πηγή Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως κ Πολυκάστρου (σημ. όπου η μετάφραση της μητρόπολης έχει δια της πολυλογίας αλλοιώσει την ουσία της μετάφρασης τότε το κείμενο της μετάφρασης έχει -ή θα- αντικατασταθεί).
κεφ 1 – 3
Οι στίχοι 1.1 έως 4.1 της Γένεσις έχουν ταξινομηθεί από το διαχειριστή της σελίδας σε άλλη κατηγορία και ως εκ τούτου βρίσκονται σε άλλη ανάρτηση του ιστολογίου (link)
Ο δε Αβελ προσέφερε και αυτός θυσίαν από τα πρωτότοκα των προβάτων του και μάλιστα από τα πλέον ευτραφή και παχέα. Ο δε Θεός είδε με ευμένειαν τον Αβελ και τα δώρα του.
Δεν γνωρίζεις ότι εάν προσφέρης δώρα ως θυσίαν στον αληθινόν Θεόν, δεν εκλέξης όμως τα καλά δώρα εις ένδειξιν ευλαβείας, αμαρτάνεις ενώπιον του Θεού; Αλλά ησύχασε· το κακόν είναι εις την εξουσίαν σου και δύνασαι αν θέλης να το νικήσης”.
Σκυθρωπός και φθονερός ο Καϊν είπε στον αδελφόν του τον Αβελ “ας περάσωμεν εις την πεδιάδα”. Οταν δε έφθασαν εις την πεδιάδα, ο Καϊν επετέθη αιφνιδίως και με ορμήν εναντίον του Αβελ, του αδελφού του, και τον εφόνευσεν.
Είπε δε ο Κυριος· “τι είναι αυτό που έκαμες; Η φωνή του αίματος του φονευθέντος αδελφού σου υψώνεται από την γην στον ουρανόν προς εμέ και βοά ζητούσα την τιμωρίαν σου.
Και τώρα θα είσαι συ κατηραμένος και σαν ξένος από την γην αυτήν, η οποία ήνοιξε το στόμα της και κατέπιε το αίμα του αδελφού σου, τον οποίον συ με το εγκληματικόν σου χέρι εφόνευσες.
Οταν εργάζεσαι και καλλιεργής την γην αυτήν, δεν θα παρέχη την δύναμίν της να αποδώση εις σε τους καρπούς της. Συ δε θα ευρίσκεσαι συνεχώς εις κατάστασιν στεναγμών και τρόμων, και σαν καταδιωκόμενος θα περιπλανάσαι επάνω εις την γην αυτήν”.
Εάν όμως με διώξης από την περιοχήν αυτήν, όπου σήμερον ευρίσκομαι, και αποστρέψης το πρόσωπόν σου από εμέ και θα είμαι σαν κρυμμένος από την θείαν σου παρουσίαν, θα περιφέρωμαι στενάζων και τρέμων εις την γην, και τότε ο πρώτος τυχών, που θα με συναντήση, θα με φονεύση”.
Είπε δε προς αυτόν ο Θεός· “δεν θα συμβή κάτι τέτοιο· διότι εκείνος ο οποίος θα φονεύση τον Καιν, θα επισύρη εναντίον του πολύ περισσοτέρας τιμωρίας και θα παραλύση κάτω από το βάρος αυτών”. Εθεσε δε ο Θεός κάποιο σημάδι στον Καϊν, ώστε κανείς από όσους θα τον συναντούσαν, να μη τον φονεύση.
Εφυγε δε τότε ο Καϊν από την περιοχήν, εις την οποίαν μέχρι τότε ευρίσκετο και είχε την ευλογίαν του Θεού, και κατώκησεν εις την χώραν Ναίδ, η οποία ευρίσκετο απέναντι από την Εδέμ.
Ο Καϊν εγνώρισε τότε την σύζυγόν του, η οποία έμεινεν έγκυος και εγέννησε τον Ενώχ. Εκτισε δε ο Καϊν μίαν πόλιν και ωνόμασεν αυτήν με το όνομα του υιού του, Ενώχ.
Η Αδά εγέννησε τον Ιωβήλ. Αυτός η το γενάρχης των κτηνοτρόφων, οι οποίοι περιφερόμενοι ανά τας διαφόρους βοσκησίμους περιοχάς δεν είχον μόνιμον οικίαν, αλλά εζούσαν εις σκηνάς.
Ο δε Λαμεχ καυχώμενος δια την αγριότητά του, είπεν εις τας γυναίκας του· “Αδά και Σελλά, ακούσατε την φωνήν μου· γυναίκες Λαμεχ ανοίξατε τα αυτιά σας δια να ακούσετε τους λόγους μου· εφόνευσα ένα άνδρα, διότι με επλήγωσε, και ένα νεανίαν διότι με ετραυμάτισε.
Ο δε Αδάμ εγνώρισε πάλιν την γυναίκα αυτού, η οποία έμεινεν έγκυος και εγέννησεν υιόν, τον οποίον ωνόμασε Σηθ λέγουσα· “ο Θεός μου έδωσε άλλο παιδί αντί του Αβελ, τον οποίον εφόνευσεν ο Καϊν”.
Ο δε Σηθ απέκτησεν υιόν, τον οποίον ωνόμασεν Ενώς. Αυτός δε ο Ενώς επίστευεν και ήλπιζεν στον Θεόν, ελάτρευε και επεκαλείτο πάντοτε το όνομα Κυρίου του Θεού.
Απ’ αρχής άνδρα και γυναίκα εδημιούργησεν ο Θεός, τους οποίους και ευλόγησε. Κατά δε την ημέραν κατά την οποίαν τους εδημιούργησεν, έδωσεν στον πρώτον άνθρωπον το όνομα Αδάμ.
Ο Ενώχ, δια την ευσέβειαν και την αρετήν αυτού, έγινεν αγαπητός και αρεστός στον Θεόν. Δι’ αυτό και εξηφανίσθη από την γην, διότι ο Θεός τον μετέθεσε ζώντα στους ουρανούς.
Ωνόμασε δε αυτόν Νώε, λέγων ότι “ούτος θα μας αναπαύση από τα κοπιώδη και κακά ημών έργα, από τας θλίψεις των έργων των χειρών μας και από τους κόπους της αγόνου γης, την οποίαν έχει καταρασθή ο Θεός”.
Οι άνθρωποι του Θεού, ιδόντες ότι αι γυναίκες του διεφθαρμένου κόσμου ήσαν ωραίαι, κατά τρόπον δε σαρκικόν σκεπτόμενοι και από την εξωτερικήν ωραιότητα ελκυόμενοι εξέλεξαν και έλαβον συζύγους από τας θυγατέρας των διεφθαρμένων ανθρώπων.
Είδεν ο Θεός την σαρκικότητα αυτήν των ανθρώπων και είπε· “δεν θα παραμείνη πλέον το πνεύμα μου στους ανθρώπους τούτους, διότι κυριαρχούνται εξ ολοκλήρου από σαρκικά φρονήματα. Ολαι δε αι υπολειπόμεναι ημέραι της ζωής των θα περιορισθούν μόνον εις εκατόν είκοσιν έτη”.
Την εποχήν εκείνην υπήρχον οι γίγαντες εις την γην. Αλλά και κατόπιν, όταν οι άνθρωποι του Θεού ελάμβανον ως συζύγους γυναίκας του αμαρτωλού κόσμου, εγεννούσαν γίγαντας. Οι δε γίγαντες εκείνοι και διαβόητοι άνθρωποι επί της γης.
Ο Θεός ιδών ότι επληθύνθησαν και επληθύνοντο συνεχώς αι αμαρτίαι των ανθρώπων επί της γης και ότι η καρδία παντός ανθρώπου ήτο δοσμένη εις την αμαρτίαν, και τα πονηρά πάντοτε έργα είχεν ως αντικείμενον των επιθυμιών και σκέψεών της,
Απεφάσισε δε ο Θεός και είπε· “θα εξαφανίσω από το πρόσωπον της γης τον άνθρωπον, τον οποίον εδημιούργησα, και μαζή με αυτόν κάθε άλλο ζωντανόν ον από ανθρώπου μέχρι κτήνους, από τα ερπετά της γης έως τα πτηνά του ουρανού, διότι μετεμελήθην που τους εδημιούργησα”.
Γεν 6.8
Νῶε δὲ εὗρε χάριν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ.
Ο Νώε όμως δια την αρετήν αυτού απελάμβανε την ευμένειαν και προστασίαν του Θεού.
Αυτή δε είναι η ιστορία και τα γεγονότα της εποχής του Νώε. Ο Νώε ήτο άνθρωπος δίκαιος, τέλειος εις την εποχήν του. Δια την πίστιν και την αρετήν αυτού ήτο ευάρεστος ενώπιον του Θεού.
Είδε Κυριος ο Θεός την γην, όπου κατοικούσαν οι άνθρωποι, ότι ήτο αθεραπεύτως διεφθαρμένη, διότι κάθε άνθρωπος είχε παρεκκλίνει από την ευθείαν οδόν και επορεύετο τον δρόμον της διαφθοράς.
Είπε τότε Κυριος ο Θεός προς τον Νώε· “το τέλος όλων των ανθρώπων έφθασε, διότι εγέμισεν η γη από τας αμαρτίας των. Και ιδού ότι εγώ θα καταστρέψω αυτούς και την γην, εις την οποίαν κατοικούν.
Συ όμως να κατασκευάσης δια τον εαυτόν σου μίαν κιβωτόν από ξύλα πλανισμένα τετράγωνα· να την χωρίσης εις μικρά δωμάτια και να την αλείψης με πίσσαν από μέσα και απ’ έξω.
Ως εξής θα κατασκεύασης την κιβωτόν. Το μήκος αυτής θα είναι τριακόσιοι πήχεις (156 μέτρα) το πλάτος της πεντήκοντα πήχεις και το ύψος της τριάκοντα πήχεις.
Θα συγκλείσης δε τας πλευράς της κιβωτού στο ύψος, ώστε η επάνω σκέπη αυτής θα έχη το πλάτος ενός μόνον πήχεως. Την θύραν της κιβωτού θα την κατασκευάσης εις τα πλάγια αυτής. Θα διαιρέσης την κιβωτόν εις τρεις ορόφους, στο ισόγειον, τον πρώτον όροφον και τον δεύτερον.
Εγώ δε θα εξαπολύσω τον κατακλυσμόν, ύδατα πολλά επάνω εις την επιφάνειαν της γης, ώστε να καταστραφή κάθε σαρξ, κάθε τι το οποίον κάτω από τον ουρανόν έχει ζωήν όλα όσα υπάρχουν επάνω εις την γην, άνθρωποι και πτηνά και τετράποδα και ερπετά θα αποθάνουν.
Και θα πάρης μαζή σου από όλα τα κτήνη και από όλα τα ερπετά και από όλα τα θηρία και από κάθε είδος που ζη εις την γην κατά ζεύγη, θα τα εισαγάγης εις την κιβωτόν, ώστε μαζή με σε να σωθούν, και συ θα έχης την φροντίδα της διατροφής των. Καθε ζεύγος ζώων θα αποτελήται από αρσενικόν και θηλυκόν.
Θα πάρης μαζή σου από όλα τα είδη των κτηνών, των μικρών και των μεγάλων, και από όλα τα ερπετά που έρπουν εις την γην κατά το γένος αυτών. Ζεύγος άρσεν και θήλυ από όλα αυτά θα εισέλθουν εις την κιβωτόν, δια να διασωθούν και τραφούν μαζή σου.
Συ δε θα πάρης ακόμη μαζή σου από όλα τα είδη των τροφών, τας οποίας τρώγετε, και θα τας συγκεντρώσης δια τον εαυτόν σου. Ακόμη δε θα μεριμνήσης και δια την διατροφήν των ζώων, ώστε και συ και εκείνα να έχουν τροφάς κατά το διάστημα του κατακλυσμού.
Τοτε είπε Κυριος ο Θεός προς τον Νώε· “είσελθε συ και όλη η οικογένειά σου εις την κιβωτόν, διότι μόνον σε μέσα εις την γενεάν αυτήν ευρήκα πιστόν και ενάρετον ενώπιόν μου.
Επίσης από τα πτηνά του ουρανού τα καθαρά ανά επτά ζεύγη, άρσεν και θήλυ και από όλα τα πτηνά τα μη καθαρά ανά δύο ζεύγη, άρσεν και θήλυ, ώστε να διατραφούν και σωθούν από τον κατακλυσμόν και πολλαπλασιασθούν κατόπιν εις όλην την γην.
Καμε σύντομα τούτο, διότι μετά επτά ημέρας θα εξαπολύσω κατακλυσμόν εις ολόκληρον την γην επί τεσσαράκοντα ημερονύκτια και θα εξαφανίσω από το πρόσωπον της γης ανθρώπους και ζώα, τα οποία είχον δημιουργήσει”.
Εισήλθε, σύμφωνα με την διαταγήν του Θεού, εις την κιβωτόν αυτός και μαζή με αυτόν τα παιδιά του και η γυναίκα του και αι γυναίκες των παιδιών του, δια να σωθούν από τα ύδατα του κατακλυσμού.
Κατά το εξακοσιοστόν έτος της ηλικίας του Νώε, εις τας είκοσι δύο του δευτέρου μηνός διερράγησαν όλαι αι πηγαί των υπογείων υδάτων και των θαλασσών και ήνοιξαν οι καταρράκται του ουρανού εις καταρρακτώδεις βροχάς.
Κατά την ημέραν αυτήν, όπως είχε διατάξει ο Θεός, εισήλθεν εις την κιβωτόν ο Νώε και τα παιδιά του, ο Σημ, ο Χαμ και ο Ιάφεθ, η γυναίκα του Νώε και αι τρεις γυναίκες των παιδιών του.
Μαζή του επίσης είχον εισέλθει όλα τα θηρία κατά τα είδη αυτών και όλα τα κτήνη κατά τα είδη αυτών και όλα τα είδη των ερπετών που σύρονται εις την γην, και όλα τα πτηνά του ουρανού κατά τα είδη αυτών.
Γεν 7.15
εἰσῆλθον πρὸς Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, δύο δύο ἄρσεν καὶ θῆλυ ἀπὸ πάσης σαρκός, ἐν ᾧ ἐστι πνεῦμα ζωῆς.
Κατά ζεύγη, άρρενα και θήλεα, εισήλθον μαζή με τον Νώε εις την κιβωτόν, κάθε ζωντανόν της ξηράς.
Τα εισελθόντα εις την κιβωτόν ζώα ήσαν από όλα τα είδη αρσενικά και θηλυκά, όπως είχε διατάξει ο Θεός τον Νώε. Και αφού τα πάντα ησφαλίσθησαν εις την κιβωτόν, έκλεισεν ο ίδιος ο Θεός απ’ έξω την κιβωτόν.
Ο κατακλυσμός εγίνετο επί τεσσαράκοντα κατά συνέχειαν ημερονύκτια εις την γην και επληθύνθη πάρα πολύ το νερό επάνω εις την γην, ανεσήκωσε την κιβωτόν εις την επιφάνειάν του και την ύψωσεν επάνω από την γην.
Επνίγη δε και απέθανε μέσα εις τα ύδατα του κατακλυσμού κάθε ζωϊκή υπαρξις της γης, τα πτηνά του ουρανού και τα κτήνη και τα θηρία και τα ερπετά που σύρονται εις την γην και κάθε άνθρωπος·
Τοιουτοτρόπως ο Θεός εξηφάνισε κάθε ζωντανήν ύπαρξιν επί της γης από ανθρώπου μέχρι των κτηνών και ερπετών και πτηνών του ουρανού· τα πάντα εξηφανίσθησαν από το πρόσωπον της γης. Εμεινε δε εν τη ζωή μόνον ο Νώε και όσοι ήσαν μαζή με αυτόν εις την κιβωτόν.
Ενεθυμήθη δε ο Θεός τον Νώε και όλα τα θηρία και όλα τα κτήνη και όλα τα πτηνά και όλα τα ερπετά, που σύρονται εις την γην, όλα όσα ευρίσκοντο μαζή με τον Νώε εις την κιβωτόν· και έστειλε τότε ο Θεός άνεμον εις την γην, συνεπεία του οποίου ήρχισε να υποχωρή και να ελαττώνεται το ύδωρ, που εσκέπαζε την γην.
Επωματίσθησαν κατά διαταγήν του Θεού αι πηγαί της ξηράς και της θαλάσσης, έκλεισαν οι καταρράκται του ουρανού και εσταμάτησε τελείως η κατακλυσμιαία βροχή.
Το ύδωρ υποχωρούσε ολονέν και περισσότερον και απεσύρετο από την γην. Μετά εκατόν πεντήκοντα ημέρας από την έναρξιν του κατακλυσμού ήρχισε να υποχωρή το ύδωρ.
Τεσσαράκοντα δε ημέρας κατόπιν ήνοιξεν ο Νώε την θυρίδα της κιβωτού, την οποίαν είχε κατασκευάσει, και απέλυσε τον κόρακα, δια να ίδη εάν έπαυσε να υπάρχη νερό εις την ξηράν.
Η περιστερά επειδή δεν εύρε τόπον ξηρόν, δια να πατήση και αναπαυθή, διότι το ύδωρ εξηκολούθει να καλύπτη την επιφάνειαν της γης, επέστρεψεν εις την κιβωτόν. Ο Νώε ήπλωσε το χέρι του, επήρε την περιστεράν και την εισήγαγεν εις την κιβωτόν, όπου και αυτός ευρίσκετο.
Η περιστερά επέστρεψε προς τον Νώε κατά την εσπέραν φέρουσα στο ράμφος της κλωναράκι εληάς. Ενόησε τότε ο Νώε ότι είχεν αποσυρθή πλέον το ύδωρ από την γην.
Οταν δε ο Νώε το εξακοσίων και ενός ετών, κατά την πρώτην του πρώτου μηνός, εξηφηνίσθη ολοτελώς από την επιφάνειαν το ύδωρ του κατακλυσμού. Τοτε ο Νώε εξεσκέπασε την στέγην της κιβωτού, την οποίαν είχε κατασκευάσει, και είδεν ότι πράγματι είχεν εκλείψει το ύδωρ του κατακλυσμού από την ξηράν.
Βγάλε από την κιβωτόν όλα τα θηρία όσα υπάρχουν εις αυτήν και κάθε τι έμψυχον από τα πτηνά έως τα κτήνη και κάθε ερπετόν, που σύρεται εις την γην, ώστε τίποτε πλέον να μη μείνη εις την κιβωτόν. Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε εις όλην την γην”.
Εξήλθον επίσης από την κιβωτόν όλα τα θηρία και όλα τα κτήνη και κάθε πτηνόν και κάθε ερπετόν, που κινείται εις την επιφάνειαν της γης, κατά το είδος αυτών.
Και έκτισεν ο Νώε θυσιαστήριον εις έκφρασιν ευγνωμοσύνης και δοξολογίας προς τον Κυριον. Επήρε δε και προσέφερε θυσίαν ολοκαυτώματος προς τον Θεόν από όλα τα καθαρά κτήνη και από όλα τα καθαρά πτηνά.
Ο δε Θεός ωσφράνθη την ευώδη οσμήν της ευχαριστηρίου θυσίας και σκεφθείς απεφάσισε και είπε· “δεν θα καταρασθώ πλέον την γην εξ αιτίας των πονηρών έργων των ανθρώπων, μολονότι η καρδία του κάθε ανθρώπου ρέπει και είναι προσηλωμένη επιμελώς στο πονηρόν εκ νεότητος αυτού. Δεν θα πλήξω και δεν θα καταστρέψω άλλην φοράν κάθε ζωντανήν υπαρξιν επί της γης δια κατακλυσμού, όπως έκαμα τώρα.
Ευλόγησε τότε ο Θεός τον Νώε και τα παιδιά αυτού και είπε προς αυτούς· “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και απλωθήτε εις όλην την γην και γενήτε κύριοι αυτής.
Ας είσθε τρόμος και φόβος εις όλα τα θηρία της γης, εις όλα τα πτηνά του ουρανού, εις κάθε τι που ζη και κινείται έτι της ξηράς, και εις όλους τους ιχθύας της θαλάσσης. Υπό την εξουσίαν σας έδωκα όλα αυτά.
Δια δε το αίμα των συνανθρώπων σας, το οποίον τυχόν με τα χέρια σας εγκληματούντες θα χύσετε, θα τιμωρήσω δια των αγρίων ζώων, τα οποία θα εξαπολύσω εναντίον σας. Αλλά και δι’ άλλου ανθρώπου θα τιμωρήσω εκείνον, ο οποίος αφαιρεί ανθρωπίνην ζωήν.
Εκείνος δηλαδή ο οποίος χύνει αίμα ανθρώπου, εις τιμωρίαν του δια το εκχυθέν υπ’ αυτού αίμα, θα φονευθή και θα χυθή έτσι και το ιδικόν του αίμα, διότι εγώ ο Θεός εδημιούργησα κατ’ εικόνα ιδικήν μου τον άνθροπον και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να του αφαιρέση την ζωήν.
Η συμφωνία και η υπόσχεσίς μου αυτή επεκτείνεται και εις κάθε ζώσαν ψυχήν, που υπάρχει μαζή σας και γύρω σας, εις τα πτηνά του ουρανού και εις όλα τα κτήνη και τα θηρία της γης, όσα μαζή με σας εξήλθον από την κιβωτόν.
Καμνω διαθήκην και σας υπόσχομαι ότι δεν θα καταστραφή ποτέ πλέον το ζωϊκόν βασίλειον από ύδατα του κατακλυσμού και δεν θα γίνη ποτέ κατακλυσμός, δια να καταστρέψη όλην την γην”.
Είπε δε ακόμη Κυριος ο Θεός προς τον Νώε· “σημείον δε αυτής της υποσχέσεως, την οποίαν εγώ δίδω, ώστε να μένη μεταξύ εμού και μεταξύ σας και μεταξύ πάσης ζώσης υπάρξεως η οποία υπάρχει σήμερον μαζή σας και θα υπάρχη εις γενεάς γενεών, είναι τούτο·
Θέτω το ουράνιον τόξον εις τα νέφη, και αυτό θα είναι εις σημείον και εις υπόμνησιν της διαθήκης μου μεταξύ Εμού και όλων των ζώντων επί της γης, ανθρώπων και ζώων.
και θα ενθυμούμαι την διαθήκην μου, την οποίαν έκαμα προς σας και προς κάθε άλλην ζωντανήν υπαρξιν, προς κάθε σάρκα και δεν θα πέση ύδωρ επί της γης εις κατακλυσμόν αυτής, ώστε να καταστραφή κάθε ζώσα ύπαρξις από ανθρώπου έως ζώου.
Τούτο το ουράνιόν μου τόξον θα υπάρχη εις τα νέφη, και θα το βλέπω, ώστε να ενθυμούμαι, την αιωνίαν και απαράβατον συμφωνίαν μεταξύ εμού και των ανθρώπων της γης και πάσης άλλης ζωής που θα υπάρχη εις κάθε ζωϊκόν οργανισμόν επάνω εις την γην”.
Είπεν ακόμη ο Θεός στον Νώε· “λοιπόν αυτό το ουράνιον τόξον είναι το αιώνιον σημείον της συμφωνίας, την οποίαν έκαμα μεταξύ εμού και παντός ζωϊκού οργανισμού επί της γης και της υποσχέσεώς μου ότι δεν θα αποστείλω πλέον κατακλυσμόν εις την γην”.
Ο Χαμ, ο πρόγονος των Χαναναίων, είδε την γύμνωσιν του πατρός του και εξελθών εγνωστοποίησεν εμπαικτικώς το γεγονός στους δύο αδελφούς του, οι οποίοι ευρίσκοντο έξω.
Αμέσως δε ο Σημ και ο Ιάφεθ έλαβον το ιμάτιον του πατρός των, έθεσαν αυτό στους ώμους των και οπισθοβατούντες μέχρι του πατρός των εσκέπασαν την γύμνωσιν αυτού έχοντες το πρόσωπόν των προς την αντιθέτον διεύθυνσιν, και έτσι δεν είδον καθόλου την γύμνωσιν του πατρός των.
Ας αυξήση και ας πλατύνη ο Θεός την γενεάν και τας χώρας του Ιάφεθ και ας βάλη αυτόν να κατοική εις τας περιοχάς του Σημ, ο δε Χαναάν ας γίνη υπηρέτης του”.
Από αυτούς προήλθον λαοί, οι οποίοι διεσπάρησαν εις διαφόρους ειδωλολατρικάς νήσους, ιδίως της Μεσογείου θαλάσσης, και εις άλλας χώρας κατά τας γλώσσας αυτών, τας φυλάς και τα έθνη των.
Γεν 10.6
Υἱοὶ δὲ Χάμ· Χοὺς καὶ Μερσαΐν, Φοὺδ καὶ Χαναάν.
Υιοί και απόγονοι του Χαμ είναι οι Χούς, Μεσραΐν, Φουδ και Χαναάν.
Ητο επίσης και ανδρείος κυνηγός, ήρως ενώπιον Κυρίου του Θεού. Ητο τόσον ονομαστός δια την δύναμιν και την ανδρείαν του, ώστε ως παροιμία θα λέγουν οι άνθρωποι, όταν θα θέλουν να εξάρουν την ανδρείαν κάποιου, “ούτος είναι σαν τον Νεβρώδ ανδρείος κυνηγός ενώπιον του Κυρίου”.
Εξετείνοντο δε τα όρια της περιοχής των Χαναναίων από την Σιδώνα έως τα Γέραρα και την Γαζαν, έως τα Σοδομα και την Γομόρραν, την Αδαμά και Σεβωίμ έως Δασά.
Ο Εβερ απέκτησε δύο υιούς· το όνομα του ενός ήτο Φαλέγ- που σημαίνει χωρισμός- διότι επί των ημερών αυτού διεσπάρησαν οι κάτοικοι της γης, όταν επεχείρησαν να κτίσουν τον πύργον Βαβέλ, το δε όνομα του αδελφού του ήτο Ιεκτάν.
