Στη χώρα αυτή που υπέταξε ο Αλέξανδρος και βρισκόταν ανάμεσα στον Κωφήνα και τον Ινδό ποταμό είχε ιδρυθεί, όπως λένε, και η πόλη Νύσα, κτίσμα του Διονύσου· την έχτισε, όταν υπέταξε τους Ινδούς, όποιος βέβαια και αν ήταν αυτός ο Διόνυσος και όποτε ή από όποιο μέρος και αν εξεστράτευσε κατά των Ινδών.
Γιατί δεν μπορώ να καταλήξω αν αυτός είναι ο Θηβαίος Διόνυσος, ο οποίος ξεκινώντας από τη Θήβα ή από τον Τμώλο της Λυδίας έφθασε εδώ οδηγώντας τον στρατό του εναντίον των Ινδών, υπέταξε τόσο σημαντικά πολεμικά έθνη, άγνωστα στους τότε Έλληνες, αλλά δεν κατέκτησε στρατιωτικά κανένα άλλο από αυτά εκτός από τους Ινδούς. Δεν πρέπει όμως να είναι κανείς βέβαια αυστηρός κριτής σε αυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι μύθοι για τους θεούς. Γιατί όσα δεν είναι πιστευτά, αν τα κρίνεις σύμφωνα μόνο με την ευλογοφάνειά τους, δεν φαίνονται τελείως απίστευτα αν προσθέσεις στη λογική και το θείο στοιχείο.
Όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε στη Νύσα, οι Νυσαίοι απέστειλαν προς αυτόν τον επιφανέστερο άνδρα τους, που ονομαζόταν Άκουφης, και τριάντα πρέσβεις μαζί με αυτόν από τους διαπρεπέστερους συμπολίτες τους, για να παρακαλέσουν τον Αλέξανδρο να αφήσει την πόλη τους για χάρη του θεού.
Οι πρέσβεις μπήκαν στη σκηνή του Αλεξάνδρου και τον βρήκαν να κάθεται σκονισμένος ακόμη από τον δρόμο, να φορεί μαζί με όλα τα άλλα όπλα και το κράνος και να κρατεί το δόρυ του. Ξαφνιασμένοι από το θέαμα, έπεσαν στη γη και έμειναν για πολλή ώρα σιωπηλοί. Όταν τους σήκωσε ο Αλέξανδρος και τους συνέστησε να έχουν θάρρος, τότε ακριβώς άρχισε ο Άκουφης να λέει τα εξής:
«Βασιλιά μου, οι Νυσαίοι σε παρακαλούν να δείξεις σεβασμό προς τον Διόνυσο και να τους αφήσεις ελεύθερους και ανεξάρτητους. Γιατί ο Διόνυσος, αφού υπέταξε το ινδικό έθνος και επέστρεψε πίσω στην Ελληνική θάλασσα, ίδρυσε αυτήν εδώ την πόλη από τους απόμαχους στρατιώτες του που συγχρόνως ήταν και βάκχοι του, για να θυμίζει στους μεταγενέστερους τις περιπλανήσεις και αυτή τη νίκη του, όπως ακριβώς και συ ίδρυσες Αλεξάνδρεια κοντά στο όρος Καύκασο και άλλη Αλεξάνδρεια στη γη των Αιγυπτίων, καθώς και πολλές άλλες που έχεις ήδη χτίσει και άλλες που θα χτίσεις με την πάροδο του χρόνου παρέχοντας έτσι απόδειξη περισσοτέρων κατορθωμάτων από τον Διόνυσο.
Ο Διόνυσος, λοιπόν, ονόμασε την πόλη μας Νύσα από το όνομα της τροφού του Νύσας και την περιοχή μας Νυσαία, ενώ το βουνό που είναι κοντά στην πόλη μας το επονόμασε Μηρό, επειδή, σύμφωνα βέβαια με τον μύθο, μεγάλωσε μέσα στον μηρό του Δία. Από τότε κατοικούμε τη Νύσα ελεύθερη και είμαστε οι ίδιοι ανεξάρτητοι και διοικούμε με ευπρέπεια την πόλη μας. Και απόδειξη για σένα της ίδρυσής της από τον Διόνυσο ας είναι και το εξής, ότι ο κισσός, αν και δεν φυτρώνει σε καμιά άλλη περιοχή της ινδικής γης, φυτρώνει όμως στη δική μας».
Ο Αλέξανδρος άκουε όλα αυτά με ευχαρίστηση και ήθελε να είναι πιστευτοί οι μύθοι οι σχετικοί με την περιπλάνηση του Διονύσου. Ήθελε επίσης να είναι η Νύσα κτίσμα του Διονύσου, επειδή ο ίδιος είχε ήδη φθάσει εκεί όπου έφθασε ο Διόνυσος και μπορούσε να προχωρήσει ακόμη πιο πέρα και από τον Διόνυσο. Νόμιζε ότι ούτε και οι Μακεδόνες θα αρνούνταν να υποστούν μαζί του και στο μέλλον άλλες ταλαιπωρίες ανταγωνιζόμενοι τα κατορθώματα του Διονύσου.
Και επέτρεψε στους κατοίκους της Νύσας να είναι ελεύθεροι και αυτόνομοι. Όταν ενημερώθηκε σχετικά με τους νόμους τους και έμαθε ότι το πολίτευμά τους ήταν αριστοκρατικό, επαίνεσε όλα αυτά και αξίωσε να του στείλουν αμέσως τριακόσιους περίπου ιππείς και από τους άρχοντες της κυβέρνησής τους, που ήταν και αυτοί τριακόσιοι, τους εκατό καλύτερους με επιλογή. Όρισε τον Άκουφη για να τους επιλέξει και τον διόρισε ύπαρχο για την περιοχή της Νύσας.
Λένε ότι χαμογέλασε ο Άκουφης, όταν άκουσε τους λόγους του Αλεξάνδρου, και ότι τον ρώτησε ο Αλέξανδρος, γιατί γέλασε. Και ο Άκουφης απάντησε «πώς είναι δυνατό, βασιλιά μου, να διοικείται καλά μια πόλη που στερήθηκε εκατό αξίων ανδρών της; Αλλά εσύ, αν ενδιαφέρεσαι για τους Νυσαίους, πάρε τους τριακόσιους ιππείς και ακόμη πιο πολλούς από αυτούς, αν θέλεις. Αντί όμως για τους εκατό άριστους πολίτες που με διατάζεις να επιλέξω, πάρε μαζί σου διπλάσιους από τους άλλους, τους κακούς. Έτσι, όταν θα ξανάρθεις εδώ, η πόλη μας θα σου φανεί πάλι ότι είναι στην ίδια καλή κατάσταση».
Επειδή αυτά που είπε φάνηκαν συνετά, πείσθηκε ο Αλέξανδρος και τον διέταξε να του στείλει τους ιππείς, ενώ δεν του ζήτησε πλέον τους εκατό επίλεκτους πολίτες, αλλά ούτε και άλλους στη θέση τους. Διέταξε όμως τον Άκουφη να του στείλει ακόμη τον γιο του και τον γιο της κόρης του.
Κατέλαβε έτσι τον Αλέξανδρο μεγάλη επιθυμία να δει τον χώρο, όπου έδειχναν οι Νυσαίοι με περηφάνεια μερικά αναμνηστικά του Διονύσου. Και πήγε στο βουνό Μηρό μαζί με το ιππικό των εταίρων και το άγημα των πεζών και είδε το βουνό γεμάτο κισσό και δάφνη και κάθε λογής δάση. Είδε επίσης ότι ήταν κατάσκιο και γεμάτο από άγρια ζώα διαφόρων ειδών, τα οποία ήταν κατάλληλα για κυνήγι.
Οι Μακεδόνες είδαν τότε με χαρά τον κισσό, που τον έβλεπαν ύστερα από μακρό πράγματι χρόνο (γιατί δεν υπάρχει κισσός στη χώρα των Ινδών ούτε και εκεί ακόμη όπου είχαν τα αμπέλια τους). Έσπευσαν να φτιάξουν στεφάνια από τον κισσό, ώστε στεφανωμένοι μπόρεσαν και να ψάλουν ύμνους στον Διόνυσο και να αναφωνήσουν τις διάφορες επωνυμίες του θεού. Ο Αλέξανδρος θυσίασε εδώ στον Διόνυσο και διασκέδασε σε συμπόσιο μαζί με τους εταίρους.
Μερικοί συγγραφείς αναφέρουν ακόμη τα εξής, αν βέβαια κάποιος μπορεί να τους πιστέψει: πολλοί επιφανείς Μακεδόνες της ακολουθίας του, αφού στεφανώθηκαν με κισσό και επικαλέσθηκαν τον θεό, κατελήφθησαν από διονυσιακή έκσταση και επευφήμησαν με κραυγές τον θεό και εόρτασαν κατά βακχικό τρόπο.
Τους μύθους αυτούς ας τους παίρνει κανείς όπως θέλει και ας μην πιστεύει ή ας πιστεύει. Γιατί, εγώ τουλάχιστον δεν συμφωνώ με τον Ερατοσθένη τον Κυρηναίο, ο οποίος λέει ότι οι Μακεδόνες, για να ευχαριστήσουν τον Αλέξανδρο, μεγαλοποίησαν υπερβολικά όλα όσα σχετίζονται με θεούς.
Λέει π.χ. ο Ερατοσθένης ότι, όταν είδαν οι Μακεδόνες ένα σπήλαιο στις Παραπαμισάδες και άκουσαν κάποιον τοπικό μύθο ή και τον επινόησαν οι ίδιοι, διέδωσαν ότι αυτό ήταν τάχα το σπήλαιο όπου είχε μείνει δεμένος ο Προμηθέας και ότι εκεί ερχόταν κάθε τόσο ο αετός, για να πάρει τροφή από τα σπλάχνα του Προμηθέα, καθώς και ότι εκεί φθάνοντας ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό και απήλλαξε τον Προμηθέα από τα δεσμά του.
Οι Μακεδόνες μετέφεραν με την αφήγησή τους και το όρος Καύκασο από τον Πόντο στα ανατολικά μέρη της γης, στην περιοχή των Παραπαμισαδών, προς την Ινδία. Και ενώ το όρος αυτό ήταν στην πραγματικότητα ο Παραπάμισος, οι Μακεδόνες για τη δόξα του Αλεξάνδρου το ονόμασαν Καύκασο θέλοντας να δείξουν ότι πέρασε τάχα ο Αλέξανδρος και τον Καύκασο.
Και όταν είδαν στην ίδια την ινδική γη αγελάδες που έφεραν στο σώμα τους ρόπαλο χαραγμένο με σίδερο, συμπέραναν από το σημάδι αυτό ότι ο Ηρακλής είχε φθάσει στην Ινδία. Ο Ερατοσθένης εκφράζει όμοια δυσπιστία και για την περιπλάνηση του Διονύσου. Οι μυθικές αυτές αφηγήσεις βρίσκονται για μένα κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.
Όταν έφθασε ο Αλέξανδρος στον Ινδό ποταμό, βρήκε γέφυρα πάνω σε αυτόν κατασκευασμένη από τον Ηφαιστίωνα και πλοία πολλά, κάπως όμως μικρά, και τριακοντόρους δύο. Κατέφθασαν επίσης δώρα από τον Ταξίλη τον Ινδό, διακόσια περίπου αργυρά τάλαντα και για θυσία τρεις χιλιάδες βόδια και πάνω από δέκα χιλιάδες πρόβατα, καθώς και τριάντα ελέφαντες.
Ακόμη έφθασαν στον Αλέξανδρο εφτακόσιοι Ινδοί ιππείς σταλμένοι από τον Ταξίλη ως συμπολεμιστές. Και την πόλη Τάξιλα, τη μεγαλύτερη μεταξύ Ινδού ποταμού και Υδάσπη, του παρέδωσε ο Ταξίλης. Εκεί ο Αλέξανδρος πρόσφερε θυσία σε όσους θεούς συνήθιζε και τέλεσε κοντά στον ποταμό ιππικό και γυμνικό αγώνα. Οι θυσίες ήταν ευνοϊκές για τη διάβαση του ποταμού.
Ο Ινδός είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Ασίας και της Ευρώπης, εκτός από τον Γάγγη, που είναι και αυτός ποταμός της Ινδίας. Πηγάζει στην από δω μεριά του όρους Παραπαμίσου ή Καυκάσου και χύνεται στον Ινδικό ωκεανό προς τα νότια της Ινδίας. Ο Ινδός ποταμός έχει δύο στόμια και οι εκβολές του είναι και οι δύο βαλτώδεις, όπως ακριβώς οι πέντε εκβολές του Ίστρου. Σχηματίζει και αυτός Δέλτα στην ινδική γη που είναι παρόμοιο με το Δέλτα της Αιγύπτου και ονομάζεται στην ινδική γλώσσα Πάταλα. Τις πληροφορίες αυτές για τον Ινδό ποταμό που είναι απόλυτα εξακριβωμένες, ας μου επιτραπεί να αναφέρω και εγώ.
Πράγματι και ο Υδάσπης και ο Ακεσίνης και ο Υδραώτης και ο Ύφασης, που είναι και αυτοί ποταμοί της Ινδίας, ξεπερνούν κατά πολύ σε μέγεθος τους άλλους ποταμούς της Ασίας, αλλά είναι μικρότεροι, και μάλιστα πολύ μικρότεροι από τον Ινδό, όπως και ο ίδιος ο Ινδός είναι μικρότερος από τον Γάγγη. Ο Κτησίας, λοιπόν, αν βέβαια θεωρηθεί και ο Κτησίας αξιόπιστη πηγή, αναφέρει ότι στο στενότερο σημείο του Ινδού οι όχθες του απέχουν μεταξύ τους σαράντα σταδίους και στο πλατύτερο εκατό, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του το πλάτος του ποταμού είναι ο μέσος όρος των αποστάσεων αυτών.
Τον ποταμό αυτόν, τον Ινδό, πέρασε την αυγή ο Αλέξανδρος με τον στρατό του εισχωρώντας στην ινδική γη. Στο έργο μου αυτό δεν αναφέρω για τα ήθη των Ινδών, ούτε για τα ασυνήθιστα ζώα που τρέφει η χώρα τους, ούτε για όσα ή ποιού είδους ψάρια ή κήτη έχει ο Ινδός ή ο Υδάσπης ή ο Γάγγης ή οι άλλοι ποταμοί των Ινδών ούτε για τα μυρμήγκια που τους εξορύσσουν τον χρυσό ούτε για τους γρύπες που τον φυλάγουν ούτε για όσα άλλα έχουν πλασθεί με σκοπό μάλλον την τέρψη παρά την αφήγηση πραγματικών γεγονότων, αφού οσαδήποτε παράδοξα ψεύδη και αν αναγραφούν για τους Ινδούς, κανένας δεν θα τα διαψεύσει.
Αλλά ο Αλέξανδρος και όσοι εκστράτευσαν μαζί του απεκάλυψαν ότι τα περισσότερα ήταν αναληθή, εκτός βέβαια από εκείνα που κάποιοι επινόησαν. Αποκάλυψαν π.χ. ότι δεν είχαν χρυσό οι Ινδοί, εκείνοι τουλάχιστον τους οποίους υπέταξε ο Αλέξανδρος με τον στρατό του —και υπέταξε πολλούς—, ότι ο τρόπος της ζωής τους ήταν ελάχιστα πολυτελής, ότι ήταν ψηλοί στο ανάστημα, οι ψηλότεροι πράγματι άνδρες της Ασίας, αφού οι περισσότεροι είχαν ύψος πέντε πήχεων ή ήταν λίγο χαμηλότεροι, ότι ήταν πιο μελαψοί από τους άλλους ανθρώπους, εκτός από τους Αιθίοπες, και ότι στα πολεμικά έργα ήταν κατά πολύ γενναιότεροι τουλάχιστον από τους τότε κατοίκους της Ασίας.
