Η τραγωδία «Πέρσες» (αυθεντικός αρχαίος τίτλος: Πέρσαι), το σπουδαιότερο αντιπολεμικό έργο του Αισχύλου, θεωρείται η παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία. Επίσης είναι η πρώτη τραγωδία που αντλεί τη θεματολογία της από ιστορικά γεγονότα (και μάλιστα μόνο κατά επτά χρόνια προγενέστερα από την παρουσίασή της στο κοινό): πραγματεύεται την οδύνη των Περσών όταν πληροφορούνται για τη συντριπτική ήττα τους στη Σαλαμίνα.
wikipedia.org
Πηγή https://www.greek-language.gr/
| ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Τάδε μὲν Περσῶν τῶν οἰχομένων Ἑλλάδ᾽ ἐς αἶαν πιστὰ καλεῖται, καὶ τῶν ἀφνεῶν καὶ πολυχρύσων ἑδράνων φύλακες, κατὰ πρεσβείαν | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Των Περσών πὄχουν φύγει και πήγανε στων Ελλήνων τη χώρα, εμείς είμαστε οι Πιστοί που μας λένε, και των πλούσιων αυτών και πολύχρυσων παλατιών οι φυλάχτορες, |
| Περ_5 | οὓς αὐτὸς ἄναξ Ξέρξης βασιλεὺς Δαρειογενὴς εἵλετο χώρας ἐφορεύειν. ἀμφὶ δὲ νόστῳ τῷ βασιλείῳ καὶ πολυχρύσου στρατιᾶς ἤδη | που απ᾽ αξιά μας ο ίδιος ο αφέντης μας Δαρειογέννητος Ξέρξης μάς διάλεξε ν᾽ αγρυπνούμε στην χώρα του επάνω. Μα για το γυρισμό του χρυσόφραχτου του στρατού μας και του βασιλέα μας |
| Περ_10 | κακόμαντις ἄγαν ὀρσολοπεῖται θυμὸς ἔσωθεν. πᾶσα γὰρ ἰσχὺς Ἀσιατογενὴς οἴχωκε, νέον δ᾽ ἄνδρα βαΰζει, κοὔτε τις ἄγγελος οὔτε τις ἱππεὺς | έχει αρχίσει πολύ κακομάντευτη ν᾽ ανταριάζει η καρδιά μου και μέσα της να φρουμάζει – γιατ᾽ είν᾽ όλ᾽ η δύναμη της Ασίας φευγάτη και κανείς πεζοδρόμος με μήνυμα και κανείς καβαλάρης δεν έφτασε |
| Περ_15 | ἄστυ τὸ Περσῶν ἀφικνεῖται· οἵτε τὸ Σούσων ἠδ᾽ Ἀγβατάνων καὶ τὸ παλαιὸν Κίσσιον ἕρκος προλιπόντες ἔβαν, τοὶ μὲν ἐφ᾽ ἵππων, τοὶ δ᾽ ἐπὶ ναῶν, πεζοί τε βάδην | στων Περσών, ως τα τώρα, την πόλη. Εκείνου αφήνοντας Σούσα κι Εγβάτανα και τ᾽ αρχαία Κισσιανά τα πυργόκαστρα φύγαν, άλλοι καβάλα στ᾽ αλόγατα, άλλοι μες στα καράβια κι οι αμέτρητοι με τα πόδια πεζοί, |
| Περ_20 | πολέμου στῖφος παρέχοντες· οἷος Ἀμίστρης ἠδ᾽ Ἀρταφρένης καὶ Μεγαβάτης ἠδ᾽ Ἀστάσπης, ταγοὶ Περσῶν, βασιλῆς βασιλέως ὕποχοι μεγάλου, | του πολέμου τ᾽ ολόπυκνο στίφος. Έτσι τότε ο Αρμίστρης κι ο Αρτάφρενος Μεγαβάτης κι Αστάσπης χυμήσανε κεφαλές των Περσών, του μεγάλου μας Βασιλιά βασιλιάδες υπήκοοι, |
| Περ_25 | σοῦνται, στρατιᾶς πολλῆς ἔφοροι, τοξοδάμαντές τ᾽ ἠδ᾽ ἱπποβάται, φοβεροὶ μὲν ἰδεῖν, δεινοὶ δὲ μάχην ψυχῆς εὐτλήμονι δόξῃ· Ἀρτεμβάρης θ᾽ ἱππιοχάρμης | οδηγώντας το αμέτρητο στράτεμα, τοξοκράτορες και καβαλάρηδες φοβεροί να τους δεις και στον πόλεμο τρομεροί με τ᾽ αδάμαστο της ψυχής τωνε θάρρος. Κι ο Αρτεμβάρης περήφανος στο άτι του |
| Περ_30 | καὶ Μασίστρης, ὅ τε τοξοδάμας ἐσθλὸς Ἰμαῖος Φαρανδάκης θ᾽, ἵππων τ᾽ ἐλατὴρ Σοσθάνης. ἄλλους δ᾽ ὁ μέγας καὶ πολυθρέμμων Νεῖλος ἔπεμψεν· Σουσισκάνης, | κι ο Μασίστρης κι ο Ιμαίος σαϊττορίχτορας μες στους πρώτους, μαζί κι ο Φαράντακος κι ο που τ᾽ άτια προγκάει ο Σοστάνης. Κι άλλους πάλι ο μεγάλος πολύθροφος Νείλος στέλνει· καθώς ο Σουσίσκανος |
| Περ_35 | Πηγασταγὼν Αἰγυπτογενής, ὅ τε τῆς ἱερᾶς Μέμφιδος ἄρχων μέγας Ἀρσάμης, τάς τ᾽ ὠγυγίους Θήβας ἐφέπων Ἀριόμαρδος, καὶ ἑλειοβάται ναῶν ἐρέται | της Αιγύπτου βλαστάρι, ο Πηγάσταγος και της άγιας της Μέμφιδας ο άρχοντας ο μεγάλος Αρσάμης κι ο κύριος της πανάρχαιας της Θήβας ο Αριόμαρδος, κι όσοι λάμνουν στους βάλτους τα προιάρια τους, |
| Περ_40 | δεινοὶ πλῆθός τ᾽ ἀνάριθμοι. ἁβροδιαίτων δ᾽ ἕπεται Λυδῶν ὄχλος, οἵτ᾽ ἐπίπαν ἠπειρογενὲς κατέχουσιν ἔθνος, τοὺς Μητρογαθὴς Ἀρκτεύς τ᾽ ἀγαθός, βασιλῆς δίοποι, | φοβερό κι εν᾽ αρίφνητο πλήθος. Κι ακλουθούσαν οι Λυδοί οι καλοζώητοι, ψυχομέτρι, μ᾽ όσα έθνη εξουσιάζουνε στεριανά κατά κείνα τα σύνορα, που ο γενναίος ο Αρκτέας κι ο Ματράγαθος |
| Περ_45 | χαἰ πολύχρυσοι Σάρδεις ἐπόχους πολλοῖς ἅρμασιν ἐξορμῶσιν, δίρρυμά τε καὶ τρίρρυμα τέλη, φοβερὰν ὄψιν προσιδέσθαι. στεῦται δ᾽ ἱεροῦ Τμώλου πελάτης | σαλαγούν, βασιλιάδες πολέμαρχοι κι απ᾽ τις Σάρδεις κινούν τις πολύχρυσες πάνω σ᾽ άρματα δίζυγα, τρίζυγα, μύρια τάγματα που τρομάρα σε πιάνει να βλέπεις. Και του Τμώλου καυχιούνται οι πλησιόχωροι |
| Περ_50 | ζυγὸν ἀμφιβαλεῖν δούλιον Ἑλλάδι, Μάρδων, Θάρυβις, λόγχης ἄκμονες, καὶ ἀκοντισταὶ Μυσοί· Βαβυλὼν δ᾽ ἡ πολύχρυσος πάμμεικτον ὄχλον πέμπει σύρδην, ναῶν τ᾽ ἐπόχους | το ζυγό της σκλαβιάς να περάσουνε της Ελλάδας: ο Μάδρος κι ο Θάρυβης στων λογχών τα χτυπήματ᾽ ατράνταχτοι σαν αμόνια· μαζί κι οι Μυσοί, φοβεροί ακοντιστάδες. Κι η χρυσή Βαβυλώνα κατέβασε μέγα ρέμα στρατού παντοσύσμιχτο, άλλους ναύτες για τ᾽ άρμενα |
| Περ_55 | καὶ τοξουλκῷ λήματι πιστούς· τὸ μαχαιροφόρον τ᾽ ἔθνος ἐκ πάσης Ἀσίας ἕπεται δειναῖς βασιλέως ὑπὸ πομπαῖς. τοιόνδ᾽ ἄνθος Περσίδος αἴας | κι άλλους πὄχουν τα θάρρη τους στο πιδέξιο του τόξου το τράβηγμα. Κι ακλουθούνε φουσάτ᾽ απ᾽ ολάκερη την Ασία οι σπαθοφόροι, υπακούοντας στην τρανή προσταγή του αφεντός μας. Έτσι τ᾽ άνθος, όλ᾽ οι άντρες, της χώρας μας |
| Περ_60 | οἴχεται ἀνδρῶν, οὓς πέρι πᾶσα χθὼν Ἀσιῆτις θρέψασα πόθῳ στένεται μαλερῷ, τοκέης τ᾽ ἄλοχοί θ᾽ ἡμερολεγδὸν τείνοντα χρόνον τρομέονται. | φευγάτ᾽ είναι κι η Ασία που τους έθρεψε, λαχταρά ᾽π᾽ άκρη σ᾽ άκρη στενάζοντας με καϋμό φλογερό, ενώ οι γέροι τους οι γονιοί κι οι γυναίκες τους τις ημέρες μετρούν και καρδιοσώνουνται όσον πάει του μάκρου ο καιρός. |
| Περ_65 | πεπέρακεν μὲν ὁ περσέπτολις ἤδη [στρ. α] βασίλειος στρατὸς εἰς ἀν- τίπορον γείτονα χώραν, λινοδέσμῳ σχεδίᾳ πορθμὸν ἀμείψας | Είν᾽ αντίκρυ περασμένος, καιρός τώρα, στη γειτονική τη χώρα ο στρατός του Βασιλέα ο καστρομάχος, με σκοινόδετο αφού διάβηκε γιοφύρι |
| Περ_70 | Ἀθαμαντίδος Ἕλλας, πολύγομφον ὅδισμα ζυγὸν ἀμφιβαλὼν αὐχένι πόντου. πολυάνδρου δ᾽ Ἀσίας θούριος ἄρχων [ἀντ. α] ἐπὶ πᾶσαν χθόνα ποιμα- | απ᾽ της Έλλης το κανάλι ζυγό ρίχνοντας στης θάλασσας το σβέρκο δρόμο στεριοκαρφωμένο. Και προγκάει το της πολύαντρης της Ασίας ο θούριος άρχοντας σε γη και σ᾽ οικουμένη |
| Περ_75 | νόριον θεῖον ἐλαύνει διχόθεν, πεζονόμον τ᾽ ἔκ τε θαλάσσας, ἐχυροῖσι πεποιθὼς στυφελοῖς ἐφέταις, χρυ- | τ᾽ αναρίθμητο, ένα θάμα, το κοπάδι, διπλή στράτα, από στεριάς κι από πελάου μπιστεμένος σε πρωτάρηδες γενναίους και τρανούς – ο ισόθεος άντρας |
| Περ_80 | σογόνου γενεᾶς ἰσόθεος φώς. κυάνεον δ᾽ ὄμμασι λεύσσων [στρ. β] φονίου δέργμα δράκοντος, πολύχειρ καὶ πολυναύτης, Σύριόν θ᾽ ἅρμα διώκων, | της χρυσής γενιάς βλαστάρι. Αιμοβόρου θεριού αστράφτει απ᾽ τη ματιά του μαύρη φλόγα και κινώντας μύρια χέρια, σκαριά μύρια, σπρώχνει εμπρός το Ασσύριο τ᾽ άρμα |
| Περ_85 | ἐπάγει δουρικλύτοις ἀν- δράσι τοξόδαμνον Ἄρη. δόκιμος δ᾽ οὔτις ὑποστὰς [ἀντ. β] μεγάλῳ ῥεύματι φωτῶν ἐχυροῖς ἕρκεσιν εἴργειν | και πάει να ρίξει πάνω σ᾽ άντρες στο κοντάρι ξακουσμένους Άρη τοξοδαμαστή. Και ποιός θα ᾽ταν ικανός να σταθεί αντίκρυ στης ανθρώπινης το ρέμα της πλημμύρας και με φράχτες, όσο στέριους, να κρατήσει |
| Περ_90 | ἄμαχον κῦμα θαλάσσας· ἀπρόσοιστος γὰρ ὁ Περσῶν στρατὸς ἀλκίφρων τε λαός. δολόμητιν δ᾽ ἀπάταν θεοῦ [μεσῳδ.] τίς ἀνὴρ θνατὸς ἀλύξει; | τ᾽ απολέμητο της θάλασσας το κύμα; γιατ᾽ αβάσταγο ᾽ν᾽ το στράτεμα των Περσών κι έχει ο λαός μας πολεμόχαρη καρδιά. Μα ποιός άνθρωπος θνητός θενα ξεφύγει του θεού τη δολομήχανην απάτη; |
| Περ_95 | τίς ὁ κραιπνῷ ποδὶ πηδή- ματος εὐπετέος ἀνάσσων; φιλόφρων γὰρ ‹ποτι›σαίνου- σα τὸ πρῶτον παράγει βροτὸν εἰς ἄρκυας Ἄτα, τόθεν οὐκ ἔστιν ὑπὲρ θνα- | 95 ποιός με πόδι τόσο αψύ θα βγάλει πέρα τέτοιο πήδημα, έτσι εύκολα, ποτέ του; Γιατί πρόσχαρη με χάδια η Θεοβλάβεια τον θνητό τον ξεπλανάει ως να τον σύρει μες στα βρόχια της, οπούθε να ξεμπλέξει κι όξω πέσει, |
| Περ_100 | τὸν ἀλύξαντα φυγεῖν. θεόθεν γὰρ κατὰ Μοῖρ᾽ ἐκράτησεν [στρ. γ] τὸ παλαιόν, ἐπέσκηψε δὲ Πέρσαις πολέμους πυργοδαΐκτους διέπειν ἱππιοχάρμας | μπορετό κανείς δεν είναι. Έτσ᾽ η Μοίρα των Θεών βαστάει από πάντα για τους Πέρσες κι όρισ᾽ έτσι: να βολεύουνε πολέμους καστρομάχους,αλογόδιωχτες αντάρες και |
| Περ_105 | τε κλόνους πόλεών τ᾽ ἀναστάσεις. ἔμαθον δ᾽ εὐρυπόροιο θαλάσσας [ἀντ. γ] | παρμένες να κουρσεύουν των εχθρών τις πολιτείες. Μα έμαθαν και της πλατύδρομης της θάλασσας |
| Περ_110 | πολιαινομένας πνεύματι λάβρῳ ἐσορᾶν πόντιον ἄλσος, πίσυνοι λεπτοδόμοις πεί- σμασι λα- οπόροις τε μηχαναῖς. | σαν αφρίζει με την μάνητα του ανέμου τους απέραντους τους κάμπους ν᾽ αντικρίζουν μπιστεμένοι στα λεπτόκλωνα τα ξάρτια και τα ξύλινα σκαριά τ᾽ ανθρωποφόρα. |
| Περ_115 | ταῦτά μοι μελαγχίτων [στρ. δ] φρὴν ἀμύσσεται φόβῳ— ὀᾶ Περσικοῦ στρατεύματος— τοῦδε μὴ πόλις πύθη- ται, κένανδρον μέγ᾽ ἄστυ Σουσίδος· | Γι᾽ αυτό τώρα ένας φόβος χαράζει τη θλιμένη μου μαύρη καρδιά: «πάει ο στρατός των Περσών, ωχ αλί!» μήπως τύχει και τέτοια ακουστεί φωνή μες τη μεγάλη τη χώρα, στων Σουσίων την πόλη, έρμη τώρα. |
| Περ_120 | καὶ τὸ Κισσίων πόλισμ᾽ [ἀντ. δ] ἀντίδουπον ᾄσεται, ὀᾶ, τοῦτ᾽ ἔπος γυναικοπλη- θὴς ὅμιλος ἀπύων, | Και σηκώσει των Κισσίων το κάστρο κι αυτό θρήνον αντίφωνο: «ωχ αλί!» που θα σκούζει το γυναικοθέμι, ενώ απάνω σε πέπλους λινούς θενα πέφτουν τα χέρια |
| Περ_125 | βυσσίνοις δ᾽ ἐν πέπλοις πέσῃ λακίς. πᾶς γὰρ ἱππηλάτας [στρ. ε.] καὶ πεδοστιβὴς λεὼς σμῆνος ὣς ἐκλέλοιπεν μελισ- σᾶν σὺν ὀρχάμῳ στρατοῦ, | κάνοντάς τους ξεσκλίδια κουρέλια. Γιατ᾽ ολάκερος ένας λαός καβαλάρηδες και στρατοκόποι, όμοια σμάρι μελίσσια, μας άφησε και πάει άφαντος το στρατάρχη του ακλουθώντας κατόπι, |
| Περ_130 | τὸν ἀμφίζευκτον ἐξαμείψας ἀμφοτέρας ἅλιον πρῶνα κοινὸν αἴας. λέκτρα δ᾽ ἀνδρῶν πόθῳ [ἀντ. ε] πίμπλαται δακρύμασιν· | αφού εδιάβη τους όχτους της θάλασσας, που ζεμένοι απ᾽ τις δυο τις μεριές τώρα ενώνουν τις δυο τις στεριές. Μ᾽ απ᾽ τον πόθον, εδώ, των αντρών τα κρεβάτια γιομίζουν με δάκρυα |
| Περ_135 | Περσίδες δ᾽ ἁβροπενθεῖς ἑκά- στα πόθῳ φιλάνορι τὸν αἰχμήεντα θοῦρον εὐνα- τῆρ᾽ ἀποπεμψαμένα λείπεται μονόζυξ. | κι οι Περσίδες λιωμένες στο πένθος των όλες και καθεμιά που με φίλαντρη αγάπη στην καρδιά το γενναίο πολεμόχαρον άντρα της κατευόδωσε – τώρ᾽ απομένει στην ερμιά της μονόταιρη, η θλιμμένη. |
| Περ_140 | — ἀλλ᾽ ἄγε, Πέρσαι, τόδ᾽ ἐνεζόμενοι στέγος ἀρχαῖον, φροντίδα κεδνὴν καὶ βαθύβουλον θώμεθα, χρεία δὲ προσήκει, πῶς ἄρα πράσσει Ξέρξης βασιλεὺς | Μα έλα, εμείς, από κάτω σ᾽ αυτή την αρχαία τη στέγη ας καθίσομε, με φροντίδα βαθειά καλοστόχαστη –γιατ᾽ η χρεία το καλεί – να εξετάσουμε· τί να γίνεται τάχα ο Δαρειογέννητος |
| Περ_145 | Δαρειογενής, [τὸ πατρωνύμιον γένος ἡμέτερον·] πότερον τόξου ῥῦμα τὸ νικῶν, ἢ δορικράνου λόγχης ἰσχὺς κεκράτηκεν. | βασιλιάς μας ο Ξέρξης, που απ᾽ το γένος του έχει ο λαός των Περσών τ᾽ όνομά του παρμένο; να νικά της σαΐτας το ρίξιμο, ή μην άραγε νίκησε η δύναμη της σιδεροκέφαλης λόγχης; |
| Περ_150 | — ἀλλ᾽ ἥδε θεῶν ἴσον ὀφθαλμοῖς φάος ὁρμᾶται μήτηρ βασιλέως, βασίλεια δ᾽ ἐμή· προσπίτνω· καὶ προσφθόγγοις δὲ χρεὼν αὐτὴν πάντας μύθοισι προσαυδᾶν. | Νά, στην ώρα προβαίνει, σα φως απ᾽ τα μάτια των Θεών, κατά δω του μεγάλου η μητέρα βασιλιά και δική μου βασίλισσα – εμπρός πέφτω και προσκυνώ. κι όπως έχομε χρέος, ταπεινά ας χαιρετήσομεν όλοι με σέβας. |
| Περ_155 | Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ — ὦ βαθυζώνων ἄνασσα Περσίδων ὑπερτάτη, μῆτερ ἡ Ξέρξου γεραιά, χαῖρε, Δαρείου γύναι· θεοῦ μὲν εὐνάτειρα Περσῶν, θεοῦ δὲ καὶ μήτηρ ἔφυς, εἴ τι μὴ δαίμων παλαιὸς νῦν μεθέστηκε στρατῷ. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ταῦτα δὴ λιποῦσ᾽ ἱκάνω χρυσεοστόλμους δόμους | Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ Των βαθύζωνων Περσίδων χαίρε, ρήγισσα τρανή, γηραλέα του Ξέρξη μάννα, του Δαρείου γυναίκα, εσύ, ενός θεού ομόκοιτ᾽ ήσουν και μητέρα ενός θεού, αν η αρχαία τύχη δεν έχει το στρατό μας αρνηστεί. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Γι᾽ αυτά τώρα κι έχω αφήσει τα παλάτια τα χρυσά, |
| Περ_160 | καὶ τὸ Δαρείου τε κἀμὸν κοινὸν εὐνατήριον. καί με καρδίαν ἀμύσσει φροντίς· ἐς δ᾽ ὑμᾶς ἐρῶ μῦθον οὐδαμῶς ἐμαυτῆς οὖσ᾽ ἀδείμαντος, φίλοι, μὴ μέγας Πλοῦτος κονίσας οὖδας ἀντρέψῃ ποδὶ ὄλβον, ὃν Δαρεῖος ἦρεν οὐκ ἄνευ θεῶν τινός. | τον κοινό με τον Δαρείο θάλαμό μας μια φορά, κι ήρθα εδώ· και μένα η έγνοια μού χαράζει την καρδιά, – σε σας φίλοι, δε θα κρύψω αυτό το φόβο πὄχω εγώ – μήπως ο μεγάλος πλούτος δώσει με το πόδι μια και στο χώμα κάτω απλώσει την ευτυχία μας την παλιά, που όχι δίχως τη βοήθεια κάποιου αψήλωσε Θεού ο Δαρείος· |
| Περ_165 | ταῦτά μοι μέριμν᾽ ἄφραστός ἐστιν ἐν φρεσὶν διπλῆ, μήτε χρημάτων ἀνάνδρων πλῆθος ἐν τιμῇ σέβειν μήτ᾽ ἀχρημάτοισι λάμπειν φῶς ὅσον σθένος πάρα. ἔστι γὰρ πλοῦτός γ᾽ ἀμεμφής, ἀμφὶ δ᾽ ὀφθαλμῷ φόβος· ὄμμα γὰρ δόμων νομίζω δεσπότου παρουσίαν. | κι έτσι το νου μου μια διπλή έγνοια τυραννά που δε λέγεται: πως μήτε δίχως άντρες θησαυροί έχουνε τιμή στον κόσμο, μα ούτε κι άνθρωποι χωρίς χρήματα λάμπουνε μ᾽ όσον έχει η δύναμή τους φως. έχομε άφθονα εμείς πλούτη, μα ένας φόβος με κρατά για τα μάτια – γιατί μάτι των σπιτιών λογιάζω εγώ του κυρίου την παρουσία· |