Αυταί είναι αι φυλαί των υιών του Νώε κατά τας γενεαλογίας αυτών και κατά τους λαούς. Από αυτούς οι απόγονοί των διεσπάρησαν επί της γης μετά τον κατακλυσμόν εις διαφόρους χώρας και νήσους.
κεφ 11
Γεν 11.1
Καὶ ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι.
Απ’ αρχής και μέχρι της εποχής εκείνης όλοι οι άνθρωποι ωμιλούσαν μίαν γλώσσαν, είχον την ίδιαν ομιλίαν.
Εκεί είπεν ο ένας στον άλλον· “ελάτε να πλάσωμεν όλοι μαζή πλίνθους και να τας ψήσωμεν εις την φωτιά”. Αι πλίνθοι εχρησίμευσαν εις αυτούς ως λίθοι οικοδομής· ως συνδετικόν δε υλικόν, ως πηλόν, μεταξύ των πλίνθων, εχρησιμοποίησαν την άσφαλτον.
Είπαν δε κατόπιν μεταξύ των· “ελάτε να οικοδομήσωμεν όλοι μαζή δια τον εαυτόν μας και την φήμην μας πόλιν και ένα πύργον, του οποίου η κορυφή θα φθάνη έως τον ουρανόν. Ετσι θα αφήσωμεν όνομα στους απογόνους μας, πριν διασκορπισθώμεν στο πρόσωπον όλης της γης”. Και ήρχισαν να κτίζουν την πόλιν και τον πύργον.
Και είπε τότε ο Κυριος· “ιδού έως τώρα ένας λαός είναι αυτοί και μίαν γλώσσαν ομιλούν όλοι. Ιδού ότι ήρχισαν δι’ αλαζονείαν και επίδειξιν το οικοδομικόν έργον των. Και νομίζουν ότι τώρα δεν θα τους λείψη τίποτε από όσα σκέπτονται να κάμουν”.
Είπε δε τότε ο Τριαδικός Θεός· “εμπρός ας καταβώμεν εκεί και ας επιφέρωμεν σύγχυσιν εις την γλώσσαν των, ώστε να μην εννοή ο ένας την γλώσσαν του άλλου”. Ετσι και έγινε.
Με την σύγχυσιν δε αυτήν των γλωσσών και την αδυναμίαν των να συνεννοούνται μεταξύ των οι άνθρωποι, τους ηνάγκασεν ο Θεός να ξεχωρισθούν εις ομάδας μεταξύ των, να διασκορπισθούν εις όλην την γην και να παύσουν πλέον να οικοδομούν την υπερήφανον πόλιν και τον πύργον των.
Δια τούτο και εκλήθη το όνομα της περιοχής αυτής “Συγχυσις”, διότι εκεί επέφερεν ο Θεός σύγχυσιν εις τας γλώσσας των ανθρώπων και διεσκόρπισεν αυτούς εις όλην την γην.
Μετά δε την γέννησιν του Καϊνάν έζησε τετρακόσια ακόμη έτη, απέκτησε υιούς και θυγατέρας και κατόπιν απέθανε. Ο Καϊνάν εις ηλικίαν εκατόν τριάκοντα ετών απέκτησεν υιόν τον Σαλά. Εζησε δε ο Καϊνάν μετά την γέννησιν του Σαλά τριακόσια τριάκοντα έτη, απέκτησεν υιούς και θυγατέρας και έπειτα απέθανεν.
Οι δύο άλλοι υιοί του Θαρα, ο Αβραμ και ο Ναχώρ έλαβον συζύγους. Το όνομα της γυναικός του Αβραμ ήτο Σαρα και το όνομα της γυναικός του Ναχώρ ήτο Μελχά. Η δε Μελχά ήτο θυγάτηρ του Αρράν, ο οποίος ήτο πατήρ της Μελχά και της Ιεσχά.
Ελαβε δε ο Θαρα τον υιόν αυτού τον Αβραμ και τον έγγονόν του Λωτ, υιόν του υιού του Αρράν, την νύμφην αυτού την Σαραν, σύζυγον του παιδιού του Αβραμ, και έβγαλεν αυτούς από την χώραν των Χαλδαίων με τον σκοπόν να μεταβούν και κατοικήσουν εις την γην Χαναάν. Εφθασαν εις την Χαρράν και εγκατεστάθησαν εκεί.
Τοτε είπεν ο Κυριος στον Αβραμ· “έβγα από την πατρίδα σου, από τους συγγενείς σου και τον πατρικόν σου οίκον, και ξεκίνα και πήγαινε εις την χώραν, την οποίαν εγώ θα σου δείξω.
Γεν 12.2
καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα καὶ εὐλογήσω σε καὶ μεγαλυνῶ τὸ ὄνομά σου, καὶ ἔσῃ εὐλογημένος·
Θα σε κάμω δε γενάρχην μεγάλου έθνους, θα σου δώσω πλουσίας τας υλικάς και πνευματικάς ευλογίας μου, θα καταστήσω ένδοξον το όνομά σου και έτσι θα είσαι πλούσιος και δοξασμένος εν μέσω των ανθρώπων.
Γεν 12.3
καὶ εὐλογήσω τοὺς εὐλογοῦντάς σε καὶ τοὺς καταρωμένους σε καταράσομαι· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς.
Θα ευλογήσω δε εκείνους, οι οποίοι θα σε σέβωνται και θα σε τιμούν, θα καταρασθώ δε εκείνους οι οποίοι θα σε υβρίζουν και θα σε πολεμούν. Και το σπουδαιότερον, ότι δι’ ενός από τους απογόνους σου θα ευλογηθούν όλαι αι φυλαί της γης”.
Υπήκουσεν ο Αβραμ και ανεχώρησεν από την Χαρράν, όπως του είχεν είπει ο Κυριος. Μαζή του δε ανεχώρησε και ο Λωτ. Οταν δε ο Αβραμ ανεχώρησεν από την Χαρράν δια την Χαναάν, ήτο εβδομήκοντα πέντε ετών.
Επήρε μαζή τοο ο Αβραμ την γυναίκα αυτού την Σαραν, το παιδί του αδελφού του τον Λωτ, όλους τους δούλους και όλα τα υπάρχοντά των όσα είχον αποκτήσει εις Χαρράν, και έφυγον από την πόλιν Χαρράν, δια να μεταβούν εις την χώραν Χαναάν.
Ο Αβραμ διεπέρασε κατά μήκος από βορρά προς νότον την Χαναάν μέχρι του τόπου της Συχέμ, πλησίον της τοποθεσίας, της λεγομένης “υψηλή δρυς”. Οι Χαναναίοι δέ, οι απόγονοι δηλαδή του Χαμ, κατοικούσαν τότε την περιοχήν αυτήν.
Εκεί εφανερώθηκε ο Κυριος στον Αβραμ και του είπεν· “αυτήν όλην την χώραν θα την δώσω στους απογόνους σου”. Ο Αβραμ, ευγνώμων προς τον Θεόν και δια τον λόγον ότι εκεί εφανερώθηκε εις αυτόν ο Κυριος, έκτισε προς τιμήν Αυτού θυσιαστήριον.
Ανεχώρησεν από την τοποθεσίαν αυτήν ο Αβραμ, μετέβη εις κάποιο όρος ανατολικά της Βαιθήλ και έστησε την σκηνήν του μεταξύ της Βαιθήλ, η οποία ευρίσκετο προς δυσμάς εις την θάλασσαν και της Αγγαί, η οποία ευρίσκετο προς ανατολάς. Εκτισε δε εκεί θυσιαστήριον προς τον Κυριον, του οποίου και επεκαλέσθη το όνομα.
Τοτε δε έγινε λιμός και ήλθε πείνα εις την Χαναάν. Δι’ αυτό ο Αβραμ κατέβηκε εις την Αίγυπτον, δια να κατοικήση εκεί, επειδή ήτο μεγάλη η πείνα εις την χώραν Χαναάν.
Χαριν δε αυτής υπεδέχθησαν με ευμένειαν και επεριποιήθησαν τον Αβραμ, ώστε αυτός να αποκτήση πρόβατα και μόσχους και όνους και δούλους και δούλας και ημιόνους και καμήλους.
Ο Θεός όμως ετιμώρησε και εβασάνισε τον Φαραώ με πολλάς και οδυνηράς θλίψεις αυτόν και την οικογένειάν του δια τας απρεπείς διαθέσεις που είχε προς την Σαραν, την γυναίκα του Αβραμ.
Ο Φαραώ αντιληφθείς την αιτίαν των δοκιμασιών εκείνων εκάλεσε τον Αβραμ και του είπε· “τι είναι αυτό το οποίον μου έκαμες; Διατί δεν μου ανήγγειλες ότι αυτή είναι σύζυγός σου;
Διατί μου είπες ότι είναι αδελφή σου και έλαβον αυτήν ως σύζυγόν μου; Και τώρα ιδού η σύζυγός σου είναι ενώπιόν σου. Παρε την και φύγε έξω από την Αίγυπτον”.
Ο Αβραμ και η σύζυγός του με όλα τα υπάρχοντά των και ο Λωτ μαζή με αυτόν, έφυγον από την Αίγυπτον και ήλθον εις την έρημον περιοχήν, εις τα νότια μέρη της Χαναάν.
Από δε την έρημον αυτήν επορεύθησαν έως εις την Βαιθήλ και άκριβώς στο μέρος εκείνο, όπου προηγουμένως ο Αβραμ είχε στήσει την σκηνήν του, μεταξύ Βαιθήλ και Αγγαί·
Είπε δε ο ειρηνικός Αβραμ στον Λωτ· “δεν πρέπει να υπάρχουν φιλονεικίαι και έριδες μεταξύ μας ούτε μεταξύ των ποιμένων μου και των ποιμένων σου, διότι ημείς είμεθα συγγενείς, είμεθα αδελφοί.
Διατί να φιλονεικούμεν; Εις την διάθεσίν μας δεν ευρίσκεται όλη αυτή η χώρα; Λοιπόν ας χωρισθώμεν. Πηγαινε συ, όπου θέλεις. Εάν μεταβής εις αριστερά, εγώ θα πορευθώ εις τα δεξιά εάν συ υπάγης δεξιά, εγώ θα προχωρήσω αριστερά”.
Ο Λωτ εσηκωσε τα μάτια του, επεθεώρησε με προσοχήν την περίχωρον του Ιορδάνου. Είδεν ότι όλη αυτή μέχρι Ζογορα εποτίζετο και είχε πλουσίαν βλάστησιν, και ότι, πριν ο Θεός καταστρέψη τα Σοδομα και Γομορρα, εφαίνετο σαν παράδεισος του Θεού και σαν την χώραν της Αιγύπτου που ποτίζεται από τον Νείλον ποταμόν,
και επροτίμησεν όλην αυτήν την περίχωρον του Ιορδάνου. Επήρε τα υπάρχοντά του και μετέβη προς ανατολάς. Ετσι δε εχωρίσθησαν μεταξύ των οι δύο αυτοί συγγενείς, ο θείος και ανεψιός.
Αφού ο Λωτ, ιδιοτελώς σκεπτόμενος, εχωρίσθη από τον Αβραμ, είπεν ο Θεός στον πράον και μεγαλόκαρδον Αβραμ· “σήκωσε τα βλέμματά σου, ίδε ολόγυρα από τον τόπον όπου τώρα ευρίσκεσαι, προς Βορράν και Νοτον, προς Ανατολάς και Δυσμάς,
Και θα πληθύνω τους απογόνους σου ωσάν την άμμον της γης. Εάν κανείς ημπορή να μετρήση την άμμον της θαλάσσης θα δυνηθή να μετρήση και τους ιδικούς σου απογόνους.
Σηκω, διόδευσε την χώραν αυτήν κατά μήκος και κατά πλάτος, δια να την γνωρίσης καλά, διότι εις σε και στους απογόνους σου θα την δώσω ως παντοτεινήν κατοικίαν σας”.
Επειτα από αυτά ο Αβραμ εσήκωσε την σκηνήν του, επήρε τα υπάρχοντά του και ελθών εγκατεστάθη πλησίον εις την δρυν Μαμβρή, η οποία ευρίσκετο εις την Χεβρών, εκεί και έκτισε θυσιαστήριον προς τιμήν του Κυρίου.
Αυτοί εκήρυξαν πόλεμον εναντίον του Βαλλά, βασιλέως των Σοδόμον, εναντίον του Βαρσά βασιλέως της Γομόρρας, εναντίον Σενναάρ βασιλέως Αδαμά, εναντίον Συμοβόρ βασιλέως Σεβωείμ και εναντίον του βασιλέως της Βαλάκ, η οποία Βαλάκ είναι η ίδια με την Σηγώρ,
Κατά το δέκατον τέταρτον όμως έτος επήλθεν εναντίον αυτών ο Χοδολλογομόρ και μαζή με αυτόν οι σύμμαχοί του βασιλείς και κατέκοψαν τους γίγαντας της πόλεως Ασταρώθ και Καρναΐν, μαζή δε με αυτούς και άλλα έθνη ισχυρά, τους Ομμαίους της πόλεως Σαυή,
Οι τέσσαρες αυτοί πολεμισταί βασιλείς επέστρεψαν από την περιοχήν Φαράν, ήλθον εις την “Πηγήν της Κρίσεως”, δηλαδή εις την Καδης, και εκεί κατέκοψαν όλους τους άρχοντας των Αμαληκιτών και τους Αμορραίους, οι οποίοι κατοικούσαν εις Ασασονθαμάρ, κοντά εις την Νεκράν Θαλασσαν.
Τοτε οι πέντε βασιλείς, δηλαδή ο βασιλεύς Σοδόμων, ο βασιλεύς Γομόρρας, ο βασιλεύς Αδαμά, ο βασιλεύς Σεβωείμ και ο βασιλεύς της Βαλάκ (αυτή είναι η πόλις Σηγώρ) εξήλθον και παρετάχθησαν εις την κοιλάδα την αλμυράν, δια να πολεμήσουν
εναντίον των τεσσάρων βασιλέων, ήτοι εναντίον του Χοδολλογομόρ βασιλέως Ελάμ, εναντίον Θαργάλ βασιλέως των εθνών, εναντίον Αμαρφάλ βασιλέως Σενναάρ και εναντίον Αριώχ βασιλέως Ελλασάρ. Οι τέσσαρες αυτοί τελευταίοι βασιλείς αντιπαρετάχθησαν εναντίον των πέντε βασιλέων.
Η αλμυρά εκείνη κοιλάς είχε φρέατα ασφάλτου. Γενομένης μάχης μεταξύ των αντιπάλων μερών ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν ο βασιλεύς των Σοδόμων και ο βασιλεύς της Γομόρρας, οι οποίοι όμως ενέπεσαν εις τα εκεί φρέατα. Οι υπόλοιποι έφυγον εις την ορεινήν περιοχήν.
Συνέλαβον δε και τον Λωτ, τον υιόν του αδελφού του Αβραμ, επήραν και τα υπάρχοντα αυτού και έφυγαν. Αυτό δε το επαθεν ο Λωτ, διότι κατοικούσε εις την περιοχήν των Σοδόμων.
Ενας δε από τους διασωθέντας ήλθεν στον Αβραμ, στον περάτην όπως τον ωνόμαζον οι εντόπιοι, και του ανήγγειλε τα θλιβερά γεγονότα. Ο Αβραμ κατοικούσε τότε κοντά εις την δρυν του Μαμβρή του Αμορραίου, αδελφού του Εσχώλ και του Αυνάν, οι οποίοι είχον συνάψει ένα σύμφωνον φιλίας και συμμαχίας με τον Αβραμ.
Πληροφορηθείς ο Αβραμ ότι συνελήφθη αιχμάλωτος ο ανεψιός του ο Λωτ επεστράτευσε τους δούλους, που είχαν γεννηθή και εζούσαν στον οίκον του, τριακοσίους δέκα οκτώ άνδρας, και κατεδίωξε τους νικητάς βασιλείς μέχρι της πόλεως Δαν.
Επέπεσεν εναντίον αυτών κατά την νύκτα, αυτός και οι δούλοι του, εκτύπησε και ενίκησεν αυτούς και τους κατεδίωξεν έως εις την πόλιν Χοβά, η οποία ευρίσκεται προς τα αριστερά της Δαμασκού.
Μετά δε την συντριπτικήν ήτταν του Χοδολλογομόρ και των συμμάχων του βασιλέων ο Αβραμ επέστρεψε και έφθασεν έξω από την Ιερουσαλήμ. Εκεί, εις την κοιλάδα του Σαβύ (δηλαδή εις την πεδιάδα των βασιλέων), εξήλθε προς συνάντησίν του ο βασιλεύς των Σοδόμων.
Ο δε Μελχισεδέκ, ο οποίος ήτο ιερεύς του Θεού του Υψίστου και βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, προσέφερε προς τον Θεόν ως ευχαριστήριον θυσίαν δια την νίκην του Αβραμ άρτους και οίνον.
Και δοξασμένος ας είναι ο Θεός ο Υψιστος, ο οποίος παρέδωσε υποχειρίους εις σε τους εχθρούς σου”. Ο Αβραμ έδωσε τότε στον Μελχισεδέκ το δέκατον από όλα τα λάφυρα, τα οποία είχε κυριεύσει.
Απήντησε δε Αβραμ προς τον βασιλέα των Σοδόμων· “απλώνω το χέρι μου και ορκίζομαι εις Κυριον τον Θεόν τον Υψιστον, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν και την γην,
Θα λάβω μόνον τας τροφάς, τας οποίας κατηνάλωσαν οι δούλοι μου κατά τον χρόνον της επιθέσεως αυτής. Επίσης αυτοί που εξεστράτευσαν μαζή με εμέ, οι άνδρες του Εσχώλ, του Αυνάν και Μαμβρή, θα λάβουν την δικαίαν μερίδα από τα λάφυρα”.
Επειτα από τα γεγονότα αυτά παρουσιάσθη ο Θεός με όραμα στον Αβραμ και του είπε· “Αβραμ, μη φοβήσαι· εγώ σε υπερασπίζω πάντοτε· ο μισθός σου δια την πίστιν και δικαιοσύνην σου θα είναι πολύς, πάρα πολύς”.
Είπε δε ο Αβραμ· “Δεσπότα Κυριε, τι θα μου δώσης; Εγώ έπειτα από ολίγον αποθνήσκω άτεκνος. Κληρονόμος μου θα είναι ο Ελιέζερ, ο καταγόμενος από την Δαμασκόν, ο υιός της δούλης μου Μασέκ, η οποία εγεννήθη στον οίκον μου”.
Και επαναλαμβάνει ο Αβραμ προς τον Θεόν· “ναι, Κυριε, ο δούλος μου ο γεννηθείς στον οίκον μου, αυτός θα με κληρονομήση, διότι εις εμέ δεν έδωσες τέκνον”.
Εβγαλε δε ο Θεός τον Αβραμ έξω από την σκηνήν και του είπε· “σήκωσε, λοιπόν, το βλέμμα σου στον ουρανόν και μέτρησε τα αστέρια του ουρανού, εάν ημπορής ποτέ να τα μετρήσης”. Και προσέθεσεν ο Θεός· “τόσον πολλοί θα είναι οι απόγονοί σου”.
Επίστευσεν ο Αβραμ υλοψύχως στον Θεόν και η πίστις του αυτή εθεωρήθη ως μεγάλη αρετή και σύνολον αρετών.
Γεν 15.7
εἶπε δὲ πρὸς αὐτόν· ἐγὼ ὁ Θεὸς ὁ ἐξαγαγών σε ἐκ χώρας Χαλδαίων, ὥστε δοῦναί σοι τὴν γῆν ταύτην κληρονομῆσαι.
Είπεν ακόμη ο Θεός προς τον Αβραμ· “εγώ σε έβγαλα από την χώραν των Χαλδαίων, δια να δώσω εις σε και εις τους απογόνους σου ως κληρονομίαν την γην αυτήν”.
Είπε προς αυτόν ο Θεός· “πάρε δι’ εμέ μίαν δάμαλιν τριών ετών, αίγα επίσης τριών ετών και κριον τριών ετών, ακόμη δε μίαν τρυγόνα και μίαν περιστεράν”.
Γεν 15.10
ἔλαβε δὲ αὐτῷ πάντα ταῦτα καὶ διεῖλεν αὐτὰ μέσα καὶ ἔθηκεν αὐτὰ ἀντιπρόσωπα ἀλλήλοις, τὰ δὲ ὄρνεα οὐ διεῖλε.
Επήρε ο Αβραμ όλα αυτά, τα εδιχοτόμησε και έθεσε τα τεμάχια τα μεν απέναντι των δέ. Τα πτηνά όμως δεν τα εδιχοτόμησε.
Εις τα διχοτομημένα αυτά σώματα των ζώων επέπεσαν με ορμήν αρπακτικά όρνεα και ο Αβραμ εκάθησε κοντά εις τα διχοτομημένα εκείνα σώματα, δια να διώχνη τα όρνεα.
Εις τοιαύτην ψυχολογικήν κατάστασιν ευρισκόμενος ήκουσε τον Θεόν να του λέγη· “μάθε και κατανόησε καλά ότι οι απόγονοί σου επί τετρακόσια ολόκληρα έτη θα ζήσουν ως ξένοι εις ξένην χώραν, οι κάτοικοι της οποίας θα έχουν αυτούς ως δούλους· θα τους ταλαιπωρήσουν και θα τους εξευτελίσουν επί τετρακόσια έτη.
Το δε έθνος, το οποίον θα μεταχειρισθή τους απογόνους σου ως δούλους, θα το τιμωρήσω εγώ. Μετά δε τα τετρακόσια αυτά χρόνια οι απόγονοί σου θα εξέλθουν από την χώραν εκείνην και θα έλθουν εδώ εις την Χαναάν με πολλά αγαθά, λαός πολύς.
Οι απόγονοί σου θα επιστρέψουν εδώ από την ξένην χώραν κατά την τετάρτην γενεάν. Και τούτο, διότι αι κακίαι των Αμορραίων δεν θα έχουν φθάσει ενωρίτερον στο αποκορύφωμά των, δια να τιμωρηθούν αυτοί όπως τους πρέπει”.
Οταν δε ο ήλιος έδυε, ήναψε μια φλοξ και ιδού εφάνη ένα καμίνι να καπνίζη και λαμπάδες πυρός, αι οποίαι επέρασαν ανάμεσα από τα διχοτομημένα σώματα των ζώων.
Κατά την ημέραν εκείνην έκαμε διαθήκην ο Θεός προς τον Αβραμ και του έδωσε την υπόσχεσιν λέγων· “στους απογόνους σου θα δώσω την χώραν αυτήν από τον ποταμόν της Αιγύπτου έως τον μεγάλον ποταμόν της Μεσοποταμίας, τον Ευφράτην.
Είπε η Σαρα προς τον Αβραμ· “ιδού, ο Κυριος με έχει εμποδίσει να συλλάβω και γεννήσω τέκνον. Λοιπόν, πήγαινε εις την δούλην μου, δια να αποκτήσω, έστω και από αυτήν, ένα τέκνον”. Υπήκουσεν ο Αβραμ στον λόγον αυτόν της Σαρας.
Η Σαρα, η γυνή του Αβραμ, έλαβε την Αγαρ την Αιγυπτίαν δούλην της, δέκα έτη μετά την έλευσιν του Αβραμ εις την Χαναάν και έδωσεν εκείνην εις αυτόν ως γυναίκα.
Ο Αβραμ έλαβε την Αγαρ, η οποία και κατέστη κατόπιν έγκυος. Οταν η Αγαρ είδεν ότι είναι έγκυος, υπερηφανεύθη, πράγμα το οποίον απετέλεσε περιφρόνησιν δια την κυρίαν της την Σαραν.
Είπε τότε η Σαρα προς τον Αβραμ· “αδικούμαι από σέ· εγώ σου έδωσα την δούλην μου εις την αγκάλην σου. Εκείνη δέ, όταν είδεν ότι είναι έγκυος, υπερηφανεύθη εναντίον μου και με περιεφρόνησε. Ο Θεός ας κρίνη μεταξύ εμού και σου, διότι φαίνεται ότι συ ανέχεσαι αυτήν την διαγωγήν της”.
Ο Αβραμ είπε τότε προς την Σαραν “η δούλη σου είναι εις τα χέρια σου. Την αφήνω εις την διάθεσίν σου. Μεταχειρίσου την, όπως σου αρέσει”. Η Σαρα εταλαιπώρησε τότε και εβασάνισε την Αγαρ, η οποία και εδραπέτευσεν από την σκληράν κυρίαν της.
και είπε προς αυτήν ο άγγελος του Κυρίου· “Αγαρ, δούλη της Σαρας, από που έρχεσαι και που πηγαίνεις;” Εκείνη απήντησε· “εδραπέτευσα από την κυρίαν μου την Σαραν”.
Συ είσαι τώρα έγκυος, θα γεννήσης τέκνον και θα το ονομάσης Ισμαήλ, διότι Κυριος ο Θεός ήκουσε την δέησίν σου και διετέθη ευμενώς δια σε εξ αιτίας της θλίψεώς σου αυτής.
Αυτός δε ο υιός σου θα είναι άνθρωπος της υπαίθρου, τραχύς· θα στρέφεται εναντίον όλων και όλοι θα στρέφωνται εναντίον αυτού. Αυτός και οι απόγονοί του θα κατοικήσουν απέναντι όλων των συγγενών των”.
Η Αγαρ επεκαλέσθη τότε με σεβασμόν και ευγνομοσύνην το όνομα του Κυρίου, ο οποίος ωμίλει προς αυτήν, και είπε· “συ είσαι ο Θεός, ο οποίος έρριψες βλέμμα στοργής προς εμέ την ταλαίπωρον”. Και ωμολόγησεν η Αγαρ· “πράγματι είδον ενώπιόν μου να φανερώνεται ο Θεός” !