Γιατί δεν μπορώ με ασφάλεια να συγκρίνω τους Ινδούς με τους αρχαίους εκείνους Πέρσες, με τους οποίους εξορμώντας ο Κύρος, ο γιος του Καμβύση, αφαίρεσε από τους Μήδους την κυριαρχία της Ασίας και άλλους λαούς υπέταξε, ενώ άλλους κατέλαβε με τη θέλησή τους. Γιατί οι Πέρσες ήταν τότε φτωχοί και κατοικούσαν μια άγονη χώρα και τα έθιμά τους έμοιαζαν πολύ με τη σπαρτιατική αγωγή. Όσο για την ήττα που υπέστησαν οι Πέρσες στη σκυθική γη δεν μπορώ ούτε και γι᾽ αυτήν να συμπεράνω με ασφάλεια, κατά πόσο οφειλόταν στις δυσκολίες του τόπου ή αν συνέβη από κάποιο άλλο σφάλμα του Κύρου ή αν οι Πέρσες ήταν κατώτεροι στην πολεμική τέχνη από τους Σκύθες της περιοχής εκείνης.
Αλλά για τους Ινδούς θα γράψω ένα ειδικό έργο, στο οποίο θα περιλάβω όσα αξιόπιστα αφηγήθηκαν αυτοί που εκστράτευσαν με τον Αλέξανδρο και κυρίως ο Νέαρχος που περιέπλευσε το ινδικό τμήμα της μεγάλης θάλασσας και επιπλέον όσα έγραψαν ο Μεγασθένης και ο Ερατοσθένης, που ήταν και οι δύο αξιόλογοι άνδρες. Στο έργο μου αυτό θα αναφέρω ποιά είναι τα ήθη των Ινδών, αν γεννιόνται στην Ινδία μερικά ασυνήθιστα ζώα και θα περιγράψω τον ίδιο τον περίπλου της έξω θάλασσας.
Τώρα όμως αναγράφω μόνο όσα μου φαίνονται αρκετά για να γίνουν κατανοητά τα κατορθώματα του Αλεξάνδρου: Το όρος Ταύρος αποτελεί το όριο της Ασίας· αρχίζει από τη Μυκάλη, το βουνό δηλαδή που είναι απέναντι στη νήσο Σάμο, και στη συνέχεια, αφού διαχωρίσει τη γη της Παμφυλίας και της Κιλικίας, εκτείνεται από εκεί προς την Αρμενία και από την Αρμενία κατευθύνεται προς τη Μηδία, περνά κοντά από τη χώρα των Πάρθων και των Χορασμίων και στη Βακτριανή ενώνεται με το όρος Παραπάμισο.
Το βουνό αυτό οι Μακεδόνες που εκστράτευσαν με τον Αλέξανδρο ονόμαζαν Καύκασο, επειδή, όπως λένε, ήθελαν έτσι να καταστήσουν ενδοξότερο τον Αλέξανδρο, ότι δήθεν έφθασε με τα όπλα νικητής και πέρα από τον Καύκασο. Το όρος αυτό αποτελεί ίσως συνέχεια του άλλου Καυκάσου, του Σκυθικού, όπως ακριβώς ο Ταύρος συνεχίζει αυτόν τον ίδιο τον Καύκασο. Για τον λόγο αυτό και εγώ ο ίδιος έχω ονομάσει το όρος αυτό Καύκασο προηγουμένως και θα τον αναφέρω με αυτό το όνομα στη συνέχεια.
Ο Καύκασος αυτός φθάνει μέχρι τη μεγάλη θάλασσα που είναι προς τα ανατολικά και προς την Ινδία. Όλοι, λοιπόν, οι αξιόλογοι ποταμοί της Ασίας πηγάζουν από τον Ταύρο και τον Καύκασο. Άλλοι κατευθύνονται προς βορρά και από αυτούς άλλοι χύνονται στη Μαιώτιδα λίμνη και άλλοι στην Υρκανία θάλασσα όπως ονομάζεται, που είναι και αυτή κόλπος της μεγάλης θάλασσας.
Άλλοι ρέουν προς νότο, όπως είναι ο Ευφράτης και ο Τίγρης και ο Ινδός και ο Υδάσπης και ο Ακεσίνης και ο Υδραώτης και ο Ύφασης, καθώς και όλοι οι ποταμοί που βρίσκονται ανάμεσα σε αυτούς και τον Γάγγη ποταμό και εκβάλλουν όλοι αυτοί στη θάλασσα ή χύνονται σε έλη και γίνονται άφαντοι, όπως ακριβώς γίνεται άφαντος ο Ευφράτης ποταμός.
Όποιος, λοιπόν, δέχεται αυτά για τη θέση της Ασίας, ότι δηλαδή ο Ταύρος και ο Καύκασος την χωρίζουν από τα δυτικά προς τα ανατολικά, γι᾽ αυτόν δύο είναι τα μεγαλύτερα τμήματα της Ασίας που σχηματίζονται από τον ίδιο τον Ταύρο, το ένα στραμμένο προς τον νότο και τον νότιο άνεμο και το άλλο προς τον βορρά και τον βόρειο άνεμο.
Από το νότιο τμήμα της Ασίας, που χωρίζεται πάλι και αυτό σε τέσσερα μέρη, ο Ερατοσθένης και ο Μεγασθένης θεωρούν ως μεγαλύτερο τμήμα τη χώρα των Ινδών. Ο Μεγασθένης που έζησε κοντά στον Σιβύρτιο, τον σατράπη της Αραχωσίας, αναφέρει ότι επισκέφθηκε πολλές φορές τον Σανδράκοττο, τον βασιλιά των Ινδών. Το μικρότερο τμήμα της Ασίας είναι εκείνο που διαχωρίζει ο Ευφράτης ποταμός μέχρι τη δική μας, τη μέσα θάλασσα. Τα δύο άλλα τμήματα της Ασίας, που βρίσκονται μεταξύ του Ευφράτη και του Ινδού, αν συνενωθούν και τα δύο, με δυσκολία μπορούν να συγκριθούν σε έκταση με τη χώρα των Ινδών.
Η μεγάλη θάλασσα αποτελεί το όριο της χώρας των Ινδών προς την ανατολή και τον ανατολικό άνεμο μέχρι τον νότο. Στον βορρά το όριο της Ινδίας είναι το όρος Καύκασος ως τη συμβολή του με τον Ταύρο. Και ο Ινδός ποταμός αποτελεί το όριο της χώρας προς τα δυτικά και τα βορειοδυτικά μέχρι τη μεγάλη θάλασσα. Το μεγαλύτερο μέρος της Ινδίας είναι πεδιάδα και σχηματίσθηκε, όπως συμπεραίνουν, από τις προσχώσεις των ποταμών,
γιατί και σε άλλες χώρες όσες πεδιάδες βρίσκονται κοντά στη θάλασσα είναι οι περισσότερες δημιουργήματα των ποταμών. Έτσι συμβαίνει από παλιά να παίρνουν οι χώρες το όνομά τους από τους ποταμούς, όπως π.χ. λέμε πεδιάδα του Έρμου ποταμού, ο οποίος πηγάζει από το όρος της Μητέρας Δινδυμήνης στην Ασία και εκβάλλει στη θάλασσα κοντά στην αιολική πόλη Σμύρνη. Άλλη πεδιάδα είναι του Κάυστρου, που είναι λυδική και παίρνει το όνομά της από ποταμό της Λυδίας και άλλη του Κάικου στη Μυσία και άλλη η καρική πεδιάδα του Μαιάνδρου, που εκτείνεται μέχρι την ιωνική πόλη Μίλητο.
Οι ιστοριογράφοι Ηρόδοτος και Εκαταίος, εκτός βέβαια και είναι κάποιος άλλος και όχι ο Εκαταίος που έγραψε για την χώρα της Αιγύπτου, και οι δύο ονομάζουν ομόφωνα την Αίγυπτο «δώρο του ποταμού Νείλου». Ο Ηρόδοτος μάλιστα έχει αποδείξει με ασφαλή τεκμήρια ότι έτσι έχουν τα πράγματα, καθώς και ότι η ίδια η Αίγυπτος έλαβε ίσως το όνομά της από τον ποταμό. Ότι βέβαια τον παλαιό καιρό ο ποταμός ονομαζόταν Αίγυπτος, τον οποίο σήμερα οι Αιγύπτιοι και όσοι ζουν στην Αίγυπτο ονομάζουν Νείλο, επαρκή απόδειξη παρέχει ο Όμηρος, όταν λέει ότι ο Μενέλαος προσόρμισε τα πλοία του στις εκβολές του ποταμού Αιγύπτου.
Αν, λοιπόν, ένας μόνο ποταμός σε κάθε χώρα, και μάλιστα ποταμός όχι μεγάλος όπως οι προηγούμενοι, μπορεί να σχηματίσει μεγάλη έκταση γης εκβάλλοντας στη θάλασσα, καθώς μεταφέρει στην παραλία λάσπη και πηλό από εκεί όπου πηγάζει, δεν πρέπει ούτε και για τη χώρα των Ινδών να αμφιβάλλουμε ότι είναι πεδιάδα στο μεγαλύτερο μέρος της που σχηματίσθηκε από προσχώσεις των ποταμών.
Γιατί και αν ακόμη ενώσουμε τον Έρμο και τον Κάυστρο και τον Κάικο και τον Μαίανδρο ή και όσους άλλους ποταμούς της Ασίας χύνονται σε αυτήν εδώ τη μέσα θάλασσα, δεν μπορούν όλοι μαζί αυτοί να συγκριθούν ως προς την αφθονία του νερού με έναν από τους ποταμούς της Ινδίας και όχι μόνο με τον Γάγγη, τον μεγαλύτερο από όλους, με τον οποίο δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε τα νερά του αιγυπτιακού Νείλου ούτε ο Ίστρος που διασχίζει την Ευρώπη.
Αλλά ούτε και τον Ινδό ποταμό φθάνουν σε μέγεθος και αν ακόμη συνενωθούν όλοι εκείνοι οι ποταμοί. Ο ποταμός αυτός, μεγάλος από τις πηγές του ακόμη, δέχεται το νερό δεκαπέντε ποταμών, που όλοι είναι από τους μεγαλύτερους της Ασίας, και έτσι επιβάλλοντας το όνομά του στη χώρα χύνεται στη θάλασσα. Ας αναφέρω προς το παρόν αυτά μόνο για τη χώρα των Ινδών και ας φυλάξω τα υπόλοιπα για το σύγγραμμά μου για την Ινδική.
Στον τρόπο που ο Αλέξανδρος κατασκεύασε τη γέφυρα πάνω από τον Ινδό ποταμό δεν αναφέρεται ούτε ο Αριστόβουλος ούτε ο Πτολεμαίος, τους οποίους κυρίως ακολουθώ. Και εγώ ο ίδιος δεν μπορώ με βεβαιότητα να συμπεράνω, κατά πόσο γεφυρώθηκε το πέρασμα με πλοία, όπως ακριβώς ο Ελλήσποντος από τον Ξέρξη και ο Βόσπορος και ο Ίστρος από τον Δαρείο, ή αν κατασκεύασαν στον Αλέξανδρο μόνιμη γέφυρα πάνω στον ποταμό. Νομίζω όμως ότι μάλλον με πλοία γεφυρώθηκε ο ποταμός, επειδή το βάθος του νερού δεν θα επέτρεπε την κατασκευή γέφυρας ούτε ήταν άλλωστε δυνατό να εκτελεσθεί ένα τόσο ασυνήθιστο έργο σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
Αν πάλι γεφυρώθηκε το πέρασμα με πλοία, ήταν άραγε αρκετό για τη γεφύρωση να συνδεθούν τα πλοία με σχοινιά και να στερεωθούν με άγκυρες το ένα πίσω από το άλλο, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος ότι γεφυρώθηκε ο Ελλήσποντος, ή κατασκευάσθηκε με τον τρόπο που γεφυρώνουν οι Ρωμαίοι τον Ίστρο ποταμό ή τον κελτικό Ρήνο, και κάθε φορά που τους το επέβαλε η ανάγκη τον Ευφράτη και τον Τίγρητα. Εγώ ούτε και γι᾽ αυτό μπορώ να καταλήξω.
Ωστόσο η ταχύτερη γεφύρωση, όσο εγώ γνωρίζω, γίνεται από τους Ρωμαίους με πλοία και θα την περιγράψω ευθύς αμέσως, επειδή είναι αξιόλογη. Τα πλοία τους ανοίγονται, όταν δοθεί το σύνθημα, όχι όμως με την πλώρη, αλλά όπως ακριβώς όταν ανακρούουν πρύμνα. Το ρεύμα, όπως είναι φυσικό, παρασύρει τα πλοία, τα συγκρατεί όμως στα ανοιχτά ένα μικρό κωπήλατο πλοίο, έως ότου τα οδηγήσει στην καθορισμένη θέση. Εκεί τότε ρίχνονται στη θάλασσα από την πλώρη κάθε πλοίου πλέγματα από λυγαριά σε σχήμα πυραμίδας γεμάτα με απελέκητες πέτρες, για να μην αφήνουν το πλοίο να παρασυρθεί προς την κατεύθυνση του ρεύματος.
Μόλις, λοιπόν, συγκρατηθεί ένα από τα πλοία, αγκυροβολεί αμέσως και ένα άλλο δίπλα του με την πλώρη αντίθετη προς την κατεύθυνση του ρεύματος. Απέχει από το πρώτο απόσταση ανάλογη προς το βάρος του φορτίου που πρόκειται να σηκώσει. Επάνω και στα δύο πλοία τοποθετούνται χωρίς καθυστέρηση ξύλα σε ευθεία γραμμή όπως και άλλες σανίδες διαγωνίως για να τα συνδέσουν μεταξύ τους. Κατά τον ίδιο τρόπο συνεχίζεται το έργο σε όλα τα πλοία που χρειάζονται για τη γεφύρωση του περάσματος.
Στις δύο πλευρές της γέφυρας προεξέχουν κλίμακες στερεωμένες στο έδαφος, για να περνούν με μεγαλύτερη ασφάλεια τα άλογα και τα υποζύγια και για να χρησιμεύουν συγχρόνως ως σύνδεσμος της γέφυρας. Όλα τελειώνουν σε λίγο χρόνο και με πολύ θόρυβο, δεν λείπει όμως και η τάξη σε όσα γίνονται. Οι ενδεχόμενες παροτρύνσεις στο κάθε πλοίο και οι επιπλήξεις για παραλείψεις δεν εμποδίζουν ούτε να ακούονται καθαρά τα παραγγέλματα ούτε να εκτελείται γρήγορα η εργασία.
Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, έχουν από παλιά εξασκηθεί οι Ρωμαίοι σε αυτά. Πώς όμως γεφύρωσε ο Αλέξανδρος τον Ινδό ποταμό, δεν μπορώ να εξηγήσω, επειδή δεν το αναφέρουν ούτε και αυτοί που εξεστράτευσαν μαζί του. Νομίζω όμως ότι γεφυρώθηκε με τρόπο πολύ παρόμοιο με αυτούς· αν πάντως γεφυρώθηκε με κάποια άλλη τεχνική, ας είναι και έτσι.
Αφού πέρασε, λοιπόν, ο Αλέξανδρος στην αντίπερα όχθη του Ινδού ποταμού, θυσίασε πάλι και εκεί σύμφωνα με το έθιμο. Μετά κίνησε από την περιοχή του Ινδού και έφθασε στα Τάξιλα, πόλη μεγάλη και πλούσια, τη μεγαλύτερη από όσες υπήρχαν μεταξύ του Ινδού και του Υδάσπη. Εκεί τον υποδέχθηκαν φιλικά ο Ταξίλης, ο ύπαρχος της πόλης, και οι Ινδοί της περιοχής εκείνης. Και ο Αλέξανδρος τους παραχώρησε όσα γειτονικά εδάφη του ζήτησαν.