| Περ_170 | πρὸς τάδ᾽, ὡς οὕτως ἐχόντων τῶνδε, σύμβουλοι λόγου τοῦδέ μοι γένεσθε, Πέρσαι, γηραλέα πιστώματα· πάντα γὰρ τὰ κέδν᾽ ἐν ὑμῖν ἐστί μοι βουλεύματα. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ εὖ τόδ᾽ ἴσθι, γῆς ἄνασσα τῆσδε, μή σε δὶς φράσειν μήτ᾽ ἔπος μήτ᾽ ἔργον ὧν ἂν † δύναμις ἡγεῖσθαι θέλῃ· | και μια που ᾽ναι έτσι αυτά, σύμβουλοί μου να γενήτε, Πέρσες γηραλέοι πιστοί, σε όσα θα μου ακούστε τώρα· γιατί μόνον από σας έχω να προσμένω κάθε καλή κι άξια συμβουλή. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Μα, ω βασίλισσα της χώρας, γνώριζέ το, δυο φορές να ζητήσεις λόγο ή έργο δε χρειάζεται από μας, σ᾽ όσα θα ᾽χε η δύναμή μας οδηγός σου να γενή· |
| Περ_175 | εὐμενεῖς γὰρ ὄντας ἡμᾶς τῶνδε συμβούλους καλεῖς. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ πολλοῖς μὲν αἰεὶ νυκτέροις ὀνείρασιν ξύνειμ᾽, ἀφ᾽ οὗπερ παῖς ἐμὸς στείλας στρατὸν Ἰαόνων γῆν οἴχεται πέρσαι θέλων· ἀλλ᾽ οὔτι πω τοιόνδ᾽ ἐναργὲς εἰδόμην | γιατί σύμβουλος με πάσα προθυμία, εμάς, καλείς. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Μες σ᾽ όνειρα πολλά περνώ τις νύχτες μου όλες, από τότε π᾽ αρμάτωσε στρατόν ο γιος μου και πήε τη χώρα να υποτάξει των Ιώνων· μ᾽ ακόμα τόσο φανερό δεν είδα κι άλλο, |
| Περ_180 | ὡς τῆς πάροιθεν εὐφρόνης· λέξω δέ σοι. ἐδοξάτην μοι δύο γυναῖκ᾽ εὐείμονε, ἡ μὲν πέπλοισι Περσικοῖς ἠσκημένη, ἡ δ᾽ αὖτε Δωρικοῖσιν, εἰς ὄψιν μολεῖν, μεγέθει τε τῶν νῦν ἐκπρεπεστάτα πολύ, | σαν τη νύχτα που πέρασε, και θα τ᾽ ακούσεις. Μου φάνηκε μπροστά μου δυο καλοντυμένες πως βγήκανε γυναίκες, στολισμένη η μια τους με περσικούς κ᾽ η δεύτερη με δώριους πέπλους, πολύ απ᾽ τις τωρινές ξεχωριστές στο μπόι |
| Περ_185 | κάλλει τ᾽ ἀμώμω, καὶ κασιγνήτα γένους ταὐτοῦ· πάτραν δ᾽ ἔναιον ἡ μὲν Ἑλλάδα κλήρῳ λαχοῦσα γαῖαν, ἡ δὲ βάρβαρον. τούτω στάσιν τιν᾽, ὡς ἐγὼ ᾽δόκουν ὁρᾶν, τεύχειν ἐν ἀλλήλῃσι· παῖς δ᾽ ἐμὸς μαθὼν | και στην ασύγκριτη ομορφιά· κι απ᾽ το ίδιο γένος αδερφές, της μιας έδωσε πατρίδα ο κλήρος την Ελλάδα, της άλλης τη γη των βαρβάρων. μου φάνηκε λοιπόν σαν κάποια ανάμεσό τους να ᾽χανε στήσει αμάχη αυτές, κι ως το είδε ο γιος μου, |
| Περ_190 | κατεῖχε κἀπράυνεν, ἅρμασιν δ᾽ ὕπο ζεύγνυσιν αὐτὼ καὶ λέπαδν᾽ ὑπ᾽ αὐχένων τίθησι. χἠ μὲν τῇδ᾽ ἐπυργοῦτο στολῇ ἐν ἡνίαισί τ᾽ εἶχεν εὔαρκτον στόμα, ἡ δ᾽ ἐσφάδᾳζε, καὶ χεροῖν ἔντη δίφρου | να τις κρατήσει επάσκιζε και τις μερέψει, ως που τις ζέβει στο άρμα του και ζυγολούρια στο σβέρκο των περνά· κορδώνουνταν η μια τους με τα στολίδια αυτά κ έδινε υπάκουο στόμα στα γκέμια της, ενώ φτερνοκοπιόνταν η άλλη και μια τα σύνεργα του δίφρου θρυμματίζει, |
| Περ_195 | διασπαράσσει, καὶ ξυναρπάζει βίᾳ ἄνευ χαλινῶν, καὶ ζυγὸν θραύει μέσον. πίπτει δ᾽ ἐμὸς παῖς, καὶ πατὴρ παρίσταται Δαρεῖος οἰκτίρων σφε· τὸν δ᾽ ὅπως ὁρᾷ Ξέρξης, πέπλους ῥήγνυσιν ἀμφὶ σώματι. | και με βια τον ξεσέρνει δίχως χαλινάρια, ως που τέλος σε δυο το ζυγό σπα στη μέση. και πέφτει ο γιος μου κι ο πατέρας του κοντά του φτάνει γεμάτος λύπηση κι άμα τον βλέπει σκίζει τα ρούχα επάνω του που φόραε ο Ξέρξης. |
| Περ_200 | καὶ ταῦτα μὲν δὴ νυκτὸς εἰσιδεῖν λέγω. ἐπεὶ δ᾽ ἀνέστην καὶ χεροῖν καλλιρρόου ἔψαυσα πηγῆς, σὺν θυηπόλῳ χερὶ βωμὸν προσέστην, ἀποτρόποισι δαίμοσιν θέλουσα θῦσαι πέλανον, ὧν τέλη τάδε. | Αυτά είναι, λέγω, τα όνειρα που είδα τη νύχτα· μ᾽ αφού πάνω σηκώθηκα κι από καθάρια πηγή τα χέρια μου έβρεξα, προσφορές παίρνω και πήγα στο βωμό μπροστά, να τις προσφέρω στους αποτρόπαιους τους θεούς, που τους ανήκουν αυτ᾽ οι εξιλασμοί· |
| Περ_205 | ὁρῶ δὲ φεύγοντ᾽ αἰετὸν πρὸς ἐσχάραν Φοίβου· φόβῳ δ᾽ ἄφθογγος ἐστάθην, φίλοι· μεθύστερον δὲ κίρκον εἰσορῶ δρόμῳ πτεροῖς ἐφορμαίνοντα καὶ χηλαῖς κάρα τίλλονθ᾽· ὁ δ᾽ οὐδὲν ἄλλο γ᾽ ἢ πτήξας δέμας | και, νά, βλέπω να φεύγει ένας αϊτός προς το βωμό του Φοίβου· στέκω βουβή απ᾽ το φόβο, φίλοι μου, κι ευτύς αμέσως βλέπω να χύνει επάνω του ένα κιρκινέζι γοργόφτερο και να μαδάει την κεφαλή του με τ᾽ αρπάγια του· εκείνος τίποτ᾽ άλλο, μόνο του παρατούσε ζαρωμένος το κορμί του. |
| Περ_210 | παρεῖχε. ταῦτ᾽ ἔμοιγε δείματ᾽ ἔστ᾽ ἰδεῖν, ὑμῖν δ᾽ ἀκούειν. εὖ γὰρ ἴστε, παῖς ἐμὸς πράξας μὲν εὖ θαυμαστὸς ἂν γένοιτ᾽ ἀνήρ, κακῶς δὲ πράξας—οὐχ ὑπεύθυνος πόλει, σωθεὶς δ᾽ ὁμοίως τῆσδε κοιρανεῖ χθονός. | Τρόμος για μέν᾽ αυτά να δω, και να τ᾽ ακούτε όμοια και σεις. γιατί, το ξέρετε, που ο γιος μου, αν θα πετύχει, δόξα ασύγκριτη θα πάρει, μα κι αν του ερθούν ενάντια, δεν έχει να δώσει λόγο στη χώρα του και, φτάνει να ᾽ρθει πίσω, το ίδιο πάντα ρήγας της κι αφέντης θα ᾽ναι. |
| Περ_215 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ οὔ σε βουλόμεσθα, μῆτερ, οὔτ᾽ ἄγαν φοβεῖν λόγοις οὔτε θαρσύνειν. θεοὺς δὲ προστροπαῖς ἱκνουμένη, εἴ τι φλαῦρον εἶδες, αἰτοῦ τῶνδ᾽ ἀποτροπὴν τελεῖν, τὰ δ᾽ ἀγάθ᾽ ἐκτελῆ γενέσθαι σοί τε καὶ τέκνοις σέθεν καὶ πόλει φίλοις τε πᾶσι. δεύτερον δὲ χρὴ χοὰς | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Δεν το θέλομε, μητέρα, με τα λόγια μας πολύ να σου δίνομε ούτε θάρρος, ούτε φόβο· στους θεούς μόνο λέγω να προσπέσεις με παράκλησες κι ευχές, κι αν κακό ήταν τ᾽ όνειρό σου, ζήτησέ τους το κακό να ξορκίσουν και να δώσουν σε καλό να βγουν αυτά και για σε και τα παιδιά σου και τη χώρα όλη και μας, κι έπειτα |
| Περ_220 | γῇ τε καὶ φθιτοῖς χέασθαι· πρευμενῶς δ᾽ αἰτοῦ τάδε σὸν πόσιν Δαρεῖον, ὅνπερ φῂς ἰδεῖν κατ᾽ εὐφρόνην, ἐσθλά σοι πέμπειν τέκνῳ τε γῆς ἔνερθεν ἐς φάος, τἄμπαλιν δὲ τῶνδε γαίᾳ κάτοχα μαυροῦσθαι σκότῳ. ταῦτα θυμόμαντις ὤν σοι πρευμενῶς παρῄνεσα· | χοές να κάμεις και στη Γη και στους νεκρούς κι απ᾽ τον άντρα σου Δαρείο, που είδες λες τη νύχτ᾽ αυτή, ζήτα μ᾽ όλη την καρδιά σου, κάτ᾽ από τη γη στο φως και για σένα και το γιο σου να σας στέλνει όλο χαρές και τα ενάντια στης γης μέσα να κρατάει τη σκοτεινιά. Τέτοια συμβουλή σου δίνει με προαίρεση αγαθή ψυχομάντευτη η καρδιά μου κι |
| Περ_225 | εὖ δὲ πανταχῇ τελεῖν σοι τῶνδε κρίνομεν πέρι. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ἀλλὰ μὴν εὔνους γ᾽ ὁ πρῶτος τῶνδ᾽ ἐνυπνίων κριτὴς παιδὶ καὶ δόμοις ἐμοῖσι τήνδ᾽ ἐκύρωσας φάτιν. ἐκτελοῖτο δὴ τὰ χρηστά· ταῦτα δ᾽, ὡς ἐφίεσαι, πάντ᾽ ἐφήσομεν θεοῖσι τοῖς τ᾽ ἔνερθε γῆς φίλοις, | όπως κρίνομεν εμείς όλ᾽ αυτά σε καλό θά βγουν από κάθε τους μεριά. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ξέρω αλήθεια, πως συ πρώτος του όνειρού μου αυτού κριτής καλοπροαίρετος στο γιο μου και στα σπίτια του εξηγάς τόσος βέβαια το πράμα· κι είθ᾽ ας γίνει ό,τι ᾽ν᾽ καλό. Λοιπόν μόλις μπούμε μέσα στα παλάτια, όλ᾽ αυτά θενα |
| Περ_230 | εὖτ᾽ ἂν εἰς οἴκους μόλωμεν. κεῖνα δ᾽ ἐκμαθεῖν θέλω, ὦ φίλοι, ποῦ τὰς Ἀθήνας φασὶν ἱδρῦσθαι χθονός; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ τῆλε πρὸς δυσμαῖς ἄνακτος Ἡλίου φθινασμάτων. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ἀλλὰ μὴν ἵμειρ᾽ ἐμὸς παῖς τήνδε θηρᾶσαι πόλιν; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ πᾶσα γὰρ γένοιτ᾽ ἂν Ἑλλὰς βασιλέως ὑπήκοος. | κάμομε, όπως είπες, στους θεούς και στους δικούς πόχουμε κάτ᾽ απ᾽ το χώμα. Μα ήθελα να ξέρω εγώ, την Αθήνα, σε ποιό μέρος λες να βρίσκεται της γης; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Πέρα προς τη δύση, εκεί όπου βυθάει ο ήλιος βασιλιάς. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Μα πολύ λαχτάρα ο γιος μου είχε για τη πόλη αυτή. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Γιατί κι όλη την Ελλάδα θα ᾽κανε δικιά του ευτύς. |
| Περ_235 | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ὧδέ τις πάρεστιν αὐτοῖς ἀνδροπλήθεια στρατοῦ; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ † καὶ στρατὸς τοιοῦτος †, ἔρξας πολλὰ δὴ Μήδους κακά. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ καὶ τί πρὸς τούτοισιν ἄλλο; πλοῦτος ἐξαρκὴς δόμοις; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἀργύρου πηγή τις αὐτοῖς ἐστι, θησαυρὸς χθονός. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ πότερα γὰρ τοξουλκὸς αἰχμὴ διὰ χεροῖν αὐτοῖς πρέπει; | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τόσο ανθρώπων τάχα πλήθος ο στρατός των να μετρά; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Στρατός τέτοιος που στους Μήδους έκαμε πολλά κακά. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Κι άλλο εξόν αυτά; μην έχουν κι άφθονο στα σπίτια βιος; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Μια ασημόφλεβα στα σπλάχνα της γης έχουν θησαυρό. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Λες τοξόρριχτες σαΐτες να κρατούν στα χέρια αυτοί; |
| Περ_240 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ οὐδαμῶς· ἔγχη σταδαῖα καὶ φεράσπιδες σαγαί. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ τίς δὲ ποιμάνωρ ἔπεστι κἀπιδεσπόζει στρατῷ; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτὸς οὐδ᾽ ὑπήκοοι. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ πῶς ἂν οὖν μένοιεν ἄνδρας πολεμίους ἐπήλυδας; | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Όχι· μα όπλα χερομάχα κι ασπιδόσκεπες στολές. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Και μπροστάρης των ποιός στέκει κι εξουσιάζει το στρατό; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Δούλοι δε λογιούνται ανθρώπου, ουδ᾽ υπήκοοι κανενός. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Κι όταν πάει εχτρός στη γη τους, πώς μπροστά του θα σταθούν; |
| Περ_245 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὥστε Δαρείου πολύν τε καὶ καλὸν φθεῖραι στρατόν. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ δεινά τοι λέγεις κιόντων τοῖς τεκοῦσι φροντίσαι. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἀλλ᾽ ἐμοὶ δοκεῖν τάχ᾽ εἴσῃ πάντα ναμερτῆ λόγον. τοῦδε γὰρ δράμημα φωτὸς Περσικὸν πρέπει μαθεῖν, καὶ φέρει σαφές τι πρᾶγος ἐσθλὸν ἢ κακὸν κλύειν. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ὦ γῆς ἁπάσης Ἀσιάδος πολίσματα, | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Όπως του Δαρείου εφτείραν τον πολύ κι άξιο στρατό. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Κακές έγνοιες στων φευγάτων τους γονιούς αυτά που λες. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Μα την πάσα αλήθεια ελπίζω, θενα μάθεις τώρα ευτύς, γιατ᾽ από το τρέξιμό του Πέρσης δείχνει να ᾽ν᾽ αυτός, πόρχεται και φέρνει νέα σίγουρα – καλά ή κακά. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Ω της Ασίας ολάκερης χωριά και χώρες, |
| Περ_250 | ὦ Περσὶς αἶα καὶ πολὺς πλούτου λιμήν, ὡς ἐν μιᾷ πληγῇ κατέφθαρται πολὺς ὄλβος, τὸ Περσῶν δ᾽ ἄνθος οἴχεται πεσόν. ὤμοι, κακὸν μὲν πρῶτον ἀγγέλλειν κακά· ὅμως δ᾽ ἀνάγκη πᾶν ἀναπτύξαι πάθος, | ω της Περσίας γη, λιμάνι τόσου πλούτου, πώς μ᾽ ένα μόνο χτύπημα τόση ευτυχία γένηκε στάχτη κι έρεψε των Περσών τ᾽ άνθος! Οϊμέ! κακό ᾽ναι και το μήνυμα κανείς να φέρνει πρώτος της συμφοράς· μα όμως ανάγκη ακόμα κι όλο σε σας το πάθημα να ξεδιπλώσω· |
| Περ_255 | Πέρσαι· στρατὸς γὰρ πᾶς ὄλωλε βαρβάρων. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἄνι᾽ ἄνια κακὰ νεόκοτα [στρ. α] καὶ δάι᾽. αἰαῖ, διαίνεσθε, Πέρ- σαι, τόδ᾽ ἄχος κλύοντες. | γιατ᾽ όλος πάει, χάθηκ᾽ ο στρατός μας, Πέρσες. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ω μαύρες μαύρες συμφορές ανήκουστες φριχτές ώι γω! βρύση τα δάκρυά μου ας χυθούν στο τέτοιο πένθος που γρικώ. |
| Περ_260 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ὡς πάντα γ᾽ ἔστ᾽ ἐκεῖνα διαπεπραγμένα· καὐτὸς δ᾽ ἀέλπτως νόστιμον βλέπω φάος. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἦ μακροβίοτος ὅδε γέ τις [ἀντ. α] αἰὼν ἐφάνθη γεραιοῖς, ἀκού- | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Ναι, παν χαθήκαν όλα εκείνα κι εγώ ο ίδιος ανέλπιστα το φως του γυρισμού μου βλέπω. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αλήθεια μακροζώητα χρόνια μού γράφονταν, αχ κι αχ! ν᾽ ακούσω τέτοια ανέλπιστη |
| Περ_265 | ειν τόδε πῆμ᾽ ἄελπτον. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ καὶ μὴν παρών γε κοὐ λόγους ἄλλων κλύων, Πέρσαι, φράσαιμ᾽ ἂν οἷ᾽ ἐπορσύνθη κακά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὀτοτοτοῖ, μάταν [στρ. β] τὰ πολλὰ βέλεα παμμιγῆ | στα γερατειά μου συμφορά. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Μα εγώ μπροστά ήμουν κι ακουστά δεν τα ᾽χω απ᾽ άλλους, που θα σας πω τα τί κακά μάς βρήκαν, Πέρσες. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Κι έτσι του κάκου το λοιπόν, οϊμένανε οϊμέ, οι μυριοπαντομαζωχτές |
