεία γινόταν με μεγάλη βιασύνη, πολλοί στρατιώτες έμεναν πίσω από κόπωση και πολλά άλογα πέθαιναν.
Παρ᾽ όλα αυτά ο Αλέξανδρος προχωρούσε και την ενδέκατη μέρα έφθασε στις Ράγες. Ο τόπος αυτός απέχει από τις πύλες της Κασπίας μιας ημέρας πορεία για όποιον βαδίζει όπως ο Αλέξανδρος. Ο Δαρείος όμως είχε προλάβει ήδη να περάσει μέσα στις πύλες της Κασπίας. Πολλοί από αυτούς που έφευγαν μαζί με τον Δαρείο τον εγκατέλειψαν κατά τη φυγή και επήγαν στις χώρες τους, πολλοί όμως άλλοι παραδόθηκαν στον Αλέξανδρο.
Επειδή ο Αλέξανδρος έχασε κάθε ελπίδα να συλλάβει τον Δαρείο με καταδίωξη, έμεινε εκεί πέντε μέρες και ξεκούρασε τον στρατό του· διόρισε σατράπη της Μηδίας τον Οξυδάτη, έναν Πέρση που συνέβαινε να τον έχει συλλάβει και φυλακίσει ο Δαρείος στα Σούσα, γεγονός που έκανε τον Αλέξανδρο να του έχει εμπιστοσύνη. Ύστερα προχώρησε προς την Παρθία.
Την πρώτη μέρα στρατοπέδευσε κοντά στις πύλες της Κασπίας και τη δεύτερη πέρασε μέσα στις πύλες και προχώρησε ως εκεί όπου υπήρχαν κατοικημένες περιοχές. Αφού εφοδιάστηκε από εδώ με τρόφιμα, επειδή πληροφορήθηκε ότι η παραπέρα περιοχή ήταν έρημη, έστειλε τον Κοίνο με ιππείς και λίγους πεζούς, για να συγκεντρώσει προμήθειες.
Στο μεταξύ παρουσιάστηκε στον Αλέξανδρο από το στρατόπεδο του Δαρείου ο Βαγιστάνης, ένας Βαβυλώνιος από τους ευγενείς, και μαζί του ο Αντίβηλος, ένας από τους γιους του Μαζαίου. Αυτοί του ανήγγειλαν ότι ο Ναβαρζάνης, ο χιλίαρχος του ιππικού που είχε ακολουθήσει τον Δαρείο στη φυγή του, ο Βήσσος, ο σατράπης της Βακτριανής, και ο Βαρσαέντης, ο σατράπης των Αραχωσίων και των Δραγγών, είχαν συλλάβει τον Δαρείο.
Όταν πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, προχώρησε με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα έχοντας μαζί του μόνον τους εταίρους, τους ανιχνευτές ιππείς, καθώς και τους πιο δυνατούς και πιο ελαφρά οπλισμένους από τους πεζούς, χωρίς να περιμένει καν την επιστροφή των ανδρών του Κοίνου, που είχαν σταλεί για να συγκεντρώσουν τρόφιμα. Αρχηγό όσων άφησε πίσω όρισε τον Κρατερό και τον διέταξε να ακολουθήσει, όχι όμως με μεγάλες πορείες.
Οι στρατιώτες είχαν μονάχα τα όπλα τους και τροφή για δυο μέρες. Αφού λοιπόν βάδισε όλη τη νύχτα και την άλλη μέρα ως το μεσημέρι, ξεκούρασε για λίγο τον στρατό του και προχώρησε πάλι όλη τη νύχτα ώσπου, όταν πια άρχιζε να χαράζει, έφθασε στο στρατόπεδο, από όπου είχε ξεκινήσει ο Βαγιστάνης.
Τους εχθρούς δεν τους πρόλαβε, έμαθε όμως για τον Δαρείο ότι τον είχαν συλλάβει και τον μετέφεραν με αρμάμαξα και ότι την εξουσία είχε τώρα αντί για τον Δαρείο ο Βήσσος, που τον είχαν ανακηρύξει αρχηγό τους οι ιππείς της Βακτριανής και όλοι οι άλλοι βάρβαροι που ακολούθησαν τον Δαρείο στη φυγή του, εκτός από τον Αρτάβαζο, τους γιους του και τους Έλληνες μισθοφόρους· αυτοί παρέμειναν πιστοί στον Δαρείο, αλλά, επειδή δεν μπορούσαν να εμποδίσουν όσα γίνονταν, άφησαν τον κεντρικό δρόμο και στράφηκαν προς τα βουνά, χωρίς να αναμιχθούν στο πραξικόπημα των ανθρώπων του Βήσσου.
Αυτοί που συνέλαβαν τον Δαρείο είχαν αποφασίσει τα εξής: αν μάθαιναν ότι ο Αλέξανδρος τους καταδιώκει, να του παραδώσουν τον Δαρείο και να αποκομίσουν κάποιαν ωφέλεια για τον εαυτό τους· αν πάλι πληροφορηθούν ότι ο Αλέξανδρος έχει επιστρέψει πίσω, τότε αυτοί να συγκεντρώσουν όσο περισσότερο στρατό μπορούσαν και να προσπαθήσουν να διατηρήσουν συλλογικά την εξουσία. Προς το παρόν όμως να αναλάβει την αρχηγία ο Βήσσος, επειδή και συγγενής του Δαρείου ήταν και το πραξικόπημα είχε γίνει στην περιοχή της σατραπείας του.
Όταν πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, έκρινε ότι έπρεπε να τους καταδιώξει με όλες του τις δυνάμεις. Από τη συνεχή ταλαιπωρία είχαν ήδη αρχίσει να αποκάμνουν οι άνδρες και τα άλογα, αλλά παρ᾽ όλα αυτά συνέχιζε να προχωρεί. Αφού διέτρεξε μια μεγάλη απόσταση κατά τη νύχτα εκείνη και την επόμενη μέρα ως το μεσημέρι, έφθασε σ᾽ ένα χωριό, όπου την προηγουμένη είχαν στρατοπεδεύσει οι απαγωγείς του Δαρείου.
