Το επόμενο καλοκαίρι, την εποχή που βγαίνει το σιτάρι, δέκα καράβια των Συρακουσίων κι άλλα τόσα των Λοκρών πήγαν στην Μεσσήνη της Σικελίας όπου τους είχαν καλέσει οι κάτοικοι και κατέλαβαν την πολιτεία. Έτσι αποστάτησε η Μεσσήνη από τους Αθηναίους.
Ο κύριος λόγος που έκανε τους Συρακουσίους να ενεργήσουν ήταν ότι η Μεσσήνη εθεωρείτο το κλειδί της Σικελίας και φοβόνταν μήπως κάποτε οι Αθηναίοι την κάνουν ορμητήριό τους και, από εκεί τους χτυπήσουν με μεγαλύτερες δυνάμεις. Τους Λοκρούς τους εξώθησε η έχθρα τους για τους Ρηγίνους, τους οποίους έτσι θα μπορούσαν να πολεμούν και από στεριά και από θάλασσα.
Γι᾽ αυτό και είχαν κάνει, ταυτόχρονα, εισβολή με όλο τους τον στρατό στο έδαφος των Ρηγίνων, για να τους εμποδίσουν να στείλουν στρατό στην Μεσσήνη. Τους παρακίνησαν σ᾽ αυτό και οι φυγάδες απ᾽ το Ρήγιον που είχαν καταφύγει κοντά τους. Το Ρήγιον βρισκόταν από καιρό σ᾽ εμφύλιο πόλεμο και δεν ήταν σε θέση ν᾽ αντισταθεί στους Λοκρούς οι οποίοι, γι᾽ αυτό, έκαναν τις επιθέσεις τους αδίστακτα.
Αφού ερήμωσαν την γη, οι Λοκροί αποσύρθηκαν, αλλά τα καράβια τους έμειναν στην Μεσσήνη. Ετοίμαζαν, άλλωστε, κι άλλα καράβια ώστε, έχοντας την Μεσσήνη για ορμητήριο, να κάνουν από εκεί τις επιδρομές τους.
Την ίδια, περίπου, εποχή της άνοιξης, προτού αρχίσει να ωριμάζει το σιτάρι, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί τους έκαναν εισβολή στην Αττική. Αρχηγός τους ήταν ο Άγις του Αρχιδάμου, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων. Έστησαν στρατόπεδο και άρχισαν να καταστρέφουν την γη.
Οι Αθηναίοι έστειλαν στην Σικελία τα σαράντα καράβια που είχαν ετοιμάσει και τους δύο άλλους στρατηγούς, τον Ευρυμέδοντα και τον Σοφοκλή. Ο τρίτος, ο Πυθόδωρος, είχε κιόλας φτάσει στην Σικελία.
Έδωσαν διαταγή στους δύο στρατηγούς, όταν θα παραπλέουν την Κέρκυρα, να βοηθήσουν τους Κερκυραίους που ήσαν μέσα στην πολιτεία, γιατί τους δημιουργούσαν δυσκολίες οι φυγάδες που κρατούσαν τα βουνά. Οι Πελοποννήσιοι είχαν κιόλας στείλει εξήντα καράβια για να βοηθήσουν τους φυγάδες. Μεγάλη πείνα βασάνιζε την πολιτεία και οι Πελοποννήσιοι νόμιζαν ότι εύκολα θα επιβληθούν.
Ο Δημοσθένης, ο οποίος, μετά την επιστροφή του από την Ακαρνανία, δεν είχε κανένα αξίωμα, ζήτησε κι έλαβε την άδεια να χρησιμοποιήσει τα σαράντα καράβια όπως θα νόμιζε καλύτερα, όσο θα παραπλέαν την Πελοπόννησο.
Όταν παραπλέαν τις ακτές της Λακωνικής κι έμαθαν ότι τα πελοποννησιακά καράβια ήσαν κιόλας στην Κέρκυρα, ο Σοφοκλής και ο Ευρυμέδων ήθελαν να φτάσουν εκεί όσο μπορούσαν γρηγορότερα, ενώ ο Δημοσθένης επέμενε να σταματήσουν πρώτα στην Πύλο και, αφού την οχυρώσουν, να εξακολουθήσουν τον δρόμο τους. Αλλά ενώ οι δύο εξακολουθούσαν να έχουν αντιρρήσεις, έτυχε να σηκωθεί μεγάλη τρικυμία που ανάγκασε τον στόλο να καταφύγει στην Πύλο.
Ο Δημοσθένης ζήτησε αμέσως, επιτακτικά, να οχυρώσουν το μέρος. Είπε πως γι᾽ αυτό το σκοπό είχε συνοδεύσει τον στόλο και τους έδειχνε ότι υπήρχαν σε αφθονία ξύλα και πέτρες και ότι το μέρος ήταν φυσικά οχυρό και ακατοίκητο, καθώς και η περιοχή, σε μεγάλη ακτίνα. Η Πύλος απέχει τετρακόσια, περίπου, στάδια από την Σπάρτη και βρίσκεται στο έδαφος της άλλοτε Μεσσηνίας. Οι Λακεδαιμόνιοι την ονομάζουν Κορυφάσιον.
Του αποκρίθηκαν ότι υπάρχουν πολλά έρημα ακρωτήρια στην Πελοπόννησο που θα μπορούσε να οχυρώσει ο Δημοσθένης αν ήθελε να δημιουργεί έξοδα για την Αθήνα. Αλλά εκείνος πίστευε ότι το μέρος αυτό ήταν πολύ καταλληλότερο από κάθε άλλο. Είχε λιμάνι και οι Μεσσήνιοι, άλλοτε κάτοικοι της περιοχής, που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους Λακεδαιμονίους, θα μπορούσαν, με ορμητήριο την Πύλο, να τους προξενούν μεγάλες ζημίες στο έδαφός τους και να είναι οι ασφαλέστεροι φρουροί της τοποθεσίας.
Δεν μπόρεσε, όμως, να πείσει ούτε τους στρατηγούς ούτε τους ταξίαρχους και τους στρατιώτες στους οποίους αυτοί εξήγησαν το σχέδιό του και έτσι το εκστρατευτικό σώμα έμενε αργό (επειδή ο καιρός δεν άφηνε τα καράβια να βγουν) έως ότου οι ίδιοι οι στρατιώτες βαρέθηκαν να μένουν με σταυρωμένα τα χέρια και τους ήρθε η διάθεση να μοιραστούν σε ομάδες και να οχυρώσουν την τοποθεσία.
Έπιασαν δουλειά και επειδή δεν είχαν σιδερένια εργαλεία για να λαξεύουν τις πέτρες, τις διάλεγαν μια μια και τις αρμολογούσαν καθώς τύχαινε να ταιριάζει το σχήμα τους. Όπου ήταν ανάγκη να χρησιμοποιούν λάσπη, επειδή δεν είχαν σκάφες, την κουβαλούσαν στην πλάτη τους, σκύβοντας βαθιά για να μπορούν να φορτώνονται πολύ και σταυρώνοντας πισώπλατα τα χέρια τους για να μην χύνεται η λάσπη.
Βιάστηκαν με κάθε τρόπο να προλάβουν να οχυρώσουν τα πιο επικίνδυνα σημεία, προτού έρθουν και τους επιτεθούν οι Λακεδαιμόνιοι. Το μεγαλύτερο μέρος της τοποθεσίας ήταν απόκρημνο και δεν ήταν ανάγκη να τειχιστεί.
Οι Λακεδαιμόνιοι έτυχε να έχουν κάποια θρησκευτική γιορτή και όταν έμαθαν την είδηση δεν ανησύχησαν, πιστεύοντας ότι άμα εκστρατεύσουν, είτε οι Αθηναίοι δεν θ᾽ αντισταθούν διόλου και θ᾽ αποσυρθούν, είτε οι ίδιοι θα κυριέψουν εύκολα την τοποθεσία. Αλλά τους καθυστέρησε και το ότι ο στρατός τους ήταν ακόμα στην Αττική.
Οι Αθηναίοι, σ᾽ έξι μέρες μέσα, οχύρωσαν το μέρος προς την στεριά και τα σημεία εκείνα που ήταν απαραίτητο να ενισχυθούν. Άφησαν εκεί τον Δημοσθένη με πέντε καράβια —φρουρά του οχυρού— και με τον υπόλοιπο στόλο συνέχισαν βιαστικά τον δρόμο τους προς την Κέρκυρα και την Σικελία.
Οι Πελοποννήσιοι που ήσαν στην Αττική, μόλις έμαθαν την κατάληψη της Πύλου, γύρισαν βιαστικά πίσω. Ο Άγις και οι Λακεδαιμόνιοι θεωρούσαν πως το πράγμα ήταν γι᾽ αυτούς ζωτικό. Εκτός απ᾽ αυτό είχαν κάνει την εισβολή πολύ νωρίς την άνοιξη και το σιτάρι ήταν ακόμα χλωρό. Σπάνιζαν τα τρόφιμα για τον στρατό κι έπεσε και μεγάλη κακοκαιρία, παρά την εποχή, και ο στρατός ταλαιπωρήθηκε πολύ.
Ήσαν, λοιπόν, πολλοί οι λόγοι για τους οποίους έφυγαν βιαστικά κι έτσι η εισβολή αυτή ήταν η συντομότερη απ᾽ όλες. Έμειναν μόνο δεκαπέντε μέρες στην Αττική.
Την ίδια εποχή, ο Αθηναίος στρατηγός Σιμωνίδης, αφού συγκέντρωσε μερικούς Αθηναίους και αρκετούς από τους συμμάχους της περιοχής της Χαλκιδικής, κυρίεψε, με προδοσία των κατοίκων, την Ηιόνα της Θράκης, αποικία των Μενδαίων, η οποία ήταν εχθρός της Αθήνας. Αλλά οι Χαλκιδείς και οι Βοττιαίοι έτρεξαν και βοήθησαν την Ηιόνα, τον έδιωξαν από την πολιτεία και του σκότωσαν πολλούς στρατιώτες.
Πρώτη σύγκρουση της Πύλου. Αίτημα Λακεδαιμόνιων για ανακωχή. Πρέσβεις στην Αθήνα.
Όταν οι Πελοποννήσιοι έφυγαν από την Αττική, οι Σπαρτιάτες και οι πιο κοντινοί από τους περιοίκους πήγαν αμέσως στην Πύλο, ενώ οι υπόλοιποι Λακεδαιμόνιοι ξεκίνησαν αργότερα, επειδή είχαν μόλις γυρίσει από άλλη εκστρατεία.
Έστειλαν και μηνύματα σ᾽ όλη την άλλη Πελοπόννησο ζητώντας να σταλούν αμέσως ενισχύσεις εναντίον της Πύλου και μήνυσαν στα εξήντα τους καράβια που ήσαν στην Κέρκυρα να γυρίσουν πίσω. Τα καράβια αυτά τα κύλησαν επάνω απ᾽ τον ισθμό της Λευκάδας για να μην τους καταλάβει ο αθηναϊκός στόλος που ήταν στην Ζάκυνθο, κι έτσι μπόρεσαν να περάσουν στην Πύλο όπου είχε κιόλας φτάσει και ο στρατός.
Αλλά ενώ ο πελοποννησιακός στόλος έπλεε ακόμα προς την Πύλο, ο Δημοσθένης πρόλαβε να στείλει, κρυφά, δυο καράβια στον Ευρυμέδοντα και τους Αθηναίους που ήσαν με τον στόλο στην Ζάκυνθο, για να τους ειδοποιήσει να έρθουν να ενισχύσουν την Πύλο που κινδύνευε.
Ο στόλος έπλευσε όσο μπορούσε πιο γρήγορα καθώς το είχε ζητήσει ο Δημοσθένης. Στο μεταξύ οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάζονταν να επιτεθούν εναντίον της Πύλου, από στεριά και θάλασσα, ελπίζοντας πως θα κυρίευαν εύκολα μέρος που είχε οχυρωθεί πρόχειρα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα και είχε τόσο λίγους υπερασπιστές.
Ήξεραν, όμως, ότι θα ερχόταν να βοηθήσει ο αθηναϊκός στόλος απ᾽ την Ζάκυνθο και, για την περίπτωση που δεν θα είχαν κατορθώσει να κυριέψουν πρωτύτερα την Πύλο, σκέφτηκαν να φράξουν τα δύο στόμια του λιμανιού, ώστε να μην μπορέσουν οι Αθηναίοι να το χρησιμοποιήσουν.
Σε μικρή απόσταση απ᾽ την ακτή, το νησί που λέγεται Σφακτηρία εκτείνεται στην είσοδο του κόλπου και τον προστατεύει σαν φυσικό οχυρό, επειδή τα δύο στόμιά του είναι πολύ στενά. Από το ένα, προς την μεριά του οχυρού των Αθηναίων και την Πύλο, μπορούν να περάσουν δύο μόνο καράβια κατά μέτωπο. Από το άλλο, προς το μέρος της στεριάς, μπορούν να περάσουν οκτώ ή εννέα. Το νησί είναι σκεπασμένο από πυκνό δάσος, είναι έρημο και απάτητο —δεν είναι κατοικημένο— κι έχει μάκρος δεκαπέντε στάδια, περίπου.
Είχαν, λοιπόν, σκοπό να κλείσουν τα στόμια του λιμανιού δένοντας μαζί καράβια με τις πρώρες προς τ᾽ ανοιχτά. Επειδή είχαν τον φόβο μήπως οι Αθηναίοι χρησιμοποιήσουν το νησί για ορμητήριο, έστειλαν οπλίτες στην Σφακτηρία κι έβαλαν στρατό στην αντικρινή στεριά.
Λογάριαζαν έτσι ότι και το νησί θα ήταν απρόσιτο για τους Αθηναίους, αλλά και η στεριά επειδή δεν υπήρχε μέρος κατάλληλο για απόβαση, αφού οι ακτές της Πύλου προς το πέλαγος είναι αλίμενες. Οι Αθηναίοι δεν θα είχαν πού να σταθούν για να βοηθήσουν τους δικούς τους, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι χωρίς να ναυμαχήσουν και να ριψοκινδυνέψουν, θα μπορούσαν να κυριέψουν το οχυρό που δεν είχε τρόφιμα και είχε ετοιμαστεί πρόχειρα.
Αφού καταστρώσαν το σχέδιό τους, έστειλαν στην Σφακτηρία οπλίτες, κληρώνοντάς τους απ᾽ όλες τις μονάδες. Τις πρώτες μέρες πέρασαν και άλλοι στο νησί κι αντικαθιστούσαν την φρουρά. Οι τελευταίοι που βρέθηκαν αποκλεισμένοι εκεί ήσαν τετρακόσιοι είκοσι και οι είλωτες υπηρέτες τους. Αρχηγός τους ήταν ο Επιτάδας του Μολόβρου.
Ο Δημοσθένης, βλέποντας ότι οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάζονται να επιτεθούν από στεριά κι από θάλασσα, ετοιμάστηκε κι αυτός. Έσυρε έως κάτω απ᾽ τ᾽ οχυρό τα καράβια που του είχαν μείνει και τα περιχαράκωσε με πασσάλους. Τους ναύτες των καραβιών τούς όπλισε με πρόχειρες ασπίδες φτιαγμένες από πλεχτή λυγαριά. Στον έρημο εκείνο τόπο δεν είχαν τρόπο να προμηθευτούν όπλα, και τα λίγα αυτά τα έφεραν ένα πειρατικό τριαντάκωπο κι ένα μικρό καράβι, και τα δυο μεσσηνιακά, που έτυχε να πάνε εκεί. Οι Μεσσήνιοι ήσαν έως σαράντα οπλίτες και ο Δημοσθένης τους χρησιμοποίησε μαζί με τους άλλους.
Τους περισσότερους στρατιώτες του, οπλίτες ή όχι, τους τοποθέτησε στα περιτειχισμένα και στα οχυρά σημεία, προς το μέρος της στεριάς, με διαταγή ν᾽ αποκρούσουν το πεζικό του εχθρού, αν κάνει επίθεση. Ο ίδιος διάλεξε εξήντα οπλίτες, από όσους είχε, και μερικούς τοξότες, βγήκε έξω από το οχυρό προς το μέρος της θάλασσας, στο σημείο όπου θεωρούσε πιθανότερο ότι οι Λακεδαιμόνιοι θα προσπαθούσαν να κάνουν απόβαση. Το μέρος ήταν δύσβατο κι όλο βράχια κι έβλεπε προς τ᾽ ανοιχτά, αλλά σ᾽ εκείνο το σημείο το τείχος ήταν πολύ αδύνατο και γι᾽ αυτό ο Δημοσθένης πίστευε ότι εκεί θα προτιμούσε ο εχθρός να κάνει την επίθεσή του.
Λογαριάζοντας ότι δεν ήταν δυνατόν στον εχθρό να τους επιτεθεί από θάλασσα, δεν είχαν οχυρώσει καλά το μέρος, κι έβλεπαν τώρα ότι, αν ο εχθρός κατόρθωνε να κάνει απόβαση εκεί, τότε θα μπορούσε εύκολα να κυριέψει την τοποθεσία.
Στο σημείο, λοιπόν, εκείνο έταξε τους οπλίτες του όσο μπορούσε πιο κοντά στη θάλασσα, για να εμποδίσει την απόβαση, αν μπορούσε, και τους μίλησε για να τους ενθαρρύνει:
«Στρατιώτες, σεις που αποφασίσατε ν᾽ αντικρούσετε μαζί μου τον κίνδυνο. Στην κρίσιμη αυτή περίσταση, ας μην θελήσει κανείς σας να σκεφτεί ψύχραιμα, υπολογίζοντας τον κίνδυνο που μας κυκλώνει. Αντίθετα, πρέπει να σας κινεί ένας ελπιδοφόρος, αλόγιστος παλμός κι έτσι ν᾽ αντιμετωπίσετε τον εχθρό με την βεβαιότητα ότι θα βγείτε νικητές κι απ᾽ αυτήν την δοκιμασία. Όταν βρεθεί κανείς σε αναπότρεπτη ανάγκη, όπως τώρα εμείς, είναι περιττή κάθε σκέψη και το μόνο που απομένει είναι να ριχτεί αμέσως στον αγώνα.
Αλλά εγώ, τουλάχιστον, νομίζω ότι αν κρατήσομε τις θέσεις μας, έχομε με το μέρος μας τα περισσότερα πλεονεκτήματα, και δεν πρέπει να τα στερηθούμε, τρομάζοντας από το μεγάλο πλήθος των εχθρών.
Το δύσβατο του τόπου είναι πλεονέκτημα δικό μας και θα το εκμεταλλευτούμε αν τον υπερασπιστούμε, ενώ αν υποχωρήσομε, τότε, παρόλον ότι είναι δύσκολος τόπος θα τον πατήσουν εύκολα οι εχθροί, αν δεν βρουν καμιάν αντίσταση, και τότε, αν τους πιέζομε πολύ, θα γίνουν ακόμα πιο φοβεροί, γιατί η υποχώρησή τους θα είναι δύσκολη. Όσο είναι ακόμα επάνω στα καράβια τους θα είναι εύκολο να τους αποκρούομε, αλλ᾽ αν αποβιβαστούν θα είναι σε ίση με μας θέση.
Δεν πρέπει να σας τρομάζει το πλήθος των εχθρών, γιατί όσοι και να είναι, δεν θα μπορούν σε κάθε έφοδό τους να χρησιμοποιούν παρά λίγους μόνο στρατιώτες, επειδή το μέρος είναι δύσκολο. Δεν θ᾽ αντιμετωπίσομε στρατό μεγαλύτερο από μας που θα πολεμάει στην στεριά κάτω από ίσες συνθήκες. Θα πολεμήσουν από τα καράβια και, στη θάλασσα, πολλά ευνοϊκά στοιχεία πρέπει να τους συντρέξουν.
Γι᾽ αυτό νομίζω πως ο μικρός μας αριθμός, ισοφαρίζει τις δυσκολίες τους. Είσαστε Αθηναίοι και ξέρετε, από πείρα, τί σημαίνει ναυτική απόβαση σε ακτή που την υπερασπίζεται εχθρός. Ξέρετε ότι, αν ο αντίπαλος δεν φοβηθεί το πάφλασμα των κουπιών και το φοβερό θέαμα των καραβιών που ορμούν και κρατήσει τις θέσεις του, είναι αδύνατον να κάνει κανείς απόβαση. Απαιτώ, λοιπόν, από σας να κρατήστε τις θέσεις σας σ᾽ αυτήν την ακρογιαλιά και να τους αποκρούστε. Θα σώσετε και την ζωή σας και το φρούριο».
Οι Λακεδαιμόνιοι ξεκίνησαν να χτυπήσουν το οχυρό ταυτόχρονα και από στεριά με τον στρατό, και από θάλασσα με τον στόλο τους, σαράντα τρία καράβια. Ναύαρχος ήταν ο Σπαρτιάτης Θρασυμηλίδας του Κρατησικλέους. Έκανε την επίθεσή του στο μέρος όπου τον περίμενε ο Δημοσθένης.
Οι Αθηναίοι υπερασπίζαν τις θέσεις τους και προς την στεριά και προς την θάλασσα. Οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή τα καράβια τους δεν μπορούσαν να προχωρήσουν πολλά μαζί, τα χώρισαν σε μικρές μοίρες που έκαναν εφόδους η μια μετά την άλλη με μεγάλη ορμή και μ᾽ ενθαρρυντικές κραυγές, για ν᾽ απωθήσουν τους Αθηναίους και να κυριέψουν την τοποθεσία.
Περισσότερο απ᾽ όλους διακρίθηκε ο Bρασίδας. Ήταν τριήραρχος κι έβλεπε ότι, επειδή το μέρος ήταν δύσκολο, οι άλλοι τριήραρχοι κι οι κυβερνήτες, από φόβο μη τσακίσουν τα καράβια τους, διστάζαν να προσεγγίσουν ακόμα και στα σημεία όπου τούτο φαινόταν κάπως εύκολο. Τους φώναζε πως ήταν ντροπή να σκέπτονται τα σανιδόξυλα, όταν έβλεπαν τον εχθρό να έχει χτίσει οχυρό στο πάτριο έδαφος και τους παρακινούσε να τσακίσουν τα καράβια τους για να κάνουν απόβαση. Φώναζε στους συμμάχους να μην διστάσουν να θυσιάσουν στην περίσταση αυτή τα καράβια τους για τους Λακεδαιμονίους —που τους χρωστούσαν τόσες ευεργεσίες— ρίχνοντάς τα έξω στην στεριά για να κάνουν απόβαση, να νικήσουν τον εχθρό και να κυριέψουν το φρούριο.
Αυτά φώναζε στους άλλους και ανάγκασε τον δικό του κυβερνήτη να ρίξει το καράβι του έξω στη στεριά. Προχώρησε στην σανίδα για την απόβαση και προσπαθούσε ν᾽ αποβιβαστεί. Ενώ όμως προσπαθούσε να κατέβει, τον ανακόψαν οι Αθηναίοι, τραυματίστηκε σε πολλά μέρη και λιποθύμησε. Καθώς έπεφτε προς το μέρος της κουπαστής στην πρώρα, του ξέφυγε η ασπίδα του η οποία έπεσε στη θάλασσα που την ξέβρασε στην παραλία. Την πήραν οι Αθηναίοι και την χρησιμοποίησαν στο τρόπαιο που έστησαν αφού αποκρούσαν την απόβαση.
Οι άλλοι, παρά τις προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν ν᾽ αποβιβαστούν, τόσο επειδή το μέρος ήταν πολύ δύσκολο όσο κι επειδή οι Αθηναίοι κρατούσαν σταθερά τις θέσεις τους και δεν υποχωρούσαν.
Η τύχη έφερε τα πράγματα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε οι Αθηναίοι να υπερασπίζουν στεριά, και μάλιστα σε λακωνικό έδαφος, εναντίον μιας απόβασης από θάλασσα και οι Λακεδαιμόνιοι να προσπαθούν, με καράβια, ν᾽ αποβιβαστούν σε δικό τους έδαφος που κρατούσαν Αθηναίοι. Τον καιρό εκείνο οι Λακεδαιμόνιοι φημίζονταν για την δύναμή τους στην στεριά και τον ανίκητο στρατό τους, ενώ οι Αθηναίοι είχαν την απόλυτη υπεροχή στη θάλασσα και στο ναυτικό.
Οι Λακεδαιμόνιοι, αφού έκαναν επιθέσεις ολόκληρη εκείνη την ημέρα κι ένα μέρος της επομένης, σταμάτησαν τις εχθροπραξίες. Την τρίτη μέρα έστειλαν μερικά καράβια στην Ασίνη για να φέρουν ξύλα, ώστε να κατασκευάσουν πολιορκητικές μηχανές, με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν μ᾽ αυτές να κυριέψουν το τείχος προς το μέρος του λιμανιού. Το τείχος, εκεί, ήταν ψηλό, αλλά και η απόβαση σ᾽ εκείνο το σημείο ήταν εύκολη.
Στο μεταξύ, όμως, έφτασαν από την Ζάκυνθο οι Αθηναίοι με πενήντα καράβια, γιατί στο διάστημα αυτό είχαν ενισχυθεί με μερικά καράβια από την φρουρά της Ναυπάκτου και με τέσσερα Χιακά.
Όταν είδαν ότι όλες οι ακτές και η Σφακτηρία ήσαν γεμάτες στρατό και ότι ο εχθρικός στόλος ήταν μέσα στο λιμάνι χωρίς σκοπό να βγει να ναυμαχήσει, δεν ήξεραν πού να προσορμιστούν και πήγαν στο ερημονήσι Πρώτη, που δεν απέχει πολύ, όπου άραξαν. Την επομένη ετοιμάστηκαν και ανοίχτηκαν για ναυμαχία, με σκοπό ν᾽ αντιμετωπίσουν τον εχθρό αν έβγαινε στ᾽ ανοιχτά, αλλιώς θα έμπαιναν εκείνοι στο λιμάνι να τους επιτεθούν.
Οι Λακεδαιμόνιοι ούτε βγήκαν στ᾽ ανοιχτά ούτε είχαν φράξει, όπως το είχαν σκοπό, τα στόμια του λιμανιού. Ο στρατός τους, στην στεριά, έμενε αργός, ενώ τα πληρώματα μπήκαν στα καράβια κι ετοιμάζονταν για ναυμαχία αν έμπαινε ο εχθρός στο λιμάνι που είναι ευρύχωρο.
Οι Αθηναίοι, όταν είδαν την κατάσταση, έκαναν επίθεση κι από τα δύο στόμια του λιμανιού κι έτρεψαν σε φυγή τα περισσότερα από τα εχθρικά καράβια που είχαν σηκώσει άγκυρα κι είχαν παραταχτεί εναντίον τους. Τα καταδιώξαν στη μικρή απόσταση που τα χώριζε απ᾽ τη στεριά, σε πολλά προξένησαν ζημίες κι αιχμαλώτισαν πέντε, ένα μάλιστα με το πλήρωμά του. Στα άλλα, που είχαν καταφύγει στην παραλία, τους έκαναν επίθεση με το έμβολο. Τσάκισαν και μερικά καράβια που δεν είχαν προλάβει να ξεκινήσουν κι επιβίβαζαν ακόμα τα πληρώματά τους. Άλλα, που τα είχαν εγκαταλείψει τα πληρώματά τους, τα έδεσαν κι άρχισαν να τα ρυμουλκούν αδειανά.
Βλέποντας την καταστροφή που πάθαιναν και με την ιδέα ότι θ᾽ αποκλειστούν οι οπλίτες τους στην Σφακτηρία, οι Λακεδαιμόνιοι συνταράχτηκαν κι έτρεξαν να βοηθήσουν. Έμπαιναν με τα όπλα τους στην θάλασσα, άδραχναν τα καράβια τους και προσπαθούσαν να τα τραβήξουν πίσω στη στεριά. Και την ώρα εκείνη νόμιζε ο καθένας τους ότι όπου δεν βρισκόταν ο ίδιος, δεν θα γινόταν το σωστό.
Η βοή ήταν φοβερή και γύρω απ᾽ τα καράβια οι δυο εχθρικές παρατάξεις πολεμούσαν χρησιμοποιώντας η μια τις μεθόδους της άλλης. Οι Λακεδαιμόνιοι, μες στην ορμή τους και την αγωνία τους, δεν έκαναν άλλο παρά ένα είδος ναυμαχίας απ᾽ την στεριά, ενώ οι Αθηναίοι που νικούσαν και ήθελαν να εκμεταλλευτούν όσο μπορούσαν την επιτυχία τους, πεζομαχούσαν από τα καταστρώματα των πλοίων.
Αφού ταλαιπώρησαν πολύ ο ένας τον άλλον και αφού τραυματίστηκαν πολλοί, επιτέλους χωρίστηκαν. Οι Λακεδαιμόνιοι κατόρθωσαν να σώσουν τ᾽ αδειανά καράβια τους εκτός από εκείνα τα πέντε που είχαν αιχμαλωτιστεί στην αρχή.
Και οι δύο αντίπαλοι γύρισαν στα στρατόπεδά τους. Οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιο, απόδωσαν στους Λακεδαιμονίους τους νεκρούς, μάζεψαν τα ναυάγια κι άρχισαν αμέσως να πλέουν γύρω από την Σφακτηρία και να επιτηρούν το νησί, όπου οι στρατιώτες του εχθρού ήσαν πια αποκλεισμένοι. Οι Πελοποννήσιοι, με τις ενισχύσεις που τους είχαν έρθει από παντού, έμεναν στρατοπεδευμένοι γύρω από την Πύλο.
Όταν έγιναν γνωστά στην Σπάρτη τα όσα είχαν συμβεί, θεωρήθηκαν συμφορά μεγάλη και αποφασίστηκε να κατεβούν οι άρχοντες στο στρατόπεδο να δουν την κατάσταση και να πάρουν αμέσως την απόφαση που θα έκριναν καλύτερη.
Όταν είδαν πως ήταν αδύνατον να βοηθήσουν τους οπλίτες της Σφακτηρίας και δεν ήθελαν να ριψοκινδυνέψουν να τους αφήσουν είτε να πεθάνουν από πείνα είτε ν᾽ αναγκαστούν να παραδοθούν στον πολυπληθέστερο εχθρό, σκέφτηκαν να προτείνουν στους στρατηγούς των Αθηναίων, αν θα ήθελαν, να κάνουν τοπική ανακωχή στην Πύλο για να στείλουν πρέσβεις στην Αθήνα να προτείνουν ειρήνη και να επιτύχουν το γρηγορότερο να ελευθερωθούν οι οπλίτες τους.
Οι Αθηναίοι στρατηγοί δέχτηκαν την πρόταση κι έγινε ανακωχή με τους ακόλουθους όρους. Οι Λακεδαιμόνιοι έπρεπε να παραδώσουν στους Αθηναίους όλα τα καράβια τα οποία είχαν πάρει μέρος στην ναυμαχία, καθώς και όλα τα άλλα πολεμικά που βρίσκονταν στην Λακωνική και τα οποία έπρεπε να φέρουν στην Πύλο. Δεν θα έκαναν επίθεση εναντίον του φρουρίου, ούτε από στεριά ούτε από θάλασσα. Οι Αθηναίοι θα άφηναν τους Λακεδαιμονίους να στέλνουν στους οπλίτες της Σφακτηρίας ορισμένη ποσότητα αλεύρι ζυμωμένο. Για κάθε οπλίτη δύο αττικούς χοίνικες κριθάρι, δύο κοτύλες κρασί και κρέας. Για κάθε υπηρέτη θα έστελναν τα μισά. Ο ανεφοδιασμός θα γινόταν με την επίβλεψη των Αθηναίων και κανένα καράβι δεν θα πήγαινε στο νησί κρυφά. Οι Αθηναίοι θα εξακολουθούσαν να επιτηρούν την Σφακτηρία όπως και πριν, αλλά δεν θα επιχειρούσαν να κάνουν απόβαση και δεν θα έκαναν επίθεση εναντίον του πελοποννησιακού στρατοπέδου ούτε από στεριά ούτε από θάλασσα.
Εάν ένα από τα δύο μέρη παράβαινε έστω και τον παραμικρό όρο, τότε θα έπαυε η ανακωχή η οποία θα διαρκούσε έως ότου επιστρέψουν οι Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις από την Αθήνα όπου θα τους πήγαινε και από όπου θα τους έφερνε αθηναϊκό πολεμικό. Μετά την επιστροφή τους η ανακωχή θα έληγε οπωσδήποτε και οι Αθηναίοι θα επιστρέφαν τα πλοία στην κατάσταση στην οποία τα είχαν παραλάβει.
Αυτοί ήσαν οι όροι της ανακωχής. Τα καράβια, εξήντα περίπου, παραδόθηκαν στους Αθηναίους και οι Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις έφυγαν. Έφτασαν στην Αθήνα όπου παρουσιάστηκαν και είπαν, περίπου, τα εξής:
«Αθηναίοι. Μας έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι να κάνομε διαπραγματεύσεις για τους οπλίτες μας της Σφακτηρίας. Θα σας προτείνομε όρους που νομίζομε ότι θα είναι συμφέροντες για σας και θα μας επιτρέψουν εμάς να διαφυλάξομε την αξιοπρέπειά μας, όσο τούτο μπορεί να γίνει, μετά την συμφορά που πάθαμε.
Θα μιλήσομε αρκετά, χωρίς να παραβιάσομε το έθιμό μας, γιατί στον τόπο μας λέμε λίγα εκεί που δεν χρειάζονται πολλά, άλλα λέμε περισσότερα όταν παρουσιαστεί ανάγκη να εξηγήσομε κάτι σπουδαίο και να επιτύχομε εκείνο που πρέπει.
Μην μας ακούστε μ᾽ εχθρική διάθεση και μην νομίστε ότι θέλομε να σας κάνομε μάθημα σαν να ήσασταν άφρονες αλλά θεωρήστε τα λόγια μας σαν υπόμνηση για σύνεση προς ανθρώπους που ξέρουν καλά τί είναι φρόνηση.
Μπορείτε, τώρα, να εκμεταλλευτείτε εύστοχα την σημερινή σας επιτυχία και όχι μόνο να διαφυλάξετε τα όσα έχετε, αλλά και ν᾽ αποκτήστε δόξα και τιμή αποφεύγοντας να πάθετε τα όσα παθαίνουν οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι έχουν μια ξαφνική επιτυχία. Οι ελπίδες τους δεν έχουν κανένα όριο εξαιτίας της απροσδόκητης επιτυχίας τους.
Ενώ όσοι δοκίμασαν πολλές μεταβολές της τύχης, είναι δικαιολογημένα πιο επιφυλακτικοί όταν έχουν επιτυχίες. Και αυτό είναι φυσικό να σας το δίδαξε η πείρα κι ακόμα περισσότερο μας το δίδαξε εμάς.