Εκεί ήρθαν στον Αλέξανδρο πρέσβεις από τον Αβισάρη, τον βασιλιά των ορεινών Ινδών, ο αδελφός του Αβισάρη και άλλοι μαζί με αυτόν, οι επισημότεροι, καθώς και άλλοι πρέσβεις από τον νομάρχη Δοξάρη και του έφεραν δώρα. Στα Τάξιλα ο Αλέξανδρος πρόσφερε πάλι τις συνηθισμένες θυσίες και τέλεσε γυμνικό και ιππικό αγώνα. Διόρισε επίσης σατράπη των Ινδών της περιοχής εκείνης τον Φίλιππο, τον γιο του Μαχάτα, και άφησε στα Τάξιλα φρουρά και όσους στρατιώτες του λόγω ασθένειας ήταν ανίκανοι για μάχη. Ο ίδιος προχώρησε προς τον ποταμό Υδάσπη.
Του ανήγγειλαν ότι στην απέναντι όχθη του Υδάσπη βρισκόταν ο Πώρος με όλο τον στρατό του αποφασισμένος να τον εμποδίσει να διαβεί ή αν θα περνούσε, να του επιτεθεί. Όταν πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, έστειλε τον Κοίνο, τον γιο του Πολεμοκράτη, πίσω στον Ινδό ποταμό και τον διέταξε να μεταφέρει στον ποταμό Υδάσπη όσα πλοία είχαν ετοιμασθεί με διαταγή του για τη διάβαση του Ινδού, αφού πρώτα τα διαλύσει.
Διαλύθηκαν πράγματι τα πλοία και μεταφέρθηκαν στον Αλέξανδρο, δηλαδή τα μικρότερα κόπηκαν στα δύο, ενώ οι τριακόντοροι κόπηκαν στα τρία. Τα κομμάτια μεταφέρθηκαν σε αμάξια ως την όχθη του Υδάσπη. Εκεί συνδέθηκαν και πάλι έγινε ορατό ολόκληρο το ναυτικό του στον Υδάσπη. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος παρέλαβε τον στρατό, με τον οποίο έφθασε στα Τάξιλα, καθώς και πέντε χιλιάδες Ινδούς στρατιώτες που του έφεραν ο Ταξίλης και οι ύπαρχοι της περιοχής εκείνης και άρχισε να προχωρεί προς τον ποταμό Υδάσπη.
Ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε στην όχθη του Υδάσπη. Από την αντικρινή όχθη έγινε ορατός και ο Πώρος με όλο τον στρατό και το πλήθος των ελεφάντων του. Εκεί που είδε τον Αλέξανδρο να έχει στρατοπεδεύσει, έμεινε ο ίδιος και φύλαγε το πέρασμα, ενώ σε όσα άλλα σημεία του ποταμού που ήταν το πέρασμα πιο ευκολοδιάβατο, απέστειλε φρουρές και τοποθέτησε στο καθένα διοικητές· σχεδίαζε να εμποδίσει το πέρασμα στους Μακεδόνες.
Όταν παρατήρησε αυτά ο Αλέξανδρος, έκρινε ότι έπρεπε να κινήσει και αυτός τον στρατό του προς πολλές κατευθύνσεις ώστε να κρατήσει τον Πώρο σε αβεβαιότητα. Διαίρεσε λοιπόν τον στρατό του σε πολλά τμήματα, και άλλα οδηγούσε ο ίδιος προς διάφορα μέρη της περιοχής λεηλατώντας τα εχθρικά και εξετάζοντας συγχρόνως, πού φαινόταν ο ποταμός πιο ευκολοδιάβατος· σε άλλα πάλι τμήματα του στρατού τοποθέτησε ξεχωριστούς διοικητές και τους απέστειλε προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Από όλα τα μέρη που ήταν στην από δω μεριά του Υδάσπη άρχισαν να φέρνουν στο στρατόπεδό του σιτάρι, ώστε να καταστεί φανερό στον Πώρο ότι ο Αλέξανδρος είχε πάρει την απόφαση να παραμείνει στην όχθη, έως ότου λιγοστέψει το νερό του ποταμού κατά τον χειμώνα και του επιτρέψει το πέρασμα σε πολλά σημεία. Και τα πλοία του Αλεξάνδρου που αλλάζοντας κάθε τόσο πορεία έπλεαν εκεί κοντά και οι δερμάτινες σχεδίες που ήταν γεμάτες με ξερό χορτάρι, καθώς και η όχθη ολόκληρη που φαινόταν γεμάτη αλλού με ιππείς και αλλού με πεζούς, δεν επέτρεπαν στον Πώρο να ησυχάσει ούτε και να επιλέξει μια θέση κατάλληλη για να τη φυλάξει και να ετοιμασθεί σε αυτήν με όλα τα μέσα που διέθετε.
Άλλωστε, όλοι οι ινδικοί ποταμοί έρρεαν τότε με πολύ θολό νερό και είχαν ορμητικό το ρεύμα τους, επειδή ήταν η εποχή του έτους κατά την οποία έχει ο ήλιος τις θερινές τροπές του. Κατά την εποχή αυτή πέφτει άφθονο νερό στην ινδική γη από τον ουρανό και το χιόνι που λιώνει του Καυκάσου, από όπου πηγάζουν οι περισσότεροι ποταμοί, αυξάνει σημαντικά την υδάτινη ποσότητά τους. Αντίθετα κατά τον χειμώνα οι ποταμοί περιορίζονται, γίνονται πιο μικροί και φαίνονται καθαροί και σε μερικά μέρη διαβατοί, εκτός βέβαια από τον Ινδό και τον Γάγγη, ίσως και κανένα άλλο. Αλλά τον Υδάσπη μπορεί κανείς να τον περάσει.
Αυτήν, λοιπόν, την εποχή του έτους, έλεγε απροκάλυπτα ο Αλέξανδρος ότι περίμενε, εφόσον τότε εμποδιζόταν να περάσει τον ποταμό, στην πραγματικότητα όμως καιροφυλακτούσε συνεχώς, μήπως μπορέσει να κυριεύσει γρήγορα κάποιο πέρασμα χωρίς να γίνει αντιληπτός από τον εχθρό. Εκεί βέβαια όπου είχε στρατοπεδεύσει ο ίδιος ο Πώρος, κοντά στην όχθη του Υδάσπη, καταλάβαινε ότι ήταν αδύνατο να περάσει και εξαιτίας του πλήθους των ελεφάντων και επειδή εκεί πολύς στρατός και μάλιστα συνταγμένος και βαριά οπλισμένος ήταν έτοιμος να επιτεθεί στους Μακεδόνες, ενώ αυτοί θα έβγαιναν από τον ποταμό.
Και τα άλογα του Αλεξάνδρου έδειχναν να μη θέλουν ούτε να αποβιβασθούν καν στην απέναντι όχθη, επειδή θα τους έκαναν αμέσως επίθεση οι ελέφαντες και θα τους προξενούσαν φόβο με την εμφάνιση και με τη φωνή τους συγχρόνως. Ακόμη και πριν αποβιβασθούν τα άλογα δεν θα παρέμεναν επάνω στις δερμάτινες σχεδίες κατά τη διάπλευση του ποταμού. Θα πηδούσαν αφηνιασμένα στο νερό, επειδή θα έβλεπαν τους ελέφαντες στην απέναντι όχθη.
Σχεδίαζε, λοιπόν, να επιτύχει με πανουργία τη διάβαση του ποταμού ενεργώντας κατά τον ακόλουθο τρόπο. Τη νύχτα μετακίνησε τους περισσότερους ιππείς του προς διάφορα σημεία της όχθης και τους έβαλε να φωνάζουν, να επικαλούνται με αλαλαγμούς τον Ενυάλιο και να κάνουν όλα όσα προκαλούν τους κάθε λογής θορύβους, όταν οι στρατιώτες ετοιμάζουν τις αποσκευές τους για να περάσουν έναν ποταμό. Ο Πώρος συνέχισε να μετακινεί τον στρατό του παράλληλα προς τις κραυγές, οδηγώντας τους ελέφαντες. Έτσι ο Αλέξανδρος τον άφησε να συνηθίσει σε αυτού του είδους τις μετακινήσεις.
Και επειδή αυτό γινόταν επί πολύ χρόνο και δεν ακούονταν παρά μόνο φωνές και πολεμικές κραυγές, έπαυσε πλέον ο Πώρος να μετακινείται προς το μέρος όπου έτρεχαν οι ιππείς του Αλεξάνδρου, αλλά παρέμενε στη θέση του στο στρατόπεδο, επειδή κατάλαβε ότι ήταν αβάσιμος ο φόβος του. Τοποθέτησε όμως φρουρούς σε πολλά μέρη της όχθης. Αφού πέτυχε ο Αλέξανδρος να κάμει τον Πώρο να μη φοβάται τις νυχτερινές επιχειρήσεις, επινόησε το εξής στρατήγημα.
Στην όχθη του Υδάσπη υπήρχε ένα ψηλό ακρωτήριο, όπου ο ποταμός σχημάτιζε μια βαθιά γωνία. Το ακρωτήριο αυτό ήταν κατάφυτο με διάφορα δένδρα και απέναντί του μέσα στον ποταμό υπήρχε ένα δασώδες, απάτητο και έρημο νησί. Όταν παρατήρησε ο Αλέξανδρος ότι το νησί βρισκόταν απέναντι στο ακρωτήριο και ότι και οι δυο θέσεις ήταν δασώδεις και κατάλληλες να αποκρύψουν το εγχείρημα της διάβασης, αποφάσισε να περάσει τον στρατό του από εκείνο το μέρος.
Το ακρωτήριο και το νησί απείχαν από το μεγάλο στρατόπεδο εκατόν πενήντα περίπου σταδίους. Κατά μήκος, λοιπόν, όλης της όχθης ο Αλέξανδρος είχε τοποθετήσει φρουρές που απείχαν μεταξύ τους όσο χρειαζόταν για να βλέπει η μία την άλλη και να ακούει εύκολα, από πού δινόταν η διαταγή. Επί πολλές νύχτες ακούονταν από παντού δυνατές φωνές και άναβαν φωτιές.
Αφού αποφάσισε να επιχειρήσει τη διάβαση, άρχισε φανερά πλέον στο στρατόπεδο να ετοιμάζει όσα χρειάζονταν. Ο Κρατερός είχε μείνει πίσω στο στρατόπεδο με τη δική του ιππαρχία και με τους ιππείς των Αραχωτών και των Παραπαμισαδών και με τα τάγματα του Αλκέτα και του Πολυπέρχοντα από τη μακεδονική φάλαγγα και με τους νομάρχες των Ινδών της από δω μεριάς και τους πέντε χιλιάδες άνδρες που είχαν μαζί τους.
Ο Κρατερός διατάχθηκε να μην περάσει τη διάβαση, πριν αποσυρθεί ο Πώρος από το στρατόπεδό του για να επιτεθεί κατά των Μακεδόνων ή πληροφορηθεί ότι ο Πώρος τράπηκε σε φυγή και ότι οι Μακεδόνες νικούσαν. «Αν πάλι παραλάβει ο Πώρος μέρος του στρατού του και το οδηγήσει εναντίον μου και μείνει πίσω στο στρατόπεδό του κάποιο άλλο μέρος του στρατού και οι ελέφαντες, εσύ, και τότε να παραμείνεις στη θέση σου. Αν όμως ο Πώρος πάρει μαζί του όλους τους ελέφαντες και τους οδηγήσει εναντίον μου, ενώ από την υπόλοιπη στρατιά κάποιο τμήμα μείνει πίσω στο στρατόπεδο, τότε εσύ να σπεύσεις να περάσεις τον ποταμό. Γιατί», είπε ο Αλέξανδρος, «μονάχα οι ελέφαντες κάνουν αδύνατη την αποβίβαση των αλόγων, ενώ ο υπόλοιπος στρατός δεν δημιουργεί καμία δυσκολία».
Αυτές οι εντολές δόθηκαν στον Κρατερό. Ανάμεσα στο νησί και το μεγάλο στρατόπεδο, όπου είχε παραμείνει ο Κρατερός, είχαν παραταχθεί ο Μελέαγρος και ο Άτταλος και ο Γοργίας με τους ιππείς και τους πεζούς μισθοφόρους. Και σε αυτούς δόθηκε εντολή να περάσουν με τη σειρά τον ποταμό, αφού διαιρέσουν τον στρατό τους σε τμήματα, όταν δουν τους Ινδούς να έχουν πλέον εμπλακεί στη μάχη.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος διάλεξε από τους εταίρους το άγημα και τις ιππαρχίες του Ηφαιστίωνα και του Περδίκκα και του Δημητρίου και τους Βακτριανούς και Σογδιανούς και Σκύθες ιππείς, καθώς και τους Δάες τους ιπποτοξότες και από τη φάλαγγα τους υπασπιστές και τα τάγματα του Κλείτου και του Κοίνου και τους τοξότες και τους Αγριάνες και άρχισε να τους οδηγεί χωρίς να φαίνεται, απέχοντας πολύ από την όχθη, για να μη γίνει αντιληπτός από τον εχθρό ότι προχωρεί προς το νησί και το ακρωτήριο, από όπου είχε αποφασίσει να περάσει τον ποταμό.
Οι στρατιώτες τότε γέμισαν αμέσως με χόρτο κατά τη νύχτα τις δερμάτινες σχεδίες που είχαν ήδη μεταφέρει πριν από πολύ χρόνο και τις έραβαν στερεά και με προσοχή. Τη νύχτα έπεσε ραγδαία βροχή και εξαιτίας μάλλον αυτής δεν έγινε αντιληπτή από τον εχθρό η προετοιμασία του Αλεξάνδρου και η επιχείρηση για τη διάβαση, επειδή οι βροντές και η βροχή εξουδετέρωναν τον κρότο των όπλων και τον θόρυβο που προερχόταν από τα παραγγέλματα.
Στον χώρο αυτό είχαν μεταφέρει με διαταγή του τα περισσότερα πλοία διαλυμένα σε κομμάτια, ανάμεσα στα άλλα και τις τριακοντόρους, και αφού τα είχαν και πάλι συναρμολογήσει κρυφά, τα έκρυβαν μέσα στο δάσος. Γύρω στα ξημερώματα κόπασαν ο άνεμος και η βροχή και τότε, αφού επιβιβάσθηκε στις δερμάτινες σχεδίες το υπόλοιπο ιππικό και στα πλοία όσοι από τους πεζούς χωρούσαν, άρχισαν να περνούν τον ποταμό κατευθυνόμενοι προς το νησί. Έτσι οι φρουροί που είχε τοποθετήσει ο Πώρος δεν τους αντιλήφθηκαν παρά μόνο αφού προσπέρασαν το νησί και έφθασαν σε απόσταση που απείχε πολύ λίγο από την αντικρινή όχθη.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος επιβιβάσθηκε σε μια τριακόντορο και πέρασε τη διάβαση και μαζί με αυτόν οι σωματοφύλακες Πτολεμαίος, Περδίκκας και Λυσίμαχος και από τους εταίρους ο Σέλευκος, που έγινε αργότερα βασιλιάς, καθώς και οι μισοί από τους υπασπιστές του. Τους υπόλοιπους υπασπιστές μετέφεραν άλλες τριακόντοροι. Ο στρατός του Αλεξάνδρου πέρασε το νησί και πλησίαζε φανερά πια στην όχθη. Μόλις αντιλήφθηκαν την κίνηση οι σκοποί, άρχισαν να τρέχουν προς τον Πώρο, όσο πιο γρήγορα μπορούσε να τρέξει το άλογο του καθενός.
Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος, που βγήκε πρώτος αυτός στην ξηρά, παρέλαβε τους στρατιώτες του από τις άλλες τριακοντόρους και άρχισε να συντάσσει τους ιππείς του που συνεχώς αποβιβάζονταν στην όχθη, γιατί είχε διατάξει να αποβιβασθούν πρώτοι οι ιππείς. Και προχωρούσε με τάξη οδηγώντας τους ιππείς του. Επειδή όμως δεν γνώριζε τους τόπους, αποβιβάσθηκε χωρίς να το καταλάβει όχι στη στεριά όπως ήθελε, αλλά σε ένα άλλο νησί, μεγάλο και αυτό. Έτσι μάλλον δεν κατάλαβε ότι ήταν νησί που ο ποταμός το χώριζε από την υπόλοιπη ξηρά με μικρή ποσότητα νερού.
Συγχρόνως η ραγδαία βροχή που κράτησε το μεγαλύτερο διάστημα της νύχτας ανέβασε τη στάθμη του νερού, ώστε δεν έβρισκαν οι ιππείς του το πέρασμα και υπήρχε φόβος να επαναλάβει την ίδια προσπάθεια, για να περάσει τη διάβαση. Όταν όμως βρέθηκε κάποτε η διάβαση, προχώρησε προς αυτήν με δυσκολία, γιατί το νερό, όπου ήταν πολύ βαθύ, έφθανε πάνω από το στήθος των πεζών, ενώ τα κεφάλια των αλόγων μόλις υψώνονταν πάνω από το νερό του ποταμού.
Και αφού πέρασε και αυτό το ρεύμα, παρέταξε στη δεξιά του πτέρυγα το άγημα του ιππικού και από τις άλλες ιππαρχίες του τους καλύτερους ιππείς, αφού τους διάλεξε. Μπροστά από όλο το ιππικό τοποθέτησε τους ιπποτοξότες. Δίπλα στο ιππικό παρέταξε πρώτους από τους πεζούς τους βασιλικούς υπασπιστές, που είχαν αρχηγό τους τον Σέλευκο και μετά από αυτούς το βασιλικό άγημα. Δίπλα σε αυτούς παρατάχθηκαν οι άλλοι υπασπιστές του κατά τη σειρά προτεραιότητας που συνέβαινε να έχει εκείνη την ημέρα η κάθε μονάδα. Στα άκρα της φάλαγγας τοποθέτησε και από τα δύο μέρη τους τοξότες και τους ακοντιστές Αγριάνες.
Αφού παρέταξε κατ᾽ αυτόν τον τρόπο τον στρατό του, διέταξε τους πεζούς στρατιώτες, που ήταν κατά τι λιγότεροι από έξι χιλιάδες, να ακολουθούν με τάξη και με αργό βηματισμό. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος, επειδή νόμιζε ότι υπερτερούσε στο ιππικό, πήρε μαζί του μονάχα τους ιππείς του, που ήταν περίπου πέντε χιλιάδες, και άρχισε να προχωρεί γρήγορα. Διέταξε επίσης τον Ταύρωνα, τον αρχηγό των τοξοτών, να φέρει τους τοξότες και να τους τοποθετήσει γρήγορα δίπλα στο ιππικό.
Είχε σχηματίσει τη γνώμη ότι, αν οι άνδρες του Πώρου του επιτεθούν με όλες τους τις δυνάμεις, ή θα τους νικήσει χωρίς δυσκολία ενεργώντας επίθεση με το ιππικό του ή τουλάχιστον ότι θα τους αντισταθεί, μέχρις ότου έρθει αργότερα το πεζικό του και πάρει μέρος στη μάχη. Αν πάλι φοβηθούν οι Ινδοί από την παράτολμη διάβαση και τραπούν σε φυγή, θα τους καταδίωκε από κοντά ενώ θα υποχωρούσαν, ώστε όσο περισσότερους σκότωνε κατά την υποχώρησή τους, τόσο λιγότερη προσπάθεια θα κατέβαλλε αργότερα.
Ο Αριστόβουλος αναφέρει, ότι ο γιος του Πώρου πρόφθασε να έρθει με εξήντα περίπου πολεμικά άρματα, πριν επιχειρήσει ο Αλέξανδρος την τελευταία του διάβαση από το μικρό νησί. Θα μπορούσε, λέγει, ο γιος του Πώρου να εμποδίσει τη διάβαση στον Αλέξανδρο, που πέρασε με δυσκολία, μολονότι κανένας δεν τον εμπόδιζε, αν βέβαια οι Ινδοί πηδούσαν κάτω από τα άρματά τους και έκαναν επίθεση κατά των πρώτων Μακεδόνων που αποβιβάζονταν στην ξηρά. Αλλά προσπέρασε με τα άρματά του και έκαμε έτσι ακίνδυνη τη διάβαση στον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος εξαπέλυσε εναντίον τους τούς ιπποτοξότες, οι οποίοι χωρίς δυσκολία τους έτρεψαν σε φυγή και τους προξένησαν απώλειες.
Άλλοι όμως συγγραφείς αναφέρουν ότι κατά την απόβαση έγινε και μάχη μεταξύ των Ινδών που είχαν καταφθάσει με τον γιο του Πώρου και του Αλεξάνδρου και των ιππέων που ήταν μαζί του. Λένε μάλιστα ότι ο γιος του Πώρου είχε έρθει με μεγαλύτερες δυνάμεις και ότι τραυματίσθηκε από αυτόν και ο ίδιος ο Αλέξανδρος και σκοτώθηκε το άλογό του ο Βουκεφάλας, το άλογο που ο Αλέξανδρος αγαπούσε πολύ· αυτό χτυπήθηκε, λένε, από τον γιο του Πώρου. Αλλά ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, τον οποίο εγώ ακολουθώ, λέγει διαφορετικά πράγματα.
Αναφέρει βέβαια και αυτός ότι ο Πώρος απέστειλε τον γιο του, όχι όμως με εξήντα μόνο άρματα. Ούτε άλλωστε είναι πιθανό να απέστειλε ο Πώρος τον γιο του με εξήντα μόνο άρματα, ενώ είχε πληροφορηθεί από τους φρουρούς ότι είχε διαβεί το πέρασμα του Υδάσπη ο ίδιος ο Αλέξανδρος ή έστω μέρος του στρατού του.
Αν βέβαια τα άρματα είχαν αποσταλεί για να κατασκοπεύσουν, ήταν πολλά και όχι ευκίνητα για την αποχώρηση. Αν πάλι σκοπός τους ήταν να εμποδίσουν τους εχθρούς που δεν είχαν ακόμη περάσει τον ποταμό και να επιτεθούν εναντίον εκείνων που είχαν πλέον αποβιβασθεί στην όχθη, ήταν τελείως ανεπαρκή για μάχη. Ο Πτολεμαίος αναφέρει πράγματι ότι ο γιος του Πώρου είχε έρθει με δύο χιλιάδες ιππείς και εκατόν είκοσι πολεμικά άρματα, αλλά ο Αλέξανδρος είχε προλάβει να περάσει και την τελευταία διάβαση από το νησί.
Αναφέρει ακόμη ο Πτολεμαίος ότι στην αρχή ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον τους τούς ιπποτοξότες, ενώ ο ίδιος οδηγούσε τους ιππείς του, επειδή νόμισε ότι ο Πώρος ερχόταν με όλες του τις δυνάμεις. Τους ιππείς του αυτούς ο Αλέξανδρος είχε παρατάξει να βαδίζουν μπροστά από τον υπόλοιπο στρατό ως εμπροσθοφυλακή.
Όταν όμως πληροφορήθηκε τον ακριβή αριθμό των Ινδών, τότε πλέον εφόρμησε γρήγορα εναντίον τους με το ιππικό που είχε μαζί του. Οι Ινδοί τράπηκαν σε φυγή, μόλις είδαν ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρος και το πλήθος των ιππέων που ήταν γύρω του εφορμούσαν συνταγμένοι όχι κατά μέτωπο αλλά με τη μία ίλη πίσω από την άλλη. Από αυτούς σκοτώθηκαν τετρακόσιοι περίπου ιππείς. Έπεσε επίσης ο γιος του Πώρου και κυριεύθηκαν τα άρματα μαζί με τα άλογά τους, τα οποία αποδείχθηκαν και κατά την υποχώρηση δυσκίνητα και κατά την ίδια τη μάχη άχρηστα εξαιτίας της λάσπης.
Ο Πώρος, όταν οι ιππείς, που διασώθηκαν κατά τη φυγή, του ανήγγειλαν ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε περάσει τον ποταμό με το ισχυρότερο μέρος του στρατού του και ότι είχε σκοτωθεί ο γιος του στη μάχη, εκείνος παρ᾽ όλα αυτά παρέμενε αναποφάσιστος, γιατί και οι στρατιώτες που είχαν μείνει πίσω με τον Κρατερό στο αντικρινό μεγάλο στρατόπεδο φαίνονταν ότι επιχειρούσαν να περάσουν τον ποταμό.
Προτίμησε, λοιπόν, να προχωρήσει εναντίον του ίδιου του Αλεξάνδρου με όλο του τον στρατό και να πολεμήσει κατά του ισχυρότερου μέρους του στρατού των Μακεδόνων και του ίδιου του βασιλιά τους. Αλλά παρ᾽ όλα αυτά άφησε στο στρατόπεδό τους λίγους ελέφαντες μαζί με ένα μικρό μέρος του στρατού του, ώστε να προκαλούν φόβο από την όχθη στους ιππείς που ήταν με τον Κρατερό. Ο ίδιος πήρε μαζί του όλο το ιππικό, περίπου τέσσερις χιλιάδες ιππείς, και όλα του τα άρματα, που ήταν τριακόσια, και διακόσιους από τους ελέφαντες και το εκλεκτότερο μέρος των πεζών του, τριάντα περίπου χιλιάδες άνδρες, και βάδισε κατά του Αλεξάνδρου.
Όταν έφθασε σε τόπο που του φαινόταν ότι δεν είχε λάσπη, αλλά ότι ήταν εξαιτίας της άμμου τελείως επίπεδος και στερεός για να διενεργούν επιθέσεις και ελιγμούς τα άλογά του, άρχισε να παρατάσσει εκεί τον στρατό του τοποθετώντας πρώτους τους ελέφαντες σε κατά μέτωπο παράταξη. Ο ένας ελέφαντας απείχε από τον άλλο όχι λιγότερο από ένα πλέθρο, έτσι ώστε οι ελέφαντες να παραταχθούν μπροστά από όλη τη φάλαγγα του πεζικού του σε κατά μέτωπο παράταξη και να προκαλούν από παντού φόβο στους ιππείς του Αλεξάνδρου.
Άλλωστε ούτε περίμενε καν ότι κανένας από τους εχθρούς θα τολμούσε να εισορμήσει στα κενά διαστήματα των ελεφάντων με άλογα, επειδή τα άλογα φοβούνται τους ελέφαντες. Ακόμη λιγότερο περίμενε τους πεζούς, γιατί θα εμποδίζονταν από τους δικούς του οπλίτες που θα τους προσέβαλλαν κατά μέτωπο και θα τους καταπατούσαν οι ελέφαντες που θα στρέφονταν εναντίον τους.
Μετά τους ελέφαντες είχαν παραταχθεί οι πεζοί του στρατιώτες που δεν κατέλαβαν την ίδια γραμμή του μετώπου με τα θηρία, αλλά τοποθετήθηκαν σε μια δεύτερη γραμμή πίσω από τη γραμμή των ελεφάντων, έτσι ώστε οι λόχοι τους να παρεμβληθούν στα μικρά κενά διαστήματα. Πεζοί στρατιώτες του Πώρου ήταν τοποθετημένοι και στις δύο πτέρυγες που εκτείνονταν ακόμη πιο πέρα από τους ελέφαντες. Και από τις δύο πλευρές των πεζών είχε παραταχθεί το ιππικό του και μπροστά από αυτό τα πολεμικά άρματα και από τα δύο μέρη.
Αυτή ήταν η παράταξη του Πώρου. Ο Αλέξανδρος επειδή έβλεπε ότι οι Ινδοί είχαν αρχίσει να παρατάσσονται, σταμάτησε την προέλαση του ιππικού και περίμενε τους πεζούς του που συνεχώς κατέφθαναν. Και όταν τροχάδην ενώθηκε μαζί του και η φάλαγγα του πεζικού, δεν την οδήγησε αμέσως κατά του εχθρού παρατάσσοντάς την για μάχη, έτσι ώστε να μην παραδώσει κουρασμένους και λαχανιασμένους τους άνδρες του στους βαρβάρους που ήταν ξεκούραστοι. Επιχειρούσε, λοιπόν, κυκλικές κινήσεις του ιππικού και προσπαθούσε να ξεκουράσει τους πεζούς, έως ότου συνέλθουν από την κόπωση.
Αφού όμως παρατήρησε προσεχτικά την παράταξη των Ινδών, αποφάσισε να μην προχωρήσει κατά του εχθρικού κέντρου, όπου είχαν παραταχθεί μπροστά οι ελέφαντες και πίσω από αυτούς είχε τοποθετηθεί η φάλαγγα των πεζών σε πυκνό σχηματισμό στα κενά διαστήματα των ελεφάντων, επειδή φοβήθηκε αυτά ακριβώς που έλαβε υπόψη του ο Πώρος και παρέταξε τον στρατό του κατ᾽ αυτόν τον τρόπο. Και επειδή υπερτερούσε ο ίδιος στο ιππικό, παρέλαβε το μεγαλύτερο μέρος των ιππέων του και άρχισε να προχωρεί κατά της αριστερής πτέρυγας των εχθρών, με σκοπό να τους επιτεθεί από εκεί.
Απέστειλε τον Κοίνο στη δεξιά πτέρυγα με την ιππαρχία του Δημητρίου και τη δική του και τον διέταξε να επιτεθεί από τα νώτα κατά των βαρβάρων, μόλις οι τελευταίοι αντιληφθούν ότι είναι απέναντί τους το πλήθος των ιππέων του Αλεξάνδρου και επιχειρήσουν να επιτεθούν με το ιππικό τους. Διέταξε τον Σέλευκο, τον Αντιγένη και τον Ταύρωνα να αναλάβουν την αρχηγία της φάλαγγας του πεζικού και να μην εμπλακούν στη μάχη, πριν αντιληφθούν ότι το ιππικό του Αλεξάνδρου έχει προκαλέσει σύγχυση στη φάλαγγα των πεζών και στους ιππείς του Πώρου.
Πλησίαζε πια σε απόσταση όπου έφθαναν τα βέλη και εξαπέλυσε τους ιπποτοξότες του, που ήταν περίπου χίλιοι, εναντίον της αριστερής πτέρυγας των Ινδών, ώστε να προκαλέσει σύγχυση στους εχθρούς που είχαν παραταχθεί εκεί, με την πυκνότητα των βελών και με τις επιθέσεις των ιππέων του. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος προχωρούσε γρήγορα με το ιππικό των εταίρων εναντίον της αριστερής πτέρυγας των βαρβάρων, επειδή βιαζόταν να τους επιτεθεί, όσο ακόμη αυτοί ήταν σε σύγχυση συνταγμένοι κατά βάθος και πριν το ιππικό τους προλάβει να αναπτυχθεί κατά μέτωπο.