Οταν ο Αβραμ έφθασεν εις ηλικίαν ενενήκοντα εννέα ετών, παρουσιάσθη ο Κυριος εις αυτόν και του είπεν· “εγώ είμαι, ο Θεός σου· γίνε ευάρεστος ενώπιόν μου, ανεπίληπτος και ενάρετος·
Και θα στήσω έγκυρον και ακατάλυτον την συμφωνίαν και την υπόσχεσίν μου αυτήν και στους απογόνους σου έπειτα από σε εις όλας τας γενεάς αυτών· υπόσχεσιν παντοτεινήν και ανέκκλητον ότι θα είμαι ιδικός σου Θεός και Θεός των έπειτα από σε απογόνων σου.
Και θα δώσω εις σε και, έπειτα από σε στους απογόνους σου ως αιωνίαν ιδιοκτησίαν όλην αυτήν την γην Χαναάν, εις την οποίαν τώρα κατοικείς ως ξένος· και θα είμαι στους απογόνους σου ο Θεός των”.
Σημείον δε και εξωτερικόν γνώρισμα της συμφωνίας μεταξύ εμού και υμών και των απογόνων σου έπειτα από σέ, εις όλας τας γενεάς αυτών ότι θα τηρήσετε την διαθήκην μου είναι τούτο· Από τώρα και στο εξής θα περιτέμνεται κάθε αρσενικόν τέκνον σας.
Καθε αρσενικόν παιδί θα περιτέμνεται οκτώ ημέρας μετά την γέννησίν του, κάθε αρσενικόν εις όλας τας γενεάς σας, όπως επίσης θα περιτέμνεται και ο δούλος, ο οποίος θα αγορασθή με χρήματα, και το παιδί παντός ξένου ο οποίος κατοικεί μαζή σας, έστω και αν δεν είναι απόγονός σου.
Θα περιτμηθή όπως δήποτε ο δούλος, που εγεννήθη εις την οικίαν σου, και ο δούλος, που ηγοράσθη με χρήματα. Η περιτομή αυτή της σαρκός σας θα είναι υποχρέωσις απορρέουσα από την συμφωνίαν μας, η οποία θα έχη αιωνίαν ισχύν.
Καθε αρσενικόν, του οποίου δεν περιεκόπη η σαρξ της ακροβυστίας του κατά την ογδόην ημέραν από της γεννήσεώς του και έμεινεν απερίτμητον, θα εξολοθρευθή η ύπαρξις αυτή εκ μέσου της φυλής του, διότι κατεφρόνησε και κατεπάτησε την εντολήν μου”.
Θα ευλογήσω δε αυτήν, θα λύσω την ατεκνίαν της και θα δώσω εις σε από αυτήν τέκνον. Εγώ δε θα ευλογήσω αυτό και θα το αναδείξω πατριάρχην εθνών πολλών, και βασιλείς εθνών θα προέλθουν από αυτό”.
Επεσεν ο Αβραάμ πρηνής ενώπιον του Θεού, εχάρη και είπεν από μέσα του· “λοιπόν εις ηλικίαν εκατόν ετών θα αποκτήσω υιόν και η Σαρρα εις ηλικίαν ενενήκοντα ετών θα γεννήση;”
Απήντησεν ο Θεός προς τον Αβραάμ· “ναι· ιδού η Σαρρα η σύζυγός σου θα γεννήση προς μεγάλην σου χαράν υιόν και θα ονομάσης αυτόν Ισαάκ, και προς αυτόν εγώ θα συνάψω την διαθήκην μου, διαθήκην αιωνίαν, ότι θα είμαι εις αυτόν και στους απογόνους αυτού ο Θεός των.
Την δε παράκλησίν σου περί του Ισμαήλ ιδού την ήκουσα και την εδέχθην· τον έχω ευλογήσει και αυτόν. Θα τον αυξήσω και θα τον πληθύνω πολύ· δώδεκα έθνη θα προέλθουν από αυτόν και θα αναδείξω αυτόν γενάρχην μεγάλου λαού.
Ο Αβραάμ, την εντολήν του Θεού αμέσως εκτελών, έλαβε τον υιόν του τον Ισμαήλ και όλους τους δούλους, οι οποίοι εγεννήθησαν στον οίκον του, και όλους όσοι ηγοράσθησαν με χρήματα, όλα τα αρσενικά των ανθρώπων, που ήσαν στον οίκον του, και περιέτεμεν αυτούς κατά την ημέραν εκείνην σύμφωνα με την εντολήν, που του είχε δώσει ο Θεός.
Εσήκωσε τα μάτια του ο Αβραάμ και είδεν αίφνης τρεις άνδρας ορθίους απέναντι του. Αμέσως ετρεξεν εις συνάντησίν των από την θύραν της σκηνής του, προσεκύνησεν αυτούς έως στο έδαφος.
Εγώ δε θα ετοιμάσω και θα σας φέρω φαγητόν, δια να φάγετε, έπειτα δε θα συνεχίσετε τον δρόμον σας, από τον οποίον παρεξεκλίνατε έως εμέ, τον δούλον σας, δια να μου κάμετε την τιμήν να σας περιποιηθώ”. Εκείνοι δε είπαν· “κάμε όπως είπες”.
Γεν 18.6
καὶ ἔσπευσεν Ἁβραὰμ ἐπὶ τὴν σκηνὴν πρὸς Σάῤῥαν καὶ εἶπεν αὐτῇ· σπεῦσον καὶ φύρασον τρία μέτρα σεμιδάλεως καὶ ποίησον ἐγκρυφίας.
Ετρεξεν ο Αβραάμ εις την σκηνήν, όπου ευρίσκετο η Σαρρα και της είπε· “τρέξε και ζύμωσε τρία μέτρα σιμιγδάλι και κάμε το λαγάνες εις την φωτιά”.
Επειτα από ολίγην ώραν έλαβεν ο Αβραάμ βούτυρον και γάλα και το μοσχάρι, το οποίον έψησεν ο υπηρέτης, παρέθεσεν αυτά στους ξένους και έφαγον. Αυτός δε εστέκετο όρθιος πλησίον αυτών κάτω από το δένδρον.
Είπε δε ο ξένος αυτός προς τον Αβραμ· “όταν το επόμενον έτος κατά την εποχήν αυτήν επιστρέφων έλθω προς σέ, η Σαρρα, η σύζυγός σου, θα έχη τέκνον”. Η δε Σαρρα, ευρισκομένη εις την θύραν της σκηνής πίσω από τον Αβραάμ ήκουσε τα λόγια αυτά του ξένου.
Είπε δε προς τον Αβραάμ ο ξένος εκείνος, ο οποίος ήτο ο Θεός· “διατί εγέλασεν η Σαρρα από μέσα της λέγουσα· Θα γεννήσω πράγματι παιδί; Εγώ έχω πλέον γηράσειν !
Οι φιλοξενούμενοι τρεις άνδρες ηγέρθησαν από το τραπέζι, έστρεψαν το πρόσωπόν των προς τα Σοδομα και τα Γομορρα και επορεύοντο προς αυτά. Μαζή δε με αυτούς και προπέμπων αυτούς επορεύετο και ο Αβραάμ.
Διότι εγώ εγνώριζον απ’ αρχής ότι ο πιστός και ενάρετος Αβραάμ θα διδάξη τα τέκνα του, εφ’ όσον ζη, και δι’ αυτών τους απογόνους του που θα γεννηθούν υστέρα απ’ αυτόν, να τηρούν τας εντολάς του Κυρίου, ώστε να ζουν δικαιοσύνην και να εφαρμόζουν δικαίαν κρίσιν, δια να αποστείλη ο Κυριος στον Αβραάμ και τους απογόνους αυτού όλα όσα του έχει υποσχεθή”.
Εάν ευρίσκωνται πενήντα δίκαιοι εις την πόλιν αυτήν, θα καταστρέψης και αυτούς μαζή με τους πονηρούς; Δεν θα αφήσης άθικτον όλην την πόλιν ένεκα των πεντήκοντα αυτών δικαίων, οι οποίοι θα ευρίσκωνται εις αυτήν;
Ποτέ συ ο δίκαιος Θεός δεν θα κάμης κάτι τέτοιο, να φονεύσης δηλαδή τον δίκαιον μαζή με τον ασεβή, ώστε να έχη ο δίκαιος την αυτήν τύχην με τον ασεβή. Ποτέ δεν θα κάμης κάτι τέτοιο. Λοιπόν, συ ο δίκαιος κριτής όλης της οικουμένης δεν θα κάμης και εις την περίστασιν αυτήν δικαίαν κρίσιν;”
Λαβών τον λόγον και πάλιν ο Αβραάμ είπε· “έχω ήδη αρχίσει να ομιλώ προς τον Κυριον, αν και εγώ είμαι χώμα και στάκτη. Επίτρεψέ μου να ερωτήσω και πάλιν.
Εάν ελαττωθούν οι πενήντα δίκαιοι εις σαράντα πέντε, ένεκα των πέντε δικαίων που θα λείπουν, θα καταστρέψης την πόλιν;” Και είπεν ο Θεός· “δεν θα την καταστρέψω, εάν εύρω εκεί σαράντα πέντε δικαίους”.
Ετόλμησεν ο Αβραάμ να ομιλήση ακόμη προς τον Θεόν και είπε· “εάν ευρεθούν εκεί σαράντα διικαιοι, θα καταστρέψης την πόλιν;” Απήντησεν ο Θεός· “δεν θα την καταστρέψω ένεκα των τεσισαράκοντα δικαίων”.
Είπεν ακόμη ο Αβραάμ· “μήπως, Κυριε, θα οργισθής, εάν και πάλιν ομιλήσω; Εάν ευρεθούν εκεί τριάκοντα δίκαιοι;” Και είπεν ο Θεός· “προς χάριν αυτών των τριάκοντα δεν θα καταστρέψω την πόλιν”.
Είπε πάλιν ο Αβραάμ· “Ας με συγχωρήσα ο Κυριος επειδή έχω ακόμη κάτι να ερωτήσω αυτόν. Εάν ευρεθούν εκεί είκοσι;” Και είπεν ο Θεός· “Και είκοσι εάν εύρω εκεί, δεν θα καταστρέψω την πόλιν”.
Είπε δε ο Αβραάμ· “Μηπως Κυριε, θα οργισθής εναντίον μου εάν υποβάλω μίαν ακόμη ερώτησιν; Εάν ευρεθούν εκεί δέκα;” Απήντησεν ο Θεός· “δεν θα καταστρέψω την πόλιν προς χάριν αυτών των δέκα”.
Κατά δε την εσπέραν έφθασαν οι δύο άγγελοι εις τα Σοδομα. Ο Λωτ εκάθητο κοντά εις την πύλην των Σοδόμων. Οταν είδε τους ξένους, ηγέρθη, επροχώρησεν εις συνάντησίν των, τους επροσκύνησε μέχρις εδάφους
και είπεν· “ιδού σας παρακαλώ, κύριοι, λοξοδρομήσατε στον οίκον του δούλου σας να καταλύσετε εκεί, να πλύνετε τους πόδας σας και ενωρίς το πρωϊ συνεχίζετε τον δρόμον σας”. Εκείνοι είπον· “όχι. Εις την πλατείαν, στο ύπαιθρον θα διανυκτερεύσωμεν”.
Ο Λωτ παρακλητικώς επίεζεν αυτούς, ώστε εκείνοι υπεχώρησαν. Επήγαν προς αυτόν και εισήλθον στον οίκον του. Ο Λωτ παρέθεσεν εις αυτούς δείπνον. Εψησεν άζυμον άρτον εις την φωτιά και έφαγον.
Αλλά πριν κοιμηθούν, οι άνδρες της πόλεως, οι πονηροί Σοδομίται από του νεωτέρου έως του γεροντοτέρου, όλος ο λαός μαζή, περιεκύκλωσαν την οικίαν του Λωτ,
και έξω από αυτήν εφώναζον προς τον Λωτ και του έλεγαν· “που είναι οι άνδρες, οι οποίοι κατά την εσπέραν εισήλθον στο σπίτι σου; Βγάλε τους προς ημάς έξω, δια να ασελγήσωμεν επάνω εις αυτούς” !
Εντός του σπιτιού μου υπάρχουν αι δύο, θυγατέρες μου, παρθένοι, αι οποίαι δεν εγνώρισαν άνδρα. Θα τας φέρω προς σας και χρησιμοποιήσατέ τας, όπως σας αρέσει. Μονον στους άνδρας αυτούς μη θελήσετε να κάμετε κάτι το κακόν, διότι εισήλθον υπό την στέγην μου και ως φιλοξενούμενοι ευρίσκονται υπό την προστασίαν μου”.
Εκείνοι εξηγριωμένοι ειπόν εις αυτόν· “παραμέρισε από εκεί και φύγε· ήλθες από άλλην χώραν και μένεις σαν ξένος μαζή μας. Μηπως θέλεις να γίνης και δικαστής μας; Λοιπόν τώρα θα κακοποιήσωμεν περισσότερον εσέ παρά εκείνους”. Ωρμησαν εξηγριωμένοι και εχειροδίκουν εναντίον του Λωτ, τον απωθούσαν βιαίως και επλησίασαν δια να συντρίψουν την θύραν.
Τους δε άνδρας, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την θύραν, τους ετιμώρησαν όλους με τύφλωσιν από μικρού έως μεγάλου και έτσι εκείνοι απέκαμαν ψάχνοντες να εύρουν την θύραν.
Οι δύο ξένοι ειπόν τότε στον Λωτ· μήπως υπάρχουν εδώ εις την πόλιν αυτήν γαμβροί σου η υιοί σου η θυγατέρες η κανένας άλλος ιδικός σου; Παρε τους και βγάλε τους από τον τόπον αυτόν.
Διότι ημείς καταστρέφομεν τον τόπον αυτόν, επειδή η κραυγή των φοβερών ανομιών των έφθασε μεγάλη ενώπιον του Κυρίου. Και ο Κυριος μας απέστειλε να καταστρέψωμεν και να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου αυτούς και τον τόπον των”.
Εξήλθεν ο Λωτ από το σπίτι του, ωμίλησε προς τους μνηστήρας των θυγατέρων του και τους είπε· “σηκωθήτε αμέσως και φύγετε μακρυά από τον τόπον τούτον, διότι ο Κυριος θα καταστρέψη την πόλιν”. Οι γαμβροί του όμως ενόμισαν ότι ο Λωτ αστειεύεται μαζή των.
Κατά δε τα εξημερώματα οι δύο άγγελοι επίεζον και εβίαζαν τον Λωτ λέγοντες· “σήκω αμέσως, πάρε την γυναίκα σου και τας δύο θυγατέρας σου και φύγε έξω, δια να μη καταστραφής και συ μαζή με τους αμαρτωλούς κατοίκους αυτής της πόλεως”.
Ο Λωτ και οι περί αυτόν εταράχθησαν σαν να τα έχασαν. Οι άγγελοι επήραν τότε το χέρι του Λωτ, το χέρι της γυναικός του και τα χέρια των δύο θυγατέρων του και τους ωδήγησαν έξω από την πόλιν, διότι ο Κυριος ελυπήθη τον Λωτ.
Οταν δε οι άγγελοι έφερον αυτούς έξω από την πόλιν, είπαν στον Λωτ και τας τρεις γυναίκας· “σπεύσε να σώσης την ζωήν σου, φύγε από την περιοχήν αυτήν· ούτε να στρέψετε το κεφάλι σας εις τα οπίσω, ούτε και να σταματήσετε πουθενά εις τα περίχωρα των Σοδόμων. Σπεύσατε στο απέναντι όρος, δια να σωθήτε, διότι άλλως υπάρχει φόβος να συμπεριληφθήτε και σεις εις την φοβεράν καταστροφήν”.
Γεν 19.18
εἶπε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτούς· δέομαι κύριε,
Είπε δε ο Λωτ προς ένα από αυτούς· “Κυριε, σε παρακαλώ,
αφού ο δούλος σου ευρήκεν έλεος απέναντί σου και έδειξες την μεγάλην σου καλωσύνην με το να ενδιαφερθής δια την ασφάλειαν της ζωής μου, εγώ δεν θα ημπορέσω και δεν θα προλάβω να φθάσω στο όρος εκείνο. Φοβούμαι, μήπως με προλάβουν αι επερχόμεναι τιμωρίαι και χάσω την ζωήν μου.
Ιδού η πόλις εκείνη ευρίσκεται κοντά· εκεί ημπορώ να καταφύγω. Μικρά δεν είναι αυτή η πόλις; Διατί να καταστροφή; Εάν μου κάμης αυτήν την χάριν, θα σωθή η ζωη μου από σέ”.
Είπεν εις αυτόν ο άγγελος· “ιδού· εθαύμααα εγώ την καρδίαν σου, εδέχθην την παράκλησίν σου και χάρις εις αυτήν δεν θα καταστρέψω την μικράν εκείνην πόλιν, δια την οποίαν με παρεκάλεσες.
Η σύζυγος του Λωτ, περίεργος καθώς ήτο και παρά την εντολήν του αγγέλου, έστρεψε την κεφαλήν εις τα οπίσω, δια να ίδη την καταστροφήν· και αμέσως έγινε στήλη άλατος.
Προσήλωσε τα βλέμματά του εις τα Σοδομα και Γομορρα και εις την περιοχήν αυτών και είδε· και ιδού ανέβαινεν φλόγα από την γην, όπως βγαίνει ο καπνός από το καμίνι.
Οταν ο Θεός είχε πάρει την απόφασιν να καταστρέψη τας πόλεις της περιοχής εκείνης, ενδιεφέρθη δια τον Αβραάμ και απεμάκρυνε τον Λωτ από την φοβεράν εκείνην καταστροφήν, ότε κατέστρεψε τας πόλεις εις τας οποίας κατοικούσε ο Λωτ.
Ο δε Λωτ ανέβη από την Σηγώρ και εκάθησεν στο όρος αυτός και αι δύο θυγατέρες μαζή του, διότι εφοβήθη να κατοικήση μέσα εις την Σηγώρ. Εμεινε δε στο σπήλαιον αυτός και αι δύο θυγατέρες μαζή του.
Είπε δε η μεγαλυτέρα θυγάτηρ εις την μικροτέραν· “ο πατήρ μας είναι ηλικιωμένος και δεν υπάρχει κανείς εις την περιοχήν, που κατοικούμε, ο οποίος να μας νυμφευθή, όπως γίνεται εις όλην την οικουμένην.
Επότισαν πράγματι τον πατέρα των κατά την νύκτα εκείνην με κρασί και η μεγαλυτέρα κόρη εισήλθεν στον κοιτώνα του πατρός της και εκοιμήθη μαζή του κατά την νύκτα εκείνη. Αυτός δε δεν αντελήφθη τι έκαμεν ούτε όταν εκοιμήθη με την κόρην του ούτε και όταν εξύπνησε.
Κατά δε την άλλην ημέραν είπεν η μεγαλυτέρα προς την νεωτέραν· “ιδού χθες εκοιμήθην εγώ με τον πατέρα μας. Ας τον ποτίσωμεν κρασί και κατά την νύκτα αυτήν, και συ πήγαινε και κοιμήσου μαζή με αυτόν, ώστε να αποκτήσω μεν απογόνους από τον πατέρα μας”.
Επότισαν πράγματι και κατά την νύκτα εκείνην τον πατέρα των οίνον, τον εμέθυσαν και εισελθούσα η νεωτέρα εκοιμήθη μαζή του. Εκείνος δε δεν αντελήφθη τίποτε ούτε όταν εκοιμήθη με την κόρην του ούτε και όταν εξύπνησε.
Γεν 19.36
καὶ συνέλαβον αἱ δύο θυγατέρες Λὼτ ἐκ τοῦ πατρὸς αὐτῶν.
Συνέλαβον δε και αι δύο θυγατέρες από τον πατέρα των τον Λωτ.
Εγέννησεν η μεγαλύτερα τέκνον και εκάλεσεν αυτό Μωάβ, λέγουσα· “Από τον πατέρα μου απέκτησα υιόν”. Αυτός έγινε γενάρχης των Μωαβιτών, οι οποίοι και ζουν μέχρι σήμερα.
Εγέννησε δε και η νεωτέρα θυγάτηρ υιόν και έδωσεν εις αυτόν το όνομα Αμμάν, το οποίον σημαίνει “αυτός είναι υιός εκ του γένους μου”. Αυτός είναι γενάρχης των Αμμανιτών έως σήμερον.
Είπε δε ο Αβραάμ περί της γυναικός του της Σαρρας προς τους κατοίκους της περιοχής ότι είναι αδελφή του. Εφοβήθη να είπη ότι είναι σύζυγός του, μήπως τυχόν και εξ αιτίας της τον φονεύσουν οι άνδρες της πόλεως εκείνης. Ο δε βασιλεύς των Γεράρων, ο Αβιμέλεχ, έστειλεν ανθρώπους και έλαβε την Σαρραν, δια να την έχη ως συζυγόν του.
Ο Θεός όμως παρουσιάσθη στον Αβιμέλεχ κατά την νύκτα στο όνειρόν του και του είπε· “ιδού συ αποθνήσκεις εξ αιτίας της γυναικός, την οποίαν έλαβες, διότι αυτή είναι σύζυγος άλλου ανδρός, του Αβραάμ”.
Δεν μου είπεν ο ίδιος ο Αβραάμ ότι η Σαρρα είναι αδελφή του; Και αυτή δεν μου είπεν ότι εκείνος είναι αδελφός της; Επομένως εγώ με καθαράν καρδίαν και με δικαίας τας χείρας ηθέλησα να λάβω αυτήν ως σύζυγον”.
Είπε δε ο Θεός προς αυτόν κατά τον ύπνον του· “και εγώ κατενόησα ότι με καθαράν καρδίαν έκαμες αυτό, σε ελυπήθηκα και σε επρόλαβα, ώστε να μη αμαρτήσης ενώπιόν μου. Δια τούτο και δεν σε αφήκα να εγγίσης την Σαρραν.
Και τώρα απόδωσε την γυναίκα στον σύζυγόν της τον Αβραάμ, διότι είναι προφήτης και θα προσευχηθή υπέρ σου και θα σου χαρισθή η ζωη. Εάν δε τυχόν και δεν την επιστρέψης εις αυτόν, μάθε ότι θα αποθάνης και συ και όλοι οι ιδικοί σου”.
Ταραγμένος ο Αβιμέλεχ εσηκώθη πολύ πρωϊ, εκάλεσεν όλους τους δούλους του, ανεκοίνωσεν εις αυτούς όλα όσα του είπεν ο Θεός και όλοι οι άνθρωποι κατελήφθησαν από φόβον μεγάλον.
Εκάλεσε δε τον Αβραάμ και του είπε· “τι είναι αυτό που μας έκαμες; Μηπως επταίσαμεν εις κάτι απέναντί σου και ηθέλησες να φέρης επάνω εις την κεφαλήν μου και εις την βασιλείαν μου αμαρτίαν και ενοχήν μεγάλην; Εκαμες απέναντί μου έργον, το οποίον κανείς ποτέ δεν επιτρέπεται να κάμη”.
Απήντησεν ο Αβραάμ· “το έκαμα, διότι είπα· Δεν υπάρχει ευσέβεια και φόβος Θεού στον τόπον αυτόν. Θα με φονεύσουν ένεκα της γυναικός δια να πάρουν αυτήν ως σύζυγόν των.
Οταν δε ο Θεός με διέταξε να φύγω από τον πατρικόν μου οίκον, είπα εις αυτήν· Αυτήν την δικαίαν αξίωσα έχω από σέ· εις κάθε τόπον, όπου θα εισερχώμεθα να λέγης δι’ εμέ ότι είμαι αδελφός σου”.
Επήρεν ο Αβιμέλεχ χίλια δίδραχμα και πρόβατα και μοσχάρια και δούλους και δούλας και έδωσεν αυτά ως δώρα στον Αβραάμ. Επέστρεψε δε εις αυτόν και την Σαρραν την σύζυγόν του.
Εις δε την Σαρραν είπεν· “ιδού έδωσα χίλια δίδραχμα στον αδελφόν σου. Αυτά είναι το αντίτιμον δια την εντροπήν, την οποίαν εδοκίμασες συ και αι ακόλουθοί σου εξ αιτίας μου. Αλλά στο εξής να λέγης την αλήθειαν πάντοτε”.
Επειδή δε η οικογένεια του Αβιμέλεχ είχε προσβληθή από δυστοκίαν, προσηυχήθη ο Αβραάμ προς τον Θεόν, και εθεράπευσεν ο Θεός τον Αβιμέλεχ και την γυναίκα αυτού και τας δούλας αυτού από την δυστοκίαν και εγεννούσαν χωρίς δυσκολίαν.
Διότι ο Θεός είχε κλείσει απολύτως πάσαν μήτραν προς τοκετόν στον οίκον του Αβιμέλεχ εξ αιτίας της Σαρρας της γυναικός Αβραάμ, την οποίαν εκείνος ηθέλησεν ως σύζυγόν του.
Το παιδίον εμεγάλωσε και εις ηλικίαν δύο περίπου ετών απεγαλακτίσθη. Κατά δε την ημέραν του απογαλακτισμού του ωργάνωσεν ο Αβραάμ εορτήν και παρέθεσε συμπάσιον, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής εκείνης.
Η Σαρρα όμως, όταν είδε το παιδί της τον Ισαάκ να παίζη με τον Ισμαήλ, το παιδί του Αβραάμ και της Αγαρ της Αιγυπτίας, εστενοχωρήθη. Εθεώρησε το γεγονός υποτιμητικόν δια το παιδί της, τον “υιόν της επαγγελίας”.
Και είπεν στον Αβραάμ· “διώξε αυτήν την δούλην και το παιδί της μαζή με αυτήν. Διότι κατ’ ουδένα τρόπον και λόγον δεν πρέπει ο υιός αυτής της δούλης να κληρονομήση μαζή με το παιδί μου τον Ισαάκ”.
