Δώδεκα 12 χρόνια μετά την ήττα των Αθηναίων (Δηλιακή Συμμαχία) από τους Σπαρτιάτες (Πελοποννησιακή Συμμαχία) το 404 π.Χ. ο Αριστοφάνης καταγράφει στο έργο του τις συνθήκες ζωής των Αθηναίων αλλά και σημαντικές λεπτομέρειες του “Δημοκρατικού” πολιτεύματος.
Υπόθεση
Κεντρική ηρωίδα του Αριστοφάνη είναι η Πραξαγόρα (= αυτή που δρα στην αγορά) που συσπειρώνει τις γυναίκες και τις οδηγεί μεταμφιεσμένες στην Εκκλησία του Δήμου – στην οποία οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου – προκειμένου να πάρουν την εξουσία από τους άνδρες που αδιαφορούν πλήρως για τα κοινά και ενδιαφέρονται μόνο για την αποζημίωση από τις συνελεύσεις. Οι γυναίκες επιτυγχάνουν το στόχο τους και η Πραξαγόρα αφού πρώτα απομυθοποιεί το πολιτικό σύστημα της διαλυμένης κοινωνίας, στη συνέχεια, παρουσιάζει διεξοδικά τη νέα οργάνωση του κράτους και το όραμα για την εφαρμογή ενός κοινωφελούς προγράμματος. Οι προσπάθειές της όμως προσκρούουν στο άτομο, το οποίο ενδιαφέρεται μόνο για την προσωπική του ευημερία.
Πηγή https://www.greek-language.gr/
| ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ | ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ (Κουνώντας ψηλά το λυχνάρι δίνει το σύνθημα στις άλλες συνωμότισσες. Απαγγέλνει με ύφος δραματικό, κοροϊδεύοντας τον Ευριπίδη.) |
| Ὦ λαμπρὸν ὄμμα τοῦ τροχηλάτου λύχνου, κάλλιστ᾽ ἐν εὐστόχοισιν ἐξηυρημένον,— γονάς τε γὰρ σὰς καὶ τύχας δηλώσομεν· τροχῷ γὰρ ἐλαθεὶς κεραμικῆς ῥύμης ὕπο | Ω μάτι λαμπερό του λυχναριού μου,που τροχοδουλεμένο τεχνικά γυροφωτάς κρεμάμενο, θα ψάλω τα γεννητάτα και τις καλοσύνες σου. Του κανατά σβουρίζοντας ο τόρνος σου ᾽δωκε μούτρο κι έτσι τα ρουθούνια σου |
| Εκκλ_5 | μυκτῆρσι λαμπρὰς ἡλίου τιμὰς ἔχεις,— ὅρμα φλογὸς σημεῖα τὰ ξυγκείμενα. σοὶ γὰρ μόνῳ δηλοῦμεν· εἰκότως, ἐπεὶ κἀν τοῖσι δωματίοισιν Ἀφροδίτης τρόπων πειρωμέναισι πλησίον παραστατεῖς, | μας κάνουνε τις νύχτες ήλιου χρέη. (Κουνάει ψηλά το λυχνάρι της) Κάνε μας τώρα τα συμφωνημένα σημάδια σου. Σ᾽ ελόγου σου μονάχα τα μυστικά μας φανερώνουμε όλα. Και πολύ δίκια. Στην κρεβατοκάμαρα, όταν εμείς χαιρόμαστε τον έρωτα, στο πλάι μας παραστέκεις και κανένας, |
| Εκκλ_10 | λορδουμένων τε σωμάτων ἐπιστάτην ὀφθαλμὸν οὐδεὶς τὸν σὸν ἐξείργει δόμων. μόνος δὲ μηρῶν εἰς ἀπορρήτους μυχοὺς λάμπεις ἀφεύων τὴν ἐπανθοῦσαν τρίχα· στοάς τε καρποῦ Βακχίου τε νάματος | άμα κουλουριάζονται τα κορμιά μας απ᾽ το πάθος, δε σ᾽ εμποδάει να βλέπεις. Μονάχα εσύ στ᾽ απόκρυφα τα βάθια των σκελιών μας φωτίζεις τ᾽ ανθοτρίχι. Κι όταν εμείς τρυπώνουμε κλεφτά στα κελάρια γι᾽ αλεύρι και κρασάκι, |
| Εκκλ_15 | πλήρεις ὑποιγνύσαισι συμπαραστατεῖς· καὶ ταῦτα συνδρῶν οὐ λαλεῖς τοῖς πλησίον. ἀνθ᾽ ὧν συνείσει καὶ τὰ νῦν βουλεύματα ὅσα Σκίροις ἔδοξε ταῖς ἐμαῖς φίλαις. ἀλλ᾽ οὐδεμία πάρεστιν ἃς ἥκειν ἐχρῆν. | μας βοηθάς και, συνένοχος, δε βγαίνεις στη γειτονιά για να το διαλαλήσεις. Γι᾽ αυτό κι εμείς οι φιλενάδες τώρα σε σένα μοναχά θα μπιστευτούμε τα σκέδια που σκαρώσαμε κρυφά… Μα καμιά τους δε φάνηκεν ακόμα, όπως δώσαμε λόγο. |
| Εκκλ_20 | καίτοι πρὸς ὄρθρον γ᾽ ἐστίν· ἡ δ᾽ ἐκκλησία αὐτίκα μάλ᾽ ἔσται· καταλαβεῖν δ᾽ ἡμᾶς ἕδρας, ἃς Φυρόμαχός ποτ᾽ εἶπεν, εἰ μέμνησθ᾽ ἔτι, δεῖ τὰς «ἑταίρας» κῶλά θ᾽ ἱζομένας λαθεῖν. τί δῆτ᾽ ἂν εἴη; πότερον οὐκ ἐρραμμένους | Γλυκοφέγγει κι όπου να ᾽ναι θ᾽ αρχίσ᾽ η λαοσύναξη. Πρέπει να ᾽χουμ᾽ εμείς προκαταλάβει τις έδρες, που τις είπε μιαν ημέρα απ᾽ το βήμα ο Τραυλόμαχος αφέδρες, κρυφά να κωλοκάτσουμε σε δαύτες. (πάψη) Τί συμβαίνει λοιπόν; Μήπως δε ράψανε |
| Εκκλ_25 | ἔχουσι τοὺς πώγωνας, οὓς εἴρητ᾽ ἔχειν; ἢ θαἰμάτια τἀνδρεῖα κλεψάσαις λαθεῖν ἦν χαλεπὸν αὐταῖς; ἀλλ᾽ ὁρῶ τονδὶ λύχνον προσιόντα. φέρε νυν ἐπαναχωρήσω πάλιν, μὴ καί τις ὢν ἀνὴρ ὁ προσιὼν τυγχάνῃ. | τα ψεύτικα τα γένια τους ή μήπως δεν μπόρεσαν να κλέψουνε τα ρούχα των αντρώνε τους; Μα τί βλέπω; Κάποιο λυχνάρι κατά δώθε. Ας τραβηχτώ μην τύχει να ᾽ναι αρσενικός μαντράχαλος. |
| (Τρυπώνει στο δρομάκο. Φτάνει μια γυναίκα και κατόπι της άλλες. Φοράνε χοντροπάπουτσα και κρατάνε ραβδιά και στο μπράτσο τους αντρικούς μαντύες.) |
| Εκκλ_30 | ΓΥΝΗ Α ὥρα βαδίζειν, ὡς ὁ κῆρυξ ἀρτίως ἡμῶν προσιόντων δεύτερον κεκόκκυκεν. ΠΡΑΞ. ἐγὼ δέ γ᾽ ὑμᾶς προσδοκῶσ᾽ ἐγρηγόρειν τὴν νύκτα πᾶσαν. ἀλλὰ φέρε τὴν γείτονα τήνδ᾽ ἐκκαλέσωμαι θρυγανῶσα τὴν θύραν· | ΓΥΝΗ Α Είναι ώρα να βιαστούμε. Δυο φορές κακάρισεν ο κήρυκας ως τώρα. ΠΡΑΞ. Κι εγώ μάτι δεν έκλεισα όλη νύχτα να σας προσμένω. Εμπρός να γρατσουνίσουμε την πόρτα της γειτόνισσας για νά ᾽βγει κρυφά, |
| Εκκλ_35 | δεῖ γὰρ τὸν ἄνδρ᾽ αὐτῆς λαθεῖν. ΓΥΝΗ Β ἤκουσά τοι ὑποδουμένη τὸ κνῦμά σου τῶν δακτύλων, ἅτ᾽ οὐ καταδαρθοῦσ᾽. ὁ γὰρ ἀνήρ, ὦ φιλτάτη,— Σαλαμίνιος γάρ ἐστιν ᾧ ξύνειμ᾽ ἐγώ,— τὴν νύχθ᾽ ὅλην ἤλαυνέ μ᾽ ἐν τοῖς στρώμασιν, | να μην τη νιώσει ο προκομμένος της. ΓΥΝΗ Β (βγαίνοντας από το σπίτι της) Άκουσα το γρατσούνισμα την ώρα που ᾽δενα τα παπούτσια μου. Όλη νύχτα να κοιμηθώ δε μ᾽ άφηνεν ο αντρούλης μου. Κουλουριώτης βαρκάρης ασταμάτητα κουπηλατούσε στρωματσάδα ο μάγκας και μόλις τώρα πρόφτασα ν᾽ αρπάξω |
| Εκκλ_40 | ὥστ᾽ ἄρτι τουτὶ θοἰμάτιον αὐτοῦ ᾽λαβον. ΠΡΑΞ. καὶ μὴν ὁρῶ καὶ Κλειναρέτην καὶ Σωστράτην προσιοῦσαν ἤδη τήνδε καὶ Φιλαινέτην. οὔκουν ἐπείξεσθ᾽; ὡς Γλύκη κατώμοσεν τὴν ὑστάτην ἥκουσαν οἴνου τρεῖς χοᾶς | την παλιοπατατούκα του. ΠΡΑΞ., νά τες, ερχόνται η Κλειναρέτη κι η Σωστράτη μαζί τους κι η Φιλάνθη. Κάντε γρήγορα κι η Γλαύκη έβαλε πρόστιμο: που θά ᾽ρτει τελευταία θα πληρώσει τρία κανάτια |
| Εκκλ_45 | ἡμῶν ἀποτείσειν κἀρεβίνθων χοίνικα. ΓΥΝΗ Β τὴν Σμικυθίωνος δ᾽ οὐχ ὁρᾷς Μελιστίχην σπεύδουσαν ἐν ταῖς ἐμβάσιν; καίτοι δοκεῖ κατὰ σχολὴν παρὰ τἀνδρὸς ἐξελθεῖν μόνη. ΓΥΝΗ Α τὴν τοῦ καπήλου δ᾽ οὐχ ὁρᾷς Γευσιστράτην | καλό κρασί κι ένα κιλό στραγάλια! ΓΥΝΗ Β Μα νά την κι η γυναίκα του Σμικύθα τρεχάτη κατά δω με τα κουντούρια. Κι όμως λένε πως εύκολα το σκάει χωρίς να τηνε νιώθει το χαϊβάνι. ΓΥΝΗ Α Γιά κοίτα πέρα την ταβερναρού την Καταβόθρα, που ᾽ρχεται κρατώντας |
| Εκκλ_50 | ἔχουσαν ἐν τῇ δεξιᾷ τὴν λαμπάδα; ΠΡΑΞ. καὶ τὴν Φιλοδωρήτου τε καὶ Χαιρητάδου ὁρῶ προσιούσας χἀτέρας πολλὰς πάνυ γυναῖκας, ὅ τι πέρ ἐστ᾽ ὄφελος ἐν τῇ πόλει. ΓΥΝΗ Γ καὶ πάνυ ταλαιπώρως ἔγωγ᾽, ὦ φιλτάτη, | μιαν αναμμένη δάδα. ΠΡΑΞ. Βλέπω να ᾽ρχονται του Φιλοδώρου και του Χαιρητάδη οι γυναίκες. Μαζί τους κι άλλες πλήθος να σώσουν την πατρίδ᾽ από τους άντρες. ΓΥΝΗ Γ Με ζόρι τα κατάφερα, καλή μου, |
| Εκκλ_55 | ἐκδρᾶσα παρέδυν. ὁ γὰρ ἀνὴρ τὴν νύχθ᾽ ὅλην ἔβηττε τριχίδων ἑσπέρας ἐμπλήμενος. ΠΡΑΞ. κάθησθε τοίνυν, ὡς ‹ἂν› ἀνέρωμαι τάδε ὑμᾶς, ἐπειδὴ συλλελεγμένας ὁρῶ, ὅσα Σκίροις ἔδοξεν εἰ δεδράκατε. | να ξεπορτίσω. Όλη τη νύχτα ο κύρης μου έβηχε, τι ᾽χε φάει πολλούς τριχιούς. ΠΡΑΞ. Καθίστε τώρα, μια και μαζευτήκαμε, να σας ρωτήσω αν όσα συμφωνήσαμε, στην Ιεράν Οδό, τα ᾽χετε πράξει. |
| Εκκλ_60 | ΓΥΝΗ Α ἔγωγε. πρῶτον μέν γ᾽ ἔχω τὰς μασχάλας λόχμης δασυτέρας, καθάπερ ἦν ξυγκείμενον· ἔπειθ᾽ ὁπόθ᾽ ἁνὴρ εἰς ἀγορὰν οἴχοιτό μου ἀλειψαμένη τὸ σῶμ᾽ ὅλον δι᾽ ἡμέρας ἐχραινόμην ἑστῶσα πρὸς τὸν ἥλιον. | ΓΥΝΗ Α Εγώ, ναι. Πρώτα πρώτα έχω μασκάλες τόσο πηχτές, που μοιάζουν μ᾽ αστοιβιά, όπως μας το παράγγειλες. Και μόλις ο άντρας μου βγήκε για την Αγορά, γυμνώθηκα κι αλείφτηκα με ξίγκι κι όλη μέρα καθόμουν στον ήλιο να μαυρίσω. |
| Εκκλ_65 | ΓΥΝΗ Β κἄγωγε· τὸ ξυρὸν δέ γ᾽ ἐκ τῆς οἰκίας ἔρριψα πρῶτον, ἵνα δασυνθείην ὅλη καὶ μηδὲν εἴην ἔτι γυναικὶ προσφερής. ΠΡΑΞ. ἔχετε δὲ τοὺς πώγωνας, οὓς εἴρητ᾽ ἔχειν πάσαισιν ὑμῖν, ὁπότε συλλεγοίμεθα; | ΓΥΝΗ Β Κι εγώ δουλειά μου πρώτη να ρίξω στα σκουπίδια το ξουράφι για να δασώσ᾽ η τρίχα μου. Καθόλου να μη μοιάζω με θηλυκό ορεξάτο. ΠΡΑΞ. Έχετε όλες τα ψεύτικα τα γένια, να τα φοράμε, όπως είπαμε, στη σύναξη; |
| Εκκλ_70 | ΓΥΝΗ Α νὴ τὴν Ἑκάτην, καλόν γ᾽ ἔγωγε τουτονί. ΓΥΝΗ Β κἄγωγ᾽ Ἐπικράτους οὐκ ὀλίγῳ καλλίονα. ΠΡΑΞ. ὑμεῖς δὲ τί φατε; ΓΥΝΗ Α φασί· κατανεύουσι γάρ. ΠΡΑΞ. καὶ μὴν τά γ᾽ ἄλλ᾽ ὑμῖν ὁρῶ πεπραγμένα. Λακωνικὰς γὰρ ἔχετε καὶ βακτηρίας | ΓΥΝΗ Α (δείχνει τα γένια που κρατάει) Μά την Εκάτη, ναι. Γιά κοίτα πράμα! ΓΥΝΗ Β Κι εγώ πολύ μεγάλα, παπαδίστικα. ΠΡΑΞ. Κι εσείς; ΓΥΝΗ Α Κι αυτές! Κουνάνε το κεφάλι τους. ΠΡΑΞ. Καλά. Μα οικονομήσατε μαγκούρες σπαρτιάτικες |
| Εκκλ_75 | καὶ θαἰμάτια τἀνδρεῖα, καθάπερ εἴπομεν. ΓΥΝΗ Α ἔγωγέ τοι τὸ σκύταλον ἐξηνεγκάμην τὸ τοῦ Λαμίου τουτὶ καθεύδοντος λάθρᾳ. ΠΡΑΞ. τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἐκείνων ὧν ‹περιφέρων› πέρδεται. ΓΥΝΗ Β νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρ᾽ ἐπιτήδειός γ᾽ ἂν ἦν | και φορεσιές αντρίκιες καθώς είπαμε; ΓΥΝΗ Α Νά με γω, που σούφρωσα του Λάμπη τη ματσούκα, όταν κοιμόταν. ΠΡΑΞ. Τον ξέρουν όλοι, πάει μ᾽ αυτήνε κλάνοντας. ΓΥΝΗ Β Ναι, μά το Δία το Σώστη, κι άξιος είναι, |
| Εκκλ_80 | τὴν τοῦ Πανόπτου διφθέραν ἐνημμένος εἴπερ τις ἄλλος βουκολεῖν τὸν δήμιον. ΠΡΑΞ. ‹ἀλλ᾽› ἄγεθ᾽ ὅπως καὶ τἀπὶ τούτοις δράσομεν, ἕως ἔτ᾽ ἐστὶν ἄστρα κατὰ τὸν οὐρανόν· ἡκκλησία δ᾽, εἰς ἣν παρεσκευάσμεθα | φορώντας του Άργου την προβιά, να βόσκει το δήμο μας το δήμιο, εκατομάτης. ΠΡΑΞ. Πάμε τώρα να βάλουμε μπροστά τη δουλειά, κι όσο ακόμα φέγγουν τ᾽ άστρα στον ουρανό, τι σύναυγα θ᾽ αρχίσει |
| Εκκλ_85 | ἡμεῖς βαδίζειν, ἐξ ἕω γενήσεται. ΓΥΝΗ Α νὴ τὸν Δί᾽, ὥστε δεῖ σε καταλαβεῖν ἕδρας ὑπὸ τῷ λίθῳ τῶν πρυτάνεων καταντικρύ. ΓΥΝΗ Β ταυτί γέ τοι νὴ τὸν Δί᾽ ἐφερόμην, ἵνα πληρουμένης ξαίνοιμι τῆς ἐκκλησίας. | η συνεδρίαση και γι᾽ αυτό βιαζόμαστε. ΓΥΝΗ Α Τρέχα να πιάσεις, μά το Δία, μια πρώτη θέση κάτου από το βήμα κι αντίκρα στους πρυτάνηδες. ΓΥΝΗ Β (παρουσιάζει ένα πανέρι με μαλλιά) Κι εγώ πήρα μαζί μου ευτούνα τα μαλλιά να ξαίνω, όσο ο λαός να μαζευτεί. |
| Εκκλ_90 | ΠΡΑΞ. πληρουμένης τάλαινα; ΓΥΝΗ Β νὴ τὴν Ἄρτεμιν ἔγωγε. τί γὰρ ἂν χεῖρον ἀκροῴμην ἅμα ξαίνουσα; γυμνὰ δ᾽ ἐστί μου τὰ παιδία. ΠΡΑΞ. ἰδού γε, σὲ ξαίνουσαν, ἣν τοῦ σώματος οὐδὲν παραφῆναι τοῖς καθημένοις ἔδει. | ΠΡΑΞ. Κι όταν θα μαζευτεί; ΓΥΝΗ Β Θα συνεχίσω. Μήπως θ᾽ ακούω λιγότερο, άμα ξαίνω; Τα παιδιά μου δεν έχουνε βρακί. ΠΡΑΞ. Καλά, να ξαίνεις. Πρόσεχε μονάχα μην παρακουνηθείς και σου φανεί τίποτα το κρυφό κάτου απ᾽ τα σκέλια σου. |
| Εκκλ_95 | οὐκοῦν καλά γ᾽ ἂν πάθοιμεν, εἰ πλήρης τύχοι ὁ δῆμος ὢν κἄπειθ᾽ ὑπερβαίνουσά τις ἀναβαλλομένη δείξειε τὸν Φορμίσιον. ἢν δ᾽ ἐγκαθεζώμεσθα πρότεραι, λήσομεν ξυστειλάμεναι θαἰμάτια· τὸν πώγωνά τε | Ζημιά πολλή μπορεί να πάθουμε όλες, όταν γεμίσ᾽ η Πνύκα από λαό και θελήσει καμιά να δρασκελίσει σηκώνοντας την ούγια της και δείξει το μούσι του Φορμίσιου. Αλλ᾽ άμα πιάσουμε θέση νωρίς και καλοσυμμαζέψουμε τους μαντύες και κοτσάρουμε τα γένια |
| Εκκλ_100 | ὅταν καθῶμεν ὃν περιδησόμεσθ᾽, ἐκεῖ τίς οὐκ ἂν ἡμᾶς ἄνδρας ἡγήσαιθ᾽ ὁρῶν; Ἀγύρριος γοῦν τὸν Προνόμου πώγων᾽ ἔχων λέληθε. καίτοι πρότερον ἦν οὗτος γυνή· νυνὶ δ᾽, ὁρᾷς, πράττει τὰ μέγιστ᾽ ἐν τῇ πόλει. | όλοι θα γελαστούν πως είμαστε άντρες. Έτσι κι ο στρατηγός Αγύρριος έχοντας μια πήχη γένια κρύβει το κουσούρι του, πως είναι γυναικούλα από μικρός, μα τώρα κυβερνάει την πολιτεία. |
| Εκκλ_105 | τούτου γέ τοι, νὴ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν, τόλμημα τολμῶμεν τοσοῦτον οὕνεκα, ἤν πως παραλαβεῖν τῆς πόλεως τὰ πράγματα δυνώμεθ᾽, ὥστ᾽ ἀγαθόν τι πρᾶξαι τὴν πόλιν. νῦν μὲν γὰρ οὔτε θέομεν οὔτ᾽ ἐλαύνομεν. | Γι᾽ αυτόν, μά την ημέρα που χαράζει, τολμούμε τώρα εμείς το μεγάλο τόλμημα: να πάρουμε απ᾽ τα χέρια του το δοιάκι της εξουσίας για να σωθεί η πατρίδα. Γιατί πολύν καιρό δεν πάει μπροστά το πλοίο και με πανιά και με κουπιά. |
| Εκκλ_110 | ΓΥΝΗ Α καὶ πῶς γυναικῶν θηλύφρων ξυνουσία δημηγορήσει; ΠΡΑΞ. πολὺ μὲν οὖν ἄριστά που. λέγουσι γὰρ καὶ τῶν νεανίσκων ὅσοι πλεῖστα σποδοῦνται, δεινοτάτους εἶναι λέγειν· ἡμῖν δ᾽ ὑπάρχει τοῦτο κατὰ τύχην τινά. | ΓΥΝΗ Α (σε τόνο δραματικό) Δε μου λες πώς εμείς τα θηλυκόμυαλα μπορούμε να μιλήσουμε στο πλήθος; ΠΡΑΞ. Μια χαρά. Μην ξεχνάς πως τα καλόπαιδα τα πολυδουλεμένα, αφού μεστώσουν, γίνονται ακαταμάχητοι ρητόροι. Πόσον εμείς που τη δουλειά την έχουμε φυσικό μας. |
| Εκκλ_115 | ΓΥΝΗ Α οὐκ οἶδα· δεινὸν δ᾽ ἐστὶν ἡ μὴ ᾽μπειρία. ΠΡΑΞ. οὐκοῦν ἐπίτηδες ξυνελέγημεν ἐνθάδε, ὅπως προμελετήσωμεν ἁκεῖ δεῖ λέγειν. οὐκ ἂν φθάνοις τὸ γένειον ἂν περιδουμένη ἄλλαι θ᾽ ὅσαι λαλεῖν μεμελετήκασί που. | ΓΥΝΗ Α Φοβούμαι πως μας λείπει κάποια πείρα. ΠΡΑΞ. Για τούτο εδώ σας μάζεψα, για να προμελετήσουμε όσα εκεί ψηλά στο βήμα θαν τα πούμε χύμα. Γυρόδενε τα γένια σου — και σεις, όσες ετοιμαστήκατε για λόγο. |
| Εκκλ_120 | ΓΥΝΗ Β τίς δ᾽, ὦ μέλ᾽, ἡμῶν οὐ λαλεῖν ἐπίσταται; ΠΡΑΞ. ἴθι δὴ σὺ περιδοῦ καὶ ταχέως ἀνὴρ γενοῦ· ἐγὼ δὲ θεῖσα τοὺς στεφάνους περιδήσομαι καὐτὴ μεθ᾽ ὑμῶν, ἤν τί μοι δόξῃ λέγειν. ΓΥΝΗ Β δεῦρ᾽, ὦ γλυκυτάτη Πραξαγόρα, σκέψαι, τάλαν, | ΓΥΝΗ Β Και ποιανής από μας δεν κόβ᾽ η γλώσσα; ΠΡΑΞ. Βάλε τα γένια ελόγου σου και κάνε τον άντρα. Εγώ θα βάλω τα δικά μου και το στεφάνι, αν μού ᾽ρθει να μιλήσω. (όλες βάζουνε τα γένια τους) ΓΥΝΗ Β Αχ! Πόσο, γλυκυτάτη Πραξαγόρα, |
| Εκκλ_125 | ὡς καὶ καταγέλαστον τὸ πρᾶγμα φαίνεται. ΠΡΑΞ. πῶς καταγέλαστον; ΓΥΝΗ Β ὥσπερ εἴ τις σηπίαις πώγωνα περιδήσειεν ἐσταθευμέναις. ΠΡΑΞ. ὁ περιστίαρχος, περιφέρειν χρὴ τὴν γαλῆν. πάριτ᾽ ἐς τὸ πρόσθεν. Ἀρίφραδες, παῦσαι λαλῶν. | είναι για γέλια αυτά μας τα καμώματα! ΠΡΑΞ. Για γέλια; Πώς; ΓΥΝΗ Β Λες κι είμαστε σουπιές τηγανισμένες, που φορέσαν γένια. ΠΡΑΞ. (κάνοντας τον κήρυκα) Σουτ! Αρχίζ᾽ η θυσία του καθαρμού. Όμως δε φέρνει ο επιστάτης χοίρο παρά νυφίτσα. Προχωράτε!… Εσύ, βούλωνέ το, Αριφράδη. |
| Εκκλ_130 | κάθιζ᾽, ὁ παριών. τίς ἀγορεύειν βούλεται; ΓΥΝΗ Β ἐγώ. ΠΡΑΞ. περίθου δὴ τὸν στέφανον τύχἀγαθῇ. ΓΥΝΗ Β ἰδού. ΠΡΑΞ. λέγοις ἄν. ΓΥΝΗ Β εἶτα πρὶν πιεῖν λέγω; ΠΡΑΞ. ἰδοὺ πιεῖν. ΓΥΝΗ Β τί γάρ, ὦ μέλ᾽, ἐστεφανωσάμην; ΠΡΑΞ. ἄπιθ᾽ ἐκποδών· τοιαῦτ᾽ ἂν ἡμᾶς ἠργάσω | Και να κάτσει ο μπροστινός… Ποιός θέλει να μιλήσει; ΓΥΝΗ Β Εγώ. ΠΡΑΞ. Λοιπόν να βάλεις το στεφάνι και καλή πετυχιά. ΓΥΝΗ Β Το ᾽βαλα. ΠΡΑΞ. Λέγε! ΓΥΝΗ Β Πώς; Ξερικάτα; Δίχως μια γουλιά; ΠΡΑΞ. Τί πράμα; ΓΥΝΗ Β Και ρωτάς; Κρασάκι. Οι άντρες το στεφάνι το βάζουν, για να πιούνε. ΠΡΑΞ. Τσακίσου. Θέλεις να μας ρεζιλέψεις; |
| Εκκλ_135 | κἀκεῖ. ΓΥΝΗ Β τί δ᾽; οὐ πίνουσι κἀν τἠκκλησίᾳ; ΠΡΑΞ. ἰδού γε, σοὶ πίνουσι; ΓΥΝΗ Β νὴ τὴν Ἄρτεμιν, καὶ ταῦτά γ᾽ εὔζωρον. τὰ γοῦν βουλεύματα αὐτῶν, ὅσ᾽ ἂν πράξωσιν ἐνθυμουμένοις, ὥσπερ μεθυόντων ἐστὶ παραπεπληγμένα. | ΓΥΝΗ Β Δεν πίνουνε λοιπόν στη λαοσύναξη; ΠΡΑΞ. Γιά κοίτα μούτρα! Ο νους της στο κρασί! ΓΥΝΗ Β Και να ᾽ναι και σπιθάτο, μά την Άρτεμη! Γι᾽ αυτό και τα ψηφίσματα του δήμου είναι παλαβομάρες μεθυσμένων. |
| Εκκλ_140 | καὶ νὴ Δία σπένδουσί γ᾽· ἢ τίνος χάριν τοσαῦτ᾽ ἂν ηὔχοντ᾽, εἴπερ οἶνος μὴ παρῆν; καὶ λοιδοροῦνταί γ᾽ ὥσπερ ἐμπεπωκότες, καὶ τὸν παροινοῦντ᾽ ἐκφέρουσ᾽ οἱ τοξόται. ΠΡΑΞ. σὺ μὲν βάδιζε καὶ κάθησ᾽· οὐδὲν γὰρ εἶ. | Και κάνουν και σπονδίσματα. Δε γίνεται τελετουργία χωρίς καλό κρασί. Κι άμα πιουν, σκυλοβρίζονται και τότες οι τοξότες τους βγάζουν όξω τύφλα. ΠΡΑΞ. Χάσου από δω! Πεντάρα δεν αξίζεις! Τρέχα να πιάσεις θέση. |