Προτάσεις Λακεδαιμόνιων για ειρήνη. Οι Αθηναίοι δεν αρκούνται στα ανταλλάγματα. Ο Κλέων του Κλεαινέτου θέτει αιτήματα που οι πρέσβεις δεν μπορούν να διαπραγματευτούν.
»Κοιτάξτε, για να το καταλάβετε, την σημερινή μας συμφορά. Εμείς που έχομε το μεγαλύτερο κύρος μεταξύ των Ελλήνων, ερχόμαστε να παρουσιαστούμε μπροστά σας για να σας ζητήσομε κάτι που ώς τώρα νομίζαμε ότι ήταν στο δικό μας μόνο χέρι να προσφέρομε.
Και όμως, δεν πάθαμε την συμφορά αυτήν ούτε από καμιά κάμψη της δύναμής μας ούτε απ᾽ την αλαζονεία που θα μπορούσε να μας εμπνεύσει η απόκτηση ακόμα μεγαλύτερης δύναμης. Έχομε την ίδια δύναμη που είχαμε πάντα, αλλά σφάλαμε στους υπολογισμούς μας και τούτο μπορεί να συμβεί στον καθένα.
Και σεις, τώρα που η δύναμη της πολιτείας σας είναι στην ακμή της κι ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο αυτήν την στιγμή, δεν πρέπει γι᾽ αυτό να νομίζετε πως θα έχετε πάντα την τύχη μαζί σας.
Φρόνιμοι είναι όσοι προστατεύουν τις επιτυχίες τους από το αμφίβολο της τύχης — αλλά και στις συμφορές οι ίδιοι αυτοί είναι πιο συνετοί από τους άλλους. Φρόνιμοι είναι εκείνοι που ξέρουν ότι ο πόλεμος δεν περιορίζεται στα όρια που εκείνοι θέλουν να του επιβάλουν, αλλ᾽ ότι η τύχη οδηγεί την πορεία του. Αυτοί σπάνια κάνουν λάθη γιατί δεν αισθάνονται καμιά έπαρση μετά από οποιαδήποτε επιτυχία τους και είναι πρόθυμοι να βάλουν τέρμα στον πόλεμο όταν έχουν την υπεροχή.
Αυτό έχετε συμφέρον να κάνετε απέναντί μας, σήμερα, Αθηναίοι, χωρίς να περιμένετε, γιατί αν δεν μας ακούσετε και όπως είναι πιθανό πάθετε και σεις αργότερα καμιά συμφορά, θα θεωρηθεί ότι η σημερινή επιτυχία σας ήταν τυχαία, ενώ μπορείτε, τώρα, χωρίς να διατρέξετε κανέναν κίνδυνο, ν᾽ αφήσετε, για τις επερχόμενες γενεές, μια βέβαιη φήμη της δύναμης και της σύνεσής σας.
»Οι Λακεδαιμόνιοι σας προτείνουν διαπραγματεύσεις για σπονδές ειρήνης και σας προσφέρουν συμμαχία και επιθυμούν να έχουν μαζί σας στενούς δεσμούς φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Σας ζητούν για αντάλλαγμα τους άνδρες της Σφακτηρίας. Θεωρούν ότι είναι προτιμότερο, και για την Σπάρτη και για την Αθήνα, να μην εξελιχθούν τα πράγματα έτσι ώστε είτε να διαφύγουν διά της βίας οι στρατιώτες, αν τους παρουσιαστεί κατάλληλη ευκαιρία, είτε ν᾽ αναγκαστούν, από την πείνα, να παραδοθούν.
Πιστεύομε πως οι μεγάλες έχθρες μπορούν να τερματιστούν πιο οριστικά, όχι όταν ο ένας από τους δύο αναζητεί την εκδίκηση και, όταν νικήσει τον εχθρό του, τον αναγκάσει να δεχτεί όρους ειρήνης βαρείς, αλλά όταν, αφού νικήσει τον αντίπαλό του κι ενώ μπορεί να επιβληθεί, τον νικάει και με την μεγαλοψυχία του, του φέρεται μ᾽ επιείκεια και του προσφέρει όρους απροσδόκητα μετριοπαθείς.
Τότε ο αντίπαλος δεν αισθάνεται ότι υπέκυψε στην βία και ότι πρέπει να εκδικηθεί, αλλά ότι πρέπει ν᾽ ανταποδώσει την γενναιοφροσύνη και είναι, έτσι, προθυμότερος —από ντροπή— να τηρήσει πιστά τα όσα συμφώνησε.
Οι άνθρωποι έχουν περισσότερο την τάση να φέρονται με τον τρόπο αυτόν προς τους μεγαλύτερους εχθρούς τους παρά προς εκείνους με τους οποίους έχουν μικρής σημασίας διαφορές. Είναι, άλλωστε, στην φύση των ανθρώπων να υποχωρούν πρόθυμα απέναντι σ᾽ εκείνους που είναι ενδοτικοί ενώ, αντίθετα, είναι πρόθυμοι να εξακολουθήσουν, με πείσμα, έστω κι έναν παράλογο αγώνα εναντίον εκείνων που είναι ανένδοτοι.
»Τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη περίσταση, έχομε συμφέρον και οι δύο να συμφιλιωθούμε προτού συμβεί καμιά ανεπανόρθωτη συμφορά που θα πρόσθετε στην πολιτική μας αντίθεση κι ένα άσβεστο πια προσωπικό μίσος που θα σας οδηγούσε στο να στερηθείτε τα όσα σήμερα σας προσφέρομε.
Ας συμβιβαστούμε όσο ο αγώνας δεν έχει ακόμα κριθεί, ενώ εσείς μπορείτε ν᾽ αποκτήσετε και δόξα και την φιλία μας, κι εμείς να επιτύχομε έναν ευπρεπή συμβιβασμό που θα τερμάτιζε τα παθήματά μας προτού εξευτελιστούμε. Ας προτιμήσομε, λοιπόν, την ειρήνη απ᾽ τον πόλεμο και ας αφήσομε τους άλλους Έλληνες να ησυχάσουν από τις συμφορές. Θα θεωρήσουν ότι σε σας, κυρίως, το χρωστούνε. Βρίσκονται σε πόλεμο χωρίς να ξέρουν καθαρά ποιός απ᾽ τους δυο μας τον άρχισε. Αν σταματήσει τώρα ο πόλεμος (και αυτό κυρίως από σας εξαρτάται), προς εσάς θα στραφεί η ευγνωμοσύνη.
Αν το αποφασίσετε, τότε θα είναι εξασφαλισμένη για σας η φιλία των Λακεδαιμονίων, αφού οι ίδιοι θα σας την έχουν προσφέρει και θα έχουν το συναίσθημα ότι τους χαριστήκατε και όχι ότι τους επιβληθήκατε.
Σκεφθείτε τα σπουδαία πλεονεκτήματα που είναι βέβαιο ότι θα προκύψουν και για μας και για σας. Αν εμείς και σεις συμφωνήσομε, ο υπόλοιπος ελληνικός κόσμος, του οποίου οι δυνάμεις είναι πολύ πιο μικρές από τις δικές μας, θα μας σέβεται εξαιρετικά και τους δύο».
Οι Λακεδαιμόνιοι είπαν τόσα, επειδή νόμιζαν ότι οι Αθηναίοι, οι οποίοι πρωτύτερα είχαν επιζητήσει ειρήνη και δεν είχαν κατορθώσει να την επιτύχουν γιατί είχε αρνηθεί η Σπάρτη, θα δέχονταν τώρα με μεγάλη προθυμία την ειρήνη που τους πρόσφεραν και θα έδιναν πίσω τους στρατιώτες.
Οι Αθηναίοι, όμως, θεωρούσαν ότι όσο κρατούν τους στρατιώτες αποκλεισμένους στο νησί, θα μπορούν να επιβάλουν ειρήνη όποτε θελήσουν και γι᾽ αυτό προτιμούσαν να εκμεταλλευτούν την περίσταση όσο το δυνατόν πιο πολύ.
Περισσότερο από κάθε άλλον τούς εξώθησε σ᾽ αυτό ο Κλέων του Κλεαινέτου που, στα χρόνια εκείνα, είχε μεγάλη δύναμη στον λαό κι επηρέαζε τον κόσμο. Έπεισε τους Αθηναίους να δώσουν την ακόλουθη απόκριση. Πρώτ᾽ απ᾽ όλα να παραδοθούν με τα όπλα τους οι οπλίτες της Σφακτηρίας και να μεταφερθούν στην Αθήνα. Αφού φτάσουν, τότε οι Λακεδαιμόνιοι ν᾽ αποδώσουν την Νίκαια, τις Πηγές, την Τροιζήνα και την Αχαΐα. Τα μέρη αυτά δεν τα είχαν κατακτήσει με τον πόλεμο, άλλα τους τα είχαν παραχωρήσει με προγενέστερη συνθήκη οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν πάθει τότε συμφορές και είχαν ανάγκη ειρήνης πολύ περισσότερο απ᾽ ό,τι τώρα. Τότε μόνο θα παραδίναν τους οπλίτες της Σφακτηρίας και θα έκαναν σπονδές για όσο καιρό θα συμφωνούσαν.
Οι Λακεδαιμόνιοι δεν διατύπωσαν αντίρρηση σ᾽ αυτά, αλλά πρότειναν στους Αθηναίους να διορίσουν αντιπροσώπους, οι οποίοι να διαπραγματευτούν το καθένα από τα ζητήματα αυτά και να φτάσουν ήρεμα σε συμφωνία.
Αλλά ο Κλέων εναντιώθηκε βίαια στην πρόταση αυτή και είπε ότι απ᾽ την αρχή ήξερε πως οι Λακεδαιμόνιοι δεν είχαν κανέναν ειλικρινή σκοπό, αλλά ότι τώρα το πράγμα ήταν φανερό αφού οι πρέσβεις τους αρνιόνταν να μιλήσουν στον λαό, αλλά θέλουν να συζητήσουν με λίγους αντιπροσώπους. Αν πραγματικά είχαν ειλικρινείς σκοπούς, τους καλούσε να μιλήσουν μπροστά στον λαό.
Οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι εξαιτίας της συμφοράς τους είχαν ενδοτική διάθεση, έβλεπαν ότι ούτε οι ίδιοι μπορούσαν να μιλήσουν δημοσίᾳ για να μην εκτεθούν στους συμμάχους τους αν οι προτάσεις τους δεν γίνονταν δεκτές, ούτε τους Αθηναίους να πείσουν να δεχτούν όρους επιεικείς, κι έφυγαν άπρακτοι απ᾽ την Αθήνα.
Λήξη της ανακωχής και έναρξη συγκρούσεων στην Πύλο αλλά και στο Ρήγιον όπου οι Συρακούσιοι επιχειρούν να καταλάβουν τον πορθμό από τους Αθηναίους που έχουν να αντμετωπίσουν και πιθανή αποστασία στη Καμαρίνα της Σικελίας. Συγκρούσεις στη Μεσσήνη (Σικελίας) κ στη Νάξο (Σικελίας).
Με την επιστροφή τους έληξε αμέσως η ανακωχή της Πύλου και, κατά την συμφωνία, οι Λακεδαιμόνιοι ζήτησαν πίσω τα καράβια τους. Αλλά οι Αθηναίοι τους κατηγόρησαν ότι είχαν κάνει αιφνιδιασμό εναντίον του οχυρού και για άλλες ανάξιες λόγου ενέργειες, παρά τους όρους της ανακωχής. Αρνήθηκαν να τους αποδώσουν τα καράβια και ισχυρίστηκαν ότι, κατά την συμφωνία, η παραμικρή παραβίαση της ανακωχής σήμαινε την ακύρωση των όρων της. Οι Λακεδαιμόνιοι δεν δέχτηκαν τους ισχυρισμούς, διαμαρτυρήθηκαν για την παράνομη κατακράτηση του στόλου τους κι ετοιμάστηκαν για πόλεμο.
Άρχισαν εχθροπραξίες γύρω από την Πύλο και οι δύο αντίπαλοι πολεμούσαν μ᾽ όλη τους τη δύναμη. Οι Αθηναίοι περιπολούσαν αδιάκοπα όλη την ημέρα με δύο καράβια που έπλεαν το ένα σε αντίθετη κατεύθυνση από το άλλο και την νύχτα όλος ο στόλος φρουρούσε το νησί, εκτός από το μέρος που βλέπει στ᾽ ανοιχτά, όταν σηκωνόταν άνεμος. Είχαν έρθει από την Αθήνα είκοσι καράβια, ενίσχυση για τον αποκλεισμό, κι έτσι ο στόλος αριθμούσε εβδομήντα μονάδες. Οι Πελοποννήσιοι ήσαν στρατοπεδευμένοι στην στεριά κι έκαναν επιθέσεις εναντίον του οχυρού, παραμονεύοντας μην τύχει ευκαιρία να σώσουν τους αποκλεισμένους οπλίτες.
Τον ίδιο καιρό, στην Σικελία, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί τους μετακίνησαν στην Μεσσήνη (την οποία φρουρούσαν καράβια τους) και τον υπόλοιπο στόλο τους και την έκαναν βάση για τις επιχειρήσεις τους.
Τους παρακινούσαν στις επιχειρήσεις αυτές κυρίως οι Λοκροί, από μίσος εναντίον του Ρηγίου. Είχαν κάνει εισβολή στο έδαφός του με όλες τους τις δυνάμεις.
Οι Συρακούσιοι είχαν σκοπό να προκαλέσουν ναυμαχία, επειδή έβλεπαν ότι οι Αθηναίοι είχαν εκεί λίγα καράβια και είχαν πληροφορηθεί ότι η κύρια δύναμη του στόλου που έπρεπε να έρθει ήταν καθηλωμένη στον αποκλεισμό της Σφακτηρίας.
Είχαν την ελπίδα ότι, αν νικούσαν τους Αθηναίους σε ναυμαχία, θα μπορούσαν, με επίθεση από στεριά και θάλασσα, να κυριέψουν εύκολα το Ρήγιον. Η θέση τους τότε θα ήταν πολύ ισχυρή, αφού η απόσταση από το Ρήγιον —άκρο της Ιταλίας— έως την Μεσσήνη —άκρο της Σικελίας— είναι τόσο μικρή, ώστε οι Αθηναίοι δεν θα μπορούσαν πια να έχουν βάση επιχειρήσεων το Ρήγιον ούτε να ελέγχουν τον πορθμό.
Ο πορθμός αυτός μεταξύ Ρηγίου και Μεσσήνης είναι το σημείο όπου η Σικελία απέχει λιγότερο από την ηπειρωτική ακτή. Από τον πορθμό αυτόν, που ονομάζεται Χάρυβδις, λέγεται ότι πέρασε ο Οδυσσέας. Το μέρος είναι στενό και η θάλασσα που σμίγει εκεί από δυο μεγάλα πελάγη, το Τυρρηνικό και το Σικελικό, δημιουργεί δυνατά ρεύματα και είναι φυσικό να το θεωρούν άγριο.
Σ᾽ αυτό, λοιπόν, το στενό αναγκάστηκαν, ένα βράδυ, να ναυμαχήσουν οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί τους με περισσότερα από τριάντα καράβια για να βοηθήσουν ένα εμπορικό τους που προσπαθούσε να περάσει τον πορθμό. Αντιμετώπισαν δεκαέξι αθηναϊκά καράβια και οκτώ του Ρηγίου.
Νικήθηκαν από τους Αθηναίους, έχασαν ένα καράβι και γύρισαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα στα στρατόπεδά τους, το ένα στην Μεσσήνη και το άλλο στην ακτή του Ρηγίου. Ενώ γινόταν η ναυμαχία, είχε πέσει η νύχτα.
Μετά από το πάθημα αυτό, οι Λοκροί έφυγαν από το έδαφος των Ρηγίνων και τα καράβια των Συρακουσίων και των συμμάχων τους συγκεντρώθηκαν και πήγαν ν᾽ αράξουν στην Πελωρίδα της Μεσσήνης, όπου πήγε κι ο στρατός τους.
Οι Αθηναίοι και οι Ρηγίνοι πλησίασαν κατά κει, είδαν ότι τα καράβια ήσαν αδειανά και έκαναν επίθεση. Έχασαν, όμως, κι αυτοί ένα καράβι τους που πιάστηκε από σιδερένια αρπάγη. Το πλήρωμά του σώθηκε κολυμπώντας.
Μετά απ᾽ αυτό, οι Συρακούσιοι μπήκαν στα καράβια τους κι ενώ προχωρούσαν πολύ κοντά στην παραλία με τα καράβια που τα τραβούσαν απ᾽ την στεριά με σκοινιά, οι Αθηναίοι έκαναν πάλι επίθεση κι έχασαν και δεύτερο καράβι, γιατί οι Συρακούσιοι πρόλαβαν κι έκαναν αιφνιδιαστικό ελιγμό προς τ᾽ ανοιχτά και τους χτύπησαν με το έμβολο.
Οι Αθηναίοι πήγαν μετά στην Καμάρινα, επειδή πληροφορήθηκαν ότι ο Αρχίας και οι οπαδοί του είχαν σκοπό να προδώσουν και να παραδώσουν την πολιτεία στους Συρακουσίους. Ταυτόχρονα οι Μεσσήνιοι εκστρατεύσαν μ᾽ όλον τους τον στρατό και το συμμαχικό ναυτικό εναντίον της γειτονικής Νάξου της Χαλκιδικής.
Την πρώτη μέρα ανάγκασαν τους Ναξίους να κλειστούν στα τείχη τους και ρήμαξαν την ύπαιθρο. Την επομένη ο στόλος τους πήγε στις εκβολές του ποταμού Ακεσίνη και ρήμαξαν κι εκεί την γη, ενώ ο στρατός τους έκανε επίθεση εναντίον της πολιτείας.
Αλλά, στο μεταξύ, οι Σικελοί κατέβηκαν από τα γύρω βουνά τους για να χτυπήσουν τους Μεσσήνιους. Οι Νάξιοι αναθάρρησαν όταν τους είδαν και, φωνάζοντας μεταξύ τους ότι ήσαν οι Λεοντίνοι και οι άλλοι Έλληνες που έρχονταν να τους βοηθήσουν, έκαναν αιφνιδιαστική έξοδο κι έπεσαν επάνω στους Μεσσηνίους. Τους νίκησαν και σκότωσαν περισσότερους από χίλιους. Οι υπόλοιποι μπόρεσαν να διαφύγουν στην Μεσσήνη με πολλή δυσκολία, γιατί στον δρόμο τούς χτύπησαν οι βάρβαροι και σκότωσαν τους περισσότερους.
Ο στόλος γύρισε στην Μεσσήνη, διαλύθηκε και τα καράβια πήγαν στις βάσεις τους. Οι Λεοντίνοι και οι σύμμαχοί τους, μαζί με τους Αθηναίους, κίνησαν αμέσως εναντίον της Μεσσήνης που την νόμιζαν εξαντλημένη. Έκαναν επίθεση, οι Αθηναίοι με τον στόλο τους στο λιμάνι και με το πεζικό στην πολιτεία.
Οι Μεσσήνιοι, όμως, και μερικοί Λοκροί οι οποίοι, μετά την καταστροφή που έπαθαν στην Νάξο, είχαν μείνει εκεί με αρχηγό τον Δημοτέλη, έκαναν αιφνιδιαστική έξοδο εναντίον των Λεοντίνων, τους νίκησαν και σκότωσαν πολλούς. Οι Αθηναίοι, βλέποντας τί γινόταν, κατέβηκαν απ᾽ τα καράβια τους, έκαναν επίθεση εναντίον των Μεσσηνίων που δεν είχαν κρατήσει την τάξη τους και τους ανάγκασαν να κλειστούν πάλι στα τείχη τους. Οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιο και γύρισαν στο Ρήγιο.
Ο αποκλεισμός ήταν δύσκολος για τους Αθηναίους επειδή τους έλειπε η τροφή και το νερό. Δεν υπήρχε παρά μόνο μια πηγή, μικρή κι αυτή, στην ακρόπολη της Πύλου. Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες έσκαβαν μικρούς λάκκους στα χαλίκια της παραλίας κι έπιναν ό,τι νερό βρίσκαν.
Το στρατόπεδό τους ήταν μικρό και ο στρατός τους στοιβαγμένος, ενώ τα καράβια δεν είχαν πού ν᾽ αράξουν. Τα πληρώματα κατέβαιναν με την σειρά στην στεριά για να φάνε, ενώ τ᾽ άλλα καράβια έμεναν στ᾽ ανοιχτά.
Εκείνο όμως που τους αποθάρρυνε περισσότερο ήταν ότι ο αποκλεισμός διαρκούσε πολύ περισσότερο απ᾽ ό,τι περίμεναν, γιατί νόμιζαν ότι σε λίγες μέρες μέσα, θ᾽ ανάγκαζαν τους εχθρούς να παραδοθούν αφού ήσαν σε νησί έρημο κι έπιναν αρμυρό νερό.
Ο λόγος ήταν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν προκηρύξει ότι θα έπαιρνε μεγάλη αμοιβή όποιος κατόρθωνε να μεταφέρει στο νησί αλεύρι, κρασί, τυρί κι οτιδήποτε άλλο τρόφιμο χρήσιμο για τους αποκλεισμένους. Είχαν υποσχεθεί την ελευθερία σε κάθε είλωτα που θα μετέφερε τρόφιμα.
Πολλοί το ριψοκινδύνευαν, και κυρίως οι είλωτες. Ξεκινούσαν από όποιο σημείο τύχαινε της πελοποννησιακής ακτής και, λίγο πριν ξημερώσει, πήγαιναν στο νησί, στην πλευρά που βλέπει στ᾽ ανοιχτά.
Τις περισσότερες φορές περίμεναν να σηκωθεί άνεμος για να ξεκινήσουν και τούτο επειδή τότε μπορούσαν να ξεφύγουν πιο εύκολα από την επιτήρηση των καραβιών, όταν φυσούσε άνεμος από το πέλαγος και εμπόδιζε τον στόλο να φρουρεί γύρω γύρω το νησί. Πήγαιναν στο νησί αψηφώντας την ζημιά που θα πάθαιναν τα πλεούμενά τους —προτού ξεκινήσουν συμφωνούσαν για την αποζημίωση— κι έριχναν έξω τις βάρκες τους στις ακτές του νησιού, στα σημεία όπου μπορούσαν να ξεφορτώσουν, όπου τους περίμεναν οπλίτες για να τους προστατεύουν. Όσοι προσπάθησαν να περάσουν με γαλήνη, πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Από το λιμάνι πήγαιναν στο νησί δύτες κολυμπώντας κάτω από το νερό, σέρνοντας πίσω τους, δεμένα με σκοινί, ασκιά γεμάτα σπόρο παπαρούνας ανακατεμένο με μέλι ή κοπανισμένο λιναρόσπορο. Στην αρχή οι δύτες περνούσαν απαρατήρητοι, αλλά αργότερα οι Αθηναίοι πήραν τα μέτρα τους.
Και οι δύο αντίπαλοι επινοούσαν κάθε είδους τέχνασμα, οι Σπαρτιάτες για να στείλουν τρόφιμα στο νησί, οι Αθηναίοι για να μην αφήνουν να τους ξεφύγει τίποτε.
Όταν πληροφορήθηκαν, στην Αθήνα, ότι το εκστρατευτικό σώμα ταλαιπωρείται και ότι πάνε τρόφιμα στο νησί, άρχισαν ν᾽ ανησυχούν και φοβήθηκαν μην τους προλάβει ο χειμώνας ενώ ακόμα θα πολιορκούν την Σφακτηρία. Έβλεπαν ότι θα ήταν αδύνατον να στείλουν ανεφοδιασμό περιπλέοντας την Πελοπόννησο. Έλειπαν τα πάντα από την Πύλο. Ακόμα και το καλοκαίρι δεν μπορούσαν να στέλνουν όσον ανεφοδιασμό χρειαζόταν. Δεν θα τους ήταν δυνατόν να διατηρήσουν αποτελεσματικό αποκλεισμό, αφού το μέρος ήταν αλίμενο, και, είτε θα σήκωναν την πολιορκία —και τότε θα ήταν θρίαμβος για τους αποκλεισμένους— είτε οι οπλίτες της Σφακτηρίας θα διαφεύγαν με τα πλεούμενα που τους πήγαιναν τα τρόφιμα, παραφυλάγοντας καμιά θαλασσοταραχή.
Εκείνο, όμως, που ανησυχούσε περισσότερο τους Αθηναίους ήταν το ότι οι Λακεδαιμόνιοι θα είχαν τώρα την πεποίθηση ότι θα επιτύχουν και δεν έκαναν πια καμιά πρόταση για ειρήνη και μετανοούσαν επειδή δεν είχαν δεχτεί τις προτάσεις τους.
Ο Κλέων κατάλαβε ότι η δυσαρέσκεια στρεφόταν εναντίον του επειδή είχε εμποδίσει την συνεννόηση και ισχυρίστηκε ότι αυτοί που έφερναν τις ειδήσεις από την Πύλο δεν λένε αλήθεια. Όταν οι αποσταλμένοι αποκρίθηκαν ότι, αν δεν τους πιστεύουν, τότε πρέπει να στείλουν ειδικούς αποσταλμένους επιτόπου, οι Αθηναίοι όρισαν τον ίδιο τον Κλέωνα και τον Θεαγένη.
Ο Κλέων κατάλαβε ότι θ᾽ αναγκαζόταν είτε να επιβεβαιώσει τα όσα έλεγαν εκείνοι τους οποίους είχε κατηγορήσει, είτε να βγει ψεύτης, λέγοντας τα αντίθετα. Έβλεπε ότι οι Αθηναίοι ήσαν πρόθυμοι να ενισχύσουν τον αποκλεισμό, στέλνοντας κι άλλες δυνάμεις, και τους είπε ότι δεν έπρεπε, για να μην χαθεί καιρός, να στείλουν αντιπροσώπους αλλά ότι, αφού πίστευαν ότι οι πληροφορίες είναι σωστές, έπρεπε να κάνουν επίθεση με τον στόλο εναντίον της Σφακτηρίας.
Δείχνοντας τον μισητό αντίπαλό του, τον Νικία του Νικηράτου που ήταν στρατηγός, κατηγόρησε τους στρατηγούς λέγοντας ότι, αν ήσαν άνδρες, έπρεπε να πάνε με την κατάλληλη προετοιμασία στην Σφακτηρία κι εύκολα θα αιχμαλώτιζαν τους Σπαρτιάτες. Αυτό θα έκανε ο ίδιος, είπε, αν ήταν στρατηγός.
Οι Αθηναίοι άρχισαν τότε να θορυβούν εναντίον του Κλέωνος και τον ρωτούσαν γιατί δεν εκστρατεύει ο ίδιος, αφού βρίσκει το εγχείρημα τόσο εύκολο, και τότε ο Νικίας, τον οποίο είχε κατηγορήσει, του είπε ότι, όσο εξαρτάται από τους στρατηγούς, είναι πρόθυμοι να του δώσουν όσες δυνάμεις θέλει, και ν᾽ αναλάβει την επιχείρηση.
Ο Κλέων νόμισε, στην αρχή, ότι ο Νικίας δεν μιλούσε σοβαρά και είπε πως το δεχόταν, αλλά όταν κατάλαβε ότι ο αντίπαλός του ήταν έτοιμος να του παραδώσει την αρχηγία, προσπάθησε να υποχωρήσει, λέγοντας ότι δεν ήταν αυτός στρατηγός αλλά ο Νικίας. Είχε αρχίσει ν᾽ ανησυχεί γιατί δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι ο Νικίας θα του παραχωρούσε την θέση του.
Αλλά ο Νικίας επέμεινε και, παίρνοντας τους Αθηναίους μάρτυρες, είπε πως παραιτείται απ᾽ την στρατηγία για την επιχείρηση της Πύλου. Και τότε, όπως συνηθίζει να κάνει ο όχλος, όσο προσπαθούσε ο Κλέων να αποφύγει την στρατηγία, ανακαλώντας τα όσα είχε πει, τόσο παρακινούσαν τον Νικία να του παραδώσει το αξίωμά του και φώναζαν του Κλέωνος να φύγει στην εκστρατεία.
Έτσι, μη έχοντας τρόπο να ξεφύγει από τα όσα ο ίδιος είχε πει, δέχτηκε να φύγει. Ανέβηκε στο βήμα και είπε ότι δεν τον φοβίζουν οι Λακεδαιμόνιοι και ότι θα φύγει χωρίς να πάρει ούτε έναν Αθηναίο στρατιώτη, αλλά μόνο τους οπλίτες από την Ίμβρο και την Λήμνο που ήσαν στην Αθήνα, τους πελταστές που είχαν έρθει ενίσχυση από τον Αίνο και τετρακόσιους τοξότες από άλλα μέρη. Με τις δυνάμεις αυτές, είπε, και με τον στρατό που βρισκόταν στην Πύλο, μέσα σε είκοσι μέρες ή θα έφερνε πίσω ζωντανούς τους Λακεδαιμονίους ή θα τους σκότωνε επιτόπου.
Τα φαντασμένα αυτά λόγια προκάλεσαν και μερικά γέλια. Οι φρονιμότεροι, όμως, ήσαν ικανοποιημένοι ότι ένα από τα δύο θα γινόταν οπωσδήποτε. Ή θα γλίτωναν από τον Κλέωνα —και αυτό θεωρούσαν πιθανότερο— ή αν διαψεύδονταν οι προβλέψεις τους, τότε θα αιχμαλώτιζαν τους Λακεδαιμονίους.
Ο Κλέων, αφού πήρε από την Εκκλησία τα όσα ζητούσε και ψηφίστηκε στρατηγός της εκστρατείας, ετοιμάστηκε κι έφυγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Από τους στρατηγούς που ήσαν στην Πύλο διάλεξε συστρατηγό του τον Δημοσθένη.
Τον προτίμησε, επειδή είχε πληροφορηθεί ότι κι αυτός είχε σκοπό να κάνει απόβαση στο νησί. Οι στρατιώτες υπόφεραν πολύ από τις ελλείψεις, ζούσαν περισσότερο σαν πολιορκημένοι παρά σαν πολιορκητές και γι᾽ αυτό ήσαν ανυπόμονοι να δώσουν μάχη. Ο Δημοσθένης ενισχύθηκε στην άποψή του αυτή κι από το ότι έγινε πυρκαγιά στην Σφακτηρία.
Προτού συμβεί αυτό, ο Δημοσθένης φοβόταν την απόβαση, γιατί το μεγαλύτερο μέρος του νησιού ήταν πυκνοδασωμένο και δεν είχε μονοπάτια, επειδή από πάντα ήταν ακατοίκητο. Θεωρούσε ότι αυτό ευνοούσε τον εχθρό επειδή, αν οι Αθηναίοι έκαναν απόβαση με πολυάριθμο στρατό, τότε οι Λακεδαιμόνιοι θα μπορούσαν να κάνουν εφόδους από κρυφές ενέδρες, προξενώντας μεγάλες απώλειες στον στρατό. Το δάσος θα έκρυβε την διάταξη και τις λανθασμένες κινήσεις του εχθρού, ενώ τα δικά του λάθη θα τα έβλεπε ο εχθρός κι έτσι θα μπορούσε να χτυπήσει όπου θα ήθελε, αιφνιδιαστικά, αφού εκείνος θα είχε την πρωτοβουλία.
Αν πάλι βρισκόταν στην ανάγκη να κάνει επίθεση μέσα στο δάσος, σκεπτόταν ότι οι λίγοι που ήσαν μέσα στο δάσος, αλλά ήξεραν καλά το μέρος, θα είχαν την υπεροχή επάνω στους πολλούς που δεν το ήξεραν. Ο στρατός του, που θα ήταν πολύ περισσότερος, θα λιανιζόταν χωρίς να καταλάβει τί γινόταν, γιατί δεν θα μπορούσαν να βλέπουν πού χρειάζεται να τρέξουν για να βοηθήσουν.
Εξαιτίας της στενοχώριας του τόπου, οι στρατιώτες αναγκάζονταν να κατεβαίνουν στις ακρογιαλιές της Σφακτηρίας για να τρώνε το φαΐ τους βάζοντας φρουρούς για προστασία. Κάποιος, άθελά του, έβαλε φωτιά σ᾽ ένα μικρό μέρος του δάσους. Σηκώθηκε άνεμος και κάηκε το μεγαλύτερο μέρος του δάσους. Τότε ο Δημοσθένης μπόρεσε να δει ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν πολύ περισσότεροι από ό,τι νόμιζε, γιατί είχε υποψιαστεί, από τα τρόφιμα που τους έστελναν, ότι ήσαν λιγότεροι. Κατάλαβε, επίσης, ότι θα ήταν ευκολότερη η απόβαση στο νησί και ότι άξιζε να βιαστούν οι Αθηναίοι να κάνουν μεγάλη προσπάθεια για τόσο σπουδαίο σκοπό. Άρχισε να προετοιμάζει την επιχείρηση, ζήτησε ενισχύσεις από τους γειτονικούς συμμάχους κι έπαιρνε όλα τ᾽ αναγκαία μέτρα.
Ο Κλέων, που του είχε στείλει αγγελιαφόρο για να τον ειδοποιήσει ότι έρχεται με τον στρατό που είχε ζητήσει, έφτασε στο μεταξύ στην Πύλο. Μόλις συναντήθηκαν οι δύο, έστειλαν, πρώτ᾽ απ᾽ όλα, κήρυκα στο πελοποννησιακό στρατόπεδο της στεριάς προτείνοντας, για να μην γίνει αιματοχυσία, να δώσουν διαταγή οι Σπαρτιάτες στους οπλίτες της Σφακτηρίας να παραδοθούν με τα όπλα τους. Οι Αθηναίοι θα μεταχειρίζονταν καλά τους αιχμαλώτους έως ότου γίνει γενικότερη συμφωνία.
Οι Λακεδαιμόνιοι δεν δέχτηκαν την πρόταση και οι Αθηναίοι άφησαν να περάσει μια μέρα και την νύχτα της επομένης επιβίβασαν όλους τους οπλίτες σε λίγα καράβια και, λίγο πριν απ᾽ την αυγή, έκαναν απόβαση στο νησί κι από τις δύο μεριές, δηλαδή και από το μέρος του λιμανιού και από τ᾽ ανοιχτά. Αποβιβάστηκαν περισσότεροι από οκτακόσιους οπλίτες που προχώρησαν τρέχοντας εναντίον του πρώτου φυλακίου.
Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν την ακόλουθη διάταξη. Στο πρώτο αυτό φυλάκιο ήσαν τριάντα περίπου οπλίτες. Στο κέντρο του νησιού, κοντά στο πηγάδι, στο ομαλότερο μέρος, ήταν το κύριο σώμα με τον αρχηγό τους, τον Επιτάδα. Την άκρη του νησιού που βλέπει προς την Πύλο, την κρατούσε μικρή φρουρά, επειδή απ᾽ την μεριά της θάλασσας ήταν απόκρημνο το μέρος κι από την στεριά σχεδόν απόρθητο. Υπήρχε εκεί ένα παλιό οχυρό χτισμένο με απελέκητες πέτρες. Οι Λακεδαιμόνιοι λογάριαζαν ότι θα τους ήταν χρήσιμο αν τους ανάγκαζαν οι εχθροί να υποχωρήσουν. Αυτή ήταν η διάταξή τους.
Οι Αθηναίοι σκότωσαν, αμέσως, όλους εκείνους που φύλαγαν το πρώτο φυλάκιο όπου έκαναν την έφοδό τους. Τους πρόλαβαν ενώ ήταν ακόμα στα στρώματά τους και προσπαθούσαν να πάρουν τα όπλα τους. Δεν είχαν καταλάβει ότι είχε γίνει απόβαση, νομίζοντας ότι τα καράβια είχαν βγει για την συνηθισμένη νυχτερινή περιπολία.
Με την αυγή άρχισε να αποβιβάζεται και ο υπόλοιπος στρατός, δηλαδή τα πληρώματα από εβδομήντα και περισσότερα καράβια —στα οποία δεν έμειναν παρά οι κωπηλάτες της τελευταίας σειράς— με τον οπλισμό τους, οκτακόσιοι τοξότες και άλλοι τόσοι πελταστές, Μεσσήνιοι, που είχαν έρθει να βοηθήσουν, και όσος στρατός ήταν στην Πύλο εκτός από την φρουρά του οχυρού.
Σύμφωνα με τη διαταγή του Δημοσθένη ο στρατός μοιράστηκε σε τμήματα από διακόσιους, περίπου, που πήγαν και πιάσαν τα ψηλότερα σημεία του νησιού, ώστε ο εχθρός να βρεθεί σε απελπιστική θέση. Κυκλωμένος πια, δεν θα ήξερε από πού να προφυλαχτεί αφού θα τον χτυπούσαν από παντού με πολλές δυνάμεις. Αν έκανε επίθεση εναντίον εκείνων που ήσαν εμπρός του, θα τον χτυπούσαν εκείνοι που ήσαν πίσω του, αν στρεφόταν εναντίον εκείνων που ήσαν στην μια πλευρά του θα τον χτυπούσαν εκείνοι που ήσαν στην αντίθετη.
Όπως και αν σκόπευε να κινηθεί ο εχθρός θα είχε πάντα στα νώτα του τις μονάδες με τις οποίες δεν θα μπορούσε να επιχειρήσει συμπλοκή, δηλαδή τους ψιλούς που, οπλισμένοι με τόξα, ακόντια, πέτρες και σφεντόνες, θα τον χτυπούσαν από μακριά με πολλή αποτελεσματικότητα. Ο εχθρός δεν θα μπορούσε να κάνει αγώνα σώμα με σώμα μ᾽ αυτούς γιατί, αν τους έκανε επίθεση, ήσαν ταχύτεροι στην υποχώρηση κι αν υποχωρούσε εκείνοι θα του έκαναν πάλι επίθεση. Αυτό το σχέδιο είχε καταστρώσει ο Δημοσθένης για την απόβαση και τώρα το εκτελούσε.
Όταν οι στρατιώτες του Επιτάδα, που αποτελούσαν την κύρια δύναμη, είδαν ότι η προφυλακή τους είχε εξολοθρευτεί και ότι προχωρούσε στρατός εναντίον τους, παρατάχτηκαν για μάχη και προχώρησαν εναντίον των Αθηναίων οπλιτών για να συγκρουστούν μαζί τους. Οι Αθηναίοι οπλίτες είχαν παραταχτεί εναντίον τους, ενώ οι ψιλοί ήσαν στα πλάγια και πίσω από τον εχθρό
που δεν μπόρεσε ούτε καν να φτάσει ώς την παράταξη των Αθηναίων, ώστε να εκμεταλλευτεί την πολεμική του τέχνη. Τον εμπόδιζαν οι ψιλοί που τον χτυπούσαν από τις δυο μεριές, ενώ οι Αθηναίοι οπλίτες, αντί να κάνουν αντεπίθεση, έμεναν ακίνητοι. Όταν οι ψιλοί ζύγωναν πολύ, οι Σπαρτιάτες τους έτρεπαν σε φυγή, αλλά εκείνοι, υποχωρώντας, εξακολουθούσαν να πολεμούν και προλάβαιναν να ξεφύγουν, τόσο επειδή ήσαν ελαφριά οπλισμένοι όσο κι επειδή το έδαφος ήταν δύσκολο και γεμάτο κακοτοπιές, αφού το μέρος δεν είχε ποτέ κατοικηθεί. Οι Λακεδαιμόνιοι, βαριά οπλισμένοι, δεν μπορούσαν να τους καταδιώξουν.
Οι ακροβολισμοί αυτοί κράτησαν αρκετά, ώς την στιγμή που οι Λακεδαιμόνιοι δεν μπορούσαν πια να κάνουν επιθέσεις με την ίδια ορμή στα σημεία όπου τους χτυπούσαν. Οι ψιλοί κατάλαβαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι άρχισαν να κουράζονται και να κινούνται πιο αργά. Τους ενθάρρυνε πολύ το ότι είχαν συντριπτική υπεροχή απέναντι στον εχθρό, κι ένιωσαν ότι ο αντίπαλός τους δεν ήταν τόσο φοβερός όσο νόμιζαν, αφού οι απώλειές τους δεν ήσαν τόσο σοβαρές όσο τις είχαν φοβηθεί όταν έκαναν την απόβαση και είχαν πεσμένο το ηθικό με τη σκέψη ότι θ᾽ αναμετρηθούν με Λακεδαιμονίους. Έτσι, μ᾽ ένα αίσθημα περιφρόνησης, όρμησαν όλοι μαζί με φωνές εναντίον τους, ρίχνοντας πέτρες, βέλη και ακόντια και ό,τι άλλο πρόχειρο είχε ο καθένας.
Η βοή αυτή, μαζί με την επίθεση, κατατρόμαξε τους Λακεδαιμονίους που δεν ήσαν συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους μάχη. Σύννεφο σηκώθηκε ο κουρνιαχτός από την στάχτη του πρόσφατα καμένου δάσους και, με τα βέλη και τις πέτρες που έπεφταν πλήθος μέσα απ᾽ αυτό το σύννεφο, ήταν αδύνατο να δει κανείς μπροστά του.
Και τότε η θέση των Λακεδαιμονίων έγινε εξαιρετικά δύσκολη, γιατί οι ελαφριοί θώρακές τους από χοντροσκούτι, δεν τους προστάτευαν από τα βέλη και τ᾽ ακόντια που τους έριχναν έσπαζαν και οι μύτες τους έμεναν καρφωμένες στις πανοπλίες τους. Δεν ήξεραν πια τί να κάνουν. Δεν μπορούσαν να δουν μπροστά τους και η μεγάλη βοή του εχθρού δεν τους άφηνε ν᾽ ακούνε τις διαταγές. Κυκλωμένοι από παντού, δεν είχαν πια καμιάν ελπίδα ότι με κάποιον ελιγμό θα μπορούσαν να σωθούν.
Τέλος, όταν τραυματίστηκαν πολλοί, επειδή στριφογύριζαν στο ίδιο στενό μέρος, πύκνωσαν τις τάξεις τους και άρχισαν να υποχωρούν προς την άκρη του νησιού, στο οχυρό που δεν ήταν μακριά, όπου ήσαν οι δικοί τους φρουροί.
Όταν άρχισαν να υποχωρούν, τότε οι ψιλοί, με ακόμα πιο άγριες φωνές και μεγαλύτερη ορμή, τους χτυπούσαν και σκότωσαν όσους απομονωμένους προλάβαιναν. Οι περισσότεροι, όμως, πρόφτασαν να καταφύγουν στο οχυρό, όπου παρατάχτηκαν μαζί με την φρουρά για να υπερασπίσουν όλα τα σημεία απ᾽ όπου οι εχθροί θα μπορούσαν να τους χτυπήσουν.
Πολλήν ώρα, δηλαδή ολόκληρη σχεδόν τη μέρα, η μάχη, η δίψα και ο ήλιος καταταλαιπώρησαν τους δύο αντιπάλους που πολεμούσαν. Οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να εκτοπίσουν τους Λακεδαιμονίους από το ύψωμα, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι προσπαθούσαν να κρατήσουν την θέση τους. Ήσαν, τώρα, σε θέση να προστατεύονται καλύτερα, γιατί ο εχθρός δεν μπορούσε να τους περικυκλώσει.
Καθώς φαινόταν ότι τίποτε το αποφασιστικό δεν μπορούσε να γίνει, ο αρχηγός των Μεσσηνίων πήγε στον Κλέωνα και τον Δημοσθένη και τους είπε ότι μάταια κοπιάζουν, αλλά ότι, αν ήθελαν να του δώσουν ένα τμήμα από τους τοξότες και τους ψιλούς, θα επιχειρούσε να κυκλώσει την τοποθεσία, ακολουθώντας κάποια διάβαση που θα έβρισκε ο ίδιος. Έτσι θεωρούσε ότι θα μπορούσε να εκβιάσει την κατάσταση.
Αφού πήρε όσους ζήτησε, ξεκίνησε από μέρος από όπου δεν μπορούσαν να τον δουν οι Λακεδαιμόνιοι. Βαδίζοντας συνεχώς από γκρεμούς σ᾽ όποιο σημείο μπορούσε να πατήσει και σε μέρη που ήσαν τόσο απότομα ώστε οι Λακεδαιμόνιοι δεν είχαν βάλει φρουρά, μόλις κατόρθωσε, με πολλή δυσκολία, να εμφανιστεί άξαφνα, χωρίς να τον αντιληφθούν, στα νώτα των Λακεδαιμονίων που τρόμαξαν με τον αιφνιδιασμό, ενώ οι Αθηναίοι που τους περίμεναν πήραν αμέσως θάρρος.
Οι Λακεδαιμόνιοι άρχισαν να βάλλονται κι από τις δυο μεριές και, για να συγκριθούν μικρά με μεγάλα γεγονότα, βρέθηκαν στην ίδια θέση που είχαν βρεθεί στις Θερμοπύλες. Τότε σκοτώθηκαν όλοι, όταν οι Πέρσες τους κύκλωσαν από κρυφό μονοπάτι. Τώρα, έχοντας ν᾽ αντιμετωπίσουν διπλή επίθεση, δεν μπορούσαν πια ν᾽ αντέξουν. Λίγοι πολεμώντας εναντίον πολλών, πεινασμένοι και εξαντλημένοι, άρχισαν να υποχωρούν, ενώ οι Αθηναίοι κυρίεψαν τις προσπελάσεις.
Ο Κλέων και ο Δημοσθένης κατάλαβαν ότι, αν οι Λακεδαιμόνιοι υποχωρούσαν ακόμα, ο αθηναϊκός στρατός θα τους σκότωνε. Επειδή ήθελαν να τους πάνε πίσω στην Αθήνα ζωντανούς, έδωσαν διαταγή να σταματήσει η μάχη και συγκράτησαν τον στρατό ελπίζοντας ότι, αν έστελναν κήρυκα στους Σπαρτιάτες, θα έσπαζε το ηθικό τους, αφού θα έβλεπαν την απελπιστική τους θέση.
Όταν οι Λακεδαιμόνιοι άκουσαν την πρόταση, άφησαν οι περισσότεροι τις ασπίδες τους και σήκωσαν τα χέρια για να δείξουν ότι δέχονται τους όρους. Έγινε ανακωχή και συναντήθηκαν ο Κλέων και ο Δημοσθένης με τον Στύφωνα του Φάρακος. Από τους προκατόχους του στην αρχηγία ο Επιτάδας είχε σκοτωθεί και ο Ιππαγρέτης κειτόταν ανάμεσα στους νεκρούς, ζωντανός ακόμα, αλλά τον νόμιζαν πεθαμένο. Σύμφωνα με τον κανονισμό, ο Στύφων ήταν ο τρίτος στην σειρά της αρχηγίας, αν οι δύο πρώτοι πάθαιναν κάτι.
Ο Στύφων και οι αξιωματικοί του είπαν στον Κλέωνα και τον Δημοσθένη ότι ήθελαν να στείλουν αντιπρόσωπό τους στους Λακεδαιμονίους της στεριάς και να τους ζητήσουν οδηγίες τί να κάνουν.
Οι Αθηναίοι, όμως, δεν επιτρέψαν να πάει κανείς, άλλα έστειλαν οι ίδιοι μήνυμα στους Λακεδαιμονίους να στείλουν κήρυκες που πήγαν και ήρθαν δυο τρεις φορές. Ο τελευταίος που, από την στεριά, πέρασε στην Σφακτηρία έφερε το μήνυμα «Οι Λακεδαιμόνιοι σας παραγγέλλουν να πάρετε σεις οι ίδιοι μιαν απόφαση χωρίς, όμως, να κάνετε τίποτε το ατιμωτικό». Τότε έκαναν σύσκεψη αναμεταξύ τους και παραδόθηκαν με τα όπλα τους.
Οι Αθηναίοι φρούρησαν τους αιχμαλώτους όλη την ημέρα κι όλη την νύχτα και, την επομένη, αφού έστησαν τρόπαιο στο νησί, ετοιμάστηκαν να φύγουν και μοίρασαν τους αιχμαλώτους στους τριηράρχους για να τους έχουν στη φύλαξή τους. Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν κήρυκα και σήκωσαν τους νεκρούς τους.
Ο αριθμός των σκοτωμένων και των αιχμαλώτων είναι ο εξής. Πέρασαν συνολικά στην Σφακτηρία τετρακόσιοι είκοσι οπλίτες. Από αυτούς αιχμαλωτίστηκαν διακόσιοι ενενήντα δύο. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν. Από τους αιχμαλώτους, εκατόν είκοσι ήσαν Σπαρτιάτες. Οι Αθηναίοι έχασαν λίγους γιατί δεν είχε γίνει μάχη σώμα προς σώμα.
Τις είκοσι μέρες που οι Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις είχαν λείψει στην Αθήνα για να προσφέρουν ειρήνη, οι πολιορκημένοι ανεφοδιάζονταν κανονικά. Τις υπόλοιπες τρέφονταν από τα όσα έφταναν λαθραία στο νησί. Μετά την παράδοση βρέθηκε στο νησί λίγο σιτάρι και άλλα τρόφιμα, γιατί ο Επιτάδας μοίραζε στους στρατιώτες του μικρότερες μερίδες απ᾽ ό,τι θα μπορούσε.
Οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι αποσύραν τον στρατό τους από την Πύλο και γύρισαν στις πολιτείες τους και η υπόσχεση του Κλέωνος, παρόλον ότι ήταν εξωφρενική, εκπληρώθηκε. Όπως το είχε υποσχεθεί, σε είκοσι μέρες μέσα έφερε στην Αθήνα τους αιχμαλώτους.
Κανένα γεγονός, στον πόλεμο αυτόν, δεν προκάλεσε τόση κατάπληξη στους Έλληνες όσο αυτό, και τούτο επειδή πίστευαν ότι ούτε από πείνα ούτε από άλλη στέρηση θα παράδιναν ποτέ τα όπλα τους οι Λακεδαιμόνιοι, άλλα ότι θα πολεμούσαν όσο άντεχαν και θα πέθαιναν κρατώντας τα στο χέρι.
Δεν πίστευαν ότι εκείνοι που παραδόθηκαν είχαν την ίδια αξία μ᾽ εκείνους που σκοτώθηκαν και αργότερα, όταν ένας σύμμαχος των Αθηναίων, για να προσβάλει έναν από τους αιχμαλώτους τον ρώτησε αν όλοι όσοι είχαν σκοτωθεί ήσαν οι ωραίοι και άξιοι, εκείνος αποκρίθηκε ότι η άτρακτος —εννοούσε το βέλος— θα ήταν όπλο εξαιρετικής αξίας αν μπορούσε να διακρίνει τους γενναίους. Ήθελε να πει μ᾽ αυτό ότι οι πέτρες και τα βέλη σκότωναν, αδιάκριτα και τυχαία, όσους βρίσκαν.
Όταν έφτασαν οι αιχμάλωτοι, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να τους βάλουν στην φυλακή, έως ότου έρθουν σε κάποια συμφωνία με τους Λακεδαιμονίους, και αν οι Πελοποννήσιοι κάνουν εισβολή, τότε να βγάλουν τους αιχμαλώτους από την φυλακή και να τους σκοτώσουν.
Έβαλαν φρουρά στην Πύλο και οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου, που θεωρούσαν ότι ήταν πατρίδα τους (η Πύλος βρίσκεται στο έδαφος της άλλοτε Μεσσηνίας), έστειλαν τους καλύτερους στρατιώτες τους και ρήμαξαν την λακωνική γη, κάνοντας μεγάλες ζημίες επειδή τους ευνοούσε το ότι μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους κατοίκους.
Οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι έως τότε δεν είχαν υποφέρει από επιδρομές και τέτοιου είδους πόλεμο κι έβλεπαν ότι πολλοί είλωτες αυτομολούσαν, φοβήθηκαν γενικότερη αναστάτωση της χώρας και ήσαν πολύ ανήσυχοι. Παρόλον ότι ήθελαν ν᾽ αποκρύψουν την ανησυχία τους από τους Αθηναίους, τους έστειλαν πρεσβείες και προσπαθούσαν να τους πείσουν να τους αποδώσουν και τους αιχμαλώτους και την Πύλο.
Αλλά οι Αθηναίοι ήθελαν να επεκτείνουν τα πλεονεκτήματά τους όσο το δυνατόν περισσότερο κι έδιωχναν άπρακτες τις αλλεπάλληλες πρεσβείες των Σπαρτιατών. Αυτά είναι τα γεγονότα της Πύλου.
Το ίδιο καλοκαίρι οι Αθηναίοι έκαναν εκστρατεία στην Κορινθία. Είχαν ογδόντα καράβια, δύο χιλιάδες οπλίτες Αθηναίους και διακόσιους ιππείς σε ιππαγωγά καράβια. Από τους συμμάχους πήγαν Μιλήσιοι, Άνδριοι και Καρύστιοι. Στρατηγός, με δύο άλλους, ήταν ο Νικίας του Νικηράτου.
Με την αυγή ο στόλος έφτασε στην παραλία, μεταξύ Χερσονήσου και Ρείτου και του σημείου όπου υψώνεται ο λόφος Σολύγειος. Στον λόφο αυτόν είχαν άλλοτε εγκατασταθεί οι Δωριείς που, από κει, πολεμούσαν τους κατοίκους της Κορίνθου, οι οποίοι ήσαν, τότε, Αιολείς. Υπάρχει ακόμα στον λόφο ένα χωριό που ονομάζεται Σολύγεια. Το μέρος αυτό απέχει δώδεκα, περίπου, στάδια από την παραλία όπου άραξαν τα καράβια, εξήντα στάδια από την Κόρινθο και είκοσι στάδια από τον Ισθμό.
Οι Κορίνθιοι είχαν πάρει πληροφορίες από το Άργος ότι θα γινόταν εισβολή των Αθηναίων και είχαν προλάβει να συγκεντρωθούν όλοι στον Ισθμό, εκτός από εκείνους που κατοικούν έξω από τον Ισθμό. Έλειπαν και πεντακόσιοι στρατιώτες τους που ήσαν φρουρά στην Αμπρακία και στην Λευκάδα. Ολόκληρος ο υπόλοιπος στρατός επαγρυπνούσε πού θ᾽ αράξουν οι Αθηναίοι,
οι οποίοι όμως έφτασαν νύχτα ακόμα, απαρατήρητοι. Οι Κορίνθιοι το πληροφορήθηκαν από φωτεινά σημάδια, άφησαν τον μισό τους στρατό στις Κεχρεές για την περίπτωση που οι Αθηναίοι θα χτυπούσαν τον Κρομμυώνα κι έτρεξαν ν᾽ αντιμετωπίσουν τους Αθηναίους.
Ο ένας από τους στρατηγούς της Κορίνθου (στην μάχη αυτή ήσαν δύο) ο Βάττος, πήρε ένα λόχο και πήγε στη Σολύγεια για να την υπερασπίσει, επειδή ήταν ατείχιστη, ενώ ο άλλος στρατηγός, ο Λυκόφρων, με τον υπόλοιπο στρατό, έκανε την επίθεση.
Οι Κορίνθιοι χτύπησαν πρώτα την δεξιά πτέρυγα των Αθηναίων που είχε μόλις αποβιβαστεί στην Χερσόνησο και μετά έκαναν επίθεση εναντίον του υπόλοιπου στρατού. Πολέμησαν με πείσμα και σώμα προς σώμα.
Η δεξιά πτέρυγα των Αθηναίων με τους Καρυστίους, που ήσαν στο άκρο δεξιό, αντιστάθηκε στην επίθεση των Κορινθίων και μπόρεσε, αλλά με δυσκολία, να τους απωθήσει. Οι Κορίνθιοι υποχώρησαν σε μια ξερολιθιά κι από κει, καθώς το μέρος ήταν κατωφερικό, άρχισαν να χτυπούν με πέτρες από ψηλά τους Αθηναίους που ήσαν πιο χαμηλά. Σήμαναν τον παιάνα κι έκαναν πάλι επίθεση. Πάλι αντιστάθηκαν οι Αθηναίοι και πάλι πολέμησαν σώμα προς σώμα.
Ένας κορινθιακός λόχος πήγε να βοηθήσει το αριστερό των Κορινθίων, ανάγκασε τους Αθηναίους να υποχωρήσουν και τους καταδίωξαν ώς την θάλασσα, αλλά πάλι οι Αθηναίοι και οι Καρύστιοι τους απώθησαν μακριά από τα καράβια.
Στην υπόλοιπη παράταξη εξακολουθούσε η μάχη, σκληρή, ιδιαίτερα στο δεξιό των Κορινθίων που, με αρχηγό τον Λυκόφρονα, προσπαθούσε να συγκρατήσει το αριστερό των Αθηναίων. Προβλέπαν ότι οι Αθηναίοι θα προσπαθούσαν να κάνουν επίθεση εναντίον της Σολύγειας.
Πολλήν ώρα οι δύο στρατοί πολεμούσαν χωρίς να υποχωρούν, αλλά έπειτα, επειδή οι Αθηναίοι είχαν την υπεροχή διαθέτοντας ιππικό που δεν είχε ο εχθρός τους, οι Κορίνθιοι υποχώρησαν στον λόφο όπου αποθέσαν τα όπλα τους. Δεν επιχείρησαν να κατέβουν από εκεί, αλλά έμεναν άπρακτοι.
Στην υποχώρηση αυτή της δεξιάς τους σκοτώθηκαν πολλοί Κορίνθιοι και ο στρατηγός Λυκόφρων, ενώ ο υπόλοιπος στρατός τους υποχώρησε χωρίς να καταδιωχτεί και χωρίς η υποχώρησή του να γίνει φυγή. Γύρισε πίσω στα υψώματα κι έμεινε εκεί.
Οι Αθηναίοι, βλέποντας ότι οι Κορίνθιοι δεν έκαναν άλλη εξόρμηση, άρχισαν να σκυλεύουν τους νεκρούς και να σηκώνουν τους δικούς τους. Έστησαν και τρόπαιο.
Ο άλλος στρατός της Κορίνθου, που είχε μείνει στις Κεχρεές για να φυλάει μήπως οι Αθηναίοι κάνουν απόβαση στον Κρομμυώνα, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την μάχη που τους την έκρυβε το όρος Όνειον. Αλλά όταν είδαν να υψώνεται σύννεφο σκόνη και κατάλαβαν τί είχε γίνει, έτρεξαν να βοηθήσουν. Κι από την Κόρινθο πήγαν οι πιο ηλικιωμένοι που είχαν μείνει φρουρά της πολιτείας.
Όταν οι Αθηναίοι είδαν όλον αυτόν τον στρατό να έρχεται, νόμισαν ότι ήσαν Πελοποννήσιοι γείτονες που έρχονταν να βοηθήσουν τους Κορινθίους. Γύρισαν γρήγορα στα καράβια τους με τα λάφυρα και τους νεκρούς τους, εκτός από δύο που δεν μπόρεσαν να βρουν.
Μπήκαν στα καράβια και πήγαν στα νησιά που είναι κοντά, κι από κει έστειλαν κήρυκα και πήραν τους δυο νεκρούς που είχαν αφήσει. Στην μάχη σκοτώθηκαν διακόσιοι δώδεκα Κορίνθιοι και λιγότεροι από πενήντα Αθηναίοι.
Οι Αθηναίοι έφυγαν απ᾽ τα νησιά την ίδια μέρα και πήγαν στον Κρομμυώνα της Κορινθίας, που απέχει από την πολιτεία εκατόν είκοσι στάδια. Άραξαν εκεί, ρήμαξαν τον τόπο και πέρασαν την νύχτα.
Την επομένη αρμένισαν κοντά στην στεριά, στις ακτές της Επιδαυρίας, έκαναν πρώτα μιαν απόβαση και μετά πήγαν στα Μέθανα, που βρίσκονται μεταξύ Επιδαύρου και Τροιζήνας, κι έκτισαν ένα τείχος στον ισθμό της χερσονήσου. Άφησαν εκεί φρουρά, η οποία, από τότε, έκανε επιδρομές στο έδαφος της Τροιζηνίας, στην Αλιάδα και την Επιδαυρία. Όταν τελείωσε η κατασκευή του τείχους, ο στόλος γύρισε στον Πειραιά.
Την ίδια περίπου εποχή, ο Ευρυμέδων και ο Σοφοκλής, που είχαν φύγει από την Πύλο με τον αθηναϊκό στόλο για την Σικελία, έφτασαν στην Κέρκυρα. Εκεί έκαναν μιαν επιχείρηση μαζί με τους Κερκυραίους της πολιτείας εναντίον των Κερκυραίων που είχαν γυρίσει μετά τον εμφύλιο πόλεμο, είχαν εγκατασταθεί στο όρος Ιστώνη κι από εκεί έκαναν επιδρομές και προξενούσαν μεγάλες ζημίες.
Οι Αθηναίοι και οι Κερκυραίοι της πολιτείας έκαναν έφοδο και κυρίεψαν το φρούριό τους, αλλά οι αντίπαλοι κατόρθωσαν να συγκεντρωθούν όλοι σ᾽ ένα ύψωμα, όπου συνθηκολόγησαν με όρο να παραδώσουν τους μισθοφόρους τους και οι ίδιοι να παραδώσουν τα όπλα τους. Για την τύχη τους θα έπρεπε να κρίνει ο αθηναϊκός λαός.
Οι στρατηγοί τούς μεταφέραν στο νησί Πτυχία, για να τους κρατούν εκεί, κατά την συμφωνία, έως ότου τους στείλουν στην Αθήνα. Αν, όμως, έστω κι ένας προσπαθούσε να ξεφύγει, τότε θα λυόταν η συμφωνία για όλους.
Οι δημοκρατικοί αρχηγοί των Κερκυραίων, από φόβο μήπως, όταν μεταφέρουν τους ολιγαρχικούς στην Αθήνα, δεν τους θανατώσουν οι Αθηναίοι, μηχανεύτηκαν το εξής.
Έστειλαν κρυφά στο νησί φίλους μερικών από τους κρατουμένους που προσποιήθηκαν ότι θέλουν το καλό τους, κι έπεισαν μερικούς ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να δραπετεύσουν αμέσως με πλοίο που θα τους ετοίμαζαν οι ίδιοι, επειδή οι Αθηναίοι στρατηγοί είχαν σκοπό να τους παραδώσουν στους δημοκρατικούς.
Συνέργησαν αρκετά οι Αθηναίοι στρατηγοί για να επιτύχει το τέχνασμα, τόσο για να δοθεί αφορμή να στηθεί η παγίδα, όσο και για να έχουν την βεβαιότητα εκείνοι που την επινόησαν ότι μπορούσαν να ενεργήσουν χωρίς κανέναν φόβο. Όλοι ήξεραν ότι οι στρατηγοί έπρεπε να φύγουν για την Σικελία και δεν ήθελαν ν᾽ αφήσουν σ᾽ άλλους την τιμή να μεταφέρουν τους αιχμαλώτους στην Αθήνα.
Οι Κερκυραίοι παράλαβαν τους αιχμαλώτους και τους έβαλαν σε μια μεγάλη οικοδομή. Μετά τους χώριζαν σε ομάδες από είκοσι, δεμένους δυο δυο, και τους διέταζαν να περάσουν ανάμεσα σε διπλή σειρά στρατιώτες, οι οποίοι, όταν αναγνώριζαν κανέναν εχθρό τους, τον χτυπούσαν και τον λόγχιζαν, ενώ άλλοι, που βάδιζαν πλάι τους με μαστίγια, ανάγκαζαν εκείνους που βραδυπορούσαν να περπατούν γρήγορα.
Με τον τρόπο αυτόν έβγαλαν και σκότωσαν εξήντα από τους φυλακισμένους, προτού το καταλάβουν οι άλλοι, που νόμιζαν ότι τους μεταφέραν σε άλλο οίκημα. Αλλά, όταν το κατάλαβαν και κάποιος τους το επιβεβαίωσε, άρχισαν να παρακαλούν τους Αθηναίους να επέμβουν, και τους έλεγαν να τους σκοτώσουν εκείνοι. Δεν έστεργαν πια να βγουν από το κτίριο και είπαν ότι θα εμπόδιζαν, όπως μπορούσαν, οποιονδήποτε έμπαινε.
Οι απ᾽ έξω Κερκυραίοι δεν θέλησαν να σπάσουν τις πόρτες, αλλά ανέβηκαν στην στέγη της οικοδομής, ξήλωσαν την οροφή και άρχισαν να τους ρίχνουν κεραμίδια και να τοξεύουν προς τα κάτω.
Οι άλλοι φυλάγονταν όπως μπορούσαν, αλλά πολλοί άρχισαν να αυτοκτονούν. Άλλοι έμπηξαν στον λαιμό τους βέλη από εκείνα που έπεφταν από πάνω, άλλοι πάλι έπαιρναν τα πετσιά από μερικά κρεβάτια που έτυχε να βρίσκονται στο κτίριο ή έκοβαν λουρίδες από τα ίδια τους τα ρούχα κι έκαναν θηλιές να κρεμαστούν. Αυτό συνεχίστηκε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας —γιατί είχε πέσει νύχτα όσο γινόταν το φοβερό αυτό πράμα— και είτε αυτοκτονούσαν με οποιονδήποτε τρόπο είτε τους σκότωναν από πάνω, έως την στιγμή που δεν έμεινε κανείς ζωντανός.
Όταν ξημέρωσε, οι Κερκυραίοι τους στοίβαξαν, τον ένα πάνω στον άλλο, σε κάρα, και τους πήγαν έξω από την πόλη. Όσες γυναίκες είχαν αιχμαλωτίσει στο οχυρό, τις πούλησαν δούλες.
Έτσι καταστράφηκαν οι ολιγαρχικοί Κερκυραίοι από τους δημοκρατικούς και τέλειωσε —για τον πόλεμο τουλάχιστον που ιστορώ— ο εμφύλιος σπαραγμός που ήταν τόσο άγριος. Ό,τι απόμεινε από τους ολιγαρχικούς, δεν ήταν άξιο λόγου.
Με το τέλος του καλοκαιριού, οι Αθηναίοι της Ναυπάκτου, μαζί με τους Ακαρνάνες, ξεκίνησαν εναντίον του Ανακτορίου, κορινθιακή αποικία που βρίσκεται στο στόμιο του Αμπρακικού κόλπου. Κυρίεψαν την πολιτεία με προδοσία. Οι Ακαρνάνες έδιωξαν τους Κορινθίους, έφεραν δικούς τους απ᾽ όλα τα μέρη της Ακαρνανίας και τους εγκαταστήσαν εκεί. Έτσι τέλειωσε το καλοκαίρι.
Τον επόμενο χειμώνα, ο Αριστείδης του Αρχίππου, ένας από τους αρχηγούς του αθηναϊκού στόλου που είχε πάει για να εισπράξει τον φόρο από τους συμμάχους, έπιασε αιχμάλωτο, κοντά στην Ηιόνα του Στρυμόνος, τον Πέρση Αρταφέρνη, που πήγαινε στη Λακεδαίμονα, αποσταλμένος του Βασιλέως.
Τον μεταφέραν στην Αθήνα και διάβασαν τα γράμματα που είχε μαζί του, αφού τα μετάφρασαν από τ᾽ ασσυριακά. Μέσα στα πολλά άλλα ήταν και μια περικοπή όπου ο Βασιλεύς έλεγε στους Λακεδαιμονίους ότι δεν είχε καταλάβει τί ακριβώς θέλουν, γιατί ενώ του είχαν στείλει πολλούς πρέσβεις, κανείς δεν έλεγε τα ίδια με τον άλλον και ότι, αν θέλουν να του μηνύσουν συγκεκριμένα πράματα, να στείλουν αντιπρόσωπό τους με τον Αρταφέρνη.
Οι Αθηναίοι έστειλαν, με καράβι τους, τον Αρταφέρνη και δικούς τους πρέσβεις στην Έφεσο, αλλά εκεί οι πρέσβεις έμαθαν ότι ο Αρταξέρξης, γιος του Ξέρξη, είχε μόλις πεθάνει, και γύρισαν πίσω.
Τον ίδιο χειμώνα οι Χίοι, κατά διαταγή των Αθηναίων, που τους υποπτεύθηκαν ότι θα επαναστατήσουν, κατεδάφισαν τα τείχη που είχαν χτίσει πρόσφατα, αλλά προτού το κάνουν, πήραν από τους Αθηναίους εγγυήσεις όσο είναι δυνατόν σοβαρές, ότι δεν θα πάθουν τίποτε. Τέλειωσε έτσι ο χειμώνας και μαζί ο έβδομος χρόνος του πολέμου που ιστορεί ο Θουκυδίδης.
Οι εξόριστοι της Μυτιλήνης και της υπόλοιπης Λέσβου, έχοντας βάσεις στην αντικρινή στεριά, και με μισθοφόρους που είχαν φέρει από τα γύρω μέρη κι από την Πελοπόννησο, κυρίεψαν το Ροίτειον, αλλά το αποδώσαν, χωρίς να κάνουν καμιά καταστροφή, αφού πήραν δύο χιλιάδες φωκικούς στατήρες.
