463 π.Χ. Ἱκέτιδες (Δαναΐδες) Αισχύλος

Πηγή https://www.greek-language.gr/

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ζεὺς μὲν ἀφίκτωρ ἐπίδοι προφρόνως
στόλον ἡμέτερον νάιον ἀρθέντ᾽
ἀπὸ προστομίων λεπτοψαμάθων
Νείλου. Δίαν δὲ λιποῦσαι
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Των προσφύγων ο Δίας καλόβουλο
μάτι ας στρέψει σ᾽ αυτό το κοπάδι μας,
που απ᾽ του Νείλου τις ψιλαμμουδένιες
εκβολές στα πανιά ξεσηκώθηκε·
Ικετ_5χθόνα σύγχορτον Συρίᾳ φεύγομεν,
οὔτιν᾽ ἐφ᾽ αἵματι δημηλασίαν
ψήφῳ πόλεως γνωσθεῖσαι,
ἀλλ᾽ αὐτογενεῖ φυξανορίᾳ,
γάμον Αἰγύπτου παίδων ἀσεβῆ τ᾽
και την Άγια τη Χώρα – ομοσύνορη της Συρίας –
αφήνοντας φεύγομε, όχι για αίμα χυμένον εξόριστες
με του λαού δημοψήφιστη απόφαση, μ᾽ από αντρών
συγγενών μας την έχθρητα κι από φρίκη για γάμο
παράνομο με τους άθεους τους γιους του Αιγύπτου.
Ικετ_10ὀνοταζόμεναι ‹διάνοιαν›.
Δαναὸς δὲ πατὴρ καὶ βούλαρχος
καὶ στασίαρχος τάδε πεσσονομῶν
κύδιστ᾽ ἀχέων ἐπέκρινεν
φεύγειν ἀνέδην διὰ κῦμ᾽ ἅλιον,
Και ο Δαναός ο πατέρας, που στάθηκε
ο αρχηγός της βουλής και ανταρσίας μας,
αφού εστάθμισεν όλα, αποφάσισε
πως το κάλλιο απ᾽ τα πάθη μας θα ᾽τανε,
δρόμο απάνω στο κύμα να πάρομε
Ικετ_15κέλσαι δ᾽ Ἄργους γαῖαν, ὅθεν δὴ
γένος ἡμέτερον τῆς οἰστροδόνου
βοὸς ἐξ ἐπαφῆς κἀξ ἐπιπνοίας
Διὸς εὐχόμενον τετέλεσται.
τίν᾽ ἂν οὖν χώραν εὔφρονα μᾶλλον
και ν᾽ αράξομε στου Άργους τα χώματα,
εδ᾽ οπούθε καυχιέται η γενιά μας
πως κρατάει, από του Δία την εμπνοή
κι από τ᾽ αγίου χεριού του τ᾽ ακούμπισμα
στην οιστρόδιωχτη επάνω Αγελάδα.
Ικετ_20τῆσδ᾽ ἀφικοίμεθα
σὺν τοῖσδ᾽ ἱκετῶν ἐγχειριδίοις,
ἐριοστέπτοισι κλάδοισιν;
ὦ πόλις, ὦ γῆ, καὶ λευκὸν ὕδωρ,
ὕπατοί τε θεοί, καὶ βαρύτιμοι
Σε ποιά χώρα λοιπόν θενα φτάναμε
για μας, άλλη απ᾽ αυτή, πιο καλόδεχτη
μ᾽ αυτά της ικεσίας στα χέρια μας
τα κλαδιά με ταινίες ζωσμένα;
Μα ω συ πόλη, μα ω γη και καθάρια νερά
Ικετ_25χθόνιοι θήκας κατέχοντες,
καὶ Ζεὺς σωτὴρ τρίτος, οἰκοφύλαξ
ὁσίων ἀνδρῶν, δέξασθ᾽ ἱκέτην
τὸν θηλυγενῆ στόλον αἰδοίῳ
πνεύματι χώρας· ἀρσενοπληθῆ δ᾽
κι ω θεοί τ᾽ ουρανού και του κάτω του κόσμου, που
τους τρισέβαστους τάφους κατέχετε, και συ τρίτος,
ω Δία Σωτήρα μου, που φυλάεις των δικαίων τα σπίτια,
το γυναίκειο δεχτείτε κοπάδι μας, που προσπέφτουμε
ικέτες σας, με φιλέσπλαχνο πνέμα της χώρας.
Ικετ_30ἑσμὸν ὑβριστὴν Αἰγυπτογενῆ,
πρὶν πόδα χέρσῳ τῇδ᾽ ἐν ἀσώδει
θεῖναι, ξὺν ὄχῳ ταχυήρει
πέμψατε πόντονδ᾽· ἔνθα δὲ λαίλαπι
χειμωνοτύπῳ, βροντῇ στεροπῇ τ᾽
Μα το σμάρι το αντρίκιο της άνομης
αιγυπτόσπορης φάρας
, πρι βάλουνε πόδι εδώ στ᾽
αμμουδένιο ακρογιάλι, πίσω, δώστε τους μια, με το γρήγορο
το σκαρί τους να πάνε στο πέλαγος,
όπου αντάρα να βρουν χειμωνόδαρτη
Ικετ_35ὀμβροφόροισίν τ᾽ ἀνέμοις ἀγρίας
ἁλὸς ἀντήσαντες ὄλοιντο,
πρίν ποτε λέκτρων, ὧν θέμις εἴργει,
σφετεριξάμενοι πατραδέλφειαν
τήνδ᾽ ἀκόντων ἐπιβῆναι.
με βροντές μ᾽ αστραπές μ᾽ άγριους δρόλαπες
και χαθούν μες στη λύσσα της θάλασσας,
πριν εμάς, ανιψιές του πατέρα των, κάμουν σκλάβες,
και δίχως να θέλουμε σε κρεβάτια ανεβούν που
δε στρέγει κι ο θείος ο Νόμος.
Ικετ_40νῦν δ᾽ ἐπικεκλομένα [στρ. α]
Δῖον πόρτιν ὑπερ-
πόντιον τιμάορ᾽ ἶνίν τ᾽
ἀνθονόμον τᾶς προγόνου
βοὸς ἐξ ἐπιπνοίας
Τώρα πέρ᾽ απ᾽ τη θάλασσα καλώ
μάρτυρα και διαφεντευτή μου
το θεϊκό το μοσκάρι,
της ανθοβόσκητης της βοϊδοκεράς,
προγόνισσάς μου, το βλαστάρι·
Ικετ_45Ζηνός· ἔφαψιν ἐπωνυμίᾳ
δ᾽ ἐπεκραίνετο μόρσιμος αἰὼν
εὐλόγως, Ἔπαφόν τ᾽ ἐγέννασεν·

ὅντ᾽ ἐπιλεξαμένα, [ἀντ. α]
που αφού από του Δία την εμπνοή
κι από το χεροχάιδεμά του
ήρθε την ώρα την μοιρόγραφτη στο φως,
ταιριαστό πήρεν «Έπαφος»
με δίκιο τ᾽ ονομάτισμά του.
Ικετ_50νῦν ἐν ποιονόμοις
ματρὸς ἀρχαίας τόποις τῶν
πρόσθε πόνων μνασαμένα
τά τε νῦν ἐπιδείξω
πιστὰ τεκμήρια γαιονόμοις,
Αυτόν αφού καλέσω μάρτυρα στα χλωρά
τώρα εδώ τα βοσκοτόπια της αρχαίας του μάνας,
κι αναθυμηθώ τα τόσα παραδείρια της και ποδοκόπια,
για τη γενιά μας έπειτα πιστεύω πως θα φανερώσω
τέτοια σημάδια αλάθευτα
Ικετ_55τὰ δ᾽ ἄελπτά περ ὄντα φανεῖται.
γνώσεται δὲ λόγους τις ἐν μάκει.

εἰ δὲ κυρεῖ τις πέλας οἰωνοπόλων [στρ. β]
ἔγγαιος οἶκτον [οἰκτρὸν] ἀίων,
στης χώρας τους κατοίκους, που όσο κι ανέλπιστα αν
φανούν, προβαίνοντας αληθινά τα λόγια μου θα νιώσουν.

Κι αν απ᾽ τους ντόπιους λάχει εδώ σιμά κανείς που των πουλιών
τη γλώσσα να γνωρίζει γρικώντας τα πικρά τα μοιρολόγια μου,
Ικετ_60δοξάσει τιν᾽ ἀκούειν ὄπα τᾶς Τηρεΐας
† Μήτιδος οἰκτρᾶς ἀλόχου,
κιρκηλάτου τ᾽ Ἀηδόνης,

ἅτ᾽ ἀπὸ χώρων ποταμῶν τ᾽ ἐργομένα [ἀντ. β]
πενθεῖ μὲν οἶκτον ἠθέων,
πως της γυναίκας του Τηρέα της θλιβερής
της γερακοκυνήγητης αηδόνας
ν᾽ ακούει τους θρήνους θα νομίζει.

Που από τα πρωτινά τα κατατόπια της αποδιωγμένη
μύρεται και κλαίει στα νέα τα ξένα της λημέρια
Ικετ_65ξυντίθησι δὲ παιδὸς μόρον, ὡς αὐτοφόνως
ὤλετο πρὸς χειρὸς ἕθεν
δυσμάτορος κότου τυχών·

τὼς καὶ ἐγὼ φιλόδυρτος Ἰαονίοισι νόμοισι [στρ. γ]
κι αναθιβάλλει του παιδιού της το χαμό,
που απ᾽ τα δικά της σφάχτηκε τα χέρια
πάνω στης κακομάνας του τον άθεο το θυμό.

Έτσι κι εγώ σε μελωδίες ιωνικές
Ικετ_70δάπτω τὰν ἁπαλὰν
εἱλοθερῆ παρειὰν
ἀπειρόδακρύν τε καρδίαν.
γοεδνὰ δ᾽ ἀνθεμίζομαι
δειμαίνουσα φίλους, τᾶσδε φυγᾶς
θρηνώντας η γογγύχτρα τ᾽ απαλά μου
νειλοθρεμμένα σκίζω μάγουλα και την αμάθητη
από πριν βόσκω με κλάιματα καρδιά μου·
τ᾽ άνθη του θρήνου, οϊμέ, κορφολογώ, γιατί από φόβο
είναι η ψυχή γιομάτη, μήπως σ᾽ αυτή μου τη φυγή
Ικετ_75Ἀερίας ἀπὸ γᾶς
εἴ τις ἐστὶ κηδεμών.

ἀλλά, θεοὶ γενέται, κλύετ᾽ εὖ τὸ δίκαιον ἰδόντες· [ἀντ. γ]
ἥβᾳ μὴ τέλεον
από την Αερία τη γη
δε βρω κανέν᾽ από δικούς προστάτη.

Μα ω της γενιάς μου εσείς θεοί, απαντοχή γενείτε μου
και σκέπη το δίκιο βλέποντας· ή, κι αν δε δώσετε
Ικετ_80δόντες ἔχειν παρ᾽ αἶσαν,
ὕβριν δ᾽ ἐτύμως στυγοῦντες,
πέλοιτ᾽ ἂν ἔνδικοι γάμοις.
ἔστι δὲ κἀκ πολέμου τειρομένοις
βωμὸς ἀρῆς φυγάσιν
να βρω τέλεια δικαίωση, καθώς πρέπει,
στην άθεη βία την οργή σας στρέψετε
και δίκαια για τους γάμους μου κάμετε κρίση·
ως κι όποιος καταπονεθεί στον πόλεμο, κυνηγημένος,
του χαμού του λυτρωμό στο θεοσέβαστο βωμό
Ικετ_85ῥῦμα, δαιμόνων σέβας.
† εἴθ᾽ εἴη Διὸς εὖ παναληθῶς [στρ. δ]
Διὸς ἵμερος· οὐκ εὐθήρατος ἐτύχθη.
παντᾷ τοι φλεγέθει
κἀν σκότῳ μελαίνᾳ ξὺν τύχᾳ
θα βρει καταφυγή αν ζητήσει.
Στο Δία ας έχω όλα τα θάρρη μου,
κι αν είναι ανεξιχνίαστο το θέλημά του,
μ᾽ άξαφν᾽ αστράφτει και φεγγοβολά
και μες τα σκότη, με τη μαύρη συμφορά
Ικετ_90μερόπεσσι λαοῖς.
πίπτει δ᾽ ἀσφαλὲς οὐδ᾽ ἐπὶ νώτῳ [ἀντ. δ]
κορυφᾷ Διὸς εἰ κρανθῇ πρᾶγμα τέλειον.
δαυλοὶ γὰρ πραπίδων
δάσκιοί τε τείνουσιν πόροι
για τους εφήμερους ανθρώπους εδώ κάτου.
Ολόρθο πέφτει κι όχι ανάτριχα
ό,τι στα τέλεια της βουλής του θα ωριμάσει·
γιατί πυκνοί του θείου του νου
οι δρόμοι και βαθύσκιωτοι τραβούν,
Ικετ_95κατιδεῖν ἄφραστοι.

ἰάπτει δ᾽ ἐλπίδων [στρ. ε ]
ἀφ᾽ ὑψιπύργων πανώλεις
βροτούς, βίαν δ᾽ οὔτιν᾽ ἐξοπλίζει·
που μάτι δεν μπορεί να ξεσκεπάσει.

Αυτός κι από τις ψηλοπύργωτες ελπίδες κάτω
τους γκρεμίζει στου ολέθρου τους ανθρώπους
το βυθό, χωρίς με βία το χέρι του να οπλίζει·
Ικετ_100πᾶν ἄπονον δαιμονίων·
ἥμενος ὃν φρόνημά πως
αὐτόθεν ἐξέπραξεν ἔμ-
πας ἑδράνων ἀφ᾽ ἁγνῶν.
ἰδέσθω δ᾽ εἰς ὕβριν [ἀντ. ε]
κόπο δε δίνει στη θεότη τίποτα,
πάνω στον ουρανό της θρονιασμένη
κι απ᾽ τους αγίους ψηλά τους θρόνους της
όμως η πάσα της βουλή τελειωμένη.
Μ᾽ ας στρέψει μάτι στην ανθρώπινη αποκοτιά,
Ικετ_105βρότειον, οἵα νεάζει,
πυθμὴν δι᾽ ἁμὸν γάμον τεθαλὼς
δυσπαραβούλοισι φρεσίν,
καὶ διάνοιαν μαινόλιν
να δει πώς ξανανιώνει και, σαν κορμός, μ᾽ αγύριστη
κακογνωμιά για τους δικούς μου γάμους ξεφουντώνει,
και την κεντά η μανία του λογισμού
μ᾽ αφεύγατη βουκέντρα ζευγολάτη
Ικετ_110κέντρον ἔχων ἄφυκτον, ἄ-
τᾳ δ᾽ ἀπάταν μεταγνούς.
τοιαῦτα πάθεα μέλεα θρεομένα λέγω [στρ. ζ]
λιγέα βαρέα δακρυοπετῆ,
ἰὴ ἰή,
για να πλερώσει με ξολοθρεμό
νου τη θεοβλάβεια και την απάτη.
Τέτοια πικρά δύρομαι πάθη θλιβερά
στο δάκρυ μου πνιγμένη, αλί!
με βαριοστεναγμούς, αλί μου, αλί!
Ικετ_115ἰηλέμοισιν ἐμπρεπῆ·
ζῶσα γόοις με τιμῶ.
ἱλεῶμαι μὲν Ἀπίαν βοῦνιν, [ἐφυμν. α]
καρβᾶνα δ᾽ αὐδὰν εὖ, γᾶ, κοννεῖς.
που πρέπουνε σε θρήνους νεκρικούς,
και μόνη μου μοιρολογούμαι ζωντανή.
Μα εσύ, βουνίσια Απία γη, λεήσου με, αν
τη ξενική φωνή μου, ω γη, καταλαβαίνεις·
Ικετ_120πολλάκι δ᾽ ἐμπίτνω λακίδι σὺν λινοσινεῖ
Σιδονίᾳ καλύπτρᾳ.

θεοῖς δ᾽ ἐναγέα τέλεα πελομένων καλῶς [ἀντ. ζ]
ἐπίδρομ᾽, ὁπόθι θάνατος ἀπῇ.
νά, που το χέρι επανωτά με λινοξέσκλιδη φθορά
στους πέπλους τους Σιδώνιους κατεβαίνει.

Στους θεούς τρέχουνε σωρός οι προσφορές, οι άνθρωποι
όταν δυστυχούν και στέκει ο θάνατος κοντά·
Ικετ_125ἰὼ ἰώ,
ἰὼ δυσάγκριτοι πόνοι.
ποῖ τόδε κῦμ᾽ ἀπάξει;
ἱλεῶμαι μὲν Ἀπίαν βοῦνιν, [ἐφυμν. α]
κ᾽ εμένα, αλιά και τρισαλιά!
στις αξεδιάλυτες τις συμφορές
και πού το κύμα θα με σύρει αυτό και πού;
Μα εσύ, βουνίσια Απία γη,
Ικετ_130καρβᾶνα δ᾽ αὐδὰν εὖ, γᾶ, κοννεῖς.
πολλάκι δ᾽ ἐμπίτνω λακίδι σὺν λινοσινεῖ
Σιδονίᾳ καλύπτρᾳ.

πλάτα μὲν οὖν [στρ. η]
λεήσου με, αν τη ξενική φωνή μου, ω γη,
καταλαβαίνεις· νά, που το χέρι επανωτά με λινοξέσκλιδη φθορά
στους πέπλους τους Σιδώνιους κατεβαίνει.

Αλήθεια τα κουπιά κι η στέρεα η ξυλοδεσιά
Ικετ_135λινορραφής τε δόμος ἅλα στέγων δορὸς
ἀχείματόν μ᾽ ἔπεμπε σὺν
πνοαῖς· οὐδὲ μέμφομαι·
τελευτὰς δ᾽ ἐν χρόνῳ
πατὴρ ὁ παντόπτας
βαστώντας τα νερά και του πελάου το κύμα
με κατευόδωσαν εδώ με δίχως τρικυμιά
– παράπονο δεν έχω – κι όλο πρίμα·
μ᾽ άμποτε νά ηταν κι ο πατέρας μου
ο Δίας, που δύνεται ό,τι θέλει,
Ικετ_140πρευμενεῖς κτίσειεν.
σπέρμα σεμνᾶς μέγα ματρός, εὐνὰς [ἐφυμν. β]
ἀνδρῶν, ἒ ἔ,
ἄγαμον ἀδάματον ἐκφυγεῖν.
θέλουσα δ᾽ αὖ [ἀντ. η]
να μας αξίωνε όμοια και τα τέλη.
Και σπέρμα τόσο σεβαστής
μητέρας, να ξεφύγω ας δώσει
τ᾽ αντρίκια τ᾽ αγκαλιάσματα
κι απ᾽ το ζυγό του γάμου ας με γλιτώσει.
Ικετ_145θέλουσαν ἁγνά μ᾽ ἐπιδέτω Διὸς κόρα,
ἔχουσα σέμν᾽ ἐνώπι᾽ ἀ-
σφαλέα, παντὶ δὲ σθένει
† διωγμοῖσι δ᾽ ἀσφαλέας
ἀδμῆτος ἀδμήτα
Και μ᾽ όση πίστη εγώ βοηθό την προσκαλώ, τόσο
του Δία κι η πάναγνη Κόρη ας το στρέξει από τη σεμνοπρόσωπη
την όψη σπλαχνικό το βλέμμα της
επάνω μου να στρέψει. κι αγαναχτώντας μ᾽ όση της
οργή για τους κατατρεμούς μου εμένα,
Ικετ_150ῥύσιος γενέσθω.
σπέρμα σεμνᾶς μέγα ματρός, εὐνὰς [ἐφυμν. β]
ἀνδρῶν, ἒ ἔ,
ἄγαμον ἀδάματον ἐκφυγεῖν.
εἰ δὲ μή, μελανθὲς [στρ. θ]
παρθένα ας με λυτρώνει την παρθένα·
Και σπέρμα τόσο σεβαστής μητέρας, να ξεφύγω
ας δώσει τ᾽ αντρίκια τ᾽ αγκαλιάσματα
κι απ᾽ το ζυγό του γάμου ας με γλιτώσει.
Ειδεμή η γέννα η μελαψή
Ικετ_155ἡλιόκτυπον γένος
τὸν γάιον,
τὸν πολυξενώτατον,
Ζῆνα τῶν κεκμηκότων
ἱξόμεσθα σὺν κλάδοις
κι ηλιοκαμένη, εμείς,
στο Δία του Κάτω κόσμου θα στραφούμε,