| Εκκλ_145 | ΓΥΝΗ Β νὴ τὸν Δί᾽, ἦ μοι μὴ γενειᾶν κρεῖττον ἦν· δίψῃ γάρ, ὡς ἔοικ᾽, ἀφαυανθήσομαι. ΠΡΑΞ. ἔσθ᾽ ἥτις ἑτέρα βούλεται λέγειν; ΓΥΝΗ Α ἐγώ. ΠΡΑΞ. ἴθι δὴ στεφανοῦ· καὶ γὰρ τὸ χρῆμ᾽ ἐργάζεται. ἄγε νυν ὅπως ἀνδριστὶ καὶ καλῶς ἐρεῖς | ΓΥΝΗ Β Μά το Δία, θα προτιμούσα να μην είχα γένια. Το λαρύγγι μου στέγνωσε απ᾽ τη δίψα. ΠΡΑΞ. (στις άλλες) Άλλη καμιά σας θέλει να μιλήσει; ΓΥΝΗ Α Εγώ! ΠΡΑΞ. Να βάλεις πρώτα το στεφάνι και κατόπι να τα φουρνίσεις όμορφα, |
| Εκκλ_150 | διερεισαμένη τὸ σχῆμα τῇ βακτηρίᾳ. ΓΥΝΗ Α «ἐβουλόμην μὲν ἕτερον ἂν τῶν ἠθάδων λέγειν τὰ βέλτισθ᾽, ἵν᾽ ἐκαθήμην ἥσυχος· νῦν δ᾽ οὐκ ἐάσω, κατά γε τὴν ἐμήν, μίαν ἐν τοῖς καπηλείοισι λάκκους ἐμποιεῖν | σαν άντρας, στηριγμένη στη μαγκούρα σου. ΓΥΝΗ Α (δημηγορεί) Εγώ θα προτιμούσα κάποιος άλλος από τους πετσωμένους σας ρητόρους να υποστηρίξει τα συμφέροντά μας κι εγώ να κάθομαι ήσυχα ν᾽ ακούω. Ωστόσο θα σας πω τη γνώμη μου, ούτε στάλα νερό στα κιούπια να μην έχουν |
| Εκκλ_155 | ὕδατος. ἐμοὶ μὲν οὐ δοκεῖ, μὰ τὼ θεώ,—» ΠΡΑΞ. μὰ τὼ θεώ, τάλαινα; ποῦ τὸν νοῦν ἔχεις; ΓΥΝΗ Α τί δ᾽ ἐστίν; οὐ γὰρ δὴ πιεῖν γ᾽ ᾔτησά σε. ΠΡΑΞ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἀνὴρ ὢν τὼ θεὼ κατώμοσας, καίτοι τά γ᾽ ἄλλ᾽ εἰποῦσα δεξιώτατα. | τα καπηλειά μας, μά το θείο ζευγάρι, τη Δήμητρα και Κόρη. ΠΡΑΞ. Σουτ! Τρελάθηκες; Στις δυο θεές ορκίστηκες; ΓΥΝΗ Α Τί τρέχει και θυμώνεις; Δε ζήτησα κρασί. ΠΡΑΞ. Το ξέχασες πώς άντρας είσαι τώρα; Οι γυναίκες αμόνουνε μονάχα σε θηλυκούς θεούς… Όμως η γνώμη σου πολύ καλή. |
| Εκκλ_160 | ΓΥΝΗ Α ὢ νὴ τὸν Ἀπόλλω— ΠΡΑΞ. παῦε τοίνυν· ὡς ἐγὼ ἐκκλησιάσουσ᾽ οὐκ ἂν προβαίην τὸν πόδα τὸν ἕτερον, εἰ μὴ ταῦτ᾽ ἀκριβωθήσεται. ΓΥΝΗ Α φέρε τὸν στέφανον· ἐγὼ γὰρ αὖ λέξω πάλιν· οἶμαι γὰρ ἤδη μεμελετηκέναι καλῶς. | ΓΥΝΗ Α Και ναι, μά τον Απόλλωνα! ΠΡΑΞ. Κι εγώ δεν κάνω ρούπι από δω πέρα, να πάω στη συνεδρίαση, αν δε γίνουν όλα όσα σας ορμήνεψα ένα κι ένα. (Κάνει να πάρει το στεφάνι από την Πρώτη Γυναίκα) ΓΥΝΗ Α Άσε μού το και θέλω να μιλήσω. Είμαι καλά μελετημένη τώρα. |
| Εκκλ_165 | «ἐμοὶ γάρ, ὦ γυναῖκες αἱ καθήμεναι,—» ΠΡΑΞ. γυναῖκας αὖ, δύστηνε, τοὺς ἄνδρας λέγεις; ΓΥΝΗ Α δι᾽ Ἐπίγονόν γ᾽ ἐκεινονί· βλέψασα γὰρ ἐκεῖσε πρὸς γυναῖκας ᾠόμην λέγειν. ΠΡΑΞ. ἄπερρε καὶ σὺ καὶ κάθησ᾽ ἐντευθενί. | (στο πλήθος) Ακούστε, εκκλησιάζουσες κυράδες… ΠΡΑΞ. (τη διακόπτει) Πάλε γυναίκες είπες; Άντρες είμαστε! ΓΥΝΗ Α (δείχνει πέρα) Φταίει ο Τοτός εκεί. Καθώς τον είδα, θάρρεψα πως μιλούσα σε γυναίκες. ΠΡΑΞ. Τσακίσου, λέω, και τράβα να καθίσεις. |
| Εκκλ_170 | αὐτὴ γὰρ ὑμῶν γ᾽ ἕνεκά μοι λέξειν δοκῶ τονδὶ λαβοῦσα. «τοῖς θεοῖς μὲν εὔχομαι τυχεῖν κατορθώσασι τὰ βεβουλευμένα. ἐμοὶ δ᾽ ἴσον μὲν τῆσδε τῆς χώρας μέτα ὅσονπερ ὑμῖν· ἄχθομαι δὲ καὶ φέρω | Ανάγκη να μιλήσω εγώ για λόγου σας. Δώσ᾽ μου εδώ το στεφάνι. Πρώτα πρώτα θα κάνω προσευκή στους αθανάτους καλά να πάνε τ᾽ αποφασισμένα μας. Για την πατρίδα γνοιάζομαι κι εγώ, όπως και σεις. Πονώ για τη σαπίλα της |
| Εκκλ_175 | τὰ τῆς πόλεως σαπέντα βαρέως πράγματα. ὁρῶ γὰρ αὐτὴν προστάταισι χρωμένην ἀεὶ πονηροῖς· κἄν τις ἡμέραν μίαν χρηστὸς γένηται, δέκα πονηρὸς γίγνεται. ἐπέτρεψας ἑτέρῳ, πλείον᾽ ἔτι δράσει κακά. | και νιώθω μέγα βάρος στην ψυχή μου. Βλέπω να ᾽χετε ηγέτες κατεργάρηδες κι αν λάχαινε κανείς μια μέρα τίμιος, γινότανε για δέκα απατεώνας. Κι όσες φορές αλλάξατε μπροστάρη, ο καινούριος πολύ χειρότερός του. |
| Εκκλ_180 | χαλεπὸν μὲν οὖν ἄνδρας δυσαρέστους νουθετεῖν, οἳ τοὺς φιλεῖν μὲν βουλομένους δεδοίκατε, τοὺς δ᾽ οὐκ ἐθέλοντας ἀντιβολεῖθ᾽ ἑκάστοτε. ἐκκλησίαισιν ἦν ὅτ᾽ οὐκ ἐχρώμεθα οὐδὲν τὸ παράπαν, ἀλλὰ τόν γ᾽ Ἀγύρριον | Οι βλαμμένοι δεν παίρνουν από λόγια. Που θέλουν το καλό σας τους φοβάστε, που θέλουν το κακό τούς καλοπιάνετε. Πολύν καιρό δεν κάναμε συνέλευση, κι όμως τον λαοπλάνο τον Αγύρριο, |
| Εκκλ_185 | πονηρὸν ἡγούμεσθα· νῦν δὲ χρωμένων ὁ μὲν λαβὼν ἀργύριον ὑπερεπῄνεσεν, ὁ δ᾽ οὐ λαβὼν εἶναι θανάτου φήσ᾽ ἀξίους τοὺς μισθοφορεῖν ζητοῦντας ἐν τἠκκλησίᾳ.» ΓΥΝΗ Β νὴ τὴν Ἀφροδίτην, εὖ γε ταυταγὶ λέγεις. | που τον είχαμε πρώτα για παλιόμουτρο, σαν έκοψε μισθό για τους συνέδρους, όσοι παρόντες παίρναν, τον παινούσανε κι όσοι δεν παίρναν βρίζανε τους άλλους, πως είναι άξιοι θανάτου οι πουλημένοι! ΓΥΝΗ Β Όμορφα τα ᾽πες, μά την Αφροδίτη! |
| Εκκλ_190 | ΠΡΑΞ. τάλαιν᾽, Ἀφροδίτην ὤμοσας; χαρίεντά γ᾽ ἂν ἔδρασας, εἰ τοῦτ᾽ εἶπας ἐν τἠκκλησίᾳ. ΓΥΝΗ Β ἀλλ᾽ οὐκ ἂν εἶπον. ΠΡΑΞ. μηδ᾽ ἐθίζου νῦν λέγειν. «τὸ συμμαχικὸν αὖ τοῦθ᾽, ὅτ᾽ ἐσκοπούμεθα, εἰ μὴ γένοιτ᾽, ἀπολεῖν ἔφασκον τὴν πόλιν· | ΠΡΑΞ. Στην Αφροδίτη ορκίστηκες, χαζόπραμα; Τα μούσκεψες μπροστά σε τόσους άντρες! ΓΥΝΗ Β Μου ξέφυγε. ΠΡΑΞ. Να το ξεσυνηθίσεις! (συνεχίζει το λόγο της) Μα όταν συζητούσαμεν εδώ τη συμμαχία με Κορθιανούς κι Αργίτες στη Σπάρτη ενάντια, οι ρήτορες φωνάζαν πως, αν δε γίνει, θα χαθεί η πατρίδα. |
| Εκκλ_195 | ὅτε δὴ δ᾽ ἐγένετ᾽, ἤχθοντο, τῶν δὲ ῥητόρων ὁ τοῦτ᾽ ἀναπείσας εὐθὺς ἀποδρὰς ᾤχετο. ναῦς δεῖ καθέλκειν, τῷ πένητι μὲν δοκεῖ, τοῖς πλουσίοις δὲ καὶ γεωργοῖς οὐ δοκεῖ. Κορινθίοις ἤχθεσθε, κἀκεῖνοί γέ σοι· | Την κάναμε, πικρά το μετανιώσαμε κι αυτός που σας ξεμυάλισε έγινε άφαντος. Όταν είναι να σύρουμε στη θάλασσα τα καράβια, το θέλουν οι φτωχοί, δεν το θέλουν οι πλούσιοι κι οι ζευγίτες. Σου λέγανε: «Λαέ, τους Κορθιανούς αν τους μισείς και σε μισούνε, τώρα |
| Εκκλ_200 | νῦν εἰσὶ χρηστοί, καὶ σύ νυν χρηστὸς γενοῦ. Ἁργεῖος ἀμαθής, ἀλλ᾽ Ἱερώνυμος σοφός. σωτηρία παρέκυψεν, ἀλλ᾽ ὀργίζεται Θρασύβουλος αὐτὸς οὐχὶ παρακαλούμενος.» ΓΥΝΗ Β ὡς ξυνετὸς ἁνήρ. ΠΡΑΞ. νῦν καλῶς ἐπῄνεσας. | είναι καλοί, γενού και συ καλός». Οι Αργίτες θέλαν πόλεμο οι ξερόμυαλοι, αλλ᾽ ο δικός μας στρατηγός Ιερώνυμος είχε μυαλό και ειρήνη σάς συμβούλευε. Αχνοχάραζ᾽ ελπίδα σωτηρίας, μα κάκιωσε ο Θρασύβουλος, γιατί τη γνώμη τη δικιά του δε γυρέψαμε. ΓΥΝΗ Β Τί μυαλωμένος άντρας είσαι, φίλε! ΠΡΑΞ. Τώρα ναι! Δεν τα μπέρδεψες. (συνεχίζει το λόγο της) |
| Εκκλ_205 | «ὑμεῖς γάρ ἐστ᾽, ὦ δῆμε, τούτων αἴτιοι. τὰ δημόσια γὰρ μισθοφοροῦντες χρήματα ἰδίᾳ σκοπεῖσθ᾽ ἕκαστος ὅ τι τις κερδανεῖ· τὸ δὲ κοινὸν ὥσπερ Αἴσιμος κυλίνδεται. ἢν οὖν ἐμοὶ πείθησθε, σωθήσεσθ᾽ ἔτι. | Κι ο φταίχτης σ᾽ όλα τούτα είσαι συ, λαέ. Καθένας τσιμπολογώντας το δημόσιο χρήμα κοιτάζει το συμφέρο του μονάχα κι η πατρίδ᾽ ας κουτσαίνει στον κατήφορο. Αν μ᾽ ακούσετ᾽ εμένα, θα σωθείτε. |
| Εκκλ_210 | ταῖς γὰρ γυναιξί φημι χρῆναι τὴν πόλιν ἡμᾶς παραδοῦναι. καὶ γὰρ ἐν ταῖς οἰκίαις ταύταις ἐπιτρόποις καὶ ταμίαισι χρώμεθα. ΠΑΣΑΙ εὖ γ᾽, εὖ γε νὴ Δί᾽, εὖ γε. λέγε, λέγ᾽ ὦγαθέ. ΠΡΑΞ. «ὡς δ᾽ εἰσὶν ἡμῶν τοὺς τρόπους βελτίονες | Προτείνω την αρχή να παραδώσουμε στις γυναίκες, που τόσο γνωστικά κυβερνάνε τα σπίτια και το χρήμα. ΟΛΗ Η ΣΥΝΑΞΗ Γεια σου, χαρά σου! Πες τα μας, λεβέντη. ΠΡΑΞ. Θα σας ξηγήσω τώρα πόσον είναι |
| Εκκλ_215 | ἐγὼ διδάξω. πρῶτα μὲν γὰρ τἄρια βάπτουσι θερμῷ κατὰ τὸν ἀρχαῖον νόμον ἁπαξάπασαι, κοὐχὶ μεταπειρωμένας ἴδοις ἂν αὐτάς. ἡ δ᾽ Ἀθηναίων πόλις, εἴ πού τι χρηστῶς εἶχεν, οὐκ ἂν ἐσῴζετο, | ανώτερές μας οι γυναίκες σ᾽ όλα. Αρχίζω: τα ποκάρια των μαλλιών τα ζεματάνε σε βραστό νερό κατά το παλαιόν και δεν αλλάζουν σύστημα. Ενώ των Αθηναίων η πόλη κι αν κάποτ᾽ είχε κάτι το καλό, |
| Εκκλ_220 | εἰ μή τι καινὸν ἄλλο περιηργάζετο. καθήμεναι φρύγουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ· ἐπὶ τῆς κεφαλῆς φέρουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ· 223aτὰ Θεσμοφόρι᾽ ἄγουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ· 223bπέττουσι τοὺς πλακοῦντας ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ· τοὺς ἄνδρας ἐπιτρίβουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ· | τρωγόταν να το αλλάξει στο χειρότερο. Καθιστές καβουρντίζουν, όπως πάντα, τη ζαλίκα φορτώνονται, όπως πάντα, Θεσμοφόρια γιορτάζουν, όπως πάντα, γλυκίσματα φουρνίζουν, όπως πάντα, τους άντρες πιλατεύουν, όπως πάντα, |
| Εκκλ_225 | μοιχοὺς ἔχουσιν ἔνδον ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ· αὑταῖς παροψωνοῦσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ· οἶνον φιλοῦσ᾽ εὔζωρον ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ· βινούμεναι χαίρουσιν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ. ταύταισιν οὖν, ὦνδρες, παραδόντες τὴν πόλιν | μπάζουνε μέσα φίλους, όπως πάντα, ψωνίζουν και δικά τους, όπως πάντα, αγαπούν το καλό κρασί, όπως πάντα, καβαλιούνται ορεξάτες, όπως πάντα. Σ᾽ αυτές λοιπόν να μπιστευτούμε, ω άντρες, την πολιτεία χωρίς πολλές κουβέντες |
| Εκκλ_230 | μὴ περιλαλῶμεν, μηδὲ πυνθανώμεθα τί ποτ᾽ ἄρα δρᾶν μέλλουσιν, ἀλλ᾽ ἁπλῷ τρόπῳ ἐῶμεν ἄρχειν, σκεψάμενοι ταυτὶ μόνα, ὡς τοὺς στρατιώτας πρῶτον οὖσαι μητέρες σῴζειν ἐπιθυμήσουσιν· εἶτα σιτία | και μήτε να εξετάσουμε αν μπορούνε, παρά να τις αφήσουμε καλόπιστα να κυβερνήσουν. Και μονάχα τούτο να ξέρουμε, πως είναι μάνες κι έτσι πρώτη τους έγνοια θα ᾽ναι τα παιδιά τους να τα γλιτώνουν από τους πολέμους. |
| Εκκλ_235 | τίς τῆς τεκούσης θᾶττον ἐπιπέμψειεν ἄν; χρήματα πορίζειν εὐπορώτατον γυνή, ἄρχουσά τ᾽ οὐκ ἂν ἐξαπατηθείη ποτέ· αὐταὶ γάρ εἰσιν ἐξαπατᾶν εἰθισμέναι. τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἐάσω. ταῦτ᾽ ἐὰν πείθησθέ μοι, | Και δε μου λες, ποιός έχει τον καημό της μάνας, για να στέλνει στον υγιό του τροφίματα κάθε φορά; Κι ακόμα να οικονομούνε χρήματα οι γυναίκες τετραπέρατες είναι. Αν κυβερνήσουν, κανείς δε θα μπορεί να τις γελάσει τις μαθημένες να γελούν τους άλλους. Αρκούν αυτά. Στα λόγια μου αν πειστείτε, |
| Εκκλ_240 | εὐδαιμονοῦντες τὸν βίον διάξετε.» ΓΥΝΗ Α εὖ γ᾽, ὦ γλυκυτάτη Πραξαγόρα, καὶ δεξιῶς. πόθεν, ὦ τάλαινα, ταῦτ᾽ ἔμαθες οὕτω καλῶς; ΠΡΑΞ. ἐν ταῖς φυγαῖς μετὰ τἀνδρὸς ᾤκησ᾽ ἐν πυκνί, ἐκεῖ τ᾽ ἀκούουσ᾽ ἐξέμαθον τῶν ῥητόρων. | θα ζήσετε ζωή χαριτωμένη. ΓΥΝΗ Α Να σε φιλήσω, Πραξαγόρα αγάπη μου. Περίφημα. Αλλά πού μου τα ξεσκόλισες; ΠΡΑΞ. Όταν μας κυνηγούσαν οι Τριάκοντα, κουρνιάσαμε στην Πνύκα με τον άντρα μου κι έμαθα κει τα κόλπα των ρητόρων. |
| Εκκλ_245 | ΓΥΝΗ Α οὐκ ἐτὸς ἄρ᾽, ὦ μέλ᾽, ἦσθα δεινὴ καὶ σοφή· καί σε στρατηγὸν αἱ γυναῖκες αὐτόθεν αἱρούμεθ᾽, ἢν ταῦθ᾽ ἁπινοεῖς κατεργάσῃ. ἀτὰρ ἢν Κέφαλός σοι λοιδορῆται προσφθαρείς, πῶς ἀντερεῖς πρὸς αὐτὸν ἐν τἠκκλησίᾳ; | ΓΥΝΗ Α Τότε δεν είναι αξήγητο πως είσαι σοφή και γλώσσα ακόνι. Και γι᾽ αυτό σ᾽ εκλέγουμε οι γυναίκες στρατηγό, να εχτελέσεις το πρόγραμμά σου ακέριο. Αν όμως ξαφνικά μες στη συνέλευση σου ριχτεί με βρισιές ο κανατάς ο Κέφαλος, μπορείς να τον καρφώσεις; |
| Εκκλ_250 | ΠΡΑΞ. φήσω παραφρονεῖν αὐτόν. ΓΥΝΗ Α ἀλλὰ τοῦτό γε ἴσασι πάντες. ΠΡΑΞ. ἀλλὰ καὶ μελαγχολᾶν. ΓΥΝΗ Α καὶ τοῦτ᾽ ἴσασιν. ΠΡΑΞ. ἀλλὰ καὶ τὰ τρύβλια κακῶς κεραμεύειν, τὴν δὲ πόλιν εὖ καὶ καλῶς. ΓΥΝΗ Α τί δ᾽ ἢν Νεοκλείδης ὁ γλάμων σε λοιδορῇ; | ΠΡΑΞ. Θα του φωνάξω: Είσαι τρελός! ΓΥΝΗ Α Αυτό το ξέρουν όλοι. ΠΡΑΞ. Και για δέσιμο είσαι! ΓΥΝΗ Α Κι αυτό το ξέρουν όλοι. ΠΡΑΞ. (ειρωνικά) Τα κανάτια σου κακοφκιαγμένα, μα την πολιτεία πολύ καλά κι ωραία τηνε προκόβεις. ΓΥΝΗ Α Κι αν σου ριχτεί κι ο κλεφταράς Νεοκλείδης; |
| Εκκλ_255 | ΠΡΑΞ. τοῦτῳ μὲν ‹ἂν› εἴποιμ᾽ ἐς κυνὸς πυγὴν ὁρᾶν. ΓΥΝΗ Α τί δ᾽, ἢν ὑποκρούωσίν σε; ΠΡΑΞ. προσκινήσομαι, ἅτ᾽ οὐκ ἄπειρος οὖσα πολλῶν κρουμάτων. ΓΥΝΗ Α ἐκεῖνο μόνον ἄσκεπτον, ἤν σ᾽ οἱ τοξόται ἕλκωσιν, ὅ τι δράσεις ποτ᾽. ΠΡΑΞ. ἐξαγκωνιῶ | ΠΡΑΞ. Να πάει σε σκύλου πάτο να τρυπώσει. ΓΥΝΗ Α Κι αν κανείς σε ξαπλώσει, τί θα κάνεις; ΠΡΑΞ. Θα κουνιέμαι κι είμαι παλιά κουνίστρα. ΓΥΝΗ Α Μα νά τί δεν προβλέψαμε, αν σ᾽ αρπάξουν οι τοξότες, να σε πετάξουν όξω, τί θα κάνεις; ΠΡΑΞ. Θ᾽ αντισταθώ έτσι δα, (δείχνει) με τους αγκώνες. |
| Εκκλ_260 | ὡδί· μέση γὰρ οὐδέποτε ληφθήσομαι. ΓΥΝΗ Α ἡμεῖς δέ γ᾽, ἢν αἴρωσ᾽, ἐᾶν κελεύσομεν. ΓΥΝΗ Β ταυτὶ μὲν ἡμῖν ἐντεθύμηται καλῶς. ἐκεῖνο δ᾽ οὐ πεφροντίκαμεν, ὅτῳ τρόπῳ τὰς χεῖρας αἴρειν μνημονεύσομεν τότε· | Απ᾽ αυτούς κανέναν δε θ᾽ αφήσω απ᾽ τη μέση να με πιάσει. ΓΥΝΗ Α Μα κι εμείς θα φωνάζουμε: «ασ᾽ τον, ασ᾽ τον»! ΓΥΝΗ Β Όλα ως εδώ καλά τα προνοήσαμε. Ξεχάσαμ᾽ ένα: στην ψηφοφορία τα χέρια πρέπει να σηκώσουμε όλες, |
| Εκκλ_265 | εἰθισμέναι γάρ ἐσμεν αἴρειν τὰ σκέλη. ΠΡΑΞ. χαλεπὸν τὸ πρᾶγμ᾽· ὅμως δὲ χειροτονητέον ἐξωμισάσαις τὸν ἕτερον βραχίονα. ἄγε νυν, ἀναστέλλεσθ᾽ ἄνω τὰ χιτώνια· ὑποδεῖσθε δ᾽ ὡς τάχιστα τὰς Λακωνικάς, | μαθημένες τα πόδια να σηκώνουμε. ΠΡΑΞ. Δύσκολο κάπως. Στη χειροτονία θα βγάλουμε από κάτω απ᾽ το μαντύα το μπράτσο το δεξί μας. Μπρος λοιπόν τα χιτώνια ψηλότερ᾽ αναζώστε φορέστε τα σπαρτιάτικα κουντούρια, |
| Εκκλ_270 | ὥσπερ τὸν ἄνδρ᾽ ἐθεᾶσθ᾽, ὅτ᾽ εἰς ἐκκλησίαν μέλλοι βαδίζειν ἢ θύραζ᾽ ἑκάστοτε. ἔπειτ᾽ ἐπειδὰν ταῦτα πάντ᾽ ἔχῃ καλῶς, περιδεῖσθε τοὺς πώγωνας. ἡνίκ᾽ ἂν δέ γε τούτους ἀκριβῶς ἦτε περιηρμοσμέναι, | όπως βλέπετε οι άντρες σας να κάνουν, κάθε φορά που βγαίνουν για να πάνε στου δήμου τη συνέλευση κι αλλού. Κι άμα τα κάνετε όλ᾽ αυτά, όπως πρέπει, γυροδέστε τα γένια στο σαγόνι κι άμα και τούτα στεριωθούν καλά, |
| Εκκλ_275 | καὶ θαἰμάτια τἀνδρεῖα γ᾽ ἃ παρεκλέψατε ἐπαναβάλησθε, κᾆτα ταῖς βακτηρίαις ἐπερειδόμεναι βαδίζετ᾽ ᾄδουσαι μέλος πρεσβυτικόν τι, τὸν τρόπον μιμούμεναι τὸν τῶν ἀγροίκων. ΓΥΝΗ Α εὖ λέγεις· ἡμεῖς δέ γε | τους μαντύες τυλιχτείτε των αντρώ σας κι ακουμπισμένες στα ραβδιά σας, χάιντε προχωράτε με τάξη, τραγουδώντας και κανένα σκοπό παλαιικό σα να ᾽σαστε χωριάτες σε πορεία. ΓΥΝΗ Α Καλά μας ορμηνεύεις. Πρέπει εμείς |
| Εκκλ_280 | προΐωμεν αὐτῶν. καὶ γὰρ ἑτέρας οἴομαι ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὴν πύκν᾽ ἥξειν ἄντικρυς γυναῖκας. ΠΡΑΞ. ἀλλὰ σπεύσαθ᾽, ὡς εἴωθ᾽ ἐκεῖ τοῖς μὴ παροῦσιν ὀρθρίοις ἐς τὴν πύκνα ὑπαποτρέχειν ἔχουσι μηδὲ πάτταλον. | να πάμε να προλάβουμε τις άλλες τις καμπίσες. Τις βλέπω και τραβάνε για την Πνύκα γραμμή. ΠΡΑΞ. Λοιπόν βιαστείτε, γιατ᾽ όποιος δεν προλάβει να βρεθεί στη σύναξη πριν φέξει, τονε διώχνουν και δεν παίρνει οβολό μηδέ καρφί. |
| Εκκλ_285 | ΧΟΡΟΣ ὥρα προβαίνειν, ὦνδρες, ἡμῖν ἐστι· τοῦτο γὰρ χρὴ μεμνημένας ἀεὶ λέγειν, ὡς μήποτ᾽ ἐξολίσθῃ ἡμᾶς. ὁ κίνδυνος γὰρ οὐχὶ μικρός, ἢν ἁλῶμεν ἐνδυόμεναι κατὰ σκότον τόλμημα τηλικοῦτον. χωρῶμεν εἰς ἐκκλησίαν, ὦνδρες· ἠπείλησε γὰρ [στρ.] | ΧΟΡΟΣ Καιρός να ξεκινάμε, ως άντρες — και τη λέξη αυτή να την καρφώσετε στο νου και να τη συχνολέτε, μη σας γλιστρήσει. Ο κίντυνος μεγάλος, αν μας πιάσουν που τόσο απόκοτη δουλειά στα σκοτεινά σκαρώσαμε. Εμπρός. Για τη συνέλευση, παλίκαροι αντρειωμένοι. [στρ.] |
| Εκκλ_290 | ὁ θεσμοθέτης, ὃς ἂν μὴ πρῲ πάνυ τοῦ κνέφους ἥκῃ κεκονιμένος, στέργων σκοροδάλμῃ βλέπων ὑπότριμμα, μὴ δώσειν τὸ τριώβολον. ἀλλ᾽, ὦ Χαριτιμίδη καὶ Σμίκυθε καὶ Δράκης, ἕπου κατεπείγων, σαυτῷ προσέχων ὅπως | Μας φοβερίζει ο Θεσμοθέτης: που δεν ερθεί αξημέρωτα κι αλευρωμένος σκόνη να ζέχνει σκορδοστούμπι με μούτρα ξινολάχανα, τριώβολο δεν παίρνει. Σβέλτα, Χαρίτο, σβέλτα και Δράκο και Σμικύθη, κουνάτε τα ξερά σας, |
| Εκκλ_295 | μηδὲν παραχορδιεῖς ὧν δεῖ σ᾽ ἀποδεῖξαι· ὅπως δὲ τὸ σύμβολον λαβόντες ἔπειτα πλησίοι καθεδούμεθ᾽, ὡς ἂν χειροτονῶμεν ἅπανθ᾽ ὁπόσ᾽ ἂν δέῃ τὰς ἡμετέρας φίλας. καίτοι τί λέγω; φίλους γὰρ χρῆν μ᾽ ὀνομάζειν. | και μην καταπροδώσετε αυτά που σας παράγγειλα. Και μόλις θα φουχτώσουμε στην είσοδο τη μάρκα μας, να κάτσουμε πλάι πλάι το χέρι να σηκώνουμε σ᾽ ό,τι θα λεν οι «φίλες»! Αχ, είπα «φίλες», συφορά! αντίς να λέγω οι «φίλοι». |
