Όταν ο Αλέξανδρος έφθασε στις Πασαργάδες και στην Περσέπολη, τον κατέλαβε μεγάλη επιθυμία να πλεύσει προς την Περσική θάλασσα ακολουθώντας το ρεύμα του Ευφράτη και του Τίγρητα και να δει τις εκβολές των ποταμών αυτών στη θάλασσα, όπως ακριβώς είχε δει τις εκβολές του Ινδού και την θάλασσα στο μέρος εκείνο.
Μερικοί συγγραφείς έγραψαν και το εξής, ότι δηλαδή ο Αλέξανδρος σχεδίαζε να πλεύσει γύρω από το μεγαλύτερο μέρος της Αραβίας και τη χώρα των Αιθιόπων και τη Λιβύη και τους Νομάδες, πέρα από το όρος Άτλαντα προς τα Γάδειρα, και μετά να πλεύσει μέσα στη δική μας θάλασσα. Και αφού υποτάξει και τη Λιβύη και την Καρχηδόνα, να μπορεί έτσι πλέον να ονομάζεται δίκαια βασιλιάς ολόκληρης της Ασίας.
Γιατί, έλεγε, εφόσον οι βασιλείς των Περσών και των Μήδων δεν εξουσίαζαν ούτε ελάχιστο μέρος της Ασίας, ήταν άδικο να ονομάζουν τους εαυτούς τους μεγάλους βασιλείς. Άλλοι πάλι λένε ότι σχεδίαζε να πλεύσει από εκεί στον Εύξεινο Πόντο και τη Σκυθία και τη Μαιώτιδα λίμνη και άλλοι στη Σικελία και στο ακρωτήριο της Ιαπυγίας, γιατί τον ανησυχούσε πλέον το όνομα των Ρωμαίων που γινόταν ολοένα και ενδοξότερο.
Όσο για μένα, δεν μπορώ να συμπεράνω με βεβαιότητα ποιά ήταν τα σχέδια του Αλεξάνδρου ούτε με ενδιαφέρει να κάνω υποθέσεις, τούτο όμως, όπως νομίζω, και εγώ ο ίδιος μπορώ να βεβαιώσω, ότι ο Αλέξανδρος ούτε μικρά και ασήμαντα έργα σχεδίαζε ούτε μπορούσε να παραμείνει αδρανής και να περιορισθεί σε ό,τι είχε μέχρι τότε αποκτήσει, ακόμη και αν είχε προσαρτήσει την Ευρώπη στην Ασία και τα νησιά της Βρετανίας στην Ευρώπη. Αντίθετα, θα αναζητούσε ακόμη παραπέρα άγνωστους τόπους και αν δεν είχε κανέναν άλλον ανταγωνιστή, θα ανταγωνιζόταν τον ίδιο τον εαυτό του.
Γι᾽ αυτό και επαινώ τους Ινδούς σοφιστές, μερικούς από τους οποίους λένε ότι συνάντησε ο Αλέξανδρος στο ύπαιθρο μέσα σε ένα λιβάδι, όπου σύχναζαν. Όταν είδαν τον Αλέξανδρο και τον στρατό του, τίποτε άλλο δεν έκαναν παρά μόνον χτυπούσαν με τα πόδια τους τη γη, όπου πατούσαν. Τότε τους ρώτησε ο Αλέξανδρος, με τη μεσολάβηση διερμηνέων, τί σήμαινε αυτή η πράξη τους και εκείνοι του αποκρίθηκαν:
«Βασιλιά Αλέξανδρε, ο κάθε άνθρωπος βέβαια κατέχει τόσο μόνο μέρος της γης, όσο ακριβώς είναι εκείνο επάνω στο οποίο πατούμε. Εσύ ωστόσο, αν και άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι, με μόνη τη διαφορά ότι είσαι πολυάσχολος και υπερόπτης, διέτρεξες από την πατρίδα σου τόσο μεγάλη έκταση γης και ταλαιπωρήθηκες και ταλαιπώρησες κι άλλους. Στην πραγματικότητα όμως, όταν λίγο αργότερα πεθάνεις, θα κατέχεις τόσο μόνο μέρος της γης όσο είναι αρκετό για να ταφεί το σώμα σου».
Ο Αλέξανδρος επαίνεσε και τα λόγια αυτά και αυτούς που τα είπαν, έκανε όμως διαφορετικά και αντίθετα από εκείνα που επαίνεσε. Γιατί και τον Διογένη, που ήταν από τη Σινώπη, λένε ότι θαύμασε, όταν τον συνάντησε στον Ισθμό ξαπλωμένο στον ήλιο και στάθηκε μπροστά του με τους υπασπιστές του και τους πεζεταίρους και τον ρώτησε αν είχε ανάγκη από τίποτε. Ο Διογένης είπε ότι δεν είχε ανάγκη από τίποτε, ζήτησε όμως να απομακρυνθούν από τον ήλιο ο Αλέξανδρος και εκείνοι που ήταν μαζί του.
Έτσι, λοιπόν, ο Αλέξανδρος, παρόλο που δεν του έλειπε καθόλου η ικανότητα να αντιλαμβάνεται τα σωστά, κατεχόταν όμως από υπερβολική φιλοδοξία. Γι᾽ αυτό και όταν έφθασε στα Τάξιλα και είδε εκείνους τους Ινδούς σοφιστές που βάδιζαν γυμνοί, τον κατέλαβε μεγάλη επιθυμία να ζήσει μαζί με κάποιον από τους άνδρες αυτούς, γιατί θαύμασε την καρτερικότητά τους. Ο πιο ηλικιωμένος σοφιστής, Δάνδαμης το όνομά του, του οποίου οι άλλοι ήταν μαθητές, είπε ότι ούτε ο ίδιος θα πήγαινε στον Αλέξανδρο ούτε θα άφηνε τους μαθητές του να πάνε.
Όπως λέγεται μάλιστα, απάντησε ότι και ο ίδιος ήταν γιος του Δία, αν βέβαια ήταν και ο Αλέξανδρος, και ότι δεν χρειαζόταν τίποτε από εκείνα που είχε ο Αλέξανδρος, επειδή του ήταν αρκετά όσα ο ίδιος είχε. Συνάμα έβλεπε και τους άνδρες που ήταν μαζί του να περιπλανώνται σε τόση στεριά και θάλασσα χωρίς κανένα όφελος και χωρίς να υπάρχει τέρμα στις πολλές περιπλανήσεις τους. Ούτε, λοιπόν, ο ίδιος επιθυμούσε να του δώσει ο Αλέξανδρος κάτι από αυτά που κατείχε ούτε όμως και φοβόταν μήπως τον εμποδίσει από κάτι το οποίο εκείνος εξουσίαζε.
Γιατί όσο ζούσε, του ήταν αρκετή η γη της Ινδίας που παρήγε εποχιακούς καρπούς· όταν πάλι θα πεθάνει, θα απαλλασσόταν από έναν ενοχλητικό συγκάτοικο, το σώμα. Δεν επιχείρησε, λοιπόν, ούτε ο Αλέξανδρος να τον υποχρεώσει με τη βία να τον ακολουθήσει, επειδή κατάλαβε ότι ο Δάνδαμης ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος. Αλλά ο Κάλανος, ένας από τους εκεί σοφιστές, πείσθηκε να πάει μαζί του. Γι᾽ αυτόν, λοιπόν, όπως έγραψε ο Μεγασθένης, οι ίδιοι οι σοφιστές έλεγαν ότι ο Κάλανος ήταν ένας πολύ αδύνατος χαρακτήρας και τον κάκιζαν, γιατί, εγκαταλείποντας την ευδαιμονία που είχε κοντά τους, υπηρετούσε διαφορετικό κύριο από τον θεό.
Τα έγραψα αυτά, γιατί έπρεπε να αναφέρω και για τον Κάλανο στο έργο μου για τον Αλέξανδρο. Στην Περσία λοιπόν, ο Κάλανος καταβλήθηκε κάπως σωματικά, ενώ ποτέ πριν δεν είχε αρρωστήσει. Παρ᾽ όλα αυτά δεν ήθελε να υποβληθεί σε δίαιτα αρρώστου, αλλά είπε στον Αλέξανδρο ότι καλό θα είναι γι᾽ αυτόν να τερματίσει τον βίο σε αυτήν την κατάσταση, πριν δοκιμάσει κάποια συμφορά, η οποία θα τον υποχρεώσει να αλλάξει τον προηγούμενο τρόπο ζωής του.
Ο Αλέξανδρος αντιτάχθηκε σθεναρά στον Κάλανο, επειδή όμως έβλεπε ότι δεν υποχωρούσε, αλλά ότι θα αυτοκτονούσε με άλλον τρόπο, αν κανείς δεν συμμορφωνόταν με αυτήν του την απόφαση, διέταξε τότε πλέον να του υψώσουν νεκρική πυρά, όπως παράγγειλε ο ίδιος· ανέλαβε να φροντίσει ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, ο σωματοφύλακας. Μερικοί συγγραφείς αναφέρουν ότι τον Κάλανο ξεπροβόδισαν με τιμητική πομπή άλογα και στρατιώτες, από τους οποίους άλλοι ήταν οπλισμένοι και άλλοι έφεραν παντός είδους θυμιάματα για την πυρά. Άλλοι λένε ότι έφεραν και χρυσά και αργυρά κύπελλα, καθώς και βασιλική στολή.
Για τον ίδιο τον Κάλανο είχε ετοιμασθεί ένα άλογο, επειδή δεν είχε τη δύναμη να βαδίσει εξαιτίας της αρρώστιας. Παρ᾽ όλα αυτά δεν μπόρεσε ούτε στο άλογο να ανέβει, αλλά μεταφέρθηκε ξαπλωμένος επάνω σε φορείο στεφανωμένος σύμφωνα με τα έθιμα των Ινδών και ψάλλοντας στην ινδική γλώσσα. Οι Ινδοί λένε ότι ήταν ύμνοι των θεών τους και έπαινοι για αυτούς.
Το άλογο εκείνο στο οποίο επρόκειτο να ανέβει ο Κάλανος ήταν από τα βασιλικά άλογα των Νησαίων και, πριν ο ίδιος παραδοθεί στην πυρά, το χάρισε στον Λυσίμαχο, κάποιον από εκείνους που τον ακολουθούσαν και τον τιμούσαν για τη σοφία του. Τα κύπελλα και τα στρώματα, για τα οποία ο Αλέξανδρος είχε διατάξει να τοποθετηθούν προς τιμήν του στην πυρά, τα έδωσε ο Κάλανος σε όσους ήταν γύρω του.
Έτσι, λοιπόν, ανέβηκε στην πυρά και ξάπλωσε επάνω σε αυτήν με ευπρέπεια, ενώ τον παρατηρούσε όλος ο στρατός. Το θέαμα αυτό, που παρουσίαζε ο δημοφιλής άνδρας, φάνηκε λυπηρό στον Αλέξανδρο, αλλά στους άλλους προξένησε κατάπληξη, γιατί ο Κάλανος δεν κίνησε κανένα μέλος του σώματός του.
Ο Νέαρχος αναφέρει ότι, όταν εκείνοι που είχαν διαταχθεί άναψαν την πυρά, ήχησαν οι σάλπιγγες —έτσι είχε διατάξει ο Αλέξανδρος— και όλος ο στρατός αναφώνησε πολεμικές κραυγές, όπως αναφωνεί όταν βαδίζει στη μάχη, και ότι συγχρόνως οι ελέφαντες έβγαλαν τον διαπεραστικό και πολεμικό βρυχηθμό τους, τιμώντας έτσι τον Κάλανο. Αρκετοί συγγραφείς έχουν γράψει τα ίδια ή παρόμοια για τον Κάλανο τον Ινδό, τα οποία δεν είναι όλα άχρηστα για τους ανθρώπους και μάλιστα για κείνους που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν πόσο δυνατή και ακατανίκητη είναι η ανθρώπινη αποφασιστικότητα στο να κατορθώνει ο,τιδήποτε θέλει.
Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος, αφού έφθασε στα Σούσα, έστειλε τον Ατροπάτη στη σατραπεία του, ενώ διέταξε να συλλάβουν και να σκοτώσουν τον Αβουλίτη και τον γιο του Οξάθρη, επειδή κακοδιοικούσαν τους Σουσίους.
Όσοι διοικούσαν τις χώρες που κατέκτησε ο Αλέξανδρος είχαν πράγματι διαπράξει πολλά έκτροπα στους ναούς και στους τάφους, αλλά και στους ίδιους τους υπηκόους τους. Η αιτία ήταν ότι η εκστρατεία του βασιλιά στην Ινδία είχε διαρκέσει πολύ χρόνο και δεν φαινόταν πιστευτό ότι θα επέστρεφε και θα ξέφευγε από τόσους λαούς και τόσους ελέφαντες, αλλά ότι θα χανόταν πέρα από τον Ινδό, τον Υδάσπη, τον Ακεσίνη και τον Ύφαση.
Και οι συμφορές που έπαθε στη Γαδρωσία παρακίνησαν ακόμη περισσότερο τους σατράπες της περιοχής αυτής ώστε να μην υπολογίζουν καθόλου την επάνοδο του Αλεξάνδρου. Επιπλέον λένε ότι και ο ίδιος ο Αλέξανδρος κατά την εποχή αυτή πίστευε πιο εύκολα στις κατηγορίες σαν αξιόπιστες για όλες τις περιπτώσεις και τιμωρούσε αυστηρά ακόμη και αυτούς που κατηγορούνταν για ασήμαντα παραπτώματα, γιατί νόμιζε ότι με την ίδια νοοτροπία θα μπορούσαν να διαπράξουν και μεγάλα εγκλήματα.
Στα Σούσα ο Αλέξανδρος τέλεσε γάμους, και δικούς του και των εταίρων· ο ίδιος πήρε ως σύζυγο την Βαρσίνη, τη μεγαλύτερη από τις κόρες του Δαρείου, και όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, εκτός από αυτήν πήρε και άλλη, την Παρύσατη, τη νεότερη από τις κόρες του Ώχου. Πρωτύτερα είχε νυμφευθεί και τη Ρωξάνη, την κόρη του Οξυάρτη του Βακτριανού.
Στον Ηφαιστίωνα έδωσε την Δρύπετη που ήταν και αυτή κόρη του Δαρείου και αδερφή της γυναίκας του, γιατί ήθελε τα παιδιά του Ηφαιστίωνα να είναι πρώτα εξαδέρφια των παιδιών του· στον Κρατερό έδωσε την Αμαστρίνη, την κόρη του Οξυάρτη, του αδελφού του Δαρείου, και στον Περδίκκα την κόρη του Ατροπάτη, του σατράπη της Μηδίας·
στον Πτολεμαίο, τον σωματοφύλακα, και στον Ευμένη, τον βασιλικό γραμματέα, τις κόρες του Αρτάβαζου, στον ένα την Αρτακάμα και στον άλλο την Άρτωνη· στον Νέαρχο την κόρη της Βαρσίνης και του Μέντορα και στον Σέλευκο την κόρη του Σπιταμένη του Βακτριανού. Κατά τον ίδιο τρόπο έδωσε και στους άλλους εταίρους τις ευγενέστερες κόρες των Περσών και των Μήδων, ογδόντα περίπου τον αριθμό. Οι γάμοι έγιναν σύμφωνα με τα περσικά έθιμα.
Τοποθετήθηκαν στη σειρά καθίσματα για τους γαμπρούς και μετά το γαμήλιο συμπόσιο ήρθαν οι νύφες και κάθισε η καθεμιά δίπλα στον μνηστήρα της· εκείνοι τις έπιασαν από το χέρι και τις φίλησαν. Πρώτος άρχισε ο βασιλιάς, γιατί οι γάμοι όλων έγιναν ταυτόχρονα. Η πράξη αυτή του Αλεξάνδρου, περισσότερο από κάθε άλλη, θεωρήθηκε ευπρόσδεκτη και φιλική προς τους εταίρους.