Όταν πληροφορήθηκε εδώ ότι οι βάρβαροι είχαν αποφασίσει να συνεχίσουν την πορεία τους μέσα στη νύχτα, άρχισε να ρωτάει τους ντόπιους μήπως ήξεραν κανένα συντομότερο δρόμο, για να προφθάσει τους φυγάδες. Αυτοί του είπαν ότι γνώριζαν, αλλά ότι ο δρόμος εκείνος ήταν έρημος, επειδή δεν υπήρχε νερό. Ο Αλέξανδρος τότε τους διέταξε να τον οδηγήσουν από αυτόν τον δρόμο· επειδή όμως κατάλαβε ότι δεν θα μπορέσουν να τον ακολουθήσουν οι πεζοί στρατιώτες του, γιατί αυτός προχωρούσε γρήγορα, κατέβασε από τα άλογα πεντακόσιους περίπου ιππείς και αφού διάλεξε για αρχηγούς τους πιο δυνατούς από τους πεζούς και από τους άλλους, τους διέταξε να ανεβούν στα άλογα οπλισμένοι όπως ήταν οι πεζοί.
Διέταξε επίσης τον Νικάνορα, τον αρχηγό των υπασπιστών, και τον Άτταλο, τον αρχηγό των Αγριάνων, να οδηγήσουν όσους έμειναν πίσω κατά μήκος του δρόμου που είχαν ακολουθήσει οι άνδρες του Βήσσου· αυτοί να είναι οπλισμένοι όσο γινόταν πιο ελαφρά, ενώ οι υπόλοιποι πεζοί να ακολουθούν σε κανονικό σχηματισμό.
Κατά το δειλινό ξεκίνησε και ο ίδιος και οδήγησε τον στρατό του γρήγορα· μέσα στη νύχτα διέτρεξε τετρακόσια περίπου στάδια και κατά τα ξημερώματα συνάντησε τους βαρβάρους που βάδιζαν χωρίς τάξη και όπλα, ώστε μόνο λίγοι από αυτούς προσπάθησαν να αντισταθούν, ενώ οι περισσότεροι τράπηκαν σε φυγή, μόλις αντιλήφθηκαν τον Αλέξανδρο, χωρίς καν να συγκρουστούν μαζί του· και αυτοί που πρόβαλαν αντίσταση τράπηκαν σε φυγή, όταν σκοτώθηκαν μερικοί συμπολεμιστές τους.
Ως εκείνη την ώρα ο Βήσσος και οι οπαδοί του μετέφεραν μαζί τους τον Δαρείο επάνω στην αρμάμαξα· όταν όμως τους πλησίασε πια ο Αλέξανδρος, ο Σατιβαρζάνης και ο Βαρσαέντης τον τραυμάτισαν βαριά και τον άφησαν εκεί όπου ήταν, ενώ οι ίδιοι έφυγαν με εξακόσιους ιππείς. Λίγο αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του ο Δαρείος, πριν προλάβει ο Αλέξανδρος να τον δει.
Ο Αλέξανδρος έστειλε στην Περσέπολη το σώμα του Δαρείου και διέταξε να τον θάψουν στους βασιλικούς τάφους, όπως ακριβώς και τους άλλους βασιλείς πριν από αυτόν. Διόρισε σατράπη της Παρθίας και Υρκανίας τον Αμμινάπη τον Πάρθο, που ήταν ένας από αυτούς που του παρέδωσαν την Αίγυπτο μαζί με τον Μαζάκη. Ο Τληπόλεμος, ο γιος του Πυθοφάνη, ένας από τους εταίρους, τοποθετήθηκε κοντά του, για να επιβλέπει την κατάσταση στην Παρθία και Υρκανία.
Αυτό υπήρξε το τέλος του Δαρείου, όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Αριστοφών, κατά τον μήνα Εκατομβαιώνα. Υπήρξε περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπος δειλός και πολύ λίγο συνετός στα πολεμικά έργα, αλλά ως προς τα άλλα δεν διέπραξε καμιάν ανέντιμη πράξη ή μάλλον δεν του δόθηκε η ευκαιρία να διαπράξει, γιατί μόλις ανέβηκε στον θρόνο συνέβη να του κηρύξουν αμέσως τον πόλεμο οι Μακεδόνες και οι άλλοι Έλληνες. Επομένως και αν ήθελε ακόμη, δεν θα μπορούσε να φερθεί κατά τρόπο αλαζονικό στους υπηκόους του, επειδή ο ίδιος βρέθηκε σε μεγαλύτερο κίνδυνο από αυτούς.
Όσο ζούσε, του έτυχαν αλλεπάλληλες συμφορές που δεν σταμάτησαν καθόλου από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία· αμέσως συνέβη η καταστροφή του ιππικού των σατραπών του στον Γρανικό ποταμό και αμέσως μετά κυριεύθηκαν η Ιωνία και η Αιολίδα, οι δύο Φρυγίες, η Λυδία και η Καρία, εκτός από την Αλικαρνασσό·
λίγο αργότερα κυριεύθηκε και η Αλικαρνασσός και ακολούθησε η κατάληψη όλης της παραλίας μέχρι την Κιλικία· μετά ήρθε η δική του ήττα στην Ισσό, όπου είδε να αιχμαλωτίζονται η μητέρα, η γυναίκα και τα παιδιά του· ύστερα χάθηκε η Φοινίκη και ολόκληρη η Αίγυπτος· κατόπιν ο ίδιος τράπηκε ανάμεσα στους πρώτους σε επαίσχυντη φυγή στα Άρβηλα και έγινε έτσι αίτιος να καταστραφεί πολύς στρατός από όλα τα βαρβαρικά έθνη·
μετά από αυτό περιπλανώμενος φυγάδας μέσα στην ίδια τη χώρα του, τελικά προδόθηκε κατά τον χειρότερο τρόπο από τους ανθρώπους του· βασιλιάς συγχρόνως και δεσμώτης μεταφερόταν εξευτελιστικά και στο τέλος χάθηκε από επιβουλή των πιο στενών φίλων του. Όσο ζούσε λοιπόν ο Δαρείος, του έτυχαν τέτοιες συμφορές.
Όταν όμως πέθανε, και βασιλική ταφή είχε και τα παιδιά του ανατράφηκαν και μορφώθηκαν από τον Αλέξανδρο σαν να ήταν ακόμη ο ίδιος βασιλιάς και το σπουδαιότερο, έκαμε γαμπρό του τον Αλέξανδρο. Όταν πέθανε, ήταν πενήντα περίπου ετών.
Ο Αλέξανδρος παρέλαβε τους στρατιώτες που είχαν μείνει πίσω κατά την καταδίωξη και προχώρησε προς την Υρκανία. Η χώρα αυτή βρίσκεται αριστερά του δρόμου που οδηγεί προς τα Βάκτρα· από τη μια μεριά περιβάλλεται από δασώδη και ψηλά βουνά, ενώ η πεδιάδα της φθάνει ως τη μεγάλη θάλασσα που υπάρχει εκεί. Προχωρούσε προς αυτήν την κατεύθυνση, γιατί είχε πληροφορίες ότι οι μισθοφόροι του Δαρείου από αυτόν τον δρόμο είχαν καταφύγει στα βουνά των Ταπούρων και γιατί ήθελε να υποτάξει συγχρόνως και τους ίδιους τους Ταπούρους.
