Το επόμενο καλοκαίρι, μόλις ωρίμασε το σιτάρι, οι Λακεδαιμόνιοι με τους συμμάχους τους έκαναν εισβολή στην Αττική. Αρχηγός τους ήταν ο Αρχίδαμος του Ζευξιδάμου, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων. Οργάνωσαν το στρατόπεδό τους και λεηλατούσαν την ύπαιθρο.
Το αθηναϊκό ιππικό, όπως συνήθως, έκανε εξορμήσεις όταν παρουσιαζόταν κατάλληλη ευκαιρία για να εμποδίζει τους ψιλούς ν᾽ απομακρύνονται απ᾽ το στρατόπεδο και να έρχονται να καταστρέφουν τα κοντινά περίχωρα.
Αμέσως μετά την εισβολή επαναστάτησε η Λέσβος — εκτός από την Μήθυμνα. Και πριν από τον πόλεμο είχαν θελήσει ν᾽ αποστατήσουν, αλλά οι Λακεδαιμόνιοι είχαν, τότε, απορρίψει τις προτάσεις τους. Αλλά και την φορά αυτή αναγκάστηκαν να ενεργήσουν νωρίτερα απ᾽ ό,τι είχαν υπολογίσει.
Το σχέδιό τους ήταν να κλείσουν πρώτα τα λιμάνια τους με προσχώσεις, να τελειώσουν τα τείχη τους και το αρμάτωμα του στόλου τους και να τους έρθουν από τον Εύξεινο Πόντο τοξότες και σιτάρι και όσα άλλα εφόδια είχαν στείλει να φέρουν απ᾽ εκεί.
Αλλά οι Τενέδιοι, που ήσαν εχθροί τους, και οι Μηθυμναίοι, και μερικοί ακόμα από τους Μυτιληναίους που είχαν αντίθετα φρονήματα και ήσαν πρόξενοι των Αθηναίων, ειδοποίησαν την Αθήνα ότι οι Μυτιληναίοι προσπαθούν να υποτάξουν με την βία ολόκληρο το νησί, ότι είναι συνεννοημένοι με τους Λακεδαιμονίους και τους Βοιωτούς, που είναι ομόφυλοί τους, κι ετοιμάζονται βιαστικά να επαναστατήσουν και ότι, αν οι Αθηναίοι δεν ενεργήσουν γρήγορα για να τους προλάβουν, θα χάσουν την Λέσβο.
Οι Αθηναίοι, όμως, που είχαν υποστεί μεγάλη δοκιμασία από την επιδημία κι από τον πόλεμο που είχε μόλις αρχίσει αλλά είχε φουντώσει, θεωρούσαν ότι ήταν εξαιρετικά σοβαρό ν᾽ αρχίσουν κι άλλον πόλεμο με την Λέσβο που είχε στόλο και δύναμη άθικτα και δεν ήθελαν στην αρχή να πιστέψουν τις πληροφορίες, ελπίζοντας ότι οι καταγγελίες δεν ήσαν σωστές. Αλλά όταν έστειλαν πρέσβεις και δεν μπόρεσαν να πείσουν τους Μυτιληναίους να παραιτηθούν από το σχέδιό τους να υποτάξουν όλο το νησί και να σταματήσουν τις προετοιμασίες τους, φοβήθηκαν και θέλησαν να προλάβουν τις εξελίξεις
στέλνοντας, ξαφνικά, σαράντα καράβια που έτυχε να είναι έτοιμα, για εκστρατεία γύρω από την Πελοπόννησο. Αρχηγός τους, με άλλους δύο, ήταν ο Κλεϊππίδης του Δεινίου.
Οι Αθηναίοι, καθώς φαίνεται, είχαν πληροφορηθεί ότι οι Μυτιληναίοι εόρταζαν την εορτή του Απόλλωνος του Μαλόεντος έξω από την πόλη τους, ότι στην εορτή πάνε όλοι οι κάτοικοι και ότι, εάν έκαναν γρήγορα, υπήρχε πιθανότητα να τους αιφνιδιάσουν. Αν πετύχαινε το εγχείρημα, τότε όλα θα ήσαν εντάξει. Αν όχι, τότε θα πρόσταζαν τους Μυτιληναίους να παραδώσουν το στόλο τους και να κατεδαφίσουν τα τείχη τους. Αν απέρριπταν τους όρους αυτούς, τότε θα τους πολεμούσαν.
Ο στόλος έφυγε, αλλά οι Αθηναίοι κράτησαν τα δέκα Μυτιληναϊκά καράβια που, σύμφωνα με τους όρους της συμμαχίας, ήσαν στον Πειραιά και φυλάκισαν τα πληρώματά τους.
Κάποιος όμως πέρασε απ᾽ την Αθήνα στην Εύβοια και πήγε πεζός στην Γεραιστό όπου πέτυχε ένα εμπορικό που έφευγε, κι έφτασε σε τρεις μέρες στην Μυτιλήνη όπου πληροφόρησε τους Μυτιληναίους για την εκστρατεία. Έτσι όχι μόνο δεν βγήκαν να πάνε στον Μαλόεντα, αλλά ενίσχυσαν τα τείχη τους όπου ήσαν μισοτελειωμένα, συμπλήρωσαν την απόφραξη των λιμανιών τους κι έβαλαν φρουρές.
Οι Μυτιληναίοι, απροετοίμαστοι, βρέθηκαν ξαφνικά στην ανάγκη να πολεμήσουν. Έβγαλαν τον στόλο τους σε μικρή απόσταση από το λιμάνι για να ναυμαχήσουν, αλλά τους καταδίωξαν τα αθηναϊκά πολεμικά και τότε άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους στρατηγούς, έχοντας σκοπό ν᾽ απαλλαγούν, αν μπορούσαν από την παρουσία του στόλου, κάνοντας συμφωνία με ήπιους όρους.
Έγινε ανακωχή και οι Μυτιληναίοι έστειλαν στην Αθήνα αντιπροσώπους —μεταξύ τους ήταν κι ένας καταδότης που είχε ειδοποιήσει τους Αθηναίους, αλλά είχε τώρα μετανιώσει— για να πείσουν τους Αθηναίους ν᾽ αποσύρουν τον στόλο τους δίνοντάς τους την υπόσχεση ότι δεν θ᾽ αποστατήσουν.
Ταυτόχρονα όμως και επειδή δεν ήλπιζαν ότι θα πετύχουν τίποτε στην Αθήνα, έστειλαν πρέσβεις και στην Λακεδαίμονα με πολεμικό που κατόρθωσε να περάσει απαρατήρητο από τον αθηναϊκό στόλο που ναυλοχούσε στην Μαλέα, βορινά από την πόλη της Μυτιλήνης.
Οι πρέσβεις που είχαν πάει στην Αθήνα γύρισαν άπρακτοι και οι Μυτιληναίοι, μ᾽ όλη την υπόλοιπη Λέσβο, εκτός από την Μήθυμνα, άρχισαν τις εχθροπραξίες. Η Μήθυμνα, η Ίμβρος, η Λήμνος και μερικοί άλλοι σύμμαχοι, έστειλαν βοήθεια στους Αθηναίους.
Οι Μυτιληναίοι έκαναν μιαν έξοδο με όλο τους τον στρατό εναντίον του στρατοπέδου των Αθηναίων. Έγινε μάχη στην οποία μάλλον επικράτησαν οι Μυτιληναίοι, δεν είχαν όμως αυτοπεποίθηση και δεν τόλμησαν να περάσουν τη νύχτα έξω από τα τείχη, αλλά γύρισαν πίσω στην πολιτεία όπου έμειναν άπρακτοι. Δεν ήθελαν να ριψοκινδυνέψουν νέα αναμέτρηση προτού έρθει, αν ερχόταν, βοήθεια από την Πελοπόννησο ή από αλλού. Πραγματικά, έφτασαν ο Σπαρτιάτης Μελέας και ο Θηβαίος Ερμαιώνδας που είχαν σταλεί πριν επαναστατήσει η Μυτιλήνη, αλλά δεν μπόρεσαν να φτάσουν πριν απ᾽ τον αθηναϊκό στόλο. Έφτασαν μετά την μάχη κι αποβιβάστηκαν κρυφά με πολεμικό. Συμβούλεψαν τους Μυτιληναίους να στείλουν με άλλο πολεμικό άλλους πρέσβεις που θα πήγαιναν μαζί τους. Έτσι κι έγινε.
Οι Αθηναίοι ενθαρρύνθηκαν πολύ απ᾽ την αδράνεια των Μυτιληναίων. Κάλεσαν και άλλους συμμάχους οι οποίοι, βλέποντας ότι οι Λέσβιοι δεν πρόβαλλαν αντίσταση άξια λόγου, έστειλαν πρόθυμα βοήθεια. Μεταστάθμευσαν τον στόλο τους στο νότιο μέρος της Μυτιλήνης, έστησαν δύο οχυρωμένα στρατόπεδα από τις δύο μεριές της πολιτείας και οργάνωσαν τον αποκλεισμό και των δύο λιμανιών.
Έτσι αποκλείσαν τους Μυτιληναίους από την θάλασσα, αλλά στην στεριά επικρατούσαν εκείνοι με την βοήθεια των άλλων Λεσβίων. Οι Αθηναίοι κρατούσαν μια μικρή περιοχή γύρω από τα στρατόπεδά τους, ενώ την Μαλέα την χρησιμοποιούσαν για λιμάνι και για αγορά. Αυτή ήταν η πολεμική κατάσταση στην Μυτιλήνη.
Το καλοκαίρι εκείνο και τον ίδιο περίπου καιρό οι Αθηναίοι έστειλαν γύρω από την Πελοπόννησο τριάντα καράβια με στρατηγό τον Ασώπιο του Φορμίωνος. Οι Ακαρνάνες τούς είχαν ζητήσει να τους στείλουν για αρχηγό έναν γιο ή συγγενή του Φορμίωνος.
κι έπειτα ο Ασώπιος έστειλε πίσω τα περισσότερα καράβια και πήγε με δώδεκα πολεμικά στην Ναύπακτο. Μετά κάλεσε τους Ακαρνάνες σε γενική επιστράτευση και άρχισε εκστρατεία εναντίον των Οινιάδων. Μπήκε στον Αχελώο ποταμό με τον στόλο του, ενώ ο στρατός λεηλατούσε τον τόπο.
Αλλά οι Οινιάδες δεν έστεργαν να υποταχθούν και ο Ασώπιος απόλυσε τον στρατό, πήρε τον στόλο και πήγε στην Λευκάδα όπου έκανε απόβαση στο Νήρικο. Αλλά καθώς γύριζε στα καράβια του, οι κάτοικοι, με την βοήθεια λίγων φρουρών που ήσαν εκεί, τον σκότωσαν τον ίδιο και μερικούς από τους στρατιώτες του.
Οι πρέσβεις της Μυτιλήνης που είχαν σταλεί με το πρώτο καράβι, πήγαν στην Ολυμπία όπου οι Λακεδαιμόνιοι τους είχαν καλέσει να πάνε για να τους ακούσουν όλοι οι σύμμαχοι. Στους Ολυμπιακούς εκείνους αγώνες νίκησε για δεύτερη φορά ο Ρόδιος Δωριεύς.
«Λακεδαιμόνιοι και Σύμμαχοι. Ξέρομε καλά ποιές είναι, ανάμεσα στους Έλληνες, οι καθιερωμένες συνήθειες. Όταν μια πολιτεία, σε καιρό πολέμου, εγκαταλείψει τους πρώην συμμάχους της, τότε οι νέοι σύμμαχοί της, που την δέχονται, αισθάνονται ικανοποίηση κατά το μέτρο που ωφελούνται απ᾽ αυτήν, αλλά και την περιφρονούν γιατί θεωρούν ότι πρόδωσε τους πρώην φίλους της.
Και η κρίση αυτή δεν είναι, βέβαια, άδικη, όταν μεταξύ εκείνων που αποστατούν και των συμμάχων τους υπάρχουν αμοιβαία καλά αισθήματα κι εκτίμηση και ισορροπία δυνάμεων και όταν δεν υπάρχει εύλογη αιτία αποστασίας. Αλλά εμείς δεν είχαμε τέτοιες σχέσεις με τους Αθηναίους
»Αφού ερχόμαστε να σας ζητήσομε την συμμαχία σας, θα σας μιλήσομε, πρώτα για το δίκαιό μας και για την ακεραιότητά μας, επειδή ξέρομε ότι, ούτε μεταξύ ατόμων ούτε μεταξύ πολιτειών μπορεί να δημιουργηθεί σταθερή φιλία αν δεν βασίζεται στην αμοιβαία εκτίμηση και στην κοινή νοοτροπία. Από την διαφορά στις αντιλήψεις προέρχεται και η διαφορά στην δράση.
Δεν γίναμε, λοιπόν, σύμμαχοι με τους Αθηναίους για να υποδουλώσομε τους Έλληνες στην Αθήνα, αλλά για να απελευθερώσομε όλους τους Έλληνες από τους Μήδους.
Και όσο ασκούσαν την αρχηγία με ισονομία, τους ακολουθούσαμε πρόθυμα. Όταν όμως καταλάβαμε ότι η έχθρα τους εναντίον των Μήδων χαλαρωνόταν και ότι άρχισαν να επιδιώκουν την υποδούλωση των συμμάχων τους, αρχίσαμε ν᾽ ανησυχούμε.
Ήταν όμως αδύνατον οι πολυάριθμοι σύμμαχοι να συμφωνούν στην ψήφο τους για ν᾽ αντισταθούν και υποδουλώθηκαν όλοι εκτός από εμάς και τους Χίους. Εμείς, φαινομενικά ανεξάρτητοι και ελεύθεροι, αναγκαστήκαμε να πάρομε μέρος στις εκστρατείες τους,
αλλά βλέποντας τα όσα γίνονταν δεν τους θεωρούσαμε πια σαν αρχηγούς στους οποίους μπορούσαμε να έχομε εμπιστοσύνη, γιατί ήταν απίθανο οι ίδιοι αυτοί που είχαν υποτάξει εκείνους με τους οποίους είχαν κάνει, όπως και μαζί μας, συμμαχία, να μην επιχειρήσουν να κάνουν το ίδιο με όσους έμεναν ελεύθεροι, αν τους παρουσιαζόταν ευκαιρία.
»Και αν όλοι οι σύμμαχοι είχαμε εξακολουθήσει να είμαστε ανεξάρτητοι, τότε θα είχαμε κάποια περισσότερη βεβαιότητα ότι οι Αθηναίοι δεν θα μπορούσαν ν᾽ ανατρέψουν τη βάση των σχέσεών μας. Αλλά ενώ είχαν υποτάξει τους περισσότερους συμμάχους, μαζί μας εξακολουθούσαν να έχουν σχέσεις ισότιμες και ήταν φυσικό να τους είναι δύσκολο ν᾽ ανέχονται να είμαστε, εμείς μόνοι, ανεξάρτητοι μέσα στην γενική υποταγή. Άλλωστε, όσο εκείνοι γίνονταν ισχυρότεροι, τόσο αύξανε η απομόνωσή μας.
Ο αμοιβαίος φόβος είναι η μόνη ασφαλής βάση μιας συμμαχίας γιατί, αν θέλει κανείς να την παραβιάσει, τον συγκρατεί η σκέψη ότι δεν είναι αρκετά ισχυρός ώστε να επιβληθεί.
Αν μας άφηναν, άλλωστε, αυτόνομους δεν το έκαναν από άλλο λόγο παρά μόνο επειδή πίστευαν ότι μπορούσαν ν᾽ απλώνουν την δύναμή τους περισσότερο με εφόδους ωραίων επιχειρημάτων παρά με στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Εμάς μας χρησιμοποιούσαν σαν παράδειγμα για ν᾽ αποδείχνουν ότι σύμμαχοι που είχαν ίση ψήφο δεν θα είχαν ποτέ πάρει μέρος στις αθηναϊκές εκστρατείες, αν εκείνοι εναντίον των οποίων αποφασιζόταν η εκστρατεία δεν είχαν αδικήσει τους συμμάχους. Με τον τρόπο αυτό χρησιμοποίησαν πρώτα τους δυνατούς συμμάχους εναντίον των αδυνάτων, αφήνοντας τελευταίους τους ισχυρούς, βέβαιοι ότι αυτοί θα είχαν τότε πια βρεθεί σε ασθενή θέση, μετά την γενική υποταγή των άλλων.
Αν είχαν αρχίσει από μας όταν οι άλλοι σύμμαχοι είχαν ακόμα ο καθένας τη δύναμή του άθικτη και μπορούσαν να βρουν και αλλού βοήθεια, δεν θα είχαν επιβληθεί τόσο εύκολα,
Αλλά έχοντας το παράδειγμα των άλλων, δεν νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να διατηρήσομε πολύν καιρό την ανεξαρτησία μας αν δεν ξεσπούσε ο πόλεμος ο σημερινός.
»Τί είδους φιλία, λοιπόν, τί είδους ελευθερία ήταν αυτή, όταν υποβλέπαμε ο ένας τον άλλον; Εκείνοι, από φόβο, μας κολάκευαν σε καιρό πολέμου κι εμείς κάναμε το ίδιο σε καιρό ειρήνης. Τον δεσμό που μεταξύ άλλων συμμάχων τον δημιουργεί η φιλία, τον δημιουργούσε μεταξύ μας ο φόβος. Μέναμε σύμμαχοι πολύ περισσότερο από φόβο παρά από συμπάθεια. Όποιος από τους δύο θα αισθανόταν ότι μπορούσε ακίνδυνα να παραβιάσει την συμμαχία, εκείνος και θα την καταπατούσε πρώτος.
Γι᾽ αυτό και σφάλλει κανείς αν νομίζει ότι είχαμε άδικο εμείς να τους προλάβομε επαναστατώντας, προτού εκείνοι μας χτυπήσουν, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες μας.
Αν είχαμε κι εμείς όσες δυνάμεις έχουν εκείνοι, τότε θα μπορούσαμε να περιμένομε να μας επιτεθούν για να τους αντεπιτεθούμε. Αλλ᾽ αφού εκείνοι ήσαν σε θέση ν᾽ αναλάβουν κάθε στιγμή την πρωτοβουλία, έπρεπε εμείς να προλάβομε για να σωθούμε.
»Αυτές ήσαν, Λακεδαιμόνιοι και σύμμαχοι, οι αιτίες και οι λόγοι της αποστασίας μας. Είναι και αρκετά σαφείς για να πείσουν οποιονδήποτε ότι ενεργήσαμε σωστά, και αρκετά σπουδαίοι για να μας φοβίσουν και να μας αναγκάσουν ν᾽ αναζητήσομε έναν τρόπο ν᾽ ασφαλιστούμε, όπως, άλλωστε, το επιζητούσαμε από πολύν καιρό, όταν ήταν ακόμα ειρήνη, και σας είχαμε στείλει πρεσβεία για ν᾽ αποστατήσομε, αλλά μας σταμάτησε η άρνησή σας. Τώρα, όμως, που μας κάλεσαν οι Βοιωτοί, ανταποκριθήκαμε αμέσως, γιατί πιστέψαμε ότι με την αποστασία μας πετυχαίναμε δυο σκοπούς, δηλαδή και ν᾽ αποσπαστούμε από τη συμμαχία, για να μην βλάπτομε, μαζί με τους Αθηναίους, τους άλλους Έλληνες, αλλά αντίθετα να συμβάλομε στην απελευθέρωσή τους, και ν᾽ αποστατήσομε από τους Αθηναίους, ώστε να τους προλάβομε και να μην μας χτυπήσουν εκείνοι πρώτοι.
Αλλά επαναστατήσαμε γρηγορότερα από ό,τι υπολογίζαμε και χωρίς να έχομε προετοιμαστεί, και τούτο είναι ένας πρόσθετος λόγος για να μας δεχτείτε στην συμμαχία σας και να μας στείλετε γρήγορα βοήθεια και θα φανεί έτσι ότι ξέρετε πώς να βοηθήστε τους φίλους σας και πώς να βλάψετε, ταυτόχρονα, τους εχθρούς σας.
Τέτοια ευκαιρία δεν παρουσιάστηκε ποτέ έως τώρα. Οι Αθηναίοι έχουν εξαντληθεί από την επιδημία και τις πολεμικές δαπάνες. Ένα μέρος του στόλου τους μας πολιορκεί εμάς και το άλλο μέρος βρίσκεται στα παράλιά σας.
Δεν είναι, λοιπόν, πιθανόν να έχουν σε εφεδρεία αρκετά καράβια αν, όσο είναι καλοκαίρι, κάνετε δεύτερη εισβολή στην Αττική με στρατό και στόλο. Τότε ή δεν θα μπορέσουν να σας αντισταθούν ή θ᾽ αναγκαστούν ν᾽ ανακαλέσουν και τις δυο μοίρες του στόλου τους.
Κανείς σας ας μην νομίσει ότι θα εκθέσει δικά του συμφέροντα για χάρη ξένης χώρας. Η Λέσβος ίσως φαίνεται μακριά σε μερικούς, αλλά αν την βοηθήστε η ωφέλειά σας θα είναι άμεση. Ο πόλεμος δεν θα κριθεί στην Αττική, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά στα μέρη εκείνα απ᾽ τα οποία η Αττική αντλεί τους πόρους της.
Τα εισοδήματά της τα έχει από τους συμμάχους της και θ᾽ αυξηθούν ακόμα πιο πολύ αν μας υποτάξουν, γιατί τότε, όχι μόνο κανείς άλλος σύμμαχός τους δεν θα τολμήσει ν᾽ αποστατήσει, αλλά και οι δικοί μας πόροι θα προστεθούν στους δικούς τους και θα πάθομε πολύ χειρότερα από όσα παθαίνουν εκείνοι που είναι υποτελείς τους.
Ενώ, αν μας βοηθήσετε αμέσως, θα προσθέσετε στην συμμαχία σας πολιτεία που έχει σπουδαίο ναυτικό, και αυτό κυρίως σας λείπει, και θα νικήσετε ευκολότερα τους Αθηναίους παίρνοντας με το μέρος σας και τους συμμάχους τους που ο καθένας τους θα έρθει μαζί σας με περισσότερη τόλμη. Τέλος θ᾽ αποτινάξετε την κατηγορία που σας βαραίνει ότι δεν βοηθάτε εκείνους που επαναστατούν εναντίον των Αθηναίων. Αν φερθείτε σαν απελευθερωτές, τότε θ᾽ αποκτήσετε ασφαλέστερα την υπεροχή στον πόλεμο.
»Σεβαστείτε, λοιπόν, τόσο τις ελπίδες που στηρίζουν οι Έλληνες απάνω σας, όσο και τον Ολύμπιο Δία, μέσα στο ιερό του οποίου καθόμαστε τώρα, σχεδόν σας ικέτες. Βοηθήστε τους Μυτιληναίους, συμμαχώντας μαζί τους. Μην μας εγκαταλείψετε την στιγμή που προκινδυνεύομε τη ζωή μας σε αγώνα που θα ωφελήσει όλους, αν πετύχομε. Αν αποτύχομε, όμως, επειδή δεν θα έχετε πεισθεί να μας βοηθήσετε, τότε όλοι οι Έλληνες θα υποστούν τις συνέπειες της αποτυχίας μας.
Αυτά, περίπου, είπαν οι Μυτιληναίοι. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, αφού τους άκουσαν, δέχτηκαν τις προτάσεις τους κι έκαναν συμμαχία μαζί τους. Δόθηκαν διαταγές σ᾽ όλους τους συμμάχους που ήσαν παρόντες, να συγκεντρωθούν γρήγορα στον Ισθμό με τα δύο τρίτα ο καθένας του στρατού του για εισβολή στην Αττική. Πρώτοι έφτασαν στον Ισθμό οι Λακεδαιμόνιοι και άρχισαν να κατασκευάζουν μηχανές για να σύρουν τα καράβια επάνω από τον Ισθμό απ᾽ τον Κορινθιακό στον Σαρωνικό κόλπο, για να επιτεθούν εναντίον της Αθήνας με στρατό και στόλο.
Οι Λακεδαιμόνιοι έδειχναν μεγάλη δραστηριότητα, αλλ᾽ οι άλλοι σύμμαχοι αργούσαν να συγκεντρωθούν, γιατί ήταν η εποχή της συγκομιδής και είχαν πολύ λίγη διάθεση για εκστρατεία.
Οι Αθηναίοι κατάλαβαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάζαν την εκστρατεία αυτή, επειδή νόμιζαν πως είχαν απέναντί τους εξαντλημένο αντίπαλο. Για να τους δείξουν ότι σφάλλουν και ότι μπορούν εύκολα να τους αποκρούσουν χωρίς ν᾽ ανακαλέσουν τις μοίρες τους ούτε από την Λέσβο, ούτε από την Πελοπόννησο, ετοίμασαν εκατό καράβια με πληρώματα Αθηναίους πολίτες (εκτός από ιππείς και πεντακοσιομέδιμνους) και μετοίκους. Πήγαν στον Ισθμό κι έκαναν ναυτική επίδειξη και διάφορες επιδρομές στις ακτές της Πελοποννήσου, σ᾽ όποιο σημείο ήθελαν.
Οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντας πόσο είχαν σφάλει στους υπολογισμούς τους, κατάλαβαν ότι οι Λέσβιοι τους είχαν πει ψέματα κι έκριναν πως η θέση τους ήταν δύσκολη, αφού και οι σύμμαχοί τους αργούσαν να ᾿ρθουν, και τους έφτανε η είδηση ότι τα τριάντα αθηναϊκά καράβια που παράπλεαν την Πελοπόννησο λεηλατούσαν την γη γύρω στην Σπάρτη. Αποφάσισαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους.
Αργότερα, όμως, άρχισαν να ετοιμάζουν στόλο για να τον στείλουν στη Λέσβο. Έδωσαν διαταγές στους συμμάχους τους να ετοιμάσουν σαράντα καράβια και διόρισαν ναύαρχο τον Αλκίδα που θα ήταν γενικός αρχηγός της εκστρατείας.
Την εποχή εκείνη που τα εκατό αθηναϊκά καράβια ήσαν σε υπηρεσία, οι Αθηναίοι είχαν τον μεγαλύτερο στόλο εν ενεργεία που είχαν ποτέ. Μόνο στην αρχή του πολέμου είχαν τόσα πολλά και μάλιστα περισσότερα.
Εκατό καράβια φρουρούσαν την Αττική, την Εύβοια και την Σαλαμίνα. Άλλα εκατό παράπλεαν την Πελοπόννησο και άλλα ήσαν στην Ποτίδαια και σ᾽ άλλα μέρη, ώστε το καλοκαίρι εκείνο η δύναμη του στόλου ήταν διακόσια πενήντα πολεμικά.
Οι οπλίτες που ήσαν στην πολιορκία της Ποτίδαιας έπαιρναν δύο δραχμές την ημέρα — μια δραχμή για τον οπλίτη και μια για τον υπηρέτη του. Οι οπλίτες στην αρχή ήσαν τρεις χιλιάδες και ο αριθμός τους δεν ελαττώθηκε σ᾽ όλη την διάρκεια της πολιορκίας. Προστέθηκαν και άλλοι χίλιοι εξακόσιοι με τον Φορμίωνα, αλλά έφυγαν προτού τελειώσει η πολιορκία. Στο ναυτικό όλοι έπαιρναν τον ίδιο μισθό με τους οπλίτες. Αυτά, λοιπόν, ήσαν τα έξοδα που έγιναν απ᾽ την αρχή του πολέμου και αυτός ήταν ο μεγαλύτερος αριθμός καραβιών που εξόπλισαν ποτέ οι Αθηναίοι.
Την εποχή που οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν στον Ισθμό, οι Μυτιληναίοι με μερικούς μισθοφόρους τους, έκαναν εκστρατεία από στεριά εναντίον της Μήθυμνας, με την ελπίδα ότι θα την κυριέψουν με προδοσία. Αλλά, όταν έκαναν επίθεση και είδαν ότι τα πράγματα δεν προχωρούσαν όπως τα περίμεναν, υποχώρησαν και πήγαν στην Άντισσα, την Πύρρα και την Ερεσό. Αφού στερέωσαν την θέση τους σ᾽ αυτές τις πολιτείες και ενίσχυσαν τα τείχη τους, γύρισαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα στην Λέσβο.
Αλλά όταν αποσύρθηκαν, οι Μηθύμνιοι έκαναν εκστρατεία εναντίον της Άντισσας. Οι Αντισσαίοι, όμως, και μερικοί μισθοφόροι τους έκαναν έξοδο και τους νίκησαν. Σκοτώθηκαν πολλοί και οι άλλοι έφυγαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα.
Όταν οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν ότι οι Μυτιληναίοι κυριαρχούσαν στην ύπαιθρο και ότι οι οπλίτες τους δεν ήσαν αρκετοί για να τους κρατούν σε αποκλεισμό, έστειλαν, όταν άρχιζε το φθινόπωρο, χίλιους Αθηναίους οπλίτες με στρατηγό τον Πάχητα του Επικούρου.