Οι γαμπροί παρέλαβαν τις νύφες και έφυγαν ο καθένας για το κατάλυμά τους. Ο Αλέξανδρος τις προίκισε όλες. Διέταξε επίσης να καταγραφούν τα ονόματα και των άλλων Μακεδόνων, όσοι είχαν πάρει ασιάτισσες γυναίκες· ο αριθμός τους ξεπέρασε τις δέκα χιλιάδες. Ο Αλέξανδρος έδωσε και σε αυτούς γαμήλια δώρα.
Θεώρησε επίσης κατάλληλη τη στιγμή να εξοφλήσει τα χρέη σε όσους στρατιώτες όφειλαν χρήματα και διέταξε να καταγραφούν πόσα οφείλει ο καθένας για να τα λάβει. Στην αρχή μόνο λίγοι έγραψαν τα ονόματά τους, επειδή είχαν φοβηθεί μήπως ήταν αυτή μια προσπάθεια του Αλεξάνδρου να μάθε σε ποιόν ο μισθός του στρατιώτη δεν επαρκούσε και σε ποιόν από αυτούς η πολυτέλεια ήταν τρόπος ζωής.
Όταν όμως τον πληροφόρησαν ότι οι περισσότεροι στρατιώτες δεν έγραψαν τα ονόματά τους και ότι όσοι είχαν χρεωστικά συμβόλαια τα απέκρυπταν, κάκισε τη δυσπιστία των στρατιωτών· δεν πρέπει, πρόσθεσε, ούτε ο βασιλιάς να λέει στους υπηκόους του τίποτα άλλο εκτός από την αλήθεια ούτε κανένας από τους υπηκόους του να νομίζει ότι ο βασιλιάς λέει κάτι διαφορετικό από την αλήθεια.
Και αφού τοποθέτησε τραπέζια μέσα στο στρατόπεδο με χρυσά νομίσματα επάνω σε αυτά και όρισε εκείνους που θα φρόντιζαν για τη διανομή των χρημάτων στον καθένα, διέταξε να εξοφλούν τα χρέη σε όποιον έδειχνε το χρεωστικό του συμβόλαιο, χωρίς πλέον να καταγράφουν ονόματα. Έτσι, λοιπόν, πίστεψαν ότι ο Αλέξανδρος έλεγε την αλήθεια και του αναγνώρισαν μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη γιατί δεν έγιναν γνωστά τα ονόματά τους, παρά γιατί εξόφλησε τα χρέη τους. Λένε ότι η παροχή αυτή στον στρατό έφθασε περίπου σε είκοσι χιλιάδες τάλαντα.
Έδωσε επίσης άλλα δώρα σε άλλους ανάλογα με την εκτίμηση που έχαιρε ο καθένας ή την ανδρεία που είχε επιδείξει στους κινδύνους. Και στεφάνωσε με χρυσά στεφάνια όσους διακρίθηκαν για τη γενναιότητά τους· πρώτον στεφάνωσε τον Πευκέστα, ο οποίος τον είχε καλύψει με την ασπίδα·
ύστερα τον Λεοννάτο, ο οποίος τον είχε καλύψει επίσης με την ασπίδα και για τους κινδύνους που διέτρεξε στην Ινδία και τη νίκη που πέτυχε στα Ώρα, γιατί με τις δυνάμεις που έμειναν πίσω αντιμετώπισε τους Ωρείτες που επαναστάτησαν, καθώς και εκείνους που κατοικούσαν κοντά τους και τους νίκησε στη μάχη και αποδείχθηκε ότι τακτοποίησε σωστά όλα τα σχετικά με τα Ώρα.
Μετά από αυτούς στεφάνωσε τον Νέαρχο για το παράκτιο ταξίδι του από τη χώρα των Ινδών στη μεγάλη θάλασσα, γιατί και ο Νέαρχος είχε στο μεταξύ φθάσει στα Σούσα. Μετά στεφάνωσε και τον Ονησίκριτο, τον κυβερνήτη του βασιλικού πλοίου, και ακόμη τον Ηφαιστίωνα και τους άλλους σωματοφύλακες.
Παρουσιάσθηκαν στον Αλέξανδρο και οι σατράπες από τις νέες πόλεις που ίδρυσε και από τις άλλες χώρες που κατέκτησε φέρνοντας μαζί τους τριάντα περίπου χιλιάδες παιδιά, έφηβους πια, όλους στην ίδια ηλικία, τους οποίους ο Αλέξανδρος ονόμαζε Επιγόνους· είχαν οπλισθεί με μακεδονικά όπλα και είχαν ασκηθεί στα πολεμικά έργα σύμφωνα με τη μακεδονική τεχνική.
Λένε ότι η άφιξή τους προκάλεσε λύπη στους Μακεδόνες, επειδή νόμιζαν ότι ο Αλέξανδρος σοφιζόταν κάθε τρόπο, για να μην έχει πλέον, όσο πριν, ανάγκη τους Μακεδόνες. Μεγάλη ήταν πράγματι η θλίψη των Μακεδόνων, επειδή έβλεπαν ότι και η στολή του Αλεξάνδρου ήταν μηδική και στους περισσότερους δεν άρεσε που έγιναν οι γάμοι σύμφωνα με τα περσικά έθιμα, ακόμη και σε μερικούς από εκείνους που νυμφεύθηκαν, αν και έλαβαν μεγάλη τιμή με το να εξισωθούν με τον βασιλιά.
Τους λυπούσε επίσης, επειδή ο Πευκέστας, ο σατράπης της Περσίας, είχε φορέσει την περσική στολή και μιλούσε την περσική γλώσσα και επειδή ο Αλέξανδρος έδειχνε να χαίρεται για τη βαρβαρική αυτή συμπεριφορά. Τους στενοχωρούσε ακόμη που οι ιππείς των Βακτριανών και των Σογδιανών και των Αραχωσίων και των Ζαραγγών και των Αρείων και των Πάρθων και από τους Πέρσες οι ιππείς οι ονομαζόμενοι Ευάκες, ενταγμένοι στο ιππικό των εταίρων, έδιναν την εντύπωση ότι υπερείχαν σε ικανότητα επιβολής και σε σωματική ωραιότητα ή σε άλλο προτέρημα.
Εκτός από αυτούς, προστέθηκε και πέμπτη ιππαρχία, όχι εξολοκλήρου βαρβαρική, αλλά επειδή αυξήθηκε η συνολική δύναμη του ιππικού, κατατάχθηκαν σε αυτό και μερικοί από τους βαρβάρους. Στο άγημα κατατάχθηκαν ακόμη ο Κωφής, ο γιος του Αρτάβαζου, και οι Υδάρνης και Αρτιβόλης, οι γιοι του Μαζαίου, και οι Σισίνης και Φραδασμένης, οι γιοι του Φραταφέρνη, του σατράπη της Παρθίας και Υρκανίας,
και ο Ιτάνης, ο γιος του Οξυάρτη και αδελφός της Ρωξάνης, της γυναίκας του Αλεξάνδρου, και ο Αιγοβάρης και ο αδελφός του Μιθροβαίος και ο Υστάσπης ο Βακτριανός που διορίσθηκε αρχηγός τους. Και σε αυτούς δόθηκαν μακεδονικά δόρατα αντί των βαρβαρικών ακοντίων με του λουρί· όλα αυτά προκαλούσαν λύπη στους Μακεδόνες, επειδή νόμιζαν ότι ο Αλέξανδρος συμπεριφερόταν σκόπιμα εξολοκλήρου ως βάρβαρος και παραμελούσε και τα μακεδονικά έθιμα και αυτούς τους ίδιους.
Ο Αλέξανδρος διέταξε τον Ηφαιστίωνα να οδηγήσει το μεγαλύτερο μέρος του πεζικού μέχρι την Περσική θάλασσα. Ο ίδιος, όταν το ναυτικό του επέστρεψε στη χώρα των Σουσίων, επιβιβάστηκε στα πλοία με τους υπασπιστές και το άγημα και λίγους εταίρους ιππείς που ανέβασε στα πλοία και άρχισε να πλέει προς τα κάτω τον Ευλαίο ποταμό με κατεύθυνση τη θάλασσα.
Όταν ήταν πλέον κοντά στις εκβολές του ποταμού, άφησε εκεί τα περισσότερα πλοία του που είχαν υποστεί ζημιές, ενώ αυτός με τα ταχύτερα έπλεε κατά μήκος της θάλασσας από τον Ευλαίο ποταμό προς τις εκβολές του Τίγρητα. Τα υπόλοιπα πλοία, αφού έπλευσαν προς τα πάνω τον Ευλαίο ποταμό μέχρι τη διώρυγα, η οποία είχε διανοιχθεί από τον Τίγρητα προς τον Ευλαίο, μπήκαν από αυτήν στον Τίγρητα.
Γιατί από τους δύο ποταμούς, δηλαδή τον Ευφράτη και τον Τίγρητα, οι οποίοι περικλείουν την μεταξύ αυτών Ασσυρία —γι᾽ αυτό ονομάζεται Μεσοποταμία από τους ντόπιους— ο Τίγρης που ρέει χαμηλότερα από τον Ευφράτη δέχεται με πολλές διώρυγες νερά από αυτόν και, αφού παραλάβει και πολλούς άλλους ποταμούς και αυξήσει από αυτούς τον όγκο του, χύνεται στην Περσική θάλασσα, μεγάλος και αδιάβατος παντού ως τις εκβολές του, επειδή τα νερά του δεν χρησιμοποιούνται για την άρδευση της περιοχής.
Στο μέρος αυτό δηλαδή η γη είναι ψηλότερη από την επιφάνεια του νερού και τα νερά του ποταμού αυτού δεν χύνονται ούτε σε διώρυγες ούτε σε άλλον ποταμό, αλλά μάλλον δέχεται νερά από εκείνους, με αποτέλεσμα να μην παρέχει τη δυνατότητα να αρδεύεται από αυτόν η περιοχή σε κανένα σημείο.
Ο Ευφράτης όμως ρέει ψηλά, σε όλα τα μέρη οι όχθες του έχουν το ίδιο ύψος με την επιφάνεια της γης και έχουν διανοιχθεί σε αυτόν πολλές διώρυγες από τις οποίες άλλες έχουν διαρκώς νερό, με το οποίο υδρεύονται όσοι κατοικούν στις δύο όχθες του, άλλες πάλι κατασκευάζονται για ορισμένο χρόνο κάθε φορά που υπάρχει έλλειψη νερού, με σκοπό την άρδευση της περιοχής, γιατί στη χώρα αυτή τον περισσότερο καιρό δεν πέφτουν βροχές από τον ουρανό. Και με τον τρόπο αυτόν ο Ευφράτης καταντά στο τέλος να έχει λίγα νερά και έτσι καταλήγει στο μέρος εκείνο σε έλη.
Αφού περιέπλευσε ο Αλέξανδρος την ακτή του Περσικού κόλπου που εκτεινόταν ανάμεσα στον Ευλαίο ποταμό και τον Τίγρητα, άρχισε να πλέει προς τα πάνω τον Τίγρητα μέχρι το στρατόπεδο, όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Ηφαιστίων με όλες του τις δυνάμεις. Από εκεί πάλι έπλευσε στην Ώπη, πόλη χτισμένη στις όχθες του Τίγρητα.
Και ενώ έπλεε προς τα πάνω, ισοπέδωσε τους καταρράκτες που υπήρχαν κατά μήκος του ποταμού και εξομάλυνε τελείως το ρεύμα. Οι καταρράκτες αυτοί είχαν κατασκευασθεί από τους Πέρσες, για να μην μπορεί κανείς να πλεύσει από τη θάλασσα στη χώρα τους και να την κυριεύσει με ναυτικές δυνάμεις. Αυτά τα είχαν σοφισθεί οι Πέρσες, επειδή δεν ήταν πράγματι ναυτικοί. Έτσι, λοιπόν, οι καταρράκτες που είχαν κατασκευασθεί χωρίς να αφήνουν κενό έκαναν το ταξίδι στον Τίγρητα πολύ δύσκολο. Ο Αλέξανδρος είπε ότι παρόμοια τεχνάσματα δεν ταιριάζουν σε άνδρες που υπερέχουν στρατιωτικά. Δεν έκρινε, λοιπόν, χρήσιμη για τον εαυτό του την προστασία αυτή, την οποία στην πράξη απέδειξε και ανάξια λόγου καταστρέφοντας χωρίς δυσκολία έργα που με κόπο είχαν κατασκευάσει οι Πέρσες.
Όταν ο Αλέξανδρος έφθασε στην Ώπη, συγκέντρωσε τους Μακεδόνες και τους ανήγγειλε ότι απολύει από τον στρατό όσους από γηρατειά ή σωματική βλάβη ήταν ανίκανοι για πολεμική δράση και ότι τους στέλνει πίσω στην πατρίδα τους. Σε όσους έμεναν μαζί του υποσχέθηκε να δώσει επιπλέον τόσα δώρα, ώστε να τους κάνει αξιοζήλευτους στην πατρίδα και συγχρόνως να παρακινήσει και άλλους Μακεδόνες να συμμετέχουν εκούσια στους ίδιους κινδύνους και κόπους.
Ο Αλέξανδρος τα έλεγε αυτά στους Μακεδόνες, επειδή πίστευε πως τάχα θα τους χαροποιούσε. Οι στρατιώτες όμως στενοχωρέθηκαν με τους λόγους που τους είπε ο Αλέξανδρος, επειδή νόμισαν ότι τους περιφρονούσε και τους θεωρούσε πια τελείως άχρηστους για τα πολεμικά έργα. Άλλωστε τα παράπονά τους ήταν δικαιολογημένα· σε όλην αυτήν την εκστρατεία είχαν στενοχωρεθεί για πολλά και διάφορα πράγματα, όπως για παράδειγμα τους είχε προκαλέσει πολλές φορές λύπη το ότι ο βασιλιάς τους φορούσε την περσική στολή και, πράγμα που έδειχνε την ίδια στάση, το ότι οι βάρβαροι Επίγονοι εξοπλίσθηκαν κατά τον μακεδονικό τρόπο και το ότι οι αλλόφυλοι ιππείς αναμίχθηκαν στα τάγματα των εταίρων.
Δεν συγκράτησαν, λοιπόν, τη σιωπή τους, αλλά ζήτησαν να τους απολύσει όλους από τον στρατό και να εκστρατεύει ο ίδιος με τον πατέρα του, ονομάζοντας έτσι σκωπτικά τον Άμμωνα. Όταν άκουσε αυτά ο Αλέξανδρος —την εποχή αυτή ήταν βέβαια πιο οξύθυμος εξαιτίας των φιλοφρονήσεων των βαρβάρων και δεν έδειχνε πια την ίδια επιείκεια όπως παλαιότερα στους Μακεδόνες— πήδησε κάτω από το βήμα μαζί με τους στρατιωτικούς διοικητές που τον περιστοίχιζαν και διέταξε να συλλάβουν τους πρωταίτιους της αναταραχής, δείχνοντας ο ίδιος με το χέρι του στους υπασπιστές ποιούς έπρεπε να συλλάβουν· ο αριθμός τους έφθασε τους δεκατρείς. Αυτούς, λοιπόν, διέταξε να τους οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Μόλις σώπασαν τελείως οι άλλοι από τον φόβο τους, ανέβηκε ξανά στο βήμα και είπε τα εξής:
«Μακεδόνες, με αυτόν εδώ τον λόγο που σας απευθύνω δεν επιδιώκω να ανακόψω την ορμή σας για επιστροφή στην πατρίδα —μπορείτε να πάτε όπου θέλετε χάρη σε μένα— αλλά να σας κάνω να καταλάβετε πώς εσείς φερθήκατε σε μένα και τί έχετε γίνει τώρα που φεύγετε.