Στο μεταξύ οι Ινδοί συγκέντρωσαν από όλα τα μέρη τους ιππείς τους και άρχισαν να κινούνται παράλληλα προς τους ιππείς του Αλεξάνδρου προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις τους. Εμφανίζονται τότε στα νώτα των βαρβάρων οι άνδρες του Κοίνου, σύμφωνα με τη διαταγή που είχαν λάβει. Όταν παρατήρησαν αυτά οι Ινδοί, αναγκάσθηκαν να μεταβάλουν την παράταξη του ιππικού τους σε δύο μέτωπα: το ένα που ήταν το μεγαλύτερο και το ισχυρότερο το έστρεψαν κατά του Αλεξάνδρου και το άλλο κατά του Κοίνου και των ανδρών που ήταν μαζί του.
Τούτο προκάλεσε αμέσως σύγχυση στις γραμμές και στο φρόνημα των Ινδών. Ο Αλέξανδρος είδε την ευκαιρία και επιτέθηκε κατά των απέναντί του Ινδών τη στιγμή ακριβώς που το ιππικό τους μετέβαλλε την παράταξή του σε διπλό μέτωπο, με αποτέλεσμα οι Ινδοί ούτε καν να προβάλουν αντίσταση στην επίθεση των ιππέων του Αλεξάνδρου, αλλά να υποχωρήσουν προς τους ελέφαντες, σαν σε φιλικό τείχος.
Στο μεταξύ οι οδηγοί των ελεφάντων άρχισαν να οδηγούν τα θηρία κατά του ιππικού του Αλεξάνδρου, ενώ η ίδια η μακεδονική φάλαγγα εφορμούσε εναντίον των ελεφάντων χτυπώντας με ακόντια τους οδηγούς τους και ρίχνοντας βέλη από όλες τις μεριές κατά των ίδιων των θηρίων και σχηματίζοντας κύκλο ολόγυρά τους. Αυτό που γινόταν δεν έμοιαζε με κανένα προηγούμενο αγώνα. Γιατί και τα θηρία εφορμούσαν στα τάγματα των πεζών και σε όποιο μέρος στρέφονταν, το διασπούσαν, αν και η μακεδονική φάλαγγα ήταν πυκνή, και οι ιππείς των Ινδών, όταν είδαν ότι οι πεζοί είχαν εμπλακεί στη μάχη, γύρισαν πάλι πίσω και επιτέθηκαν και αυτοί κατά του ιππικού του Αλεξάνδρου.
Επειδή όμως πάλι τους νίκησαν οι άνδρες του Αλεξάνδρου που υπερτερούσαν κατά πολύ σε σωματική δύναμη και εμπειρία, συνωστίσθηκαν και πάλι προς τους ελέφαντες. Και τότε όλο το ιππικό του Αλεξάνδρου, όχι μετά από παράγγελμα, αλλά από την ίδια τη μάχη ενωμένο σε σχηματισμό ίλης, σε όποιο μέρος των ινδικών ταγμάτων εφορμούσε, προκαλούσε μεγάλες απώλειες και αποχωρούσε.
Τα θηρία, επειδή είχαν περιορισθεί σε στενό πλέον χώρο, προξενούσαν στους δικούς τους όχι μικρότερες απώλειες από ό,τι στους εχθρούς, όπως τους καταπατούσαν με τις στροφές και τα σπρωξίματά τους. Σκοτώνονταν, λοιπόν, πολλοί ιππείς των Ινδών, επειδή συνωστίζονταν σε στενό πράγματι χώρο γύρω από τους ελέφαντες. Και οι περισσότεροι οδηγοί των ελεφάντων είχαν χτυπηθεί με ακόντια, όπως και οι ίδιοι οι ελέφαντες, οι οποίοι τραυματισμένοι, καταπονημένοι και χωρίς οδηγούς δεν διατηρούσαν πλέον δικό τους ξεχωριστό σχηματισμό στη μάχη,
αλλά, σαν να είχαν τρελαθεί από τα τραύματα και την έλλειψη οδηγών, ενεργούσαν αδιάκριτα επιθέσεις σε φίλους και εχθρούς και με κάθε τρόπο έσπρωχναν και καταπατούσαν και σκότωναν. Οι Μακεδόνες όμως επειδή και ευρύ χώρο είχαν και όταν ήθελαν ενεργούσαν επιθέσεις κατά των θηρίων, υποχωρούσαν όπου τα θηρία εφορμούσαν και όταν εκείνα στρέφονταν προς τα πίσω, τα ακολουθούσαν από κοντά και έριχναν εναντίον τους ακόντια, ενώ οι Ινδοί, που υποχωρούσαν ανάμεσα στους ελέφαντες, βλάπτονταν από αυτούς ακόμη περισσότερο.
Τα θηρία, κουρασμένα, δεν έκαναν πλέον ορμητικές επιθέσεις, αλλά άρχισαν σιγά σιγά να υποχωρούν με συριγμούς σαν να ήταν πλοία που αποχωρούσαν. Τότε ο ίδιος ο Αλέξανδρος περικύκλωσε με το ιππικό του όλη την εχθρική παράταξη και έδωσε σήμα στους πεζούς του να ενώσουν τις ασπίδες τους, ώστε να επιτύχουν την πιο πυκνή συγκέντρωση και να κινήσουν τη φάλαγγα κατά του εχθρού. Με αυτόν τον τρόπο οι ιππείς των Ινδών, εκτός από λίγους, αποδεκατίσθηκαν κατά τη μάχη, ενώ συγχρόνως εξοντώνονταν και οι πεζοί τους στρατιώτες, επειδή οι Μακεδόνες εφορμούσαν πλέον από όλες τις μεριές. Εκείνη τη στιγμή σχηματίσθηκε ένα κενό στο ιππικό του Αλεξάνδρου, προς το οποίο στράφηκαν όλοι οι Ινδοί και διέφυγαν.
Στο μεταξύ ο Κρατερός και όσοι άλλοι αρχηγοί του στρατού του Αλεξάνδρου είχαν μείνει πίσω στην όχθη του Υδάσπη, όταν είδαν ότι ο Αλέξανδρος ολοφάνερα νικούσε, άρχισαν και αυτοί να περνούν τη διάβαση. Προκάλεσαν και αυτοί όχι λιγότερη σφαγή στους Ινδούς που υποχωρούσαν, επειδή ρίχθηκαν ξεκούραστοι στην καταδίωξη, ενώ οι άνδρες του Αλεξάνδρου ήταν κουρασμένοι.
Από τους Ινδούς σκοτώθηκαν σχεδόν είκοσι χιλιάδες πεζοί και τρεις χιλιάδες περίπου ιππείς, ενώ καταστράφηκαν όλα τα άρματα. Σκοτώθηκαν οι δύο γιοι του Πώρου και ο Σπιτάκης, ο νομάρχης των Ινδών της περιοχής και οι οδηγοί των ελεφάντων και των αρμάτων, καθώς και όλοι οι ίππαρχοι και οι στρατηγοί του στρατού του Πώρου… Πιάστηκαν επίσης και όσοι ελέφαντες δεν σκοτώθηκαν εκεί.
Από τον στρατό του Αλεξάνδρου σκοτώθηκαν ογδόντα περίπου πεζοί από τους έξι χιλιάδες άνδρες που πήραν μέρος στην πρώτη επίθεση. Από τους ιππείς σκοτώθηκαν δέκα ιπποτοξότες, οι οποίοι και πρώτοι άρχισαν την μάχη, από το ιππικό των εταίρων περίπου είκοσι και περίπου διακόσιοι από τους υπόλοιπους ιππείς.
Ο Πώρος, που έδειξε μεγάλα προτερήματα κατά τη μάχη όχι μονάχα στρατηγού, αλλά και γενναίου στρατιώτη, μόλις είδε τη σφαγή των ιππέων του και άλλους ελέφαντές του σκοτωμένους στο πεδίο της μάχης, άλλους να περιφέρονται πτοημένοι χωρίς οδηγούς, και τους περισσότερους πεζούς του σκοτωμένους, δεν αποχώρησε από τη μάχη, όπως έκανε ο μέγας βασιλεύς Δαρείος, δίνοντας πρώτος το παράδειγμα της φυγής σε όσους πολεμούσαν μαζί του,
αλλά αγωνιζόταν όσο εξακολουθούσε να ανθίσταται και μικρό έστω μέρος των Ινδών πολεμιστών του. Όταν όμως πληγώθηκε στον δεξιό ώμο, το μόνο ακάλυπτο μέρος που είχε στις μετακινήσεις του κατά τη μάχη (γιατί ο θώρακας που είχε εξαιρετική στερεότητα και εφαρμογή, όπως μπόρεσαν αργότερα να μάθουν όσοι τον είδαν, προφύλαγε το υπόλοιπο σώμα του από τα βέλη), τότε πλέον υποχώρησε και αυτός στρέφοντας προς τα πίσω τον ελέφαντά του.
Και όταν τον είδε ο Αλέξανδρος, εύσωμο και γενναίο στη μάχη, θέλησε να τον σώσει. Έστειλε, λοιπόν, πρώτα τον Ταξίλη τον Ινδό προς αυτόν. Ο Ταξίλης πλησίασε έφιππος σε απόσταση που νόμιζε ότι ήταν ασφαλής από τον ελέφαντα που μετέφερε τον Πώρο και του πρότεινε να σταματήσει το θηρίο, γιατί δεν μπορούσε πλέον να διαφύγει, και να ακούσει τις προτάσεις του Αλεξάνδρου.
Ο Πώρος όμως όταν είδε τον Ταξίλη, έναν εχθρό από παλιά, έστρεψε τον ελέφαντα και έκανε πίσω για να τον χτυπήσει με ακόντιο. Και θα τον σκότωνε ίσως, αν ο Ταξίλης δεν πρόφθανε να σύρει μακριά από τον Πώρο το άλογό του. Ο Αλέξανδρος ούτε και γι᾽ αυτό δεν οργίσθηκε κατά του Πώρου, αλλά απέστειλε και άλλους, τον ένα μετά τον άλλο και τέλος έναν Ινδό, τον Μερόη, επειδή έμαθε ότι ο Μερόης ήταν φίλος του Πώρου από παλιά.
Μόλις ο Πώρος άκουσε από τον Μερόη τις προτάσεις του Αλεξάνδρου, επειδή βασανιζόταν συγχρόνως και από δίψα, σταμάτησε τον ελέφαντά του και κατέβηκε από αυτόν. Ήπιε νερό, δροσίστηκε και ζήτησε από τον Μερόη να τον οδηγήσει γρήγορα στον Αλέξανδρο.
Ο Μερόης οδηγούσε τον Πώρο στον Αλέξανδρο. Αυτός, όταν πληροφορήθηκε ότι πλησίαζε ο Πώρος, έτρεξε έφιππος μπροστά από την παράταξη και τον συνάντησε μαζί με λίγους εταίρους του. Σταμάτησε το άλογό του και θαύμαζε το ανάστημα του Πώρου, που ξεπερνούσε τους πέντε πήχεις, την ομορφιά του και το ότι φαινόταν να μην έχει χάσει το θάρρος του, αλλά ερχόταν όπως ακριβώς θα παρουσιαζόταν ένας γενναίος άνδρας σε έναν άλλο γενναίο άνδρα, αφού είχε αγωνισθεί γενναία για τη βασιλεία του εναντίον ενός άλλου βασιλιά.
Τότε λοιπόν, πρώτος ο Αλέξανδρος του απηύθυνε τον λόγο και τον διέταξε να του πει πώς θέλει να τον μεταχειρισθεί. Λένε ότι ο Πώρος του απάντησε: «Θέλω, Αλέξανδρε, να με μεταχειρισθείς με τρόπο βασιλικό». Ο Αλέξανδρος ευχαριστήθηκε από την απάντηση και του είπε: «Αυτό θα το έχεις, Πώρε, όσο εξαρτάται από μένα, εσύ όμως ζήτησέ μου ό,τι άλλο θέλεις για τον εαυτό σου». Και αυτός του απάντησε: «Όλα περιλαμβάνονται σε αυτό που σου ζήτησα».
Και ο Αλέξανδρος, επειδή ευχαριστήθηκε ακόμη περισσότερο από αυτήν την απάντηση, επέτρεψε στον Πώρο να διοικεί πάλι τους Ινδούς που διοικούσε και πρόσθεσε εκτός από τα εδάφη που είχε από παλιά και άλλα ακόμη εδάφη, τα οποία ήταν περισσότερα από πριν. Έτσι και ο Αλέξανδρος μεταχειρίσθηκε με βασιλικό τρόπο έναν γενναίο άνδρα και ο Πώρος παρέμεινε στο εξής πιστός σε όλα φίλος του Αλεξάνδρου. Αυτήν την έκβαση είχε η μάχη του Αλεξάνδρου με τον Πώρο και τους πέρα από τον ποταμό Υδάσπη Ινδούς, που έγινε όταν επώνυμος άρχων των Αθηναίων ήταν ο Ηγήμων, κατά τον μήνα Μουνυχιώνα.
Εκεί όπου έγινε η μάχη και εκεί από όπου ξεκίνησε και πέρασε στον Υδάσπη ο Αλέξανδρος ίδρυσε πόλεις. Τη μία ονόμασε Νίκαια και πήρε το όνομά της από τη νίκη του κατά των Ινδών και την άλλη Βουκεφάλα, σε ανάμνηση του αλόγου, του Βουκεφάλα, που πέθανε εκεί όχι επειδή χτυπήθηκε από κάποιον,
αλλά επειδή καταβλήθηκε από τη ζέστη και τη μεγάλη ηλικία (γιατί ήταν τριάντα περίπου ετών). Προηγουμένως υπέφερε πολλούς κόπους και κινδύνους μαζί με τον Αλέξανδρο, ο οποίος ήταν ο μόνος που τον ίππευε, γιατί [αυτός ο Βουκεφάλας] δεν ανεχόταν κανέναν άλλο ιππέα, άλογο μεγαλόσωμο και θαρραλέο. Έφερε ως διακριτικό σημάδι ένα κεφάλι βοδιού χαραγμένο, από το οποίο λένε ότι πήρε το όνομα τούτο. Άλλοι όμως λένε ότι, ενώ ήταν μαύρο, είχε στο κεφάλι του ένα λευκό σημάδι που έμοιαζε πάρα πολύ με κεφάλι βοδιού.
Το άλογο αυτό έχασε ο Αλέξανδρος στη χώρα των Ουξίων· διακήρυξε τότε σε όλη την περιοχή ότι θα σκοτώσει όλους τους Ουξίους, αν δεν του φέρουν το άλογό του. Και του το έφεραν πίσω αμέσως μετά τη διακήρυξη. Τόση ήταν η αφοσίωση του Αλεξάνδρου στο άλογό του και τόσο οι βάρβαροι φοβούνταν τον Αλέξανδρο. Ανέφερα όλα αυτά για να τιμήσω τον Βουκεφάλα για χάρη του Αλεξάνδρου.
Αφού τίμησε ο Αλέξανδρος με τις πρέπουσες τιμές όσους σκοτώθηκαν στη μάχη, προσέφερε τις καθιερωμένες θυσίες στους θεούς για τη νίκη του και τέλεσε αγώνα γυμνικό και ιππικό στην όχθη του Υδάσπη, εκεί ακριβώς από όπου πέρασε για πρώτη φορά μαζί με τον στρατό του.
Άφησε, λοιπόν, πίσω τον Κρατερό με ένα μέρος του στρατού, για να ανοικοδομήσει και να περιτειχίσει τις πόλεις που ίδρυσε στην περιοχή εκείνη, ενώ ο ίδιος προχώρησε προς τη χώρα των Ινδών που συνόρευε με το κράτος του Πώρου. Όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, το όνομα της φυλής αυτής ήταν Γλαυγανίκες, ενώ όπως αναφέρει ο Πτολεμαίος, Γλαύσες.