που ξένους δέχεται πολλούς στα σπίτια του
– όλους τους νεκρούς – και με κλαδιά στην αγκαλιά
και με κρεμάθρες στους λαιμούς
Ικετ_160ἀρτάναις θανοῦσαι,
μὴ τυχοῦσαι θεῶν Ὀλυμπίων.
ἆ Ζήν, Ἰοῦς· ἰὼ μῆνις [ἐφυμν. γ]
μάστειρ᾽ ἐκ θεῶν·
κοννῶ δ᾽ ἄταν
σ᾽ αυτόν θα κατεβούμε, μια που
δεν ηύραμε βοηθούς του Ολύμπου τους Θεούς.
Ω Δία, ω το θεόργητο
κυνήγι της Ιώς αλί!
τη νιώθω τη συζυγική τη ζούλια, την οργή
Ικετ_165γαμετᾶν οὐρανονίκων.
χαλεποῦ γὰρ ἐκ
πνεύματος εἶσι χειμών.
καὶ τότ᾽ οὐ δικαίοις [ἀντ. θ]
Ζεὺς ἐνέξεται ψόγοις,
που όλο τον ουρανό νικά·
γιατ᾽ από τ᾽ άγριο μάνιασμα
τ᾽ ανέμου βγαίνει η τρικυμιά.
Και θα ᾽χουν να κατηγορούν το Δία τότε φανερά
και τ᾽ άδικ᾽ όλο επάνω του θα πέσει
,
Ικετ_170τὸν τᾶς βοὸς
παῖδ᾽ ἀτιμάσας, τὸν αὐ-
τός ποτ᾽ ἔκτισεν γόνῳ,
νῦν ἔχων παλίντροπον
ὄψιν ἐν λιταῖσιν;
αν το δαμαλογέννητο
παιδί, που μια φορά
από τον ίδιο βλάστησε,
καταφρονέσει
, κι αν από τις
λιτανείες μας τις θερμές
Ικετ_175ὑψόθεν δ᾽ εὖ κλύοι καλούμενος.
‹ἆ Ζήν, Ἰοῦς· ἰὼ μῆνις [ἐφυμν. γ]
μάστειρ᾽ ἐκ θεῶν·
κοννῶ δ᾽ ἄταν
γαμετᾶν οὐρανονίκων.
χαλεποῦ γὰρ ἐκ
πνεύματος εἶσι χειμών.›
την όψη του αποστρέψει.
Ω Δία, ω το θεόργητο
κυνήγι της Ιώς, αλί!
τη νιώθω τη συζυγική τη ζούλια, την οργή
που όλο τον ουρανό νικά·
γιατ᾽ από τ᾽ άγριο μάνιασμα
τ᾽ ανέμου βγαίνει η τρικυμιά.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

ΔΑΝΑΟΣ
παῖδες, φρονεῖν χρή· ξὺν φρονοῦντι δ᾽ ἥκετε
πιστῷ γέροντι τῷδε ναυκλήρῳ πατρί.
καὶ τἀπὶ χέρσου νῦν προμηθίαν λαβεῖν
αἰνῶ φυλάξαι θ᾽ ἅμ᾽ ἔπη δελτουμένας.
ΔΑΝΑΟΣ
Κόρες μου, εδώ χρειάζεται νους, όπως είχε νου κι
ο πιστός σας γέροντας αυτός πατέρας, που σας οδήγησεν
εδώ καραβοκύρης· τώρ᾽ άγρυπνος και στη στεριά, σας συμβουλεύω
να γράψετε τα λόγια μου μέσα στο νου σας:
Ικετ_180ὁρῶ κόνιν, ἄναυδον ἄγγελον στρατοῦ·
σύριγγες οὐ σιγῶσιν ἀξονήλατοι·
ὄχλον δ᾽ ὑπασπιστῆρα καὶ δορυσσόον
λεύσσω, ξὺν ἵπποις καμπύλοις τ᾽ ὀχήμασιν·
τάχ᾽ ἂν πρὸς ἡμᾶς τῆσδε γῆς ἀρχηγέται
Βλέπω εκεί κάτω κορνιαχτό, βουβό σημάδι
κάποιου ερχομού· νά, και πλήθος ξεχωρίζω
μ᾽ ασπίδες και κοντάρια που ᾽ρχονται καβάλα,
κι άλλοι πάνω σ᾽ αμάξια· θα ᾽ναι δίχως άλλο
αυτής της χώρας οι άρχοντες
, που θα ᾽χουν μάθει
Ικετ_185ὀπτῆρας εἷεν ἀγγέλων πεπυσμένοι.
ἀλλ᾽ εἴτ᾽ ἀπήμων εἴτε καὶ τεθηγμένος
ὠμῇ ξὺν ὀργῇ τῶνδ᾽ ἐπόρνυται στόλος,
ἄμεινόν ἐστι παντὸς εἵνεκ᾽, ὦ κόραι,
πάγον προσίζειν τόνδ᾽ ἀγωνίων θεῶν.
τον ερχομό μας κι έρχονται να δουν και μόνοι.
Μα είτε χωρίς κακό σκοπόν, είτε και μ᾽ άγρια κατά μας έχει οργή
ξεσηκωθεί ο στρατός των, για κάθε, λέω, περίσταση
πιο καλό θα ᾽ναι να μαζευθείτε δίπλα εδώ πάνω στις έδρες
των αγωνίων θεών, γιατ᾽ από κάθε πύργο
Ικετ_190κρεῖσσον δὲ πύργου βωμός, ἄρρηκτον σάκος.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα βᾶτε, καὶ λευκοστεφεῖς
ἱκτηρίας, ἀγάλματ᾽ αἰδοίου Διός,
σεμνῶς ἔχουσαι διὰ χερῶν εὐωνύμων,
αἰδοῖα καὶ γοεδνὰ καὶ ζαχρεῖ᾽ ἔπη
πιο δυνατός είν᾽ ο βωμός κι άθραυστη ασπίδα.
Λοιπόν βιαστείτε και στ᾽ αριστερά σας χέρια
σεμνά κρατώντας τα κλαδιά της ικεσίας
– του Δία καμάρι – ν᾽ αποκρίνεστε στους ξένους
ταπεινά και κλαυτά κι όπως το θέλ᾽ η ανάγκη
Ικετ_195ξένους ἀμείβεσθ᾽, ὡς ἐπήλυδας πρέπει,
τορῶς λέγουσαι τάσδ᾽ ἀναιμάκτους φυγάς.
φθογγῇ δ᾽ ἑπέσθω πρῶτα μὲν τὸ μὴ θρασύ,
τὸ μὴ μάταιον δ᾽ ἐκ † μετώ πω σωφρονῶν
ἴτω προσώπων ὄμματος παρ᾽ ἡσύχου.
σαν πρόσφυγες οπού είμαστε, και να τους πείτε να μάθουν
καθαρά πως καθαρός από αίμα είν᾽ ο ερχομός μας· και θυμάστε
πρώτ᾽ απ᾽ όλα όχι πολύ ξεθαρρετή να ᾽ναι η φωνή σας,
μα η όψη σεμνοπρόσωπη με ήσυχο βλέμμα
την άδολή σας να μηνά την ειλικρίνεια·
Ικετ_200καὶ μὴ πρόλεσχος μηδ᾽ ἐφολκὸς ἐν λόγῳ
γένῃ· τὸ τῇδε κάρτ᾽ ἐπίφθονον γένος.
μέμνησο δ᾽ εἴκειν· χρεῖος εἶ ξένη φυγάς.
θρασυστομεῖν γὰρ οὐ πρέπει τοὺς ἥσσονας.

ΔΑΝΑΪΔΕΣ
πάτερ, φρονούντως πρὸς φρονοῦντας ἐννέπεις.
κι ούτε ας προτρέχει η γλώσσα σου κι ούτε του μάκρου να ξεσέρνεις
τα λόγια σου, γιατ᾽ είναι, μάθε, πάρα πολύ του τόπου εδώ δύσκολοι
οι ανθρώποι·
θύμας να υποχωρείς, αφού είσαι της ανάγκης, ξένη κι
αποδιωγμένη και ποτέ δεν πρέπει να ᾽χουν οι πιο μικροί
τη γλώσσα τους μεγάλη.

ΔΑΝΑΪΔΕΣ
Φρόνιμα λόγια λες σε φρόνιμους, πατέρα,
Ικετ_205φυλάξομαι δὲ τάσδε μεμνῆσθαι σέθεν
κεδνὰς ἐφετμάς· Ζεὺς δὲ γεννήτωρ ἴδοι.
ΔΑΝΑΟΣ ἴδοιτο δῆτα πρευμενοῦς ἀπ᾽ ὄμματος.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ θέλοιμ᾽ ἂν ἤδη σοὶ πέλας θρόνους ἔχειν.
ΔΑΝΑΟΣ μή νυν σχόλαζε, μηχανῆς δ᾽ ἔστω κράτος.
και τις σοφές στου συμβουλές θενα κοιτάξω
να ᾽χω στο νου!· και πια βοηθός ο Δίας γενάρχης.
ΔΑΝΑΟΣ Είθε σε μας καλόβουλο να στρέψει μάτι.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Δίπλα σου τώρα στους βωμούς θα πάρω θέση.
ΔΑΝΑΟΣ Μην αργείς, κι είναι η μόνη μας η σωτηρία.
Ικετ_210ΔΑΝΑΪΔΕΣ ὦ Ζεῦ, κόπων οἴκτιρε μἀπολωλότας.
ΔΑΝΑΟΣ κείνου θέλοντος εὖ τελευτήσει τάδε.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
ΔΑΝΑΟΣ καὶ Ζηνὸς ὄρνιν τόνδε νῦν κικλῄσκετε.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ καλοῦμεν αὐγὰς ἡλίου σωτηρίους.
ΔΑ. ἁγνόν τ᾽ Ἀπόλλω, φυγάδ᾽ ἀπ᾽ οὐρανοῦ θεόν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Λυπήσου, Δία, τους πόνους μας πρι να χαθούμε.
ΔΑΝΑΟΣ Αν θέλει εκείνος, όλα σε καλό θα βγούνε.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
ΔΑΝΑΟΣ Τώρα καλέστε κι αυτόν το γιο του Δία.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Του Ήλιου καλούμε το λαμπρό σωτήριο φέγγος.
ΔΑΝΑΟΣ Και τον αγνό, τ᾽ ουρανού εξόριστο, το Φοίβο.
Ικετ_215ΔΑΝΑΪΔΕΣ εἰδὼς ἂν αἶσαν τήνδε συγγνοίη βροτοῖς.
ΔΑΝΑΟΣ συγγνοῖτο δῆτα καὶ παρασταίη πρόφρων.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ τίν᾽ οὖν κικλῄσκω τῶνδε δαιμόνων ἔτι;
ΔΑΝΑΟΣ ὁρῶ τρίαιναν τήνδε σημεῖον θεοῦ.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἀλλ᾽ εὖ τ᾽ ἔπεμψεν εὖ τε δεξάσθω χθονί.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Θνητούς να ελεηθεί, που απ᾽ όμοια ξέρει τύχη.
ΔΑΝΑΟΣ Ας σπλαχνιστεί λοιπόν και πρόθυμ᾽ ας βοηθήσει.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ποιόν άλλο απ᾽ τους θεούς εδώ να κράξω ακόμα;
ΔΑΝΑΟΣ Βλέπω κι αυτή την τρίαινα, θεού σημάδι.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Βοηθός μου ας είν᾽ και στη στεριά, όπως στο κύμα.
Ικετ_220ΔΑΝΑΟΣ Ἑρμῆς ὅδ᾽ ἄλλος τοῖσιν Ἑλλήνων νόμοις.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἐλευθέροις νυν ἐσθλὰ κηρυκευέτω.
ΔΑΝΑΟΣ πάντων δ᾽ ἀνάκτων τῶνδε κοινοβωμίαν
σέβεσθ᾽· ἐν ἁγνῷ δ᾽ ἑσμὸς ὡς πελειάδων
ἵζεσθε κίρκων τῶν ὁμοπτέρων φόβῳ,
ΔΑΝΑΟΣ Κι ο Ερμής αυτός, άλλος εδώ από το δικό μας.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ελευθερίας μηνύματα καλ᾽ ας μας φέρει.
ΔΑΝΑΟΣ Και τον κοινόν αυτόν βωμό των θεών όλων τιμήσετε·
κι εδώ στον ιερό τον τόπο καθίστε, σαν περιστεριών σμάρι
σκιαγμένο από γεράκια ομόφτερα, που βεβηλώνουν
Ικετ_225ἐχθρῶν ὁμαίμων καὶ μιαινόντων γένος.
ὄρνιθος ὄρνις πῶς ἂν ἁγνεύοι φαγών;
πῶς δ᾽ ἂν γαμῶν ἄκουσαν ἄκοντος πάρα
ἁγνὸς γένοιτ᾽ ἄν; οὐδὲ μὴ ᾽ν Ἅιδου θανὼν
φύγῃ ματαίων αἰτίας, πράξας τάδε.
εχθρικά τη συγγένεια και το ένα το αίμα·
γιατί πώς θα ᾽ναι αμόλευτο πουλί, που φάει άλλο πουλί;
και πώς ένας που αθέλητά της γυναίκα πάρει απ᾽ τον πατέρα της
με βία, αγνός θα ονομαστεί; μα και στον Άδη
ακόμα νεκρός, το κρίμα που έπραξε, δε θα ξεφύγει.
Ικετ_230κἀκεῖ δικάζει τἀμπλακήμαθ᾽, ὡς λόγος,
Ζεὺς ἄλλος ἐν καμοῦσιν ὑστάτας δίκας.
σκοπεῖτε, κἀμείβεσθε τόνδε τὸν τρόπον,
ὅπως ἂν ὑμῖν πρᾶγος εὖ νικᾷ τόδε.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
ποδαπὸν ὅμιλον τόνδ᾽ ἀνελληνόστολον
γιατί, όπως λέγουν, άλλος Δίας εκεί δικάζει
μες στους νεκρούς τα κρίματα σε στερνή κρίση.

Αυτά έχετε στο νου και ν᾽ αποκρίνεστ᾽ έτσι,
που καλήν έκβαση για μας να ᾽χει το πράμα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Ποιό να ᾽ν᾽ αυτό το ανελληνόστολο το πλήθος
Ικετ_235πέπλοισι βαρβάροισι κἀμπυκώμασι
χλίοντα προσφωνοῦμεν; οὐ γὰρ Ἀργολὶς
ἐσθὴς γυναικῶν οὐδ᾽ ἀφ᾽ Ἑλλάδος τόπων.
ὅπως δὲ χώραν οὔτε κηρύκων ὕπο,
ἀπρόξενοί τε, νόσφιν ἡγητῶν, μολεῖν
με ξενικιά εντυμή και πέπλα στολισμένο
που προσφωνούμε; βέβαια Αργολική δεν είναι
ουδ᾽ απ᾽ τα μέρη η φορεσιά σας της Ελλάδας.

Μα πώς στη χώρα εδώ τολμήσετε να ρθείτε
άφοβα χωρίς συνοδειά κηρύκων,
δίχως
Ικετ_240ἔτλητ᾽ ἀτρέστως, τοῦτο θαυμαστὸν πέλει.
κλάδοι γε μὲν δὴ κατὰ νόμους ἀφικτόρων
κεῖνται παρ᾽ ὑμῶν πρὸς θεοῖς ἀγωνίοις·
μόνον τόδ᾽ Ἑλλὰς χθὼν συνοίσεται στόχῳ.
† καὶ τἄλλα πόλλ᾽ ἐπεικάσαι δίκαιον ἦν,
xxx
πρόξενο μ᾽ ούτε κι οδηγό, για με είναι θάμα.
Βέβαια κλαδιά από μέρος σας, κατά τους νόμους
των ικετών, βλέπω στημένα στους βωμούς μας·

μα μόνο απ᾽ το σημάδι αυτό θα ᾽χε η Ελλάδα
να συμπεράνει· όσο για τ᾽ άλλα, πολλ᾽ ακόμα
θα μπορούσε κανείς να στοχασθεί, αν δεν ήταν
Ικετ_245εἰ μὴ παρόντι φθόγγος ἦν ὁ σημανῶν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ εἴρηκας ἀμφὶ κόσμον ἀψευδῆ λόγον.
ἐγὼ δὲ πρὸς σὲ πότερον ὡς ἔτην λέγω,
ἢ τηρὸν ἱεροῦ ῥάβδον, ἢ πόλεως ἀγόν;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ πρὸς ταῦτ᾽ ἀμείβου καὶ λέγ᾽ εὐθαρσὴς ἐμοί.
εμπρός ο λόγος όλα να τα ξεδιαλύνει.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ψέμα δεν είν᾽ αυτά που λες για την στολή μας·
μα εγώ με ποιόν εσέ μιλώ; μ᾽ απλόν πολίτη;
με ραβδούχο του Ερμή; ή μ᾽ άρχοντα της χώρας;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Μ᾽ όλο το θάρρος λεύτερα μπορείς σε μένα
να μιλάς κι αποκρίνεσαι·
Ικετ_250τοῦ γηγενοῦς γάρ εἰμ᾽ ἐγὼ Παλαίχθονος
ἶνις Πελασγός, τῆσδε γῆς ἀρχηγέτης.
ἐμοῦ δ᾽ ἄνακτος εὐλόγως ἐπώνυμον
γένος Πελασγῶν τήνδε καρποῦται χθόνα.
καὶ πᾶσαν αἶαν, ἧς δί᾽ ἁγνὸς ἔρχεται
γιατί του ντόπιου του Παλαίχθονα ο γιος,
ο Πελασγός, εγώ είμαι,
αυτής της χώρας ο άρχοντας και
που από μένα το βασιλιά τους φυσικά ονοματισμένοι
οι Πελασγοί καρπίζονται τη χώρα τούτη·
κι όλα τα μέρη, που ο αγνός περνάει
Ικετ_255Στρυμών, τὸ πρὸς δύνοντος ἡλίου, κρατῶ.
ὁρίζομαι δὲ τήν τε Περραιβῶν χθόνα,
Πίνδου τε τἀπέκεινα, Παιόνων πέλας,
ὄρη τε Δωδωναῖα· συντέμνει δ᾽ ὅρος
ὑγρᾶς θαλάσσης· τῶνδε τἀπὶ τάδε κρατῶ.
Στρυμόνας κι αφήνει δυτικά, στην εξουσία μου έχω,
κι ακόμα ορίζω και των Περραιβών τη χώρα και τα κείθ᾽
απ᾽ τον Πίνδο, προς την Παιονία, και της Δωδώνης
τα βουνά, ως εκεί που κόβει της θάλασσας το σύνορο·
αυτούς τους τόπους ορίζω κάτω ίσαμ᾽ εδώ·
Ικετ_260αὐτῆς δὲ χώρας Ἀπίας πέδον τόδε
πάλαι κέκληται φωτὸς ἰατροῦ χάριν.
Ἆπις γὰρ ἐλθὼν ἐκ πέρας Ναυπακτίας
ἰατρόμαντις παῖς Ἀπόλλωνος χθόνα
τήνδ᾽ ἐκκαθαίρει κνωδάλων βροτοφθόρων,
μα η χώρα τούτη που πατείς τώρα, απ᾽ τα παλιά
τα χρόνια Απία έχει απ᾽ τον Άπη ονομαστεί το γιατρομάντη
του Απόλλωνα το γιο, που από τη Ναυπακτίαν
αντίπερα ήρθε και καθάρισε τη χώρα
από τ᾽ ανθρωποφτόρα κνώδαλα, που η γη μας
Ικετ_265τὰ δὴ παλαιῶν αἱμάτων μιάσμασι
χρανθεῖσ᾽ ἀνῆκε γαῖα † μηνεῖται ἄκη
δρακονθόμιλον δυσμενῆ ξυνοικίαν.
τούτων ἄκη τομαῖα καὶ λυτήρια
πράξας ἀμέμπτως Ἆπις Ἀργείᾳ χθονὶ
μολυσμένη απ᾽ το μίασμα παλιών αιμάτων
ανάδινε, άστρεγη θεριών συντροφιά αγρίων·
μα τέτοια εκείνος μ᾽ άξιο ζήλο για τη χώρα
του Άργους αντίδοτα έφερε και γιατροσόφια
για να την σώσει, που ηύρε δίκια αντιμισθία,
Ικετ_270μνήμην ποτ᾽ ἀντίμισθον ηὕρετ᾽ ἐν λιταῖς.
ἔχουσα δ᾽ ἤδη τἀπ᾽ ἐμοῦ τεκμήρια
γένος τ᾽ ἂν ἐξεύχοιο καὶ λέγοις πρόσω.
μακράν γε μὲν δὴ ῥῆσιν οὐ στέργει πόλις.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ βραχὺς τορός θ᾽ ὁ μῦθος· Ἀργεῖαι γένος
πάντα να μνημονεύεται στις προσευχές μας.
Κι έτσι αφού τώρα σου ᾽δωκα να με γνωρίσεις,
εμπρός, πες μου λοιπόν και συ τη γενεά σου·
μα ξέρε εδώ δεν αγαπούν τα πολλά λόγια.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Σύντομα θα ᾽ν᾽ τα λόγια μου κι απλά· η γενιά μας
Ικετ_275ἐξευχόμεσθα, σπέρματ᾽ εὐτέκνου βοός·
καὶ ταῦτ᾽ ἀληθῆ πάντα προσφύσω λόγῳ.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἄπιστα μυθεῖσθ᾽, ὦ ξέναι, κλύειν ἐμοί,
ὅπως τόδ᾽ ὑμῖν ἐστιν Ἀργεῖον γένος.
Λιβυστικαῖς γὰρ μᾶλλον ἐμφερέστεραι
καυχιόμαστε πως απ᾽ εδώ κρατάει απ᾽ τ᾽ Άργος κι απ᾽ της καλλίτεκνης
το σπέρμα βοϊδομάνας· πως λέγω αλήθεια, κάθε απόδειξη θα δώσω
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Αυτά που λέτε απίστευτα φαίνουνται,
ξένες, πώς να ᾽ν᾽ εδώ από τ᾽ Άργος
η καταγωγή σας· γιατί πιότερο μοιάζετε
Ικετ_280γυναιξίν ἐστε κοὐδαμῶς ἐγχωρίαις.
καὶ Νεῖλος ἂν θρέψειε τοιοῦτον φυτόν,
Κύπριος χαρακτήρ τ᾽ ἐν γυναικείοις τύποις
εἰκὼς πέπληκται τεκτόνων πρὸς ἀρσένων·
Ἰνδάς τ᾽ ἀκούω νομάδας ἱπποβάμοσιν
σα με γυναίκες της Αφρικής κι όχι καθόλου μ᾽ απ᾽ τις ντόπιες.
τέτοιο θενά ᾽λεγα φυτό πως θρέφει ο Νείλος,
ή και κυπρέικο χάραγμα σε γυναικείες
μορφές
 απ᾽ άντρες να ᾽χει τυπωθεί τεχνίτες·
τέτοιες και στις Ινδίες γρικώ, κατά τα μέρη
Ικετ_285εἶναι καμήλοις ἀστραβιζούσας χθόνα,
παρ᾽ Αἰθίοψιν ἀστυγειτονουμένας.
καὶ τὰς ἀνάνδρους κρεοβόρους [δ᾽] Ἀμαζόνας,
εἰ τοξοτευχεῖς ἦτε, κάρτ᾽ ἂν ᾔκασα
ὑμᾶς. διδαχθεὶς ἂν τόδ᾽ εἰδείην πλέον,
που συνορεύουν με τη γη των Αιθιόπων,
γυναίκες να γυρνούν καβάλα σε καμήλες·
ή για τις αντρογύναικες τις κρεοφάγες σίγουρα
θα σας έπαιρνα τις Αμαζόνες, αν ήσαστε με τόξ᾽ αρματωμένες·