Οι οπλίτες αυτοί, που για το ταξίδι κωπηλάτησαν οι ίδιοι, μόλις έφτασαν έχτισαν ένα απλό τείχος γύρω από την Μυτιλήνη και την αποκλείσαν. Σε μερικά οχυρά σημεία έχτισαν πρόσθετους μικρούς πύργους.
Οι Αθηναίοι, έχοντας ανάγκη από χρήματα για την πολιορκία, πλήρωσαν οι ίδιοι έκτακτη εισφορά διακόσια τάλαντα κι έστειλαν δώδεκα καράβια με στρατηγούς τον Λυσικλή και τέσσερις άλλους για να εισπράξουν φόρους από τους συμμάχους.
Ο Λυσικλής περιόδευε και εισέπραττε φόρους και προχώρησε από την Μυούντα της Καρίας στην κοιλάδα του Μαιάνδρου, μέχρι του Σανδίου λόφου. Αλλά του επιτεθήκαν οι Κάρες και οι Αναιίτες. Στην μάχη σκοτώθηκε ο ίδιος και άλλοι πολλοί στρατιώτες.
Τον ίδιο χειμώνα οι Πλαταιείς —πάντα πολιορκημένοι από τους Πελοποννησίους και τους Βοιωτούς— άρχισαν να υποφέρουν από την πείνα. Δεν μπορούσαν να περιμένουν καμιά βοήθεια απ᾽ την Αθήνα ούτε έβλεπαν άλλο τρόπο σωτηρίας και σκέφτηκαν, με τους πολιορκημένους Αθηναίους, να κάνουν όλοι μαζί έξοδο και να διασπάσουν την πολιορκία περνώντας επάνω από τα τείχη του εχθρού. Το σχέδιο αυτό τους το υποβάλαν ο Θεαίνετος του Τολμίδου που ήταν μάντης και ο Ευπομπίδης του Δαϊμάχου που ήταν στρατηγός.
Αργότερα, όμως, οι μισοί από τους πολιορκημένους δείλιασαν, θεωρώντας πολύ μεγάλο τον κίνδυνο και έτσι έμειναν μόνο διακόσιοι είκοσι που θέλησαν να δοκιμάσουν να κάνουν έξοδο με τον ακόλουθο τρόπο.
Κατασκεύασαν σκάλες που είχαν ύψος όσο και το τείχος του εχθρού. Υπολόγισαν το ύψος απ᾽ τις σειρές τα τούβλα σε μέρος όπου έτυχε το τείχος να μην είναι ασβεστωμένο. Μετρούσαν ταυτόχρονα, πολλοί μαζί, τις σειρές τα τούβλα. Ήταν φυσικό μερικοί να κάνουν λάθος, αλλά και οι περισσότεροι να βρουν το σωστό ύψος, γιατί μετρούσαν τα τούβλα πολλές φορές και από μικρή απόσταση που τους επέτρεπε να βλέπουν καλά το σημείο που ήθελαν.
Το τείχος των Πελοποννησίων ήταν χτισμένο με τον εξής τρόπο. Είχε δύο κυκλικά τείχη. Το ένα προς την Πλάταια και το άλλο, το εξωτερικό, για άμυνα αν τύχαινε να έρθει κανείς να κάνει επίθεση απ᾽ την Αθήνα. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο τείχη ήταν δεκαέξι πόδια
και σ᾽ αυτόν τον χώρο είχαν χτίσει σπίτια για τις μονάδες της φρουράς. Ήσαν χτισμένα συνέχεια με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται σαν ένα τείχος παχύ, που είχε πολεμίστρες κι από τις δυο μεριές.
Κάθε δέκα πολεμίστρες είχαν χτίσει ψηλούς πύργους που είχαν φάρδος ίσο με το φάρδος του τείχους και το έπιαναν από μέσα έως έξω. Έτσι, δεν μπορούσε κανείς να τους παρακάμψει, αλλά οι φύλακες περνούσαν από άνοιγμα που ήταν στη μέση του κάθε πύργου.
Τις νύχτες, όταν ήταν κρύο και βροχή, οι φρουροί άφηναν τις πολεμίστρες και πήγαιναν στους πύργους που είχαν στέγη και ήσαν σε μικρή απόσταση ο ένας από τον άλλον. Έτσι ήταν χτισμένο το τείχος που έζωνε τους Πλαταιείς.
Τα ετοίμασαν όλα και περίμεναν μια νύχτα βροχερή με αέρα και χωρίς φεγγάρι κι έκαναν έξοδο με αρχηγούς εκείνους που τους είχαν συμβουλέψει να την επιχειρήσουν. Πρώτα διαβήκαν το χαντάκι που έζωνε την πολιτεία γύρω από το τείχος τους, κι έφτασαν στο εχθρικό τείχος, χωρίς να τους καταλάβουν οι φρουροί που δεν τους είδαν, επειδή ήταν σκοτάδι, ούτε τους άκουσαν γιατί ο αέρας κι η βροχή σκέπαζαν τον κρότο που κάναν.
Άλλωστε βάδιζαν σε αρκετή απόσταση ο ένας από τον άλλον, ώστε να μην χτυπούν τα όπλα τους μεταξύ τους και προδοθούν απ᾽ τον κρότο. Είχαν μόνο ελαφρύ οπλισμό και φορούσαν παπούτσι μόνο στο αριστερό πόδι για να μην γλιστρούν στη λάσπη.
Πρώτοι ήσαν εκείνοι που κουβαλούσαν τις σκάλες. Ξέροντας πως οι πολεμίστρες ήσαν αφύλαχτες, έστησαν τις σκάλες σε μέρος ανάμεσα σε δύο πύργους κι ανέβηκαν δώδεκα ψιλοί, οπλισμένοι μ᾽ ελαφρύ θώρακα και κοντοσπάθι. Αρχηγός τους ήταν ο Αμμέας του Κοροίβου, που ανέβηκε πρώτος. Τον ακολούθησαν οι άλλοι που χωρίστηκαν έξι και έξι και προχώρησαν στους δύο πύργους δεξιά κι αριστερά. Μετά ανέβηκαν κι άλλοι ψιλοί με μικρά ακόντια. Για ν᾽ ανεβαίνουν πιο εύκολα είχαν δώσει τις ασπίδες τους σε άλλους που ανέβαιναν πίσω τους και θα τους τις δίναν την στιγμή που θ᾽ αντιμετώπιζαν τον εχθρό.
Είχαν κιόλας ανέβει αρκετοί, όταν οι φρουροί από τους πύργους τούς κατάλαβαν. Ένας από τους Πλαταιείς, προσπαθώντας να στηριχθεί σε μια πολεμίστρα, ξεκόλλησε ένα κεραμίδι που έπεσε με μεγάλο κρότο.
Σηκώθηκαν αμέσως φωνές και οι φρουροί έτρεξαν στις θέσεις τους. Ήταν νύχτα σκοτεινή και χειμωνιάτικη και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τί συμβαίνει. Την ίδια στιγμή οι Πλαταιείς που είχαν μείνει μέσα στην πόλη έκαναν κι αυτοί επίθεση στο τείχος των Πελοποννησίων, στο αντίθετο ακριβώς μέρος από εκείνο όπου ανέβαιναν οι άλλοι, ώστε ν᾽ αποσπάσουν την προσοχή των πολιορκητών
Τριακόσιοι από τους πολιορκητές, που είχαν διαταγή να είναι πάντα έτοιμοι για να τρέξουν να βοηθήσουν όπου θα χρειαζόταν, προχώρησαν έξω από το τείχος προς το σημείο όπου ακούγονταν φωνές. Ταυτόχρονα οι πολιορκητές ύψωσαν φωτεινά σήματα για να μηνύσουν στην Θήβα ότι γινόταν συμπλοκή.
Αλλά και οι Πλαταιείς που είχαν μείνει μέσα στην πολιτεία ύψωσαν κι αυτοί πολλούς πυρσούς που είχαν ετοιμάσει από πριν γι᾽ αυτόν τον σκοπό, ώστε να μπερδέψουν τα σημάδια κι έτσι η Θήβα, νομίζοντας πως κάτι άλλο συμβαίνει, να μην στείλει αμέσως βοήθεια. Εκείνοι που επιχειρούσαν την έξοδο, θα μπορούσαν έτσι να διαφύγουν και να φτάσουν σε ασφαλισμένο μέρος.
Στο μεταξύ οι πρώτοι από τους Πλαταιείς που επιχειρούσαν την έξοδο, σκότωσαν τους φύλακες των δύο πύργων και τους κυρίεψαν. Έβαλαν φρουρούς στις διόδους των δύο πύργων, ώστε να μην μπορεί κανείς απ᾽ τους εχθρούς να περάσει. Από εκεί έβαλαν σκάλες κι ανέβασαν πολλούς στρατιώτες στο απάνω μέρος των πύργων από όπου αυτοί αποκρούαν τους εχθρούς χτυπώντας τους κι από κάτω κι από πάνω. Οι άλλοι, οι περισσότεροι, έστησαν πολλές σκάλες κι αφού γκρέμισαν μερικές πολεμίστρες, περνούσαν πάνω από το τείχος, μεταξύ των δύο πύργων.
Ο κάθε στρατιώτης που περνούσε στεκόταν στην άκρη της τάφρου και τόξευε ή ακόντιζε όσους εχθρούς προσπαθούσαν επάνω στο τείχος να εμποδίσουν τους συντρόφους τους να κατέβουν.
Όταν όλοι διάβηκαν, εκείνοι που κρατούσαν τους πύργους κατέβηκαν με μεγάλη δυσκολία και προχώρησαν προς την τάφρο. Εκείνη την στιγμή τους έκαναν επίθεση οι τριακόσιοι που κρατούσαν αναμμένες δάδες.
Οι Πλαταιείς στέκονταν στην άκρη της τάφρου, μέσα στο σκοτάδι, και τους έβλεπαν καλύτερα. Σκοπεύοντας τ᾽ απροστάτευτα μέρη του κορμιού, τους έριχναν βέλη κι ακόντια, ενώ οι ίδιοι δεν διακρίνονταν καλά εξαιτίας των δαυλών. Έφτασαν και οι τελευταίοι Πλαταιείς που κατόρθωσαν με δυσκολία και μετά από σκληρό αγώνα να διαβούν την τάφρο.
Ο πάγος που είχε σχηματιστεί στην επιφάνεια της τάφρου δεν ήταν αρκετά στερεός για να βαδίσει κανείς επάνω και είχε αρχίσει να λιώνει, όπως γίνεται όταν από βοριάς γυρίσει λεβάντες. Εκείνη τη νύχτα με τον άνεμο που φυσούσε είχε πέσει πολύ χιονόνερο και το νερό, μέσα στην τάφρο, είχε υψωθεί πολύ, τόσο που μόλις περίσσευε το κεφάλι τους καθώς περνούσαν. Αλλ᾽ αν κατόρθωσαν να ξεφύγουν το πέτυχαν χάρη στην πολύ μεγάλη κακοκαιρία.
Από την τάφρο οι Πλαταιείς όρμησαν όλοι μαζί προς τον δρόμο που οδηγεί στην Θήβα, έχοντας δεξιά τους το ηρώο του Ανδροκράτους. Πήραν τον δρόμο αυτόν ξέροντας πως κανείς δεν θα υποπτευόταν ότι ακολουθούσαν κατεύθυνση που οδηγούσε σε εχθρικό μέρος. Έβλεπαν, ταυτόχρονα, τους Πελοποννησίους που, με δάδες, άρχιζαν την καταδίωξη παίρνοντας τον δρόμο που, απ᾽ τον Κιθαιρώνα και τις Δρυός Κεφαλές, οδηγεί στην Αθήνα.
Οι Πλαταιείς προχώρησαν έξι έως επτά στάδια προς την Θήβα κι έπειτα άλλαξαν απότομα πορεία και πήραν δρόμο προς τις Ερυθρές και τις Υσιές. Έπιασαν το βουνό κι από κει πήγαν στην Αθήνα, όπου έφτασαν διακόσιοι δώδεκα. Όσοι έκαναν την έξοδο ήσαν λίγο περισσότεροι, αλλά μερικοί γύρισαν στην πόλη προτού διαβούν το τείχος κι ένας τοξότης πιάστηκε αιχμάλωτος στην έξω τάφρο.
Οι Πελοποννήσιοι σταμάτησαν την καταδίωξη και γύρισαν πίσω, ενώ οι Πλαταιείς που είχαν μείνει στην πόλη, μη ξέροντας τί είχε γίνει και μαθαίνοντας από τους λίγους που γύρισαν πίσω ότι κανείς δεν είχε σωθεί, έστειλαν κήρυκα, όταν ξημέρωσε, και ζήτησαν ανακωχή για να σηκώσουν τους νεκρούς. Αλλά όταν έμαθαν την αλήθεια απόσυραν τον κήρυκά τους. Έτσι, λοιπόν, σώθηκαν όσοι από τους Πλαταιείς διάβηκαν το τείχος.
Προς το τέλος του ίδιου χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν στην Μυτιλήνη, με πολεμικό, τον Σπαρτιάτη Σάλαιθο. Αποβιβάστηκε στην Πύρρα κι από κει, ακολουθώντας πεζός μια χαράδρα, μπόρεσε να περάσει απαρατήρητος τα πολιορκητικά έργα και να μπει στην Μυτιλήνη όπου είπε στους αρχηγούς ότι ετοιμάζεται εισβολή στην Αττική, ότι θα φτάσουν σύντομα σαράντα καράβια για να τους βοηθήσουν και ότι τον είχαν στείλει τον ίδιο για να τους τ᾽ αναγγείλει και να πάρει όλα τ᾽ αναγκαία μέτρα.
Οι Μυτιληναίοι πήραν θάρρος και είχαν λιγότερη διάθεση να συμβιβαστούν με τους Αθηναίους. Έτσι τέλειωσε ο χειμώνας αυτός και μαζί ο τέταρτος χρόνος του πολέμου που ιστορεί ο Θουκυδίδης.
Το επόμενο καλοκαίρι, οι Λακεδαιμόνιοι διάταξαν και ξεκίνησαν για την Μυτιλήνη σαράντα δύο καράβια με αρχηγό τον Αλκίδα που ήταν ναύαρχος, κι έκαναν εισβολή στην Αττική μαζί με τους συμμάχους τους, ώστε οι Αθηναίοι, κινδυνεύοντας σε δυο μέτωπα, να δυσκολευτούν να στείλουν πολεμικά για να χτυπήσουν τον στόλο που πήγαινε στην Μυτιλήνη.
Λεηλάτησαν όχι μόνο τα όσα είχαν ρημάξει στις προηγούμενες εισβολές και τα όσα είχαν πάλι βλαστήσει, αλλά και τα όσα δεν είχαν ακόμα πειράξει. Η εισβολή αυτή ήταν —εκτός από την δεύτερη— η χειρότερη απ᾽ όλες όσες είχαν υποστεί οι Αθηναίοι
και τούτο επειδή οι Πελοποννήσιοι, περιμένοντας να τους έρθουν πληροφορίες από την δράση του στόλου τους που —καθώς υπολόγιζαν— έπρεπε να είχε φτάσει στην Λέσβο, διατρέχαν όλη την Αττική και λεηλατούσαν τον τόπο. Αλλά επειδή δεν γινόταν τίποτε από όσα περίμεναν, και τα τρόφιμά τους εξαντλήθηκαν, έφυγαν, και η κάθε μονάδα γύρισε στην πατρίδα της.
Στο μεταξύ οι Μυτιληναίοι, βλέποντας ότι ο στόλος από την Πελοπόννησο δεν ερχόταν, αλλά αργοπορούσε και ότι τους έλειψαν τα τρόφιμα, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τους Αθηναίους για την ακόλουθη αιτία.
Ο Σάλαιθος, που είχε πάψει κι αυτός να ελπίζει ότι θα έρθει ο στόλος, μοίρασε στον λαό βαρύ οπλισμό —ενώ πριν δεν είχε παρά ελαφριά όπλα— με σκοπό να κάνει έξοδο εναντίον των Αθηναίων.
Ο λαός όμως, μόλις πήρε τα όπλα, δεν άκουγε πια τους άρχοντες, αλλά μαζευόταν ομάδες-ομάδες και ζητούσαν ν᾽ ανοίξουν οι ολιγαρχικοί τις αποθήκες και να μοιράσουν σ᾽ όλους σιτάρι, αλλιώς θα πήγαιναν —είπαν— να συνεννοηθούν μόνοι τους με τους Αθηναίους για να τους παραδώσουν την πολιτεία.
Οι ολιγαρχικοί που ήσαν στην εξουσία κατάλαβαν ότι δεν θα μπορέσουν να τους εμποδίσουν και ότι αν δεν διαπραγματευτούν κι εκείνοι την συνθηκολόγηση, η θέση τους θα ήταν πολύ επικίνδυνη. Συνθηκολόγησαν, λοιπόν, στ᾽ όνομα ολόκληρου του λαού, με τον Πάχητα και το στρατό του. Όροι ήσαν, οι Αθηναίοι ν᾽ αποφασίσουν ό,τι θέλουν για την τύχη των Μυτιληναίων οι οποίοι δέχονταν να μπει ο αθηναϊκός στρατός στην πόλη τους, αλλά θα έστελναν πρεσβεία στην Αθήνα για να υπερασπίσει την Μυτιλήνη. Έως ότου γυρίσει η πρεσβεία, ο Πάχης δεν θα είχε το δικαίωμα ούτε να φυλακίσει, ούτε να σκοτώσει, ούτε να υποδουλώσει κανέναν.
Αλλά παρά τους όρους αυτούς της συνθηκολόγησης, όσοι από τους Μυτιληναίους είχαν συνεργαστεί με τους Λακεδαιμόνιους, ήσαν φοβισμένοι, και όταν μπήκε ο στρατός μέσα στην πόλη, δεν το βάσταξαν κι έτρεξαν να πέσουν ικέτες στους βωμούς. Ο Πάχης τους υποσχέθηκε να μην τους σκοτώσει, τους έπεισε να σηκωθούν απ᾽ εκεί και τους μετέφερε στην Τένεδο έως ότου πάρουν απόφαση οι Αθηναίοι.
Οι Πελοποννήσιοι, με τα σαράντα πελοποννησιακά καράβια, που έπρεπε να βιαστούν να φτάσουν στην Μυτιλήνη, χρονοτρίβησαν όσο έπλεαν γύρω από την Πελοπόννησο, αλλά και μετά προχώρησαν αργά. Έφτασαν στην Δήλο χωρίς να τους καταλάβουν οι Αθηναίοι. Έπιασαν στην Μύκονο και στην Ικαρία, όπου για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν ότι η Μυτιλήνη είχε πέσει.
Θέλοντας, όμως, να έχουν εξακριβωμένες πληροφορίες, πήγαν στο Έμβατον της Ερυθραίας, όπου έφτασαν επτά μέρες μετά που είχε πέσει η Μυτιλήνη. Όταν πια βεβαιώθηκαν, έκαναν συμβούλιο μεταξύ τους. Μίλησε ο Ηλείος Τευτίαπλος και είπε τα ακόλουθα:
«Αλκίδα, και σεις, συνάδελφοί μου, που είστε αρχηγοί της εκστρατείας αυτής. Η γνώμη μου είναι ότι πρέπει όπως είμαστε, να πλεύσομε όσο μπορούμε πιο γρήγορα στην Μυτιλήνη, προτού πληροφορηθούν εκεί ότι βρισκόμαστε σ᾽ αυτά τα μέρη.
Όπως γίνεται συνήθως με στρατό που μόλις κυρίεψε μια πόλη, η προσοχή τους στη φρούρησή της θα είναι πολύ χαλαρή και ιδίως απ᾽ το μέρος της θάλασσας, από όπου μάλιστα δεν περιμένουν ότι μπορεί να τους γίνει επίθεση, και όπου είμαστε αυτή τη στιγμή δυνατοί. Αλλά κι ο στρατός τους φυσικό είναι να βρίσκεται σκορπισμένος σε διάφορα σπίτια, με την ξενοιασιά του νικητή.
Αν, λοιπόν, τους χτυπήσομε ξαφνικά, νύχτα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια των κατοίκων, αν έχουν μείνει μερικοί πιστοί σε μας, θα μπορέσομε να κυριέψομε την πολιτεία.
Ας μην διστάσομε μπροστά στον κίνδυνο, γιατί τα απρόοπτα του πολέμου δεν είναι άλλα παρά περιστάσεις σαν κι αυτήν. Ο άξιος στρατηγός είναι εκείνος που ξέρει να φυλάγεται από τέτοιες περιστάσεις, αλλά και να τις εκμεταλλεύεται όταν του τις προσφέρει ο εχθρός».
Αυτά μόνο είπε, αλλά δεν έπεισε τον Αλκίδα. Μερικοί πολιτικοί εξόριστοι από την Ιωνία και μερικοί Λέσβιοι που ήσαν με τον στόλο, τον συμβούλεψαν, αφού φοβόταν να επιχειρήσει το τόλμημα, να καταλάβει ή μια από τις πόλεις της Ιωνίας ή την Αιολική Κύμη, ώστε να την κάνει ορμητήριο και να προσπαθήσει να προκαλέσει την επανάσταση ολόκληρης της Ιωνίας. Του έλεγαν ότι είχε πολλές ελπίδες να πετύχει, γιατί όλες οι πολιτείες είχαν ευχαριστηθεί μαθαίνοντας τον ερχομό του. Πρόσθεταν ότι θα αφαιρούσαν απ᾽ τους Αθηναίους την μεγαλύτερη πηγή των εισοδημάτων τους και θα τους ανάγκαζαν να ξοδέψουν πολλά χρήματα αν τους υποχρέωναν να στείλουν καράβια για να τους κάνουν αποκλεισμό. Είχαν επίσης την πεποίθηση ότι θα πείσουν τον Πισσούθνη να συμμαχήσει μαζί τους.
Αλλά ο Αλκίδας ούτε αυτά δέχτηκε. Από την στιγμή που δεν πρόλαβε να βοηθήσει την Μυτιλήνη, το μόνο που σκεπτόταν ήταν να γυρίσει στην Πελοπόννησο το γρηγορότερο.
Έφυγε από το Έμβατον και έπλεε κοντά στην παραλία. Σταμάτησε στην Μυόννησο των Τηίων κι έσφαξε τους περισσότερους από τους αιχμαλώτους που είχε πιάσει.
Στην Έφεσο, όπου σταμάτησε, πήγαν και τον βρήκαν αντιπρόσωποι των Σαμίων εκείνων που είχαν εγκατασταθεί στην Αναία και του είπαν, σχετικά, ότι ελευθερώνει με πολύ κακό τρόπο την Ελλάδα σκοτώνοντας ανθρώπους που ούτε είχαν πάρει τα όπλα εναντίον του ούτε ήσαν εχθροί του, αλλά ήσαν αναγκαστικά σύμμαχοι των Αθηναίων. Αν δεν σταματούσε, θα προσεταιριζόταν, ίσως, μερικούς φίλους, αλλά πολλοί περισσότεροι από τους φίλους του θα γίνονταν εχθροί του.
Ο Αλκίδας πείστηκε και απελευθέρωσε όσους αιχμαλώτους είχε από την Χίο και μερικούς άλλους που είχε πιάσει. Οι άνθρωποι, όταν έβλεπαν τα καράβια, δεν προσπαθούσαν να τ᾽ αποφύγουν, αλλά τα πλησίαζαν, νομίζοντας πως είναι αθηναϊκά, και δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι, ενώ οι Αθηναίοι κυριαρχούν στη θάλασσα, ήταν δυνατό πελοποννησιακός στόλος να φτάσει στην Ιωνία.
Από την Έφεσο ο Αλκίδας έφυγε βιαστικά —πραγματική φυγή— γιατί ενώ ήταν ακόμα στην Κλάρο τον είχαν δει η Σαλαμινία και η Πάραλος που έτυχε να έρχονται απ᾽ την Αθήνα. Φοβήθηκε μήπως τον καταδιώξει ο αθηναϊκός στόλος και αρμένισε στο ανοιχτό πέλαγος, αποφασισμένος να μην πιάσει πουθενά —εκτός αν αναγκαζόταν— προτού φτάσει στην Πελοπόννησο.
Οι πληροφορίες για την άφιξη του πελοποννησιακού στόλου έφτασαν στον Πάχη και στους Αθηναίους από την Ερυθραία και ύστερα επιβεβαιώθηκαν από παντού. Οι πολιτείες της Ιωνίας είναι ατείχιστες και τον έπιασε μεγάλος φόβος μήπως οι Πελοποννήσιοι, περιπλέοντας τις ακτές, ακόμα κι αν δεν είχαν σκοπό να μείνουν, κάνουν αποβάσεις και λεηλασίες. Τέλος η Σαλαμινία και η Πάραλος έφτασαν και είπαν ότι είχαν δει τον πελοποννησιακό στόλο στην Κλάρο.
Τότε ο Πάχης ξεκίνησε αμέσως σε καταδίωξη ώς την Πάτμο, αλλά βλέποντας ότι δεν μπορούσε πια να τον φτάσει, γύρισε πίσω. Θεώρησε ότι, αφού δεν μπόρεσε να τους προλάβει στην ανοιχτή θάλασσα, ήταν προτιμότερο να μην βρει τον εχθρό αποτραβηγμένο σε καμιά στεριά, γιατί στην περίπτωση αυτή οι Αθηναίοι θα είχαν αναγκαστεί ν᾽ αποσπάσουν δυνάμεις για να οργανώσουν αποκλεισμό.
Επιστρέφοντας στην Μυτιλήνη ο Πάχης σταμάτησε στο Νότιο της Κολοφώνος, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Κολοφώνιοι από τότε που η απάνω πολιτεία τους κυριεύτηκε από τον Ιταμάνη και τον βαρβαρικό στρατό του που τον είχε καλέσει ένα από τα πολιτικά κόμματα. Τούτο είχε συμβεί τον καιρό της δεύτερης εισβολής των Πελοποννησίων στην Αττική.
Αλλά όσοι είχαν καταφύγει στο Νότιο και είχαν εγκατασταθεί εκεί, πάλι χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις. Η μία ζήτησε από τον Πισσούθνη βαρβάρους και Αρκάδες μισθοφόρους και τους έστησε σε μέρος που χωριζόταν με τείχος απ᾽ την υπόλοιπη πολιτεία. Οι Κολοφώνιοι της απάνω πολιτείας, που ήσαν φίλοι με τους Πέρσες, συνεργάστηκαν μ᾽ αυτούς και κυβερνούσαν την πολιτεία, ενώ οι αντίθετοί τους, που είχαν φύγει κρυφά και ζούσαν εξόριστοι, κάλεσαν τον Πάχη να τους βοηθήσει.
Ο Πάχης κάλεσε τον Ιππία, αρχηγό των Αρκάδων, που ήταν στο τείχισμα, για να διαπραγματευτεί μαζί του. Του υποσχέθηκε ότι, αν δεν συμφωνήσουν, θα τον αφήσει να γυρίσει στο τείχος σώο και υγιή. Όταν όμως ο Ιππίας βγήκε από το τείχος τον έβαλε υπό επιτήρηση χωρίς, όμως, να τον δέσει κι έκανε αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του τείχους. Η φρουρά δεν το περίμενε και ο Πάχης κυρίεψε το τείχος. Έσφαξε όλους τους Αρκάδες και τους βαρβάρους που ήσαν εκεί. Σύμφωνα με την υπόσχεσή του, οδήγησε τον Ιππία πίσω στο τείχος και, μόλις μπήκε μέσα, τον έπιασε και τον σκότωσε, τοξεύοντάς τον.
Το Νότιο το παράδωσε στους Κολοφωνίους, εκτός από εκείνους που είχαν μηδίσει. Αργότερα οι Αθηναίοι έστειλαν δικούς τους ανθρώπους για να κατοικήσουν το Νότιο και το κυβέρνησαν σύμφωνα με τους αθηναϊκούς νόμους και συγκέντρωσαν εκεί όλους τους Κολοφωνίους που ήσαν διεσπαρμένοι σε διάφορες πολιτείες.
Ο Πάχης γύρισε στην Μυτιλήνη και υπόταξε την Πύρρα και την Ερεσό. Έπιασε τον Λακεδαιμόνιο Σάλαιθο που κρυβόταν μέσα στην πόλη και τον έστειλε στην Αθήνα μαζί με τους Μυτιληναίους τους οποίους είχε στείλει στην Τένεδο και όσους άλλους θεωρούσε υπαίτιους για την επανάσταση.
Έστειλε πίσω στην Αθήνα το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του κι έμεινε στο νησί με το υπόλοιπο. Ρύθμισε, όπως νόμιζε καλύτερα, τα ζητήματα της Μυτιλήνης και της υπόλοιπης Λέσβου.
Όταν έφτασαν στην Αθήνα ο Σάλαιθος και οι άλλοι, οι Αθηναίοι σκότωσαν αμέσως τον Σάλαιθο παρόλον ότι τους υποσχόταν, μεταξύ άλλων, να πείσει τους Πελοποννησίους να σηκώσουν την πολιορκία της Πλάταιας που διαρκούσε ακόμα.