Δεν με ενδιαφέρει ποιό όνομα είναι το σωστό. Ο Αλέξανδρος εισέβαλε στη χώρα τους έχοντας μαζί του τους μισούς από τους εταίρους ιππείς και από τους πεζούς τους εκλεκτούς από κάθε τάγμα και όλους τους ιπποτοξότες και τους Αγριάνες και τους τοξότες. Όλοι οι Ινδοί προσχωρούσαν στον Αλέξανδρο ύστερα από συμφωνία.
Κατέλαβε τριάντα εφτά περίπου πόλεις· μερικές είχαν πάρα πολύ λίγους κατοίκους, πάντως όχι λιγότερους από πέντε χιλιάδες, πολλών όμως πόλεων οι κάτοικοι ξεπερνούσαν και τις δέκα χιλιάδες. Κατέλαβε επίσης και πάρα πολλά χωριά, που δεν ήταν λιγότερο πολυάνθρωπα από τις πόλεις. Παρέδωσε την εξουσία και αυτής της περιοχής στον Πώρο. Συμφιλίωσε επίσης τον Πώρο με τον Ταξίλη και απέστειλε πίσω στη χώρα του τον Ταξίλη.
Στο μεταξύ κατέφθασαν πρέσβεις από τον Αβισάρη, οι οποίοι προσέφεραν στον Αλέξανδρο την παράδοση του ίδιου του Αβισάρη και της περιοχής που εξουσίαζε· ωστόσο πριν από τη μάχη, που έγινε ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Πώρο, ο Αβισάρης σκεφτόταν να ταχθεί και αυτός με το μέρος του Πώρου. Τότε όμως που ο Αβισάρης έστειλε τους πρέσβεις στον Αλέξανδρο, έστειλε μαζί τους και τον αδελφό του, ο οποίος έφερε ως δώρο στον Αλέξανδρο χρήματα και σαράντα ελέφαντες.
Κατέφθασαν στον Αλέξανδρο και πρέσβεις από τους αυτόνομους Ινδούς και από κάποιον άλλο Πώρο, ύπαρχο των Ινδών. Ο Αλέξανδρος διέταξε τον Αβισάρη να έρθει γρήγορα και να τον συναντήσει απειλώντας συγχρόνως ότι αν δεν έρθει, θα τον δει να έρχεται ο ίδιος με τον στρατό του και, όταν τον δει, δεν θα χαρεί.
Στο μεταξύ ήρθε στον Αλέξανδρο ο Φραταφέρνης, ο σατράπης της Παρθίας και Υρκανίας, φέρνοντας τους Θράκες που είχαν μείνει πίσω μαζί του, καθώς και αγγελιαφόροι από τον Σισίκοττο, τον σατράπη των Ασσακηνών, για να τον ειδοποιήσουν ότι οι Ασσακηνοί είχαν σκοτώσει τον ύπαρχό τους και είχαν επαναστατήσει κατά του Αλεξάνδρου. Ο Αλέξανδρος απέστειλε εναντίον τους τον Φίλιππο και τον Τυρίεσπη με στρατό, για να τακτοποιήσουν τα πράγματα στην περιοχή των Ασσακηνών και να αποκαταστήσουν την τάξη.
Ο ίδιος προχώρησε προς τον ποταμό Ακεσίνη. Αυτός ο Ακεσίνης είναι ο μοναδικός ποταμός, του οποίου το μέγεθος περιέγραψε ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου. Αναφέρει δηλαδή ότι το ρεύμα του Ακεσίνη, στο μέρος όπου πέρασε ο Αλέξανδρος με τον στρατό του επάνω στα πλοία και στις δερμάτινες σχεδίες, είναι ορμητικό με μεγάλους και κοφτερούς βράχους, επάνω στους οποίους πέφτει με ορμή το νερό και προκαλεί κύματα και θόρυβο. Το πλάτος του Ακεσίνη φθάνει τους δεκαπέντε σταδίους.
Για όσους, λοιπόν, πέρασαν τον ποταμό επάνω σε δερμάτινες σχεδίες, λέγει, η διάβαση ήταν εύκολη, όχι λίγοι όμως από αυτούς που τον πέρασαν με τα πλοία χάθηκαν εκεί μέσα στο νερό, επειδή πολλά προσέκρουσαν στους βράχους και τσακίσθηκαν.
Με δεδομένη την περιγραφή αυτή θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι δεν απέχουν πολύ από την αλήθεια όσοι συγγραφείς έχουν γράψει για το μέγεθος του Ινδού και νομίζουν ότι το πλάτος του είναι σαράντα περίπου στάδιοι εκεί όπου ο ποταμός αυτός έχει το μέσο πλάτος του, ενώ στο στενότερο, και γι᾽ αυτό βαθύτερο σημείο του, περιορίζεται στους δεκαπέντε σταδίους, πλάτος που απαντά σε πολλά μέρη του Ινδού. Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι θα διάλεξε ο Αλέξανδρος το πλατύτερο σημείο για τη διάβαση και του Ακεσίνη, ώστε να βρει το ρεύμα του λιγότερο ορμητικό.
Αφού πέρασε τον ποταμό Ακεσίνη ο Αλέξανδρος, άφησε στην όχθη τον Κοίνο με τη δική του φάλαγγα και τον διέταξε να φροντίσει για τη διάβαση του στρατού που είχε μείνει πίσω. Ήταν αυτοί που θα του έφερναν το σιτάρι και τα άλλα τρόφιμα από την υποταγμένη πλέον περιοχή της Ινδίας.
Έστειλε τον Πώρο πίσω στην πατρίδα του, με τη διαταγή να διαλέξει τους πολεμικότερους Ινδούς και μαζί με όσους ελέφαντες είχε να έρθει προς συνάντησή του. Ο ίδιος σχεδίαζε να καταδιώξει τον άλλο Πώρο, τον κακό, με τους πιο ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες του, διότι τον πληροφόρησαν ότι αυτός είχε διαφύγει εγκαταλείποντας τη χώρα που διοικούσε.
Αυτός ο Πώρος, όσο οι σχέσεις του Αλεξάνδρου με τον άλλο Πώρο ήταν εχθρικές, έστελνε πρέσβεις στον Αλέξανδρο και του παρέδιδε και τον εαυτό του και τη χώρα του, από έχθρα προς τον Πώρο περισσότερο παρά από φιλία προς τον Αλέξανδρο. Όταν όμως έμαθε ότι ο Αλέξανδρος άφησε ελεύθερο τον Πώρο και ότι εκείνος εξουσίαζε εκτός από τα δικά του και πολλά άλλα εδάφη, τότε πλέον επειδή φοβήθηκε όχι τόσο τον Αλέξανδρο όσο εκείνον τον ομώνυμό του Πώρο, διέφυγε από τη χώρα του παίρνοντας μαζί του όσους μάχιμους άνδρες μπόρεσε να πείσει να τον ακολουθήσουν στη φυγή του.
Προελαύνοντας εναντίον του ο Αλέξανδρος έφθασε στον Υδραώτη ποταμό, έναν άλλο πάλι ποταμό της Ινδίας που έχει το ίδιο πλάτος με τον Ακεσίνη, αλλά είναι λιγότερο ορμητικός. Σε όσα μέρη της περιοχής πέρασε, ώσπου να φθάσει στον Υδραώτη, άφησε φρουρές στις πιο επίκαιρες θέσεις για να μπορέσουν οι άνδρες του Κρατερού και του Κοίνου να διασχίσουν με ασφάλεια το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, ενώ θα συνέλεγαν τρόφιμα.
Από εκεί έστειλε τον Ηφαιστίωνα, αφού του έδωσε ένα μέρος του στρατεύματος, δηλαδή δύο φάλαγγες πεζικού και από το ιππικό τη δική του ιππαρχία και την ιππαρχία του Δημητρίου και τους μισούς από τους τοξότες, στη χώρα του Πώρου που είχε επαναστατήσει, με τη διαταγή να την παραδώσει στον άλλο Πώρο. Και αν υποτάξει κάποια από τα αυτόνομα έθνη των Ινδών που κατοικούσαν στις όχθες του Υδραώτη ποταμού να παραδώσει και αυτά στον Πώρο για να τα διοικεί.
Ο ίδιος πέρασε τον Υδραώτη ποταμό χωρίς τις δυσκολίες που συνάντησε στον Ακεσίνη. Ενώ προχωρούσε πέρα από την όχθη του Υδραώτη, οι περισσότεροι Ινδοί προσχωρούσαν σε αυτόν μετά από συμφωνία. Μερικούς όμως που πρόβαλαν ένοπλη αντίσταση και μερικούς άλλους που επιχείρησαν να φύγουν τους συνέλαβε και τους υπέταξε με τη βία.
Στο μεταξύ ανήγγειλαν στον Αλέξανδρο ότι και μερικοί άλλοι από τους ανεξάρτητους Ινδούς, κυρίως όμως οι ονομαζόμενοι Καθαίοι, ετοιμάζονταν να πολεμήσουν, αν ο Αλέξανδρος οδηγούσε τον στρατό του στη χώρα τους, και ότι παρότρυναν στο εγχείρημα αυτό και όσους άλλους γειτονικούς λαούς ήταν ανεξάρτητοι, όπως αυτοί.
Του ανήγγειλαν ακόμη ότι η πόλη, κοντά στην οποία σχεδίαζαν να αγωνισθούν, ήταν οχυρή και ονομαζόταν Σάγγαλα. Οι Καθαίοι αυτοί φημίζονταν στα πολεμικά έργα για τη μεγάλη τόλμη και τη μεγάλη γενναιότητά τους, όπως και ένας άλλος ινδικός λαός, οι Οξυδράκες, καθώς και οι Μαλλοί, άλλος και αυτός ινδικός λαός. Γιατί λίγο πριν, αν και εξεστράτευσαν εναντίον τους ο Πώρος και ο Αβισάρης με τις δικές τους δυνάμεις και μολονότι ξεσήκωσαν και πολλούς από τους ανεξάρτητους Ινδούς, αποχώρησαν χωρίς να επιτύχουν τίποτε αντάξιο της προετοιμασίας τους.
Όταν τα ανήγγειλαν στον Αλέξανδρο, βάδισε γρήγορα κατά των Καθαίων και τη δεύτερη μέρα από τότε που ξεκίνησε από τον Υδραώτη ποταμό έφθασε σε μια πόλη που ονομαζόταν Πίμπραμα. Ο ινδικός αυτός λαός που ονομαζόταν Αδραϊστές
προσχώρησαν στον Αλέξανδρο ύστερα από συμφωνία. Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος ξεκούρασε τον στρατό του και την τρίτη μέρα προχώρησε προς τα Σάγγαλα, όπου οι Καθαίοι και οι άλλοι γείτονές τους είχαν συγκεντρωθεί και παραταχθεί μπροστά στην πόλη τους, πάνω σε έναν λόφο, όχι απόκρημνο από όλες τις μεριές του. Αφού έστησαν αμάξια γύρω από τον λόφο, έτσι ώστε να σχηματισθεί τριπλό περιτείχισμα, στρατοπέδευσαν μέσα σε αυτά.
Βλέποντας το πλήθος των βαρβάρων και τη φυσική οχυρότητα της τοποθεσίας ο Αλέξανδρος άρχισε να παρατάσσει τον στρατό του, όπως έκρινε καλύτερα για τη συγκεκριμένη περίσταση. Έστειλε αμέσως, όπως ήταν, τους ιπποτοξότες εναντίον τους και τους διέταξε να βάλουν κατά μήκος του εχθρικού μετώπου, ώστε να μην επιχειρήσουν οι Ινδοί καμιά έφοδο πριν παραταχθεί ο στρατός του και να έχουν απώλειες μέσα στο χαράκωμά τους και πριν από τη μάχη.
Ο ίδιος τοποθέτησε στη δεξιά του πτέρυγα το άγημα του ιππικού και την ιππαρχία του Κλείτου και αμέσως μετά τους υπασπιστές και μετά από αυτούς τους Αγριάνες. Στην αριστερή του πτέρυγα είχε παραταχθεί ο Περδίκκας με τη δική του ιππαρχία και τις φάλαγγες των πεζεταίρων. Και στις δύο πτέρυγες τοποθετήθηκαν οι τοξότες, αφού χωρίσθηκαν σε δύο τμήματα.
Ενώ παρέτασσε ο Αλέξανδρος τον στρατό του, κατέφθασαν και οι πεζοί και οι ιππείς της οπισθοφυλακής του. Χώρισε σε δύο τους ιππείς και τους έστειλε στις πτέρυγες, ενώ με τους πεζούς που προστέθηκαν πύκνωσε περισσότερο τη φάλαγγα. Ο ίδιος πήρε μαζί του τους ιππείς που είχαν παραταχθεί στη δεξιά του πτέρυγα και τους οδήγησε εναντίον των αμαξών που ήταν στην αριστερή πτέρυγα των Ινδών, γιατί νόμιζε ότι από εκείνο το μέρος μπορούσε πιο εύκολα να πλησιάσει την οχυρή θέση και επειδή δεν είχαν τοποθετηθεί και εκεί τόσο πυκνά τα αμάξια.
Επειδή οι Ινδοί δεν επιχειρούσαν εξόδους από τα αμάξια τους εναντίον του μακεδονικού ιππικού που πλησίαζε, αλλά ανεβασμένοι επάνω σε αυτά έβαλλαν από ψηλά, ο Αλέξανδρος πήδησε από το άλογό του και πεζός οδήγησε τη φάλαγγα του πεζικού αντιλαμβανόμενος ότι η επιχείρηση αυτή δεν ήταν για το ιππικό.
Οι Μακεδόνες έδιωξαν χωρίς δυσκολία τους Ινδούς από τα αμάξια της πρώτης σειράς. Οι Ινδοί όμως παρατάχθηκαν μπροστά από τα αμάξια της δεύτερης σειράς και αμύνονταν ευκολότερα, επειδή είχαν πράγματι παραταχθεί σε πυκνό σχηματισμό και σε μικρότερο κύκλο, ενώ οι Μακεδόνες εφορμούσαν εναντίον τους χωρίς να έχουν την ίδια άνεση χώρου, αλλά απομάκρυναν τα αμάξια της πρώτης σειράς και ενεργούσαν επιθέσεις χωρίς τάξη από τα κενά διαστήματά τους, όπως μπορούσε ο καθένας. Παρ᾽ όλα αυτά η φάλαγγα έδιωξε τους Ινδούς και από τη δεύτερη σειρά.
Και οι Ινδοί της τρίτης σειράς δεν παρέμειναν πλέον στα αμάξια τους, αλλά τράπηκαν σε φυγή όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και κλείσθηκαν στην πόλη τους. Εκείνη τη μέρα ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε με το πεζικό του γύρω από την πόλη, σε όσο τουλάχιστον μέρος της μπόρεσε να κυκλώσει η φάλαγγα, επειδή το τείχος εκτεινόταν επί πολύ και δεν ήταν δυνατό να το κυκλώσει με τον στρατό του.
Στα κενά διαστήματα της στρατοπέδευσης, εκεί όπου υπήρχε και μία λίμνη όχι μακριά από το τείχος, παρέταξε τους ιππείς ολόγυρα από τη λίμνη, επειδή έμαθε ότι η λίμνη δεν ήταν βαθιά και επειδή συμπέρανε ότι οι Ινδοί θα εγκαταλείψουν τη νύχτα την πόλη πανικόβλητοι από την προηγούμενη ήττα τους.
Τα πράγματα συνέβησαν έτσι όπως υπολόγισε ο Αλέξανδρος, δηλαδή κατά την ώρα περίπου της δεύτερης νυκτερινής φρουράς, οι περισσότεροι από αυτούς όρμησαν έξω από τα τείχη τους και έπεσαν επάνω στις προφυλακές των ιππέων. Οι ιππείς αποδεκάτισαν τους πρώτους από αυτούς, ενώ όσοι έρχονταν κατόπιν, μόλις κατάλαβαν ότι η λίμνη φρουρείται ολόγυρα, υποχώρησαν πάλι προς την πόλη τους.