Και θα αρχίσω τον λόγο μου πρώτα από τον πατέρα μου τον Φίλιππο, όπως άλλωστε και ταιριάζει. Γιατί ο Φίλιππος σας παρέλαβε περιπλανώμενους και φτωχούς να βόσκετε οι περισσότεροι από εσάς επάνω στα βουνά λίγα πρόβατα ντυμένοι με προβιές και να πολεμάτε για να τα εξασφαλίσετε με δυσκολία τους Ιλλυριούς και τους Τριβαλλούς και τους γείτονές μας Θράκες. Αντί για τις προβιές σάς έδωσε να φοράτε χλαμύδες και σας κατέβασε από τα βουνά στις πεδιάδες και σας έκανε ικανούς να πολεμάτε τους βαρβάρους γείτονές μας, έτσι ώστε για την ασφάλειά σας να στηρίζεσθε όχι πλέον στην οχυρότητα των τόπων σας, αλλά πολύ περισσότερο στη δική σας ανδρεία. Και σας ανέδειξε σε κατοίκους πόλεων και τη ζωή σας οργάνωσε με χρήσιμους νόμους και έθιμα.
Από δούλους και υπηκόους σάς κατέστησε ηγεμόνες εκείνων ακριβώς των βαρβάρων που έκαναν προηγουμένως ό,τι ήθελαν και σας και τα υπάρχοντά σας. Και προσάρτησε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης στη Μακεδονία και άνοιξε τον δρόμο για το εμπόριο της χώρας κυριεύοντας τις πιο επίκαιρες παραθαλάσσιες περιοχές. Και κατέστησε ακίνδυνη την εργασία των μεταλλείων.
Και σας ανέδειξε άρχοντες των Θεσσαλών, μπροστά στους οποίους παλαιότερα πεθαίνατε από τον φόβο σας. Ταπείνωσε και τους Φωκείς και έτσι την είσοδό σας στην Ελλάδα από στενή και δυσκολοδιάβατη την έκανε πλατιά και ευκολοδιάβατη. Με τη βοήθεια τότε και τη δική μας ταπείνωσε σε τέτοιο βαθμό τους Αθηναίους και τους Θηβαίους, που συνεχώς καιροφυλακτούσαν να βλάψουν τη Μακεδονία, ώστε αντί να πληρώνομε εμείς φόρους στους Αθηναίους και να είμαστε υπήκοοι των Θηβαίων, εκείνοι με τη σειρά τους να ζητούν από μας να τους παρέχομε τη δική τους ασφάλεια.
Αφού δε κατέβηκε στην Πελοπόννησο, τακτοποίησε και εκεί τα πράγματα. Και όταν αναγορεύτηκε αρχηγός με απόλυτη εξουσία και ολόκληρης της υπόλοιπης Ελλάδας για την εκστρατεία εναντίον των Περσών, δεν απέδωσε τη δόξα αυτή στον εαυτό του αλλά συνολικά στους Μακεδόνες.
Αυτές, λοιπόν, είναι οι ευεργεσίες του πατέρα μου σε σας· αν αυτές εξετασθούν μόνες τους, είναι μεγάλες, είναι όμως βέβαια μικρές, αν συγκριθούν με τις δικές μου. Παρέλαβα από τον πατέρα μου λίγα χρυσά και αργυρά κύπελλα και στο δημόσιο ταμείο δεν βρήκα ούτε εξήντα τάλαντα, ενώ τα χρέη που όφειλε ο Φίλιππος έφθαναν τα πεντακόσια περίπου τάλαντα. Ξεκίνησα από τη χώρα μας, που δεν μπορούσε καλά-καλά ούτε εσάς τους ίδιους να διαθρέψει, αφού ο ίδιος δανείσθηκα, εκτός από αυτά που βρήκα, άλλα οχτακόσια τάλαντα και σας άνοιξα αμέσως τα στενά του Ελλησπόντου, αν και κατά την εποχή εκείνη κυριαρχούσαν οι Πέρσες στην θάλασσα.
Με το ιππικό μου νίκησα τους σατράπες του Δαρείου και προσάρτησα στο κράτος σας ολόκληρη την Ιωνία και ολόκληρη την Αιολίδα, καθώς και τις δύο Φρυγίες και τη Λυδία και με πολιορκία κυρίευσα τη Μίλητο. Όλες τις άλλες περιοχές που προσχώρησαν θεληματικά σε μένα, αφού τις κατέλαβα, τις έδωσα σε σας να τις εκμεταλλεύεσθε.
Και όσα αγαθά παράγει η Αίγυπτος και η Κυρήνη τα οποία απέκτησα χωρίς να πολεμήσω περιέρχονται σε σας· και η Κοίλη Συρία και η Παλαιστίνη και η Μεσοποταμία είναι δικές σας κτήσεις· δική σας η Βαβυλώνα και τα Βάκτρα και τα Σούσα· δικός σας είναι ο πλούτος των Λυδών και οι θησαυροί των Περσών και τα αγαθά της Ινδίας και η έξω θάλασσα. Εσείς σατράπες, εσείς στρατηγοί, εσείς ταξίαρχοι.
Ώστε ύστερα από τόσους κόπους τί απομένει σε μένα τον ίδιο εκτός από αυτήν εδώ την πορφύρα και αυτό το στέμμα; Δεν έχω κρατήσει τίποτε για τον εαυτό μου ούτε μπορεί κανένας να αποδείξει ότι έχω δικούς μου θησαυρούς εκτός από αυτά, τα οποία είναι δικά σας πράγματα ή όσα φυλάγονται για σας. Ούτε άλλωστε έχω λόγους να φυλάγω για τον εαυτό μου θησαυρούς, εφόσον τρώγω την ίδια με σας τροφή και κοιμάμαι όπως και σεις, αν και νομίζω ότι δεν τρώγω ούτε τα ίδια φαγητά με όσους από σας ζούνε στη χλιδή. Και ξέρω καλά ότι μένω άγρυπνος για χάρη σας, ώστε να μπορείτε εσείς να κοιμάσθε ήσυχοι.
Αλλά μπορεί να πείτε ότι τα απέκτησα αυτά με δικούς σας κόπους και ταλαιπωρίες οδηγώντας σας στη μάχη χωρίς ο ίδιος να κουρασθώ και να ταλαιπωρηθώ. Ποιος όμως από σας έχει τη συναίσθηση ότι κοπίασε περισσότερο για χάρη μου από ό,τι εγώ για εκείνον; Εμπρός, λοιπόν, όποιος από σας έχει τραύματα ας γυμνωθεί και ας τα δείξει και εγώ με τη σειρά μου θα δείξω τα δικά μου,
γιατί σε μένα δεν υπάρχει κανένα μέρος του σώματος, μπροστά τουλάχιστον, που να έχει μείνει άτρωτο. Ούτε υπάρχει κανένα είδος όπλου από όσα χρησιμοποιούνται από κοντά ή από όσα ρίχνονται από μακριά που να μην έχει αφήσει τα ίχνη του επάνω μου, αλλά και με ξίφος έχω τραυματισθεί σε συμπλοκή και με βέλος έχω ήδη χτυπηθεί και από πολεμική μηχανή έχω πληγεί και πολλές φορές χτυπήθηκα με πέτρες και με ξύλα για σας και για τη δική σας δόξα και τον δικό σας πλούτο. Νικητές σάς οδηγώ μέσα από όλη τη γη και τη θάλασσα και όλους τους ποταμούς και τα βουνά και τις πεδιάδες.
Έχω κάμει τον ίδιο με σας γάμο και τα παιδιά πολλών από σας θα είναι συγγενείς με τα παιδιά μου. Όσοι επίσης είχαν χρέη τούς τα εξόφλησα χωρίς να πολυεξετάσω για ποιό λόγο έγιναν, αν και έχετε τόσο μεγάλους μισθούς και αρπάζετε τόσα λάφυρα, κάθε φορά που παραδίδονται οι πόλεις στη διαρπαγή ύστερα από πολιορκία. Ακόμη οι περισσότεροι από σας έχετε στεφάνια χρυσά ως αιώνια ενθύμια και της δικής σας ανδρείας και της δικής μου εκτίμησης.
Σε όποιον πάλι σκοτώθηκε στη μάχη ένδοξος ήταν ο θάνατος και μεγαλοπρεπής η ταφή και για τους περισσότερους έχουν στηθεί χάλκινα αγάλματα στην πατρίδα, ενώ οι γονείς τους απολαμβάνουν μεγάλες τιμές και έχουν απαλλαγεί από κάθε δημόσια υποχρέωση και έκτακτη εισφορά. Γιατί όσο εγώ σας διοικώ, κανένας από σας δεν σκοτώθηκε καταδιωκόμενος από τον εχθρό.
Και τώρα όσους από σας δεν είναι αξιόμαχοι σκόπευα να τους στείλω πίσω, ώστε να είσθε αξιοζήλευτοι στους συμπατριώτες μας, επειδή όμως θέλετε να φύγετε όλοι, φύγετε όλοι. Και όταν επιστρέψετε στην πατρίδα, αναγγείλατε ότι τον βασιλιά σας τον Αλέξανδρο που νίκησε τους Πέρσες και τους Μήδους και τους Βακτριανούς και τους Σάκες·
που υπέταξε τους Ουξίους και τους Αραχωσίους και τους Δράγγες· που κατέκτησε τους Πάρθους και τους Χορασμίους και τους Υρκανίους μέχρι την Κασπία θάλασσα· που ανέβηκε τον Καύκασο πέρα από τις πύλες της Κασπίας και πέρασε τον Όξο ποταμό και τον Τάναη και ακόμη τον Ινδό ποταμό, τον οποίο κανένας άλλος εκτός από τον Διόνυσο δεν πέρασε,
και τον Υδάσπη και τον Ακεσίνη και τον Υδραώτη και θα διέβαινε τον Ύφαση, αν εσείς δεν δειλιάζατε· που εισόρμησε στη μεγάλη θάλασσα και από τα δύο στόμια του Ινδού ποταμού και διέσχισε τη Γαδρωσία έρημο, την οποία κανένας μέχρι τώρα δεν πέρασε με στρατό προηγουμένως, και κατέκτησε επιπλέον την Καρμανία και τη χώρα των Ωρειτών κατά το πέρασμά του· που το ναυτικό του είχε περιπλεύσει την ακτή από τη γη της Ινδίας μέχρι την Περσική θάλασσα, μόλις επιστρέψατε στα Σούσα, τον εγκαταλείψατε και φύγατε, παραδίδοντας την προστασία του στους νικημένους βαρβάρους. Αυτά όταν τα αναγγείλετε, θα τα θεωρήσουν, νομίζω, ένδοξα κατορθώματα οι άνθρωποι και ευσεβείς πράξεις οι θεοί. Πηγαίνετε».
Μόλις είπε αυτά, πήδησε γρήγορα κάτω από το βήμα και μπήκε στα ανάκτορα και ούτε το σώμα του περιποιήθηκε ούτε τον είδε κανένας από τους εταίρους, αλλά ούτε και την επομένη μέρα τον είδε κανένας. Την τρίτη όμως μέρα προσκάλεσε μέσα στα ανάκτορα τους εκλεκτούς Πέρσες και διαμοίρασε σε αυτούς τις διοικήσεις των ταγμάτων και σε όσους παραχώρησε τον τίτλο του συγγενούς σε αυτούς και μόνο έδωσε το δικαίωμα να τον φιλούν.
Αμέσως μόλις άκουσαν οι Μακεδόνες τους λόγους του Αλεξάνδρου, παρέμειναν εκεί κοντά στο βήμα κατάπληκτοι και σιωπηλοί· ούτε κανείς από αυτούς ακολούθησε τον βασιλιά ενώ αποχωρούσε, εκτός από τους εταίρους που τον περιστοίχιζαν και τους σωματοφύλακες, ενώ οι περισσότεροι, αν και έμεναν πίσω, ούτε είχαν τίποτε να κάνουν ή να πουν ούτε όμως ήθελαν να φύγουν.
Όταν όμως πληροφορήθηκαν τα σχετικά με τους Πέρσες και τους Μήδους, ότι δηλαδή και οι διοικήσεις δίνονταν στους Πέρσες και ο βαρβαρικός στρατός είχε συγκροτηθεί σε λόχους και ότι χρησιμοποιήθηκαν μακεδονικά ονόματα —κάποιο άγημα ονομάσθηκε περσικό και κάποιοι Πέρσες πεζέταιροι [και άλλοι ασθέτεροι] και ένα περσικό τάγμα, των αργυρασπίδων, και περσικό ιππικό, των εταίρων, και ένα άλλο άγημα της μονάδας αυτής βασιλικό— δεν μπόρεσαν πλέον να συγκρατηθούν,
αλλά έτρεξαν όλοι μαζί προς τα ανάκτορα και άρχισαν να ρίχνουν εκεί, μπροστά στις πόρτες, τα όπλα τους ως ένδειξη ικεσίας προς τον βασιλιά τους. Οι ίδιοι στέκονταν στις πόρτες και φώναζαν δυνατά παρακαλώντας να τους αφήσουν να περάσουν μέσα. Έλεγαν ότι ήταν πρόθυμοι να παραδώσουν τους πρωταίτιους των ταραχών που έγιναν τότε και εκείνους που άρχισαν πρώτοι τη βοή και ότι δεν θα έφευγαν από τις πόρτες ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα, αν δεν τους δείξει κάποιον οίκτο ο Αλέξανδρος.
Μόλις ανήγγειλαν αυτά στον Αλέξανδρο, βγήκε έξω βιαστικά και όταν τους είδε ταπεινωμένους και άκουσε τους περισσότερους να φωνάζουν δυνατά και να κλαίνε, δάκρυσε και αυτός. Και κάτι πήγαινε να πει, ενώ αυτοί παρέμεναν εκεί και παρακαλούσαν.
Τότε κάποιος από αυτούς, που ήταν γνωστός λόγω της ηλικίας και της δράσης του στην ιππαρχία του ιππικού των εταίρων και ονομαζόταν Καλλίνης, είπε τα εξής περίπου: «Βασιλιά μου, εκείνα που προκαλούν λύπη στους Μακεδόνες είναι ότι εσύ έχεις πλέον κάμει συγγενείς σου μερικούς Πέρσες και ότι Πέρσες ονομάζονται συγγενείς του Αλεξάνδρου και σε φιλούν, ενώ κανένας μέχρι τώρα Μακεδόνας δεν έχει γευθεί αυτήν την τιμή».
Τότε ακριβώς, ο Αλέξανδρος τον διέκοψε και είπε: «Εσάς όμως θεωρώ όλους συγγενείς μου και στο εξής τουλάχιστο θα σας ονομάζω έτσι». Όταν είπε αυτά, ο Καλλίνης πλησίασε και τον φίλησε, καθώς και όποιος άλλος ήθελε να τον φιλήσει. Έτσι λοιπόν, πήραν πάλι τα όπλα τους και αναχώρησαν για το στρατόπεδο κραυγάζοντας και τραγουδώντας επινίκιους ύμνους.
Μετά από αυτά ο Αλέξανδρος προσέφερε θυσία στους θεούς στους οποίους συνήθιζε να θυσιάζει και παρέθεσε συμπόσιο με δικά του έξοδα. Παρακάθισε ο ίδιος και γύρω από αυτόν κάθισαν όλοι οι Μακεδόνες και μετά από αυτούς οι Πέρσες και στη συνέχεια όσοι από τα άλλα έθνη υπερείχαν λόγω αξιώματος ή κάποιας άλλης ηρωικής πράξης. Αντλώντας από τον ίδιο κρατήρα αυτός και οι γύρω του έκαναν τις ίδιες σπονδές, με πρώτους τους Έλληνες μάντεις και τους Μάγους.
Ο Αλέξανδρος ευχήθηκε στους Μακεδόνες και τους Πέρσες όλα τα άλλα αγαθά και κυρίως ομόνοια και συμμετοχή στην εξουσία. Κατά την επικρατέστερη παράδοση, αυτοί που πήραν μέρος στο συμπόσιο ήταν εννέα χιλιάδες και όλοι έκαμαν την ίδια σπονδή και μετά έψαλαν τον επινίκιο ύμνο.