| Περ_270 | γᾶς ἀπ᾽ Ἀσίδος ἤλθετ᾽—αἰαῖ— δᾴαν Ἑλλάδα χώραν. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ πλήθουσι νεκρῶν δυσπότμως ἐφθαρμένων Σαλαμῖνος ἀκταὶ πᾶς τε πρόσχωρος τόπος. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὀτοτοτοῖ, φίλων [ἀντ. β] | απ᾽ όλη την Ασία αρματωσιές,που πήγαν στην Ελλάδα, εκεί στη γη την εχθρική! ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Κι είναι γιομάτα απ᾽ τους αρίζικους νεκρούς μας της Σαλαμίνας κι όλα γύρου τ᾽ ακρογιάλια. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Για τα κορμιά μού λες, οϊμένανε, οϊμέ, |
| Περ_275 | πολύδονα σώμαθ᾽ ἁλιβαφῆ κατθανόντα λέγεις φέρεσθαι πλαγκτοῖς ἐν διπλάκεσσιν. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ οὐδὲν γὰρ ἤρκει τόξα, πᾶς δ᾽ ἀπώλλυτο στρατὸς δαμασθεὶς ναΐοισιν ἐμβολαῖς. | των φίλων, θαλασσόδαρτα που μια σηκώνει μια βυθά το κύμα και χωρίς ζωή μες στα φαρδιά τους τ᾽ αντεριά κυλά. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Γιατί τα τόξα αδράνησαν κι ο στρατός όλος απ᾽ τα έμβολα των καραβιών πάει δαμασμένος. |
| Περ_280 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἴυζ᾽ ἄποτμον δαΐοις [στρ. γ] δυσαιανῆ βοάν, ὡς πάντᾳ πᾶν κακῶς † ἔθεσαν· αἰαῖ, στρατοῦ φθαρέντος. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ὦ πλεῖστον ἔχθος ὄνομα Σαλαμῖνος κλύειν· | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Κακόθρηνο άραχλο γουητό των άθλιων σκούζε των Περσών, που τους τα φέρανε οι θεοί όλα κακήν κακώς και πάει χάθηκε ο στρατός. – αλί! ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Ω πολυμίσητο όνομα της Σαλαμίνας |
| Περ_285 | φεῦ, τῶν Ἀθηνῶν ὡς στένω μεμνημένος. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ στυγναί γ᾽ Ἀθᾶναι δαΐοις· [ἀντ. γ] μεμνῆσθαί τοι πάρα· ὡς πολλὰς Περσίδων [μάταν] ἔκτισαν εὐνῖδας ἠδ᾽ ἀνάνδρους. | κι ωχ! πώς στενάζω να θυμούμαι την Αθήνα! ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Στους άθλιους κακοσύντυχη αλήθεια, Αθήνα, εμάς· πώς να ξεχνώ, που ορφάνεψες τόσες Περσίδες άδικα κι απ᾽ άντρες και παιδιά. |
| Περ_290 | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ σιγῶ πάλαι δύστηνος ἐκπεπληγμένη κακοῖς· ὑπερβάλλει γὰρ ἥδε συμφορά, τὸ μήτε λέξαι μήτ᾽ ἐρωτῆσαι πόση. ὅμως δ᾽ ἀνάγκη πημονὰς βροτοῖς φέρειν θεῶν διδόντων· πᾶν δ᾽ ἀναπτύξας πάθος | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Στέκω βουβή ως την ώρα, σα να τα ᾽χω χάσει στην τόση συμφορά· γιατ᾽ έτσι κάθε μέτρο περνάει αυτή, π᾽ ούτε το στόμα μου ν᾽ ανοίξω μπορώ και για τα πάθη μας να τον ρωτήσω· όμως ανάγκ᾽ οι άνθρωποι τις δυστυχίες που στέλνει η μοίρα να υπομένουν· λοιπόν όλη ξεδίπλωνε την συμφορά |
| Περ_295 | λέξον καταστάς, κεἰ στένεις κακοῖς ὅμως· τίς οὐ τέθνηκε, τίνα δὲ καὶ πενθήσομεν τῶν ἀρχελείων, ὅστ᾽ ἐπὶ σκηπτουχίᾳ ταχθεὶς ἄνανδρον τάξιν ἠρήμου θανών; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Ξέρξης μὲν αὐτὸς ζῇ τε καὶ βλέπει φάος. | κι όσο αν στενάζεις να τα θυμάσαι, σφίξε την καρδιά και πε μας ποιός δεν έχει χαθεί και ποιόν απ᾽ τους στρατάρχους έχουμε να ποθούμε, που αρχηγός σκηπτούχος την τάξη του έρημη άφησε με τη θανή του. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Ο ίδιος ο Ξέρξης ζει και του ήλιου το φως βλέπει. |
| Περ_300 | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ἐμοῖς μὲν εἶπας δώμασιν φάος μέγα καὶ λευκὸν ἦμαρ νυκτὸς ἐκ μελαγχίμου. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Ἀρτεμβάρης δὲ μυρίας ἵππου βραβεὺς στύφλους παρ᾽ ἀκτὰς θείνεται Σιληνιῶν. χὠ χιλίαρχος Δαδάκης πληγῇ δορὸς | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Για τα δικά μου σπίτια φως είπες μεγάλο κι από νυχτιά θεοσκότεινη ξέλαμπρη μέρα. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Μα ο Αρτεμβάρης που όριζε δέκα χιλιάδες καβαλαραίους, στους Σιληνιούς τον κάβο γύρω δερνοχτυπιέται στα τραχιά τα βράχια επάνω. Και με μια |
| Περ_305 | πήδημα κοῦφον ἐκ νεὼς ἀφήλατο· Τενάγων τ᾽ ἄριστος Βακτρίων ἰθαιγενὴς θαλασσόπληκτον νῆσον Αἴαντος πολεῖ. Λίλαιος Ἀρσάμης τε κἀργήστης τρίτος, οἵδ᾽ ἀμφὶ νῆσον τὴν πελειοθρέμμονα | κονταριά ο χιλίαρχος ο Δαδάκης απ᾽ το καράβι του αλαφρό πήδημα πήρε. Κι απ᾽ τους Βακτρίους ο πρώτος στη γενιά, ο Τενάγος, του Αίαντα το θαλασσόδαρτο νησί γυρίζει. Κι ο Λίαιος κι ο Αρσάμης και τρίτος ο Αργήστης γύρω αυτοί στο νησί που θρέφει περιστέρια |
| Περ_310 | νικώμενοι κύρισσον ἰσχυρὰν χθόνα· πηγαῖς τε Νείλου γειτονῶν Αἰγυπτίου Ἀρκτεύς, Ἀδεύης, καὶ † φρεσεύης τρίτος Φαρνοῦχος, οἵδε ναὸς ἐκ μιᾶς πέσον. Χρυσεὺς Μάταλλος μυριόνταρχος θανών, | νικημένοι κουτρίζανε τη σκληρή ξέρα. Κι ο Αρκτέας που στις πηγές γειτόνευε του Νείλου, κι ο Αδεύης και μαζί κι ο ασπιδοφόρος τρίτος Φαρνούχος, βούλιαξαν αυτοί στο ίδιο καράβι. Κι ο Μάταλος από τη Χρύσα που οδηγούσε |
| Περ_315 | ἵππου μελαίνης ἡγεμὼν τρισμυρίας, πυρσὴν ζαπληθῆ δάσκιον γενειάδα ἔτεγγ᾽, ἀμείβων χρῶτα πορφυρᾷ βαφῇ. καὶ Μᾶγος Ἄραβος, Ἀρτάβης τε Βάκτριος, σκληρᾶς μέτοικος γῆς, ἐκεῖ κατέφθιτο. | δέκα χιλιάδες, πέφτοντας άλλαξε χρώμα της μακριάς του πυκνής πυρρόξανθης γενειάδας, πλέοντας μέσα σ᾽ άλικο λουτρό πορφύρας. Κι ο μάγος ο Άραβος κι ο Βάκτριος ο Αρτάμης, που όριζε μαύρ᾽ αλόγατα τριάντα χιλιάδες, στη σκληρή γη που πέσανε κατοικιά πήραν· |
| Περ_320 | Ἄμιστρις Ἀμφιστρεύς τε πολύπονον δόρυ νωμῶν, ὅ τ᾽ ἐσθλὸς Ἀριόμαρδος Σάρδεσι πένθος παρασχών, Σεισάμης θ᾽ ὁ Μύσιος, Θάρυβίς τε πεντήκοντα πεντάκις νεῶν ταγός, γένος Λυρναῖος, εὐειδὴς ἀνήρ, | κι ο Άμηστρης κι ο Αμφιστρίας που κυβερνούσε δόρυ στη μάχη ακαταπόνητο κι ο αντρείος, που πένθος στις Σάρδεις άφησε Αριόμαρδος κι ο Μύσιος ο Σησάμης κι ο Θάρυβης ο κυβερνήτης πέντε φορές πενήντα καραβιών, της Λύρνας |
| Περ_325 | κεῖται θανὼν δείλαιος οὐ μάλ᾽ εὐτυχῶς· Συέννεσίς τε πρῶτος εἰς εὐψυχίαν, Κιλίκων ἄπαρχος, εἷς ἀνὴρ πλεῖστον πόνον ἐχθροῖς παρασχών, εὐκλεῶς ἀπώλετο. τοιῶνδ᾽ ἄρ᾽ ὄντων ‹ὧν› ὑπεμνήσθην πέρι, | θρέμμα κι όμορφος άντρας, μα που βρήκε κακόν ο μαύρος θάνατο· και των Κιλίκων ο έπαρχος ο Συέννεσης, στην τόλμη πρώτος, που ένας αυτός τον πιο πολύ στους εχθρούς κόπο αφού έδωσε, με θάνατο πήε δοξασμένο. Τόσα είχα για τους αρχηγούς να μνημονεύσω |
| Περ_330 | πολλῶν παρόντων ὀλίγ᾽ ἀπαγγέλλω κακά. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ αἰαῖ, κακῶν ὕψιστα δὴ κλύω τάδε, αἴσχη τε Πέρσαις καὶ λιγέα κωκύματα. ἀτὰρ φράσον μοι τοῦτ᾽ ἀναστρέψας πάλιν· ναῶν πόσον δὴ πλῆθος ἦν Ἑλληνίδων, | λίγ᾽ από τα πολλά κακά που μας ευρήκαν. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Οϊμέ, κι ακούω κακά που άλλα τέτοια δεν έχει, για τους Πέρσες ντροπές και σπαραγμός και θρήνος· μα στρέψε πάλι απ᾽ την αρχή και πε μου: πόσα τάχα να ᾽ταν πολλά τα Ελληνικά καράβια, |
| Περ_335 | ὥστ᾽ ἀξιῶσαι Περσικῷ στρατεύματι μάχην συνάψαι ναΐοισιν ἐμβολαῖς; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ πλήθους μὲν ἂν σάφ᾽ ἴσθ᾽ ἕκατι βάρβαρον ναυσὶν κρατῆσαι. καὶ γὰρ Ἕλλησιν μὲν ἦν ὁ πᾶς ἀριθμὸς ἐς τριακάδας δέκα | που τόλμησαν ν᾽ αντικριστούν με την αρμάτα, την Περσική και στρέψουν πάνω τα έμβολά τους; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Αν ήταν απ᾽ τον αριθμό, βέβαιη και να ᾽σαι πως θα νικούσαμεν εμείς· γιατ᾽ όλο κι όλο δέκα φορές τριάντα οι Έλληνες καράβια |
| Περ_340 | ναῶν, δεκὰς δ᾽ ἦν τῶνδε χωρὶς ἔκκριτος· Ξέρξῃ δέ, καὶ γὰρ οἶσθα, χιλιὰς μὲν ἦν ὧν ἦγε πλῆθος, αἱ δ᾽ ὑπέρκοποι τάχει ἑκατὸν δὶς ἦσαν ἑπτά θ᾽· ὧδ᾽ ἔχει λόγος. μή σοι δοκοῦμεν τῇδε λειφθῆναι μάχῃ; | είχαν κι όξ᾽ απ᾽ αυτά και διαλεχτ᾽ άλλα δέκα. ενώ ο Ξέρξης, το ξέρω, μια ήτανε χιλιάδα τα πλοία π᾽ οδηγούσε και διακόσ᾽ εφτ᾽ άλλα στο τρέξιμο απαράβγαλτα· κι έτσι, όπως σου είπα, λες τάχα, όσα γι᾽ αυτό, να πέφταμ᾽ εμείς κάτω; |
| Περ_345 | ἀλλ᾽ ὧδε δαίμων τις κατέφθειρε στρατόν, τάλαντα βρίσας οὐκ ἰσορρόπῳ τύχῃ. θεοὶ πόλιν σῴζουσι Παλλάδος θεᾶς. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ἔτ᾽ ἆρ᾽ Ἀθηνῶν ἔστ᾽ ἀπόρθητος πόλις; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ἀνδρῶν γὰρ ὄντων ἕρκος ἐστὶν ἀσφαλές. | μα ένας θεός τον έφτειρ᾽ έτσι το στρατό μας πάρα πολύ βαραίνοντας απ᾽ το ένα μέρος τη ζυγαριά μ᾽ όχι ισομετρημένη τύχη. Οι θεοί την πόλη προστατεύουν της Παλλάδας. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Η Αθήνα λοιπόν άπαρτη μένει ως τα τώρα; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Οι άντρες σα μένουν το πιο σίγουρο είναι κάστρο. |
| Περ_350 | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ἀρχὴ δὲ ναυσὶ συμβολῆς τίς ἦν, φράσον· τίνες κατῆρξαν, πότερον Ἕλληνες, μάχης, ἢ παῖς ἐμός, πλήθει καταυχήσας νεῶν; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ἦρξεν μέν, ὦ δέσποινα, τοῦ παντὸς κακοῦ φανεὶς ἀλάστωρ ἢ κακὸς δαίμων ποθέν. | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Και ποιά έγινε η αρχή στη σύγκρουση των στόλων; ποιοί, πε μας, πρώτοι ν᾽ άρχισαν, οι Έλληνες τάχα, ή ο γιος μου στα πολλά τα πλοία του θαρρεμένος; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Αρχή στην πάσα συμφορά, δέσποινα, κάποια θεϊκιά κατάρα ή πονηρόν έκαμε πνεύμα, που φάνηκε από πού δε ξέρω· |
| Περ_355 | ἀνὴρ γὰρ Ἕλλην ἐξ Ἀθηναίων στρατοῦ ἐλθὼν ἔλεξε παιδὶ σῷ Ξέρξῃ τάδε, ὡς εἰ μελαίνης νυκτὸς ἵξεται κνέφας, Ἕλληνες οὐ μενοῖεν, ἀλλὰ σέλμασιν ναῶν ἐπανθορόντες ἄλλος ἄλλοσε | γιατί κάποιος Έλληνας ήρθ᾽ από το στρατό των Αθηναίων κι είπε στο γιό σου Ξέρξη αυτά: πως άμα πέσει της μαύρης νύχτας το σκοτάδι, δε θα εμέναν οι Έλληνες άλλο, μα στων καραβιών θα ορμούσαν τα σκαμνιά πάνω, για να σώσει όπου προφτάσει |
| Περ_360 | δρασμῷ κρυφαίῳ βίοτον ἐκσωσοίατο. ὁ δ᾽ εὐθὺς ὡς ἤκουσεν, οὐ ξυνεὶς δόλον Ἕλληνος ἀνδρὸς οὐδὲ τὸν θεῶν φθόνον, πᾶσιν προφωνεῖ τόνδε ναυάρχοις λόγον, εὖτ᾽ ἂν φλέγων ἀκτῖσιν ἥλιος χθόνα | καθένας με κρυφή φευγάλα τη ζωή του· Και κείνος άμα τ᾽ άκουσε, χωρίς να νιώσει το δόλο του Έλληνα, ούτε των θεών το φθόνο, σ᾽ όλους τους ναύαρχούς του αυτή τη διάτα βγάζει: Σαν παύσουν να φλογίζουνε του ήλιου οι αχτίνες τη γη, |
| Περ_365 | λήξῃ, κνέφας δὲ τέμενος αἰθέρος λάβῃ, τάξαι νεῶν στῖφος μὲν ἐν στοίχοις τρισίν, ἄλλας δὲ κύκλῳ νῆσον Αἴαντος πέριξ, ἔκπλους φυλάσσειν καὶ πόρους ἁλιρρόθους. ὡς εἰ μόρον φευξοίαθ᾽ Ἕλληνες κακόν, | κι απλώσει το σκοτάδι στον αιθέρα, σε τρεις σειρές να τάξουν τα πολλά καράβια για να φυλάξουν τα στενά και τα πολύβουα περάσματα της θάλασσας, κι ολόγυρ᾽ άλλα το θείο του Αίαντα το νησί να περιζώσουν· γιατί αν γλιτώναν οι Έλληνες τον κακό χάρο, |
| Περ_370 | ναυσὶν κρυφαίως δρασμὸν εὑρόντες τινά, πᾶσιν στέρεσθαι κρατὸς ἦν προκείμενον. τοσαῦτ᾽ ἔλεξε κάρθ᾽ ὑπ᾽ εὐθύμου φρενός· οὐ γὰρ τὸ μέλλον ἐκ θεῶν ἠπίστατο. οἱ δ᾽ οὐκ ἀκόσμως, ἀλλὰ πειθάρχῳ φρενὶ | βρίσκοντας με τα πλοία κρυφό φευγιό από κάπου, όλοι, να ξέρουν, θα ᾽χαναν την κεφαλή τους. Τέτοια με πάρα θαρρετή καρδιά προστάζει, γιατί δεν ήξερε, οι θεοί το τί του γράφαν. Κι αυτοί μ᾽ όλη την τάξη και με υπάκουη γνώμη |
| Περ_375 | δεῖπνόν ‹τ᾽› ἐπορσύνοντο, ναυβάτης τ᾽ ἀνὴρ τροποῦτο κώπην σκαλμὸν ἀμφ᾽ εὐήρετμον. ἐπεὶ δὲ φέγγος ἡλίου κατέφθιτο καὶ νὺξ ἐπῄει, πᾶς ἀνὴρ κώπης ἄναξ ἐς ναῦν ἐχώρει πᾶς θ᾽ ὅπλων ἐπιστάτης· | το δείπνο τους ετοίμασαν κι ο κάθε ναύτης καλοβαλμένα στους σκαρμούς κουπιά επερνούσε. Κι όταν του ήλιου εχώνεψε το φως κι η νύχτα κατέβαινε, τη θέση τους πήραν καθένας κι οι δουλευτάδες του κουπιού κι οι αρματομάχοι· |
| Περ_380 | τάξις δὲ τάξιν παρεκάλει νεὼς μακρᾶς, πλέουσι δ᾽ ὡς ἕκαστος ἦν τεταγμένος. καὶ πάννυχοι δὴ διάπλοον καθίστασαν ναῶν ἄνακτες πάντα ναυτικὸν λεών. καὶ νὺξ ἐχώρει, κοὐ μάλ᾽ Ἑλλήνων στρατὸς | Κι η μια την άλλη απ᾽ τα μακριά καράβια τάξη παρακινώντας ξεκινούν μ᾽ όποια καθένας του είχε οριστεί σειρά, και στα πανιά οληνύχτα κρατούσαν τα καράβια τους οι καπετάνιοι. Μα η νύχτα προχωρεί, κι οι Έλληνες κρυφό δρόμο ν᾽ ανοίξουν από πουθενά |
| Περ_385 | κρυφαῖον ἔκπλουν οὐδαμῇ καθίστατο· ἐπεί γε μέντοι λευκόπωλος ἡμέρα πᾶσαν κατέσχε γαῖαν εὐφεγγὴς ἰδεῖν, πρῶτον μὲν † ἠχῇ κέλαδος Ἑλλήνων πάρα μολπηδὸν εὐφήμησεν, ὄρθιον δ᾽ ἅμα | δε δοκιμάζουν· όταν όμως με τ᾽ άσπρα τ᾽ άτια της η μέρα φωτοπλημμύριστη άπλωσε σ᾽ όλο τον κόσμο, μια πρώτ᾽ ακούστηκε απ᾽ το μέρος των Ελλήνων βουή τραγουδιστά με ήχο φαιδρό να βγαίνει και δυνατ᾽ αντιβούιζαν μαζί κι οι βράχοι |
| Περ_390 | ἀντηλάλαξε νησιώτιδος πέτρας ἠχώ· φόβος δὲ πᾶσι βαρβάροις παρῆν γνώμης ἀποσφαλεῖσιν· οὐ γὰρ ὡς φυγῇ παιᾶν᾽ ἐφύμνουν σεμνὸν Ἕλληνες τότε, ἀλλ᾽ ἐς μάχην ὁρμῶντες εὐψύχῳ θράσει· | του νησιού γύρω, ενώ τρομάρα τους βαρβάρους έπιασεν όλους, που έβλεπαν πως γελαστήκαν. γιατί δεν ήταν για φευγιό που έψαλλαν τότε σεμνόν παιάνα οι Έλληνες, μα σαν να ορμούσαν μ᾽ ολόψυχη καρδιά στη μάχη, ενώ όλη ως πέρα |
| Περ_395 | σάλπιγξ δ᾽ ἀυτῇ πάντ᾽ ἐκεῖν᾽ ἐπέφλεγεν. εὐθὺς δὲ κώπης ῥοθιάδος ξυνεμβολῇ ἔπαισαν ἅλμην βρύχιον ἐκ κελεύματος, θοῶς δὲ πάντες ἦσαν ἐκφανεῖς ἰδεῖν. τὸ δεξιὸν μὲν πρῶτον εὐτάκτως κέρας | τη γραμμή των της σάλπιγγας φλόγιζε ο ήχος· κι αμέσως τα πλαταγιστά με μιας κουπιά τους χτυπούνε με το πρόσταγμα την βαθιάν άρμη και δεν αργούνε να φανούν όλοι μπροστά μας. Το δεξί πρώτο, σε γραμμή, κέρας ερχόνταν |