| Εκκλ_300 | ὅρα δ᾽ ὅπως ὠθήσομεν τούσδε τοὺς ἐξ ἄστεως [ἀντ.] ἥκοντας, ὅσοι πρὸ τοῦ μέν, ἡνίκ᾽ ἔδει λαβεῖν ἐλθόντ᾽ ὀβολὸν μόνον, καθῆντο λαλοῦντες ἐν τοῖς στεφανώμασιν, νυνὶ δ᾽ ἐνοχλοῦσ᾽ ἄγαν. ἀλλ᾽ οὐχί, Μυρωνίδης ὅτ᾽ ἦρχεν ὁ γεννάδας, οὐδεὶς ἂν ἐτόλμα | Εμπρός! μη μας προκάνουν οι χαζοί πρωτευουσιάνοι. [αντ.] Νά τους κοπάδι κουβαλιόνται, μα πριν, όντας πλερώνονταν ένα οβολό μονάχα, καθόνταν στην Αγορά και σαλιαρίζαν. Κοίτα τους πώς τώρα πηλαλάνε. Αλλ᾽ όντας κυβερνούσε ο μέγας Μυρωνίδης, κανείς δεν πλερωνόταν, |
| Εκκλ_305 | τὰ τῆς πόλεως διοικεῖν ἀργύριον φέρων· ἀλλ᾽ ἧκεν ἕκαστος ἐν ἀσκιδίῳ φέρων πιεῖν ἅμα τ᾽ ἄρτον αὖον καὶ δύο κρομμύω καὶ τρεῖς ἂν ἐλάας. νυνὶ δὲ τριώβολον ζητοῦσι λαβεῖν, ὅταν πράττωσί τι κοινὸν | αλλά το χρέος του έκαμνε. Κι απ᾽ το χωριό κουβάλαγε καθένας στο ταγάρι του κρασάκι και ξερόψωμο δυο κρέμμυδα προσφάι και τρεις ελιές — μα σήμερα τριώβολο ζητάνε. Που δωρεάν υπηρετεί |
| Εκκλ_310 | ὥσπερ πηλοφοροῦντες. | για χαμαλίκι το ᾽χει. (Ο Χορός φεύγει. Βγαίνει ο Βλέπυρος στο κατώφλι της πόρτας του με γυναικείες παντόφλες και κουκουλωμένος μ᾽ ένα σάλι.) |
| ΒΛΕΠΥΡΟΣ (σύζυγος ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ) τί τὸ πρᾶγμα; ποῖ ποθ᾽ ἡ γυνὴ φρούδη ᾽στί μοι; ἐπεὶ πρὸς ἕω νῦν γ᾽ ἐστίν, ἡ δ᾽ οὐ φαίνεται. ἐγὼ δὲ κατάκειμαι πάλαι χεζητιῶν, τὰς ἐμβάδας ζητῶν λαβεῖν ἐν τῷ σκότῳ | ΒΛΕΠΥΡΟΣ (σύζυγος ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ) Τί συμβαίνει; Πού χάθηκε η γυναίκα μου; Ξημέρωσε και πουθενά δεν είναι. Κρεβατωμένος, με κωλοπηλάλα στα σκοτεινά ψαχούλευα για νά ᾽βρω |
| Εκκλ_315 | καὶ θοἰμάτιον. ὅτε δὴ δ᾽ ἐκεῖνο ψηλαφῶν οὐκ ἐδυνάμην εὑρεῖν, ὁ δ᾽ ἤδη τὴν θύραν ἐπεῖχε κρούων, ὅδε Κόπρειος, λαμβάνω τουτὶ τὸ τῆς γυναικὸς ἡμιδιπλοίδιον, καὶ τὰς ἐκείνης Περσικὰς ὑφέλκομαι. | παπούτσια και σκουτιά μου, μα δεν τα ᾽βρισκα. Κι όλο πιότερο χτύπααν της κοιλιάς μου την πόρτα, για να βγούνε τα λουκάνικα. Αρπάω κι εγώ το σάλι της κυράς μου, και φοράω τα σμυρνέικα πασουμάκια της. |
| Εκκλ_320 | ἀλλ᾽ ἐν καθαρῷ ποῦ, ποῦ τις ἂν χέσας τύχοι; ἢ πανταχοῦ τοι νυκτός ἐστιν ἐν καλῷ; οὐ γάρ με νῦν χέζοντά γ᾽ οὐδεὶς ὄψεται. οἴμοι κακοδαίμων, ὅτι γέρων ὢν ἠγόμην γυναῖχ᾽. ὅσας εἴμ᾽ ἄξιος πληγὰς λαβεῖν. | Μα πού να βρω μια καθαρή γωνιά να βγάλω τ᾽ άντερά μου; Νύχτα τώρα, παντού καλά, ποιός θα με δει… Κατάρα που πήγα και παντρεύτηκα στα γέρα με νια γυναίκα! Ξύλο μού χρειάζεται! |
| Εκκλ_325 | οὐ γάρ ποθ᾽ ὑγιὲς οὐδὲν ἐξελήλυθεν δράσουσ᾽. ὅμως δ᾽ οὖν ἐστιν ἀποπατητέον. | Για καλό δε μου το ᾽σκασε απ᾽ το σπίτι… Αλλά πρώτα να ξαλαφρώσω κάπου. |
| (Σηκώνει το ρούχο του και κάθεται ν᾽ αδειάσει. Ένας γείτονας ακούγοντας του Βλέπυρου τ᾽ αγκομαχητό ανοίγει το παραθύρι). |
| ΓΕΙΤΟΝΑΣ Α τίς ἐστιν; οὐ δήπου Βλέπυρος ὁ γειτνιῶν; ΒΛΕΠ. νὴ τὸν Δί᾽ αὐτὸς δῆτ᾽ ἐκεῖνος. ΓΕΙΤ Α εἰπέ μοι, τί τοῦτό σοι τὸ πυρρόν ἐστιν; οὔ τί που | ΓΕΙΤΟΝΑΣ Α Ποιός είναι εκεί; Ο γείτονάς μου ο Βλέπυρος; ΒΛΕΠ. Μά τον Δία, όλος κι όλος, καθώς βλέπεις. ΓΕΙΤ Α Και ποιός σε κιτρινόχεσε πατόκορφα; |
| Εκκλ_330 | Κινησίας σου κατατετίληκέν; ΒΛΕΠ. ποθεν; οὔκ, ἀλλὰ τῆς γυναικὸς ἐξελήλυθα τὸ κροκωτίδιον ἀμπισχόμενος οὑνδύεται. ΓΕΙΤ Α τὸ δ᾽ ἱμάτιόν σου ποῦ ᾽στιν; ΒΛΕΠ. οὐκ ἔχω φράσαι. ζητῶν γὰρ αὔτ᾽ οὐχ ηὗρον ἐν τοῖς στρώμασιν. | Ο τσιρλιάρης ποιητάκος Κινησίας; ΒΛΕΠ. Όχι. Αρπαχτά τυλίχτηκα το σάλι της κυράς μου για νά ᾽βγω. ΓΕΙΤ Α Και πού τα ᾽χεις τα ρούχα τα δικά σου; ΒΛΕΠ. Πού να ξέρω; Έψαξα τα στρωσίδια, μα δεν ήταν. |
| Εκκλ_335 | ΓΕΙΤ Α εἶτ᾽ οὐδὲ τὴν γυναῖκ᾽ ἐκέλευσάς σοι φράσαι; ΒΛΕΠ. μὰ τὸν Δί᾽· οὐ γὰρ ἔνδον οὖσα τυγχάνει, ἀλλ᾽ ἐκτετρύπηκεν λαθοῦσά μ᾽ ἔνδοθεν· ὃ καὶ δέδοικα μή τι δρᾷ νεώτερον. ΓΕΙΤ Α νὴ τὸν Ποσειδῶ, ταὐτὰ τοίνυν ἄντικρυς | ΓΕΙΤ Α Δεν είπες της κυράς σου να σ᾽ τα δώσει; ΒΛΕΠ. Ποιάν κυρά μου; Την έχασα κι αυτήνε. Ξεπόρτισε κλεφτάτα από το σπίτι και φοβάμαι πολύ μη μου σκαρώσει καμιά βρομοδουλειά. ΓΕΙΤ Α Μα τα δικά μου, τα ίδια κι απαράλλαχτα, έπαθές τα. |
| Εκκλ_340 | ἐμοὶ πέπονθας. καὶ γὰρ ᾗ ξύνειμ᾽ ἐγὼ φρούδη ᾽στ᾽ ἔχουσα θοἰμάτιον οὑγὼ ᾽φόρουν. κοὐ τοῦτο λυπεῖ μ᾽, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐμβάδας. οὔκουν λαβεῖν γ᾽ αὐτὰς ἐδυνάμην οὐδαμοῦ. ΒΛΕΠ. μὰ τὸν Διόνυσον, οὐδ᾽ ἐγὼ γὰρ τὰς ἐμὰς | Κι εμένανε μου το ᾽σκασε η συμβία με τα δικά μου ρούχα. Δε με νοιάζει τόσο γι᾽ αυτά. Μου πήρε και τα πέδιλα. Δεν μπόρεσα να τά ᾽βρω πουθενά. ΒΛΕΠ. Κι εγώ δε βρήκα τα λακωνικά μου |
| Εκκλ_345 | Λακωνικάς· ἀλλ᾽ ὡς ἔτυχον χεζητιῶν, ἐς τὼ κοθόρνω τὼ πόδ᾽ ἐνθεὶς ἵεμαι, ἵνα μὴ ᾽γχέσαιμ᾽ ἐς τὴν σισύραν· φανὴ γὰρ ἦν. ΓΕΙΤ Α τί δῆτ᾽ ἂν εἴη; μῶν ἐπ᾽ ἄριστον γυνὴ κέκληκεν αὐτὴν τῶν φίλων; ΒΛΕΠ. γνώμην γ᾽ ἐμήν. | χοντροπάπουτσα. Μ᾽ έσφιγγε η κοιλιά μου! Αρπάζοντας λοιπόν τα πασουμάκια της πετάχτηκα στο δρόμο. Λίγο ακόμα θα γέμιζα την άσπρη μας φλοκάτα. ΓΕΙΤ Α Τί να συμβαίνει; Κάποια φιλενάδα τις κάλεσε, υποθέτω, σε τραπέζι. ΒΛΕΠ. Κι εμέν᾽ αυτή ᾽ναι η γνώμη μου. Η κυρά μου, |
| Εκκλ_350 | οὔκουν πονηρά γ᾽ ἐστὶν ὅ τι κἄμ᾽ εἰδέναι. ΓΕΙΤ Α ἀλλὰ σὺ μὲν ἱμονιάν τιν᾽ ἀποπατεῖς· ἐμοὶ δ᾽ ὥρα βαδίζειν ἐστὶν εἰς ἐκκλησίαν, ἤνπερ λάβω θοἰμάτιον, ὅπερ ἦν μοι μόνον. ΒΛΕΠ. κἄγωγ᾽, ἐπειδὰν ἀποπατήσω· νῦν δέ μοι | όσο ξέρω, είναι τίμια και πιστή. ΓΕΙΤ Α Συ βγάζε την καλούμα σου. Εγώ βιάζομαι να πάω στη λαοσύναξη, αν θα βρω την πατατούκα τη μονάκριβή μου. ΒΛΕΠ. Ίδια κι εγώ. Μα πρώτα να τελειώσω. |
| Εκκλ_355 | ἀχράς τις ἐγκλῄσασ᾽ ἔχει τὰ σιτία. ΓΕΙΤ Α μῶν ἣν Θρασύβουλος εἶπε τοῖς Λακωνικοῖς; ΒΛΕΠ. νὴ τὸν Διόνυσον, ἐνέχεται γοῦν μοι σφόδρα. ἀτὰρ τί δράσω; καὶ γὰρ οὐδὲ τοῦτό με μόνον τὸ λυποῦν ἐστιν, ἀλλ᾽ ὅταν φάγω, | Κάποια γκορτσιά μού βούλωσε τον πάτο. ΓΕΙΤ Α Ποιά γκορτσιά; Κείνη που ᾽φαγε ο Θρασύβουλος, για να βραχνιάσει και να μην μπορεί να βγάλει λόγο στους Σπαρτιάτες πρέσβεις; (Ο γείτονας κλείνει το παραθύρι.) ΒΛΕΠ. Μά το Διόνυσο! Κόλλησε. Δε βγαίνει. Τί να κάνω; Δεν είναι αυτό μονάχα το βάσανο. Φοβούμαι, αν ξαναφάγω, |
| Εκκλ_360 | ὅποι βαδιεῖταί μοι τὸ λοιπὸν ἡ κόπρος. νῦν μὲν γὰρ οὗτος βεβαλάνωκε τὴν θύραν, ὅστις ποτ᾽ ἔσθ᾽ ἅνθρωπος Ἀχραδούσιος. τίς ἂν οὖν ἰατρόν μοι μετέλθοι καὶ τίνα; τίς τῶν κατὰ πρωκτὸν δεινός ἐστι τὴν τέχνην; | δε θα μπορούνε τα φαγιά να βγαίνουν. Ο μάγκας ο Γκορτσάς μού την αμπάρωσε την πόρτα. Βάι! φωνάχτε μου γιατρό τον πιο τεχνίτη πισινογιατρό. |
| Εκκλ_365 | ἆρ᾽ οἶδ᾽, Ἀμύνων. ἀλλ᾽ ἴσως ἀρνήσεται. Ἀντισθένη τις καλεσάτω πάσῃ τέχνῃ. οὗτος γὰρ ἁνὴρ ἕνεκά γε στεναγμάτων οἶδεν τί πρωκτὸς βούλεται χεζητιῶν. ὦ πότνι᾽ Ἱλείθυα μή με περιίδῃς | Τον Αμύνωνα; Αυτός αρνιέται. Τότες όπως όπως τον Αντισθένη, αυτός ο βογγομάρας, ξέρει τί χρειάζονται όταν βογγάνε τα κωλάντερά μας. Βόηθα με συ, θεϊκιά μαμή μου Ειλείθυια. |
| Εκκλ_370 | διαρραγέντα μηδὲ βεβαλανωμένον, ἵνα μὴ γένωμαι σκωραμὶς κωμῳδική. ΧΡΕΜΗΣ οὗτος, τί ποιεῖς; οὔ τί που χέζεις; ΒΛΕΠ. ἐγώ; οὐ δῆτ᾽ ἔτι γε μὰ τὸν Δί᾽, ἀλλ᾽ ἀνίσταμαι. ΧΡΕΜ. τὸ τῆς γυναικὸς δ᾽ ἀμπέχει χιτώνιον; | Ξεγέννησέ με, θα κρεπάρω ο δόλιος, καθοίκι θα γενώ ξεπατωμένο. (Μπαίνει ο Χρέμης) ΧΡΕΜΗΣ Ε συ! Τί κάνεις; Φανερά κοπρίζεις; ΒΛΕΠ. Εμένα λες; Τέλειωσα πια. Σηκώνομαι. (σηκώνεται) ΧΡΕΜ. Και πώς έτσι, ντυμένος με φουστάνι; |
| Εκκλ_375 | ΒΛΕΠ. ἐν τῷ σκότῳ γὰρ τοῦτ᾽ ἔτυχον ἔνδον λαβών. ἀτὰρ πόθεν ἥκεις ἐτεόν; ΧΡΕΜ. ἐξ ἐκκλησίας. ΒΛΕΠ. ἤδη λέλυται γάρ; ΧΡΕΜ. νὴ Δί᾽ ὄρθριον μὲν οὖν. καὶ δῆτα πολὺν ἡ μίλτος, ὦ Ζεῦ φίλτατε, γέλων πάρεσχεν, ἣν προσέρραινον κύκλῳ. | ΒΛΕΠ. Σκοτεινά μες στην κάμαρ᾽ αυτό πιάσανε τα χέρια μου. Και συ από πού ξεφύτρωσες; ΧΡΕΜ. Απ᾽ την Πνύκα. ΒΛΕΠ. Και τέλειωσεν η σύναξη; ΧΡΕΜ. Ναι, μά τον Δία. Νωρίς. Τα ξημερώματα. Κι έτρεξε τόσο πλήθος, που το βρέχανε γύρω γύρω με κοκκινομπογιά να σκορπιστεί και χαχανίζαμε όλοι. |
| Εκκλ_380 | ΒΛΕΠ. τὸ τριώβολον δῆτ᾽ ἔλαβες; ΧΡΕΜ. εἰ γὰρ ὤφελον. ἀλλ᾽ ὕστερος νῦν ἦλθον, ὥστ᾽ αἰσχύνομαι μὰ τὸν Δί᾽ οὐδέν᾽ ἄλλον ἢ — τὸν θύλακον. ΒΛΕΠ. τὸ δ᾽ αἴτιον τί; ΧΡΕΜ. πλεῖστος ἀνθρώπων ὄχλος, ὅσος οὐδεπώποτ᾽, ἦλθ᾽ ἁθρόος ἐς τὴν πύκνα. | ΒΛΕΠ. Το τριώβολο το φούχτωσες; ΧΡΕΜ. Μακάρι! Άργησ᾽ ευτούνη τη φορά και ντρέπομαι όχι τίποτες άλλο, μα την τσέπη μου. ΒΛΕΠ. Πώς έτσι; ΧΡΕΜ. Μαζευτήκανε στο λόφο ανθρωπομάνι πήχτρα, όσο ποτές. |
| Εκκλ_385 | καὶ δῆτα πάντας σκυτοτόμοις ᾐκάζομεν ὁρῶντες αὐτούς. οὐ γὰρ ἀλλ᾽ ὑπερφυῶς ὡς λευκοπληθὴς ἦν ἰδεῖν ἡκκλησία· ὥστ᾽ οὐκ ἔλαβον οὔτ᾽ αὐτὸς οὔτ᾽ ἄλλοι συχνοί. ΒΛΕΠ. οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἂν ἐγὼ λάβοιμι νῦν ἐλθών; ΧΡΕΜ. πόθεν; | Με τσαγκαράδες μοιάζανε ασπρουλιάρηδες που ο γήλιος δεν τους βλέπει. Και παράξενο! Ήταν γεμάτ᾽ η σύναξη άσπρα μούτρα. Πού να πάρω μιστό κι εγώ και χίλιοι; ΒΛΕΠ. Ώστε, άμα πάω τώρα κι εγώ, δεν έχει; |
| Εκκλ_390 | οὐδ᾽ εἰ μὰ Δία τότ᾽ ἦλθες, ὅτε τὸ δεύτερον ἁλεκτρυὼν ἐφθέγγετ᾽. ΒΛΕΠ. οἴμοι δείλαιος. Ἀντίλοχ᾽, ἀποίμωξόν με τοῦ τριωβόλου τὸν ζῶντα μᾶλλον· τἀμὰ γὰρ διοίχεται. ἀτὰρ τί τὸ πρᾶγμ᾽ ἦν, ὅτι τοσοῦτον χρῆμ᾽ ὄχλου | ΧΡΕΜ. Κι αν έφτανες πριχού λαλήσει ο κόκορας για δεύτερη φορά. ΒΛΕΠ. (με ύφος τραγικό, κοροϊδεύοντας στίχους του Αισχύλου) Κακομοιριά μου! Το μακαρίτη κλάφτε τον Τριώβολο, μα πιο πολύ τον ζωντανό εμένα! Πάει!… Χάθηκα! (Στο Χρέμη) Και πες μου για ποιό λόγο |
| Εκκλ_395 | οὕτως ἐν ὥρᾳ ξυνελέγη; ΧΡΕΜ. τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ ἔδοξε τοῖς πρυτάνεσι περὶ σωτηρίας γνώμας καθεῖναι τῆς πόλεως; κᾆτ᾽ εὐθέως πρῶτος Νεοκλείδης ὁ γλάμων παρείρπυσεν. κἄπειθ᾽ ὁ δῆμος ἀναβοᾷ πόσον δοκεῖς· | τόσο πλήθος μαζεύτηκε αξημέρωτα; ΧΡΕΜ. Να συζητήσουν θέλανε οι πρυτάνοι πώς θα σωθεί η πατρίδα. Πρώτος πρώτος κουφογλιστρώντας μέσα από το πλήθος καβάλησε το βήμα ο Νεοκλείδης, ο τσιμπλιάρης. Ουρλιάζαν οι συνέδροι: |
| Εκκλ_400 | «οὐ δεινὰ τολμᾶν τουτονὶ δημηγορεῖν, καὶ ταῦτα περὶ σωτηρίας προκειμένου, ὃς αὐτὸς αὑτῷ βλεφαρίδ᾽ οὐκ ἐσώσατο;» ὁ δ᾽ ἀναβοήσας καὶ περιβλέψας ἔφη· «τί δαί με χρὴ δρᾶν;» ΒΛΕΠ. «σκόροδ᾽ ὁμοῦ τρίψαντ᾽ ὀπῷ | «πώς τολμάει ο ξετσίπωτος να θέλει να σώσει την πατρίδα, αφού δεν μπόρεσε να σώσει ως τώρα ούτ᾽ ένα τσίνορό του;». Κι αυτός γυροκοιτάζοντας ξεφώνιζε: Τί να κάνω λοιπόν; ΒΛΕΠ. Νά τί θα του ᾽λεγα, |
| Εκκλ_405 | τιθύμαλλον ἐμβαλόντα τοῦ Λακωνικοῦ σαυτοῦ παραλείφειν τὰ βλέφαρα τῆς ἑσπέρας», ἔγωγ᾽ ἂν εἶπον, εἰ παρὼν ἐτύγχανον. ΧΡΕΜ. μετὰ τοῦτον Εὐαίων ὁ δεξιώτατος παρῆλθε γυμνός, ὡς ἐδόκει τοῖς πλείοσιν· | αν εγώ ήμουν εκεί: Πάρε γουδί, τρίψε φλόμο, πικραγγουριά και σκόρδο κι αποβραδίς τα μάτια σου ν᾽ αλείψεις. ΧΡΕΜ. Ύστερα νά σου ο ατσίδας ο Πολυζώης γυμνός προβαίνει (έτσι τον βλέπαν όλοι, |
| Εκκλ_410 | αὐτός γε μέντοὔφασκεν ἱμάτιον ἔχειν. κἄπειτ᾽ ἔλεξε δημοτικωτάτους λόγους· «ὁρᾶτε μέν με δεόμενον σωτηρίας τετραστατήρου καὐτόν· ἀλλ᾽ ὅμως ἐρῶ ὡς τὴν πόλιν καὶ τοὺς πολίτας σώσετε. | γιατί ήταν κατατρύπιος ο μαντύας του) και αρχίνισε να σκούζει ο δημοκράτης: Κοιτάτε με, εγώ πρώτος έχω ανάγκη να σωθώ —θα μου ᾽φτάναν λίγα δίδραχμα— μολοντούτο θα σας φωτίσω εγώ, πώς θα σωθούμε πόλη και πολίτες. |
| Εκκλ_415 | ἢν γὰρ παρέχωσι τοῖς δεομένοις οἱ κναφῆς χλαίνας, ἐπειδὰν πρῶτον ἥλιος τραπῇ, πλευρῖτις ἡμῶν οὐδέν᾽ ἂν λάβοι ποτέ. ὅσοις δὲ κλίνη μή ᾽στι μηδὲ στρώματα, ἰέναι καθευδήσοντας ἀπονενιμμένους | Αν όλα τ᾽ αργαστήρια των μαλλιών, όταν αρχίζει ο γήλιος να κρυώνει, χαρίζανε παλτά σ᾽ όσους δεν έχουν, κανένας δε θα πάθαινε πλευρίτη. Κι όποιοι δεν έχουν στρώμα και κρεβάτι να πηγαίνουν πλυμένοι να κοιμούνται |
| Εκκλ_420 | ἐς τῶν σκυλοδεψῶν· ἢν δ᾽ ἀποκλῄῃ τῇ θύρᾳ χειμῶνος ὄντος, τρεῖς σισύρας ὀφειλέτω.» ΒΛΕΠ. νὴ τὸν Διόνυσον χρηστά γ᾽. εἰ δ᾽ ἐκεῖνά γε προσέθηκεν, οὐδεὶς ἀντεχειροτόνησεν ἄν, τοὺς ἀλφιταμοιβοὺς τοῖς ἀπόροις τρεῖς χοίνικας | στα γουναράδικα. Όμως αν τους κλείσει την πόρτα του κανείς, στο μεσοχείμωνο, πρόστιμο να πληρώνει γούνες τρεις. ΒΛΕΠ. Α, μά το Βάκχο, τα είπε γνωστικά. Να πρόσθετε όμως: όλοι οι αλευρέμποροι να δίνουνε στους νηστικούς τ᾽ αλεύρι |
| Εκκλ_425 | δεῖπνον παρέχειν ἅπασιν ἢ κλάειν μακρά, ἵνα τοῦτ᾽ ἀπέλαυσαν Ναυσικύδους τἀγαθόν. ΧΡΕΜ. μετὰ τοῦτο τοίνυν εὐπρεπὴς νεανίας λευκός τις ἀνεπήδησ᾽ ὅμοιος Νικίᾳ δημηγορήσων, κἀπεχείρησεν λέγειν | της ημέρας κι ο που αρνηθεί να δώσει, να ξυλίζεται. Τότες μια χαρά θα ζούσε η φτώχεια δίπλα στην κλεψιά. ΧΡΕΜ. Τότ᾽ ένας μορφονιός και κρινομάγουλος στο βήμ᾽ απάνου πήδηξε κι αρχίζει με την ψιλή φωνή του ν᾽ αγορεύει: |
| Εκκλ_430 | ὡς χρὴ παραδοῦναι ταῖς γυναιξὶ τὴν πόλιν. εἶτ᾽ ἐθορύβησαν κἀνέκραγον ὡς εὖ λέγοι, τὸ σκυτοτομικὸν πλῆθος, οἱ δ᾽ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἀνεβορβόρυξαν. ΒΛΕΠ. νοῦν γὰρ εἶχον, νὴ Δία. ΧΡΕΜ. ἀλλ᾽ ἦσαν ἥττους· ὁ δὲ κατεῖχε τῇ βοῇ, | «Είναι καιρός να παραδώσουν οι άντρες την πολιτεία στων γυναικών τα χέρια». Κι ευτύς όλο το τσούρμο οι τσαγκαράδες ουρλιάζανε: «Χρυσόστομε, να ζήσεις»! Μα σύγκαιρα οι αγρότες θορυβούσαν. ΒΛΕΠ. Ανθρώποι μυαλωμένοι! ΧΡΕΜ. Μα λιγότεροι. Κι έτσ᾽ η φωνή του μορφονιού την έπνιγε τη δικιά τους μουρμούρα. |
| Εκκλ_435 | τὰς μὲν γυναῖκας πόλλ᾽ ἀγαθὰ λέγων, σὲ δὲ πολλὰ κακά. ΒΛΕΠ. καὶ τί εἶπε; ΧΡΕΜ. πρῶτον μέν σ᾽ ἔφη εἶναι πανοῦργον. ΒΛΕΠ. καὶ σέ; ΧΡΕΜ. μή πω τοῦτ᾽ ἔρῃ. κἄπειτα κλέπτην. ΒΛΕΠ. ἐμὲ μόνον; ΧΡΕΜ. καὶ νὴ Δία καὶ συκοφάντην. ΒΛΕΠ. ἐμὲ μόνον; ΧΡΕΜ. καὶ νὴ Δία | Δώσ᾽ του αράδιαζε πολλά καλά των γυναικών κι εμάς όλα ψυχρά κι ανάποδα. ΒΛΕΠ. Μα λέγε τα. ΧΡΕΜ. Είπε για σένα ότ᾽ είσαι απατεώνας. ΒΛΕΠ. Και τίποτα για σένα; ΧΡΕΜ. Μη ρωτάς. Ύστερα σ᾽ είπε κλέφτη. ΒΛΕΠ. Μόνο εμένα; ΧΡΕΜ. Εσένα, μά τον Δία, και συκοφάντη. ΒΛΕΠ. Μονάχα εμένα; ΧΡΕΜ. (δείχνει όλο το ακροατήριο) Κι όλους |
| Εκκλ_440 | τωνδὶ τὸ πλῆθος. ΒΛΕΠ. τίς δὲ τοῦτ᾽ ἄλλως λέγει; ΧΡΕΜ. γυναῖκα δ᾽ εἶναι πρᾶγμ᾽ ἔφη νουβυστικὸν καὶ χρηματοποιόν. κοὔτε τἀπόρρητ᾽ ἔφη ἐκ Θεσμοφόροιν ἑκάστοτ᾽ αὐτὰς ἐκφέρειν, σὲ δὲ κἀμὲ βουλεύοντε τοῦτο δρᾶν ἀεί. | αυτουνούς. ΒΛΕΠ. Μα δεν υπάρχει γι᾽ αυτουνούς αντίρρηση. ΧΡΕΜ. Είναι η γυναίκα πλάσμα γνωστικό. Ξέρει να βρίσκει χρήματα. Δε βγάζει ποτές στη φόρα των Θεσμοφορίων τα μυστικά. Κι εμείς, εγώ και συ, τα ξερνάμε όλα μέσα στη Βουλή. |
| Εκκλ_445 | ΒΛΕΠ. καὶ νὴ τὸν Ἑρμῆν τοῦτό γ᾽ οὐκ ἐψεύσατο. ΧΡΕΜ. ἔπειτα συμβάλλειν πρὸς ἀλλήλας ἔφη ἱμάτια, χρυσί᾽, ἀργύριον, ἐκπώματα μόνας μόναις, οὐ μαρτύρων ἐναντίον, καὶ ταῦτ᾽ ἀποφέρειν πάντα κοὐκ ἀποστερεῖν· | ΒΛΕΠ. Σ᾽ αυτό, μά τον Ερμή, δεν κάνει λάθος. ΧΡΕΜ. Δανείζονται, είπε, συναμεταξύ τους χρυσαφικά και ασημικά και ρούχα και γυαλικά, χωρίς μαρτύρους, μόνες μια με μια και πάντα τα επιστρέφουν |
| Εκκλ_450 | ἡμῶν δὲ τοὺς πολλοὺς ἔφασκε τοῦτο δρᾶν. ΒΛΕΠ. νὴ τὸν Ποσειδῶ, μαρτύρων γ᾽ ἐναντίον. ΧΡΕΜ. οὐ συκοφαντεῖν, οὐ διώκειν, οὐδὲ τὸν δῆμον καταλύειν ἄλλα πολλὰ κἀγαθὰ ἕτερά τε πλεῖστα τὰς γυναῖκας εὐλόγει. | αλλ᾽ εμείς δώσ᾽ του δανεικά κι αγύριστα. ΒΛΕΠ. Και με μαρτύρους μάλιστα! ΧΡΕΜ. Δεν τρέχουν στα δικαστήρια, δε συκοφαντούνε, δεν καταλυούνε τη δημοκρατία… Είπε γι᾽ αυτές κι άλλα σωρό παινάδια. |