Για τους άλλους, έκαναν συγκέντρωση του λαού κι αποφάσισαν, απάνω στο θυμό τους, να σκοτώσουν όχι μόνο όσους είχε στείλει ο Πάχης στην Αθήνα, αλλά και όλους τους Μυτιληναίους που ήσαν ενήλικοι και να πουλήσουν τα γυναικόπαιδα δούλους. Δικαιολογούσαν την απόφασή τους με το ότι οι Μυτιληναίοι είχαν επαναστατήσει παρόλον ότι δεν ήσαν, σαν τους άλλους συμμάχους, υποτακτικοί της Αθήνας, αλλά κυρίως —και τούτο τους παρόξυνε περισσότερο— επειδή είχαν γίνει αιτία να ριψοκινδυνέψει πελοποννησιακός στόλος και να πάει ώς την Ιωνία να τους βοηθήσει. Τούτο ήταν γι᾽ αυτούς απόδειξη ότι το σχέδιο είχε καταστρωθεί από πολύν καιρό.
Έστειλαν, λοιπόν, καράβι στον Πάχη με εντολή να του ανακοινώσει την απόφασή τους και να του δώσει διαταγή να σκοτώσει όλους τους Μυτιληναίους χωρίς αναβολή.
Την επομένη, όμως, άρχισαν να μετανιώνουν και ν᾽ αναλογίζονται πόσο σκληρή κι υπερβολική ήταν η απόφασή τους να καταστρέψουν ολόκληρη πολιτεία αντί να τιμωρήσουν μόνο τους ενόχους.
Όταν οι αντιπρόσωποι των Μυτιληναίων που ήσαν στην Αθήνα ένιωσαν την μεταστροφή αυτή, έπεισαν μαζί με Αθηναίους φίλους τους, τους άρχοντες να συγκαλέσουν Εκκλησία του Λαού για να ξαναγίνει συζήτηση. Τους έπεισαν χωρίς δυσκολία, γιατί κι οι άρχοντες καταλάβαιναν ότι οι περισσότεροι από τους πολίτες ήθελαν να τους δοθεί η ευκαιρία να συζητήσουν πάλι το ζήτημα.
Έγινε αμέσως Εκκλησία του Λαού και πολλοί ρήτορες μίλησαν. Ο Κλέων του Κλεαινέτου, ο οποίος την προηγουμένη είχε πείσει την Εκκλησία ν᾽ αποφασίσει να σκοτωθούν οι Μυτιληναίοι και είχε, τότε, μεγάλη επιρροή στον λαό, ανέβηκε πάλι στο βήμα και είπε τα ακόλουθα, περίπου:
«Πολλές φορές, στο παρελθόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να σκεφτώ ότι μία δημοκρατία είναι ανίκανη να εξουσιάζει άλλους λαούς, αλλά το σκέπτομαι περισσότερο σήμερα, βλέποντάς σας να μετανοείτε για την απόφαση που πήρατε για τους Μυτιληναίους.
Επειδή έχετε συνηθίσει στην καθημερινή σας ζωή ούτε να φοβάστε ούτε να επιβουλεύεστε ο ένας τον άλλον, φέρεστε με το ίδιο πνεύμα προς τους συμμάχους σας. Και όταν κάνετε κανένα λάθος και υποχωρήστε είτε επειδή σας έπεισαν εκείνοι είτε από οίκτο, δεν καταλαβαίνετε ότι δείχνετε αδυναμία που είναι επικίνδυνη για σας χωρίς να προκαλεί την ευγνωμοσύνη των συμμάχων σας. Δεν συλλογίζεστε ότι η εξουσία που ασκείτε είναι τυραννίδα που την επιβάλλετε σε ανθρώπους οι οποίοι σας επιβουλεύονται και δεν την θέλουν, σε ανθρώπους που σας υπακούνε, όχι επειδή τους κάνετε χάρες, βλάπτοντας τα συμφέροντά σας, αλλά επειδή η δύναμή σας και όχι η φιλία και η πίστη τους σας εξασφαλίζουν την εξουσία.
Αλλά το χειρότερο απ᾽ όλα θα ήταν να μην έχομε πια καμιά σταθερότητα στις αποφάσεις μας και να μην καταλάβομε ότι ισχυρότερη είναι η πολιτεία που έχει κακούς νόμους, αλλά τους εφαρμόζει, παρά η πολιτεία που έχει νόμους καλούς και δεν τους εφαρμόζει. Ότι η αμάθεια, συνδυασμένη με σωφροσύνη, είναι πιο ωφέλιμη από την επιτηδειότητα συνδυασμένη με την αστάθεια. Ότι, τέλος, οι ταπεινότεροι άνθρωποι διοικούν καλύτερα τις πολιτείες από τους μορφωμένους.
Οι τελευταίοι αυτοί θέλουν να φαίνονται σοφότεροι από τους νόμους και να επιβάλλουν την γνώμη τους σε κάθε συζήτηση στην Εκκλησία, γιατί ξέρουν πως δεν θα βρίσκαν άλλη καλύτερη ευκαιρία να επιδείξουν τις γνώσεις τους για τόσο σπουδαία ζητήματα κι έτσι συχνά οδηγούν τις πολιτείες στην καταστροφή. Ενώ οι άλλοι δεν έχουν εμπιστοσύνη στην δική τους κρίση και δεν ισχυρίζονται ότι ξέρουν καλύτερα από τους νόμους. Επειδή δεν έχουν την ικανότητα να επικρίνουν τον λόγο ενός καλού ρήτορα και τον κρίνουν σαν αμερόληπτοι τρίτοι και όχι σαν συναγωνιστές, κρίνουν ορθά τις περισσότερες φορές.
Αυτό πρέπει κι εμείς να κάνομε τώρα και να μην αφήσομε να μας παρασύρει η ρητορική δεινότητα και ο συναγωνισμός εξυπνάδας και να καταντήσομε, στο τέλος, να σας δώσομε συμβουλές αντίθετες προς τις πεποιθήσεις μας.
»Όσο για μένα, έχω πάντα την ίδια γνώμη και απορώ μ᾽ εκείνους που άφησαν να ξαναρχίσει η συζήτηση για τους Μυτιληναίους, προκαλώντας έτσι μιαν αργοπορία που ωφελεί μόνο τους φταίχτες. Με την χρονοτριβή περνάει ο θυμός εκείνου που έπαθε, ενώ αν η αντίδραση έρθει ευθύς μετά την άδικη πράξη, τότε εκείνος που έπαθε, επιβάλλει όσο μπορεί αυστηρότερη τιμωρία. Είμαι περίεργος να δω ποιός θα σηκωθεί να μ᾽ αντικρούσει και να προσπαθήσει ν᾽ αποδείξει ότι οι κακές πράξεις των Μυτιληναίων μας ωφελούν και ότι οι δικές μας συμφορές βλάπτουν τους συμμάχους μας.
Φανερό είναι ότι όποιος μιλήσει θα έχει μεγάλη πεποίθηση στην ρητορική του ικανότητα για να προσπαθήσει ν᾽ αποδείξει ότι δεν πήραμε οριστική απόφαση ενώ την πήραμε ή τότε θα έχει κάποιο υλικό συμφέρον και θα προσπαθήσει μ᾽ έναν επιτήδειο λόγο να σας παραπλανήσει.
Εσείς είστε η αιτία του κακού, γιατί θεσπίσατε κακούς για το αγώνισμα κανόνες και συνηθίζετε να είστε θεατές των λόγων και ακροατές των πράξεων. Όταν εξετάζετε τα όσα πρέπει να γίνουν, νομίζετε πως μπορούν να γίνουν μόνο και μόνο επειδή σας το αναπτύξαν με ωραία λόγια κι όταν εξετάζετε τα όσα έχουν συμβεί, τα κρίνετε περισσότερο με βάση τα όσα ακούτε από επιτήδειους ρήτορες, παρά με τα όσα είδατε να γίνονται μπροστά στα μάτια σας.
Είστε οι πρώτοι και καλύτεροι στο να γοητεύεστε με καινούργια σχήματα λόγου και στο ν᾽ αντιδράτε σε δοκιμασμένα επιχειρήματα. Είστε δούλοι κάθε παραδοξολογίας και περιφρονείτε καθετί το συνηθισμένο.
Ο καθένας από σας θέλει, πάνω απ᾽ όλα, να έχει το χάρισμα του λόγου κι αν δεν το έχετε, τότε αρχίζει αγώνας μεταξύ σας και μεταξύ εκείνων που έχουν το χάρισμα αυτό, γιατί δεν θέλετε να φανεί ότι υστερείτε στο να τους παρακολουθήστε, αλλά ότι από πριν επιδοκιμάζετε ένα εύστοχο επιχείρημα, το οποίο μαντεύετε ότι έρχεται. Όσο καταλαβαίνετε αμέσως ποιά θα είναι η συνέχεια της επιχειρηματολογίας, τόσο καθυστερείτε στο να προβλέπετε τις πραγματικές συνέπειες που θα έχουν τα όσα σας λένε.
Θα έλεγε κανείς ότι είστε σε αναζήτηση ενός άλλου κόσμου από εκείνον στον οποίον ζούμε και ότι δεν μπορείτε να κρίνετε σύμφωνα με την πραγματικότητα. Σας παρασύρει η ευχαρίστηση που προκαλούν τα ωραία λόγια και μοιάζετε περισσότερο με ανθρώπους που παρακολουθούν μια συζήτηση σοφιστών, παρά με πολίτες που συσκέπτονται για τα ζητήματα της πολιτείας.
Μπορώ να συγχωρήσω εκείνους από τους συμμάχους σας που επαναστάτησαν, είτε επειδή δεν μπορούσαν να υποφέρουν την διοίκησή σας είτε επειδή εξαναγκάστηκαν απ᾽ τους εχθρούς μας. Αλλά για ανθρώπους που, οχυρωμένοι στο νησί τους, δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν απ᾽ τους εχθρούς μας παρά μόνο από την θάλασσα —όπου και μόνοι τους είχαν αρκετά καράβια για να προστατεύονται— που ήσαν ανεξάρτητοι και τιμημένοι από μας όπως κανείς άλλος, που μας έκαναν ό,τι μας έκαναν, τί άλλο μπορεί κανείς να πει εκτός από το ότι συνωμότησαν κι αποστάτησαν —δεν λέω επαναστάτησαν, γιατί μόνο όσοι καταπιέζονται επαναστατούν— κι επιχείρησαν να ενωθούν με τους χειρότερους εχθρούς μας για να μας καταστρέψουν; Και τούτο είναι πολύ χειρότερο από το αν μας είχαν πολεμήσει μόνοι για ν᾽ αυξήσουν την δύναμή τους.
Ούτε τα όσα έπαθαν όσοι επαναστάτησαν εναντίον μας και στερήθηκαν την ελευθερία τους τούς χρησίμεψαν για παράδειγμα ούτε η δική τους ευτυχία τους συγκράτησε απ᾽ το να ριχτούν πρόθυμα σ᾽ επικίνδυνη περιπέτεια. Γεμάτοι από θάρρος για το μέλλον, έχοντας μεγαλύτερες ελπίδες απ᾽ ό,τι τους επιτρέπουν οι δυνάμεις τους, αλλά όχι οι ορέξεις τους, άρχισαν τον πόλεμο τοποθετώντας την βία επάνω από το δίκαιο. Μόλις νόμισαν ότι θα μπορούσαν να νικήσουν, μας χτύπησαν χωρίς να τους έχομε αδικήσει.
Συχνά συμβαίνει, οι πολιτείες που άξαφνα ευημερούν, να γίνονται υπεροπτικές. Είναι πάντα ασφαλέστερη η ευτυχία που έρχεται με μέτρο στους ανθρώπους, παρά η απροσδόκητη ευημερία, και μπορεί κανείς να πει ότι είναι ευκολότερο στους ανθρώπους ν᾽ αντιστέκονται στις δυστυχίες παρά να προστατεύουν την ευτυχία τους.
Έπρεπε απ᾽ την αρχή να μην είχαμε τιμήσει τους Μυτιληναίους και να μην είχαμε κάνει καμιά διάκριση ανάμεσα σ᾽ αυτούς και τους άλλους συμμάχους και τότε δεν θα είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο αλαζονείας. Οι άνθρωποι έχουν και άλλο φυσικό. Να περιφρονούν, γενικά, όσους τους περιποιούνται και να εκτιμούν όσους δεν υποχωρούν.
Ας τιμωρηθούν, λοιπόν, τώρα ανάλογα με το έγκλημά τους. Και μην περιοριστείτε μόνο στους ολιγαρχικούς, αφήνοντας τον λαό ατιμώρητο. Όλοι μαζί, ενωμένοι, επαναστάτησαν εναντίον μας. Αν οι δημοκρατικοί είχαν πάρει το μέρος μας, όπως μπορούσαν, τώρα θα κυβερνούσαν την πολιτεία τους. Θεώρησαν, όμως, ασφαλέστερο να συμμεριστούν τον κίνδυνο με τους ολιγαρχικούς και να επαναστατήσουν μαζί τους.
Σκεφθείτε όμως καλά και τούτο: Αν επιβάλετε την ίδια τιμωρία στους συμμάχους σας που επαναστάτησαν κάτω από την πίεση των εχθρών μας και σ᾽ εκείνους που επαναστάτησαν μόνοι τους, τότε νομίζετε ότι θα βρεθεί ποτέ κανείς σύμμαχός μας ο οποίος, με την παραμικρή πρόφαση, δεν θα επαναστατήσει, αφού, μάλιστα, θα ξέρει ότι αν επιτύχει, θ᾽ αποκτήσει την ελευθερία του και αν αποτύχει δεν θα πάθει τίποτε το ανεπανόρθωτο;
Εμείς, όμως, σε κάθε περίπτωση θα ριψοκινδυνεύομε και τις περιουσίες μας και τις ζωές μας. Και όταν θα πετυχαίνομε, θ᾽ ανακτούμε μια κατεστραμμένη πολιτεία και δεν θα έχομε πια απ᾽ αυτήν εισοδήματα που είναι η βάση της δύναμής μας. Όταν αποτυχαίνομε, θα προσθέτομε και άλλους εχθρούς σε όσους έχομε και θα καταναλίσκομε, πολεμώντας τους συμμάχους μας, τον χρόνο που θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε πολεμώντας εναντίον των εχθρών μας.
»Δεν πρέπει, λοιπόν, να τους αφήσομε να ελπίζουν ότι, με ρητορικά σχήματα ή με χρήματα, και με την αιτιολογία ότι τα σφάλματα είναι ανθρώπινα, θα μπορέσουν ν᾽ αποφύγουν την τιμωρία. Δεν μας έβλαψαν χωρίς να το θέλουν! Μας επιβουλεύτηκαν ξέροντας πολύ καλά τί κάνουν. Μόνο το ακούσιο μπορεί να συγχωρηθεί.
Εγώ εξακολουθώ τον αγώνα που άρχισα στην πρώτη συζήτηση και αγωνίζομαι τώρα για να μην ανακαλέσετε την απόφασή σας, αν δεν θέλετε να ενδώσετε στους τρεις κυριότερους εχθρούς κάθε εξουσίας: τον οίκτο, την γοητεία των ωραίων λόγων και την επιείκεια.
Σωστό είναι να αισθανόμαστε έλεος για εκείνους που έχουν τα ίδια αισθήματα για μας, και όχι για εκείνους που δεν θα δείξουν ποτέ έλεος για μας επειδή είναι, απ᾽ την ανάγκη των πραγμάτων, πάντα εχθροί μας. Όσο για τους ρήτορες που σας γοητεύουν με την ευφράδειά τους, θα τους δοθούν πολλές άλλες ευκαιρίες σε άλλα, μικρότερης σημασίας ζητήματα, και όχι σε περίσταση σαν τη σημερινή που κινδυνεύει η πολιτεία να πληρώσει ακριβά την σύντομη τέρψη την οποία θα μας έχουν προσφέρει και για την οποία θα δεχτούν συγχαρητήρια. Όσο για την επιείκεια, πρέπει να την δείχνομε σ᾽ εκείνους που στο μέλλον θα είναι φίλοι μας και όχι σ᾽ εκείνους που δεν θ᾽ αλλάξουν απέναντί μας και θα μείνουν πάντα εχθροί μας.
Για να τα συνοψίσω όλα, σας λέω, με μια λέξη, ότι αν ακολουθήστε την συμβουλή μου, θα πάρετε απόφαση δίκαιη για την τιμωρία των Μυτιληναίων και σωστή για τα συμφέροντά σας. Διαφορετικά, και την δική τους ευγνωμοσύνη δεν θα κερδίσετε και την δική σας πολιτεία θα καταδικάσετε, γιατί αν εκείνοι είχαν δίκιο να επαναστατήσουν, τότε σεις ασκείτε με τρόπο άδικο την εξουσία σας. Αν, όμως, θέλετε να κρατήστε την ηγεμονία σας, έστω και με ανάρμοστες μεθόδους, τότε πρέπει, για το συμφέρον σας, να τους τιμωρήστε, ακόμα κι αν τούτο είναι άδικο. Αλλιώς παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας και φροντίστε το καλό σας όνομα, χωρίς να διατρέχετε κινδύνους…
Πάρτε την απόφαση να τους τιμωρήστε όπως πρέπει και μην φανείτε, σεις που διαφύγατε τον κίνδυνο, λιγότερο άπονοι από εκείνους που τον δημιούργησαν. Σκεφθείτε πώς θα σας είχαν ασφαλώς μεταχειριστεί εκείνοι αν σας είχαν νικήσει, αφού μάλιστα εκείνοι πρώτοι μεταχειρίστηκαν την βία.
Όσοι, χωρίς αιτία, αρχίζουν εχθροπραξίες, προσπαθούν να καταστρέψουν ολότελα τον αντίπαλό τους και τούτο επειδή φοβούνται τον κίνδυνο που θ᾽ αντιπροσώπευαν γι᾽ αυτούς αν δεν τους αφάνιζαν ώς τον τελευταίο, γιατί εκείνος που, χωρίς αιτία, υφίσταται μια επίθεση, γίνεται χειρότερος εχθρός, αν σωθεί, από εκείνον που ήταν πάντα εχθρός.
Μην γίνετε, λοιπόν, προδότες του εαυτού σας και θυμηθείτε, όσο μπορείτε καλύτερα, την στιγμή που σας χτύπησαν. Σκεφθείτε ότι τότε θα είχατε δώσει το παν για να μπορέσετε να τους συντρίψετε κι ανταποδώστε τώρα τα ίδια, χωρίς να σκεφθείτε την τωρινή τους δυστυχία και χωρίς να λησμονείτε τον κίνδυνο που σας απείλησε τότε. Πρέπει, όχι μόνο να τους τιμωρήστε σκληρά, αλλά και να γίνουν παράδειγμα για τους άλλους συμμάχους, ώστε να ξέρουν ότι ποινή της αποστασίας θα είναι ο θάνατος. Αν αυτό το νιώσουν καλά, τότε θα βρίσκεστε σπανιότερα στην ανάγκη να παραμελείτε τον πόλεμο εναντίον των εχθρών σας για ν᾽ αγωνίζεστε εναντίον των συμμάχων σας».
Αυτά, περίπου, είπε ο Κλέων. Αμέσως ύστερα ανέβηκε στο βήμα ο Διόδοτος του Ευκράτους, που είχε υποστηρίξει ζωηρά την αντίθετη άποψη στην πρώτη Εκκλησία, δηλαδή να μην εκτελεστούν οι Μυτιληναίοι, και είπε τα εξής:
«Δεν θα κατηγορήσω εκείνους που θέλησαν να συζητηθεί και πάλι το ζήτημα των Μυτιληναίων και δεν θα επαινέσω εκείνους που νομίζουν ότι είναι κακό να επαναλαμβάνεται η συζήτηση, όταν πρόκειται για σπουδαιότατα πράγματα, και νομίζω ότι δύο στοιχεία είναι βλαβερά όταν πρέπει να λάβει κανείς μια ορθή απόφαση: η βιασύνη κι ο θυμός. Η πρώτη έχει, συνήθως, σύντροφο την ανοησία, ο δεύτερος την αμορφωσιά και την στενοκεφαλιά.
Εκείνος που δεν παραδέχεται ότι οι αγορεύσεις πρέπει να καθοδηγούν τις πράξεις μας είναι ή ανόητος ή ιδιοτελής. Ανόητος αν νομίζει ότι υπάρχει άλλος τρόπος να προσπαθήσει κανείς να φωτίσει τα όσα κρατάει αφανέρωτα το μέλλον. Ιδιοτελής, αν, θέλοντας να παρασύρει τον δήμο σε μια κακή απόφαση, βλέπει πως δεν μπορεί να μιλήσει ωραία για μια κακή υπόθεση και προσπαθεί, μ᾽ επιτήδειες διαβολές, να φοβίσει και όσους αντιφρονούν και το ακροατήριο.
Χειρότεροι απ᾽ όλους είναι εκείνοι οι οποίοι, μαζί μ᾽ αυτά, κατηγορούν τους αντιπάλους τους ότι είναι πληρωμένοι για να μιλήσουν. Αν τους κατηγορούσαν μόνο για ανοησία, τότε, αν δεν σας έπειθαν, θα τους θεωρούσατε ανόητους, αλλά όχι ανέντιμους. Αν όμως κατηγορηθούν για ιδιοτέλεια, τότε, κι αν ακόμα κατορθώσουν να πείσουν την συνέλευση, είναι ύποπτοι. Αν αποτύχουν, τότε δεν φαίνονται μόνο ανόητοι, αλλά και ανέντιμοι.
Η πολιτεία βλάπτεται απ᾽ αυτό. Στερείται από τις συμβουλές εκείνων που από φόβο δεν ανεβαίνουν στο βήμα. Θα ήταν μεγάλο το όφελος για την πολιτεία αν οι ρήτορες του είδους αυτού δεν είχαν το χάρισμα του λόγου, γιατί τότε θα τους ήταν πολύ πιο δύσκολο να σας συμπαρασύρουν στα σφάλματά τους.
Ο καλός πολίτης πρέπει ν᾽ αντικρούει και να νικά τους αντιπάλους του με επιχειρήματα και όχι με εκφοβισμούς. Η καλή πολιτεία δεν πρέπει ούτε ν᾽ απονέμει ιδιαίτερες τιμές σε όσους την συμβουλεύουν σωστά ούτε να τους μειώνει. Κι εκείνους που δεν κατορθώνουν να επιβάλουν την γνώμη τους δεν πρέπει ούτε να τους τιμωρεί ούτε να τους αφαιρεί την εκτίμησή της.
Με τον τρόπο αυτόν, όποιος έχει επιτυχίες δεν θα βρίσκεται στον πειρασμό να μιλήσει παρά την πεποίθησή του για να κολακέψει τον λαό, με την ελπίδα ότι θα του δοθούν περισσότερες τιμές, κι όποιος δεν έχει επιτυχίες δεν θα προσπαθεί, για τον ίδιο λόγο, να χαρίζεται στο πλήθος για να γίνει λαοφιλής.
»Εμείς, όμως, όχι μόνο κάνομε ακριβώς τα αντίθετα, αλλά και αν κανείς μάς δίνει σωστές συμβουλές, είναι όμως ύποπτος για δωροδοκία, αποκρούομε την γνώμη του με την απλή αυτή υποψία και στερούμε την πολιτεία από την βέβαιη ωφέλεια που θα είχε αν τον άκουγε.
Καταντήσαμε στο σημείο οι σωστές συμβουλές, που δίνονται χωρίς περιστροφές, να είναι το ίδιο ύποπτες με τις κακές. Το αποτέλεσμα είναι ότι, όπως εκείνος που θέλει να παρασύρει τον λαό σε καταστροφικές αποφάσεις, πρέπει να τον εξαπατήσει, έτσι κι εκείνος που προσπαθεί να δώσει την καλύτερη συμβουλή πρέπει να μεταχειριστεί το ψέμα για να πείσει τον λαό.
Από την πολλή μας ευφυΐα η πολιτεία μας είναι η μόνη που δεν μπορεί κανείς να την εξυπηρετήσει μιλώντας απλά, αλλά χρειάζεται να μεταχειριστεί τεχνάσματα. Αν κανείς προσπαθεί, χωρίς τεχνάσματα, να ωφελήσει την πολιτεία, τον υποπτεύεστε ότι επιδιώκει κάποιο κρυφό κέρδος.
Είναι όμως ανάγκη, σ᾽ εξαιρετικές περιστάσεις, όπως στην σημερινή, ν᾽ απαιτείτε από εμάς τους ρήτορες να δείχνομε μεγαλύτερη οξυδέρκεια από σας που δεν έχετε καιρό να μελετάτε τα ζητήματα. Εμείς, άλλωστε, που σας μιλούμε έχομε ευθύνη, ενώ εσείς μας ακούτε χωρίς ν᾽ αναλαμβάνετε ευθύνη.
Αν όσοι δίνουν συμβουλές και όσοι τις ακολουθούν κινδύνευαν να τιμωρηθούν το ίδιο, τότε θα εκρίνατε με πολύ περισσότερη σωφροσύνη. Ενώ τώρα, αν τύχει και πάρετε μια σφαλερή απόφαση, σας παρασύρει ο θυμός και τιμωρείτε εκείνον που σας συμβούλεψε και δεν κατακρίνετε τους εαυτούς σας, παρόλον ότι είσαστε πολλοί και σφάλατε το ίδιο.
»Εγώ όμως δεν ανέβηκα στο βήμα για να αναιρέσω τα όσα άλλοι είπαν εναντίον των Μυτιληναίων, ούτε για να τους κατηγορήσω. Και τούτο επειδή, αν είμαστε σώφρονες, δεν πρέπει ν᾽ ασχοληθούμε με το αν μας αδίκησαν ή όχι, αλλά να πάρομε την συμφερότερη για μας απόφαση.
Κι αν ακόμα σας αποδείξω ότι μας έκαναν αδικία μεγάλη, δεν θα σας συμβούλευα, γι᾽ αυτό, να τους σκοτώσομε παρά μόνο αν τούτο είναι το συμφέρον μας. Αλλά και αν είχαν κάποια δικαιολογία, πάλι δεν θα σας συμβούλευα να τους συγχωρήσετε αν δεν ήταν το συμφέρον μας.
Νομίζω ότι πρέπει να σκεφτούμε πολύ περισσότερο το μέλλον παρά το παρόν. Το κύριο επιχείρημα στο οποίο επιμένει ο Κλέων είναι ότι πρέπει να επιβάλετε την ποινή του θανάτου για ν᾽ αποθαρρύνετε στο μέλλον τις αποστασίες. Αλλά επειδή κι εγώ σκέπτομαι ακριβώς την μελλοντική μας ασφάλεια, έχω την αντίθετη γνώμη.
Και ζητώ από σας να μην παρασυρθείτε απ᾽ την ελκυστική επιχειρηματολογία του περιφρονώντας την απλότητα της δικής μου. Σας κατέχει αυτή τη στιγμή ο θυμός εναντίον των Μυτιληναίων και ίσως σας παρασύρει η αγόρευση του Κλέωνος που σας προτρέπει να πάρτε το δίκιο σας, αλλά εμείς δεν είμαστε δικαστές για να εξετάσομε την άποψη του δικαίου. Συσκεπτόμαστε για να πάρομε για τους Μυτιληναίους μιαν απόφαση που εξυπηρετεί το συμφέρον μας.
»Στις περισσότερες πολιτείες πολλά εγκλήματα, ελαφρότερα απ᾽ αυτό που κρίνομε, τιμωρούνται με την ποινή του θανάτου. Αλλά οι άνθρωποι αψηφούν τον κίνδυνο της τιμωρίας, γιατί ελπίζουν να την αποφύγουν και κανείς ποτέ δεν αποπειράθηκε να κάνει έγκλημα χωρίς να πιστεύει ότι θ᾽ αποφύγει την τιμωρία.
Και από τις πολιτείες, ποιά απ᾽ όλες επιχείρησε ποτέ να επαναστατήσει χωρίς να έχει την πεποίθηση ότι οι δυνάμεις που διαθέτει, είτε δικές της είτε συμμαχικές, είναι αρκετές για το εγχείρημα;
Όλοι οι άνθρωποι και όλες οι πολιτείες έχουν έμφυτη την τάση προς την αδικία και δεν υπάρχει νόμος που να μπορεί να τους συγκρατήσει, αφού οι άνθρωποι δοκίμασαν να επιβάλουν όλων των ειδών τις ποινές με την ελπίδα ότι, επιτείνοντάς τις, θα προστατευτούν καλύτερα από τα εγκλήματα των κακούργων. Ίσως, μάλιστα, τον παλιό καιρό οι ποινές για τα βαρύτερα εγκλήματα να ήσαν πιο ελαφρές, αλλ᾽ επειδή εξακολουθούσαν οι παρανομίες, με τον καιρό όλες οι ποινές καταλήξαν να είναι ο θάνατος. Και παρ᾽ όλα αυτά, τα εγκλήματα εξακολουθούν.