όμως καλύτερ᾽ από σας να μάθω περιμένω,
Ικετ_290ὅπως γένεθλον σπέρμα τ᾽ Ἀργεῖον τὸ σόν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ κλῃδοῦχον Ἥρας φασὶ δωμάτων ποτὲ
Ἰὼ γενέσθαι τῇδ᾽ ἐν Ἀργείᾳ χθονί.
293 ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἦν ὡς μάλιστα, καὶ φάτις πολλὴ κρατεῖ.
πώς είν᾽ η φύτρα κι η γενιά σας από τ᾽ Άργος.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Στης Ήρας τους ναούς εδώ στου Άργους τη χώρα
η Ιώ δε λένε κλειδοκράτισσα πως ήταν;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ήτανε βέβαια κι όλοι αυτό το λόγο ξέρουν.
Ικετ_295ΔΑΝΑΪΔΕΣ μὴ καὶ λόγος τις Ζῆνα μειχθῆναι βροτῷ;

296 ΒΑΣΙΛΕΑΣ κἄκρυπτά γ᾽ Ἥρας ταῦτα τἀμπαλάγματ᾽ ἦν.
298 ΔΑΝΑΪΔΕΣ πῶς οὖν τελευτᾷ βασιλέῳν νείκη τάδε;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ βοῦν τὴν γυναῖκ᾽ ἔθηκεν Ἀργεία θεός.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Μήπως ακόμα έχουν να πουν και πως την
πήρε ο Δίας, κόρη αυτή θνητή, στην αγκαλιά του;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Κι οι αγάπες των κρυφές δε μείνανε απ᾽ την Ήρα.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Και πώς των δύο θεών η αμάχη επήρε τέλος;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Την κόρη η Αργεία θεά την έκανε αγελάδα.
Ικετ_300ΔΑΝΑΪΔΕΣ οὔκουν πελάζει Ζεὺς ἔτ᾽ εὐκραίρῳ βοΐ;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ φασίν, πρέποντα βουθόρῳ ταύρῳ δέμας.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ τί δῆτα πρὸς ταῦτ᾽ ἄλοχος ἰσχυρὰ Διός;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ τὸν πάνθ᾽ ὁρῶντα φύλακ᾽ ἐπέστησεν βοΐ.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ποῖον πανόπτην οἰοβουκόλον λέγεις;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Και ο Δίας δεν την πλησίασε κι έτσι αλλαγμένη;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Λέγουν· αφού μορφή βαρβάτου επήρε ταύρου.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Τί λοιπόν τότε η δυνατή του Δία γυναίκα;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Φυλάχτορα τής έβαλε που τα ᾽βλεπε όλα.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ποιό αγελαδάρη λες αυτόν, πὄβλεπε ολούθε;
Ικετ_305ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ἄργον, τὸν Ἑρμῆς παῖδα γῆς κατέκτανεν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ τί οὖν ἔτευξ᾽ ἔτ᾽ ἄλλο δυσπότμῳ βοΐ;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ βοηλάτην μύωπα κινητήριον.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ οἶστρον καλοῦσιν αὐτὸν οἱ Νείλου πέλας.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ τῇ γάρ νιν ἐκ γῆς ἤλασεν μακρῷ δρόμῳ.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Το γιο της γης, που σκότωσε ο Ερμής, τον Άργο.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Τί άλλο κακό στην άμοιρη έδωσε αγελάδα;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τη μύγα που κινά τα βόδια σ᾽ άγριο δρόμο.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Οίστρο τη μύγα αυτή τη λεν κάτω στο Νείλο.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Κι έτσι απ᾽ τη χώρα σε μακρούς τη βάζει δρόμους.
Ικετ_310ΔΑΝΑΪΔΕΣ καὶ ταῦτ᾽ ἔλεξας πάντα συγκόλλως ἐμοί.
311 ΒΑΣΙΛΕΑΣ καὶ μὴν Κάνωβον κἀπὶ Μέμφιν ἵκετο.

313 ΔΑΝΑΪΔΕΣ καὶ Ζεύς γ᾽ ἐφάπτωρ χειρὶ φιτύει γόνον.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ τίς οὖν ὁ Δῖος πόρτις εὔχεται βοός;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Σύμφωνα κι όλα αυτά μ᾽ όσα εγώ ξέρω μου είπες.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τέλος λοιπόν στον Κάνωβο ήρθε και στη Μέμφη –

ΔΑΝΑΪΔΕΣ Κι ο Δίας φυτεύει τη γενιά της με άγγιγμά του.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Και ποιό Διογέννητο απ᾽ αυτήν μοσκάρι εβγήκε;
Ικετ_315ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ἔπαφος, ἀληθῶς ῥυσίων ἐπώνυμος.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ‹Ἐπάφου δὲ τίς …›
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Λιβύη, μέγιστον γῆς … καρπουμένη.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ τίν᾽ οὖν ἔτ᾽ ἄλλον τῆσδε βλαστημὸν λέγεις;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Βῆλον δίπαιδα, πατέρα τοῦδ᾽ ἐμοῦ πατρός.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ο Έπαφος, που σωστά τ᾽ όνομα πήρε τούτο·
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Κι ύστερα πάλι ποιός γεννήθηκε από κείνον;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Η Λιβύα, η δέσποινα της πιο μεγάλης χώρας.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Και ποιό άλλο λες πως φύτρωσε απ᾽ αυτή βλαστάρι;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ο Βήλος – που ο ένας του γιος αυτός μου είν᾽ ο πατέρας.
Ικετ_320ΒΑΣΙΛΕΑΣ τὸ πάνσοφον νῦν ὄνομα τούτου μοι φράσον.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Δαναός, ἀδελφὸς δ᾽ ἐστὶ πεντηκοντάπαις.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ καὶ τοῦδ᾽ ἄνοιγε τοὔνομ᾽ ἀφθόνῳ λόγῳ.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Αἴγυπτος. εἰδὼς δ᾽ ἁμὸν ἀρχαῖον γένος
πράσσοις ἄν, ὡς Ἀργεῖον ἀντήσας στόλον.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τ᾽ όνομα πε μου του σοφού του γέροντά σου.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Δαναός· κι έχει άλλον αδερφό με γιους πενήντα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Μη μου ζηλέψεις τ᾽ όνομα κι αυτού ν᾽ ακούσω.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Αίγυπτος. – Και μια πὄμαθες το αρχαίο μου
γένος, κάμε σα να συνάντησες Αργείους εμπρός σου.
Ικετ_325ΒΑΣΙΛΕΑΣ δοκεῖτε ‹δή› μοι τῆσδε κοινωνεῖν χθονὸς
τἀρχαῖον· ἀλλὰ πῶς πατρῷα δώματα
λιπεῖν ἔτλητε; τίς κατέσκηψεν τύχη;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἄναξ Πελασγῶν, αἰόλ᾽ ἀνθρώπων κακά,
πόνου δ᾽ ἴδοις ἂν οὐδαμοῦ ταὐτὸν πτερόν·
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Φαίνεστε, αλήθεια, να ᾽χετε μ᾽ αυτή τη χώρα
δεσμούς αρχαίους· μα τώρα έλα και πε μου, τα πατρικά σας
πώς τολμήσατε τα σπίτια ν᾽ αφήσετε, και ποιά κακή
σάς βρήκε τύχη; ΔΑΝΑΪΔΕΣ Λογιώ λογιώ ᾽ναι, βασιλιά μου,
των ανθρώπων οι συμφορές κι ένα κακό δε μοιάζει μ᾽ άλλο·
Ικετ_330ἐπεὶ τίς ηὔχει τήνδ᾽ ἀνέλπιστον φυγὴν
κέλσειν ἐς Ἄργος κῆδος ἐγγενὲς τὸ πρίν,
ἔχθει μεταπτοιοῦσαν εὐναίων γάμων;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ τί φῂς ἱκνεῖσθαι τῶνδ᾽ ἀγωνίων θεῶν,
λευκοστεφεῖς ἔχουσα νεοδρέπτους κλάδους;
γιατί ποιός να μου το ᾽λεγε πως το φευγιό μου
τ᾽ ανέλπιστο θα μ᾽ έφερνε ν᾽ αράξω στο Άργος, στο αρχαίο
συγγενολόγι μου, κυνηγημένη από το φόβο συγγενών μισητών γάμων;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Και για ποιό λόγο επρόσπεσες στους αιώνιους θεούς
μ᾽ αυτά τα νιόκοπα κλαδιά στο χέρι;
Ικετ_335ΔΑΝΑΪΔΕΣ ὡς μὴ γένωμαι δμωὶς Αἰγύπτου γένει.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ πότερα κατ᾽ ἔχθραν, ἢ τὸ μὴ θέμις λέγεις;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ τίς δ᾽ ἂν φιλοῦσ᾽ ὄνοιτο τοὺς κεκτημένους;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ σθένος μὲν οὕτως μεῖζον αὔξεται βροτοῖς.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ καὶ δυστυχούντων γ᾽ εὐμαρὴς ἀπαλλαγή.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Για να μη γίνω στη γενιά του Αιγύπτου σκλάβα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Από έχθρα τάχα, ή το θαρρείς ανόσιο πράμα;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ποιός θέλοντας θ᾽ αγόραζε το σκλαβωμό του;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Μα έτσ᾽ είν᾽ που αυξαίνει η δύναμη μες στους ανθρώπους.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Κι εύκολ᾽ από τους δυστυχείς γλιτώνουν έτσι.
Ικετ_340ΒΑΣΙΛΕΑΣ πῶς οὖν πρὸς ὑμᾶς εὐσεβὴς ἐγὼ πέλω;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ αἰτοῦσι μὴ ᾽κδοὺς παισὶν Αἰγύπτου πάλιν.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ βαρέα σύ γ᾽ εἶπας, πόλεμον ἄρασθαι νέον.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἀλλ᾽ ἡ Δίκη γε ξυμμάχων ὑπερστατεῖ.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ εἴπερ γ᾽ ἀπ᾽ ἀρχῆς πραγμάτων κοινωνὸς ἦν.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Πώς θα δειχτώ ευσεβής λοιπόν απέναντί σας;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Στους γιους, σα με ζητούν, του Αιγύπτου αν δε με δώσεις.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Βαριάν αμάχη απάνω μου ζητάς να πάρω.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Μα πάντα η Δίκη βοηθάει τους πρόμαχούς της.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Βέβαια, αν στην πρώτην αφορμή κι αυτή είχε μέρος.
Ικετ_345ΔΑΝΑΪΔΕΣ αἰδοῦ σὺ πρύμναν πόλεος ὧδ᾽ ἐστεμμένην.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ πέφρικα λεύσσων τάσδ᾽ ἕδρας κατασκίους.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ βαρύς γε μέντοι Ζηνὸς ἱκεσίου κότος.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Παλαίχθονος τέκος, κλῦθί μου [στρ. α]
πρόφρονι καρδίᾳ, Πελασγῶν ἄναξ.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Σεβάσου τους βωμούς, που είν᾽ έτσι στολισμένοι.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τους βλέπω και άγιο αιστάνομαι μπροστά τους τρόμο.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Η οργή του Δία των ικετών βαριά ᾽ναι αλήθεια.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ω τέκνο του Παλαίχθονα, των Πελασγών κορώνα,
απάκουσέ μου, δε με, στης εξορίας μου τον άθλιο τον παραδαρμό,
Ικετ_350ἴδε με τὰν ἱκέτιν φυγάδα περίδρομον,
λυκοδίωκτον ὡς δάμαλιν ἂμ πέτραις
ἠλιβάτοις, ἵν᾽ ἀλκᾷ πίσυνος μέμυ-
κε φράζουσα βοτῆρι μόχθους.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ὁρῶ κλάδοισι νεοδρόποις κατάσκιον
που προστασία σου ζητώ σαν το λυκοκυνήγητο
μοσκάρι, που σ᾽ άβατου γκρεμνού κορφή και θαρρετή
του απαντοχή, με ξεσυρτό μουκανητό του κίντυνού του
μήνυμα φωνάζει στο βοσκό.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Βλέπω τα νιόκοπα κλαδιά ν᾽ αργοσαλεύουν
Ικετ_355νεύονθ᾽ ὅμιλον τόνδ᾽ ἀγωνίων θεῶν.
εἴη δ᾽ ἄνατον πρᾶγμα τοῦτ᾽ ἀστοξένων.
μηδ᾽ ἐξ ἀέλπτων κἀπρομηθήτων πόλει
νεῖκος γένηται· τῶν γὰρ οὐ δεῖται πόλις.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἴδοιτο δῆτ᾽ ἄνατον φυγὰν [ἀντ. α]
πάνω απ᾽ τη σύνοδον αυτή των αγωνίων θεών που ισκιώνουν·
μ᾽ άμποτε να μη μας φέρει ζημιά των συγγενών μας ο ερχομός
των ξένων, μηδέ στην πόλη, απρόβλεπτα, καμιά γεννήσει αμάχη
ανέλπιστη, που δεν την έχει ανάγκη.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Πώς δίχως κρίμα εφύγαμε αλήθεια ας δει κι ας μαρτυρήσει
Ικετ_360ἱκεσία Θέμις Διὸς κλαρίου.
σὺ δὲ παρ᾽ ὀψιγόνου μάθε γεραιόφρων·
ποτιτρόπαιον αἰδόμενος † οὖνπερ
ἱεροδόκα † …
θεῶν λήματ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρὸς ἁγνοῦ.
των ικετών προστάτισσα του Δία η Θέμιδα η τρανή.
μα εσύ με τη γεροντική τη γνώση μάθε κι από με τη νιώτερή σου,
πως όποιος στην ανάγκη του ικέτη ελεηθεί, άξιος δε θα χαθεί
ο μιστός του και στους θεούς καλοδεχτές θενά ᾽ναι πάντα
οι προσφορές του σπλαχνικού του ανθρώπου.
Ικετ_365ΒΑΣΙΛΕΑΣ οὔτοι κάθησθε δωμάτων ἐφέστιοι
ἐμῶν. τὸ κοινὸν δ᾽ εἰ μιαίνεται πόλις,
ξυνῇ μελέσθω λαὸς ἐκπονεῖν ἄκη.
ἐγὼ δ᾽ ἂν οὐ κραίνοιμ᾽ ὑπόσχεσιν πάρος,
ἀστοῖς δὲ πᾶσι τῶνδε κοινώσας πέρι.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Δεν είστε ικέτες καθισμένοι στην εστία των δικών μου
σπιτιών. κι αφού το μίασμα σ᾽ όλη την πόλη ᾽ναι να ᾽ρθει,
κοινή φροντίδα ας λάβει να βρει ο λαός τη γιατρειά·
μα εγώ να δώσω δεν μπορώ βέβαια υπόσχεση, παρ᾽ αφού
πρώτα πάρω τη γνώμη σ᾽ όλα αυτά και του λαού μου.
Ικετ_370ΔΑΝΑΪΔΕΣ σύ τοι πόλις, σὺ δὲ τὸ δήμιον· [στρ. β]
πρύτανις ἄκριτος ὤν,
κρατύνεις βωμόν, ἑστίαν χθονός,
μονοψήφοισι νεύμασιν σέθεν,
μονοσκήπτροισι δ᾽ ἐν θρόνοις χρέος
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Εσύ ᾽σαι η πόλη, εσύ ᾽σαι κι ο λαός
κι όξω από κρίση ανόριστος αφέντης. της χώρας την εστία,
το βωμό, συ διαφεντεύεις. νόμος – ένα σου νέμα μόνο
κι απ᾽ το μονόσκηπτρό σου θρόνο
φέρνεις σε τέλος κάθε σου βουλή·
Ικετ_375πᾶν ἐπικραίνεις· ἄγος φυλάσσου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἄγος μὲν εἴη τοῖς ἐμοῖς παλιγκότοις,
ὑμῖν δ᾽ ἀρήγειν οὐκ ἔχω βλάβης ἄτερ·
οὐδ᾽ αὖ τόδ᾽ εὖφρον, τάσδ᾽ ἀτιμάσαι λιτάς.
ἀμηχανῶ δὲ καὶ φόβος μ᾽ ἔχει φρένας
φυλάξου από το μίασμα το βαρύ!
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Το μίασμα ας πάει να κάθεται με τους εχθρούς μου·
μα δίχως κίντυνο και σας να βοηθήσω δεν ημπορώ· μα ουδέ
και φρόνιμο είναι πάλι τα θερμοπαρακάλια σας να τ᾽ αψηφήσω·
βρίσκομαι στα στενά κι έχ᾽ η καρδιά μου φόβο,
Ικετ_380δρᾶσαί τε μὴ δρᾶσαί τε καὶ τύχην ἑλεῖν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ τὸν ὑψόθεν σκοπὸν ἐπισκόπει, [ἀντ. β]
φύλακα πολυπόνων
βροτῶν, οἳ τοῖς πέλας προσήμενοι
δίκας οὐ τυγχάνουσιν ἐννόμου.
πράξω; μην πράξω και το πιο σωστό επιτύχω;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Κοίτα, ψηλά φροντίζει ένας Σκοπός άγρυπνος
πάντα τους κατατρεμένους που στον παραδαρμό τους
δε θα βρουν από τους ξένους το δίκιο, που από
το νόμο τους χρωστούν·
Ικετ_385μένει τοι Ζηνὸς ἱκταίου κότος
δυσπαραθέλκτους παθόντος οἴκτοις.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ εἴ τοι κρατοῦσι παῖδες Αἰγύπτου σέθεν
νόμῳ πόλεως, φάσκοντες ἐγγύτατα γένους
εἶναι, τίς ἂν τοῖσδ᾽ ἀντιωθῆναι θέλοι;
κι η οργή το Δία των ικετών προσμένει όσους δε συγκινεί
η κλαυτή του παραπόνου των φωνή.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Μ᾽ αν πάνω σου έχουν δικαιώματ᾽ απ᾽ τους νόμους
της χώρας σας του Αιγύπτου οι γιοι, σα συγγενείς σας
που λένε πιο στενοί, πώς να θελήσει ενάντια κανείς να τους σταθεί;
Ικετ_390δεῖ τοί σε φεύγειν κατὰ νόμους τοὺς οἴκοθεν,
ὡς οὐκ ἔχουσι κῦρος οὐδὲν ἀμφὶ σοῦ.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ μή τί ποτ᾽ οὖν γενοίμαν ὑποχείριος [στρ. γ]
κράτεσιν ἀρσένων. ὕπαστρον δέ τοι
μῆχαρ ὁρίζομαι γάμου δύσφρονος
και συ για να βρεις δίκιο πρέπει να δείξεις, πως οι νόμοι σας
δε δίνουν σε κείνους εξουσία καμιά πάνω σε σένα.