Είπεν όμως ο Θεός στον Αβραάμ· “μη θεωρής τον λόγον αυτόν της Σαρρας εναντίον του παιδιού σου και της δούλης σου ως σκληρόν. Τουναντίον όσα θα σου είπη η Σαρρα να τα ακούσης, διότι σύμφωνα με την ιδικήν μου δούλην οι απόγονοι του Ισαάκ θα αναγνωρισθούν κυρίως ως απόγονοι ιδικοί σου.
Επειτα από την εντολήν αυτήν του Θεού ηγέρθη ο Αβραάμ το πρωϊ, επήρεν άρτους και ένα ασκόν γεμάτον νερό, έδωκεν αυτά εις την Αγαρ, έβαλε το παιδί της στους ώμους της και την απεμάκρυνεν από την κατασκήνωσιν εκείνην. Η δε Αγαρ αναχωρήσασα περιεπλανάτο εις την έρημον περιοχήν, νοτίως της Χαναάν, εκεί όπου υπήρχε το φρέαρ του όρκου.
Κατά την πολύωρον πεζοπορίαν της εξηντλήθη το ύδωρ του ασκού, τους εβασάνιζεν η δίψα και αυτή έρριψε το παιδίον κάτω από ένα ελάτον, δια να αποθάνη εκεί.
Απομακρυνθείσα δε από εκεί εκάθησαν απέναντι αυτού μακράν, όσον ημπορεί να ρίψη κανείς με το τόξον του ένα βέλος· διότι είπε· “δεν αντέχω να ίδω τον θάνατον του παιδιού μου”. Εκάθησε λοιπόν απέναντί του. Το δε παιδίον εφώναξε και έκλαυσε.
Ο Θεός ήκουσε το γοερόν κλάμα του παιδιού από τον τόπον, όπου αυτό ευρίσκετο, και άγγελος από τον ουρανόν εκάλεσε την Αγαρ και της είπε· “Αγαρ, τι συμβαίνει; Μη φοβήσαι· εισήκουσεν ο Θεός την φωνήν του παιδιού, το οποίον ευρίσκεται σαν πεταμένο στον τόπον αυτόν.
Και αμέσως ο Θεός ήνοιξε τα μάτια της Αγαρ και είδεν αυτή εκεί πλησίον πηγήν, που ανέβλυζε δροσερόν ύδωρ. Επήγεν εκεί, εγέμισε τον ασκόν με νερό και επότισε το παιδί της.
Κατά την εποχήν εκείνην ο Αβιμέλεχ συνοδευόμενος από τον νυμφαγωγόν του Οχοζάθ και τον αρχιστράτηγον της στρατιάς του Φιχόλ, επεσκέφθη τον Αβραάμ και του είπε· “γνωρίζω ότι ο Θεός είναι μαζή σου και ευλογεί κάθε τι που κάμνεις.
Τωρα λοιπόν ορκίσου μου στον Θεόν, ότι δεν θα κάμης ποτέ τίποτε κακόν και άδικον ούτε εναντίον μου ούτε εναντίον των απογόνων μου ούτε εις βάρος του καλού ονόματός μου. Αλλά, όπως εγώ εφάνηκα δίκαιος και καλός απέναντί σου, κατά παρόμοιον τρόπον και συ θα φανής καλός προς εμέ και προς την χώραν αυτήν, όπου προσωρινώς έμεινες”.
Γεν 21.24
καὶ εἶπεν Ἁβραάμ· ἐγὼ ὀμοῦμαι.
Ο δε Αβραάμ είπε· “ναι, εγώ ορκίζομαι ότι δέχομαι την πρότασίν σου και θα φερθώ, όπως μου ζητείς”.
Με την ευκαιρίαν δε της συναντήσεως αυτής ο Αβραάμ παρεπονέθη προς τον Αβιμέλεχ δια τα φρέατα, τα οποία, ενώ τα είχεν ανοίξει ο Αβραάμ, τα ήρπασαν οι υπηρέται του Αβιμέλεχ.
Απήντησεν ο Αβιμέλεχ στον Αβραάμ και είπε· “δεν επληροφορήθην ποιός έκαμε την κακήν αυτήν πράξιν· ούτε συ μου έκαμες λόγον δι’ αυτήν ούτε εγώ από κανένα άλλον ήκουσα. Πρώτην φοράν την πληροφορούμαι σήμερον”. Και διέταξε να αποδοθούν τα φρέατα στον Αβραάμ.
Επήρε τότε ο Αβραάμ από τα ποίμνιά του πρόβατα και μοσχάρια και τα έδωσεν ως δώρον αγάπης στον Αβιμέλεχ. Οι δύο των δε κατά την ημέραν εκείνην συνήψαν σύμφωνον αμοιβαίας φιλίας.
Γεν 21.28
καὶ ἔστησεν Ἁβραὰμ ἑπτὰ ἀμνάδας προβάτων μόνας.
Ο Αβραάμ εν συνεχεία εξεχώρισεν επτά αμνάδας ιδιαιτέρως δια τον Αβιμέλεχ.
Ο Αβραάμ τότε του είπε· “τας επτά αυτάς αμνάδας θα τας πάρης εκ μέρους μου, δια να είναι μάρτυρες και να σου υπενθυμίζουν ότι εγώ ήνοιξα τούτο το φρέαρ”.
Εκλεισαν συμφωνίαν μεταξύ των εκεί στο φρέαρ του όρκου. Επειτα από αυτά ηγέρθησαν ο Αβιμέλεχ, ο νυμφαγωγός του Οχοζάθ, ο αρχιστράτηγος των δυνάμεών του Φιχόλ και επανήλθον εις την χώραν των Φιλισταίων.
Ο Αβραάμ, εις πιστοποίησιν και ανάμνησιν, εφύτευσε δένδρα στον αγρόν πλησίον του φρέατος του όρκου και επεκαλέσθη εκεί το όνομα Κυρίου, “Θεός αιώνιος”.
Επειτα από τα γεγονότα αυτά, υπέβαλεν ο Θεός εις δοκιμασίαν τον Αβραάμ και του είπεν· “Αβραάμ, Αβραάμ” ! Εκείνος απήντησε· “ιδού εγώ, Κυριε, είμαι παρών”.
Του είπε δε ο Θεός· “πάρε το παιδί σου το αγαπημένο, τον Ισαάκ, τον οποίον τόσον πολύ ένεις αγαπήσει, πήγαινε μαζή με αυτόν εις την υψηλήν περιοχήν και πρόσφερέ τον ολοκαύτωμα επάνω εις ένα από τους λόφους εκείνους που εγώ θα σου είπω”.
Πειθαρχικός ο Αβραάμ εις την φωνήν του Κυρίου, εσηκώθη αμέσως το πρωϊ, εσαμάρωσε την όνον του, παρέλαβε μαζή του τον υιόν του τον Ισαάκ και δύο δούλους, έσχισε και εφόρτωσε ξύλα δια την θυσίαν του ολοκαυτώματος, εξεκίνησεν από εκεί όπου ευρίσκετο, και κατά την τρίτην ημέραν έφθασεν στον τόπον, τον οποίον του είχεν ορίσει ο Θεός.
Είπε δε στους δούλους του· “σεις καθήστε εδώ με την όνον. Εγώ δε και το παιδί μου θα πορευθώμεν έως εκεί και αφού προσκυνήσωμεν τον Κυριον θα επανέλθωμεν”.
Επήρεν ο Αβραάμ τα ξύλα δια την ολοκαύτωσιν και τα εφόρτωσεν στον υιόν του τον Ισαάκ. Αυτός δε επήρεν εις τα χέρια του το πυρ και την μάχαιραν και εβάδισαν και οι δύο μαζή στον τόπον της θυσίας.
Είπε τότε ο Ισαάκ προς τον Αβραάμ, τον πατέρα του· “πάτερ”. Τι είναι παιδί μου;” είπεν εκείνος. “Πατερ, ηρώτησεν ο Ισαάκ, ιδού η φωτιά και τα ξύλα. Αλλά που είναι το πρόβατον, το οποίον θα προσφέρωμεν ως θυσίαν ολοκαυτώματος;”
έφθασαν εις τον τόπον, που είχεν ορίσει ο Θεός. Κατεσκεύασεν εκεί το θυσιαστήριον ο Αβραάμ, ετοποθέτησεν επάνω εις αυτό τα ξύλα, έδεσε τα πόδια του παιδιού του του Ισαάκ, ετοποθέτησεν αυτόν επάνω εις τα ξύλα
Και είπε προς αυτόν ο άγγελος· “μη απλώσης το ωπλισμένον με την μάχαιραν χέρι σου επάνω στο παιδίον και μη κάμης εις αυτό κανένα κακόν· διότι τώρα εκατάλαβα καλά ότι συ αέδεσαι και λατρεύστον Θεόν, αφού προς χάριν μου δεν ελυπήθης τον αγαπητόν σου υιόν”.
Εσήκωσε τα βλέμματά του ο Αβραάμ και είδεν έξαφνα, εκεί κοντά ένα κριόν, του οποίου τα κέρατα είχον περιπλακή εις ένα φυτόν υνομαζόμενον Σαβέκ. Επήγεν ο Αβραάμ εκεί, επήρε τον κριον και προσέφερεν αυτόν ως θυσίαν ολοκαυτώματος αντί του παιδιού του του Ισαάκ.
στον εαυτόν μου ωρκίσθηκα, λέγει ο Κυριος, επειδή υπήκουσες και εξεπλήρωσες την εντολήν μου αυτήν και δεν ελυπήθης προς χάριν μου τον υιόν σου τον αγαπητόν,
σου υπόσχομαι ότι πλουσίως θα σε ευλογήσω και θα πληθύνω πολύ τους απογόνους σου, σαν τα αστέρια του ουρανού και σαν την άμμον που υπάρχει εις την παραλίαν της θαλάσσης. Οι απόγονοί σου με την ιδικήν μου προστασίαν και δύναμιν θα κυριεύσουν τας πόλεις των εχθρών.
Επί πλέον, επειδή τόσον προθύμως και πλήρως υπήκουσες εις την εντολήν μου, σου υπόσχομαι ότι με ένα από τους απογόνους σου, τον Χριστόν, θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης”.
Επειτα από αυτά, ο Αβραάμ με τον Ισαάκ επέστρεψαν προς τους δούλους του, που είχαν αφήσει στους πρόποδας του όρους, και όλοι μαζή εξεκίνησαν, δια να μεταβούν στο φρέαρ του όρκου. Εκεί, στο φρέαρ του όρκου, εγκατεστάθη μονίμως πλέον ο Αβραάμ.
Επειτα από αυτά ανήγγειλαν στον Αβραάμ και ένα άλλο γεγονός ευχάριστον· “ιδού, του είπαν, η νύμφη σου η Μελχά εγέννησε και αυτή υιούς στον αδελφόν σου τον Ναχώρ,
οπότε και απέθανεν εις την πόλιν Αρβόκ (αύτη δε είναι η Χεβρών), η οποία ευρίσκεται εις κάποιο βαθύπεδον της περιοχής Χαναάν. Ο Αβραάμ ήλθεν από την Βηρσαβεέ ει, την Χεβρών, δια να θρηνήση και πενθήση την αποθανούσαν σύζυγόν του, την Σαρραν.
“Εγώ, όπως γνωρίζετε, είμαι πάροικος και παρεπίδημος μεταξύ σας. Σας παρακαλώ, δόστε μου να αγοράσω ως ιδιοκτησίαν ένα τάφον εις την περιοχήν σας, δια να θάψω την νεκράν μου σύζυγον”.
Ακουσέ μας· συ είσαι ιμεταξύ μας σαν ένας βασιλεύς εκ μέρους του Θεού σταλμένος. Δια τούτο εις ένα από τα εκλεκτά μας μνημεία θάψε τον νεκρόν σου· διότι κανείς από ημάς δεν θα αρνηθή το μνημείον του, δια να θάψης εις αυτό την νεκράν σύζυγόν σου”.
Κατόπιν ωμίλησε προς αυτούς και τους είπε· “αφού έχετε την καλωσύνην της ψυχής, ώστε να μου επιτρέψετε να θάψω τον νεκρόν μου, ακούσατε την παράκλησίν μου. Ομιλήσατε σας παρακαλώ περί εμού στον Εφρών, τον υιόν του Σαάρ,
και πείσατέ τον να μου πωλήση το διπλούν σπήλαιον, που ανήκει εις αυτόν και το οποίον ευρίσκεται εις κάποιο μέρος του αγρού του. Αντί των χρημάτων που αξίζει, ας μου δώση τώρα ενώπιόν σας ως ιδιοκτησίαν μου το μνημείον αυτό”.
Ο Εφρών ήτο και αυτός ένας από τον λαόν των Χετταίων. Αμέσως δε απήντησε προς τον Αβραάμ, εκεί εις την πύλην της πόλεως, ώστε να τον ακούουν οι Χετταίοι όσοι εισήρχοντο εις την πόλιν, και είπε·
“πλησίασε κοντά μου, κύριε, και άκουσέ με· τον αγρόν και το σπήλαιον, που υπάρχει εις αυτόν, σου τον δίδω. Ενώπιον όλων των συμπολιτών μου σου τα έχω πλέον παραχωρήσει. Θαψε εκεί τον νεκρόν άνθρωπόν σου”.
Γεν 23.12
καὶ προσεκύνησεν Ἁβραὰμ ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῆς γῆς
Ο Αβραάμ ευχαριστών δια την καλωσύνην των προσεκύνησε τον λαόν της χώρας
και είπε προς τον Εφρών, ώστε να τον ακούσουν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως· “Εφρών, επειδή ευρίσκεσαι τώρα ενώπιόν μου και θα συνάψωμεν συμφωνίαν, άκουσέ με· Παρε εκ μέρους μου τα αργύρια, που πρέπει, ως αξίαν του αγρού, και εγώ θα θάψω πλέον εκεί τον νεκρόν μου”.
Γεν 23.14
ἀπεκρίθη δὲ Ἐφρὼν τῷ Ἀβραὰμ λέγων·
Απήντησεν ο Εφρών προς τον Αβραάμ και είπε, με κάποιαν δόσιν υποκριτικής ευγενείας.
“Οχι, κύριε, δεν θέλω χρήματα. Εχω βέβαια πληροφορηθή ότι ο αγρός αυτός αξίζει τετρακόσια αργυρά δίδραχμα, αλλά τι είναι αυτά μεταξύ μας; Θαψε, λοιπόν, τον νεκρόν σου, χωρίς να γίνεται πλέον λόγος δι’ αγοραπωλησίαν”.
Ο Αβραάμ όμως, όταν ήκουσεν από τον Εφρών την τιμήν του αγρού, έδωσε αμέσως εις αυτόν τα χρήματα, τα οποία εις επήκοον του λαού των Χετταίων είχεν ορίσει ούτος εις τετρακόσια αργυρά δίδραχμα εις έγκυρον νόμισμα που εκυκλοφορούσε τότε μεταξύ των εμπόρων.
Κατόπιν αυτής της συμφωνίας παρεδόθη ο αγρός του Εφρών μαζή με το διπλούν σπήλαιον, που ευρίσκετο απέναντι εις την Δρυν Μαμβρή, όπως επίσης και όλα τα δένδρα και κάθε τι, που υπήρχεν στον αγρόν και εις τα σύνορα αυτού κύκλω,
Επειτα από αυτά έθαψεν ο Αβραάμ την γυναίκα του την Σαρραν στο διπλούν αυτό σπήλαιον του αγρού, ο οποίος ευρίσκεται απέναντι της Μαμβρή εις Χεβρών της χώρας Χαναάν.
Ο Αβραάμ ήτο πλέον γέρων, προχωρημένος πολύ εις τας ημέρας της ζωής του. Ο δε Κυριος ηυλόγησε τον Αβραάμ εις όλην του την ζωήν και εις όλα του τα έργα.
Είπε δε Αβραάμ στον Ελιέζερ, τον μεγαλύτερον κατά την ηλικίαν δούλον της οικογενείας του, τον επιστάτην όλων των άλλων δούλων· “βάλε την χείρα σου υπό τον μηρόν μου·
σε εξορκίζω ενώπιον Κυρίου, του Θεού του ουρανού και της γης, να μη λάβης δια τον υιόν μου τον Ισαάκ σύζυγον από τας θυγατέρας των κατοίκων Χαναάν, μεταξύ των οποίων εγώ μέχρι σήμερον ζω,
άλλα από την χώραν της καταγωγής μου, όπου εγώ εγεννήθην. Θα υπάγης εκεί εις την φυλήν μου και από τους εκεί συγγενείς μου θα εκλέξης γυναίκα δια τον υιόν μου τον Ισαάκ”
Ηρώτησε δε αυτόν ο Ελιέζερ, ο δούλος· “εάν τυχόν η γυναίκα, που θα εκλέξω ως σύζυγον του Ισαάκ, δεν θελήση να με ακολουθήση εις την χώραν της Χαναάν, θα οδηγήσω τον υιόν σου στον τόπον, από τον οποίον συ ανεχώρησες και ήλθες;”
διότι ο Κυριος ο Θεός του ουρανού και της γης, ο οποίος με επήρε από τον πατρικόν μου οίκον και από την γην, εις την οποίαν εγεννήθην, και με έφερεν εδώ, αυτός μου είπε και μου ωρκίσθη λέγων· Εις σε και στους απογόνους σου θα δώσω την χώραν αυτήν. Αυτός, λοιπόν, ο Θεός θα στείλη ενώπιόν σου άγγελον οδηγόν και θα σε δοηθήση να εκλέξης από εκεί σύζυγον δια τον υιόν μου.
Εάν δε και δεν θελήση η γυναίκα να έλθη μαζή σου εις την χώραν αυτήν, είσαι απηλλαγμένος από τον όρκον, στον οποίν σε υπέβαλα. Η μόνη σου υποχρέωσις είναι, να μη οδηγήσης τον υιόν μου εκεί”.
Επήρε, λοιπόν, δέκα καμήλους από τας καμήλους του κυρίου του, επήρεν ακόμη μαζή του από όλα τα αγαθά που είχεν ο κύριός του και εξεκίνησε δια την Μεσοποταμίαν, δια την πόλιν του Μαχώρ, του αδελφού του Αβραάμ.
Οταν, από ταξίδιον ημερών, επλησίασε κατά την εσπέραν έξω από την πόλιν, αφήκεν εκεί κοντά στο φρέαρ να κατακλιθούν αι κάμηλοι, την ώραν κατά την οποίαν εξέρχονται συνήθως από την πόλιν αι γυναίκες, δια να αντλήσουν νερό.
Προσηυχήθη δε εκεί προς τον Θεόν ο Ελιέζερ και είπε· “Κυριε, συ ο Θεός του κυρίου μου του Αβραάμ, δώσε καλήν έκβασιν και επιτυχίαν σήμερον εις τας ενεργείας μου και κάμε το έλεός σου προς τον κύριόν μου τον Αβραάμ.
Δώσε, Κυριε, ώστε η παρθένος, εις την οποίαν εγώ θα είπω “γύρε την στάμναν σου δια να πίω νερό” και εκείνη θα μου πη “πίε και συ και θα ποτίσω τας καμήλους σου μέχρις ότου χορτάσουν και παύσουν πλέον να πίνουν”, ώσε, ώστε αυτή να είναι εκείνη, την οποίαν συ έχεις προορίσει ως σύζυγον δια τον δούλόν σου Ισαάκ. Με τον τρόπον δε αυτόν θα καταλάβω και εγώ, ότι έκαμες το έλεός σου προς τον κύριόν μου τον Αβραάμ και εξεπλήρωσες την επιθυμίαν του”.
Πριν ακόμη τελείωση ο Ελιέζερ την νοεράν αυτήν προσευχήν του προς τον Θεόν, ιδού εξήρχετο από την πόλιν η Ρεβέκκα, η κόρη του Βαθουήλ, υιού της Μελχάς, συζύγου του Ναχώρ, του αδελφού του Αβραάμ. Εφερε δε επάνω στον ώμόν της την στάμναν.
Η παρθένος αυτή ήτο εξαιρετικώς ωραία. Ητο παρθένος και κανείς ανήρ δεν είχεν έλθει εις επαφήν με αυτήν. Κατέβηκε εις την πηγήν, εγέμισε την στάμναν της και ανέβη πάλιν, δια να επιστρέψη εις την πόλιν.
Εκείνη δε είπε· “πίε, κύριε”· κατέβασε την στάμναν και την εστήριξεν στον βραχίονά της, την έγειρε και επότισεν αυτόν, έως ότου αυτός εχόρτασε και έπαυσε να πίνη.
Αμέσως άδειασε την στάμναν της στο παρά το φρέαρ ποτιστήριον των ζώων, έτρεξεν στο φρέαρ να αντλήση και άλλο ύδωρ, έως ότου επότισεν όλας τας καμήλους.
Ο δε Ελιέζερ την παρατηρούσε και την παρακολουθούσε με πολλήν προσοχήν, χωρίς να βγάζη λέξιν, προσπαθών να γνωρίση, εάν ο Θεός τον εβοήθησε να επιτύχη η όχι τον σκοπόν του ταξιδίου του.
Οταν πλέον εποτίσθησαν όλαι αι κάμηλοι, επείσθη ο Ελιέζερ ότι αυτή είναι η νύμφη, η από τον Θεόν προοριζομένη δια τον Ισαάκ. Επήρε τότε από τας αποσκευάς του ο Ελιέζερ και έδωσεν εις την Ρεβέκκαν σκουλαρίκια χρυσά, πεντέμισυ περίπου γραμμαρίων βάρους το καθένα, και δύο βραχιόλια χρυσά βάρους και τα δύο διακοσίων είκοσι περίπου γραμμαρίων,
ηρώτησεν αυτήν και της είπε· “τίνος είσαι κόρη; Ημπορείς ακόμη να με πληροφορήσης, αν υπάρχη και για μας τόπος κοντά στον πατέρα σου, δια να καταλύσωμεν εκεί;”
“δοξασιμένος ας είναι ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ, ο οποίος και εις την περίστασιν αυτήν έδειξε την δικαιοσύνην και την αλήθειάν του, ετήρησε την υπόσχεσίν του απέναντι του κυρίου μου, εμέ δε εβοήθησε να φθάσω αισίως στον οίκον του Ναχώρ, αδελφού του Αβραάμ”.
Οταν δηλαδή είδε τα σκουλαρίκια και τα βραχιόλια εις τα χέρια της αδελφής του, και όταν ήκουσεν αυτήν να διηγήται και να λέγη όσα της είχεν είπει ο Ελιέζερ, ήλθεν ο Λαβαν προς αυτόν, που εστέκετο ακόμη όρθιος κοντά εις τας καμήλους του πλησίον της πηγής,
και του είπε· “έλα μαζή μου· κόπιασε στο σπίτι μου· συ είσαι ευλογημένος από τον Κυριον. Διατί στέκεις έξω όρθιος; Εγώ έχω ετοιμάσει την οικίαν μου δια σε και τόπον δια τας καμήλους σου”.
Εισήλθεν ο Ελιέζερ εις την οικίαν του Λαβαν και εξεσαμάρωσε τας καμήλους. Ο δε Λαβαν έδωσεν εις μεν τας καμήλους άχυρα και τροφάς, εις δε τον ξένον και τους συνοδούς του ύδωρ, δια να νίψουν τους πόδας των.
Επειτα δε παρέθεσε τράπεζαν εις αυτούς, δια να φάγουν. Είπεν όμως ο Ελιέζερ· “δεν θα βάλω τίποτε στο στόμα μου, αν προηγουμένως δεν σας είπω αυτά, που έχω να σας πω”. Εκείνοι του είπαν· “πές μας· σε ακούομεν”.
Γεν 24.34
Καὶ εἶπε· παῖς Ἁβραὰμ ἐγώ εἰμι.
Ο Ελιέζερ τότε είπεν· “εγώ είμαι δούλος του Αβραάμ.
Ο Κυριος και Θεός ηυλόγησε πάρα πολύ τον κύριόν μου και τον εξύψωσεν, ώστε να γίνη μέγας. Του έδωσε πρόβατα και μόσχους και αργύριον και χρυσίον, δούλους και δούλας, καμήλους και όνους.
Η σύζυγος του κυρίου μου, η Σαρρα, εγέννησεν υιόν στον κύριόν μου, όταν πλέον αυτός ήτο προχωρημένης ηλικίας. Ο δε κύριός μου παρέδωσεν στον υιόν του αυτόν όλην την περιουσίαν.
Με ώρκισε δε ενώπιον του Θεού και μου είπε· πρόσεξε, δεν θα πάρης δια τον υιόν μου γυναίκα από τας θυγατέρας των κατοίκων Χαναάν, εις την χώραν των οποίων εγώ μένω ως πάροικος,
Εκείνος μου είπε· ο Κυριος και Θεός, ενώπιον του οποίου εγώ έζησα και έπραξα όπως αρέσει εις αυτόν, θα στείλη μαζή σου τον άγγελόν του, θα κατευοδώση τον δρόμον σου, θα εκπληρώση τον σκοπόν του ταξιδίου σου και θα πάρης δια τον υιόν μου γυναίκα από την φυλήν μου και από την οικογένειαν του πατρός μου.
Εάν έτσι προχωρήσης και φερθής, θα είσαι απηλλαγμένος από την κατάραν μου. Εάν όμως έλθης εις την φυλήν μου και δεν σου δώσουν νύμφην δια τον υιόν μου, θα είσαι αθώος από τον όρκον, στον οποίον σε υπέβαλα.
Λοιπόν, εγώ ήλθα σήμερον εις την πηγήν, προσηυχήθην προς τον Θεόν και είπα· Κυριε ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ, κατευόδωσε και φέρε εις αίσιον πέρας τον σκοπόν, δια τον οποίον εγώ ήλθον έως εδώ.