| Εκκλ_455 | ΒΛΕΠ. τί δῆτ᾽ ἔδοξεν; ΧΡΕΜ. ἐπιτρέπειν γε τὴν πόλιν ταύταις· ἐδόκει γὰρ τοῦτο μόνον ἐν τῇ πόλει οὔπω γεγενῆσθαι. ΒΛΕΠ. καὶ δέδοκται; ΧΡΕΜ. φήμ᾽ ἐγώ. ΒΛΕΠ. ἅπαντά τ᾽ αὐταῖς ἐστι προστεταγμένα ἃ τοῖσιν ἀστοῖς ἔμελεν; ΧΡΕΜ. οὕτω ταῦτ᾽ ἔχει. | ΒΛΕΠ. Κι ο λαός αποφάσισε; ΧΡΕΜ. Να δώσει την εξουσία στα θηλυκά. Κι αν τέτοιο δεν ξανάγινε ως τώρα, ας δοκιμάσουμε. ΒΛΕΠ. Και το ψηφίσαν; ΧΡΕΜ. Πι και φι! ΒΛΕΠ. Και τώρα την πάσαν εξουσία, που εμείς εχάσαμε, την πήραν οι γυναίκες; ΧΡΕΜ. Ναι! |
| Εκκλ_460 | ΒΛΕΠ. οὐδ᾽ ἐς δικαστήριον ἄρ᾽ εἶμ᾽, ἀλλ᾽ ἡ γυνή; ΧΡΕΜ. οὐδ᾽ ἔτι σὺ θρέψεις οὓς ἔχεις, ἀλλ᾽ ἡ γυνή. ΒΛΕΠ. οὐδὲ στένειν τὸν ὄρθρον ἔτι πρᾶγμ᾽ ἆρά μοι; ΧΡΕΜ. μὰ Δί᾽, ἀλλὰ ταῖς γυναιξὶ ταῦτ᾽ ἤδη μέλει· σὺ δ᾽ ἀστενακτὶ περδόμενος οἴκοι μενεῖς. | ΒΛΕΠ. Και τώρα στα δικαστήρια θα μαλλιοτραβιέται για μένανε η κυρά μου; ΧΡΕΜ. Θα ταγίζει εκείνη τα παιδιά σου και τους γέρους σας. ΒΛΕΠ. Κι ουδέ θ᾽ αγκομαχάω κάθε πρωί πώς θα βολέψω το καθημερνό μας; ΧΡΕΜ. Όχι! Γι᾽ αυτό θα γνοιάζεται η γυναίκα σου κι εσύ θα μένεις σπίτι σου να κλάνεις. |
| Εκκλ_465 | ΒΛ. ἐκεῖνο δεινὸν τοῖσιν ἡλίκοισι νώ, μὴ παραλαβοῦσαι τῆς πόλεως τὰς ἡνίας ἔπειτ᾽ ἀναγκάζωσι πρὸς βίαν— ΧΡΕΜ. τί δρᾶν; ΒΛΕΠ. κινεῖν ἑαυτάς. ΧΡΕΜ. ἢν δὲ μὴ δυνώμεθα; ΒΛΕΠ. ἄριστον οὐ δώσουσι. ΧΡΕΜ. σὺ δέ γε νὴ Δία | ΒΛΕΠ. Νά τί φοβάμαι, μήπως, όταν πάρουν στα χέρια τους τα γκέμια, εμάς τους γέρους μας βάζουν με το ζόρι… ΧΡΕΜ. Τί να κάνουμε; ΒΛΕΠ. Να καβαλάμε. ΧΡΕΜ. Κι όταν δεν μπορούμε; ΒΛΕΠ. Μάσα δεν έχει! ΧΡΕΜ. Το λοιπόν χαϊντάντιζε, |
| Εκκλ_470 | δρᾶ ταῦθ᾽, ἵν᾽ ἀριστᾷς τε καὶ κινῇς ἅμα. ΒΛΕΠ. τὸ πρὸς βίαν δεινότατον. ΧΡΕΜ. ἀλλ᾽ εἰ τῇ πόλει τοῦτο ξυνοίσει, ταῦτα χρὴ πάντ᾽ ἄνδρα δρᾶν. λόγος γέ τοί τις ἔστι τῶν γεραιτέρων, ἀνόηθ᾽ ὅσ᾽ ἂν καὶ μῶρα βουλευσώμεθα, | αν θέλεις να ᾽χεις μάσα και κοκό. ΒΛΕΠ. Με το στανιό; Χαθήκαμαν! ΧΡΕΜ. Αν όμως το θέλει της πατρίδας το συφέρο, πρέπει όλοι να υπακούσουμε, οι βαρβάτοι. Υπάρχει μια παλιά σοφή κουβέντα: Όσ᾽ άμυαλα κι ανόητ᾽ αποφασίζουμε |
| Εκκλ_475 | ἅπαντ᾽ ἐπὶ τὸ βέλτιον ἡμῖν ξυμφέρειν. καὶ ξυμφέροι γ᾽, ὦ πότνια Παλλὰς καὶ θεοί. ἀλλ᾽ εἶμι· σὺ δ᾽ ὑγίαινε. ΒΛΕΠ. καὶ σύ γ᾽, ὦ Χρέμης. | γυρνούνε σε καλό μας. Και πιστεύω, ω σεβαστή Παλλάδα κι όλ᾽ οι αθάνατοι, πως κι η σημερινή μας κουτουράδα σε καλό θα μας βγει. Και τώρα φεύγω. ΒΛΕΠ. Γεια σου, Χρέμη. |
ΧΟΡΟΣ ἔμβα χώρει. ἆρ᾽ ἔστι τῶν ἀνδρῶν τις ἡμῖν ὅστις ἐπακολουθεῖ; | (Μπαίνει από τα δεξιά ο Χορός των γυναικών, αντρικά ντυμένος.) ΧΟΡΟΣ Δρόμο! Βιαστείτε! Μπας και κανείς μαντράχαλος μας πήρε το κατόπι. |
| Εκκλ_480 | στρέφου, σκόπει, φύλαττε σαυτὴν ἀσφαλῶς, —πολλοὶ γὰρ οἱ πανοῦργοι—, μή πού τις ἐκ τοὔπισθεν ὢν τὸ σχῆμα καταφυλάξῃ. ἀλλ᾽ ὡς μάλιστα τοῖν ποδοῖν ἐπικτυπῶν βάδιζε. [στρ.] ἡμῖν δ᾽ ἂν αἰσχύνην φέροι | Κοιτάτε πάντα πίσω να προφυλάγεστε καλά, τι ᾽ναι πολύ αλεπούδες να μη μας πάρουν μυρωδιά πως είμαστε γυναίκες. Και περπατάτε ασίκικα βροντώντας το τακούνι [στρ.] τι θα ᾽ταν ολονώ μας |
| Εκκλ_485 | πάσαισι παρὰ τοῖς ἀνδράσιν τὸ πρᾶγμα τοῦτ᾽ ἐλεγχθέν. πρὸς ταῦτα συστέλλου σεαυτὴν καὶ περισκοπουμένη ‹τὰ πάντ᾽ ἄθρει,› κἀκεῖσε καὶ τἀκ δεξιᾶς, μὴ ξυμφορὰ γενήσεται τὸ πρᾶγμα. ἀλλ᾽ ἐγκονῶμεν· τοῦ τόπου γὰρ ἐγγύς ἐσμεν ἤδη, | ντροπή μεγάλη να μας πιάσουν άξαφνα στα πράσα. Να διπλοτυλιχτείτε και να γυροβιγλίζετε με μάτια δεκατέσσερα δεξιά ζερβά σας. Μη μας γενεί καταστροφή η άξια μας τούτη πράξη. Πιο γρήγορα και φτάνουμε πολύ κοντά στο μέρος, |
| Εκκλ_490 | ὅθενπερ εἰς ἐκκλησίαν ὡρμώμεθ᾽ ἡνίκ᾽ ᾖμεν. τὴν δ᾽ οἰκίαν ἔξεσθ᾽ ὁρᾶν, ὅθενπερ ἡ στρατηγὸς ἔσθ᾽, ἡ τὸ πρᾶγμ᾽ εὑροῦσ᾽ ὃ νῦν ἔδοξε τοῖς πολίταις. ὥστ᾽ εἰκὸς ἡμᾶς μὴ βραδύνειν ἔστ᾽ ἐπαναμενούσας [ἀντ.] πώγωνας ἐξηρτημένας, | απ᾽ όπου ξεκινήσαμε στη σύναξη να πάμε. Νά! Και το σπίτι φάνηκε της στρατηγίνας, που ᾽χε την έμπνευση που σήμερα την ψήφισε ο λαός μας. Γι᾽ αυτό να μην αργοπορούμε και στεκόμαστ᾽ έτσι [αντ.] με τα γένια τούτα. |
| Εκκλ_495 | μὴ καί τις ὄψεθ᾽ ἡμέρας χἠμῶν ἴσως κατείπῃ. ἀλλ᾽ εἶα δεῦρ᾽ ἐπὶ σκιᾶς ἐλθοῦσα πρὸς τὸ τειχίον παραβλέπουσα θἀτέρῳ πάλιν μετασκεύαζε σαυτὴν αὖθις ἥπερ ἦσθα. | Βγάλτε τα, μη μας δει κανείς και πάει και μας προδώσει. Εδώ στον ίσκιο ελάτε στη μάντρ᾽ αυτήνε απόγυρα και να γυροκοιτάτε να ξαναγίνουμε και πάλε ό,τ᾽ είμαστε: γυναίκες. |
| Εκκλ_500 | καὶ μὴ βράδυν᾽· ὡς τήνδε καὶ δὴ τὴν στρατηγὸν ἡμῶν χωροῦσαν ἐξ ἐκκλησίας ὁρῶμεν. ἀλλ᾽ ἐπείγου ἅπασα καὶ μίσει σάκον πρὸς τοῖν γναθοῖν ἔχουσα· χαὖται γὰρ ἥκουσιν πάλαι τὸ σχῆμα τοῦτ᾽ ἔχουσαι. ΠΡΑΞ. ταυτὶ μὲν ἡμῖν, ὦ γυναῖκες, εὐτυχῶς | Και μην χασομεράτε. Νά ζυγώνει η στρατηγίνα, γυρίζει από τη σύναξη. Τί στέκεστε; Βιαστείτε, πετάχτε από τα μάγουλα τις κατσικότριχές σας. Νά! Βλέπω οι άλλες κι έρχονται γυναίκες, σαν και πρώτα. ΠΡΑΞ. Καλά τα καταφέραμε ως την ώρα, |
| Εκκλ_505 | τὰ πράγματ᾽ ἐκβέβηκεν ἁβουλεύσαμεν. ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα πρίν τιν᾽ ἀνθρώπων ἰδεῖν, ῥιπτεῖτε χλαίνας, ἐμβὰς ἐκποδὼν ἴτω, χάλα συναπτοὺς ἡνίας Λακωνικάς, βακτηρίας ἄφεσθε. καὶ μέντοι σὺ μὲν | καθώς τα μελετήσαμε, ω γυναίκες. Τώρα βγάλτε τις χλαίνες και πετάχτε τ᾽ άρβυλα, πριν μας πάρει αντρίκιο μάτι. (Σε μιαν απ᾽ όλες) Ε συ, τί στέκεις; Λύσε τα κορδόνια σου. (Σ᾽ όλες) Όλες σας, ρίχτε πέρα τα ραβδιά σας. |
| Εκκλ_510 | ταύτας κατευτρέπιζ᾽· ἐγὼ δὲ βούλομαι εἴσω παρερπύσασα πρὶν τὸν ἄνδρα με ἰδεῖν, καταθέσθαι θοἰμάτιον αὐτοῦ πάλιν ὅθενπερ ἔλαβον τἄλλα θ᾽ ἁξηνεγκάμην. | (Στην Κορυφαία) Και συ, κυρά μου, σιάξε τις. Εγώ πάω, να γλιστρήσω μέσα μουλωχτά να μη με νιώσει ο μάπας, να γδυθώ τα ρούχα του και να τα ξαναβάλω όθες τα πήρα — κι ό,τι άλλο δικό του. |
ΧΟΡΟΣ κεῖται ‹καὶ› δὴ πάνθ᾽ ἅπερ εἶπας. σὸν δ᾽ ἔργον τἄλλα διδάσκειν, | (Οι γυναίκες του Χορού σωριάζουν χάμου τ᾽ αντρίκια ρούχα τους κ.λπ.) ΧΟΡΟΣ Όλα χάμου, γιά κοίτα, σωρός. Τώρα μάθε μας |
| Εκκλ_515 | ὅ τί σοι δρῶσαι ξύμφορον ἡμεῖς δόξομεν ὀρθῶς ὑπακούειν. οὐδεμιᾷ γὰρ δεινοτέρᾳ σου ξυμμείξασ᾽ οἶδα γυναικί. ΠΡΑΞ. περιμείνατέ νυν, ἵνα τῆς ἀρχῆς ἣν ἄρτι κεχειροτόνημαι, ξυμβούλοισιν πάσαις ὑμῖν χρήσωμαι. καὶ γὰρ ἐκεῖ μοι ἐν τῷ θορύβῳ καὶ τοῖς δεινοῖς ἀνδρειόταται γεγένησθε. | τα καλά και συμφέροντα κι όλες σ᾽ ακούμε… Από σένα πιο ξύπνια δεν είδαμε. ΠΡΑΞ. Τοιμαστείτε. Μ᾽ εκλέξατε πριν από λίγο κυβερνήτη του κράτους κι εγώ θα ᾽χω εσάς συμβουλάτορες σ᾽ ό,τι κι αν κάνω. Στης μάχης την αντάρα σταθήκαμε πρωτοπαλίκαρα. |
| (Τη στιγμή που πάει να μπει στο σπίτι της η Πραξαγόρα, βγαίνει ο Βλέπυρος ντυμένος γυναικεία.) |
| Εκκλ_520 | ΒΛΕΠ. αὕτη, πόθεν ἥκεις, Πραξαγόρα; ΠΡΑΞ. τί δ᾽, ὦ μέλε, σοὶ τοῦθ᾽; ΒΛΕΠ. ὅ τί μοι τοῦτ᾽ ἔστιν; ὡς εὐηθικῶς. ΠΡΑΞ. οὔ τοι παρὰ τοῦ μοιχοῦ γε φήσεις. ΒΛΕΠ. οὐκ ἴσως ἑνός γε. ΠΡΑΞ. καὶ μὴν βασανίσαι τουτί γέ σοι ἔξεστι. ΒΛΕΠ. πῶς; ΠΡΑΞ. εἰ τῆς κεφαλῆς ὄζω μύρου. | ΒΛΕΠ. Ρε καλώς την! Και πούθες; ΠΡΑΞ. Τί σε νοιάζει; ΒΛΕΠ. Τί με νοιάζει; Δεν είσαι στα καλά σου! ΠΡΑΞ. Δε θα πεις πως γυρίζω από κανέναν εραστή μου ΒΛΕΠ. Μακάρι να ᾽ταν ένας! ΠΡΑΞ. Μπορείς αμέσως να το βρεις… ΒΛΕΠ. Και πώς; ΠΡΑΞ. Γιά σκύψε στα μαλλιά μου εδώ. Μυρίζουν; |
| Εκκλ_525 | ΒΛΕΠ. τί δ᾽; οὐχὶ βινεῖται γυνὴ κἄνευ μύρου; ΠΡΑΞ. οὐ δὴ, τάλαιν᾽, ἔγωγε. ΒΛΕΠ. πῶς οὖν ὄρθριον ᾤχου σιωπῇ θοἰμάτιον λαβοῦσά μου; ΠΡΑΞ. γυνή μέ τις νύκτωρ ἑταίρα καὶ φίλη μετεπέμψατ᾽ ὠδίνουσα. ΒΛΕΠ. κᾆτ᾽ οὐκ ἦν ἐμοὶ | ΒΛΕΠ. Δίχως μύρα δε γίνεται η δουλειά; ΠΡΑΞ. Εγώ ποτές! ΒΛΕΠ. Γιατί λοιπόν μου το ᾽σκασες νύχτα, ντυμένη τα δικά μου ρούχα; ΠΡΑΞ. Έστειλε και με κάλεσε μια φίλη μου γειτόνισσα. Την είχαν πιάσ᾽ οι πόνοι. ΒΛΕΠ. Και γιατί δε μου το ᾽λεγες |
| Εκκλ_530 | φράσασαν ἰέναι; ΠΡΑΞ. τῆς λεχοῦς δ᾽ οὐ φροντίσαι οὕτως ἐχούσης, ὦνερ; ΒΛΕΠ. εἰποῦσάν γέ μοι. ἀλλ᾽ ἔστιν ἐνταῦθά τι κακόν. ΠΡΑΞ. μὰ τὼ θεώ, ἀλλ᾽ ὥσπερ εἶχον ᾠχόμην· ἐδεῖτο δὲ ἥπερ μεθῆκέ μ᾽ ἐξιέναι πάσῃ τέχνῃ. | πριν φύγεις; ΠΡΑΞ. Καιρό δεν είχα, ήτανε βία να τρέξω, κιντύνευε η γυναίκα. ΒΛΕΠ. Με μια λέξη που θα ᾽λεγες, δε χανόνταν ο κόσμος! Καμιά βρομοδουλειά… ΠΡΑΞ. Μά το ζευγάρι των θηλυκών θεών: Δήμητρα ‒ Κόρη, πετάχτηκα, όπως ήμουνα. Η γυναίκα με ξόρκιζε να τρέξω κι όπως όπως. |
| Εκκλ_535 | ΒΛΕΠ. εἶτ᾽ οὐ τὸ σαυτῆς ἱμάτιον ἐχρῆν σ᾽ ἔχειν; ἀλλ᾽ ἔμ᾽ ἀποδύσασ᾽ ἐπιβαλοῦσα τοὔγκυκλον ᾤχου καταλιποῦσ᾽ ὡσπερεὶ προκείμενον, μόνον οὐ στεφανώσασ᾽ οὐδ᾽ ἐπιθεῖσα λήκυθον. ΠΡΑΞ. ψῦχος γὰρ ἦν, ἐγὼ δὲ λεπτὴ κἀσθενής· | ΒΛΕΠ. Και δεν μπορούσες να ντυθείς τα ρούχα σου, μόνο άρπαξες απ᾽ τα σκεπάσματά μου το δικό μου μαντύα και ρίχνοντάς μου την ομπόλια σου γίνηκες καπνός; Μ᾽ αφήκες μαργωμένον ίδιο λείψανο — θυμιατήρι μού λείπαν και στεφάνι. ΠΡΑΞ. Έκανε κρύο κι εγώ λεπτή και αδύναμη |
| Εκκλ_540 | ἔπειθ᾽ ἵν᾽ ἀλεαίνοιμι, τοῦτ᾽ ἠμπεσχόμην. σὲ δ᾽ ἐν ἀλέᾳ κατακείμενον καὶ στρώμασιν κατέλιπον, ὦνερ. ΒΛΕΠ. αἱ δὲ δὴ Λακωνικαὶ ᾤχοντο μετὰ σοῦ κατὰ τί χἠ βακτηρία; ΠΡΑΞ. ἵνα θοἰμάτιον σώσαιμι, μεθυπεδησάμην | σου πήρα το μαντύα σου για προφύλαξη και σ᾽ άφησα ζεστόν μες στα παπλώματα. ΒΛΕΠ. Και μαζί σου κάναν φτερά και φύγαν αρβύλες και ραβδί μου. ΠΡΑΞ. Για να σώσω τα ρούχα σου απ᾽ τους κλέφτες, καμωνόμουνα |
| Εκκλ_545 | μιμουμένη σε καὶ κτυποῦσα τοῖν ποδοῖν καὶ τοὺς λίθους παίουσα τῇ βακτηρίᾳ. ΒΛΕΠ. οἶσθ᾽ οὖν ἀπολωλεκυῖα πυρῶν ἑκτέα, ὃν χρῆν ἔμ᾽ ἐξ ἐκκλησίας εἰληφέναι; ΠΡΑΞ. μὴ φροντίσῃς· ἄρρεν γὰρ ἔτεκε παιδίον. | τον άντρα και βροντούσα τα ποδάρια μου και χτυπούσα με το ραβδί τις πέτρες. ΒΛΕΠ. Με μπόδισες να πάω στη λαοσύναξη και χάσαμε τρεις οβολούς σιτάρι. ΠΡΑΞ. Μη χολοσκάς και γέννησε αγοράκι… |
| Εκκλ_550 | ΒΛΕΠ. ἡκκλησία; ΠΡΑΞ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ἣν ἐγᾠχόμην. ἀτὰρ γεγένηται; ΒΛΕΠ. ναὶ μὰ Δί᾽. οὐκ ᾔδησθά με φράσαντά σοι χθές; ΠΡΑΞ. ἄρτι γ᾽ ἀναμιμνῄσκομαι. ΒΛΕΠ. οὐδ᾽ ἄρα τὰ δόξαντ᾽ οἶσθα; ΠΡΑΞ. μὰ Δί᾽ ἐγὼ μὲν οὔ. ΒΛΕΠ. κάθησο τοίνυν σηπίας μασωμένη. | ΒΛΕΠ. Η σύναξη; ΠΡΑΞ. Ποιά σύναξη; Η λεχώνα. (Σε λίγο κάνοντας την ανήξερη) Λες να ᾽γινεν η σύναξη; ΒΛΕΠ. Και βέβαια! Σου το ᾽πα χτες! Το ξέχασες; ΠΡΑΞ. Α! ναι! Το θυμήθηκα τώρα. ΒΛΕΠ. Και δεν ξέρεις τί ψήφισε ο λαός; ΠΡΑΞ. Πού να το ξέρω; ΒΛΕΠ. Κάθου και τρώγε ξέγνοιαστα σουπιές! |
| Εκκλ_555 | ὑμῖν δέ φασι παραδεδόσθαι τὴν πόλιν. ΠΡ. τί δρᾶν; ὑφαίνειν; ΒΛΕΠ. οὐ μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἄρχειν. ΠΡΑΞ. τίνων; ΒΛΕΠ. ἁπαξαπάντων τῶν κατὰ πόλιν πραγμάτων. ΠΡΑΞ. νὴ τὴν Ἀφροδίτην μακαρία γ᾽ ἄρ᾽ ἡ πόλις ἔσται τὸ λοιπόν. ΒΛΕΠ. κατὰ τί; ΠΡΑΞ. πολλῶν οὕνεκα. | Σας έδωκε ο λαός την εξουσία! ΠΡΑΞ. Ποιάν εξουσία; Να υφαίνουμε; ΒΛΕΠ. Καθόλου! Να κυβερνάτε. ΠΡΑΞ. Τί να κυβερνάμε; ΒΛΕΠ. Όλα τα πάντα. Η πολιτεία δικιά σας. ΠΡΑΞ. Δικιά μας; Τότες, μά την Αφροδίτη, ευτυχισμέν᾽ η πολιτεία. ΒΛΕΠ. Σε τί; ΠΡΑ. Σ᾽ όλα. |
| Εκκλ_560 | οὐ γὰρ ἔτι τοῖς τολμῶσιν αὐτὴν αἰσχρὰ δρᾶν ἔσται τὸ λοιπὸν οὐδάμ᾽, οὐδὲ μαρτυρεῖν, οὐ συκοφαντεῖν,— ΒΛΕΠ. μηδαμῶς, πρὸς τῶν θεῶν, τουτὶ ποιήσῃς· μἀφέλῃ μου τὸν βίον. ΧΡΕΜ. ὦ δαιμόνι᾽ ἀνδρῶν, τὴν γυναῖκ᾽ ἔα λέγειν. | Κανένας δε θα τολμά στο εξής να την ντροπιάζει. Πάνε οι σπιουνιές κι οι ψευτομαρτυρίες. ΒΛΕΠ. Για το θεό, μην το κάνεις αυτό, τι θα μου κόψεις το ψωμάκι μου… (Έρχεται ο Χρέμης) ΧΡΕΜ. Σώπα, κακομοίρη. Άσ᾽ τηνε την κυρά να μας τα πει. |
| Εκκλ_565 | ΠΡΑΞ. μὴ λωποδυτῆσαι, μὴ φθονεῖν τοῖς πλησίον, μὴ γυμνὸν εἶναι, μὴ πένητα μηδένα, μὴ λοιδορεῖσθαι, μὴ ᾽νεχυραζόμενον φέρειν. ΧΡΕΜ. νὴ τὸν Ποσειδῶ, μεγάλα γ᾽, εἰ μὴ ψεύσεται. ΠΡΑΞ. ἀλλ᾽ ἀποφανῶ τοῦθ᾽, ὥστε σέ τέ μοι μαρτυρεῖν | ΠΡΑΞ. Λωποδυσίες κι αλληλοφάγωμα όχι! Ξυπόλητος κανείς και πεινασμένος, κανείς παλικαράς και τοκογλύφος. ΧΡΕΜ. Όλα σπουδαία πολύ. Να γίνουν όμως! ΠΡΑΞ. Θα τα ιδείς με τα μάτια σου και τότες |
| Εκκλ_570 | καὶ τοῦτον αὐτὸν μηδὲν ἀντειπεῖν ἐμοί. ΧΟΡΟΣ νῦν δὴ δεῖ σε πυκνὴν φρένα καὶ φιλόσοφον ἐγείρειν φροντίδ᾽ ἐπισταμένην ταῖσι φίλαισιν ἀμύνειν. κοινῇ γὰρ ἐπ᾽ εὐτυχίᾳ ἔρχεται γνώμης ἐπίνοια πολίτην | μολόγα το — κι αυτός θα βουβαθεί. (Δείχνει τον άντρα της) ΧΟΡΟΣ Μπρος! με μυαλά τετρακόσα, φιλόσοφη δράση άξια μας δείξου προστάτισσα των γυναικών που αγαπάς. Σώσε μαζί και τους άντρες. Μ᾽ όσα γεννάει το μυαλό σου ευρήματα |
| Εκκλ_575 | δῆμον ἐπαγλαϊοῦσα μυρίαισιν ὠφελίαισι βίου. δηλοῦν ‹δ᾽› ὅ τι περ δύναται καιρός. δεῖται γάρ τοι σοφοῦ τινος ἐξευρήματος ἡ πόλις ἡμῶν. ἀλλὰ πέραινε μόνον μήτε δεδραμένα μήτ᾽ εἰρημένα πω πρότερον· | λάμπρυνε την πόλη ολάκερη, δώσε της χίλια καλά και ζωή χαρισάμενη. Πάντα προχώρα μ᾽ έργα πρωτόφαντα ως τώρα, τέτοια, που μήτε γενήκανε μήτε ειπωθήκανε. |
| Εκκλ_580 | μισοῦσι γὰρ ἢν τὰ παλαιὰ πολλάκις θεῶνται. ἀλλ᾽ οὐ μέλλειν, ἀλλ᾽ ἅπτεσθαι καὶ δὴ χρῆν ταῖς διανοίαις· ὡς τὸ ταχύνειν χαρίτων μετέχει πλεῖστον παρὰ τοῖσι θεαταῖς. ΠΡΑΞ. καὶ μὴν ὅτι μὲν χρηστὰ διδάξω πιστεύω· τοὺς δὲ θεατάς, εἰ καινοτομεῖν ἐθελήσουσιν καὶ μὴ τοῖς ἠθάσι λίαν | Ξέρεις, σιχαίνεται πάντα ο λαός τα γνωστά μαθημένα. Μην αργείς, αλλ᾽ αμέσως να μπεις στο προκείμενο, γιατ᾽ αρέσει πολύ στο κοινό η συντομία. ΠΡΑΞ. Το πιστεύω, που εγώ θα τα πω γνωστικά, μα φοβάμαι, αν δεχτούν οι θεατές τα καινούργια, |
| Εκκλ_585 | τοῖς τ᾽ ἀρχαίοις ἐνδιατρίβειν, τοῦτ᾽ ἔσθ᾽ ὃ μάλιστα δέδοικα. ΧΡΕΜ. περὶ μὲν τοίνυν τοῦ καινοτομεῖν μὴ δείσῃς· τοῦτο γὰρ ἡμῖν δρᾶν ἀντ᾽ ἄλλης ἀρχῆς ἐστιν, τῶν δ᾽ ἀρχαίων ἀμελῆσαι. ΠΡΑΞ. μή νυν πρότερον μηδεὶς ὑμῶν ἀντείπῃ μηδ᾽ ὑποκρούσῃ, πρὶν ἐπίστασθαι τὴν ἐπίνοιαν καὶ τοῦ φράζοντος ἀκοῦσαι. | κολλημένοι σφιχτά στα παλιά μαθημένα. ΧΡΕΜ. Μη σε νοιάζει γι᾽ αυτό. Νεωτερίζουμε πάντα: τα παλιά να κλοτσάμε, τ᾽ αγιάτρευτο σύστημα. ΠΡΑΞ. (στους θεατές) Μη λοιπόν αντισκόβει κανείς κι αντιλέγει πριν ακούσει και νιώσει τις γνώμες του ρήτορα. |
| Εκκλ_590 | κοινωνεῖν γὰρ πάντας φήσω χρῆναι πάντων μετέχοντας κἀκ ταὐτοῦ ζῆν, καὶ μὴ τὸν μὲν πλουτεῖν, τὸν δ᾽ ἄθλιον εἶναι, μηδὲ γεωργεῖν τὸν μὲν πολλήν, τῷ δ᾽ εἶναι μηδὲ ταφῆναι, μηδ᾽ ἀνδραπόδοις τὸν μὲν χρῆσθαι πολλοῖς, τὸν δ᾽ οὐδ᾽ ἀκολούθῳ. ἀλλ᾽ ἕνα ποιῶ κοινὸν πᾶσιν βίοτον, καὶ τοῦτον ὅμοιον. | Όλα θα ᾽ναι κοινά κι όλοι θα ᾽χουνε σ᾽ όλα μερτικό για να ζουν, δε θα υπάρχουνε πια νηστικοί και χορτάτοι. Μήτε ο ένας πολλά θα ᾽χει στρέμματα γης κι ο φτωχός μηδέ τάφο· μήτε αυτός σκλάβους πλήθος κι εκείνος κανέναν. Θα ᾽χουν όλ᾽ οι πολίτες τα πάντα ίδια κι όμοια. |
| Εκκλ_595 | ΒΛΕΠ. πῶς οὖν ἔσται κοινὸς πᾶσιν; ΠΡΑΞ. κατέδει πέλεθον πρότερός μου. ΒΛΕΠ. καὶ τῶν πελέθων κοινωνοῦμεν; ΠΡΑΞ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἔφθης μ᾽ ὑποκρούσας. τοῦτο γὰρ ἤμελλον ἐγὼ λέξειν· τὴν γῆν πρώτιστα ποιήσω κοινὴν πάντων καὶ τἀργύριον καὶ τἄλλ᾽ ὁπόσ᾽ ἐστὶν ἑκάστῳ. εἶτ᾽ ἀπὸ τούτων κοινῶν ὄντων ἡμεῖς βοσκήσομεν ὑμᾶς | ΒΛΕΠ. Πώς μπορούν ίδια κι όμοια; ΠΡΑΞ. Θαρρώ θες να τρως τα κουράδια μονάχος. ΒΛΕΠ. Κοινά τα κουράδια; ΠΡΑΞ. Όχι δα! Πολυβιάζεσαι να μ᾽ αντισκόβεις. Νά λοιπόν τί θα κάνω: τη γης θα την έχουμε μαζική και τα χρήματα κι όλα τα πάντα. Κι απ᾽ αυτά τα κοινά θα σας τρέφουμ᾽ εμείς |