ΔΑΝΑΪΔΕΣ Στην τυραννία την αντρική σκλάβα να πέσω
ας μην το σώσω· κάτω από τ᾽ άστρα τ᾽ ουρανού προκρίνω
ατέλειωτο φευγιό, φτάνει απ᾽ τους γάμους που μισώ
Ικετ_395φυγᾷ· ξύμμαχον δ᾽ ἑλόμενος Δίκαν
κρῖνε σέβας τὸ πρὸς θεῶν.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ οὐκ εὔκριτον τὸ κρῖμα· μή μ᾽ αἱροῦ κριτήν.
εἶπον δὲ καὶ πρίν, οὐκ ἄνευ δήμου τάδε
πράξαιμ᾽ ἄν, οὐδέ περ κρατῶν, μὴ καί ποτε
μια να γλιτώσω· μα εσύ της Δίκης διάλεξε σύμμαχος να
σταθείς και κρίνε τί έχεις στους Θεούς εμπρός να σεβαστείς.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Δύσκολ᾽ η κρίση και κριτή μη με διαλέγεις· είπα
και πριν, πως δίχως του λαού τη γνώμη δε θα μπορούσ᾽ απόφαση
καμιά να πάρω, όσο και να ᾽ν᾽ στο χέρι μου, για να μην έχει
Ικετ_400εἴπῃ λεώς, εἴ πού τι μὴ τοῖον τύχοι,
«ἐπήλυδας τιμῶν ἀπώλεσας πόλιν».
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἀμφοτέροις ὁμαίμων τάδ᾽ ἐπισκοπεῖ [ἀντ. γ]
Ζεὺς ἑτερορρεπής, νέμων εἰκότως
ἄδικα μὲν κακοῖς, ὅσια δ᾽ ἐννόμοις.
να πει κανείς, αν τύχει αλλιώς κι ερθεί το πράμα:
«Κατάστρεψες τη χώρα σου για χάρη ξένων».
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ο Δίας, συγγενής μας και των δυο,
απ᾽ το ένα μέρος θενα στρέψει τη θεϊκιά του αντίβαρη
ματιά· τους κακούς τ᾽ άδικο θα βρει,
Ικετ_405τί τῶνδ᾽ ἐξ ἴσου ῥεπομένων μεταλ-
γὲς τὸ δίκαιον ἔρξαι;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ δεῖ τοι βαθείας φροντίδος σωτηρίου,
δίκην κολυμβητῆρος ἐς βυθὸν μολεῖν
δεδορκὸς ὄμμα, μηδ᾽ ἄγαν ᾠνωμένον,
στους δίκαιους ευλογία και ευχή θα περισσέψει· κι αφού
με τέτοια ισιάδα αυτά ζυγίζονται, γιατί να πάρεις δίκια απόφαση
τόσο σε τυραγνεί; ΒΑΣΙΛΕΑΣ Η σωτηρία χρειάζεται βαθειά φροντίδα
και σαν του βουτηχτή, που ως το βυθό να φτάνει,
ξάστερο μάτι ακράσωτο· γιατί έτσι μόνο
Ικετ_410ὅπως ἄνατα ταῦτα πρῶτα μὲν πόλει,
αὐτοῖσί θ᾽ ἡμῖν ἐκτελευτήσει καλῶς,
καὶ μήτε δῆρις ῥυσίων ἐφάψεται,
μήτ᾽ ἐν θεῶν ἕδραισιν ὧδ᾽ ἱδρυμένας
ἐκδόντες ὑμᾶς τὸν πανώλεθρον θεὸν
μπορεί κι η χώρα, πρώτ᾽ απ᾽ όλα να μην πάθει βλάβη καμιά και
σε καλό να βγει το πράμα για μας τους ίδιους κι
ούτε εχθρός να βάλει χέρι σ᾽ ενέχυρ᾽ αρπαχτά, μα ούτε και
μας η ανάγκη μάς σφίξει πίσω να σας δώσομε, που ικέτες
έχετε στους βωμούς προσπέσει των θεών μας,
Ικετ_415βαρὺν ξύνοικον θησόμεσθ᾽ ἀλάστορα,
ὃς οὐδ᾽ ἐν Ἅιδου τὸν ἀλιτόντ᾽ ἐλευθεροῖ.
μῶν οὐ δοκεῖ δεῖν φροντίδος σωτηρίου;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ φρόντισον καὶ γενοῦ [στρ. δ]
πανδίκως εὐσεβὴς πρόξενος·
κι έτσι βαρύ μπάσουμε σύνοικο στα σπίτια, θεό τον εξολοθρευτή,
π᾽ ουδέ στον Άδη τους πεθαμένους παρατά· — Λοιπόν δε θέλει,
σας φαίνεται, βαθειά φροντίδα η σωτηρία;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Βάλε φροντίδα κι ευσεβής
γενού μου ολόδικα ξενοπροστάτης·
Ικετ_420τὰν φυγάδα μὴ προδῷς,
τὰν ἕκαθεν ἐκβολαῖς
δυσθέοις ὀρμέναν·
μηδ᾽ ἴδῃς μ᾽ ἐξ ἑδρᾶν [ἀντ. δ]
πολυθέων ῥυσιασθεῖσαν, ὦ
μην την προδώσεις την εξόριστη,
που από τα πέρατα της γης
ξεσηκωμένη μ᾽ άθεους κατατρεμούς
έχει έξω πέσει απ᾽ τα νερά της.
Και μη δεχτείς, συ που το παν
Ικετ_425πᾶν κράτος ἔχων χθονός.
γνῶθι δ᾽ ὕβριν ἀνέρων
καὶ φύλαξαι κότον.
μή τι τλῇς τὰν ἱκέτιν εἰσιδεῖν [στρ. ε]
ἀπὸ βρετέων βίᾳ
είσαι στη χώρα, να μ᾽ αρπάξουν απ᾽ τους πολύθεους
τους βωμούς συρτή· όσιο δεν έχουν κι ιερό
οι άνομοί μου, μάθε, εχθροί
κι απ᾽ των θεών το χόλιασμα φυλάξου.
Μην το βαστάξεις τις ικέτιδες να δεις
Ικετ_430δίκας ἀγομέναν
ἱππαδὸν ἀμπύκων,
πολυμίτων πέπλων τ᾽ ἐπιλαβὰς ἐμῶν.
ἴσθι γάρ· παισὶ τάδε καὶ δόμοις, [ἀντ. ε.]
ὁπότερ᾽ ἂν κτίσῃς,
στης θείας το πείσμα Δίκης να τις
παίρνουν με το στανιό, σαν άλογα, απ᾽ τ᾽ αγάλματα
κι ανίερα χέρια από τους ξομπλιαστούς
τους πέπλους και τις μπόλιες να τις σέρνουν.
Γιατί να ξέρεις ό,τι αν πράξεις
Ικετ_435μένει δορὶ τίνειν
ὁμοΐαν θέμιν.
τάδε φράσαι· δίκαια Διόθεν κράτη.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ καὶ δὴ πέφρασμαι· δεῦρο δ᾽ ἐξοκέλλεται·
ἢ τοῖσιν ἢ τοῖς πόλεμον αἴρεσθαι μέγαν
θα το βρεις στα σπίτια σου άφευχτα και στα παιδιά σου,
που με την όμοια θα ξοφλήσουν πλερωμή το χρέος στον Άρη·
σκέψου αυτά καλά, δικαιοκρίτης είναι ο Δίας, στοχάσου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Λοιπόν έγινε η κρίση μου κι εδ᾽ όξω πέφτει:
σε πόλεμο ή μ᾽ αυτούς ή με τούτους να ᾽ρθούμε
Ικετ_440πᾶσ᾽ ἔστ᾽ ἀνάγκη, καὶ γεγόμφωται σκάφος
στρέβλαισι ναυτικαῖσιν ὡς προσηγμένον.
ἄνευ δὲ λύπης οὐδαμοῦ καταστροφή.

[καὶ χρήμασιν μὲν ἐκ δόμων πορθουμένοις
γένοιτ᾽ ἂν ἄλλα κτησίου Διὸς χάριν
ανάγκη πάσα· κι έχει το σκαρί στεριώσει
που του ᾽χουν την καρφοδεσιά σφίξει οι μαγγάνες·
δε βλέπω λύση πουθενά με δίχως πόνο,

Αν σου κουρσέψουν τ᾽ αγαθά του σπιτικού σου,
μπορεί, πρώτα ο θεός, κι άλλα να κάμεις πάλι·
Ικετ_445ἄτης γε μείζω, καὶ μετεμπλήσαι γόμον.
καὶ γλῶσσα τοξεύσασα μὴ τὰ καίρια,
448 ἀλγεινὰ θυμοῦ κάρτα κινητήρια,
447 γένοιτο μύθου μῦθος ἂν θελκτήριος·
ὅπως δ᾽ ὅμαιμον αἷμα μὴ γενήσεται,
αν σου ξεφύγουν άπρεπα λόγια απ᾽ το στόμα,
μ᾽ άλλα γλυκόλογα μπορείς να τα γιατρέψεις·
μα για να μη χυθεί δικών σου ανθρώπων αίμα,
πολλές θυσίες χρειάζονται, πολλά σφαχτάρια
σε θεούς πολλούς, τη συμφορά για να ξορκίσεις,
Ικετ_450δεῖ κάρτα θύειν καὶ πεσεῖν χρηστήρια
θεοῖσι πολλοῖς πολλά, πημονῆς ἄκη.]
ἦ κάρτα νείκους τοῦδ᾽ ἐγὼ παροίχομαι·
θέλω δ᾽ ἄιδρις μᾶλλον ἢ σοφὸς κακῶν
εἶναι· γένοιτο δ᾽ εὖ, παρὰ γνώμην ἐμήν.
ή τίποτ᾽ απ᾽ αυτή δε νιώθω την αμάχη·
μα κάλλιο ανίδεος θα ᾽θελα να ήμουνε μάντης,
παρά σοφός για το κακό· κι άμποτε, ενάντια
στην πρόβλεψή μου, σε καλό να βγούνε τέλος.
Ικετ_455ΔΑΝΑΪΔΕΣ πολλῶν ἄκουσον τέρματ᾽ αἰδοίων λόγων.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἤκουσα, καὶ λέγοις ἄν· οὔ με φεύξεται.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἔχω στρόφους ζώνας τε, συλλαβὰς πέπλων.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ τάχ᾽ ἂν γυναικῶν ταῦτα συμπρεπῆ πέλοι.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἐκ τῶνδε τοίνυν, ἴσθι, μηχανὴ καλή—
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Τώρ᾽ απ᾽ τα τόσα μου λοιπόν τα παρακάλια
άκουε το τέλος. ΒΑΣΙΛΕΑΣ Λέγε μου και θα σ᾽ ακούσω.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Γύρω στη μέση μου φορώ, θωρείς, ζωνάρια –
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ε, βέβαια· όπως το θέλει η φορεσιά η γυναίκεια.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Λοιπόν μ᾽ αυτά μια ωραία μηχανή, να ξέρεις –
Ικετ_460ΒΑΣΙΛΕΑΣ λέξον τίν᾽ αὐδὴν τήνδε γηρυθεῖσ᾽ ἔσῃ.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ εἰ μή τι πιστὸν τῷδ᾽ ὑποστήσεις στόλῳ—
ΒΑΣΙΛΕΑΣ τί σοι περαίνει μηχανὴ συζωμάτων;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ νέοις πίναξι βρέτεα κοσμῆσαι τάδε.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ αἰνιγματῶδες τοὔπος· ἀλλ᾽ ἁπλῶς φράσον.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Λέγε, τί θες να πεις μ᾽ αυτά που λες τα λόγια.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Σε μας εδώ, αν υπόσχεση πιστή δε δώσεις –
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Για ποιά θενα σου χρειαστούν μηχανή οι ζώνες·
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Με νέα τους θεούς σας τάματα για να στολίσω.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Μ᾽ αινίγματα λαλείς· πιο απλά δε μου εξηγιέσαι;
Ικετ_465ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἐκ τῶνδ᾽ ὅπως τάχιστ᾽ ἀπάγξασθαι θεῶν.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἤκουσα μαστικτῆρα καρδίας λόγον.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ξυνῆκας· ὠμμάτωσα γὰρ σαφέστερον.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἦ πολλαχῇ γε δυσπάλαιστα πράγματα,
κακῶν δὲ πλῆθος ποταμὸς ὣς ἐπέρχεται·
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Απ᾽ τ᾽ αγάλματα αυτά θα κρεμαστώ ώρα ώρα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Κύριε φύλαγε! μόκοψες στην καρδιά το αίμα.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Μ᾽ ένιωσες τώρα, που πιο ξάστερα σου τα είπα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Παντούθε ανοικονόμητα πράματα με ηύραν·
το πλήθος των κακών σε ρέμα κατεβάζει
Ικετ_470ἄτης δ᾽ ἄβυσσον πέλαγος οὐ μάλ᾽ εὔπορον
τόδ᾽ ἐσβέβηκα, κοὐδαμοῦ λιμὴν κακῶν.
εἰ μὲν γὰρ ὑμῖν μὴ τόδ᾽ ἐκπράξω χρέος,
μίασμ᾽ ἔλεξας οὐχ ὑπερτοξεύσιμον·
εἰ δ᾽ αὖθ᾽ ὁμαίμοις παισὶν Αἰγύπτου σέθεν
και μες σ᾽ αυτή την άβυσσο, που δεν περνιέται,
πελάγωσα της συμφοράς, δίχως να βλέπω λιμάνι πουθενά·
και πρώτα, α δε ξοφλήσω το χρέος αυτό που μου ζητάς,
μίασμα προλέγεις τέτοιο, που δεν το ξεπερνά καμιά σαΐτα·
κι αν πάλι με τους γιους του Αιγύπτου, εξαδερφούς σου,
Ικετ_475σταθεὶς πρὸ τειχέων διὰ μάχης ἥξω τέλους,
πῶς οὐχὶ τἀνάλωμα γίγνεται πικρόν,
ἄνδρας γυναικῶν οὕνεχ᾽ αἱμάξαι πέδον;
ὅμως δ᾽ ἀνάγκη Ζηνὸς αἰδεῖσθαι κότον
ἱκτῆρος· ὕψιστος γὰρ ἐν βροτοῖς φόβος.
έξω σταθώ απ᾽ τα κάστρα μας, να ξεδιαλύνω με τα όπλα τη διαφορά,
πώς δε θενά ᾽ναι πικρ᾽ η σπατάλη μ᾽ αντρών αίμα να ποτίσω για
το χατίρι γυναικών της γης το χώμα; Μα όμως ανάγκη την οργή
του Δία, προστάτη των ικετών, να ευλαβηθώ·
γιατί άλλος φόβος
δεν είναι μεγαλύτερος μες στους ανθρώπους.
Ικετ_480σὺ μέν, πάτερ γεραιὲ τῶνδε παρθένων,
κλάδους τε τούτους αἶψ᾽ ἐν ἀγκάλαις λαβὼν
βωμοὺς ἐπ᾽ ἄλλους δαιμόνων ἐγχωρίων
θές, ὡς ἴδωσι τῆσδ᾽ ἀφίξεως τέκμαρ
πάντες πολῖται, μηδ᾽ ἀπορριφθῇ ψόγος
Σήκω λοιπόν και πάρε, γηραλέε πατέρα των
παρθένων αυτών, στην αγκαλιά σου ετούτα τα κλαδιά,
επάνω να τα πας και τ᾽ ακουμπήσεις σ᾽ άλλους βωμούς
των εγχωρίων των θεών μας, που όλ᾽ οι πολίτες να ᾽χουνε
να ιδούν σημάδια της ικεσίας αυτής, μηδέ ριχτεί
Ικετ_485ἐμοῦ· κατ᾽ ἀρχῆς γὰρ φιλαίτιος λεώς.
καὶ γὰρ τάχ᾽ ἄν τις οἰκτίσας ἰδὼν τάδε
ὕβριν μὲν ἐχθήρειεν ἄρσενος στόλου,
ὑμῖν δ᾽ ἂν εἴη δῆμος εὐμενέστερος·
τοῖς ἥσσοσιν γὰρ πᾶς τις εὐνοίας φέρει.
για μένα λόγος κακός· γιατ᾽ αγαπά να βρίσκει
πάντα της αρχής φταίξιμ᾽ ο λαός· μα έτσι μπορεί ίσως,
όταν τα ιδεί, να κινηθεί σ᾽ έλεος και πάρει
από κακό τους άνομους άντρες εχθρούς σας
και πιο καλοπροαίρετα σε σας να κλίνει.
Ικετ_490ΔΑΝΑΟΣ πολλῶν τάδ᾽ ἡμῖν ἐστιν ἠξιωμένα,
αἰδοῖον εὑρεθέντα πρόξενον λαβεῖν.
ὀπάονας δὲ φράστοράς τ᾽ ἐγχωρίων
ξύμπεμψον, ὡς ἂν τῶν πολισσούχων θεῶν
βωμοὺς προνάους καὶ † πολισσούχων ἕδρας
ΔΑΝΑΟΣ Μεγάλη τύχ᾽ ήταν για μας ν᾽ αξιωθούμε
τέτοιο σεβάσμιο νά ᾽βρομε ξενοπροστάτη·
Μόνο μαζί μου συνοδειά στείλε από ντόπιους
να με οδηγήσουν, για να βρω των πολιούχων
θεών τους πρόναους τους βωμούς και τα ιερά των
Ικετ_495εὕρωμεν, ἀσφάλεια δ᾽ ᾖ δι᾽ ἄστεως
στείχουσι· μορφῆς δ᾽ οὐχ ὁμόστολος φύσις.
Νεῖλος γὰρ οὐχ ὅμοιον Ἰνάχῳ γένος
τρέφει. φύλαξαι μὴ θράσος τέκῃ φόβον·
καὶ δὴ φίλον τις ἔκταν᾽ ἀγνοίας ὕπο.
κι ασφάλεια να ᾽χω όπως περνώ μες απ᾽ την πόλη·
γιατ᾽ είναι ξενοχάραγη η μορφή μας κι όμοια δε θρέφει
με τον Ίναχο βλαστάρια ο Νείλος.
κι έτσι φυλάξου
μη γεννήσει η εμπιστοσύνη φόβου αφορμή· κι έτυχ᾽ ως τώρα
να σκοτώσει, χωρίς να ξέρει, κι άνθρωπο κανείς δικό του.
Ικετ_500ΒΑΣΙΛΕΑΣ στείχοιτ᾽ ἄν, ἄνδρες· εὖ γὰρ ὁ ξένος λέγει.
ἡγεῖσθε βωμοὺς ἀστικούς, θεῶν ἕδρας·
καὶ ξυμβολοῦσιν οὐ πολυστομεῖν χρεὼν
ναύτην ἄγοντας τόνδ᾽ ἐφέστιον θεῶν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ τούτῳ μὲν εἶπας, καὶ τεταγμένος κίοι·
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Δίκιο έχει ο ξένος· σύρτ᾽ εσείς μαζί του, στης πόλης
τους βωμούς και στ᾽ άγια να τον πάτε· μα λόγια πολλά να ᾽χετε
δεν είν᾽ ανάγκη μ᾽ όσους σας συναντούν στο δρόμο να οδηγάτε
το ναύτη, που ήρθε στους θεούς μας να προσπέσει.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Τώρ᾽ αυτός, όπως όρισες, κινάει και πάει·
Ικετ_505ἐγὼ δὲ πῶς δρῶ; ποῦ θράσος νέμεις ἐμοί;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ κλάδους μὲν αὐτοῦ λεῖπε, σημεῖον πόνου.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ καὶ δή σφε λείπω χειρία λόγοις σέθεν.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ λευρὸν κατ᾽ ἄλσος νῦν ἐπιστρέφου τόδε.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ καὶ πῶς βέβηλον ἄλσος ἂν ῥύοιτό με;
μα εγώ τί κάνω; και ποιά εμένα ασφάλεια τάζεις;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Παράτ᾽ αυτού, σημάδι ανάγκης, τα κλαδιά σου·
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Υπάκουη, νά, τα παρατώ, στην προσταγή σου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Κι έλα εδώ στ᾽ άλσος τ᾽ ανοιχτό και φέρνε γύρες.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Και πώς το άλσος το βέβηλο με προστατεύει;
Ικετ_510ΒΑΣΙΛΕΑΣ οὔτοι πτερωτῶν ἁρπαγαῖς ‹σ᾽› ἐκδώσομεν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἀλλ᾽ εἰ δρακόντων δυσφρόνων ἐχθίοσιν;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ εὔφημον εἴη τοὔπος εὐφημουμένῃ.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ οὔτοι τι θαῦμα δυσφορεῖν φόβῳ φρένα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἀεὶ δ᾽ † ἀνάκτων ἐστι δεῖμ᾽ ἐξαίσιον.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Στα όρνια δε θα σ᾽ αφήσομε για να σ᾽ αρπάξουν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Κι αν σε χειρότερους εχθρούς κι απ᾽ άγριους όφιους;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Κράτα κλειστό το στόμα σου στον κακό λόγο.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Θάμα δεν είναι αν βαργομώ στο φόβο που ᾽χω.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Πάντα των γυναικών δεν έχει μέτρο ο φόβος.
Ικετ_515ΔΑΝΑΪΔΕΣ σὺ καὶ λέγων εὔφραινε καὶ πράσσων φρένα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἀλλ᾽ οὔτι δαρὸν χρόνον ἐρημώσει πατήρ.
ἐγὼ δὲ λαοὺς συγκαλῶν ἐγχωρίους
στείχω, τὸ κοινὸν ὡς ἂν εὐμενὲς τιθῶ·
καὶ σὸν διδάξω πατέρα ποῖα χρὴ λέγειν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Μα εσύ με λόγια δίνε μου και μ᾽ έργα θάρρος.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ώρα πολλή ο πατέρας σας δε θενα λείψει.
κι εγώ σε σύναξη κοινή πηγαίνω τώρα να προσκαλέσω
το λαό, για να του πάρω τη γνώμη με το μέρος σας και
να οδηγήσω συνάμα τον πατέρα σας, πώς να μιλήσει·
Ικετ_520πρὸς ταῦτα μίμνε καὶ θεοὺς ἐγχωρίους
λιταῖς παραιτοῦ τῶν σ᾽ ἔρως ἔχει τυχεῖν.
ἐγὼ δὲ ταῦτα πορσυνῶν ἐλεύσομαι·
πειθὼ δ᾽ ἕποιτο καὶ τύχη πρακτήριος.
μα ωστόσο εσύ περίμενε και στους εγχώριους
θεούς προσεύχου, ό,τι ποθείς να σου το δώσουν·
λοιπόν εγώ πηγαίνω αυτά να τελειώσω
κι είθε η πειθώ να μ᾽ ακλουθά κι η επιτυχία.