Ιδού εγώ στέκομαι όρθιος εις την πηγήν αυτήν του ύδατος· αι θυγατέρες των κατοίκων της πόλεως αυτής εξέρχονται προς τα εδώ δια να αντλήσουν ύδωρ. Δώσε, ώστε η παρθένος, εις την οποίαν εγώ θα είπω· Ποτισέ με λίγο νερό από την στάμναν σου,
εκείνη δε θα μου πη· πίε και συ και εις τας καμήλους σου εγώ θα δώσω ύδωρ, δώσε ώστε αυτή η γυνή να είναι η προωρισμένη ως σύζυγος δια τον δούλον σου τον Ισαάκ. Κατ’ αυτόν τον τρόπον θα εννοήσω, ότι και πάλιν έχεις κάμει το έλεός σου προς τον κύριόν μου τον Αβραάμ.
Πριν δε ακόμη τελειώσω την νοεράν προσευχήν μου, εφάνη αμέσως η Ρεβέκκα εξερχομένη από την πόλιν, με την στάμναν στον ώμον της. Κατέβηκε εις την πηγήν και ήντλησεν ύδωρ. Τοτε της είπα· Δος μου να πιώ και εγώ νερό.
Αυτή κατέβασε αμέσως την στάμναν της, την εστήριξεν στον βραχίονά της και μου είπε· Πιέ συ, και θα ποτίσω και τας καμήλους σου. Αφού έπιον εγώ επότισε πράγματι και τας καμήλους.
Τοτε την ηρώτησα και της είπα· πες μου τίνος είσαι θυγάτηρ; Εκείνη απήντησεν· είμαι θυγάτηρ του Βαθουήλ, υιού του Ναχώρ και της Μελχά. Εδωσα κατόπιν εις αυτήν σκουλαρίκια και έθεσα βραχιόλια εις τα χέρια της.
Κατευχαριστημένος δε δι’ όλα αυτά έσκυψα και επροσκύνησα και εδόξασα τον Θεόν του κυρίου μου Αβραάμ, ο οποίος κατευώδωσε την πορείαν μου, ώστε να εκλέξω την κόρην του ανεψιού του κυρίου μου ως σύζυγον του υιού του.
Εάν λοιπόν σεις θελήσετε να φανήτε καλοί και δίκαιοι προς τον κύριόν μου, πέστε μου εάν δέχεσθε τας προτάσεις μου. Εάν όμως δεν τας δέχεσθε, πέστε μου, ώστε να στραφώ δεξιά και αριστερά, δια να αναζητήσω αλλού νύμφην δια τον Ισαάκ”.
Ο Λαβαν και ο Βαθουήλ απεκρίθησαν με ένα στόμα και είπαν· “ο Θεός έβγαλε αυτήν την διαταγήν και δεν ημπορούμεν να αρνηθώμεν και να είπωμεν τίποτε κακόν η καλόν. Δεχόμεθα την πρότασίν σου.
Εβγαλε τότε ο Ελιέζερ από τας αποσκευάς του χρυσά και αργυρά κοσμήματα και φορέματα και τα έδωσε εις την Ρεβέκκαν. Εδωσεν επίσης δώρα στον αδελφόν της τον Λαβαν και εις την μητέρα της
Κατόπιν δε αυτών έφαγον και έπιον ο Ελιέζερ και οι άνδρες, που ήσαν μαζή του, και μετά το δείπνον έπεσαν και εκοιμήθησαν. Το πρωϊ δε σηκώθηκε ο Ελιέζερ και είπε· “κατευοδώσατέ με τώρα και επιτρέψατέ μου να επανέλθω προς τον κύριόν μου”.
Ηυχήθησαν δε την Ρεβέκκαν και της είπαν· “είσαι αδελφή μας. Γινε προμήτωρ εις χιλιάδας μυριάδας γενεών και οι απόγονοί σου ας είναι τόσον ισχυροί, ώστε να κυριεύσουν και να κληρονομήσουν τας πόλεις των εχθρών των”.
Ηγέρθη δε η Ρεβέκκα και αι θεραπαινίδες της, ανέβησαν εις τας καμήλους και επορεύθησαν με τον άνθρωπον εκείνον. Και ο Ελιέζερ, ο δούλος του Αβραάμ, λαβών την Ρεβέκκαν ανεχώρησε.
Ο δε Ισαάκ κατά τον καιρόν αυτόν επορεύετο δια μέσου της ερήμου προς το φρέαρ, το οποίον ωνομάζετο “Φρέαρ της οράσεως”· κατοικούσε δε εις την νότιον περιοχήν της Χαναάν.
Ηρώτησε δε τον Ελιέζερ· “ποιός είναι ο άνθρωπος εκείνος, που περιπατεί εις την πεδιάδα και έρχεται προς συνάντησίν μας;” Είπε δε ο Ελιέζερ· “αυτός είναι ο νέος κύριός μου, ο Ισαάκ”. Εκείνη έλαβε καλύπτραν και εσκεπάσθη.
Ο Ισαάκ έλαβε την Ρεβέκκαν, την εισήγαγεν εις την σκηνήν της μητρός του, την ενυμφεύθη και την ηγάπησεν. Ετσι δε και επαρηγορήθη δια τον θάνατον της μητρός του.
Εις δε τους υιούς των γυναικών του της δευτέρας σειράς έδωσε διάφορα δώρα και, ζων ακόμη, απεμάκρυνεν αυτούς εις διάφορα μέρη, εις την ανατολικώς της Παλαιστίνης χώραν, την Αραβίαν, μακράν από τον υιόν του τον Ισαάκ.
Εγκατέλειψαν αυτόν αι δυνάμστου, απέθανεν εις ευτυχές γήρας, πρεσβύτης πλήρης ημερών, και προσετέθη στους εκ του κόσμου τούτου εκδημήσαντας προγόνους του.
Εθαψαν αυτόν ο Ισαάκ και ο Ισμαήλ, οι υιοί του, στο διπλούν σπήλαιον, το οποίον ευρίσκετο στον αγρόν του Εφρών, υιού Σαάρ του Χετταίου, απέναντι από την Δρυν Μαμβρή·
στον αγρόν αυτόν και το σπήλαιον, τα οποία είχεν αγοράσει ο Αβραάμ από τους ανθρώπους της φυλής Χέτ, εκεί τον έθαψαν, όπου είχε θάψει και την γυναίκα του, την Σαρραν.
Αυτά ήσαν τα ονόματα των υιών του Ισμαήλ, κατά τα ονόματα των απογόνων του. Πρωτότοκος υιός του Ισμαήλ ήτο ο Ναβαιώθ, μετ’ αυτόν δε ο Κηδάρ, ο Ναβδεήλ, ο Μασσάμ,
Αυτοί ήσαν οι υιοί του Ισμαήλ και αυτά τα ονόματά των, οι οποίοι κατοικούσαν εις σκηνάς και εις χωρία, και οι οποίοι ανεδείχθησαν γενάρχαι και άρχοντες δώδεκα λαών, ενός λαού ο καθένας από αυτούς.
Τα έτη της ζωής του Ισμαήλ ανήλθον εις εκατόν τριάκοντα επτά. Εξέλιπον τότε αι δυνάμστου, εξεδήμησεν από τον κόσμον αυτόν και προσετέθη στους προαπελθόντας από το γένος του.
Οι απόγονοι του Ισμαήλ, οι Ισμαηλίται, εγκατεστάθησαν εις την περιοχήν από Ευϊλάτ, έως την έρημον Σούρ, η οποία ευρίσκεται ανατολικώς της Αιγύπτου και μέχρι της Ασσυρίας, εις χώραν δηλαδή ανατολικώς της Παλαιστίνης, επί της οποίας Παλαιστίνης είχον εγκατασταθή οι απόγονοι του Ισαάκ, αδελφού του Ισμαήλ, οι Ισραηλίται.
Γεν 25.19
Καὶ αὗται αἱ γενέσεις Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ Ἁβραάμ·
Ιδού δε η ιστορία και αι γενεαλογία του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ.
Ο Αβραάμ απέκτησεν υιόν τον Ισαάκ. Ητο δε ο Ισαάκ τεσσαράκοντα ετών, όταν έλαβεν ως σύζυγον την Ρεβέκκαν, θυγατέρα Βαθουήλ του Συρου, του καταγομένου, δηλαδή, από την Μεσοποταμίαν της Συρίας, την αδελφήν του Λαβαν του Συρου.
Ο Ισαάκ παρεκάλει θερμώς τον Κυριον δια την γυναίκα αυτού την Ρεβέκκαν, επειδή αυτή ήτο στείρα. Ο Θεός εισήκουσε την δέησίν του, ηυλόγησε την Ρεβέκκαν, την σύζυγον του Ισαάκ, η οποία συνέλαβε και έμεινε έγκυος.
Δυο δε παιδιά εσκιρτούσαν και τρόπον τινά διεπληκτίζοντο εις την κοιλίαν της. Η δε Ρεβέκκα είπε τότε· “εάν επρόκειτο να μου συμβούν αυτά, να διαπληκτίζωνται δηλαδή τα παιδιά μου, πριν ακόμη γεννηθούν, διατί να μείνω έγκυος;” Μετέβη λοιπόν και ηρώτησε σχετικώς τον Κυριον.
Είπε δε ο Κυριος εις αυτήν· “δύο λαοί υπάρχουν εις την κοιλίαν σου, δύο διαφορετικαί φυλαί θα ξεχωρίσουν από σέ. Ο ένας εκ των δύο λαών θα αναδειχθή ανώτερος του άλλου, και ο μεγαλύτερος θα είναι υποχείριος και δούλος στον μικρότερον”.
Εν συνεχεία εξήλθεν ο αδελφός του, του οποίου η χειρ είχε συλλάβει την πτέρναν του Ησαύ. Δια τούτο τον ωνόμασαν Ιακώβ. Ητο δε τότε ο Ισαάκ εξήκοντα ετών, όταν η Ρεβέκκα εγέννησε τα δίδυμα αυτά παιδιά.
Εμεγάλωσαν οι νεαροί αυτοί αδελφοί. Ο Ησαύ ήτο επιτήδειος κυνηγός, άνθρωπος της υπαίθρου, ενώ ο Ιακώβ ήτο άνθρωπος απλούς και αφελής, ευχαριστούμενος να μένη στο σπίτι.
Ο Ισαάκ ηγάπησε περισσότερον τον Ησαύ, διότι έτρωγε με ευχαρίστησιν τα θηράματα από το κυνήγιον αυτού, η δε Ρεβέκκα ηγάπησε τον Ιακώβ ως άνθρωπον του σπιτιού.
Είπεν εις αυτόν ο Ιακώβ· “κάμε μου σήμερον όρκον, ότι μου παραχωρείς τα πρωτοτόκιά σου”. Ο Ησαύ ωρκίσθη και έτσι επώλησεν στον Ιακώβ τα πρωτοτόκια αντί πινακίου φακής.
Τοτε ο Ιακώβ έδωσε ψωμί και μαγειρευμένες φακές στον Ησαύ, ο οποίος έφαγε, έπιε και ανεχώρησε, χωρίς να δώση καμμίαν σημασίαν ότι απεξενώθη από τα πρωτοτόκια. Ετσι δε ο Ησαύ περιεφρόνησε και εξηυτέλισε τα πρωτοτόκια.
Επεσε κατά την εποχήν εκείνην πείνα, ωσάν εκείνην η οποία είχε γίνει προηγουμένως κατά τους χρόνους του Αβραάμ. Δια την εξεύρεσιν δε τροφίμων ανεχώρησεν ο Ισαάκ εις Γέραρα προς τον Αβιμέλεχ, βασιλέα των Φιλισταίων, δια να μεταβή από εκεί εις την Αίγυπτον.
Μείνε προσωρινώς εις την γην αυτήν των Φιλισταίων, και εγώ θα είμαι μαζή σου και θα σε ευλογήσω· διότι εις σε και στους απογόνους σου θα δώσω όλην αυτήν την γώραν και θα εκπληρώσω έτσι την ένορκον υπόσχεσιν, την οποίαν έδωκα στον Αβραάμ τον πατέρα σου.
Θα πληθύνω δε τους απογόνους σου ωσάν τα αστέρια του ουρανού και θα δώσω όλην αυτήν την χώραν στους απογόνους σου. Δι’ ενός δε εκ των Απογόνων σου θα ευλογηθούν όλοι οι λαοί της γης.
Και ταύτα προς χάριν του πατρός σου του Αβραάμ, ο οποίος υπήκουσεν εις την εντολήν μου, εφύλαξε τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου, τα δικαιώματά μου και τον νόμον μου”.
Καθ’ ον χρόνον όμως έμενεν εκεί, οι άνδρες της πόλεως του εζήτησαν πληροφορίας δια την γυναίκα του την Ρεβέκκαν, ποίαν δηλαδή προς αυτήν συγγένειαν και σχέσιν έχει. Εκείνος απήντησεν ότι είναι αδελφή μου. Εφοβήθη να είπη ότι είναι σύζυγός μου, μήπως και τον φονεύσουν οι άνδρες της πόλεως εκείνης ένεκα της Ρεβέκκας, διότι αυτή ήτο ωραία κατά την εμφάνισιν.
Εμεινε δε εκεί ο Ισαάκ επί πολύ χρονικόν διάστημα. Καποιαν ημέραν ο βασιλεύς των Γεράρων Αβιμέλεχ έσκυψε από τα ανάκτορά του και είδε από την ανοικτήν θύραν της σκηνής τον Ισαάκ να χαριεντίζεται με την Ρεβέκκαν την σύζυγόν του.
Εκάλεσε τότε τον Ισαάκ και του είπε· “ώστε λοιπόν είναι γυναίκα σου η Ρεβέκκα; Διατί είπες ότι είναι αδελφή σου;” Ο Ισαάκ απήντησεν εις αυτόν· “Είπα ότι είναι, αδελφή μου, διότι εφοβήθηκα μήπως εξ αιτίας της φονευθώ”.
Ο δε Αβιμέλεχ του είπε· “τι είναι αυτό που μας έκαμες; Παρ’ ολίγον και να εκοιμάτο μαζή της κάποιος από την φυλήν μου, και θα εγίνεσο συ αιτιά να πέση επάνω μας αμαρτία και ενοχή δια την άγνοιάν μας αυτήν”.
Εβγαλε δε διαταγήν ο Αβιμέλεχ προς όλον τον λαόν του και είπεν· “Εκείνος ο οποίος θα τολμήση να εγγίση τον άνθρωπον αυτόν η την σύζυγόν του, θα είναι ένοχος θανάτου”.
Δι’ αυτό και έγινε πλούσιος. Οσον δε επερνούσεν ο καιρός, τόσον και πλουσιότερος εγίνετο, μέχρις ότου έγινε μέγας δια τα πολλά του πλούτη και την δόξαν του.
Και πάλιν εκεί ήνοιξε τα φρέατα του ύδατος, τα οποία είχον ανοίξει, ζώντος του Αβραάμ, οι δούλοι του, και τα οποία μετά τον θάνατο του Αβραάμ είχον βουλώσει οι Φιλισταίοι. Τα φρέατα αυτά τα ωνόμασεν ο Ισαάκ με τα ίδια ονόματα, που τους είχε δώση ο πατέρας του ο Αβραάμ.
Οι ποιμένες όμως των Γεράρων εφιλονείκησαν και συνεπλάκησαν με τους ποιμένας του Ισαάκ λέγοντες, ότι το πηγαίον αυτό ύδωρ του νέου φρέατος είναι ιδικόν των. Οι ποιμένες του Ισαάκ ωνόμασαν το φρέαρ εκείνο “Αδικία”, διότι οι Φιλισταίοι ηδίκησαν τον Ισαάκ.
Παραλαβών τα υπάρχοντά του ο Ισαάκ ανεχώρησεν από εκεί και ήνοιζε νέον φρέαρ. Αλλά και δι’ αυτό εφιλονείκησαν οι Φιλισταίοι προς αυτόν. Δια τούτο και το ωνόμασεν “Εχθρότης”.
Αναχωρήσας και από εκεί, ήνοιξεν άλλο φρέαρ εις άλλην περιοχήν. Δεν εφιλονίκησαν δι’ αυτό οι Φιλισταίοι. Και το ωνόμασε ο Ισαάκ “Ευρυχωρία” λέγων· “τώρα ο Κυριος μας εχάρισεν ευρυχωρίαν και μας επλούτισεν εις την χώραν αυτήν”.
Γεν 26.23
Ἀνέβη δὲ ἐκεῖθεν ἐπὶ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου.
Μετά ταύτα μετέβη από εκεί ο Ισαάκ εις την περιοχήν, η οποία ωνομάζετο “Φρέαρ του όρκου”.
Εφανερώθη εις αυτόν ο Κυριος κατά την νύκτα εκείνην και του είπεν· “Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ του πατρός σου. Μη φοβήσαι, διότι είμαι μαζή σου και θα ευλογήσω σε προσωπικώς, θα πληθύνω δε και τους απογόνους σου ένεκα του Αβραάμ του πατρός σου”.
Ο Ισαάκ έκτισεν εκεί θυσιαστήριον στον Κυριον, επεκαλέσθη το όνομα του Κυρίου, και έστησεν εκεί την σκηνήν του. Οι δε δούλοι του ήνοιξαν φρέαρ (όπως και εις την φάραγγα των Γεράρων).
ας γίνη συνθήκη μεταξύ ημών και σου, δια της οποίας θα συμφωνήσωμεν να μη κάμης κανένα κακόν εναντίον μας, διότι ημείς δεν σε εμισήσαμεν και να φερθής απέναντί μας καλώς, όπως και ημείς σου συμπεριεφέρθημεν και σε επροπέμψαμεν με ειρήνην. Ετσι δε θα είσαι συ ευλογημένος από τον Κυριον”.
Γεν 26.30
καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς δοχήν, καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον·
Ο ανεξίκακος Ισαάκ εδέχθη την πρότασιν και τους παρέθεσε τράπεζαν. Ολοι δε μαζή έφαγον και έπιον.
Την πρωΐαν δε εγερθέντες ορκίσθησαν ο ένας προς τον άλλον, ότι θα είναι φίλοι μεταξύ των. Ο Ισαάκ τους κατευώδωσε και εκείνοι ανεχώρησαν από αυτόν ειρηνικοί.
Οταν εγήρασεν ο Ισαάκ και αδυνάτησαν πλέον οι οφθαλμοί του, εκάλεσε τον μεγαλύτερόν του υιόν, τον Ησαύ, και του είπε· “παιδί μου”· και εκείνος του απήντησεν· “ιδού εγώ, πάτερ μου”.
Η Ρεβέκκα ήκουσε τους λόγους αυτούς, τους οποίους είπεν ο Ισαάκ προς τον υιόν του τον Ησαύ. Ο Ησαύ υπακούων στον πατέρα εξήλθεν εις την πεδιάδα, δια να κυνηγήση και φέρη εις αυτόν κυνήγιον.
Φοβούμαι, λοιπόν, μήπως με ψηλαφήση ο πατήρ μου, αναγνωρίση ότι είμαι ο Ιακώβ και με θεωρήση ως ασεβή και απατεώνα· οπότε υπάρχει φόβος να επισύρω εναντίον μου όχι την ευλογίαν του αλλά την κατάραν”.
Απήντησε δε εις αυτόν η μητέρα του· “επάνω μου ας πέση η κατάρα σου αυτή, τέκνον μου· μόνον άκουσε αυτό, που σου είπα, και πήγαινε να μου φέρης τα ερίφια”.
Ελαβεν η Ρεβέκκα την στολήν του μεγαλυτέρου υιού της του Ησαύ, την καλήν, που ευρίσκετο στον οίκον της, ενέδυσε με αυτήν τον νεώτερον υιόν της τον Ιακώβ,
Και είπεν ο Ιακώβ προς τον πατέρα του· “εγώ είμαι, ο Ησαύ, ο υιός σου ο πρωτότοκος. Εκαμα, όπως μου είπες. Σηκω κάθισε και φάγε από το κυνήγι μου, δια να με ευλογήση η ψυχή σου”.
Ο Ισαάκ είπεν στο παιδί του· “πως συνέβη αυτό, ώστε τόσον σύντομα να εύρης το κυνήγι, παιδί μου;” Εκείνος απήντησεν· “ο Κυριος μου το παρέδωσε ενώπιόν μου”.
Επλησίασεν ο Ιακώβ προς τον πατέρα του τον Ισαάκ, ο οποίος τον εψηλάφησε και του είπε· “η μεν φωνή είναι φωνή του Ιακώβ, οι δε χείρες είναι χείρες του Ησαύ”.
Δεν ανεγνώρισε δε τον Ιακώβ, διότι αι χείρες αυτού, σκεπασμέναι με τα δέρματα, ήσαν δασείαι, όπως αι χείρες του αδελφού του Ησαύ. Ευλόγησεν αυτόν ο Ισαάκ
Γεν 27.24
καὶ εἶπε· σὺ εἶ ὁ υἱός μου Ἡσαῦ; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ.
και είπε· “συ λοιπόν είσαι ο υιός μου ο Ησαύ;” Εκείνος απήντησε· “ναι, εγώ είμαι”.
Είπε τότε ο Ισαάκ· “παιδί μου, φέρε μου από το κυνήγι σου, δια να φάγω και να σε ευλογήσω με όλην μου την ψυχήν”. Ο Ιακώβ έφερεν στον πατέρα του και έφαγε· του έφερε επίσης οίνον και έπιε.
Ο Ιακώβ επλησίασε και εφίλησε τον πατέρα του. Ο Ισαάκ ωσφράνθη την οσμήν των ενδυμάτων, που είχε φορέσει ο Ιακώβ, ευλόγησεν αυτόν και είπεν· “ιδού, αυτή είναι η οσμή του υιού μου, ωσάν οσμή αγρού γεμάτου χόρτα και άνθη, που τον ευλόγησεν ο Κυριος.
Λαοί να σε υπηρετήσουν και άρχοντες να σε προσκυνήσουν· να γίνης κύριος του αδελφού σου, και θα σε προσκυνήσουν οι απόγονοι του πατρός σου. Εκείνος που θα σε καταρασθή να είναι κατηραμένος και εκείνος που θα σε ευλογή, να είναι ευλογημένος από τον Θεόν”.
Οταν έπαυσεν ο Ισαάκ να δίδη τας ευλογίας του στον υιόν του τον Ιακώβ και ο Ιακώβ ανεχώρησεν από την σκηνήν του πατρός του, ο Ησαύ, ο αδελφός του, επέστρεψεν από το κυνήγιόν του.
Αμέσως δε παρεσκεύασε και αυτός φαγητά, τα προσέφερεν στον πατέρα του και του είπε· “ας σηκωθή ο πατέρας μου και ας φάγη φαγητά ετοιμασμένα από το Κυνήγιον του παιδιού του, δια να με ευλογήση με την ψυχήν του”.
Ο Ισαάκ εξεπλάγη πολύ, πάρα πολύ και είπε· “ποιός λοιπόν ήτο εκείνος, ο οποίος εβγήκεν εις κυνήγιον, μου έφερε και έφαγον από όλα, πριν συ έλθης, και τον ευλόγησα; Λοιπόν, αυτός θα είναι ο ευλογημένος”.
Είπεν ο Ησαύ με αγανάκτησιν “επιτυχώς και πολύ ταιριαστά του εδόθη το όνομο Ιακώβ, διότι ιδού δευτέραν φοράν με υπεσκέλισε και με ηπάτησε. Την πρώτην φοράν επήρε τα πρωτοτόκιά μου και τώρα επήρε και την ευλογίαν μου”. Είπε δε προς τον πατέρα του τον Ισαάκ· “πάτερ μου, δεν έμεινε λοιπόν και δι’ εμέ καμμία ευλογία;”
Απεκρίθη ο Ισαάκ και του είπε· “τον Ιακώβ, τον έκανα κύριόν σου και όλους τους αδελφούς του τους έκαμα υπηρετάς του. Τον ευχήθηκα να έχη πλούσια τα προϊόντα της γης, σίτον και οίνον. Τι λοιπόν να κάμω δια σε τώρα, παιδί μου;”
Είπεν ο Ησαύ προς τον πατέρα του· “μήπως μία μόνον ευλογία υπάρχει εις σέ, πάτερ μου; Υπάρχουν ασφαλώς και άλλαι. Πατερ μου, ευλόγησε και εμένα”. Συνεκινήθη βαθύτατα ο Ισαάκ, διότι δεν ηδύνατο να κάμη τίποτε, ο δε Ησαύ εκραύγασε με μεγάλην φωνήν και έκλαυσε πικρά.
Απαντών τότε ο Ισαάκ στους θρήνους του παιδιού του, του είπε· “ιδού· ένα μέρος από την εύφορον γην και από την δρόσον του ουρανού θα είναι η κατοικία σου.
Θα ζης με το σπαθί σου, αλλά θα είσαι δούλος στον αδελφόν σου. Θα έλθουν όμως περιστάσεις, κατά τας οποίας θα κατεβάσης από τον τράχηλόν σου και θα αποτινάξης τον ζυγόν”.
Ο Ησαύ από την ημέραν εκείνην και εντεύθεν εμνησικάκει και αγανακτούσε εναντίον του Ιακώβ δια την ευλογίαν, την οποίαν μετά δόλου επήρεν από τον πατέρα του. Είπε δε από μέσα του· “ας αποθάνη πρώτα ο πατέρας μου, ας έλθουν και ας περάσουν αι ημέραι του πένθους δια τον θάνατον του πατρός μου, και τότε εγώ θα φονεύσω τον αδελφόν μου τον Ιακώβ”.
Τα λόγια όμως αυτά του Ησαύ, του πρεσβυτέρου υιού, επληροφορήθη η Ρεβέκκα. Εστειλε άνθρωπον, εκάλεσε κοντά της τον νεώτερον υιόν της Ιακώβ και του είπε· “ιδού, ο αδελφός σου ο Ησαύ απειλεί να σε φονεύση.