Πρέπει, λοιπόν, ή να βρούμε μια ποινή τρομερότερη απ᾽ τον θάνατο ή να παραδεχτούμε ότι τίποτε δεν προλαμβάνει το έγκλημα, γιατί πότε η τόλμη της απελπισίας του φτωχού, πότε η υπεροψία και η πλεονεξία του εξουσιαστή, πότε οι άλλες δυστυχίες της ζωής που ανάβουν πάθη τα οποία κυριαρχούν τους ανθρώπους, τους οδηγούν στην παρανομία.
Πάντοτε, άλλωστε, ο πόθος κι η ελπίδα (ο πρώτος προηγείται, η δεύτερη ακολουθεί, ο πρώτος προσχεδιάζει την κακή πράξη, η δεύτερη υποβάλλει την σκέψη ότι θα βοηθήσει η τύχη) προκαλούν το μεγαλύτερο κακό· κι επειδή είναι αόρατα στοιχεία είναι πιο ισχυρά από τον φανερό κίνδυνο.
Αλλά και η τύχη μπορεί κι αυτή να παρασύρει σε αλόγιστες πράξεις, γιατί καμιά φορά ευνοεί απροσδόκητα και κάνει τους ανθρώπους να επιχειρούν κάτι ανώτερο από τα μέσα που διαθέτουν. Τούτο συμβαίνει ακόμα πιο πολύ με τις πολιτείες, γιατί εκεί πρόκειται για τα σπουδαιότερα αγαθά ή την ελευθερία ή την κατάκτηση εξουσίας επάνω στους άλλους και, τότε, ο κάθε πολίτης, ενεργώντας ομαδικά με τους συμπολίτες του, υπερτιμάει τις δυνάμεις του.
Με λίγα λόγια είναι πολύ ανόητος εκείνος που νομίζει ότι είναι δυνατόν, όταν η φύση του ανθρώπου τον σπρώχνει με πάθος σε μια πράξη, να τον συγκρατήσει είτε ο νόμος είτε άλλος κανείς φόβος.
»Μη νομίζετε, λοιπόν, ότι η ποινή του θανάτου είναι εγγύηση και μην πάρετε μια κακή απόφαση που θ᾽ αφαιρέσει από όσους επαναστατούν κάθε ελπίδα ότι μπορούν, μετανοώντας, να εξαλείψουν το λάθος τους.
Σκεφθείτε και κάτι άλλο. Πως αν καμιά πολιτεία επαναστατήσει και καταλάβει ότι δεν μπορεί να πετύχει τον σκοπό της, μπορεί να συνθηκολογήσει έχοντας ακόμα την δυνατότητα να πληρώσει πολεμική αποζημίωση και να εξακολουθήσει να πληρώνει τον φόρο υποτελείας. Αλλ᾽ αν αλλάξετε πολιτική, νομίζετε ότι θα βρεθεί άλλη πολιτεία που να μην ετοιμαστεί καλύτερα για να επαναστατήσει και να μην προτιμήσει να υποστεί, ώς τα έσχατα, μια πολιορκία όταν ξέρει ότι αργά ή γρήγορα θα υποστεί την ίδια τύχη;
Αλλά και για μας μήπως δεν θα είναι ζημία; Θα κάνομε έξοδα για μια μακρόχρονη πολιορκία, αφού θ᾽ αποκλείεται η συνθηκολόγηση, θα κυριεύομε μια πόλη καταστραμμένη και δεν θα έχομε πια έσοδα απ᾽ αυτήν. Η υπεροχή μας επάνω στους εχθρούς μας είναι ακριβώς τα έσοδα αυτά.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να βλάψομε τα συμφέροντά μας κρίνοντας τους ενόχους σαν αυστηροί δικαστές, αλλά να σκεφθούμε πώς, στο μέλλον, θα είμαστε επιεικείς στις τιμωρίες που θα επιβάλλομε για να συγκρατούμε τις πολιτείες με άθικτα τα οικονομικά τους μέσα και πώς θα φροντίζομε την ασφάλειά μας με επιτήδεια πολιτική και όχι με την σκληρότητα των μέτρων που θα παίρνομε.
Αλλά έχομε αρχίσει να κάνομε το αντίθετο κι αν καμιά πολιτεία που ήταν ελεύθερη, και την υποχρεώσαμε με την βία να δεχτεί την κυριαρχία μας, επαναστατήσει —όπως θα έπρεπε να το περιμένει κανείς— νομίζομε τότε ότι πρέπει να της επιβάλομε βαριά τιμωρία.
Ενώ πρέπει όχι να τιμωρούμε βαριά όσους επαναστατούν, αλλά πριν επαναστατήσουν να τους επιτηρούμε όσο μπορούμε και να τους προλαμβάνομε, ώστε να μην τους περνάει καν η ιδέα ότι μπορούν να το επιχειρήσουν. Αν όμως επαναστατήσουν πρέπει, όταν τους υποτάξομε, να τιμωρούμε όσο το δυνατόν λιγότερους.
Σήμερα, σ᾽ όλες τις πολιτείες, οι δημοκρατικοί είναι με το μέρος μας και ή δεν συμμετέχουν στις επαναστάσεις των ολιγαρχικών, ή, αν αναγκαστούν, είναι απ᾽ την αρχή εχθρικοί προς τους υποκινητές. Έτσι, όταν ξεκινήστε εναντίον της επαναστατημένης πολιτείας, θα έχετε κιόλας σύμμαχο το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της.
Αν, λοιπόν, εξολοθρέψτε τους δημοκρατικούς της Μυτιλήνης, που όχι μόνο δεν πήραν μέρος στην επανάσταση, αλλά και, όταν οπλίστηκαν, σας παραδώσαν εκούσια την πόλη τους, πρώτ᾽ απ᾽ όλα θα κάνετε έγκλημα εναντίον εκείνων που σας ευεργέτησαν και ύστερα θα χαρίστε στους ολιγαρχικούς εκείνο που επιδιώκουν πάνω απ᾽ όλα. Γιατί παρακινώντας τις πολιτείες σ᾽ επανάσταση, θα έχουν αμέσως συμμάχους τους δημοκρατικούς, αφού σεις θα έχετε φανερώσει σ᾽ όλους ότι η ίδια τιμωρία περιμένει και τους ενόχους και τους αθώους.
Και νομίζω ότι είναι πολύ πιο συμφέρον για την διατήρηση της ηγεμονίας σας ν᾽ ανέχεστε μερικές αδικίες, παρά να επιβάλλετε μια δίκαιη ποινή σκοτώνοντας εκείνους που δεν έχετε συμφέρον να εξολοθρέψτε. Έτσι, δεν είναι δυνατόν, όπως υποστηρίζει ο Κλέων, η θανατική ποινή για τους Μυτιληναίους να είναι ταυτόχρονα και δίκαιη και συμφέρουσα.
»Πεισθείτε, λοιπόν, ότι η πρότασή μου είναι η πιο σωστή. Μην παρασυρθείτε ούτε από τον οίκτο, ούτε από την επιείκεια —ούτε εγώ θα ήθελα να παρασυρθείτε από τα αισθήματα αυτά— αλλά ακούστε τις συμβουλές μου. Τους Μυτιληναίους που έστειλε ο Πάχης επειδή τους θεώρησε ενόχους, δικάστε τους με ηρεμία, αλλά τους υπολοίπους αφήστε τους να ζουν στην πατρίδα τους.
Μια τέτοια απόφαση θα μας ωφελήσει στο μέλλον και θα φοβίσει τους εχθρούς μας από τώρα. Όποιος ακολουθεί μιαν επιτήδεια πολιτική απέναντι του εχθρού του είναι ισχυρότερος από εκείνον που μεταχειρίζεται, άστοχα, την βία για να δράσει εναντίον του».
Αυτά, περίπου, είπε ο Διόδοτος. Και αφού υποστηρίχτηκαν οι δύο αυτές απόψεις που ήσαν διαμετρικά αντίθετες, οι Αθηναίοι βρέθηκαν σε αμηχανία τί απόφαση να πάρουν, και στην ψηφοφορία που έγινε με σήκωμα των χεριών, σημειώθηκε σχεδόν ισοψηφία, αλλά νίκησε η γνώμη του Διοδότου.
Οι πρέσβεις των Μυτιληναίων εφοδιάσαν το πλήρωμα με κρασί και με αλεύρι και τους έδωσαν πολλές υποσχέσεις, αν πρόφταιναν. Έκαναν το ταξίδι τόσο γρήγορα, ώστε οι ναύτες χωρίς να σταματούν να κωπηλατούν έτρωγαν ζυμάρι από αλεύρι και κρασί ή λάδι. Έκαναν βάρδιες, ώστε μερικοί να κοιμούνται κι άλλοι να κωπηλατούν.
Ευτυχώς δεν φύσηξε άνεμος ενάντιος. Έτσι, ενώ το πρώτο καράβι ταξίδευε αργά έχοντας να μεταφέρει μια τρομερή παραγγελία, το δεύτερο έβιαζε την πορεία του. Γι᾽ αυτό και το πρώτο έφτασε με τόση μόνο διαφορά, όση ώρα χρειάστηκε ο Πάχης να διαβάσει το ψήφισμα και να ετοιμαστεί να εκτελέσει την διαταγή. Το δεύτερο καράβι πρόλαβε να φτάσει και να εμποδίσει την καταστροφή. Από τόσο μόνο γλίτωσε η Μυτιλήνη την συμφορά.
Τους πρωταίτιους της αποστασίας που είχε στείλει ο Πάχης στην Αθήνα, τους σκότωσαν οι Αθηναίοι ακολουθώντας την συμβουλή του Κλέωνος. Ήσαν λίγο περισσότεροι από χίλιους. Κατεδάφισαν τα τείχη της Μυτιλήνης και πήραν το στόλο της.
Δεν έβαλαν φόρο στην Μυτιλήνη, αλλά διαίρεσαν όλο το νησί —εκτός από την γη των Μηθυμναίων— σε τρεις χιλιάδες κλήρους. Τους τριακόσιους αφιέρωσαν στους θεούς και τους υπόλοιπους τους μοίρασαν σε δικούς τους κληρούχους που διάλεξαν με κλήρο. Αργότερα οι Λέσβιοι ανάλαβαν να πληρώνουν στους κληρούχους αυτούς δύο μνες τον χρόνο για κάθε κλήρο και καλλιέργησαν οι ίδιοι την γη τους.
Οι Αθηναίοι πήραν και όλες τις μικρές πολιτείες που εξουσίαζαν οι Μυτιληναίοι στην αντικρινή ηπειρωτική ακτή κι έγιναν κι αυτές υποτακτικές της Αθήνας. Αυτά ήσαν τα γεγονότα της Λέσβου.
Το ίδιο καλοκαίρι και μετά την υποταγή της Λέσβου, οι Αθηναίοι έκαναν εκστρατεία με στρατηγό τον Νικία του Νικηράτου εναντίον του νησιού Μινώα που βρίσκεται αντίκρυ στα Μέγαρα. Οι Μεγαρείς είχαν χτίσει εκεί έναν πύργο και είχαν βάλει φρουρά.
Σκοπός του Νικία ήταν να την κάνει βάση αθηναϊκή που θα ήταν πιο κοντά από ό,τι ήταν το ακρωτήριο Βούδορο ή η Σαλαμίνα, ώστε να εμποδίσει τους Πελοποννησίους να βγαίνουν απαρατήρητοι με τα πολεμικά τους —όπως το είχαν κάνει σε προηγούμενη περίσταση— ή να κάνουν ληστρικές επιδρομές. Ταυτόχρονα η βάση αυτή θα εμπόδιζε οποιοδήποτε καράβι να μπαίνει στο λιμάνι των Μεγάρων.
Έκανε πρώτα επίθεση από θάλασσα στο μέρος αντίκρυ από την Νίσαια και κυρίεψε, με πολιορκητικές μηχανές, δύο προχωρημένους πύργους. Αφού εξασφάλισε το στενό μεταξύ του νησιού και της στεριάς, έχτισε ένα τείχος προς το μέρος από όπου μπορούσαν να στείλουν οι Μεγαρείς ενισχύσεις στο νησί από μια γέφυρα φτιαγμένη στην στενή ρήχη που χωρίζει το νησί απ᾽ τη στεριά.
Το ίδιο καλοκαίρι, την ίδια περίπου εποχή, οι Πλαταιείς, που δεν είχαν πια τρόφιμα και δεν μπορούσαν ν᾽ ανθέξουν στην πολιορκία, παραδόθηκαν στους Πελοποννησίους μετά από τ᾽ ακόλουθα περιστατικά.
Οι Πελοποννήσιοι έκαναν μιαν επίθεση εναντίον του τείχους και φάνηκε πως δεν μπορούσαν ν᾽ αμυνθούν. Ο αρχηγός των Λακεδαιμονίων κατάλαβε την αδυναμία τους, αλλά δεν θέλησε να κυριέψει την πολιτεία με έφοδο, γιατί του είχαν πει από την Σπάρτη ότι, αν ποτέ γινόταν συνθήκη ειρήνης με τους Αθηναίους σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε ν᾽ αποδοθούν από τα δυο μέρη όλες οι πολιτείες που θα είχαν κυριευτεί με τα όπλα, δεν θα αποδίδαν την Πλάταια, αν οι Πλαταιείς παραδίδονταν εκούσια. Τους έστειλε, λοιπόν, κήρυκα που τους είπε ότι, αν ήθελαν να παραδώσουν την πολιτεία στους Λακεδαιμονίους και αν δέχονταν να δικαστούν απ᾽ αυτούς, τότε θα τιμωρούσαν τους ενόχους, αλλά ότι κανένας δεν θα τιμωρηθεί χωρίς να κριθεί.
Αυτά είπε ο κήρυκας και οι Πλαταιείς που είχαν φτάσει στο έσχατο σημείο της εξάντλησης, παράδωσαν την πόλη. Οι Λακεδαιμόνιοι τους έθρεψαν μερικές μέρες, ώσπου να φτάσουν από την Σπάρτη οι δικαστές, πέντε τον αριθμό.
Όταν έφτασαν, δεν διατύπωσαν κανένα κατηγορητήριο, αλλά τους κάλεσαν και τους ρώτησαν τούτο μόνο: αν σ᾽ όλη την διάρκεια του πολέμου είχαν προσφέρει καμιά υπηρεσία στους Λακεδαιμονίους ή στους συμμάχους τους.
Οι Πλαταιείς αποκρίθηκαν ζητώντας να μιλήσουν εκτενέστερα και όρισαν αντιπροσώπους τους τον Αστύμαχο του Ασωπολάου και τον Λάκωνα του Αειμνήστου, που ήταν πρόξενος των Λακεδαιμονίων. Προχώρησαν και είπαν, περίπου, τα εξής:
«Λακεδαιμόνιοι. Σας παραδώσαμε την πολιτεία μας γιατί σας είχαμε εμπιστοσύνη. Δεν φανταστήκαμε ότι θα μας υποβάλετε σε τέτοιου είδους δίκη αλλά ότι θα μας δικάζατε κατά τρόπο νομιμότερο. Και δεχτήκαμε να μη δικαστούμε παρά μόνο από σας και όχι από άλλους, γιατί πιστεύαμε στην αμεροληψία σας.
Τώρα, όμως, φοβόμαστε ότι κάναμε διπλό λάθος. Έχομε κάθε λόγο να υποψιαζόμαστε ότι διατρέχομε, στη δίκη αυτή, τον έσχατο κίνδυνο και ότι σεις δεν θα είστε αμερόληπτοι κριτές. Και το συμπεραίνομε από το ότι δεν διατυπώθηκε καμιά κατηγορία στην οποία να πρέπει ν᾽ απαντήσομε —εμείς, άλλωστε, ζητήσαμε να μιλήσομε— και από το ότι η ερώτηση που μας κάνατε είναι τόσο σύντομη, ώστε αν πούμε την αλήθεια, η απάντησή μας είναι καταδίκη κι αν πούμε ψέματα είναι εύκολο ν᾽ αποδειχτεί.
Δεν έχομε όμως πια πού να στηριχτούμε κι αναγκαζόμαστε —επειδή τούτο μας φαίνεται ασφαλέστερο— να μιλήσομε χωρίς περιστροφές για ν᾽ αντιμετωπίσομε τον κίνδυνο που διατρέχομε. Γιατί αν, στη θέση που βρισκόμαστε τώρα, σιωπήσομε, τότε ίσως να νομίσομε ότι αν είχαμε μιλήσει θα μπορούσαμε να είχαμε σωθεί.
Μαζί μ᾽ όλες τις άλλες δυσκολίες υπάρχει και η δυσκολία να σας πείσομε. Αν ήμασταν άγνωστοι που μιλούν σε αγνώστους, θα μπορούσαμε να υπερασπιστούμε παραθέτοντας μαρτυρίες για πράγματα που δεν θα γνωρίζατε. Τώρα, όμως, θα μιλήσομε σε ανθρώπους που, ό,τι κι αν τους πούμε, τους είναι γνωστό. Δεν φοβόμαστε ότι κρίνετε την αρετή μας κατώτερη απ᾽ την δική σας και ότι γι᾽ αυτό θα μας καταδικάσετε, αλλά ότι για να ικανοποιήσετε άλλους, μας κάνετε δίκη που την έκβασή της την έχετε κιόλας αποφασίσει.
»Παρ᾽ όλα αυτά, θα σας εκθέσομε τους λόγους που δικαιολογούν την στάση μας, τόσο στις διαφορές μας με τους Θηβαίους όσο και απέναντί σας και απέναντι των άλλων Ελλήνων. Θα σας θυμίσομε τις υπηρεσίες που έχομε προσφέρει στα κοινά και θα προσπαθήσομε να σας πείσομε.
Στην σύντομη ερώτηση που μας βάλατε, αν στον πόλεμο αυτόν ωφελήσαμε σε κάτι τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους τους, θ᾽ αποκριθούμε, αν μας ρωτάτε σαν εχθρούς, ότι δεν μπορείτε να μας κατηγορήστε επειδή δεν σας ωφελήσαμε. Αν μας ρωτάτε σαν φίλους, τότε εσείς μας βλάψατε, αφού εκστρατεύσατε εναντίον μας.
Στα Μηδικά και στην περίοδο της ειρήνης που ακολούθησε, η διαγωγή μας ήταν άμεμπτη. Δεν παραβιάσαμε πρώτοι την ειρήνη, και στα Μηδικά, μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς, συμπολεμήσαμε για την ελευθερία των Ελλήνων.
Αν και είμαστε μεσόγεια πολιτεία, πήραμε μέρος στην ναυμαχία του Αρτεμισίου. Και στην μάχη που έγινε εδώ, στα χώματά μας, σταθήκαμε στο πλευρό σας και βοηθήσαμε τον Παυσανία. Συμμεριστήκαμε όλους τους κινδύνους που, την εποχή εκείνη, απείλησαν τους Έλληνες, μετέχοντας παντού με δυνάμεις δυσανάλογα μεγάλες προς τα μέσα μας.
Και σας ιδιαίτερα, Λακεδαιμόνιοι, όταν η Σπάρτη βρέθηκε σε μεγάλο κίνδυνο μετά τον σεισμό και την επανάσταση των ειλώτων στην Ιθώμη, σας βοηθήσαμε στέλνοντάς σας το ένα τρίτο του στρατού μας. Αυτά δεν πρέπει να τα ξεχνάτε.
»Τέτοιοι θελήσαμε να είμαστε στις παλιές και μεγάλες εκείνες περιστάσεις και μόνο αργότερα γινήκαμε εχθροί σας. Αλλά σεις σταθήκατε υπεύθυνοι γι᾽ αυτό. Γιατί τον καιρό που οι Θηβαίοι μάς χτύπησαν και σας ζητήσαμε την συμμαχία σας, μας την αρνηθήκατε, λέγοντας πως ήσαστε μακριά μας και μας δώσατε την συμβουλή να στραφούμε προς τους Αθηναίους που είναι κοντά μας.
Κι αν δεν θελήσαμε, όταν μας το ζητήσατε, ν᾽ αποσπαστούμε από τους Αθηναίους, δεν κάναμε τίποτε το άδικο, γιατί εκείνοι μας βοήθησαν εναντίον των Θηβαίων όταν σεις αδιαφορούσατε για μας. Θα ήταν άπρεπο να τους προδώσομε, και μάλιστα αφού μας ευεργέτησαν και μας δέχτηκαν —όταν τους το ζητήσαμε— στην συμμαχία τους και μας έδωσαν τα δικαιώματα Αθηναίων πολιτών. Φυσικό, λοιπόν, ήταν να συμμορφωθούμε πρόθυμα στις παραγγελίες τους.
Όταν, είτε σεις είτε οι Αθηναίοι παρασύρετε τους συμμάχους σας σε πράξεις που δεν είναι σωστές, τότε δεν φταίνε εκείνοι που εκτελούν τις οδηγίες, αλλά εκείνοι που τις δίνουν.
»Όσο για τους Θηβαίους, αυτοί μας προξένησαν και άλλα πολλά κακά και ξέρετε, μόνοι σας, τούτο το τελευταίο που είναι το αίτιο της τωρινής μας συμφοράς.
Δοκίμασαν να κυριέψουν την πόλη μας σε καιρό ειρήνης και μάλιστα σε μέρα που ήταν ιερή. Είχαμε, λοιπόν, δίκαιο να τους τιμωρήσομε σύμφωνα με τον κανόνα, που είναι απ᾽ όλους παραδεκτός, ότι είναι σωστό ν᾽ αποκρούει κανείς εκείνον που του επιτίθεται. Δεν είναι δίκαιο να πάθομε εμείς, σήμερα, εξαιτίας τους.
Αν βασίσετε την κρίση σας επάνω στο τί είναι ωφέλιμο για σας και στο μίσος που μας έχουν οι Θηβαίοι, τότε θα γίνει φανερό ότι δεν κρίνετε σύμφωνα με το δίκαιο, αλλά σύμφωνα με το συμφέρον σας.
Αν σήμερα η συμμαχία των Θηβαίων σάς είναι χρήσιμη, εμείς και οι άλλοι Έλληνες σας φανήκαμε πολύ χρησιμότεροι όταν διατρέχατε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο. Τώρα σεις κάνετε πόλεμο εναντίον άλλων και είστε τρομεροί εχθροί, ενώ τον καιρό που οι βάρβαροι υποδούλωναν τους πάντες, οι Θηβαίοι είχαν συμμαχήσει μαζί τους.
Δίκαιο είναι ν᾽ αντιπαραβάλετε το σημερινό μας σφάλμα, αν σφάλμα υπάρχει, με την αυτοθυσία που δείξαμε τότε και θα δείτε ότι το σφάλμα είναι μικρό σε σύγκριση με την αυτοθυσία, και μάλιστα σ᾽ εποχή που ελάχιστοι ήσαν οι Έλληνες οι οποίοι όρθωναν την ανδρεία τους για ν᾽ αντιμετωπίσουν την δύναμη του Ξέρξη. Κι όλους τους επαίνους τούς έπαιρναν εκείνοι που αρνιόνταν να συμβιβαστούν με τον εχθρό για ν᾽ ασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, και προτιμούσαν ν᾽ αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο για χάρη ιερότατου σκοπού.
Ήμαστε κι εμείς μεταξύ τους και τιμηθήκαμε με πρωτεία και τώρα κρέμεται απάνω μας η καταστροφή, επειδή ακολουθήσαμε την ίδια διαγωγή. Διαλέξαμε δηλαδή εκείνο που μας επέβαλλε το δίκαιο. Να μείνομε πιστοί στους Αθηναίους, και όχι εκείνο που ήταν το συμφέρον μας, να έρθομε μαζί σας.
Αλλά πρέπει να κρίνετε με τα ίδια μέτρα όμοιες πράξεις και να θεωρείτε ότι το συμφέρον σας δεν βρίσκεται πουθενά αλλού, παρά στο να επιδιώκετε να συνδυάζετε το άμεσο συμφέρον σας με την ευγνωμοσύνη προς τους συμμάχους σας, για τις όσες ευεργεσίες σάς έκαναν.
»Σκεφθείτε ότι τώρα είστε, για τους περισσότερους Έλληνες, παράδειγμα αντρίκιας αρετής. Αν, όμως, η απόφασή σας για μας είναι άδικη, η κρίση σας αυτή δεν θα περάσει απαρατήρητη, γιατί και η δική σας φήμη είναι μεγάλη και η δική μας δεν είναι ευκαταφρόνητη. Προσέξτε μήπως σας αποδοκιμάσει η κοινή γνώμη, εσάς που πολύ σας επαινούν, αν μας καταδικάσετε άδικα, εμάς τους γενναίους, κι αν αφιερώστε στους κοινούς ναούς των Ελλήνων τα λάφυρα που θα ᾿χετε πάρει από μας, τους ευεργέτες της Ελλάδος.
Θα φαινόταν φοβερό αν οι Λακεδαιμόνιοι καταστρέφαν την Πλάταια και αν, ενώ οι πατέρες σας ανάγραψαν τ᾽ όνομά μας στον τρίποδα των Δελφών για την εξαιρετική μας ανδρεία, σεις τώρα μας εξαλείφατε από το πρόσωπο της Ελλάδος για να ευχαριστήστε τους Θηβαίους.
Σε τέτοιο σημείο καταντήσαμε! Εμείς που καταστραφήκαμε όταν ήρθε ο Μήδος, τώρα κινδυνεύομε, για χάρη των Θηβαίων, να καταστραφούμε από σας, τους καλύτερους, άλλοτε, φίλους μας. Αντιμετωπίσαμε δύο μεγάλους κινδύνους. Να πεθάνομε από την πείνα αν δεν σας παραδίναμε την πόλη και τώρα ν᾽ αντικρίζομε τον θάνατο απ᾽ τη δική σας κρίση.
Εμάς τους Πλαταιείς, που πάντα βοηθήσαμε τους Έλληνες με περισσότερες απ᾽ ό,τι μπορούσαμε δυνάμεις, όλοι μας εγκατέλειψαν κι είμαστε έρημοι κι αβοήθητοι. Κανείς από τους συμμάχους μας δεν μας παραστέκεται, και φοβόμαστε, Λακεδαιμόνιοι, ότι ούτε σε σας, την μόνη μας ελπίδα, μπορούμε να στηριχτούμε.
»Σας εξορκίζομε στους θεούς που προστάτεψαν τότε την συμμαχία μας, σας εξορκίζομε στην αφοσίωση που δείξαμε στα κοινά των Ελλήνων. Λυγίστε κι αλλάξτε απόφαση, αν σας έχουν κιόλας πείσει οι Θηβαίοι. Ζητήστε πίσω το δώρο που τους κάνατε για να μην θανατώστε εκείνους που δεν έχετε το δικαίωμα σεις να σκοτώστε. Έτσι θ᾽ αποκτήστε την δική μας ευγνωμοσύνη αντί της δικής τους που θα σας ντρόπιαζε και δεν θ᾽ αποκτήστε κακή φήμη μόνο και μόνο για να φανείτε ευχάριστοι σ᾽ άλλους.
Σας είναι εύκολο, σε λίγη ώρα, να μας σκοτώσετε όλους, αλλά θα σας χρειαστεί πολύς καιρός για ν᾽ αποπλύνετε την κακή σας φήμη μετά από μια τόσο απάνθρωπη πράξη. Δεν είμαστε εχθροί σας ώστε να έχετε το δικαίωμα να μας τιμωρήσετε, αλλά φίλοι που βρέθηκαν στην ανάγκη να σας πολεμήσουν.
Αν δεν μας καταδικάσετε η κρίση σας θα είναι σύμφωνη με τα όσια. Θυμηθείτε ότι παραδοθήκαμε εκούσια σε σας, σαν ικέτες —και ο νόμος των Ελλήνων απαγορεύει να θανατώνονται οι ικέτες— και ότι σας προσφέραμε, πάντα, στο παρελθόν, μεγάλες υπηρεσίες.
Γυρίστε να δείτε τους τάφους των προγόνων σας που σκοτώθηκαν από τους Μήδους και είναι θαμμένοι στη γη μας. Τους τιμούσαμε, κάθε χρόνο, με δημόσια τελετή, προσφέροντάς τους ενδύματα και όσα άλλα συνηθίζονται και τους πρώτους καρπούς απ᾽ ό,τι έδινε η γη μας, σαν φίλοι από πόλη φιλική, σαν σύμμαχοι προς παλιούς συμπολεμιστές. Αν πάρετε άδικη απόφαση, θα κάνετε ακριβώς τ᾽ αντίθετα απ᾽ αυτά.