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἄναξ ἀνάκτων, μακάρων [στρ. α]ΔΑΝΑΪΔΕΣ Βασιλέα των βασιλέων,
Ικετ_525μακάρτατε καὶ τελέων
τελειότατον κράτος, ὄλβιε Ζεῦ,
πιθοῦ τε καὶ γενέσθω.
ἄλευσον ἀνδρῶν ὕβριν εὖ στυγήσας·
λίμνᾳ δ᾽ ἔμβαλε πορφυροειδεῖ
μακαρίων μακαριώτατε
και μες σ᾽ όλες πανυπέρτατη εξουσία, κλίνε προς
τη δέησή μας, όλβιε Δία· μάκρυν᾽ από τη γενιά σου
των αντρών την άθεη βία
και σημάδι της ολόδικης οργής σου,
Ικετ_530τὰν μελανόζυγ᾽ ἄταν.
τὸ πρὸς γυναικῶν ‹δ᾽› ἐπιδὼν [ἀντ. α]
παλαίφατον ἁμέτερον
γένος φιλίας προγόνου γυναικὸς
νέωσον εὔφρον᾽ αἶνον·
τη μαυρόπλωρη Κατάρα
καταπόντισε στα βάθη της αβύσσου.
Επίβλεψέ μας τις αδύνατες γυναίκες,
που η αρχαία κοσμολόγητη γενιά μας
έχει πρόγονο γυναίκ᾽ αγαπητή σου·
Ικετ_535γενοῦ πολυμνήστωρ, ἔφαπτορ Ἰοῦς.
Δῖαί τοι γένος εὐχόμεθ᾽ εἶναι
γᾶς ἀπὸ τᾶσδ᾽ ἔνοικοι.
παλαιὸν δ᾽ εἰς ἴχνος μετέσταν, [στρ. β]
ματέρος ἀνθονόμους ἐπωπάς,
της Ιώς το χεροχάιδεμα θυμήσου
και κάμε ο λόγος ν᾽ αναζήσει
της άμετρής σου αγαθοσύνης και μαζί μας,
που καυχιόμαστε από σένα κι απ᾽ αυτήν εδώ τη χώρα
πως κρατά η καταγωγή μας.
Ικετ_540λειμῶνα βούχιλον, ἔνθεν Ἰὼ
οἴστρῳ ἐρεσσομένα
φεύγει ἁμαρτίνοος,
πολλὰ βροτῶν διαμειβομένα
φῦλα, διχῇ δ᾽ ἀντίπορον
Και νά τώρα στα παλιά ξαναφερμένη της μητέρας μου
τα χνάρια,
βοσκοτόπια της τ᾽ ανθόσπαρτα και
βαθύχορτα λιβάδια, που απ᾽ εδώθ᾽ έναν καιρό
οιστροκεντημένη φεύγ᾽ η Ιώ φρενοπαρμένη
χώρες πίσω της αφήνοντας κι ανθρώπους
Ικετ_545γαῖαν ἐν αἴσᾳ διατέμνοντα πόρον
κυματίαν ὁρίζει·
ἰάπτει δ᾽ Ἀσίδος δι᾽ αἴας [ἀντ. β]
μηλοβότου Φρυγίας διαμπάξ·
περᾷ δὲ Τεύθραντος ἄστυ Μυσὸν
κι αφού σκίζει το Στενό το φουσκοκύματο,
όπως το ᾽θελεν η μοίρα, βάζει σύνορο στους αντίπορους
τους τόπους.
Κι έτσι χύνεται στις χώρες της Ασίας,
στη Φρυγία
 την προβατόθροφη διαβαίνει κι απ᾽
του Τεύθραντα την πόλη της Μυσίας
Ικετ_550Λύδιά τ᾽ ἂγ γύαλα,
καὶ δι᾽ ὀρῶν Κιλίκων
Παμφύλων τε διορνυμένα
† τὰν ποταμοὺς [δ᾽] ἀενάους
καὶ βαθύπλουτον χθόνα καὶ τὰν Ἀφροδί-
τας πολύπυρον αἶαν·
στις κοιλάδες της Λυδίας κατεβαίνει
και περνώντας των Κιλίκων
και Παμφύλων τα βουνά,
και ποτάμια με τ᾽ αστείρευτα νερά
και τη γη τη πλουτοφόρα ξακουστή
της Αφροδίτης με άφθονα σιτάρια χώρα,
Ικετ_555† ἱκνεῖται δ᾽ εἰσικνουμένου βέλει [στρ. γ]
βουκόλου πτερόεντος
Δῖον πάμβοτον ἄλσος,
λειμῶνα χιονόβοσκον ὅντ᾽ ἐπέρχεται
Φτάνει πάντ᾽ απ᾽ το σουβλί τριβελισμένη
του φτερωτού βοϊδολάτη
στην αγία την παντοθρόφα την κοιλάδα,
στο χιονοβόσκητο λιβάδι,
Ικετ_560Τυφῶ μένος
ὕδωρ τε Νείλου νόσοις ἄθικτον,
μαινομένα πόνοις ἀτί-
μοις ὀδύναις τε κεντροδα-
λήτισι θυιὰς Ἥρας.
που το δέρνει του Τυφώνα η άγρια αψάδα,
και στου Νείλου τα νερά, οπού αρρώστια δεν τα πιάνει,
τρελαμένη απ᾽ την άθλιά της συμφορά
σα Μαινάδα από της Ήρας
τα φαρμακόχριστα κεντριά.
Ικετ_565βροτοὶ δ᾽, οἳ γᾶς τότ᾽ ἦσαν ἔννομοι, [ἀντ. γ.]
χλωρῷ δείματι θυμὸν
πάλλοντ᾽ ὄψιν ἀήθη,
βοτὸν ἐσορῶντες δυσχερὲς μειξόμβροτον,
τὰν μὲν βοός,
Κι όσοι τότε αυτά τα μέρη κατοικούσαν,
χλωμός φόβος είχε κόψει το αίμα τους μες
την καρδιά τους, που θωρούσαν την ασυνήθιστη
την όψη το ξορκισμένο το ζωντίμι τ᾽ ανθρωπόσμιχτο,
μισό γυναίκα, μισό βόδι,
Ικετ_570τὰν δ᾽ αὖ γυναικός· τέρας δ᾽ ἐθάμβουν.
καὶ τότε δὴ τίς ἦν ὁ θέλ-
ξας πολύπλαγκτον ἀθλίαν
οἰστροδόνητον Ἰώ;
δι᾽ αἰῶνος κρέων ἀπαύστου [στρ. δ]
και στο τέρας στέκαν μπρος αλαλιασμένοι.
— Μα ποιός τότε ήταν που γήτεψε
την τρισάθλια πολυπλάνητην Ιώ

την οιστροδαιμονισμένη;
Είν᾽ αυτός που στους αιώνες βασιλεύει
Ικετ_575Ζεὺς …
βία δ᾽ ἀπημάντῳ σθένει
καὶ θείαις ἐπιπνοίαις
παύεται, δακρύων δ᾽ ἀπο-
στάζει πένθιμον αἰδῶ.
πόκαμε το θάμα ο Δίας!
με το απόνετο ολοδύναμό του χέρι και
τη θεϊκιά εμπνοή του παίρνουν τέλος τα δεινά της,
ενώ στάζαν της ντροπής από τα μάτια
θλιβερά τα δάκρυά της·
Ικετ_580λαβοῦσα δ᾽ ἕρμα Δῖον ἀψευδεῖ λόγῳ
γείνατο παῖδ᾽ ἀμεμφῆ,
δι᾽ αἰῶνος μακροῦ πάνολβον· [ἀντ. δ]
ἔνθεν πᾶσα βοᾷ χθών,
« φυσιζόου γένος τόδε
Μ᾽ αφού δέχτηκε του Δία το θείο το σπέρμα,
καθώς λόγος μαρτυράει αληθινός,
αψεγάδιαστο παιδί φέρνει στο φως,
Τρισμακάριο σε χρόνων μακρούς γύρους,
που έτσι βούιξε και κήρυξ᾽ όλη η γη:
Ικετ_585Ζηνός ἐστιν ἀληθῶς·
τίς γὰρ ἂν κατέπαυσεν Ἥ-
ρας νόσους ἐπιβούλους;»
Διὸς τόδ᾽ ἔργον· καὶ τόδ᾽ ἂν γένος λέγων
ἐξ Ἐπάφου κυρήσαις.
«Του Δία γέννημα είναι αλήθεια της ζωής αυτή η Πηγή».
Και ποιός άλλος την αρρώστια θα μπορούσε να λουφάξει, που απ᾽
της Ήρας την οργή την επίβουλη εβαστούσε; μόνο ο Δίας! κι
έτσι ακόμα αν θενα πεις πως βαστάει από τον Έπαφο η γενιά μας, γελασμένος δε θα βγεις.
Ικετ_590τίν᾽ ἂν θεῶν ἐνδικωτέροισιν [στρ. ε]
κεκλοίμαν εὐλόγως ἐπ᾽ ἔργοις;
‹αὐτὸς ὁ› πατὴρ φυτουργὸς αὐτόχειρ ἄναξ,
γένους παλαιόφρων μέγας
τέκτων, τὸ πᾶν
μῆχαρ οὔριος Ζεύς.
Ποιόν λοιπόν απ᾽ τους θεούς θα ᾽χα πιο δίκιο
από τα έργα του βοηθό μου να καλούσα; Αυτός κύριος,
ο πατέρας μας και με το ίδιο του το χέρι φυτουργός,
ο μεγάλος της αρχαίας μας της γενιάς δημιουργός,
στα δεινά μας μόνη ελπίδα σωτηρίας
και το πρίμο αγέρι, ο Δίας.
Ικετ_595ὑπ᾽ ἀρχᾶς δ᾽ οὔτινος θοάζων [ἀντ. ε]
† τὸ μεῖον κρεῖσσον ὢν κρατύνει,
οὔτινος ἄνωθεν ἡμένου σέβων κράτος.
πάρεστι δ᾽ ἔργον ὡς ἔπος
σπεῦσαί τι τῶν
βούλιος φέρει φρήν.
Αυτός κάτω από καμιά άλλη δε θρονιάζει
εξουσία του πιο μεγάλη που μικρότερή της να ᾽ναι
η δύναμή του, και δεν έχει, που να προσκυνάει, κανένα
πάνω από την κεφαλή του. ό,τι κρίνει μες στα τέλεια
της βουλής του, με το λόγο του την ίδια τη στιγμή
κι έργο ευτύς έχει γενεί.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Ικετ_600ΔΑΝΑΟΣ θαρσεῖτε παῖδες· εὖ τὰ τῶν ἐγχωρίων·
δήμου δέδοκται παντελῆ ψηφίσματα.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ὦ χαῖρε πρέσβυ, φίλτατ᾽ ἀγγέλλων ἐμοί·
ἔνισπε δ᾽ ἡμῖν, ποῖ κεκύρωται τέλος,
δήμου κρατοῦσα χεὶρ ὅπῃ πληθύνεται;
ΔΑΝΑΟΣ Τέκνα μου, θάρρος! όλα παν καλά απ᾽ τους ντόπιους
κι οριστική ο λαός απόφαση έχει πάρει.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Να ᾽χεις πάντα χαρά, που τέτοια γέροντά μου, σαν
καμιά άλλη για με γλυκιά χαρά μού φέρνεις. μα λέγε μας, πώς βγήκ᾽
η απόφαση στο τέλος; με πόσους ψήφους πάρθηκεν η κερδεμένη;
Ικετ_605ΔΑΝΑΟΣ ἔδοξεν Ἀργείοισιν οὐ διχορρόπως,
ἀλλ᾽ ὥστ᾽ ἀνηβῆσαί με γηραιᾷ φρενί·
πανδημίᾳ γὰρ χερσὶ δεξιωνύμοις
ἔφριξεν αἰθὴρ τόνδε κραινόντων λόγον·
ἡμᾶς μετοικεῖν τῆσδε γῆς ἐλευθέρους
ΔΑΝΑΟΣ Έκριναν δίχως δεύτερη γνώμη οι Αργίτες,
μα έτσι, που ν᾽ ανανιώσει η γέρικη καρδιά μου. γιατί όλου
του λαού με μιας τα δεξιά χέρια τον αιθέρα τρικύμισαν
 για
να ψηφίσουν την απόφαση αυτή: πως μέτοικοι σε τούτη
τη χώρα να καθόμαστε, λεύτεροι,
μ᾽ όλα
Ικετ_610κἀρρυσιάστους ξύν τ᾽ ἀσυλίᾳ βροτῶν·
καὶ μήτ᾽ ἐνοίκων μήτ᾽ ἐπηλύδων τινὰ
ἄγειν· ἐὰν δὲ προστιθῇ τὸ καρτερόν,
τὸν μὴ βοηθήσαντα τῶνδε γαμόρων
ἄτιμον εἶναι ξὺν φυγῇ δημηλάτῳ.
της ασυλίας τα προνόμια ασφαλισμένοι απ᾽ εχθρού επιβουλή,
κι ούτε κανείς ή ντόπιος ή ξένος να μπορεί
απ᾽ εδώ να μας σηκώσει.
κι αν χέρι βάλει επάνω μας,
όποιος πολίτης να μας βοηθήσει αρνιόντανε,
άτιμος να ᾽ναι κι από τη χώρα εξόριστος μ᾽ όλων τη ψήφο.
Ικετ_615τοιάνδ᾽ ἔπειθε ῥῆσιν ἀμφ᾽ ἡμῶν λέγων
ἄναξ Πελασγῶν, ἱκεσίου Ζηνὸς κότον
μέγαν προφωνῶν μή ποτ᾽ εἰσόπιν χρόνου
πόλιν παχῦναι, ξενικὸν ἀστικόν θ᾽ ἅμα
λέγων διπλοῦν μίασμα πρὸς πόλεως φανὲν
Τέτοια προτείνοντας για μας ο βασιλέας των Πελασγών
τους έπεισε, προλέγοντάς των μη σε μελλούμενους καιρούς
παχύνει η πόλη τη μεγάλην οργή του Δία του Ικεσίου,
και μια που είμαστ᾽ εμείς και ξένοι και πολίτες, μην τύχει
και φανεί μίασμα διπλό στη χώρα,
Ικετ_620ἀμήχανον βόσκημα πημονῆς πέλειν.
τοιαῦτ᾽ ἀκούων χερσὶν Ἀργεῖος λεὼς
ἔκραν᾽ ἄνευ κλητῆρος ὣς εἶναι τάδε.
δημηγόρους δ᾽ ἤκουσεν εὐπιθεῖς στροφὰς
δῆμος Πελασγῶν· Ζεὺς δ᾽ ἐπέκρανεν τέλος.
θρεφτάρι συμφοράς που χορτασμό δε θα ᾽χει.
Τέτοια ν᾽ ακούσει του Άργους ο λαός, αμέσως εψήφισε σηκώνοντας
τα χέρια, δίχως να περιμένει κήρυκα: «Έτσι αυτά να ᾽ναι».
τόσο πρόθυμα δέχτηκαν του βασιλιά των τα καλογυρισμένα
οι Πελασγοί τα λόγια,
και στην απόφαση έβαλεν ο Δίας το τέλος.

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Ικετ_625ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἄγε δή, λέξωμεν ἐπ᾽ Ἀργείοις
εὐχὰς ἀγαθάς, ἀγαθῶν ποινάς.
Ζεὺς δ᾽ ἐφορεύοι ξένιος ξενίου
στόματος τιμὰς ἐπ᾽ ἀληθείᾳ,
τέρμον᾽ ἀμέμπτως πρὸς ἅπαντα·
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Λοιπόν έλα, ευλογίες ας πούμε
κι ευχές στους Αργείους αντίχαρη χάρη κι εμείς·
κι είθε ο ξένιος ο Δίας να δώσει να ᾽ρθουν
ως το τέλος σωστές απ᾽ αλήθεια οι τιμές
που απ᾽ των ξένων τα στόματα βγαίνουν.
Ικετ_630νῦν ὅτε καὶ θεοὶ [στρ. α]
Διογενεῖς κλύοιτ᾽ εὐ-
κταῖα γένει χεούσας·
μήποτε πυρίφατον
τάνδε Πελασγίαν [πόλιν]
Τώρα κι αν είναι να μ᾽ ακούσετε
Διογέννητοι θεοί, που τις ευχές μου
για τούτη τη γενιά σκορπώ:
Ποτέ τη γη των Πελασγών
θροφή στις φλόγες του πολέμου
Ικετ_635τὸν ἄχορον βοᾶν
κτίσαι μάχλον Ἄρη,
τὸν ἀρότοις θερί-
ζοντα βροτοὺς ἐνάλλοις·
οὕνεκ᾽ ᾤκτισαν ἡμᾶς,
ας μην τη παραδώσει ο Άρης,
ο αχόρταγος στις άγριες τις βοές,
ο που θερίζει ανθρώπινες ζωές
σε κάμπο αλλιώτικο, ο λυσσάρης.
Γιατί μου δείξανε σπλαχνιά
Ικετ_640ψῆφον δ᾽ εὔφρον᾽ ἔθεντο,
αἰδοῦνται δ᾽ ἱκέτας Διός,
ποίμναν τάνδ᾽ ἀμέγαρτον·
οὐδὲ μετ᾽ ἀρσένων [ἀντ. α]
ψῆφον ἔθεντ᾽ ἀτιμώ-
και ψήφισαν με προθυμιά το νόμο αυτό όλοι
τους ομάδι. και ξέρουνε να σεβαστούν του Δία ικέτες,
σαν τιμούν εμάς, τ᾽ αζήλευτο κοπάδι.
Ούδ᾽ απ᾽ το μέρος των αντρών δεχτήκανε
τη ψήφο τους να βάλουν αψηφώντας
Ικετ_645σαντες ἔριν γυναικῶν,
Δῖον ἐπιδόμενοι
πράκτορ᾽, ἅτε σκοπόν,
δυσπολέμητον, ὃν
τίς ἂν δόμος ἔχοι
των γυναικών τα δίκια,
μα τον ακοίμητο συλλογιστήκανε
του Δία εκδικητή
– γιατί ποιά σπίτια
θα τον βαστούσαν τον αφεύγατο
Ικετ_650ἐπ᾽ ὀρόφων ἰαί-
νοντα; βαρὺς δ᾽ ἐφίζει.
ἅζονται γὰρ ὁμαίμους
Ζηνὸς ἵκτορας ἁγνοῦ.
τοιγάρτοι καθαροῖσι βω-
μοῖς θεοὺς ἀρέσονται.
στις στέγες των, να των κολλήσει
το μίασμα το αξέβγαλτο· κι είναι βαρύς όπου καθίσει.
Σέβουνται ανθρώπους που κρατούν απ᾽ το ίδιο το αίμα
και βαστούν τ᾽ άγιου του Δία ικετηρίες·
γι᾽ αυτό με καθαρούς βωμούς ευχαριστούνε
τους θεούς και καλοπρόσδεχτες θυσίες.
Ικετ_655τοιγὰρ ὑποσκίων [στρ. β]
ἐκ στομάτων ποτά-
σθω φιλότιμος εὐχά,
μήποτε λοιμὸς ἀνδρῶν
Λοιπόν από τα στόματα ας πετά
τα κλαδοϊσκιωμένα μας η ευχή μας
που την τιμή και δόξα τους ζητά·
ποτέ κακό θανατικό ας μη σώσει
Ικετ_660τάνδε πόλιν κενώσαι·
μηδ᾽ ἐπιχωρίοις ‹στάσις›
πτώμασιν αἱματίσαι πέδον γᾶς.
ἥβας δ᾽ ἄνθος ἄδρεπτον
ἔστω, μηδ᾽ Ἀφροδίτας
την πόλη τους από άντρες να ερημώσει,
μηδέ η διχόνοια μ᾽ αίμα εγχώριο
της γης τωνε το χώμα να αιματώσει.
Μα πάντ᾽ αθέριστος ο ανθός της νιότης να ᾽ναι,
κι ο καλός ποτέ της Αφροδίτης,
Ικετ_665εὐνάτωρ βροτολοιγὸς Ἄ-
ρης κέρσειεν ἄωτον.
καὶ γεραροῖσι πρε- [ἀντ. β]
σβυτοδόκοι γέμου-
σαι θυμέλαι φλεγόντων.
που ανθρώπινα χαλάει κορμιά,
τρίχα μη ᾽γγίξει εδώ καν μια,
ο Άρης ο καταλύτης.
Πάντ᾽ απ᾽ τους τιμημένους γέροντες κάθε ιερή στοά
να ᾽ναι γιομάτη γύρω στους λαμπερόφλογους βωμούς,
Ικετ_670τὼς πόλις εὖ νέμοιτο
Ζῆνα μέγαν σεβόντων,
τὸν ξένιον δ᾽ ὑπερτάτως,
ὃς πολιῷ νόμῳ αἶσαν ὀρθοῖ.
τίκτεσθαι δ᾽ ἐφόρους γᾶς
κι έτσι ας προκόβει η πόλη στο καλό
με σεβασμό του Δία ξενοπροστάτη,
που με παμπάλαιους νόμους κυβερνά
στο ίσιο τη μοίρα μονοπάτι.
Κι ευχόμαστε άσωστη σειρά
Ικετ_675ἄλλους εὐχόμεθ᾽ αἰεί,
Ἄρτεμιν δ᾽ ἑκάταν γυναι-
κῶν λόχους ἐφορεύειν.
μηδέ τις ἀνδροκμὴς [στρ. γ]
λοιγὸς ἐπελθέτω
βασιλιάς σ᾽ άλλο βασιλιά της χώρας να γεννιέται,
κι η Εκάτη Αρτέμιδ᾽ ας κοιτά των γυναικών τα γεννητά
κι ας τις ψυχοπονιέται.
Κανείς ανθρωποφτόρος χαλασμός
να πέφτει μέσα εδώ ας μη σώνει
Ικετ_680τάνδε πόλιν δαΐζων,
ἄχορον ἀκίθαριν
δακρυογόνον Ἄρη
βοάν τ᾽ ἔνδημον ἐξοπλίζων.
νούσων δ᾽ ἑσμὸς ἀπ᾽ ἀστῶν
ρημάζοντας την πόλη,
κι αντίς κιθάρες και χορούς,
Άρη με δάκρυα κι οδυρμούς
κι αμάχης ντόπιας χλαλοή αρματώνει.
Το σμάρι οι αρρώστιες οι κακές
Ικετ_685ἵζοι κρατὸς ἀτερπής·
εὐμενὴς δ᾽ ὁ Λύκειος ἔ-
στω πάσᾳ νεολαίᾳ.
καρποτελῆ δέ τοι [ἀντ. γ]
Ζεὺς ἐπικραινέτω
μακριά ας πετά απ᾽ τις κεφαλές
των πολιτών κι αλλού ας καθίσει και σ᾽ όλη τους
να προσγελά τη νεολαία γκαρδιακά
ο Λύκειος ας θελήσει.
Κι ακόμη ας δίνει ο Δίας στη γης
Ικετ_690φέρματι γᾶν πανώρῳ·
πρόνομα δὲ βότ᾽ ἀγροῖς
πολύγονα τελέθοι·
τὸ πᾶν τ᾽ ἐκ δαιμόνων λάχοιεν.
εὔφημον δ᾽ ἐπὶ βωμοῖς
άφτονες να τελειώνει τις σοδειές της
και τους καρπούς κάθ᾽ εποχής· όλα οι θεοί ας
τα ευλογούνε και τα κοπάδια στις βοσκές
με πολλές γέννες να φτουρούνε.
Σε πανηγύρια γιορτινά
Ικετ_695μοῦσαν θείατ᾽ ἀοιδοί·
ἁγνῶν τ᾽ ἐκ στομάτων φερέ-
σθω φήμα φιλοφόρμιγξ.
φυλάσσοι τ᾽ ἀτρεμαῖα τιμὰς [στρ. δ]
τὸ δάμιον, τὸ πτόλιν κρατύνει,
οι ψάλτες άσματα ιερά στους βωμούς ας τονίζουν
γύρα, και στόματα παρθενικά τραγούδια ας χύνουνε
φαιδρά με συνοδεία τη λύρα. Έτσι πάντ᾽ ας φυλάγει
απαρασάλευτα τα δικαιώματά της η Εξουσία,