Τωρα λοιπόν, παιδί μου, άκουσε προσεκτικά τα λόγια μου. Σηκω και φεύγα μυστικά και πήγαινε εις την Χαρράν της Μεσοποταμίας προς τον αδελφόν μου τον Λαβαν.
μέχρις ότου διαλυθή ο θαμύς και η οργή, που ο αδελφός σου έχει εναντίον σου, και λησμονήση αυτά, που του έκαμες. Εγώ θα στείλω προς σε άνθρωπον και θα σε καλέσω να επιστρέψης πάλιν από εκεί. Να φύγης τώρα, παιδί μου, δια να μη χάσω εις μίαν ημέραν και τα δυο μου παιδιά, τον ένα που θα πέση νεκρός και τον άλλον που θα γίνη φονηάς”.
Δια να πείση δε η Ρεβέκκα τον Ισαάκ και αφήση τον Ιακώβ να αναχωρήση εις Χαρράν του είπε· “Εβαρέθηκα την ζώην μου εξ αιτίας των Χετταίων γυναικών, τας οποίας έχει λάβει συζύγους ο Ησαύ. Δεν θέλω, λοιπόν, να λάβη σύζυγον ο Ιακώβ γυναίκα από τας θυγατέρας της χώρας αυτής, διότι εάν λάβη από αυτάς τι θέλω να ζω; Καλύτερα να πεθάνω”.
αλλά σήκω και φύγε εις την Μεσοποταμίαν, στον οίκον του Βαθουήλ, του πατρός της μητρός σου, και πάρε σύζυγόν σου από εκεί, από τας θυγατέρας του Λαβαν, του αδελφού της μητρός σου.
Γεν 28.3
ὁ δὲ Θεός μου εὐλογήσαι σε καὶ αὐξήσαι σε καὶ πληθύναι σε, καὶ ἔσῃ εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν·
Ο δε Θεός μου ας σε ευλογήση, ας σε αυξήση και ας σε πληθύνη, και έτσι θα αναδειχθής γενάρχης πολλών λαών.
Είθε να δώση την ευλογίαν του πατρός μου του Αβραάμ εις σε προσωπικώς και στους κατόπιν από σε απογόνους σου, ώστε να κληρονομήσης την χώραν, όπου σήμερον μένεις, και την οποίαν ο Θεός έχει δώσει στον Αβραάμ”.
Εστειλεν ο Ισαάκ τον Ιακώβ εις την Μεσοποταμίαν, όπου πράγματι αυτός επορεύθη προς τον Λαβαν, τον υιόν Βαθουήλ του Συρου, αδελφόν της Ρεβέκκας, της μητρός του Ιακώβ και του Ησαύ.
Είδεν ο Ησαύ ότι ο Ισαάκ ευλόγησε τον Ιακώβ. Ο Ιακώβ λαβών την ευλογίαν του Ισαάκ ανεχώρησεν εις την Μεσοποταμίαν της Συρίας, δια να πάρη από εκεί σύζυγόν του. Κατά δε την ώραν της ευλογίας του έδωσεν ο πατήρ του την εντολήν· “δεν θα πάρης σύζυγον από τας θυγατέρας των Χαναναίων”.
επορεύθη προς την περιοχήν όπου κατοικούσεν ο Ισμαήλ, και εκτός των δύο γυναικών, που είχε, έλαβεν από εκεί και άλλην σύζυγον την Μαελέθ, θυγατέρα του Ισμαήλ, υιού του Αβραάμ, αδελφήν του Ναβεώθ.
Εφθασεν εις κάποιον τόπον, εις την Βαιθήλ, και εκοιμήθη εκεί, διότι είχε δύσει ο ήλιος. Επήρε από τους λίθους του τόπου, έβαλεν αυτούς ως προσκεφάλαιον κάτω από την κεφαλήν του και εκοιμήθη στον τόπον εκείνον.
Εκεί είδεν ένα όνειρον. Είδε μίαν κλίμακα, της οποίας η βάσις ήτο στερεωμένη εις την γην, η δε κορυφή της έφθανεν στον ουρανόν· άγγελοι δε του Θεού ανέβαινον και κατέβαινον δι’ αυτής.
Ο Θεός είχε στηριχθή στο άνω μέρος της κλίμακος αυτής, και είπεν· “εγώ είμαι ο Θεός Αβραάμ, του πατρός σου, και ο Θεός του Ισαάκ. Μη φοβήσαι, διότι αυτήν την γην, επί της οποίας συ τώρα κοιμάσαι, θα δώσω εις σε και στους απογόνους σου.
Οι δε απόγονοί σου θα πληθυνθούν και θα αυξηθούν εις αριθμόν μέγαν ωσάν την άμμον της θαλάσσης, και θα επεκταθούν προς Δυσμάς, προς Νοτον, προς Βορράν και προς Ανατολάς. Ολοι δε οι λαοί της γης, θα ευλογηθούν δια μέσου ενός από τους απογόνους σου (δια του Χριστού).
Γεν 28.15
καὶ ἰδοὺ ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ διαφυλάσσων σε ἐν τῇ ὁδῷ πάσῃ, οὗ ἂν πορευθῇς, καὶ ἀποστρέψω σε εἰς τὴν γῆν ταύτην, ὅτι οὐ μή σε ἐγκαταλίπω, ἕως τοῦ ποιῆσαί με πάντα ὅσα ἐλάλησά σοι.
Και ιδού εγώ είμαι και θα είμαι μαζή σου, θα σε προφυλάσσω και θα σε καθοδηγώ στον κάθε δρόμον σου, οπουδήποτε και αν μεταβής, και θα σε επαναφέρω εις την γην αυτήν. Δεν θα σε εγκαταλείψω και θα πραγματοποιήσω όλα, όσα σου υπεσχέθην”.
Εξύπνησε δε την πρωΐαν, επήρε τον λίθον, τον οποίον είχε θέσει ως προσκεφάλαιον εις την κεφαλήν του, έστησεν αυτόν ως στήλην εις ανάμνησιν του μεγάλου τούτου γεγονότος, και εις ένδειξιν καθιερώσεως έχυσεν έλαιον εις την κορυφήν αυτής.
Εκαμε δε εκεί ο Ιακώβ τάξιμον και είπεν· “εάν ο Κυριος και Θεός είναι μαζή μου και με διαφύλαξη στον δρόμον, τον οποίον εγώ βαδίζω, και μου δώση άρτον προς τροφήν και ιμάτιον εις ενδυμασίαν, μου δώση όσα μου χρειάζονται κατά τους χρόνους της ξενητιάς μου,
Και ο λίθος αυτός, τον οποίον εγώ έστησα όρθιον εις ανάμνησιν του γεγονότος, θα γίνη ο θεμέλιος λίθος του ναού του Θεού. Από όλα δε τα αγαθά, όσα ήθελε μου δώσει ο Θεός, εγώ θα προσφέρω εις αυτόν το εν δέκατον”.
Επειτα από τα γεγονότα αυτά εξεκίνησεν ο Ιακώβ πεζή, εβάδισεν εις τας ανατολικάς χώρας προς τον Λαβαν, τον υιόν Βαθουήλ του Συρου, αδελφόν της Ρεβέκκας της μητρός του Ιακώβ και του Ησαύ.
Οταν δε επλησίασε προς την πόλιν Χαρράν, παρατηρεί και ιδού βλέπει ότι εις την πεδιάδα υπήρχε φρέαρ. Πλησίον δε αυτού ήσαν τρία ποίμνια προβάτων, τα οποία ανεπαύοντο, διότι από το φρέαρ εκείνο επότιζον οι ποιμένες τα κοπάδια των. Ενας δε μεγάλος λίθος έκλειε το στόμιον του φρέατος.
Εμαζεύοντο εκεί όλα τα κοπάδια, οι δε ποιμένες απεκύλιον τον λίθον από το στόμιον του φρέατος, επότιζον τα πρόβατα και έπειτα επανέφεραν τον λίθον εις την θέσιν του, στο στόμιον του φρέατος.
Είπεν εις αυτούς· “είναι καλά εις την υγείαν του;”. Εκείνοι είπαν· “Είναι καλά”. Κατά την ώραν εκείνην ιδού η Ραχήλ, η θυγάτηρ του Λαβαν, ήρχετο με τα πρόβατά της στο φρέαρ.
Ο Ιακώβ, θέλων προφανώς να ομιλήση ιδιαιτέρως με την κόρην του Λαβαν, είπεν στους ποιμένας· “υπολείπονται ώραι πολλαί της ημέρας και δεν είναι ακόμη καιρός να συγκεντρωθούν τα ζώα εις τας μάνδρας των. Ποτίσατέ τα λοιπόν, και πηγαίνετε να τα βοσκήσετε”.
Εκείνοι όμως του απήντησαν· “δεν ημπορούμεν να τα ποτίσωμεν, πριν η, μαζευθούν εδώ όλοι οι ποιμένες και μαζή αποκυλίσουν τον λίθον από το στόμιον του φρέατος, οπότε και θα ποτίσωμεν τα πρόβατα”.
Καθ’ ον χρόνον αυτός συνωμίλει με τους ποιμένας, ιδού η Ραχήλ, η θυγάτηρ του Λαβαν, ήρχετο με τα πρόβατα του πατρός της στο φρέαρ, δια να τα ποτίση, διότι αυτή τα έβοσκεν.
Οτε δε ο Ιακώβ είδε την Ραχήλ, την θυγατέρα του Λαβαν, του αδελφού της μητρός του, και τα πρόβατα του Λαβαν, επλησίασεν στο φρέαρ, απεκύλισε μόνος του από το στόμιον τον λίθον και επότιζε τα πρόβατα του αδελφού της μητρός του.
Επληροφόρησε την Ραχήλ ότι είναι ανεψιός του πατρός της, υιός της Ρεβέκκας της αδελφής του. Εκείνη δε έτρεξε και ανήγγειλεν στον πατέρα της τα λόγια αυτά.
Αμέσως δε μόλις ο Λαβαν ήκουσε το όνομα του Ιακώβ, του παιδιού της αδελφής του, έτρεξεν εις συνάντησίν του, τον ενηγκαλίσθη, τον εφίληοε και τον ωδήγησεν στον οίκον του. Εκεί δε διηγήθη ο Ιακώβ στον Λαβαν όλα, όσα του είχον συμβή.
Ο Λαβαν είπε τότε στον Ιακώβ· “είσαι συ από τα δικά μας κόκκαλα και από την ιδικήν μας σάρκα. Είμεθα συγγενείς εξ αίματος”. Ο Ιακώβ έμεινε μαζή του ένα μήνα.
Μετά την πάροδον του μηνός ο Λαβαν είπεν στον Ιακώβ· “επειδή είσαι συγγενής μου, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εργάζεσαι εις εμέ δωρεάν, ωσάν δούλος. Πές μου ποίος πρέπει να είναι ο μισθός σου”.
Ο Ιακώβ ηγάπησε την Ραχήλ και είπε· “θα εργασθώ εις σε επτά έτη δια την Ραχήλ την νεωτέραν θυγατέρα σου, την οποίαν μετά τα επτά αυτά έτη θα λάβω ως σύζυγον”.
Γεν 29.19
εἶπε δὲ αὐτῷ Λάβαν· βέλτιον δοῦναί με αὐτήν σοι, ἢ δοῦναί με αὐτὴν ἀνδρὶ ἑτέρῳ· οἴκησον μετ᾿ ἐμοῦ.
Ο Λαβαν του απήντησεν· “είναι βεβαίως πολύ προτιμότερον για μένα να δώσω αυτήν σύζυγον εις σέ, παρά εις οιονδήποτε άνδρα. Μείνε μαζή μας και εργάσου, όπως είπες”.
Ο Ιακώβ ειργάσθη πράγματι επί επτά κατά συνέχειαν έτη, δια να λάβη ως σύζυγον την Ραχήλ. Μαλιστα δε του εφάνησαν και ολίγα τα έτη αυτά. Διότι αγαπούσε την Ραχήλ.
Μετά δε την παρέλευσιν των ετών αυτών είπεν ο Ιακώβ στον Λαβαν· “τα επτά έτη της εργασίας μου συνεπληρώθησαν· δος μου λοιπόν την Ραχήλ, δια να την νυμφευθώ και να την έχω ως σύζυγον”.
Οταν εξημέρωσε, είδεν έξαφνα ο Ιακώβ ότι σύζυγός του έγινεν η Λεία. Διεμαρτυρήθη δε προς τον Λαβαν και του είπε· “τι είναι αυτό, που μου έκαμες; Επί επτά έτη συνεχώς δεν ειργάσθην κατά την συμφωνίαν μας κοντά σου δια την Ραχήλ; Διατί με εξηπάτησες;”
Ας περάση λοιπόν η εβδομάς του γάμου σου με την Λείαν και, θα δώσω εις σε και την Ραχήλ έναντι της εργασίας, την οποίον θα μου προσφέρης επί επτά ακόμη έτη”.
Εδέχθη ο Ιακώβ την νέαν αυτήν συμφωνίαν, και έκαμεν, όπως του είπεν ο Λαβαν. Μετά την λήξιν της εβδομάδος του γάμου του με την Λείαν, έδωκεν ο Λαβαν εις αυτόν και την θυγατέρα του Ραχήλ ως σύζυγον.
Ο Ιακώβ ήλθεν εις γάμου κοινωνίαν με την Ραχήλ. Ηγάπησε δε περισσότερον την Ραχήλ από την Λείαν. Εν συνεχεία δε ειργάσθη άλλα επτά έτη στον πενθερόν του τον Λαβαν.
Η Λεία κατέστη έγκυος και εγέννησεν στον Ιακώβ υιόν. Ωνόμασε δε αυτόν Ρουβήν λέγουσα· “ο Κυριος μου έδωκεν υιόν, διότι είδε την περιφρόνησίν μου από τον άνδρα μου. Τωρα λοιπόν θα με αγαπήση ο σύζυγός μου”.
Εμεινε πάλιν έγκυος, εγέννησε δεύτερον υιόν και είπεν· “ήκουσεν ο Κυριος ότι περιφρονούμαι ακόμη από τον σύζυγόν μου και μου έδωσε και αυτόν τον υιόν”. Δια τούτο ωνόμασε τον δεύτερον υιόν της Συμεών.
Εμεινε και πάλιν έγκυος, εγέννησε υιόν και είπε· “τώρα πλέον θα είναι μαζή μου ο άνδρας μου, διότι του εγέννησα τρεις υιούς”. Δια τούτο ωνόμασεν αυτόν Λευεί.
Κατέστη και πάλιν έγκυος, εγέννησε και άλλον υιόν και είπε· “και πάλιν τώρα θα δοξολογήσω δια τούτο το γεγονός τον Κυριον”. Δια τούτο ωνόμασε το παιδί της αυτό Ιούδαν και έπαυσε να γεννά.
Είπεν η Ραχήλ στον Ιακώβ· “Ιδού, η δούλη μου η Βαλλά, πάρε την και θα γεννήση παιδί εις τα γόνατά μου και θα είναι σαν να έχω γενήσει εγώ. Το τέκνον της θα είναι ιδικόν μου”.
Είδεν η Λεία, ότι εσταμάτησεν η τεκνογονία της και έλαβε την δούλην της την Ζελφάν, την παρέδωσεν στον Ιακώβ ως γυναίκα του, και ήλθεν εκείνος εις συνάφειαν με αυτήν.
Καποιαν ημέραν του θερισμού των σιτηρών ο Ρουβήν μετέβη εις αγρόν. Εύρεν εκεί καρπούς του φυτού μανδραγόρου και έφερεν αυτούς προς την μητέρα του την Λείαν. Είπε δε η Ραχήλ προς την αδελφήν της την Λείαν· “δος μου και μένα από τους καρπούς του μανδραγόρου, που σου έφερε το παιδί σου· (εζήτησε δε αυτούς, διότι επίστευεν ότι τρωγόμενοι αυτοί λύουν την στείρωσιν).
Απήντησεν η Λεία· “δεν σου αρκεί ότι μου επήρες τον άνδρα; Μηπως θέλεις να μου πάρης και τους μανδραγόρας του παιδιού μου;” Η Ραχήλ απήντησεν· “όχι. Ας μη υπάρχη αυτή η διαφορά μεταξύ μας. Αυτήν την νύκτα ας κοιμηθή μαζή σου ο άνδρας μου αντί των καρπών του μανδραγόρου, που σου έφερε το παιδί σου, τους οποίους θα μου δώσης”.
Την εσπέραν επέστρεψεν από τον αγρόν ο Ιακώβ και η Λεία εξήλθεν εις συνάντησίν του και του είπεν· “αυτήν την νύκτα θα έλθης προς εμέ, διότι σε έχω εξαγοράσει με τους μανδραγόρας του παιδιού μου”. Και πράγματι ο Ιακώβ εκοιμήθη μαζή της την νύκτα εκείνην.
Είπε δε η Λεία· “ο Θεός μου έδωσε την αμοιβήν μου δια το γεγονός ότι εγώ είχα δώσει την δούλην μου ως σύζυγον στον άνδρα μου”. Δια τούτο έδωσεν εις αυτό το όνομα Ισσάχαρ το οποίον σημαίνει μισθός.
και είπε· “μου εχάρισεν ο Θεός κατά τον καιρόν τούτον ένα καλόν δώρον. Εμέ πλέον θα προτιμά ο σύζυγός μου, διότι του έχω γεννήσει έως τώρα εξ παιδιά”. Και εκάλεσε το όνομα του έκτου αυτού τέκνου Ζαβουλών.
Δος μου τας γυναίκας μου και τα παιδιά μου, δια τας οποίας εγώ σε έχω δουλεύσει, ώστε να επανέλθω εις την πατρίδα μου· διότι συ γνωρίζεις πολύ καλά την εργασίαν, που σου έχω προσφέρει”.
Απήντησε προς αυτόν ο Λαβαν· “θα γίνη, όπως λέγεις. Εγώ και εις οιωνούς ακόμη θα κατέφευγα, δια να επιτύχω ειρηνικάς με σε σχέσεις. Διότι μόλις συ εισήλθες στον οίκον μου, με ευλόγησεν ο Θεός.
Γεν 30.28
διάστειλον τὸν μισθόν σου πρός με, καὶ δώσω.
Καθόρισέ μου λοιπόν, τον μισθόν, που θέλεις, και εγώ θα σου τον δώσω”.
Ολίγα ήσαν τότε τα πρόβατά σου, που μου έδωσες να βόσκω. Τωρα όμως έγιναν πολυάριθμα, διότι καθώς επάτησα το πόδι μου στο σπίτι σου, σε ευλόγησεν ο Θεός. Τωρα, λοιπόν, δεν νομίζεις ότι είναι καιρός να φτιάσω και εγώ το σπίτι μου;”
Ο Λαβαν του είπε· “τι θέλεις να σου δώσω;” Και ο Ιακώβ του απήντησε· “δεν θέλω να μου δώσης τίποτε. Εάν δεχθής την πρότασιν, την οποίαν θα σου κάμω, πάλιν εγώ θα βόσκω και θα φυλάττω τα πρόβατά σου.
Ας περάσουν από εμπρός μας σήμερον όλα τα πρόβατά σου. Ξεχώρισε από αυτά κάθε πρόβατον φαιόν, από δε τα γίδια κάθε αίγα λευκήν η διάστικτον. Αυτά θα είναι ο μισθός μου.
Η τιμιότης μου προς σε θα φανή και θα ακουσθή και στο μέλλον, ότι δηλαδή αυτός θα είναι, ο μισθός μου από σέ. Θα είμαι δε κλέπτης, εάν κρατήσω από το κοπάδι σου γίδια, που δεν θα είναι διάστικτα η λευκά και αρνιά που δεν θα είναι φαια”.
Γεν 30.34
εἶπε δὲ αὐτῷ Λάβαν· ἔστω κατὰ τὸ ῥῆμά σου.
Ο Λαβαν, έχων υπ’ όψιν του ότι τα αρνιά και τα γίδια του χρώματος που εζητούσεν ο Ιακώβ είναι σπάνια, του είπεν· “ας γίνη το θέλημά σου”.
Και εξεχώρισε κατά την ημέραν εκείνην τους τράγους, που είχαν διάστικτον χρωματισμόν και τους λευκούς, όλας τας αίγας τας διαστίκτους και λευκάς, κάθε ζώον στο κοπάδι των αιγών που ήτο λευκόν, όπως επίσης και κάθε πράβατον φαιόν ανάμεσα εις τα άλλα πρόβατα, και τα παρεχώρησεν εις την εξουσίαν των παιδιών του.
Ο Λαβαν απεμάκρυνεν εις απόστασιν τριών ημερών τα ολίγα αυτά γιδοπρόδατα, από εκείνα που θα εξακολουθούσε να φυλάττη ο Ιακώβ. Πράγματι ο Ιακώβ, εξακολουθούσε να ποιμαίνη τα υπολειφθέντα πρόβατα του Λαβαν.
Επήρε τότε ο Ιακώβ ράβδους χλωράς στύρακος, καρυδιάς και πλατάνου, αφήρεσεν από αυτάς ένα μέρος του φλοιού των, ώστε να φαίνεται και τα λευκόν ξυλώδες αυτών μέρος. Ετσι δε παρουσιάζοντο αι ράβδοι αυταί εις ποικίλον χρωματισμόν, εις λευκόν από το ξύλον και εις φαιοπράσινον από τον απομείναντα φλοιόν.
Αυτάς δε τας ράβδους, τας οποίας έτσι είχεν μισοαποφλοιώσει, τας ετοποθέτησεν εις τα ποτιστήρια, ώστε όταν τα πρόβατα του Λαβαν έλθουν δια πότισμα να έχουν ενώπιόν των αυτάς τας ράβδους. Κατά δε το πότισμα, διασταυρούμενα και γονιμοποιούμενα, θα βλέπουν τας ράβδους.
Πράγματι δε τα αιγοπρόβατα συζευγνύμενα εγονιμοποιούντο βλέποντα αυτάς τας ράβδους. Τα περισσότερα δε αρνία, τα οποία έτσι εγεννώντο, ήοαν λευκά, ποικιλόχρωμα και διάστικτα, αρνιά στακτιά.
Εξεχώριζε δε ο Ιακώβ τα διάστικτα αυτά προβατα από τα άλλα. Ετοποθετούσε δε ενώπιον των διαστίκτων προβάτων κριον λευκόν και έτσι εγεννώντο τα περισσότερα πρόβατα διάστικτα. Εξεχώριζεν έπειτα τα διάστικτα πρόβατα, τα οποία κατά την προηγηθείσαν συμφωνίαν ήσαν ιδικά του και δεν τα αναμίγνυε με τα άλλα τα λευκά, που ανήκον στον Λαβαν.
Κατά δε την κατάλληλον εποχήν, κατά την οποίαν εγονιμοποιούντο τα πρόβατα ετοποθετούσεν ο Ιακώβ τας ποικιλοχρώμους ράβδους εις τα ποτιστήρια ενώπιόν των ώστε να γίνεται η γονιμοποίησίς των τη ώραν, που θα έβλεπαν τας ράβδους.
Οταν δε ήρχετο ο καιρός να γεννήσουν τα πρόβατα και να συλλάβουν εκ νέου και γεννήσουν, όπως ήτο επόμενον, ασθενέστερα αρνιά, δεν ετοποθετούσε τας ράβδους ενώπιον αυτών. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τα μεν πρόβατα του Λαβαν εγεννώντο ασθενικά, τα δε πρόβατα του Ιακώβ εύρωστα.
Εφθασαν εις τα αυτιά του Ιακώβ πληροφορίαι, ότι τα παιδιά του Λαβαν έλεγαν· “ο Ιακώβ επήρε όλα τα υπάρχοντα του πατρός μας και από αυτά έκαμε όλην αυτού την μεγάλην περιουσίαν”.
Είδε δε και ο Ιακώβ σκυθρωπόν το πρόσωπον του Λαβαν και αντελήφθη ότι η διάθεσίς του απέναντι αυτού δεν ήτο όπως προηγουμένως φιλική, αλλ’ είχε γίνει δυσμενής και εχθρική εξ αιτίας του φθόνου του.
Είπε δε εις τας γυναίκας του· “εγώ βλέπω το πρόσωπον του πατρός σας σκυθρωπόν· η διάθεσίς του απέναντί μου δεν είναι πλέον φιλική, όπως προηγουμένως. Ο Θεός όμως του πατρός μου ήτο και είναι μαζή μου.
Ο Θεός ήτο μαζή μου· εάν δε ο Λαβαν έλεγε τα ποικιλόχρωμα πρόβατα θα είναι ο μισθός σου, όλα τα πρόβατα θα εγεννούσαν ποικιλόχρωμα. Εάν δε έλεγεν ότι τα λευκά πρόβατα θα είναι ο μισθός σου, όλα τα πρόβατα θα εγεννούσαν λευκά αρνιά.
και συνέβη, ώστε, όταν τα πρόβατα συζευγνύμενα έμεναν έγκυα, είδον στον ύπνον μου με τα ίδια μου τα μάτια, ότι οι τράγοι και οι κριοι αναβαίνοντες επάνω εις τα πρόβατα και τας αίγας ήσαν όλοι λευκοί, παρδαλοί, άτακτοι, διάστικτοι.
“Σηκωσε τα βλέματά σου, μου απήντησιν ο άγγελος. και κύτταξε ότι οι τράγοι και οι κριοι αναβαίνοντες εις τα πρόβατα και τας αίγας είναι λευκοί και ποικιλόχρωμοι και στακτοί και διάστικτοι. Αυτό είναι σημειον ότι θα πολλαπλασιάσω τα ιδικά σου πρόβατα, διότι είδα τας αδικίας, τας οποίας εν συνεχεία σου έχει κάμει ο Λαβαν.