Τότε λοιπόν, όσοι Μακεδόνες δεν ήταν αξιόμαχοι εξαιτίας των γηρατειών ή κάποιας άλλης ατυχίας αναχώρησαν με τη θέλησή τους· ο αριθμός τους έφθασε τις δέκα περίπου χιλιάδες. Σε αυτούς ο Αλέξανδρος κατέβαλε τον μισθό όχι μόνο για τον χρόνο που είχαν ήδη υπηρετήσει, αλλά και για εκείνον που χρειαζόταν για την επιστροφή τους στην πατρίδα·
επιπλέον του μισθού έδωσε στον καθένα τους και από ένα τάλαντο. Και αν μερικοί είχαν παιδιά από τις ασιάτισες γυναίκες τους, διέταξε να τα αφήσουν πίσω κοντά του για να μην προκληθούν έριδες στη Μακεδονία ανάμεσα στα αλλόφυλα παιδιά τους που είχαν αποκτήσει από βάρβαρες γυναίκες και τα παιδιά και τις μητέρες τους που είχαν αφήσει πίσω στην πατρίδα. Τους υποσχέθηκε ότι ο ίδιος θα φροντίσει να ανατραφούν κατά τον μακεδονικό τρόπο και ως προς τα άλλα, κυρίως όμως ως προς τη στρατιωτική τους εκπαίδευση· και όταν γίνουν άνδρες, θα τους φέρει ο ίδιος στη Μακεδονία και θα τους παραδώσει στους πατέρες τους.
Αυτές τις αόριστες και ασαφείς υποσχέσεις τους έδωσε, ενώ έφευγαν. Και ως ασφαλέστερη απόδειξη της φιλίας και της εύνοιάς του προς αυτούς είχε την αξίωση να θεωρήσουν τούτο, ότι δηλαδή έστελνε μαζί τους ως φρουρό και αρχηγό τους για το ταξίδι τον Κρατερό, που θεωρούσε ως τον πιο πιστό φίλο του και τον αγαπούσε όσο και τον εαυτό του. Έτσι λοιπόν, τους φίλησε όλους και δακρυσμένος τους άφησε να φύγουν με δάκρυα στα μάτια τους.
Διέταξε τον Κρατερό να τους οδηγήσει στην πατρίδα και να αναλάβει, όταν φθάσει, τη διοίκηση της Μακεδονίας, της Θράκης και της Θεσσαλίας, καθώς και τη διαφύλαξη της ελευθερίας των Ελλήνων. Διέταξε επίσης τον Αντίπατρο να φέρει στη θέση των ανδρών που απέλυσε άλλους Μακεδόνες στην ακμή της ηλικίας τους. Μαζί με τον Κρατερό έστειλε και τον Πολυπέρχοντα, ως δεύτερο μετά τον Κρατερό αρχηγό, ώστε, αν πάθει τίποτε κατά την πορεία ο Κρατερός —γιατί η υγεία του δεν ήταν καλή, όταν αναχωρούσε— να μη μείνουν χωρίς στρατηγό αυτοί που επέστρεφαν.
Κυκλοφορούσε κρυφά και η εξής φήμη ανάμεσα σε εκείνους που περιγράφουν τις πράξεις των βασιλέων με τόσο μεγαλύτερη προθυμία όσο περισσότερο αυτές κρατούνται μυστικές, και προσπαθούν να στρέψουν την πίστη των ανθρώπων μάλλον προς τη χειρότερη εξήγηση, όπου τους οδηγεί η εικασία και η κακοήθειά τους, παρά προς την αλήθεια. Έλεγαν δηλαδή ότι ο Αλέξανδρος, επειδή είχε πλέον καμφθεί από τις συκοφαντίες της μητέρας του εναντίον του Αντίπατρου, ήθελε να τον απομακρύνει από τη Μακεδονία.
Η ανάκληση του Αντίπατρου δεν απέβλεπε ίσως στην ταπείνωσή του, αλλά στο να μη συμβεί εξαιτίας της διαφωνίας τους κάτι το δυσάρεστο και στους δύο, το οποίο ούτε και ο ίδιος θα μπορούσε να επανορθώσει. Γιατί δεν σταμάτησαν και οι δύο να γράφουν γράμματα προς τον Αλέξανδρο· ο Αντίπατρος κατηγορούσε την Ολυμπιάδα για αλαζονεία και θρασύτητα και πολυπραγμοσύνη, ιδιότητες που βέβαια πολύ λίγο ταίριαζαν στη μητέρα του Αλεξάνδρου, έτσι ώστε ο Αλέξανδρος έφθασε στο σημείο να πει τα εξής περίπου σχετικά, όπως παραδίδεται, με τα έργα της μητέρας του που του ανέφεραν, ότι δηλαδή της πληρώνει βαρύ τίμημα για τους δέκα μήνες της κυοφορίας.
Η Ολυμπιάδα πάλι έγραφε ότι ο Αντίπατρος είχε γίνει με το αξίωμά του και τις αντίστοιχες τιμές υπερόπτης και ότι είχε λησμονήσει πια εκείνον που τον τοποθέτησε στο αξίωμα, αλλά απαιτούσε αυτός να θεωρείται πρώτος μεταξύ των άλλων Μακεδόνων και των Ελλήνων. Ο Αλέξανδρος έδινε την εντύπωση ότι απέδιδε σε όλα εκείνα που οδηγούσαν στη συκοφάντηση του Αντιπάτρου μεγαλύτερη σημασία, γιατί αυτά πράγματι προκαλούν τον μεγαλύτερο φόβο σε μια μοναρχία. Ωστόσο ο Αλέξανδρος δεν εκδήλωνε, φανερά τουλάχιστον, με έργο ή με λόγο τίποτε, από το οποίο θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι δεν συμπαθούσε όπως πριν τον Αντίπατρο… Ηφαιστίων.
Με αυτό το επιχείρημα υποχώρησε άθελά του ο Ηφαιστίων και συμφιλιώθηκε με τον Ευμένη, που ήθελε τη συνδιαλλαγή. Λένε ότι ο Αλέξανδρος σε αυτόν τον δρόμο είδε και την πεδιάδα που είχε παραχωρηθεί για τη βοσκή των βασιλικών φοράδων. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι και η ίδια η πεδιάδα ονομαζόταν Νησαία και οι φοράδες Νησαίες. Παλαιότερα υπήρχαν εκατόν πενήντα περίπου χιλιάδες φοράδες, αλλά ο Αλέξανδρος δεν βρήκε τότε πολύ περισσότερες από πενήντα χιλιάδες, επειδή τις περισσότερες τις είχαν αρπάξει ληστές.
Λένε ότι εδώ ο Ατροπάτης, ο σατράπης της Μηδίας, έδωσε στον Αλέξανδρο εκατό γυναίκες υποστηρίζοντας ότι ήταν Αμαζόνες· αυτές φορούσαν στολή ανδρών του ιππικού, εκτός βέβαια ότι έφεραν πελέκεις αντί για δόρατα και πέλτες αντί για ασπίδες. Άλλοι λένε και ότι είχαν μικρότερο τον δεξιό μαστό τους, τον οποίο άφηναν ακάλυπτο στις μάχες.
Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, τις απομάκρυνε από τον στρατό, μήπως οι Μακεδόνες ή οι βάρβαροι φερθούν προς αυτές κατ᾽ ανάρμοστο τρόπο, τις διέταξε όμως να αναγγείλουν στη βασίλισσά τους ότι θα έρθει ο ίδιος για να αποκτήσει παιδιά μαζί της. Αυτά όμως ούτε ο Αριστόβουλος ούτε ο Πτολεμαίος τα αναφέρει ούτε κάποιος άλλος συγγραφέας, από τον οποίο μπορεί κανείς να αντλήσει συμπεράσματα για τόσο σημαντικά γεγονότα.
Ούτε νομίζω ότι την εποχή εκείνη επιζούσε η φυλή των Αμαζόνων ούτε ακόμη και πριν από τον Αλέξανδρο, άλλως θα αναφερόταν σε αυτές ο Ξενοφών, ο οποίος αναφέρθηκε και στους Φασιανούς και στους Κόλχους, όπως και σε όσους άλλους βαρβάρους λαούς συνάντησαν οι Έλληνες ξεκινώντας από την Τραπεζούντα ή και πριν κατεβούν στην Τραπεζούντα, όπου ασφαλώς θα είχαν συναντήσει και τις Αμαζόνες, αν βέβαια υπήρχαν ακόμη.
Γιατί σε μένα τουλάχιστον δεν φαίνεται πιστευτό να μην υπήρξε ποτέ η φυλή των γυναικών αυτών, εφόσον τόσο πολλοί και τόσο αξιόλογοι συγγραφείς την εξύμνησαν. Έτσι π.χ. η παράδοση αναφέρει ότι ο Ηρακλής εξεστράτευσε εναντίον τους και ότι έφερε στην Ελλάδα κάποια ζώνη της βασίλισσάς τους Ιππολύτης· και ότι οι Αθηναίοι με τον Θησέα νίκησαν πρώτοι σε μάχη τις γυναίκες αυτές και τις απώθησαν, όταν επιτέθηκαν κατά της Ευρώπης. Ο Μίκων έχει ζωγραφίσει τη μάχη Αθηναίων και Αμαζόνων με τέχνη όχι κατώτερη από την απεικόνιση της μάχης Αθηναίων και Περσών.
Και ο Ηρόδοτος αναφέρει συχνά τις γυναίκες αυτές και όσοι Αθηναίοι εγκωμίασαν σε λόγους αυτούς που σκοτώθηκαν σε πολέμους μνημόνευσαν ιδιαιτέρως και τους αγώνες των Αθηναίων εναντίον των Αμαζόνων. Αν όμως ο Ατροπάτης παρουσίασε στον Αλέξανδρο μερικές γυναίκες ιππείς, νομίζω ότι παρουσίασε πράγματι κάποιες άλλες βάρβαρες γυναίκες, ασκημένες στην ιππασία, με οπλισμό και στολή, όπως πιστευόταν, των Αμαζόνων.
Στα Εκβάτανα ο Αλέξανδρος προσέφερε θυσία, όπως συνήθιζε ύστερα από χαρμόσυνα γεγονότα, τέλεσε αγώνα γυμνικό και μουσικό και παρέθεσε συμπόσια στους εταίρους. Στο μεταξύ αρρώστησε ο Ηφαιστίων. Ήταν πια η έβδομη μέρα της αρρώστιας του, όπως λένε, και το στάδιο είχε γεμίσει, γιατί γινόταν εκείνη τη μέρα γυμνικός αγώνας παιδιών. Όταν πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος ότι ο Ηφαιστίων ήταν σε κακή κατάσταση, έτρεξε γρήγορα προς αυτόν, αλλά δεν τον βρήκε πλέον ζωντανό.
Στο σημείο, λοιπόν, αυτό οι διάφοροι συγγραφείς έγραψαν διαφορετικά πράγματα για το πένθος του Αλεξάνδρου· ότι το πένθος του ήταν μεγάλο όλοι το έγραψαν, για τις ενέργειες όμως του Αλεξάνδρου σχετικά με αυτό οι συγγραφείς αναφέρουν διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με την εύνοια ή τον φθόνο που ο καθένας αισθανόταν για τον Ηφαιστίωνα ή και για τον ίδιο τον Αλέξανδρο.
Από τους συγγραφείς που αναφέρουν τα άπρεπα, άλλοι, όπως νομίζω, έχουν τη γνώμη ότι είναι προς τιμή του Αλεξάνδρου όσα έκαμε ή είπε μέσα στη μεγάλη λύπη του για τον πιο αγαπημένο του από όλους, ενώ άλλοι φρονούν ότι οι ενέργειές του εκείνες μάλλον τον ντρόπιασαν, επειδή δεν ταίριαζαν ούτε βέβαια σε βασιλιά ούτε στον Αλέξανδρο. Μερικοί αναφέρουν ότι το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της μέρας θρηνούσε πεσμένος επάνω από το πτώμα του φίλου του και δεν ήθελε να αποτραβηχθεί, μέχρις ότου τον απομάκρυναν με πραγματική βία οι εταίροι.
Άλλοι λένε ότι όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα ήταν πεσμένος επάνω από το πτώμα του. Άλλοι, ότι και κρέμασε τον Γλαυκία τον γιατρό και τούτο επειδή έδωσε ακατάλληλο φάρμακο στον Ηφαιστίωνα, ενώ άλλοι ότι τον τιμώρησε, επειδή τον άφησε να πιει πολύ κρασί, αν και τον έβλεπε ο ίδιος. Και για άλλους λόγους δεν θεωρώ απίθανο να έκοψε τα μαλλιά του ο Αλέξανδρος επάνω από τον νεκρό, κυρίως όμως επειδή επιδίωκε να μιμηθεί τον Αχιλλέα, τον οποίο από την παιδική του ηλικία ανταγωνιζόταν.
Μερικοί λένε ακόμη ότι οδηγούσε ο ίδιος για κάποιο χρονικό διάστημα και το άρμα που έφερε το πτώμα του Ηφαιστίωνα, αλλά σε μένα τουλάχιστον δεν φαίνεται αξιόπιστη η πληροφορία αυτή. Άλλοι αναφέρουν ότι διέταξε να κατεδαφίσουν και τον ναό του Ασκληπιού στα Εκβάτανα. Αυτή ήταν πράξη βάρβαρη και δεν ταίριαζε καθόλου στον Αλέξανδρο, αλλά μάλλον με την ασέβεια του Ξέρξη προς τους θεούς και με τις αλυσίδες που λένε ότι έριξε στον Ελλήσποντο ο Ξέρξης, για να τιμωρήσει δήθεν τον Ελλήσποντο.
Δεν θεωρώ όμως τελείως απίθανο και εκείνο που έχουν γράψει, ότι δηλαδή ενώ προχωρούσε προς τη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος, τον συνάντησαν στον δρόμο πολλές πρεσβείες από την Ελλάδα και μεταξύ αυτών ήταν και πρέσβεις της Επιδαύρου. Αυτοί πέτυχαν ό,τι ζήτησαν από τον Αλέξανδρο και ο Αλέξανδρος τους έδωσε ένα αφιέρωμα να φέρουν στον Ασκληπιό προσθέτοντας ότι «αν και ο Ασκληπιός δεν μου έχει φερθεί με ευμένεια, εφόσον δεν μου έσωσε τον φίλο μου που τον είχα σαν τον εαυτό μου».
Οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν γράψει και τούτο, ότι δηλαδή διέταξε να προσφέρονται πάντοτε θυσίες στον Ηφαιστίωνα, όπως θα έκαναν για έναν ήρωα. Άλλοι αναφέρουν ότι έστειλε ανθρώπους του και στο μαντείο του Άμμωνα, για να ρωτήσει τον θεό αν επιτρέπει να προσφέρουν στον Ηφαιστίωνα και θυσίες όμοιες με εκείνες που προσφέρονται στους θεούς, αλλά αυτός δεν το επέτρεψε.
Όλοι όμως συμφωνούν σε τούτο, ότι δηλαδή ως την τρίτη μέρα από τον θάνατο του Ηφαιστίωνα ούτε γεύθηκε φαγητό ούτε πρόσεξε με οποιοδήποτε τρόπο το σώμα του, αλλά ήταν πεσμένος καταγής και ή θρηνούσε ή ήταν βυθισμένος σε πένθιμη σιωπή· και ότι διέταξε να ετοιμάσουν γι᾽ αυτόν πυρά στη Βαβυλώνα αξίας δέκα χιλιάδων ταλάντων ή και περισσοτέρων, όπως έγραψαν άλλοι συγγραφείς·
και ότι παράγγειλε να πενθήσει ολόκληρη η χώρα των βαρβάρων· και ότι πολλοί από τους εταίρους του Αλεξάνδρου για να τον τιμήσουν αφιέρωσαν στον Ηφαιστίωνα, όταν πέθανε, τους εαυτούς τους και τα όπλα τους· λένε μάλιστα ότι το τέχνασμα αυτό σοφίστηκε πρώτος ο Ευμένης, για τον οποίο αναφέραμε ότι λίγο πριν φιλονίκησε με τον Ηφαιστίωνα, και ότι το έκανε αυτό ο Ευμένης, για να μη νομίσει ο Αλέξανδρος ότι χάρηκε για τον θάνατο του Ηφαιστίωνα.