Ο Αλέξανδρος περιέβαλε την πόλη με διπλό χαράκωμα, όπου δεν εμπόδιζε η λίμνη, και γύρω από αυτήν τοποθέτησε πιο προσεκτικές φρουρές. Ο ίδιος σχεδίαζε να οδηγήσει προς τα τείχη πολιορκητικές μηχανές για να δημιουργήσει ρήγματα, μερικοί όμως από τους πολιορκούμενους, που λιποτάχτησαν προς αυτόν από την πόλη, του είπαν ότι οι Ινδοί είχαν στον νου τους να διαφύγουν τη νύχτα εκείνη από την πόλη προς τη λίμνη, όπου ακριβώς δεν υπήρχε χαράκωμα.
Εκεί ο Αλέξανδρος τοποθέτησε τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, αφού του έδωσε τρεις χιλιαρχίες υπασπιστών και όλους τους Αγριάνες και ένα τάγμα τοξοτών και αφού του υπέδειξε τη θέση, την οποία ακριβώς υπέθετε ότι πιθανότατα θα επιχειρούσαν να παραβιάσουν οι βάρβαροι. «Μόλις αντιληφθείς», του είπε, «ότι οι βάρβαροι επιχειρούν να την παραβιάσουν, εσύ με τον στρατό σου να τους εμποδίσεις να προχωρήσουν και να διατάξεις τον σαλπιγκτή να δώσει το σύνθημα. Και σεις διοικητές, μόλις δοθεί το σύνθημα, να τρέξετε ο καθένας με συνταγμένους τους άνδρες του προς τον θόρυβο, οπουδήποτε σας καλεί η σάλπιγγα. Ούτε και εγώ θα απουσιάσω από την επιχείρηση».
Αυτά διέταξε ο Αλέξανδρος. Και ο Πτολεμαίος αφού συγκέντρωσε εδώ όσα περισσότερα αμάξια μπορούσε από εκείνα που είχαν αφήσει οι Ινδοί κατά την πρώτη φυγή τους, τα τοποθέτησε πλάγια για να φαίνονται πολλά τα εμπόδια σε όσους θα έφευγαν μέσα στη νύχτα. Διέταξε επίσης να συγκεντρώσουν σε διάφορα μέρη ανάμεσα στη λίμνη και τα τείχη τους πασσάλους που είχαν κοπεί, αλλά δεν είχαν μπηχθεί στο έδαφος. Οι στρατιώτες του εκτέλεσαν όλα αυτά κατά τη νύχτα.
Και ήταν πλέον περίπου η ώρα της τέταρτης φρουράς, όταν οι βάρβαροι άνοιξαν τις πύλες που οδηγούσαν στη λίμνη και άρχισαν να τρέχουν γρήγορα προς αυτήν, όπως ακριβώς είχαν ειδοποιήσει τον Αλέξανδρο. Δεν διέφυγαν όμως την προσοχή των εκεί φρουρών ούτε του Πτολεμαίου που είχε τοποθετηθεί επικεφαλής τους, αλλά και οι σαλπιγκτές του έδωσαν αμέσως το σύνθημα και ο ίδιος ο Πτολεμαίος προχώρησε κατά των βαρβάρων με οπλισμένο και συνταγμένο τον στρατό του,
ενώ τα αμάξια και οι πάσσαλοι που είχαν τοποθετηθεί στη μέση του δρόμου εμπόδιζαν τους βαρβάρους. Μόλις ήχησε η σάλπιγγα, οι άνδρες του Πτολεμαίου επιτέθηκαν εναντίον των βαρβάρων σκοτώνοντας αυτούς που συνεχώς έβγαιναν περνώντας ανάμεσα από τα αμάξια. Τότε πλέον οι βάρβαροι στράφηκαν πίσω πάλι προς την πόλη τους. Κατά την οπισθοχώρηση σκοτώθηκαν πεντακόσιοι περίπου από αυτούς.
Στο μεταξύ κατέφθασε ο Πώρος φέρνοντας μαζί του τους υπόλοιπους ελέφαντες και πέντε περίπου χιλιάδες Ινδούς, ενώ είχαν συναρμολογηθεί και οι πολιορκητικές μηχανές του Αλεξάνδρου που άρχισαν να κινούνται προς το τείχος. Πριν όμως καταρριφθεί ένα μέρος του τείχους, οι Μακεδόνες κυρίευσαν με έφοδο την πόλη σκάβοντας κάτω από το τείχος που ήταν πλίνθινο και τοποθετώντας κυκλικά από όλες τις πλευρές του σκάλες.
Κατά την κατάληψη της πόλης σκοτώθηκαν δεκαεφτά περίπου χιλιάδες από τους Ινδούς και αιχμαλωτίσθηκαν περισσότεροι από εβδομήντα χιλιάδες και τριακόσια άρματα και πεντακόσια άλογα. Από τον στρατό του Αλεξάνδρου έπεσαν σε ολόκληρη την πολιορκία σχεδόν εκατό, οι τραυματίες όμως δεν ήταν ανάλογοι προς τον αριθμό των νεκρών, αλλά περισσότεροι από χίλιους διακόσιους· μεταξύ αυτών ήταν και άλλοι διοικητές, καθώς και ο Λυσίμαχος ο σωματοφύλακας.
Αφού έθαψε τους σκοτωμένους κατά τον τρόπο που συνήθιζε, ο Αλέξανδρος έστειλε τον γραμματέα Ευμένη με τριακόσιους περίπου ιππείς στις δύο πόλεις που είχαν επαναστατήσει συγχρόνως με τα Σάγγαλα. Σκοπός της αποστολής ήταν να ανακοινώσει σε αυτούς που τις κατείχαν ότι τα Σάγγαλα έχουν κυριευθεί και ότι δεν πρόκειται αυτοί να πάθουν τίποτε κακό από τον Αλέξανδρο, αν παραμείνουν στις πόλεις τους και δεχθούν φιλικά τον Αλέξανδρο, εφόσον άλλωστε κανένας από τους αυτόνομους Ινδούς που παραδόθηκαν με τη θέλησή τους σε αυτόν δεν έπαθε τίποτε κακό.
Εκείνοι όμως είχαν φοβηθεί (γιατί είχαν πλέον πληροφορηθεί ότι ο Αλέξανδρος είχε κυριεύσει με έφοδο τα Σάγγαλα) και είχαν αρχίσει να φεύγουν εγκαταλείποντας τις πόλεις τους. Όταν η φυγή τους έγινε γνωστή στον Αλέξανδρο, άρχισε να τους καταδιώκει βιαστικά, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς πρόλαβαν να διαφύγουν, επειδή η καταδίωξη γινόταν από απόσταση. Όσοι όμως από αδυναμία έμειναν πίσω κατά την αποχώρησή τους, αυτοί αιχμαλωτίσθηκαν από τον στρατό και σκοτώθηκαν περίπου πεντακόσιοι.
Αποφάσισε να μην καταδιώξει πιο πέρα αυτούς που έφευγαν και επέστρεψε στα Σάγγαλα, κατεδάφισε την πόλη και προσάρτησε την περιοχή της στους ως τότε αυτόνομους Ινδούς που τώρα όμως είχαν με τη θέλησή τους προσχωρήσει στον Αλέξανδρο. Έστειλε επίσης τον Πώρο με τις δυνάμεις του στις πόλεις που είχαν προσχωρήσει, για να τοποθετήσει φρουρές σε αυτές, ενώ ο ίδιος με τον στρατό του προχωρούσε προς τον Ύφαση ποταμό, για να υποτάξει και τους Ινδούς που ήταν πέρα από αυτόν. Νόμιζε ότι ποτέ δεν θα τέλειωνε ο πόλεμος, εφόσον απέμενε και ένας ακόμη εχθρός!
Οι πληροφορίες του Αλεξάνδρου για την πέρα από τον Ύφαση Ινδία ήταν ότι η χώρα ήταν πλούσια και ότι οι κάτοικοί της ήταν καλοί γεωργοί και γενναίοι πολεμιστές και διοικούσαν τις πόλεις τους με τάξη (επειδή τον λαό κυβερνούσαν οι αριστοκρατικοί, οι οποίοι ασκούσαν την εξουσία με δικαιοσύνη), και ότι οι άνθρωποι της περιοχής εκείνης διέθεταν πλήθος ελέφαντες, πολύ περισσότερους από ό,τι οι άλλοι Ινδοί, και εξαιρετικούς σε μέγεθος και σε δύναμη.
Οι πληροφορίες αυτές ερέθισαν την επιθυμία του Αλεξάνδρου να προχωρήσει εμπρός. Το θάρρος όμως των Μακεδόνων είχε πλέον κλονισθεί, επειδή έβλεπαν τον βασιλιά τους να αναλαμβάνει τους αγώνες και τους κινδύνους τον έναν μετά τον άλλο. Άρχισαν τότε να γίνονται συγκεντρώσεις στο στρατόπεδο των Μακεδόνων, από τους οποίους άλλοι θρηνούσαν για την τύχη τους, και αυτοί ήταν οι μετριοπαθέστεροι, ενώ άλλοι αρνούνταν με επιμονή να συνεχίσουν, ακόμη και αν τους οδηγήσει ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Μόλις πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, προτού επεκταθεί ακόμη περισσότερο η απειθαρχία και η δειλία στους στρατιώτες του, συγκάλεσε τους διοικητές των ταγμάτων και τους είπε τα εξής:
«Άνδρες Μακεδόνες και σύμμαχοι, επειδή σας βλέπω να μη με ακολουθείτε πλέον στους κινδύνους με την ίδια προθυμία, σας συγκάλεσα όλους μαζί, με σκοπό ή να σας πείσω και να προχωρήσουμε εμπρός ή να με πείσετε και να επιστρέψουμε πίσω. Αν, λοιπόν, θεωρείτε τον αγώνα που αγωνισθήκατε ως τώρα, καθώς και μένα τον ίδιο που ήμουν αρχηγός σας, αξιόμεμπτο, τότε δεν ωφελεί να σας πω τίποτε άλλο.
Αν όμως εξαιτίας του αγώνα αυτού ανήκουν στις κατακτήσεις μας η Ιωνία και ο Ελλήσποντος και οι δύο Φρυγίες και η Καππαδοκία και η Παφλαγονία και η Λυδία και η Καρία και η Λυκία και η Παμφυλία και η Φοινίκη και η Αίγυπτος με την Ελληνική Λιβύη και μερικά μέρη της Αραβίας και η Συρία, δηλαδή και η Κοίλη Συρία και η Μεσοποταμία·
αν ακόμη στις κατακτήσεις μας ανήκουν η Βαβυλώνα και το έθνος των Σουσίων και οι Πέρσες και οι Μήδοι και οι λαοί που εξουσίαζαν οι Πέρσες και οι Μήδοι, αλλά και οι λαοί που δεν τους εξουσίαζαν και οι χώρες που είναι πέρα από τις πύλες της Κασπίας και εκείνες που είναι πέρα από τον Καύκασο, ο Τάναης και ακόμη οι χώρες που είναι πέρα από τον Τάναη, η Βακτριανή, η Υρκανία και η Υρκανία (Κασπία) θάλασσα, αν απωθήσαμε τους Σκύθες μέχρι την έρημο και αν εκτός από όλα αυτά και ο Ινδός ποταμός ρέει μέσα από τη χώρα μας, όπως και ο Υδάσπης, ο Ακεσίνης και ο Υδραώτης, τότε γιατί διστάζετε να προσαρτήσετε στο δικό μας μακεδονικό κράτος και τον Ύφαση και τους λαούς που κατοικούν πέρα από τον Ύφαση;
Ή φοβάστε μήπως σας αντισταθούν και άλλοι ακόμη βάρβαροι, αν τους επιτεθείτε; Από αυτούς όμως άλλοι προσχωρούν σε μας με τη θέλησή τους, άλλοι συλλαμβάνονται, ενώ φεύγουν, και άλλοι εγκαταλείποντας τη χώρα τους μας την παραδίδουν έρημη και εμείς την παραχωρούμε στους συμμάχους μας και σε όσους προσχωρούν με τη θέλησή τους σε μας.
Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι για έναν γενναίο άνδρα τέλος των αγώνων του δεν είναι κανένα άλλο παρά οι ίδιοι οι αγώνες, όσοι οδηγούν σε ένδοξα έργα. Αν όμως κάποιος από σας επιθυμεί να ακούσει ποιό ακριβώς θα είναι το τέλος των πολεμικών μας επιχειρήσεων, ας μάθει ότι λίγη ακόμη έκταση γης μάς απομένει μέχρι τον ποταμό Γάγγη και την ανατολική θάλασσα. Και σας βεβαιώνω ότι θα δείτε την Υρκανία ‹θάλασσα› να ενώνεται με αυτήν, επειδή η μεγάλη θάλασσα περιβάλλει όλη τη γη.
Και εγώ θα αποδείξω στους Μακεδόνες και στους συμμάχους ότι ο Ινδικός κόλπος συνενώνεται με τον Περσικό κόλπο, ενώ η Υρκανία ‹θάλασσα› με τον Ινδικό κόλπο. Από τον Περσικό κόλπο θα πλεύσουμε με τον στόλο μας γύρω από τη Λιβύη μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες και από τις Ηράκλειες Στήλες θα γίνει δική μας ολόκληρη η μέσα Λιβύη και έτσι θα κατακτηθεί ολόκληρη η Ασία και τότε τα όρια του κράτους μας στο μέρος αυτό θα είναι εκείνα που ο θεός όρισε για τη γη.
Αν όμως επιστρέψουμε τώρα, θα μείνουν πίσω μας πολλά πολεμικά έθνη πέρα από τον Ύφαση μέχρι την ανατολική θάλασσα και ακόμη πολλά άλλα που κατοικούν από τα μέρη εκείνα μέχρι την Υρκανία θάλασσα προς βορρά, καθώς και οι σκυθικές φυλές που κατοικούν κοντά τους, ώστε υπάρχει φόβος, αν επιστρέψουμε πίσω, μήπως ακόμη και οι κατεχόμενες τώρα από μας χώρες, που δεν είναι ασφαλείς, υποκινηθούν σε αποστασία από τα έθνη που δεν έχουν ακόμη υποταγεί.
Και τότε πια θα αποδειχθούν μάταιοι οι μέχρι τώρα τόσοι αγώνες μας ή θα χρειασθούμε άλλους πάλι αγώνες και κινδύνους από την αρχή. Γι᾽ αυτό μείνετε εδώ, άνδρες Μακεδόνες και σύμμαχοι, γιατί όσοι αγωνίζονται και κινδυνεύουν κατορθώνουν ένδοξα έργα και είναι ευχάριστο να ζει κανείς γενναία και να πεθαίνει αφήνοντας πίσω του αθάνατη δόξα.
Ή δεν γνωρίζετε ότι ο πρόγονός μας έφθασε σε τόσο μεγάλη δόξα, ώστε από άνθρωπος έγινε, ή τουλάχιστον θεωρήθηκε θεός, ούτε μένοντας στην Τίρυνθα, ούτε στο Άργος, αλλά ούτε στην Πελοπόννησο ή στην Θήβα; Ούτε βέβαια ήταν λίγοι οι αγώνες του Διονύσου, ο οποίος ήταν επιφανέστερος θεός από τον Ηρακλή. Αλλά εμείς ασφαλώς έχομε φθάσει και πέρα από τη Νύσα και καταλάβαμε τον βράχο της Αόρνου, που δεν μπόρεσε ο Ηρακλής να κυριεύσει.