| Περ_400 | ἡγεῖτο κόσμῳ, δεύτερον δ᾽ ὁ πᾶς στόλος ἐπεξεχώρει, καὶ παρῆν ὁμοῦ κλύειν πολλὴν βοήν· “Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ᾽, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τε πατρῴων ἕδη, | μ᾽ όλη την τάξη, κι έπειτα κι ο άλλος ο στόλος από πίσω ακλουθά· και τότε ήταν ν᾽ ακούσεις φωνή μεγάλη από κοντά: «Εμπρός, των Ελλήνων γενναία παιδιά! να ελευθερώσετε πατρίδα, τέκνα, γυναίκες και των πατρικών θεών σας να ελευτερώστε τα ιερά και |
| Περ_405 | θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.” καὶ μὴν παρ᾽ ἡμῶν Περσίδος γλώσσης ῥόθος ὑπηντίαζε, κοὐκέτ᾽ ἦν μέλλειν ἀκμή. εὐθὺς δὲ ναῦς ἐν νηὶ χαλκήρη στόλον ἔπαισεν· ἦρξε δ᾽ ἐμβολῆς Ἑλληνικὴ | των προγόνων τους τάφους· τώρα για όλα ᾽ναι που πολεμάτε.» Μα κι από μας βουή στην περσική τη γλώσσα τούς αποκρίνονταν και πια καιρός δεν ήταν για χάσιμο, μα ευτύς το ένα στο άλλο επάνω καράβι κρούει τη χάλκινην αρματωσιά του· Το σύνθημα της εμβολής έδωσε πρώτα ένα καράβι ελληνικό, που έσπασεν όλα |
| Περ_410 | ναῦς, κἀποθραύει πάντα Φοινίσσης νεὼς κόρυμβ᾽, ἐπ᾽ ἄλλην δ᾽ ἄλλος ηὔθυνεν δόρυ. τὰ πρῶτα μέν νυν ῥεῦμα Περσικοῦ στρατοῦ ἀντεῖχεν· ὡς δὲ πλῆθος ἐν στενῷ νεῶν ἤθροιστ᾽, ἀρωγὴ δ᾽ οὔτις ἀλλήλοις παρῆν, | ενός φοινικικού κορώνες κι ακροστόλια, κι έτσι όλοι στρέφουν ο ένας καταπάνω τ᾽ άλλου. Λοιπόν, βαστούσε στην αρχή καλά το ρέμα του στόλου των Περσών, μα όταν στο στενό μέσα τόσο πλήθος στριμώχτηκαν και δεν μπορούσαν καμιά βοήθεια ο ένας τ᾽ αλλουνού να δίνουν κι |
| Περ_415 | αὐτοὶ δ᾽ ὑπ᾽ αὐτῶν ἐμβόλοις χαλκοστόμοις παίοντ᾽, ἔθραυον πάντα κωπήρη στόλον, Ἑλληνικαί τε νῆες οὐκ ἀφρασμόνως κύκλῳ πέριξ ἔθεινον, ὑπτιοῦτο δὲ σκάφη νεῶν, θάλασσα δ᾽ οὐκέτ᾽ ἦν ἰδεῖν, | οι ίδιοι με τις χαλκόστομες συμμεταξύ τους χτυπιόνταν πρώρες, σπάνανε των κουπιών όλες μαζί οι φτερούγες και, νά, τότε των Ελλήνων τα πλοία ένα γύρο με πολλή επιδεξιοσύνη από παντού χτυπούσανε, και τα σκαριά μας αναποδογυρίζονταν και δεν μπορούσες να βλέπεις πια τη θάλασσα που ήταν γιομάτη |
| Περ_420 | ναυαγίων πλήθουσα καὶ φόνου βροτῶν, ἀκταὶ δὲ νεκρῶν χοιράδες τ᾽ ἐπλήθυον. φυγῇ δ᾽ ἀκόσμως πᾶσα ναῦς ἠρέσσετο, ὅσαιπερ ἦσαν βαρβάρου στρατεύματος. τοὶ δ᾽ ὥστε θύννους ἤ τιν᾽ ἰχθύων βόλον | από ναυάγια καραβιών κι ανθρώπων φόνο· και βρύαζαν οι γιαλοί νεκρούς κι οι ξέρες γύρου, ενώ όσα μας εμένανε καράβια ακόμα τό ᾽βαζαν στο κουπί φευγάλα δίχως τάξη. Μα εκείνοι, σαν και να ᾽τανε για θύννους ή άλλο βόλασμα ψάρια, |
| Περ_425 | ἀγαῖσι κωπῶν θραύμασίν τ᾽ ἐρειπίων ἔπαιον, ἐρράχιζον· οἰμωγὴ δ᾽ ὁμοῦ κωκύμασιν κατεῖχε πελαγίαν ἅλα, ἕως κελαινῆς νυκτὸς ὄμμ᾽ ἀφείλετο. κακῶν δὲ πλῆθος, οὐδ᾽ ἂν εἰ δέκ᾽ ἤματα | με κουπιά σπασμένα, ή μ᾽ ό,τι συντρίμμι απ᾽ τα ναυάγια, χτυπούν, σκοτώνουν κι ένας βόγγος απλώνονταν μαζί και θρήνος ως τ᾽ ανοιχτά της θάλασσας, όσο που η μαύρη της νύχτας ήρθε σκοτεινιά κι έβαλε τέλος. Μα όλο το πλήθος του χαμού, μηδέ κι αν μέρες |
| Περ_430 | στοιχηγοροίην, οὐκ ἂν ἐκπλήσαιμί σοι. εὖ γὰρ τόδ᾽ ἴσθι, μηδάμ᾽ ἡμέρᾳ μιᾷ πλῆθος τοσουτάριθμον ἀνθρώπων θανεῖν. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ αἰαῖ, κακῶν δὴ πέλαγος ἔρρωγεν μέγα Πέρσαις τε καὶ πρόπαντι βαρβάρων γένει. | δέκα ιστορούσα στη σειρά, θενά ᾽βρισκ᾽ άκρη· γιατί, να ξέρεις, σε μια μέρα ως τώρ᾽ ακόμα τόσο ποτέ δε χάθηκε ανθρώπων πλήθος. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Οϊμέ, τί πέλαγος κακών πάνω στους Πέρσες και σ᾽ όλο των βαρβάρων ξέσπασε το γένος! |
| Περ_435 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ εὖ νυν τόδ᾽ ἴσθι, μηδέπω μεσοῦν κακόν· τοιάδ᾽ ἐπ᾽ αὐτοῖς ἦλθε συμφορὰ πάθους, ὡς τοῖσδε καὶ δὶς ἀντισηκῶσαι ῥοπῇ. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ καὶ τίς γένοιτ᾽ ἂν τῆσδ᾽ ἔτ᾽ ἐχθίων τύχη; λέξον τίν᾽ αὖ φῂς τήνδε συμφορὰν στρατῷ | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Μα ουδέ στη μέση, ξέρε το, δεν είσ᾽ ακόμη των συμφορών μας· τέτοια ήρθε κατόπι κι άλλη που δυο φορές κι όσ᾽ άκουσες ν᾽ αντιβαραίνει. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Και ποιά άλλη ακόμα πιο σκληρή θα μπόρειε τύχη να γενεί; πες μας, ποιά ᾽ναι πάλι αυτή που βρήκε |
| Περ_440 | ἐλθεῖν κακῶν ῥέπουσαν ἐς τὰ μάσσονα. ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Περσῶν ὅσοιπερ ἦσαν ἀκμαῖοι φύσιν, ψυχήν τ᾽ ἄριστοι κεὐγένειαν ἐκπρεπεῖς, αὐτῷ τ᾽ ἄνακτι πίστιν ἐν πρώτοις ἀεί, τεθνᾶσιν αἰσχρῶς δυσκλεεστάτῳ μόρῳ. | το στρατό και ξεχείλισε τις συμφορές του; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Όσοι απ᾽ τους Πέρσες πιο τρανοί στη δύναμ᾽ ήταν με πιο γενναία καρδιά, της αρχοντιάς στολίδια, και πλάι στο βασιλιά πρώτοι πάντα στην πίστη, με τον πιο θάνατο άδοξο κι άθλια χαθήκαν. |
| Περ_445 | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ οἲ ᾽γὼ τάλαινα συμφορᾶς κακῆς, φίλοι. ποίῳ μόρῳ δὲ τούσδε φῂς ὀλωλέναι; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ νῆσός τις ἐστὶ πρόσθε Σαλαμῖνος τόπων, βαιά, δύσορμος ναυσίν, ἣν ὁ φιλόχορος Πὰν ἐμβατεύει ποντίας ἀκτῆς ἔπι. | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ω συμφορά μου, η άραχλη και μαύρη μοίρα! μα σαν ποιός θάνατος λοιπόν τους βρήκε, πε μας; ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Είναι στη Σαλαμίνα εμπρός ένα νησάκι μικρό, κακό για τα καράβια αραξοβόλι, που μόνο ο φιλοχορευτής συχνάζει ο Πάνας |
| Περ_450 | ἐνταῦθα πέμπει τούσδ᾽, ὅπως, ὅτ᾽ ἐκ νεῶν φθαρέντες ἐχθροὶ νῆσον ἐκσῳζοίατο, κτείνοιεν εὐχείρωτον Ἑλλήνων στρατόν, φίλους δ᾽ ὑπεκσῴζοιεν ἐναλίων πόρων, κακῶς τὸ μέλλον ἱστορῶν. ὡς γὰρ θεὸς | στ᾽ ακρογιάλια του· εδώ λοιπόν τους στέλνει ο Ξέρξης που όσους το κύμα εχτρούς καραβοτσακισμένους στο νησί θα ᾽βγαζε – εύκολη άγρη του χεριού των – να τους σκοτώνουν και να σώζουν τους δικούς μας απ᾽ τα στενά της θάλασσας· μα είχε προβλέψει κακά το μέλλον· γιατ᾽ αφού ο θεός τη δόξα |
| Περ_455 | ναῶν ἔδωκε κῦδος Ἕλλησιν μάχης, αὐθημερὸν φράξαντες εὐχάλκοις δέμας ὅπλοισι ναῶν ἐξέθρῳσκον· ἀμφὶ δὲ κυκλοῦντο πᾶσαν νῆσον, ὥστ᾽ ἀμηχανεῖν ὅποι τράποιντο. πολλὰ μὲν γὰρ ἐκ χερῶν | της νίκης έδωσε στο στόλο των Ελλήνων, την ίδια μέρα, στα κορμιά φορώντας γύρω τις χάλκινες αρματωσιές, πήδησαν έξω απ᾽ τα καράβια κι έζωσαν το νησί ολούθε, που να μη ξέρουν πού να στρέψουν οι δικοί μας· |
| Περ_460 | πέτροισιν ἠράσσοντο, τοξικῆς τ᾽ ἄπο θώμιγγος ἰοὶ προσπίτνοντες ὤλλυσαν· τέλος δ᾽ ἐφορμηθέντες ἐξ ἑνὸς ῥόθου παίουσι, κρεοκοποῦσι δυστήνων μέλη, ἕως ἁπάντων ἐξαπέφθειραν βίον. | γιατί βροχή απ᾽ τα χέρια τους πέφτοντας πέτρες κι από των τόξων τις νευρές βέλη χαλάζι το θάνατο σκορπούσανε· κι ορμώντας τέλος μ᾽ ένα επίδρομο πάνω τους, δεξά ζερβά τους χτυπούν και τα κορμιά των άθλιων κρεοκοπούνε, ως που κι όλους τους ξέκαμαν πέρα για πέρα. |
| Περ_465 | Ξέρξης δ᾽ ἀνῴμωξεν κακῶν ὁρῶν βάθος· ἕδραν γὰρ εἶχε παντὸς εὐαγῆ στρατοῦ, ὑψηλὸν ὄχθον ἄγχι πελαγίας ἁλός· ῥήξας δὲ πέπλους κἀνακωκύσας λιγύ, πεζῷ παραγγείλας ἄφαρ στρατεύματι, | Έσκουξ᾽ ο Ξέρξης βλέποντας το τόσο βάθος της συμφοράς· γιατ᾽ είχε πάρει θέση, απ᾽ όπου όλο μπορούσε το στρατό να ξεχωρίζει, πάνω σ᾽ όχτο ψηλό κοντά στο περιγιάλι. Κι αφού έσκισε τα ρούχα του με πικρό κλάμα, στο στρατό ξάφνου της στεριάς προσταγή δίνει |
| Περ_470 | ἵησ᾽ ἀκόσμῳ ξὺν φυγῇ. τοιάνδε σοι πρὸς τῇ πάροιθε συμφορὰν πάρα στένειν. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ὦ στυγνὲ δαῖμον, ὡς ἄρ᾽ ἔψευσας φρενῶν Πέρσας· πικρὰν δὲ παῖς ἐμὸς τιμωρίαν κλεινῶν Ἀθηνῶν ηὗρε, κοὐκ ἀπήρκεσαν | και χυμά σ᾽ άταχτο φευγιό. Τέτοια ᾽ναι κι η άλλη συμφορά πὄχεις να θρηνείς κοντά στην πρώτη. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ω μαύρη τύχη κι άραχλη! πώς τις ελπίδες γέλασες των Περσών, κι η εκδίκηση που πήγε να πάρ᾽ από τη ξακουστή ο γιος μου Αθήνα, πικρή του βγήκε και |
| Περ_475 | οὓς πρόσθε Μαραθὼν βαρβάρων ἀπώλεσεν· ὧν ἀντίποινα παῖς ἐμὸς πράξειν δοκῶν τοσόνδε πλῆθος πημάτων ἐπέσπασεν. σὺ δ᾽ εἰπέ, ναῶν αἳ πεφεύγασιν μόρον, ποῦ τάσδ᾽ ἔλειπες· οἶσθα σημῆναι τορῶς; | δεν έφτασαν οι τόσοι βάρβαροι που πριν χάλασεν ο Μαραθώνας· κι ενώ πίστεψε αντίποινα γι᾽ αυτούς να πάρει, τόσα έσυρε κακά στην κεφαλή του επάνω· Μα, πε μας, τα καράβια εσύ, πὄχουν γλιτώσει, πού τ᾽ άφησες; να μας το πεις σωστά γνωρίζεις; |
| Περ_480 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ναῶν δὲ ταγοὶ τῶν λελειμμένων σύδην κατ᾽ οὖρον οὐκ εὔκοσμον αἴρονται φυγήν· στρατὸς δ᾽ ὁ λοιπὸς ἔν τε Βοιωτῶν χθονὶ διώλλυθ᾽, οἱ μὲν ἀμφὶ κρηναῖον γάνος δίψῃ πονοῦντες, οἱ δ᾽ ὑπ᾽ ἄσθματος κενοὶ | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ Των καραβιών που απόμειναν οι κυβερνήτες βιαστικά σ᾽ άταχτο φευγιό το ᾽βαλαν πρίμα· μα ο επίλοιπος στρατός είχε από τώρα αρχίσει στη Βοιωτία να χάνεται, κι άλλοι τριγύρω στις φαιδρές βρύσες δαμασμένοι από τη δίψα κι άλλοι άδειοι απ᾽ το λαχάνιασμα πέφταν στο δρόμο. |
| Περ_485 | διεκπερῶμεν ἔς τε Φωκέων χθόνα καὶ Δωρίδ᾽ αἶαν, Μηλιᾶ τε κόλπον, οὗ Σπερχειὸς ἄρδει πεδίον εὐμενεῖ ποτῷ· κἀντεῦθεν ἡμᾶς γῆς Ἀχαιίδος πέδον καὶ Θεσσαλῶν πόλεις ὑπεσπανισμένους | Από κει οι άλλοι εμείς περάσαμε στους τόπους της Φωκίδας, και στη Δωρίδα, και στον κόρφο το Μαλιακό, όπου ο Σπερχειός την πεδιάδα με το ευεργετικό το ρέμα του ποτίζει. Κι εκείθε η γης των Αχαιών κι οι πολιτείες της Θεσσαλίας μάς δέχτηκαν τυραγνισμένους |
| Περ_490 | βορᾶς ἐδέξαντ᾽· ἔνθα δὴ πλεῖστοι θάνον δίψῃ τε λιμῷ τ᾽· ἀμφότερα γὰρ ἦν τάδε. Μαγνητικὴν δὲ γαῖαν ἔς τε Μακεδόνων χώραν ἀφικόμεσθ᾽, ἐπ᾽ Ἀξιοῦ πόρον, Βόλβης θ᾽ ἕλειον δόνακα, Πάγγαιόν τ᾽ ὄρος, | από έλλειψη τροφής, κι άμετροι εδώ από δίψα κι από λιμό – γιατ᾽ ήταν και τα δυο – χαθήκαν. Στα μέρη φτάσαμ᾽ έπειτα της Μαγνησίας και στη χώρα των Μακεδόνων, προς το ρέμα τ᾽ Αξιού και τις βαλτίσιες καλαμιές της Βόλβης και στ᾽ όρος το Παγγαίο, |
| Περ_495 | Ἠδωνίδ᾽ αἶαν· νυκτὶ δ᾽ ἐν ταύτῃ θεὸς χειμῶν᾽ ἄωρον ὦρσε, πήγνυσιν δὲ πᾶν ῥέεθρον ἁγνοῦ Στρυμόνος. θεοὺς δέ τις τὸ πρὶν νομίζων οὐδαμοῦ τότ᾽ ηὔχετο λιταῖσι, γαῖαν οὐρανόν τε προσκυνῶν. | στη γη την Ηδωνίδα. Μα σήκωσ᾽ ο θεός τη νύχτα εκείνη πρώιμο βαρύ χειμώνα κι έπηξε το ρέμα ως πέρα του αγνού Στρυμόνα, κι όποιος να παραδεχτεί πριν δεν ήθελε θεούς, με παράκλησες τότε τους πρόσπεφτε κι ευχές, Γη κι Ουρανό καλώντας. |
| Περ_500 | ἐπεὶ δὲ πολλὰ θεοκλυτῶν ἐπαύσατο στρατός, περᾷ κρυσταλλοπῆγα διὰ πόρον· χὤστις μὲν ἡμῶν πρὶν σκεδασθῆναι θεοῦ ἀκτῖνας ὡρμήθη, σεσωμένος κυρεῖ. φλέγων γὰρ αὐγαῖς λαμπρὸς ἡλίου κύκλος | κι αφού έπαψε όλους τους θεούς να τάζει, αρχίζει τον κρουσταλλόπηχτ᾽ ο στρατός να περνά πόρο. Μα μόν᾽ όσοι από μας διαβήκαν, πριν οι αχτίνες του θεού σκορπίσουν, σώθηκαν· γιατί σε λίγο του ήλιου ο λαμπρός φλογίζοντας τα πάντα κύκλος |
| Περ_505 | μέσον πόρον διῆκε, θερμαίνων φλογί· πῖπτον δ᾽ ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν· εὐτυχὴς δέ τοι ὅστις τάχιστα πνεῦμ᾽ ἀπέρρηξεν βίου. ὅσοι δὲ λοιποὶ κἄτυχον σωτηρίας, Θρῄκην περάσαντες μόγις πολλῷ πόνῳ, | πέρασ᾽ ως την καρδιά του πάγου λιώνοντάς τον κι έπεφταν πάνω επανωτοί· χαρά στον όποιος μιαν ώρα πιο μπροστά ξεψύχησε και πήγε. μα όσοι απομείναν κι έτυχε να τη γλιτώσουν, αφού μόλις και πέρασαν με πολύ κόπο τη Θράκη, όσοι ξεφύγανε, φτάσανε τέλος |
| Περ_510 | ἥκουσιν ἐκφυγόντες, οὐ πολλοί τινες, ἐφ᾽ ἑστιοῦχον γαῖαν· ὡς στένειν πόλιν Περσῶν, ποθοῦσαν φιλτάτην ἥβην χθονός. ταῦτ᾽ ἔστ᾽ ἀληθῆ· πολλὰ δ᾽ ἐκλείπω λέγων κακῶν ἃ Πέρσαις ἐγκατέσκηψεν θεός. | στην πατρική μας γη – μια φούχτ᾽ ανθρώπων μόλις, που να ᾽χει η χώρα των Περσών να κλαίει ποθώντας την τόση αγαπημένη της πὄχασε νιότη. Αυτή ᾽ν᾽ η αλήθεια· μα και πάλι πολλ᾽ αφήνω απ᾽ τα κακά που σώριασε ο θεός στους Πέρσες. |
| Περ_515 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὦ δυσπόνητε δαῖμον, ὡς ἄγαν βαρὺς ποδοῖν ἐνήλου παντὶ Περσικῷ γένει. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ οἲ ᾽γὼ τάλαινα διαπεπραγμένου στρατοῦ· ὦ νυκτὸς ὄψις ἐμφανὴς ἐνυπνίων, ὡς κάρτα μοι σαφῶς ἐδήλωσας κακά. | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ω δαίμονα σκληρότατε, με πόσο βάρος πήδηξες πάνω στων Περσών όλο το γένος! ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Αλίμονό μου η άμοιρη, πάει ο στρατός μας. Αχ, όνειρ᾽ ολοφάνερο που είδα τη νύχτα, πόσο ξάστερα μόδειξες τις συμφορές μας! |
| Περ_520 | ὑμεῖς δὲ φαύλως αὔτ᾽ ἄγαν ἐκρίνατε. ὅμως δ᾽, ἐπειδὴ τῇδ᾽ ἐκύρωσεν φάτις ὑμῶν, θεοῖς μὲν πρῶτον εὔξασθαι θέλω· ἔπειτα, γῇ τε καὶ φθιτοῖς δωρήματα, ἥξω λαβοῦσα πέλανον ἐξ οἴκων ἐμῶν— | μα πέσατ᾽ όξω κι όξω εσείς, οι ονειροκρίτες… Μα μια που τέτοια απόφαση με τη δική σας τη γνώμη επήρα, θέλω πρώτα να προσπέσω στους θεούς με προσευχές κι ύστερα απ᾽ τα παλάτια θα πάω να φέρω για τη Γη και τους νεκρούς μας |