Πάντως ο Αλέξανδρος δεν διόρισε κανέναν άλλο χιλίαρχο στο ιππικό των εταίρων στη θέση του Ηφαιστίωνα, έτσι ώστε να μην εξαφανισθεί το όνομα του Ηφαιστίωνα από τη μονάδα, αλλά η χιλιαρχία έφερε το όνομα του Ηφαιστίωνα και προπορευόταν αυτής η σημαία που είχε κατασκευάσει ο Ηφαιστίων. Ο Αλέξανδρος σχεδίαζε επίσης να τελέσει γυμνικό και μουσικό αγώνα κατά πολύ λαμπρότερο από κάθε άλλον προηγούμενο και ως προς το πλήθος των αθλητών και ως προς τη δαπάνη για την τέλεση, εφόσον είχε προετοιμάσει τρεις χιλιάδες συνολικά αθλητές. Και αυτοί αγωνίσθηκαν, όπως λένε, λίγο αργότερα κατά την ταφή του Αλεξάνδρου.
Το πένθος είχε κρατήσει πολύ χρόνο και ο ίδιος πια άρχισε να συνέρχεται· σε αυτό συνέβαλαν αρκετά και οι εταίροι. Τότε λοιπόν, ο Αλέξανδρος επιχείρησε εκστρατεία κατά των Κοσσαίων, ενός πολεμικού λαού γειτονικού των Ουξίων.
Οι Κοσσαίοι είναι ορεινοί και κατοικούν σε κώμες που βρίσκονται σε οχυρές τοποθεσίες· κάθε φορά που πλησιάζει εχθρική δύναμη, αποχωρούν στις κορυφές των βουνών τους όλοι μαζί ή όπως μπορεί ο καθένας και έτσι διαφεύγουν φέρνοντας σε αμηχανία όσους αναλαμβάνουν επίθεση εναντίον τους με στρατιωτικές δυνάμεις. Όταν αυτές αποχωρήσουν, στρέφονται πάλι στη ληστεία, από την οποία προμηθεύονται τα απαραίτητα για τη ζωή τους.
Ο Αλέξανδρος όμως υπέταξε και αυτόν τον λαό, αν και εξεστράτευσε μέσα στον χειμώνα. Αλλά ούτε ο χειμώνας ούτε οι κακοτοπιές εμπόδισαν τον Αλέξανδρο τον ίδιο ούτε τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, ο οποίος οδηγούσε ένα μέρος του στρατού εναντίον τους. Καμιά πράγματι πολεμική επιχείρηση που θα αναλάμβανε ο Αλέξανδρος δεν έμενε ακατόρθωτη.
Και ενώ ο Αλέξανδρος κατέβαινε στη Βαβυλώνα, τον συνάντησαν πρεσβείες των Λιβύων συγχαίροντάς τον και προσφέροντάς του στεφάνια για την ανακήρυξή του σε βασιλιά της Ασίας. Για τον ίδιο λόγο απέστειλαν πρέσβεις και οι Βρούττιοι και οι Λευκανοί και οι Τυρρηνοί από την Ιταλία. Λένε ότι τότε έστειλαν πρέσβεις και οι Καρχηδόνιοι και ότι ήρθαν πρέσβεις από τους Αιθίοπες και τους Σκύθες, που κατοικούν στην Ευρώπη, όπως και Κέλτες και Ίβηρες, για να ζητήσουν τη φιλία του. Τα ονόματα και τις στολές τους οι Έλληνες και οι Μακεδόνες γνώρισαν για πρώτη φορά τότε.
Αυτοί ανέθεσαν στον Αλέξανδρο, όπως λέγεται, ακόμη και τη διαιτησία των μεταξύ τους διαφορών και τότε κυρίως έγινε φανερό και στον ίδιο τον Αλέξανδρο και στους ανθρώπους που τον περιστοίχιζαν ότι αυτός ήταν κυρίαρχος όλης της γης και της θάλασσας. Από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου ο Άριστος και ο Ασκληπιάδης αναφέρουν ότι και οι Ρωμαίοι έστειλαν πρέσβεις και ότι, όταν ο Αλέξανδρος συνάντησε τους πρέσβεις, προμάντευσε κάπως την μελλοντική δύναμη των Ρωμαίων κατά τους κατόπιν χρόνους, επειδή παρατήρησε το παράστημα των ανδρών, την εργατικότητα και την γενναιοφροσύνη τους και επειδή συγχρόνως συγκέντρωσε πληροφορίες για το πολίτευμά τους.
Και το ανέφερα αυτό ούτε ως πραγματικό ούτε ως τελείως απίστευτο. Μόνο βέβαια που κανένας Ρωμαίος ιστορικός δεν έκαμε μνεία αυτής της πρεσβείας ότι στάλθηκε προς τον Αλέξανδρο, ούτε κανένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου, με τους οποίους εγώ περισσότερο συμφωνώ, δηλαδή ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, και ο Αριστόβουλος. Ούτε ταίριαζε στο πολίτευμα των Ρωμαίων, οι οποίοι μάλιστα ήταν τότε πάρα πολύ φιλελεύθεροι, να στείλουν πρέσβεις προς ένα ξένο βασιλιά που βρισκόταν άλλωστε τόσο μακριά από τη χώρα τους, χωρίς ούτε φόβος να τους εξαναγκάζει ούτε προσδοκία για κάποιο κέρδος, και μισούσαν περισσότερο από κάθε άλλο και το μοναρχικό καθεστώς και το όνομά του.
Ύστερα από αυτά ο Αλέξανδρος έστειλε τον Ηρακλείδη, τον γιο του Αργαίου, στην Υρκανία μαζί με ναυπηγούς και τον διέταξε να κόψει ξύλα από τα βουνά της Υρκανίας και να ναυπηγήσει πολεμικά πλοία χωρίς κατάστρωμα και με κατάστρωμα, σύμφωνα με τη ναυπηγική τέχνη των Ελλήνων.
Γιατί τον κατέλαβε η επιθυμία να γνωρίσει με ποιά άλλη θάλασσα ενώνεται η Κασπία θάλασσα, που ονομάζεται και Υρκανία, αν δηλαδή ενώνεται με τον Εύξεινο Πόντο ή αν η μεγάλη θάλασσα, αφού περιβάλει την Ινδία από την ανατολή, χύνεται στον κόλπο της Υρκανίας, όπως ακριβώς ανακάλυψε ότι και ο Περσικός κόλπος που, ως γνωστό, ονομάζεται Ερυθρά θάλασσα είναι κόλπος της μεγάλης θάλασσας.
Επειδή δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη οι πηγές της Κασπίας θάλασσας, αν και κατοικούν γύρω από αυτήν πολλοί λαοί και χύνονται σε αυτήν πλωτοί ποταμοί· από τη Βακτριανή δηλαδή ο Όξος, ο μεγαλύτερος ποταμός της Ασίας, αν εξαιρέσει κανείς τους ινδικούς, εκβάλλει σε αυτήν τη θάλασσα, όπως και ο Ιαξάρτης που διαρρέει τη Σκυθία· σύμφωνα με την επικρατέστερη γνώμη και ο Αράξης, ο οποίος πηγάζει από την Αρμενία, χύνεται σε αυτήν τη θάλασσα.
Αυτοί είναι οι μεγαλύτεροι ποταμοί· βέβαια και πολλοί άλλοι εκβάλλουν στην Κασπία θάλασσα, αφού διοχετεύσουν τα νερά τους σε αυτούς, και άλλοι πάλι απευθείας. Μερικούς τους γνώρισαν οι άνδρες του Αλεξάνδρου, όταν επιτέθηκαν στους λαούς που κατοικούσαν εκεί, ενώ άλλοι χύνονται στην πέρα όχθη του κόλπου, στη χώρα των Νομάδων Σκυθών, η οποία βέβαια είναι τελείως άγνωστη.
Ο Αλέξανδρος πέρασε με τον στρατό του τον Τίγρητα ποταμό και προχωρούσε προς τη Βαβυλώνα, όπου τον συνάντησαν οι Χαλδαίοι μάντεις, τον απομάκρυναν από τους εταίρους και άρχισαν να τον παρακαλούν να σταματήσει την πορεία του προς τη Βαβυλώνα, επειδή, έλεγαν, είχαν λάβει χρησμό από τον θεό τους τον Βήλο ότι η είσοδός του στη Βαβυλώνα αυτήν την εποχή δεν θα ήταν για καλό του.
Ο Αλέξανδρος τους απάντησε, όπως λένε, με στίχο του ποιητή Ευριπίδη. Ο στίχος έχει ως εξής:
Άριστος είναι ο μάντης που μαντεύει σωστά. «Εσύ όμως, βασιλιά», είπαν οι Χαλδαίοι, «μπαίνοντας στη Βαβυλώνα να μη βλέπεις ο ίδιος δυτικά ούτε να οδηγείς τον στρατό σου στην πόλη από αυτήν την κατεύθυνση, αλλά, αφού κάνεις τον γύρο, προτίμησε να μπεις βλέποντας προς τα ανατολικά».
Αλλά ούτε και αυτό του ήταν εύκολο, γιατί το έδαφος ήταν δύσβατο. Η θεϊκή δύναμη τον οδηγούσε προς εκείνον τον τόπο, στον οποίο, αν έμπαινε, ήταν πλέον πεπρωμένο να πεθάνει. Και ήταν ίσως το καλύτερο για αυτόν, νομίζω, να πεθάνει στο αποκορύφωμα της δόξας του, τότε που οι άνθρωποι θα αισθάνονταν μεγάλη λύπη για τον χαμό του, πριν να του συμβεί κάποια ανθρώπινη συμφορά. Πιθανόν γι᾽ αυτόν τον λόγο ο Σόλων συμβούλευσε τον Κροίσο να αποβλέπει στο τέλος ενός μακρού βίου και πριν από αυτό να μη θεωρεί κανέναν άνθρωπο ευτυχισμένο.
Γιατί ο θάνατος του Ηφαιστίωνα ήταν μεγάλη συμφορά και για τον ίδιο τον Αλέξανδρο και νομίζω ότι θα προτιμούσε μάλλον να πεθάνει ο ίδιος πριν από αυτόν παρά να ζήσει τη δοκιμασία αυτή. Νομίζω ότι όχι λιγότερο και ο Αχιλλέας θα προτιμούσε μάλλον να πεθάνει πριν από τον Πάτροκλο παρά να γίνει εκδικητής του θανάτου του.
Είχε όμως ο Αλέξανδρος και κάποιες υποψίες για τους Χαλδαίους, ότι δηλαδή παρεμπόδιζαν την είσοδό του τότε στη Βαβυλώνα όχι εξαιτίας του χρησμού, αλλά επειδή μάλλον απέβλεπαν σε κάποια δική τους ωφέλεια. Γιατί ο ναός του Βήλου βρισκόταν στο μέσο της πόλης των Βαβυλωνίων και ήταν ο μεγαλύτερος σε μέγεθος, κατασκευασμένος από ψημένους πλίνθους συγκολλημένους με άσφαλτο.
Τον ναό αυτόν, όπως και τα άλλα ιερά των Βαβυλωνίων, κατεδάφισε ο Ξέρξης, όταν επέστρεψε από την Ελλάδα. Ο Αλέξανδρος είχε στον νου του να τον ξαναχτίσει, όπως λένε μερικοί, επάνω στα παλιά του θεμέλια και για αυτόν τον λόγο διέταξε τους Βαβυλωνίους να απομακρύνουν τα χώματα, ενώ άλλοι λένε ότι σχεδίαζε να τον χτίσει ακόμη μεγαλύτερο από ό,τι ήταν ο παλιός.
Επειδή όμως μετά την αναχώρησή του εκείνοι στους οποίους είχε αναθέσει την εργασία την εκτελούσαν με νωθρότητα, σκεφτόταν να αποπερατώσει το έργο με ολόκληρο τον στρατό του. Οι βασιλείς της Ασσυρίας είχαν αφιερώσει στον θεό Βήλο μεγάλη έκταση γης καθώς και πολύ χρυσό.
Από τον χρυσό αυτόν επισκευαζόταν ο ναός την παλιά εποχή και γίνονταν οι θυσίες στον θεό, τότε όμως οι Χαλδαίοι νέμονταν την περιουσία του θεού, χωρίς να έχουν πού να ξοδεύσουν το πλεόνασμα. Για αυτόν τον λόγο τούς υποπτευόταν ο Αλέξανδρος ότι δεν ήθελαν να μπει μέσα στη Βαβυλώνα, μήπως στερηθούν το κέρδος που είχαν από τα χρήματα με τη γρήγορη ανέγερση του ναού.
Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι παρόλα αυτά ο Αλέξανδρος θέλησε και πείσθηκε σε αυτούς σχετικά με την αλλαγή κατεύθυνσης κατά την είσοδό του στην πόλη και ότι την πρώτη μέρα στρατοπέδευσε κοντά στον Ευφράτη ποταμό και την επομένη μέρα έχοντας τον ποταμό στα δεξιά του βάδιζε πλάι σε αυτόν· ήθελε να προσπεράσει το μέρος της πόλης που ήταν στραμμένο προς τα δυτικά, έτσι ώστε να κάμει εκεί στροφή και να προχωρήσει προς τα ανατολικά.
Αλλά δεν μπόρεσε στο δύσβατο έδαφος να προχωρήσει με τον στρατό του, επειδή όποιος έμπαινε στην πόλη από τα δυτικά, αν στο σημείο εκείνο έκανε στροφή προς τα ανατολικά, συναντούσε εκεί έλη και ρηχά νερά. Και έτσι θέλοντας και μη δεν υπάκουσε στον θεό.
Ο Αριστόβουλος αναφέρει ακόμη και την εξής ιστορία· ο Απολλόδωρος ο Αμφιπολίτης, ένας από τους εταίρους του Αλεξάνδρου και επικεφαλής του στρατού που ο Αλέξανδρος άφησε πίσω κοντά στον Μαζαίο, τον σατράπη της Βαβυλώνας, αφού συνάντησε τον Αλέξανδρο κατά την επιστροφή του από την Ινδία και συνενώθηκε μαζί του, έβλεπε ότι ο βασιλιάς τιμωρούσε αυστηρά τους σατράπες που είχε διορίσει στις διάφορες χώρες· έστειλε έτσι επιστολή στον αδελφό του Πειθαγόρα και του ζητούσε να προφητεύσει και για τη δική του σωτηρία, γιατί ο Πειθαγόρας ήταν μάντης που προφήτευε από τα σπλάχνα.
Ο Πειθαγόρας τού έγραψε με τη σειρά του για να μάθει ποιόν προπάντων φοβάται και θέλει να κάμει χρήση της μαντείας. Ο Απολλόδωρος του ξανάγραψε ότι φοβάται και τον ίδιο τον βασιλιά και τον Ηφαιστίωνα. Τότε ο Πειθαγόρας έκαμε πρώτα θυσία για τον Ηφαιστίωνα. Επειδή όμως δεν φάνηκε ο λοβός επάνω στο συκώτι του σφαγίου, του έγραψε τότε σχετικά και αφού σφράγισε τη μικρή επιστολή, την έστειλε στον Απολλόδωρο από τη Βαβυλώνα στα Εκβάτανα ανακοινώνοντάς του να μη φοβάται καθόλου τον Ηφαιστίωνα, γιατί έπειτα από λίγο θα εξαφανισθεί από εμπρός του.
Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι ο Απολλόδωρος έλαβε την επιστολή μια μέρα πριν από τον θάνατο του Ηφαιστίωνα. Και ο Πειθαγόρας θυσίασε ξανά για τον Αλέξανδρο ‹και› το συκώτι του θύματος βρέθηκε χωρίς λοβό. Ο Πειθαγόρας έγραψε τα ίδια και για τον Αλέξανδρο. Ο Απολλόδωρος όμως δεν το αποσιώπησε, αλλά ανακοίνωσε στον Αλέξανδρο αυτά που είχε γράψει ο αδελφός του, μάλλον για να δείξει την καλή του διάθεση απέναντι στον βασιλιά, αφού τον συμβούλευε να φυλάγεται, μη τυχόν του παρουσιασθεί κάποιος κίνδυνος εκείνο τον καιρό.