Διαίρεσε λοιπόν τον στρατό του σε τρία μέρη και ο ίδιος ακολούθησε τον συντομότερο και δυσκολότερο δρόμο, οδηγώντας το μεγαλύτερο και συγχρόνως το ελαφρότερα οπλισμένο τμήμα του στρατεύματος· έστειλε τον Κρατερό με το τάγμα του και το τάγμα του Αμύντα, με μερικούς τοξότες και λίγους ιππείς εναντίον των Ταπούρων· διέταξε τον Εριγύιο να παραλάβει τους μισθοφόρους και το υπόλοιπο ιππικό και να ακολουθήσει τον κεντρικό δρόμο, που ήταν και ο μακρύτερος, οδηγώντας τα αμάξια, τα μεταγωγικά και το άλλο πλήθος.
Αφού λοιπόν πέρασε τα πρώτα βουνά και στρατοπέδευσε εκεί, πήρε μαζί του τους υπασπιστές και από τη μακεδονική φάλαγγα τους πιο ελαφρά οπλισμένους καθώς και μερικούς τοξότες και βάδισε από ένα δύσκολο και δυσδιάβατο δρόμο, αφήνοντας φρουρούς των δρόμων όπου νόμιζε ότι υπήρχε κίνδυνος, ώστε οι βάρβαροι που κατείχαν τα βουνά να μην μπορούν να επιτεθούν από τα μέρη αυτά στους στρατιώτες του που έρχονταν πίσω.
Ο ίδιος πέρασε τα στενά μαζί με τους τοξότες και στρατοπέδευσε στην πεδιάδα κοντά σ᾽ ένα μικρό ποταμό. Ενώ βρισκόταν εδώ ο Αλέξανδρος, ήρθαν και παραδόθηκαν ο Ναβαρζάνης, ο χιλίαρχος του Δαρείου, ο Φραταφέρνης, ο σατράπης της Υρκανίας και Παρθίας, και άλλοι εξαιρετικά επιφανείς Πέρσες από αυτούς που ήταν μαζί με τον Δαρείο.
Στο στρατόπεδο παρέμεινε ο Αλέξανδρος τέσσερις ημέρες και παρέλαβε όσους κατά την πορεία είχαν μείνει πίσω· άλλοι από αυτούς πέρασαν χωρίς να πάθουν τίποτα, στους Αγριάνες όμως, που βρίσκονταν στην οπισθοφυλακή, επιτέθηκαν οι ορεινοί βάρβαροι, αλλά υστέρησαν στον ακροβολισμό και αποχώρησαν.
Ξεκινώντας από εκεί ο Αλέξανδρος προχώρησε προς την Υρκανία κατευθυνόμενος στα Ζαδράκαρτα, πόλη των Υρκανίων. Στο μεταξύ ενώθηκαν μαζί του οι δυνάμεις του Κρατερού, χωρίς να έχουν συναντήσει τους μισθοφόρους του Δαρείου· υπέταξαν όμως τη χώρα που είχαν διασχίσει, εν μέρει με τη βία και εν μέρει με τη θέληση των κατοίκων της. Εκεί ήρθε και ο Εριγύιος με τα μεταγωγικά και τα αμάξια.
Λίγο αργότερα παρουσιάστηκαν στον Αλέξανδρο ο Αρτάβαζος και από τους γιους του ο Κωφήν, ο Αριοβαρζάνης και ο Αρσάμης, και μαζί με αυτούς απεσταλμένοι από τους μισθοφόρους που ήταν κοντά στον Δαρείο καθώς και ο Αυτοφραδάτης, ο σατράπης των Ταπούρων. Στον Αυτοφραδάτη παραχώρησε και πάλι την σατραπεία του, ενώ τον Αρτάβαζο και τους γιους του τους κράτησε κοντά του σε τιμητική θέση και γιατί ήταν από τους πιο επιφανείς Πέρσες και γιατί είχαν δείξει αφοσίωση στον Δαρείο.
Στους απεσταλμένους όμως των Ελλήνων, που τον παρακαλούσαν να συνάψει συμφωνία μαζί τους για λογαριασμό όλων των μισθοφόρων, απάντησε ότι δεν πρόκειται να κάμει καμιά τέτοια συμφωνία με αυτούς· γιατί, έλεγε, όσοι συμπολέμησαν με τους βαρβάρους εναντίον της Ελλάδος, παρά τις αποφάσεις των Ελλήνων, διέπραξαν μεγάλη αδικία· τους διέταξε λοιπόν να έρθουν όλοι και να παραδοθούν επιτρέποντας στον Αλέξανδρο να τους κάμει ό,τι ήθελε, διαφορετικά να προσπαθήσουν να σωθούν όπως μπορούσαν.
Του απάντησαν ότι παραχωρούν στον Αλέξανδρο τον εαυτό τους και τους άλλους, τον παρακαλούσαν όμως να στείλει κάποιον για να τους οδηγήσει, ώστε να μεταφερθούν με ασφάλεια κοντά του· οι μισθοφόροι αυτοί υπολογίζονταν σε χίλιους πεντακόσιους περίπου. Και ο Αλέξανδρος τους έστειλε τον Ανδρόνικο, τον γιο του Αγέρρου, και τον Αρτάβαζο.
Μετά προχώρησε εναντίον των Μάρδων έχοντας μαζί του τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες, τα τάγματα του Κοίνου και του Αμύντα, το μισό ιππικό των εταίρων καθώς και τους έφιππους ακοντιστές, που τους είχε ήδη οργανώσει σε τάγμα.
Διέσχισε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας των Μάρδων και σκότωσε πολλούς από αυτούς που προσπαθούσαν να διαφύγουν και μερικούς που πρόβαλαν αντίσταση· συνέλαβε επίσης πολλούς ζωντανούς. Για πολύ χρόνο κανείς δεν είχε εισβάλει στη χώρα τους να τους πολεμήσει, επειδή και ο τόπος τους ήταν δύσβατος και οι Μάρδοι φτωχοί, αλλά και πολεμικοί συγχρόνως εξαιτίας της φτώχειας τους. Γι᾽ αυτό και τότε συλλαμβάνονταν μάλλον απροφύλακτοι, επειδή δεν είχαν τον φόβο μήπως εισβάλει στη χώρα τους ο Αλέξανδρος, ο οποίος άλλωστε είχε προχωρήσει αρκετά μακριά από αυτήν.
Πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στα βουνά, που στη χώρα τους είναι πανύψηλα και απόκρημνα, νομίζοντας ότι σε αυτά τουλάχιστον δεν θα έφτανε ο Αλέξανδρος. Επειδή όμως προχώρησε και εκεί, έστειλαν απεσταλμένους τους και παρέδωσαν τους εαυτούς τους και τη χώρα τους. Ο Αλέξανδρος τους άφησε ανενόχλητους και όρισε σατράπη τους τον Αυτοφραδάτη, τον οποίο είχε ορίσει σατράπη και των Ταπούρων.
Ο ίδιος γύρισε πίσω στο στρατόπεδο, από όπου είχε ξεκινήσει για τη χώρα των Μάρδων, και βρήκε τους Έλληνες μισθοφόρους που είχαν έρθει, καθώς και τους απεσταλμένους των Λακεδαιμονίων που είχαν σταλεί στον βασιλιά Δαρείο, δηλαδή τον Καλλιστρατίδα, τον Παύσιππο, τον Μόνιμο, τον Ονόμαντα και τον πρεσβευτή των Αθηναίων Δρωπίδη. Αυτούς λοιπόν τους συνέλαβε και τους φυλάκισε, ενώ τους απεσταλμένους των Σινωπέων τους άφησε να φύγουν, γιατί οι Σινωπείς δεν μετείχαν στην κοινή συμμαχία των Ελλήνων και επειδή ήταν υπήκοοι των Περσών, νόμισε ότι δεν είχαν κάμει τίποτε το ανάρμοστο στέλνοντας τους πρεσβευτές τους στον βασιλιά Δαρείο.
Άφησε επίσης ελεύθερους τους άλλους Έλληνες που υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στους Πέρσες πριν να συναφθεί ειρήνη και συμμαχία με τους Μακεδόνες, καθώς και τον πρεσβευτή των Καλχηδονίων Ηρακλείδη. Οι υπόλοιποι διατάχθηκαν να τον ακολουθήσουν στην εκστρατεία με τον ίδιο μισθό που έπαιρναν πριν· και τοποθέτησε αρχηγό τους τον Ανδρόνικο, ο οποίος τους οδήγησε στον Αλέξανδρο και φαινόταν να αποδίδει μεγάλη σημασία στη διάσωσή τους.
Αφού τακτοποίησε όλα αυτά, βάδισε προς τα Ζαδράκαρτα, τη μεγαλύτερη πόλη της Υρκανίας, όπου βρίσκονταν και τα βασιλικά ανάκτορα των Υρκανίων. Εκεί παρέμεινε δεκαπέντε μέρες και, αφού πρόσφερε θυσία στους θεούς κατά τον καθιερωμένο τρόπο και τέλεσε γυμνικό αγώνα, προχώρησε εναντίον της Παρθίας· από εκεί προχώρησε προς τα όρια της Αρείας και τη Σουσία που ήταν πόλη της Αρείας, όπου παρουσιάστηκε σε αυτόν ο Σατιβαρζάνης, ο σατράπης της Αρείας.
Ό Αλέξανδρος του ξανάδωσε πίσω τη σατραπεία του και έστειλε μαζί του τον Ανάξιππο, έναν από τους εταίρους, με σαράντα έφιππους ακοντιστές, για να είναι δυνατή η τοποθέτηση φρουρών στα διάφορα μέρη της Αρείας, ώστε να μην πάθουν ζημιές οι Άρειοι, όταν θα περνούσε ο στρατός του από τη χώρα τους.
Στο μεταξύ παρουσιάστηκαν μερικοί Πέρσες στον Αλέξανδρο, οι οποίοι του ανήγγειλαν ότι ο Βήσσος έχει την τιάρα ορθή, ότι φοράει την περσική βασιλική στολή, ότι τώρα αντί Βήσσος ονομάζεται Αρταξέρξης και υποστηρίζει ότι είναι βασιλιάς της Ασίας· ότι έχει συγκεντρώσει γύρω του όσους Πέρσες είχαν διαφύγει στα Βάκτρα, πολλούς από τους ίδιους τους Βακτριανούς και ότι περιμένει να του έρθουν ως σύμμαχοι οι Σκύθες.
Έχοντας συγκεντρωμένο ήδη όλον τον στρατό του ο Αλέξανδρος προχωρούσε προς τα Βάκτρα, όπου κατέφθασε από τη Μηδία και ο Φίλιππος, ο γιος του Μενελάου, μαζί με τους μισθοφόρους ιππείς, τους οποίους ο ίδιος διοικούσε, τους Θεσσαλούς εθελοντές, που παρέμειναν στο στράτευμα, και τους μισθοφόρους του Ανδρόμαχου. Ο Νικάνωρ όμως, ο γιος του Παρμενίωνα και αρχηγός των υπασπιστών, είχε ήδη πεθάνει από αρρώστια.
Ενώ όμως προχωρούσε προς τα Βάκτρα, τον πληροφόρησαν ότι ο Σατιβαρζάνης, ο σατράπης της Αρείας, είχε σκοτώσει τον Ανάξιππο και τους έφιππους ακοντιστές που ήταν μαζί του και ότι όπλιζε τους Αρείους και τους συγκέντρωνε στην πόλη Αρτακόανα, όπου ήταν τα βασιλικά ανάκτορα των Αρείων· ότι είχε αποφασίσει, μόλις μάθαινε ότι έχει προχωρήσει ο Αλέξανδρος, να πάει με τον στρατό του στον Βήσσο, για να επιτεθεί μαζί του εναντίον των Μακεδόνων, οπουδήποτε τους συναντήσει.
Μόλις πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, διέκοψε την πορεία του προς τα Βάκτρα. Πήρε μαζί του το ιππικό των εταίρων, τους έφιππους ακοντιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες και τα τάγματα του Αμύντα και του Κοίνου και προχώρησε γρήγορα εναντίον του Σατιβαρζάνη και των Αρείων αφήνοντας πίσω τις υπόλοιπες δυνάμεις του και ορίζοντας τον Κρατερό για αρχηγό τους. Και αφού διέτρεξε μέσα σε δύο μέρες περίπου εξακόσια στάδια, έφτασε στα Αρτακόανα.