που κυβερνάει τη χώρα και προβλεπτική
Ικετ_700προμαθὶς εὐκοινόμητις ἀρχά·
ξένοισί τ᾽ εὐξυμβόλους,
πρὶν ἐξοπλίζειν Ἄρη,
δίκας ἄτερ πημάτων διδοῖεν.
θεοὺς δ᾽, οἳ γᾶν ἔχουσιν, αἰεὶ [ἀντ. δ]
έχει φροντίδα την κοινή ευτυχία·
και με τους ξένους καλοσύβαστοι,
πριν πόλεμο αρματώσουνε και γίνουν
όσα κακά αναπόφευγα,
με δίκες τις διαφορές ας λύνουν.
Ικετ_705τίοιεν ἐγχωρίοις πατρῴαις
δαφνηφόροις βουθύτοισι τιμαῖς.
τὸ γὰρ τεκόντων σέβας
τρίτον τόδ᾽ ἐν θεσμίοις
Δίκας γέγραπται μεγιστοτίμου.
Στους ντόπιους τους θεούς πὄχουν τη χώρα τους πάντ᾽
ας προσφέρουνε τιμή ορισμένη από τους νόμους
τους πατροπαράδοτους, θυσίες βοδιών, δαφνοστεφανωμένοι· γιατί,
να ᾽χουμε σέβας στους πατέρες μας αυτή έχει τρίτην εντολήν η Δίκη
στους νόμους της γραμμένη, η πανυπέρτατη, που η πιο τιμή η μεγάλη
της ανήκει.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Ικετ_710ΔΑΝΑΟΣ εὐχὰς μὲν αἰνῶ τάσδε σώφρονας, φίλαι·
ὑμεῖς δὲ μὴ τρέσητ᾽ ἀκούσασαι πατρὸς
ἀπροσδοκήτους τούσδε καὶ νέους λόγους.
ἱκεταδόκου γὰρ τῆσδ᾽ ἀπὸ σκοπῆς ὁρῶ
τὸ πλοῖον. εὔσημον γάρ· οὔ με λανθάνει
ΔΑΝΑΟΣ Φρόνιμες βρίσκω τις ευχές αυτές σας, κόρες,
μα εσείς να μην τρομάξετε σ᾽ αυτά που τώρα
θ᾽ ακούσετ᾽ από με τ᾽ ανεπάντεχα νέα.
γιατί απ᾽ αυτή τη βίγλα την ικετοδόχα
βλέπω το πλοίο· δε με γελά, καλά γνωρίζω
Ικετ_715στολμοί τε λαίφους καὶ παραρρύσεις νεώς,
καὶ πρῷρα πρόσθεν ὄμμασιν βλέπουσ᾽ ὁδόν,
οἴακος εὐθυντῆρος ὑστάτου νεὼς
ἄγαν καλῶς κλύουσα, τοῖσιν οὐ φίλη.
πρέπουσι δ᾽ ἄνδρες νήιοι μελαγχίμοις
τα ξάρτια των πανιώ του και τα παραπέτα και την πρώρα,
που εμπρός αναμετράει το δρόμο με την ματιά της
κι απ᾽ την πίσω ακούει την άκρη του τιμονιού, που τηνε κυβερνάει,
τη γλώσσα, παρά πολύ καλά για όσους δεν είναι φίλοι.
κι οι ναύτες καθαρά με τα μαύρα κορμιά τους
Ικετ_720γυίοισι λευκῶν ἐκ πεπλωμάτων ἰδεῖν,
καὶ τἄλλα πλοῖα πᾶσά θ᾽ ἡ ᾽πικουρία
εὔπρεπτος· αὐτὴ δ᾽ ἡγεμὼν ὑπὸ χθόνα
στείλασα λαῖφος παγκρότως ἐρέσσεται.
ἀλλ᾽ ἡσύχως χρὴ καὶ σεσωφρονισμένως
μέσ᾽ απ᾽ τις άσπρες φορεσιές των ξεχωρίζουν.
νά και τ᾽ άλλα τους πλοία κι όλη η δύναμή τους κοντοζυγώσαν·
τ᾽ αρχικάραβό τους τώρα πέφτει γιαλό και,
μάινα τα πανιά, το βάζει στεριά, μ᾽ όλη τη δύναμή τους,
μονοκούπι· Μα ήσυχα πρέπει εσείς και γνωστικά το πράμα
Ικετ_725πρὸς πρᾶγμ᾽ ὁρώσας τῶνδε μὴ ἀμελεῖν θεῶν.
ἐγὼ δ᾽ ἀρωγοὺς ξυνδίκους θ᾽ ἥξω λαβών.
ἴσως γὰρ ἂν κῆρύξ τις ἢ πρέσβη μόλοι,
ἄγειν θέλοντες, ῥυσίων ἐφάπτορες.
ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔσται τῶνδε· μὴ τρέσητέ νιν.
ν᾽ αντικρίζετ᾽ αυτό, χωρίς ν᾽ αποξεχνάτε τους θεούς τούτους· και γω
θα ᾽ρθω αμέσως πίσω βοηθούς μαζί φέρνοντας και συνηγόρους.
γιατ᾽ ίσως νά ᾽βγει κήρυκας απ᾽ το καράβι, ή αποσταλμένοι,
θέλοντας να βάλουν χέρι επάνω σας
 κι ενέχυρα να σας κρατήσουν·
μα δε θα κάμουν τίποτα, μην τους φοβάστε·
Ικετ_730ὅμως ‹δ᾽› ἄμεινον, εἰ βραδύνοιμεν βοῇ,
ἀλκῆς λαθέσθαι τῆσδε μηδαμῶς ποτε.
θάρσει· χρόνῳ τοι κυρίῳ τ᾽ ἐν ἡμέρᾳ
θεοὺς ἀτίζων τις βροτῶν δώσει δίκην.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ πάτερ, φοβοῦμαι, νῆες ὡς ὠκύπτεροι
όμως πάντα καλό θενά ᾽ναι, αν η βοήθεια τυχόν αργήσει,
ουδέ στιγμή να μη ξεχνάτε τη θεϊκιά τούτη απαντοχή και το αντιστύλι.
Έχετε θάρρος, θά ᾽ρθει όπου και να ᾽ναι η μέρα να το πλερώσει
ο που το θείο πατάει το νόμο.

ΔΑΝΑΪΔΕΣ Πατέρα μου, φοβούμαι· τα γοργόφτερά τους
Ικετ_735ἥκουσι· μῆκος δ᾽ οὐδὲν ἐν μέσῳ χρόνου.
περίφοβόν μ᾽ ἔχει τάρβος ἐτητύμως [στρ. α]
πολυδρόμου φυγᾶς ὄφελος εἴ τί μοι.
παροίχομαι, πάτερ, δείματι.
ΔΑΝΑΟΣ ἐπεὶ τελεία ψῆφος Ἀργείων, τέκνα,
καράβια φτάνουν· κι ώρα πια πολλή δε θέλουν.
Σύγκρυα τρομάρα την καρδιά μού σφίγγει αληθινά,
οι τόσοι αν μ᾽ ωφελήσανε παραδαρμοί και τα φευγιά·
πατέρα, χάνομαι απ᾽ το φόβο!
ΔΑΝΑΟΣ Μια που το πήραν τέτοια απόφαση οι Αργίτες,
Ικετ_740θάρσει· μαχοῦνται περὶ σέθεν, σάφ᾽ οἶδ᾽ ἐγώ.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἐξῶλές ἐστι μάργον Αἰγύπτου γένος
μάχης τ᾽ ἄπληστον· καὶ λέγω πρὸς εἰδότα.
δοριπαγεῖς δ᾽ ἔχοντες κυανώπιδας [ἀντ. α]
νῆας ἔπλευσαν ὧδ᾽ ἐπιτυχεῖ κότῳ
θάρρος! θα πολεμήσουνε για σας. – το ξέρω.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Καταραμέν᾽ είν᾽ η θρασειά γενιά του Αιγύπτου
αχόρταγη για πόλεμο
 — κι αυτό το ξέρεις.
Με τα στεριοδεμένα τους καράβια τα μαυρόπλωρα
η τύχη πρίμα οδήγησε τη μάνητά τους ως εδώ
Ικετ_745πολεῖ μελαγχίμῳ σὺν στρατῷ.
ΔΑΝΑΟΣ πολλοὺς δέ γ᾽ εὑρήσουσιν ἐν μεσημβρίας
θάλπει βραχίον᾽ εὖ κατερρινημένους.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ μόνην δὲ μὴ πρόλειπε· λίσσομαι, πάτερ.
γυνὴ μονωθεῖσ᾽ οὐδέν· οὐκ ἔνεστ᾽ Ἄρης.
μ᾽ άλλον πολύ στρατό μαυριδερό.
ΔΑΝΑΟΣ Πολλούς θα βρουν και δω, πὄχουν σκληροψημένα
τα μπράτσα στου μεσημερνού του ήλιου το κάμα.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Πατέρα, σε ξορκίζω, μη μ᾽ αφήνεις μόνη
κι η έρμη γυναίκα είναι μηδέν κι αντρειά δεν έχει.
Ικετ_750οὐλόφρονες δ᾽ ἐκεῖνοι, δολομήτιδες [στρ. β]
δυσάγνοις φρεσίν, κόρακες ὥστε, βω-
μῶν ἀλέγοντες οὐδέν.
ΔΑΝΑΟΣ καλῶς ἂν ἡμῖν ξυμφέροι ταῦτ᾽, ὦ τέκνα,
εἰ σοί τε καὶ θεοῖσιν ἐχθαιροίατο.
Ε πίβουλοι και δολεροί εκείνοι στις ακάθαρτες
καρδιές των μέσα πιότερο δεν έχουν σεβασμό
απ᾽ τα κοράκια των βωμών.
ΔΑΝΑΟΣ Μ᾽ αυτό θενα ήτανε για μας συμφέρον, τέκνα,
αν έκαναν με σας και τους θεούς εχθρούς των.
Ικετ_755ΔΑΝΑΪΔΕΣ οὐ μὴ τριαίνας τάσδε καὶ θεῶν σέβη
δείσαντες ἡμῶν χεῖρ᾽ ἀπόσχωνται, πάτερ.
περίφρονες δ᾽ ἄγαν ἀνιέρῳ μένει [ἀντ. β]
μεμαργωμένοι κυνοθρασεῖς, θεῶν
οὐδὲν ἐπαΐοντες.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Μα δε θα φοβηθούν αυτές τις τρίαινες,
ούτε των θεών τ᾽ άγια, επάνω μας ν᾽ απλώσουν χέρι·
Ξώφρενοι αυτοί, μ᾽ ανίερη γιομάτοι αποκοτιά
κι αδιαντροπιά σαν τα ξετσίπωτα σκυλιά
τ᾽ αυτί τους για θεούς δε ᾽δρώνει.
Ικετ_760ΔΑΝΑΟΣ ἀλλ᾽ ἔστι φήμη κρείσσονας λύκους κυνῶν
εἶναι· βύβλου δὲ καρπὸς οὐ κρατεῖ στάχυν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ † ὡς καὶ ματαίων ἀνοσίων τε κνωδάλων
ἔχοντας ὀργάς, χρὴ φυλάσσεσθαι κράτος.
ΔΑΝΑΟΣ οὔτοι ταχεῖα ναυτικοῦ στρατοῦ στολή,
ΔΑΝΑΟΣ Μα τα σκυλιά νικούν οι λύκοι, λέει ο λόγος,
και του παπύρου τον καρπό νικάει το αστάχι.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Μια που απ᾽ τη φύση ανήμερα κι άθεα θεριά ᾽ναι,
πρέπει να φυλαγόμαστε τη δύναμή τους.
ΔΑΝΑΟΣ Δεν είναι τόσο γρήγορες οι ετοιμασίες
Ικετ_765οὐδ᾽ ὅρμος, οὗ δεῖ πεισμάτων σωτήρια
ἐς γῆν ἐνεγκεῖν, οὐδ᾽ ἐν ἀγκυρουχίαις
θαρσοῦσι ναῶν ποιμένες παραυτίκα,
ἄλλως τε καὶ μολόντες ἀλίμενον χθόνα
ἐς νύκτ᾽ ἀποστείχοντος ἡλίου. φιλεῖ
και τ᾽ άραγμα του ναυτικού στρατού· μα πρέπει σίγουρα στη στεριά
και γούμενες να δέσουν κι αφού ρίξουν τις άγκυρες, πάλι έτσι αμέσως
των καραβιών οι κυβερνήτες δε ξεγνοιάζουν και μάλιστα
όταν σε στεριά χωρίς λιμάνι φτάσουνε κι ώρα,
που στη νύχτα γέρνει ο ήλιος· και
Ικετ_770ὠδῖνα τίκτειν νὺξ κυβερνήτῃ σοφῷ.
οὕτω γένοιτ᾽ ἂν οὐδ᾽ ἂν ἔκβασις στρατοῦ
καλή, πρὶν ὅρμῳ ναῦν θρασυνθῆναι. σὺ δὲ
φρόνει μὲν ὡς ταρβοῦσα μὴ ἀμελεῖν θεῶν·
πράξας ἀρωγήν· ἄγγελον δ᾽ οὐ μέμψεται
σ᾽ ένα γνωστικό καραβοκύρη η νύχτα έγνοιες πάντα γεννά κι ουδέ
να ξεμπαρκάρει θα μπορέσει ο στρατός, πριν πρώτ᾽ ασφαλιστούνε
σ᾽ αραξοβόλια σίγουρα· λοιπόν συ να ᾽χεις το νου σου,
τους θεούς να μη ξεχνάς μονάχα μέσα στο φόβο σου· κι
εγώ θενα γυρίσω με τη βοήθεια γρήγορα, που πάω να πάρω·
και λέω να μην καταφρονέσει η πόλη εμένα,
Ικετ_775πόλις γέρονθ᾽, ἡβῶντα δ᾽ εὐγλώσσῳ φρενί.γέρο στα χρόνια μα σε νου και γλώσσα νέο.

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἰὼ γᾶ βοῦνι, πάνδικον σέβας, [στρ. α]
τί πεισόμεσθα; ποῖ φύγωμεν Ἀπίας
χθονὸς κελαινὸν εἴ τι κεῦθός ἐστί που;
μέλας γενοίμαν καπνὸς
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Βουνίσια Γη, σέβας μου ολόδικο,
τί έχω να πάθω; πού να φύγω, αν είν᾽ εδώ
στου Άπη τη χώρα ένας κρυψώνας σκοτεινός;

Μαύρος καπνός ας ήμουν
Ικετ_780νέφεσσι γειτονῶν Διός,
τὸ πᾶν δ᾽ ἄφαντος ἀμπετὴς ἀιδνὸς ὡς
κόνις ἄτερθε πτερύγων ὀλοίμαν.
ἄφρικτον δ᾽ οὐκέτ᾽ ἂν πέλοι κέαρ· [ἀντ. α]
στου Δία τα νέφη γειτονιά,
η άφαντ᾽ ολότελα σαν το κορνιαχτό,
πανεμοσκορπά, δίχως φτερά ας χανόμουν.
Δεν είναι να ξεφύγω το κακό
Ικετ_785κελαινόχρως δὲ πάλλεταί μου καρδία.
πατρὸς σκοπαὶ δέ μ᾽ εἷλον· οἴχομαι φόβῳ.
θέλοιμι δ᾽ ἂν μορσίμου
βρόχου τυχεῖν † ἐν σαργάναις †,
κι η μαύρη μου καρδιά απ᾽ το φόβο μου σπαρνά
γι᾽ αυτά που είδε απ᾽ τις βίγλες του ο πατέρας.
Θάνατο κάλλιο να ᾽βρω
με βρόχια στο λαιμό, παρά
Ικετ_790πρὶν ἄνδρ᾽ ἀπευκτὸν τῷδε χριμφθῆναι χροΐ·
πρόπαρ θανούσας [δ᾽] Ἀίδας ἀνάσσοι.
πόθεν δέ μοι γένοιτ᾽ ἂν αἰθέρος θρόνος, [στρ. β]
πρὸς ὃν κύφελλ᾽ ὑδρηλὰ γίγνεται χιών,
ἢ λισσὰς αἰγίλιψ ἀπρόσ-
μισητός άντρας στο κορμί ν᾽ αγγίξει αυτό μου,
και νεκρή πριν ας με πάρει ο χάρος.
Πώς να ήταν να ᾽χα στον αιθέρα θρόνο, εκεί
που της βροχής τα σύγνεφα γίνουνται χιόνια;
ή βράχος να ήτανε κοφτός
Ικετ_795δεικτος οἰόφρων κρεμὰς
γυπιὰς πέτρα, βαθὺ
πτῶμα μαρτυροῦσά μοι,
πρὶν δαΐκτορος βίᾳ
καρδίας γάμου κυρῆσαι;
έρμος περήφανος ορθός
σ᾽ απάτητα ύψη – κρεμαστή
αϊτοφωλιά – που ένα βαθύ
να μ᾽ ασφαλίσει πέσιμο, παρά
γάμος αθέλητος να μ᾽ εύρει;
Ικετ_800κυσὶν δ᾽ ἔπειθ᾽ ἕλωρα κἀπιχωρίοις [ἀντ. β]
ὄρνισι δεῖπνον οὐκ ἀναίνομαι πέλειν·
τὸ γὰρ θανεῖν ἐλευθεροῦ-
ται φιλαιάκτων κακῶν.
ἐλθέτω μόρος, πρὸ κοί-
Όχι δε θα ᾽λεγα έπειτα και τα σκυλιά
και τα όρνια τα τριγυρινά να με σπαράξουν,
γιατ᾽ είναι ο μόνος λυτρωμός
στα βαριοστέναχτα δεινά
ο θάνατος· κι ας έρθει πριν
Ικετ_805τας γαμηλίου τυχών.
ἀμφυγᾶς τίν᾽ ἔτι πόρον
τέτμω γάμου λυτῆρα;
ἴυζε δ᾽ ὀμφάν, οὐράνια [στρ. γ]
μέλη λιτανὰ θεοῖσι καὶ
με δεχτεί κλίνη νυφική·
ή ποιό άλλο δρόμο να βρω πια
για να γλιτώσω από το γάμο;
Μα ύψωνε θρήνους ως τους ουρανούς
με λιτανείες σ᾽ όλους τους θεούς
Ικετ_810τέλεα δέ μοί πως πελόμενα [μοι],
λύσιμα † μάχιμα δ᾽· ἔπιδε, πάτερ,
βίαια μὴ φίλοις ὁρῶν
ὄμμασιν ἐνδίκως.
που ίσως και κάποιο τέλος δώσουν.
Επίβλεψε, πατέρα, τον αγώνα μας
και ιδές τη βία μ᾽ όψη όχι φαιδρή
των δίκιων των ματιώ σου.
Ικετ_815σεβίζου δ᾽ ἱκέτας σέθεν,
γαιάοχε παγκρατὲς Ζεῦ.
† γένος γὰρ Αἰγύπτιον ὕβριν [ἀντ. γ]
δύσφορον ἀρσενογενὲς †
μετά με δρόμοισι διόμενοι
ικέτες σου σεβάσου, παντοδύναμε
Δία, π᾽ όλο τον κόσμο έχεις δικό σου.
Γιατί του Αιγύπτου μ᾽ άθεη αποκοτιά
η αρσενική ανυπόφερτη γενιά
μ᾽ έχουνε πάρει από κοντά κυνήγι,
Ικετ_820φυγάδα μάταισι πολυθρόοις
βίαια δίζηνται λαβεῖν.
σὸν δ᾽ ἐπίπαν ζυγὸν
ταλάντου. τί δ᾽ ἄνευ σέθεν
θνατοῖσι τέλειόν ἐστιν;
ψάχνοντας με πολύβουα αλαλητά
με βια να με στριμώξουν, κι όπου φύγει·
μα εσύ ᾽σαι μόνος που κρατάς τη ζυγαριά
στο χέρι· και στον άνθρωπο χωρίς εσένα
πράμα δεν είναι να γενεί κανένα!