| Εκκλ_600 | ταμιευόμεναι καὶ φειδόμεναι καὶ τὴν γνώμην προσέχουσαι. ΒΛΕΠ. πῶς οὖν ὅστις μὴ κέκτηται γῆν ἡμῶν, ἀργύριον δὲ καὶ δαρεικούς, ἀφανῆ πλοῦτον; ΠΡΑΞ. τοῦτ᾽ εἰς τὸ μέσον καταθήσει. ΒΛΕΠ. καὶ μὴ αταθείς; ΠΡΑΞ. ψευδορκήσει. ΒΛΕΠ. κἀκτήσατο γὰρ διὰ τοῦτο. ΠΡΑΞ. ἀλλ᾽ οὐδέν τοι χρήσιμον ἔσται πάντως αὐτῷ. ΒΛΕΠ. κατὰ δὴ τί; | οι γυναίκες με πρόβλεψη και οικονομία. ΒΛΕΠ. Τα χωράφια δεν κρύβονται. Τα μετρητά, δαρεικούς και δραχμές, αφανέρωτον πλούτο, πώς μπορείς να τα πάρεις; ΠΡΑΞ. Που τα ᾽χουν, μονάχοι θα τα φέρουν. ΒΛΕΠ. Αμ, δε! Θα τα κρύψουνε! ΠΡΑΞ. Τότες αγωγή ψευδορκίας! ΒΛΕΠ. Μην ξεχνάς, όλοι τούτοι με τον ψεύτικον όρκο πλουτίζουνε. ΠΡΑΞ. Τώρα θα ᾽ναι ο πλούτος αχρείαστος. ΒΛΕΠ. Απίστευτο πράμα! |
| Εκκλ_605 | ΠΡΑΞ. οὐδεὶς οὐδὲν πενίᾳ δράσει· πάντα γὰρ ἕξουσιν ἅπαντες, ἄρτους, τεμάχη, μάζας, χλαίνας, οἶνον, στεφάνους, ἐρεβίνθους. ὥστε τί κέρδος μὴ καταθεῖναι; σὺ γὰρ ἐξευρὼν ἀπόδειξον. ΒΛΕΠ. οὔκουν καὶ νῦν οὗτοι μᾶλλον κλέπτουσ᾽ οἷς ταῦτα πάρεστιν; ΠΡΑΞ. πρότερόν γ᾽, ὦταῖρ᾽, ὅτε τοῖσι νόμοις διεχρώμεθα τοῖς προτέροισιν· | ΠΡΑΞ. Μα δε θα ᾽ναι κανένας φτωχός. Θα ᾽χουν όλοι κρέας, ψωμί και κρασί, χυλοπίτες, ρεβίθια, πατατούκα, στεφάνια. Τί πιότερο θα ᾽χουν όσοι κρύψουν το «έχει» τους; Πες μου το συ! ΒΛΕΠ. Όσοι τα ᾽χουν πολλά, τούτοι θέλουν να κλέβουν. ΠΡΑΞ. Είναι αλήθεια. Μα πριν τους βοηθούσε πολύ το παλιό μας το σύστημα. Τώρα θα ζούμε μαζικά κι όλα θα ᾽ναι κοινά. Τί θα κέρδιζε |
| Εκκλ_610 | νῦν δ᾽, —ἔσται γὰρ βίος ἐκ κοινοῦ—, τί τὸ κέρδος μὴ καταθεῖναι; ΒΛΕΠ. ἢν μείρακ᾽ ἰδὼν ἐπιθυμήσῃ καὶ βούληται σκαλαθῦραι, ἕξει τούτων ἀφελὼν δοῦναι, τῶν ἐκ κοινοῦ δὲ μεθέξει ξυγκαταδαρθών. ΠΡΑΞ. ἀλλ᾽ ἐξέσται προῖκ᾽ αὐτῷ ξυγκαταδαρθεῖν· καὶ ταύτας γὰρ κοινὰς ποιῶ τοῖς ἀνδράσι συγκατακεῖσθαι | ο σφιχτός που θα τα ᾽κρυβε; ΒΛΕΠ. Αν τσιμπηθεί με καμιά τσαχπινούλα και θέλει σορόπια, θα μπορεί να την παίρνει αγκαλιά στο κρεβάτι, αν της κάνει χαρίσματ᾽ απ᾽ τα φυλαγμένα. Και κατόπι, χορτάτος αγάπη, θα τρέχει στον κοινό κουρβανά για το «δίκιο» μερίδιο. ΠΡΑΞ. Όλες οι γυναίκες θ᾽ ανήκουνε σ᾽ όλους τους άντρες |
| Εκκλ_615 | καὶ παιδοποιεῖν τῷ βουλομένῳ. ΒΛΕΠ. πῶς οὖν οὐ πάντες ἴασιν ἐπὶ τὴν ὡραιοτάτην αὐτῶν καὶ ζητήσουσιν ἐρείδειν; ΠΡΑΞ. αἱ φαυλότεραι καὶ σιμότεραι παρὰ τὰς σεμνὰς καθεδοῦνται· κᾆτ᾽ ἢν ταύτης ἐπιθυμήσῃ, τὴν αἰσχρὰν πρῶθ᾽ ὑποκρούσει. ΒΛΕΠ. καὶ πῶς ἡμᾶς τοὺς πρεσβύτας, ἢν ταῖς αἰσχραῖσι συνῶμεν, | και θα παίρνει ο καθείς, όταν θέλει, όποιαν θέλει, για να κάνει παιδιά. ΒΛΕΠ. Τότες όλοι θα τρέχουν στην απ᾽ όλες ωριότερη. ΠΡΑΞ. Όλες θα κάθονται στο παζάρι πλάι πλάι: ασκημόμουτρες, κόμματοι, κι ο γαμπρός που λιμπίζεται την ομορφότερη θα καρφώνει πρωτύτερα την πλατσομύτα. ΒΛΕΠ. Αλλ᾽ εμείς οι γερόλυκοι, ξεζουμισμένοι με την άσκημη πρώτα, πώς θα ᾽χουμε δύναμη |
| Εκκλ_620 | οὐκ ἐπιλείψει τὸ πέος πρότερον πρὶν ἐκεῖσ᾽ οἷ φῂς ἀφικέσθαι; ΠΡΑΞ. οὐχὶ μαχοῦνται· περὶ σοῦ θάρρει· μὴ δείσῃς· οὐχὶ μαχοῦνται. ΒΛΕΠ. περὶ τοῦ; ΠΡΑΞ. τοῦ μὴ ξυγκαταδαρθεῖν. καὶ σοὶ τοιοῦτον ὑπάρχει. ΒΛΕΠ. τὸ μὲν ὑμέτερον γνώμην τιν᾽ ἔχει· προβεβούλευται γὰρ ὅπως ἂν μηδεμιᾶς ᾖ τρύπημα κενόν· τὸ δὲ τῶν ἀνδρῶν τί ποιήσει; | με την όμορφη να δευτερώσουμε; Λέγε! ΠΡΑΞ. Μη φοβάσαι· για σένα γυναίκα καμιά δε θα μάλωνε. ΒΛΕΠ. Πώς; ΠΡΑΞ. Αν δε θες να την πάρεις, δε θα θύμωνε, γέρο μου, και να το ξέρεις. ΒΛΕΠ. Κανονίσατε, βλέπω, καλά τις δουλειές σας. Δε θα μείνει καμιά τρύπ᾽ αβούλωτη. Εμείς οι ασκημόμουτροι πάμε χαμένοι. |
| Εκκλ_625 | φεύξονται γὰρ τοὺς αἰσχίους, ἐπὶ τοὺς δὲ καλοὺς βαδιοῦνται. ΠΡΑΞ. ἀλλὰ φυλάξουσ᾽ οἱ φαυλότεροι τοὺς καλλίους ἀπιόντας ἀπὸ τοῦ δείπνου, καὶ τηρήσουσ᾽ ἐπὶ τοῖσιν δημοσίοισιν· κοὐκ ἐξέσται παρὰ τοῖσι καλοῖς ‹καὶ τοῖς μεγάλοις› καταδαρθεῖν ταῖσι γυναιξὶν πρὶν τοῖς αἰσχροῖς καὶ τοῖς μικροῖς χαρίσωνται. | Θα ρίχνεστε μονάχα στα ομορφόπαιδα, αυτά που γυαλίζουν. ΠΡΑΞ. Όταν φεύγουν πιωμέν᾽ απ᾽ το γλέντι τ᾽ αγόρια, θα τα παίρνουν κατόπι στο δρόμο οι μεγάλες και θα στήνουν καρτέρι. Καμιά λυσσασμένη δε θα πηγαίνει με νιο κι αντρειωμένον, πριχού τη χαρούν γέροι κι άσκημοι και κοντοπίθαροι… |
| Εκκλ_630 | ΒΛΕΠ. ἡ Λυσικράτους ἄρα νυνὶ ῥὶς ἴσα τοῖσι καλοῖσι φρονήσει; ΠΡΑΞ. νὴ τὸν Ἀπόλλω· καὶ δημοτική γ᾽ ἡ γνώμη, καὶ καταχήνη τῶν σεμνοτέρων ἔσται πολλὴ καὶ τῶν σφραγῖδας ἐχόντων, ὅταν ἐμβάδ᾽ ἔχων εἴπῃ «πρότερος παραχώρει κᾆτ᾽ ἐπιτήρει, ὅταν ἤδη ᾽γὼ διαπραξάμενος παραδῶ σοι δευτεριάζειν.» | ΒΛΕΠ. Ίσια κι όμοια λοιπόν με τα υπέρκαλλα νιάτα η μαϊμού ο Λυσικράτης; ΠΡΑΞ. Και ναι, μά τον Φοίβο. Δημοκράτης ο νόμος. Τί γέλια θα κάνουμε με τους κρύους αρχοντάδες, τους δαχτυλιδάτους, όταν κάποιος τσαρούχης τούς κόβει: «Πρωτιά μου! Κάνε πλάι να κοιτάς κι άμα εγώ ξεμπερδέψω, τότε θα ᾽ναι σειρά σου, το δεύτερο χέρι». |
| Εκκλ_635 | ΒΛΕΠ. πῶς οὖν οὕτω ζώντων ἡμῶν τοὺς αὑτοῦ παῖδας ἕκαστος ἔσται δυνατὸς διαγιγνώσκειν; ΠΡΑΞ. τί δὲ δεῖ; πατέρας ‹γὰρ› ἅπαντας τοὺς πρεσβυτέρους αὑτῶν εἶναι τοῖσι χρόνοισιν νομιοῦσιν. ΒΛΕΠ. οὐκοῦν ἄγξουσ᾽ εὖ καὶ χρηστῶς ἑξῆς τὸν πάντα γέροντα διὰ τὴν ἄγνοιαν, ἐπεὶ καὶ νῦν γιγνώσκοντες πατέρ᾽ ὄντα χρηστῶς ἑξῆς τὸν πάντα γέροντα διὰ τὴν ἄγνοιαν, ἐπεὶ καὶ | ΒΛΕΠ. Πώς με τέτοιο ανακάτωμα θα ξεχωρίζει τα παιδιά του ο καθένας; ΠΡΑΞ. Ανάγκη δεν είναι. Το παιδί θα λογιάζει πατέρα ολουνούς τους γερόντους ανάλογα με τα χρονάκια του. ΒΛΕΠ. Το λοιπόν θα μπορούν μια χαρά τα παιδιά κάθε γέρο να τον καρυδώνουν μη ξέροντας αν πατέρας τους είναι, αφού σήμερ᾽ ακόμα που τον ξέρουν, του στρίβουν το λάρυγγα. |
| Εκκλ_640 | ἄγχουσι. τί δῆθ᾽ ὅταν ἀγνὼς ᾖ, πῶς οὐ τότε κἀπιχεσοῦνται; ΠΡΑΞ. ἀλλ᾽ ὁ παρεστὼς οὐκ ἐπιτρέψει· τότε δ᾽ αὐτοῖς οὐκ ἔμελ᾽ οὐδὲν τῶν ἀλλοτρίων ὅστις τύπτοι· νῦν δ᾽ ἢν πληγέντος ἀκούσῃ, μὴ αὐτὸν ἐκεῖνον τύπτῃ δεδιὼς τοῖς δρῶσιν τοῦτο μαχεῖται. ΒΛΕΠ. τὰ μὲν ἄλλα λέγεις οὐδὲν σκαιῶς· εἰ δὲ προσελθὼν Ἐπίκουρος | Μόνο θα τον πνίγανε; Μπα! Θα τον χέζανε κιόλας. ΠΡΑΞ. Θα μποδίζουν οι γύρω. Ως τα χτες δεν τους έμελε, αν ο γιος ξυλοφόρτωνε τον πατερούλη του. Ξένος ήταν. Μα τώρα, αν ακούσουν να δέρνεται κάποιος γέρος, θα μπαίνουν στη μέση, γιατί θα φοβούνται μην αύριο κι αυτοί ξυλιστούνε. ΒΛΕΠ. Ως εδώ τα κατάφερες. Όμως αν έρθουν ο Κοκός κι |
| Εκκλ_645 | ἢ Λευκόλοφος πάππαν με καλεῖ, τοῦτ᾽ ἤδη δεινὸν ἀκοῦσαι. ΧΡΕΜ. πολὺ μέντοι δεινότερον τούτου τοῦ πράγματός ἐστι— ΒΛΕΠ. τὸ ποῖον; ΧΡΕΜ. εἴ σε φιλήσειεν Ἀρίστυλλος φάσκων αὑτοῦ πατέρ᾽ εἶναι. ΒΛΕΠ. οἰμώζοι τἂν καὶ κωκύοι. ΧΡΕΜ. σὺ δέ γ᾽ ὄζοις ἂν καλαμίνθης. ΠΡΑΞ. ἀλλ᾽ οὗτος μὲν πρότερον γέγονεν πρὶν τὸ ψήφισμα γενέσθαι, | ο Τοτός και με πούνε πατέρα, μοναχά που το λέω, θα μου φύει το τσερβέλο. ΧΡΕ. Είναι κι άλλα χειρότερα. ΒΛΕΠ. Τί; ΧΡΕΜ. Να σε σφίξει αγκαλιά και φιλώντας σε να σε φωνάξει ο Ντιντής: «Αχ, γλυκέ μου μπαμπά». ΒΛΕΠ. Θα τον σπάσω στις γροθιές. ΧΡΕΜ. Θα κολλήσεις αρώματα. ΠΡΑΞ. Είναι γεννημένος πολύ πριν ερθούμε στα πράγματα. |
| Εκκλ_650 | ὥστ᾽ οὐχὶ δέος μή σε φιλήσῃ. ΒΛΕΠ. δεινὸν μέντἂν ἐπεπόνθειν. τὴν γῆν δὲ τίς ἔσθ᾽ ὁ γεωργήσων; ΠΡΑΞ. οἱ δοῦλοι. σοὶ δὲ μελήσει, ὅταν ᾖ δεκάπουν τὸ στοιχεῖον, λιπαρὸν χωρεῖν ἐπὶ δεῖπνον. ΒΛΕΠ. περὶ δ᾽ ἱματίων τίς πόρος ἔσται; καὶ γὰρ τοῦτ᾽ ἔστιν ἐρέσθαι. ΠΡΑΞ. τὰ μὲν ὄνθ᾽ ὑμῖν πρῶτον ὑπάρξει, τὰ δὲ λοίφ᾽ ἡμεῖς ὑφανοῦμεν. | Μη φοβάσαι λοιπόν το φιλί του. ΒΛΕΠ. Χειρότερο ρεζιλίκι δε θα ᾽ταν για μένα… Μα ποιοι τα χωράφια θα οργώνουν; ΠΡΑΞ. Οι δούλοι. Και συ, μόλις πάει να μουχρώσει, θα τρέχεις ολόχαρος για το δείπνο. ΒΛΕΠ. Καλά. Αλλά πώς θα πορεύομε από ρούχα; ΠΡΑΞ. Θα ντύνεστε μ᾽ όσο βρεθεί πανικό και κατόπι θα υφαίνουμ᾽ εμείς. |
| Εκκλ_655 | ΒΛΕΠ. ἓν ἔτι ζητῶ. πῶς, ἤν τις ὄφλῃ παρὰ τοῖς ἄρχουσι δίκην τῳ, πόθεν ἐκτείσει ταύτην; οὐ γὰρ τῶν κοινῶν γ᾽ ἐστὶ δίκαιον. ΠΡΑΞ. ἀλλ᾽ οὐδὲ δίκαι πρῶτον ἔσονται. ΒΛΕΠ. τουτὶ τοὔπος σ᾽ ἐπιτρίψει. ΧΡΕΜ. κἀγὼ ταύτην γνώμην ἐθέμην. ΠΡΑΞ. τοῦ γάρ, τάλαν, οὕνεκ᾽ ἔσονται; ΒΛΕΠ. πολλῶν οὕνεκα, νὴ τὸν Ἀπόλλω· πρῶτον δ᾽ ἑνὸς οὕνεκα δήπου, | ΒΛΕΠ. Κάτι ακόμα. Αν κανένας μας χάσει μια δίκη, πες μου πώς θα πλερώσει το πρόστιμο; Πάλι το κοινό μας ταμείο; Λογικό δεν το βρίσκω. ΠΡΑΞ. Δε θα γίνονται δίκες! ΧΡΕΜ. (στο Βλέπυρο) Πάει, χάθηκες, φίλε! Πώς θα ζήσεις; Αυτό να σκεφτείς. ΠΡΑΞ. Για ποιό λόγο να σκαρώνονται δίκες; ΒΛΕΠ. Για χίλιους! Και να ένα πρώτο παράδειγμα. Αν αρνιέται |
| Εκκλ_660 | ἤν τις ὀφείλων ἐξαρνῆται. ΠΡΑΞ. πόθεν οὖν ἐδάνεισ᾽ ὁ δανείσας, ἐν τῷ κοινῷ πάντων ὄντων; κλέπτων δήπου ᾽στ᾽ ἐπίδηλος. ΧΡΕΜ. νὴ τὴν Δήμητρ᾽ εὖ γε διδάσκεις. ΒΛΕΠ. τουτὶ τοίνυν φρασάτω μοι·, τὴν αἰκείας οἱ τύπτοντες πόθεν ἐκτείσουσιν, ἐπειδὰν εὐωχηθέντες ὑβρίζωσιν; τοῦτο γὰρ οἶμαί σ᾽ ἀπορήσειν. | ο χρεώστης να ξοφλήσει το δάνειό του; ΠΡΑΞ. Κι ο δανειστής πού θα βρίσκει τα χρήματα, για να τοκίσει; Όλα θα ᾽ναι βαθιά στο κοινό μας ταμείο. Φανερό: να μπορεί να δανείζει, τα σούφρωσε. ΧΡΕΜ. Γνωστικά μάς τα λες, μά τη Δήμητρα. ΒΛΕΠ. Πες μου, αν κανείς μεθυσμένος απάνου στο κέφι έναν άλλον χτυπήσει, πού θα βρει το χρήμα να πλερώσει το πρόστιμο; Τώρα σε στρίμωξα. |
| Εκκλ_665 | ΠΡΑΞ. ἀπὸ τῆς μάζης ἧς σιτεῖται· ταύτης γὰρ ὅταν τις ἀφαιρῇ, οὐχ ὑβριεῖται φαύλως οὕτως αὖθις τῇ γαστρὶ κολασθείς. ΒΛΕΠ. οὐδ᾽ αὖ κλέπτης οὐδεὶς ἔσται; ΠΡΑΞ. πῶς γὰρ κλέψει μετὸν αὐτῷ; ΒΛ. οὐδ᾽ ἀποδύσουσ᾽ ἄρα τῶν νυκτῶν; ΧΡΕΜ. οὐκ, ἢν οἴκοι γε καθεύδῃς· ΠΡΑΞ. οὐδ᾽ ἤν γε θύραζ᾽ ὥσπερ πρότερον· βίοτος γὰρ πᾶσιν ὑπάρξει. | ΠΡΑΞ. Το φαγί του θα κόψουμε… Κι όταν δεν έχει να μασήσ᾽, η αδειανή του κοιλιά θα τον κάνει να γνωστέψει, να μην αφαρπάζεται… ΒΛΕ. Κλέφτες δεν θα υπάρχουνε πια; ΠΡΑΞ. Τί να κλέψουν; Τα δικά τους λεφτά; ΒΛΕΠ. Λωποδύτες τη νύχτα δε θα γδύνουνε πια τους διαβάτες; ΧΡΕΜ. Καθόλου, αν κοιμάσαι στο σπίτι νωρίς. ΠΡΑΞ. Και ξενύχτης να γυρνάς στα σοκάκια, σαν άλλοτες, ποιος θα σε κλέψει; Όλοι θα ᾽χουν τον τρόπο τους. Όλοι. |
| Εκκλ_670 | ἢν δ᾽ ἀποδύῃ γ᾽, αὐτὸς δώσει. τί γὰρ αὐτῷ πρᾶγμα μάχεσθαι; ἕτερον γὰρ ἰὼν ἐκ τοῦ κοινοῦ κρεῖττον ἐκείνου κομιεῖται. ΒΛΕΠ. οὐδὲ κυβεύσουσ᾽ ἆρ᾽ ἄνθρωποι; ΠΡΑΞ. περὶ τοῦ γὰρ τοῦτο ποιήσει; ΒΛΕΠ. τὴν δὲ δίαιταν τίνα ποιήσεις; ΠΡΑΞ. κοινὴν πᾶσιν. τὸ γὰρ ἄστυ μίαν οἴκησίν φημι ποιήσειν συρρήξασ᾽ εἰς ἓν ἅπαντα, | Κι αν σου πέσει κανείς να σου πάρει το ρούχο, θα του λες: «Χάρισμά σου… Γιατί να μαλώνουμε;». Και κατόπι θα πας στην κοινήν αποθήκη για να πάρεις καινούργιο μαντύα και καλύτερον. ΒΛΕΠ. Δε θα παίζουμε ζάρια στο εξής; ΠΡΑΞ. Για ποιό κέρδος; ΒΛΕΠ. Αλλά πώς θα οργανώσεις το βίο τόσου κόσμου; ΠΡΑΞ. Όλοι θα ᾽ναι μαζί σ᾽ ένα σπίτι. Θα ρίξω τους μεσότοιχους κι έτσι ο καθείς θα μπορεί |
| Εκκλ_675 | ὥστε βαδίζειν ὡς ἀλλήλους. ΒΛΕΠ. τὸ δὲ δεῖπνον ποῦ παραθήσεις; ΠΡΑΞ. τὰ δικαστήρια καὶ τὰς στοιὰς ἀνδρῶνας πάντα ποήσω. ΒΛΕΠ. τὸ δὲ βῆμα τί σοι χρήσιμον ἔσται; ΠΡΑΞ. τοὺς κρατῆρας καταθήσω καὶ τὰς ὑδρίας, καὶ ῥαψῳδεῖν ἔσται τοῖς παιδαρίοισιν τοὺς ἀνδρείους ἐν τῷ πολέμῳ. κεἴ τις δειλὸς γεγένηται, | να περνάει απ᾽ τον ένα στον άλλο του φίλο. ΒΛΕΠ. Πού θα στρώνεις τραπέζι να τρώμε; ΠΡΑΞ. Τ᾽ αχρείαστα δικαστήρια στοές θα τα κάνω, για δείπνα. ΒΛΕΠ. Των ρητόρων το βήμα σαν τί θα το κάνεις; ΠΡΑΞ. Κει θα βάζουμε στάμνες νερού και κρατήρες. Τα παιδιά θ᾽ ανεβαίνουν να ψάλλουν τους ήρωες των πολέμων, αλλά τους δειλούς θα πειράζουν κι οι δειλοί ντροπιασμένοι θα στρίβουν αφάγωτοι |
| Εκκλ_680 | ἵνα μὴ δειπνῶσ᾽ αἰσχυνόμενοι. ΒΛΕΠ. νὴ τὸν Ἀπόλλω, χάριέν γε. τὰ δὲ κληρωτήρια ποῖ τρέψεις; ΠΡΑΞ. εἰς τὴν ἀγορὰν καταθήσω· κᾆτα στήσασα παρ᾽ Ἁρμοδίῳ κληρώσω πάντας, ἕως ἂν εἰδὼς ὁ λαχὼν ἀπίῃ χαίρων ἐν ὁποίῳ ράμματι δειπνεῖ. καὶ κηρύξει τοὺς ἐκ τοῦ βῆτ᾽ ἐπὶ τὴν στοιὰν ἀκολουθεῖν | απ᾽ το δείπνο τους. ΒΛΕΠ. Νόστιμο, μά την αλήθεια. Και τις κάλπες των κλήρων μας; ΠΡΑΞ. Στην Αγορά. Θα μαζεύω ολουνούς στον ανδριάντα του Αρμόδιου και θα βγάζω τους κλήρους των γράμμα προς γράμμα, για να ξέρει ο καθείς πού θα πάει να δειπνήσει, με χαρά του να τρέξει, άμ᾽ ακούσει τον κήρυκα: |
| Εκκλ_685 | τὴν Βασίλειον δειπνήσοντας· τὸ δὲ θῆτ᾽ εἰς τὴν παρὰ ταύτην, τοὺς δ᾽ ἐκ τοῦ κάππ᾽ ἐς τὴν στοιὰν χωρεῖν τὴν ἀλφιτόπωλιν. ΒΛΕΠ. ἵνα κάπτωσιν; ΠΡΑΞ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἵν᾽ ἐκεῖ δειπνῶσιν. ΒΛΕΠ. ὅτῳ δὲ τὸ γράμμα μὴ ᾽ξελκυσθῇ καθ᾽ ὃ δειπνήσει, τούτους ἀπελῶσιν ἅπαντες; ΠΡΑΞ. ἀλλ᾽ οὐκ ἔσται τοῦτο παρ᾽ ἡμῖν. | «Στη Βασίλειο Στοά να τραβάνε όλ᾽ οι Βήτα· στο Θησείο όλ᾽ οι Θήτα. Και στα Καρβουνιάρικα όλ᾽ οι Κάπα…». ΒΛΕΠ. Γιατί; Να καούν; ΠΡΑΞ. Να καργάρουν. ΒΛΕΠ. Αλλ᾽ αυτοί που το γράμμα τους δεν ακουστεί, δε θα τρων; ΠΡΑΞ. (με ύφος επίσημο) Τέτοιο πράμα σ᾽ εμάς δε θα γίνεται. |
| Εκκλ_690 | πᾶσι γὰρ ἄφθονα πάντα παρέξομεν, ὥστε μεθυσθεὶς αὐτῷ στεφάνῳ πᾶς τις ἄπεισιν τὴν δᾷδα λαβών. αἱ δὲ γυναῖκες κατὰ τὰς διόδους προσπίπτουσαι τοῖς ἀπὸ δείπνου | Σ᾽ όλους όλα περίσσια θα δίνουμε. Κι ο καθένας πιωμένος θα φεύγει απ᾽ το δείπνο του στεφανωμένος με τη δάδα στο χέρι να φέγγει. (πιο ζωηρά) Στα στενάκια οι «μαμάδες» τους κεφάτους θα ζώνουν |
| Εκκλ_695 | τάδε λέξουσιν· «δεῦρο παρ᾽ ἡμᾶς· ἐνθάδε μεῖράξ ἐσθ᾽ ὡραία.» «παρ᾽ ἐμοὶ δ᾽» ἑτέρα φήσει τις ἄνωθ᾽ ἐξ ὑπερῴου, «καὶ καλλίστη καὶ λευκοτάτη· | να τους λεν: «έχω μέσα τρυφερό πιτσουνάκι». Κι άλλη μια, της σοφίτας, θα τους κράζει: «Έλ᾽ απάνου να χαρείς μιαν αφράτη παιχνιδιάρα… |
| Εκκλ_700 | πρότερον μέντοι δεῖ σε καθεύδειν αὐτῆς παρ᾽ ἐμοί.» τοῖς εὐπρεπέσιν δ᾽ ἀκολουθοῦντες καὶ μειρακίοις οἱ φαυλότεροι τοιάδ᾽ ἐροῦσιν· «ποῖ θεῖς, οὗτος; πάντως οὐδὲν δράσεις ἐλθών· | Μα πρώτα θα πλαγιάσεις μ᾽ εμένα…». Κι οι μουστάκες θα παίρνουν καταπόδι τ᾽ αμούστακα: «Πού μου τρέχεις, μωρό μου, και δεν είναι η σειρά σου; |
| Εκκλ_705 | τοῖς γὰρ σιμοῖς καὶ τοῖς αἰσχροῖς ἐψήφισται προτέροις βινεῖν, ὑμᾶς δὲ τέως θρῖα λαβόντας διφόρου συκῆς ἐν τοῖς προθύροισι δέφεσθαι.» | Έτσι ο νόμος ορίζει, ν᾽ αγκαλιάζουνε πρώτα οι γερόντοι και οι άσκημοι. Να καθόσαστε απόξω απ᾽ την πόρτα, να χαίρεστε την αγάπη της φούχτας». |
| (στο Βλέπυρο και το Χρέμη) |
| Εκκλ_710 | φέρε νυν φράσον μοι, ταῦτ᾽ ἀρέσκει σφῷν; ΒΛΕΠ. & ΧΡΕΜ. πάνυ. ΠΡΑΞ. βαδιστέον τἄρ᾽ ἐστὶν εἰς ἀγορὰν ἐμοί, ἵν᾽ ἀποδέχωμαι τὰ προσιόντα χρήματα, λαβοῦσα κηρύκαιναν εὔφωνόν τινα. ἐμὲ γὰρ ἀνάγκη ταῦτα δρᾶν ᾑρημένην | Το λοιπόν σάς αρέσουν όλα ετούτα; ΒΛΕΠ. & ΧΡΕΜ. Και με το παραπάνω! ΠΡΑΞ. Τώρα φεύγω στην Αγορά για να παραλαβαίνω τα πράγματα, που θα μου παραδίνουν. Και θα ᾽χω στο πλευρό μου μιαν τελάλισσα φωνακλού. Για όλα πρέπει να φροντίσω. |
| Εκκλ_715 | ἄρχειν, καταστῆσαί τε τὰ ξυσσίτια, ὅπως ἂν εὐωχῆσθε πρῶτον τήμερον. ΒΛΕΠ. ἤδη γὰρ εὐωχησόμεσθα; ΠΡΑΞ. φήμ᾽ ἐγώ. ἔπειτα τὰς πόρνας καταπαῦσαι βούλομαι ἁπαξαπάσας. ΒΛΕΠ. ἵνα τί; ΧΡΕΜ. δῆλον τουτογί· | Στρατηγίνα με βγάλαν. Θα οργανώσω τα συσσίτια και θα σας ετοιμάσω για την πρώτην ημέρα ωραίο ξεφάντωμα. ΒΛΕΠ. Ξεφάντωμα λοιπόν; ΠΡΑΞ. Το λόγο μου έχετε. (σε λίγο) Θα κλείσω αράδα τα πορνεία! ΒΛΕΠ. Γιατί; ΧΡΕΜ. (δείχνοντας τις γυναίκες του Χορού) |
| Εκκλ_720 | ἵνα τῶν νέων ἔχωσιν αὗται τὰς ἀκμάς. ΠΡΑΞ. καὶ τάς γε δούλας οὐχὶ δεῖ κοσμουμένας τὴν τῶν ἐλευθέρων ὑφαρπάζειν Κύπριν, ἀλλὰ παρὰ τοῖς δούλοισι κοιμᾶσθαι μόνον κατωνάκῃ τὸν χοῖρον ἀποτετιλμένας. | Αυτές θα «δρέπουν» τον ανθό της νιότης. ΠΡΑΞ. Κι οι σκλάβες δε θα βγαίνουν στολισμένες να κάνουν πεζοδρόμιο και να κλέβουν το δίκιο των ελεύθερων κυράδων. Να πλαγιάζουν μονάχα με τους σκλάβους και να ᾽χουν μαδημένη τη φωλιά τους. |