Μετά πήγαν στην Άντανδρο και την κυρίεψαν με προδοσία. Είχαν σκοπό ν᾽ απελευθερώσουν και τις άλλες πολιτείες, τις ονομαζόμενες Ακταίες, που ανήκαν πριν στους Μυτιληναίους και τώρα τις είχαν οι Αθηναίοι, αλλά προπάντων την Άντανδρο για να την οχυρώσουν —ήταν εύκολο να σκαρώσουν εκεί καράβια, επειδή στο όρος Ίδη είχε δάση— κι από κει να έχουν κατάλληλο ορμητήριο για να κάνουν επιδρομές εναντίον της Λέσβου που ήταν κοντά και για να υποτάξουν τις Αιολικές πολιτείες της στεριάς. Μ᾽ αυτόν τον σκοπό, λοιπόν, έκαναν τις προετοιμασίες τους.
Το ίδιο καλοκαίρι, οι Αθηναίοι, μ᾽ εξήντα καράβια, δύο χιλιάδες οπλίτες, λίγο ιππικό και συμμάχους από την Μίλητο και άλλα μέρη, εκστρατεύσαν εναντίον των Κυθήρων. Στρατηγοί ήσαν ο Νικίας του Νικηράτου, ο Νικόστρατος του Διειτρέφους και ο Αυτοκλής του Τολμαίου.
Τα Κύθηρα είναι νησί που βρίσκεται κοντά στην Λακωνική, αντίκρυ στον Μαλέα. Οι κάτοικοί του είναι περίοικοι από την Λακεδαίμονα. Ο διοικητής λεγόταν «Κυθηροδίκης» και τον έστελναν κάθε χρόνο από την Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες διατηρούσαν πάντα φρουρά από οπλίτες και φρόντιζαν πολύ για την ασφάλεια του νησιού.
Ήταν γι᾽ αυτούς ενδιάμεσος σταθμός, όπου έπιαναν τα εμπορικά από την Αίγυπτο και την Λιβύη. Εκτός απ᾽ αυτό, τα Κύθηρα ήταν προφύλαξη εναντίον των πειρατών, που απ᾽ την θάλασσα και μόνο, μπορούσαν να βλάπτουν την Λακωνική που εξέχει ολόκληρη ανάμεσα στο Λιβυκό και το Σικελικό πέλαγος.
Οι Αθηναίοι, λοιπόν, αφού έφτασαν στα Κύθηρα κυρίεψαν, με δέκα καράβια και δυο χιλιάδες Μιλήσιους οπλίτες, την παραλιακή πόλη Σκάνδεια. Με τον υπόλοιπο στρατό έκαναν απόβαση στην ακτή του νησιού που βλέπει προς τον Μαλέα και προχώρησαν προς την πόλη των Κυθηραίων. Τους βρήκαν όλους παραταγμένους κι έτοιμους,
έγινε μάχη και οι Κυθηραίοι αντιστάθηκαν λίγο, αλλά έπειτα υποχώρησαν και καταφύγαν στην ακρόπολή τους. Συνθηκολόγησαν, μετά, με τον Νικία και τους άλλους στρατηγούς, με όρο ν᾽ αποφασίσουν για την τύχη τους οι Αθηναίοι, εκτός απ᾽ το να τους θανατώσουν.
Ο Νικίας είχε κάνει, και πριν, συνεννοήσεις με μερικούς Κυθηραίους και γι᾽ αυτό η συμφωνία έγινε γρήγορα και μ᾽ ευνοϊκούς όρους, τόσο για την άμεση παράδοση όσο και για την μελλοντική τύχη των κατοίκων, αλλιώς οι Αθηναίοι ασφαλώς θα είχαν εκτοπίσει όλους τους Κυθηραίους που ήσαν Λακεδαιμόνιοι και το νησί τους ήταν τόσο κοντά στην Λακωνική.
Μετά την συνθηκολόγηση, οι Αθηναίοι εγκαταστάθηκαν και στην Σκάνδεια, μικρή πολιτεία πάνω στο λιμάνι, άφησαν φρουρά στα Κύθηρα και πήγαν στην Ασίνη, στο Έλος και στα περισσότερα παραλιακά χωριά της Λακωνικής, έκαναν αποβάσεις, κατασκήνωσαν όπου το μέρος ήταν κατάλληλο και ρήμαξαν την γη επτά, περίπου, μέρες.
Οι Λακεδαιμόνιοι, όταν είδαν ότι οι Αθηναίοι είχαν κυριέψει τα Κύθηρα και προβλέπαν ότι θα κάνουν αποβάσεις και στο δικό τους έδαφος, δεν αντιπαρατάξαν πουθενά ολόκληρο τον στρατό τους. Έστειλαν, όμως, σε διάφορα σημεία φρουρές, τόσους οπλίτες όσοι χρειάζονταν σε κάθε μέρος και είχαν αυστηρή επιφυλακή, από φόβο μην επιχειρηθεί καμιά βίαιη ανατροπή στο εσωτερικό τους καθεστώς. Είχαν πάθει, στην Σφακτηρία, απροσδόκητη και φοβερή συμφορά, ο εχθρός κρατούσε την Πύλο και τα Κύθηρα και τους κύκλωνε από παντού, ευκίνητος, καταφέροντάς τους χτυπήματα από τα οποία δεν μπορούσαν να φυλαχτούν.
Γι᾽ αυτό (και παρά το σύστημά τους) οργάνωσαν ένα σώμα από τετρακόσιους ιππείς, κι ένα σώμα τοξότες, αλλά έγιναν περισσότερο από κάθε άλλη περίσταση δισταχτικοί προκειμένου ν᾽ αποφασίζουν για στρατιωτικά ζητήματα. Η στρατιωτική τους οργάνωση δεν ήταν διόλου η κατάλληλη για ν᾽ αντιμετωπίσουν έναν ναυτικό πόλεμο, και μάλιστα με τους Αθηναίους που θεωρούσαν ότι τα εγχειρήματα που δεν αναλάμβαναν, ήσαν πάντα χαμένες ευκαιρίες. Τόσο είχαν την πεποίθηση ότι θα κατόρθωναν να τα επιτύχουν.
Τα όσα απροσδόκητα είχαν πάθει, τόσα πολλά μαζί και σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, τους είχαν φέρει σε πολύ μεγάλη σύγχυση και είχαν τον φόβο μην τους συμβεί καμιά άλλη συμφορά σαν κι εκείνη της Σφακτηρίας.
Γι᾽ αυτό και δεν ήσαν πρόθυμοι να συγκρουστούν με τον εχθρό και νόμιζαν πως ό,τι κι αν επιχειρούσαν θα τους έβγαινε σε κακό. Είχαν χάσει πια κάθε εμπιστοσύνη στην κρίση τους, ασυνήθιστοι καθώς ήσαν, ώς τότε, στις αποτυχίες.
Γι᾽ αυτό και δεν αντιδρούσαν στις επιχειρήσεις των Αθηναίων που ρήμαζαν τις παραλιακές περιοχές. Όπου γινόταν απόβαση, η φρουρά των Λακεδαιμονίων νόμιζε πως υστερεί σε αριθμό και δεν αντιδρούσε. Μια φρουρά που αντιστάθηκε, κοντά στην Κοτύρτα και την Αφροδισία, έκανε έφοδο και φόβισε τους σκόρπιους ψιλούς. Όταν, όμως, οι Αθηναίοι οπλίτες πρόβαλαν αντίσταση, η φρουρά υποχώρησε πάλι χάνοντας λίγους στρατιώτες και μερικά όπλα. Οι Αθηναίοι, αφού έστησαν τρόπαιο, έφυγαν για τα Κύθηρα με τα καράβια τους.
Μερικά πήγαν στην Επίδαυρο την Λιμηρά και, αφού ρήμαξαν ένα μέρος της γης, έφθασαν στη Θυρέα, πολιτεία που βρίσκεται στην περιοχή της Κυνουρίας, αλλά στα σύνορα της Αργείας και της Λακωνικής. Παλιότερα την περιοχή αυτή την είχαν οι Λακεδαιμόνιοι, αλλά την παραχώρησαν στους Αιγινήτες που είχαν εκδιωχθεί από το νησί τους. Οι Αιγινήτες είχαν βοηθήσει τη Σπάρτη στην επανάσταση των Ειλώτων και, παρόλον ότι ήσαν υπήκοοι των Αθηναίων, ενεργούσαν πάντα κατά τρόπο ευνοϊκό για την Σπάρτη.
Προτού ακόμα φτάσουν οι Αθηναίοι, οι Αιγινήτες παράτησαν το τείχος που έτυχε να χτίζουν στην παραλία και αποτραβήχτηκαν στην απάνω πολιτεία —όπου κατοικούσαν— δέκα περίπου στάδια από την θάλασσα.
Η φρουρά των Λακεδαιμονίων (μια από εκείνες που ήσαν στην περιοχή) η οποία βοηθούσε τους Αιγινήτες στο χτίσιμο του τείχους, δεν θέλησε, παρόλον ότι τους το ζήτησαν οι Αιγινήτες, να κλειστεί μαζί τους στην ακρόπολη, γιατί φοβήθηκε μήπως αποκλειστεί εκεί. Υποχώρησαν, όμως, στα υψώματα και υπολογίζοντας ότι δεν ήσαν σε θέση ν᾽ αναμετρηθούν με τους Αθηναίους, δεν επιχείρησαν να κινηθούν απ᾽ εκεί.
Στο μεταξύ οι Αθηναίοι αποβιβάστηκαν και προχώρησαν, μ᾽ όλες τους τις δυνάμεις, προς την Θυρέα και την κυρίεψαν. Την έκαψαν ολόκληρη, την λαφυραγώγησαν και πήραν μαζί τους στην Αθήνα όλους τους Αιγινήτες που δεν είχαν σκοτωθεί στη συμπλοκή, καθώς και τον Λακεδαιμόνιο αρχηγό τους, Τάνταλο του Πατροκλέους. Τον είχαν πιάσει πληγωμένο.
Είχαν μαζί τους και μερικούς από τα Κύθηρα που τους εκτόπισαν για λόγους ασφαλείας. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν αυτούς τους λίγους να τους σκορπίσουν στα διάφορα νησιά, αλλά τους άλλους Κυθηραίους να τους αφήσουν στο νησί τους με υποχρέωση να πληρώνουν τέσσερα τάλαντα ετήσιο φόρο. Τους Αιγινήτες, όμως, αποφάσισαν να τους σκοτώσουν όλους, επειδή ήσαν παλιοί αμετανόητοι εχθροί των Αθηναίων. Τον Τάνταλο τον φυλάκισαν με τους άλλους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας.
Οι πόλεις της Σικελίας τερματίζουν τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Ο Συρακούσιος Ερμοκράτης του Έρμωνος διέγνωσε ότι οι Αθηναίοι αποτελούν κίνδυνο. Οι σύμμαχοι των Αθηναίων στη Σικελία τους ζητούν να αποχωρήσουν. Μετά την επιστροφή του Αθηναϊκού στόλου οι στρατηγοί Πυθόδωρος και Σοφοκλής εξορίστηκαν.
Το ίδιο καλοκαίρι έγινε ανακωχή στην Σικελία. Αρχικά έγινε μεταξύ Καμάρινας και Γέλας και ύστερα όλες οι άλλες ελληνικές πολιτείες της Σικελίας έστειλαν πρέσβεις στην Γέλα για να διαπραγματευθούν έναν γενικό συμφιλιωτικό διακανονισμό. Πολλές και διάφορες γνώμες διατυπώθηκαν, γιατί οι πολιτείες είχαν πολλές διαφορές μεταξύ τους και η καθεμιά πρόβαλλε αξιώσεις όταν θεωρούσε ότι αδικείται. Ο Ερμοκράτης του Έρμωνος, Συρακούσιος, ήταν εκείνος που, περισσότερο από κάθε άλλον, τους έπεισε ότι έπρεπε να ενωθούν. Στην Συνέλευση είπε, περίπου, τα ακόλουθα:
«Σικελιώτες. Θα μιλήσω σαν εκπρόσωπος μιας πολιτείας η οποία ούτε μικρή είναι, ούτε δοκιμάζεται από τον πόλεμο περισσότερο από τις άλλες. Και θα υποστηρίξω, στην συνέλευση αυτή, την άποψη η οποία μου φαίνεται η καλύτερη για ολόκληρη την Σικελία.
Δεν υπάρχει, βέβαια, λόγος να μακρηγορήσω, να εξηγήσω, δηλαδή, ότι ο πόλεμος είναι συμφορά και ν᾽ απαριθμήσω όλα τα δεινά που προκαλεί, αφού το ξέρετε. Κανείς δεν παρασύρεται σε πόλεμο επειδή δεν ξέρει τί συμφορές σημαίνει αυτό, και κανείς πάλι δεν αποφεύγει τον πόλεμο από φόβο, όταν νομίζει ότι το αποτέλεσμά του θα τον ωφελήσει. Ο πόλεμος ξεσπάει όταν άλλοι θεωρούν ότι το κέρδος είναι μεγαλύτερο από τις συμφορές και όταν άλλοι είναι έτοιμοι ν᾽ αντιμετωπίσουν τους κινδύνους του, παρά να υποστούν μιαν άμεση ζημία.
Κι αν εμείς, σήμερα, πεισθούμε ότι τέτοια είναι η περίσταση, θα προκύψει για μας μεγάλο όφελος. Όταν αρχίσαμε τον μεταξύ μας πόλεμο, αγωνιζόμαστε για να επιδιώξομε ο καθένας τα συμφέροντά του και τώρα προσπαθούμε, υποστηρίζοντας ο καθένας μας τις απόψεις του, να φτάσομε σε συμφωνία, αλλ᾽ αν τυχόν δεν ικανοποιηθούμε όλοι κατά το ίδιο μέτρο τότε θα ξαναρχίσομε τον πόλεμο.
»Πρέπει όμως να καταλάβομε, αν λογικευτούμε, ότι το συνέδριο αυτό δεν έγινε μόνο για να ρυθμιστούν τα ιδιαίτερα συμφέροντα της κάθε πολιτείας, αλλά για να σώσομε, αν το μπορούμε ακόμα, την Σικελία την οποία, όπως πιστεύω, οι Αθηναίοι επιβουλεύονται ολόκληρη. Εκείνοι οι οποίοι, πολύ περισσότερο από τα επιχειρήματά μου, πρέπει να μας οδηγήσουν στην συμφιλίωση, είναι οι Αθηναίοι, αυτοί που, ενώ έχουν την μεγαλύτερη πολεμική δύναμη απ᾽ όλους τους άλλους Έλληνες, καιροφυλακτούν πότε θα κάνομε ένα σφάλμα, βρίσκονται εδώ με λίγα καράβια τους και, με το πρόσχημα μιας συμμαχίας, ρυθμίζουν, κατά το συμφέρον τους, τα ζητήματά μας, εκμεταλλευόμενοι, κάτω από ευλογοφανείς προφάσεις, την έμφυτη μεταξύ μας έχθρα.
Αφού αρχίζομε πολέμους μεταξύ μας και τους καλούμε να μας βοηθήσουν, αυτούς οι οποίοι και απρόσκλητοι επιχειρούν εκστρατείες εναντίον άλλων, αφού ξοδεύομε τις δυνάμεις μας για να βλάπτομε ο ένας τον άλλον, αφού τους διευκολύνομε εμείς να επιβάλουν την κυριαρχία τους, είναι φυσικό, όταν καταλάβουν ότι είμαστε εξαντλημένοι, να έρθουν με μεγαλύτερο στόλο και να επιχειρήσουν να υποτάξουν την Σικελία ολόκληρη.
»Αν, όμως, έχομε φρόνηση, πρέπει να προσκαλούμε συμμάχους για να προσθέσομε στις κτήσεις μας και άλλες, και όχι για να χάνομε αυτές που έχομε. Πρέπει να προλαβαίνομε τον κίνδυνο, και πρέπει να θεωρούμε ότι οι μεταξύ μας πόλεμοι είναι καταστροφή και για κάθε πολιτεία και για την Σικελία ολόκληρη, αφού όλοι οι κάτοικοί της, όσοι βρίσκονται σε εμφύλιο πόλεμο, απειλούνται από τους Αθηναίους.
Πρέπει αυτά να τα συνειδητοποιήσουμε και να συμφιλιωθούμε μεταξύ μας, τόσο τα άτομα όσο και οι πολιτείες, και να επιχειρήσομε, με κοινή προσπάθεια, να σώσομε την Σικελία. Ας μην νομίσει κανείς ότι οι Αθηναίοι εχθρεύονται όσους από εμάς είναι Δωριείς και ότι οι Χαλκιδείς είναι ασφαλείς επειδή είναι Ίωνες ομογενείς τους.
Δεν ενεργούν εναντίον μας από φυλετικούς λόγους, επειδή έχομε διαφορετική καταγωγή και από μίσος εναντίον μιας από τις δύο φυλές, αλλά επειδή επιβουλεύονται τον πλούτο της Σικελίας που ανήκει σε όλους εμάς.
Και τούτο το αποκάλυψαν όταν τους κάλεσαν εκείνοι που κατάγονται από τους Χαλκιδείς. Ενώ οι Χαλκιδείς δεν βοήθησαν ποτέ τους Αθηναίους, σύμφωνα με την συμμαχία τους, εκείνοι ήρθαν τώρα πρόθυμα να τους προσφέρουν την συνδρομή τους και πέρα ακόμα απ᾽ τις υποχρεώσεις τους.
Δικαιολογούνται, φυσικά, οι Αθηναίοι να έχουν κατακτητικές προθέσεις και να καταστρώνουν σχέδια. Δεν κατηγορώ εκείνους που επιζητούν να επεκτείνουν την εξουσία τους. Κατηγορώ εκείνους που είναι πρόθυμοι να υποταχτούν. Είναι στην φύση του ανθρώπου να θέλει να εξουσιάζει όσους δεν αντιστέκονται, αλλά και να προστατεύεται εναντίον μιας απειλής.
Όσοι, λοιπόν, από μας, ενώ τα ξέρομε αυτά, δεν προνοήσομε για το μέλλον και ήρθαμε εδώ χωρίς να νομίζομε ότι πρωταρχικό ζήτημά μας είναι το πώς θ᾽ αντιμετωπίσομε, με τον καλύτερο τρόπο, τον φοβερό κίνδυνο που μας απειλεί όλους, κάνουν μεγάλο σφάλμα.
Και θα μπορούσαμε, αν καταλήγαμε σε κοινή συμφωνία, ν᾽ απαλλαγούμε πολύ γρήγορα από τον κίνδυνο αυτόν, γιατί οι Αθηναίοι δεν κάνουν τις επιχειρήσεις τους από βάσεις δικές τους, αλλά από τις βάσεις εκείνων που τους κάλεσαν. Έτσι δεν θα τερματίσομε τον πόλεμο πολεμώντας, αλλά θα λύσομε τις διαφορές μας ειρηνικά και χωρίς ταλαιπωρίες, ενώ οι Αθηναίοι οι οποίοι προσκαλεσμένοι, ήρθαν με έντιμες προφάσεις αλλά με κακούς σκοπούς, θα έχουν εύλογη δικαιολογία να φύγουν άπρακτοι.
Σχετικά, όμως, με την ειρήνη, που όλοι μας παραδεχόμαστε ότι είναι το μεγαλύτερο αγαθό, πώς μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι δεν πρέπει να την κάνομε μεταξύ μας; Ή μήπως νομίζετε ότι αν ο ένας ευημερεί και ο άλλος δυστυχεί, δεν είναι η ειρήνη, αλλά ο πόλεμος που θα σταματήσει τις συμφορές του ενός και θα εξασφαλίσει την ευτυχία του άλλου; Μήπως η ειρήνη δεν εξασφαλίζει —και μάλιστα δίχως κινδύνους— τιμές και δόξα και άλλα πολλά αγαθά για τα οποία θα μπορούσε κανείς να μακρηγορήσει; Πρέπει όλα αυτά να τα σκεφθείτε καλά και να μην παραβλέψετε τις συμβουλές μου, αλλά να τις έχει ο καθένας υπόψη όταν σκεφθεί να εξασφαλίσει την σωτηρία του.
Αν κανείς σας έχει την πεποίθηση ότι μπορεί να επιτύχει τους σκοπούς του, είτε επιμένοντας στις δίκαιες αξιώσεις του είτε με την βία, ας μην δυσφορήσει αν γελαστεί στους υπολογισμούς του. Πρέπει να ξέρει ότι πολλοί, έως τώρα, που επιχείρησαν να εκδικηθούν εκείνους οι οποίοι τους αδικούσαν, όχι μόνο δεν το κατόρθωσαν, αλλά ούτε κατάφεραν να σωθούν οι ίδιοι. Άλλοι πάλι, που επιδιώξαν ν᾽ αποκτήσουν με την βία περισσότερα πλεονεκτήματα, όχι μόνο δεν το κατόρθωσαν, αλλά έχασαν κι αυτά που είχαν!
Η επιτυχία, αν θέλει κανείς να εκδικηθεί, δεν είναι εξασφαλισμένη από το γεγονός και μόνο ότι αδικήθηκε εκείνος που το επιχειρεί. Ούτε η δύναμη είναι κάτι το βέβαιο μόνο και μόνο επειδή μας γεννάει ελπίδες. Το μέλλον είναι απρόβλεπτο για τα περισσότερα πράματα και, αν η πρόβλεψή του είναι τόσο σφαλερή, τούτο είναι εξαιρετικά ωφέλιμο. Επειδή σε όλους μας εμπνέει τον ίδιο φόβο, γι᾽ αυτό και μόνο μετά από πολλή σκέψη αποφασίζομε να επιτεθούμε ο ένας εναντίον του άλλου.
»Και τώρα τα δύο αυτά, δηλαδή και ο φόβος και το απρόβλεπτο μέλλον και η τρομερή παρουσία των Αθηναίων πρέπει να μας ανησυχούν πολύ. Πρέπει να πεισθούμε ότι τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά σοβαρά ώστε ν᾽ αποστρέψουν τον καθένα μας από την σφαλερή σκέψη που έχει, ότι μπορεί να ωφεληθεί εφαρμόζοντας τα σχέδια που είχε, και να ενωθούμε, για ν᾽ αποδιώξομε από τον τόπο μας τον εχθρό που μας απειλεί. Ας κάνομε σπονδές ειρήνης για απεριόριστο χρόνο ή, αν τούτο δεν είναι δυνατόν, για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη χρονική περίοδο, αναβάλλοντας για άλλοτε την λύση των διαφορών μας.
Με μια λέξη, καταλάβετέ το. Αν πεισθείτε στις συμβουλές μου, θα έχει ο καθένας σας ελεύθερη πολιτεία και θα μπορεί, κύριος της τύχης του, ν᾽ ανταποδίδει στους άλλους με το ίδιο μέτρο, τόσο τις ζημίες που θα παθαίνει όσο και τις ευεργεσίες που θα δέχεται. Αν, όμως, δεν πεισθείτε και δεχτεί η συνέλευση τις γνώμες άλλων, τότε όχι μόνο δεν θα είμαστε σε θέση να εκδικηθούμε οποιονδήποτε, αλλά —αν έχομε και τύχη— θ᾽ αναγκαζόμαστε να γινόμαστε φίλοι με τους χειρότερους εχθρούς μας και εχθροί με τους φίλους μας.
»Όπως σας είπα στην αρχή, εγώ αντιπροσωπεύω την ισχυρότερη πολιτεία η οποία είναι συνηθισμένη πολύ περισσότερο να υπερασπίζει τα δίκαιά της παρά να υποχωρεί, αλλά νομίζω χρέος μου, μπροστά στους κινδύνους αυτούς που προβλέπω, να φανώ υποχωρητικός και να μην βλάψω τους αντιπάλους μου, γιατί θα κινδύνευα τότε να πάθω εγώ μεγαλύτερη συμφορά. Ούτε είμαι τόσο μωρός, ώστε να επιδιώξω να εξουσιάσω τους άλλους με την σκέψη ότι είμαι ρυθμιστής και των σχεδίων μου αλλά και της τύχης την οποία δεν εξουσιάζω. Είμαι πρόθυμος να κάνω λογικές υποχωρήσεις.
Έχω, όμως, την αξίωση να κάνουν το ίδιο και οι άλλοι, και να υποχωρήσουν. Να νικήσουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους παρά να νικηθούν από τους εχθρούς τους.
Δεν είναι ντροπή να κάνει υποχωρήσεις ένας συγγενής σ᾽ άλλον συγγενή ή ένας Δωριεύς σ᾽ έναν Δωριέα ή ένας Χαλκιδεύς σ᾽ έναν ομόφυλό του. Γενικά είμαστε γείτονες και κατοικούμε την ίδια χώρα που την περιβρέχει η ίδια θάλασσα και έχομε το κοινό όνομα Σικελιώτες. Θα συμβεί, νομίζω, να πολεμήσομε και πάλι μεταξύ μας και θα συμβεί πάλι να κάνομε συνέδριο για ειρήνη μεταξύ μας.
Αν, όμως, έχομε φρόνηση, θ᾽ αποκρούομε, κάθε φορά, όλοι μαζί τους ξένους που έρχονται να μας επιτεθούν, αν καταλάβομε ότι η συμφορά που παθαίνει ο καθένας μας χωριστά, είναι κίνδυνος για όλους. Από τώρα και στο εξής δεν θα καλέσομε πια ξένους, ούτε για να μας βοηθήσουν ούτε για να μας συμφιλιώσουν.
Αν ενεργήσομε με τον τρόπο αυτό, δεν θα στερήσομε την Σικελία από δύο μεγάλα αγαθά. Θα την απαλλάξομε από τους Αθηναίους και από τον εμφύλιο πόλεμο. Στο μέλλον, ελεύθεροι, θα κυβερνούμε εμείς και θα νεμόμαστε την Σικελία, που με τον τρόπο αυτό θα είναι πολύ λιγότερο εκτεθειμένη στην ξένη επιβουλή».
Αφού έτσι, περίπου, μίλησε ο Ερμοκράτης, οι Σικελιώτες πείστηκαν στα λόγια του και συμφώνησαν να τερματίσουν τον πόλεμο, με όρο ο καθένας να κρατήσει τα όσα κατείχε την στιγμή εκείνη. Οι Καμαριναίοι, όμως, θα κρατούσαν την Μοργαντινή, πληρώνοντας ένα ορισμένο ποσό στους Συρακουσίους.
Όσοι ήσαν σύμμαχοι των Αθηναίων, κάλεσαν τους αρχηγούς του εκστρατευτικού στόλου και τους ανακοίνωσαν ότι θα γίνει ειρήνη που θα δεσμεύει και την Αθήνα. Οι Αθηναίοι έδωσαν την συγκατάθεσή τους και έγινε ειρήνη. Μετά απ᾽ αυτό ο αθηναϊκός στόλος έφυγε από την Σικελία.
Όταν οι στρατηγοί έφτασαν στην Αθήνα, οι Αθηναίοι τους τιμώρησαν. Εξόρισαν τον Πυθόδωρο και τον Σοφοκλή και έβαλαν πρόστιμο στον Ευρυμέδοντα. Αυτά με την κατηγορία ότι, ενώ μπορούσαν να υποτάξουν την Σικελία, δωροδοκήθηκαν κι έφυγαν.
Ήταν τόση η πεποίθησή τους ότι κάθε επιχείρησή τους θα πετύχαινε, ώστε δεν μπορούσαν ν᾽ ανεχθούν καμιά αποτυχία. Είχαν την αξίωση να έχουν παντού επιτυχίες και στα όσα ήσαν δυνατά και στα εξαιρετικά δύσκολα εγχειρήματα, ανεξάρτητα από το αν είχαν κάνει τις ετοιμασίες τους όπως έπρεπε ή όχι. Η αιτία ήταν οι πολλές κι απροσδόκητες επιτυχίες τους που τους είχαν δημιουργήσει μεγάλες ελπίδες.
Το ίδιο καλοκαίρι, οι κάτοικοι των Μεγάρων που δοκιμάζονταν πολύ και από τον πόλεμο που τους έκαναν οι Αθηναίοι (οι οποίοι έκαναν τακτικά εισβολή στο έδαφός τους δυο φορές τον χρόνο μ᾽ όλο τους τον στρατό) και από τους δικούς τους φυγάδες που ήσαν στις Πηγές —οι εξόριστοι αυτοί είχαν εκδιωχθεί από τους δημοκρατικούς μετά τον εμφύλιο πόλεμο και είχαν γίνει επικίνδυνοι κάνοντας ληστρικές επιδρομές— άρχισαν να λένε, μεταξύ τους, ότι θα έπρεπε να δεχτούν τους φυγάδες, ώστε η πολιτεία να μην βλάπτεται από δυο εχθρούς.
Οι ηγέτες των δημοκρατικών κατάλαβαν ότι ο λαός δεν θα είχε την δύναμη ν᾽ ανθέξει στις συμφορές και φοβήθηκαν. Ήρθαν σε συνεννοήσεις με τους Αθηναίους στρατηγούς Ιπποκράτη του Αρίφρονος και Δημοσθένη του Αλκισθένους. Είχαν σκοπό να τους παραδώσουν την πολιτεία, πιστεύοντας ότι αυτό ήταν λιγότερο επικίνδυνο για τους εαυτούς τους παρά η επιστροφή των εξορίστων. Συμφώνησαν, λοιπόν, να πάρουν οι Αθηναίοι πρώτ᾽ απ᾽ όλα τα μακρά τείχη (είχαν μήκος οκτώ στάδια από την πολιτεία έως το λιμάνι Νίσαια) και τούτο για να μην τους επιτεθούν οι Πελοποννήσιοι από την Νίσαια, την οποία φρουρούσαν αποκλειστικά αυτοί, για να έχουν εξασφαλισμένα τα Μέγαρα. Έπειτα θα προσπαθούσαν να τους παραδώσουν και την επάνω πόλη, που θα προσχωρούσε ευκολότερα όταν οι Αθηναίοι θα είχαν κυριέψει τα τείχη.
Αφού έγιναν συνεννοήσεις και προετοιμασίες από τις δύο πλευρές, οι Αθηναίοι έφτασαν με τα καράβια τους, νύχτα, στην Μινώα, νησί των Μεγάρων. Εξακόσιοι οπλίτες με αρχηγό τον Ιπποκράτη, κρύφτηκαν μέσα σ᾽ έναν λάκκο, από τον οποίο οι Μεγαρείς έπαιρναν χώμα κι έκαναν τούβλα για τα τείχη, που ήσαν σε μικρή απόσταση από εκεί.
Ο άλλος στρατηγός, ο Δημοσθένης, με Πλαταιείς ψιλούς και με νεοσύλλεκτους Αθηναίους, έστησε ενέδρα στο Ενυάλιο, που απέχει ακόμα λιγότερο από τα τείχη. Κανείς δεν τους κατάλαβε, εκτός από εκείνους οι οποίοι ήξεραν τί έμελλε να γίνει την νύχτα εκείνη.
Οι συνωμότες αυτοί, που έπρεπε να παραδώσουν τα Μέγαρα, λίγο πριν χαράξει έκαναν τα ακόλουθα. Από καιρό είχαν προετοιμαστεί για να εξασφαλίσουν ότι θα ανοίγονταν οι πύλες. Είχαν πείσει, δηλαδή, τον αρχηγό της φρουράς —με πρόφαση ότι κάνουν ληστρικές επιδρομές— να τους αφήνει να μεταφέρουν, νύχτα, μια δίκωπη βάρκα επάνω σ᾽ ένα κάρο και, βαδίζοντας παράλληλα με την τάφρο, να την ρίχνουν στην θάλασσα και να πηγαίνουν στ᾽ ανοιχτά. Γύριζαν προτού ξημερώσει και περνούσαν πάλι από την πύλη την βάρκα με το κάρο, ώστε —έλεγαν— να μην καταλάβει τίποτε η φρουρά των Αθηναίων στην Μινώα, αφού δεν θα έβλεπαν κανένα πλεούμενο μέσα στο λιμάνι.
Την νύχτα εκείνη, λοιπόν, όταν το κάρο βρέθηκε μπροστά στην πύλη, που άνοιξε όπως πάντα για να περάσει η βάρκα κι έγιναν τα συμφωνημένα συνθήματα, οι Αθηναίοι έτρεξαν από την ενέδρα για να προφτάσουν προτού κλείσει η πύλη, και όσο το κάρο ήταν ακόμα στο άνοιγμά της κι εμπόδιζε τα θυρόφυλλα να κλείσουν. Την ίδια στιγμή οι Μεγαρείς που ήσαν συνεννοημένοι με τους Αθηναίους, σκότωσαν τους φύλακες της πύλης.
Πρώτοι μπήκαν, τρέχοντας, οι Πλαταιείς και οι νεοσύλλεκτοι του Δημοσθένη απ᾽ το σημείο όπου βρίσκεται και σήμερα ακόμα το τρόπαιο. Μόλις μπήκαν μέσα στα τείχη, τους κατάλαβαν ευθύς οι Πελοποννήσιοι που ήσαν πολύ κοντά, άρχισαν αμέσως οι Πλαταιείς να πολεμούν με όσους έτρεχαν προς τα εκεί, τους απώθησαν και εξασφάλισαν την είσοδο των Αθηναίων οπλιτών που ορμούσαν κι αυτοί πίσω τους.
Οι Πελοποννήσιοι φρουροί αντιστάθηκαν στην αρχή και μερικοί σκοτώθηκαν, αλλά οι περισσότεροι φοβήθηκαν κι έφυγαν τρέχοντας επειδή τους είχε χτυπήσει ο εχθρός νύχτα μαζί με τους Μεγαρείς προδότες. Τούτο τους έκανε να πιστέψουν ότι όλοι οι κάτοικοι τούς είχαν προδώσει.
Κατά σύμπτωση έτυχε ο Αθηναίος κήρυκας, από δική του πρωτοβουλία, να φωνάξει ότι, όποιος Μεγαρεύς θέλει να πάει με το μέρος των Αθηναίων, μπορεί να καταθέσει τα όπλα. Όταν τ᾽ άκουσαν οι Πελοποννήσιοι, δεν περίμεναν άλλο και, νομίζοντας ότι τους χτυπούσαν και οι Αθηναίοι και οι Μεγαρείς, κατέφυγαν στην Νίσαια.
Όταν ξημέρωσε, και ενώ είχαν κιόλας κυριευτεί τα τείχη και οι κάτοικοι των Μεγάρων ήσαν φοβισμένοι, όσοι είχαν συνωμοτήσει με τους Αθηναίους και πολλοί άλλοι μαζί τους, που ήξεραν τί γίνεται, έλεγαν ότι έπρεπε ν᾽ ανοίξουν τις πύλες και να βγουν να δώσουν μάχη.