Σκεφθείτε ότι ο Παυσανίας τούς έθαψε εδώ, γιατί θεωρούσε την χώρα μας φιλική κι εμάς φίλους. Σεις, αν μας σκοτώστε και δώστε την χώρα μας στους Θηβαίους, τί άλλο θα κάνετε παρά να εγκαταλείψτε τους προγόνους σας και συγγενείς σας σε γη εχθρική και να τους παραδώστε σ᾽ εκείνους που τους σκότωσαν, στερώντας τους απ᾽ τις τιμές που τώρα έχουν. Αλλά θα υποδουλώσετε την γη όπου οι Έλληνες νίκησαν στον αγώνα για την ελευθερία τους, και τους ναούς των θεών των οποίων ζήτησαν την βοήθεια για να νικήσουν τους Μήδους θα τους αφήστε έρημους και θα τους στερήστε από τις θυσίες εκείνων που τους έκτισαν.
»Αλλά αυτά, Λακεδαιμόνιοι, είναι ανάξια της μεγάλης σας φήμης. Αυτά είναι και αντίθετα στα νόμιμα των Ελλήνων και περιφρονητικά προς τους προγόνους σας, αν θανατώστε εμάς τους ευεργέτες σας, για να ικανοποιήστε το μίσος άλλων, χωρίς να έχετε πάθει, σεις, τίποτε. Χαρίστε μας τη ζωή και κρίνετέ μας με συνετή επιείκεια και μην είστε άκαμπτοι. Σκεφθείτε όχι μόνο την τρομερή μοίρα που μας περιμένει εμάς, αλλά και ποιοί είμαστε εμείς που πρόκειται να την υποστούμε. Ξέρετε πόσο απρόβλεπτη είναι η μοίρα και ότι κανείς, ακόμα κι ο αθώος, δεν μπορεί να την αποφύγει.
Εμείς, λοιπόν, καθώς μας το επιβάλλει η ανάγκη και καθώς ταιριάζει στη θέση μας, παρακαλούμε τους κοινούς θεούς των Ελλήνων, που τους τιμούν όλοι στους ίδιους βωμούς, να μας ακούσουν και σας εξορκίζομε να μας ακούστε κι εσείς. Κάνομε επίκληση στους όρκους που έκαναν οι πατέρες σας. Μην τους λησμονείτε! Πέφτομε ικέτες στους τάφους των πατέρων σας για να μην παραδώστε στους Θηβαίους, που ήσαν οι χειρότεροι εχθροί τους, εμάς που είμαστε οι καλύτεροι φίλοι τους. Σας θυμίζομε την ημέρα εκείνη που λάβαμε κι εμείς μέρος στα λαμπρά τους κατορθώματα, εμείς που τώρα κινδυνεύομε την έσχατη συμφορά.
Πρέπει τώρα να τελειώσομε, αν και τούτο είναι πάρα πολύ δύσκολο για ανθρώπους που βρίσκονται στη θέση μας, γιατί με το τέλος του λόγου μας πλησιάζει και ο κίνδυνος να τελειώσει η ζωή μας. Τελειώνοντας, σας δηλώνομε ότι δεν παραδώσαμε την πολιτεία μας στους Θηβαίους (θα είχαμε προτιμήσει να πεθάνομε απ᾽ τον εξευτελιστικότερο θάνατο, από πείνα), αλλ᾽ ότι ήρθαμε σε σας έχοντας εμπιστοσύνη και είναι δίκαιο, αν δεν σας έχομε πείσει, να μας αφήστε να γυρίσομε στην πόλη και να διαλέξομε, εμείς οι ίδιοι, τον τρόπο που θα πεθάνομε.
Σας εξορκίζομε, Λακεδαιμόνιοι, να μην μας παραδώστε σεις με τα ίδια σας τα χέρια, εμάς τους Πλαταιείς που με τόση προθυμία βοηθήσαμε πάντα τους Έλληνες και είμαστε τώρα ικέτες σας, στους χειρότερους εχθρούς μας, τους Θηβαίους. Γίνετε σωτήρες μας και μην μας αφανίστε, σεις που αγωνίζεστε για την ελευθερία των Ελλήνων».
Αυτά είπαν, περίπου, οι Πλαταιείς, και οι Θηβαίοι από φόβο μήπως με τον λόγο αυτό κλονιστούν οι Λακεδαιμόνιοι, ζήτησαν κι αυτοί να μιλήσουν αφού, παρά την συμβουλή τους, οι Λακεδαιμόνιοι είχαν επιτρέψει στους Πλαταιείς ν᾽ απαντήσουν με μακρό λόγο στην ερώτηση που τους είχαν κάνει. Οι Λακεδαιμόνιοι τους έδωσαν την άδεια να μιλήσουν και είπαν, περίπου, τα ακόλουθα:
«Δεν θα είχαμε ζητήσει τον λόγο, αν αυτοί εδώ είχαν δώσει σύντομη απάντηση στο ερώτημα, αν δεν μας είχαν κατηγορήσει και αν δεν είχαν μακρηγορήσει για τον εαυτό τους και για πράγματα άσχετα και, μάλιστα, απολογούμενοι για κατηγορίες που κανείς δεν διατύπωσε εναντίον τους και επαινώντας τον εαυτό τους για πράγματα για τα οποία κανείς δεν τους έψεξε. Τώρα όμως είμαστε υποχρεωμένοι ν᾽ απαντήσομε στις κατηγορίες τους και ν᾽ αμφισβητήσομε την δική τους διαγωγή ώστε να μην ωφεληθούν ούτε από την δική μας κακή φήμη ούτε από την δική τους δόξα. Έτσι θα κρίνετε εσείς, αφού ακούστε την αλήθεια και για τα δύο αυτά σημεία.
Η μεταξύ μας έχθρα άρχισε από τότε που εμείς χτίσαμε την Πλάταια και άλλες πολιτείες της Βοιωτίας, σε περιοχές που κατακτήσαμε και από όπου διώξαμε τον ανάμεικτο πληθυσμό τους. Αυτοί εδώ, παρά τις αρχικές συμφωνίες, δεν δέχτηκαν ν᾽ αναγνωρίσουν την ηγεμονία μας και, μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς, παραβαίνοντας τα πάτρια, μόλις δοκιμάσαμε να τους επιβληθούμε, έγιναν σύμμαχοι με τους Αθηναίους, και μαζί τους μας έβλαπταν, αλλά τους κάναμε κι εμείς αντίποινα.
»Όταν ο βάρβαρος ήρθε να χτυπήσει την Ελλάδα, λένε ότι μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς δεν πήγαν με το μέρος των Περσών και γι᾽ αυτό κυρίως καυχιόνται και μας κατηγορούν.
Αλλά εμείς θα σας βεβαιώσομε ότι δεν μήδισαν μόνο και μόνο επειδή και οι Αθηναίοι δεν πήραν το μέρος των Περσών και ότι, αργότερα, πιστοί στην πολιτική τους αυτή, μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς συνεργάστηκαν με τους Αθηναίους, όταν αυτοί άρχισαν να κατακτούν την Ελλάδα.
Σκεφθείτε, τώρα, ποιά ήταν η κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε τότε κι εμείς κι εκείνοι. Η πολιτεία μας, τότε, δεν ήταν ούτε νόμιμη ολιγαρχία ούτε δημοκρατία, αλλά το καθεστώς μας ήταν το άκρο αντίθετο από την ευνομία και το πιο συγγενικό προς την τυραννία. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων δυνάστευε την πολιτεία
και αυτοί είχαν την ελπίδα ότι θα στεριώσουν ακόμα περισσότερο την εξουσία τους, αν οι Μήδοι νικήσουν. Συγκράτησαν με την βία τον λαό και κάλεσαν τους Μήδους να έρθουν στην πολιτεία. Κι ο λαός, που δεν ήταν κύριος της τύχης του, αναγκάστηκε να το δεχτεί. Δεν είναι, λοιπόν, σωστό να του καταλογίζεται το σφάλμα μιας παράνομης εξουσίας.
Αλλά όταν οι Μήδοι έφυγαν και μπόρεσε η πολιτεία μας ν᾽ αποκτήσει νόμιμο πολίτευμα, όταν οι Αθηναίοι άρχισαν να επεκτείνουν την ηγεμονία τους σ᾽ όλη την Ελλάδα και στην δική μας περιοχή και, χάρη στις εσωτερικές μας διαφορές, κατόρθωσαν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της, θυμηθείτε ότι τότε πολεμήσαμε στην Κορώνεια και τους νικήσαμε, ελευθερώνοντας όλη την Βοιωτία και σκεφθείτε ακόμα ότι τώρα είμαστε συναγωνιστές σας για ν᾽ απελευθερώσομε τους Έλληνες και προσφέρομε ιππικό και άφθονα εφόδια, πολύ περισσότερα από κάθε άλλον σύμμαχο.
Όσο, λοιπόν, για την κατηγορία ότι μηδίσαμε, τόσα μόνο θα πούμε. »Θα προσπαθήσομε, όμως, τώρα ν᾽ αποδείξομε ότι σεις, Πλαταιείς, έχετε παρανομήσει εναντίον των Ελλήνων πολύ περισσότερο απ᾽ ό,τι εμείς και ότι σας αξίζει η αυστηρότερη ποινή.
Όπως είπατε, συμμαχήσατε με τους Αθηναίους και γινήκατε Αθηναίοι πολίτες για να προστατευτείτε από μας. Αλλά τότε, θα έπρεπε να ζητάτε την βοήθειά τους μόνο εναντίον μας και να μην τους βοηθάτε στις επιχειρήσεις τους εναντίον άλλων Ελλήνων. Αν ήθελαν οι Αθηναίοι να σας αναγκάζουν να τους ακολουθείτε, μπορούσατε να τους αρνηθείτε αφού είχατε κάνει κιόλας με τους Λακεδαιμονίους την συμμαχία εναντίον των Μήδων, την οποία επικαλείστε με τόση επιμονή. Η συμμαχία αυτή ήταν υπεραρκετή κι εμάς να εμποδίζει απ᾽ το να σας βλάπτομε, και σας να προστατεύει και τούτο είναι το σημαντικότερο — ώστε να παίρνετε τις αποφάσεις σας ελεύθεροι από κάθε φόβο. Αλλά όχι! Προτιμήσατε να συμμαχήστε με τους Αθηναίους, επειδή έτσι το θελήσατε και όταν πια δεν διατρέχατε κίνδυνο από κανέναν.
Κι έχετε τώρα το θράσος, σεις, να έρχεστε να μας λέτε ότι θα ήταν φοβερό να προδώστε τους ευεργέτες σας! Αλλά πολύ φοβερότερο και χειρότερο ήταν να προδώστε όλους τους άλλους Έλληνες με τους οποίους είχατε κάνει σπονδές, παρά να προδώστε μόνο τους Αθηναίους οι οποίοι προσπαθούσαν να υποδουλώσουν την Ελλάδα, ενώ όλοι οι άλλοι Έλληνες αγωνίζονταν να την ελευθερώσουν.
Και η χάρη που ανταποδώσατε στους Αθηναίους ήταν έξω από κάθε μέτρο συγκρινόμενη μ᾽ εκείνην που τους χρωστούσατε και σας ντρόπιασε. Γιατί σεις, όπως λέτε, ζητήσατε την βοήθειά τους όταν σας αδικούσαν άλλοι, αλλά γινήκατε συνένοχοί τους όταν εκείνοι άρχισαν ν᾽ αδικούν τους άλλους Έλληνες. Είναι μικρότερη ντροπή να μην ανταποδώσει κανείς μια χάρη απ᾽ την οποία ωφελήθηκε παρά να την ανταποδώσει με τρόπο που οδηγεί σε μιαν άδικη πράξη.
»Αλλά φανερώσατε ότι αν, τότε, μόνοι απ᾽ όλους τους Βοιωτούς δεν μηδίσατε, δεν το κάνατε για να υπερασπιστείτε τα κοινά συμφέροντα των Ελλήνων, παρά για ν᾽ ακολουθήστε τους Αθηναίους, κάνοντας τα αντίθετα από όσα έκαναν οι άλλοι Βοιωτοί.
Και τώρα έχετε την αξίωση να ωφεληθείτε για κάτι που κάνατε για να ευχαριστήστε άλλους. Αλλά τούτο είναι απαράδεκτο. Έχετε διαλέξει τους Αθηναίους. Εξακολουθήστε, λοιπόν, τον αγώνα στο πλευρό τους και πάψτε να επικαλείστε τους όρκους που κάνατε τότε για να σωθείτε τώρα.
Πρώτοι σεις τους καταπατήσατε και παραβιάσατε την συμμαχία βοηθώντας τους Αθηναίους να υποδουλώσουν τους Αιγινήτες και άλλους από τους συμμάχους, αντί να προσπαθήστε να το εμποδίστε. Και όλα αυτά δεν τα κάνατε παρά την θέλησή σας, αφού το πολίτευμα που είχε η πολιτεία σας έως σήμερα ίσχυε από τότε και κανείς δεν μπορούσε να σας καταναγκάσει ν᾽ ακολουθήσετε μια πολιτική, όπως τούτο έγινε μ᾽ εμάς. Αλλά, και την τελευταία πρόταση που σας κάναμε, προτού περιτειχίσομε την πολιτεία σας, να μείνετε ουδέτεροι, την απορρίψατε κι αυτήν.
Ποιοί, λοιπόν, απ᾽ όλους τους Έλληνες θα ήταν δικαιότερα μισητοί παρά εσείς που παινεύεστε για τα κατορθώματα που κάνατε εναντίον τους; Με την σημερινή σας διαγωγή φανερώσατε ότι τα όσα κατορθώματα κάνατε άλλοτε, δεν ήσαν πράξεις αυθόρμητες. Φανερώσατε τις επιδιώξεις στις οποίες από πάντα σας σπρώχνει η πραγματική σας φύση. Όταν οι Αθηναίοι πήραν τον δρόμο της αδικίας, συμπορευτήκατε μαζί τους.
»Ας έρθομε τώρα στα όσα λέτε ότι πάθατε από μας τελευταία, ότι δηλαδή σας επιτεθήκαμε σε καιρό ειρήνης και μάλιστα μέρα γιορτής. Ούτε και σ᾽ αυτό πιστεύομε ότι σφάλαμε περισσότερο από σας.
Αν είχαμε έρθει απρόκλητοι εναντίον σας, σαν εχθροί, με σκοπό να σας πολεμήσομε και να καταστρέψομε την γη σας, τότε είμαστε ένοχοι. Αλλ᾽ αν οι πρώτοι από τους πολίτες σας, απ᾽ τις καλύτερες και πλουσιότερες οικογένειες, ήρθαν να μας ζητήσουν βοήθεια για ν᾽ αποκηρύξετε την συμμαχία σας με τους ξένους και να δεχθείτε πάλι τους πατροπαράδοτους κοινούς βοιωτικούς θεσμούς, πώς μπορείτε και λέτε ότι είμαστε ένοχοι; Εκείνοι που παρακινούν σε μια αδικία έχουν μεγαλύτερη ευθύνη από εκείνους που τους ακολουθούν.
Αλλά, κατά την γνώμη μας, ούτε εκείνοι, ούτε εμείς κάναμε τίποτε το άδικο. Ήσαν πολίτες της Πλάταιας σαν και σας και μάλιστα θα έχαναν πολύ περισσότερα από σας. Κι όμως μας άνοιξαν την πύλη και μας οδήγησαν μέσα στην πόλη σαν φίλους και όχι σαν εχθρούς και σκοπός τους ήταν να εμποδίσουν τα μεταξύ σας κακά στοιχεία ν᾽ αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερη επιρροή και να βοηθήσουν τους καλούς πολίτες να πάρουν την θέση που τους ταίριαζε, ώστε ν᾽ ανορθώσουν την δημόσια ζωή χωρίς να στερήσουν την πολιτεία απ᾽ τους πολίτες της, αλλά να τους επαναφέρουν στους κόλπους της βοιωτικής οικογένειας και τούτο δεν θα σας είχε φέρει σε αντίθεση με κανέναν και θα είχατε ειρήνη με όλους.
»Απόδειξη ότι δεν ενεργήσαμε εχθρικά είναι ότι δεν κακοποιήσαμε κανέναν και ότι βγάλαμε προκήρυξη ότι όσοι ήθελαν ν᾽ αποδεχτούν τους θεσμούς που κυβερνούν όλους τους Βοιωτούς, δεν είχαν παρά να έρθουν με το μέρος μας.
Και σεις, στην αρχή, δεχτήκατε πρόθυμα την πρότασή μας, εκάνατε συμφωνία μαζί μας και καθίσατε ήσυχα. Αλλά όταν καταλάβατε ότι ήμαστε λίγοι, δεν μας συμπεριφερθήκατε με τον ίδιο τρόπο. Δηλαδή και αν ακόμα, κατά την γνώμη σας, είχαμε κάνει ανάρμοστη πράξη μπαίνοντας στην πολιτεία σας χωρίς την συγκατάθεση του λαού, αντί να μην επιχειρήστε τίποτε εναντίον μας και να μας πείσετε μ᾽ επιχειρήματα ν᾽ αποτραβηχτούμε, μας χτυπήσατε, παραβιάζοντας την συμφωνία. Δεν θλιβόμαστε τόσο για όσους σκοτώσατε επάνω στην συμπλοκή (γιατί αυτό ήταν φυσικό να συμβεί), αλλά δεν ήταν φρικτή η πράξη που κάνατε σφάζοντας, παρά κάθε νόμο, εκείνους που πιάσατε αιχμαλώτους; Είχαν πέσει ικέτες μπροστά σας και μας είχατε υποσχεθεί να μην τους σκοτώστε!
Μέσα σε λίγες ώρες κάνατε τρεις άδικες πράξεις. Καταπατήσατε την συμφωνία, σκοτώσατε τους αιχμαλώτους και αθετήσατε την υπόσχεση που μας είχατε δώσει να μην τους πειράξετε αν δεν πειράζαμε εμείς τα χωράφια σας. Και λέτε ότι εμείς παρανομήσαμε κι έχετε την αξίωση να μην δώστε λόγο για τις δικές σας πράξεις. Όχι βέβαια! Αν οι δικαστές, εδώ, πάρουν την σωστή απόφαση, θα τιμωρηθείτε για τα όσα κάνατε.
»Όλα αυτά, Λακεδαιμόνιοι, τα αναπτύξαμε με λεπτομέρειες και για το δικό μας και για το δικό σας συμφέρον. Για να ξέρετε ότι δίκαια θα τους καταδικάστε και ότι εμείς ζητούμε δίκαιη εκδίκηση.
Μην τους λυπηθείτε ακούγοντας τα παλιά τους κατορθώματα —αν ποτέ έκαναν κατορθώματα!— Αυτά πρέπει να ωφελούν μόνο εκείνους που υποφέρουν, ενώ πρέπει να προκαλούν την διπλή τιμωρία εκείνων που εγκληματούν γιατί είναι αντίθετα προς την φύση τους. Ας μην τους βοηθήσουν ούτε οι θρήνοι τους ούτε ο οίκτος σας ούτε οι επικλήσεις στους τάφους των πατέρων σας ούτε οι οδυρμοί τους για την εγκατάλειψη στην οποία βρίσκονται.
Σ᾽ αυτά μπορούμε ν᾽ απαντήσομε ότι έπαθαν πολύ μεγαλύτερη συμφορά οι νέοι στρατιώτες μας που τους κατάσφαξαν αυτοί. Οι πατέρες των νέων αυτών, άλλοι σκοτώθηκαν στην Κορώνεια εξασφαλίζοντάς σας την συμμαχία της Βοιωτίας, κι άλλοι, γέροι, και χωρίς γιους, έχουν μείνει έρημοι και έχουν περισσότερους τίτλους να σας ζητούν να τιμωρήστε αυτούς εδώ.
Λύπη πρέπει να αισθάνεται κανείς για εκείνους που τιμωρούνται άδικα, αλλά όταν τιμωρούνται δίκαια, όπως αυτοί εδώ, πρέπει να αισθάνεται κανείς ικανοποίηση.
Όσο για την σημερινή τους εγκατάλειψη, αυτοί και μόνο φταίνε, γιατί απομάκρυναν μόνοι τους τους καλύτερους συμμάχους τους. Παρανόμησαν εναντίον μας χωρίς να τους έχομε πειράξει, κινημένοι από μίσος και όχι από αίσθημα δικαιοσύνης. Και τώρα ακόμα δεν θα πληρώσουν όπως θα έπρεπε τις αδικίες τους, γιατί θα τιμωρηθούν νόμιμα, αφού δεν παραδόθηκαν, όπως ισχυρίζονται, νικημένοι σε πεδίο μάχης και ζητώντας χάρη, αλλά παραδόθηκαν μετά από ρητή συμφωνία για να δικαστούν.
Υπερασπιστείτε, λοιπόν, Λακεδαιμόνιοι, τους θεσμούς των Ελλήνων που τους παραβιάσαν αυτοί εδώ. Αποδώστε μας δικαιοσύνη σε μας που πάθαμε τόσα απ᾽ αυτούς, σε μας που προσφέρομε με τόση προθυμία την βοήθειά μας στον πόλεμο. Μην τους αφήστε με τα λόγια τους να σας αποξενώσουν από μας, αλλά ενεργήστε ώστε ν᾽ αποδείξτε στους Έλληνες ότι βασίζετε την κρίση σας όχι στους λόγους, αλλά στα έργα και ότι αν τα έργα είναι καλά δεν χρειάζεται μεγάλη ρητορική ανάπτυξή τους, αν είναι όμως κακά, τότε χρειάζονται τα πολλά λόγια για να κρύψουν την αλήθεια με αισθηματισμούς.
Αν αρχηγοί, όπως είσαστε σεις τώρα, προσέξετε μόνο την ουσία των πραγμάτων και πάρετε την σωστή απόφαση, τότε θα πάψει ο καθένας να ελπίζει ότι θα μπορεί με ωραίους λόγους να καλύπτει κακές πράξεις!»
Αυτά, περίπου, είπαν οι Θηβαίοι. Οι Λακεδαιμόνιοι δικαστές θεώρησαν πως ήταν σωστό και δίκαιο ν᾽ αρκεστούν στο ερώτημά τους, αν δηλαδή στον πόλεμο αυτό οι Πλαταιείς τούς είχαν ωφελήσει σε τίποτε. Σκέφτηκαν ότι, παλαιότερα, πολλές φορές τους είχαν ζητήσει (σύμφωνα με τις συνθήκες απ᾽ τον καιρό του Παυσανία στα μηδικά) να μείνουν έξω απ᾽ την σύρραξη και αργότερα, προτού περιτειχίσουν την πολιτεία, τους είχαν προτείνει να μείνουν ουδέτεροι, αλλά δεν το είχαν δεχτεί και καταλήξαν στο ότι μπορούσαν να θεωρήσουν πως δεν δεσμεύονται πια απ᾽ τις σπονδές εκείνες επειδή τις είχαν παραβιάσει βλάπτοντας την Σπάρτη. Τους έφεραν έναν-έναν μπροστά τους και τους ρώτησαν πάλι, αν, στον πόλεμο αυτό είχαν ωφελήσει σε τίποτε τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους τους και όταν απαντούσαν αρνητικά τους έστελναν στην εκτέλεση. Δεν έκαναν καμιά εξαίρεση.
Την πολιτεία την έδωσαν για ένα χρόνο σε μερικούς Μεγαρείς που είχαν εξοριστεί μετά από εσωτερική επανάσταση και σε μερικούς Πλαταιείς φίλους τους. Αργότερα όμως ξεθεμέλιωσαν την πόλη και με το υλικό έχτισαν ένα ξενώνα, κοντά στον ναό της Ήρας. Ήταν τετράγωνος με πλευρά διακόσια πόδια και είχε γύρω γύρω δωμάτια σε δύο πατώματα. Χρησιμοποίησαν και την ξυλεία απ᾽ τις στέγες και τα κουφώματα των σπιτιών της Πλάταιας. Με τα άλλα χάλκινα και σιδερένια υλικά κατασκεύασαν κρεβάτια και τ᾽ αφιέρωσαν στην Ήρα. Της έχτισαν κι έναν ναό εκατόμπεδο από πέτρα. Τις γαίες της πολιτείας τις δήμευσαν και τις μίσθωσαν στους Θηβαίους για δέκα χρόνια.
Αν οι Λακεδαιμόνιοι φάνηκαν τόσο σκληροί απέναντι της Πλάταιας, το έκαναν κυρίως —αν όχι μόνο— επειδή ήθελαν να ευχαριστήσουν τους Θηβαίους, τους οποίους θεωρούσαν πολύ χρήσιμους συμμάχους στον πόλεμο που βρισκόταν, τότε, στην πρώτη του φάση.
Τα σαράντα καράβια που οι Πελοποννήσιοι είχαν στείλει να βοηθήσουν την Λέσβο, τα καταδίωξαν οι Αθηναίοι καθώς ταξίδευαν στο ανοιχτό πέλαγος και ύστερα τα έπιασε τρικυμία που τα έριξε στα νερά της Κρήτης. Από εκεί έφτασαν, σκόρπια, στην Πελοπόννησο, όπου βρήκαν, στην Κυλλήνη, δεκατρία λευκαδίτικα και αμπρακιώτικα καράβια με τον Βρασίδα του Τέλλιδος που είχε φτάσει εκεί, σύμβουλος του Αλκίδα.
Μετά την αποτυχία τους στην Λέσβο, οι Λακεδαιμόνιοι ήθελαν να ενισχύσουν τον στόλο τους και να πάνε στην Κέρκυρα, όπου είχε αρχίσει εμφύλιος σπαραγμός. Οι Αθηναίοι δεν είχαν παρά μόνο δώδεκα καράβια στην Ναύπακτο και οι Λακεδαιμόνιοι ήθελαν να προφτάσουν προτού στείλει ο εχθρός ενισχύσεις. Ο Βρασίδας και ο Αλκίδας άρχισαν να ετοιμάζονται για την επιχείρηση αυτή.
Οι ταραχές, στην Κέρκυρα, είχαν αρχίσει από τότε που είχαν γυρίσει οι Κερκυραίοι που είχαν αιχμαλωτιστεί από τους Κορινθίους στις ναυτικές επιχειρήσεις γύρω απ᾽ την Επίδαμνο. Τυπικά τους είχαν απελευθερώσει επειδή οι πρόξενοι είχαν δώσει εγγυήσεις οκτακόσια τάλαντα, στην πραγματικότητα, όμως, επειδή τους είχαν πείσει οι Κορίνθιοι να επιχειρήσουν να κάνουν την Κέρκυρα σύμμαχο της Κορίνθου. Άρχισαν αυτοί να ενεργούν πλησιάζοντας τους πολίτες και προσπαθώντας να τους πείσουν ότι έπρεπε η Κέρκυρα ν᾽ αποσπαστεί από την αθηναϊκή συμμαχία.
Έφτασαν τότε ένα αθηναϊκό κι ένα κορινθιακό καράβι με πρέσβεις το καθένα. Έγινε δημοσίᾳ συζήτηση και, μετά από ψηφοφορία, οι Κερκυραίοι αποφάσισαν να μείνουν σύμμαχοι των Αθηναίων σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, αλλά να διατηρούν, όπως και πριν, φιλικές σχέσεις με τους Πελοποννησίους.
Αρχηγός των δημοκρατικών ήταν τότε ο Πειθίας, πρόξενος των Αθηναίων. Οι πρώην αιχμάλωτοι, φίλοι των Κορινθίων, του έκαναν μήνυση με την κατηγορία ότι θέλει να υποδουλώσει την Κέρκυρα στους Αθηναίους.
Ο Πειθίας αθωώθηκε κι έκανε μήνυση εναντίον πέντε απ᾽ τους πλουσιότερους αντιπάλους του με την κατηγορία ότι για να στηρίζουν τα κλήματά τους, έκοβαν βέργες από τους ιερούς περιβόλους του Διός και του Αλκίνου. Κατά τον νόμο, για κάθε βέργα το πρόστιμο ήταν ένας στατήρας.
Οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν κι έτρεξαν και κάθισαν ικέτες στους ναούς, ζητώντας να πληρώσουν με δόσεις το πρόστιμο, επειδή το ποσό ήταν πολύ μεγάλο. Ο Πειθίας, που ήταν μέλος της Βουλής, την έπεισε να εφαρμόσει τον νόμο.
Οι πέντε που είχαν καταδικαστεί, δεν είχαν πια κανένα νόμιμο μέσο και όταν πληροφορήθηκαν ότι ο Πειθίας είχε σκοπό, όσο ήταν βουλευτής, να πείσει τους συμπολίτες του να κάνουν επιθετική και αμυντική συμμαχία με τους Αθηναίους, οπλίστηκαν με κοντοσπάθια, όρμησαν ξαφνικά μέσα στην Βουλή και σκότωσαν τον Πειθία και άλλους εξήντα βουλευτές και ιδιώτες. Λίγοι από τους οπαδούς του Πειθία κατόρθωσαν να καταφύγουν στο αθηναϊκό καράβι που ήταν ακόμα στο λιμάνι.