| Περ_525 | ἐπίσταμαι μὲν ὡς ἐπ᾽ ἐξειργασμένοις, ἀλλ᾽ ἐς τὸ λοιπὸν εἴ τι δὴ λῷον πέλοι. ὑμᾶς δὲ χρὴ ᾽πὶ τοῖσδε τοῖς πεπραγμένοις πιστοῖσι πιστὰ ξυμφέρειν βουλεύματα· καὶ παῖδ᾽, ἐάν περ δεῦρ᾽ ἐμοῦ πρόσθεν μόλῃ | να τους προσφέρω πέλανα, ναι μεν, το ξέρω, για πράματα που τέλειωσαν, μα ίσως και δώσουν καλύτερ᾽ από δω και μπρος να μας ερθούνε. Μα και σεις πρέπει σ᾽ αυτά επάνω που μας τύχαν πιστές για τους πιστούς κυρίους βουλές να βρείτε. Κι αν τύχει φτάσει ο γιος μου εδώ πριν από μένα, |
| Περ_530 | παρηγορεῖτε, καὶ προπέμπετ᾽ ἐς δόμους, μὴ καί τι πρὸς κακοῖσι προσθῆται κακόν. | παρηγοράτε τον εσείς, κι ως τα παλάτια να τονε συνοδέψετε, μήπως στα τόσα προστέσει τα κακά κι άλλο κανένα επάνω. |
| ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, νῦν ‹γὰρ› Περσῶν τῶν μεγαλαύχων καὶ πολυάνδρων στρατιὰν ὀλέσας | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Παντοδύναμε Δία, τώρα που έφτειρες το περήφανο αμέτρητο στράτευμα των Περσών, μες στα Σούσα κι Εκβάτανα |
| Περ_535 | ἄστυ τὸ Σούσων ἠδ᾽ Ἀγβατάνων πένθει δνοφερῷ κατέκρυψας· πολλαὶ δ᾽ ἁπαλαῖς χερσὶ καλύπτρας κατερεικόμεναι διαμυδαλέους δάκρυσι κόλπους | πένθος άπλωσες μαύρο. Μύριες τώρα γυναίκες ξεσκίζουνε με τ᾽ αδύναμα χέρια τους πέπλους των και με δάκρυα ποτάμια ολομούσκευτους πλημμυρούνε τους κόρφους των, |
| Περ_540 | τέγγουσ᾽, ἄλγους μετέχουσαι. αἱ δ᾽ ἁβρόγοοι Περσίδες ἀνδρῶν ποθέουσαι ἰδεῖν ἀρτιζυγίαν, λέκτρων [τ᾽] εὐνὰς ἁβροχίτωνας, χλιδανῆς ἥβης τέρψιν, ἀφεῖσαι, | που όλες έχουνε μέρος στο πένθος. Κι οι Περσίδες οι νύφες οι αβρόκλαυτες να ιδούν πίσω ποθώντας τα ταίρια τους τ᾽ απαλόστρωτ᾽ αφήνουν κρεβάτια τους – αναγάλλια της ξέγνοιαστης νιότης των – |
| Περ_545 | πενθοῦσι γόοις ἀκορεστοτάτοις. κἀγὼ δὲ μόρον τῶν οἰχομένων αἴρω δοκίμως πολυπενθῆ. — νῦν γὰρ δὴ πρόπασα μὲν στένει [στρ. α] γαῖ᾽ Ἀσὶς ἐκκενουμένα. | και θρηνούν με πιο αχόρταγο κλάμα. Μα κ᾽ εγώ των αντρών που χαθήκανε τιμή φέρνω στο θάνατο, πολυπένθητο θάνατο αλήθεια. Τώρα πέρα για πέρα θρηνεί της Ασίας η χώρα π᾽ αδειάζει, |
| Περ_550 | Ξέρξης μὲν ἄγαγεν, ποποῖ, Ξέρξης δ᾽ ἀπώλεσεν, τοτοῖ, Ξέρξης δὲ πάντ᾽ ἐπέσπε δυσφρόνως βαρίδεσσι ποντίαις. τίπτε Δαρεῖος μὲν οὕ- | τους οδήγησ᾽ ο Ξέρξης, αλί! τους εχάλασ᾽ ο Ξέρξης, αλί. κι όλα τα ᾽φερ᾽ ο Ξέρξης στραβά δίχως γνώση με τα πλοία που πήε ν᾽ αρματώσει. Γιατί πώς κι ο Δαρείος ποτέ στον καιρό του |
| Περ_555 | τω τότ᾽ ἀβλαβὴς ἐπῆν, τόξαρχος πολιήταις, Σουσίδαις φίλος ἄκτωρ; πεζοὺς γάρ σφε καὶ θαλασσίους [ἀντ α] ὁμόπτεροι κυανώπιδες νᾶες μὲν ἄγαγον, ποποῖ, | δεν προξένησε βλάβη καμιά στο λαό του, ο Δαρείος βασιλιάς τοξοκράτης των Σουσίων ο καλός πρωτοστάτης. Τους πεζούς μας και ναύτες μαζί σαν κοπάδι πουλιών μαυροφτέρουγο |
| Περ_560 | νᾶες δ᾽ ἀπώλεσαν, τοτοῖ, νᾶες πανωλέθροισιν ἐμβολαῖς, διὰ δ᾽ Ἰαόνων χέρας. τυτθὰ δ᾽ ἐκφυγεῖν ἄνακτ᾽ | τα καράβια οδήγησανε, αλί! τα καράβια εχαλάσανε, αλί! μ᾽ αυτήν πὄχουνε πάθει την πλέρια συμφορά στων Ιώνων τα χέρια. Τόσο, που όπως ακούω, μετά βιας |
| Περ_565 | αὐτὸν ὡς ἀκούομεν Θρῄκης ἂμ πεδιήρεις δυσχίμους τε κελεύθους. τοὶ δ᾽ ἄρα πρωτομόροιο, φεῦ, [στρ. β] ληφθέντες πρὸς ἀνάγκας, ἠέ, | κι ο ίδιος έχει σωθεί ο βασιλιάς από μέσα από της Θράκης τους καμπίσιους και χειμωνόδαρτους δρόμους βουνίσιους. Οι άλλοι όσοι στα βρόχια της Μοίρας πρωτοκλήρωτοι πέσανε, οϊμέ, |
| Περ_570 | ἀκτὰς ἀμφὶ Κυχρείας, ὀᾶ, ‹στέμβονται·› στένε καὶ δακνά- ζου, βαρὺ δ᾽ ἀμβόασον οὐράνι᾽ ἄχη, ὀᾶ· τεῖνε δὲ δυσβάυκτον | στου Κυχρέα τα ξερόβραχα, οϊμένα, παραδέρνουνε γύρω, οϊμέ. Ώχου στέναζε, σκίζου, διαλάλησε ως τα ουράνια βαρειά τη συμφορά σου και γοερά τα τρισάθλια ξέσυρε |
| Περ_575 | βοᾶτιν τάλαιναν αὐδάν. γναπτόμενοι δ᾽ ἁλὶ δεινᾷ, φεῦ, [ἀντ. β] σκύλλονται πρὸς ἀναύδων, ἠέ, παίδων τᾶς ἀμιάντου, ὀᾶ. πενθεῖ δ᾽ ἄνδρα δόμος στερη- | και πικρά φωναχτά σου. Αχ, φριχτά μες στο κύμα αργασμένα τα κορμιά τους ξεσκίζουν, οϊμέ, τα βουβά τα κουτάβια, οϊμένα, της αμόλυντης θάλασσας, οϊμέ· μα στα σπίτια πενθούν που τους χάσαν |
| Περ_580 | θείς, τοκέης δ᾽ ἄπαιδες δαιμόνι᾽ ἄχη, ὀᾶ, δυρόμενοι γέροντες τὸ πᾶν δὴ κλύουσιν ἄλγος. τοὶ δ᾽ ἀνὰ γᾶν Ἀσίαν δὴν [στρ. γ] | κι οι γερόντοι γονιοί, που ορφανεύουν, ως τα ουράνια θρηνούν και την πάσα συμφορά τους μαθαίνουν. Λίγο ακόμα και πια της Ασίας οι λαοί στων Περσών δεν ακούνε τον νόμο, |
| Περ_585 | οὐκέτι περσονομοῦνται, οὐδ᾽ ἔτι δασμοφοροῦσιν δεσποσύνοισιν ἀνάγκαις, οὐδ᾽ ἐς γᾶν προπίτνοντες ἅζονται· βασιλεία | δεν πλερώνουν σαν πριν τα δοσίματα που τους φόρτωνε η ανάγκη στο νώμο, κι ούτε ως πρώτα πεσμένοι στα γόνατα προσταγές θενα δέχονται πια, γιατί τώρα για πάντα πάει χάθηκε |
| Περ_590 | γὰρ διόλωλεν ἰσχύς. οὐδ᾽ ἔτι γλῶσσα βροτοῖσιν [ἀντ. γ] ἐν φυλακαῖς· λέλυται γὰρ λαὸς ἐλεύθερα βάζειν, ὡς ἐλύθη ζυγὸν ἀλκᾶς. | του μεγάλου η εξουσία Βασιλιά. Κάθε πια φυλακή από τις γλώσσες των ανθρώπων θα λείψει κι ο λαός, μια που βγήκε της βίας ο ζυγός κι απολύθηκε, ελεύτερο στόμα θ᾽ ανοίξει. |
| Περ_595 | αἱμαχθεῖσα δ᾽ ἄρουραν Αἴαντος περικλύστα νᾶσος ἔχει τὰ Περσῶν. | Αχ, του Αίαντα το νησί, που ολοτρόγυρα ζών᾽ η θάλασσα, τώρα μαζί με το γαίμα κι όλη έχει τη δύναμη των Περσών καταπιεί. |
| ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ φίλοι, κακῶν μὲν ὅστις ἔμπειρος κυρεῖ, ἐπίσταται βροτοῖσιν ὡς, ὅταν κλύδων | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Όποιος γνωρίζει, φίλοι μου, από δυστυχίες, ξέρει πως όταν των κακών ξεσπάσ᾽ η μπόρα, |
| Περ_600 | κακῶν ἐπέλθῃ, πάντα δειμαίνειν φίλον, ὅταν δ᾽ ὁ δαίμων εὐροῇ, πεποιθέναι τὸν αὐτὸν αἰὲν ἄνεμον οὐριεῖν τύχας. ἐμοὶ γὰρ ἤδη πάντα μὲν φόβου πλέα· ἐν ὄμμασιν τἀνταῖα φαίνεται θεῶν, | οι άνθρωποι το ᾽χουν κάθε τι να τους τρομάζει· ενώ σαν τους τα φέρνει ο θεός δεξιά, πιστεύουν πως πάντα ο ίδιος πρίμος θα φυσά της τύχης. Έτσι όλα τώρα είναι για με φόβο γιομάτα· στα μάτια εμπρός μου των θεών προβάλλ᾽ η έχθρα |
| Περ_605 | βοᾷ δ᾽ ἐν ὠσὶ κέλαδος οὐ παιώνιος· τοία κακῶν ἔκπληξις ἐκφοβεῖ φρένας. τοιγὰρ κέλευθον τήνδ᾽ ἄνευ τ᾽ ὀχημάτων χλιδῆς τε τῆς πάροιθεν ἐκ δόμων πάλιν ἔστειλα, παιδὸς πατρὶ πρευμενεῖς χοὰς | κι όχι χαρμόσυνος ψαλμός βουΐζει στ᾽ αυτιά μου. Γι᾽ αυτό εδώ τώρα ξαναβγήκ᾽ απ᾽ το παλάτι χωρίς τ᾽ αμάξια και τα μεγαλεία τα πρώτα, χοές να φέρω πρόθυμα που εξευμενίζουν |
| Περ_610 | φέρουσ᾽, ἅπερ νεκροῖσι μειλικτήρια, βοός τ᾽ ἀφ᾽ ἁγνῆς λευκὸν εὔποτον γάλα, τῆς τ᾽ ἀνθεμουργοῦ στάγμα, παμφαὲς μέλι, λιβάσιν ὑδρηλαῖς παρθένου πηγῆς μέτα, ἀκήρατόν τε μητρὸς ἀγρίας ἄπο | τους πεθαμένους, για του γιου μου τον πατέρα· άσπρο καθάριο από άζευχτη γάλ᾽ αγελάδα κι απόσταγμα της ανθοεργάτρας, ξανθό μέλι, μαζί με τρεξιμιό νερό πηγής παρθένας, κι αυτό τ᾽ ανάμα τ᾽ άδολο απ᾽ άγρια μάνα |
| Περ_615 | ποτόν, παλαιᾶς ἀμπέλου γάνος τόδε· τῆς τ᾽ αἰὲν ἐν φύλλοισι θαλλούσης βίον ξανθῆς ἐλαίας καρπὸς εὐώδης πάρα, ἄνθη τε πλεκτά, παμφόρου γαίας τέκνα. ἀλλ᾽, ὦ φίλοι, χοαῖσι ταῖσδε νερτέρων | καμάρι κι αναγάλλιασμα παλιού κλημάτου, κι ακόμα της σταχτόχλωρης ελιάς, που πάντα μες στα φύλλα της ζει, καρπόν ευωδιασμένο κι άνθη πλεχτά, παιδιά της γης της παντοθρόφας. Μα εσείς, ω φίλοι, με ύμνους των νεκρών αυτές μου |
| Περ_620 | ὕμνους ἐπευφημεῖτε, τόν τε δαίμονα Δαρεῖον ἀνακαλεῖσθε, γαπότους δ᾽ ἐγὼ τιμὰς προπέμψω τάσδε νερτέροις θεοῖς. | τις χοές συνοδεύετε και του Δαρείου το πνεύμα κράξετε στο φως, ενώ θα στέλλω τις προσφορές μου εγώ στους θεούς του κάτω κόσμου. |
| ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ βασίλεια γύναι, πρέσβος Πέρσαις, σύ τε πέμπε χοὰς θαλάμους ὑπὸ γῆς, | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Των Περσών πολυσέβαστη Δέσποινα, τις χοές σου λοιπόν και συ στέλνε τις στου Άδη |
| Περ_625 | ἡμεῖς θ᾽ ὕμνοις αἰτησόμεθα φθιμένων πομποὺς εὔφρονας εἶναι κατὰ γαίας. ἀλλά, χθόνιοι δαίμονες ἁγνοί, Γῆ τε καὶ Ἑρμῆ, βασιλεῦ τ᾽ ἐνέρων, | κάτ᾽ απ᾽ τη γη τα βασίλεια, ενώ με ύμνους και μεις θα ζητήσουμε, οι θεοί που οδηγούν τους νεκρούς μες στη γη να μας είναι καλόβουλοι. Μα ω του κάτω του κόσμου τρισάγιοι θεοί Γη κι Ερμεία και συ των νεκρών βασιλιά, |
| Περ_630 | πέμψατ᾽ ἔνερθεν ψυχὴν ἐς φῶς· εἰ γάρ τι κακῶν ἄκος οἶδε πλέον, μόνος ἂν θνητῶν πέρας εἴποι. ἦ ῥ᾽ ἀίει μου μακαρίτας [στρ. α] ἰσοδαίμων βασιλεὺς βάρ- | τη ψυχή του ανεβάσετε πάνω στο φως, γιατ᾽ αν κάποια γνωρίζει πιο κάλιο από μας στα δεινά μας γιατρειά, μόνο αυτός θα μας έλεε το τέλος. Μ᾽ ακούει τάχα ο μακαρίτης ο ισόθεος βασιλιάς, |
| Περ_635 | βαρα σαφηνῆ ἱέντος τὰ παναίολ᾽ αἰανῆ δύσθροα βάγματα; παντάλαν᾽ ἄχη διαβοάσω; νέρθεν ἆρα κλύει μου; | που με καλονόητη γλώσσα, γλώσσα περσικιά, με βαριόκλαυτα του κράζω μοιρολόγια και πικρά ξεφωνητά; Όσο φτάνω πιο ψηλά θα διαλαλήσω την πανάθλια που μας βρήκε συμφορά. Μ᾽ ακούει τάχα από τον τάφο του βαθειά; |
| Περ_640 | ἀλλὰ σύ μοι, Γᾶ τε καὶ ἄλλοι [ἀντ. α] χθονίων ἁγεμόνες, δαί- μονα μεγαυχῆ ἰόντ᾽ αἰνέσατ᾽ ἐκ δόμων, Περσᾶν Σουσιγενῆ θεόν· πέμπετε δ᾽ ἄνω | Μα ω συ Γη κι οι άρχοντες οι άλλοι κάτω των νεκρών, μες απ᾽ τα βασίλειά σας στρέξετε στο φως η περήφανη ν᾽ ανέβει μακαρία ψυχή, των Περσών ο Σουσογέννητος Θεός. Στείλετέ μας τον επάνω, που όμοιο ακόμα |
| Περ_645 | οἷον οὔπω Περσὶς αἶ᾽ ἐκάλυψεν. ἦ φίλος ἀνήρ, φίλος ὄχθος· [στρ. β] φίλα γὰρ κέκευθεν ἤθη. Ἀιδωνεὺς δ᾽ ἀναπομπὸς ἀνίει, | ως τα τώρα σαν αυτόν της Περσίας δεν εσκέπασε το χώμα. Πολυαγάπητος αλήθεια ο άντρας πολυαγάπητος κι ο τάφος, γιατί τέτοια ψυχή κρύβει αγαπημένη. Αϊδωνέα, στείλε μας τονε ν᾽ ανέβει |
| Περ_650 | Ἀιδωνεύς, οἶον ἀνάκτορα Δαριᾶνα. ἠέ. οὐδὲ γὰρ ἄνδρας ποτ᾽ ἀπώλλυ [ἀντ. β] πολεμοφθόροισιν ἄταις, θεομήστωρ δ᾽ ἐκικλῄσκετο Πέρσαις, | στο φως έξω, Αϊδωνέα, τον ασύγκριτο Δαριάνα βασιλέα. Γιατ᾽ εκείνος δεν επήγαινε ποτέ του μ᾽ άδικες φθορές πολέμου να χαλάσει το στρατό του, |
| Περ_655 | θεομήστωρ δ᾽ ἔσκεν, ἐπεὶ στρατὸν εὖ ποδούχει. ἠέ. βαλλήν, ἀρχαῖος [στρ. γ] βαλλήν, ἴθι, ἱκοῦ· ἔλθ᾽ ἐπ᾽ ἄκρον κόρυμβον ὄχθου, | και Θεού σοφία οι Πέρσες τον ελέγαν κι ήτανε Θεού σοφία κι άξια πάντα κυβερνούσε το λαό του. Βασιλιά μας, έλ᾽ αρχαίε μου βασιλιά, έλα φάνου στην κορφήν αυτού του τάφου σου εδώ πάνου |
| Περ_660 | κροκόβαπτον ποδὸς εὔμαριν ἀείρων, βασιλείου τιήρας φάλαρον πιφαύσκων. βάσκε πάτερ ἄκακε Δαριάν, οἴ. ὅπως αἰανῆ [ἀντ. γ] | το κροκόβαφο έλα σήκωσε το σάνταλο του ποδιού σου ως εδώ πέρα κι ας να λάμψει μπρος στα μάτια μας το φάλαρο της τιάρας σου, πατέρα· μπρόβαλ᾽ άκακε Δαριάνα βασιλέα. Για ν᾽ ακούσεις νέα κι ανάκουστα κακά |
| Περ_665 | κλύῃς νέα τ᾽ ἄχη, δέσποτα δεσποτᾶν φάνηθι. Στυγία γάρ τις ἐπ᾽ ἀχλὺς πεπόταται· νεολαία γὰρ ἤδη | έλα φάνου, ω του αφέντη μας αφέντη βασιλιά, κι ολοτρόγυρα έχει απλώσει μια μαυρίλα σα θανάτου καταχνιά, γιατ᾽ η νιότη μας, πατέρα, |
| Περ_670 | κατὰ πᾶσ᾽ ὄλωλεν. βάσκε πάτερ ἄκακε Δαριάν, οἴ. αἰαῖ αἰαῖ· [ἐπῳδ.] ὦ πολύκλαυτε φίλοισι θανών, | πάει χάθηκε όλη πια, μπρόβαλ᾽ άκακε Δαριάνα βασιλέα. Αχ αλί μου, αλίμονό μου Ω που τόσο έχουνε κλάψει όλ᾽ οι λαοί σου |
| Περ_675 | τί τάδε, δυνάστα, δυνάστα, περισσὰ δίδυμα δὶς γοέδν᾽ ἁμάρτια; πᾶσαι γᾷ τᾷδ᾽ ἐξέφθινται τρίσκαλμοι | τη θανή σου, τί ᾽ναι αφέντη, τί ᾽ναι αφέντη αυτή που τώρα διπλή βρήκε συμφορά όλη τη χώρα; πάει χάθηκε ο στρατός μας πάνε χάθηκαν τα τρίσκαρμα καράβια, |
| Περ_680 | νᾶες ἄναες ἄναες. | ξεκαράβια, ξεκαράβια! |
| ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ ὦ πιστὰ πιστῶν ἥλικές θ᾽ ἥβης ἐμῆς Πέρσαι γεραιοί, τίνα πόλις πονεῖ πόνον; στένει, κέκοπται, καὶ χαράσσεται πέδον. λεύσσων δ᾽ ἄκοιτιν τὴν ἐμὴν τάφου πέλας | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Ω μέσα στους πιστούς πιστοί και της δικής μου σύντροφοι νιότης, Πέρσες γηραλέοι, ποιός τάχα πόνος να ᾽βρε την πόλη μου; κλαίεται, χτυπιέται, και ξεσκίζεται η γης· στον τάφο μου από πάνω βλέποντας τη γυναίκα μου παίρνω ένα φόβο, |
| Περ_685 | ταρβῶ, χοὰς δὲ πρευμενὴς ἐδεξάμην. ὑμεῖς δὲ θρηνεῖτ᾽ ἐγγὺς ἑστῶτες τάφου καὶ ψυχαγωγοῖς ὀρθιάζοντες γόοις οἰκτρῶς καλεῖσθέ μ᾽· ἐστὶ δ᾽ οὐκ εὐέξοδον ἄλλως τε πάντως, χοἰ κατὰ χθονὸς θεοὶ | κι ευτύς με προθυμιά δέχτηκα τις χοές της. μα και σεις γύρω εδώ στο μνήμα μου θρηνείτε και με στριγγόφωνα βουητά και ψυχοξόρκια με κράζετε πονετικά· μα είναι καθόλου εύκολο το έβγα κι οι θεοί του κάτου κόσμου |
| Περ_690 | λαβεῖν ἀμείνους εἰσὶν ἢ μεθιέναι. ὅμως δ᾽ ἐκείνοις ἐνδυναστεύσας ἐγὼ ἥκω· τάχυνε δ᾽, ὡς ἄμεμπτος ὦ χρόνου. τί ἐστὶ Πέρσαις νεοχμὸν ἐμβριθὲς κακόν; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ σέβομαι μὲν προσιδέσθαι, [στρ.] | να παίρνουν πιο καλοί παρά να δίνουν πίσω. μα εγώ, χάρη στ᾽ αξίωμα του κρατώ κοντά τους, ήρθα· μα βιάσου, μη μου βρουν πως θα ᾽χω αργήσει· ποιά νέα βαραίνει συμφορά πάνω στους Πέρσες; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Δεν τολμώ να υψώσω μάτι, |