Αναφέρει ακόμη ο Αριστόβουλος ότι ο Αλέξανδρος επαίνεσε τον Απολλόδωρο και τον Πειθαγόρα και αφού μπήκε στη Βαβυλώνα, ρώτησε τον Πειθαγόρα ποιός οιωνός τον έκανε να γράψει αυτά στον αδελφό του. Και εκείνος είπε ότι βρήκε το συκώτι του σφαγίου χωρίς λοβό· όταν τον ρώτησε ο Αλέξανδρος τί σήμαινε ο οιωνός, ο Πειθαγόρας είπε κακό μεγάλο. Ο Αλέξανδρος όχι μόνο δεν οργίστηκε κατά του Πειθαγόρα, αλλά και τον εκτιμούσε ακόμη περισσότερο, γιατί του είπε την αλήθεια χωρίς δόλο.
Αυτά αναφέρει ο Αριστόβουλος ότι τα πληροφορήθηκε ο ίδιος από τον Πειθαγόρα. Αναφέρει ακόμη ότι ο Πειθαγόρας προφήτευσε και για τον Περδίκκα και αργότερα για τον Αντίγονο· ότι και για τους δύο παρουσιάσθηκε ο ίδιος οιωνός και ότι ο Περδίκκας σκοτώθηκε, όταν εκστράτευσε εναντίον του Πτολεμαίου, και ο Αντίγονος χάθηκε στη μάχη εναντίον του Σελεύκου και του Λυσιμάχου που έγινε στην Ιψό.
Αλλά και για τον Κάλανο, τον Ινδό σοφιστή, έχει γραφεί κάποια παρόμοια ιστορία, ότι δηλαδή ενώ βάδιζε προς την πυρά για να πεθάνει, ασπάσθηκε τότε τους υπόλοιπους εταίρους, αλλά αρνήθηκε να πλησιάσει τον Αλέξανδρο για να τον ασπασθεί, όταν τον συναντήσει στη Βαβυλώνα. Στους λόγους αυτούς τότε δεν δόθηκε σημασία, αργότερα όμως, όταν πέθανε στη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος, τους θυμήθηκαν όσοι είχαν ακούσει την προφητεία του για τον θάνατο του Αλεξάνδρου.
Αφού μπήκε στη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος, τον συνάντησαν πρεσβείες σταλμένες από τους Έλληνες· δεν έχει γραφεί για ποιούς λόγους ήρθε η καθεμιά πρεσβεία, νομίζω όμως ότι οι περισσότερες ήταν για να του προσφέρουν στεφάνια και να τον συγχαρούν και για τις άλλες νίκες του, προπάντων όμως για εκείνες που πέτυχε στην Ινδία, και για να του εκφράσουν τη χαρά τους που είχε επιστρέψει σώος από την Ινδία. Λένε ότι τους έστειλε πίσω, αφού τους υποδέχθηκε φιλικά και τους τίμησε, όπως έπρεπε.
Λένε ακόμη ότι τους έδωσε να μεταφέρουν και όσους ανδριάντες ή όσα αγάλματα ή οποιοδήποτε άλλο αφιέρωμα είχε φέρει ο Ξέρξης από την Ελλάδα στη Βαβυλώνα ή στις Πασαργάδες ή στα Σούσα ή σε όποιο άλλο μέρος της Ασίας. Με τον τρόπο αυτό λένε ότι μεταφέρθηκαν πίσω στην Αθήνα οι χάλκινοι ανδριάντες του Αρμόδιου και Αριστογείτονα, καθώς και το άγαλμα της Κελκέας Άρτεμης.
Όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, ο Αλέξανδρος βρήκε στη Βαβυλώνα και το ναυτικό του, δηλαδή και εκείνο που είχε πλεύσει από την Περσική θάλασσα προς τα άνω τον Ευφράτη ποταμό, εκείνο ακριβώς που ήταν με τον Νέαρχο, και το άλλο που είχε μεταφερθεί από τη Φοινίκη, δηλαδή δύο φοινικικές πεντήρεις, τρεις τετρήρεις, δώδεκα τριήρεις και τριάντα περίπου τριακόντοροι. Τα πλοία αυτά, αφού είχαν διαλυθεί σε κομμάτια, μεταφέρθηκαν από τη Φοινίκη στον ποταμό Ευφράτη, στην πόλη Θάψακο, όπου συναρμολογήθηκαν ξανά και κατέπλευσαν στη Βαβυλώνα.
Αναφέρει ακόμη ο Αριστόβουλος ότι του ναυπηγούσαν και άλλο στόλο κόβοντας τα κυπαρίσσια που ήταν στη Βαβυλωνία, γιατί μόνο αυτά τα δένδρα υπάρχουν άφθονα στη χώρα των Ασσυρίων, ενώ υπάρχει έλλειψη στον τόπο αυτόν από τα άλλα ξύλα, που είναι κατάλληλα για την κατασκευή πλοίων· ότι του είχαν έρθει από τη Φοινίκη και τις άλλες παραθαλάσσιες περιοχές ως πληρώματα για τα πλοία και για τις άλλες ναυτικές εργασίες πλήθος αλιέων πορφύρας καθώς και διάφοροι άλλοι εργάτες της θάλασσας· ότι είχε αρχίσει να κατασκευάζει λιμάνι με εκσκαφές κοντά στη Βαβυλώνα τόσο μεγάλο, ώστε να αγκυροβολούν χίλια πολεμικά πλοία, καθώς και στέγαστρα των πλοίων στο λιμάνι·
και ότι ο Αλέξανδρος έστειλε στη Φοινίκη και στη Συρία τον Μίκκαλο τον Κλαζομένιο με πεντακόσια τάλαντα, για να μισθώσει ή και να αγοράσει όσους θαλασσινούς μπορέσει. Γιατί σχεδίαζε να εγκαταστήσει ανθρώπους στην παραλία που είναι κοντά στον Περσικό κόλπο και στα νησιά που βρίσκονται εκεί, επειδή νόμιζε ότι η περιοχή αυτή μπορούσε να ευημερήσει όσο και η Φοινίκη.
Ο Αλέξανδρος προετοίμαζε το ναυτικό του εναντίον των περισσοτέρων Αράβων προφασιζόμενος ότι μόνο αυτοί από τους βαρβάρους της περιοχής εκείνης δεν απέστειλαν ούτε πρέσβεις προς αυτόν ούτε είχαν προβεί σε καμία άλλη φιλική ή τιμητική ενέργεια προς αυτόν. Η αλήθεια όμως ήταν, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω, η απληστία του Αλεξάνδρου να κατακτά συνεχώς κάτι.
Η παράδοση αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος άκουε πως οι Άραβες τιμούσαν δύο μόνο θεούς, τον Ουρανό και τον Διόνυσο· τον Ουρανό, επειδή και ο ίδιος είναι ορατός και επειδή περιλαμβάνει και τα άλλα άστρα και προπάντων τον ήλιο, από τον οποίο προέρχεται η μεγαλύτερη και πιο φανερή ωφέλεια σε όλα τα ανθρώπινα πράγματα, ενώ τον Διόνυσο εξαιτίας της φημολογούμενης εκστρατείας του στην Ινδία. Έκρινε, λοιπόν, τον εαυτό του άξιο να θεωρηθεί τρίτος θεός από τους Άραβες, εφόσον παρουσίαζε κατορθώματα όχι κατώτερα από εκείνα του Διονύσου, αν βέβαια, αφού υπέτασσε και τους Άραβες, θα επέτρεπε σε αυτούς να κυβερνώνται σύμφωνα με τα δικά τους έθιμα όπως ακριβώς και στους Ινδούς.
Τον παρακινούσε επίσης ο πλούτος της χώρας, επειδή άκουε ότι στις λίμνες της φύεται η κασία και από τα δένδρα παράγεται η σμύρνα και το λιβάνι και από τους θάμνους κόβουν την κανέλα, ενώ στα λιβάδια τους βγαίνει αυτοφυής νάρδος. Τον παρακινούσε ακόμη το μέγεθος της χώρας, επειδή τον πληροφόρησαν ότι η παραλία της Αραβίας δεν ήταν μικρότερη από εκείνη της Ινδίας και ότι κοντά σε αυτήν ήταν πολλά νησιά και ότι σε όλα τα μέρη της χώρας υπήρχαν λιμάνια κατάλληλα για να παρέχουν αγκυροβόλια στο ναυτικό του και να επιτρέπουν να ιδρυθούν σε αυτά πόλεις και μάλιστα αυτές να γίνουν πλούσιες.
Τον πληροφόρησαν για δύο νησιά που ήταν στο πέλαγος κοντά στο στόμιο του Ευφράτη· το πρώτο βρισκόταν κοντά στις εκβολές του Ευφράτη και απείχε εκατόν είκοσι περίπου σταδίους από την παραλία και το στόμιο του ποταμού. Ήταν το μικρότερο και σκεπασμένο με κάθε είδους δένδρα και υπήρχε σε αυτό και ιερό της Άρτεμης· οι κάτοικοί του κατοικούσαν γύρω από το ιερό.
Έβοσκαν εκεί άγρια κατσίκια και ελάφια αφιερωμένα στην Άρτεμη και δεν επιτρεπόταν να τα κυνηγούν παρά μόνο αν κάποιος ήθελε να προσφέρει θυσία στη θεά, γιατί μόνο για τον σκοπό αυτόν επιτρεπόταν το κυνήγι.
Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος διέταξε να ονομασθεί το νησί αυτό Ίκαρος από το νησί Ίκαρο που είναι στο Αιγαίο πέλαγος· σύμφωνα με την παράδοση στο νησί αυτό έπεσε ο Ίκαρος, ο γιος του Δαίδαλου, όταν έλιωσε το κερί το οποίο συγκρατούσε τα φτερά του, επειδή δεν πετούσε κοντά στη γη, όπως του παράγγειλε ο πατέρας του, αλλά πετώντας από απερισκεψία ψηλά έδωσε τη δυνατότητα στον ήλιο να ζεστάνει και να λιώσει το κερί· και έτσι ο Ίκαρος έδωσε το όνομά του και στο νησί και στο πέλαγος, ώστε το ένα να ονομάζεται Ίκαρος και το άλλο Ικάριο.
Έλεγαν ακόμη ότι το άλλο νησί απείχε από το στόμιο του Ευφράτη ταξίδι μιας περίπου μέρας και μιας νύχτας για ένα πλοίο που θα έτρεχε με ούριο άνεμο. Το νησί αυτό ονομαζόταν Τύλος, ήταν μεγάλο και το έδαφός του ως επί το πλείστον ούτε ανώμαλο ούτε δασωμένο, αλλά τέτοιο που να παράγει ήμερους καρπούς καθώς και όλα τα προϊόντα της εποχής τους.
Αυτά πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος εν μέρει από τον Αρχία, ο οποίος διατάχθηκε να αποπλεύσει με μια τριακόντορο για να εξερευνήσει τη θαλάσσια οδό προς την Αραβία και έφθασε μέχρι τη νήσο Τύλο, χωρίς όμως να τολμήσει να προχωρήσει πιο πέρα. Με μια άλλη τριακόντρο στάλθηκε ο Ανδροσθένης και έπλευσε κατά μήκος ενός μέρους της Αραβικής χερσονήσου. Από αυτούς που έστειλε προχώρησε πιο μακριά ο κυβερνήτης Ιέρων από τους Σόλους, ο οποίος επίσης έλαβε τριακόντορο από τον Αλέξανδρο,
γιατί είχε διαταχθεί να πλεύσει γύρω από ολόκληρη την Αραβική χερσόνησο μέχρι τον Αραβικό κόλπο προς το μέρος της Αιγύπτου και την Ηρώων πόλη. Δεν τόλμησε όμως να πάει πιο πέρα, αν και έπλευσε κατά μήκος του μεγαλύτερου μέρους της Αραβίας, αλλά, αφού επέστρεψε πίσω στον Αλέξανδρο, του ανέφερε ότι το μέγεθος της χερσονήσου είναι εντυπωσιακό και όχι πολύ μικρότερο από την Ινδία και ότι ένα ακρωτήριό της εκτείνεται πολύ προς τη μεγάλη θάλασσα.
Το ακρωτήριο μάλιστα τούτο και αυτοί που έπλεαν μαζί με τον Νέαρχο από την Ινδία και πριν κάνουν στροφή προς τον Περσικό κόλπο το είδαν να εκτείνεται όχι μακριά τους και παραλίγο να προσορμισθούν σε αυτό, όπως πρότεινε και ο Ονησίκριτος ο κυβερνήτης. Αλλά ο Νέαρχος αναφέρει ότι ο ίδιος το απαγόρευσε, έτσι ώστε, αφού περιπλεύσει τον Περσικό κόλπο, να μπορεί να πληροφορήσει τον Αλέξανδρο για εκείνα για τα οποία αυτός τον έστειλε.
Γιατί, έλεγε, δεν είχε σταλεί για να πλεύσει στη μεγάλη θάλασσα, αλλά για να εξερευνήσει την περιοχή που γειτόνευε με τη θάλασσα καθώς και τους ανθρώπους που κατοικούσαν σε αυτή· και τα αγκυροβόλια που υπήρχαν εκεί και τα νερά και τα έθιμα των ανθρώπων και να δει επίσης αν μερικά μέρη της περιοχής ήταν εύφορα και αν άλλα ήταν άγονα. Αυτό, λοιπόν, έγινε αιτία να διασωθεί ο στρατός του Αλεξάνδρου, γιατί αν έπλεαν πέρα από τα έρημα μέρη της Αραβίας, δεν θα ήταν δυνατό να σωθούν· για αυτόν τον λόγο λένε ότι επέστρεψε πίσω και ο Ιέρων.
Ενώ ναυπηγούσαν τις τριήρεις, όπως είχε διατάξει, και εκτελούσαν εκσκαφές για το λιμάνι κοντά στη Βαβυλώνα, ο Αλέξανδρος έπλευσε από τη Βαβυλώνα προς τα κάτω τον Ευφράτη κατευθυνόμενος προς τον λεγόμενο Πολλακόπα ποταμό. Αυτός απέχει οχτακόσιους περίπου σταδίους από τη Βαβυλώνα και είναι μία διώρυγα που αρχίζει από τον Ευφράτη, όχι ένας ποταμός με δικές του πηγές.
Ο Ευφράτης πηγάζοντας από τα βουνά της Αρμενίας κυλάει ομαλά ανάμεσα στις όχθες του τον χειμώνα, επειδή τότε δεν έχει πολλά νερά· μόλις όμως αρχίσει η άνοιξη και κυρίως κατά τον χρόνο των θερινών τροπών του ηλίου κατεβαίνει φουσκωμένος, ξεχειλίζει και κατακλύζει την Ασσυριακή γη.
Γιατί την εποχή αυτή λιώνουν τα χιόνια επάνω στα βουνά της Αρμενίας και αυξάνουν κατά πολύ τα νερά του Ευφράτη. Και επειδή φουσκώνει και ξεπερνά την επιφάνεια του εδάφους, πλημμυρίζει την περιοχή, εκτός αν του ανοίξουν διέξοδο μέσω του Πολλακόπα και τον στρέψουν προς τα έλη και τις λίμνες, οι οποίες αρχίζουν από αυτή τη διώρυγα και φθάνουν μέχρι τη γειτονική περιοχή με την Αραβία και από εκεί χύνονται ως επί το πλείστον σε έλη και μετά εκβάλλουν στη θάλασσα με πολλά και αθέατα στόμια.