Μετά απ᾽ αυτό οι συνωμότες συγκάλεσαν τον λαό της Κέρκυρας και είπαν ότι τα όσα έγιναν ήσαν για το συμφέρον του νησιού και ότι τώρα πια λίγος ήταν ο φόβος να υποδουλωθούν από τους Αθηναίους. Στο μέλλον θα ήσαν ουδέτεροι και δεν θα δέχονταν κανέναν από τους εμπολέμους. Δεν θα επιτρέπαν παρά μόνο σ᾽ ένα καράβι κάθε φορά να έρχεται και θα θεωρούσαν την παρουσία περισσότερων καραβιών σαν εχθρική πράξη. Αυτά πρότειναν κι ανάγκασαν τον λαό να τα δεχτεί.
Έστειλαν αμέσως πρέσβεις στην Αθήνα για να εξηγήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα τα όσα είχαν συμβεί και για να πείσουν όσους Κερκυραίους είχαν καταφύγει εκεί, να μην κινηθούν εχθρικά και τούτο επειδή φοβόνταν αντεπανάσταση.
Αλλά όταν έφτασαν στην Αθήνα οι απεσταλμένοι, οι Αθηναίοι, θεωρώντας τους επαναστάτες, τους πήραν και αυτούς, και όσους άλλους πρόσφυγες είχαν πείσει, και τους πήγαν στην Αίγινα.
Στο μεταξύ έφτασε στην Κέρκυρα καράβι κορινθιακό με Λακεδαιμονίους πρέσβεις και οι ολιγαρχικοί που ήσαν στην εξουσία έκαναν επίθεση εναντίον των δημοκρατικών και τους νίκησαν στην συμπλοκή που έγινε.
Όταν όμως νύχτωσε οι δημοκρατικοί καταφύγαν στην ακρόπολη και στ᾽ άλλα υψώματα της πολιτείας όπου συγκεντρώθηκαν και οχυρώθηκαν. Κρατούσαν και το Υλλαϊκό λιμάνι. Οι ολιγαρχικοί έπιασαν την αγορά (γύρω από την οποία κατοικούσαν οι περισσότεροι), και το γειτονικό λιμάνι που βλέπει προς την απέναντι στεριά.
Την επομένη έγιναν μερικές μικροσυγκρούσεις κι έστειλαν και οι δύο παρατάξεις αντιπροσώπους στην ύπαιθρο για να προσεταιριστούν τους δούλους με υπόσχεση την ελευθερία. Οι περισσότεροι από τους δούλους πήγαν με το μέρος των δημοκρατικών, ενώ οκτακόσιοι μισθοφόροι ήρθαν απ᾽ την αντικρινή στεριά να ενισχύσουν τους ολιγαρχικούς.
Πέρασε μία μέρα και μετά έγινε νέα μάχη, στην οποία νίκησαν οι δημοκρατικοί, επειδή είχαν θέσεις οχυρές και αριθμητική υπεροχή. Και οι γυναίκες ακόμα τους βοήθησαν με πολλή τόλμη ρίχνοντας κεραμίδια από τις στέγες των σπιτιών κι αντέχοντας στην ταραχή της μάχης με θάρρος που δεν είναι φυσικό για το φύλο τους.
Η μάχη κρίθηκε κατά το δειλινό και τότε οι ολιγαρχικοί φοβήθηκαν μήπως οι δημοκρατικοί επάνω στην ορμή τους κάνουν έφοδο, πιάσουν το λιμάνι και τους σκοτώσουν όλους. Για να τους εμποδίσουν έβαλαν φωτιά στα σπίτια τους και στα κοινόχρηστα κτίρια. Δεν λογάριασαν ούτε την δική τους ούτε τις ξένες περιουσίες. Έτσι κάηκαν πολλά εμπορεύματα κι αν είχε φυσήξει άνεμος θα είχε καεί ολόκληρη η πολιτεία.
Σταμάτησε η μάχη και οι δύο παρατάξεις έμειναν σ᾽ επιφυλακή όλη τη νύχτα. Μετά την νίκη των δημοκρατικών, το κορινθιακό καράβι έφυγε κρυφά απ᾽ το λιμάνι και οι περισσότεροι από τους μισθοφόρους έφυγαν κι αυτοί κρυφά στην απέναντι ακτή.
Την επομένη έφτασε από την Ναύπακτο ο Αθηναίος στρατηγός Νικόστρατος του Διειτρέφους, με δώδεκα καράβια και πεντακόσιους Μεσσηνίους οπλίτες. Διαπραγματεύτηκε με τις δύο παρατάξεις και τις έπεισε να συμφιλιωθούν. Συμφωνήθηκε να δικάσουν τους δέκα πρωταιτίους —που είχαν άλλωστε φύγει αμέσως απ᾽ την πόλη— και να μην πειράξουν κανέναν άλλον. Θα έκαναν σπονδές μεταξύ τους και συμμαχία με τους Αθηναίους.
Αφού τα πέτυχε όλα αυτά, ο Νικόστρατος ετοιμαζόταν να φύγει, αλλά οι αρχηγοί των δημοκρατικών τον έπεισαν να τους αφήσει πέντε καράβια του, ώστε ν᾽ αποθαρρυνθούν οι αντίπαλοί τους να κάνουν κίνημα. Σ᾽ αντάλλαγμα θα του έδιναν πέντε κερκυραϊκά καράβια με δικά τους πληρώματα.
Ο Νικόστρατος συμφώνησε και τότε οι δημοκρατικοί άρχισαν να στρατολογούν τους αντιπάλους τους για πληρώματα. Αλλά αυτοί φοβήθηκαν μήπως τους στείλουν στην Αθήνα και κάθισαν ικέτες στο ιερό των Διοσκούρων.
Ο Νικόστρατος θέλησε να τους καθησυχάσει και να τους πείσει να σηκωθούν απ᾽ εκεί, αλλά δεν το κατάφερε και τότε οι δημοκρατικοί, με πρόφαση ότι η άρνησή τους αυτή να φύγουν με τον στόλο, φανέρωνε ότι είχαν κακούς σκοπούς, πήγαν στα σπίτια τους, τους πήραν τα όπλα και θα είχαν σκοτώσει μερικούς που έτυχε να βρουν στα σπίτια, αν ο Νικόστρατος δεν τους είχε εμποδίσει.
Βλέποντας τί γινόταν, οι άλλοι κατέφυγαν στον ναό της Ήρας, ικέτες. Δεν ήσαν λιγότεροι από τετρακόσιους. Οι δημοκρατικοί φοβήθηκαν μήπως οι τετρακόσιοι αυτοί κινηθούν, τους έπεισαν να σηκωθούν από κει και τους μεταφέραν στο νησί αντίκρυ στο Ηραίο, όπου τους έστειλαν και τρόφιμα.
Στο σημείο αυτό βρίσκονταν τα πράγματα όταν, την τέταρτη ή πέμπτη μέρα μετά την μεταφορά των τετρακοσίων στο νησί, έφτασαν από την Κυλλήνη, όπου είχαν αγκυροβολήσει μετά την επιστροφή τους από την Ιωνία, πενήντα τρία πελοποννησιακά καράβια. Αρχηγός τους ήταν, όπως και πριν, ο Αλκίδας, αλλά μαζί του —σύμβουλός του— ήταν κι ο Βρασίδας. Αγκυροβόλησαν στα Σύβοτα, λιμάνι στην αντικρινή ηπειρωτική ακτή και, με την αυγή, ξεκίνησαν για την Κέρκυρα.
Οι Κερκυραίοι, ταραγμένοι και φοβισμένοι με την κατάσταση που επικρατούσε στην πολιτεία και με την άφιξη του εχθρικού στόλου, άρχισαν να ετοιμάζουν βιαστικά εξήντα καράβια. Μόλις ήταν έτοιμο το καθένα, το έστελναν εναντίον του εχθρού παρόλον ότι οι Αθηναίοι τους συμβούλευαν να βγουν πρώτοι αυτοί στο πέλαγος και ύστερα ν᾽ ακολουθήσουν, συγκεντρωμένα, τα κερκυραϊκά καράβια.
Καθώς ζύγωναν τον εχθρικό στόλο σκόρπια τα καράβια, δύο αυτομόλησαν αμέσως, ενώ σε άλλα, τα πληρώματα άρχισαν να χτυπιούνται μεταξύ τους. Όλα αυτά γίνονταν με πολλήν αταξία.
Οι Πελοποννήσιοι, βλέποντας την ταραχή, παράταξαν είκοσι καράβια εναντίον των Κερκυραίων και όλα τα άλλα εναντίον των δώδεκα αθηναϊκών. Δυο απ᾽ αυτά ήσαν η Σαλαμινία και η Πάραλος.
Οι Κερκυραίοι, επιτιθέμενοι άτεχνα και λίγοι λίγοι, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Οι Αθηναίοι, από φόβο μην περικυκλωθούν, επειδή τα εχθρικά καράβια ήσαν πολύ περισσότερα, δεν έκαναν επίθεση σ᾽ ολόκληρο τον στόλο, ούτε στο κέντρο της εχθρικής παράταξης, αλλά χτύπησαν μια από τις πτέρυγες και βούλιαξαν ένα καράβι. Τότε οι Πελοποννήσιοι σχημάτισαν κυκλική παράταξη και οι Αθηναίοι άρχισαν να πλέουν γύρω τους προσπαθώντας να τους προκαλέσουν σύγχυση.
Όταν το είδαν οι Πελοποννήσιοι που είχαν παραταχθεί εναντίον των Κερκυραίων, φοβήθηκαν μήπως ξαναγίνει εκείνο που είχαν πάθει στην Ναύπακτο, και πήγαν γρήγορα να βοηθήσουν. Όταν ενώθηκαν τα καράβια, άρχισαν επίθεση εναντίον των Αθηναίων
που υποχώρησαν με την πρύμνη. Θέλοντας να δώσουν τον καιρό στους Κερκυραίους να μπουν στο λιμάνι πριν απ᾽ αυτούς, υποχωρούσαν αργά αργά μπροστά σ᾽ ολόκληρο τον παραταγμένο εχθρικό στόλο.
Οι Κερκυραίοι φοβήθηκαν μήπως ο εχθρός, με το θάρρος της επιτυχίας του, κάνει επίθεση εναντίον της πολιτείας ή πάει στο νησί να περισώσει τους ολιγαρχικούς που ήσαν εκεί ή επιχειρήσει τίποτε άλλο. Γι᾽ αυτό πήραν τους ολιγαρχικούς από το νησί και τους πήγαν πάλι στο Ηραίο και όρισαν επιφυλακή σ᾽ όλη την πολιτεία.
Αλλά οι Πελοποννήσιοι δεν τόλμησαν να χτυπήσουν την Κέρκυρα, παρόλον ότι είχαν νικήσει στην ναυμαχία. Πήραν τα δεκατρία κερκυραϊκά καράβια που είχαν αιχμαλωτίσει και γύρισαν στην αντικρινή ηπειρωτική ακτή, στο μέρος από όπου είχαν ξεκινήσει.
Και την επομένη δεν έκαναν επίθεση εναντίον της πολιτείας, παρόλον ότι οι Κερκυραίοι βρίσκονταν σε μεγάλη ταραχή και είχαν μεγάλο φόβο και παρόλον ότι, όπως λένε, ο Βρασίδας προσπάθησε επίμονα να πείσει τον Αλκίδα, που είχε την αποφασιστική γνώμη. Πήγαν, όμως, στο ακρωτήριο Λευκίμμη, όπου έκαναν απόβαση και ρήμαξαν τα χωράφια.
Στο μεταξύ οι δημοκρατικοί της Κερκύρας, που είχαν πάντα τον φόβο μην τους επιτεθεί ο πελοποννησιακός στόλος, άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους ικέτες και τους άλλους ολιγαρχικούς, για να βρεθεί τρόπος να σωθεί η πολιτεία. Έπεισαν μερικούς να μπουν πληρώματα στα καράβια και κατόρθωσαν να επανδρώσουν τριάντα.
Οι Πελοποννήσιοι, όμως, αφού έως το μεσημέρι, ρήμαξαν την γη έφυγαν. Όταν έπεσε η νύχτα πληροφορήθηκαν με φωτεινά σήματα ότι στόλος από εξήντα αθηναϊκά καράβια ερχόταν απ᾽ την Λευκάδα. Τα έστειλαν οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Ευρυμέδοντα του Θουκλέους, όταν πληροφορήθηκαν τις ταραχές της Κερκύρας και όταν έμαθαν ότι ο στόλος του Αλκίδα επρόκειτο να πάει στο νησί.
Οι Πελοποννήσιοι έφυγαν γρήγορα, νύχτα, αρμενίζοντας κοντά στην ακτή, και γύρισαν στις βάσεις τους. Έσυραν τα καράβια τους επάνω απ᾽ τον ισθμό της Λευκάδας για να μην κάνουν τον γύρο του νησιού και τους δουν οι Αθηναίοι. Έτσι ξέφυγαν.
Όταν οι Κερκυραίοι πληροφορήθηκαν ότι πλησιάζει αθηναϊκός στόλος και ότι τα εχθρικά καράβια είχαν φύγει, έμπασαν κρυφά μέσα στην πολιτεία τους Μεσσηνίους που έως τότε είχαν μείνει έξω από τα τείχη. Έδωσαν διαταγή στον στόλο που είχαν ετοιμάσει, να πάει στο Υλλαϊκό λιμάνι και, ενώ τα καράβια αρμενίζαν προς τα εκεί, οι δημοκρατικοί άρχισαν να σφάζουν όσους βρήκαν από τους αντιπάλους τους.Έσφαξαν και όσους είχαν μπει στα καράβια, αφού τους έπεισαν ν᾽ αποβιβαστούν. Πήγαν και στον ναό της Ήρας κι έπεισαν πενήντα ολιγαρχικούς να βγουν για να δικαστούν κανονικά και τους καταδίκασαν όλους σε θάνατο.
Οι περισσότεροι, όμως, από τους ικέτες, βλέποντας τα όσα γίνονταν, άρχισαν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον μέσα στον ιερό περίβολο. Μερικοί κρεμάστηκαν από τα δέντρα και άλλοι αυτοκτόνησαν με άλλους τρόπους.
Επτά ολόκληρες μέρες, όσες έμεινε ο Ευρυμέδων με τα καράβια του, οι Κερκυραίοι εξακολούθησαν να σκοτώνουν όσους συμπολίτες τους θεωρούσαν εχθρούς. Τους κατηγορούσαν ότι θέλησαν να καταλύσουν την δημοκρατία, αλλά πολλοί σκοτώθηκαν από προσωπικά μίση και άλλοι, που είχαν δανείσει χρήματα, σκοτώθηκαν από τους οφειλέτες τους.
Ο θάνατος πήρε χίλιες μορφές και, ό,τι φρικαλέο γίνεται σ᾽ αυτές τις περιστάσεις, έγινε στην Κέρκυρα, κι ακόμα χειρότερα. Πατέρας σκότωνε το παιδί του, άρπαζαν ικέτες απ᾽ τους ναούς και τους σκότωναν εκεί μπροστά, και άλλους τους έχτισαν μέσα στο ιερό του Διονύσου και τους άφησαν να πεθάνουν εκεί.
Σ᾽ αυτές τις ακρότητες έφτασε ο εμφύλιος πόλεμος και προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, γιατί ήταν ο πρώτος που έγινε. Αργότερα μπορεί κανείς να πει ότι ολόκληρος ο ελληνισμός συνταράχτηκε, γιατί παντού σημειώθηκαν εμφύλιοι σπαραγμοί. Οι δημοκρατικοί καλούσαν τους Αθηναίους να τους βοηθήσουν και οι ολιγαρχικοί τους Λακεδαιμονίους. Όσο διαρκούσε η ειρήνη δεν είχαν ούτε πρόφαση, αλλά ούτε την διάθεση να τους καλέσουν για βοήθεια. Με τον πόλεμο, όμως, καθεμιά από τις αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις μπορούσε εύκολα να βρει ευκαιρία να προκαλέσει εξωτερική επέμβαση για να καταστρέψει τους αντιπάλους της και να ενισχυθεί η ίδια για ν᾽ ανατρέψει το πολίτευμα.
Οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνονται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου, συμφορές που μπορεί να είναι βαρύτερες ή ελαφρότερες κι έχουν διαφορετική μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις. Σε καιρό ειρήνης και όταν ευημερεί ο κόσμος και οι πολιτείες, οι άνθρωποι είναι ήρεμοι γιατί δεν τους πιέζουν ανάγκες φοβερές. Αλλ᾽ όταν έρθει ο πόλεμος που φέρνει στους ανθρώπους την καθημερινή στέρηση, γίνεται δάσκαλος της βίας κι ερεθίζει τα πνεύματα του πλήθους σύμφωνα με τις καταστάσεις που δημιουργεί.
Ο εμφύλιος πόλεμος, λοιπόν, μεταδόθηκε από πολιτεία σε πολιτεία. Κι όσες πολιτείες έμειναν τελευταίες, έχοντας μάθει τί είχε γίνει αλλού, προσπαθούσαν να υπερβάλουν σ᾽ επινοητικότητα, σε ύπουλα μέσα και σε ανήκουστες εκδικήσεις.
Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και την σημασία των λέξεων. Η παράλογη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προσωπική διστακτικότητα θεωρήθηκε δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η σωφροσύνη προσωπίδα της ανανδρίας. Η παραφορά θεωρήθηκε ανδρική αρετή, ενώ η τάση να εξετάζονται προσεκτικά όλες οι όψεις ενός ζητήματος θεωρήθηκε πρόφαση για υπεκφυγή.
Όποιος ήταν έξαλλος γινόταν ακουστός, ενώ όποιος έφερνε αντιρρήσεις γινόταν ύποπτος. Όποιον επινοούσε κανένα τέχνασμα και πετύχαινε, τον θεωρούσαν σπουδαίο, κι όποιον υποψιαζόταν σύγκαιρα και φανέρωνε τα σχέδια του αντιπάλου, τον θεωρούσαν ακόμα πιο σπουδαίο. Ενώ όποιος ήταν αρκετά προνοητικός, ώστε να μην χρειαστούν τέτοια μέσα, θεωρούσαν ότι διαλύει το κόμμα και ότι είναι τρομοκρατημένος από την αντίπαλη παράταξη. Με μια λέξη, όποιος πρόφταινε να κάνει κακό πριν από άλλον, ήταν άξιος επαίνου, καθώς κι εκείνος που παρακινούσε στο κακό όποιον δεν είχε σκεφτεί να το κάνει.
Αλλά και η συγγένεια θεωρήθηκε χαλαρότερος δεσμός από την κομματική αλληλεγγύη, γιατί οι ομοϊδεάτες ήσαν έτοιμοι να επιχειρήσουν οτιδήποτε, χωρίς δισταγμό, και τούτο επειδή τα κόμματα δεν σχηματίστηκαν για να επιδιώξουν κοινή ωφέλεια με νόμιμα μέσα, αλλά, αντίθετα, για να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους παρανομώντας. Και η μεταξύ τους αλληλεγγύη βασιζόταν περισσότερο στην συνενοχή τους παρά στους όρκους τους στους θεούς.
Τις εύλογες προτάσεις των αντιπάλων τις δέχονταν με υστεροβουλία και όχι με ειλικρίνεια για να φυλαχτούν από ένα κακό αν οι άλλοι ήσαν πιο δυνατοί. Και προτιμούσαν να εκδικηθούν για κάποιο κακό αντί να προσπαθήσουν να μην το πάθουν. Όταν έκαναν όρκους για κάποια συμφιλίωση, τους κρατούσαν τόσο μόνο όσο δεν είχαν την δύναμη να τους καταπατήσουν, μη έχοντας να περιμένουν βοήθεια από αλλού. Αλλά μόλις παρουσιαζόταν ευκαιρία, εκείνοι που πρώτοι είχαν ξαναβρεί το θάρρος τους, αν έβλεπαν ότι οι αντίπαλοί τους ήσαν αφύλαχτοι, τους χτυπούσαν κι ένιωθαν μεγαλύτερη χαρά να τους βλάψουν εξαπατώντας τους, παρά χτυπώντας τους ανοιχτά. Θεωρούσαν ότι ο τρόπος αυτός όχι μόνο είναι, πιο ασφαλής αλλά και βραβείο σε αγώνα δόλου. Γενικά είναι ευκολότερο να φαίνονται επιδέξιοι οι κακούργοι, παρά να θεωρούνται τίμιοι όσοι δεν είναι δόλιοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να κάνουν το κακό και να θεωρούνται έξυπνοι, παρά να είναι καλοί και να τους λένε κουτούς.
Αιτία όλων αυτών ήταν η φιλαρχία που έχει ρίζα την πλεονεξία και την φιλοδοξία που έσπρωχναν τις φατρίες ν᾽ αγωνίζονται με λύσσα. Οι αρχηγοί των κομμάτων, στις διάφορες πολιτείες, πρόβαλλαν ωραία συνθήματα. Ισότητα των πολιτών από την μια μεριά, σωφροσύνη της αριστοκρατικής διοίκησης από την άλλη. Προσποιούνταν έτσι ότι υπηρετούν την πολιτεία, ενώ πραγματικά ήθελαν να ικανοποιήσουν προσωπικά συμφέροντα και αγωνίζονταν με κάθε τρόπο να νικήσουν τους αντιπάλους τους. Τούτο τους οδηγούσε να κάνουν τα φοβερότερα πράματα επιδιώκοντας να εκδικηθούν τους αντιπάλους τους, όχι ώς το σημείο που επιτρέπει η δικαιοσύνη ή το συμφέρον της πολιτείας, αλλά κάνοντας τις αγριότερες πράξεις, με μοναδικό κριτήριο την ικανοποίηση του κόμματός τους. Καταδίκαζαν άνομα τους αντιπάλους τους ή άρπαζαν βίαια την εξουσία, έτοιμοι να κορέσουν το μίσος τους. Καμιά από τις δύο παρατάξεις δεν είχε κανέναν ηθικό φραγμό κι εκτιμούσε περισσότερο όσους κατόρθωναν να κρύβουν κάτω από ωραία λόγια φοβερές πράξεις. Όσοι πολίτες ήσαν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο.
Έτσι οι εμφύλιοι σπαραγμοί έγιναν αιτία ν᾽ απλωθεί σ᾽ όλο τον ελληνικό κόσμο κάθε μορφή κακίας και το ήθος, που είναι το κύριο γνώρισμα της ευγενικής ψυχής, κατάντησε να είναι καταγέλαστο κι εξαφανίστηκε. Ο ανταγωνισμός δημιούργησε απόλυτη δυσπιστία
και δεν υπήρχε τρόπος που να μπορεί να την διαλύσει, ούτε εγγυήσεις ούτε όρκοι φοβεροί. Όλοι, όταν επικρατούσαν, ξέροντας ότι δεν υπήρχε ελπίδα να κρατηθούν μόνιμα στην εξουσία, προτιμούσαν, αντί να δώσουν πίστη στους αντιπάλους τους, να πάρουν τα μέτρα τους για να μην πάθουν οι ίδιοι.
Τις περισσότερες φορές επικρατούσαν οι διανοητικά κατώτεροι. Φοβόνταν την δική τους ανεπάρκεια και την ικανότητα των αντιπάλων τους κι έτσι, για να μην νικηθούν στην συζήτηση και για να μην πέσουν θύματα των όσων οι άλλοι θα επινοούσαν, δεν είχαν κανένα δισταγμό να προχωρήσουν σε βίαιες πράξεις.
Όσοι, πάλι, περιφρονούσαν τους αντιπάλους τους, νόμιζαν ότι μπορούσαν σύγκαιρα να καταλάβουν τα σχέδιά τους. Θεωρούσαν ότι δεν ήταν ανάγκη να μεταχειριστούν βία για τα όσα μπορούσαν, καθώς νόμιζαν, να πετύχουν με τις ραδιουργίες τους. Έτσι, τις περισσότερες φορές, δεν φυλάγονταν και οι αντίπαλοί τους τούς αφάνιζαν.
Στην Κέρκυρα, λοιπόν, έγιναν, για πρώτη φορά, τα φοβερά αυτά πράγματα στα οποία μπορούν να οδηγηθούν άνθρωποι που ζουν κάτω από καθεστώς τυραννικό όταν τους δοθεί η ευκαιρία να εκδικηθούν τους άρχοντές τους. Άλλοι, κινήθηκαν για ν᾽ απαλλαγούν από την φτώχεια τους επιδιώκοντας να πάρουν τις περιουσίες των άλλων. Άλλοι χτυπούσαν άγρια και αλύπητα ανθρώπους της ίδιας τάξης, όχι από πλεονεξία, αλλά από το τυφλό πάθος του πρωτόγονου ανθρώπου.
Ολόκληρη η ζωή της πολιτείας αναστατώθηκε και η ανθρώπινη φύση, η οποία —κι όταν ακόμα υπάρχει ευνομία— έχει την τάση να παρανομεί, ξεχείλισε, κι ανατρέποντας τους νόμους, έδειξε με ικανοποίηση, όλη της την ασυγκράτητη έχθρα εναντίον κάθε εξουσίας. Αν προτίμησαν την άνομη εκδίκηση από την δικαιοσύνη, αν προτίμησαν την πλεονεξία από την ευνομία, τούτο συνέβηκε επειδή ο φθόνος είχε διαβρώσει την ψυχή τους.
Για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους οι άνθρωποι, σε τέτοιες περιστάσεις, αγνοούν τους κανόνες επάνω στους οποίους στηρίζονται οι κοινωνίες, κανόνες όμως επάνω στους οποίους μπορούν να στηριχτούν για να σωθούν αν βρεθούν στην ανάγκη. Αλλά αδιαφορούν ξεχνώντας ότι, αν καταλύσουν όλους τους κανόνες, τότε κι οι ίδιοι θα στερηθούν από την προστασία τους αν έρθει στιγμή που θα την έχουν ανάγκη.
Αμέσως μετά οι φυγάδες ολιγαρχικοί (είχαν σωθεί πεντακόσιοι), κυρίεψαν μερικά φρούρια από εκείνα που ήσαν στην ηπειρωτική ακτή και είχαν στον έλεγχό τους την περιοχή που ανήκε στην Κέρκυρα σ᾽ εκείνα τα μέρη. Με ορμητήρια τα φρούρια αυτά, έκαναν επιδρομές στο νησί και προκαλούσαν μεγάλες ζημίες, τόσες ώστε έπεσε μεγάλη πείνα στην πολιτεία.
Έστειλαν πρέσβεις στην Λακεδαίμονα και στην Κόρινθο ζητώντας βοήθεια για να γυρίσουν στην Κέρκυρα. Οι ενέργειές τους δεν είχαν αποτέλεσμα και τότε άρχισαν ν᾽ αρματώνουν καράβια και να στρατολογούν μισθοφόρους. Αποβιβάστηκαν στην Κέρκυρα, εξακόσιοι περίπου, κι έκαψαν τα καράβια τους για να μην έχουν πια άλλη ελπίδα παρά να επικρατήσουν στην ύπαιθρο. Ανέβηκαν στο βουνό Ιστώνη, όπου οχυρώθηκαν. Από εκεί έκαναν φονικές επιδρομές εναντίον εκείνων που ήσαν στην πολιτεία και έτσι κυριαρχούσαν σ᾽ όλη την ύπαιθρο.
Καθώς τελείωνε αυτό το καλοκαίρι, οι Αθηναίοι έστειλαν είκοσι καράβια στην Σικελία. Στρατηγοί ήσαν ο Λάχης του Μελανώπου και ο Χαροιάδης του Ευφιλήτου.
Είχε αρχίσει πόλεμος μεταξύ Συρακουσίων και Λεοντίνων. Οι Συρακούσιοι είχαν συμμάχους όλες τις άλλες δωρικές πολιτείες (εκτός από την Καμάρινα) οι οποίες, απ᾽ την αρχή του πολέμου είχαν κάνει συμμαχία με τους Λακεδαιμονίους χωρίς, όμως, να λάβουν μέρος στις εχθροπραξίες. Σύμμαχοι των Λεοντίνων ήσαν η Καμάρινα και οι χαλκιδικές πολιτείες. Από τις πολιτείες της Ιταλίας, οι Λοκροί ήσαν σύμμαχοι των Συρακουσίων, ενώ οι Ρηγίνοι, ομογενείς των Λεοντίνων, ήσαν με το μέρος τους.
Οι Λεοντίνοι και οι σύμμαχοί τους είχαν στείλει πρεσβεία στην Αθήνα και, θυμίζοντας στους Αθηναίους ότι είχαν παλιά συμμαχία και ότι ήσαν Ίωνες, τους έπεισαν να στείλουν ναυτική δύναμη, επειδή οι Συρακούσιοι είχαν αποκλείσει τους Λεοντίνους και από στεριά και από θάλασσα.
Οι Αθηναίοι έστειλαν τα καράβια δηλώνοντας φανερά ότι το έκαναν επειδή είχαν κοινή καταγωγή με τους Λεοντίνους, αλλά στην πραγματικότητα επειδή ήθελαν να εμποδίζουν τον ανεφοδιασμό της Πελοποννήσου με σιτάρι από την Σικελία. Ήθελαν, επίσης, να αντιληφθούν, με την δοκιμή αυτή, αν θα μπορούσαν να επιβάλουν την κυριαρχία τους στην Σικελία.