Είχε συμφωνηθεί, μόλις ανοίξουν οι πύλες, να ορμήσουν μέσα οι Αθηναίοι και ν᾽ αλειφτούν με πάχος οι συνωμότες για να τους διακρίνουν οι Αθηναίοι και να μην τους σκοτώσουν. Ανοίγοντας τις πύλες, οι συνωμότες δεν διατρέξαν κανέναν κίνδυνο, γιατί καθώς είχε συμφωνηθεί, είχαν φτάσει από την Ελευσίνα τέσσερις χιλιάδες οπλίτες και εξακόσιοι ιππείς Αθηναίοι, που είχαν βαδίσει όλη νύχτα.
Ενώ, λοιπόν, οι συνωμότες είχαν αλειφτεί και είχαν συγκεντρωθεί κοντά στις πύλες, κάποιος που ήξερε τί ετοιμαζόταν, φανέρωσε στους άλλους την συνωμοσία. Οι άλλοι, τότε, μαζεύτηκαν και πήγαν και είπαν ότι ούτε πρέπει να επιχειρήσουν έξοδο —γιατί ποτέ δεν είχαν ακόμα αποτολμήσει τέτοιο πράμα, ακόμα κι όταν ήσαν πιο δυνατοί— ούτε να εκθέσουν την πολιτεία σε φανερό κίνδυνο. Είπαν ότι αν οι άλλοι δεν πείθονταν, τότε η σύγκρουση θα γινόταν εκεί, επιτόπου, μεταξύ τους. Δεν άφησαν να φανεί ότι ήξεραν τίποτε για την συνωμοσία, αλλά επιμέναν ότι αυτό που έλεγαν ήταν το σωστότερο. Δεν έφευγαν, όμως, κι από κοντά από τις πύλες, για να τις φρουρούν, κι έτσι οι συνωμότες δεν μπόρεσαν να εκτελέσουν τα σχέδιά τους.
Οι στρατηγοί των Αθηναίων κατάλαβαν ότι έτυχε κάποιο εμπόδιο και ότι δεν ήσαν σε θέση να κυριέψουν την πολιτεία με την βία. Άρχισαν αμέσως ν᾽ απομονώνουν με τείχος την Νίσαια θεωρώντας ότι, αν μπορέσουν να την κυριέψουν προτού φτάσουν ενισχύσεις, τότε και τα Μέγαρα θα παραδίνονταν γρήγορα.
Τους έστειλαν αμέσως από την Αθήνα και σιδερένια εργαλεία και εργάτες πετροπελεκητές και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Άρχισαν να χτίζουν απ᾽ το σημείο που είχαν κυριέψει και κατασκεύασαν ένα εγκάρσιο τείχος απ᾽ την πλευρά που βλέπει προς τα Μέγαρα. Από εκεί άρχισαν να χτίζουν τείχος και να σκάβουν τάφρο κι από τις δυο μεριές της Νίσαιας, έως την θάλασσα. Ο στρατός μοιράστηκε σε συνεργεία και μεταχειρίζονταν πέτρες, τούβλα από το προάστιο των Μεγάρων, και ξύλα, από δέντρα που έκοβαν, για να ενισχύουν, όπου χρειαζόταν, την τοιχοδομή με σταυρωσιές. Ενίσχυσαν και σπίτια του προαστίου χτίζοντας πολεμίστρες. Εργάστηκαν ολόκληρη την ημέρα.
Την επομένη, κατά το δειλινό, το τείχος είχε σχεδόν τελειώσει. Η φρουρά της Νίσαιας φοβήθηκε, τόσο επειδή δεν είχε τρόφιμα (γιατί τους έφερναν κάθε μέρα τις καθημερινές προμήθειες απ᾽ την απάνω πόλη) όσο κι επειδή πίστευαν ότι οι Πελοποννήσιοι δεν θα έφταναν σύγκαιρα. Νόμιζαν, επίσης, ότι οι Μεγαρείς είχαν μεταστραφεί εναντίον τους. Συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους με όρο να παραδώσουν τα όπλα και ν᾽ απελευθερωθούν, ο καθένας για ορισμένο χρηματικό ποσό. Όσο για τους Λακεδαιμονίους, δηλαδή τον αρχηγό τους και όποιον άλλο Λακεδαιμόνιο βρισκόταν στην Νίσαια, αυτοί θα ήσαν στην διάκριση των Αθηναίων.
Αφού έκαναν την συμφωνία, βγήκαν από την πόλη. Οι Αθηναίοι γκρέμισαν μέρος των μακρών τειχών που συνέδεε την Νίσαια με τα Μέγαρα, απομονώνοντας έτσι την πόλη, κι εξακολούθησαν να παίρνουν όλα τ᾽ αναγκαία μέτρα.
Τον ίδιο καιρό, έτυχε να βρίσκεται στην περιοχή της Σικυώνας και Κορίνθου ο Λακεδαιμόνιος Βρασίδας του Τέλλιδος που ετοίμαζε εκστρατεία στην Θράκη. Όταν έμαθε ότι κυριεύτηκαν τα τείχη φοβήθηκε τόσο για τους Πελοποννησίους που ήσαν στην Νίσαια, όσο και για τα ίδια τα Μέγαρα. Έστειλε μήνυμα στους Βοιωτούς, ζητώντας τους να στείλουν γρήγορα στρατό να τον συναντήσουν στον Τριποδίσκο —χωριό της Μεγαρίδας στους πρόποδες των Γερανίων— όπου πήγε και ο ίδιος με δυο χιλιάδες επτακόσιους Κορινθίους οπλίτες, τετρακόσιους Φλειασίους, εξακόσιους Συκιωνίους και όσους δικούς του είχαν κιόλας συγκεντρωθεί. Πίστευε ότι θα μπορούσε να φτάσει στην Νίσαια προτού κυριευτεί.
Όταν, όμως, έμαθε, στον Τριποδίσκο, μετά από νυχτερινή πορεία, ότι έπεσε η Νίσαια, διάλεξε τριακόσιους στρατιώτες και, προτού καταλάβουν την παρουσία του, πλησίασε στα Μέγαρα χωρίς να το νιώσουν οι Αθηναίοι που ήσαν προς την θάλασσα. Σκοπός του ήταν να προσπαθήσει να ξαναπάρει την Νίσαια, είτε με διαπραγματεύσεις είτε, αν μπορούσε, με την βία, αλλά πρώτ᾽ απ᾽ όλα να μπει στα Μέγαρα και να εξασφαλίσει την πολιτεία. Ζήτησε επίμονα να τον δεχτούν μέσα στην πολιτεία, λέγοντας ότι είχε την ελπίδα να ξαναπάρει την Νίσαια.
Αλλά και οι δύο αντίπαλες παρατάξεις στα Μέγαρα, φοβήθηκαν· οι δημοκρατικοί ότι ο Βρασίδας θα ξαναφέρει τους εξορίστους και θα διώξει τους δημοκρατικούς· οι ολιγαρχικοί ότι, απ᾽ αυτόν ακριβώς τον φόβο, οι δημοκρατικοί θα τους επιτεθούν. Εμφύλια σύγκρουση, με τους Αθηναίους να παραφυλάνε εκεί κοντά, θα ήταν η καταστροφή της πολιτείας. Δεν δέχτηκαν, λοιπόν, τον Βρασίδα και προτίμησαν να μην πάρουν καμιά πρωτοβουλία, περιμένοντας να δουν τί θα γίνει.
Και οι δύο παρατάξεις είχαν την ελπίδα ότι θα γίνει μάχη μεταξύ Αθηναίων και εκείνων που είχαν έρθει να βοηθήσουν την πολιτεία και θεωρούσαν πως ήταν ασφαλέστερο να εκδηλωθούν με το μέρος των φίλων τους, μόνο, αφού θα είχαν νικήσει. Ο Βρασίδας, λοιπόν, δεν κατόρθωσε να τους πείσει και γύρισε στο στρατόπεδο.
Μόλις ξημέρωσε, φάνηκαν οι Βοιωτοί που, και πριν από το μήνυμα του Βρασίδα, είχαν σκοπό να στείλουν βοήθεια στα Μέγαρα, γιατί θεωρούσαν ότι ο κίνδυνος τους απειλούσε κι αυτούς. Είχαν συγκεντρώσει όλον τον στρατό τους στην Πλάταια και όταν έφτασε ο αγγελιαφόρος με το μήνυμα του Βρασίδα, αισθάνθηκαν πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια. Έστειλαν δύο χιλιάδες διακόσιους οπλίτες και εξακόσιους ιππείς, αλλά το κύριο σώμα του στρατού τους γύρισε στην Βοιωτία.
Καθώς συγκεντρώθηκε, λοιπόν, ολόκληρος ο στρατός, που αριθμούσε έξι χιλιάδες οπλίτες, και οι Αθηναίοι οπλίτες είχαν πάρει θέσεις γύρω από την Νίσαια και στην παραλία, ενώ οι ψιλοί στρατιώτες είχαν σκορπίσει στα χωράφια, το βοιωτικό ιππικό έπεσε, απροσδόκητα, επάνω στους ψιλούς και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν προς την θάλασσα, γιατί πριν από το επεισόδιο αυτό, καμιά βοήθεια δεν είχε φτάσει από πουθενά στα Μέγαρα.
Οι Αθηναίοι σκότωσαν τον αρχηγό του βοιωτικού ιππικού και μερικούς ιππείς που είχαν πλησιάσει πολύ στην Νίσαια, και τους πήραν τ᾽ άρματά τους. Κράτησαν τους νεκρούς, αλλά μετά τους αποδώσαν, με σπονδές, κι έστησαν τρόπαιο. Καμιά από τις δύο παρατάξεις δεν κατόρθωσε κάτι το αποφασιστικό σ᾽ όλη την διάρκεια της μάχης, και χωρίστηκαν. Οι Βοιωτοί γύρισαν στο στρατόπεδό τους και οι Αθηναίοι στην Νίσαια.
Μετά απ᾽ αυτό, ο Βρασίδας με τον στρατό πλησίασε στη θάλασσα και στα Μέγαρα. Σταμάτησε σε μια ευνοϊκή θέση, παρατάχτηκε για μάχη και περίμενε, γιατί νόμιζε ότι οι Αθηναίοι θα του επιτεθούν και ήξερε πως οι Μεγαρείς περίμεναν να δουν ποιός από τους δυο θα νικήσει.
Θεωρούσε ότι και για τα δυο αυτά ήταν σε πλεονεκτική θέση γιατί, αν και έδειχνε φανερά ότι ήταν έτοιμος να πολεμήσει, δεν άρχιζε αυτός τις εχθροπραξίες ούτε προκαλούσε μάχη, κι έτσι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτός υπερίσχυσε χωρίς καν να γίνει πραγματική σύγκρουση. Ταυτόχρονα αυτό θα τον ωφελούσε και απέναντι των Μεγαρέων,
γιατί αν δεν είχε εμφανιστεί, δεν θα είχε την παραμικρή ελπίδα, αλλά θα είχε χάσει αμέσως τα Μέγαρα, σαν να είχε νικηθεί σε μάχη, ενώ τώρα, αν τύχαινε να μη θελήσουν οι Αθηναίοι να δώσουν μάχη, οι Πελοποννήσιοι θα πετύχαιναν τον σκοπό τους χωρίς ν᾽ αγωνιστούν. Αυτό και έγινε.
Οι Αθηναίοι βγήκαν και παρατάχθηκαν κοντά στα Μακρά Τείχη, αλλά βλέποντας ότι οι Πελοποννήσιοι δεν έκαναν επίθεση, έμεναν κι εκείνοι ακίνητοι και οι στρατηγοί τους σκέφτηκαν ότι, αφού είχαν επιτύχει τους περισσότερους αντικειμενικούς σκοπούς για τους οποίους είχαν έρθει, δεν έπρεπε να ριψοκινδυνέψουν αρχίζοντας μια μάχη εναντίον μεγαλύτερου στρατού, γιατί αν νικούσαν θα κυρίευαν, βέβαια, τα Μέγαρα, αλλ᾽ αν νικιόνταν, τότε θα έχαναν το καλύτερο μέρος του στρατού τους, και τούτο όταν απέναντί τους οι εχθροί ήσαν πρόθυμοι να πολεμήσουν, αφού η δύναμή τους δεν αντιπροσώπευε παρά ένα μέρος των δυνάμεων της Πελοποννήσου και κάθε πολιτεία είχε στείλει τμήμα μόνο του στρατού της. Αφού έμειναν άπρακτοι αρκετό καιρό και καμιά από τις δύο παρατάξεις δεν επιχειρούσε τίποτε, αποχώρησαν και οι δύο. Πρώτα οι Αθηναίοι πίσω στην Νίσαια και μετά οι Πελοποννήσιοι στη θέση από όπου είχαν ξεκινήσει. Τότε όσοι από τους Μεγαρείς ήσαν φίλοι των εξορίστων, θεωρώντας ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν υπερισχύσει, αφού οι Αθηναίοι δεν είχαν τολμήσει να δώσουν μάχη, αναθάρρησαν και άνοιξαν τις πύλες στον Βρασίδα και τους άλλους Πελοποννησίους αρχηγούς και τους δέχτηκαν και άρχισαν αμέσως συνεννοήσεις μαζί τους, ενώ όσοι από τους Μεγαρείς είχαν συνεννοηθεί με τους Αθηναίους βρίσκονταν σε μεγάλη αμηχανία.
Ύστερα απ᾽ αυτά, και αφού διαλύθηκε ο συμμαχικός στρατός και γύρισε η κάθε μονάδα στην πολιτεία της, ο Βρασίδας επέστρεψε στην Κόρινθο, κι εξακολούθησε να ετοιμάζει την εκστρατεία του για την Θράκη. Αυτός ήταν άλλωστε ο αρχικός του σκοπός.
Όταν οι Αθηναίοι έφυγαν κι εκείνοι και γύρισαν πίσω, όσοι από τους Μεγαρείς είχαν συνεργαστεί με τους Αθηναίους, ξέροντας ότι είχαν γίνει αντιληπτοί, έφυγαν αμέσως, κρυφά, ενώ οι άλλοι, αφού συνεννοήθηκαν με φίλους των εξορίστων, έφεραν πίσω στα Μέγαρα όσους ήσαν στις Πηγές, αφού όμως τους όρκισαν με όρκους μεγάλους να μην μνησικακούν, αλλά να ενεργούν με μόνο γνώμονα το συμφέρον της πολιτείας.
Αυτοί, όμως, μόλις πήραν την εξουσία στα χέρια, οργάνωσαν επιθεώρηση όπλων και, τοποθετώντας χωριστά την κάθε μονάδα, ξεχώρισαν εκατό περίπου απ᾽ τους πολιτικούς τους εχθρούς και από όσους είχαν συνεργαστεί με τους Αθηναίους. Τότε ανάγκασαν τον λαό να τους κρίνει με φανερή ψηφοφορία και μόλις καταδικάστηκαν τους σκότωσαν κι εγκαταστήσαν αυστηρή ολιγαρχία.
Το ίδιο καλοκαίρι, κι ενώ οι Μυτιληναίοι επρόκειτο —όπως το είχαν σκοπό— να οχυρώσουν την Άντανδρο, οι στρατηγοί των Αθηναίων Δημόδοκος και Αριστείδης, που είχαν αποστολή να εισπράξουν τον φόρο —ο τρίτος, ο Λάμαχος, είχε πάει στον Εύξεινο Πόντο με δέκα καράβια— όταν πληροφορήθηκαν ότι η τοποθεσία θα οχυρωνόταν, σκέφτηκαν ότι θα ήταν πολύ επικίνδυνο να γίνει εκεί το ίδιο με ό,τι είχε γίνει στην Άναια, αντίκρυ στην Σάμο, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Σάμιοι εξόριστοι που βοηθούσαν τους Πελοποννησίους στέλνοντάς τους κυβερνήτες για τα πλοία τους, προκαλούσαν αναταραχές στην Σάμο και πρόσφεραν καταφύγιο σ᾽ όσους έφευγαν από την πολιτεία. Οι Αθηναίοι, αφού συγκέντρωσαν συμμαχικό στρατό, πήγαν με τον στόλο στην Άντανδρο, νίκησαν σε μάχη τους Μυτιληναίους που βγήκαν να τους αντιμετωπίσουν, και κυρίεψαν την Άντανδρο.
Λίγο αργότερα, ο Λάμαχος που είχε πάει στον Εύξεινο Πόντο και είχε αράξει στην Ηρακλειώτιδα, στις εκβολές του ποταμού Κάλη, έχασε όλα του τα καράβια από νεροποντή που έπεσε στα βουνά και φούσκωσε ξαφνικά το ρεύμα του ποταμού. Ο ίδιος και ο στρατός του πέρασαν πεζοί από τους Βιθυνούς Θράκες που ζουν στην Ασία κι έφτασε στην Καλχηδόνα, αποικία των Μεγάρων, που βρίσκεται στο στόμιο του Ευξείνου Πόντου.
Μαζί με τον Ιπποκράτη είχε έρθει σε μυστικές συνεννοήσεις με μερικούς Βοιωτούς που ήθελαν ν᾽ αλλάξουν το πολίτευμα στις βοιωτικές πόλεις και να εγκαταστήσουν δημοκρατία κατά το πρότυπο της Αθήνας. Ακολουθώντας κυρίως τις συμβουλές του Πτοιοδώρου, εξόριστου από την Θήβα, είχαν καταστρώσει το εξής σχέδιο.
Επρόκειτο μερικοί να προδώσουν τις Σίφες — μικρό παραθαλάσσιο χωριό των Θεσπιέων στον Κρισαίο κόλπο. Άλλοι, απ᾽ τον Ορχομενό, που άλλοτε ονομαζόταν Μινύειος και τώρα λέγεται Βοιώτιος, ήσαν έτοιμοι να παραδώσουν την Χαιρώνεια που ήταν υποτελής στον Ορχομενό. Οι εξόριστοι του Ορχομενού εργάζονταν δραστήρια για το σχέδιο αυτό και στρατολογούσαν μισθοφόρους από την Πελοπόννησο. Μαζί συνεργάζονταν και μερικοί Φωκείς, γιατί η Χαιρώνεια βρίσκεται στα κράσπεδα της Βοιωτίας κοντά στην Φανότιδα της Φωκίδος.
Το σχέδιο, λοιπόν, ήταν να καταλάβουν οι Αθηναίοι το Δήλιον — το ιερό του Απόλλωνος που βρίσκεται στην περιοχή της Τανάγρας, απέναντι από την Εύβοια. Έπρεπε όλα αυτά να γίνουν ταυτόχρονα, ορισμένη μέρα, ώστε να βρεθούν σε αδυναμία οι Βοιωτοί να προστρέξουν όλοι μαζί να υπερασπίσουν το Δήλιο, αλλά ν᾽ αναγκαστούν να μείνουν στις πολιτείες τους, όπου θα εκδηλωνόταν επανάσταση.
Αν πετύχαινε το σχέδιο και οχυρωνόταν το Δήλιον, είχαν την ελπίδα ότι, τότε, και αν ακόμα δεν σημειώνονταν επαναστάσεις στις βοιωτικές πολιτείες, θα μπορούσαν να επηρεάζουν την κατάσταση αφού θα κρατούσαν τα σημεία αυτά και θα μπορούσαν να κάνουν επιδρομές έχοντας ευκολόχρηστα καταφύγια. Δεν θ᾽ άφηναν την κατάσταση να ηρεμήσει, γιατί θα βοηθούσαν συνεχώς εκείνους που θα επαναστατούσαν, ενώ οι Βοιωτοί δεν θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους σ᾽ ένα σημείο και, με τον καιρό, θα ήταν δυνατό να τακτοποιήσουν τα πράματα όπως ήθελαν.
Αυτό είναι το μυστικό σχέδιο που ετοιμαζόταν. Ο Ιπποκράτης θα ξεκινούσε με στρατό απ᾽ την Αθήνα στην κατάλληλη στιγμή εναντίον της Βοιωτίας, ενώ τον Δημοσθένη τον έστειλε από πριν στην Ναύπακτο με σαράντα καράβια, ώστε να συγκεντρώσει στρατό από Ακαρνάνες και άλλους συμμάχους από εκείνα τα μέρη, και να πάει με τον στόλο στις Σίφες που θα του παραδίδονταν με προδοσία. Είχαν ορίσει και την ημέρα που έπρεπε να γίνουν ταυτόχρονα οι δύο επιχειρήσεις.
Όταν ο Δημοσθένης έφτασε στην Ναύπακτο, οι άλλοι Ακαρνάνες είχαν εξαναγκάσει τους Οινιάδες να μπουν στην αθηναϊκή συμμαχία. Έκανε γενική επιστράτευση σ᾽ όλη την περιοχή, επιχείρησε πρώτα μιαν εκστρατεία εναντίον του Σαλυνθίου και των Αγραίων και, αφού τους υπόταξε, άρχισε να ετοιμάζεται, ώστε να είναι σε θέση να εμφανιστεί στις Σίφες τη στιγμή που θα έπρεπε.
Την ίδια, περίπου, εποχή του καλοκαιριού, ο Βρασίδας πορευόμενος με χίλιους επτακόσιους οπλίτες προς την Θράκη, έφτασε στην Ηράκλεια της Τραχινίας, έστειλε έναν αγγελιαφόρο στους φίλους που είχε στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας ζητώντας τους να συνοδεύσουν αυτόν και τον στρατό του όταν θα περάσει από την χώρα τους και μόνο όταν ο Πάναιρος, ο Δώρος, ο Ιππολοχίδας, ο Τορύλαος και ο Στρόφακος —ο οποίος ήταν πρόξενος των Χαλκιδέων— έφτασαν στην Μελίτεια της Αχαΐας εξακολούθησε την πορεία του.
Τον συνόδεψαν πολλοί άλλοι Θεσσαλοί και ο Νικονίδας από την Λάρισα που ήταν φίλος του Περδίκκα. Δεν ήταν, διαφορετικά, εύκολο να διασχίσει την Θεσσαλία χωρίς οδηγούς και μάλιστα οπλισμένος, γιατί σ᾽ όλη την Ελλάδα, άλλωστε, γίνεται κανείς ύποπτος όταν διασχίζει ξένο έδαφος χωρίς να ζητήσει πρώτα την άδεια. Ο λαός, μάλιστα, της Θεσσαλίας από πάντα είχε φιλικά αισθήματα για τους Αθηναίους
και αν οι Θεσσαλοί είχαν δημοκρατικό πολίτευμα αντί ολιγαρχικό, ο Βρασίδας ποτέ δεν θα μπορούσε να προχωρήσει αφού και τότε, καθώς πορευόταν, τον σταμάτησαν στον ποταμό Ενιπέα άλλοι Θεσσαλοί, που είχαν αντίθετα αισθήματα. Θέλησαν να τον εμποδίσουν να περάσει, λέγοντας ότι παρανομεί διαβαίνοντας από την χώρα τους χωρίς την συγκατάθεση ολόκληρου του κοινού των Θεσσαλών.
Οι οδηγοί του αποκρίθηκαν ότι δεν θα τον συνοδεύσουν παρά την θέληση των Θεσσαλών και ότι τον είχαν αναλάβει επειδή είχε παρουσιαστεί ξαφνικά και είχαν μαζί του δεσμούς φιλίας. Μίλησε και ο Βρασίδας και είπε ότι είναι φίλος της Θεσσαλίας και του λαού της, ότι δεν ξεκίνησε εναντίον τους αλλά εναντίον των Αθηναίων με τους οποίους είναι σε πόλεμο και ότι δεν νόμιζε να υπάρχει έχθρα μεταξύ Θεσσαλών και Λακεδαιμονίων, ώστε να μην μπορεί ο ένας να περνάει από την χώρα του άλλου και ότι δεν θα προχωρούσε παρά την θέλησή τους —δεν θα μπορούσε άλλωστε— αλλά τους ζήτησε να μην τον εμποδίσουν.
Εκείνοι, αφού τ᾽ άκουσαν αυτά, έφυγαν, ενώ ο Βρασίδας, κατά την συμβουλή των οδηγών του, προχώρησε γρήγορα χωρίς να σταματήσει πουθενά, προτού συγκεντρωθούν πολλοί Θεσσαλοί και τον εμποδίσουν. Την ημέρα που ξεκίνησε από την Μελίτεια έφτασε στα Φάρσαλα και στρατοπέδευσε κοντά στον ποταμό Απιδανό. Από εκεί πορεύτηκε στο Φάκιον κι από εκεί στην Περραιβία.
Εκεί τον άφησαν οι Θεσσαλοί οδηγοί του και τον παράλαβαν οι Περραιβοί, υποτακτικοί των Θεσσαλών. Τον οδήγησαν έως το Δίον, μικρό χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου της Μακεδονίας, που βλέπει προς την θάλασσα και βρίσκεται στην επικράτεια του Περδίκκα.
Πρόφτασε έτσι ο Βρασίδας να διασχίσει όλη τη Θεσσαλία προτού μπορέσει κανείς να ετοιμαστεί για να τον εμποδίσει, κι έφτασε στην επικράτεια του Περδίκκα και στην Χαλκιδική.
Τον πελοποννησιακό αυτόν στρατό τον είχαν ζητήσει όσες πολιτείες της Θράκης είχαν αποστατήσει από τους Αθηναίους και ο Περδίκκας. Τους είχε πιάσει φόβος, επειδή οι Αθηναίοι είχαν μεγάλες επιτυχίες. Οι Χαλκιδείς νόμιζαν ότι οι Αθηναίοι θα επιτεθούν πρώτα εναντίον τους, αλλά και οι γειτονικές τους πολιτείες, που είχαν μείνει πιστές, ενεργούσαν κι αυτές κρυφά για να προκαλέσουν μια τέτοια πελοποννησιακή εκστρατεία. Το νόμιζε και ο Περδίκκας, που δεν ήταν φανερά εχθρός των Αθηναίων. Τους φοβόταν εξαιτίας των παλιών διαφορών τους, αλλά πάνω απ᾽ όλα ήθελε να υποτάξει τον Αρραβαίο, βασιλιά των Λυγκηστών.
Δηλαδή, επειδή οι Αθηναίοι είχαν κύριο στόχο την Πελοπόννησο και κυρίως την Λακωνία, οι Σπαρτιάτες ήλπιζαν να τους παρασύρουν μακριά αν, για αντιπερισπασμό, έστελναν στρατό στην περιοχή των συμμάχων της Αθήνας αφού, μάλιστα, οι σύμμαχοι αυτοί ήσαν έτοιμοι να συντηρούν τον στρατό αυτόν που καλούσαν για να τους βοηθήσει να αποστατήσουν.
Οι Σπαρτιάτες ήθελαν, επίσης, ν᾽ απομακρύνουν από την Λακωνική, με κάποια εύλογη πρόφαση, πολλούς είλωτες, από φόβο μην επαναστατήσουν μ᾽ ευκαιρία την κατοχή της Πύλου από τους Αθηναίους.
Έκαναν και το εξής, επειδή φοβόνταν και το πλήθος των ειλώτων και την διάθεσή τους να επαναστατήσουν· άλλωστε από πάντα η πολιτική των Σπαρτιατών απέναντι στους είλωτες ήταν να προφυλάγονται απ᾽ αυτούς. Προκήρυξαν ότι όσοι από τους είλωτες θεωρούν ότι πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες με την ανδρεία τους στον πόλεμο, έπρεπε να παρουσιαστούν, για να κριθούν και ν᾽ απελευθερωθούν. Στην πραγματικότητα ήταν μια δοκιμασία, γιατί οι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι όσοι είχαν απαίτηση να ελευθερωθούν πρώτοι σαν πιο γενναίοι, αυτοί, και θα είχαν την μεγαλύτερη διάθεση να επαναστατήσουν.
Ξεδιάλεξαν δυο, περίπου, χιλιάδες οι οποίοι, θεωρώντας ότι είναι ελεύθεροι, φόρεσαν στεφάνια και περιφέρονταν γύρω από τους ναούς, αλλά λίγο αργότερα οι Σπαρτιάτες τους εξαφάνισαν όλους και κανείς δεν έμαθε ποτέ με ποιόν τρόπο σκότωσαν τον καθένα.
Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν τον Βρασίδα με μεγάλη προθυμία, πρώτ᾽ απ᾽ όλα επειδή το είχε ζητήσει ο ίδιος και ύστερα επειδή τον είχαν ζητήσει επίμονα οι Χαλκιδείς. Ήταν εξαιρετικά δραστήριος και σ᾽ όλες τις εσωτερικές υποθέσεις της Σπάρτης και όταν έφυγε πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στους Λακεδαιμονίους,
γιατί απ᾽ την αρχή φάνηκε δίκαιος και μετριοπαθής με τις περισσότερες πολιτείες κι έπεισε τις περισσότερες να επαναστατήσουν, ενώ άλλες του παραδόθηκαν με προδοσία. Έτσι οι Λακεδαιμόνιοι απόκτησαν ανταλλάγματα για την περίπτωση που θ᾽ αποφάσιζαν να κάνουν ειρήνη —όπως κι έγινε αργότερα— και πέτυχαν να χαλαρωθεί η πίεση του εχθρού στην Πελοπόννησο. Αλλά και αργότερα, μετά την καταστροφή της Σικελίας, η ανάμνηση της αρετής του Βρασίδα και η σύνεσή του, τις οποίες άλλοι ήξεραν από προσωπική πείρα και άλλοι τις είχαν ακουστές, συνέτεινε πολύ στο να στραφούν προς τους Λακεδαιμονίους τα αισθήματα των συμμάχων της Αθήνας.
Καθώς ήταν ο πρώτος Σπαρτιάτης αρχηγός που βγήκε από την Πελοπόννησο και πήγε σ᾽ εκείνα τα μέρη και φάνηκε από κάθε άποψη ενάρετος, δημιούργησε την βέβαιη προσδοκία πως και οι άλλοι Σπαρτιάτες ήσαν σαν κι αυτόν.
Όταν ο Βρασίδας έφτασε στην Θράκη και οι Αθηναίοι το πληροφορήθηκαν, αποφάσισαν ότι ήσαν σε εμπόλεμη κατάσταση με τον Περδίκκα γιατί θεώρησαν ότι αυτός είχε προκαλέσει την εκστρατεία αυτή και άρχισαν ν᾽ ασκούν αυστηρότερη επιτήρηση επάνω στους συμμάχους τους της περιοχής.
Ο Περδίκκας, παίρνοντας και τον Βρασίδα με τον δικό του στρατό, ξεκίνησε εναντίον του Αρραβαίου του Βρομερού, βασιλιά των Λυγκηστών Μακεδόνων, οι οποίοι ήσαν γείτονές του. Είχε διαφορές μαζί του και ήθελε να τον υποχρεώσει σε υποταγή.
Όταν, όμως, έφτασε με τον στρατό του και με τον Βρασίδα στα σύνορα της Λύγκου, ο Βρασίδας του είπε ότι, προτού αρχίσουν οι εχθροπραξίες, επιθυμούσε να διαπραγματευτεί με τον Αρραβαίο για να τον κάνει —αν μπορούσε— σύμμαχο των Λακεδαιμονίων.
Και ο Αρραβαίος είχε στείλει κήρυκα, έτοιμος ν᾽ αναθέσει στον Βρασίδα την διαιτησία της διαφοράς του με τον Περδίκκα. Αλλά και οι αντιπρόσωποι των Χαλκιδέων, που βρίσκονταν εκεί, συμβούλευαν τον Βρασίδα να μην απαλλάξει τον Περδίκκα απ᾽ όλες του τις δυσκολίες και τούτο για να έχει μεγαλύτερο ζήλο να τους βοηθεί στα ζητήματά τους.
Άλλωστε, οι πρέσβεις του Περδίκκα που είχαν πάει στην Σπάρτη, αυτό ακριβώς είχαν αφήσει να υπονοηθεί, ότι, δηλαδή, θα έπαιρνε πολλές γειτονικές του χώρες με το μέρος των Λακεδαιμονίων. Γι᾽ αυτό και ο Βρασίδας ήθελε, έχοντας σύμφωνο τον Περδίκκα, να έρθει σε συνεννόηση με τον Αρραβαίο.
Ο Περδίκκας, όμως, αποκρίθηκε ότι δεν είχε φέρει τον Βρασίδα για να γίνει δικαστής στις διαφορές του με τους γείτονές του, αλλά για να καταστρέψει τους εχθρούς του που αυτός θα υποδείκνυε, και ότι ο Βρασίδας θα παράβαινε τις συμφωνίες αν συναντούσε τον Αρραβαίο, ενώ ο ίδιος ο Περδίκκας συντηρούσε τον μισό πελοποννησιακό στρατό.
Ο Βρασίδας, όμως, μετά από φιλονικία και παρά την θέληση του Περδίκκα, συναντήθηκε με τον Αρραβαίο, που τον έπεισε ότι είχε δίκιο και, αντί να κάνει εισβολή, πήρε τον στρατό του κι έφυγε. Ο Περδίκκας θεώρησε έτι είχε αδικηθεί. Δεν προμήθευε πια στον Βρασίδα εφόδια παρά μόνο για το ένα τρίτο του στρατού.
Οι αποικίες της Άνδρου, Άκανθος και Στάγειρος, υπό την πίεση του αρχηγού του πελοποννησιακού στρατού Βρασίδα, αποστάτησαν από την Αθηναϊκή συμμαχία.
Το ίδιο καλοκαίρι, ευθύς μετά τα παραπάνω, και λίγο πριν από τον τρύγο, ο Βρασίδας εξεστράτευσε μαζί με τους Χαλκιδείς εναντίον της Ακάνθου, αποικίας της Άνδρου.
Οι Ακάνθιοι άρχισαν να ερίζουν μεταξύ τους αν έπρεπε ή όχι να τον δεχτούν. Την μια παράταξη την αποτελούσαν όσοι, συνεννοημένοι με τους Χαλκιδείς, είχαν προκαλέσει την εκστρατεία και στην άλλη ήσαν οι δημοκρατικοί. Επειδή, όμως, ο λαός φοβόταν για το σταφύλι που δεν είχε ακόμα τρυγηθεί, δέχτηκε την πρόταση του Βρασίδα να τον καλέσουν μόνο του και ν᾽ αποφασίσουν αφού τον ακούσουν. Παρουσιάστηκε, λοιπόν, μπροστά στον λαό —αν και Λακεδαιμόνιος δεν ήταν αδέξιος στο να μιλεί— και είπε, περίπου, τα εξής:
«Ακάνθιοι. Οι Λακεδαιμόνιοι μ᾽ έστειλαν εδώ, εμένα και τον στρατό μου, για ν᾽ αποδείξουν ότι ήμαστε ειλικρινείς όταν, στην αρχή του πολέμου, δηλώσαμε ότι θ᾽ αγωνιστούμε εναντίον των Αθηναίων, για ν᾽ απελευθερώσομε την Ελλάδα.