Εγώ είμαι ο Θεός, ο οποίος εφανερώθην εις σε στον ιερόν εκείνον τόπον, τον οποίον ωνόμασες συ “Οίκον Θεού”, εις την Βαιθήλ, όπου συ μου έστησες στήλην, την οποίαν έχρισες με έλαιον και μου έκαμες ένα τάμα. Σηκω, λοιπόν, τώρα και φύγε από την γην αυτήν και πήγαινε στον τόπον, όπου εγεννήθης, και εγώ θα είμαι μαζή σου”.
Ολος ο πλούτος και η δόξα, που αφήρεσεν ο Θεός από τον πατέρα μας, ανήκει πλέον κατά λόγον δικαιοσύνης εις ημάς και εις τα παιδιά μας. Πράξε λοιπόν τώρα, όπως σου είπεν ο Θεός”.
Ηγέρθη ο Ιακώβ, επήρε τας γυναίκας του, εφόρτωσε τα παιδιά του εις τας καμήλους,
Γεν 31.18
καὶ ἀπήγαγε πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτῷ, καὶ πᾶσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτοῦ, ἣν περιεποιήσατο ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ ἀπελθεῖν πρὸς Ἰσαὰκ τὸν πατέρα αὐτοῦ εἰς γῆν Χαναάν.
επήρεν όλα τα υπάρχοντά του και τα παιδιά του, που απέκτησεν εις Μεσοποταμίαν, και όλα τα πράγματά του, δια να επιστρέψη προς τον Ισαάκ, τον πατέρα του, εις την γην Χαναάν.
Ο Θεός όμως παρουσιάσθη στον ύπνον κατά την νύκτα προς τον Λαβαν και του είπε· “φυλάξου, μήπως τυχόν και είπης απειλητικά και εχθρικά λόγια προς τον Ιακώβ”.
Είπε δε ο Λαβαν στον Ιακώβ· “τι είναι αυτό που έκαμες; Διατί εδραπέτευσες κρυφίως και με έκλεψες και απήγαγες μαζή σου τας θυγατέρας μου, ως εάν συνέλαβες αυτάς αιχμαλώτους εις πόλεμον;
Ετσι όμως που έφυγες, δεν αξιώθηκα να φιλήσω τα εγγόνια μου και τας θυγατέρας μου. Ενήργησες λοιπόν κατά ένα τρόπον απερίσκεπτον και προσβλητικόν δι’ εμέ.
Και τώρα έως την δύναμιν να σε τιμωρήσω. Δεν σου κάμνω όμως κανένα κακόν, διότι ο Θεός του πατρός σου μου ώμιλησε χθες λέγων· Φυλάξου μήπως τυχόν είπης λόγια εχθρικά και απειλητικά εναντίον του Ιακώβ.
Αλλά πολύ καλά· τώρα έχεις πλέον αναχωρήσει, διότι σφοδρώς επεθύμησες να επιστρέψης στον οίκον του πατρός σου. Διατί όμως έκλεψες τα αγαλμάτια των θεών μου;”
Απεκρίθη ο Ιακώβ και είπεν στον Λαβαν· “ανεχώρησα κρυφίως, διότι εφοβήθηκα. Εσκέφθηκα ότι, εάν σου ανεκοίνωνα την αναχώρησίν μου, ίσως συ θα μου κρατούσες τας θυγατέρας σου και όλα τα υπάρχοντά μου.
Ως προς δε την κλοπήν των αγαλματίων σου, είπεν ο Ιακώβ, σου λέγω τούτο ότι δεν θα ζήση αλλά θα φονευθή ενώπιον όλων ημών εκείνος, στον οποίον θα εύρης τους θεούς σου. Ερεύνησε λοιπόν, τι από τα ιδικά σου πράγματα υπάρχει μεταξύ εκείνων, που μου ανήκουν, και πάρε τα”. Ελεγε δε αυτά ο Ιακώβ, διότι δεν εγνώριζεν ότι η σύζυγός του η Ραχήλ είχε κλέψει τα ειδωλολατρικά αγαλματάκια.
Εισήλθεν ο Λαβαν εις την σκηνήν της Λείας, ηρεύνησε και δεν ευρήκε τίποτε. Εξήλθεν από την σκηνήν της Λείας, ηρεύνησε την σκηνήν του Ιακώβ, όπως επίσης και την σκηνήν των δυό θεραπαινίδων, και σκηνήν της Ραχήλ, όπου επίσης δεν ευρήκε τίποτε,
και είπεν στον πατέρα της· “μη οργισθής εναντίον μου, κύριε, που κάθομαι. Δεν ημπορώ να σηκωθώ ενώπιόν σου, διότι μου συμβαίνουν τα συνήθη εις τας γυναίκας φαινόμενα”. Ο Λαβαν έφυγεν από αυτήν, ηρεύνησεν όλην την σκηνήν και δεν ευρήκε τα είδωλα.
Ωργίσθη τότε ο Ιακώβ και απηύθυνε δριμείας φράσεις εναντίον του Λαβαν. Του είπεν· “ποιό είναι λοιπόν το αδίκημά μου και ποιό είναι το αμάρτημά μου, ένεκα του οποίου με εκυνήγησες έως εδώ;
Ηρεύνησες όλα τα πράγματα των σκηνών μου, τι από τα ιδικά σου σκεύη ευρήκες εις τα πράγματά μου; Ειπέ εδώ ενώπιον των ιδικών σου και των ιδικών μου ανθρώπων τα παράπονά σου. Ας κρίνουν και ας δικάσουν αυτοί μεταξύ μας.
Εγώ είκοσιν ολόκληρα έτη έμεινα και ειργάσθην μαζή σου. Τα πρόβατά σου και τα γίδια σου δεν έμειναν στείρα, αλλά επολλαπλασιάσθησαν. Τους κριους και τα πρόβατά σου δεν έφαγον.
Δεν σου έφερα ποτέ πρόβατον κατασπαραχθέν από τα θηρία, διότι εφύλαττα άγρυπνος τα κοπάδια σου. Επλήρωνα από τα ιδικά μου κάθε τι, που συνέβαινε να κλαπή είτε ημέραν είτε νύκτα.
Δια να φυλάσσω τα πρόβατά σου, εφλογιζόμουν κατά το διάστημα της ημέρας από το καύμα του ηλίου και κατά την νύκτα εξεπάγιαζα από το ψύχος και έφευγεν ο ύπνος από τα μάτια μου.
Ολα αυτά τα είκοσιν έτη με τέτοιαν πίστιν και αφοσίωσιν έμεινα και εδούλευσα εις σέ. Δέκα τέσσαρα έτη σε εδούλευσα δια τας δύο θυγατέρας σου και εξ έτη δια τα πρόβατά σου. Και παρ’ όλα αυτά συ δια τον μισθόν της ποιμάνσεως των προβάτων σου με ηπάτησες και μου έδωσες δέκα, ελάχιστα δηλαδή, πρόβατα.
Εάν δε δεν ήτο μαζή μου ο Θεός του πάππου μου Αβραάμ, ο Θεός τον οποίον εφοβείτο ο πατήρ μου Ισαάκ, θα με έδιωχνες με αδειανά τα χέρια. Την αδικίαν σου όμως αυτήν και τον κόπον των χειρών μου είδεν ο Θεός. Δι’ αυτό και σε ήλεγξε χθές”.
Εντροπιασμένος ο Λαβαν, και θέλων να δικαιολογηθή είπεν στον Ιακώβ· “αι θυγατέρες σου είναι θυγατέρες μου, τα παιδιά σου παιδιά μου, τα κτήνη σου κτήνη μου και όλα όσα συ βλέπεις είναι ιδικά μου και των θυγατέρων μου. Τι λοιπόν κακόν ημπορώ να κάμω εγώ σήμερον εις αυτάς, και εις τα εγγόνια μου, τα οποία αυταί εγέννησαν;
Ελα λοιπόν και ας κάμωμεν μίαν επίσημον συμφωνίαν εγώ και συ, η οποία θα μένη ως τρανή μαρτυρία φιλίας μεταξύ εμού και σου”. Προσέθεσεν ακόμη ο Λαβαν· “ιδού κανένας μάρτυς δεν υπάρχει μεταξύ μας, αλλά ως μάρτυς υπάρχει μεταξύ εμού και σου ο Θεός”.
Γεν 31.45
λαβὼν δὲ Ἰακὼβ λίθον ἔστησεν αὐτὸν στήλην.
Επήρεν λοιπόν ο Ιακώβ ένα λίθον τον έστησεν ως αναμνηστικήν στήλην της συμφωνίας,
και είπεν στους ανθρώπους του· “συλλέξατε λίθους”. Εκείνοι συνέλεξαν λίθους και έκαμαν σωρόν. Πλησίον δε αυτού του σωρού έφαγον ο Ιακώβ και ο Λαβαν και οι άνθρωποί των εις πίστωσιν της φιλίας των.
Ωνόμασε δε ο Λαβαν τον σωρόν αυτόν “Βουνόν της μαρτυρίας”, ο δε Ιακώβ τον ωνόμαοε “Βουνός μάρτυς”. Είπε δε Λαβαν στον Ιακώβ· “ιδού, ο σωρός αυτός και η στήλη, την οποίαν έστησα μεταξύ εμού και σου, είναι μάρτυς της συμφωνίας, την οποίαν εκλείσαμεν εδώ”. Δια τούτο ωνομάσθη ο τόπος εκείνος “Βουνός μαρτυρεί” (Γαλαάδ).
“Το βλέμμα του Θεού είναι επάνω μας”. Και είπεν ο Λαβαν στον Ιακώβ· “είθε να ίδη και να κρίνη ο Θεός την διαγωγήν, που θα δείξωμεν ο ένας απέναντι του αλλού, διότι μετ’ ολίγον θα χωρίσωμεν ο ένας από τον άλλον.
Πρόσεξε, μήπως κακομεταχειρισθής τας θυγατέρας μου, μήπως τυχόν και λάβης άλλας συζύγους κοντά εις αυτάς. Πρόσεξε ! Κανείς δεν υπάρχει μεταξύ μας ως μάρτυς, ο οποίος μας βλέπει. Ο Θεός μόνον είναι μάρτυς μεταξύ εμού και σου και Εκείνος θα σε τιμωρήση, εάν παραβής την συμφωνίαν μας
Και ωρκίσθη ο Ιακώβ ενώπιον του Θεού, τον οποίον επίστευε και εσέβετο ο πατήρ του Ισαάκ, προσέφερε θυσίαν στο όρος εκείνο, προσεκάλεσε τους ιδικούς του και έφαγον και έπιον και εκοιμήθησαν στο όρος εκείνο.
Επειτα από τα γεγονότα αυτά συνέχισεν ο Ιακώβ την πορείαν του δια την Χαναάν. Εις κάποιαν στιγμήν εσήκωσε τα βλέμματά του και είδε παρατεταγμένον ένα θείον στράτευμα, που απετελείτο από αγγέλους Θεού, και οι οποίοι τον συνήντησαν.
στους οποίους έδωσεν εντολήν· “έτσι θα ομιλήσετε προς τον κύριόν μου τον Ησαύ· Ο δούλός σου ο Ιακώβ σου ανακοινώνει· παρέμεινα ως ξένος και πάροικος μαζή με τον Λαβαν και εβράδυνα πλησίον του έως τώρα.
Απέκτησα βόδια και όνους και πρόβατα και δούλους και δούλας· έστειλα δε αγγελιαφόρους να αναγγείλουν τούτο στον κύριόν μου τον Ησαύ, δια να εύρω εγώ, ο δούλος σου, χάριν ενώπιόν σου και γίνω ευμενώς δεκτός από σέ”.
Οι αγγελιαφόροι εξετελεσαν την παραγγελίαν και επέστρεψαν προς τον Ιακώβ λέγοντες· “μετέβημεν προς τον αδελφόν σου τον Ησαύ, του ανηγγείλαμεν όσα μας είπες και ιδού αυτός έρχεται εις συνάντησίν σου μαζή με τετρακοσίους άνδρας”.
Ο Ιακώβ εφοβήθη πολύ και περιέπεσεν εις μεγάλην απορίαν. Διεχώρισε τους ανθρώπους του και τα βόδια και τας καμήλους και τα πρόβατα εις δύο μεγάλας ομάδας.
Φοβούμενος δε εκδίκησιν εκ μέρους του αδελφού του είπεν· “εάν επιτεθή ο Ησαύ εναντίον της πρώτης ομάδος και την κατακόψη, θα είναι δυνατόν να διασωθή η δευτέρα ομάς”.
Προσηυχήθη δε προς τον Θεόν και είπεν· “ω Θεέ του πάππου μου Αβραάμ και του πατρός μου του Ισαάκ, συ Κυριε, ο οποίος μου είπες γύρισε ταχέως στον τόπον της γεννήσεώς σου και εγώ θα σε προστατεύσω και θα σε ευλογήσω,
όπως προηγουμένως με ηυλόγησες και έμεινα ευχαριστημένος από όλας τας ευεργεσίας που μου έκαμες, έτσι δείξε και τώρα εις εμέ το έλεός σου. Τοτε με μόνην περιουσίαν το ραβδί μου αυτό επέρασα τον ποταμόν τούτον τον Ιορδάνην. Τωρα δε επιστρέφω κύριος δύο στρατοπέδων.
Γεν 32.11
ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἐκ χειρὸς Ἡσαῦ, ὅτι φοβοῦμαι ἐγὼ αὐτόν, μή ποτε ἐλθὼν πατάξῃ με καὶ μητέρα ἐπὶ τέκνοις.
Γλύτωσέ με και τώρα, Κυριε, από τα χέρια του αδελφού μου Ησαύ, διότι εγώ τον φοβούμαι, μήπως και επέλθη εναντίον μας και φονεύση εμέ και μητέρας και τέκνα.
Συ μου έχεις υποσχεθή· Εγώ θα σε ευλογήσω και θα αυξήσω τους απογόνους σου ωσάν την άμμον της θαλάσσης, η οποία δια το πλήθος αυτής δεν είναι δυνατόν να αριθμηθή” !
Εκοιμήθη ο Ιακώβ εκεί την νύκτα εκείνην. Από τα δώρα δέ, τα οποία έφερε μαζή του, επήρε και έστειλε προς τον αδελφόν του τον Ησαύ, δια να τον εξευμενίση,
Εδωκεν εις ένα έκαστον από τους δούλους του ωρισμένον αριθμόν από αυτά και τους είπεν· “προχωρείτε εμπρός από εμέ· αφήνετε διαστήματα μεταξύ της μιας αγέλης των ζώων και της άλλης.
Εδωσε δε εντολήν στον δούλον, ο οποίος θα επροχωρούσε πρώτος λέγων· “εάν σε συναντήση ο αδελφός μου ο Ησαύ και σε ερωτήση, τίνος είσαι και που πηγαίνεις και εις ποίον ανήκουν αυτά τα ζώα, που οδηγείς εμπρός σου;
Εδωσεν εντολήν στον πρώτον και στον δεύτερον και στον τρίτον και εις όλους εκείνους, οι οποίοι επορεύοντο εμπρός από αυτόν, πίσω από τα κοπάδια τούτων των ζώων λέγων· “έτσι θα ομιλήσετε όλοι σας προς τον Ησαύ, όταν αυτός σας συναντήση.
Θα του είπετε· Ιδού ο δούλος σου. Ο Ιακώβ, έρχεται έπειτα από ημάς”. Επραξε δε τοιουτοτρόπως ο Ιακώβ, διότι εσκέφθη· Θα εξευμενίσω τον αδελφόν μου με τα δώρα, που θα προηγηθούν και κατόπιν θα ίδω αυτόν προσωπικώς. Διότι ίσως συγκινημένος από τα δώρα της αγάπης μου με υποδεχθή με ευμένειαν.
Κατά την νύκτα όμως εσηκώθη, επήρε τας δύο γυναίκας του, τας δύο θεραπαινίδας και τα ένδεκα παιδιά του και επέρασε μαζή με αυτά εις βατόν σημείον τον παραπόταμον του Ιορδάνου, τον Ιαβώκ.
Είδε δε ο αντίπαλος αυτός ότι δεν δύναται να νικήση τον Ιακώβ. Ηγγισε τότε το πλατύ άνω μέρος του μηρού του Ιακώβ και καθώς συνέχιζε την πάλην κατά του Ιακώβ ενάρκωσε το μέρος αυτό του μηρού.
Γεν 32.26
καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀπόστειλόν με· ἀνέβη γὰρ ὁ ὄρθρος. ὁ δὲ εἶπεν· οὐ μή σε ἀποστείλω, ἐὰν μή με εὐλογήσῃς.
Ο άνθρωπος εκείνος είπε τότε στον Ιακώβ· “άφησέ με να φύγω, διότι εξημέρωσε”. Ο δε Ιακώβ του απήντησε· “δεν θα σε αφήσω να φύγης, εάν πρώτον δεν με ευλογήσης”.
Είπε δε εις αυτόν ο άγνωστος εκείνος άνθρωπος· “δεν θα ονομάζεσαι πλέον Ιακώβ, αλλά θα λέγεσαι Ισραήλ, διότι εφάνης ισχυρός απέναντι του Θεού. Επομένως μη φοβήσαι θα είσαι ισχυρός και απέναντι των ανθρώπων”.
Τοτε ηρώτησεν αυτόν ο Ιακώβ και του είπε· “πές μου το όνομά σου”. Εκείνος του είπε· “διατί συ ερωτάς και έχεις την περιέργειαν να μάθης το όνομά μου;” Ο άγνωστος εκείνος άνθρωπος, άγγελος Θεού, ηυλόγησε τον Ιακώβ στον τόπον εκείνον.
Και εκάλεσεν ο Ιακώβ τον τόπον εκείνον· “εμφάνισιν Θεού” (Φανουήλ), διότι είπεν· “είδον τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον και παρ’ όλον τούτο εσώθη η ζωη μου και δεν απέθανον”.
Δια τούτο οι Ιουδαίοι δεν τρώγουν το νεύρον μέχρι σήμερον από τον μηρόν των ζώων εις εκείνο το σημείον, το οποίον εναρκώθη κατά την πάλην, διότι ο Θεός ήγγισε το νεύρον στο πλάτος τούτο του μηρού, το οποίον και εναρκώθη.
Επειτα από το γεγονός αυτό και αφού πλέον είχεν ανατείλει ο ήλιος, εσήκωσε τα μάτια του ο Ιακώβ και είδε· και ιδού ο Ησαύ ο αδελφός του ήρχετο και μαζή με αυτόν τετρακόσιοι άνδρες, Ο Ιακώβ εμοίρασε τα παιδιά του εις τρεις ομάδας, την μίαν με την Λείαν, την άλλην με την Ραχήλ και την τρίτην με τας δύο δούλας.
Εβαλε τας δύο δούλας μαζή με τα παιδιά, που είχεν αποκτήσει από αυτάς, εις την πρώτην σειράν, την Λείαν και τα παιδιά της πίσω από αυτήν, την δε Ραχήλ με τον Ιωσήφ έθεσε τελευταία.
Ο δε Ησαύ έτρεξεν εις συνάντησιν του αδελφού του, τον ενηγκαλίσθη, έπεσεν στον τράχηλον αυτού και τον κατεφίλησε. Και οι δύο με βαθείαν συγκίνησιν έκλαυσαν.
Εσήκωσε τα μάτια του τότε ο Ησαύ, είδε τας γυναίκας και τα παιδιά και τον ηρώτησε· “τι σου είναι αυτά;” Και ο Ιακώβ απήντησεν· “είναι τα παιδιά, τα οποία ο Θεός ηλέησε τον δούλον σου να αποκτήση”.
Ηρώτησεν έπειτα ο Ησαύ· “τι είναι όλα αυτά τα κοπάδια των ζώων, τα οποία καθώς ηρχόμην συνήντησα;” Ο δε Ιακώβ απήντησε· “σου τα προσέφερα, κύριε, εγώ ο δούλος σου, δια να εύρω χάριν ενώπιόν σου και γίνω ευμενώς δεκτός”.
Είπεν ο Ιακώβ· “επειδή ευρήκα καλωσύνην και ευμένειαν ενώπιόν σου, δέξου σε παρακαλώ τα δώρα, που με τα ίδια μου τα χέρια σου προσφέρω. Δια την ευμενή αυτήν υποδοχήν, που μου έκαμες, είδα το πρόσωπόν σου, όπως βλέπει κανείς το πρόσωπον του Θεού.
Παρε λοιπόν τα δώρα αυτά της αγάπης και του σεβασμού μου, τα οποία σου προσφέρω, διότι ο Θεός με ηλέησε και έχω πλούσια τα πάντα”. Επέμεινε πολύ ο Ιακώβ, ώστε ο Ησαύ υπεχώρησε και τα έλαβε.
Γεν 33.12
καὶ εἶπεν· ἀπάραντες πορευσώμεθα ἐπ᾿ εὐθεῖαν.
Ο Ησαύ είπε· “λοιπόν, ας σηκωθώμεν τώρα και ας βαδίσωμεν μαζή επί της ευθείας αυτής οδού”.
Ο δε Ιακώβ απήντησεν· “Ο Ησαύ, ο κύριός μου, βλέπει ότι τα παιδιά μου είναι μικρά και τρυφερά, τα πρόβατα και τα βόδια μου μόλις έχουν γεννήσει· εάν λοιπόν τα εξαναγκάσω να βαδίσουν, έστω και μίαν ημέραν, θα αποθάνουν όλα τα ζώα μου από την κόπωσιν.
Ας προχωρήση ο κύριός μου εμπρός από τον δούλον του και εγώ θα καταβάλω προσπάθειαν να τον ακολουθήσω στον δρόμον, ανάλογα με την πορείαν των ζώων, που θα προπορεύωνται από εμέ και ανάλογα της αντοχής, που θα έχουν τα παιδιά μου στο βάδισμα, έως ότου καταφθάσω και συναντήσω τον κύριόν μου στο όρος Σηείρ.
Ο Ησαύ είπεν στον Ιακώβ· “θα αφήσω τότε μαζή σου μερικούς από τους ανθρώπους μου, δια να σε συνοδεύσουν”. Ο δε Ιακώβ είπε· “διατί να κάμης τούτο; Είναι αρκετόν, κύριε, ότι έγινα ευμενώς δεκτός από σέ”.
Ο Ιακώβ επορεύθη τότε στοποθεσίαν, την οποίαν ωνόμασε “Σκηναί”. Εκεί δε ανοικοδόμησε οικίας δια τον εαυτόν του, δια δε τα κτήνη του κατεσκεύασε στάνες. Δια τούτο εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου “Σκηναί”.
Μετέβη κατόπιν ο Ιακώβ από εκεί εις την Σαλήμ, πλησίον της πόλεως των Σικίμων (Συχεμιτών), η οποία ευρίσκεται εις την χώραν Χαναάν. Αυτά δε έγιναν, όταν επέστρεψεν από την Μεσοποταμίαν της Συρίας και εγκοττεστάθη πλησίον αυτής της πόλεως.
Η Δείνα, η θυγάτηρ του Ιακώβ και της Λείας, εβγήκεν από την περιοχήν, όπου είχεν εγκατασταθή ο πατήρ της, δια να γνωρίση τας γυναίκας της πόλεως Συχέμ.
Ο Ιακώβ επληροφορήθη ότι ο υιός του Εμμώρ διέφθειρε την θυγατέρα του, την Δείναν. Τα παιδιά του ευρίσκοντο με τα κοπάδια εις την πεδιάδα. Δεν είπε δε τίποτε, έως ότου επέστρεψαν τα παιδιά του.
Τοτε δε τα παιδιά του Ιακώβ επέστρεψαν από την πεδιάδα. Οταν δε ήκουσαν το γεγονός, επληγώθησαν και ηγανάκτησαν, διότι τους εφάνη πάρα πολύ οδυνηρόν το κακόν, το οποίον ο Συχέμ έκαμεν εναντίον της οικογενείας Ισραήλ κοιμηθείς με την θυγατέρα του Ιακώβ. Κατ ουδένα λόγον δεν έπρεπε να έχη γίνει τούτο.
Ο Εμμώρ ωμίλησε τότε προς τον πατέρα και τους αδελφούς της Δείνας και είπεν· “η καρδιά του παιδιού μου, του Συχέμ, έχει ισχυρότατα προσκολληθή εις την θυγατέρα αας. Δώστε λοιπόν, σας παρακαλώ, αυτήν ως σύζυγόν του.
Από εδώ δε και στο εξής ας γίνωνται αμοιβαίοι γάμοι μεταξύ των λαών μας. Δώστε μας τας θυγατέρας σας ως συζύγους και πάρετε τας θυγατέρας μας ως συζύγους των υιών σας.
Να κατοικήτε δε ελευθέρως μαζή μας. Η ιδική μας χώρα είναι μεγάλη και ευρύχωρος ενώπιόν σας. Κατοικείτε εις αυτήν και κινείσθε με ελευθερίαν όπου θέλετε, και αποκτήσατε ιδιοκτησίας εις αυτήν”.
Ο ίδιος δε ο Συχέμ παρεκάλεσε τον πατέρα της Δείνας και τους αδελφούς της λέγων· “ας εύρω χάριν ενώπιόν σας και ας γίνη δεκτή η αίτησίς μας, και ο,τι μας ζητήσετε θα σας το δώσωμεν.
και είπαν προς αυτούς οι αδελφοί της Δείνας, ο Συμεών και ο Λευϊ· “δεν θα ημπορέσωμεν να εκπληρώσωμεν το αίτημά σας, να δώσωμεν την αδελφήν μας εις άνθρωπον απερίτμητον, διότι τούτο αποτελεί μεγάλην εντροπήν δι’ ημάς.
Μονον δια της πράξεως αυτής θα γίνωμεν όμοιοί σας και θα κατοικήσωμεν μαζή σας, εάν δηλαδή σεις γίνετε όπως ημείς, εάν περιτμηθή κάθε αρσενικόν τέκνον σας.