| Εκκλ_725 | ΒΛΕΠ. φέρε νυν ἐγώ σοι παρακολουθῶ πλησίον, ἵν᾽ ἀποβλέπωμαι καὶ λέγωσιν ἐμὲ ταδί· «τὸν τῆς στρατηγοῦ τοῦτον οὐ θαυμάζετε;» ΧΡΕΜ. ἐγὼ δ᾽ ἵν᾽ εἰς ἀγοράν γε τὰ σκεύη φέρω, προχειριοῦμαι κἀξετάσω τὴν οὐσίαν. | ΒΛΕΠ. Απόκοντα κι εγώ μαζί σου θά ᾽ρθω να με βλέπει ο λαός και να με δείχνει: «Καμαρώστε τον! Είναι αυτός ο άντρας της Στρατηγίνας». ΧΡΕΜ. Χάιντε, πάω κι εγώ στο φτωχικό μου για να κουβαλήσω στην Αγορά τα υπάρχοντά μου, αφού τα καταγράψω και τα δεματιάσω. |
| ΧΟΡΟΣ | ΧΟΡΟΣ (Ο Χορός χορεύει δίχως να τραγουδά) (Ξανάρχεται ο Χρέμης με μερικούς δούλους φορτωμένους τα πράματά του. Κι αρχίζει να τα καταθέτει) |
| Εκκλ_730 | ΧΡΕΜ. χώρει σὺ δεῦρ᾽, ἡ κιναχύρα, καλὴ καλῶς τῶν χρημάτων θύραζε πρώτη τῶν ἐμῶν, ὅπως ἂν ἐντετριμμένη κανηφορῇς, πολλοὺς κάτω δὴ θυλάκους στρέψασ᾽ ἐμούς. ποῦ ᾽σθ᾽ ἡ διφροφόρος; ἡ χύτρα, δεῦρ᾽ ἔξιθι, | ΧΡΕΜ. (κοροϊδευτικά) Θα παραστήσω τώρα των Παναθηναίων την πομπή. Νά, κρησάρα μου, έμπα πρώτη τ᾽ ομορφότερο απ᾽ όλα τα κορίτσια. Την κανηφόρα θα μου παραστήσεις κατάσπρη από τ᾽ αλεύρια, που σακιά ολάκερα συντάραξες ως τώρα. Ποιά θα ᾽ναι η διφροφόρα; Η χύτρα!… (στο δούλο) Φέρ ᾽την |
| Εκκλ_735 | νὴ Δία, μέλαινά γ᾽, ὡς ἂν εἰ τὸ φάρμακον ἕψουσ᾽ ἔτυχες ᾧ Λυσικράτης μελαίνεται. ἵστω παρ᾽ αὐτήν, δεῦρ᾽ ἴθ᾽, ἡ κομμώτρια. φέρε δεῦρο ταύτην τὴν ὑδρίαν, ὑδριαφόρε, ἐνταῦθα. σὺ δὲ δεῦρ᾽, ἡ κιθαρῳδός, ἔξιθι, | Πωπώ τί μαύρη που ᾽σαι! Μήπως έβρασες του Λυσικράτη την καραμπογιά, που βάφεται για να παλικαρίζει; (στο δούλο) Στήσε πλάι το κουτί με τα ψαλίδια τη στολιδού να παρασταίνει. Εσύ, χερόμυλε, την καθαρίστρα κάνε, |
| Εκκλ_740 | πολλάκις ἀναστήσασά μ᾽ εἰς ἐκκλησίαν ἀωρὶ νύκτωρ διὰ τὸν ὄρθριον νόμον. ὁ τὴν σκάφην λαβὼν προΐτω· τὰ κηρία κόμιζε, τοὺς θαλλοὺς καθίστη πλησίον, καὶ τὼ τρίποδ᾽ ἐξένεγκε καὶ τὴν λήκυθον. | που νύχτα με ξυπνούσες, για να τρέχω στη σύναξη με τ᾽ ορθρινό τραγούδι σου. Και συ με τη λεκάνη σου, προχώρα. Και συ με τις κερήθρες του μελιού. Και στήσε δίπλα τα χλωρά λιοκλάδια τα στρίποδα, τη μυροθήκη. Τ᾽ άλλα, |
| Εκκλ_745 | τὰ χυτρίδι᾽ ἤδη καὶ τὸν ὄχλον ἀφίετε. ΑΝΤΡΑΣ ἐγὼ καταθήσω τἀμά; κακοδαίμων ἄρα ἀνὴρ ἔσομαι καὶ νοῦν ὀλίγον κεκτημένος. μὰ τὸν Ποσειδῶ οὐδέποτέ γ᾽, ἀλλὰ βασανιῶ πρώτιστον αὐτὰ πολλάκις καὶ σκέψομαι. | τα μικροπράματ᾽ όλα, πέρ᾽ αφήστε τα. (Παρουσιάζεται ένας άντρας) ΑΝΤΡΑΣ Κι εγώ να παραδώσω, λέει, το έχει μου; Θα ᾽τανε κουταμάρα μου και τρέλα. Α! Μά τον Ποσειδώνα, όχι, ποτές! Θέλει το πράμα σκέψη και μελέτημα πάρα πολύ κι όχι έτσι, μ᾽ ένα λόγο, |
| Εκκλ_750 | οὐ γὰρ τὸν ἐμὸν ἱδρῶτα καὶ φειδωλίαν οὐδὲν πρὸς ἔπος οὕτως ἀνοήτως ἐκβαλῶ, πρὶν ἐκπύθωμαι πᾶν τὸ πρᾶγμ᾽ ὅπως ἔχει. οὗτος, τί τὰ σκευάρια ταυτὶ βούλεται; πότερον μετοικιζόμενος ἐξενήνοχας | τόσω χρονώνε ιδρό και οικονομίες να τα πετάξω. (πλησιάζοντας το Χρέμη) Φίλε, τί κουβάλησες τα πράματά σου εδώ; Μετακομίζεις |
| Εκκλ_755 | αὔτ᾽ ἢ φέρεις ἐνέχυρα θήσων; ΧΡΕΜ. οὐδαμῶς. ΑΝΤΡΑΣ τί δῆτ᾽ ἐπὶ στοίχου ᾽στὶν οὕτως; οὔ τί πῃ Ἱέρωνι τῷ κήρυκι πομπὴν πέμπετε; ΧΡΕΜ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἀποφέρειν αὐτὰ μέλλω τῇ πόλει ἐς τὴν ἀγορὰν κατὰ τοὺς δεδογμένους νόμους. | ή πας να τ᾽ ακουμπήσεις αμανάτι; ΧΡΕΜ. Καθόλου! ΑΝΤΡΑΣ Τότες, τί μου τα παράτησες, ιερή πομπή, γραμμή για τον τελάλη, να τα χτυπήσει στο σφυρί;… ΧΡΕΜ. Καθόλου! Τα ᾽χω φέρει για να τα παραδώσω στην πολιτεία, όπως διατάζει ο νόμος! |
| Εκκλ_760 | ΑΝΤΡΑΣ μέλλεις ἀποφέρειν; ΧΡΕΜ. πάνυ γε. ΑΝΤΡΑΣ κακοδαίμων ἄρ᾽ εἶ, νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρα. ΧΡΕΜ. πῶς; ΑΝΤΡΑΣ πῶς; ῥᾳδίως. ΧΡΕΜ. τί δ᾽; οὐχὶ πειθαρχεῖν με τοῖς νόμοισι δεῖ; ΑΝΤΡΑΣ ποίοισιν, ὦ δύστηνε; ΧΡΕΜ. τοῖς δεδογμένοις. ΑΝΤΡΑΣ δεδογμένοισιν; ὡς ἀνόητος ἦσθ᾽ ἄρα. | ΑΝΤΡΑΣ Ε, κι όλα ευτούνα θαν τα παραδώσεις; ΧΡΕΜ. Ναίσκε! ΑΝΤΡΑΣ Συφοριασμένε, κολοκύθα! ΧΡΕΜ. Γιατί; ΑΝΤΡΑΣ Δε θέλει ρώτημα. ΧΡΕΜ. Δεν πρέπει να πειθαρχώ στους νόμους της πατρίδας; ΑΝΤΡΑΣ Ποιούς νόμους, κουτεντέ; ΧΡΕΜ. Τους ψηφισμένους. ΑΝΤΡΑΣ Τους ψηφισμένους; Ρε τον κοκορόμυαλο! |
| Εκκλ_765 | ΧΡΕΜ. ἀνόητος; ΑΝΤΡΑΣ οὐ γάρ; ἠλιθιώτατος μὲν οὖν ἁπαξαπάντων. ΧΡΕΜ. ὅτι τὸ ταττόμενον ποιῶ; ΑΝΤΡΑΣ τὸ ταττόμενον γὰρ δεῖ ποιεῖν τὸν σώφρονα; ΧΡΕΜ. μάλιστα πάντων. ΑΝΤΡΑΣ τὸν μὲν οὖν ἀβέλτερον. ΧΡΕΜ. σὺ δ᾽ οὐ καταθεῖναι διανοεῖ; ΑΝΤΡΑΣ φυλάξομαι, | ΧΡΕΜ. Κοκορόμυαλος; ΑΝΤΡΑΣ Κάτι παραπάνου: ο πιο μαλάκας άνθρωπος στον κόσμο! ΧΡΕΜ. Γιατί κάνω ό,τι η πόλη μού διατάζει; ΑΝΤΡΑΣ Ποιός έξυπνος κάνει ό,τι του διατάζουν; ΧΡΕΜ. Αυτός πρώτος. ΑΝΤΡΑΣ Οι βλάκες μοναχά. ΧΡΕΜ. Εσύ, γιά πες μου, δε θα παραδώσεις; ΑΝΤΡΑΣ Θα φυλαχτώ. |
| Εκκλ_770 | πρὶν ἄν γ᾽ ἴδω τὸ πλῆθος ὅ τι βουλεύεται. ΧΡΕΜ. τί γὰρ ἄλλο γ᾽ ἢ φέρειν παρεσκευασμένοι τὰ χρήματ᾽ εἰσίν; ΑΝΤΡΑΣ ἀλλ᾽ ἰδὼν ‹ἂν› ἐπειθόμην. ΧΡΕΜ. λέγουσι γοῦν ἐν ταῖς ὁδοῖς. ΑΝΤΡΑΣ λέξουσι γάρ. ΧΡΕΜ. καί φασιν οἴσειν ἀράμενοι. ΑΝΤΡΑΣ φήσουσι γάρ. | Πρώτα να ιδώ τους άλλους τί θα κάνουν. ΧΡΕΜ. Τί θες να κάνουν; Όλοι μαζεύουν τώρα το νοικοκυριό τους, για να το φέρουν. ΑΝΤΡΑΣ Δεν πιστεύω, αν πρώτα δεν το ιδώ με τα μάτια μου. ΧΡΕΜ. Στους δρόμους όλοι το λένε. ΑΝΤΡΑΣ Λένε. ΧΡΕΜ. Τα φορτώνονται για να τα κουβαλήσουν. ΑΝΤΡΑΣ Θα το λένε. |
| Εκκλ_775 | ΧΡΕΜ. ἀπολεῖς ἀπιστῶν πάντ᾽. ΑΝΤΡΑΣ ἀπιστήσουσι γάρ. ΧΡΕΜ. ὁ Ζεύς σέ γ᾽ ἐπιτρίψειεν. ΑΝΤΡΑΣ ἐπιτρίψουσι γάρ. οἴσειν δοκεῖς τιν᾽ ὅστις αὐτῶν νοῦν ἔχει; οὐ γὰρ πάτριον τοῦτ᾽ ἐστίν, ἀλλὰ λαμβάνειν ἡμᾶς μόνον δεῖ νὴ Δία. καὶ γὰρ οἱ θεοί· | ΧΡΕΜ. Θα με σκάσεις με την απιστιά σου! ΑΝΤΡΑΣ Όλοι απιστούν. ΧΡΕΜ. Ο Δίας θα σε στουμπίσει. ΑΝΤΡΑΣ Θα στουμπίσει! Θαρρείς πως θα τα δώσει κανένας γνωστικός τα υπάρχοντά του; Παράδοση του τόπου είναι να παίρνεις. Κι οι θεοί μας ακόμα το ίδιο κάνουν. |
| Εκκλ_780 | γνώσει δ᾽ ἀπὸ τῶν χειρῶν γε τῶν ἀγαλμάτων· ὅταν γὰρ εὐχώμεσθα διδόναι τἀγαθά, ἕστηκεν ἐκτείνοντα τὴν χεῖρ᾽ ὑπτίαν οὐχ ὥς τι δώσοντ᾽ ἀλλ᾽ ὅπως τι λήψεται. ΧΡΕΜ. ὦ δαιμόνι᾽ ἀνδρῶν, ἔα με τῶν προὔργου τι δρᾶν. | Γιά ιδές των αγαλμάτων τους τα χέρια. Σαν τους παρακαλάμε για μια χάρη, απλώνουνε τη φούχτα τους ανάστροφα, για να πάρουνε κι όχι για να δώσουν. ΧΡΕΜ. (θυμωμένα) Ξεφορτώσου με, δαίμονα! Άφησέ με να κάνω τη δουλειά μου, |
| Εκκλ_785 | ταυτὶ γάρ ἐστι συνδετέα. ποῦ μοὔσθ᾽ ἱμάς; ΑΝΤΡΑΣ ὄντως γὰρ οἴσεις; ΧΡΕΜ. ναὶ μὰ Δία, καὶ δὴ μὲν οὖν τωδὶ ξυνάπτω τὼ τρίποδε. ΑΝΤΡΑΣ τῆς μωρίας· τὸ μηδὲ περιμείναντα τοὺς ἄλλους ὅ τι δράσουσιν εἶτα τηνικαῦτ᾽ ἤδη— ΧΡΕΜ. τί δρᾶν; | να τα δέσω όλα τούτα. Μα πού ᾽ναι το λουρί μου; ΑΝΤΡΑΣ Σοβαρά, θα τα δώσεις; ΧΡΕΜ. Μα δε βλέπεις; Δένω τα στρίποδά μου. ΑΝΤΡΑΣ Τί βλακεία! Δεν περιμένεις λίγο για να ιδείς τους άλλους τί θα κάνουν και κατόπι…ΧΡΕΜ. Και κατόπι; |
| Εκκλ_790 | ΑΝΤΡΑΣ ἐπαναμένειν, ἔπειτα διατρίβειν ἔτι. ΧΡΕΜ. ἵνα δὴ τί; ΑΝΤΡΑΣ σεισμὸς εἰ γένοιτο πολλάκις ἢ πῦρ ἀπότροπον, ἢ διᾴξειεν γαλῆ, παύσαιντ᾽ ἂν εἰσφέροντες, ὦμβρόντητε σύ. ΧΡΕΜ. χαρίεντα γοῦν πάθοιμ᾽ ἄν, εἰ μὴ ᾽χοιμ᾽ ὅποι | ΑΝΤΡΑΣ Θα περιμένεις πάντα και πάντα θ᾽ αναβάλλεις. ΧΡΕΜ. Για ποιό λόγο; ΑΝΤΡΑΣ Μπορεί σεισμός να γίνει ξαφνικά ή πυρκαγιά, στο δρόμο να σταυρώσεις νυφίτσα —γουρσουζιά μεγάλη— τότες θα σταματήσουν όλοι την παράδοση, μυαλό μπουμπουνισμένο! ΧΡΕΜ. Θα ᾽ταν νόστιμο τον να μην ξέρω |
| Εκκλ_795 | ταῦτα καταθείην. ΑΝΤΡΑΣ μὴ γὰρ οὐ λάβοις ὅποι; θάρρει, καταθήσεις, κἂν ἕνης ἔλθῃς. ΧΡΕΜ. τιή; ΑΝΤΡΑΣ ἐγᾦδα τούτους χειροτονοῦντας μὲν ταχύ, ἅττ᾽ ἂν δὲ δόξῃ ταῦτα πάλιν ἀρνουμένους. ΧΡΕΜ. οἴσουσιν, ὦ τᾶν. ΑΝΤΡΑΣ ἢν δὲ μὴ κομίσωσι, τί; | πού θα καταθέσω. ΑΝΤΡΑΣ Φοβάσαι μήπως χάσεις τη σειρά σου; Θα τα δεχτούνε κι αύριο και μεθαύριο. ΧΡΕΜ. Πού το ξέρεις; ΑΝΤΡΑΣ (δείχνοντας τους θεατές) Ξέρω αυτουνούς εδώ. Τη μια μέρα ψηφίζουνε στα γρήγορα και την άλλη αρνιούνται ό,τι εψηφίσαν. ΧΡΕΜ. (πεισματικά) Θα παραδώσουν. ΑΝΤΡΑΣ (όμοια) Κι αν δεν παραδώσουν; |
| Εκκλ_800 | ΧΡΕΜ. ἀμέλει, κομιοῦσιν. ΑΝΤΡΑΣ ἢν δὲ κωλύωσι, τί; ΧΡΕΜ. μαχούμεθ᾽ αὐτοῖς. ΑΝΤΡΑΣ ἢν δὲ κρείττους ὦσι, τί; ΧΡΕΜ. ἄπειμ᾽ ἐάσας. ΑΝΤΡΑΣ ἢν δὲ πωλῶσ᾽ αὐτά, τί; ΧΡΕΜ. διαρραγείης. ΑΝΤΡΑΣ ἢν διαρραγῶ δέ, τί; ΧΡΕΜ. καλῶς ποιήσεις. ΑΝΤΡΑΣ σὺ δ᾽ ἐπιθυμήσεις φέρειν; | ΧΡΕΜ. Με το ζόρι! ΑΝΤΡΑΣ Κι αν εμποδίζουν οι άλλοι; ΧΡΕΜ. Ξύλο! ΑΝΤΡΑΣ Κι αν είναι δυνατότεροί σας; ΧΡΕΜ. Θα τα πετάξω αυτά και θα λακίξω. ΑΝΤΡΑΣ Θα σου τα πάρουν και θα τα πουλήσουν. ΧΡΕΜ. Σκάσ᾽ επιτέλους! ΑΝΤΡΑΣ Τί κι αν σκάσω, φίλε; ΧΡΕΜ. Άγια δουλειά θα κάνεις! ΑΝΤΡΑΣ Και πιστεύεις, βαστάει η ψυχούλα σου να τα παραδώσεις; |
| Εκκλ_805 | ΧΡΕΜ. ἔγωγε· καὶ γὰρ τοὺς ἐμαυτοῦ γείτονας ὁρῶ φέροντας. ΑΝΤΡΑΣ πάνυ γ᾽ ἂν οὖν Ἀντισθένης αὔτ᾽ εἰσενέγκοι· πολὺ γὰρ ἐμμελέστερον πρότερον χέσαι πλεῖν ἢ τριάκονθ᾽ ἡμέρας. ΧΡΕΜ. οἴμωζε. ΑΝΤΡΑΣ Καλλίμαχος δ᾽ ὁ χοροδιδάσκαλος | ΧΡΕΜ. Παραβαστάει! Γιά κοίτα τους γειτόνους που ερχόνται φορτωμένοι. ΑΝΤΡΑΣ Και πιστεύεις πως ο σπαγγοραμμένος και ζωχάδας ο Αντισθένης θα δώσει; Προτιμά να βγάζει τ᾽ άντερά του τριάντα μέρες παρά να βγάλει απ ᾽το πουγκί δεκάρα. ΧΡΕΜ. Σκασμός! ΑΝΤΡΑΣ Κι ο χοροδιδάσκαλος Καλλίμαχος, |
| Εκκλ_810 | αὐτοῖσιν εἰσοίσει τι; ΧΡΕΜ. πλείω Καλλίου. ΑΝΤΡΑΣ ἅνθρωπος οὗτος ἀποβαλεῖ τὴν οὐσίαν. ΧΡΕΜ. δεινά γε λέγεις. ΑΝΤΡΑΣ τί δεινόν; ὥσπερ οὐχ ὁρῶν ἀεὶ τοιαῦτα γιγνόμενα ψηφίσματα. οὐκ οἶσθ᾽ ἐκεῖν᾽ οὕδοξε, τὸ περὶ τῶν ἁλῶν; | άψιλος πάντα, τί θα δώσει αυτός; ΧΡΕΜ. Απ᾽ τον Καλλία τον Πλούσιο περισσότερα. ΑΝΤΡΑΣ Μωρ᾽ είσαι στα καλά σου να πετάς ό,τι έχεις και δεν έχεις; ΧΡΕΜ. Όχι δα! ΑΝΤΡΑΣ Γιατί λες «όχι δα»; Σα να μη βλέπεις τέτοιοι νόμοι να γίνονται συχνά. Δε θυμάσαι το νόμο του αλατιού; |
| Εκκλ_815 | ΧΡΕΜ. ἔγωγε. ΑΝΤΡΑΣ τοὺς χαλκοῦς δ᾽ ἐκείνους ἡνίκα ἐψηφισάμεθ᾽ οὐκ οἶσθα; ΧΡΕΜ. καὶ κακόν γέ μοι τὸ κόμμ᾽ ἐγένετ᾽ ἐκεῖνο. πωλῶν γὰρ βότρυς μεστὴν ἀπῆρα τὴν γνάθον χαλκῶν ἔχων, κἄπειτ᾽ ἐχώρουν εἰς ἀγορὰν ἐπ᾽ ἄλφιτα· | ΧΡΕΜ. Πάρα πολύ, γιατί δεν εφαρμόστηκε. ΑΝΤΡΑΣ Και κειόνε που λιγόστευε τ᾽ ασήμι της μονέδας; ΧΡΕΜ. Καταστροφή μου εστάθη. Πούλησα το μαξούλι τ᾽ αμπελιού μου και γέμισα μπακίρες. Κι άμα πήγα στην Αγορά, για να ψωνίσω αλεύρι, |
| Εκκλ_820 | ἔπειθ᾽ ὑπέχοντος ἄρτι μου τὸν θύλακον, ἀνέκραγ᾽ ὁ κῆρυξ· «μὴ δέχεσθαι μηδένα χαλκοῦν τὸ λοιπόν· ἀργύρῳ γὰρ χρώμεθα.» ΑΝΤΡΑΣ τὸ δ᾽ ἔναγχος οὐχ ἅπαντες ἡμεῖς ὤμνυμεν τάλαντ᾽ ἔσεσθαι πεντακόσια τῇ πόλει | δεν πρόφτασα ν᾽ ανοίξω το σακούλι μου και τσίριξε ο τελάλης: «Δεν περνάνε οι μπακίρες, μονάχα τ᾽ ασημένια». ΑΝΤΡΑΣ Και τώρα τελευταία δεν ορκιστήκαμε να δώσουμε στην πόλη πεντακόσα τάλαντα, |
| Εκκλ_825 | τῆς τετταρακοστῆς, ἣν ἐπόρισ᾽ Εὐριπίδης; κεὐθὺς κατεχρύσου πᾶς ἀνὴρ Εὐριπίδην. ὅτε δὴ δ᾽ ἀνασκοπουμένοις ἐφαίνετο ὁ Διὸς Κόρινθος καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ οὐκ ἤρκεσεν, πάλιν κατεπίττου πᾶς ἀνὴρ Εὐριπίδην. | το ᾽να τεσσαρακοστό μας; Το ψήφισμα το σκάρωσε ο Ευριπίδης κι όλοι τονε χρυσώνατε μ᾽ επαίνους. Μα σαν καλοσκεφτήκατε το πράμα και σας φάνηκε αγγούρι, τότες όλοι με βρισιές κατραμώνατε τον άνθρωπο! |
| Εκκλ_830 | ΧΡΕΜ. οὐ ταὐτόν, ὦ τᾶν. τότε μὲν ἡμεῖς ἤρχομεν, νῦν δ᾽ αἱ γυναῖκες. ΑΝΤΡΑΣ ἃς ἐγὼ φυλάξομαι, νὴ τὸν Ποσειδῶ, μὴ κατουρήσωσί μου. ΧΡΕΜ. οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι ληρεῖς. φέρε σὺ τἀνάφορον, ὁ παῖς. ΚΗΡΥΚΑΙΝΑ ὦ πάντες ἀστοί, —νῦν γὰρ οὕτω ταῦτ᾽ ἔχει—, | ΧΡΕΜ. Δεν είναι το ίδιο πράμα, παλικάρι μου. Ετότες κυβερνούσαν οι άντρες, τώρα τα θηλυκά. ΑΝΤΡΑΣ Θα φυλαχτώ από δαύτα να μη με κατουρήσουν. ΧΡΕΜ. Σαχλαμάρες! (σ᾽ έναν από τους δούλους του) Το δίζυγο φορτώσου να πηγαίνουμε. (Έρχεται μια γυναίκα κήρυκας) ΚΗΡΥΚΑΙΝΑ Συμπολίτες, αλλάξανε τα πράγματα. |
| Εκκλ_835 | χωρεῖτ᾽, ἐπείγεσθ᾽ εὐθὺ τῆς στρατηγίδος, ὅπως ἂν ὑμῖν ἡ τύχη κληρουμένοις φράσῃ καθ᾽ ἕκαστον ἄνδρ᾽ ὅποι δειπνήσετε· ὡς αἱ τράπεζαί γ᾽ εἰσὶν ἐπινενησμέναι ἀγαθῶν ἁπάντων καὶ παρεσκευασμέναι, | Τρεχάτε βιαστικά στης Στρατηγίνας να τραβήξετε κλήρο πού ο καθένας θα του λάχει να κάτσει να δειπνήσει. Στρωμένα τα τραπέζια περιμένουν γεμάτ᾽ απ᾽ όλα των θεών τα ελέη. |
| Εκκλ_840 | κλῖναί τε σισυρῶν καὶ δαπίδων νενημέναι. κρατῆρας ἐγκιρνᾶσιν, αἱ μυροπώλιδες ἑστᾶσ᾽ ἐφεξῆς· τὰ τεμάχη ῥιπίζεται, λαγῷ᾽ ἀναπηγνύασι, πόπανα πέττεται, στέφανοι πλέκονται, φρύγεται τραγήματα, | Στα κρεβάτια προβιές και μπατανίες. Τα κροντήρια γεμάτα· τα κορίτσια με τ᾽ αρώματ᾽ αραδιασμένα στέκουν. Φέτες ψάρια στη θράκα σιγοψένονται, λαγοί στη σούβλα και στο φούρνο πίτες. Εδώ στεφάνια πλέκονται, παρέκει |
| Εκκλ_845 | χύτρας ἔτνους ἕψουσιν αἱ νεώταται. Σμοῖος δ᾽ ἐν αὐταῖς ἱππικὴν στολὴν ἔχων τὰ τῶν γυναικῶν διακαθαίρει τρύβλια. Γέρων δὲ χωρεῖ χλανίδα καὶ κονίποδα ἔχων, καχάζων μεθ᾽ ἑτέρου νεανίου· | στραγάλια καβουρδίζονται. Οι κοπέλες, οι παρανιές, βράζουνε φάβα. Ο Μάκης φορώντας τη στολή του καβαλάρη των γυναικώνε τρίβει τα τσανάκια. Κι ο Γέρος με μπερτόνι και σκαρπίνια χαχανίζοντας πάει μ᾽ ένα κοπέλι, |
| Εκκλ_850 | ἐμβὰς δὲ κεῖται καὶ τρίβων ἐρριμμένος. πρὸς ταῦτα χωρεῖθ᾽, ὡς ὁ τὴν μᾶζαν φέρων ἕστηκεν· ἀλλὰ τὰς γνάθους διοίγνυτε. ΑΝΤΡΑΣ οὐκοῦν βαδιοῦμαι δῆτα. τί γὰρ ἕστηκ᾽ ἔχων ἐνταῦθ᾽, ἐπειδὴ ταῦτα τῇ πόλει δοκεῖ; | αφού πέταξε πέρα τις αρβύλες του και το τρύπιο ταμπάρο του. Βιαστείτε. Σας περιμένουν τα ζεστά καρβέλια. Ανοίχτε τις μασέλες σας κι ομπρός! ΑΝΤΡΑΣ Τί κάθομαι λοιπόν; Θα πάω κι εγώ. Έτσι θέλ᾽ η πατρίδα και διατάζει. |
| Εκκλ_855 | ΧΡΕΜ. καὶ ποῖ βαδιεῖ σὺ μὴ καταθεὶς τὴν οὐσίαν; ΑΝΤΡΑΣ ἐπὶ δεῖπνον. ΧΡΕΜ. οὐ δῆτ᾽, ἤν γ᾽ ἐκείναις νοῦς ἐνῇ, πρίν γ᾽ ‹ἂν› ἀπενέγκῃς. ΑΝΤΡΑΣ ἀλλ᾽ ἀποίσω. ΧΡΕΜ. πηνίκα; ΑΝΤΡΑΣ οὐ τοὐμόν, ὦ τᾶν, ἐμποδὼν ἔσται. ΧΡΕΜ. τί δή; ΑΝΤΡΑΣ ἑτέρους ἀποίσειν φήμ᾽ ἔθ᾽ ὑστέρους ἐμοῦ. | ΧΡΕΜ. Πού πάς, αφού δεν έχεις παραδώσει τα υπάρχοντά σου; ΑΝΤΡΑΣ Πάω να φάω κι εγώ. ΧΡΕΜ. Δεν μπορείς. Οι γυναίκες δε γελιούνται. Να παραδώσεις πρώτα. ΑΝΤΡΑΣ Φυσικά! ΧΡΕΜ. Και πότε; ΑΝΤΡΑΣ Μη φοβάσαι. Απ᾽ τη δικιά μου αργοπόρια η δουλειά δε θα σκοντάψει. ΧΡΕΜ. Τί λες; ΑΝΤΡΑΣ Κι άλλοι πολλοί καθυστερούνε. |
| Εκκλ_860 | ΧΡΕΜ. βαδιεῖ δὲ δειπνήσων ὅμως; ΑΝΤΡΑΣ τί γὰρ πάθω; τὰ δυνατὰ γὰρ δεῖ τῇ πόλει ξυλλαμβάνειν τοὺς εὖ φρονοῦντας. ΧΡΕΜ. ἢν δὲ κωλύσωσι, τί; ΑΝΤΡΑΣ ὁμόσ᾽ εἶμι κύψας. ΧΡΕΜ. ἢν δὲ μαστιγῶσι, τί; ΑΝΤΡΑΣ καλούμεθ᾽ αὐτάς. ΧΡΕΜ. ἢν δὲ καταγελῶσι, τί; | ΧΡΕΜ. Κι όμως τρέχεις να φας! ΑΝΤΡΑΣ Και τί θα πάθω; Έχουνε χρέος οι γνωστικοί να κάνουν, όσο μπορούν, της πολιτείας το θέλημα. ΧΡΕΜ. Κι αν σε διώξουν; ΑΝΤΡΑΣ Θα σκύψω το κεφάλι και θα περάσω. ΧΡΕΜ. Κι αν σε δείρουν; ΑΝΤΡΑΣ Μήνυση. ΧΡΕΜ. Κι αν σε περιγελούν τα θηλυκά; |
| Εκκλ_865 | ΑΝΤΡΑΣ ἐπὶ ταῖς θύραις ἕστως— ΧΡΕΜ. τί δράσεις; εἰπέ μοι. ΑΝΤΡΑΣ τῶν ἐσφερόντων ἁρπάσομαι τὰ σιτία. ΧΡΕΜ. βάδιζε τοίνυν ὕστερος· σὺ δ᾽, ὦ Σίκων καὶ Παρμένων, αἴρεσθε τὴν παμπησίαν. ΑΝΤΡΑΣ φέρε νυν ἐγώ σοι ξυμφέρω. ΧΡΕΜ. μὴ μηδαμῶς. | ΑΝΤΡΑΣ Στεκάμενος στην πόρτα… ΧΡΕΜ. (τον διακόπτει) Τί θα κάνεις; ΑΝΤΡΑΣ Θ᾽ αρπάζω τα φαγιά των αλλωνών. ΧΡΕΜ. Ακλούθα με λοιπόν. (στους δούλους του) Εσείς οι δυο, ο Φάπας και ο Κλάπας, φορτωθείτε στον ώμο σας τα πράματά μου κι άιντε. ΑΝΤΡΑΣ Θες κι εγώ να βοηθήσω; ΧΡΕΜ. Θεός φυλάξοι, |
| Εκκλ_870 | δέδοικα γὰρ μὴ καὶ παρὰ τῇ στρατηγίδι, ὅταν κατατιθῶ, προσποιῇ τῶν χρημάτων. ΑΝΤΡΑΣ νὴ τὸν Δία, δεῖ γοῦν μηχανήματός τινος, ὅπως τὰ μὲν ὄντα χρήμαθ᾽ ἕξω, τοισδεδὶ τῶν ματτομένων κοινῇ μεθέξω πως ἐγώ. | γιατί μπορείς μπροστά στη Στρατηγίνα να κάνεις πως δικά σου είναι τα πράματα. (Παίρνει τα πράματά του με τους δούλους του και φεύγει.) ΑΝΤΡΑΣ Πρέπει να σοφιστώ κανένα κόλπο, να κρατήσω τα πράματά μου κι όμως με τους άλλους μαζί να φάω κι εγώ. |