| Περ_695 | σέβομαι δ᾽ ἀντία λέξαι σέθεν ἀρχαίῳ περὶ τάρβει. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ ἀλλ᾽ ἐπεὶ κάτωθεν ἦλθον σοῖς γόοις πεπεισμένος, μή τι μακιστῆρα μῦθον ἀλλὰ σύντομον λέγων εἰπὲ καὶ πέραινε πάντα, τὴν ἐμὴν αἰδῶ μεθείς. | δεν τολμώ ν᾽ ανοίξω στόμα μπρος σου, απ᾽ το αρχαίο το σέβας. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Μ᾽ αφού βγήκα τραβηγμένος απ᾽ τους θρήνους σου στο φως, σύντομα, με δίχως λόγια να μακραίνεις περιττά, λέγε, τέλειων᾽ όλα κι άφησ᾽ τη ντροπή που μου κρατάς. |
| Περ_700 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ δίομαι μὲν χαρίσασθαι, [ἀντ.] δίομαι δ᾽ ἀντία φάσθαι, λέξας δύσλεκτα φίλοισιν. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ ἀλλ᾽ ἐπεὶ δέος παλαιὸν σοὶ φρενῶν ἀνθίσταται, τῶν ἐμῶν λέκτρων γεραιὰ ξύννομ᾽, εὐγενὲς γύναι, | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Τρέμω, πώς να σου υπακούσω, πώς ν᾽ ανοίξω εμπρός σου στόμα για όσα κάλλιο μην τ᾽ ακούσεις. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Μ᾽ αφού ο αρχαίος εσένα φόβος σου αντιστέκει της ψυχής, γηραλέα συντρόφισσά μου, εσύ γυναίκα αρχοντικιά, |
| Περ_705 | κλαυμάτων λήξασα τῶνδε καὶ γόων σαφές τί μοι λέξον. ἀνθρώπεια δ᾽ ἄν τοι πήματ᾽ ἂν τύχοι βροτοῖς. πολλὰ μὲν γὰρ ἐκ θαλάσσης, πολλὰ δ᾽ ἐκ χέρσου κακὰ γίγνεται θνητοῖς, ὁ μάσσων βίοτος ἢν ταθῇ πρόσω. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ὦ βροτῶν πάντων ὑπερσχὼν ὄλβον εὐτυχεῖ πότμῳ, | άφησ᾽ πια τα κλάματά σου και τους στεναγμούς σου αυτούς κι έλα πε μου μιαν αλήθεια· στους ανθρώπους συμφορές πάντοτε μπορεί να τύχουν και τους βρίσκουνε πολλά κι απ᾽ τη θάλασσα βγαλμένα κι από τη στεριά κακά, όσο θα μακρύνει ο δρόμος της ζωής των και πιο μπρος. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ω εσύ, που όλους τους ανθρώπους πέρασες στην ευτυχία |
| Περ_710 | ὡς ἕως τ᾽ ἔλευσσες αὐγὰς ἡλίου ζηλωτὸς ὢν βίοτον εὐαίωνα Πέρσαις ὡς θεὸς διήγαγες, νῦν τέ σε ζηλῶ θανόντα, πρὶν κακῶν ἰδεῖν βάθος. πάντα γάρ, Δαρεῖ᾽, ἀκούσῃ μῦθον ἐν βραχεῖ χρόνῳ· διαπεπόρθηται τὰ Περσῶν πράγμαθ᾽, ὡς εἰπεῖν ἔπος. | με την άφταστή σου μοίρα, γιατί κι όσο ήσουν στο φως, ζηλευτός μέσα στους Πέρσες, τη ζωή σου ωσάν θεός πέρασες μακαρισμένα· μα και τώρα πιο πολύ σε ζηλεύω, που πριν τέτοιας συμφοράς άβυσσο ιδείς, πέθανες, Δαρείε· γιατ᾽ άκου με δυο λόγια να στα πω. πάει και πάει η δύναμη όλη των Περσών, μπορείς να πεις. |
| Περ_715 | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ τίνι τρόπῳ; λοιμοῦ τις ἦλθε σκηπτός, ἢ στάσις πόλει; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ οὐδαμῶς· ἀλλ᾽ ἀμφ᾽ Ἀθήνας πᾶς κατέφθαρται στρατός. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ τίς δ᾽ ἐμῶν ἐκεῖσε παίδων ἐστρατηλάτει; φράσον. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ θούριος Ξέρξης, κενώσας πᾶσαν ἠπείρου πλάκα. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ πεζὸς ἢ ναύτης δὲ πεῖραν τήνδ᾽ ἐμώρανεν τάλας; | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Με ποιό τρόπο; έπεσε αρρώστεια, ή από εμφύλιο σπαραγμό; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Όχι· μα όλος στην Αθήνα κοντά χάθηκε ο στρατός. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Και ποιός, πε μου, από τους γιους μου τον οδήγαε κατά κει; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ο πολεμόχαρος ο Ξέρξης, που άδειασ᾽ όλη μας τη γη. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Και πεζός, ή με καράβια ρίχτηκε στην τρέλα αυτή; |
| Περ_720 | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ἀμφότερα· διπλοῦν μέτωπον ἦν δυοῖν στρατευμάτοιν. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ πῶς δὲ καὶ στρατὸς τοσόσδε πεζὸς ἤνυσεν περᾶν; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ μηχαναῖς ἔζευξεν Ἕλλης πορθμόν, ὥστ᾽ ἔχειν πόρον. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ καὶ τόδ᾽ ἐξέπραξεν, ὥστε Βόσπορον κλῇσαι μέγαν; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ὧδ᾽ ἔχει· γνώμης δέ πού τις δαιμόνων ξυνήψατο. | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Και τα δυο μαζί· διπλό ήταν μέτωπο διπλού στρατού. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Και τη θάλασσα πώς τόσος πεζός πέρασε στρατός; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τον πορθμό έζεψε της Έλλης να ᾽χει στράτα να διαβεί. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Έφτασε ως αυτού, να κλείσει το μεγάλο Βόσπορο; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Έτσι ᾽ναι· το νου του κάποιος βέβαια θ᾽ άγγιξε θεός. |
| Περ_725 | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ φεῦ, μέγας τις ἦλθε δαίμων, ὥστε μὴ φρονεῖν καλῶς. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ὡς ἰδεῖν τέλος πάρεστιν οἷον ἤνυσεν κακόν. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ καὶ τί δὴ πράξασιν αὐτοῖς ὧδ᾽ ἐπιστενάζετε; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ναυτικὸς στρατὸς κακωθεὶς πεζὸν ὤλεσε στρατόν. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ ὧδε παμπήδην δὲ λαὸς πᾶς κατέφθαρται δορί; | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Φοβερός θεός, οϊμένα, που του πήρε τα μυαλά. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Και μπορείς να δεις τί τέλος που του φύλαγε κακό. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Τί έπαθαν λοιπόν που τόσο να στενάζετε γι᾽ αυτούς; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ο χαμός του στόλου αιτία να χαθεί ήταν κι ο στρατός. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Κι έτσι τέλεια απ᾽ το κοντάρι πάει ολάκερος λαός; |
| Περ_730 | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ πρὸς τάδ᾽ ὡς Σούσων μὲν ἄστυ πᾶν κενανδρίαν στένει— ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ ὦ πόποι κεδνῆς ἀρωγῆς κἀπικουρίας στρατοῦ. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Βακτρίων δ᾽ ἔρρει πανώλης δῆμος † οὐδέ τις γέρων. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ ὦ μέλεος, οἵαν ἄρ᾽ ἥβην ξυμμάχων ἀπώλεσεν. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ μονάδα δὲ Ξέρξην ἔρημόν φασιν οὐ πολλῶν μέτα— | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τόσο, που άδεια απ᾽ άντρες όλα κλαίουν τα Σούσα και θρηνούν. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Κρίμας ο στρατός μας, η άξια βοήθεια μας κι απαντοχή! ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Κι όλοι οι Βάκτριοι παν χαθήκαν και δε θα ᾽χει γέρους πια. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Α, ο ταλαίπωρος, τί νιότη πὄφτειρε συμμαχική! ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Μόνος κ᾽ έρμος, λένε, ο Ξέρξης μ᾽ όχι και πολλούς μαζί – |
| Περ_735 | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ πῶς τε δὴ καὶ ποῖ τελευτᾶν; ἔστι τις σωτηρία; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ἄσμενον μολεῖν γέφυραν γαῖν δυοῖν ζευκτηρίαν. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ καὶ πρὸς ἤπειρον σεσῶσθαι τήνδε, τοῦτ᾽ ἐτήτυμον; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ναί· λόγος κρατεῖ σαφηνὴς τοῦτό γ᾽· οὐκ ἔνι στάσις. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ φεῦ, ταχεῖά γ᾽ ἦλθε χρησμῶν πρᾶξις, ἐς δὲ παῖδ᾽ ἐμὸν | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Πώς και πού έχει καταντήσει; να ᾽χει τάχα και σωθεί; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Με χαρά είδε τα γιοφύρια που έζεβαν τις δυο στεριές. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Κι είν᾽ αλήθεια, να ᾽χει φτάσει στην Ασία εδώ γερός; ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ναι, όλοι το ᾽χουν αυτό βέβαιο και κανείς δε λέει αλλιώς. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Αχ, τί γρήγορα το τέλος ήρθε των χρησμών! κι |
| Περ_740 | Ζεὺς ἀπέσκηψεν τελευτὴν θεσφάτων· ἐγὼ δέ που διὰ μακροῦ χρόνου τάδ᾽ ηὔχουν ἐκτελευτήσειν θεούς· ἀλλ᾽, ὅταν σπεύδῃ τις αὐτός, χὠ θεὸς συνάπτεται. νῦν κακῶν ἔοικε πηγὴ πᾶσιν ηὑρῆσθαι φίλοις. παῖς δ᾽ ἐμὸς τάδ᾽ οὐ κατειδὼς ἤνυσεν νέῳ θράσει· | ο Δίας στου ίδιου του παιδιού μου επάνω το κεφάλι έκαμε έτσι να ξεσπάσουν οι μαντείες· και γελιόμουν πάντα εγώ πως οι θεοί ίσως και ν᾽ αφήναν χρόνια να περνούσαν πριν. μα όταν ο άνθρωπος τα σπρώχνει, βάζει χέρι κι ο θεός. Τώρα φαίνεται έχει ανοίξει για όλους τους δικούς πληγή συμφορών κι ήτανε ο γιος μου, δίχως να καλοσκεφθεί με της νιότης του τη βράση, που κατάφερε όλ᾽ αυτά· |
| Περ_745 | ὅστις Ἑλλήσποντον ἱρὸν δοῦλον ὣς δεσμώμασιν ἤλπισε σχήσειν ῥέοντα, Βόσπορον ῥόον θεοῦ· καὶ πόρον μετερρύθμιζε, καὶ πέδαις σφυρηλάτοις περιβαλὼν πολλὴν κέλευθον ἤνυσεν πολλῷ στρατῷ. θνητὸς ὢν θεῶν τε πάντων ᾤετ᾽, οὐκ εὐβουλίᾳ, | που φαντάστηκε σα δούλο με αλυσίδες τον ιερό τον Ελλήσποντο να τρέχει πως θα σταματούσε αυτός, το θεϊκό ρέμα του Βοσπόρου, και ν᾽ αλλάξει τη μορφή του πορθμού και βάζοντάς του σφυροχτύπητα δεσμά στράτ᾽ απέραντη ν᾽ ανοίξει στο μεγάλο του στρατό· κι άνθρωπος αυτός, πως όλους θα νικούσε τους θεούς |
| Περ_750 | καὶ Ποσειδῶνος κρατήσειν· πῶς τάδ᾽ οὐ νόσος φρενῶν εἶχε παῖδ᾽ ἐμόν; δέδοικα μὴ πολὺς πλούτου πόνος οὑμὸς ἀνθρώποις γένηται τοῦ φθάσαντος ἁρπαγή. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ταῦτά τοι κακοῖς ὁμιλῶν ἀνδράσιν διδάσκεται θούριος Ξέρξης· λέγουσι δ᾽ ὡς σὺ μὲν μέγαν τέκνοις | και μαζί τον Ποσειδώνα, πίστεψε ο άμυαλος! λοιπόν πώς δεν ήταν του νου βλάβη που έπιασε το γιο μου αυτή; Μα φοβούμαι, ο άπειρος ο πλούτος, τόσων κόπων μου καρπός, μη γενεί οποιανού προφτάσει απ᾽ τους ανθρώπους αρπαγή. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Τέτοια μάθαιν᾽ από φίλους, που ᾽χε γύρω τους κακούς ο αψύς Ξέρξης· και του λέγαν πως εσύ πλούτο πολύ μάζεψες για τα παιδιά σου στους πόλεμους· |
| Περ_755 | πλοῦτον ἐκτήσω ξὺν αἰχμῇ, τὸν δ᾽ ἀνανδρίας ὕπο ἔνδον αἰχμάζειν, πατρῷον δ᾽ ὄλβον οὐδὲν αὐξάνειν. τοιάδ᾽ ἐξ ἀνδρῶν ὀνείδη πολλάκις κλύων κακῶν τήνδ᾽ ἐβούλευσεν κέλευθον καὶ στράτευμ᾽ ἐφ᾽ Ἑλλάδα. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ τοιγάρ σφιν ἔργον ἐστὶν ἐξειργασμένον | ενώ αυτός μες στο σπίτι, όχι σαν άντρας, σέρνει μόνο το σπαθί και καθόλου δεν αυξαίνει του πατέρα του το βιος. τέτοιους ντροπιασμούς ν᾽ ακούει κάθε μέρα απ᾽ τους κακούς φίλους, το ᾽βαλε στο νου του κι αποφάσισε κι αυτός να σηκώσει κατά πάνω στην Ελλάδα το στρατό. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Οι εργάτες είν᾽ αυτοί λοιπόν της πιο μεγάλης |
| Περ_760 | μέγιστον, ἀείμνηστον, οἷον οὐδέπω τόδ᾽ ἄστυ Σούσων ἐξεκείνωσ᾽ ἐμπεσόν, ἐξ οὗτε τιμὴν Ζεὺς ἄναξ τήνδ᾽ ὤπασεν, ἕν᾽ ἄνδρα πάσης Ἀσίδος μηλοτρόφου ταγεῖν, ἔχοντα σκῆπτρον εὐθυντήριον. | κι αξέχαστης καταστροφής, που τέτοια ως τώρα δε ρήμαξε ποτέ τη πόλη αυτή των Σούσων, απ᾽ όταν παραχώρησεν ο Δίας πατέρας σ᾽ έν᾽ άντρα το προνόμιο αυτό, να εξουσιάζει ολόκληρη την προβατόθροφην Ασία |
| Περ_765 | Μῆδος γὰρ ἦν ὁ πρῶτος ἡγεμὼν στρατοῦ· ἄλλος δ᾽ ἐκείνου παῖς τόδ᾽ ἔργον ἤνυσεν· φρένες γὰρ αὐτοῦ θυμὸν ᾠακοστρόφουν. τρίτος δ᾽ ἀπ᾽ αὐτοῦ Κῦρος, εὐδαίμων ἀνήρ, ἄρξας ἔθηκε πᾶσιν εἰρήνην φίλοις· | και να την κυβερνά με το σκήπτρο στο χέρι. Του στρατού πρώτος βασιλιάς γένηκε ο Μήδος, και το έργο του αποτέλειωσε κατόπι ο γιος του, γιατ᾽ είχε στις ορμές κυβερνήτη το νου του· Τρίτος ο Κύρος, βασιλιάς ευτυχισμένος, που χάρισεν ειρήνη σ᾽ όλους τους λαούς του |
| Περ_770 | Λυδῶν δὲ λαὸν καὶ Φρυγῶν ἐκτήσατο, Ἰωνίαν τε πᾶσαν ἤλασεν βίᾳ. θεὸς γὰρ οὐκ ἤχθηρεν, ὡς εὔφρων ἔφυ. Κύρου δὲ παῖς τέταρτος ηὔθυνε στρατόν. πέμπτος δὲ Μάρδος ἦρξεν, αἰσχύνη πάτρᾳ | κι ακόμα τους Λυδούς υπόταξε και Φρύγες και δάμασ᾽ όλη με τη βιά την Ιωνία, γιατ᾽ είχε γνώση κι ο θεός εχθρός δεν του ήταν. Ο γιος του Κύρου ο τέταρτος ήταν στρατάρχης, πέμπτος βασίλεψεν ο Μάρδης, της πατρίδας |
| Περ_775 | θρόνοισί τ᾽ ἀρχαίοισι· τὸν δὲ σὺν δόλῳ Ἀρταφρένης ἔκτεινεν ἐσθλὸς ἐν δόμοις, ξὺν ἀνδράσιν φίλοισιν, οἷς τόδ᾽ ἦν χρέος. [ἕκτος δὲ Μάραφις, ἕβδομος δ᾽ Ἀρταφρένης.] κἀγὼ πάλου τ᾽ ἔκυρσα τοῦπερ ἤθελον, | και των αρχαίων των θρόνων ντρόπιασμα, ως που μέσα στα παλάτια με δόλο ο άξιος ο Αρταφέρνης μ᾽ άλλους μαζί τον σκότωσε πιστούς συντρόφους, που αυτό το χρέος τους έπεφτε. Κι εγώ κατόπι, αφού ο λαχνός μού πέτυχε που επιθυμούσα, |
| Περ_780 | κἀπεστράτευσα πολλὰ σὺν πολλῷ στρατῷ· ἀλλ᾽ οὐ κακὸν τοσόνδε προσέβαλον πόλει. Ξέρξης δ᾽ ἐμὸς παῖς νέος ἐὼν νέα φρονεῖ, κοὐ μνημονεύει τὰς ἐμὰς ἐπιστολάς· εὖ γὰρ σαφῶς τόδ᾽ ἴστ᾽, ἐμοὶ ξυνήλικες, | πολλούς πολέμους σήκωσα με στρατών πλήθη, δίχως ποτέ αφορμή τόσου κακού να γίνω στη χώρα μου· μα ο γιος μου ο Ξέρξης, σα νέος που ᾽ναι, έχει μυαλά νεανικά και δε θυμάται τις πατρικές παραγγελιές μου. Μα εσείς, φίλοι συνομήλικοι, ξέρετε καλά, πως όλοι |