Αφού λιώσουν τα χιόνια, κυρίως γύρω στη δύση των Πλειάδων, τα νερά του Ευφράτη λιγοστεύουν, ωστόσο στο μεγαλύτερο μέρος τους χύνονται κατά τον ίδιο τρόπο στις λίμνες μέσω του Πολλακόπα. Αν πράγματι δεν έφραζαν ξανά τον Πολλακόπα, ώστε να στραφεί το νερό και να ρέει στην κοίτη του ποταμού ανάμεσα στις όχθες, θα άδειαζε όλος ο Ευφράτης στον Πολλακόπα και έτσι δεν θα αρδευόταν καθόλου από αυτόν η γη των Ασσυρίων.
Γι᾽ αυτό με διαταγή του σατράπη της Βαβυλωνίας έφραζαν με πολύ κόπο τις διεξόδους του Ευφράτη στον Πολλακόπα, παρόλο που χωρίς δυσκολία σχηματίζονταν ανοίγματα, επειδή στο μέρος εκείνο η γη είναι σχεδόν ιλύς, ως επί το πλείστον πηλός, και δέχεται το νερό του ποταμού, με τρόπο ώστε να γίνεται δύσκολη η μεταστροφή του· έτσι, επί τρεις μήνες περισσότεροι από δέκα χιλιάδες Ασσύριοι ήταν απασχολημένοι με αυτή την επίπονη εργασία.
Αυτά όταν τα ανέφεραν στον Αλέξανδρο, τον παρακίνησαν να προσφέρει κάποια ωφέλεια στη χώρα των Ασσυρίων. Στο σημείο λοιπόν, όπου γινόταν η τροπή του ρεύματος του Ευφράτη προς τον Πολλακόπα, αποφάσισε να φράξει εκεί στέρεα την έξοδο του νερού. Αφού προχώρησε τριάντα περίπου σταδίους, η γη άρχισε να φαίνεται κάπως πετρώδης, τέτοια που αν κοβόταν πέρα-πέρα και συνδεόταν με την παλαιά διώρυγα του Πολλακόπα, ούτε το νερό θα άφηνε να διασκορπίζεται εξαιτίας της στερεότητας του εδάφους ούτε η μεταστροφή του νερού θα γινόταν χωρίς δυσκολία κατά την ορισμένη εποχή.
Για τον σκοπό αυτό ο Αλέξανδρος έπλευσε προς τον Πολλακόπα και ακολουθώντας το ρεύμα του έφθασε πλέοντας στις λίμνες προς την κατεύθυνση της Αραβίας. Όταν είδε εκεί μια κατάλληλη τοποθεσία, έχτισε πόλη και την οχύρωσε με τείχη και εγκατέστησε σε αυτή μερικούς Έλληνες μισθοφόρους, όσους το θέλησαν καθώς και όσους ήταν ακατάλληλοι για πόλεμο λόγω ηλικίας ή αναπηρίας.
Ο Αλέξανδρος αποδεικνύοντας ότι η προφητεία των Χαλδαίων ήταν αστήρικτη, εφόσον δεν έπαθε κανένα κακό στη Βαβυλώνα, όπως εκείνοι προφήτευσαν, και πρόλαβε να φύγει από τη Βαβυλώνα χωρίς να πάθει τίποτε, άρχισε να πλέει πάλι προς τα πάνω τα έλη γεμάτος πεποίθηση, έχοντας αριστερά του τη Βαβυλώνα. Εκεί, λοιπόν, στα στενά ένα μέρος του ναυτικού του περιπλανήθηκε από έλλειψη οδηγού, έως ότου έστειλε ο ίδιος οδηγό και το επανέφερε στο πέρασμα.
Και διηγούνται την εξής ιστορία. Οι περισσότεροι τάφοι των βασιλέων της Ασσυρίας έχουν χτισθεί μέσα στις λίμνες και τα έλη. Καθώς έπλεε ο Αλέξανδρος στα έλη —γιατί λένε ότι κυβερνούσε ο ίδιος την τριήρη— δυνατός άνεμος χτύπησε ξαφνικά την καυσία και το διάδημα που συγκρατιόταν από αυτήν· επειδή, λοιπόν, η καυσία ήταν βαρύτερη, έπεσε στο νερό, ενώ το διάδημα μεταφέρθηκε από τον άνεμο και πιάσθηκε σε καλάμι από εκείνα που είχαν φυτρώσει σε κάποιο τάφο των αρχαίων βασιλέων.
Λένε, λοιπόν, ότι και αυτό το ίδιο το γεγονός ήταν σημάδι για τα μέλλοντα και ότι ένας από τους ναύτες, ο οποίος κολύμπησε προς το διάδημα, αφού το απέσπασε από το καλάμι, δεν το έφερε με τα χέρια του, γιατί θα βρεχόταν καθώς κολυμπούσε, αλλά το έβαλε γύρω από το κεφάλι του και το έφερε έτσι.
Οι περισσότεροι ιστορικοί του Αλεξάνδρου λένε ότι ο Αλέξανδρος του έδωσε ως αμοιβή για την προθυμία του ένα τάλαντο, αλλά διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, γιατί έτσι αποφάνθηκαν οι μάντεις, δηλαδή να μην ανεχθεί να παραμείνει σώα η κεφαλή εκείνη που φόρεσε το βασιλικό διάδημα. Ο Αριστόβουλος όμως αναφέρει ότι ο ναύτης πήρε το τάλαντο, αλλά ότι τον μαστίγωσαν, επειδή έβαλε το διάδημα γύρω από το κεφάλι του.
Ο Αριστόβουλος πράγματι αναφέρει ότι κάποιος ναύτης από τους Φοίνικες έφερε το διάδημα στον Αλέξανδρο. Μερικοί όμως αναφέρουν ότι το έφερε ο Σέλευκος και ότι τούτο προανήγγειλε θάνατο για τον Αλέξανδρο και μεγάλη βασιλεία για τον Σέλευκο. Πράγματι, κατά τη γνώμη μου, χωρίς καμιά αμφιβολία, από αυτούς που διαδέχθηκαν στην εξουσία τον Αλέξανδρο ο Σέλευκος έγινε ο επιφανέστερος βασιλιάς και ήταν ο πιο βασιλικός στον τρόπο της σκέψης και είχε στην εξουσία του τη μεγαλύτερη έκταση γης μετά από τον ίδιο τον Αλέξανδρο.
Αφού επέστρεψε ο Αλέξανδρος στη Βαβυλώνα, βρήκε τον Πευκέστα να έχει έρθει από την Περσία οδηγώντας στρατό είκοσι περίπου χιλιάδων Περσών. Ο Πευκέστας έφερε και πολλούς Κοσσαίους και Ταπούρους, γιατί υπήρχε και η πληροφορία ότι οι λαοί αυτοί ήταν οι πιο πολεμικοί από όσους γειτόνευαν με την Περσία. Επίσης ήρθαν ο Φιλόξενος με στρατό από την Καρία και ο Μένανδρος με άλλους στρατιώτες από τη Λυδία και ο Μενίδας με τους ιππείς που είχαν υπαχθεί στις διαταγές του.
Στο μεταξύ κατέφθασαν και πρέσβεις από την Ελλάδα. Οι ίδιοι οι πρέσβεις ήρθαν στεφανωμένοι προς τον Αλέξανδρο και τον στεφάνωσαν με χρυσά στεφάνια ως θεωροί δήθεν για να τιμήσουν ένα θεό. Του Αλεξάνδρου όμως ο θάνατος πλησίαζε.
Επαίνεσε, λοιπόν, τότε και τους Πέρσες για την προθυμία τους, γιατί υπάκουαν σε όλα τον Πευκέστα, και τον ίδιο τον Πευκέστα, γιατί τους διοικούσε με τάξη, και άρχισε να τους κατατάσσει στα μακεδονικά τάγματα με Μακεδόνα δεκαδάρχη να προηγείται της δεκάδας και μετά από αυτόν Μακεδόνα διμοιρίτη και έναν δεκαστάτηρο, ο οποίος ονομαζόταν έτσι από τον μισθό που ελάμβανε, μικρότερο από το μισθό του διμοιρίτη, μεγαλύτερο όμως από τον μισθό του κοινού στρατιώτη.
Μετά από αυτούς τοποθέτησε δώδεκα Πέρσες και τελευταίο στη δεκάδα Μακεδόνα που ήταν και αυτός δεκαστάτηρος, ώστε στη δεκάδα να είναι τέσσερις Μακεδόνες, οι τρεις ανώτεροι στον μισθό και ο άλλος επικεφαλής της δεκάδας και δώδεκα Πέρσες. Οι Μακεδόνες είχαν οπλισθεί με τον πατροπαράδοτο οπλισμό, ενώ από τους Πέρσες άλλοι ήταν τοξότες και άλλοι είχαν ακόντια με λουριά.
Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος έκανε πολλές ασκήσεις του ναυτικού και υπήρχε πολλή άμιλλα ανάμεσα στις τριήρεις και σε όσες τετρήρεις βρίσκονταν κατά μήκος του ποταμού, συναγωνισμός με κωπηλάτες και κυβερνήτες των πλοίων, και στους νικητές δίδονταν στεφάνια.
Ήρθαν επίσης οι θεωροί από τον Άμμωνα, τους οποίους είχε στείλει για να ρωτήσουν κατά ποιό τρόπο ήταν θεμιτό γι᾽ αυτόν να τιμά τον Ηφαιστίωνα, και οι θεωροί του είπαν ότι, όπως ο Άμμων λέγει, είναι θεμιτό να κάνει θυσίες σε αυτόν σαν να ήταν ήρωας. Ο Αλέξανδρος χάρηκε για τη μαντεία και στο εξής τον τιμούσε σαν να ήταν ήρωας. Και έστειλε επιστολή στον Κλεομένη, έναν άνδρα αχρείο, ο οποίος διέπραξε πολλά αδικήματα στην Αίγυπτο. Την επιστολή αυτή εγώ τουλάχιστο δεν την κατακρίνω σε ό,τι αφορούσε στον Ηφαιστίωνα, που ο Αλέξανδρος αγαπούσε και θυμόταν ακόμη και νεκρό, την κατακρίνω όμως για πολλά άλλα πράγματα.
Έλεγε δηλαδή η επιστολή να κατασκευασθεί ένα ηρώο προς τιμή του Ηφαιστίωνα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, και στην ίδια την πόλη και στη νήσο Φάρο, εκεί όπου ήταν και ο πύργος. Το ιερό αυτό να είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος και το λαμπρότερο σε πολυτέλεια και ο Κλεομένης να φροντίσει ώστε να ονομάζεται επίσημα το ίδιο το νησί από τον Ηφαιστίωνα· και στα συμβόλαια που συνάπτουν οι έμποροι μεταξύ τους να αναγράφουν το όνομα του Ηφαιστίωνα.
Αυτά δεν μπορώ να τα κατακρίνω, εκτός βέβαια ότι ο Αλέξανδρος απέδιδε μεγάλη σημασία σε πράγματα ασήμαντα, κατακρίνω όμως, και μάλιστα πολύ, εκείνα που ακολουθούν. Ανέφερε δηλαδή η επιστολή: «Αν βρω ότι έχουν κατασκευασθεί καλά οι ναοί στην Αίγυπτο, καθώς και τα ηρώα του Ηφαιστίωνα, θα σε συγχωρήσω και αν έκαμες προηγουμένως κανένα αδίκημα και στο μέλλον δεν θα πάθεις κανένα κακό από μένα, όσο μεγάλο αδίκημα και αν κάμεις». Δεν μπορώ να επαινέσω τούτο το μήνυμα από ένα μεγάλο βασιλιά προς έναν άνδρα που διοικούσε μια μεγάλη και πολυάνθρωπη περιοχή και μάλιστα προς έναν άνθρωπο αχρείο.
Αλλά βέβαια πλησίαζε πλέον το τέλος του ίδιου του Αλεξάνδρου. Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι και ο ακόλουθος οιωνός φανέρωσε αυτά που θα συνέβαιναν. Ο Αλέξανδρος διαμοίραζε σε λόχους τον στρατό που είχε έρθει με τον Πευκέστα από την Περσία και με τον Φιλόξενο και τον Μένανδρο από τη θάλασσα. Επειδή όμως δίψασε, απομακρύνθηκε από το κάθισμά του αφήνοντας άδειο τον βασιλικό θρόνο.
Από τις δυο μεριές του θρόνου υπήρχαν ανάκλιντρα με ασημένια πόδια, στα οποία κάθονταν οι εταίροι της ακολουθίας του. Κάποιος, λοιπόν, άνθρωπος ταπεινής καταγωγής —μερικοί λένε ότι ήταν υπό φρούρηση χωρίς αλυσίδες— όταν είδε άδειο τον θρόνο και τα ανάκλιντρα και τους ευνούχους να στέκονται γύρω από τον θρόνο, γιατί και οι εταίροι σηκώθηκαν μαζί με τον βασιλιά, ενώ αυτός απομακρυνόταν, πέρασε μέσα από τους ευνούχους, ανέβηκε και κάθισε στον θρόνο.
Σύμφωνα με κάποιο περσικό έθιμο, οι ευνούχοι δεν τον σήκωσαν από τον θρόνο, ξέσχισαν όμως τα ρούχα τους και χτυπούσαν τα στήθη και τα πρόσωπά τους σαν να είχε συμβεί κάποιο μεγάλο κακό. Όταν τα πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος, διέταξε να βασανισθεί με στρέβλωση αυτός που κάθισε στον θρόνο, επειδή ήθελε να μάθει μήπως το έκαμε μετά από προμελετημένη επιβουλή κατά της ζωής του. Εκείνος όμως τίποτε άλλο δεν ομολόγησε παρά μόνο ότι του ήρθε στον νου να ενεργήσει έτσι. Αυτό ακριβώς έκαμε πιο πρόθυμους τους μάγους να εξηγήσουν ότι το επεισόδιο δεν προμήνυε κανένα καλό για τον Αλέξανδρο.
Λίγες μέρες μετά ο Αλέξανδρος, αφού πρόσφερε στους θεούς τις καθιερωμένες θυσίες για επιτυχίες, καθώς και μερικές άλλες που του υπέδειξαν οι μάντεις, άρχισε να οργανώνει συμπόσια μαζί με τους εταίρους και να πίνει ως αργά τη νύχτα. Λένε ότι έδωσε και στον στρατό του ζώα για θυσία και κρασί κατά λόχο και εκατοντάδα. Μερικοί ιστορικοί έγραψαν ότι ο Αλέξανδρος ήθελε να αποχωρήσει από το συμπόσιο για τον κοιτώνα του, αλλά ότι τον συνάντησε ο Μήδιος, ένας από τους πιο έμπιστους εταίρους αυτήν την εποχή, ο οποίος τον παρακάλεσε να πάνε σπίτι του για να εορτάσουν, γιατί θα γινόταν εκεί ένα χαρούμενο γλέντι.
Και οι βασιλικές εφημερίδες αναφέρουν τα εξής: ο Αλέξανδρος ήπιε διασκεδάζοντας στο σπίτι του Μηδίου και μετά, αφού σηκώθηκε και λούσθηκε, κοιμήθηκε και δείπνησε πάλι στο σπίτι του Μηδίου και ήπιε πάλι ως αργά τη νύχτα. Αφού αποχώρησε από το συμπόσιο, λούσθηκε· μετά το λουτρό έφαγε λίγο και κοιμήθηκε εκεί, γιατί είχε πλέον πυρετό.
Από εκεί μεταφέρθηκε επάνω σε φορείο στους ναούς και προσέφερε θυσίες, όπως συνήθιζε καθημερινά· αφού θυσίασε, ξάπλωσε στο διαμέρισμα των ανδρών, έως ότου σκοτείνιασε. Στο μεταξύ έδινε οδηγίες στους διοικητές του στρατού για την πορεία και το ταξίδι: δηλαδή όσοι θα πεζοπορούσαν να είναι έτοιμοι για αναχώρηση την τέταρτη μέρα, ενώ όσοι θα έπλεαν μαζί του να είναι έτοιμοι για το ταξίδι την πέμπτη μέρα.