Και σεις προσθέστε τα υπόλοιπα μέρη της Ασίας σε όσα έχουμε πλέον αποκτήσει, δηλαδή τα λίγα στα πολλά. Γιατί και μεις οι ίδιοι ποιό μεγάλο και ωραίο κατόρθωμα θα είχαμε επιτελέσει, αν μέναμε στη Μακεδονία και θεωρούσαμε αρκετό να προστατεύουμε χωρίς μεγάλο κόπο τη χώρα μας αποκρούοντας τους γείτονές μας Θράκες ή τους Ιλλυριούς ή τους Τριβαλλούς ή και όσους Έλληνες δεν είχαν φιλικές σχέσεις μαζί μας;
Αν βέβαια σεις μόνο κοπιάζατε και κινδυνεύατε, χωρίς να κοπιάζω και να κινδυνεύω ο ίδιος, οδηγώντας σας απλώς ως αρχηγός σας, θα ήταν εύλογο σεις πρώτοι να χάσετε το θάρρος σας, εφόσον εσείς μονάχα υπομένετε τους κόπους, ενώ τα έπαθλα των κόπων σας δίνονται σε άλλους. Τώρα όμως είναι κοινοί για μας οι κόποι και μετέχομε εξίσου στους κινδύνους, και τα έπαθλα ανήκουν σε όλους.
Και η χώρα αυτή είναι δική σας και σεις είσθε οι σατράπες της. Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων και τώρα περιέρχεται σε σας και, αφού διατρέξουμε την Ασία, τότε, μα τον Δία, όχι μόνο θα σας γεμίσω με αγαθά, αλλά και θα δώσω παραπάνω από όσα ελπίζει ο καθένας σας να λάβει. Και όσους θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα θα τους στείλω στη χώρα μας ή θα τους οδηγήσω πίσω ο ίδιος, ενώ όσους παραμείνουν εδώ θα τους κάνω να τους ζηλεύουν εκείνοι που θα επιστρέψουν».
Αφού είπε αυτά και άλλα παρόμοια ο Αλέξανδρος, για πολλή ώρα επικράτησε σιωπή, επειδή οι διοικητές των ταγμάτων ούτε τολμούσαν να εκφράσουν απευθείας αντιρρήσεις σε αυτά που έλεγε ο βασιλιάς τους ούτε όμως ήθελαν να συμφωνήσουν μαζί του. Στο μεταξύ πολλές φορές πρότεινε ο Αλέξανδρος να μιλήσει όποιος ήθελε, αν βέβαια είχε κάποιος αντίθετη γνώμη σε όσα είπε ο ίδιος. Παρ᾽ όλα αυτά συνεχιζόταν για πολλή ώρα η σιωπή. Κάποτε επιτέλους ο Κοίνος, ο γιος του Πολεμοκράτη, πήρε το θάρρος και είπε τα εξής περίπου:
«Επειδή και συ ο ίδιος, βασιλιά μου, δεν θέλεις να προστάζεις και να οδηγείς τους Μακεδόνες, αλλά λέγεις ότι θα τους οδηγήσεις μονάχα αν τους πείσεις, ενώ αν σε πείσουν, δεν θα τους υποχρεώσεις να προχωρήσουν, εγώ δεν θα μιλήσω για λογαριασμό δικό μας, των διοικητών, αλλά για χάρη των πολλών ανδρών του στρατεύματος. Γιατί εμείς και μεγαλύτερες τιμές απολαμβάνουμε από τους άλλους και οι περισσότεροι από μας έχομε ήδη λάβει έπαθλα για τον μόχθο μας και είμαστε πρόθυμοι για κάθε σου διαταγή, μιας και έχομε ανώτερα αξιώματα σε σχέση με τους άλλους.
Αλλ᾽ αν και θα μιλήσω για χάρη τους, δεν θα αναφέρω όσα είναι ευχάριστα σε εκείνους, αλλά όσα νομίζω ότι στην παρούσα περίσταση και σε σένα συμφέρουν και προπάντων όσα θα μας χαρίσουν ασφάλεια στο μέλλον. Έχω το δικαίωμα να μην αποκρύψω αυτά που νομίζω ότι είναι τα καλύτερα και λόγω της ηλικίας μου και λόγω του αξιώματος που μου έδωσες σε σχέση με τους άλλους και εξαιτίας της χωρίς δισταγμούς τόλμης που έχω μέχρι τώρα επιδείξει στους πολεμικούς αγώνες και τους κινδύνους.
Όσο περισσότερες και μεγαλύτερες είναι οι επιτυχίες που και συ ως αρχηγός είχες και εκείνοι που ξεκίνησαν μαζί σου από την πατρίδα, τόσο περισσότερο μου φαίνεται ότι είναι προς το συμφέρον μας να δώσουμε ένα τέλος στους αγώνες και τους κινδύνους. Γιατί και συ βέβαια ο ίδιος βλέπεις πόσοι Μακεδόνες και πόσοι Έλληνες ξεκινήσαμε μαζί σου και πόσοι έχουμε απομείνει.
Από αυτούς έστειλες αμέσως πίσω στην πατρίδα τους Θεσσαλούς από τα Βάκτρα, επειδή αντιλήφθηκες ότι δεν ήταν πλέον πρόθυμοι να αγωνισθούν, και καλά έκανες. Οι άλλοι Έλληνες όσοι εγκαταστάθηκαν στις πόλεις που εσύ ίδρυσες, ούτε και αυτοί μένουν εκεί αποκλειστικά με τη δική τους θέληση. Αλλά και όσοι αγωνίζονται ακόμη και κινδυνεύουν μαζί σου, δηλαδή και οι Έλληνες και οι Μακεδόνες στρατιώτες, έχουν απώλειες στις μάχες, ενώ μερικοί ανήμποροι να πολεμούν από τα τραύματά τους έχουν εγκαταλειφθεί σε διάφορα μέρη της Ασίας.
Οι περισσότεροι όμως έχουν χαθεί από αρρώστια και από τόσους απομένουν λίγοι που δεν έχουν πλέον ακμαίες ούτε τις σωματικές τους δυνάμεις και το ηθικό τους έχει ακόμη περισσότερο κλονισθεί. Και όλοι αυτοί ποθούν τους γονείς τους, όσοι τους έχουν ακόμη, ποθούν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ποθούν, όπως είναι φυσικό, την ίδια την πατρική τους γη, την οποία έχουν δικαίωμα να δουν, εφόσον το επιθυμούν, επειδή με τις τιμές που εσύ τους παραχώρησες επιστρέφουν τώρα μεγάλοι και πλούσιοι, ενώ πριν ήταν ταπεινοί και φτωχοί.
Εσύ όμως τώρα μην τους οδηγείς χωρίς τη θέλησή τους σε νέες κατακτήσεις. Ούτε άλλωστε θα έχεις πλέον άνδρες ριψοκίνδυνους, εφόσον θα αγωνίζονται χωρίς τη θέλησή τους. Αλλά αφού επιστρέψεις [και] ο ίδιος, αν το νομίζεις, στην πατρίδα και δεις τη μητέρα σου και τακτοποιήσεις τα ζητήματα της Ελλάδας και προσφέρεις στο πατρικό σου σπίτι τις πολλές αυτές και μεγάλες νίκες, τότε πλέον ετοίμασε άλλη εκστρατεία από την αρχή. Εκστράτευσε, αν θέλεις, εναντίον των ίδιων αυτών ινδικών φυλών που κατοικούν προς τα ανατολικά ή αν το επιθυμείς στον Εύξεινο Πόντο, ειδεμή εκστράτευσε εναντίον της Καρχηδόνας και των περιοχών της Λιβύης που είναι πέρα από την Καρχηδόνα. Αυτή είναι βέβαια δική σου υπόθεση ως αρχηγού να αποφασίσεις.
Και θα σε ακολουθήσουν άλλοι Μακεδόνες και άλλοι Έλληνες, νέοι άνδρες στη θέση των γερόντων και ξεκούραστοι στη θέση των κουρασμένων. Οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν θα προκαλούν σε αυτούς άμεσο φόβο, γιατί θα είναι άπειροι, αλλά έφεση, γιατί θα προσδοκούν από το μέλλον. Οι νέοι αυτοί άνδρες είναι φυσικό να σε ακολουθήσουν με ακόμη μεγαλύτερη προθυμία και γι᾽ αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή θα βλέπουν ότι όσοι πρωτύτερα αγωνίσθηκαν και κινδύνευσαν μαζί σου έχουν πλέον επιστρέψει στην πατρίδα τους πλούσιοι και δοξασμένοι από φτωχοί και άσημοι που ήταν προηγουμένως.
Είναι ωραίο πράγμα, βασιλιά μου, περισσότερο από καθετί άλλο, να παραμένει κανείς σώφρων, όταν ευτυχεί. Γιατί όσο εσύ ο ίδιος είσαι αρχηγός μας και οδηγείς έναν τέτοιο στρατό, δεν υπάρχει κανένας φόβος από τους εχθρούς, τα θεϊκά όμως πλήγματα είναι απροσδόκητα και γι᾽ αυτό οι άνθρωποι δεν μπορούν να προφυλαχθούν από αυτά».
Αφού μίλησε έτσι ο Κοίνος, αυτοί που ήταν παρόντες έκαναν θόρυβο για τους λόγους του. Πολλοί μάλιστα έχυσαν και δάκρυα, για να φανερώσουν ακόμη περισσότερο ότι δεν επιθυμούσαν άλλους πάρα πέρα κινδύνους και ότι τους ήταν αρεστή η αποχώρηση. Ο Αλέξανδρος όμως τότε στενοχωρήθηκε και για την παρρησία του Κοίνου και για τη διστακτικότητα των άλλων αρχηγών και διέλυσε τη συγκέντρωση.
Την επόμενη μέρα συγκάλεσε τους ίδιους πάλι άνδρες και τους είπε οργισμένος ότι ο ίδιος θα προχωρήσει εμπρός αλλά δεν θα υποχρεώσει κανέναν από τους Μακεδόνες να τον ακολουθήσει χωρίς τη θέλησή του, γιατί θα βρει εκείνους που θα θελήσουν να ακολουθήσουν τον βασιλιά τους. «Σε αυτούς που θέλουν να αναχωρήσουν για την πατρίδα επιτρέπεται, είπε, να αναχωρήσουν και να αναγγείλουν στους δικούς τους ότι έχουν επιστρέψει εγκαταλείποντας τον βασιλιά τους ανάμεσα στους εχθρούς».
Αφού είπε αυτά, αποχώρησε στη σκηνή του και κατά τη διάρκεια της ίδιας εκείνης μέρας και μέχρι την τρίτη μέρα από εκείνη δεν δέχθηκε να τον επισκεφθεί κανείς από τους εταίρους περιμένοντας να δει αν θα συνέβαινε κάποια μεταστροφή στις διαθέσεις των Μακεδόνων και των συμμάχων, όπως πολύ συχνά συμβαίνει σε μεγάλες συγκεντρώσεις στρατιωτών και γίνονται πιο πειθαρχικοί.
Όταν και πάλι επικράτησε βαθιά σιωπή στο στρατόπεδο και ήταν φανερό ότι οι στρατιώτες, αν και στενοχωρούνταν για την οργή του Αλεξάνδρου, δεν άλλαζαν όμως εξαιτίας της και γνώμη, τότε πλέον, αναφέρει ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, ο Αλέξανδρος πρόσφερε παρ᾽ όλα αυτά θυσία για τη διάβαση, αλλά ενώ θυσίαζε η θυσία δεν απέβαινε ευνοϊκή.
[5.28.5]
τότε δὴ τοὺς πρεσβυτάτους τε τῶν ἑταίρων καὶ τοὺς μάλιστα ἐπιτηδείους αὐτῷ συναγαγών, ὡς πάντα ἐς τὴν ὀπίσω ἀναχώρησιν αὐτῷ ἔφερεν, ἐκφαίνει ἐς τὴν στρατιάν, ὅτι ἔγνωσται ὀπίσω ἀποστρέφειν.
Τότε, λοιπόν, αφού συγκέντρωσε τους πιο ηλικιωμένους εταίρους και τους πιο στενούς φίλους του, ανακοίνωσε στον στρατό του ότι έχει αποφασίσει να επιστρέψει πίσω, επειδή όλα τον οδηγούσαν στην πορεία προς τα πίσω.
Οι στρατιώτες άρχισαν να κραυγάζουν, όπως θα κραύγαζε από χαρά ένα ανάμεικτο πλήθος, και οι περισσότεροι δάκρυσαν. Άλλοι πλησίαζαν τη βασιλική σκηνή και εύχονταν στον Αλέξανδρο πολλά και καλά, γιατί αφέθηκε από αυτούς μόνο να νικηθεί. Τότε, λοιπόν, ο Αλέξανδρος διαίρεσε τον στρατό του σε τμήματα και διέταξε να κατασκευάσουν δώδεκα βωμούς, στο ύψος ίσους με τους μεγαλύτερους πύργους και στο πλάτος ακόμη μεγαλύτερους από τους πύργους, ως ευχαριστήρια προσφορά προς τους θεούς που τον έφεραν νικητή σε τόσο μακρινούς τόπους και ως μνημεία (ενθύμια) των αγώνων του.
Και αφού κατασκεύασαν τους βωμούς, όπως διέταξε, πρόσφερε επάνω σε αυτούς θυσία σύμφωνα με το έθιμο και τέλεσε γυμνικό και ιππικό αγώνα. Πρόσθεσε στις κτήσεις του Πώρου την μέχρι τον Ύφαση περιοχή για να την διοικεί και ο ίδιος άρχισε να επιστρέφει προς τον Υδραώτη. Και αφού πέρασε τον Υδραώτη, άρχισε να επιστρέφει πίσω πάλι προς τον Ακεσίνη,
όπου βρήκε χτισμένη την πόλη, της οποίας την περιτείχιση είχε αναθέσει στον Ηφαιστίωνα. Σε αυτήν εγκατέστησε και όσους από τους γείτονες δέχθηκαν από μόνοι τους να εγκατασταθούν και από τους μισθοφόρους όσους βέβαια ήταν ανίκανοι για μάχη και άρχισε ο ίδιος να ετοιμάζεται για να πλεύσει προς τη μεγάλη θάλασσα.
Στο μεταξύ ήρθαν στον Αλέξανδρο ο Αρσάκης, ο ύπαρχος της περιοχής που γειτόνευε με τον Αβισάρη, και ο αδελφός του Αβισάρη και οι άλλοι συγγενείς του, οι οποίοι έφεραν δώρα από εκείνα που οι Ινδοί θεωρούν ως τα πολυτιμότερα και τους ελέφαντες που έστειλε ο Αβισάρης, τριάντα περίπου τον αριθμό, γιατί, είπαν, ήταν αδύνατο να έρθει ο Αβισάρης που ήταν άρρωστος. Με αυτούς συμφώνησαν και οι πρέσβεις που έστειλε ο Αλέξανδρος προς τον Αβισάρη.
Επειδή εύκολα πίστεψε ο Αλέξανδρος ότι έτσι είχαν τα πράγματα, ανέθεσε πάλι στον Αβισάρη τη σατραπεία της περιοχής του και πρόσθεσε στην εξουσία του Αβισάρη και τον Αρσάκη. Αφού καθόρισε και τους φόρους που θα πλήρωναν, πρόσφερε πάλι θυσίες κοντά και στον Ακεσίνη ποταμό και μετά πέρασε ξανά τον Ακεσίνη και έφθασε στον Υδάσπη. Εκεί επισκεύασε με τον στρατό του τις ζημιές που είχαν προκαλέσει οι βροχές στις πόλεις Νίκαια και Βουκεφάλα και τακτοποίησε και τα άλλα ζητήματα της περιοχής.
Τα σχόλια είναι κλειστά.