| Περ_785 | ἅπαντες ἡμεῖς, οἳ κράτη τάδ᾽ ἔσχομεν, οὐκ ἂν φανεῖμεν πήματ᾽ ἔρξαντες τόσα. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ τί οὖν, ἄναξ Δαρεῖε; ποῖ καταστρέφεις λόγων τελευτήν; πῶς ἂν ἐκ τούτων ἔτι πράσσοιμεν ὡς ἄριστα Περσικὸς λεώς; | οι άλλοι μαζί, που αυτό ανεβήκαμε το θρόνο, δε θα βρεθεί τόσο κακό να ᾽χομε κάμει. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Λοιπόν, σε ποιό συμπέρασμα τα λόγια αυτά σου, βασιλέα Δαρείε, σταματούν; πώς θα μπορούσε κι ύστερ᾽ ακόμα απ᾽ όλ᾽ αυτά για μας τους Πέρσες να στρέψει πάλι στο καλύτερον η τύχη; |
| Περ_790 | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ εἰ μὴ στρατεύοισθ᾽ ἐς τὸν Ἑλλήνων τόπον, μηδ᾽ εἰ στράτευμα πλεῖον ᾖ τὸ Μηδικόν. αὐτὴ γὰρ ἡ γῆ ξύμμαχος κείνοις πέλει. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ πῶς τοῦτ᾽ ἔλεξας, τίνι τρόπῳ δὲ συμμαχεῖ; ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ κτείνουσα λιμῷ τοὺς ὑπερπόλλους ἄγαν. | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Αν πια πολέμους δεν κινήσετε στον τόπο των Ελλήνων, ούτε κι αν πιότερο είναι ακόμα το μηδικό το στράτευμα· γιατί την ίδια τη χώρα τους έχουν εκείνοι σύμμαχό τους. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Τί θες να πεις; και πώς την έχουν σύμμαχό τους; ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Τους πάρα και πολλούς σκοτώνει με την πείνα. |
| Περ_795 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἀλλ᾽ εὐσταλῆ τοι λεκτὸν ἀροῦμεν στόλον. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὁ μείνας νῦν ἐν Ἑλλάδος τόποις στρατὸς κυρήσει νοστίμου σωτηρίας. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ πῶς εἶπας; οὐ γὰρ πᾶν στράτευμα βαρβάρων περᾷ τὸν Ἕλλης πορθμὸν Εὐρώπης ἄπο; | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Θα στείλομ᾽ εκλεχτό στρατό ελαφροζωσμένους. ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Μα ουδέ κι αυτός, πὄμεινε τώρα στην Ελλάδα, του γυρισμού του θενα βρει το δρόμο πίσω. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Τί λες, λοιπόν δεν πέρασ᾽ όλος των βαρβάρων ο στρατός τον Ελλήσποντο απ᾽ την Ευρώπη; |
| Περ_800 | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ παῦροί γε πολλῶν, εἴ τι πιστεῦσαι θεῶν χρὴ θεσφάτοισιν, ἐς τὰ νῦν πεπραγμένα βλέψαντα· συμβαίνει γὰρ οὐ τὰ μέν, τὰ δ᾽ οὔ. κεἴπερ τάδ᾽ ἐστί, πλῆθος ἔκκριτον στρατοῦ λείπει κεναῖσιν ἐλπίσιν πεπεισμένος. | ΦΑΝΤΑΣΜΑ τ ΔΑΡΕΙΟΥ Όχι, μα λίγοι από πολλούς, αν κανείς πρέπει στις προφητείες τις θεϊκές να δίνει πίστη βλέποντας όσα βγήκαν ως τα τώρ᾽ αλήθεια, γιατί δεν αληθεύουν άλλες, κι άλλες όχι. Κι αν έτσ᾽ είναι, στηρίχτηκε σ᾽ ελπίδες κούφιες π᾽ άφησ᾽ ο Ξέρξης διαλεχτό στρατού εκεί πλήθος· |
| Περ_805 | μίμνουσι δ᾽ ἔνθα πεδίον Ἀσωπὸς ῥοαῖς ἄρδει, φίλον πίασμα Βοιωτῶν χθονί· οὗ σφιν κακῶν ὕψιστ᾽ ἐπαμμένει παθεῖν, ὕβρεως ἄποινα κἀθέων φρονημάτων· οἳ γῆν μολόντες Ἑλλάδ᾽ οὐ θεῶν βρέτη | και τώρα μένουν όπου ο Ασωπός ποτίζει τον κάμπο, θρέφοντας την γη των Βοιωτών του. Κι εδώ είναι η πιο χειρότερη που τους προσμένει να πάθουν συμφορά, για την αποκοτιά τους και τ᾽ άθεα τα φρονήματα· γιατί σαν ήρθαν στης Ελλάδας τη γη, δεν κρατήθηκαν χέρι στ᾽ αγάλματα των θεών ιερόσυλο μη βάλουν |
| Περ_810 | ᾐδοῦντο συλᾶν οὐδὲ πιμπράναι νεώς· βωμοὶ δ᾽ ἄιστοι, δαιμόνων θ᾽ ἱδρύματα πρόρριζα φύρδην ἐξανέστραπται βάθρων. τοιγὰρ κακῶς δράσαντες οὐκ ἐλάσσονα πάσχουσι, τὰ δὲ μέλλουσι, κοὐδέπω κακῶν | και φωτιά στους ναούς· και τώρα είν᾽ οι βωμοί τους αφανισμένοι και συθέμελα απ᾽ τη ρίζα των θεών τ᾽ άγια ανάκατα στη γη στρωμένα. Απ᾽ όσα λοιπόν έπραξαν, όχι πιο λίγα κακά παθαίνουν, κι άλλα μέλλουνται, κι ακόμα |
| Περ_815 | κρηπὶς ὕπεστιν, ἀλλ᾽ ἔτ᾽ ἐκπιδύεται. τόσος γὰρ ἔσται πέλανος αἱματοσφαγὴς πρὸς γῇ Πλαταιῶν Δωρίδος λόγχης ὕπο· θῖνες νεκρῶν δὲ καὶ τριτοσπόρῳ γονῇ ἄφωνα σημανοῦσιν ὄμμασιν βροτῶν | πάτο δε βρήκε η συμφορά, μα όλο ανεβαίνει· τόση σφαγή θενα γενεί κι αιμάτου πήχτρα στη γη των Πλαταιών από τη δώρια λόγχη, που ως την τριτόσπαρτη γενιά των νεκρών στοίβες άφωνα θενά λεν στα μάτια όσων τις βλέπουν, |
| Περ_820 | ὡς οὐχ ὑπέρφευ θνητὸν ὄντα χρὴ φρονεῖν. ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος. τοιαῦθ᾽ ὁρῶντες τῶνδε τἀπιτίμια μέμνησθ᾽ Ἀθηνῶν Ἑλλάδος τε, μηδέ τις | πως άνθρωπος θνητός δεν πρέπει να το παίρνει απάνω του παρά πολύ, γιατ᾽ η περφάνεια μεστώνοντας καρποφοράει ολέθρου στάχυ, απούθε ο πολυδάκρυτος τρυγιέται θέρος. Την τέτοια λοιπόν βλέποντας την πλερωμή τους, μη ξεχνάτε την Αθήνα και την Ελλάδα |
| Περ_825 | ὑπερφρονήσας τὸν παρόντα δαίμονα ἄλλων ἐρασθεὶς ὄλβον ἐκχέῃ μέγαν. Ζεύς τοι κολαστὴς τῶν ὑπερκόμπων ἄγαν φρονημάτων ἔπεστιν, εὔθυνος βαρύς. πρὸς ταῦτ᾽ ἐκεῖνον, σωφρονεῖν κεχρημένοι, | κι ας μην καταφρονά κανείς τ᾽ αγαθά πὄχει, μην πάει και χάσει, άλλα ζηλεύοντας, το βιο του. γιατί βαρύς κριτής στέκει από πάνω ο Δίας που την υπέρμετρη έπαρση σκληρά κολάζει. Εσείς λοιπόν, αφού του λείπει εκείνου η γνώση, |
| Περ_830 | πινύσκετ᾽ εὐλόγοισι νουθετήμασιν, λῆξαι θεοβλαβοῦνθ᾽ ὑπερκόμπῳ θράσει. σὺ δ᾽, ὦ γεραιὰ μῆτερ ἡ Ξέρξου φίλη, ἐλθοῦσ᾽ ἐς οἴκους κόσμον ὅστις εὐπρεπὴς λαβοῦσ᾽ ὑπαντίαζε παιδί. † πάντα γὰρ | στα σύγκαλά του φέρτε τον με νουθεσίες, μην την αντίθεη τύφλωση του νου του αφήσει και τη θρασειά του αποκοτιά. Μα εσύ του Ξέρξη καλή γριά μάνα πήγαινε από μέσα πάρε την πιο λαμπρή στολή να υποδεχτείς το γιο σου, |
| Περ_835 | κακῶν ὑπ᾽ ἄλγους λακίδες ἀμφὶ σώματι στημορραγοῦσι ποικίλων ἐσθημάτων. ἀλλ᾽ αὐτὸν εὐφρόνως σὺ πράυνον λόγοις· μόνης γάρ, οἶδα, σοῦ κλύων ἀνέξεται. ἐγὼ δ᾽ ἄπειμι γῆς ὑπὸ ζόφον κάτω. | γιατ᾽ ένα γύρω επάνω του ξεσκλίδια ρεύουν από της συμφοράς τον πόνο ξεφτισμένα της πολυξόμπλιαστης τα φάδια φορεσιάς του· και συ με τα καλά σου λόγια ημέρωνέ τον, γιατί εσέ μόνο, ξέρω, θα δεχτεί ν᾽ ακούσει. Μα τώρα εγώ γυρνώ κάτω στης γης τα σκότη· |
| Περ_840 | ὑμεῖς δέ, πρέσβεις, χαίρετ᾽, ἐν κακοῖς ὅμως ψυχῇ διδόντες ἡδονὴν καθ᾽ ἡμέραν, ὡς τοῖς θανοῦσι πλοῦτος οὐδὲν ὠφελεῖ. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἦ πολλὰ καὶ παρόντα καὶ μέλλοντ᾽ ἔτι ἤλγησ᾽ ἀκούσας βαρβάροισι πήματα. | και σεις, γερόντοι, χαίρετε και μέσα ως τόσο σ᾽ αυτές τις συμφορές δίνετε της ψυχής σας όση αναγάλλια η πάσα μια θα φέρνει μέρα· για τους νεκρούς τίποτα δε φελούν τα πλούτη. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αχ, πόσο ακούοντας σπάραξα τα όσα μας βρήκαν τωρινά πάθη κι όσα είναι να ᾽ρθουν ακόμα. |
| Περ_845 | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ὦ δαῖμον, ὥς με πόλλ᾽ ἐσέρχεται κακῶν ἄλγη, μάλιστα δ᾽ ἥδε συμφορὰ δάκνει, ἀτιμίαν γε παιδὸς ἀμφὶ σώματι ἐσθημάτων κλύουσαν, ἥ νιν ἀμπέχει. ἀλλ᾽ εἶμι, καὶ λαβοῦσα κόσμον ἐκ δόμων | ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ω μαύρη μοίρα, πόσος με γιομίζει πόνος να βάζω αυτά στο νου μου τα κακά, μ᾽ απ᾽ όλα με σκίζει εκείνο πιο πολύ, ν᾽ ακούω την τόση της φορεσιάς του καταφρόνια, που σκεπάζει του γιου μου το κορμί· μα τώρα πάω να πάρω στολή από μέσα, για να δω πώς το παιδί μου |
| Περ_850 | ὑπαντιάζειν † ἐμῷ παιδὶ πειράσομαι. † οὐ γὰρ τὰ φίλτατ᾽ ἐν κακοῖς προδώσομεν. | θα υποδεχτώ· γιατί ποτέ στη δυστυχία δεν θα προδώσουμε ό,τι πιότερο αγαπούμε. |
| ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὦ πόποι ἦ μεγάλας ἀγαθᾶς τε πο- [στρ. α] λισσονόμου βιοτᾶς ἐπεκύρσαμεν, εὖθ᾽ ὁ γηραιὸς | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αχ, τί μεγάλη, αλήθεια, κι όμορφη για μας καλοκυβέρνητ᾽ η ζωή μας που περνούσε, τότε που ο γηραλέος ο βασιλιάς |
| Περ_855 | πανταρκὴς ἀκάκας ἄμαχος βασι- λεὺς ἰσόθεος Δα- ρεῖος ἆρχε χώρας. πρῶτα μὲν εὐδοκίμους στρατιὰς ἀπε- [ἀντ. α ] φαινόμεθ᾽, οἱ δὲ νομίσματα πύργινα | με χέρι παντοδύναμο και μ᾽ άκακη καρδιά ο ανίκητος ο ισόθεος Δαρείος τη χώρα κυβερνούσε. Και πρώτ᾽ απ᾽ όλα ξεσηκώναμε στρατούς στον κόσμο ξακουστούς, που πέρναν |
| Περ_860 | πάντ᾽ ἐπηύθυνον. νόστοι δ᾽ ἐκ πολέμων ἀπόνους ἀπα- θεῖς ‹πάλιν› εὖ πράσ- σοντας ἆγον [ἐς] οἴκους. | κι έριχταν κάτω κάστρα πυργωτά· κι οι γυρισμοί απ᾽ τον πόλεμο δίχως καμιά ζημιά στα ευτυχισμένα σπίτια μας πίσω με δόξα και τιμή μας φέρναν. |
| Περ_865 | ὅσσας δ᾽ εἷλε πόλεις πόρον οὐ διαβὰς Ἅλυος ποταμοῖο, [στρ. β] οὐδ᾽ ἀφ᾽ ἑστίας συθείς, οἷαι Στρυμονίου πελάγους Ἀχελωίδες εἰσὶ πάροικοι | Πόσες δεν πήρε εκείνος πολιτείες, χωρίς του Άλη το ρέμα να περάσει, κι ουδ᾽ απ᾽ τα σπίτια του έξω βγει, καθώς τις ποταμίσιες γύρω εκεί στης λίμνης της Στρυμόνιας τα νερά, |
| Περ_870 | Θρῃκίων ἐπαύλων, λίμνας τ᾽ ἔκτοθεν αἳ κατὰ χέρσον ἐληλαμέναι πέρι πύργον [ἀντ. β] τοῦδ᾽ ἄνακτος ἄιον, | που γειτονεύουν με τη Θράκη. Κι εκείνες, που έξω από τη λίμνη, κατά τη στεριά, τριγύρω πύργοι δυνατοί τις ζώνουν |
| Περ_875 | Ἕλλας τ᾽ ἀμφὶ πόρον πλατὺν εὐχόμεναι, μυχία τε Προποντίς καὶ στόμωμα Πόντου· νᾶσοί θ᾽ αἳ κατὰ πρῶν᾽ ἅλιον περίκλυστοι [στρ. γ] | υπάκουες ήταν του δικού μας βασιλιά, κι όσες γύρω στης Έλλης την πλατειά ποριά, κι η Προποντίδα όλ᾽ η βαθύκορφη και το στενό άνοιγμα του Πόντου. Και τα νησιά τα κυματοπερίβραχτα |
| Περ_880 | τᾷδε γᾷ προσήμεναι οἵα Λέσβος ἐλαιόφυτός τε Σάμος, Χίος, ἠδὲ Πάρος, | που γύρ᾽ από τον πελαγίσιο κάβο βρίσκουνταν τη στεριά μας κοντινά καθώς η Λέσβο, η Σάμο η ελιόφυτη |
| Περ_885 | Νάξος, Μύκονος, Τήνῳ τε συνάπτουσ᾽ Ἄνδρος ἀγχιγείτων. καὶ τὰς ἀγχιάλους ἐκράτυνε μεσάκτους, [ἀντ. γ] | Χίο, Πάρο, Νάξο, Μύκονο, και κολλητά στην Τήνο ή Άντρο. Κι ακόμα είχε δικές του μες στη θάλασσα κι από τη μια στεριά ως την άλλη |
| Περ_890 | Λῆμνον, Ἰκάρου θ᾽ ἕδος, καὶ Ῥόδον ἠδὲ Κνίδον Κυπρίας τε πόλεις, Πάφον ἠδὲ Σόλους, | τη Λήμνο, Ρόδο, Κνίδο κι Ικαριά τις πολιτείες της Κύπρος Πάφο, Σόλους |
| Περ_895 | Σαλαμῖνά τε, τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ᾽ αἰτία στεναγμῶν. καὶ τὰς εὐκτεάνους κατὰ κλῆρον Ἰαόνιον πολυάνδρους [ἐπῳδ.] | και τη Σαλαμίνα, που η μητρόπολή της σήμερα σ᾽ αυτούς τους στεναγμούς μάς έχει βάλει. Και στων Ελλήνων την Ιωνική τη γη, τις πολυάνθρωπες και πλούσιες πολιτείες |
| Περ_900 | Ἑλλάνων ἐκράτυνε † σφετέραις φρεσίν. ἀκάματον δὲ παρῆν σθένος ἀνδρῶν τευχηστήρων παμμείκτων τ᾽ ἐπικούρων. νῦν δ᾽ οὐκ ἀμφιλόγως θεότρεπτα τάδ᾽ αὖ φέρομεν, | που πήραμε, ήταν η βουλή του· μα είχανε δύναμη ακατάλυτη κι οι αρματομάχοι οι άντρες του |
| Περ_905 | πολέμοιο δμαθέντες μεγάλως πλαγαῖσι ποντίαισιν. | κι οι μαζωχτοί απ᾽ ολούθ᾽ επίκουροί του. |
| ΞΕΡΞΗΣ ἰὼ ἰὼ, δύστηνος ἐγὼ στυγερᾶς μοίρας | ΞΕΡΞΗΣ Οϊμέ! Συμφορά μου, ο βαριόμοιρος! τί ᾽τανε η φριχτή κι η πιο απ᾽ όλα ανεπάντεχη |
| Περ_910 | τῆσδε κυρήσας ἀτεκμαρτοτάτης, ὡς ὠμοφρόνως δαίμων ἐνέβη Περσῶν γενεᾷ· τί πάθω τλήμων; λέλυται γὰρ ἐμῶν γυίων ῥώμη. τήνδ᾽ ἡλικίαν ἐσιδόντ᾽ ἀστῶν, | συμφορά που μου σύντυχε; με ποιά ανήμερη μάνητα ο δαίμονας στων Περσών τη γενιά πάνω χύμηξε! Ο άθλιος τί να γενώ; μου κοπήκανε γόνα κι ήπατα, που είδα της χώρας μου |
| Περ_915 | εἴθ᾽ ὄφελεν, Ζεῦ, κἀμὲ μετ᾽ ἀνδρῶν τῶν οἰχομένων θανάτου κατὰ μοῖρα καλύψαι. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὀτοτοῖ, βασιλεῦ, στρατιᾶς ἀγαθῆς καὶ περσονόμου τιμῆς μεγάλης, | τους γερόντους αυτούς. Αχ, δεν ήτανε θε μου, μ᾽ όλους τους άλλους που χάθηκαν να με σκέπαζε του θανάτου κι εμένανε η μοίρα! ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ωχ αλί βασιλιά! τρισαλί μου ο γενναίος μας στρατός κι η Περσόνομη |
| Περ_920 | κόσμου τ᾽ ἀνδρῶν, οὓς νῦν δαίμων ἐπέκειρεν. γᾶ δ᾽ αἰάζει τὰν ἐγγαίαν ἥβαν Ξέρξᾳ κταμέναν, Ἅιδου σάκτορι Περσᾶν· † ἀγδαβάται γὰρ | τρανή δόξα και ηρώων το καύχημα που τους θέρισε το δρεπάνι του Χάροντα τώρα. Θρηνεί η χώρα τα νιάτα του τόπου της που μακέλεψ᾽ ο Ξέρξης στοιβάζοντας από Πέρσες τον Άδη· κι αρίφνητοι |
| Περ_925 | πολλοὶ φῶτες, χώρας ἄνθος, τοξοδάμαντες, πάνυ ταρφύς τις μυριὰς ἀνδρῶν, ἐξέφθινται. αἰαῖ αἰαῖ κεδνᾶς ἀλκᾶς, Ἀσία δὲ χθών, βασιλεῦ γαίας, | χαροκόποι, όλο τ᾽ άνθος της χώρας μας, τοξομάχοι τρανοί, πλήθη ολόπυκνα, η καλή απαντοχή μας, αλίμονο, χίλιοι μύριοι για πάντα χαθήκανε· κι η Ασία μαζί των στα γόνατα θλιβερά και βαρειά, |
| Περ_930 | αἰνῶς αἰνῶς ἐπὶ γόνυ κέκλιται. ΞΕΡΞΗΣ ὅδ᾽ ἐγών, οἰοῖ, αἰακτός, [στρ. α] μέλεος γέννᾳ γᾷ τε πατρῴᾳ κακὸν ἄρ᾽ ἐγενόμαν. | βασιλιά μου, έχει γείρει. ΞΕΡΞΗΣ Κι είμ᾽ εγώ – να με κλαις τον τρισάθλιο – που, αλίμονο, για δυστυχία εγεννήθηκα της γενιάς και της χώρας μου. |
| Περ_935 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ νόστου σοι τὰν πρόσφθογγον κακοφάτιδα βοάν, κακομέλετον ἰὰν Μαριανδυνοῦ θρηνητῆρος | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Κακόσυρτο ξεφωνητό, κακομελέτητο σκοπό Μαρυανδυνού θα βγάλω μοιρολόγου μέσα στα δάκρυά μου πνιχτό |
| Περ_940 | πέμψω πέμψω, πολύδακρυν ἰαχάν. ΞΕΡΞΗΣ ἵετ᾽ αἰανῆ [καὶ] πάνδυρτον [ἀντ. α] δύσθροον αὐδάν. δαίμων γὰρ ὅδ᾽ αὖ μετάτροπος ἐπ᾽ ἐμοί. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἥσω τοι τὰν πάνδυρτον, | να χαιρετήσω, οϊμέ, το γυρισμό σου. ΞΕΡΞΗΣ Κόψετε κλάμα κι οδυρμό και κακοβούητο στρίγγιασμα, οϊμέ, αφού έτσι τώρα η μοίρα μου ενάντια έχει στραφεί για με. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Θα σύρω, ναι, βαριόκλαυτο οδυρμό, |