Όταν έμαθε ο Σατιβαρζάνης ότι πλησιάζει ο Αλέξανδρος, αιφνιδιάστηκε από την ταχύτητα της προέλασής του και έφυγε με λίγους μόνο Αρείους ιππείς, επειδή τον εγκατέλειψαν κατά τη φυγή του οι περισσότεροι στρατιώτες του, μόλις και αυτοί έμαθαν ότι πλησιάζει ο Αλέξανδρος. Όσους βεβαιώθηκε ότι πήραν μέρος στη συνωμοσία και ότι είχαν εγκαταλείψει τότε τα χωριά τους, ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε με ταχύτητα παντού και άλλους από αυτούς σκότωσε και άλλους τους πούλησε ως δούλους· μετά διόρισε σατράπη των Αρείων τον Πέρση Αρσάκη.
Ο ίδιος προχώρησε προς τη χώρα των Ζαραγγαίων μαζί με τις δυνάμεις του Κρατερού, που είχαν μείνει πίσω και είχαν τώρα πια ενωθεί μαζί του· και έφθασε στο μέρος όπου ήταν τα βασιλικά ανάκτορα των Ζαραγγαίων. Ο Βαρσαέντης, που ήταν τότε κύριος της χώρας και ένας από αυτούς που επιτέθηκαν στον Δαρείο κατά τη φυγή του, μόλις έμαθε ότι πλησιάζει ο Αλέξανδρος, κατέφυγε στην Ινδία που είναι από την αποδώ μεριά του Ινδού ποταμού. Οι Ινδοί όμως τον συνέλαβαν και τον έστειλαν στον Αλέξανδρο, ο οποίος τον σκότωσε για την απιστία του προς τον Δαρείο.
Εδώ έμαθε ο Αλέξανδρος και για τη συνωμοσία του Φιλώτα, του γιου του Παρμενίωνα. Ο Πτολεμαίος μάλιστα και ο Αριστόβουλος αναφέρουν ότι είχε και πρωτύτερα πληροφορηθεί γι᾽ αυτό, όταν ακόμη βρισκόταν στην Αίγυπτο· η πληροφορία όμως δεν του φάνηκε πιστευτή, επειδή συνδεόταν με φιλία από παλιά με τον Φιλώτα, εκτιμούσε τον πατέρα του Παρμενίωνα και είχε προπάντων εμπιστοσύνη στον ίδιο τον Φιλώτα.
Ο Πτολεμαίος, ο γιος τους Λάγου, αναφέρει ότι ο Φιλώτας κλήθηκε στη συνέλευση των Μακεδόνων, ο Αλέξανδρος τον κατηγόρησε με ισχυρά επιχειρήματα και ο ίδιος ο Φιλώτας απολογήθηκε· μετά παρουσιάστηκαν αυτοί που κατήγγειλαν τη συνωμοσία και κατηγόρησαν τον Φιλώτα και τους συνεργάτες του και με άλλες φανερές αποδείξεις, προπάντων όμως γιατί, ενώ ο ίδιος ομολόγησε ότι είχε πληροφορηθεί για τη συνωμοσία που ετοιμαζόταν εναντίον του Αλεξάνδρου, αποδείχθηκε ότι την απέκρυψε από τον Αλέξανδρο, αν και δυο φορές την ημέρα τον επισκεπτόταν στη σκηνή του.
Ο Φιλώτας λοιπόν και όσοι άλλοι πήραν μέρος στη συνωμοσία εκτελέστηκαν από τους Μακεδόνες με ακοντισμό· αναφορικά με τον Παρμενίωνα ο Αλέξανδρος έστειλε έναν από τους εταίρους, τον Πολυδάμαντα, για να μεταφέρει επιστολή του προς τους στρατηγούς Κλέανδρο, Σιτάλκη και Μενίδα στη Μηδία· αυτοί είχαν τοποθετηθεί στις δυνάμεις που διοικούσε ο Παρμενίων.
Από αυτούς λοιπόν εκτελέστηκε ο Παρμενίων, ίσως επειδή ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Παρμενίων δεν θα έπαιρνε μέρος σε συνωμοσία του ίδιου του γιου του Φιλώτα, ίσως όμως και επειδή πίστευε ότι ο Παρμενίων θα ήταν πια επικίνδυνος, αν παρέμενε ζωντανός μετά την εκτέλεση του γιου του, έστω και αν ο ίδιος δεν είχε λάβει μέρος στη συνωμοσία· και αυτό γιατί είχε σε μεγάλη υπόληψη τον Παρμενίωνα και ο ίδιος καθώς και ολόκληρο το στράτευμα, και μάλιστα όχι μόνο το μακεδονικό, άλλα και το μισθοφορικό, το οποίο είχε πολλές φορές διοικήσει με επιτυχία, και όταν ήταν η σειρά του, και όταν δεν ήταν, ύστερα από διαταγή του Αλεξάνδρου.
Λένε ότι κατά την ίδια εποχή δικάστηκαν ο Αμύντας, ο γιος του Ανδρομένη, και οι αδελφοί του Πολέμων, Άτταλος και Σιμμίας, με την κατηγορία ότι συμμετείχαν και αυτοί στη συνωμοσία εναντίον του Αλεξάνδρου εξαιτίας της αφοσιώσεως και της φιλίας τους με τον Φιλώτα.
Και φάνηκε πιο πιστευτή η συνωμοσία στο πλήθος, επειδή ο Πολέμων, ένας από τους αδελφούς του Αμύντα, κατέφυγε στους εχθρούς, μόλις πιάστηκε ο Φιλώτας. Ο Αμύντας όμως, αφού δικάστηκε μαζί με τους αδελφούς του και απολογήθηκε με θάρρος μπροστά στους Μακεδόνες, αθωώθηκε από την κατηγορία· μόλις αθωώθηκε, ζήτησε την άδεια από τη συνέλευση να του επιτραπεί να πάει στον αδελφό του και να τον φέρει πίσω στον Αλέξανδρο· οι Μακεδόνες του το επέτρεψαν.
Ο Αμύντας αναχώρησε και την ίδια μέρα έφερε πίσω τον Πολέμωνα. Με την πράξη του αυτή αποδείχθηκε καλύτερα από πριν ότι ήταν αθώος. Λίγο αργότερα όμως, ενώ πολιορκούσε κάποιο χωριό, χτυπήθηκε με βέλος και πέθανε από την πληγή του· έτσι τίποτε άλλο δεν κέρδισε από την αθώωσή του παρά μόνο ότι σκοτώθηκε με την υπόληψή του αποκατεστημένη.