| Εκκλ_875 | ὀρθῶς ἔμοιγε φαίνεται· βαδιστέον ὁμόσ᾽ ἐστὶ δειπνήσοντα κοὐ μελλητέον. | (συλλογιέται λίγο) Με κάθε τρόπο ανάγκη να δειπνήσω. (στον εαυτό του) Εμπρός λοιπόν, περπάτα, μην κιοτεύεις! |
| ΧΟΡΟΣ | (Ο Χορός χορεύει) (Το σκηνικό αλλάζει. Μια πλατεία της Αθήνας με δυο σπίτια αντικριστά, που τα χωρίζει ένας δρομάκος. Μια γριά προβάλλει το κεφάλι της απ᾽ το παραθύρι του ενός σπιτιού) |
| ΓΡΙΑ Α τί ποθ᾽ ἅνδρες οὐχ ἥκουσιν; ὥρα δ᾽ ἦν πάλαι. ἐγὼ δὲ καταπεπλασμένη ψιμυθίῳ ἕστηκα καὶ κροκωτὸν ἠμφιεσμένη | ΓΡΙΑ Α Άντρα δε γλέπω. Η ώρα περασμένη. Κι εγώ φκιασιδωμένη, με φουστάνι κροκωτό, περιμένω άπραγη εδώ. |
| Εκκλ_880 | ἀργός, μινυρομένη τι πρὸς ἐμαυτὴν μέλος, παίζουσ᾽ ὅπως ἂν περιλάβοιμ᾽ αὐτῶν τινὰ παριόντα. Μοῦσαι, δεῦρ᾽ ἴτ᾽ ἐπὶ τοὐμὸν στόμα, μελύδριον εὑροῦσαί τι τῶν Ἰωνικῶν. ΝΕΑνῦν μέν με παρακύψασα προὔφθης, ὦ σαπρά. | Και μοναχή μου ψιλοτραγουδάω και σειέμαι και λυγιέμαι, να τραβήξω κάποιον νταβραντισμένο διαβατάρη. Ω Μούσες, κατεβείτε μου στο στόμα να πείτ᾽ ένα τραγούδι ανατολίτικο. ΝΕΑ (Μία νέα προβάλλει απ᾽ το παραθύρι τ᾽ αντικρινού σπιτιού.) Με πρόλαβες, σαράβαλο, και βγήκες |
| Εκκλ_885 | ᾤου δ᾽ ἐρήμας οὐ παρούσης ἐνθάδε ἐμοῦ τρυγήσειν καὶ προσάξεσθαί τινα ᾄδουσ᾽· ἐγὼ δ᾽, ἢν τοῦτο δρᾷς, ἀντᾴσομαι. κεἰ γὰρ δι᾽ ὄχλου τοῦτ᾽ ἐστὶ τοῖς θεωμένοις, ὅμως ἔχει τερπνόν τι καὶ κωμῳδικόν. | στο παραθύρι. Νόμισες πως έλειπα κι ήθελες πάνου στη αναβροχιά να ξεγελάσεις κάποιον να τον πάρεις με το βραχνό τραγούδι σου. Κι εγώ στο πείσμα σου θα γλυκοτραγουδήσω. Κι αν οι πολλοί βαριούνται τα τραγούδια όμως έχουν τη χάρη τους κι αυτά κι η κωμωδία τα θέλει. |
| Εκκλ_890 | ΓΡΙΑ Α τούτῳ διαλέγου κἀποχώρησον· σὺ δέ, φιλοττάριον αὐλητά, τοὺς αὐλοὺς λαβὼν ἄξιον ἐμοῦ καὶ σοῦ προσαύλησον μέλος. εἴ τις ἀγαθὸν βούλεται παθεῖν τι, παρ᾽ ἐμοὶ χρὴ καθεύδειν. | ΓΡΙΑ Α (δείχνει το μεσαίο της δάκτυλο) Νά σου, πάρ᾽ το να βολευτείς. (στον αυλητή του χορού) Κι ελόγου σου, ομορφόπαιδο, τη φλογέρα σου πάρε να μου παίξεις ένα σκοπό που να καλοταιριάζει τω δυονώ μας, σε μένα και σε σένα! |
| Εκκλ_895 | οὐ γὰρ ἐν νέαις τὸ σοφὸν ἔν- εστιν, ἀλλ᾽ ἐν ταῖς πεπείροις. οὐδέ τοι στέργειν ἂν ἐθέλοι μᾶλλον ἢ ᾽γὼ τὸν φίλον ᾧπερ ξυνείην, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ἕτερον ἂν πέτοιτο. | (Η Γριά τραγουδά με τη συνοδεία της φλογέρας) Όποιος θέλει να χορτάσει έρωτα βαρβάτο, νά ᾽ρθει να πλαγιάσουμε αγκαλίτσα. Οι άγουρες δεν έχουν γνώση κι ούτε μαστοριά, μονάχα οι ώριμες και δουλεμένες. Και καμιά δεν ξέρει τόσο να κρατήσει μαγεμένον τον καλό της, όσο εγώ. Οι μικρές κάνουν φτερά και κουρνιάζουν όπου βρούνε. |
| Εκκλ_900 | ΝΕΑ μὴ φθόνει ταῖσιν νέαισι· τὸ τρυφερὸν γὰρ ἐμπέφυκε τοῖς ἁπαλοῖσι μηροῖς, κἀπὶ τοῖς μήλοις ἐπαν- θεῖ· σὺ δ᾽, ὦ γραῦ, παραλέλεξαι κἀντέτριψαι | ΝΕΑ (τραγουδώντας κι αυτή) Μη ζηλεύεις τις μικρούλες και τα τρυφερούδια, πὄχουν απαλά μεριά και στήθος δυο μελοροδάκινα! Ω μπαμπόγρια μαδημένη και πατσαλειμμένη, εσένα |
| Εκκλ_905 | τῷ θανάτῳ μέλημα. ΓΡΙΑ Α ἐκπέσοι σου τὸ τρῆμα τό τ᾽ ἐπίκλιντρον ἀποβάλοις βουλομένη σποδεῖσθαι, κἀπὶ τῆς κλίνης ὄφιν [εὕροις καὶ] προσελκύσαιο | Χάρος μοναχά σού πρέπει. ΓΡΙΑ Α (τραγουδώντας) Ω, που να σου πέσ᾽ η τρύπα και να σωριαστεί σου η κλίνη κι όταν πας να κολληθείς, αντίς άντρα φίδι νά ᾽βρεις |
| Εκκλ_910 | βουλομένη φιλῆσαι. ΝΕΑ αἰαῖ, τί ποτε πείσομαι; οὐχ ἥκει μοὐταῖρος· μόνη δ᾽ αὐτοῦ λείπομ᾽· ἡ γάρ μοι μήτηρ ἄλλῃ βέβηκεν.— καὶ τἄλλα ‹μ᾽› οὐδὲν ‹τὰ› μετὰ ταῦτα δεῖ λέγειν. — | και μ᾽ αυτό να φιληθείς. ΝΕΑ (τραγουδώντας) Συφορά μου, τί θα γίνω. Πού ᾽σαι, αγόρι μου, κι αργείς, ρέβω η μαύρη μοναχή μου και να λείπ᾽ η μάνα μου! (κουβεντιαστά) Τ᾽ αποδέλοιπα τί να σου τα λέω; |
| Εκκλ_915 | ἀλλ᾽, ὦ μαῖ᾽, ἱκετεύομαι, κά- λει τὸν Ὀρθαγόραν, ὅπως ‹ἂν› σαυτῆς κατόναι᾽, ἀντιβολῶ σε. ἤδη τὸν ἀπ᾽ Ἰωνίας τρόπον, τάλαινα, κνησιᾷς.— | (τραγουδιστά) Πάρε, βάβω, να χαρείς, έναν πέτσινο εραστή και να βολευτείς μονάχη. Δεν κρατιέσαι, τέτοια λύσσα και φαγούρα σ᾽ έχει πιάσει, |
| Εκκλ_920 | δοκεῖς δέ μοι καὶ λάβδα κατὰ τοὺς Λεσβίους.— ἀλλ᾽ οὐκ ἄν ποθ᾽ ὑφαρπάσαιο τἀμὰ παίγνια· τὴν δ᾽ ἐμὴν ὥραν οὐκ ἀπολεῖς οὐδ᾽ ἀπολήψει. ΓΡΙΑ Α ᾆδ᾽ ὁπόσα βούλει καὶ παράκυφθ᾽ ὥσπερ γαλῆ·. | τέτοιο πάθος λεσβιακό! (κουβεντιαστά) Και με τη γλώσσα θέλεις να δουλέψεις. (τραγουδιστά) Μα του κάκου προσπαθείς να μου κλέψεις τα παιχνίδια κι ούτε θ᾽ αξιωθείς τα νιάτα τα δικά μου να τα πάρεις. ΓΡΙΑ Α (κουβεντιαστά) Όσο θέλεις τραγούδα και λυγίσου |
| Εκκλ_925 | οὐδεὶς γὰρ ὡς σὲ πρότερον εἴσεισ᾽ ἀντ᾽ ἐμοῦ. ΝΕΑ οὔκουν ἐπ᾽ ἐκφοράν γε. καινόν γ᾽, ὦ σαπρά. ΓΡΙΑ Α οὐ δῆτα. τί γὰρ ἂν γραῒ καινὸν τις λέγοι; οὐ τοὐμὸν ὀδυνήσει σε γῆρας. ΝΕΑ ἀλλὰ τί; ἥγχουσα μᾶλλον καὶ τὸ σὸν ψιμύθιον; | σαν τη νυφίτσα, μα κανείς δεν μπαίνει στο σπίτι σου, πριχού περάσει εδώθες. (δείχνει τον εαυτό της) ΝΕΑ Μονάχα για το ξόδι σου θα μπει. Αυτό το νέο σού απόμεινε να μάθεις. ΓΡΙΑ Α Όλα τα ξέρουν οι πολυκαιρίσιες. Και τί μου χολοσκάς για τα χρονάκια μου; ΝΕΑ Για τις μπογιές σου θες να χολοσκάω; |
| Εκκλ_930 | ΓΡΙΑ Α τί μοι διαλέγει; ΝΕΑ σὺ δὲ τί διακύπτεις; ΓΡΙΑ Α ἐγώ; ᾄδω πρὸς ἐμαυτὴν Ἐπιγένει τὠμῷ φίλῳ. ΝΕΑ σοὶ γὰρ φίλος τίς ἐστιν ἄλλος ἢ Γέρης; ΓΡΙΑ Α δείξει γε καὶ σοί· τάχα γὰρ εἶσιν ὡς ἐμέ. ὁδὶ γὰρ αὐτός ἐστιν. ΝΕΑ οὐ σοῦ γ᾽, ὦλεθρε, | ΓΡΙΑ Α Πάψε, δε θέλω να μου κουβεντιάζεις. ΝΕΑ Τότες γιατί μου βγήκες στο παράθυρο; ΓΡΙΑ Α Εγώ; Να τραγουδήσω τον καημό μου για τον όμορφο φίλο μου τον Άδωνη. ΝΕΑ Για σένα φίλος μόνο ο Γεροξούρας. ΓΡΙΑ Α Θα τον δεις με τα μάτια σου, όπου να ᾽ναι. Θά ᾽ρτει. Και νά τος! ΝΕΑ Όχι δα για σένα, ψειραλοιφή! |
| Εκκλ_935 | δεόμενος οὐδέν. ΓΡΙΑ Α νὴ Δί᾽. ΝΕΑ ὦ φθίνυλλα σύ, δείξει τάχ᾽ αὐτός, ὡς ἔγωγ᾽ ἀπέρχομαι. ΓΡΙΑ Α κἄγωγ᾽, ἵνα γνῷς ὡς πολὺ σοῦ μεῖζον φρονῶ. ΝΕΟΣ εἴθ᾽ ἐξῆν παρὰ τῇ νέᾳ καθεύδειν, καὶ μὴ ᾽δει πρότερον διασποδῆσαι | Τί να σε κάνει; ΓΡΙΑ Α Ναίσκε! ΝΕΑ Καλά λοιπόν. Εγώ θα τραβηχτώ. Κάτσε να ιδείς προς πού θα βάνει πλώρη. (τραβιέται από το παράθυρο) ΓΡΙΑ Α Κι εγώ θα τραβηχτώ, γιατί ᾽μαι πιότερο περήφανη από σένα και φιλότιμη. ΝΕΟΣ (παλικάρι μόνο του) Να μπορούσα την κοπέλα να ξαπλώσω κι όχι πρώτα να δροσίσω στανικά μου |
| Εκκλ_940 | ἀνάσιμον ἢ πρεσβυτέραν· οὐ γὰρ ἀνασχετὸν τοῦτό γ᾽ ἐλευθέρῳ. ΓΡΙΑ Α οἰμώζων ἄρα, νὴ Δία, σποδήσεις· οὐ γὰρ τἀπὶ Χαριξένης τάδ᾽ ἐστίν. κατὰ τὸν νόμον ταῦτα ποιεῖν | πλατσομύτα και μπαμπόγρια σιχαμένη· ντροπή θα ᾽ταν για λεύτερο Αθηναίο. ΓΡΙΑ Α Σκούζε, πλάνταζε, όσο θέλεις, μορφονιέ μου. Πρώτα εμένα θα δουλέψεις, λέει ο νόμος ο καινούργιος. |
| Εκκλ_945 | ἐστι δίκαιον, εἰ δημοκρατούμεθα. ἀλλ᾽ εἶμι τηρήσουσ᾽ ὅ τι καὶ δράσεις ποτέ. ΝΕΟΣ εἴθ᾽, ὦ θεοί, λάβοιμι τὴν καλὴν μόνην, ἐφ᾽ ἣν πεπωκὼς ἔρχομαι πάλαι ποθῶν. ΝΕΑ ἐξηπάτησα τὸ κατάρατον γρᾴδιον· | Τα παλιά να τα ξεχάσεις είναι τώρ᾽ αληθινή δημοκρατία! (κουβεντιαστά) Πάω μέσα να βιγλίζω τί θα κάνει. (τραβιέται απ᾽ το παράθυρο) ΝΕΟΣ (μόνο του) Βόηθα, θε μου, να τηνε βρω μονάχη τη μικρούλα. Γι᾽ αυτήνε τα ᾽πια κι ήρθα, από καιρόν πολύν τη λαχταρώ. ΝΕΑ (βγαίνοντας στο παράθυρο) Καταραμένη στρίγκλα, σε ξεγέλασα! |
| Εκκλ_950 | φρούδη γάρ ἐστιν οἰομένη μ᾽ ἔνδον μένειν. ἀλλ᾽ οὑτοσὶ γὰρ αὐτὸς οὗ ᾽μεμνήμεθα. δεῦρο δή, δεῦρο δή, φίλον ἐμόν, δεῦρό μοι πρόσελθε καὶ ξύνευνέ μοι τὴν εὐφρόνην ὅπως ἔσει. πάνυ γάρ τις ἔρως ‹δεινός› με δονεῖ | Πάει, χάθηκε, θαρρώντας με πως θα ᾽μνησκα κλεισμένη μέσα. Νά το παλικάρι! Αυτός είναι κι αυτόνε ονειρευόμουν. (τραγουδιστά) Κατά δω, κατά δω, παλικάρι. Κατά δω, ζύγωσέ με αγαπάκι, μην αργείς να πλαγιάσεις μαζί μου να χαρείς το κορμί μου νυχτέρι. Με τραντάζει καημός και λαχτάρα |
| Εκκλ_955 | τῶνδε τῶν σῶν βοστρύχων. ἄτοπος δὲ πόθος τις μοὔγκειται ὅς με διακναίσας ἔχει. μέθες, ἱκνοῦμαί σ᾽, Ἔρως, καὶ πόησον τόνδ᾽ ἐς εὐνὴν τὴν ἐμὴν ἱκέσθαι. | για τα ωραία κατσαρά σου μαλλάκια. Βόηθα, βόηθα, Ερωτόθεε, και κάνε τ᾽ ομορφόπαιδο νά ᾽ρθει να πέσει στο δικό μου κρεβάτι. |
| Εκκλ_960 | ΝΕΟΣ δεῦρο δή, δεῦρο δή, φίλον ‹ἐμόν›, καὶ σύ μοι καταδραμοῦσα τὴν θύραν ἄνοιξον [τήνδ᾽]· εἰ δὲ μή, καταπεσὼν κείσομαι. ἀλλ᾽ ἐν [τῷ] σῷ βούλομ᾽ ‹ἐγὼ› κόλπῳ | ΝΕΟΣ Κατά δω, κατά δω, κοπελιά μου, αγαπούλα μου καμαροφρύδα. Έλα κάτου τρεχάλα ν᾽ ανοίξεις, δεν κρατιέμαι, θα πέσω στο δρόμο, στο ζεστό σου τον κόρφο να γείρω |
| Εκκλ_965 | πληκτίζεσθαι μετὰ [τῆς] σῆς πυγῆς. Κύπρι, τί μ᾽ ἐκμαίνεις ἐπὶ ταύτῃ; μέθες, ἱκνοῦμαί σ᾽, Ἔρως, καὶ πόησον τήνδ᾽ ἐς εὐνὴν τὴν ἐμὴν ἱκέσθαι. καὶ ταῦτα μέντοι μετρίως πρὸς τὴν ἐμὴν ἀνάγκην | τα κρουστά σου μεριά να φουχτώσω. Αφροδίτη, με τρέλανες. Τρέξε, βόηθησέ με και κάνε την νά ᾽ρθει στο δικό μου κρεβάτι. Είναι φτωχά τα λόγια μου μπρος στον βαρύ καημό μου. |
| Εκκλ_970 | εἰρημέν᾽ ἐστίν. σὺ δέ μοι, φίλτατον, ὢ ἱκετεύω, ἄνοιξον, ἀσπάζου με· διά τοι σὲ πόνους ἔχω. ὦ χρυσοδαίδαλτον ἐμὸν μέλημα, Κύπριδος ἔρνος, μέλιττα Μούσης, Χαρίτων θρέμμα, Τρυφῆς πρόσωπον, ἄνοιξον, ἀσπάζου με· | Και συ, ποθοκρατόρισσα κυρά, συμπόνεσέ με. Άνοιξε να μ᾽ αγκαλιάσεις και να με νεκραναστήσεις. Μαλαματένιο γκόλφι μου, της Αφροδίτης γέννα, και των Μουσών η μέλισσα και θρέμμα των Χαρίτων, άνοιξε να μ᾽ αγκαλιάσεις |
| Εκκλ_975 | διά τοι σὲ πόνους ἔχω. ΓΡΙΑ Α οὗτος, τί κόπτεις; μῶν ἐμὲ ζητεῖς; ΝΕΟΣ πόθεν; ΓΡΙΑ Α καὶ τὴν θύραν γ᾽ ἤραττες. ΝΕΟΣ ἀποθάνοιμ᾽ ἄρα. ΓΡΙΑ Α τοῦ δαὶ δεόμενος δᾷδ᾽ ἔχων ἐλήλυθας; ΝΕΟΣ Ἀναφλύστιον ζητῶν τιν᾽ ἄνθρωπον. ΓΡΙΑ Α τίνα; | τι με λώλανεν ο πόθος! (χτυπάει την πόρτα) ΓΡΙΑ Α (παρουσιάζεται και ζυγώνει) Εσύ βροντάς την πόρτα; Τί με θέλεις; ΝΕΟΣ Πώς σου κατέβη; ΓΡΙΑ Α Χτύπησες την πόρτα μου. ΝΕΟΣ Δεν πέθαινα καλύτερα; ΓΡΙΑ Α Γιατί μου ᾽ρθες εδώ με το δαδί αναμμένο; ΝΕΟΣ Κάποιον ζητάω από τον Κοπανά. ΓΡΙΑ Α Ποιόν; |
| Εκκλ_980 | ΝΕΟΣ οὐ τὸν Σεβῖνον, ὃν σὺ προσδοκᾷς ἴσως. ΓΡΙΑ Α νὴ τὴν Ἀφροδίτην, ἤν τε βούλῃ γ᾽ ἤν τε μή— ΝΕΟΣ ἀλλ᾽ οὐχὶ νυνὶ τὰς ὑπερεξηκοντέτεις εἰσάγομεν, ἀλλ᾽ εἰσαῦθις ἀναβεβλήμεθα. τὰς ἐντὸς εἴκοσιν γὰρ ἐκδικάζομεν. | ΝΕΟΣ Όχι τον Πλακιώτη που αναμένεις. ΓΡΙΑ Α (τον τραβάει από το μπράτσο) Α, μά την Αφροδίτη, θες δε θέλεις… ΝΕΟΣ (ξεκολλώντας απ᾽ τα χέρια της) Για σήμερα δεν έχουνε σειρά οι εξηντάρες κι απάνου. Αυτές μεθαύριο. Για τώρα τα εικοσάρικα πιτσούνια. |
| Εκκλ_985 | ΓΡΙΑ Α ἐπὶ τῆς προτέρας ἀρχῆς γε ταῦτ᾽ ἦν, ὦ γλύκων· νυνὶ δὲ πρῶτον εἰσάγειν ἡμᾶς δοκεῖ. ΝΕΟΣ τῷ βουλομένῳ γε κατὰ τὸν ἐν πεττοῖς νόμον. ΓΡΙΑ Α ἀλλ᾽ οὐδὲ δειπνεῖς κατὰ τὸν ἐν πεττοῖς νόμον. ΝΕΟΣ οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι λέγεις· τηνδεδί μοι κρουστέον. | ΓΡΙΑ Α Γλυκέ μου, αυτά γινότανε πρωτύτερα. Τώρα ο καινούργιος νόμος βάζει πρώτες τις ώριμες εμάς. ΝΕΟΣ Για όποιον το θέλει. Όπως στα ζάρια. Παίζει όποιος του αρέσει. ΓΡΙΑ Α Στο φαγί δεν περνάει αυτός ο νόμος. ΝΕΟΣ Τί θες να πεις; Δε σε καταλαβαίνω. Πάω να χτυπήσω της μικρής την πόρτα. |
| Εκκλ_990 | ΓΡΙΑ Α ὅταν γε κρούσῃς τὴν ἐμὴν πρῶτον θύραν. ΝΕΟΣ ἀλλ᾽ οὐχὶ νυνὶ κρησέραν αἰτούμεθα. ΓΡΙΑ Α οἶδ᾽ ὅτι φιλοῦμαι· νῦν δὲ θαυμάζεις ὅτι θύρασί μ᾽ ηὗρες. ἀλλὰ πρόσαγε τὸ στόμα. ΝΕΟΣ ἀλλ᾽, ὦ μέλ᾽, ὀρρωδῶ τὸν ἐραστήν σου. ΓΡΙΑ Α τίνα; | ΓΡΙΑ Α Μα τη δικιά μου πρώτα θα χτυπήσεις. ΝΕΟΣ Κορίτσι θέλω απάρθενο, όχι κόσκινο! ΓΡΙΑ Α Το ξέρω, μ᾽ αγαπάς, αλλά ξαφνιάστηκες που μ᾽ ήβρες όξω… Δώσ᾽ μου τ᾽ αχειλάκια σου. ΝΕΟΣ Α μπα! Θα με σκοτώσει ο γκόμενός σου. ΓΡΙΑ Α Ποιός γκόμενός μου; |
| Εκκλ_995 | ΝΕΟΣ τὸν τῶν γραφέων ἄριστον. ΓΡΙΑ Α οὗτος δ᾽ ἐστὶ τίς; ΝΕΟΣ ὃς τοῖς νεκροῖσι ζωγραφεῖ τὰς ληκύθους. ἀλλ᾽ ἄπιθ᾽, ὅπως μή σ᾽ ἐπὶ θύραισιν ὄψεται. ΓΡΙΑ Α οἶδ᾽, οἶδ᾽ ὅ τι βούλει. ΝΕΟΣ καὶ γὰρ ἐγὼ σὲ νὴ Δία. ΓΡΙΑ Α μὰ τὴν Ἀφροδίτην, ἥ μ᾽ ἔλαχε κληρουμένη, | ΝΕΟΣ Ο ζωγράφος! ΓΡΙΑ Α Ποιός; ΝΕΟΣ Αυτός που ζωγραφίζει τα λαγήνια των πεθαμένων. Τρέχα να κρυφτείς να μη σε ιδεί να τριγυρνάς στους δρόμους. ΓΡΙΑ Α Ξέρω τί θέλεις! ΝΕΟΣ Μα κι εγώ σε ξέρω τί παραθέλεις. ΓΡΙΑ Α Μά την Αφροδίτη, που σ᾽ έστειλε σ᾽ εμένανε λαχείο, |
| Εκκλ_1000 | μὴ ᾽γώ σ᾽ ἀφήσω. ΝΕΟΣ παραφρονεῖς, ὦ γρᾴδιον. ΓΡΙΑ Α ληρεῖς· ἐγὼ δ᾽ ἄξω σ᾽ ἐπὶ τἀμὰ στρώματα. ΝΕΟΣ τί δῆτα κρεάγρας τοῖς κάδοις ὠνοίμεθ᾽ ἄν, ἐξὸν καθέντα γρᾴδιον τοιουτονὶ ἐκ τῶν φρεάτων τοὺς κάδους ξυλλαμβάνειν; | δε σ᾽ αφήνω. (τον τραβάει) ΝΕΟΣ Πάει, σου ᾽στριψε, γιαγιάκα. ΓΡΙΑ Α Λίγα λόγια! Περπάτα να ξαπλώσουμε. ΝΕΟΣ Τί τους θέμε τους γάντζους ν᾽ ανεβάζουμε τους κουβάδες απ᾽ τα πηγάδια μέσα; Κατέβαζε μια τέτοιανε μπαμπόγρια να σου τους φέρνει απάνου να τους παίρνεις. |
| Εκκλ_1005 | ΓΡΙΑ Α μὴ σκῶπτέ μ᾽, ὦ τάλαν, ἀλλ᾽ ἕπου δεῦρ᾽ ὡς ἐμέ. ΝΕΟΣ ἀλλ᾽ οὐκ ἀνάγκη μοὐστίν, εἰ μὴ τῶν ἐμῶν τὴν πεντακοσιοστὴν κατέθηκας τῇ πόλει. ΓΡΙΑ Α νὴ τὴν Ἀφροδίτην, δεῖ γε μέντοι ‹σ᾽›· ὡς ἐγὼ τοῖς τηλικούτοις ξυγκαθεύδουσ᾽ ἥδομαι. | ΓΡΙΑ Α Άσε τις εξυπνάδες κι ακολούθα με. (τον τραβάει) ΝΕΟΣ Υποχρέωση δεν έχω, αν δεν κατάθεσες στο Δημόσιο Ταμείο το νέο χαράτσι: ένα στα πεντακόσια το δικό μου το βιος. ΓΡΙΑ Α Ρε τί μου λες; Θά ᾽ρθεις μ᾽ εμένα. Μονάχα τα μικρά παλικαρόπουλα θέλω του κρεβατιού μου συντροφιά. |
| Εκκλ_1010 | ΝΕΟΣ ἐγὼ δὲ ταῖς γε τηλικαύταις ἄχθομαι, κοὐκ ἂν πιθοίμην οὐδέποτ᾽. ΓΡΙΑ Α ἀλλά, νὴ Δία, ἀναγκάσει τουτί σε. ΝΕΟΣ τοῦτο δ᾽ ἐστὶ τί; ΓΡΙΑ Α ψήφισμα, καθ᾽ ὅ σε δεῖ βαδίζειν ὡς ἐμέ. ΝΕΟΣ λέγ᾽ αὐτὸ τί ποτε κἄστι. ΓΡΙΑ Α καὶ δή σοι λέγω. | ΝΕΟΣ Κι εγώ πάλε σιχαίνομαι τις γράδες, δε στρέγω να τις γγίξω. ΓΡΙΑ Α Μά τον Δία, τούτο δω θα σε κάνει να με στρέξεις. (βγάζει έναν πάπυρο) ΝΕΟΣ Και τί ᾽ναι αυτό; ΓΡΙΑ Α Το ψήφισμα, που ορίζει στο δικό μου το σπίτι να βαδίσεις. ΝΕΟΣ Γιά διάβασέ το, για να ιδώ τί λέγει. ΓΡΙΑ Α «Τω γυναικώ η κυβέρνηση διατάζει: |
| Εκκλ_1015 | ἔδοξε ταῖς γυναιξίν, ἢν ἀνὴρ νέος νέας ἐπιθυμῇ, μὴ σποδεῖν αὐτὴν πρὶν ἂν τὴν γραῦν προκρούσῃ πρῶτον. ἢν δὲ μὴ ᾽θέλῃ πρότερον προκρούειν, ἀλλ᾽ ἐπιθυμῇ τῆς νέας, ταῖς πρεσβυτέραις γυναιξὶν ἔστω τὸν νέον | Όποιος νέος βουληθεί να ζευγαρώσει με νια κοπέλα, δεν μπορεί. Πρωτύτερα γερασμένη θα πάρει να δροσίσει· κι αν αρνιέται, θα του βουτούν την τρόμπα του |
| Εκκλ_1020 | ἕλκειν ἀνατεὶ λαβομένας τοῦ παττάλου. ΝΕΟΣ οἴμοι· Προκρούστης τήμερον γενήσομαι. ΓΡΙΑ Α τοῖς γὰρ νόμοις τοῖς ἡμετέροισι πειστέον. ΝΕΟΣ τί δ᾽ ἢν ἀφαιρῆταί μ᾽ ἀνὴρ τῶν δημοτῶν ἢ τῶν φίλων ἐλθών τις; ΓΡΙΑ Α ἀλλ᾽ οὐ κύριος | να τον τραβάνε σπίτι τους οι γράδες.» ΝΕΟΣ Αλίμονό μου και θα γίνω Τρόμπας! ΓΡΙΑ Α Να πειθαρχείς στων γυναικών τους νόμους. ΝΕΟΣ Κι αν κάποιος φίλος ή συχωριανός πλερώσει λύτρα να με λευτερώσει; ΓΡΙΑ Α Πού να τα βρει τα χρήματα; |
| Εκκλ_1025 | ὑπὲρ μέδιμνόν ἐστ᾽ ἀνὴρ οὐδεὶς ἔτι. ΝΕΟΣ ἐξωμοσία δ᾽ οὐκ ἔστιν; ΓΡΙΑ Α οὐ γὰρ δεῖ στροφῆς. ΝΕΟΣ ἀλλ᾽ ἔμπορος εἶναι σκήψομαι. ΓΡΙΑ Α κλάων γε σύ. ΝΕΟΣ τί δῆτα χρὴ δρᾶν; ΓΡΙΑ Α δεῦρ᾽ ἀκολουθεῖν ὡς ἐμέ. ΝΕΟΣ καὶ ταῦτ᾽ ἀνάγκη μοὐστί; ΓΡΙΑ Α Διομήδειά γε. | Κανένας δεν έχει τώρα πια. ΝΕΟΣ Κι αν ορκιστώ πως δεν μπορώ; ΓΡΙΑ Α Βρε, δεν περνάν τα ψέματα! ΝΕΟΣ Κι αν τους πω: Ξένος είμαι, γυρολόγος πραματευτής; ΓΡΙΑ Α Θα σε ξυλοφορτώσουν. ΝΕΟΣ Τί να κάνω λοιπόν; ΓΡΙΑ Α Να ᾽ρθεις μαζί μου. ΝΕΟΣ Με το στανιό; ΓΡΙΑ Α Με το στανιό. Είμαι Λάμια. |