Την δεύτερη φορά κράτησε ένα χρόνο, ενώ την πρώτη φορά είχε κρατήσει δύο χρόνια. Τίποτε δεν κλόνισε περισσότερο το ηθικό των Αθηναίων και δεν μείωσε την στρατιωτική τους δύναμη όσο η επιδημία.
Τουλάχιστον τέσσερις χιλιάδες τετρακόσιοι οπλίτες και τριακόσιοι ιππείς πέθαναν απ᾽ την αρρώστια. Απ᾽ τον πολύ λαό ήταν αδύνατο να εξακριβωθεί πόσοι πέθαναν.
Τον ίδιο χειμώνα, οι Αθηναίοι που ήσαν στην Σικελία, πήγαν μαζί με τους Ρηγίνους στα νησιά τα ονομαζόμενα του Αιόλου. Απόβαση δεν μπορεί να γίνει εκεί το καλοκαίρι, γιατί δεν έχουν νερό.
Τα νησιά τα κατοικούν οι Λιπαραίοι, άποικοι της Κνίδου. Κατοικούν σ᾽ ένα από τα νησιά, όχι πολύ μεγάλο, που ονομάζεται Λιπάρα. Από εκεί πηγαίνουν στα άλλα, την Διδύμη, την Στρογγύλη και την Ιερά, και τα καλλιεργούν.
Οι ντόπιοι πιστεύουν ότι ο Ήφαιστος έχει το εργαστήρι του στην Ιερά, γιατί την νύχτα βγαίνουν από εκεί φλόγες μεγάλες και την ημέρα βγαίνει καπνός. Τα νησιά βρίσκονται στ᾽ ανοιχτά της ακτής των Σικελών και των Μεσσηνίων που ήσαν σύμμαχοι των Συρακουσών.
Οι Αθηναίοι ρήμαξαν τα χωράφια τους, κι όταν είδαν ότι παρ᾽ όλ᾽ αυτά οι νησιώτες δεν προσχωρούσαν, γύρισαν στο Ρήγιο. Έτσι τέλειωσε ο χειμώνας και μαζί ο πέμπτος χρόνος του πολέμου που ιστορεί ο Θουκυδίδης.
Το επόμενο καλοκαίρι οι Πελοποννήσιοι, με αρχηγό τον Άγι του Αρχιδάμου, βασιλέα των Λακεδαιμονίων, προχώρησαν ώς τον Ισθμό με σκοπό να κάνουν εισβολή στην Αττική. Αλλά επειδή έγιναν πολλοί σεισμοί γύρισαν πίσω και δεν πραγματοποιήθηκε η εισβολή.
Εκείνες τις μέρες που γινόνταν οι σεισμοί, η θάλασσα τραβήχτηκε από την ακτή της Οροβίας στην Εύβοια και ύστερα σηκώθηκε σε μεγάλο κύμα που χύθηκε επάνω στην πολιτεία και την σκέπασε. Υποχώρησε μετά, αλλά όχι απ᾽ όλη την περιοχή. Έτσι έγινε θάλασσα μέρος που πριν ήταν στεριά. Όσοι κάτοικοι δεν πρόφτασαν να τρέξουν στα ψηλώματα πνίγηκαν.
Το ίδιο έγινε και στο νησί Αταλάντη που βρίσκεται κοντά στις ακτές των Οπουντίων Λοκρών. Το κύμα κατάστρεψε ένα μέρος του φρουρίου των Αθηναίων και τσάκισε ένα από τα δύο καράβια που τα είχαν σύρει στην στεριά.
Και στην Πεπάρηθο υποχώρησε η θάλασσα, αλλά δεν έγινε παλιρροιακό κύμα. Έγινε όμως σεισμός που κατάστρεψε ένα μέρος του τείχους, το πρυτανείο και λίγα σπίτια.
Αιτία του φαινομένου αυτού είναι, καθώς εγώ νομίζω, ο σεισμός. Εκεί όπου είναι πιο δυνατός διώχνει τα νερά απ᾽ την στεριά και τα ξαναφέρνει πίσω σαν μεγάλο ορμητικό κύμα. Δεν νομίζω ότι χωρίς σεισμό μπορεί να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα.
Το ίδιο καλοκαίρι έγιναν διάφορες μάχες στην Σικελία μεταξύ των πολιτειών της Σικελίας που ήσαν εμπόλεμες. Έλαβαν μέρος και οι Αθηναίοι με τους συμμάχους τους. Θα ιστορήσω μόνο τις άξιες λόγου επιχειρήσεις, εκείνες που έκαναν οι Αθηναίοι με τους συμμάχους τους ή οι εχθροί τους εναντίον των Αθηναίων.
Ο Αθηναίος στρατηγός Χαροιάδης είχε σκοτωθεί σε μάχη με τους Συρακουσίους κι έτσι ο Λάχης ήταν μόνος αρχηγός του στόλου. Εξεστράτευσε με τους συμμάχους του εναντίον του φρουρίου των Μυλών που ανήκει στους Μεσσηνίους. Ο τόπος έτυχε να φρουρείται από δύο μονάδες Μεσσηνίων που είχαν στήσει και ενέδρες στους Αθηναίους οι οποίοι θα έκαναν απόβαση.
Οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους νίκησαν όσους ήσαν στις ενέδρες και σκότωσαν πολλούς. Ύστερα έκαναν επίθεση εναντίον του φρουρίου και ανάγκασαν την φρουρά να τους παραδώσει την Ακρόπολη και να εκστρατεύσει μαζί τους εναντίον της Μεσσήνης
Το ίδιο καλοκαίρι οι Αθηναίοι έστειλαν γύρω από την Πελοπόννησο τριάντα καράβια με στρατηγούς τον Δημοσθένη του Αλκισθένους και τον Προκλή του Θεοδώρου. Έστειλαν άλλα εξήντα καράβια, με δύο χιλιάδες οπλίτες, στην Μήλο, με στρατηγό τον Νικία του Νικηράτου.
Οι Μήλιοι, παρόλον ότι ήσαν νησιώτες, δεν έστεργαν να υποταχθούν στους Αθηναίους ούτε να μπουν στην συμμαχία τους κι οι Αθηναίοι είχαν αποφασίσει να τους επιβληθούν.
Ρήμαξαν την γη τους, αλλά οι Μήλιοι δεν υποκύψαν. Τότε ο στόλος έφυγε και πήγε στον Ωρωπό της Γραϊκής, όπου έφτασε νύχτα. Οι οπλίτες αποβιβάστηκαν και προχώρησαν αμέσως πεζή προς την Τανάγρα της Βοιωτίας.
Ταυτόχρονα ειδοποιήθηκε με σήματα και ξεκίνησε από την Αθήνα, πεζή, ολόκληρη η διαθέσιμη στρατιωτική δύναμη με αρχηγούς τον Ιππόνικο του Καλλίου και τον Ευρυμέδοντα του Θουκλέους και ενώθηκε με τους άλλους.
Την ίδια μέρα έστησαν στρατόπεδο στην γη της Τανάγρας, την ρήμαξαν και διανυκτέρευσαν εκεί. Την επομένη οι Ταναγραίοι έκαναν έξοδο με μερικούς Θηβαίους που είχαν έρθει να τους βοηθήσουν. Οι Αθηναίοι τους νίκησαν, πήραν τα όπλα των νεκρών, έστησαν τρόπαιο κι έφυγαν. Γύρισαν στην Αθήνα και οι άλλοι στα καράβια.
Οι Μαλιείς διακρίνονται σε Παράλιους, Ιριείς και Τραχινίους. Από αυτούς οι Τραχίνιοι είχαν πάθει συμφορές απ᾽ τον πόλεμο που τους έκαναν οι γείτονές τους Οιταίοι και είχαν σκεφθεί, στην αρχή, να ζητήσουν την προστασία των Αθηναίων, αλλά δεν τους εμπιστεύτηκαν κι έστειλαν πρέσβεις στην Σπάρτη. Όρισαν πρέσβη τους τον Τεισαμενό.
Μαζί έστειλαν πρέσβεις και οι Δωριείς. Η Δωρίδα είναι μητρόπολη των Λακεδαιμονίων. Ζητούσαν κι αυτοί προστασία, γιατί πάθαιναν και αυτοί συμφορές από τους Οιταίους.
Οι Λακεδαιμόνιοι, αφού τους άκουσαν, σκέφθηκαν να στείλουν και να ιδρύσουν αποικία για να προστατεύουν τους Τραχινίους και τους Δωριείς, αλλά και επειδή θεωρούσαν πως η αποικία αυτή, σε κατάλληλη θέση, θα τους ήταν χρήσιμη στον πόλεμο εναντίον των Αθηναίων. Θα μπορούσαν, εκεί, ν᾽ αρματώσουν στόλο που θα βρισκόταν σε μικρή απόσταση από την Εύβοια, όπου θα μπορούσε να κάνει επιδρομές. Θα ήταν χρήσιμη η βάση αυτή και για τον έλεγχο της οδού προς την Θράκη. Έδειξαν, γενικά, μεγάλη προθυμία για το σχέδιο αυτό.
Πρώτ᾽ απ᾽ όλα, λοιπόν, έστειλαν αντιπροσωπεία στους Δελφούς και ρώτησαν τον θεό. Σύμφωνα με την παραγγελία του έστειλαν αποίκους και Σπαρτιάτες και περιοίκους και όσους από τους άλλους Έλληνες ήθελαν, εκτός από Ίωνες και Αχαιούς και μερικές άλλες φυλές. Αρχηγοί της αποικίας ήσαν τρεις Λακεδαιμόνιοι. Ο Λέων, ο Αλκίδας και ο Δαμάγων.
Εγκαταστάθηκαν εκεί κι έχτισαν καινούργιο τείχος. Η πολιτεία, που σήμερα ονομάζεται Ηράκλεια, απέχει από τις Θερμοπύλες περισσότερο από σαράντα στάδια κι από την θάλασσα είκοσι. Άρχισαν να ετοιμάζουν και ναυπηγείο κι έχτισαν τείχος κοντά στο στενό των Θερμοπυλών, ώστε να μπορούν να φρουρούν πιο εύκολα την πολιτεία.
Η ίδρυση της πολιτείας αυτής καταθορύβησε στην αρχή τους Αθηναίους, γιατί νόμιζαν ότι κύριος σκοπός της ήταν ν᾽ απειλεί την Εύβοια, επειδή η απόσταση μεταξύ της Ηράκλειας και του ακρωτηρίου Κήναιο της Εύβοιας είναι μικρή. Αργότερα, όμως, ο φόβος τους δεν επαληθεύτηκε. Η πολιτεία αυτή δεν τους έβλαψε σε τίποτε,
και τούτο για τους εξής λόγους. Οι Θεσσαλοί που εξουσίαζαν εκείνα τα μέρη —στα σύνορά τους χτίστηκε η πολιτεία— φοβήθηκαν μήπως η Ηράκλεια γίνει πολιτεία μεγάλη και ισχυρή, έκαναν επιθέσεις και προκαλούσαν ζημίες στους κατοίκους που είχαν μόλις εγκατασταθεί, έως τη στιγμή που εξαφάνισαν σχεδόν την αποικία η οποία στην αρχή είχε πολυάριθμο πληθυσμό, επειδή πολλοί πήγαιναν πρόθυμα να εγκατασταθούν εκεί, πιστεύοντας ότι η πολιτεία ήταν ασφαλής αφού την είχαν ιδρύσει οι Λακεδαιμόνιοι. Αλλά υπεύθυνοι για την αποτυχία αυτή και την μείωση του πληθυσμού στάθηκαν, κυρίως, οι Λακεδαιμόνιοι άρχοντες της πολιτείας, που έφταναν εκεί και αποθάρρυναν, με την πιεστική και άδικη διοίκησή τους, τους κατοίκους οι οποίοι εγκατέλειπαν την πόλη. Έτσι οι γειτονικοί λαοί κατόρθωσαν, ευκολότερα, να επικρατήσουν.
Το ίδιο καλοκαίρι και τον ίδιο περίπου καιρό που οι Αθηναίοι ήσαν στην Μήλο, ο άλλος στρατός τους που ήταν στα τριάντα καράβια τα οποία παράπλεαν την Πελοπόννησο, πήγε πρώτα στον Ελλομενό της Λευκάδας όπου έστησε ενέδρα και σκότωσε την φρουρά. Έπειτα πήγαν στην Λευκάδα με μεγαλύτερες δυνάμεις. Όλοι οι Ακαρνάνες, εκτός από τους Οινιάδες, τους ακολούθησαν με όλο τους τον στρατό καθώς και μερικοί Ζακυνθινοί και Κεφαλλήνες και δεκαπέντε κερκυραϊκά καράβια.
Οι Λευκάδιοι έβλεπαν να καταστρέφεται η γη τους και πέρα και μέσα από τον ισθμό όπου βρίσκεται η πολιτεία τους και το ιερό του Απόλλωνος, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε, εξαιτίας της μεγάλης αριθμητικής υπεροχής του εχθρού. Οι Ακαρνάνες πίεζαν τον Αθηναίο στρατηγό Δημοσθένη ν᾽ αποκλείσει την Λευκάδα απομονώνοντάς την με τείχος, γιατί νόμιζαν πως θα ήταν εύκολο να την κυριέψουν και ν᾽ απαλλαγούν από μία πολιτεία που τους ήταν από πάντα εχθρική.
Αλλά στο μεταξύ οι Μεσσήνιοι έπεισαν τον Δημοσθένη ότι θα ήταν καλή ευκαιρία, αφού είχε τόσο στρατό στις διαταγές του, να χτυπήσει τους Αιτωλούς, που ήσαν εχθροί της Ναυπάκτου. Αν τους νικούσε, τότε, εύκολα θα μπορούσε να υποτάξει την υπόλοιπη ηπειρωτική αυτή περιοχή.
Οι Μεσσήνιοι έλεγαν ότι οι Αιτωλοί είναι, βέβαια, πολυάριθμοι και καλοί πολεμιστές, αλλά ότι κατοικούν σε ατείχιστα χωριά που απέχουν πολύ το ένα από το άλλο. Για τον λόγο αυτόν κι επειδή έχουν ελαφρύ οπλισμό, θα ήταν εύκολο να τους νικήσουν προτού μπορέσουν να οργανωθούν σε κοινή άμυνα.
Τον συμβούλευαν να χτυπήσει πρώτα τους Αποδωτούς, έπειτα τους Οφιονείς και έπειτα τους Ευρυτάνες, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των Αιτωλών. Μιλούν γλώσσα πολύ δυσνόητη και, καθώς λέγεται, τρώνε το κρέας ωμό. Αν τους νικούσαν αυτούς, οι άλλοι Αιτωλοί θα προσχωρούσαν χωρίς δυσκολία.
Ο Δημοσθένης δέχτηκε το σχέδιο όχι μόνο για να κάνει χάρη στους Μεσσηνίους, αλλά κι επειδή πίστευε ότι, και χωρίς τις αθηναϊκές μονάδες θα μπορούσε, με τους συμμάχους του και με τους Αιτωλούς που θα ενώνονταν μαζί του, να βαδίσει από στεριά εναντίον της Βοιωτίας, περνώντας απ᾽ τους Οζόλες Λοκρούς για να φτάσει στο Δωρικό Κυτίνιο, έχοντας δεξιά του τον Παρνασσό. Από εκεί θα κατέβαινε στη χώρα των Φωκέων οι οποίοι, το θεωρούσε βέβαιο, θα εκστρατεύαν πρόθυμα μαζί του, αφού ήσαν από παλιά φίλοι των Αθηναίων. Θα μπορούσε όμως και να τους εξαναγκάσει κι από κει πια η Φωκίς είναι στα σύνορα της Βοιωτίας. Έφυγε, λοιπόν, από την Λευκάδα με όλες τις δυνάμεις του, παρά τις αντιρρήσεις των Ακαρνάνων και ταξίδεψε κοντά στην ακτή έως το Σόλλιον.
Ανακοίνωσε το σχέδιό του στους Ακαρνάνες που δεν το δέχτηκαν, επειδή δεν είχε περιτειχιστεί η Λευκάδα και τότε ο Δημοσθένης, με τον υπόλοιπο στρατό του, τους Κεφαλλήνες, τους Μεσσηνίους, τους Ζακυνθινούς και τριακόσιους Αθηναίους πεζοναύτες του αθηναϊκού στόλου (τα δεκαπέντε κερκυραϊκά καράβια είχαν φύγει) ξεκίνησε εναντίον των Αιτωλών,
έχοντας βάση τον Οινεώνα της Λοκρίδος. Αυτοί οι Οζόλες ήσαν σύμμαχοι των Αθηναίων και το σχέδιο ήταν να πάνε, με όλον τον στρατό τους, να ενωθούν με τους Αθηναίους στο εσωτερικό. Ο Δημοσθένης θεωρούσε ότι επειδή οι Λοκροί είναι γείτονες των Αιτωλών κι έχουν τον ίδιο οπλισμό, θα ήσαν εξαιρετικά χρήσιμοι, γιατί και τις πολεμικές μεθόδους των Αιτωλών ήξεραν και τα μέρη εκείνα γνώριζαν καλά.
Διανυκτέρευσε με τον στρατό του στον περίβολο του ναού του Διός Νεμείου όπου, καθώς λέγεται, σκότωσαν οι κάτοικοι τον ποιητή Ησίοδο, ενώ του είχε δοθεί χρησμός ότι θα πεθάνει στην Νεμέα. Με την αυγή ο Δημοσθένης ξεκίνησε για την Αιτωλία.
Την πρώτη μέρα πήρε την Ποτιδανία, την δεύτερη το Κροκύλειον και την τρίτη το Τείχιο όπου σταμάτησε κι έστειλε τα λάφυρα που είχε πάρει στο Ευπάλιον της Λοκρίδος. Είχε σκοπό πρώτα να υποτάξει την υπόλοιπη περιοχή και μετά να γυρίσει στην Ναύπακτο κι αν οι Οφιονείς δεν προσχωρούσαν, τότε να στραφεί εναντίον τους.
Αλλά όλη η ετοιμασία αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη απ᾽ τους Αιτωλούς, ούτε καν στην αρχή όταν σχεδιαζόταν, κι έτσι, μόλις ο στρατός έκανε εισβολή, όλοι οι Αιτωλοί έτρεξαν να συγκεντρωθούν για να τον αποκρούσουν, ακόμα και οι πιο μακρινοί Οφιονείς που κατοικούν στον Μαλιακό κόλπο — Βωμιείς και Καλλιείς.
Οι Μεσσήνιοι, όμως, επιμέναν για να εφαρμόσει ο Δημοσθένης το αρχικό σχέδιο, λέγοντάς του ότι ήταν εύκολο να υποτάξει τους Αιτωλούς και τον βιάζαν να χτυπήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τα χωριά χωρίς να περιμένει να συγκεντρωθούν οι Αιτωλοί εναντίον του, αλλά να κυριεύει ένα ένα τα χωριά καθώς θα προχωρούσε.
Ο Δημοσθένης, που δεν είχε συναντήσει αντίσταση, πείστηκε στα λόγια τους και στηρίχτηκε στην καλή του τύχη. Χωρίς, λοιπόν, να περιμένει τους Λοκρούς που θα έρχονταν να τον βοηθήσουν (είχε μεγάλη ανάγκη από ελαφριά οπλισμένους και από ακοντιστές), προχώρησε εναντίον του Αιγιτίου και το πήρε με την πρώτη έφοδο, γιατί οι κάτοικοι είχαν φύγει κρυφά και είχαν πιάσει τα γύρω από την πόλη υψώματα. Το Αιγίτιο είναι χτισμένο σε ορεινή περιοχή και απέχει από την θάλασσα περισσότερο από ογδόντα στάδια.
Οι Αιτωλοί, που είχαν τρέξει να βοηθήσουν το Αιγίτιο, άρχισαν επίθεση εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων τους, κατεβαίνοντας με ορμή από τους γύρω λόφους απ᾽ όλες τις μεριές κι έριχναν τα ακόντιά τους. Κάθε φορά που οι Αθηναίοι προχωρούσαν, εκείνοι υποχωρούσαν, και κάθε φορά που υποχωρούσαν οι Αθηναίοι εκείνοι προχωρούσαν. Αυτή η μάχη, που ήταν καταδίωξη και υποχώρηση, κράτησε πολύ και οι Αθηναίοι υστερούσαν και στα δύο.
Όσο οι τοξότες τους είχαν βέλη και μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν, οι Αθηναίοι άντεχαν τοξεύοντας τους Αιτωλούς, που ήσαν ελαφριά οπλισμένοι, και τους αναχαίτιζαν. Αλλά όταν οι τοξότες έχασαν τον αρχηγό τους που σκοτώθηκε, σκόρπισαν. Και ο υπόλοιπος στρατός ήταν εξαντλημένος απ᾽ τον πολύωρο αγώνα και τους συνεχείς ελιγμούς, ενώ οι Αιτωλοί τούς έκαναν επιθέσεις και τους έριχναν ακόντια. Και τότε άρχισε η φυγή. Οι Αθηναίοι έπεφταν σε χαράδρες που δεν είχαν διέξοδο και σε μέρη που δεν ήξεραν και σκοτώθηκαν πολλοί. Ο οδηγός τους, ο Χρόμων ο Μεσσήνιος, είχε σκοτωθεί.
Οι Αιτωλοί, ταχείς και ελαφριά οπλισμένοι, τους κυνηγούσαν από κοντά, τους έριχναν ακόντια και σκότωσαν πολλούς. Οι περισσότεροι Αθηναίοι έχασαν τον δρόμο τους και μπήκαν στο δάσος από όπου δεν μπόρεσαν να βγουν. Τότε οι Αιτωλοί έφεραν φωτιά και την έβαλαν απ᾽ όλες τις μεριές,
και οι Αθηναίοι έπαθαν κάθε λογής καταστροφή και θάνατο. Όσοι μπόρεσαν να σωθούν ξέφυγαν προς την θάλασσα και στον Οινεώνα της Λοκρίδος απ᾽ όπου είχαν ξεκινήσει.
Απ᾽ τους συμμάχους σκοτώθηκαν πολλοί κι απ᾽ τους Αθηναίους οπλίτες σκοτώθηκαν εκατόν είκοσι περίπου. Τόσος ήταν ο αριθμός τους, κι ήσαν διαλεχτοί, της πρώτης ηλικίας, οι καλύτεροι στρατιώτες τους οποίους έχασε η Αθήνα στον πόλεμο αυτόν. Σκοτώθηκε κι ένας από τους δύο στρατηγούς, ο Προκλής.
Οι Αθηναίοι έκαναν εκεχειρία με τους Αιτωλούς για να σηκώσουν τους νεκρούς τους και γύρισαν στην Ναύπακτο. Από εκεί επέστρεψαν με τον στόλο στην Αθήνα. Αλλά ο Δημοσθένης φοβόταν τους Αθηναίους εξαιτίας των όσων είχαν συμβεί κι έμεινε στην περιοχή της Ναυπάκτου.
Τον ίδιο περίπου καιρό, οι Αθηναίοι που ήσαν στην Σικελία πήγαν με τον στόλο τους στην Λοκρίδα κι έκαναν απόβαση. Νίκησαν τους Λοκρούς που είχαν τρέξει να τους αποκρούσουν και κυρίεψαν ένα φρούριο στις όχθες του ποταμού Άληκα.
Το ίδιο καλοκαίρι οι Αιτωλοί οι οποίοι, πριν από την αθηναϊκή επίθεση, είχαν στείλει στην Κόρινθο και στην Λακεδαίμονα πρέσβεις, τον Τόλοφο τον Οφιονέα, τον Βοριάδη τον Ευρυτάνα και τον Τείσανδρο τον Αποδωτό, έπεισαν τους Πελοποννησίους να τους στείλουν στρατό για να τιμωρήσουν την Ναύπακτο που είχε προκαλέσει την εισβολή των Αθηναίων. [3.100.2] Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν, κατά το φθινόπωρο, τρεις χιλιάδες συμμαχικούς οπλίτες. Πεντακόσιοι ήσαν απ᾽ την Ηράκλεια, την νέα πόλη που είχαν, τότε, χτίσει στην Τραχινία. Αρχηγός της εκστρατείας ήταν ο Σπαρτιάτης Ευρύλοχος, που είχε βοηθούς τους Σπαρτιάτες Μακάριο και Μενεδάιο.
Όταν ο στρατός συγκεντρώθηκε στους Δελφούς, ο Ευρύλοχος έστειλε κήρυκα στους Οζόλες Λοκρούς, επειδή ο δρόμος για την Ναύπακτο περνούσε απ᾽ το έδαφός τους κι επειδή ήθελε να τους αποσπάσει από τους Αθηναίους.
Προθυμότεροι να τον βοηθήσουν φάνηκαν οι Αμφισσείς, από φόβο της έχθρας που τους είχαν οι Φωκείς. Πρώτοι αυτοί έδωσαν ομήρους κι έπεισαν και άλλους Λοκρούς, οι οποίοι φοβόνταν τον στρατό που θα περνούσε, να δώσουν κι εκείνοι ομήρους. Έπεισαν πρώτους τους γείτονές τους Μυονείς (το έδαφός τους είναι το δυσκολότερο πέρασμα προς την Λοκρίδα) κι έπειτα τους Ιπνείς, τους Μεσσαπίους, τους Τριταιέους, τους Χαλαίους, τους Τολοφωνίους, τους Ησσίους και τους Οιανθείς. Όλοι αυτοί πήραν μέρος στην εκστρατεία. Οι Ολπαίοι έδωσαν ομήρους, αλλά δεν ακολούθησαν την εκστρατεία. Οι Υαίοι δεν έδωσαν ομήρους παρά μόνον όταν οι Λακεδαιμόνιοι κυρίεψαν ένα χωριό τους που ονομάζεται Πόλις.
Αφού τα ετοίμασε όλ᾽ αυτά κι έστειλε τους ομήρους στο Δωρικό Κυτίνιο, ο Ευρύλοχος προχώρησε μέσ᾽ από το έδαφος των Λοκρών για να χτυπήσει την Ναύπακτο. Στην πορεία του κυρίεψε τον Οινεώνα και το Ευπάλιον των Λοκρών. Οι δύο αυτές πολιτείες δεν είχαν δεχτεί να προσχωρήσουν.
Όταν έφτασαν στην Ναυπακτία, όπου είχαν πάει να τον βοηθήσουν, οι Αιτωλοί άρχισαν να καταστρέφουν την γη και ο Ευρύλοχος κυρίεψε το ατείχιστο προάστιο. Μετά πήγε στο Μολύκρειο που ήταν αποικία των Κορινθίων, αλλά σύμμαχος των Αθηναίων, και το κυρίεψε.
Ο Αθηναίος Δημοσθένης, που μετά την Αιτωλική εκστρατεία βρισκόταν ακόμα στην Ναυπακτία, είχε καταλάβει ποιός ήταν ο σκοπός του Ευρυλόχου και ανησύχησε για την πολιτεία. Πήγε στους Ακαρνάνες και τους έπεισε —αν και με πολλή δυσκολία, επειδή είχε εγκαταλείψει την επιχείρηση της Λευκάδος— να βοηθήσουν την Ναύπακτο.
Έστειλαν χίλιους οπλίτες τους που μεταφέρθηκαν με καράβια, μπήκαν στην Ναύπακτο και την έσωσαν. Το τείχος της πολιτείας ήταν μακρύ και οι υπερασπιστές του λίγοι κι ήταν φόβος να μην μπορέσουν να το κρατήσουν.
Ο Ευρύλοχος και οι βοηθοί του, όταν έμαθαν ότι η δύναμη αυτή ήταν μέσα στην πολιτεία και κατάλαβαν ότι δεν ήταν δυνατόν να την κυριέψουν με έφοδο, έφυγαν, δεν πήγαν όμως στην Πελοπόννησο, αλλά στην Αιολίδα, που ονομάζεται σήμερα Καλυδών, και την Πλευρώνα και στην περιοχή τους καθώς και στο Πρόσχιο της Αιτωλίας.
Πήγαν εκεί επειδή οι Αμπρακιώτες τους έπεισαν να κάνουν μαζί εκστρατεία εναντίον του Άργους του Αμφιλοχικού και της Αμφιλοχίας και να στραφούν, μετά, εναντίον της υπόλοιπης Ακαρνανίας. Τους έλεγαν ότι, αν κυριέψουν τα μέρη αυτά, όλες οι άλλες ηπειρωτικές περιοχές θα γίνονταν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων.
Ο Ευρύλοχος πείστηκε, και αφού απόλυσε τον Αιτωλικό στρατό, έμεινε σ᾽ εκείνα τα μέρη χωρίς να κάνει επιχειρήσεις, έως την στιγμή που οι Αμπρακιώτες θα έκαναν επίθεση εναντίον του Άργους και θα έπρεπε να τους βοηθήσει. Και το καλοκαίρι τελείωσε.