| Περ_945 | ζαπαθέα τε σέβων ἁλίτυπά τε βάρη, πόλεως γέννας πενθητῆρος. ‹κλάγξω› κλάγξω δὲ γόον ἀρίδακρυν. | φόρο άξιο για τ᾽ ανάκουστά μας πάθη, που πάνω μας βαρέσανε στη θάλασσα και θρηνολόγος της γενιάς και χώρας μας θα σκούζω βουτημένος μες στο δάκρυ. |
| Περ_950 | ‹ΞΕΡΞΗΣ› Ἰάων γὰρ ἀπηύρα, [στρ. β] Ἰάων ναύφαρκτος Ἄρης ἑτεραλκὴς νυχίαν πλάκα κερσάμενος δυσδαίμονά τ᾽ ἀκτάν. | ΞΕΡΞΗΣ Των Ιώνων ήταν που μας άρπαξε των Ιώνων ο καραβομάχος ο Άρης, που βάρυν᾽ απ᾽ το μέρος τους, θερίζοντας τη μαύρη άπλα της θάλασσας και τους κατάρατους γιαλούς και βράχους. |
| Περ_955 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ — οἰοιοῖ, βόα καὶ πάντ᾽ ἐκπεύθου. — ποῦ δὲ φίλων ἄλλος ὄχλος; — ποῦ δέ σοι παραστάται, οἷος ἦν Φαρανδάκης, Σούσας, Πελάγων, Δοτάμας, Ψάμμις, | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ώχου μου σκούζω, μα ρωτώ για όλους να μάθω, πού ᾽ν᾽ οι τόσοι οι φίλ᾽ οι άλλοι; πού οι πιστοί σου ακόλουθοι ο Φαραντάκης, Σούσαντας Πελάγωνας, Δοτάμης κι ο Αγδαβάτης, |
| Περ_960 | Σουσισκάνης τ᾽, ἠδ᾽ Ἀγαβάτας Ἀγαβάτανα λιπών; ΞΕΡΞΗΣ ὀλοοὺς ἀπέλειπον [ἀντ. β] Τυρίας ἐκ ναὸς ἔρροντας ἐπ᾽ ἀκταῖς | Ψάμμης κι ο που τ᾽ Αγβάταν᾽ άφησε να σ᾽ ακλουθήσει Σουσισκάνης; ΞΕΡΞΗΣ Τους άραχλους τους άφησα, αφού από Τυριανή γαλέρα βουλιάξανε, να παραδέρνουνε |
| Περ_965 | Σαλαμινιάσι, στυφελοῦ θείνοντας ἐπ᾽ ἀκτᾶς. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ — οἰοιοῖ, ποῦ δή σοι Φαρνοῦχος; — κἀριόμαρδός γ᾽ ἀγαθός; — ποῦ δὲ Σευάλκης ἄναξ, | γύρω στης Σαλαμίνας τους γιαλούς χτυπώντας την τραχιά τη ξέρα. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ώχου μου, πού ᾽ναι κι ο Φαρνούχος σου, πού ᾽ν᾽ ο γενναίος ο Αριόμαρδός σου; πού κι ο Σευάκης βασιλιάς, |
| Περ_970 | ἢ Λίλαιος εὐπάτωρ, Μέμφις, Θάρυβις, καὶ Μασίστρας, Ἀρτεμβάρης τ᾽ ἠδ᾽ Ὑσταίχμας; τάδε σ᾽ ἐπανέρομαι. ΞΕΡΞΗΣ ἰὼ ἰώ μοι, [στρ. γ] | ο Λίλαιος, ξακουστή γενιά, ο Μέμφης, πού ο Υσταίχμιος Μασίστρας, Αρτεμβάρης, Θάρυβης, σε ρωτώ πάλι, πες μας; ΞΕΡΞΗΣ Οϊμέ, οϊμένα την πανάρχαια |
| Περ_975 | τὰς ὠγυγίους κατιδόντες στυγνὰς Ἀθάνας πάντες ἑνὶ πιτύλῳ, ἐἕ, ἐἕ, τλάμονες ἀσπαίρουσι χέρσῳ. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἦ καὶ τὸν Πέρσαν αὐτοῦ τὸν σὸν πιστὸν πάντ᾽ ὀφθαλμὸν | την μισητήν Αθήνα ήταν να δούνε κι όλοι τους τώρα μια βουτιά, αλί μου, αλί μου, στη στεριά οι δόλιοι σπαρταρούνε. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Κι ακόμα και τον πάντα σου πιστό μες στους πιστούς, τον οφθαλμό σου, |
| Περ_980 | μυρία μυρία πεμπαστὰν Βατανώχου παῖδ᾽ Ἄλπιστον τοῦ Σησάμα τοῦ Μεγαβάτα, Πάρθον τε μέγαν τ᾽ Οἰβάρην | που μύριους μύριους σού μετρούσε το στρατό τον Άλπιστο το γιο του Βατανώχου και το Σησάμα του Μεγάβατου παιδί, τον Πάρθο το μεγάλο κι Οϊβάρη τους άφησες, τους άφησες |
| Περ_985 | ἔλιπες ἔλιπες; ὢ ὢ ‹ὢ› δᾴων. Πέρσαις ἀγαυοῖς κακὰ πρόκακα λέγεις. ΞΕΡΞΗΣ ἴυγγά μοι δῆτ᾽ [ἀντ. γ.] ἀγαθῶν ἑτάρων ὑπορίνεις, | κι αυτούς εκεί, αλί στους δύστυχους, αλί, συμφορές πιο από συμφορές στους ξακουστούς Πέρσες να λες. ΞΕΡΞΗΣ Ωχ, τί λαχτάρα και καημό για τους γενναίους μου τους συντρόφους μου ζωντανεύεις, όσο λες |
| Περ_990 | ‹ἄλαστ᾽› ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων. βοᾷ βοᾷ ‹μοι› μελέων ἔντοσθεν ἦτορ. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ καὶ μὴν ἄλλους γε ποθοῦμεν, Μάρδων ἀνδρῶν μυριοταγὸν Ξάνθην, Ἀρίων τ᾽ Ἀγχάρην, | τ᾽ αξέχαστα μαύρα κακά! βογγάει μέσα μου η καρδιά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Μ᾽ ακόμα πόσους κι άλλους λαχταρώ· τον π᾽ οδηγούσε μύριους Μάρδους Ξάνθη και τον Αγχάρη και τον πολεμόχαρο |
| Περ_995 | Δίαιξίν τ᾽ ἠδ᾽ Ἀρσάκην ἱππιάνακτας, κἠγδαδάταν καὶ Λυθίμναν Τόλμον τ᾽ αἰχμᾶς ἀκόρεστον. | Διάιξη και τον Αρσάμη τον αρχικαβαλάρη, και το Δαδάκη και το Λύθιμνο, τον Τόρμο τον αχόρταγο στη μάχη. χάνω το νου, χάνω το νου, |
| Περ_1000 | ἔταφον ἔταφον, οὐκ ἀμφὶ σκηναῖς τροχηλάτοις, ‹οὐκ› ὄπιθεν ἑπομένους. ΞΕΡΞΗΣ βεβᾶσι γὰρ τοίπερ ἀγρέται στρατοῦ. [στρ. δ] ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ βεβᾶσιν, οἴ, νώνυμοι. ΞΕΡΞΗΣ ἰὴ ἰή, ἰὼ ἰώ. | που γύρω από το τροχόσυρτο κουβούκλι σου δε σ᾽ ακλουθούν. ΞΕΡΞΗΣ Πάνε χαθήκαν όλ᾽ αυτοί, που μου οδηγούσαν το στρατό. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Πάνε χαθήκαν, ω ντροπή, με θάνατο κακό. ΞΕΡΞΗΣ Αλί μου εγώ, αλί μου εγώ. |
| Περ_1005 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἰὼ ἰώ, δαίμονες, ἔθεσθ᾽ ἄελπτον κακὸν διαπρέπον, οἷον δέδορκεν Ἄτα. ΞΕΡΞΗΣ πεπλήγμεθ᾽ οἵᾳ δι᾽ αἰῶνος τύχᾳ· [ἀντ. δ] ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ πεπλήγμεθ᾽· εὔδηλα γάρ· | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αλί μου, αλί, από το Θεό τ᾽ ανόρπιστο ήβρε μας κακό. πώς ξεχωρίζ᾽ η θεϊκιά κατάρα, φανερά! ΞΕΡΞΗΣ Πόσο μας χτύπησε σκληρά για πάντα η συμφορά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Μας χτύπησε, φως φανερό, |
| Περ_1010 | ΞΕΡΞΗΣ νέᾳ νέᾳ δύᾳ δύᾳ· ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ἰαόνων ναυβατᾶν κύρσαντες οὐκ εὐτυχῶς. δυσπόλεμον δὴ γένος τὸ Περσᾶν. ΞΕΡΞΗΣ πῶς δ᾽ οὔ; στρατὸν μὲν τοσοῦ- [στρ. ε] | ΞΕΡΞΗΣ Μ᾽ ανάκουστο ξολοθρεμό. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ώρα κακιά τα Ιωνικά σκαριά αντικρίσαμε σκαριά και βγήκε ο πόλεμος κακός στο γένος των Περσών. ΞΕΡΞΗΣ Πώς όχι; ω χτύπημα βαρύ, |
| Περ_1015 | τον τάλας πέπληγμαι. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ τί δ᾽ οὐκ ὄλωλεν, μεγάλατε, Περσᾶν; ΞΕΡΞΗΣ ὁρᾷς τὸ λοιπὸν τόδε τᾶς ἐμᾶς στολᾶς; ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὁρῶ ὁρῶ. | τόσος στρατός να μου χαθεί! ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Τί δεν εχάθη απ᾽ την πολλή τη δύναμη την Περσική! ΞΕΡΞΗΣ Βλέπεις τί μένει τώρα πια απ᾽ τη δική μου αρματωσιά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Το βλέπω, βλέπω, ναι! |
| Περ_1020 | ΞΕΡΞΗΣ τόνδε τ᾽ ὀιστοδέγμονα— ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ τί τόδε λέγεις σεσωμένον; ΞΕΡΞΗΣ θησαυρὸν βελέεσσιν. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ βαιά γ᾽ ὡς ἀπὸ πολλῶν. ΞΕΡΞΗΣ ἐσπανίσμεθ᾽ ἀρωγῶν. | ΞΕΡΞΗΣ Και τη σαϊτοδόχ᾽ αυτή – ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Τί λες ακόμα έχει σωθεί; ΞΕΡΞΗΣ Τη βελοθήκη μοναχή. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Και πάρα λίγα από πολλά. ΞΕΡΞΗΣ Χάθηκε κάθε απαντοχή. |
| Περ_1025 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ἰάνων λαὸς οὐ φυγαίχμας. ΞΕΡΞΗΣ ἄγαν ἄρειος· κατεῖ- [ἀντ. ε] δον δὲ πῆμ᾽ ἄελπτον. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ τραπέντα ναύφρακτον ἐρεῖς ὅμιλον; | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αχ, των Ιώνων ο στρατός δεν φεύγει στον εχθρόν εμπρός. ΞΕΡΞΗΣ Γενναίος αλήθεια, μα κακό τέτοιο δεν έλπιζα να δω. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Θέλεις να πεις για το φευγιό του τόσου πλήθους καραβιών; |
| Περ_1030 | ΞΕΡΞΗΣ πέπλον δ᾽ ἐπέρρηξ᾽ ἐπὶ συμφορᾷ κακοῦ. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ παπαῖ παπαῖ. ΞΕΡΞΗΣ καὶ πλέον ἢ παπαῖ μὲν οὖν. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ δίδυμα γάρ ἐστι καὶ τριπλᾶ— ΞΕΡΞΗΣ λυπρά, χάρματα δ᾽ ἐχθροῖς. | ΞΕΡΞΗΣ Πόσχισ᾽ απάνω μου κι αυτά τα ρούχα από τη συμφορά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Το βλέπω, βλέπω ναι! ΞΕΡΞΗΣ Όσο να κλάψεις λίγο ᾽ναι. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Διπλά κακά και τρίδιπλα. ΞΕΡΞΗΣ Λύπη σ᾽ εμάς, του εχτρού χαρά |
| Περ_1035 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ καὶ σθένος γ᾽ ἐκολούθη— ΞΕΡΞΗΣ γυμνός εἰμι προπομπῶν. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ φίλων ἄταισι ποντίαισιν. ΞΕΡΞΗΣ δίαινε δίαινε πῆμα· πρὸς δόμους δ᾽ ἴθι. [στρ. ζ] ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ διαίνομαι γοεδνὸς ὤν. | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Και μας κοπήκαν τα φτερά· ΞΕΡΞΗΣ Πάει μου η κάθε συνοδειά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Που τους δικούς μας, τρισαλιά, βρήκε στο κύμα ώρα κακιά. ΞΕΡΞΗΣ Κλαίε και κλαίε τα πάθη μου και μέσα έρχου μαζί. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ω πάθος, πάθος, τρισαλί! |
| Περ_1040 | ΞΕΡΞΗΣ βόα νυν ἀντίδουπά μοι. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ δόσιν κακὰν κακῶν κακοῖς. ΞΕΡΞΗΣ ἴυζε μέλος ὁμοῦ τιθείς. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὀτοτοτοτοῖ. βαρεῖά γ᾽ ἅδε συμφορά. | ΞΕΡΞΗΣ Αντίφωνο στους θρήνους μου κόψε στριγγό βουητό. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Απ᾽ άθλιους σ᾽ άθλιους, δόσιμο κακό. ΞΕΡΞΗΣ Ξεφώνησε με σπαραχτή μαζί με με φωνή αλί και τρισαλί. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αλί και τρισαλί! βαρειά ᾽ναι αλήθεια η συμφορά, |
| Περ_1045 | οἴ, μάλα καὶ τόδ᾽ ἀλγῶ. ΞΕΡΞΗΣ ἔρεσσ᾽ ἔρεσσε καὶ στέναζ᾽ ἐμὴν χάριν. [ἀντ. ζ] ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ αἰαῖ αἰαῖ, δύα δύα. ΞΕΡΞΗΣ βόα νυν ἀντίδουπά μοι. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ μέλειν πάρεστι, δέσποτα. | μα κι αυτό παρα με πονεί. ΞΕΡΞΗΣ Σπάραζε, δέρνου, στέναζε για χάρη μου ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Θρηνώ με πόνο και καημό. ΞΕΡΞΗΣ Κι αντίφωνο στους θρήνους μου κόψε στριγγό βουητό. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Δε λείπει αφέντη, η αφορμή. |
| Περ_1050 | ΞΕΡΞΗΣ ἐπορθίαζέ νυν γόοις. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ὀτοτοτοτοῖ. μέλαινα δ᾽ ἀμμεμείξεται, οἴ, στονόεσσα πλαγά. ΞΕΡΞΗΣ καὶ στέρν᾽ ἄρασσε κἀπιβόα τὸ Μύσιον. [στρ. η] | ΞΕΡΞΗΣ Ξεφώνησε πιο σπαραχτά λοιπόν και πιο ψηλά. αλί και τρισαλί. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αλί και τρισαλί! κι άθλια θα σμίξουν θλιβερά δερνοχτυπήματα ξανά. ΞΕΡΞΗΣ Χτύπα τα στήθια και ουρλιαχτό χούγιαξε Μυσιανό. |
| Περ_1055 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἀνία, ἀνία. ΞΕΡΞΗΣ καί μοι γενείου πέρθε λευκήρη τρίχα. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἄπριγδ᾽ ἄπριγδα μάλα γοεδνά. ΞΕΡΞΗΣ ἀύτει δ᾽ ὀξύ. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ καὶ τάδ᾽ ἔρξω. | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ω πόνοι, ω συμφορά! ΞΕΡΞΗΣ Και το λευκό το γένι σου τραβά το μαδιστό. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Σύρριζα νά, σύρριζα νά. ΞΕΡΞΗΣ Και κόψε οξειά ξανά στριγγιά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Κι αυτό θα κάμω, νά! |
| Περ_1060 | ΞΕΡΞΗΣ πέπλον δ᾽ ἔρεικε κολπίαν ἀκμῇ χερῶν. [ἀντ. η] ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἀνία, ἀνία. ΞΕΡΞΗΣ καὶ ψάλλ᾽ ἔθειραν καὶ κατοίκτισαι στρατόν. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἄπριγδ᾽ ἄπριγδα μάλα γοεδνά. ΞΕΡΞΗΣ διαίνου δ᾽ ὄσσε. | ΞΕΡΞΗΣ Σκίζε τα ρούχ᾽ απάνω σου με χέρια χέρια αψά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ω πόνοι, ω συμφορά! ΞΕΡΞΗΣ Και το στρατό μας κλαίοντας τράβα σου τα μαλλιά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Σύρριζα νά, σύρριζα νά! ΞΕΡΞΗΣ Κι ας ρέουν τα μάτια σου ρονιά. |
| Περ_1065 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ τέγγομαί τοι. ΞΕΡΞΗΣ βόα νυν ἀντίδουπά μοι. [ἐπῳδ.] ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ οἰοῖ οἰοῖ. ΞΕΡΞΗΣ αἰακτὸς ἐς δόμους κίε. | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Με πλημμυρούνε, νά· ΞΕΡΞΗΣ Αντίφωνο στους θρήνους μου κόψε στριγγό βουητό. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αλί και τρισαλί! ΞΕΡΞΗΣ Και στα παλάτια σύρετε με θρήνο κι αναστεναγμό. |
| Περ_1070 | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἰὼ ἰώ [Περσὶς αἶα δύσβατος.] ΞΕΡΞΗΣ ἰωὰ δὴ κατ᾽ ἄστυ. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἰωὰ δῆτα, ναὶ ναί. ΞΕΡΞΗΣ γοᾶσθ᾽ ἁβροβάται. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ἰὼ ἰώ, Περσὶς αἶα δύσβατος. | ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αλί και τρισαλίμονό μου εγώ. ΞΕΡΞΗΣ Μέσα στην πόλη, ωχού βοή. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Αλήθεια θρήνος και βοή. ΞΕΡΞΗΣ Σκούζετε, θλιβερή πομπή. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Ώχου κακοπερπάτητη γη της Περσίας |
| Περ_1075 | ΞΕΡΞΗΣ ἠὴ ἠή, τρισκάλμοισιν, ἠὴ ἠή, βάρισιν ὀλόμενοι. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ πέμψω τοί σε δυσθρόοις γόοις. | γη! ΞΕΡΞΗΣ Ώχου γι᾽ αυτούς που χάθηκαν στα τρίσκαρμα σκαριά. ΠΕΡΣΕΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ Και σένα τώρα προβοδώ με κακοθρήνητα γουητά! |
Τα σχόλια είναι κλειστά.