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

Ικετ_825ΔΑΝΑΪΔΕΣ ό ό ό, ά ά ά·
ὅδε μάρπτις νάιος γάιος·
τῶν πρό, μάρπτι, κάμνοις·
†ἰόφ.. ὀμ.. αὖθι κάββας νυ..
δυΐαν βοὰν ἀμφαίνω.†
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Α… α!
— Νά τονε ο άρπαγας πηδά
απ᾽ το καράβι στη στεριά!

Οι… οι! — Άμποτε πριν, ν᾽ ανοίξει η γη,
άρπαγα, να σε καταπιεί!
Ικετ_830ὁρῶ τάδε φροίμια †πράξαν πόνων
βιαίων ἐμῶν. ἠὲ ἠέ.
βαῖνε φυγᾷ πρὸς ἀλκάν·
†βλοσυρόφρονα χλιδᾷ …
δύσφορα ναῒ κἀν γᾷ …
— Αρχή κακή κακού σκοπού της βίας
και τ᾽ αναγκασμού. — Φτάνει ο κατάρατος,
για δες, δε βαστώ, μπήγω τις φωνές.
Οι οι, οι , οι! — Πετάξου στην καταφυγή·
ο αγριοπρόσωπος λυσσά όμοια σε θάλασσα και γη.
Ικετ_835γάι᾽ ἄναξ προτάσσου.†
‹ΚΗΡΥΚΑΣ› σοῦσθε σοῦσθ᾽ ἐπὶ βᾶ-
ριν ὅπως ποδῶν …
οὐκοῦν; οὐκοῦν;
τιλμοὶ τιλμοὶ καὶ στιγμοί,
— Βόηθα της χώρας βασιλιά!
ΚΗΡΥΚΑΣ Μπρος, στο καράβι, δρόμο!
τα πόδια σας στον ώμο·
ιδέ συρμός, ιδέ σκισμός
και μαλλιοτραβηγμός
Ικετ_840πολυαίμων φόνιος
ἀποκοπὰ κρατός.
σοῦσθε σοῦσθ᾽ † ὀλύμεναι ὀλόμεν᾽ ἐπ᾽ ἀμάδα.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ εἴθ᾽ ἀνὰ πολύρυτον [στρ. α]
ἁλμήεντα πόρον
και κεφαλές κομμένες
κι αιματοκυλισμένες.
Εμπρός! στο πλοίο, καταραμένες.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Άμποτε να ᾽θελες χαθεί στ᾽ αρμυρό κύμα
το βαθύ, να πήαιν᾽ άφαντη η φανιά σου
Ικετ_845δεσποσίῳ ξὺν ὕβρει
γομφοδέτῳ τε δόρει διώλου.
‹ΚΗΡΥΚΑΣ› †αἵμον᾽ ἕσω σ᾽ ἐπ᾽ ἀμάδα·
ἦ σὺ δουπια τάπιτα;†
κελεύω βίᾳ μεθέσθαι
και το καράβι σου, μαζί
με τ᾽ άθεα τ᾽ αφεντικά σου.

ΚΗΡΥΚΑΣ Στο αίμα σου, λέω, βουτηχτή
στ᾽ άρμενο θενα πας συρτή,
α δεν αφήσεις ευτύς τώρα
Ικετ_850†ἴχαρ φρενί τ᾽ ἄταν.
ἰὼ ἰόν†.
λεῖφ᾽ ἕδρανα, κί᾽ ἐς δόρυ,
ἀτίετον ἄπολιν οὐ σέβω.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ μήποτε πάλιν ἴδοις [ἀντ. α]
τις έδρες που κάθησες.
γιατί καμιά
δεν έχουνε τιμή
στων ευσεβών τη χώρα.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Μην τ᾽ αξιωθώ να ξαναδώ
Ικετ_855ἀλφεσίβοιον ὕδωρ,
ἔνθεν ἀεξόμενον
ζώφυτον αἷμα βροτοῖσι θάλλει.
‹ΚΗΡΥΚΑΣ› † ἄγειος ἐγὼ βαθυχαῖος
το ζωοπάροχο νερό του Νείλου,
που πληθαίνει όσων το πίνουν τη ζωή και κάνει
το αίμα των ν᾽ ανθεί κι ολόθρασο ν᾽ αξαίνει.
ΚΗΡΥΚΑΣ Μιαν ώρ᾽ αρχύτερ᾽ απ᾽ αυτά
Ικετ_860βαθρείας βαθρείας γέρον. †
σὺ δ᾽ ἐν ναῒ ναῒ βάσῃ
τάχα θέλεος ἀθέλεος,
βίᾳ βίᾳ τε πολλᾷ φροῦδα.
† βάτεαι βαθυμιτροκακὰ παθῶν †
εμπρός, κατέβα τα σκαλιά,
και στο καράβι θά ᾽ρθεις
θέλεις δε θέλεις με τη βιά,
πριν με τα χέρια μου κακά
μεγάλα κακά πάθεις.
Ικετ_865[ὀλόμεναι παλάμαις].
ΔΑΝΑΪΔΕΣ αἰαῖ αἰαῖ. [στρ. β]
αἲ γὰρ δυσπαλάμως ὄλοιο
δι᾽ ἁλίρρυτον ἄλσος,
κατὰ Σαρπηδόνιον

ΔΑΝΑΪΔΕΣ Κακήν κακός άθε χαθείς
στο μαύρο του πελάου το κύμα,
αφού ήθε πρώτα πλανηθείς
μ᾽ αγέρα και με καταχνιά
Ικετ_870χῶμα πολύψαμμον ἀλαθεὶς
Εὐρεΐαισιν αὔραις.

ΚΗΡΥΚΑΣ ἴυζε καὶ λάκαζε καὶ κάλει θεούς.
Αἰγυπτίαν γὰρ βᾶριν οὐχ ὑπερθορῇ.
[ἴυζε καὶ]
στην πολυστοίβαχτη αμμουδιά
γύρω στο Σαρπηδόνιο μνήμα.

ΚΗΡΥΚΑΣ Χούγιαζε, σκούζε, ζήτ᾽ απ᾽ τους θεούς βοήθεια,
μ᾽ απ᾽ το Αιγυπτιακό κάτεργο δε ξεφεύγεις
κι αν
Ικετ_875† βόα, πικρότερ᾽ ἀχέων οἰζύος ὄνομ᾽ ἔχων. †
ΔΑΝΑΪΔΕΣ οἰοῖ οἰοῖ [ἀντ. β]
λύμας, ᾇ σὺ πρὸ γᾶς ὑλάσκων † περιχαμπτὰ
βρυάζεις· ὃς ἐπωπᾷ δ᾽, ὁ μέγας
θρήνου ακόμη πιο πικρό σκοπό μάς ψάλεις.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Βρισιές το στόμα σου αλυχτά
και τρως τα λύσσακά σου,
μα ο μέγας
Ικετ_880Νεῖλος, ὑβρίζοντά σ᾽ ἀποτρέ-
ψειεν ἄιστον ὕβριν.
ΚΗΡΥΚΑΣ βαίνειν κελεύω βᾶριν εἰς ἀμφίστροφον
ὅσον τάχιστα· μηδέ τις σχολαζέτω.
ὁλκὴ γὰρ αὕτη πλόκαμον οὐδάμ᾽ ἅζεται.
Νείλος που κοιτά τ᾽ ανήκουστα φερσίματά σου
ας σβήσει αυτός το γαύριασμά σου.

ΚΗΡΥΚΑΣ Εμπρός, προστάζω, γρήγορα για το καράβι
τ᾽ ολοστρόγγυλο ακλούθα με· καιρό μη χάνεις
και δε θα ᾽ντηρηθώ να σε μαλλιοτραβήξω.
Ικετ_885ΔΑΝΑΪΔΕΣ οἰοῖ, πάτερ, βρέτεος ἄρος [στρ. γ]
ἀτᾷ μ᾽· ἅλαδ᾽ ἄγει,
ἄραχνος ὥς, βάδην.
ὄναρ ὄναρ μέλαν,
ὀτοτοτοτοῖ,
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Αλί, πατέρα, τρισαλί!
χαμός μου βγήκ᾽ η απαντοχή, κρίμα!
– των αγαλμάτων! νά, βήμα βήμα με τραβά
σαν άραχνος, το μαύρο σκιάχτρο!
— Αλί και τρεις φορές αλί,
Ικετ_890μᾶ Γᾶ μᾶ Γᾶ, βοὰν
φοβερὸν ἀπότρεπε·
ὦ βᾶ Γᾶς παῖ Ζεῦ.
ΚΗΡΥΚΑΣ οὔτοι φοβοῦμαι δαίμονας τοὺς ἐνθάδε·
οὐ γάρ μ᾽ ἔθρεψαν, οὐδ᾽ ἐγήρασαν τροφῇ.
μάνα μου Γη, μάνα μου Γη!
το φοβερό τον κράχτη, Δία πατέρα, γιε της Γης,
κεραύνωσε και κάμε στάχτη.

ΚΗΡΥΚΑΣ Δεν τους φοβούμαι εγώ τους θεούς εδώ του
τόπου,
γιατί ουδέ νιο ουδέ γέροντα μ᾽ έχουνε θρέψει.
Ικετ_895ΔΑΝΑΪΔΕΣ μαιμᾷ πέλας δίπους ὄφις· [ἀντ. γ]
ἔχιδνα δ᾽ ὥς με ‹φόνιος ἢ›
τί ποτέ ν‹ιν καλῶ›
δάκος; ἀχ…
ὀτοτοτοτοῖ,
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Όφιος διπόδαρος, λυσσά
και χύνεταί μου από κοντά,
σαν αφρισμένη οχιά δαγκά
και πια δε ξεκολλά.
— Αλί και τρεις φορές αλί,
Ικετ_900μᾶ Γᾶ μᾶ Γᾶ βοὰν
φοβερὸν ἀπότρεπε,
ὦ βᾶ Γᾶς παῖ Ζεῦ.
ΚΗΡΥΚΑΣ εἰ μή τις ἐς ναῦν εἶσιν αἰνέσας τάδε,
λακὶς χιτῶνος ἔργον οὐ κατοικτιεῖ.
μάνα μου Γη, μάνα μου Γη!
το φοβερό τον κράχτη, Δία πατέρα, γιε της Γης,
κεραύνωσε και κάμε στάχτη.
ΚΗΡΥΚΑΣ Α δε στρέξεις να ᾽ρθεις με το καλό μαζί μου
ξέσκισμ᾽ αλύπητο θα βρει τις φορεσιές σου.
Ικετ_905ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἰὼ πόλεως ἀγοὶ πρόμοι, δάμναμαι.
ΚΗΡΥΚΑΣ πολλοὺς ἄνακτας, παῖδας Αἰγύπτου, τάχα
ὄψεσθε· θαρσεῖτ᾽, οὐκ ἐρεῖτ᾽ ἀναρχίαν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ διωλόμεσθ᾽· ἄεπτ᾽, ἄναξ, πάσχομεν.
ΚΗΡΥΚΑΣ ἕλξειν ἔοιχ᾽ ὑμᾶς ἐπισπάσας κόμης,
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Της χώρας άρχοντες και κυβερνάτορες πάω! με δάμασε. ΚΗΡΥΚΑΣ Μαλλιοτραβώντας, μοιάζει, θα σας ξεκολλήσω,
αφού έχετε στα λόγια μου βαριά τ᾽ αυτιά σας.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Πάω και χάθηκα, άθεα κι άδικα παθαίνω, αφέντη βασιλιά! ΚΗΡΥΚΑΣ Αφεντάδες πολλούς και γρήγορα θα δείτε,
Ικετ_910ἐπεὶ οὐκ ἀκούετ᾽ ὀξὺ τῶν ἐμῶν λόγων.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ οὗτος, τί ποιεῖς; ἐκ ποίου φρονήματος
ἀνδρῶν Πελασγῶν τήνδ᾽ ἀτιμάζεις χθόνα;
ἀλλ᾽ ἦ γυναικῶν ἐς πόλιν δοκεῖς μολεῖν;
κάρβανος ὢν Ἕλλησιν ἐγχλίεις ἄγαν·
τους γιούς του Αιγύπτου· κι έγνοια σας, δε θα ᾽στε δίχως.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ε συ, τι κάνεις; πού την τόση τόλμη βρήκες,
έτσι των Πελασγών την χώρα να προσβάλλεις;
ή θάρρεψες,
σε πόλη γυναικών πως ήρθες; κι ενώ είσαι βάρβαρος πολλήν αυθάδεια δείχτεις σ᾽ Έλληνες μπρος, κι απ᾽ όλα τα καμώματά σου
Ικετ_915καὶ πόλλ᾽ ἁμαρτὼν οὐδὲν ὤρθωσας φρενί.
ΚΗΡΥΚΑΣ τί δ᾽ ἠμπλάκηται τῶνδ᾽ ἐμοὶ δίκης ἄτερ;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ξένος μὲν εἶναι πρῶτον οὐκ ἐπίστασαι.
ΚΗΡΥΚΑΣ πῶς δ᾽ οὐχί; τἄμ᾽ ὀλωλόθ᾽ εὑρίσκων ἄγω.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ποίοισιν εἰπὼν προξένοις ἐγχωρίοις;
τ᾽ άπρεπ᾽ αυτά, μου φαίνεται, πως νου δεν έχεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ Και σε τί τάχα να ᾽σφαλα στο δίκιο ανάντια;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Πρώτ᾽ απ᾽ όλα δε ξέρεις, πως εδώ είσαι ξένος.
ΚΗΡΥΚΑΣ Πώς δα; μια που το βρίσκω πράμα πὄχω χάσει.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Και σε ποιούς ντόπιους πρόξενους τα δίκια σου είπες;
Ικετ_920ΚΗΡΥΚΑΣ Ἑρμῇ, μεγίστῳ προξένων, μαστηρίῳ.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ θεοῖσιν εἰπὼν τοὺς θεοὺς οὐδὲν σέβῃ.
ΚΗΡΥΚΑΣ τοὺς ἀμφὶ Νεῖλον δαίμονας σεβίζομαι.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ οἱ δ᾽ ἐνθάδ᾽ οὐδέν, ὡς ἐγὼ σέθεν κλύω;
ΚΗΡΥΚΑΣ ἄγοιμ᾽ ἄν, εἴ τις τάσδε μὴ ᾽ξαιρήσεται.
ΚΗΡΥΚΑΣ Στον πιο μεγάλο πρόξενον, Ερμή τον ψάχτη.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Μα ενώ είπες τους θεούς, σέβας σ᾽ αυτούς δεν έχεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ Του Νείλου τους θεούς σέβομαι εγώ εκεί κάτω.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ώστε τίποτα οι εδώ, καθώς σου ακούω, δεν είναι.
ΚΗΡΥΚΑΣ Θα πάρω αυτές· και λέω κανείς να μη εμποδίσει.
Ικετ_925ΒΑΣΙΛΕΑΣ κλαίοις ἄν, εἰ ψαύσειας, οὐ μάλ᾽ ἐς μακράν.
ΚΗΡΥΚΑΣ ἤκουσα, τοὖπος ‹δ᾽› οὐδαμῶς φιλόξενον.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ οὐ γὰρ ξενοῦμαι τοὺς θεῶν συλήτορας.
ΚΗΡΥΚΑΣ λέγοιμ᾽ ἂν ἐλθὼν παισὶν Αἰγύπτου τάδε.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἀβουκόλητον τοῦτ᾽ ἐμῷ φρονήματι.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Θα κλάψεις, λέω, και σύντομα, μόνο αν τις ᾽γγίξεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ Καθόλου αυτός φιλόξενος π᾽ άκουσα ο λόγος.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Ξένους μου εγώ ιερόσυλους ποτέ δεν κάνω.
ΚΗΡΥΚΑΣ Ώστε να πάω να πω στους γιους αυτά του Αιγύπτου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Αβόσκητ᾽ είναι η έγνοια αυτή για την καρδιά μου.
Ικετ_930ΚΗΡΥΚΑΣ ἀλλ᾽ ὡς ἂν εἰδὼς ἐννέπω σαφέστερον—
καὶ γὰρ πρέπει κήρυκ᾽ ἀπαγγέλλειν τορῶς
ἕκαστα—πῶς φῶ, πρὸς τίνος τ᾽ ἀφαιρεθεὶς
ἥκειν γυναικῶν αὐτανέψιον στόλον;
οὔτοι δικάζει ταῦτα μαρτύρων ὕπο
ΚΗΡΥΚΑΣ Μα για να ξέρω πιο σωστά να τα εξηγήσω,
– γιατ᾽ έχει χρέος ο κήρυκας να τ᾽ αναφέρει καθαρά τα καθέκαστα –
σα θα γυρίσω μ᾽ άδεια τα χέρια, ποιός και
πώς να λέω πως μόχει τις κόρες αφαιρέσει αυτές κι
αξάδερφές των;
Τα τέτοια, ξέρεις, δε δικάζει με μαρτύρους
Ικετ_935Ἄρης, τὸ νεῖκος δ᾽ οὐκ ἐν ἀργύρου λαβῇ
ἔλυσεν· ἀλλὰ πολλὰ γίγνεται πάρος
πεσήματ᾽ ἀνδρῶν κἀπολακτισμοὶ βίου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ τί σοι λέγειν χρὴ τοὔνομ᾽; ἐν χρόνῳ μαθὼν
εἴσῃ σύ τ᾽ αὐτὸς χοἰ ξυνέμποροι σέθεν.
ο Άρης κι ουδέ λύνει τις διαφορές του
μ᾽ ασήμι πληρωμένο·
μα πολλοί θα πέσουν
στο χώμα πριν, και τη ζωή θ᾽ απολαχτίσουν.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ Τί να σου λέω τ᾽ όνομα; θενα το μάθεις
συ κι οι συνοδοιπόροι σου, σαν θά ᾽ρθει η ώρα·
Ικετ_940ταύτας δ᾽ ἑκούσας μὲν κατ᾽ εὔνοιαν φρενῶν
ἄγοις ἄν, εἴπερ εὐσεβὴς πίθοι λόγος.
τοιάδε δημόπρακτος ἐκ πόλεως μία
ψῆφος κέκρανται, μήποτ᾽ ἐκδοῦναι βίᾳ
στόλον γυναικῶν· τῶνδ᾽ ἐφήλωται τορῶς
όσο γι᾽ αυτές, αν με δικαίους τις πείσεις λόγους
νά ᾽ρθουν μαζί σου θέλοντας κι από καρδιάς των,
να τις πάρεις·
γιατί, τέτοια μες στο Άργος έχει πάνδημη απόφαση
ο λαός επικυρώσει: να μην τις παραδώσει με τη βία ποτέ του
τις γυναίκες αυτές,
κι έτσ᾽ έχει μπηχτεί στέρια
Ικετ_945γόμφος διαμπάξ, ὡς μένειν ἀραρότως.
ταῦτ᾽ οὐ πίναξίν ἐστιν ἐγγεγραμμένα
οὐδ᾽ ἐν πτυχαῖς βίβλων κατεσφραγισμένα,
σαφῆ δ᾽ ἀκούεις ἐξ ἐλευθεροστόμου
γλώσσης. κομίζου δ᾽ ὡς τάχιστ᾽ ἐξ ὀμμάτων.
το καρφί μέσα ως μέσα που πια δε σαλεύει.
Δεν είναι αυτά σε πλάκες χαραγμένα κι ούτε
σε χαρτιών τυλιχτάρια μέσα σφραγισμένα,