Ας μην μας κατηγορήσει κανείς αν βραδύναμε να έρθομε εδώ. Στηρίξαμε τις ελπίδες μας στον πόλεμο εκεί κάτω, πιστεύοντας ότι θα μπορέσομε μόνοι και χωρίς να σας εκθέσομε σε κίνδυνο, να καταλύσομε γρήγορα την ηγεμονία των Αθηναίων. Τώρα μόλις μας το επέτρεψε η κατάσταση. Είμαστε τώρα εδώ, και μαζί σας θα προσπαθήσομε να τους νικήσομε.
Εμείς οι Λακεδαιμόνιοι νομίζαμε ότι ερχόμαστε να βρούμε ανθρώπους οι οποίοι και πριν ακόμα φτάσομε, ήσαν σύμμαχοί μας, κατά την διάθεση τουλάχιστον, και θα επιθυμούσαν την παρουσία μας. Εκτεθήκαμε σε μεγάλους κινδύνους, διαβαίνοντας, πολλές μέρες, από ξένες χώρες και αντιμετωπίζοντας πρόθυμα την κάθε δυσκολία.
Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι σεις μου εναντιώνεστε, άλλα και το ότι, αν πάω σε άλλες πολιτείες, θα έχουν λιγότερη διάθεση να έρθουν με το μέρος μου και θα έχουν δισταγμούς, αφού σεις, πρώτοι στους οποίους ήρθα, ενώ έχετε πολιτεία αξιόλογη και έχετε την φήμη ότι είστε συνετοί άνθρωποι, δεν με δεχτήκατε. Και δεν θα έχω τον τρόπο ν᾽ αποδείξω ότι ήρθα με ανιδιοτελείς σκοπούς, αλλά θα νομιστεί ότι ήρθα να προσφέρω μιαν απατηλή ελευθερία ή ότι έφτασα εδώ με λίγες δυνάμεις, ανίκανος να σας βοηθήσω εναντίον των Αθηναίων, αν έρθουν να σας χτυπήσουν.
Όταν πήγα να βοηθήσω την Νίσαια με τον στρατό που έχω τώρα εδώ, οι Αθηναίοι απόφυγαν —αν και ήσαν περισσότεροι— να δώσουν μάχη και είναι απίθανο να στείλουν, με καράβια, εναντίον σας, τόσον στρατό όσον είχαν στην Νίσαια.
»Εγώ ο ίδιος δεν ήρθα για να βλάψω, αλλά για ν᾽ απελευθερώσω τους Έλληνες και οι ηγέτες των Λακεδαιμονίων έχουν δεσμευτεί με τους μεγαλύτερους όρκους να θεωρήσουν αυτόνομους συμμάχους όλες τις πολιτείες που θα πειστούν να με ακολουθήσουν. Δεν θέλομε να σας κάνομε συμμάχους μας με την βία ή την απάτη, αλλά θέλομε εμείς να γίνομε σύμμαχοι με σας που είστε τώρα υπόδουλοι στους Αθηναίους.
Έχω, επομένως, την αξίωση, αφού σας δίνω τις μεγαλύτερες δυνατές εγγυήσεις, ούτε εμένα να θεωρείτε ύποπτο ούτε να νομίσετε ότι είμαι ανίσχυρος να σας βοηθήσω. Έχω την αξίωση να προσχωρήσετε με θάρρος με το μέρος μου.
Και αν κανείς από σας έχει προσωπικούς λόγους να φοβάται τους αντιπάλους του και διστάζει με τη σκέψη μήπως εγώ παραδώσω την πολιτεία σε μια πολιτική παράταξη, αυτός πρέπει να με εμπιστευτεί περισσότερο από κάθε άλλον.
Δεν ήρθα ν᾽ αναμειχθώ σε εσωτερικές διαμάχες και δεν πιστεύω ότι η ελευθερία που θα σας έφερνα θα ήταν πραγματική αν, παραμερίζοντας τους πατροπαράδοτους θεσμούς σας, υποδούλωνα τον λαό στους ολιγαρχικούς ή τους ολιγαρχικούς στον λαό.
Θα ήταν αυτό βαρύτερο κι από μια ξένη κυριαρχία και σε μας τους Λακεδαιμονίους δεν θα προσπόριζε ευγνωμοσύνη για τους κόπους μας, αλλά πολύ περισσότερο κατηγορίες παρά δόξα και τιμή. Και τις κατηγορίες για τις οποίες πολεμούμε τους Αθηναίους, θα τις στρέφαμε εναντίον μας, και δικαιότερα μάλιστα, αφού εκείνοι δεν έδωσαν ποτέ δείγμα αρετής.
Είναι μεγαλύτερη ντροπή, για όσους έχουν γόητρο, να επιδιώκουν να επιτύχουν πλεονεκτήματα με εύσχημες προφάσεις, παρά με την φανερή βία. Αυτήν την δικαιώνει η υπεροχή την οποία χαρίζει η τύχη, ενώ τα δόλια σχέδια τα καταστρώνει η επίβουλη σκέψη.
»Γι᾽ αυτό κι εμείς ενεργούμε με πολλή προσοχή στα ζητήματα που έχουν, για μας, πολύ μεγάλη σημασία. Εκτός, λοιπόν, από τους όρκους δεν θα μπορούσατε να βρείτε μεγαλύτερες εγγυήσεις παρά από ανθρώπους για τους οποίους, αν αναδράμετε από τα λόγια τους στις πράξεις τους, θ᾽ αναγκαστείτε να παραδεχτείτε ότι έχουν συμφέρον να ενεργούν σύμφωνα με τα όσα λένε.
Αν όμως, ενώ εγώ σας κάνω τέτοιες προτάσεις, σεις αποκριθείτε ότι δεν μπορείτε να τις δεχτείτε, ότι έχετε την αξίωση, επειδή έχετε φιλικά για μας αισθήματα, να μην ζημιωθείτε από μας για την αρνητική σας απάντηση, αν πείτε ότι η ελευθερία που σας προσφέρομε δημιουργεί κινδύνους και ότι σωστό είναι να προσφέρεται μόνο σ᾽ εκείνους που μπορούν να την δεχτούν, αλλά ότι δεν είναι δίκαιο να την επιβάλομε σε κάποιον παρά την θέλησή του, τότε, ας είναι μάρτυρές μου οι Θεοί και οι ήρωες του τόπου σας, ότι δεν μπόρεσα να σας πείσω πως ήρθα εδώ για καλό. Τότε θα προσπαθήσω να σας αναγκάσω, καταστρέφοντας την γη σας.
Δεν θα θεωρήσω ότι κάνω πράξη άδικη, γιατί θα την δικαιολογούν δύο ανάγκες. Ότι δεν πρέπει (αν αρνηθείτε να έρθετε με το μέρος μας, σεις που λέτε ότι είστε φίλοι μας) να ζημιώνονται οι Λακεδαιμόνιοι αφού θα εξακολουθείτε να πληρώνετε φόρο στην Αθήνα. Ότι δεν πρέπει σεις να σταθείτε εμπόδιο για ν᾽ αποτινάξουν τον ζυγό οι άλλοι Έλληνες.
Δεν θα ενεργούσαμε δίκαια χωρίς τους δύο αυτούς λόγους, ούτε θα είχαμε, εμείς οι Λακεδαιμόνιοι, την υποχρέωση να επιβάλομε την ελευθερία σ᾽ εκείνους που δεν την θέλουν αν δεν το απαιτούσε το γενικό συμφέρον.
Δεν επιδιώκομε να επιβάλομε την ηγεμονία μας, αλλά θέλομε, αντίθετα, να καταλύσομε την ηγεμονία των άλλων και θα αδικούσαμε τότε τους πολλούς αν, την στιγμή που πάμε να εξασφαλίσομε την ανεξαρτησία σε όλους, παραβλέπαμε το γεγονός ότι σεις εναντιώνεστε στα σχέδιά μας.
Σκεφθείτε τα καλά όλα αυτά και πάρτε την σωστή απόφαση ν᾽ αγωνισθείτε, για ν᾽ αρχίσετε, πρώτοι, την απελευθέρωση των Ελλήνων, για ν᾽ αποκτήσετε αιώνια δόξα. Έτσι οι περιουσίες σας δεν θα καταστραφούν και θα εξασφαλίσετε για την πολιτεία σας την καλύτερη φήμη».
Αυτά, περίπου, είπε ο Βρασίδας και οι Ακάνθιοι, αφού προηγουμένως μίλησαν πολλοί υπέρ και κατά, έκαναν μυστική ψηφοφορία και η πλειοψηφία αποφάσισε να εγκαταλειφθεί η συμμαχία των Αθηναίων. Επηρεάστηκαν και από τα όσα πειστικά είχε πει ο Βρασίδας και από τον φόβο για την εσοδεία τους. Δέχτηκαν, λοιπόν, τον στρατό του, αφού, όμως, τον δέσμευσαν με τους ίδιους όρκους με τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι είχαν δεθεί προτού τον στείλουν στην εκστρατεία, δηλαδή ότι θα άφηναν αυτόνομες όλες τις πολιτείες τις οποίες θα έπειθε ο Βρασίδας να πάνε με το μέρος του.
Μόλις άρχισε ο επόμενος χειμώνας και καθώς οι επιχειρήσεις στην Βοιωτία είχαν ανατεθεί στους Αθηναίους στρατηγούς Δημοσθένη και Ιπποκράτη, έπρεπε ο Δημοσθένης να πάει με τα καράβια του στις Σίφες και ο Ιπποκράτης να βαδίσει στο Δήλιον. Αλλά έγινε λάθος στην ημέρα που έπρεπε και οι δύο να ξεκινήσουν. Πρώτος έφτασε ο Δημοσθένης στις Σίφες, έχοντας στα καράβια του Ακαρνάνες και πολλούς άλλους συμμάχους της περιοχής, αλλά δεν μπόρεσε να επιτύχει τίποτε, γιατί το σχέδιο προδόθηκε από τον Φωκέα Νικόμαχο από τον Φανοτέα, που το φανέρωσε στους Λακεδαιμονίους κι εκείνοι το μήνυσαν στους Βοιωτούς.
Επειδή ο Ιπποκράτης δεν είχε ακόμα φτάσει στο έδαφός τους για να τους δημιουργήσει αντιπερισπασμό, όλοι οι Βοιωτοί έτρεξαν να βοηθήσουν και πρόλαβαν να πιάσουν τις Σίφες και την Χαιρώνεια. Έτσι, όταν όσοι είχαν συνεννοηθεί με τους Αθηναίους κατάλαβαν το λάθος, δεν αποπειράθηκαν να δημιουργήσουν ταραχές μέσα στις πολιτείες.
Ο Ιπποκράτης, αφού έκανε γενική επιστράτευση και των Αθηναίων και των μετοίκων και όσων ξένων παρεπιδημούσαν στην Αθήνα, έφτασε με καθυστέρηση στο Δήλιον, ενώ οι Βοιωτοί είχαν κιόλας φύγει από τις Σίφες. Αφού οργάνωσε στρατόπεδο, άρχισε να περιτειχίζει το Δήλιο με τον ακόλουθο τρόπο.
Πρώτ᾽ απ᾽ όλα έσκαψαν μια κυκλική τάφρο γύρω από το ιερό του Απόλλωνος. Με το χώμα που έβγαζαν κατασκεύασαν ένα προτείχισμα που το ενίσχυσαν με σταυρωτούς πασσάλους και κληματόβεργες που έκοβαν από τα γύρω αμπέλια. Πήραν και πέτρες και τούβλα από τα γύρω κτίρια που γκρέμιζαν, και μεταχειρίστηκαν ό,τι μπορούσαν για να υψώσουν το περιτείχισμα. Κατασκεύασαν και ξύλινους πύργους στα κατάλληλα σημεία και κυρίως εκεί όπου δεν υπήρχε χτιστός περίβολος του ιερού, γιατί η στοά που υπήρχε πριν, είχε γκρεμιστεί.
Άρχισαν να δουλεύουν την τρίτη μέρα μετά την αναχώρησή τους απ᾽ την Αθήνα. Εργάστηκαν όλη εκείνη την ημέρα και την τετάρτη και την πέμπτη ώς την ώρα του φαγητού.
Έπειτα, επειδή είχαν τελειώσει το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας, το κύριο σώμα του στρατού έφυγε για να γυρίσει στην Αθήνα και βάδισε δέκα, περίπου, στάδια από το Δήλιον. Οι ψιλοί εξακολούθησαν να βαδίζουν, ενώ οι οπλίτες αποθέσαν τα όπλα τους και ξεκουράστηκαν. Ο Ιπποκράτης είχε μείνει στο Δήλιον για να οργανώσει την φρουρά και να συμπληρώσει, όπου έπρεπε, την οχύρωση.
Τις μέρες αυτές οι Βοιωτοί συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους στην Τανάγρα. Όταν έφτασαν μονάδες απ᾽ όλες τις πολιτείες και πληροφορήθηκαν ότι οι Αθηναίοι γύριζαν στην Αττική, ενώ οι περισσότεροι βοιωτάρχες —είναι έντεκα τον αριθμό— δεν ήσαν της γνώμης να δώσουν μάχη αφού οι Αθηναίοι δεν ήσαν πια σε βοιωτικό έδαφος (είχαν σταματήσει στην μεθόριο του Ωρωπού), ο Παγώνδας του Αιολάδου, που ήταν Θηβαίος βοιωτάρχης μαζί με τον Αριανθίδη του Λυσιμαχίδη, και είχε τότε σειρά να είναι αρχηγός του στρατού, πίστευε ότι έπρεπε να δοθεί μάχη, γιατί θεωρούσε ότι ήταν συμφέρον να τη ριψοκινδυνέψουν την στιγμή εκείνη. Κάλεσε με την σειρά όλους τους λόχους για να μην αφήνουν όλοι μαζί τα όπλα τους και, λέγοντας περίπου τα ακόλουθα, έπεισε τους Βοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Αθηναίων.
«Βοιωτοί. Ούτε από τον νου μας δεν έπρεπε να περάσει, εμάς των αρχόντων, η ιδέα ότι δεν πρέπει να επιτεθούμε εναντίον των Αθηναίων αν δεν βρίσκονται στο έδαφός μας. Εκείνοι, γείτονές μας, πέρασαν τα σύνορα, ήρθαν κι έχτισαν τείχος σε βοιωτικό έδαφος, για να μας καταστρέψουν. Είναι, λοιπόν, εχθροί μας, όπου κι αν τους προφτάσομε, και ιδιαίτερα στο έδαφος απ᾽ όπου ξεκίνησαν για να δράσουν εναντίον μας.
Όποιος νόμιζε, λοιπόν, έως τώρα, ότι ήταν ασφαλέστερο να μην τους επιτεθούμε, ας αλλάξει γνώμη. Δεν πρέπει να υπολογίζουν τις πιθανότητες επιτυχίας εκείνοι που υφίστανται μιαν επίθεση στο έδαφός τους, αλλά εκείνοι οι οποίοι, έχοντας ασφαλισμένα τα όσα κατέχουν, επιθυμούν περισσότερα και ξεκινούν να επιτεθούν εναντίον άλλων.
Είναι, άλλωστε, παράδοση για σας να πολεμάτε τους ξένους που κάνουν επιδρομές είτε στην δική σας είτε στις γειτονικές περιοχές, και τούτο είναι ακόμα επιτακτικότερο εναντίον των Αθηναίων που συνορεύουν μαζί σας.
Εναντίον των γειτόνων μόνο η αντίσταση εξασφαλίζει την ελευθερία, και μάλιστα γειτόνων σαν κι αυτούς οι οποίοι προσπαθούν να υποδουλώσουν όχι μόνο τους κοντινούς τους γείτονες, αλλά και τις μακρινότερες πολιτείες. Πώς, λοιπόν, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν πρέπει να τους πολεμήσομε ώς τα έσχατα; Παράδειγμα για μας είναι το πώς κυβερνούν την αντικρινή Εύβοια και τα περισσότερα μέρη της υπόλοιπης Ελλάδας. Σκεφθείτε ότι, ενώ αλλού οι γείτονες πολεμούν μεταξύ τους για να πετύχουν μια διόρθωση συνόρων, για μας, αν νικηθούμε, ένα και μόνο αναμφισβήτητο πια σύνορο θα μας επιβληθεί. Θα μας πάρουν όλη μας την γη. Θα μπουν διά της βίας και θα μας τα πάρουν όλα.
Οι Αθηναίοι είναι, για μας, οι πιο επικίνδυνοι από τους γείτονές μας. Φυσικό είναι, εκείνοι που με το θράσος που τους δίνει η δύναμή τους, κάνουν αγώνα εναντίον των γειτόνων τους —όπως κάνουν τώρα οι Αθηναίοι— να εκστρατεύσουν πρόθυμα εναντίον εκείνων που μένουν αδρανείς και δεν βγαίνουν από τα σύνορά τους, ενώ δεν έχουν την ίδια προθυμία να εκστρατεύουν εναντίον εκείνων που και έξω από τα σύνορά τους πηγαίνουν να τους αντιμετωπίσουν και, πρώτοι, αν παρουσιαστεί ευκαιρία, αρχίζουν τον πόλεμο.
Έχομε αυτήν την πείρα μαζί τους. Από τότε που τους νικήσαμε στην Κορώνεια, την εποχή που εξαιτίας των εμφυλίων ταραχών είχαν καταλάβει την χώρα μας, εξασφαλίσαμε για την Βοιωτία απόλυτη ησυχία έως τώρα.
Αυτά ας θυμηθούμε. Και οι πιο ηλικιωμένοι από μας ας φάνουμε αντάξιοι των τότε κατορθωμάτων μας, ενώ οι πιο νέοι, οι γιοι εκείνων που έδειξαν, τότε, την αξία τους, ας προσπαθήσουν να μην ντροπιάσουν την αρετή αυτή. Πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θα μας βοηθήσει ο Θεός του οποίου τον ιερό χώρο ετείχισαν άνομα και κατέχουν. Πρέπει να έχομε εμπιστοσύνη και στα σημάδια που έδειξαν οι θυσίες και να προελάσομε για να τους δείξομε ότι μπορούν, ίσως, να παίρνουν ό,τι θέλουν από εκείνους που δεν τους αντιστέκονται, αλλά ότι δεν θα φύγουν, χωρίς να πολεμήσουν, από την χώρα εκείνων που, γενναίοι, αγωνίζονται σ᾽ οποιαδήποτε περίπτωση για να ελευθερώσουν την γη τους και ποτέ δεν εκστρατεύουν άδικα για να υποδουλώσουν ξένη χώρα».
Με τέτοιες παραινέσεις έπεισε ο Παγώνδας τους Βοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Αθηναίων. Έδωσε διαταγή να προελάσει γρήγορα ο στρατός, επειδή η μέρα είχε προχωρήσει πολύ. Όταν έφτασε κοντά στον αθηναϊκό στρατό, σταμάτησε σ᾽ ένα μέρος, πίσω από έναν λόφο που εμπόδιζε τους δύο στρατούς να βλέπουν ο ένας τον άλλον. Παράταξε κι ετοίμασε τον στρατό του για μάχη.
Όταν ο Ιπποκράτης, ο οποίος ήταν ακόμα στο Δήλιον, ειδοποιήθηκε ότι έρχονται οι Βοιωτοί, έστειλε διαταγές να παραταχτεί ο στρατός για μάχη και μετά από λίγο έφτασε κι αυτός, αφού άφησε κοντά στο ιερό τριακόσιους περίπου ιππείς για να υπερασπίσουν το μέρος, αν γινόταν επίθεση εναντίον του και για να επέμβουν στην μάχη την κατάλληλη στιγμή.
Οι Βοιωτοί όμως παράταξαν εναντίον τους μια μονάδα για να τους αντιμετωπίσει, και όταν πήραν όλα τα κατάλληλα μέτρα, ανέβηκαν στον λόφο και φανερώθηκαν παραταγμένοι όπως θα πολεμούσαν, επτά χιλιάδες οπλίτες, ψιλοί περισσότεροι από δέκα χιλιάδες, χίλιοι ιππείς και πεντακόσιοι πελταστές.
Στην δεξιά πτέρυγα ήσαν οι Θηβαίοι και οι υποτελείς τους. Στο κέντρο ήσαν οι Αλιάρτιοι, οι Κορωναίοι, οι Κωπαείς, και άλλοι που κατοικούν γύρω από την λίμνη. Στην αριστερή πτέρυγα ήσαν οι Θεσπιείς, οι Ταναγραίοι και οι Ορχομένιοι. Στις δύο άκρες ήσαν οι ιππείς και οι ψιλοί. Οι Θηβαίοι παρατάχτηκαν σε φάλαγγα με βάθος είκοσι πέντε στίχους και οι άλλοι όπως ήταν η συνήθεια του καθενός.
[4.93.5]
αὕτη μὲν Βοιωτῶν παρασκευὴ
Αυτές ήσαν οι δυνάμεις και η σύνθεση της παράταξης των Βοιωτών.
Οι Αθηναίοι που είχαν αριθμητική ισοπαλία με τον εχθρό στους οπλίτες, τους παράταξαν σε φάλαγγα με βάθος οκτώ στίχων και τοποθέτησαν το ιππικό τους στις δύο πτέρυγες. Ψιλούς δεν είχαν, ούτε είχε η Αθήνα τέτοιου είδους τακτικές μονάδες. Όσοι, όμως, είχαν ακολουθήσει τον στρατό —πολύ περισσότεροι από τους ψιλούς του εχθρού— ήσαν άοπλοι οι περισσότεροι, γιατί είχαν επιστρατευτεί και οι μέτοικοι και οι ξένοι. Οι περισσότεροι είχαν πρώτοι ξεκινήσει για να επιστρέψουν στην Αττική, κι έτσι λίγοι ήσαν εκείνοι που έμειναν για την μάχη.
Όταν παρατάχτηκαν οι δυο στρατοί, έτοιμοι να συγκρουστούν, ο Ιπποκράτης, περνώντας μπροστά από την παράταξη των Αθηναίων, τους ενθάρρυνε με τα ακόλουθα λόγια:
Ας μην σκέπτεται κανείς από σας ότι δεν είναι σωστό ν᾽ αντιμετωπίσομε τόσο σοβαρό κίνδυνο σε ξένη γη. Στο έδαφος των εχθρών μας θα πολεμήσομε για να υπερασπίσομε το δικό μας έδαφος. Και αν νικήσομε, δεν θα μπορούν πια οι Πελοποννήσιοι να κάνουν εισβολές στην Αττική χωρίς το ιππικό των Βοιωτών. Με μια μόνη μάχη και την Βοιωτία θα υποτάξετε, και την ασφάλεια της πατρίδας σας θα επιτύχετε.
Πολεμήστε όπως ταιριάζει σε ανθρώπους που είναι υπερήφανοι για την πατρίδα τους η οποία είναι η πρώτη πολιτεία στην Ελλάδα. Φανείτε αντάξιοι των πατέρων σας που νίκησαν τους Βοιωτούς στα Οινόφυτα με αρχηγό τον Μυρωνίδη και κυρίεψαν, τότε, την Βοιωτία».
Ενώ ο Ιπποκράτης παρακινούσε με τέτοια λόγια τους Αθηναίους και είχε περάσει μπροστά στην μισή μόνο παράταξή τους, οι Βοιωτοί που τους είχε μιλήσει ο Παγώνδας βιαστικά, σάλπισαν τον παιάνα και όρμησαν από τον λόφο. Όρμησαν και οι Αθηναίοι κι έτσι οι δύο παρατάξεις συγκρούστηκαν τρέχοντας.
Οι πτέρυγες των δύο παρατάξεων δεν συγκρούστηκαν, αλλά έπαθαν το ίδιο πράγμα και οι δύο. Βρήκαν εμπόδιο ρεματιές. Ο υπόλοιπος, όμως, στρατός άρχισε σκληρή μάχη ασπίδα προς ασπίδα.
Οι Αθηναίοι υπερίσχυσαν στην αριστερή παράταξη και έως το κέντρο της παράταξης των Βοιωτών, κι έφεραν σε δύσκολη θέση όσους ήσαν σ᾽ εκείνο το σημείο και ιδιαίτερα τους Θεσπιείς, επειδή εκείνοι που ήσαν παραταγμένοι στα πλευρά τους υποχώρησαν. Οι Θεσπιείς βρέθηκαν κυκλωμένοι σε μικρό χώρο και, πολεμώντας σώμα προς σώμα, σκοτώθηκαν πολλοί. Ακόμα και μερικοί Αθηναίοι δεν αναγνωρίστηκαν μες στην σύγχυση που δημιουργήθηκε από την κύκλωση κι αλληλοσκοτώθηκαν.
Στο σημείο εκείνο, λοιπόν, νικήθηκαν οι Βοιωτοί κι έτρεξαν να σωθούν πίσω από την υπόλοιπη παράταξη που πολεμούσε ακόμα. Αλλά στο δεξί μέρος οι Θηβαίοι νικούσαν τους Αθηναίους απωθώντας τους, στην αρχή, βήμα προς βήμα.
Ο Παγώνδας, επειδή η αριστερή παράταξη πιεζόταν πολύ, έστειλε δύο ίλες ιππικού να την βοηθήσουν, περνώντας πίσω από τον λόφο, για να μην τους δει ο εχθρός. Φάνηκαν ξαφνικά μπροστά στους Αθηναίους οι οποίοι νικούσαν και νόμισαν ότι ερχόταν άλλος στρατός εναντίον τους. Τους έπιασε πανικός.
Έτσι, και στις δύο πτέρυγες, δηλαδή και εκεί που συνέβησαν αυτά και εκεί όπου οι Θηβαίοι εξακολουθούσαν να πιέζουν και να διασπούν την παράταξη, γενικεύτηκε η φυγή του αθηναϊκού στρατού.
Οι Βοιωτοί άρχισαν να τους καταδιώκουν και να τους σκοτώνουν με το ιππικό τους και το ιππικό των Λοκρών οι οποίοι είχαν μόλις φτάσει την στιγμή που άρχισε η φυγή. Αλλά έπεσε, στο μεταξύ, η νύχτα και σώθηκαν, έτσι, οι περισσότεροι.
Την επομένη, όσοι είχαν πάει στον Ωρωπό και όσοι βρίσκονταν στο Δήλιον —που το κρατούσαν ακόμα— άφησαν φρουρά εκεί, μπήκαν σε καράβια και γύρισαν στην Αθήνα.
Οι Βοιωτοί έστησαν τρόπαιο, σήκωσαν τους νεκρούς τους, πήραν τα όπλα των σκοτωμένων εχθρών, άφησαν φρουρά στο πεδίο της μάχης και γύρισαν στην Τανάγρα, όπου άρχισαν να ετοιμάζουν σχέδιο για να επιτεθούν εναντίον του Δηλίου.
Ένας κήρυκας των Αθηναίων που πήγαινε να ζητήσει τους νεκρούς, συναντήθηκε μ᾽ έναν Βοιωτό κήρυκα που τον συμβούλεψε να γυρίσει πίσω, λέγοντάς του ότι δεν θα μπορούσε να επιτύχει τίποτε προτού γυρίσει ο ίδιος πίσω από την αποστολή του. Παρουσιάστηκε στους Αθηναίους και τους είπε τα όσα τους μηνούσαν οι Βοιωτοί, ότι παραβίαζαν τα νόμιμα των Ελλήνων,
δηλαδή ότι, ενώ ήταν καθιερωμένο όταν εισβάλλει ο ένας στην χώρα του άλλου, να σέβεται τα ιερά, οι Αθηναίοι είχαν περιτειχίσει το Δήλιον όπου είχαν εγκατασταθεί κι έκαναν όσα κάνουν οι άνθρωποι σε βέβηλο χώρο. Το νερό που έπρεπε να είναι άγγιχτο —εκτός από τους καθαρμούς για τις ιερές τελετές— το τραβούσαν και το χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες τους.
Οι Βοιωτοί και για χάρη του Θεού και για το συμφέρον τους, καλούσαν τους Αθηναίους, στ᾽ όνομα των κοινών θεών και του Απόλλωνος, να φύγουν από το ιερό παίρνοντας ό,τι τους ανήκε.
Αυτά μόνο είπε ο κήρυκας και οι Αθηναίοι έστειλαν δικό τους κήρυκα στους Βοιωτούς και τους μήνυσαν ότι δεν έπραξαν τίποτε το άνομο στο ιερό ούτε θα πράξουν από σκοπού, ότι δεν είχαν καταλάβει το ιερό για να το σπιλώσουν, αλλά για να υπερασπιστούν εναντίον εκείνων που τους αδικούν,
ότι σύμφωνα με τα καθιερωμένα μεταξύ Ελλήνων, όσοι εξουσιάζουν μία περιοχή —είτε μικρή, είτε μεγάλη— έχουν στην κατοχή τους και τους ναούς της και τους επιμελούνται όσο μπορούν, σύμφωνα με τα όσα είναι καθιερωμένα προτού τους καταλάβουν.
Και οι Βοιωτοί, άλλα και πολλοί άλλοι, όσοι έχουν διώξει διά της βίας κατοίκους μιας περιοχής και την νέμονται, έχουν κυριέψει ιερά που ήσαν ξένα και τώρα τα κατέχουν.
Οι ίδιοι οι Αθηναίοι, αν κατορθώσουν να υποτάξουν μεγαλύτερο μέρος της Βοιωτίας, θα κυριέψουν και τα ιερά. Τώρα δεν έχουν σκοπό να φύγουν από το μέρος που κυρίεψαν, γιατί είναι δική τους γη.
Όσο για το νερό, το χρησιμοποίησαν από ανάγκη και όχι για να βεβηλώσουν τον τόπο. Υποχρεώθηκαν να το χρησιμοποιήσουν για ν᾽ αποκρούσουν εκείνους οι οποίοι, πρώτοι, έκαναν εισβολή στην δική τους χώρα.
Καθετί που γίνεται απ᾽ την ανάγκη του πολέμου ή άλλου κινδύνου, πρέπει να κρίνεται με επιείκεια, ακόμα κι από τον Θεό, αφού οι βωμοί είναι καταφύγιο για τα ακούσια εγκλήματα. Παράνομες χαρακτηρίστηκαν οι κακές πράξεις που τις κάνει κανείς χωρίς λόγο και όχι εκείνες τις οποίες κάνει κάτω από την πίεση της ανάγκης.
Οι Βοιωτοί, έχοντας την αξίωση να μην αποδώσουν τους νεκρούς προτού πάρουν πίσω τους ναούς, ασεβούν πολύ περισσότερο από αυτούς τους ίδιους που αρνούνται ν᾽ ανταλλάξουν τους ιερούς χώρους που κατέχουν με εκείνο που δικαιωματικά τους ανήκει.
Τους παράγγειλαν κατηγορηματικά να μην βάλουν όρο την αναχώρησή τους από την Βοιωτία —αφού μάλιστα δεν ήσαν πια σε βοιωτικό, αλλά σε έδαφος που είχαν κατακτήσει— και να δεχτούν, σύμφωνα με τα καθιερωμένα, να γίνει ανακωχή για να μπορέσουν να σηκώσουν τους νεκρούς.
Οι Βοιωτοί αποκρίθηκαν ότι, αν οι Αθηναίοι βρίσκονται σε βοιωτικό έδαφος, πρέπει να το εγκαταλείψουν παίρνοντας τα πράματά τους, αν πάλι βρίσκονται σε δικό τους έδαφος, αυτοί ξέρουν τί πρέπει να κάνουν. Οι Βοιωτοί ήξεραν ότι η Ωρωπία, όπου κείτονταν οι νεκροί (η μάχη είχε γίνει στα σύνορα) ανήκε βέβαια στους Αθηναίους, αλλά ότι δεν ήσαν σε θέση να τους σηκώσουν διά της βίας και θεωρούσαν ότι τάχα δεν χρειάζονται σπονδές, αφού το έδαφος ανήκε στους Αθηναίους. Θεωρούσαν, λοιπόν, εύλογη πρόφαση στο «από την δική τους γη» που έλεγαν οι Αθηναίοι, ν᾽ απαντήσουν «πάρετε ό,τι ζητάτε αφού φύγετε». Ο κήρυκας των Αθηναίων άκουσε την απάντηση κι έφυγε άπρακτος.
Οι Βοιωτοί, χωρίς να χάσουν καιρό, μετακάλεσαν ακοντιστές και σφενδονιστές, από την περιοχή του Μαλιακού κόλπου. Είχαν έρθει για να τους βοηθήσουν —αλλά έφτασαν μετά την μάχη— δύο χιλιάδες Κορίνθιοι οπλίτες, οι Πελοποννήσιοι της φρουράς των Μεγάρων και πολλοί Μεγαρείς. Βάδισαν όλοι εναντίον του Δηλίου κι έκαναν έφοδο εναντίον του οχυρού, δοκιμάζοντας διάφορους τρόπους και κατόρθωσαν να το κυριέψουν, φέρνοντας μια πολιορκητική μηχανή κατασκευασμένη με τον ακόλουθο τρόπο.
Πριόνισαν του μάκρους ένα μακρύ δοκάρι και το έσκαψαν ώστε να είναι κούφιο σ᾽ όλο του το μάκρος και κόλλησαν πάλι τα δύο κομμάτια (σαν αυλό) και στην μια άκρη κρέμασαν, με αλυσίδες, ένα καζάνι. Προσαρμόσαν στο δοκάρι έναν σιδερένιο κυρτό σωλήνα που κατέβαινε προς το καζάνι κι έντυσαν το μεγαλύτερο μέρος του δοκαριού με σίδερο.
Μεταφέραν μ᾽ αμάξια την μηχανή από μεγάλη απόσταση ώς το τείχος, στο σημείο όπου ήταν χτισμένο με ξύλα και κληματόβεργες. Όταν τοποθέτησαν την μηχανή πολύ κοντά στο τείχος, έβαλαν μεγάλα φυσερά από την δική τους άκρη και άρχισαν να φυσάνε.
Ο αέρας, μέσ᾽ από το κούφιο δοκάρι, έμπαινε με ορμή στο καζάνι όπου είχαν βάλει αναμμένα κάρβουνα, θειάφι και πίσσα και γινόταν φλόγα μεγάλη που έβαλε φωτιά στο τείχος, όπου κανείς υπερασπιστής δεν μπορούσε να μείνει. Το εγκαταλείψαν κι έφυγαν. Έτσι κυριεύτηκε το τείχος.