Ο Αλέξανδρος τοποθέτησε στο ιππικό των εταίρων δύο ιππάρχους, τον Ηφαιστίωνα, τον γιο του Αμύντορα, και τον Κλείτο, τον γιο του Δρωπίδη, και διαίρεσε έτσι σε δυο τμήματα το στρατιωτικό αυτό σώμα, επειδή δεν ήθελε ένας και μόνο άνδρας, ακόμη και αν αυτός ήταν στενός φίλος του, να διοικεί τόσο πολλούς ιππείς, οι οποίοι μάλιστα ήταν κατά την υπόληψη και την πολεμική ανδρεία οι καλύτεροι από ολόκληρο το ιππικό του· κατόπιν έφθασε σε ένα λαό που παλαιότερα ονομάζονταν Αριάσπες, αλλ᾽ αργότερα επονομάστηκαν Ευεργέτες, γιατί βοήθησαν τον Κύρο, τον γιο του Καμβύση, στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών.
Τους Αριάσπες αυτούς τίμησε ο Αλέξανδρος και για τις υπηρεσίες που οι πρόγονοί τους είχαν προσφέρει στον Κύρο και γιατί αντιλήφθηκε ότι οι άνθρωποι αυτοί διοικούσαν τις πόλεις τους όχι όπως οι άλλοι βάρβαροι της περιοχής, αλλά απένεμαν δικαιοσύνη όπως και οι δικαιότερες ελληνικές πόλεις· τους άφησε λοιπόν ελεύθερους και πρόσθεσε στα εδάφη τους όση γειτονική γη οι ίδιοι του ζήτησαν — και πραγματικά δεν του ζήτησαν πολλή. Στο μέρος αυτό, αφού πρόσφερε θυσία στον Απόλλωνα, συνέλαβε έναν από τους σωματοφύλακές του, τον Δημήτριο, επειδή τον υποψιάστηκε ότι είχε συμπράξει στη συνωμοσία του Φιλώτα· στη θέση του Δημητρίου διόρισε ως σωματοφύλακά του τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου.
Αφού τακτοποίησε όλα αυτά, προχώρησε εναντίον των Βάκτρων και του Βήσσου υποτάσσοντας κατά την πορεία του τους Δράγγες και τους Γαδρωσούς. Υπέταξε επίσης τους Αραχωσίους και όρισε σατράπη τους τον Μένωνα. Επιτέθηκε και στους Ινδούς που γειτόνευαν με τους Αραχωσίους. Υποδούλωσε όλους αυτούς τους λαούς περνώντας μέσα από πολύ χιόνι, έχοντας έλλειψη τροφίμων και ταλαιπωρώντας τους στρατιώτες του.
Παρ᾽ όλα αυτά, όταν πληροφορήθηκε ότι επαναστάτησαν ξανά οι Άρειοι, επειδή εισέβαλε στη χώρα τους ο Σατιβαρζάνης με δύο χιλιάδες ιππείς που πήρε από τον Βήσσο, τους έστειλε τον Πέρση Αρτάβαζο και δύο εταίρους, τον Εριγύιο και τον Κάρανο. Διέταξε επίσης τον Φραταφέρνη, τον σατράπη της Παρθίας, να επιτεθεί μαζί με αυτούς εναντίον των Αρείων.
Οι στρατιώτες του Εριγύιου και του Καράνου συνήψαν πεισματώδη μάχη με τον Σατιβαρζάνη και οι βάρβαροι δεν υποχώρησαν, πριν σκοτωθεί ο Σατιβαρζάνης, ο οποίος χτυπήθηκε με δόρυ στο πρόσωπο από τον Εριγύιο σε μονομαχία μαζί του. Τότε λοιπόν υποχώρησαν οι βάρβαροι και τράπηκαν σε ακράτητη φυγή.
Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος προχωρούσε προς το όρος Καύκασο, όπου ίδρυσε πόλη, και την ονόμασε Αλεξάνδρεια· εδώ, αφού πρόσφερε θυσία στους θεούς, στους οποίους συνήθιζε να θυσιάζει, πέρασε το όρος Καύκασο, τοποθετώντας σατράπη στη χώρα τον Πέρση Προέξη και αφήνοντας ως επόπτη της περιοχής με στρατό τον Νειλόξενο, τον γιο του Σατύρου, έναν από τους εταίρους.
Το όρος Καύκασος είναι το ψηλότερο βουνό της Ασίας, όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος του είναι γυμνό, στην αποδώ τουλάχιστον πλευρά του. Γιατί το βουνό αυτό απλώνεται σε μεγάλη έκταση, ώστε ακόμη και ο Ταύρος, το βουνό που, όπως είναι γνωστό, χωρίζει την Κιλικία από την Παμφυλία, λένε ότι αποτελεί πράγματι μέρος του Καυκάσου, καθώς και άλλα μεγάλα βουνά, τα οποία διακρίνονται από τον Καύκασο με διάφορα ονόματα, ανάλογα με τις συνήθειες του κάθε λαού.
Σε αυτόν ιδιαίτερα τον Καύκασο τίποτε άλλο δεν ευδοκιμεί εκτός από την τέρμινθο και το σίλφιο, όπως λέγει ο Αριστόβουλος. Παρ᾽ όλα αυτά και πολλοί άνθρωποι κατοικούσαν εκεί και πολλά πρόβατα και αγέλες έβοσκαν, επειδή στα πρόβατα αρέσει το σίλφιο και, αν το μυριστούν από μακριά, τρέχουν προς το μέρος του, κορφολογούν το άνθος του και μετά τραβούν τη ρίζα του και την τρώνε και αυτήν.
Για τον λόγο αυτόν στην Κυρήνη απομακρύνουν όσο γίνεται πιο πολύ τα κοπάδια από τους χώρους, όπου φυτρώνει το σίλφιο. Μερικοί μάλιστα περιφράσσουν και τους χώρους αυτούς, ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να μπουν μέσα, ακόμη και αν τους πλησιάσουν, γιατί το σίλφιο είναι πολύτιμο προϊόν για τους Κυρηναίους.
Ο Βήσσος όμως κατέστρεψε την περιοχή που βρισκόταν στις υπώρειες του Καυκάσου έχοντας μαζί του τους Πέρσες που τον βοήθησαν να συλλάβει τον Δαρείο, επτά περίπου χιλιάδες ντόπιους Βακτριανούς και τους Δάες, που κατοικούσαν στην αποδώ μεριά του ποταμού Τανάιδος. Σκοπός του Βήσσου ήταν να παρεμποδίσει τον Αλέξανδρο να προχωρήσει πιο πέρα, επειδή η περιοχή ανάμεσά τους ήταν έρημη και υπήρχε έλλειψη τροφίμων.