μ᾽ από γλώσσα τ᾽ ακούς ελευθερόστομη, έτσι
ορθά κοφτά. Και τώρα, – ευτύς! φεύγ᾽ απ᾽ εμπρός μου.
Ικετ_950ΚΗΡΥΚΑΣ ἔοιγμεν ἤδη πόλεμον ἀρεῖσθαι νέον·
εἴη δὲ νίκη καὶ κράτος τοῖς ἄρσεσιν.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ἀλλ᾽ ἄρσενάς τοι τῆσδε γῆς οἰκήτορας
εὑρήσετ᾽, οὐ πίνοντας ἐκ κριθῶν μέθυ.
ὑμεῖς δὲ πᾶσαι ξὺν φίλαις ὀπάοσιν
ΚΗΡΥΚΑΣ Λοιπόν, ξέρε πως πόλεμο κακό σηκώνεις
κι είθε με των αντρών το μέρος να ᾽ναι η νίκη.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ Μα άντρες θενά ᾽βρετε κι εδώ σ᾽ αυτή τη χώρα,
που δεν πίνουν κρασί βγαλμένο από κριθάρι.
Και τώρα εσείς, με τις πιστές ακόλουθές σας
Ικετ_955θράσος λαβοῦσαι στείχετ᾽ εὐερκῆ πόλιν,
πύργων βαθείᾳ μηχανῇ κεκλῃμένην.
καὶ δώματ᾽ ἐστὶ πολλὰ μὲν τὰ δήμια,
δεδωμάτωμαι δ᾽ οὐδ᾽ ἐγὼ σμικρᾷ χερί.
ἔνθ᾽ ἔστιν ὑμῖν εὐτύκους ναίειν δόμους
πάρτε πια θάρρος και τραβάτε για την πόλη,
που στέρεα κάστρα και ψηλοί τη ζώνουν πύργοι.
Έχει εκεί σπίτια και δημόσια όσα να θέτε
και σπιτωμένος ουδ᾽ εγώ στενάχωρα είμαι,
οπού μπορείτε να καθίσετε, ή και μ᾽ άλλους
Ικετ_960πολλῶν μετ᾽ ἄλλων· εἰ δέ τις μείζων χάρις,
πάρεστιν οἰκεῖν καὶ μονορρύθμους δόμους.
τούτων τὰ λῷστα καὶ τὰ θυμηδέστατα—
πάρεστι—λωτίσασθε. προστάτης δ᾽ ἐγὼ
ἀστοί τε πάντες, ὧνπερ ἥδε κραίνεται
μαζί πολλούς, ή, αν πιότερο της αρεσκειάς σας,
και μόνες χωριστά μπορεί να ᾽χετε σπίτια.
Τί σας βολεύει πιο καλά και προτιμάτε,
στο χέρι σας, διαλέξετε· ξενοπροστάτης
θενα σας είμαι εγώ κι όλ᾽ οι πολίτες, πὄχουν
Ικετ_965ψῆφος. τί τῶνδε κυριωτέρους μένεις;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἀλλ᾽ ἀντ᾽ ἀγαθῶν ἀγαθοῖσι βρύοις,
δῖε Πελασγῶν.
πέμψον δὲ πρόφρων δεῦρ᾽ ἡμέτερον
πατέρ᾽ εὐθαρσῆ Δαναόν, πρόνοον
το νόμο αυτό ψηφίσει· πιο τρανούς ποιούς θέλεις;
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Αλλ᾽ αντίς σου γι᾽ αυτά τα καλά,
θεϊκέ βασιλιά Πελασγέ, πάντα μέσα να πλέεις
και συ στ᾽ αγαθά. Τώρα δείξου καλός να μας στείλεις
εδώ τον πατέρα Δαναό,
Ικετ_970καὶ βούλαρχον. τοῦ γὰρ προτέρα
μῆτις, ὅπου χρὴ δώματα ναίειν
καὶ τόπος εὔφρων. πᾶς τις ἐπειπεῖν
ψόγον ἀλλοθρόοις
εὔτυκος· εἴη δὲ τὰ λῷστα.
το δικό μου γενναίο προβλεφτή κι οδηγό·
γιατί πρώτα σ᾽ αυτόν πέφτει ο λόγος, σε ποιά
να καθίσουμε σπίτια και πιο ταιριαστά·
ευτύς έτοιμος είναι να πει το κακό για τον ξένο ο καθείς,
μα ο Θεός βολικ᾽ ας μας τα φέρνει.
Ικετ_975ξύν τ᾽ εὐκλείᾳ καὶ ἀμηνίτῳ
βάξει λαῶν ἐγχώρων
τάσσεσθε, φίλαι δμωίδες, οὕτως
ὡς ἐφ᾽ ἑκάστῃ διεκλήρωσεν
Δαναὸς θεραποντίδα φερνήν.
Για να μη λοιπόν δίνομε τώρ᾽ αφορμή
στο λαό να μιλεί με κακιά, κι εκτεθεί
κι η καλή μας υπόληψη, πάρτε μαζί και σεις,
φίλες ακόλουθες, θέση καθώς καθεμιάς μας
σας έχει κληρώσει προικιό ο Δαναός ο πατέρας.
Ικετ_980ΔΑΝΑΟΣ ὦ παῖδες, Ἀργείοισιν εὔχεσθαι χρεών,
θύειν τε λείβειν θ᾽, ὡς θεοῖς Ὀλυμπίοις,
σπονδάς, ἐπεὶ σωτῆρες οὐ διχορρόπως.
καί μου τὰ μὲν πραχθέντα πρὸς τοὺς ἐγγενεῖς
φίλους πικρῶς ἤκουσαν αὐτανεψίοις·
ΔΑΝΑΟΣ Σα σε θεούς, κόρες μου, πρέπει στους
Αργείους να κάνετε την προσευχή σας και θυσίες και σπονδές
να προσφέρετε, γιατί σωτήρες, με δίχως γνώμη δεύτερη,
μας είν᾽ αλήθεια· και μ᾽ αγανάχτηση άκουσαν πώς μας φερθήκαν
στενοί από αίμα συγγενείς, οι εξάδερφοί σας·
Ικετ_985ἐμοὶ δ᾽ ὀπαδοὺς τούσδε καὶ δορυσσόους
ἔταξαν, ὡς ἔχοιμι τίμιον γέρας,
καὶ μήτ᾽ ἀέλπτως, δορικανεῖ μόρῳ θανὼν
λάθοιμι, χώρᾳ δ᾽ ἄχθος ἀείζων πέλοι
‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
τοιῶνδε τυγχάνοντας ἐκ πρυμνῆς φρενὸς
και μεν᾽ αυτούς μου ορίσανε τους δορυφόρους να μου ακλουθούν,
τιμητική μου συνοδεία, και για να μην, απρόβλεφτα,
τύχει και πέσω από εχθρικό κρυφά κοντάρι σκοτωμένος και
βάρος πάρει επάνω της αιώνιο η χώρα.
‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
Για τέτοια π᾽ αξιωθήκαμε, χρέος απ᾽ τα βάθη
Ικετ_990χάριν σέβεσθαι τιμιωτέραν † ἐμοῦ.
καὶ ταῦθ᾽ ἅμ᾽ ἐγγράψασθε πρὸς γεγραμμένοις
πολλοῖσιν ἄλλοις σωφρονίσμασιν πατρός,
ἀγνῶθ᾽ ὅμιλον, ὡς ἐλέγχεται χρόνῳ,
πᾶς δ᾽ ἐν μετοίκῳ γλῶσσαν εὔτυκον φέρει
να τους τιμάτε της καρδιάς, πιο κι από μένα.
Μα τώρα γράψετε κι αυτά κοντά στις τόσες πόχετε γράψει
του πατέρα σας ορμήνιες: — Άνθρωποι ξένοι κι άγνωστοι,
χρειάζεται χρόνος για να δοκιμαστούν,
και
για τους νιοφερμένους πρόχειρη την κακογλωσσιά έχει ο καθένας,
Ικετ_995κακήν, τό τ᾽ εἰπεῖν εὐπετὲς μύσαγμά πως.
ὑμᾶς δ᾽ ἐπαινῶ μὴ καταισχύνειν ἐμέ,
ὥραν ἐχούσας τήνδ᾽ ἐπίστρεπτον βροτοῖς.
τέρειν᾽ ὀπώρα δ᾽ εὐφύλακτος οὐδαμῶς·
θῆρες δὲ κηραίνουσι καὶ βροτοί—τί μήν; —
κι εύκολο, κάποιο βρομερό να ρίξει λόγο·
λοιπόν το νου σας να ᾽χετε μην ντροπιαστούμε·
πάνω στην ώρα βρίσκεστε, που τραβά πάντα τους άντρες,
κι είναι δύσκολο τα ώριμα φρούτα να φυλαχτούν ποτέ
καλά, μα τα ματιάζουν ζώα κι ανθρώποι,
Ικετ_1000καὶ κνώδαλα πτεροῦντα καὶ πεδοστιβῆ.
† καρπώματα στάζοντα κηρύσσει Κύπρις
κάλωρα κωλύουσαν θωσμένειν ἔρῳ, †
καὶ παρθένων χλιδαῖσιν εὐμόρφοις ἔπι
πᾶς τις παρελθὼν ὄμματος θελκτήριον
τα πετάμενα τ᾽ αγέρα και τα σερνάμενα της γης –
πώς όχι; η Κύπρη διαλαλάει τους μελίσταχτους καρπούς,
καλώντας τον Έρωτα για να τρυγήσει τον ανθό τους·

και πάνω στις καμαρωτές ωραίες παρθένες
καθένας, που περνά, πετάει τη λιγωμένη
Ικετ_1005τόξευμ᾽ ἔπεμψεν, ἱμέρου νικώμενος.
πρὸς ταῦτα μὴ πάθωμεν ὧν πολὺς πόνος
πολὺς δὲ πόντος οὕνεκ᾽ ἠρόθη δορί,
μηδ᾽ αἶσχος ἡμῖν, ἡδονὴν δ᾽ ἐχθροῖς ἐμοῖς
πράξωμεν. οἴκησις δὲ καὶ διπλῆ πάρα·
των ματιών σαϊτιά, νικημένος του πόθου.
Γι᾽ αυτό ας κοιτάξομε λοιπόν μη πάθομ᾽ όσα
για ν᾽ αποφύγομε πολύς μας βρήκε πόνος

κι οργώθηκε πόντος πολύς με το καράβι.
Όσο για κατοικία μας και διπλά σπίτια
Ικετ_1010τὴν μὲν Πελασγός, τὴν δὲ καὶ πόλις διδοῖ,
οἰκεῖν λάτρων ἄτερθεν· εὐπετῆ τάδε.
μόνον φύλαξαι τάσδ᾽ ἐπιστολὰς πατρός,
τὸ σωφρονεῖν τιμῶσα τοῦ βίου πλέον.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ τἄλλ᾽ εὐτυχοῖμεν πρὸς θεῶν Ὀλυμπίων·
μας δίνουν, το ένα ο Πελασγός και τ᾽ άλλο η πόλη
να καθόμαστε αρόγιαστα· γι᾽ αυτό ξεγνοιάστε.
Μόν᾽ τις παραγγελιές μου αυτές να μη ξεχνάτε,
γιατ᾽ η τιμή κι απ᾽ τη ζωή πιότερο αξίζει.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Τ᾽ άλλα από τους θεούς να μας έρθουνε πρίμα,
Ικετ_1015ἐμῆς δ᾽ ὀπώρας οὕνεκ᾽ εὖ θάρσει, πάτερ.
θεοῖς γὰρ εἴ τι μὴ βεβούλευται νέον,
ἴχνος τὸ πρόσθεν οὐ διαστρέψω φρενός.
κι όσο για τον ανθό της νιότης μου, μην έχεις φόβο, πατέρα,
ολότελα· γιατ᾽ αν για μένα καμιά άλλη απόφαση οι θεοί
δεν έχουν πάρει, δε θεν᾽ αλλάξω εγώ του νου τα παλιά χνάρια.

ΕΞΟΔΟΣ

ΔΑΝΑΪΔΕΣ ἴτε μὰν ἀστυάνακτας [στρ. α]
μάκαρας θεοὺς γανάοντες
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Με ύμνους τώρα τους θεούς τους μακαρίους
ας λαμπρύνομε της χώρας τους πολιούχους κι όσοι γύρω
Ικετ_1020πολιούχους τε καὶ οἳ χεῦμ᾽ Ἐρασίνου
περιναίουσιν παλαιόν.
ὑποδέξασθε ‹δ᾽› ὀπαδοὶ
μέλος· αἶνος δὲ πόλιν τάνδε Πελασγῶν
ἐχέτω, μηδ᾽ ἔτι Νείλου
προχοὰς σέβωμεν ὕμνοις,
στου Ερασίνου κατοικούν το αρχαίο το ρέμα.
— Και σεις παίρνετε κατόπι το τραγούδι,
ακόλουθές μας.
Μόνο του Άργους ας δοξάζει αυτή την πόλη
ο αίνος μου· κι ας μη ανυμνούνε
τ᾽ άσματά μας πια τα στόματα του Νείλου.
Ικετ_1025ποταμοὺς δ᾽ οἳ διὰ χώρας [ἀντ. α.]
θελεμὸν πῶμα χέουσιν
πολύτεκνοι, λιπαροῖς χεύμασι γαίας
τόδε μειλίσσοντες οὖδας.
Μα τους πόταμους, πολύτεκνοι που χύνουν
τα γλυκόπιοτα νερά των μες από τη χώρα τούτη
και με προφαντά παχαίνουν
ρέματα της γης το χώμα.
Ικετ_1030ἐπίδοι δ᾽ Ἄρτεμις ἁγνὰ
στόλον οἰκτιζομένα, μηδ᾽ ὑπ᾽ ἀνάγκας
γάμος ἔλθοι Κυθερείας·
Στύγιον πέλοι τόδ᾽ ἆθλον.
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ — Κύπριδος ‹δ᾽› οὐκ ἀμελεῖ θεσμὸς ὅδ᾽ εὔφρων. [στρ. β]
Μα είθε η Αρτέμιδα η αγνή να ρίξει βλέμμα
σ᾽ αυτό επάνω το κοπάδι, μηδ᾽ ερθεί ποτέ του ο γάμος
να μας βάλει από κάτ᾽ απ᾽ το ζυγό της Κυθερείας·
ας την έχουνε οι εχθροί μου τέτοια τύχη!
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ Δε ξεχνά όμως ο ευσεβής δικός μας ύμνος
Ικετ_1035δύναται γὰρ Διὸς ἄγχιστα σὺν Ἥρᾳ·
τίεται δ᾽ αἰολόμητις
θεὸς ἔργοις ἐπὶ σεμνοῖς.
— μετάκοινοι δὲ φίλᾳ ματρὶ πάρεισιν
Πόθος ‹ᾇ› τ᾽ οὐδὲν ἄπαρνον
και την Κύπριδα· γιατ᾽ έχει πλάι στο Δία δύναμη
την πιο μεγάλη, σαν την Ήρα, και κάθε τιμή τής πρέπει
της πολύγνωμης για τα έργα τ᾽ άγια και τα σεβαστά της·
και της παραστέκουν δίπλα συνεργάτες της μητέρας των,
ο Πόθος, και που τίποτε κανείς δεν της αρνιέται
Ικετ_1040τελέθει θέλκτορι Πειθοῖ.
— δέδοται δ᾽ Ἁρμονίᾳ μοῖρ᾽ Ἀφροδίτας
ψεδυρὰ τρίβοι τ᾽ ἐρώτων.
— φυγάδεσσιν δ᾽ ἐπιπλοίας κακά τ᾽ ἄλγη [ἀντ. β]
πολέμους θ᾽ αἱματόεντας προφοβοῦμαι.
η Πειθώ η παντογητεύτρα·
μα έχει μέρος κι η Αρμονία από τον κλήρο
της μεγάλης Αφροδίτης,
και το σμάρι των Ερώτων με τα κρύφο
γλυκοψιθυρίσματά των.
Ικετ_1045τί ποτ᾽ εὔπλοιαν ἔπραξαν
ταχυπόμποισι διωγμοῖς;
— ὅ τί τοι μόρσιμόν ἐστιν, τὸ γένοιτ᾽ ἄν.
Διὸς οὐ παρβατός ἐστιν
μεγάλα φρὴν ἀπέρατος.
Για τους πρόσφυγες με τρόμο προμαντεύω ενάντιες μπόρες,
σκληρούς πόνους κι αιματόβρεχτους πολέμους· γιατί πώς
τότ᾽ έτσι πρίμα καλοτάξιδοι να εφτάνανε οι εχθροί μας στο γοργό
κυνήγημά τους; Ό,τι ᾽ναι γραφτό απ᾽ τη Μοίρα, θενα γίνει και κανείς
πέρ᾽ απ᾽ το θέλημα δε βγαίνει το μεγάλο ανεξιχνίαστο του Δία.
Ικετ_1050— μετὰ πολλῶν δὲ γάμων ἅδε τελευτὰ
προτερᾶν πέλοι γυναικῶν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ ὁ μέγας Ζεὺς ἀπαλέξαι [στρ. γ]
γάμον Αἰγυπτογενῆ μοι.
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ τὸ μὲν ἂν βέλτατον εἴη·
Μα όπως με το γάμο τόσων γυναικών πριν από σένα,
ίσως τέλος κι ο δικός σου αυτός να πάρει.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ο μέγας Δίας ας με γλιτώνει από το γάμο
της Αιγυπτόσπορης της φάρας!
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ Όμως ίσως το καλύτερο αυτό θα ήταν.
Ικετ_1055ΔΑΝΑΪΔΕΣ σὺ δὲ θέλγοις ἂν ἄθελκτον;
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ σὺ δέ γ᾽ οὐκ οἶσθα τὸ μέλλον.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ τί δὲ μέλλω φρένα Δίαν [ἀντ. γ]
καθορᾶν, ὄψιν ἄβυσσον;
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ μέτριον νῦν ἔπος εὔχου·
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Να μαλάξεις νου ζητάς που δε λυγίζει.
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ Τί σου μέλλεται απ᾽ τη Μοίρα δεν
το ξέρεις. ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ούτε θα ᾽χα την αξίωση μες
στη γνώμη, βάθος άβυσσο, του Δία να εισχωρήσω.
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ Λοιπόν, κοίτα, και μη λες μεγάλο λόγο.
Ικετ_1060ΔΑΝΑΪΔΕΣ τίνα καιρόν με διδάσκεις;
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ τὰ θεῶν μηδὲν ἀγάζειν.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Ζεὺς ἄναξ ἀποστεροί- [στρ. δ]
η γάμον δυσάνορα
δάιον, ὅσπερ Ἰὼ
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Σαν ποιό τάχα πιο σωστό λες να μου μάθεις;
ΑΚΟΛ ΔΑΝΑΪΔΩΝ Να φυλάεις και με τα θεία το σωστό μέτρο.
ΔΑΝΑΪΔΕΣ Όχι! ο Δίας ο βασιλιάς
από γάμο μισητό μ᾽ εχθρόν άντρ᾽ ας με φυλά·
αυτός που απ᾽ τη συμφορά λύτρωσε και την Ιώ,
Ικετ_1065πημονᾶς ἐλύσατ᾽ εὖ
χειρὶ παιωνίᾳ κατασχεθών,
εὐμενῆ βίαν κτίσας,
καὶ κράτος νέμοι γυναι- [ἀντ. δ]
ξίν· τὸ βέλτερον κακοῦ
μόνο π᾽ άγγιξε απαλά
το θαυματουργό του χέρι.
Κι άμποτε των γυναικών
νίκη ας δίνει· απ᾽ το κακό,
το πιο λίγο, έστω και δυο
Ικετ_1070καὶ τὸ δίμοιρον αἰνῶ,
καὶ δίκᾳ δίκας ἕπε-
σθαι, ξὺν εὐχαῖς ἐμαῖς, λυτηρίοις
μηχαναῖς θεοῦ πάρα.
στρέγω μοίρες απ᾽ αυτό·
και το δίκιο ας ακλουθά
η δίκια κρίση απ᾽ τους θεούς
και το λυτρωμό ας μου φέρει.

Ευρετήριο Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Τα σχόλια είναι κλειστά.