Το Δήλιον έπεσε δέκα επτά μέρες μετά από την μάχη και όταν, μετά από λίγο, έφτασε κήρυκας των Αθηναίων, ο οποίος δεν ήξερε τίποτε από τα όσα είχαν συμβεί, και ζήτησε τους νεκρούς, οι Βοιωτοί δεν έδωσαν την ίδια απάντηση που είχαν δώσει πριν, αλλά αποδώσαν τους νεκρούς.
Στην μάχη σκοτώθηκαν λιγότεροι από πεντακόσιους Βοιωτοί και από τους Αθηναίους λιγότεροι από χίλιους, μεταξύ τους κι ο στρατηγός Ιπποκράτης. Σκοτώθηκαν και πάρα πολλοί ψιλοί Αθηναίοι και βοηθοί στα μεταγωγικά.
Λίγο μετά την μάχη αυτήν, ο Δημοσθένης, που είχε πάει με τον στόλο στις Σίφες όπου είχε αποτύχει το σχέδιο να του παραδοθεί με προδοσία η πολιτεία, έκανε απόβαση στη Σικυωνία, με στρατό Ακαρνάνες, Αγραίους και τετρακόσιους Αθηναίους οπλίτες.
Αλλά πριν φτάσουν όλα τα καράβια, οι Σικυώνιοι έκαναν επίθεση εναντίον εκείνων που είχαν αποβιβαστεί, τους νίκησαν και τους κυνήγησαν ώς τα καράβια. Άλλους σκότωσαν και άλλους έπιασαν ζωντανούς. Αφού έστησαν τρόπαιο, παραχώρησαν ανακωχή για να πάρουν οι Αθηναίοι τους νεκρούς τους.
Τις μέρες που γίνονταν οι συμπλοκές στο Δήλιον, ο βασιλεύς των Οδρυσών Σιτάλκης, σκοτώθηκε σε εκστρατεία (όπου νικήθηκε) εναντίον των Τριβαλλών. Ο ανεψιός του Σεύθης, γιος του Σπαραδόκου, τον διαδέχτηκε στην βασιλεία των Οδρυσών και στα μέρη εκείνα της Θράκης όπου είχε βασιλέψει ο Σιτάλκης.
Τον ίδιο χειμώνα, ο Βρασίδας με τους συμμάχους του της Θράκης, εξεστράτευσε εναντίον της Αμφίπολης, αποικίας των Αθηναίων που βρίσκεται στον ποταμό Στρυμόνα.
Στο μέρος αυτό, όπου βρίσκεται τώρα η πολιτεία, είχε δοκιμάσει να χτίσει ελληνική αποικία ο Αρισταγόρας ο Μιλήσιος, όταν τον καταδίωκε ο Δαρείος, αλλά τον έδιωξαν οι Ηδώνες. Τριάντα δύο χρόνια αργότερα, οι Αθηναίοι προσπάθησαν κι εκείνοι να ιδρύσουν αποικία, στέλνοντας δέκα χιλιάδες δικούς τους αποίκους και όσους άλλους ήθελαν να πάνε, αλλά και αυτοί καταστράφηκαν στην Δράβησκο από τους Θράκες.
Είκοσι εννέα χρόνια αργότερα, οι Αθηναίοι δοκίμασαν και πάλι κι έστειλαν αρχηγό τον Άγνωνα του Νικίου. Έδιωξαν τους Ηδώνες κι έχτισαν πολιτεία στο μέρος αυτό που λεγόταν Εννέα Οδοί. Χρησιμοποίησαν για βάση τους την Ηιόνα, δικό τους εμπορικό κέντρο, παραθαλάσσιο, στις εκβολές του ποταμού, σε απόσταση είκοσι πέντε στάδια από την σημερινή πολιτεία την οποία ονόμασε ο Άγνων Αμφίπολη, επειδή ο Στρυμών σχηματίζει εκεί μια μεγάλη καμπύλη και ζώνει την πολιτεία. Ο Άγνων οχύρωσε το μέρος χτίζοντας μακρύ τείχος από την όχθη της μιας καμπής έως την άλλη κι έχτισε την πολιτεία που είναι ορατή και από την θάλασσα και από την στεριά.
Ο Βρασίδας με τον στρατό του ξεκίνησαν από την Άρνη της Χαλκιδικής και, κατά το δειλινό, έφτασαν στον Αυλώνα και τον Βορμίσκο, στο σημείο όπου η λίμνη Βόλβη χύνεται στην θάλασσα και, αφού δείπνησε ο στρατός, εξακολούθησε, νύχτα, την πορεία του.
Ήταν κακοκαιρία κι έριχνε χιονόνερο και γι᾽ αυτό βιάζονταν για να μην μάθουν τίποτε οι κάτοικοι της Αμφίπολης, εκτός από όσους ήσαν συνεννοημένοι μαζί του.
Στην Αμφίπολη κατοικούσαν μερικοί Αργίλιοι —η Άργιλος είναι αποικία των Ανδρίων— και άλλοι που συνεννοήθηκαν με τον Βρασίδα. Μερικούς τους είχε παρασύρει ο Περδίκκας κι άλλους οι Χαλκιδείς.
Αλλά οι πιο δραστήριοι ήσαν οι ίδιοι οι Αργίλιοι, γείτονες της Αμφίπολης, οι οποίοι από πάντα ήσαν ύποπτοι στους Αθηναίους ότι έχουν βλέψεις στην πολιτεία. Και τώρα που είχε παρουσιαστεί η ευκαιρία και είχε έρθει ο Βρασίδας, είχαν αρχίσει από αρκετό καιρό συνεννοήσεις με τους συμπατριώτες τους που ζούσαν στην πόλη, για να ετοιμαστεί η παράδοσή της. Την νύχτα εκείνη, οι Αργίλιοι αποστάτησαν από τους Αθηναίους, δέχτηκαν τον Βρασίδα στην πολιτεία τους και τον οδήγησαν, με τον στρατό του προτού ξημερώσει, στην γέφυρα του ποταμού,
η οποία απέχει αρκετά από την πολιτεία τους. Την εποχή εκείνη τα τείχη της Αμφίπολης δεν έφταναν έως την γέφυρα, όπως τώρα, και την φύλαγε μικρή φρουρά που εύκολα την εξουδετέρωσε ο Βρασίδας, τόσο επειδή είχε γίνει προδοσία όσο κι επειδή ο Βρασίδας έκανε την επίθεσή του αιφνιδιαστικά, με την κακοκαιρία. Πέρασαν την γέφυρα και κυρίεψαν όλα τα έξω από τα τείχη περίχωρα της Αμφίπολης.
Η διάβασή του απ᾽ την γέφυρα ήταν τόσο ξαφνική για τους κατοίκους της πολιτείας —πολλοί απ᾽ όσους έμειναν έξω από την πολιτεία πιάστηκαν αιχμάλωτοι κι άλλοι έτρεξαν να βρουν καταφύγιο στα τείχη— ώστε οι Αμφιπολίτες ταράχτηκαν πολύ και άρχισαν να υποπτεύονται ο ένας τον άλλον.
Αλλά ο Βρασίδας οργάνωσε στρατόπεδο και σκόρπισε τον στρατό του σ᾽ όλα τα περίχωρα. Βλέποντας ότι δεν γινόταν καμιά κίνηση από μέσα από την πολιτεία, όπως περίμενε, δεν επιχειρούσε τίποτε.
Οι αντίπαλοι, όμως, εκείνων που είχαν οργανώσει την προδοσία, οι οποίοι είχαν μεγάλη επιβολή επάνω στο πλήθος και είχαν εμποδίσει ν᾽ ανοίξουν οι πύλες, έστειλαν αμέσως μήνυμα, με σύμφωνη γνώμη του Αθηναίου στρατηγού Ευκλή, αρχηγού της φρουράς, στον άλλο στρατηγό της περιφερείας Θράκης, τον Θουκυδίδη του Ολόρου (ο οποίος γράφει την ιστορία αυτήν) που βρισκόταν στην περιοχή της Θάσου —το νησί είναι αποικία της Πάρου και απέχει από την Αμφίπολη μισή μέρα ταξίδι—
και ο Θουκυδίδης μόλις έλαβε το μήνυμα, έφυγε με επτά καράβια, όσα βρέθηκαν εκεί, θέλοντας να προλάβει να φτάσει στην Αμφίπολη προτού παραδοθεί η πολιτεία ή τουλάχιστον να σώσει την Ηιόνα.
Στο μεταξύ ο Βρασίδας, τόσο επειδή φοβήθηκε ότι θα φτάσει η βοήθεια από την Θάσο, όσο κι επειδή είχε μάθει ότι ο Θουκυδίδης είχε την εκμετάλλευση των χρυσωρυχείων της περιοχής αυτής της Θράκης και, για τον λόγον αυτόν, είχε επιρροή στους προκρίτους της περιοχής, βιαζόταν να κυριέψει, αν μπορούσε, την Αμφίπολη. Αν έφτανε ο Θουκυδίδης, τότε ίσως οι Αμφιπολίτες, με την ελπίδα ότι, συγκεντρώνοντας συμμαχικές δυνάμεις από τις παράκτιες πολιτείες και από την Θράκη, θα τους σώσει ο στρατηγός, δεν θα είχαν πια διάθεση να παραδοθούν στον Σπαρτιάτη.
Έβγαλε, λοιπόν, κήρυκα ο Βρασίδας κι έκανε τις ακόλουθες μετριοπαθείς προτάσεις. Όσοι από τους Αμφιπολίτες και Αθηναίους βρίσκονται μέσα στην πολιτεία και θέλουν να μείνουν, θα κρατήσουν την περιουσία τους και όλα τα ατομικά και πολιτικά τους δικαιώματα. Όσοι δεν θέλουν, μπορούν να φύγουν μέσα σε πέντε μέρες, παίρνοντας μαζί τους ό,τι τους ανήκει.
Άμα τ᾽ άκουσαν, οι περισσότεροι από τους Αμφιπολίτες κλονίστηκαν. Άλλωστε, ήσαν λίγοι οι Αθηναίοι που ήσαν μόνιμοι κάτοικοι, ενώ ο πολύς λαός ήταν ανάμεικτος πληθυσμός και πολλοί είχαν συγγενείς που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι στα προάστια. Συγκρίνοντας τις προτάσεις με ό,τι είχαν φανταστεί ότι θα μπορούσαν να είναι, τις θεώρησαν επιεικείς οι Αθηναίοι επειδή ήσαν πρόθυμοι να φύγουν, γιατί θεωρούσαν ότι αυτοί κινδυνεύουν περισσότερο από τους άλλους και δεν περίμεναν να έρθει γρήγορα βοήθεια. Ο πολύς λαός δεν θα έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα και, πράγμα ανέλπιστο, θα γλίτωνε από τον κίνδυνο.
Όσοι είχαν συνεννοηθεί με τον Βρασίδα, βλέποντας ότι το πλήθος του κόσμου άλλαζε γνώμη και δεν ακολουθούσε πια τον Αθηναίο στρατηγό που ήταν μες στην πόλη, άρχισαν να μιλούν φανερά, υποστηρίζοντας τον Βρασίδα. Έγινε, λοιπόν, η συνθηκολόγηση και δέχτηκαν τον Βρασίδα με τους όρους που είχε προκηρύξει.
ενώ ο Βρασίδας είχε μόλις κυριέψει την Αμφίπολη και, παρά μια μόνο νύχτα, θα έπαιρνε και την Ηιόνα. Αν τα καράβια δεν είχαν φτάσει τόσο γρήγορα, ο Βρασίδας θα κυρίευε την Ηιόνα τα ξημερώματα.
Μετά απ᾽ αυτό ο Θουκυδίδης πηρέ όσα μέτρα χρειάζονταν στην Ηιόνα για να την ασφαλίσει αν έκανε αμέσως επίθεση ο Βρασίδας και για να είναι σε θέση ν᾽ ανθέξει αργότερα. Δέχτηκε στην Ηιόνα και όσους είχαν προτιμήσει να φύγουν από την επάνω πόλη, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.
Ο Βρασίδας έκανε αιφνιδιαστική επίθεση, με καράβια, απ᾽ το ποτάμι, ελπίζοντας να κυριέψει το ακρωτήρι που εξέχει από το τείχος κι έτσι να ελέγχει το στόμιο του ποταμού. Έκανε ταυτόχρονα επίθεση κι από την στεριά, αλλά τον αποκρούσαν κι από τις δυο μεριές. Ύστερα τακτοποίησε την κατάσταση στην Αμφίπολη.
Προσχώρησε στον Βρασίδα η Μύρκινος, πολιτεία Ηδωνική, αφού δολοφονήθηκε ο βασιλεύς των Ηδώνων Πιττακός από τον γιο του Γοάξιο και την γυναίκα του Βραυρώ. Λίγο αργότερα προσχώρησαν η Γαληψός και η Οισύμη, αποικίες της Θάσου. Αμέσως μετά την πτώση της Αμφίπολης, έφτασε ο Περδίκκας και συνεργαζόταν με τον Βρασίδα.
Όταν έχασαν την Αμφίπολη οι Αθηναίοι, ανησύχησαν πάρα πολύ. Εκτός από τ᾽ άλλα, η πολιτεία αυτή τους ήταν πολύτιμη, επειδή τους έστελνε ξυλεία για τα ναυπηγεία και σημαντική χρηματική πρόσοδο. Εκτός απ᾽ αυτό, ενώ έως τότε οι Λακεδαιμόνιοι μπορούσαν (αφού τους άφηναν οι Θεσσαλοί να περνούν) να εκστρατεύουν εναντίον των συμμάχων των Αθηναίων αλλά μόνο έως τον Στρυμόνα —αφού δεν είχαν τον έλεγχο της γέφυρας και δεν μπορούσαν να προελάσουν πιο πέρα, γιατί στον βοριά ο ποταμός σχηματίζει μεγάλη λίμνη, ενώ στην περιοχή της Ηιόνας φρουρούσε ο στόλος— τώρα η διάβαση του ποταμού ήταν εύκολη και οι Αθηναίοι φοβόνταν μην επαναστατήσουν οι σύμμαχοί τους
Οι πολιτείες που ήσαν σύμμαχες με την Αθήνα έμαθαν ότι έπεσε η Αμφίπολη, πληροφορήθηκαν τις υποσχέσεις του Βρασίδα και πόσο ήταν μαλακός και τους γεννήθηκε μεγάλη επιθυμία ν᾽ αποστατήσουν. Έστελναν, κρυφά, κήρυκες στον Βρασίδα παρακαλώντας τον να έρθει να τις βοηθήσει και η καθεμιά είχε την επιθυμία να επαναστατήσει εκείνη πρώτη.
Νόμιζαν ότι δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν υποτιμώντας —όπως αποδείχτηκε αργότερα— τις δυνάμεις των Αθηναίων, γιατί έκριναν την κατάσταση πολύ περισσότερο σύμφωνα με τις επιθυμίες τους παρά με την φρόνηση της προβλεπτικότητας. Όταν οι άνθρωποι επιθυμούν κάτι, συνηθίζουν να στηρίζονται στην άλογη ελπίδα, ενώ εκείνο που είναι αντίθετο προς την επιθυμία τους το αποδιώχνουν απ᾽ τη σκέψη τους με αυθαίρετους συλλογισμούς.
Εκτός απ᾽ αυτά, επειδή οι Αθηναίοι είχαν πρόσφατα νικηθεί από τους Βοιωτούς και ο Βρασίδας, για να προσεταιρισθεί τον κόσμο διέδιδε, παραπλανητικά, ότι στην Νίσαια οι Αθηναίοι δεν είχαν τολμήσει ν᾽ αναμετρηθούν με τον λίγο στρατό (με τον οποίο είχε πάει να βοηθήσει τα Μέγαρα) που είχε τώρα μαζί του, ο κόσμος αναθάρρησε και πίστεψαν ότι κανείς δεν θα ερχόταν να τους επιτεθεί.
Αλλά πάνω απ᾽ όλα, ένιωθαν μεγάλη χαρά για όσα συνέβαιναν και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν τους Σπαρτιάτες να επιχειρούν κάτι με ενθουσιασμό. Γι᾽ αυτό και ήσαν όλοι έτοιμοι ν᾽ αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε κίνδυνο. Οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν τις διαθέσεις αυτές των συμμάχων τους και, όσο τους επέτρεπε το μικρό χρονικό διάστημα και ο χειμώνας, έστειλαν φρουρές στις διάφορες πολιτείες. Ο Βρασίδας μήνυσε στην Σπάρτη να του στείλουν στρατό κι ετοιμαζόταν να ναυπηγήσει καράβια στον Στρυμόνα.
Οι Λακεδαιμόνιοι, όμως, αρνήθηκαν να του στείλουν ενισχύσεις, τόσο επειδή τον φθονούσαν οι άρχοντες της Σπάρτης όσο και επειδή ήθελαν να επιτύχουν να πάρουν πίσω τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας και να τερματίσουν τον πόλεμο.
Ο Βρασίδας κυριαρχεί στις περισσότερες πολιτείες της Αθωνικής Χερσονήσου και έπειτα καταλαμβάνει στην Τορώνη της Σιθωνίας και κυριεύει το φρούριο στο ακρωτήρι στην Λήκυθο.
Τον ίδιο χειμώνα οι Μεγαρείς κυρίεψαν τα μακρά τείχη τους τα οποία κρατούσαν οι Αθηναίοι, και τα κατεδάφισαν. Ο Βρασίδας, αφού κυρίεψε την Αμφίπολη, εξεστράτευσε με τους συμμάχους του εναντίον της λεγομένης Ακτής.
Οι πολιτείες της είναι η Σάνη —αποικία της Άνδρου, κοντά στην διώρυγα, στην πλευρά που βλέπει προς την Ευβοϊκή Θάλασσα— και άλλες, όπως η Θυσσός, οι Κλεωνές, οι Ακρόθωοι, η Ολόφυξος και το Δίον.
Οι πολιτείες αυτές κατοικούνται από ανάμεικτο πληθυσμό βαρβάρων που είναι δίγλωσσοι. Υπάρχουν και λίγοι Χαλκιδείς, αλλά οι περισσότεροι είναι Πελασγοί (που κατάγονται από τους Τυρρηνούς που κάποτε κατοικούσαν στην Λήμνο και στην Αθήνα), Βισάλτες, Κρηστωναίοι και Ηδώνες. Ζουν σε μικρά χωριά.
Αλλά ούτε έτσι δεν δέχτηκαν να υποταχθούν και ο Βρασίδας, χωρίς χρονοτριβή, ξεκίνησε να χτυπήσει την Τορώνη της Χαλκιδικής την οποία φρουρούσαν οι Αθηναίοι και όπου τον καλούσαν να πάει μερικοί κάτοικοι, έτοιμοι να του παραδώσουν την πολιτεία. Έφτασε όταν ήταν ακόμα νύχτα, λίγο πριν απ᾽ την αυγή και στρατοπέδευσε κοντά στο ιερό των Διοσκούρων, που απέχει τρία περίπου στάδια από την πολιτεία.
Δεν τον κατάλαβαν ούτε οι κάτοικοι της Τορώνης ούτε οι Αθηναίοι της φρουράς, αλλά όσοι ήσαν συνεννοημένοι μαζί του ήξεραν ότι θα έρθει και μερικοί απ᾽ αυτούς βγήκαν κρυφά από τα τείχη και τον περίμεναν. Όταν έφτασε, οδήγησαν μες στα τείχη επτά ψιλούς που είχαν κοντομάχαιρα. Από τους είκοσι που είχαν οριστεί, επτά μόνο είχαν το θάρρος να μπουν με τον Ολύνθιο Λυσίστρατο. Μπήκαν μέσα από το τείχος που κοίταζε προς το πέλαγος και, χωρίς να τους νιώσει κανείς, σκότωσαν τους φρουρούς της ψηλότερης σκοπιάς —η πολιτεία είναι χτισμένη σε λόφο— κι έσπασαν την μικρή πύλη που οδηγεί στο Καναστραίο.
Ο Βρασίδας προχώρησε λίγο με τον στρατό και περίμενε, αλλά έστειλε εκατό πελταστές για να ορμήσουν πρώτοι μόλις ανοίξει καμιά πύλη και υψωθεί το συμφωνημένο σήμα.
Αλλά, καθώς περνούσε η ώρα, οι πελταστές απορούσαν με την αργοπορία και προχώρησαν σιγά σιγά, έως τα τείχη. Οι Τορωναίοι συνωμότες, μαζί με τους επτά που είχαν μπει στην πολιτεία, αφού έσπασαν την μικρή πύλη και άνοιξαν τις πύλες, κοντά στην αγορά, κόβοντας το δοκάρι που τις ασφάλιζε, οδήγησαν μερικούς πελταστές απ᾽ την μικρή πύλη, ώστε, χτυπώντας ξαφνικά από δυο μεριές τους ανύποπτους κατοίκους, να προκαλέσουν πανικό. Ύψωσαν το συμφωνημένο φωτεινό σημείο και οδήγησαν τους υπόλοιπους πελταστές από την πύλη της αγοράς.
Μερικές μονάδες όρμησαν κατευθείαν στις πύλες, ενώ άλλοι στρατιώτες ανέβηκαν στο τείχος σκαρφαλώνοντας σε χοντρά τετράγωνα δοκάρια, τα οποία έτυχε να βρίσκονται εκεί, ακουμπισμένα σε μέρος όπου είχε χαλάσει το τείχος και χρησίμευαν για ν᾽ ανεβάζουν τις πέτρες που χρειάζονταν για την επισκευή.
Ο Βρασίδας και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού πήγαν αμέσως στο ψηλότερο σημείο της πολιτείας για να πάρει την ακρόπολή της και να εξασφαλίσει την κατοχή της Τορώνης. Ο υπόλοιπος στρατός σκόρπισε μέσα στην πόλη.
Ενώ χανόταν έτσι η πολιτεία τους, οι περισσότεροι από τους Τορωναίους, που δεν ήξεραν τίποτε, ήσαν σε μεγάλη ταραχή. Αλλά εκείνοι που ήσαν συνεννοημένοι με τον Βρασίδα και όσοι τον συμπαθούσαν, είχαν ενωθεί αμέσως μαζί του.
Από τους Αθηναίους πενήντα οπλίτες κοιμόνταν στην αγορά, και όταν κατάλαβαν τί γίνεται, μερικοί αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι σώθηκαν πηγαίνοντας στο φρούριο της Ληκύθου, είτε πεζοί είτε με τα δυο καράβια που φρουρούσαν την Τορώνη. Η Λήκυθος είναι φρούριο που το είχαν οι Αθηναίοι και βρίσκεται επάνω σε ακρωτήρι που το συνδέει με την Τορώνη ένας στενός ισθμός.
Όταν ξημέρωσε εντελώς και ο Βρασίδας είχε στο μεταξύ ασφαλίσει την κατοχή της πολιτείας, έστειλε μήνυμα στους Τορωναίους που είχαν καταφύγει κοντά στους Αθηναίους, λέγοντάς τους ότι, όποιος ήθελε, μπορούσε άφοβα να γυρίσει στην πολιτεία και να διατηρήσει όλα τα πολιτικά του δικαιώματα. Έστειλε άλλον κήρυκα στους Αθηναίους και τους παράγγειλε να φύγουν από την Λήκυθο που ανήκει στους Χαλκιδείς. Θα τους άφηνε να φύγουν αποκομίζοντας και τα πράγματά τους.
Οι Αθηναίοι αποκρίθηκαν ότι δεν θα φύγουν και ζήτησαν μιας ημέρας ανακωχή, για να σηκώσουν τους νεκρούς. Ο Βρασίδας τους έδωσε δυο μέρες. Στο διάστημα αυτό οχύρωσε τα σπίτια που ήσαν κοντά στην Λήκυθο, ενώ οι Αθηναίοι οχύρωσαν και αυτοί τις θέσεις τους.
Συγκάλεσε και τον λαό της Τορώνης και τους μίλησε, λέγοντας, περίπου, τα όσα είχε πει στην Άκανθο, ότι, δηλαδή, δεν θα ήταν δίκαιο να θεωρήσουν προδότες ή κακούς πολίτες εκείνους που είχαν συνεννοηθεί μαζί του για να τον βοηθήσουν να κυριέψει την πολιτεία τους, αφού δεν είχαν ενεργήσει ούτε για να υποδουλώσουν την πολιτεία ούτε επειδή είχαν δωροδοκηθεί, αλλά για να την απελευθερώσουν και για να την ωφελήσουν. Είπε ότι δεν έπρεπε ούτε καν να νομίσουν ότι δεν θα μεταχειριζόταν με τον ίδιο τρόπο όσους δεν είχαν συμπράξει μαζί του. Δεν είχε έρθει για να καταστρέψει την πολιτεία ούτε για να βλάψει κανένα ιδιώτη.
Γι᾽ αυτόν τον λόγο είχε στείλει, είπε, και το μήνυμα στους Τορωναίους οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Λήκυθο. Δεν τους θεωρούσε κακούς πολίτες επειδή ήσαν φίλοι των Αθηναίων. Πρόσθεσε ότι, τώρα που θα δοκίμαζαν την φιλία των Λακεδαιμονίων, θα τους εκτιμούσαν πολύ περισσότερο από τους Αθηναίους, γιατί η συμπεριφορά τους θα ήταν πολύ δικαιότερη. Τώρα, βέβαια, τους φοβόνταν επειδή δεν τους ήξεραν.
Τους είπε πως έπρεπε να θεωρούν ότι η Τορώνη είναι τώρα πια βέβαιος σύμμαχος των Λακεδαιμονίων και ότι από τότε και ύστερα όσοι αντιδρούν θα θεωρούνται ένοχοι. Όσο για το παρελθόν, είπε, οι Λακεδαιμόνιοι δεν θεωρούν ότι οι Τορωναίοι τους είχαν βλάψει, αλλά μάλλον ότι είχαν αδικηθεί από άλλους πιο δυνατούς και γι᾽ αυτό τους συγχωρούν για ό,τι έκαναν εναντίον τους.
Αυτά τους είπε για να τους ενθαρρύνει και όταν πέρασε η προθεσμία της ανακωχής άρχισε την επίθεση εναντίον της Ληκύθου. Οι Αθηναίοι αμύνονταν και από το τείχος που ήταν σε κακή κατάσταση και από σπίτια που είχαν οχυρώσει.
Την πρώτη μέρα κατόρθωσαν ν᾽ αποκρούσουν τις επιθέσεις. Την επομένη, όμως, οι εχθροί ετοιμάζονταν να φέρουν κοντά στο τείχος πολιορκητική μηχανή με την οποία σκόπευαν να βάλουν φωτιά στα σημεία όπου το τείχος είχε επισκευαστεί με ξύλινες κατασκευές. Πλησίαζε κιόλας ο στρατός στο σημείο όπου οι Αθηναίοι νόμιζαν ότι θα έφερναν την μηχανή και το οποίο ήταν ευπρόσβλητο, και στο ίδιο σημείο έχτισαν κι αυτοί, στην στέγη ενός σπιτιού, έναν ξύλινο πύργο όπου ανέβασαν μεγάλες πέτρες, πολλά σταμνιά και πιθάρια γεμάτα νερό. Ανέβηκαν και πολλοί στρατιώτες.
Το σπίτι δεν άντεξε στο ξαφνικό βάρος και γκρεμίστηκε με μεγάλο κρότο. Οι Αθηναίοι που ήσαν σ᾽ εκείνο το σημείο, ένιωσαν περισσότερη στενοχώρια παρά φόβο, αλλά εκείνοι που ήσαν μακρύτερα και μάλιστα όσοι ήσαν σε μεγάλη απόσταση, νόμισαν ότι κυριεύτηκε το τείχος στο σημείο εκείνο και όρμησαν να φύγουν στην θάλασσα και τα καράβια.
Ο Βρασίδας, μόλις κατάλαβε ότι εγκαταλείπουν το τείχος και είδε τί γινόταν, έκανε έφοδο με τον στρατό και κυρίεψε αμέσως το τείχος. Όσους Αθηναίους πρόφτασε, τους σκότωσε.
Έτσι έχασαν οι Αθηναίοι την Λήκυθο. Μπήκαν σ᾽ εμπορικά και πολεμικά καράβια και πήγαν στην Παλλήνη. Στην Λήκυθο υπήρχε ναός της Αθηνάς και ο Βρασίδας, όταν είχε διατάξει την έφοδο, είχε τάξει τριάντα μνες ασήμι στον στρατιώτη που θ᾽ ανέβαινε πρώτος στο τείχος. Θεώρησε, όμως, ότι το μέρος κυριεύτηκε από ανώτερη και όχι από ανθρώπινη δύναμη. Δώρισε, λοιπόν, τις τριάντα μνες στον ναό, κατεδάφισε την Λήκυθο και, αφού διαρρύθμισε το μέρος, το αφιέρωσε ολόκληρο στην Θεά.
Τον υπόλοιπο χειμώνα τον πέρασε οργανώνοντας τις πολιτείες που είχε κυριέψει και ετοιμάζοντας σχέδια για να κυριέψει άλλες. Με τον χειμώνα αυτόν τέλειωσε ο όγδοος χρόνος του πολέμου.
Μόλις μπήκε η άνοιξη του επόμενου καλοκαιριού, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι έκαναν ετήσια ανακωχή. Οι Αθηναίοι επειδή νόμισαν ότι έτσι ο Βρασίδας δεν θα μπορούσε να προκαλέσει και άλλες αποστασίες μεταξύ των συμμάχων τους προτού ετοιμαστούν καλά να τις αντιμετωπίσουν, αλλά και επειδή —αν εξελίσσονταν ευνοϊκά τα πράγματα— θα μπορούσαν να καταλήξουν σε γενικότερη συμφωνία. Οι Λακεδαιμόνιοι επειδή είχαν καταλάβει τους φόβους των Αθηναίων κι επειδή πίστευαν ότι, αν γίνει ανακωχή και σταματήσουν οι καταστροφές και οι ταλαιπωρίες του πολέμου, θα γεννηθεί στους Αθηναίους η επιθυμία να προσπαθήσουν να συμφιλιωθούν μαζί τους και, αποδίδοντας τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας, να κάνουν μακροχρόνιες σπονδές.
Εκείνο που θεωρούσαν το σπουδαιότερο ήταν να τους αποδοθούν οι αιχμάλωτοι όσο ο Βρασίδας μπορούσε ακόμα να έχει επιτυχίες. Αν πάλι ο Βρασίδας είχε και άλλες επιτυχίες και κατόρθωνε να δημιουργήσει ισοπαλία προς τους Αθηναίους, και τότε ακόμα θα έπρεπε να πολεμήσουν με ισόπαλο εχθρό, χωρίς όμως να έχουν πάρει πίσω τους αιχμαλώτους και χωρίς να έχουν την βεβαιότητα ότι θα νικήσουν.
«Όσον αφορά στο ιερό και το μαντείο του Πυθίου Απόλλωνος, συμφωνούμε ότι θα μπορεί όποιος θέλει να πηγαίνει χωρίς φόβο και δόλο, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα.
Το δέχονται οι Λακεδαιμόνιοι και οι παρόντες σύμμαχοί τους και αναλαμβάνουν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να πείσουν τους Βοιωτούς και τους Φωκείς, στέλνοντάς τους κήρυκες.
Όσον αφορά στον θησαυρό του Θεού, τα δυο μέρη αναλαμβάνουν ν᾽ ανακαλύψουν όσους καταχράστηκαν χρήματα. Θα συμμορφωθούν έτσι και τα δύο μέρη και όσοι άλλοι το θελήσουν με τα ορθά και τα δίκαια του πατροπαράδοτου εθίμου.
Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους συμφωνούν σ᾽ αυτά. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους προτείνουν τα ακόλουθα, εάν οι Αθηναίοι δεχτούν να κάνουν ανακωχή. Και τα δύο μέρη θα διατηρήσουν τα εδάφη που κατέχουν σήμερα. Στο Κορυφάσιο (Πύλο) οι Αθηναίοι δεν θα πηγαίνουν πέρα από την Βουφράδα και τον Τομέα. Οι Αθηναίοι οι οποίοι βρίσκονται στα Κύθηρα δεν θα κάνουν επιδρομές εναντίον των συμμάχων μας ούτε εναντίον μας ούτε εμείς εναντίον τους. Οι Αθηναίοι που βρίσκονται στην Νίσαια και την Μινώα δεν θα προχωρούν πέρα από την οδό που οδηγεί από τις Πύλες του Νίσου προς το Ποσειδώνιον και από το Ποσειδώνιον στην γέφυρα που οδηγεί στην Μινώα ούτε οι Μεγαρείς και οι σύμμαχοί τους θα πηγαίνουν πέρα από την οδό αυτήν. Οι Αθηναίοι θα κρατήσουν το νησί που έχουν καταλάβει, αλλά δεν θα κάνουν επιδρομές στους συμμάχους μας οι οποίοι, και αυτοί, δεν θα επιχειρούν τίποτε εναντίον τους. Οι Αθηναίοι θα κρατήσουν στην Τροιζηνία όσα μέρη έχουν κυριέψει έως σήμερα και όσα τους έχουν παραδοθεί.
Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους θα έχουν το δικαίωμα της ελευθεροπλοΐας στην αιγιαλίτιδα ζώνη της Πελοποννήσου, όχι όμως με πολεμικά καράβια, αλλά με ό,τι πλοίο κινείται με κουπιά και έχει χωρητικότητα ανώτατο όριο πεντακόσια τάλαντα.
Οι κήρυκες, πρέσβεις και ακόλουθοί τους —όσοι και αν χρειάζονται— θα έχουν απόλυτη ασφάλεια στην γη και στην θάλασσα για να πηγαίνουν ή να επιστρέφουν στην Πελοπόννησο ή στην Αθήνα για να διαπραγματευθούν την λήξη του πολέμου ή για διαιτησία.
Αυτές είναι οι προτάσεις των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους. Αν έχετε σεις δικαιότερες ή καλύτερες προτάσεις, τότε στείλετε πρεσβεία στην Λακεδαίμονα και αναπτύξετέ τις. Ούτε οι Λακεδαιμόνιοι, ούτε οι σύμμαχοί τους θ᾽ απορρίψουν δίκαιες προτάσεις σας.
»Ο Δήμος Αθηναίων, Πρύτανις η φυλή Ακαμαντίς, Γραμματεύς ο Φαίνιππος, Πρόεδρος ο Νικιάδης. Επικαλούμενος την αγαθή τύχη των Αθηναίων ο Λάχης πρότεινε. Να συνομολογηθεί εκεχειρία σύμφωνα με τους όρους που προτείνουν και εκθέσαν μπροστά στον Δήμο οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους.