Παρ᾽ όλα αυτά ο Αλέξανδρος προχωρούσε με δυσκολία βέβαια, επειδή βάδιζε μέσα από πυκνό χιόνι και επειδή του έλειπαν τα αναγκαία τρόφιμα, αλλά προχωρούσε. Μόλις πληροφορήθηκε ο Βήσσος ότι δεν βρισκόταν πια μακριά του ο Αλέξανδρος, πέρασε τον ποταμό Ώξο, έκαψε εντελώς τα πλοία, με τα οποία τον είχε περάσει, και αποχώρησε στην πόλη Ναύτακα της Σογδιανής.
Τον ακολούθησε ο στρατός του Σπιταμένη και του Οξυάρτη, μαζί με τους ιππείς της Σογδιανής καθώς και οι Δάες από τον Τάναϊν. Οι Βακτριανοί όμως ιππείς, μόλις έμαθαν ότι ο Βήσσος αποφάσισε να φύγει από τη χώρα τους, σκόρπισαν προς διάφορες κατευθύνσεις και πήγαν στα μέρη τους.
Ο Αλέξανδρος έφθασε στα Δράψακα και, αφού ξεκούρασε εκεί τον στρατό του, προχώρησε προς την Άορνο και τα Βάκτρα, που είναι οι μεγαλύτερες πόλεις της Βακτριανής. Τις κατέλαβε με έφοδο και άφησε φρουρά στην ακρόπολη της Αόρνου και διοικητή της τον Αρχέλαο, τον γιο του Ανδρόκλου, έναν από τους εταίρους· στους υπόλοιπους Βακτριανούς, που εύκολα προσχώρησαν σε αυτόν, όρισε σατράπη τον Πέρση Αρτάβαζο.
Ο ίδιος προχώρησε προς τον Ώξο ποταμό, ο οποίος πηγάζει από το όρος Καύκασο και είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Ασίας, από όσους τουλάχιστον πέρασε ο Αλέξανδρος και ο στρατός του, εκτός από τους ποταμούς των Ινδιών· οι ποταμοί των Ινδιών είναι οι μεγαλύτεροι από όλους. Ο Ώξος ποταμός χύνεται στη μεγάλη θάλασσα, που βρίσκεται στην Υρκανία.
Όταν επιχείρησε ο Αλέξανδρος να διαβεί τον ποταμό, συνάντησε ανυπέρβλητες δυσκολίες· γιατί το πλάτος του ήταν έξι περίπου σταδίους και το βάθος του δυσανάλογο προς το πλάτος· ήταν πράγματι βαθύτερος από το κανονικό, η κοίτη του αμμώδης, και το ρεύμα του ορμητικό, ώστε παρασύρονταν με ευκολία τα αντικείμενα που έμπηγαν στην κοίτη του, γιατί βέβαια δεν μπορούσαν να τα στερεώσουν στην άμμο.
Εκτός από αυτό και η έλλειψη ξυλείας ήταν ανάμεσα στις δυσκολίες και ήταν φανερό ότι θα αργοπορούσαν πολύ, αν μετέφεραν από μακριά τα υλικά που χρειάζονταν για τη γεφύρωση του ποταμού. Μάζεψε λοιπόν τα δέρματα, που χρησιμοποιούσαν για κατασκήνωση οι στρατιώτες, και διέταξε να τα γεμίσουν με όσο γινόταν πιο ξερό χορτάρι, να τα δέσουν γερά και να τα ράψουν σφιχτά το ένα με το άλλο, ώστε να μην περνά μέσα το νερό. Αφού λοιπόν τα γέμισαν και τα έραψαν σφιχτά, μπόρεσαν να μεταφέρουν με αυτά τον στρατό απέναντι μέσα σε πέντε μέρες.
Πριν περάσει τον ποταμό ο Αλέξανδρος, ξεχώρισε τους πιο ηλικιωμένους Μακεδόνες, που ήταν πια ακατάλληλοι για μάχη, καθώς και τους Θεσσαλούς, που είχαν παραμείνει ως εθελοντές, και τους έστειλε πίσω στην πατρίδα. Έστειλε επίσης τον Στασάνορα, έναν από τους εταίρους, στην Αρεία και τον διέταξε να συλλάβει τον Αρσάκη, τον σατράπη των Αρείων, επειδή εκούσια παραμελούσε τα στρατιωτικά του καθήκοντα, και να πάρει αυτός τη θέση του ως σατράπης των Αρείων.
Μετά πέρασε τον Ώξο ποταμό και βάδισε γρήγορα προς το μέρος, όπου μάθαινε ότι βρισκόταν ο Βήσσος με τον στρατό του. Στο μεταξύ παρουσιάστηκαν στον Αλέξανδρο αγγελιαφόροι του Σπιταμένη και του Δαταφέρνη, που του ανέφεραν ότι αυτοί οι δύο θα συνελάμβαναν τον Βήσσο και θα του τον παρέδιναν, αν τους απέστελλε έστω και μικρή στρατιωτική δύναμη με έναν αρχηγό να την διοικεί· γιατί, έλεγαν, κρατούν και τώρα τον Βήσσο υπό περιορισμό, όχι όμως και δέσμιο.
Μόλις πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, άρχισε να οδηγεί τον στρατό του με βραδύτερο ρυθμό από πριν, για να τον ξεκουράσει. Έστειλε όμως τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, με τρεις ιππαρχίες των εταίρων, με όλους τους έφιππους ακοντιστές και από τους πεζούς το τάγμα του Φιλώτα, μία χιλιαρχία υπασπιστών, όλους τους Αγριάνες και τους μισούς τοξότες, και τον διέταξε να προχωρήσει γρήγορα προς τον Σπιταμένη και τον Δαταφέρνη. Ο Πτολεμαίος προχώρησε γρήγορα, όπως είχε διαταχθεί, και αφού διέτρεξε μέσα σε τέσσερις ημέρες απόσταση δέκα ημερών, έφθασε στο στρατόπεδο, όπου την προηγούμενη μέρα είχαν κατασκηνώσει οι βάρβαροι μαζί με τον Σπιταμένη.