Τον επόμενο χειμώνα, οι Αθηναίοι που ήσαν στην Σικελία ξεκίνησαν με τους Έλληνες συμμάχους τους και με Σικελούς οι οποίοι, πριν, ήσαν υπήκοοι των Συρακουσών και σύμμαχοί τους, αλλά είχαν επαναστατήσει και συμπολεμούσαν με τους Αθηναίους, και χτύπησαν την Ίνησσα, πολιτεία σικελική. Φρουρά Συρακουσίων κρατούσε την ακρόπολή της. Δεν μπόρεσαν, όμως, να την κυριέψουν κι έφυγαν.
Μετά απ᾽ αυτά ο Λάχης, με τους Αθηναίους, έκανε μερικές αποβάσεις στην Λοκρίδα, κοντά στον Καϊκίνο ποταμό, και νίκησαν σε μάχη τριακόσιους Λοκρούς που, με αρχηγό τον Πρόξενο του Καπάτωνος, είχαν παραταχθεί εναντίον τους. Πήραν τα όπλα των εχθρών κι έφυγαν.
Τον ίδιο χειμώνα, οι Αθηναίοι, υπακούοντας σε κάποιο χρησμό, έκαναν κάθαρση της Δήλου. Κάθαρση είχε κάνει ο τύραννος Πεισίστρατος, όχι όμως ολόκληρης της Δήλου, αλλά μόνο σε όση απόσταση φτάνει το μάτι απ᾽ τον Ναό. Οι Αθηναίοι έκαναν κάθαρση σ᾽ όλο το νησί με τον εξής τρόπο.
Σήκωσαν όλους τους τάφους όσων είχαν πεθάνει στην Δήλο κι έβγαλαν διαταγή να μην πεθαίνει και να μην γεννιέται πια κανείς στο νησί, αλλά να μεταφέρεται στην Ρήνεια που απέχει από την Δήλο τόσο λίγο, ώστε ο Σάμιος τύραννος Πολυκράτης που, μιαν εποχή είχε την κυριαρχία στην θάλασσα και είχε κυριέψει και άλλα νησιά και την Ρήνεια, την αφιέρωσε στον Δήλιο Απόλλωνα, δένοντάς την με αλυσίδες στην Δήλο. Μετά την κάθαρση οι Αθηναίοι, για πρώτη φορά, καθιέρωσαν την εορτή που ονομάζεται Δήλια και εορτάζεται κάθε πέντε χρόνια.
Και στα παλαιότερα χρόνια γινόταν μεγάλο πανηγύρι, όπου μαζεύονταν Ίωνες και κάτοικοι των γύρω νησιών. Πήγαιναν με τα γυναικόπαιδά τους, όπως πάνε τώρα οι Ίωνες στα Εφέσια, και γίνονταν αγώνες γυμνικοί και μουσικοί και οι πολιτείες έστελναν χορωδίες.
Ότι γίνονταν και μουσικοί αγώνες και πήγαιναν πολλοί να συναγωνιστούν, το λέει πάλι ο Όμηρος στον ίδιο ύμνο όπου, αφού υμνήσει τον δηλιακό γυναικείο χορό, τελειώνει τον έπαινό του με τους ακόλουθους στίχους, στους οποίους αναφέρει και τον εαυτό του:
ἀλλ᾿ ἄγεθ᾿, ἱλήκοι μὲν Ἀπόλλων Ἀρτέμιδι ξύν,
Εμπρός! Ας μας είν᾽ ευνοϊκοί ο Απόλλων και η Άρτεμις.
χαίρετε δ᾿ ὑμεῖς πᾶσαι. ἐμεῖο δὲ καὶ μετόπισθε
Γεια και χαρά σας, όλες! Να με θυμάστε αργότερα
μνήσασθ᾿, ὁππότε κέν τις ἐπιχθονίων ἀνθρώπων
όταν ποτέ, βασανισμένος άνθρωπος τούτης της γης,
ἐνθάδ᾿ ἀνείρηται ταλαπείριος ἄλλος ἐπελθών·
έρθει εδώ και σας ρωτήσει:
᾿ὦ κοῦραι, τίς δ᾿ ὔμμιν ἀνὴρ ἥδιστος ἀοιδῶν
Κόρες! Ποιός απ᾽ όλους τους τραγουδιστές απ᾽ όσους έρχονται στα μέρη αυτά
ἐνθάδε πωλεῖται, καὶ τέῳ τέρπεσθε μάλιστα;᾿
σας φαίνεται ο πιο γλυκός και μεγαλύτερη σας χάρισε χαρά·
Αυτές είναι οι μαρτυρίες που μας δίνει ο Όμηρος ότι και παλαιότερα γίνονταν μεγάλες εορτές και πανηγύρι στην Δήλο. Αργότερα οι νησιώτες και οι Αθηναίοι εξακολούθησαν να στέλνουν χορωδίες με σφαχτάρια, αλλά οι αγώνες και οι περισσότερες τελετές καταργήθηκαν επειδή, καθώς φαίνεται, έπεσαν συμφορές, έως την εποχή που οι Αθηναίοι αποκαταστήσαν τους αγώνες και οργάνωσαν και ιπποδρομίες που δεν γίνονταν πρωτύτερα.
Τον ίδιο χειμώνα οι Αμπρακιώτες, όπως το είχαν υποσχεθεί στον Ευρύλοχο για να τον πείσουν να μείνει εκεί με τον στρατό του, εκστρατεύσαν εναντίον του Άργους του Αμφιλοχικού με τρεις χιλιάδες οπλίτες. Έκαναν εισβολή στην Αργεία περιοχή και κυρίεψαν το φρούριο Όλπες που είναι οχυρό, χτισμένο σε παραθαλάσσιο λόφο. Το είχαν χτίσει παλαιότερα οι Ακαρνάνες και το χρησιμοποιούσαν για κοινό ομοσπονδιακό δικαστήριο. Απέχει περίπου είκοσι πέντε στάδια από την πόλη του Άργους που είναι παραθαλάσσια.
Από τους Ακαρνάνες, άλλοι πήγαν να βοηθήσουν το Άργος και άλλοι έστησαν στρατόπεδο σε μια τοποθεσία της Αμφιλοχίας που ονομάζεται Κρήνες, για να παρακολουθούν τους Πελοποννησίους του Ευρυλόχου μην περάσουν κρυφά κι ενωθούν με τους Αμπρακιώτες.
Έστειλαν μήνυμα στον Δημοσθένη, στρατηγό των Αθηναίων στην αιτωλική εκστρατεία, και τον παρακάλεσαν ν᾽ αναλάβει αρχηγός τους. Ειδοποίησαν και τα είκοσι αθηναϊκά καράβια που έτυχε να περιπλέουν στα πελοποννησιακά παράλια με αρχηγούς τον Αριστοτέλη του Τιμοκράτους και τον Ιεροφώντα του Αντιμνήστου.
Οι Αμπρακιώτες που ήσαν στις Όλπες, έστειλαν κι εκείνοι μήνυμα στην πολιτεία τους ζητώντας τους να έρθουν να τους βοηθήσουν με όλες τις δυνάμεις τους. Φοβόνταν μήπως ο Ευρύλοχος δεν μπορέσει να περάσει ανάμεσα από τους Ακαρνάνες. Σε τέτοια περίπτωση, θα ήσαν αναγκασμένοι, είτε να δώσουν μάχη μόνοι τους είτε να επιχειρήσουν επικίνδυνη υποχώρηση.
Όταν ο Ευρύλοχος και οι Πελοποννήσιοι έμαθαν ότι οι Αμπρακιώτες είχαν φτάσει στην τοποθεσία Όλπες, βιάστηκαν να φύγουν από το Πρόσχιον για να πάνε να τους βοηθήσουν. Πέρασαν τον Αχελώο και προχώρησαν στην Ακαρνανία (ήταν αφρούρητη γιατί όλες οι δυνάμεις είχαν πάει να βοηθήσουν το Άργος) έχοντας δεξιά την πολιτεία των Στρατίων με την φρουρά της και αριστερά την υπόλοιπη Ακαρνανία.
Πέρασαν από το έδαφος των Στρατίων, μετά από την Φυτία, έπειτα πέρασαν κοντά από την Μεδεώνα και από την Λιμναία. Έφτασαν στην φιλική χώρα των Αγραίων, που δεν είναι πια Ακαρνανία.
Έφτασαν και πέρασαν το αγραϊκό βουνό Θύαμος και, βαδίζοντας νύχτα πια, κατέβηκαν στο έδαφος των Αργείων και πέρασαν απαρατήρητοι μεταξύ του Άργους και της Κρήνης, όπου οι Ακαρνάνες είχαν την φρουρά τους και ενώθηκαν με τους Αμπρακιώτες που ήσαν στις Όλπες.
Αφού, λοιπόν, ενώθηκαν, όταν ξημέρωσε πήραν θέσεις γύρω από την τοποθεσία Μητρόπολη κι έστησαν στρατόπεδο. Λίγο αργότερα, τα είκοσι αθηναϊκά καράβια που έρχονταν να βοηθήσουν το Άργος, έφτασαν στον Αμπρακικό κόλπο. Έφτασε και ο Δημοσθένης με διακόσιους Μεσσηνίους οπλίτες και εξήντα Αθηναίους τοξότες.
Τα καράβια αγκυροβόλησαν αντίκρυ στις Όλπες, αποκλείοντας το οχυρό από θάλασσα. Οι Ακαρνάνες και λίγοι μόνο Αμφιλόχιοι (γιατί τους περισσότερους τους είχαν καθηλώσει οι Αμπρακιώτες) αφού συγκεντρώθηκαν στο Άργος, ετοιμάζονταν ν᾽ αντιμετωπίσουν τον εχθρό κι ανακήρυξαν γενικό αρχηγό του συμμαχικού στρατού τον Δημοσθένη που θα συνεργαζόταν με τους δικούς τους στρατηγούς.
Ο Δημοσθένης πλησίασε στις Όλπες κι έστησε στρατόπεδο σε σημείο όπου μια απότομη χαράδρα χώριζε τις δύο παρατάξεις. Πέντε μέρες δεν επιχείρησαν τίποτε και την έκτη παρατάχτηκαν και οι δύο στρατοί για μάχη. Ο στρατός των Πελοποννησίων ήταν πολυαριθμότερος και κάλυπτε μεγαλύτερο μέτωπο και ο Δημοσθένης, από φόβο μην κυκλωθεί, έστησε ενέδρα σ᾽ ένα χαμηλό πέρασμα, γεμάτο θάμνους, όπου έβαλε οπλίτες και ψιλούς —τετρακόσιους περίπου— με διαταγή, όταν αρχίσει η μάχη, να ορμήσουν απ᾽ τον κρυψώνα τους και να χτυπήσουν τον εχθρό από πίσω, στο σημείο όπου υπερφαλάγγιζε την παράταξη.
Όταν οι δύο ετοιμάστηκαν, άρχισε η συμπλοκή. Ο Δημοσθένης ήταν στην δεξιά πτέρυγα με τους Μεσσηνίους και λίγους Αθηναίους. Στην υπόλοιπη παράταξη ήσαν οι Ακαρνάνες με τους αρχηγούς τους και όσοι Αμφιλόχιοι ακοντιστές ήσαν εκεί. Οι Πελοποννήσιοι είχαν παραταχτεί ανακατεμένοι με τους Αμπρακιώτες, εκτός από τους Μαντινείς, οι οποίοι ήσαν, όλοι μαζί, στην αριστερή πτέρυγα, αλλά όχι στην άκρη της όπου βρισκόταν ο Ευρύλοχος με τους δικούς του. Αντίκριζε τους Μεσσηνίους και τον Δημοσθένη.
Καθώς άρχισε η μάχη και το αριστερό των Πελοποννησίων κύκλωνε το δεξιό των αντιπάλων, οι Ακαρνάνες, που ενεδρεύαν, πετάχτηκαν απ᾽ τον κρυψώνα τους, τους χτύπησαν από πίσω και τους έτρεψαν σε φυγή. Ούτε προσπάθησαν ν᾽ αντισταθούν και ο πανικός τους παράσυρε και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού ο οποίος, άμα είδε ότι το τμήμα του Ευρυλόχου, που ήταν το καλύτερο, πάθαινε συμφορά, φοβήθηκε ακόμα περισσότερο. Η μεγαλύτερη συμβολή στην επιτυχία αυτήν ήταν των Μεσσηνίων που βρίσκονταν στο σημείο εκείνο με τον Δημοσθένη.
Οι Αμπρακιώτες και όσοι ήσαν στην δεξιά πτέρυγα, νίκησαν και καταδίωξαν τους αντιπάλους τους προς το Άργος. Οι Αμπρακιώτες είναι οι καλύτεροι πολεμιστές της περιοχής.
photo wikiwand.com – 426 πΧ μάχη των Ολπών κ’ επίθεση στην Ιδομενή.
Αλλά όταν γύρισαν από την καταδίωξη, είδαν ότι το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους είχε νικηθεί. Άρχισαν να πιέζονται από τους Ακαρνάνες και υποχώρησαν με μεγάλη δυσκολία προς τις Όλπες. Σκοτώθηκαν πολλοί γιατί, εκτός από τους Μαντινείς, υποχωρούσαν άτακτα και χωρίς καμιά πειθαρχία. Οι Μαντινείς υποχώρησαν με πολύ περισσότερη τάξη απ᾽ όλο τον άλλο στρατό. Έτσι τέλειωσε η μάχη προς το βράδυ.
Την επομένη, ο Μενεδάιος, που μόνος πια ήταν αρχηγός, επειδή και ο Ευρύλοχος και ο Μακάριος είχαν σκοτωθεί, βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία, τί να κάνει μετά από τόσο μεγάλη ήττα. Βλέποντας ότι δεν θα μπορούσε ούτε ν᾽ ανθέξει σε πολιορκία από γη και θάλασσα —αφού τα αττικά καράβια ήσαν εκεί— ούτε να σωθεί προσπαθώντας να ξεφύγει, ζήτησε ανακωχή από τον Δημοσθένη και τους Ακαρνάνες στρατηγούς, για να αποσυρθεί και να θάψει τους νεκρούς του.
Ο Δημοσθένης και οι Ακαρνάνες έδωσαν τους νεκρούς, έστησαν τρόπαιο, σήκωσαν τους τριακόσιους δικούς τους, αλλά χωρίς να δεχτούν, φανερά, ν᾽ αφήσουν όλον τον εχθρικό στρατό ν᾽ αποσυρθεί, έκαναν κρυφή συμφωνία με τους Μαντινείς, τον Μενεδάιο και τους άλλους εξέχοντες Πελοποννησίους, να τους αφήσουν να φύγουν το ταχύτερο. Ο Δημοσθένης ήθελε ν᾽ απομονώσει τους Αμπρακιώτες και τους μισθοφόρους που ήσαν μαζί τους αλλά και, κυρίως, να εκθέσει τους Λακεδαιμονίους και τους Πελοποννησίους στα μάτια των κατοίκων της περιοχής, δείχνοντάς τους ότι τους καταπρόδωσαν προτιμώντας το δικό τους συμφέρον.
Οι Πελοποννήσιοι σήκωσαν τους νεκρούς τους και τους έθαψαν όπως και όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, και όσοι είχαν την άδεια να φύγουν άρχισαν να ετοιμάζονται κρυφά.
Αλλά στο μεταξύ ο Δημοσθένης και οι Ακαρνάνες έμαθαν ότι οι Αμπρακιώτες, έχοντας υπόψη το πρώτο μήνυμα που τους είχε έρθει από τις Όλπες και χωρίς να ξέρουν τίποτε από τα όσα είχαν συμβεί, είχαν ξεκινήσει με όλο τους τον στρατό από την πολιτεία τους και προχωρούσαν μέσα από την χώρα των Αμφιλόχων για να ενωθούν με εκείνους που ήσαν στις Όλπες και να τους βοηθήσουν.
Ο Δημοσθένης έστειλε ένα μέρος του στρατού του με οδηγίες να στήσουν ενέδρες στα περάσματα και να πιάσουν τις οχυρές θέσεις. Ταυτόχρονα ετοίμαζε τον στρατό για να βαδίσει ο ίδιος εναντίον τους.
Στο μεταξύ οι Μαντινείς και όσοι άλλοι είχαν την άδεια να φύγουν, βγήκαν από τις Όλπες με πρόφαση να μαζέψουν λάχανα και φρύγανα, και άρχισαν λίγοι λίγοι, ν᾽ απομακρύνονται σιγά σιγά μαζεύοντας τάχα εκείνα για τα οποία είχαν βγει. Όταν προχώρησαν σε αρκετή απόσταση από την Όλπη άρχισαν να βαδίζουν πιο γρήγορα.
Αλλά οι Αμπρακιώτες και οι άλλοι, όσοι είχαν συγκεντρωθεί στις Όλπες, όταν είδαν πως οι άλλοι έφευγαν, όρμησαν κι εκείνοι τρέχοντας για να τους προλάβουν.
Στην αρχή οι Ακαρνάνες νόμισαν πως όλοι φεύγουν χωρίς συμφωνία και άρχισαν να καταδιώκουν τους Πελοποννησίους και τους άλλους. Όταν, μάλιστα, μερικοί από τους στρατηγούς τους προσπάθησαν να τους σταματήσουν, φωνάζοντάς τους ότι είχαν γίνει συμφωνίες με τους Πελοποννησίους, ένας στρατιώτης τούς έριξε ένα ακόντιο νομίζοντας πως είχαν προδώσει. Ύστερα, όμως, άφηναν τους Μαντινείς και τους Πελοποννησίους και σκότωναν τους Αμπρακιώτες.
Δημιουργήθηκε μεγάλη σύγχυση και ζωηρές αμφισβητήσεις για το ποιός είναι Αμπρακιώτης και ποιός Πελοποννήσιος και σκότωσαν περίπου διακόσιους. Οι άλλοι έφυγαν στην γειτονική Αγραΐδα, όπου τους δέχτηκε ο φίλος τους Σαλύνθιος, βασιλιάς των Αγραίων.
Οι Αμπρακιώτες που είχαν ξεκινήσει από την πολιτεία τους, έφτασαν στην Ιδομενή. Έτσι ονομάζεται μια τοποθεσία με δύο ψηλούς λόφους. Τον ψηλότερο τον είχε καταλάβει, όταν νύχτωσε, ο στρατός τον οποίον είχε στείλει ο Δημοσθένης. Πρόφτασαν ν᾽ ανεβούν εκεί απαρατήρητοι. Στον χαμηλότερο πρόφτασαν ν᾽ ανεβούν οι Αμπρακιώτες και πέρασαν την νύχτα εκεί.
Προς το βράδυ και μετά το δείπνο, ξεκίνησε ο Δημοσθένης με το υπόλοιπο στράτευμα. Ο ίδιος, έχοντας τον μισό στρατό, προχώρησε κατευθείαν προς την τοποθεσία και ο υπόλοιπος στρατός πέρασε απ᾽ τα βουνά της Αμφιλοχίας.
Μόλις χάραξε, έπεσε ξαφνικά πάνω στους Αμπρακιώτες που ήσαν ακόμα στα στρώματά τους και δεν είχαν καταλάβει τί είχε γίνει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά νόμισαν πως δικοί τους ήσαν αυτοί που έρχονταν
και τούτο επειδή ο Δημοσθένης είχε, από σκοπού, βάλει τους Μεσσηνίους στην εμπροσθοφυλακή και τους έδωσε διαταγή να μιλήσουν στις προφυλακές του εχθρού σε δωρικό ιδίωμα κι έτσι να μην προκαλέσουν υποψίες στους σκοπούς οι οποίοι, άλλωστε, δεν θα μπορούσαν να τους διακρίνουν, αφού ήταν νύχτα.
Αλλά τα περάσματα ήσαν πιασμένα και οι Αμφιλόχιοι ήξεραν καλά τα μέρη τους και πλεονεκτούσαν, επειδή είχαν ελαφρύ οπλισμό, ενώ οι Αμπρακιώτες ήσαν βαριά οπλισμένοι, δεν γνώριζαν τα μέρη και δεν ήξεραν προς τα πού να πάνε. Έπεφταν σε χαράδρες ή σε ενέδρες και βρίσκαν τον θάνατο.
Δοκιμάζοντας να ξεφύγουν με κάθε τρόπο, μερικοί στράφηκαν προς την θάλασσα που δεν ήταν μακριά. Όταν είδαν τ᾽ αθηναϊκά καράβια που παραπλέαν κοντά στην ακτή, την ώρα ακριβώς που γινόταν η καταδίωξη, έπεσαν και κολύμπησαν προς τα εκεί, γιατί προτιμούσαν μες στον πανικό της στιγμής εκείνης να βρουν τον θάνατο απ᾽ τα πληρώματα των καραβιών, παρά απ᾽ τους βαρβάρους Αμφιλοχίους, τους χειρότερους εχθρούς τους.
Τέτοια ήταν η καταστροφή των Αμπρακιωτών, κι ελάχιστοι, απ᾽ τους πολλούς που ήσαν κατόρθωσαν να σωθούν γυρίζοντας πίσω στην πόλη τους. Οι Ακαρνάνες σκύλεψαν τους νεκρούς, έστησαν τρόπαια και γύρισαν στο Άργος.
Την επομένη πήγε στο Άργος κήρυκας των Αμπρακιωτών οι οποίοι απ᾽ την Όλπη είχαν καταφύγει στους Αγραίους, και ζήτησε ανακωχή για να σηκώσουν τους νεκρούς, όσους είχαν σκοτωθεί μετά την πρώτη μάχη, όταν, χωρίς συμφωνία, είχαν προσπαθήσει να φύγουν μαζί με τους Μαντινείς και τους άλλους που τους προστάτευε η μυστική συμφωνία.
Ήταν μεγάλη η κατάπληξη του κήρυκα όταν είδε το πλήθος τα αμπρακικά όπλα εκείνων που είχαν ξεκινήσει απ᾽ την πολιτεία τους. Δεν ήξερε την καταστροφή της Ιδομενής και νόμιζε πως ήσαν όπλα απ᾽ την μάχη της Όλπης.
Κάποιος, νομίζοντας πως ο κήρυκας έρχεται από μέρους εκείνων που είχαν πάθει την καταστροφή της Ιδομενής, τον ρώτησε γιατί ήταν τόσο έκπληκτος και πόσοι νόμιζε ότι σκοτώθηκαν. Ο κήρυκας αποκρίθηκε πως υπολόγιζε τους νεκρούς σε διακόσιους το πολύ. Τότε εκείνος που τον είχε ρωτήσει αποκρίθηκε:
«Μά τα όπλα αυτά δεν δείχνουν διακόσιους, αλλά χίλιους και περισσότερους». Ο κήρυκας είπε πάλι: «Τότε δεν είναι εκείνων που πολέμησαν μαζί μας». Τότε ο άλλος αποκρίθηκε: «Θα είναι, αν πολεμήσατε εσείς, χτες, στην Ιδομενή». «Δεν πολεμήσαμε με κανέναν χτες, αλλά προχτές, στην υποχώρηση». «Εμείς, όμως, πολεμήσαμε με τους Αμπρακιώτες που είχαν ξεκινήσει απ᾽ την πόλη για να σας βοηθήσουν».
Όταν τ᾽ άκουσε ο κήρυκας και κατάλαβε ότι όσοι είχαν ξεκινήσει από την πολιτεία να τους βοηθήσουν, είχαν σκοτωθεί, έβγαλε φωνή απελπισίας και, καταταραγμένος από την έκταση της συμφοράς, έφυγε αμέσως, άπρακτος, χωρίς να ζητήσει την απόδοση των νεκρών.
Στον πόλεμο αυτόν καμιά άλλη πολιτεία δεν έπαθε, σε τόσο λίγες μέρες, τόσο μεγάλη συμφορά. Δεν αναφέρω τον αριθμό των σκοτωμένων γιατί δεν είναι πιστευτό το τί λέγεται, αν το συγκρίνει κανείς με τον πληθυσμό της πολιτείας. Ξέρω, όμως, ότι, αν οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλόχιοι είχαν ακούσει τον Δημοσθένη και τους Αθηναίους και είχαν επιχειρήσει να πάρουν την Αμπρακία, θα την κυρίευαν με την πρώτη έφοδο. Αλλά φοβήθηκαν ότι αν την εξουσίαζαν οι Αθηναίοι θα ήσαν πολύ πιο επικίνδυνοι γείτονες παρά οι Αμπρακιώτες.
Μετά απ᾽ αυτά, αφού έδωσαν στους Αθηναίους το ένα τρίτο από τα λάφυρα, μοίρασαν τα άλλα μεταξύ τους οι διάφορες πολιτείες. Τα λάφυρά τους οι Αθηναίοι τα φόρτωσαν σε καράβι αλλά τους τα κυρίεψε ο εχθρός στην επιστροφή. Τις τριακόσιες πανοπλίες που βρίσκονται, σήμερα, στα ιερά της Αττικής τις ξεχώρισαν για τον Δημοσθένη που τις πήρε μαζί του γυρίζοντας στον Πειραιά. Μετά από τέτοια επιτυχία η επιστροφή του ήταν πιο εύκολη παρά μετά την συμφορά της Αιτωλίας.
Τα είκοσι αθηναϊκά καράβια γύρισαν στην Ναύπακτο. Όταν έφυγαν οι Αθηναίοι και ο Δημοσθένης, οι Ακαρνάνες, και οι Αμφιλόχιοι έκαναν ανακωχή με τους Αμπρακιώτες και τους Πελοποννησίους που είχαν καταφύγει στον Σαλύνθιο και στους Αγραίους και τους άφησαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους από τους Οινιάδες, όπου τους είχε μεταφέρει ο Σαλύνθιος.
Αργότερα οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλόχιοι έκαναν εκατόχρονη ειρήνη με τους Αμπρακιώτες. Οι όροι της ειρήνης ήσαν οι ακόλουθοι. Ούτε οι Αμπρακιώτες είχαν υποχρέωση να βοηθούν τους Ακαρνάνες στις εκστρατείες τους εναντίον των Πελοποννησίων, ούτε οι Ακαρνάνες να βοηθούν τους Αμπρακιώτες στις εκστρατείες τους εναντίον των Αθηναίων. Θα βοηθούσαν ο ένας τον άλλον για να υπερασπίζονται την χώρα τους. Οι Αμπρακιώτες επιστρέψαν όσους ομήρους και όσα μέρη της Αμφιλοχίας είχαν και ανάλαβαν την υποχρέωση να μην βοηθούν το Ανακτόριο που ήταν εχθρός των Ακαρνάνων.
Αφού τα συμφώνησαν αυτά, τέλειωσε ο πόλεμος μεταξύ τους. Αργότερα, όμως, οι Κορίνθιοι έστειλαν δική τους φρουρά στην Αμπρακία, τριακόσιους οπλίτες, με αρχηγό τον Ξενοκλείδα του Ευθυκλέους. Έφτασαν εκεί από στεριά με μεγάλες δυσκολίες. Αυτά για την Αμπρακία.
Τον ίδιο χειμώνα, οι Αθηναίοι που ήσαν στην Σικελία έκαναν απόβαση στο έδαφος της Ιμέρας. Τους βοήθησαν οι Σικελοί που έκαναν εισβολή από στεριά στα σύνορα της Σικελίας. Έκαναν επίθεση και εναντίον των νησιών του Αιόλου.
και τούτο γιατί οι Σικελιώτες, σύμμαχοι των Αθηναίων, είχαν πάει στην Αθήνα και είχαν πείσει τους Αθηναίους να στείλουν περισσότερες δυνάμεις, επειδή οι Συρακούσιοι που κυριαρχούσαν στην στεριά, αλλά δεν είχαν ελευθερία κινήσεων στη θάλασσα εξαιτίας της παρουσίας μιας ναυτικής μοίρας, δεν ανέχονταν αυτή την κατάσταση κι ετοιμάζονταν ν᾽ αρματώσουν στόλο.
Έστειλαν, λοιπόν, τον ένα από τους στρατηγούς, τον Πυθόδωρο, με λίγα καράβια και επρόκειτο να στείλουν τον Σοφοκλή του Σωστρατίδου και τον Ευρυμέδοντα του Θουκλέους με το μεγαλύτερο μέρος του στόλου.
Ο Πυθόδωρος, αφού είχε κιόλας παραλάβει την αρχηγία από τον Λάχη, όταν τέλειωνε ο χειμώνας ξεκίνησε εναντίον του φρουρίου των Λοκρών το οποίο άλλοτε είχε κυριέψει ο Λάχης. Νικήθηκε, όμως, από τους Λοκρούς και αποσύρθηκε.
Στην αρχή εκείνης της άνοιξης, ξεχύθηκε από την Αίτνα ρυάκι φλογισμένο, καθώς είχε συμβεί και άλλοτε, και κατάστρεψε ένα μέρος της γης των Καταναίων που κατοικούν στις πλαγιές του βουνού. Είναι το ψηλότερο της Σικελίας.
Τα σχόλια είναι κλειστά.