Οι στρατηγοί και οι πρυτάνεις να καλέσουν Εκκλησία του Δήμου για να συζητήσουν για την συνομολόγηση οριστικής ειρήνης και τις οδηγίες που θα είχε η πρεσβεία η οποία θα πήγαινε στην Σπάρτη για να λήξει ο πόλεμος. Να γίνουν σπονδές αμέσως από τις πρεσβείες που παρουσιάστηκαν τώρα μπροστά στον δήμο, και αυτές ν᾽ αναλάβουν επίσημα την υποχρέωση να σεβαστούν τους όρους της ανακωχής ένα χρόνο.
Από μέρους των Λακεδαιμονίων έκαναν τις συμφωνίες και τις σπονδές οι εξής. Ο Ταύρος του Εχετιμίδα, ο Αθήναιος του Περικλείδα, ο Φιλοχαρίδας του Ερυξιλαΐδα. Από μέρους των Κορινθίων ο Αινίας του Ωκύτου και ο Ευφαμίδας του Αριστωνύμου. Από μέρους των Σικυωνίων ο Δαμότιμος του Ναυκράτους και ο Ονάσιμος του Μεγακλέους. Από μέρους των Μεγάρων ο Νίκασος του Κεκάλου και ο Μενεκράτης του Αμφιδώρου. Από μέρους των Επιδαυρίων ο Αμφίας του Ευπαιίδα. Από μέρους των Αθηναίων ο Νικόστρατος του Διειτρέφους, ο Νικίας του Νικηράτου και ο Αυτοκλής του Τολμαίου».
Τις μέρες εκείνες που γίνονταν συνεννοήσεις για την ανακωχή, αποστάτησε από τους Αθηναίους και δέχτηκε τον Βρασίδα η Σκιώνη, πολιτεία της Παλλήνης. Οι Σκιώνιοι ισχυρίζονται ότι κατάγονται από την Πελλήνη της Πελοποννήσου και ότι, όταν οι πρόγονοί τους γύριζαν από την Τροία, η τρικυμία που έπιασε τους Αχαιούς, τους έριξε αυτούς στο μέρος εκείνο όπου εγκαταστάθηκαν.
Μόλις αποστάτησαν, ο Βρασίδας πήγε νύχτα από θάλασσα στην Σκιώνη. Μπροστά έπλεε φιλικό πολεμικό και πίσω ακολουθούσε εκείνος, σε κάποια απόσταση, επάνω σε μικρό πλοίο, ώστε, αν συναντούσε μεγαλύτερο καράβι, να τον προστατέψει το πολεμικό. Αν πάλι εμφανιζόταν εχθρικό πολεμικό τότε —καθώς υπολόγιζε ο Βρασίδας— δεν θα χτυπούσε το δικό του μικρό πλοίο, αλλά το άλλο πολεμικό κι έτσι θα είχε ο ίδιος τον καιρό να ξεφύγει.
Έφτασε, λοιπόν, στην Σκιώνη και συγκέντρωσε τον λαό στον οποίο είπε όσα, περίπου, είχε πει στην Άκανθο και στην Τορώνη, προσθέτοντας ότι οι Σκιωναίοι είναι πολύ πιο αξιέπαινοι, επειδή η Παλλήνη είναι αποκομμένη από την ξηρά αφού οι Αθηναίοι κρατούν την Ποτίδαια στον ισθμό. Αν και σχεδόν νησιώτες, οι Σκιωναίοι αποφάσισαν, μόνοι τους, ν᾽ αποκτήσουν την ελευθερία τους και δεν περίμεναν, από ατολμία, να τους επιβληθεί από έξω η ανάγκη να προτιμήσουν το φανερό συμφέρον τους. Και τούτο, είπε, είναι απόδειξη ότι μπορούν ν᾽ αντιμετωπίσουν με θάρρος άλλους, πολύ μεγαλύτερους κινδύνους. Πρόσθεσε ότι, αν κατόρθωνε να διαρρυθμίσει τα πράγματα σύμφωνα με τους σκοπούς του, τότε θα θεωρούσε τους Σκιωναίους σαν τους πιο πιστούς φίλους των Λακεδαιμονίων και θα τους τιμούσε με κάθε τρόπο.
Οι Σκιωναίοι ενθουσιάστηκαν με τα λόγια του. Πήραν όλοι τους θάρρος, ακόμα κι εκείνοι οι οποίοι, στην αρχή, δεν ήσαν σύμφωνοι με τα όσα έγιναν, ετοιμάστηκαν ν᾽ αντιμετωπίσουν πρόθυμα τον πόλεμο και οργάνωσαν πολύ τιμητική υποδοχή του Βρασίδα. Του χάρισαν χρυσό στεφάνι σε δημόσια τελετή, σαν απελευθερωτή των Ελλήνων και πολλοί τον στόλιζαν με ταινίες, σαν αθλητή.
Ο Βρασίδας άφησε προσωρινά μια φρουρά στην Σκιώνη και γύρισε στην Πρώνη από όπου, μετά από λίγο, έστειλε περισσότερο στρατό. Είχε σκοπό να δοκιμάσει, μαζί με τους Σκιωναίους, να προκαλέσει την αποστασία της Μένδης και της Ποτίδαιας. Φοβόταν ότι οι Αθηναίοι θα έστελναν δυνάμεις για να την υπερασπίσουν, σαν να ήταν νησί, και ήθελε να τους προλάβει. Είχε αρχίσει και μυστικές συνεννοήσεις με ανθρώπους από τις πολιτείες αυτές για να του παραδοθούν με προδοσία.
Αλλά ενώ ετοιμαζόταν να χτυπήσει τις πολιτείες αυτές, έφτασε ένα πολεμικό, στο μέρος όπου βρισκόταν ο Βρασίδας, με αντιπροσώπους των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, τον Αριστώνυμο και τον Αθήναιο, οι οποίοι περιόδευαν τις πολιτείες για ν᾽ αναγγείλουν την ανακωχή.
Τότε ο στρατός του Βρασίδα γύρισε πίσω στην Τορώνη κι έγινε δημόσια ανακοίνωση της ανακωχής. Όλοι οι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων της περιοχής της Θράκης δέχτηκαν τα όσα είχαν συμφωνηθεί.
Ο Αριστώνυμος δεν έφερε αντίρρηση για τις άλλες πολιτείες, αλλά για τους Σκιωναίους διαπίστωσε, μετρώντας τις μέρες, ότι είχαν αποστατήσει μετά την ανακωχή και δήλωσε ότι δεν τους καλύπτει η συνθήκη. Ο Βρασίδας εναντιώθηκε σ᾽ αυτό με πείσμα, λέγοντας ότι οι Σκιωναίοι είχαν αποστατήσει πριν απ᾽ την ανακωχή και δεν ήθελε να εκκενώσει την πολιτεία.
Ο Αριστώνυμος έστειλε μήνυμα στην Αθήνα και οι Αθηναίοι ετοιμάστηκαν αμέσως να εκστρατεύσουν εναντίον της Σκιώνης. Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν πρέσβεις και είπαν ότι θα το θεωρούσαν παράβαση της ανακωχής. Πίστευαν τα όσα έλεγε ο Βρασίδας και θεωρούσαν την πόλη δική τους, αλλά είπαν ότι ήσαν πρόθυμοι να δεχτούν διαιτησία.
Οι Αθηναίοι, όμως, δεν ήθελαν να ριψοκινδυνέψουν μια διαιτησία, αλλά είχαν σκοπό να εκστρατεύσουν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα, γιατί ήσαν αγανακτισμένοι με το ότι και οι πολιτείες που ήσαν απομονωμένες σαν νησιά, τολμούσαν ν᾽ αποστατήσουν επειδή είχαν εμπιστοσύνη στην κατά ξηράν δύναμη των Λακεδαιμονίων, η οποία όμως δεν μπορούσε να τις ωφελήσει.
Τα πράγματα, άλλωστε, δικαίωναν μάλλον τους Αθηναίους, γιατί οι Σκιωναίοι, αποστάτησαν δύο μέρες μετά την ανακωχή. Οι Αθηναίοι έβγαλαν αμέσως ψήφισμα —ήταν πρόταση του Κλέωνος— να καταστρέψουν την Σκιώνη και να σκοτώσουν τους κατοίκους της. Έτσι, ενώ παντού αλλού σταμάτησαν τις εχθροπραξίες, εξακολούθησαν να κάνουν ετοιμασίες για το εγχείρημα αυτό.
Στο μεταξύ η Μένδη, πολιτεία της Παλλήνης, αποικία της Ερέτριας, αποστάτησε από τους Αθηναίους. Ο Βρασίδας δέχτηκε την Μένδη σαν σύμμαχο, θεωρώντας ότι δεν παραβιάζει την ανακωχή, αφού η πολιτεία προσχώρησε φανερά. Είχε, άλλωστε, κι αυτός παράπονα εναντίον των Αθηναίων ότι είχαν παραβιάσει κι εκείνοι την ανακωχή.
Αυτό είναι που ενθάρρυνε πολύ τους Μενδαίους να πάρουν την απόφασή τους. Έβλεπαν ότι ο Βρασίδας ήταν έτοιμος να τους δεχτεί και να τους υπερασπίσει, όπως το έκανε και για την Σκιώνη, αλλά και οι λίγοι Μενδαίοι που είχαν συνεννοηθεί μαζί του δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν το σχέδιο που είχαν ετοιμάσει, γιατί φοβόνταν τις συνέπειες, αν γινόταν γνωστό, και γι᾽ αυτό ανάγκασαν την πλειοψηφία των Μενδαίων να τους ακολουθήσουν, παρά την θέλησή τους.
Ο Βρασίδας περίμενε την επίθεση κι έστειλε τα γυναικόπαιδα της Σκιώνης και της Μένδης στην Όλυνθο της Χαλκιδικής. Έστειλε στις δύο πολιτείες πεντακόσιους οπλίτες Πελοποννησίους και τριακόσιους Χαλκιδείς πελταστές, με αρχηγό τον Πολυδαμίδα. Οι δύο πολιτείες, ξέροντας ότι γρήγορα θα εμφανιστούν οι Αθηναίοι, ετοίμαζαν την άμυνά τους.
Ενώ γίνονταν αυτά, ο Βρασίδας και ο Περδίκκας εξεστράτευσαν για δεύτερη φορά στην Λύγκο, εναντίον του Αρραβαίου. Ο Περδίκκας είχε μαζί του στρατό από τους Μακεδόνες που εξουσίαζε και από Έλληνες που κατοικούν στη χώρα του. Ο Βρασίδας είχε τους Πελοποννησίους που του απομέναν, είχε Ακανθίους, Χαλκιδείς και οπλίτες από άλλες πολιτείες, όσους μπόρεσε να δώσει η καθεμιά. Οι Έλληνες οπλίτες ήσαν, συνολικά, τρεις χιλιάδες. Το ιππικό —Μακεδόνες και Χαλκιδείς— είχε χίλιους ιππείς. Πλήθος βάρβαροι ακολουθούσαν.
Το πεζικό των δύο αντιπάλων κρατούσε δύο λόφους αντικριστούς. Στην μέση ήταν ένα πλάτωμα όπου κατέβηκε πρώτα το ιππικό τους κι έγινε ιππομαχία. Μετά, κατέβηκαν οι Λυγκιστές οπλίτες κι ενώθηκαν με το ιππικό, έτοιμοι για μάχη. Ο Περδίκκας και ο Βρασίδας κατέβηκαν κι αυτοί, έκαναν επίθεση και νίκησαν τους Λυγκιστές. Σκότωσαν πολλούς και οι υπόλοιποι έτρεξαν να καταφύγουν στα ψηλώματα όπου έμειναν χωρίς να επιχειρούν τίποτε.
Ο Περδίκκας και ο Βρασίδας έστησαν τρόπαιο κι έμειναν εκεί δύο τρεις μέρες περιμένοντας τους Ιλλυριούς που έπρεπε να έρθουν εκεί, μισθοφόροι του Περδίκκα, ο οποίος όμως ήθελε να προχωρήσει αμέσως και να κυριέψει τα χωριά του Αρραβαίου για να μην μένει άπρακτος. Αλλά ο Βρασίδας σκεπτόταν την Μένδη κι ανησυχούσε μήπως προλάβουν οι Αθηναίοι να φτάσουν εκεί με τον στόλο τους, κι επειδή οι Ιλλυριοί δεν έφταναν, ήταν απρόθυμος να ακολουθήσει τον Περδίκκα, αλλά ήθελε να γυρίσει πίσω.
Ενώ δεν μπορούσαν να ομονοήσουν, έφτασε η είδηση ότι οι Ιλλυριοί πρόδωσαν τον Περδίκκα και πήγαν με το μέρος του Αρραβαίου. Μετά απ᾽ αυτό, συμφώνησαν και οι δύο ότι έπρεπε να φύγουν, από φόβο των Ιλλυριών, οι οποίοι είναι λαός πολεμικός. Εξαιτίας, όμως, της φιλονικίας τους, δεν συμφώνησαν πώς θα έφευγαν και καθώς ήρθε η νύχτα, έπεσε πανικός στους Μακεδόνες και στο πλήθος των βαρβάρων, όπως, άλλωστε, συμβαίνει συχνά στα μεγάλα στρατόπεδα που τα πιάνει τρόμος μ᾽ αόριστες φήμες. Νόμισαν ότι οι Ιλλυριοί ήσαν πολύ περισσότεροι από όσους είχαν πραγματικά πλησιάσει και ότι θα τους επιτεθούν από στιγμή σε στιγμή. Ξαφνικά άρχισαν να φεύγουν, γυρίζοντας στα μέρη τους κι έτσι ο Περδίκκας, που δεν το είχε καταλάβει αμέσως, αναγκάστηκε να φύγει προτού συναντηθεί με τον Βρασίδα — είχαν κατασκηνώσει πολύ μακριά ο ένας από τον άλλον.
Όταν ξημέρωσε και ο Βρασίδας είδε ότι οι Μακεδόνες είχαν κιόλας φύγει και ότι οι Ιλλυριοί με τον Αρραβαίο ήσαν έτοιμοι να επιτεθούν, παράταξε τους οπλίτες του σε τετράγωνο με τους ψιλούς στη μέση, με σκοπό να επιχειρήσει υποχώρηση.
Τους νεότερους στρατιώτες τούς έταξε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να κάνουν εξορμήσεις έξω από το τετράγωνο, αν ο εχθρός έκανε επίθεση σε κάποιο σημείο. Ο ίδιος, με τριακόσιους διαλεχτούς, αποφάσισε να καλύψει την υποχώρηση αποκρούοντας τις επιθέσεις της εμπροσθοφυλακής του εχθρού.
«Πελοποννήσιοι. Αν δεν υποπτευόμουν ότι έχετε τρομάξει επειδή απομονωθήκατε κι επειδή οι εχθροί μας είναι βάρβαροι και πολλοί, θα σας έλεγα μερικά προτρεπτικά μόνο λόγια χωρίς να σας κάνω διδαχή. Αλλά τώρα που μας εγκατέλειψαν οι σύμμαχοί μας και αντικρίζομε πολυάριθμο εχθρό, θα προσπαθήσω, θυμίζοντάς σας με λίγα παραινετικά λόγια μερικά πράγματα, να σας δώσω τις βασικές μου οδηγίες.
Στον πόλεμο είστε γενναίοι από την αρετή που έχετε σεις οι ίδιοι και όχι επειδή σας βοηθούν σύμμαχοι. Δεν πρέπει να φοβάστε το πλήθος των εχθρών, αφού δεν κατάγεστε από πολιτεία όπου οι πολλοί εξουσιάζουν τους λίγους, αλλά, αντίθετα, στην πολιτεία σας τους πολλούς εξουσιάζουν οι λίγοι, οι οποίοι δεν έχουν αποκτήσει την εξουσία τους με άλλον τρόπο παρά με την αγωνιστική τους υπεροχή.
Όσο για τους βαρβάρους, τους οποίους τώρα φοβάστε επειδή δεν τους γνωρίζετε, πρέπει να είστε πεπεισμένοι, και από τις επιχειρήσεις όπου συγκρουστήκατε εναντίον τους μαζί με τους Μακεδόνες, και από τα όσα συμπεραίνω εγώ και πληροφορήθηκα από άλλους, ότι δεν είναι τρομερός αντίπαλος.
Όταν ένας εχθρός, ενώ είναι αδύνατος, παρουσιάζεται σαν να είναι ισχυρός, τότε, αν πληροφορηθεί κανείς την πραγματική του αξία, τον αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη τόλμη, ενώ αν δεν ξέρει από πριν την αξία ενός πραγματικά δυνατού εχθρού, τότε τον αντιμετωπίζει με υπερβολική τόλμη.
Οι εχθροί μας αυτοί, όταν κάνουν επίθεση εναντίον όσων δεν τους ξέρουν, είναι βέβαια τρομεροί. Το πλήθος τους είναι φοβερό, οι αλαλαγμοί τους αφόρητοι και σείοντας τα όπλα τους στο κενό, προκαλούν τον τρόμο. Αλλ᾽ αν κανείς δεν τρομάξει μ᾽ αυτά και προβάλει αντίσταση και γίνει συμπλοκή, αλλάζουν όψη τα πράγματα. Δεν πολεμούν σε παράταξη μάχης και δεν ντρέπονται να εγκαταλείψουν μια θέση αν πιεστούν σε κάποιο σημείο. Γι᾽ αυτούς η έφοδος και η φυγή είναι το ίδιο κι έτσι δεν κρίνουν την ανδρεία με κριτήρια αρετής —γιατί ο καθένας τους πολεμάει όπως θέλει κι έτσι μπορεί να δικαιολογήσει την φυγή του με πρόφαση την σωτηρία— και νομίζουν ότι είναι ασφαλέστερο γι᾽ αυτούς να σας πανικοβάλουν φοβερίζοντας από μακριά, παρά να αγωνιστούν σώμα προς σώμα. Αλλιώς θα μας είχαν κιόλας επιτεθεί.
Βλέπετε, λοιπόν, ότι ο τρόμος τον οποίον προκαλούν στην αρχή, δεν κρατάει —πραγματικά— πολύ και μόνο τα μάτια σας και τ᾽ αυτιά σας εντυπωσιάζουν. Αν αντισταθείτε στην πρώτη έφοδό τους και, όταν έρθει η στιγμή, αρχίσετε πάλι να υποχωρείτε με τάξη και πειθαρχία, θα φτάσετε γρήγορα σε ασφαλισμένο μέρος και θα έχετε μάθει ότι τέτοιοι συρφετοί, αν αντισταθεί κανείς στην πρώτη κρούση τους, δείχνουν από μακριά μόνο θάρρος, με απειλητικές φωνές. Ενώ, αν υποχωρήσει κανείς στις φωνές αυτές, τότε μόνο δείχνουν γενναιότητα χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο».
Μετά τα ενθαρρυντικά αυτά λόγια ο Βρασίδας άρχισε την υποχώρηση. Οι βάρβαροι, βλέποντάς το, όρμησαν, με πολλή βοή και θόρυβο, νομίζοντας ότι είχε αρχίσει φυγή και ότι θα πέσουν απάνω τους για να τους εξοντώσουν.
Αλλά οι νεότεροι στρατιώτες τούς αποκρούαν σ᾽ όποιο σημείο έκαναν επίθεση και ο ίδιος ο Βρασίδας με τους διαλεχτούς του, τους αντίκρουε. Αντιστάθηκαν στην πρώτη έφοδο —και τούτο ξάφνιασε τους Ιλλυριούς— και μετά, όταν οι βάρβαροι έκαναν επίθεση, τους αποκρούαν, ενώ όταν δεν τους πίεζαν, υποχωρούσαν. Το μεγαλύτερο μέρος των βαρβάρων άφησε τον Βρασίδα και τους Έλληνες που υποχωρούσαν στον ανοιχτό κάμπο —άφησαν όμως ένα τμήμα τους να τους παρακολουθεί και να τους παρενοχλεί— και οι άλλοι έτρεξαν να προλάβουν τους Μακεδόνες που έφευγαν και όσους προλάβαιναν τους σκότωναν. Έπιασαν ένα στενό πέρασμα (ανάμεσα σε δύο λόφους) που οδηγεί στην χώρα του Αρραβαίου, γιατί ήξεραν ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος για να υποχωρήσει ο Βρασίδας. Καθώς πλησίαζε στο πιο δύσκολο σημείο, τον κύκλωσαν για να τον πιάσουν στην παγίδα.
Ο Βρασίδας το κατάλαβε κι έδωσε διαταγή στους τριακόσιους διαλεχτούς να τρέξουν όσο μπορούν πιο γρήγορα και χωρίς να κρατούν τάξη, στον ένα από τους δύο λόφους, από τον οποίο θεωρούσε ότι ήταν ευκολότερο να εκτοπιστούν οι βάρβαροι οι οποίοι ήσαν κιόλας στην κορυφή του, και τούτο προτού συμπληρώσουν την κύκλωση τα άλλα τμήματα που θα ενώνονταν μαζί τους.
Οι τριακόσιοι έκαναν έφοδο εναντίον των βαρβάρων που ήσαν στον λόφο και τους νίκησαν. Έτσι το κύριο σώμα των Ελλήνων μπόρεσε να πορευτεί ευκολότερα προς τα εκεί, επειδή οι βάρβαροι, όταν είδαν ότι νικήθηκαν σ᾽ εκείνο το σημείο κι αναγκάστηκαν ν᾽ αφήσουν τον λόφο, φοβήθηκαν και σταμάτησαν την καταδίωξη. Θεωρούσαν, άλλωστε, ότι οι Έλληνες είχαν φτάσει στα σύνορα και τους είχαν ξεφύγει.
Οι στρατιώτες του, οργισμένοι επειδή οι Μακεδόνες τους είχαν εγκαταλείψει, όταν βρίσκαν κανένα ζευγάρι βόδια ζεμένα ή εφόδια που είχαν αφήσει στην φυγή τους οι Μακεδόνες, όπως είναι φυσικό να συμβεί όταν πανικόβλητος στρατός υποχωρεί νύχτα, έλυναν τα βόδια και τα σκότωναν ή έπαιρναν τα εφόδια.
Από την στιγμή εκείνη ο Περδίκκας άρχισε να θεωρεί τον Βρασίδα εχθρό του και να μισεί τους Πελοποννησίους, τόσο ώστε, παρά την αντιπάθειά του για τους Αθηναίους, παραγνώρισε τα πραγματικά του συμφέροντα και άρχισε να ενεργεί για να συμβιβαστεί με τους Αθηναίους και ν᾽ απαλλαγεί από τους Πελοποννησίους.
Ο Βρασίδας έφυγε από την Μακεδονία κι έφτασε στην Τορώνη όταν πια οι Αθηναίοι είχαν υποτάξει πάλι την Μένδη. Θεωρώντας ότι δεν του ήταν δυνατόν να περάσει στην Παλλήνη για να βοηθήσει την πολιτεία, έμεινε εκεί, φρουρώντας την Τορώνη, χωρίς να επιχειρήσει άλλο τίποτε.
Τις ίδιες μέρες με τα γεγονότα της Λύγκου, οι Αθηναίοι, οι οποίοι ετοιμάζονταν από καιρό, εξεστράτευσαν εναντίον της Μένδης και της Σκιώνης με στόλο πενήντα καράβια —από τα οποία δέκα ήσαν της Χίου— με χίλιους οπλίτες και εξακόσιους τοξότες δικούς τους, με χίλιους Θράκες μισθοφόρους και πελταστές από τους συμμάχους τους της περιοχής. Στρατηγοί ήσαν ο Νικίας του Νικηράτου και ο Νικόστρατος του Διειτρέφους.
Ξεκίνησαν με τα καράβια από την Ποτίδαια και άραξαν κοντά στο Ποσειδώνιο, από όπου προχώρησαν εναντίον των Μενδαίων οι οποίοι έτυχε να είναι στρατοπεδευμένοι έξω από την πόλη, σε οχυρό ύψωμα. Μαζί τους ήσαν τριακόσιοι Σκιωναίοι που είχαν έρθει να τους βοηθήσουν και οι Πελοποννήσιοι επικουρικοί. Όλοι μαζί ήσαν επτακόσιοι οπλίτες, με αρχηγό τον Πολυδαμίδα.
Ο Νικίας, με εκατόν είκοσι Μεθωναίους ψιλούς, εξήντα διαλεχτούς Αθηναίους οπλίτες και όλους τους τοξότες, προσπάθησε, ανεβαίνοντας από κρυφό μονοπάτι, να κυριέψει το ύψωμα, αλλά τον χτυπούσαν οι υπερασπιστές του λόφου και δεν μπόρεσε να τον πάρει. Ο Νικόστρατος, με τον υπόλοιπο στρατό, έκανε κι εκείνος έφοδο από άλλη κατεύθυνση εναντίον του λόφου, ο οποίος ήταν δύσβατος. Δημιουργήθηκε μεγάλη σύγχυση και παραλίγο να νικηθεί ολόκληρος ο στρατός των Αθηναίων.
Την μέρα εκείνη, λοιπόν, επειδή οι Μενδαίοι και οι σύμμαχοί τους δεν λύγισαν, οι Αθηναίοι υποχώρησαν κι έστησαν στρατόπεδο. Οι Μενδαίοι, όταν έπεσε η νύχτα, γύρισαν στην πολιτεία τους.
Την επομένη οι Αθηναίοι παραπλεύσαν την άκρη που αντικρίζει την Σκιώνη, κυρίεψαν το προάστιο της πολιτείας και ρήμαξαν την γη όλη την ημέρα χωρίς να βγει κανείς να τους εμποδίσει, γιατί μέσα στην πολιτεία γίνονταν ταραχές. Την επομένη νύχτα οι τριακόσιοι Σκιωναίοι έφυγαν πίσω στην πολιτεία τους.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Νικίας με το μισό στράτευμα προχώρησε έως τα σύνορα της Σκιώνης, ρημάζοντας τον τόπο, ενώ ο Νικόστρατος με τον υπόλοιπο στρατό, πολιορκούσε την πολιτεία, στρατοπεδευμένος μπροστά στην απάνω Πύλη, από όπου αρχίζει ο δρόμος για την Ποτίδαια.
Στο σημείο εκείνο της πολιτείας έτυχε να είναι στρατοπεδευμένοι οι Μενδαίοι και οι επίκουροί τους και ο Πολυδαμίδας τούς έβαλε σε παράταξη μάχης και τους παρακινούσε να κάνουν έξοδο.
Κάποιος από τους δημοκρατικούς τού αντιμίλησε μ᾽ απείθαρχο τρόπο, λέγοντάς του ότι ούτε έξοδο θα κάνει ούτε είναι αναγκασμένος να πολεμήσει. Δεν είχε ακόμα τελειώσει και ο Πολυδαμίδας τον άρπαξε από το χέρι, τον τράνταξε και τον κακομεταχειρίστηκε. Τότε οι δημοκρατικοί πήραν τα όπλα και, εξαγριωμένοι, όρμησαν εναντίον των Πελοποννησίων και των πολιτικών τους αντιπάλων που είχαν συνεργαστεί μαζί τους.
Έπεσαν απάνω τους και τους έτρεψαν σε φυγή, τόσο επειδή η επίθεση έγινε ξαφνικά όσο κι επειδή οι Πελοποννήσιοι φοβήθηκαν ότι ανοίγονταν οι πύλες για να μπουν οι Αθηναίοι. Νόμιζαν ότι όλα αυτά γίνονταν μετά από συνεννόηση με τους Αθηναίους.
Όσοι δεν σκοτώθηκαν επιτόπου, καταφύγαν στην Ακρόπολη, την οποία κρατούσαν κι από πριν. Οι Αθηναίοι (ο Νικίας είχε γυρίσει και βρισκόταν μπροστά στην πολιτεία) χύθηκαν μέσα στην πόλη. Επειδή δεν είχε γίνει συνθηκολόγηση για ν᾽ ανοίξουν οι πύλες, οι στρατιώτες, θεωρώντας ότι είχαν κυριέψει την πολιτεία, άρχισαν την διαρπαγή και οι στρατηγοί μόλις κατόρθωσαν να τους εμποδίσουν να σφάξουν τους κατοίκους.
Είπαν στους Μενδαίους ν᾽ αποκαταστήσουν το πολιτικό τους καθεστώς και να δικάσουν αυτοί οι ίδιοι όσους θεωρούν αιτίους της αποστασίας. Τους Πελοποννησίους που είχαν καταφύγει στην Ακρόπολη, τους απόκλεισαν με τείχη έως την θάλασσα και έβαλαν φρουρά να τα φυλάει. Αφού εξασφάλισαν την κατάσταση στην Μένδη, στράφηκαν εναντίον της Σκιώνης.
Οι Σκιωναίοι και οι Πελοποννήσιοι βγήκαν να τους αποκρούσουν κι έπιασαν έναν οχυρό λόφο μπρος από την πόλη. Ο εχθρός δεν θα μπορούσε ν᾽ αποκλείσει την πολιτεία με τείχος, προτού κυριέψει τον λόφο αυτόν.
Οι Αθηναίοι έκαναν έφοδο με όλη τους την ορμή, τους έδιωξαν από τον λόφο όπου εγκαταστάθηκαν και, αφού έστησαν τρόπαιο, ετοιμάστηκαν ν᾽ αποκλείσουν την πολιτεία με τείχος.
Λίγο αργότερα, κι ενώ είχαν αρχίσει το περιτείχισμα, οι επίκουροι που ήσαν πολιορκημένοι στην Ακρόπολη της Μένδης, διασπάσαν την πολιορκία από την μεριά της θάλασσας κι έφτασαν, νύχτα, μπρος στην Σκιώνη. Οι περισσότεροι μπόρεσαν ν᾽ αποφύγουν το στρατόπεδο των Αθηναίων και μπήκαν μέσα στην Σκιώνη.
Ενώ περιτειχιζόταν η Σκιώνη, ο Περδίκκας έστειλε κήρυκες στους Αθηναίους στρατηγούς κι έκανε μαζί τους συμφωνία, από μίσος προς τον Βρασίδα για την υποχώρηση από την Λύγκο, μετά την οποία είχε αρχίσει αμέσως διαπραγματεύσεις.
Εκείνες τις μέρες επρόκειτο να φτάσει ο Λακεδαιμόνιος Ισχαγόρας με πεζικό για να ενισχύσει τον Βρασίδα. Ο Περδίκκας, επειδή του το ζήτησε ο Νικίας, αφού είχαν γίνει οι συμφωνίες, κι επειδή ήθελε να δώσει στους Αθηναίους κάποιαν απόδειξη ότι είναι πιστός σύμμαχος αλλά και, ακόμα, επειδή δεν ήθελε πια να έρχονται στην χώρα του Πελοποννήσιοι, ειδοποίησε τους φίλους του, στην Θεσσαλία, και χάρη στις σχέσεις τις οποίες καλλιεργούσε πάντα με τους Θεσσαλούς άρχοντες, δημιούργησε τόσα εμπόδια στο πέρασμα του στρατού και των εφοδίων, ώστε οι Πελοποννήσιοι ούτε δοκίμασαν να περάσουν από την Θεσσαλία.
Αλλά ο ίδιος ο Ισχαγόρας, ο Αμεινίας και ο Αριστέας έφτασαν στο στρατόπεδο του Βρασίδα. Τους είχαν στείλει οι Λακεδαιμόνιοι να επιθεωρήσουν την κατάσταση. Είχαν μαζί τους και μερικούς εφήβους (οι οποίοι, παρά τον νόμο, είχαν βγει από την Σπάρτη) ώστε να τους βάλουν αρμοστές στις διάφορες πολιτείες για να μην εμπιστεύονται την διοίκησή τους σ᾽ όποιον τύχει. Διόρισαν τον Κλεαρίδα του Κλεωνύμου στην Αμφίπολη και τον Πασιτελίδα του Ηγησάνδρου στην Τορώνη.
Το ίδιο καλοκαίρι οι Θηβαίοι κατεδάφισαν τα τείχη των Θεσπιέων. Τους κατηγόρησαν ότι ήσαν με το μέρος των Αθηναίων. Από καιρό το είχαν σκοπό, αλλά τώρα τους φάνηκε πιο εύκολο να τον εκτελέσουν, γιατί στην μάχη εναντίον των Αθηναίων οι Θεσπιείς είχαν χάσει το άνθος του στρατού τους.
Το ίδιο καλοκαίρι κάηκε ολόκληρος ο ναός της Ήρας, στο Άργος. Η ιέρεια Χρυσίς είχε βάλει αναμμένο λυχνάρι κοντά στα στεφάνια και αποκοιμήθηκε. Προτού το καταλάβει, πήραν φωτιά και κατακάηκαν.
Η Χρυσίς φοβήθηκε τους Αργείους κι έφυγε, νύχτα, στον Φλειούντα. Οι Αργείοι διόρισαν, σύμφωνα με τον νόμο τους, άλλην ιέρεια, την Φαεινίδα. Η ιέρεια Χρυσίς είχε ζήσει οκτώμισι χρόνια του πολέμου έως την στιγμή της φυγής της.
Τον επόμενο χειμώνα οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι δεν έκαναν επιχειρήσεις, επειδή είχαν ανακωχή, αλλά οι Μαντινείς και οι Τεγεάτες, ο καθένας με τους συμμάχους του, συγκρούστηκαν σε μάχη, στο Λαοδόκειο της Ορεσθίδος, η έκβαση, όμως, της μάχης ήταν αμφίβολη, γιατί η καθεμιά από τις παρατάξεις νίκησε μια πτέρυγα της άλλης. Και οι δυο έστησαν τρόπαια κι έστειλαν και οι δύο αφιερώματα στους Δελφούς, από τα λάφυρα.
Σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο μεριές και το αποτέλεσμα της μάχης ήταν αμφίρροπο, γιατί έπεσε η νύχτα και σταμάτησε ο αγώνας. Οι Τεγεάτες κατασκήνωσαν στο πεδίο της μάχης κι έστησαν τρόπαιο. Οι Μαντινείς υποχώρησαν στον Βουκολιώνα κι έστησαν, αργότερα, δικό τους τρόπαιο.
Στο τέλος του ίδιου χειμώνα, όταν κόντευε η άνοιξη, ο Βρασίδας δοκίμασε να κυριέψει την Ποτίδαια. Πλησίασε νύχτα κι έστησε σκάλα. Έως την στιγμή εκείνη δεν τον είχαν καταλάβει, γιατί είχε στήσει την σκάλα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, στο οποίο ο φρουρός που παράδινε το κουδούνι στον επόμενο φρουρό δεν είχε ακόμα γυρίσει στην θέση του. Αλλά αμέσως ύστερα τον κατάλαβαν, προτού ανεβεί κανείς στην σκάλα, κι έφυγε γρήγορα με τον στρατό του χωρίς να περιμένει να ξημερώσει.
Τα σχόλια είναι κλειστά.