Εκεί έμαθε ο Πτολεμαίος ότι η απόφαση του Σπιταμένη και του Δαταφέρνη για την παράδοση του Βήσσου δεν ήταν σίγουρη. Άφησε λοιπόν πίσω τους πεζούς, αφού τους διέταξε να ακολουθούν με κανονική πορεία, ενώ ο ίδιος προχώρησε γρήγορα με τους ιππείς και έφθασε σε ένα χωριό, όπου βρισκόταν ο Βήσσος με λίγους στρατιώτες.
Οι στρατιώτες του Σπιταμένη είχαν ήδη αποσυρθεί από εκεί, επειδή ντράπηκαν να παραδώσουν οι ίδιοι τον Βήσσο. Ο Πτολεμαίος περικύκλωσε με τους ιππείς του το χωριό —γιατί περιβαλλόταν από τείχος που είχε και πύλες— και πρότεινε με κήρυκα στους βάρβαρους κατοίκους του ότι θα τους άφηνε να φύγουν χωρίς να πάθουν τίποτα, αν του παρέδιναν τον Βήσσο. Αυτοί δέχθηκαν στο χωριό τους τον Πτολεμαίο με τους άντρες του.
Ο Πτολεμαίος τότε συνέλαβε τον Βήσσο και γύρισε πίσω, αφού προηγουμένως έστειλε έναν αγγελιαφόρο του στον Αλέξανδρο να τον ρωτήσει, με ποιόν τρόπο ήθελε να του παρουσιάσει τον Βήσσο. Ο Αλέξανδρος διέταξε να τον φέρει γυμνό, φορώντας περιλαίμιο και να τον στήσει στα δεξιά του δρόμου, από όπου επρόκειτο να περάσει ο ίδιος και ο στρατός του. Και ο Πτολεμαίος έκαμε όπως τον διέταξε.
Όταν είδε τον Βήσσο ο Αλέξανδρος, σταμάτησε το άρμα του και τον ρώτησε για ποιό λόγο τον Δαρείο, τον βασιλιά του, που ήταν συγχρόνως συγγενής και ευεργέτης του, πρώτα τον συνέλαβε και τον έσερνε αλυσοδεμένο, και ύστερα τον σκότωσε. Ο Βήσσος απάντησε ότι τα έκαμε αυτά με απόφαση που δεν πήρε μόνος του, αλλά μαζί με όλους εκείνους που ήταν τότε με τον Δαρείο, για να πετύχουν τη σωτηρία τους από τον Αλέξανδρο.
Μετά ο Αλέξανδρος διέταξε να τον μαστιγώσουν και κατά τη μαστίγωση να επαναλαμβάνει ο κήρυκας εκείνες ακριβώς τις κατηγορίες που του απηύθυνε ο ίδιος κατά την ανάκριση. Αφού λοιπόν βασάνισαν με αυτόν τον τρόπο τον Βήσσο, τον έστειλαν στα Βάκτρα για να εκτελεστεί εκεί. Αυτά έγραψε ο Πτολεμαίος σχετικά με τον Βήσσο· ο Αριστόβουλος όμως αναφέρει ότι οι άνδρες του Σπιταμένη και του Δαταφέρνη ήταν εκείνοι που οδήγησαν τον Βήσσο στον Πτολεμαίο και τον παρέδωσαν στον Αλέξανδρο γυμνό και με περιλαίμιο.
Ο Αλέξανδρος συμπλήρωσε τις ελλείψεις του ιππικού του με άλογα της περιοχής —γιατί κατά τη διάβαση του Καυκάσου και την πορεία προς και από τον Ώξο είχε χάσει πολλά άλογα— και προχώρησε προς τα Μαράκανδα, όπου είναι τα βασιλικά ανάκτορα της Σογδιανής. Από εκεί προχώρησε προς τον ποταμό Τάναϊν.
Οι πηγές και αυτού του ποταμού, που οι εντόπιοι βάρβαροι ονομάζουν, όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, με άλλο όνομα Ορξάντη, βρίσκονται στο όρος Καύκασο· και ο ποταμός αυτός χύνεται στην Υρκανία θάλασσα.
Είναι ίσως διαφορετικός εκείνος ο Τάναϊς, για τον οποίο γράφει ο ιστορικός Ηρόδοτος ότι είναι ο όγδοος σε μέγεθος ποταμός της Σκυθίας και ότι ρέει πηγάζοντας από μια μεγάλη λίμνη και χύνεται σε μιαν ακόμη μεγαλύτερη, την ονομαζόμενη Μαιώτιδα λίμνη. Μερικοί μάλιστα θεωρούν αυτόν τον Τάναϊν ως σύνορο της Ασίας και της Ευρώπης·
σύμφωνα με τους συγγραφείς λοιπόν αυτούς από τον μυχό του Ευξείνου η Μαιώτις λίμνη και ο Τάναϊς ποταμός, που χύνεται σε αυτήν, χωρίζουν την Ασία από την Ευρώπη, όπως ακριβώς χωρίζει τη Λιβύη από την Ευρώπη η θάλασσα που είναι κοντά στα Γάδειρα και στους νομάδες Λίβυες απέναντι από τα Γάδειρα· κατά τους ίδιους συγγραφείς η Λιβύη έχει χωρισθεί από την υπόλοιπη Ασία με τον Νείλο ποταμό.
Στην περιοχή αυτή μερικοί Μακεδόνες που είχαν διασκορπιστεί για αναζήτηση τροφής εξοντώθηκαν από τους βαρβάρους· αυτοί που τους εξόντωσαν ήταν τριάντα περίπου χιλιάδες και κατέφυγαν σ᾽ ένα βουνό πολύ δύσβατο και απόκρημνο από όλες τις πλευρές του. Ο Αλέξανδρος πήρε μαζί του τους πιο ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες του και τους οδήγησε εναντίον τους.
Τότε λοιπόν έγιναν στο βουνό πολλές επιθέσεις των Μακεδόνων. Στην αρχή οι βάρβαροι τους απέκρουαν χτυπώντας τους από μακριά, και πολλοί από τους Μακεδόνες τραυματίστηκαν· και ο ίδιος ο Αλέξανδρος χτυπήθηκε στην κνήμη με βέλος, που πέρασε πέρα για πέρα και έσπασε ένα τμήμα από το κόκαλο. Παρ᾽ όλα αυτά όμως κατέλαβε την οχυρή θέση· από τους βαρβάρους μερικοί εξοντώθηκαν από τους Μακεδόνες επί τόπου, οι περισσότεροι όμως έπεσαν από τα βράχια και σκοτώθηκαν, με αποτέλεσμα από τους τριάντα χιλιάδες να μη σωθούν περισσότεροι από οκτώ χιλιάδες.
Τα σχόλια είναι κλειστά.