| Εκκλ_1030 | ΝΕΟΣ ὑποστόρεσαί νυν πρῶτα τῆς ὀριγάνου καὶ κλήμαθ᾽ ὑπόθου συγκλάσασα τέτταρα, καὶ ταινίωσαι καὶ παράθου τὰς ληκύθους, ὕδατός τε κατάθου τοὔστρακον πρὸ τῆς θύρας. ΓΡΙΑ Α ἦ μὴν ἔτ᾽ ὠνήσει σὺ καὶ στεφάνην ἐμοί. | ΝΕΟΣ Βάλε μια στρώση ρίγανη στον πάτο κι απάνου δυο ζευγάρια κληματσίδες, τυλίξου με κορδέλες και στο πλάι ληκύθους και στην πόρτα σου σταμνί με νερό καθαρτήριο. ΓΡΙΑ Α Κι εσύ φίλε μου, θα μου αγοράσεις νεκρικό στεφάνι. |
| Εκκλ_1035 | ΝΕΟΣ νὴ τὸν Δί᾽, ἤνπερ ᾖ γέ που τῶν κηρίνων. οἶμαι γὰρ ἔνδον διαπεσεῖσθαί σ᾽ αὐτίκα. ΝΕΑ ποῖ τοῦτον ἕλκεις; ΓΡΙΑ Α εἰς ἐμαυτῆς εἰσάγω. ΝΕΑ οὐ σωφρονοῦσά γ᾽· οὐ γὰρ ἡλικίαν ἔχει παρὰ σοὶ καθεύδειν τηλικοῦτος ὤν· ἐπεὶ | ΝΕΟΣ Μετά χαράς, με κέρινα λουλούδια. Γιατί όπου να ᾽ναι, λέω, θα σωριαστείς. (βγαίνει απ᾽ το σπίτι της η κοπέλα) ΝΕΑ Πού τονε πας; ΓΡΙΑ Α Στο σπίτι μου. ΝΕΑ Δεν ντρέπεσαι; Ανώριμο παιδί να τραβάς να το πλαγιάσεις δίπλα σου; Μα εσύ ᾽σαι |
| Εκκλ_1040 | μήτηρ ἂν αὐτῷ μᾶλλον εἴης ἢ γυνή. ὥστ᾽ εἰ καταστήσεσθε τοῦτον τὸν νόμον, τὴν γῆν ἅπασαν Οἰδιπόδων ἐμπλήσετε. ΓΡΙΑ Α ὦ παμβδελυρά, φθονοῦσα τόνδε τὸν λόγον ἐξηῦρες. ἀλλ᾽ ἐγώ σε τιμωρήσομαι. | μάνα του πιο πολύ παρά γυναίκα. Αν πιάσει αυτός ο νόμος, θα γεμίσει αιμομίχτες Οιδίποδες ο κόσμος. (τραβάει να πάρει το νέο) ΓΡΙΑ Α Α, παλιοβρόμα, η ζήλια σου σε κάνει να μην ξέρεις τί λες, θα σε στουμπίσω! (φεύγει) |
| Εκκλ_1045 | ΝΕΟΣ νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρα, κεχάρισαί γέ μοι, ὦ γλυκύτατον, τὴν γραῦν ἀπαλλάξασά μου· ὥστ᾽ ἀντὶ τούτων τῶν ἀγαθῶν εἰς ἑσπέραν μεγάλην ἀποδώσω καὶ παχεῖάν σοι χάριν. ΓΡΙΑ Βαὕτη σύ, ποῖ παραβᾶσα τόνδε τὸν νόμον | ΝΕΟΣ Αχ, μά το Δία το Σώστη, ευχαριστώ σε! Απ᾽ τη στρίγκλα με γλίτωσες κι εγώ για τη χάρη που μου ᾽κανες, γλυκό μου, το βράδυ απόψε θα σου κάνω αντίχαρη πολύ μεγάλη και πολύ χοντρή. (Απλώνει να πάρει την κοπέλα να φύγουν, μα παρουσιάζεται μια δεύτερη γριά, πιο ηλικιωμένη και πιο άσκημη.) ΓΡΙΑ Β (στην κοπέλα) Βρε, πώς πατείς το νόμο και μου παίρνεις |
| Εκκλ_1050 | ἕλκεις, παρ᾽ ἐμοὶ τῶν γραμμάτων εἰρηκότων πρότερον καθεύδειν αὐτόν; ΝΕΟΣ οἴμοι δείλαιος. πόθεν ἐξέκυψας, ὦ κάκιστ᾽ ἀπολουμένη; τοῦτο γὰρ ἐκείνου τὸ κακὸν ἐξωλέστερον. ΓΡΙΑ Β βάδιζε δεῦρο. ΝΕΟΣ μηδαμῶς με περιίδῃς | τ᾽ αγόρι, αφού ξεκάθαρα το γράφει ο νόμος: πρώτα εμένα! ΝΕΟΣ Συφορά μου! Και πούθε μου ξεφύτρωσες, πανούκλα χειρότερη απ᾽ την άλλη; ΓΡΙΑ Β Λίγα λόγια! Έρχου σε μένα! ΝΕΟΣ (στην κοπέλα) Μη μ᾽ αφήνεις έτσι |
| Εκκλ_1055 | ἑλκόμενον ὑπὸ τῆσδ᾽, ἀντιβολῶ σ᾽. ΓΡΙΑ Β ἀλλ᾽ οὐκ ἐγώ, ἀλλ᾽ ὁ νόμος ἕλκει σ᾽. ΝΕΟΣ οὐκ ἐμέ γ᾽, ἀλλ᾽ Ἔμπουσά τις ἐξ αἵματος φλύκταιναν ἠμφιεσμένη. ΓΡΙΑ Β ἕπου, μαλακίων, δεῦρ᾽ ἀνύσας καὶ μὴ λάλει. ΝΕΟΣ ἴθι νυν ἔασον εἰς ἄφοδον πρώτιστά με | να με τραβάει. ΓΡΙΑ Β Εγώ δε σε τραβάω, ο Νόμος! ΝΕΟΣ Βρε ποιός νόμος; Έμπουσα, που τρέχουν οι πληγές σου αίματα κι όμπυο; ΓΡΙΑ Β Τρυφερούλι, έρχου εδώ και λίγα λόγια. ΝΕΟΣ Μωρ᾽ άσε με να πάω ν᾽ αδειάσω πρώτα, |
| Εκκλ_1060 | ἐλθόντ᾽ ἀναθαρρῆσαι πρὸς ἐμαυτόν· εἰ δὲ μή, αὐτοῦ τι δρῶντα πυρρὸν ὄψει μ᾽ αὐτίκα ὑπὸ τοῦ δέους. ΓΡΙΑ Β θάρρει, βάδιζ᾽. ἔνδον χεσεῖ. ΝΕΟΣ δέδοικα κἀγὼ μὴ πλέον γ᾽ ἢ βούλομαι. ἀλλ᾽ ἐγγυητάς σοι καταστήσω δύο | νά ᾽ρθω στα συγκαλά μου, να στυλώσω, αλλιώς θα τ᾽ αμολήσω εδώ μπροστά σου. ΓΡΙΑ Β Κρατήσου! Πάμε σπίτι ν᾽ αλαφρώσεις! ΝΕΟΣ Είναι πολλά και θα βουλώσ᾽ η χρεία. Στα χωράφια να πάω και θα σου αφήσω δυο φίλους |
| Εκκλ_1065 | ἀξιόχρεως. ΓΡΙΑ Β μή μοι καθίστη. ΓΡΙΑ Γ ποῖ σύ, ποῖ χωρεῖς μετὰ ταύτης; ΝΕΟΣ οὐκ ἔγωγ᾽, ἀλλ᾽ ἕλκομαι. ἀτάρ, ἥτις εἶ σύ, πόλλ᾽ ἀγαθὰ γένοιτό σοι, ὅτι μ᾽ οὐ περιεῖδες ἐπιτριβέντ᾽. ὦ Ἡράκλεις, ὦ Πᾶνες, ὦ Κορύβαντες, ὦ Διοσκόρω, | εγγυητάδες. ΓΡΙΑ Β Να μου λείπουν. (Τον τραβά. Αλλά παρουσιάζεται τρίτη γριά γεροντότερη.) ΓΡΙΑ Γ (στο Παλικάρι) Ε συ! Πού πας μ᾽ αυτήν; ΝΕΟΣ (χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει) Δεν πάω, με πάει! Όποια και να ᾽σαι, οι θεοί να σ᾽ το πλερώσουν! Απ᾽ του Χάρου τα δόντια με ξεκόλλησες. (γυρίζει και βλέπει) Ωχ! Ηρακλή, Κορύβαντες και Πάνες και Διόσκουροι, |
| Εκκλ_1070 | τοῦτ᾽ αὖ πολὺ τούτου τὸ κακὸν ἐξωλέστερον. ἀτὰρ τί τὸ πρᾶγμ᾽ ἔστ᾽, ἀντιβολῶ, τουτί ποτε; πότερον πίθηκος ἀνάπλεως ψιμυθίου, ἢ γραῦς ἀνεστηκυῖα παρὰ τῶν πλειόνων; ΓΡΙΑ Γ μὴ σκῶπτέ μ᾽, ἀλλὰ δεῦρ᾽ ἕπου. ΓΡΙΑ Β δευρὶ μὲν οὖν. | χειρότερη πολύ από την άλλη ετούτ᾽ η λώβα. Τί ᾽σαι, μαϊμού φκιασιδωμένη γιά βρυκόλακας, που βγήκε από τα μνήματα; ΓΡΙΑ Γ Μη βρίζεις κι έρχου μαζί μου. ΓΡΙΑ Β Τί; Μαζί μου θά ᾽ρτει! |
| Εκκλ_1075 | ΓΡΙΑ Γ ὡς οὐκ ἀφήσω σ᾽ οὐδέποτ᾽. ΓΡΙΑ Β οὐδὲ μὴν ἐγώ. ΝΕΟΣ διασπάσεσθέ μ᾽, ὦ κακῶς ἀπολούμεναι. ΓΡΙΑ Β ἐμοὶ γὰρ ἀκολουθεῖν σε δεῖ κατὰ τὸν νόμον. ΓΡΙΑ Γ οὔκ, ἢν ἑτέρα γε γραῦς ἔτ᾽ αἰσχίων φανῇ. ΝΕΟΣ ἢν οὖν ὑφ᾽ ὑμῶν πρῶτον ἀπόλωμαι κακῶς, | ΓΡΙΑ Γ Δεν τον αφήνω εγώ! ΓΡΙΑ Β Μήτε κι εγώ. ΝΕΟΣ Που κακό χρόνο να ᾽χετε, παλιόγριες, μη με τραβάτε, θα με κομματιάσετε. ΓΡΙΑ Β Μαζί μου λέει ο νόμος να πλαγιάσεις. ΓΡΙΑ Γ Αν άλλη πιο γριά δεν ξεφυτρώσει. ΝΕΟΣ Κι αν πάω πρώτα μ᾽ εσάς ξερνοβολώντας, |
| Εκκλ_1080 | φέρε, πῶς ἐπ᾽ ἐκείνην τὴν καλὴν ἀφίξομαι; ΓΡΙΑ Γ αὐτὸς σκόπει σύ· τάδε δέ σοι ποιητέον. ΝΕΟΣ ποτέρας προτέρας οὖν κατελάσας ἀπαλλαγῶ; ΓΡΙΑ Γ οὐκ οἶσθα; βαδιεῖ δεῦρ᾽. ΝΕΟΣ ἀφέτω νύν μ᾽ αὑτηί. ΓΡΙΑ Β δευρὶ μὲν οὖν ἴθ᾽ ὡς ἔμ᾽. ΝΕΟΣ ἢν ἡδί μ᾽ ἀφῇ. | σε τί χάλια θα φτάσω στην κοπέλα; ΓΡΙΑ Γ Λογαριασμός δικός σου. Έχουμ᾽ εμείς την πρωτιά. ΝΕΟΣ Κι από ποιάνε σας θ᾽ αρχίσω να χαϊνταντίζω, να ξεχρεωθώ; ΓΡΙΑ Γ Δεν ξέρεις; Από μένα! ΝΕΟΣ Δε μ᾽ αφήνει ετούτη. ΓΡΙΑ Β Φυσικά, δεν τον αφήνω! ΝΕΟΣ… |
| Εκκλ_1085 | ΓΡΙΑ Γ ἀλλ᾽ οὐκ ἀφήσω μὰ Δία σ᾽. ΓΡΙΑ Β οὐδὲ μὴν ἐγώ. ΝΕΟΣ χαλεπαί γ᾽ ἂν ἦστε γενόμεναι πορθμῆς. ΓΡΙΑ Β τιή; ΝΕΟΣ ἕλκοντε τοὺς πλωτῆρας ἂν ἀπεκναίετε. ΓΡΙΑ Γ σιγῇ βάδιζε δεῦρο. ΓΡΙΑ Β μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ὡς ἐμέ. ΝΕΟΣ τουτὶ τὸ πρᾶγμα κατὰ τὸ Καννωνοῦ σαφῶς | ΓΡΙΑ Γ Αλλά δεν θα τον αφήσω! ΓΡΙΑ Β Ούτε κι εγώ! ΝΕΟΣ Μωρέ, παλιοβαρκάρισσες! ΓΡΙΑ Β Γιατί; ΝΕΟΣ Γιατί τραβώντας δώθε-κείθε τους ταξιδιώτες, τους ξεκατινιάζετε! ΓΡΙΑ Γ Λίγα λόγια! Έλα δω! ΓΡΙΑ Β Μ᾽ εμένα θά ᾽ρτει. ΝΕΟΣ Κατά το νόμο χωριστά δικάζονται |
| Εκκλ_1090 | ψήφισμα, βινεῖν δεῖ με διαλελημμένον. πῶς οὖν δικωπεῖν ἀμφοτέρας δυνήσομαι; ΓΡΙΑ Γ καλῶς, ἐπειδὰν καταφάγῃς βολβῶν χύτραν. ΝΕΟΣ οἴμοι κακοδαίμων, ἐγγὺς ἤδη τῆς θύρας ἑλκόμενός εἰμ᾽. ΓΡΙΑ Β ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔσται σοι πλέον· | οι συνένοχοι. Πώς εγώ θα λάμνω μ᾽ ένα κουπί δυο βάρκες; ΓΡΙΑ Γ Μια χαρά. Να φας βορβούς ένα τσουκάλι, αμέσως θα καρδαμώσεις. ΝΕΟΣ Βάι, μανούλα μ᾽, χάθηκα! Στην πόρτα τους μπροστά με φέραν σούρνοντας. ΓΡΙΑ Β (στην τρίτη γριά που κάνει να μπει πρώτη) Όχι δα! |
| Εκκλ_1095 | ξυνεσπεσοῦμαι γὰρ μετὰ σοῦ. ΝΕΟΣ μὴ πρὸς θεῶν. ἑνὶ γὰρ ξυνέχεσθαι κρεῖττον ἢ δυοῖν κακοῖν. ΓΡΙΑ Γ νὴ τὴν Ἑκάτην, ἐάν τε βούλῃ γ᾽ ἤν τε μή— ΝΕΟΣ ὢ τρισκακοδαίμων, εἰ γυναῖκα δεῖ σαπρὰν βινεῖν ὁλὴν τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν, | Μοναχή σου δεν περνάς! Θα μπω κι εγώ μαζί σου πηδηχτά. ΝΕΟΣ Θε μου, φύλαττε! Κάλλιο μια πανούκλα παρά δυο! ΓΡΙΑ Γ Δε ρωτιέσαι, θες δε θες! ΝΕΟΣ Αλιά μου, τρισαλιά, με το στανιό με βάζουν να δουλέψω μια παλιόγρια κι ολάκερο μερόνυχτο και μόλις |
| Εκκλ_1100 | κἄπειτ᾽ ἐπειδὰν τῆσδ᾽ ἀπαλλαγῶ, πάλιν Φρύνην ἔχουσαν λήκυθον πρὸς ταῖς γνάθοις. ἆρ᾽ οὐ κακοδαίμων εἰμί; βαρυδαίμων μὲν οὖν νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρ᾽ ἀνὴρ καὶ δυστυχής, ὅστις τοιούτοις θηρίοις ξυννήξομαι. | την ξεμπερδέψω, φτου κι απ᾽ την αρχή μιαν άλλη, σκιάχτρο, με ξεχειλωμένα τα παραμάγουλα. Μά το Δία το Σώστη, άλλος δεν είναι πιο κακότυχός μου, με τέτοια αγρίμια θα θαλασσοδέρνω. |
| Εκκλ_1105 | ὅμως δ᾽ ἐάν τι πολλὰ πολλάκις πάθω ὑπὸ τοῖνδε τοῖν κασαλβάδοιν δεῦρ᾽ ἐμπλέων, θάψαι μ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ τῷ στόματι τῆς εἰσβολῆς, καὶ τήνδ᾽ ἄνωθεν ἐπιπολῆς τοῦ σήματος ζῶσαν καταπιττώσαντες εἶτα τὼ πόδε | Κι άμα πάθω πολλά κι απανωτά, απ᾽ αυτές τις λυσσάρες παλιοσκρόφες θάψετέ με στου κόρφου την μπασιά κι αυτή εδώ (δείχνει την Γ’ Γριά) γυμνήν να την αλείψετε κατράμι και τα πόδια της τα δυο |
| Εκκλ_1110 | μολυβδοχοήσαντες κύκλῳ περὶ τὰ σφυρὰ ἄνω ᾽πιθεῖναι πρόφασιν ἀντὶ ληκύθου. | με μολύβι ως τα κότσια γύρω γύρω να τα σφίξετε κι ύστερα ολοζώντανη στυλώστε την απάνου στο μνημούρι μου, τη νεκρική να παρασταίν᾽ υδρία. |
| ΧΟΡΟΣ (Ο Χορός χορεύει) (Έρχεται μια υπηρέτρια της Πραξαγόρας μεθυσμένη.) |
| ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ ὢ μακάριος μὲν δῆμος, εὐδαίμων δ᾽ ἐγώ, αὐτή τέ μοι δέσποινα μακαριωτάτη, ὑμεῖς θ᾽ ὅσαι παρέστατ᾽ ἐπὶ ταῖσιν θύραις | ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ Γεια σου, κόσμε, και χώρα ευλογημένη και συ, κυρά μου, να κατοχρονίσεις· κι ελόγου σας, που βγήκατε στις πόρτες, |
| Εκκλ_1115 | οἱ γείτονές τε πάντες οἵ τε δημόται, ἐγώ τε πρὸς τούτοισιν ἡ διάκονος, ἥτις μεμύρισμαι τὴν κεφαλὴν μυρώμασιν, ἀγαθοῖσιν, ὦ Ζεῦ. πολὺ δ᾽ ὑπερπέπαικεν αὖ τούτων ἁπάντων τὰ Θάσι᾽ ἀμφορείδια· | όλοι σας, Αθηνιώτες, χωραΐτες, κι εγώ η δουλευταρού. Μοσκοβολάνε τα μαλλιά μου από αρώματ᾽ ακριβά. Μα πάνου απ᾽ όλα βάζω τα θασιώτικα κρασοκάνατα, φίσκα. Τ᾽ άρωμά τους |
| Εκκλ_1120 | ἐν τῇ κεφαλῇ γὰρ ἐμμένει πολὺν χρόνον, τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἀπανθήσαντα πάντ᾽ ἀπέπτατο· ὥστ᾽ ἐστὶ πολὺ βέλτιστα, πολὺ δῆτ᾽, ὦ θεοί. κέρασον ἄκρατον· εὐφρανεῖ τὴν νύχθ᾽ ὅλην ἐκλεγομένας ὅ τι ἂν μάλιστ᾽ ὀσμὴν ἔχῃ. | βαστάει καιρό μες στο μυαλό, ενώ τ᾽ άλλα γρήγορα ξεθυμαίνουν, μά την πίστη μου. (αποτείνεται στο Χορό των γυναικών) |
| Εκκλ_1125 | ἀλλ᾽, ὦ γυναῖκες, φράσατέ μοι τὸν δεσπότην, τὸν ἄνδρ᾽, ὅπου ᾽στί, τῆς ἐμῆς κεκτημένης. ΧΟΡΟΣ αὐτοῦ μένουσ᾽ ἡμῖν γ᾽ ἂν ἐξευρεῖν δοκεῖς. ΥΠΗΡ. μάλισθ᾽· ὁδὶ γὰρ ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἔρχεται. ὦ δέσποτ᾽, ὦ μακάριε καὶ τρισόλβιε. | Μπρε, γυναίκες, γιά πέστε μου πού βρίσκεται τ᾽ αφεντικό μου, ο αντρούλης της κυράς μου; ΧΟΡΟΣ Κάτσε αυτού κι όπου να ᾽ναι θα φανεί. (Μπαίνει ο Βλέπυρος) ΥΠΗΡ. Καλά λέτε και νά τον! Πάει για δείπνο… (στο Βλέπυρο) Αφέντη μου καλότυχε, όλ᾽ η Αθήνα σε ζηλεύει… |
| Εκκλ_1130 | ΒΛΕΠ. ἐγώ; ΥΠΗΡ. σὺ μέντοι νὴ Δί᾽, ὥς γ᾽ οὐδεὶς ἀνήρ. τίς γὰρ γένοιτ᾽ ἂν μᾶλλον ὀλβιώτερος, ὅστις πολιτῶν πλεῖον ἢ τρισμυρίων ὄντων τὸ πλῆθος οὐ δεδείπνηκας μόνος; ΧΟΡΟΣ εὐδαιμονικόν γ᾽ ἄνθρωπον εἴρηκας σαφῶς. | ΒΛΕΠ. Εμένα λες; ΥΠΗΡ. Εσένα! Ποιός άλλος, μά το Δία, πιο ζηλεμένος; Τριάντα χιλιάδες κόσμος ως τα τώρα ντερλικώσαν και συ μπουκιά δεν έβαλες. ΧΟΡΟΣ Πολύ σωστά, είσαι ο μόνος νηστικός. |
| Εκκλ_1135 | ΥΠΗΡ. ποῖ ποῖ βαδίζεις; ΒΛΕΠ. ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἔρχομαι. ΥΠΗΡ. νὴ τὴν Ἀφροδίτην, πολύ γ᾽ ἁπάντων ὕστατος. ὅμως δ᾽ ἐκέλευε συλλαβοῦσάν μ᾽ ἡ γυνὴ ἄγειν σε καὶ τασδὶ μετὰ σοῦ τὰς μείρακας. οἶνος δὲ Χῖός ἐστι περιλελειμμένος | ΥΠΗΡ. (στο Βλέπυρο) Για πού το ᾽βαλες, κύριε; ΒΛΕΠ. Για το δείπνο. ΥΠΗΡ. Ναι μά την Αφροδίτη, ο τελευταίος! Μα η κυρά μου με διέταξε όπου σέ ᾽βρω να σε πάρω και να σε πάω στο σπίτι με τούτα εδώ τα κοριτσόπουλα. Άιντε! Περίσσεψε πολύ μοσχούδι χιώτικο, |
| Εκκλ_1140 | καὶ τἄλλ᾽ ἀγαθά. πρὸς ταῦτα μὴ βραδύνετε, καὶ τῶν θεατῶν εἴ τις εὔνους τυγχάνει, καὶ τῶν κριτῶν εἰ μή τις ἑτέρωσε βλέπει, ἴτω μεθ᾽ ἡμῶν· πάντα γὰρ παρέξομεν. ΒΛΕΠ. οὔκουν ἁπᾶσι δῆτα γενναίως ἐρεῖς | φαγιά και λιχουδιές. Λοιπόν τρεχάλα κι όσοι θεατές μάς αγαπούνε κι όσοι κριτάδες βλέπουν ίσα κι όχι αλλού, πάρ᾽ τους όλους μαζί σου, για όλους έχουμε. ΒΛΕΠ. Να τους φωνάξεις όλους χουβαρντάδικα, |
| Εκκλ_1145 | καὶ μὴ παραλείψεις μηδέν᾽, ἀλλ᾽ ἐλευθέρως καλεῖς γέροντα, μειράκιον, παιδίσκον; ὡς τὸ δεῖπνον αὐτοῖς ἐστ᾽ ἐπεσκευασμένον ἁπαξάπασιν, — ἢν ἀπίωσιν οἴκαδε. ἐγὼ δὲ πρὸς τὸ δεῖπνον ἤδη ᾽πείξομαι· | μην αφήνεις κανένα. Με το ελεύθερο γερόντους, παλικάρια και παιδόπουλα: στρωμένο το τραπέζι για ολουνούς… αν έρθουνε, στο σπίτι μας να φάνε! Τρέχω κι εγώ για μάσα μ᾽ αναμμένη |
| Εκκλ_1150 | ἔχω δέ τοι καὶ δᾷδα ταυτηνὶ καλῶς. ΥΠΗΡ. τί δῆτα διατρίβεις ἔχων, ἀλλ᾽ οὐκ ἄγεις τασδὶ λαβών; ἐν ὅσῳ δὲ καταβαίνεις, ἐγὼ ἐπᾴσομαι μέλος τι μελλοδειπνικόν. ΧΟΡΟΣ σμικρὸν δ᾽ ὑποθέσθαι τοῖς κριταῖσι βούλομαι· | στα χέρια μου τη δάδα που κουνώ. ΥΠΗΡ. Άι, μη χασομεράς. Πάρ᾽ τις κοπέλες και τράβα. Κι όσο θα κατηφορίζεις από δω για την πόλη, εγώ για σένα θα σιγοτραγουδάω σκοπό της τάβλας. ΧΟΡΟΣ (στους θεατές) Θέλω τώρα δυο λογάκια στους κριτές να μολοήσω. |
| Εκκλ_1155 | τοῖς σοφοῖς μὲν τῶν σοφῶν μεμνημένοις κρίνειν ἐμέ, τοῖς γελῶσι δ᾽ ἡδέως διὰ τὸν γέλων κρίνειν ἐμέ. σχεδὸν ἅπαντας οὖν κελεύω δηλαδὴ κρίνειν ἐμέ, μηδὲ τὸν κλῆρον γενέσθαι μηδὲν ἡμῖν αἴτιον, ὅτι προείληχ᾽. ἀλλὰ πάντα ταῦτα χρὴ μεμνημένους | Οι σοφοί τ᾽ άξια σοφά μου να θυμούνται και να κρίνουν. Με το γέλιο που γελάσαν, να με βγάλουν νικητή. Σα να λέμε θέλω απ᾽ όλους να μου δώσουν το στεφάνι μήτε να με βλάψει ο κλήρος που ᾽βγαλεν εμένα πρώτον να κριθώ. Και μην ξεχνάτε όσα καλά σάς έχω κάνει. |
| Εκκλ_1160 | μὴ ᾽πιορκεῖν ἀλλὰ κρίνειν τοὺς χοροὺς ὀρθῶς ἀεί, μηδὲ ταῖς κακαῖς ἑταίραις τὸν τρόπον προσεικέναι, αἳ μόνον μνήμην ἔχουσι τῶν τελευταίων ἀεί. ΥΠΗΡ. ὦ, ὦ, ὥρα δή, φίλαι γυναῖκες, εἴπερ μέλλομεν τὸ χρῆμα δρᾶν, | Μην πατήσετε τον όρκο του κριτή που ᾽χετε δώσει, μα να κρίνετε σωστά και δίκια τους χορούς μας, φίλοι. Και μην κάνετε ό,τι κάνουν οι κοκότες, που θυμούνται απ᾽ τους αγαπητικούς των μοναχά τον τελευταίο. ΥΠΗΡ. Χοπ! και χοπ! Είναι καιρός κοπελίτσες μου |
| Εκκλ_1165 | ἐπὶ τὸ δεῖπνον ὑπανακινεῖν. Κρητικῶς οὖν τὼ πόδε καὶ σὺ κίνει. ΒΛΕΠ. τοῦτο δρῶ. ΥΠΗΡ. καὶ τάσδε νῦν λαγαρὰς ‹ἄγαν› ‹ταχὺ χορείας ὄρσον ὑπάγειν› τοῖν σκελίσκοιν τὸν ῥυθμόν. τάχα γὰρ ἔπεισι λεπαδοτεμαχοσελαχογαλεο- | να πάμε για τη μάσα, χορευτά. (στο Βλέπυρο) Μα και συ κούνα τα πόδια με τον πηδηχτό ρυθμό. ΒΛΕΠ. Αυτό κάνω. ΥΠΗΡ. Κι οι κοπέλες, πὄχουν άδεια την κοιλιά, ας τινάξουν τις γαμπούλες ταιριαστά με το σκοπό μου. Και θα φάμε ετοιμασμένα πεταλιδογαλοσαλαχοχτάποδο- |
| Εκκλ_1170 | κρανιολειψανοδριμυποτριμματο- σιλφιοτυρομελιτοκατακεχυμενο- κιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστερα- λεκτρυονοπτοκεφαλιοκιγκλοπε- λειολαγῳοσιραιοβαφητραγα- | ξιδατοπιπερόμυαλομελότυρο- Κοτσιφαγριοπερίστεροτσιχλο- κοτόπουλα- λαγοστιφάδοτηγανοψαρόφετα- πετμεζοκολυμπάδες |
| Εκκλ_1175 | νοπτερυγών. σὺ δὲ ταῦτ᾽ ἀκροασάμε- νος ταχέως ταχέως λαβὲ τρύβλιον· εἶτα κόνισαι λαβὼν λέκιθον, ἵν᾽ ἐπιδειπνῇς. ΒΛΕΠ. ἀλλὰ λαιμάττουσί που. | λαλαγγίτες. Και τώρα που τ᾽ ακούσατε όλ᾽ αυτά, μαζί σας πάρτε από μια κούπα φάβα να μην καργάρετε της πείνας. ΒΛΕΠ. Γρήγορα κι ακούω σαγόνια να μασάνε πέρα. |
| Εκκλ_1180 | ΧΟΡΟΣ αἴρεσθ᾽ ἄνω, ἰαὶ ἰαί. δειπνήσομεν, εὐοῖ, εὐαῖ, εὐαῖ, ὡς ἐπὶ νίκῃ· εὐαῖ, εὐαῖ, εὐαῖ, εὐαῖ. | ΧΟΡΟΣ (Βγαίνει χορεύοντας με μπροστάρη το Βλέπυρο) Μ᾽ αψηλοπηδήματα μπρος για φαγοπότι! Γεια χαρά, νικήσαμε, χάι και χάι κι αέρα, αέρα! |
Τα σχόλια είναι κλειστά.