Από εκεί μεταφέρθηκε στον ποταμό με το φορείο και αφού επιβιβάσθηκε σε πλοίο, έπλευσε στην απέναντι όχθη του ποταμού προς τον περιφραγμένο κήπο, όπου λούσθηκε ξανά και αναπαύθηκε. Την επόμενη μέρα λούσθηκε πάλι και προσέφερε τις συνηθισμένες θυσίες. Μετά μπήκε στο θολωτό δωμάτιο, ξάπλωσε εκεί και συζητούσε με τον Μήδιο. Παράγγειλε επίσης στους διοικητές του στρατού να πάνε να τον συναντήσουν το πρωί.
Κατόπιν έφαγε ελαφρά και όταν μεταφέρθηκε πάλι στο θολωτό δωμάτιο, είχε πλέον συνεχώς πυρετό όλη τη νύχτα· την επόμενη μέρα λούσθηκε και μετά το λουτρό προσέφερε θυσία. Και έδωσε οδηγίες στον Νέαρχο και στους άλλους διοικητές σχετικά με τον τρόπο που επρόκειτο να γίνει το ταξίδι, κατά την τρίτη μέρα. Την επόμενη μέρα λούσθηκε ξανά και προσέφερε τις καθορισμένες θυσίες· αφού απέθεσε τα σφάγια, δεν έπαυσε να έχει πυρετό. Παρ᾽ όλα αυτά προσκάλεσε τους διοικητές και τους έδωσε οδηγίες σχετικά με την προετοιμασία για την αναχώρηση των πλοίων. Το βράδυ λούσθηκε και μετά το λουτρό ήταν πλέον σε ελεεινή κατάσταση.
Την επομένη μεταφέρθηκε στο οίκημα, που ήταν κοντά στο κολυμβητήριο και προσέφερε τις καθιερωμένες θυσίες. Μολονότι ήταν άσχημα, προσκάλεσε τους πιο σημαντικούς διοικητές και τους έδωσε πάλι οδηγίες για το ταξίδι. Την άλλη μέρα, αν και μεταφέρθηκε με δυσκολία στους ναούς και πρόσφερε θυσία, συνέχισε να δίνει στους διοικητές οδηγίες για το ταξίδι.
Και την επομένη, παρόλο που ήταν πλέον σε ελεεινή κατάσταση, προσέφερε τις καθιερωμένες θυσίες και διέταξε οι στρατηγοί να παραμείνουν στην αυλή, ενώ οι χιλίαρχοι και οι πεντακοσίαρχοι έξω από την πόρτα. Επειδή ήταν σε πολύ κακή κατάσταση πια, τον μετέφεραν από τον περιφραγμένο κήπο στα ανάκτορα. Όταν μπήκαν μέσα οι διοικητές, ο Αλέξανδρος τους γνώρισε, δεν μίλησε όμως καθόλου, αλλά παρέμεινε άφωνος. Είχε υψηλό πυρετό τη νύχτα και τη μέρα και την άλλη νύχτα και τη μέρα.
Αυτά έχουν γραφεί στις βασιλικές εφημερίδες και ακόμη ότι οι στρατιώτες του πόθησαν να τον δουν· άλλοι νόμιζαν ότι θα τον έβλεπαν ακόμη ζωντανό, ενώ άλλοι, όπως εγώ τουλάχιστο νομίζω, υπέθεταν ότι οι σωματοφύλακες απέκρυβαν τον θάνατό του, γιατί κυκλοφορούσε η φήμη ότι είχε πλέον πεθάνει. Οι περισσότεροι όμως από θλίψη και επιθυμία για τον βασιλιά τους άσκησαν βία για να δουν τον Αλέξανδρο. Λένε ότι ήταν άφωνος όταν οι στρατιώτες περνούσαν από κοντά του, τους χαιρετούσε όμως έναν έναν υψώνοντας με δυσκολία το κεφάλι του και κάνοντας νεύμα με τα μάτια του.
Οι βασιλικές εφημερίδες αναφέρουν ότι ο Πείθων και ο Άτταλος και ο Δημοφών και ο Πευκέστας και επιπλέον ο Κλεομένης και ο Μενίδας και ο Σέλευκος κοιμήθηκαν στον ναό του Σαράπιδος και ρώτησαν τον θεό αν ήταν προτιμότερο και καλύτερο για τον Αλέξανδρο να μεταφερθεί στον ναό του θεού και, αφού γίνει ικέτης του, να θεραπευθεί από αυτόν. Δόθηκε από τον θεό κάποιος χρησμός να μη μεταφερθεί στον ναό του, αλλά θα ήταν καλύτερο, αν έμενε εκεί όπου ήταν.
Αυτά ανήγγειλαν οι εταίροι· λίγο αργότερα ο Αλέξανδρος πέθανε, σαν να ήταν αυτό πράγματι καλύτερο. Ούτε ο Αριστόβουλος ούτε ο Πτολεμαίος έχουν γράψει τίποτα περισσότερο από αυτά. Άλλοι όμως συγγραφείς έγραψαν και τα εξής, ότι τον ρώτησαν οι εταίροι σε ποιόν αφήνει τη βασιλεία και ο Αλέξανδρος απάντησε «στον καλύτερο»· άλλοι, ότι πρόσθεσε σε αυτά του τα λόγια ότι βλέπει ότι θα διεξαγόταν για αυτόν μεγάλος επιτάφιος αγώνας.
Γνωρίζω ότι έχουν γραφεί και πολλά άλλα για τον θάνατο του Αλεξάνδρου, όπως ότι ο Αντίπατρος έστειλε δηλητήριο στον Αλέξανδρο και ότι από το δηλητήριο πέθανε. Επίσης ότι το δηλητήριο βρήκε και παρασκεύασε ο Αριστοτέλης για λογαριασμό του Αντιπάτρου, επειδή φοβόταν πλέον τον Αλέξανδρο εξαιτίας του Καλλισθένη, και ότι το έφερε ο Κάσσανδρος. Άλλοι συγγραφείς έγραψαν ακόμη και τούτο, ότι δηλαδή το μετέφερε μέσα στο νύχι ενός ημιόνου
και ότι το έδωσε στον Αλέξανδρο ο Ιόλλας, ο νεότερος αδελφός του Κασσάνδρου, επειδή ο Ιόλλας ήταν βασιλικός οινοχόος και τον είχε προσβάλει ο Αλέξανδρος λίγο πριν από τον θάνατό του. Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ότι και ο Μήδιος πήρε μέρος στο έγκλημα, επειδή ήταν εραστής του Ιόλλα· αυτός άλλωστε ήταν εκείνος που πρότεινε το γλέντι στον Αλέξανδρο. Αναφέρουν επίσης ότι παρουσιάστηκε στον Αλέξανδρο οξύς πόνος, μόλις ήπιε το ποτήρι, και ότι εξαιτίας του πόνου αποχώρησε από το γλέντι.
Ένας μάλιστα συγγραφέας έγραψε χωρίς ντροπή ότι ο Αλέξανδρος επειδή αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να ζήσει, πήγαινε να πέσει στον Ευφράτη ποταμό, ώστε με την εξαφάνισή του να κάμει τους μεταγενέστερους να πιστεύσουν πιο εύκολα ότι γεννήθηκε από θεό και επέστρεψε στους θεούς, τον αντιλήφθηκε όμως η γυναίκα του Ρωξάνη, ενώ ο ίδιος πήγαινε να βγει. Επειδή όμως αυτή τον εμπόδισε, ο Αλέξανδρος είπε, όπως αφηγούνται, βαριαναστενάζοντας ότι ζήλεψε την αιώνια δόξα του, επειδή είχε γίνει πλέον θεός. Τα αναφέρω περισσότερο για να μη φανώ ότι δεν γνωρίζω πως είναι απλή παράδοση, παρά επειδή είναι αξιόπιστες αφηγήσεις.
Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, πέθανε κατά την εκατοστή δεκάτη τέταρτη Ολυμπιάδα, όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Ηγησίας. Όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, έζησε τριάντα δύο χρόνια και οχτώ μήνες από τον τρίτο χρόνο και βασίλευσε δώδεκα χρόνια και τους οχτώ αυτούς μήνες. Είχε ωραιότατο παράστημα, ήταν εργατικότατος, ευφυέστατος, γενναιότατος, πολύ φιλόδοξος, εξαιρετικά ριψοκίνδυνος και φρόντιζε πολύ για τα θεία.
Ήταν πολύ εγκρατής στις σωματικές ηδονές, ενώ από τις πνευματικές δεχόταν άπληστα μονάχα τους επαίνους. Ήταν πολύ ικανός στο να διαβλέπει την επιβαλλόμενη ενέργεια, όταν αυτή ήταν ακόμη αόρατη, και με μεγάλη επιτυχία συμπέραινε την πιθανή έκβαση από όσα ήταν ήδη φανερά. Είχε επίσης μεγάλη εμπειρία στο να παρατάσσει, να εξοπλίζει και να διοικεί ένα στράτευμα. Και είχε το εξαιρετικό χάρισμα να αναπτερώνει το ηθικό των στρατιωτών του, να τους εμπνέει αισιοδοξία και να διαλύει τον φόβο τους στις μάχες με τη δική του αφοβία.
Ακόμη και όταν ενεργούσε φανερά, ενεργούσε με το μεγαλύτερο θάρρος. Ήταν όμως ικανότατος και να προλαβαίνει να υφαρπάζει τη νίκη από τους εχθρούς, πριν καν υποψιασθεί κανείς ότι αυτό θα συμβεί. Ήταν και πολύ συνεπής στην τήρηση των συνθηκών και των συμφωνιών, και πολύ προσεκτικός, ώστε να μην παγιδεύεται από εκείνους που επιχειρούσαν να τον εξαπατήσουν. Τέλος, ξόδευε με μεγάλη φειδώ χρήματα για τις δικές του απολαύσεις, ενώ με μεγάλη γενναιοδωρία για να ευεργετεί τους άλλους.
Αν διέπραξε κανένα σφάλμα ο Αλέξανδρος εξαιτίας του ορμητικού του χαρακτήρα ή εξαιτίας της οργής του ή αν προχώρησε σε κάπως μεγαλύτερο βαθμό στην απομίμηση βαρβαρικών συνηθειών, αυτό κατά τη γνώμη μου δεν σημαίνει πολλά· αρκεί να αντιμετωπίσει κανείς με επιείκεια το νεαρό της ηλικίας του Αλεξάνδρου και τις συνεχείς επιτυχίες του, καθώς και το γεγονός ότι αυτοί που συναναστρέφονται τους βασιλείς επιδιώκουν να τους ευχαριστούν και όχι να τους λένε το πραγματικό τους συμφέρον και ότι μακροπρόθεσμα τους βλάπτουν. Από τους παλαιούς όμως βασιλείς γνωρίζω ότι μόνο ο Αλέξανδρος μετανοούσε για τα σφάλματά του εξαιτίας της γενναιοφροσύνης του,
ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι και αν ακόμη αναγνωρίσουν το σφάλμα τους, νομίζουν ότι θα αποκρύψουν το λάθος υποστηρίζοντας ότι σωστά πράγματι ενήργησαν. Κρίνουν όμως άστοχα, γιατί μοναδική θεραπεία ενός σφάλματος είναι, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω, να ομολογεί ο ένοχος ότι έσφαλε και να μετανοεί φανερά για το λάθος του. Έτσι και σε αυτούς που υπέστησαν την αδικία δεν θα φαίνονται ανυπόφορα τα παθήματα, αν παραδεχθεί ο δράστης ότι δεν ενήργησε σωστά, και για τον ίδιο τον δράστη θα μείνει στο μέλλον αυτή η καλή ελπίδα, ότι δεν θα διαπράξει πλέον ποτέ παρόμοιο σφάλμα, αν φανεί ότι λυπάται για τα προηγούμενα σφάλματά του.
Ούτε το ότι απέδιδε στον θεό τη γέννησή του μου φαίνεται ότι ήταν σοβαρό σφάλμα του, ίσως μάλιστα να ήταν ένα τέχνασμα για να τον σέβονται οι υπήκοοί του. Ούτε ήταν, κατά τη γνώμη μου, βασιλιάς κατώτερος από τον Μίνωα ή τον Αιακό ή τον Ραδάμανθη, στους οποίους δεν καταλογίσθηκε καμιά αλαζονεία, αν και η γέννησή τους αποδόθηκε στον Δία από τους παλαιούς ανθρώπους· ούτε ήταν κατώτερος από τον Θησέα, τον γιο του Ποσειδώνα, ούτε από τον Ίωνα, τον γιο του Απόλλωνα.
Έτσι, και η περσική στολή ήταν κατά τη γνώμη μου ένα τέχνασμα και έναντι των βαρβάρων, ώστε να μη φαίνεται ο βασιλιάς τελείως ξένος προς αυτούς, και έναντι των Μακεδόνων, ώστε να διαθέτει ένα καταφύγιο κατά της ορμητικής και αλαζονικής συμπεριφοράς των Μακεδόνων. Για τον λόγο ακριβώς αυτόν ανέμειξε, νομίζω, τους Πέρσες μηλοφόρους στα μακεδονικά τάγματα, ως και τους ευγενείς Πέρσες στα αγήματα. Και τα συμπόσια δεν τα παρέτεινε για χάρη του κρασιού, όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος —γιατί ο Αλέξανδρος δεν έπινε πολύ κρασί— αλλά από φιλοφροσύνη προς τους εταίρους.
Και όποιος κατακρίνει τον Αλέξανδρο ας μην τον κατακρίνει παρουσιάζοντας μονάχα τα αξιοκατάκριτα έργα του, αλλά αφού συγκεντρώσει κατά μέρος όλες μαζί τις πράξεις του Αλεξάνδρου, ας αναλογισθεί τότε ποιός είναι ο ίδιος και με ποιά τύχη και τί έγινε εκείνος που κατακρίνει και σε ποιό βαθμό ανθρώπινης ευτυχίας έφθασε, εφόσον έγινε ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς και των δύο ηπείρων και έφθασε παντού το όνομά του, ενώ ο ίδιος είναι ένας μάλλον ασήμαντος άνθρωπος και καταγίνεται με ασήμαντα πράγματα, χωρίς να μπορεί και αυτά ακόμη να τα βάλει σε τάξη.
Γιατί εγώ τουλάχιστο νομίζω ότι δεν υπήρχε την εποχή εκείνη ούτε ανθρώπινη φυλή ούτε πόλη ούτε κανένας άνθρωπος, στον οποίο δεν είχε φθάσει το όνομα του Αλεξάνδρου. Νομίζω, λοιπόν, ότι δεν ήταν δυνατό να γεννηθεί χωρίς θεία παρέμβαση ένας τέτοιος άνθρωπος, ο οποίος δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο. Και αυτό φανερώθηκε με χρησμούς που λένε ότι δόθηκαν για τον θάνατο του Αλεξάνδρου, με διάφορα οράματα που είδαν διαφορετικά άτομα και με διάφορα όνειρα που εμφανίσθηκαν σε διαφορετικούς ανθρώπους και ακόμη με την τιμή που του απονέμουν μέχρι σήμερα οι άνθρωποι και με την επιβίωση της μνήμης του πέρα από το ανθρώπινο μέτρο· ακόμη και σήμερα, ύστερα από τόσο χρόνο, δίδονται και άλλοι χρησμοί προς τιμή του Αλεξάνδρου στον λαό των Μακεδόνων.
Και εγώ ο ίδιος, αν και στο έργο που έγραψα για τα κατορθώματα του Αλεξάνδρου κατέκρινα μερικές πράξεις του, δεν διστάζω όμως να θαυμάζω τον ίδιο τον Αλέξανδρο. Κατέκρινα τις πράξεις του εκείνες και από σεβασμό προς τη δική μου φιλαλήθεια και συγχρόνως από επιθυμία να ωφελήσω τους ανθρώπους. Γι᾽ αυτό και εγώ, όχι χωρίς τη βοήθεια του θεού, ανέλαβα τη συγγραφή του έργου αυτού.
Τα σχόλια είναι κλειστά.