Τοτε θα δώσωμεν τας θυγατέρας μας εις σας ως συζύγους, και ημείς θα πάρωμεν από τας θυγατέρας σας ως συζύγους, θα κατοικήσωμεν κοντά σας και θα γίνωμεν ως εάν είμεθα μία φυλή.
Δεν εβράδυνε δε ο νεαρός Συχέμ να περιτμηθή, διότι είχε δώσει πλέον την καρδιά του εις την θυγατέρα του Ιακώβ. Αυτός δε ήτο ενδοξότατος μεταξύ όλων εις την οικογένειαν του πατρός του.
Ο Εμμώρ και ο Συχέμ, ο υιός του, ήλθον εις την πύλην της πόλεως, στον τόπον της συγκεντρώσεως των ανδρών, ελάλησαν προς τους άνδρας της πόλεως και είπαν προς αυτούς·
“Αυτοί οι άνθρωποι είναι ειρηνικοί, ας κατοικήσουν μαζή με ημάς εις την χώραν αυτήν, ας κινούνται ελευθέρως εις αυτήν και ας την εκμεταλλεύωνται. Η χώρα μας άλλωστε είναι ευρύχωρος ενώπιον αυτών και έχει ανάγκην από την εργασίαν των. Τας θυγατέρας των θα τας λάβωμεν ημείς ως συζύγους και θα δώσωμεν εις αυτούς ως συζύγους τας θυγατέρας μας.
Κατά τούτο μόνον θα γίνουν οι άνθρωποι αυτοί όμοιοι με ημάς, δια να κατοικούν μαζή μας, ώστε να γίνωμεν ένας λαός, εάν περιτμηθή κάθε αρσενικόν τέκνον μας, όπως και αυτοί έχουν περιτμηθή.
Ετσι δε και τα ζώα των, γενικώς δε τα τετράποδά των και όλα τα υπάρχοντά των, δεν θα είναι ιδικά μας; Μονον ως προς τούτο, ως προς την περιτομήν, ας γίνωμεν ομοιοι με αυτούς και εκείνοι θα κατοικούν μαζή μας”.
Ολοι οι ευρισκόμενοι τότε εις την πύλην της πόλεως και οι διερχόμενοι εδέχθησαν την πρότασιν του Εμμώρ και του υιού του Συχέμ και έτσι κάθε αρσενικόν των Συχεμιτών περιετμήθη.
Κατά την τρίτην ημέραν, όταν ευρίσκοντο στον παροξυσμόν του πόνου των, οι δύο υιοί του Ιακώβ, ο Συμεών και ο Λευϊ, οι αδελφοί της Δείνας επήραν ο καθένας την μάχαιράν του, εισώρμησαν εις την πόλιν, χωρίς να συναντήσουν δυσκολίαν, και εφόνευσαν κάθε αρσενικόν.
Οι δε άλλοι υιοί του Ιακώβ εισήλθον εις την πόλιν, όπου κατέκειντο οι σφαγιασθέντες και την ελεηλάτησαν εκδικούμενοι, διότι εις την πόλιν αυτήν είχον μιάνει την αδελφήν των.
Συνέλαβαν δε και έσυραν αιχμαλώτους όλους τους μη φονευθέντας, τα παιδιά και τας γυναίκας των, και διήρπασαν όσα υπήρχον εις την πόλιν και όσα υπήρχον εις τας οικίας.
Καταστενοχωρημένος δε ο Ιακώβ είπε προς τον Συμεών και τον Λευϊ “μισητόν με καταστήσατε με αυτό, που εκάματε, ώστε να θεωρούμαι κακός και δόλιος από όλους τους κατοίκους της χώρας αυτής, από τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους. Ημείς δε είμεθα ολιγάριθμοι, ενώ αυτοί είναι πολυάριθμοι, και εάν συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον μας, θα μας κατακόψουν. Ετσι δε θα καταστραφώ εγώ και όλον μου το σπίτι”.
Είπε τότε ο Θεός προς τον Ιακώβ· “σήκω και πήγαινε στον τόπον Βαιθήλ, μένε εκεί και οικοδόμησε θυσιαστήριον στον Θεόν, ο οποίος σου παρουσιάσθη εκεί, όταν φοβισμένος έφευγες από τον αδελφόν σου τον Ησαύ δια την Χαρράν”.
Ο δε Ιακώβ, εφ’ όσον σύμφωνα με την εντολήν του Θεού θα μετέβαινεν στον ιερόν εκείνον τόπον, είπεν εις όλα τα μέλη της οικογενείας του και εις όλους όσοι ήσαν μαζή του· “πετάξετε τα είδωλα των ξένων θεών, που έχετε μαζή σας, πλυθήτε και καθαρίσατε το σώμα σας, αλλάξατε τα ενδύματά σας,
και κατόπιν ας ξεκινήσωμεν να μεταβώμεν εις την Βαιθήλ. Εκεί ας κτίσωμεν θυσιαστήριον προς τιμήν του Θεού, ο οποίος ήκουσε την προσευχήν μου κατά την ημέραν της θλίψεώς, μου, όταν δραπέτης έφυγα δια την Χαρράν και ο οποίος ήτο μαζή μου και με διεφύλαξε καθ’ όλον το ταξίδιόν μου”.
Εδωσαν στον Ιακώβ οι οικείοι του τα είδωλα των ξένων θεών, που είχον εις χείρας των, και τα σκουλαρίκια των με τας ειδωλολατρικάς μορφάς, που εκρέμοντο εις τα αυτιά των. Ο δε Ιακώβ τα έχωσε και τα απέκρυψε κάπου περί την τερέβινθον, που υπήρχεν εις την Συχέμ, και τα εξηφάνισεν, ώστε να μη έχουν ανευρεθή μέχρι της ημέρας αυτής.
Ανεχώρησεν ο Ιακώβ από την Συχέμ και φόβος Θεού κατέλαβε τους κατοίκους των γύρω από την Συχέμ πόλεων και δεν ετόλμησαν να καταδιώξουν τον Ιακώβ και τους ανθρώπους του δια την σφαγήν των ανδρών της Συχέμ και δια την λεηλασίαν.
Οικοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Βαιθήλ, διότι εκεί είχε παρουσιασθή εις αυτόν ο Θεός, όταν αυτός φοβισμένος έφευγεν από τον αδελφόν του τον Ησαύ.
Απέθανε δε εκεί η Δεδώρα, η τροφός της Ρεβέκκας, και ετάφη παρακάτω από την Βαιθήλ, κάτω από μίαν βαλανιδιάν. Ο Ιακώβ ωνόμασε το σημείον εκείνο “Βαλανιδιά πένθους”.
Είπε δε προς αυτόν πάλιν ο, Θεός· “εγώ είμαι ο Θεός σου, σου δίδω την ευλογίαν μου· να αυξάνεσαι και να πληθύνεσαι. Εθνη και ομάδες εθνών θα προέλθουν από σέ, και βασιλείς θα εξέλθουν από την οσφύν σου.
Την χώραν αυτήν, την οποίαν έδωκα στον Αβραάμ και τον Ισαάκ, την έχω δώσει και εις σέ. Ιδική σου θα είναι. Και ύστερα από σε θα την δώσω στους απογόνους σου.
Ο Ιακώβ έστησε μίαν λιθίνην στήλην στον τόπον εκείνον, όπου ωμίλησε με αυτόν ο Θεός, προσέφερε θυσίαν οίνου και έχυσεν επάνω εις αυτήν έλαιον, δια να την καθιερώση προς τον Θεόν.
Ανεχώρησε πάλιν ο Ιακώβ από την Βαιθήλ και έστησε την σκηνήν αυτού πέραν από τον πύργον Γαδέρ. Οταν δε επλησίασεν εις την τοποθεσίαν Χαβραθά, δηλαδή εις την Βηθλεέμ, εγέννησεν η Ραχήλ και εταλαιπωρήθη πολύ κατά τον τοκετόν.
Οτε δε πλέον η Ραχήλ άφηνε την ψυχήν της, διότι απέθνησκεν από τον τοκετόν, εκάλεσε τα όνομα του βρέφους “Υιός οδύνης”. Ο δε πατήρ το ωνόμασε Βενιαμίν.
Απέθανε δε εκεί η Ραχήλ και ετάφη κοντά εις την ευρείαν οδόν, όπου ανεμποδίστως ηδύναντο να τρέχουν οι ίπποι. Η δε Εφραθά είναι αυτή, που σήμερον λέγεται Βηθλεέμ.
Οταν δε εγκατεστάθη ο Ισραήλ εις την περιοχήν εκείνην της Βηθλεέμ, επήγεν ο Ρουβήν και εκοιμήθη με την Βαλλάν, την δευτέρας σειράς σύζυγον του πατρός του Ιακώβ. Επληροφορήθη ο Ιακώβ το αμάρτημα αυτό του παιδιού του και του εφάνη, όπως ήτο φυσικόν, πολύ κακόν.
Υιοί δε από την Ζελφάν, την θερατιαινίδα της Λείας, ήσαν ο Γαδ και ο Ασήρ. Αυτά είναι τα παιδιά του Ιακώβ, τα οποία απέκτησεν εις την Μεσοποταμίαν της Συρίας.
Από την Βηθλεέμ μετέβη ο Ιακώβ προς τον πατέρα του, τον Ισαάκ, εις την Δρυν Μαμβρή, εις την πόλιν Χεβρών της πεδιάδος εν Χαναάν, όπου είχον παροικήσει ο Αβραάμ και ο Ισαάκ.
Τοτε πλέον εξηντλήθησαν αι δυνάμστου Ισαάκ, απέθανε και γέρων πλέον πλήρης ημερών προσετέθη στους προγόνους αυτού, οι οποίοι είχον απέλθει ενωρίτερον. Εθαψαν δε αυτόν ο Ησαύ και ο Ιακώβ, τα παιδιά του.
κεφ 36
Γεν 36.1
Αὗται δὲ αἱ γενέσεις Ἡσαῦ (αὐτός ἐστιν Ἐδώμ)·
Αι απόγονοι δε του Ησαύ, ο οποίος λέγεται και Εδώμ, γενάρχης των Ιδουμαίων, είναι οι εξής·
Επήρεν ο Ησαύ τας γυναίκας του και τους υιούς του και τας θυγατέρας του, όλους τους ανθρώπους του σπιτιού του και όλα τα υπάρχοντά του, όλα τα κτήνη, όλην την κινητήν περιουσίαν του και όλα όσα είχεν αποκτήσει εις την χώραν Χαναάν, και ανεχώρησεν από την γώραν αυτήν και από τον αδελφόν του τον Ιακώβ.
Ανεχώρησε δε προς άλλην περιοχήν, διότι τα κοπάδια των ζώων, που είχαν οι δύο αδελφοί, ήσαν πολλά και δεν ήτο δυνατόν να μένουν μαζή· δεν επαρκούσεν η περιοχή, όπου έμεναν, να θρέψη αυτούς λόγω του πλήθους των ζώων, που είχαν.
Αυτοί ήσαν οι απόγονοι του Ησαύ, οι άρχοντες των φυλών, υιοί του Ελιφάς πρωτοτόκου του Ησαύ· Ο φύλαρχος Θαιμάν, ο φύλαρχος Ωμάρ, ο φύλαρχος Σωφάρ, ο φύλαρχος Κενέζ,
Οι δε υιοί του Ραγουήλ, υιού του Ησαύ, ήσαν· Ο φύλαρχος Ναχώθ, ο φύλαρχος Ζαρέ, ο φύλαρχος Σομέ, ο φύλαρχος Μοζέ. Αυτοί είναι οι φύλαρχοι του Ραγουήλ εις την γην Εδώμ, έγγονοι της Βασεμάθ, συζύγου του Ησαύ.
Οι δε υιοί της Ολιβεμάς, συζύγου του Ησαύ, ήσαν· Ο φύλαρχος Ιεούλ, ο φύλαρχος Ιεγλόμ, ο φύλαρχος Κορέ. Αυτοί ήσαν φύλαρχοι εκ της Ολιβεμάς, συζύγου του Ησαύ, κόρης του Ανά.
Υιοί δε του Σεβεγών ήσαν· Ο Αϊέ και ο Ανά. Αυτός δε ο Ανά είναι εκείνος που εύρε τον Ιαμείν εις την έρημον, όταν έβοσκε τα υποζύγια του πατρός του Σεβεγών.
Γεν 36.25
οὗτοι δὲ υἱοὶ Ἀνά· Δησὼν καὶ Ὀλιβεμὰ θυγάτηρ Ἀνά.
Υιοί δε του Ανά ήσαν· Ο Δησών και η Ολιβεμά, θυγάτηρ του Ανά.
Μετά τον θάνατον του Ασώμ εβασιλευσεν αντ’ αυτού ο Αδάδ, υιός του Βαράδ, ο οποίος είχε κατακόψει τους Μαδιανίτας εις την πεδιάδα Μωάβ. Το όνομα της πόλεώς του ήτο Γετθαίμ.
Μετά τον θάνατον του Βαλαεννών, υιού Αχοβώρ εβασίλευσεν αντ’ αυτού ο Αράδ, υιός του Βαράδ. Η δε πόλις του ωνομάζετο Φογώρ. Το όνομα της γυναικός του ήτο Μετεβεήλ κόρης του Ματραΐθ, υιού του Μαιζοώβ.
Αυτά ήσαν τα ονόματα των φυλάρχων, απογόνων του Ησαύ, του καθ’ ενός εις την φυλήν και στον τόπον του, εις την χώραν και στον λαόν του. Ο φύλαρχος Θαμνά, ο φύλαρχος Γωλά, ο φύλαρχος Ιεθέρ,
Γεν 36.41
ἡγεμὼν Ὀλιβεμάς, ἡγεμὼν Ἡλάς, ἡγεμὼν Φινών,
ο φύλαρχος Ολιβεμάς, ο φύλαρχος Ηλάς, ο φύλαρχος Φινών,
Γεν 36.42
ἡγεμὼν Κενέζ, ἡγεμὼν Θαιμάν, ἡγεμὼν Μαζάρ,
ο φύλαρχος Κενέζ, ο φύλαρχος Θαιμάν, ο φύλαρχος Μαζάρ,
ο φύλαρχος Μαγεδιήλ, ο φύλαρχος Ζαφωίν. Αυτοί ήσαν Ιδουμαίοι φύλαρχοι, οι οποίοι κατοικούσαν εις πόλεις οικοδομημένας εις περιοχάς της ιδιοκτησίας των. Ο δε Ησαύ είναι ο γενάρχης των Εδωμιτών, οι οποίοι εκαλούντο και Ιδουμαίοι.
Αυτή δε είναι εν συνεχεία η ιστορία της οικογενείας του Ιακώβ. Ο Ιωσήφ εις ηλικίαν δέκα επτά ετών, έφηβος, έβοσκε τα πρόβατα του πατρός του, μαζή με τους αδελφούς του, τους υιούς τους οποίους είχεν αποκτήσει ο ποτήρ του εκ της Βαλλάς και Ζελφάς. Εκείνοι διέβαλαν τον Ιωσήφ προς τον πατέρα των, ότι δήθεν είχε διαπράξει κάποιο μεγάλο αμάρτημα.
Ο Ιακώβ όμως αγαπούσε τον Ιωσήφ περισσότερον από όλα τα αλλά παιδιά του, και δια τον λόγον ότι ήτο υιός γεννηθείς κατά το γήρας αυτού. Από την αγάπην δε αυτήν κινούμενος του κατεσκεύασεν ένα πολύχρωμον χιτώνα.
Οταν οι αδελφοί του είδον ότι ο πατέρας των αγαπά περισσότερον από όλα τα αλλά παιδιά του τον Ιωσήφ, τον εφθόνησαν και τον εμίσησαν. Δεν ήθελαν να έχουν με αυτόν σχέσεις αδελφικής αγάπης και εξ αιτίας του φθόνου των δεν ημπορούσαν να ομιλήσουν προς αυτόν τίποτε το ειρηνικόν και φιλικόν.
Μου εφαίνετο ότι σεις εδένατε δεμάτια από στάχυα στο μέσον των χωραφιών της πεδιάδος. Εσηκώθη το ιδικόν μου δέμα και έμεινεν όρθιον, τα δε ιδικά σας δεμάτια εστράφησαν προς το ιδικόν μου δεμάτι και το επροσκύνησαν”.
Απήντησαν δε εις αυτόν οι αδελφοί του· “μήπως θα γίνης βασιλεύς, δια να βασιλεύσης επάνω μας η κύριος και αφέντης μας;” Εξ αιτίας του ονείρου αυτού και των λόγων, που τους είπε, τον εμίσησαν ακόμη περισσότερον.
Είδεν όμως και ένα άλλο όνειρον, το οποίον διηγήθη στον πατέρα και τους αδελφούς του, και είπεν· “ιδού εις ένα άλλο όνειρον, που είδον, μου εφάνη ως εάν ο ήλιος και η σελήνη και ένδεκα αστέρες με προσκυνούσαν”.
Ο πατήρ του τον επέπληξε (διότι έσπευσε να ανακοινώση και αυτό το όνειρον) και του είπε· “τι νομίζεις ότι σημαίνει αυτό το όνειρον, που είδες; Μηπως θέλεις να πης ότι εγώ, η μητέρα σου και οι αδελφοί σου θα έλθωμεν να σε προσκυνήσωμεν μέχρις εδάφους;”
Ο Ιακώβ (έπειτα ίσως από μερικάς εβδομάδας) είπε προς τον Ιωσήφ· “οι αδελφοί σου δεν βόσκουν τα πρόβατα εις την Συχέμ; Λοιπόν θα σε στείλω προς αυτούς”. “Είμαι πρόθυμος να μεταβώ” είπεν ο Ιωσήφ.
Είπε δε προς αυτόν ο Ιακώβ· “πήγαινε εκεί να ιδής, εάν είναι καλά εις την υγείαν των οι αδελφοί σου, πως είναι τα πρόβατα και έλα κατόπιν να με πληροφορήσης”. Εστειλε δε αυτόν από την κοιλάδα της Χεβρών, εις την οποίαν έμενε, και ο Ιωσήφ μετέβη εις την Συχέμ.
Ο άνθρωπος εκείνος του είπεν· “έχουν αναχωρήσει από εδώ, διότι τους ήκουσα να λέγουν ότι θα πορευθούν εις Δωθαείμ”. Και ο Ιωσήφ μετέβη προς την κατεύθυνσιν των αδελφών του και τους ευρήκε πράγματι εις την Δωθαείμ.
Εκείνοι τον είδον από μακράν, πριν όμως πλησιάση προς αυτούς και υπό του φθόνου κινούμενοι εσκέφθησαν πονηρά εναντίον του, εσκέφθησαν δηλαδή και απεφάσισαν να τον φονεύσουν.
Λοιπόν, ελάτε τώρα να τον φονεύσωμεν, να τον ρίψωμεν εις ένα από τους λάκκους αυτούς και θα είπωμεν στον πατέρα ότι άγριον θηρίον τον κατέφαγε. Και έτσι θα ιδούμε τι θα πουν τα όνειρά του και ποιά θα είναι η αξία των”!
Ο Ρουβήν, ο πρωτότοκος, όταν ήκουσε τας πονηράς αυτάς αποφάσεις των αδελφών του, εγλύτωσε τον Ιωσήφ από τα αδελφοκτόνα χέρια των ειπών· “ποτε να μη φθάσωμεν μέχρι του σημείου, ώστε να του αφαιρέσωμεν την ζωήν.
Μη θελήσετε να χύσετε αδελφικόν αίμα. Ριψατε καλύτερα αυτόν εις ένα από αυτούς τους λάκκους της έρημου και μη απλώσετε το χέρι σας εναντίον του”. Αυτός δε τα έλεγε με τον σκοπόν να σώση τον Ιωσήφ από τα χέρια των, να τον ανασύρη κρυφίως από τον λάκκον και να τον αποδώση σώον στον πατέρα των.
Καθώς όμως εκάθισαν να φάγουν εσήκωσαν τα μάτια των και, να, είδον ότι ταξιδιώται Ισμαηλίται ήρχοντο από την χώραν Γαλαάδ με τας καμήλους των φορτωμένος από θυμιάματα, από ρητινώδη και αρωματώδη είδη. Επορεύοντο δέ, να φθάσουν εις την Αίγυπτον, δια να πωλήσουν το εμπόρευμά των.
Ελάτε να τον πωλήσωμεν καλύτερα στους Ισμαηλίτας αυτούς εμπόρους και ας μη απλώσωμεν φονικά τα χέρια μας εναντίον του, διότι είναι αδελφός μας, είναι σαρξ και αίμα μας”. Οι άλλοι αδελφοί εδέχθησαν την πρότασιν αυτήν του Ιούδα.
Οταν δε επλησίασαν οι Μαδιανίται αυτοί έμποροι, οι αδελφοί ανέσυραν και ανέβασαν τον Ιωσήφ από τον λάκκον και τον επώλησαν στους Ισμαηλίτας αντί είκοσι χρυσών νομισμάτων. Εκείνοι δε έφεραν τον Ιωσήφ ως δούλον προς πώλησιν εις την Αίγυπτον.
Ο Ρουβήν, ο οποίος απουσίαζεν, όταν επωλείτο ο αδελφός του, επέστρεψεν στον λάκκον και δεν είδεν εκεί τον Ιωσήφ. Εσχισε τα ενδύματα αυτού από λύπην και αγανάκτησιν,
έτρεξε προς τους αδελφούς του και τους είπε· “το παιδάριον Ιωσήφ δεν υπάρχει στον λάκκον. Τι θα γίνω λοιπόν εγώ τώρα, ο πρωτότοκος και υπεύθυνος αδελφός, και που θα υπάγω;”
Με άνθρωπον δε έστειλαν στον Ιακώβ, τον πατέρα αυτών, τον πολύχρωμον χιτώνα και του είπαν· “αυτόν τον χιτώνα τον ευρήκαμεν κάπου εις την πεδιάδα. Εξέτασέ τον, μήπως είναι ο χιτών του παιδιού σου η όχι”.
Ο Ιακώβ ανεγνώρισεν αμέσως τον χιτώνα του Ιωσήφ και εφώναξεν· “αυτός ο χιτών είναι του παιδιού μου ! Θηρίον άγριον θα κατέφαγε τον Ιωσήφ ! Θηρίον θα τον ήρπασε και θα τον κατεσπάραξε” !
Συνεκεντρώθησαν δε γύρω από αυτόν όλοι οι υιοί του και αι θυγατέρες του και ήλθον να τον παρηγορήσουν. Εκείνος όμως έμενεν απαρηγόρητος. Δεν ήθελε να ακούση λόγους παρηγορίας και έλεγε συνεχώς· “θρηνών και οδυρόμενος θα καταβώ στον άδην, προς τον υιόν μου τον Ιωσήφ”. Και έκλαυσεν αυτόν ο πατήρ αυτού.
Κατά τον καιρόν εκείνον ο Ιούδας, ένας από τους υιούς του Ιακώβ απεμακρύνθη από τα μέρη, όπου ήσαν οι αδελφοί του, και μετέβη προς κάποιον άνθρωπον, κάτοικον της πόλεως Οδολλάμ, ονομαζόμενον Ειράς.
Μετά τον θάνατον του Ηρ είπεν ο Ιούδας στον υιόν του τον Αυνάν· “πάρε ως σύζυγον την χήραν του αδελφού σου, την Θαμαρ, ελθέ εις συνάφειαν με αυτήν και απόκτησε τέκνον δια τον αδελφόν σου, ο οποίος απέθανεν άτεκνος”.
Ο Αυνάν, γνωρίζων πολύ καλά ότι το τέκνον, που θα εγεννάτο από την συνάφειάν του προς την γυναίκα του αδελφού του, δεν θα ήτο ιδικόν του, όταν ήρχετο εις συνάφειαν προς αυτήν, άφηνε το σπέρμα του να χύνεται εις την γην, δια να μη δώση τέκνον στον άτεκνον αδελφόν του.
Ο δε Ιούδας είπε τότε εις την Θαμαρ· “κάθισε στο πατρικόν σου σπίτι χήρα, έως ότου ανδρωθή ο τρίτος μου υιός ο Σηλώμ”. Είπε δε ο Ιούδας τα λόγια αυτά, χωρίς και να έχη κατά νουν να δώση την Θαμαρ σύζυγον του Σηλώμ, επειδή εφοβήθη μήπως και αυτός αποθάνη, όπως και οι δύο άλλοι αδελφοί του. Η Θαμαρ υπακούουσα εις την εντολήν του πενθερού της μετέβη και έμενεν στο πατρικό της σπίτι.
Επέρασεν αρκετόν χρονικόν διάστημα και απέθανεν η Σαυα, η σύζυγος του Ιούδα. Αφού επέρασε το χρονικόν διάστημα του πένθους του κατά τα κρατούντα έθιμα, μετέβη ο Ιούδας και ο ποιμήν του Ειράς ο Οδολλαμίτης εις Θαμνά προς τους κουρεύοντας τα πρόβατά του.
Αυτή δε αφήρεσε τα ιμάτια της χηρείας της, έβαλε καλύπτραν στο πρόσωπόν της, εκαλλωπίσθη και εκάθισε πλησίον εις τας πύλας της πόλεως Αινάν, η οποία ευρίσκεται εις την οδόν την προς Θαμνά. Εκαλλωπίσθη δε κατά τον προκλητικόν αυτόν τρόπον, δια να δελεάση και παρασύρη τον Ιούδαν, επειδή είδεν ότι αυτός δεν της είχε δώσει ως σύζυγον τον Σηλώμ ο οποίος εν τω μεταξύ είχεν ανδρωθή.
Ελοξοδρόμησε λοιπόν προς αυτήν και της είπεν· “άφησέ με να έλθω εις συνάφειαν μαζή σου”- δεν είχεν αντιληφθή ότι αυτή ήτο η νύμφη του- εκείνη τον ηρώτησε. “Τι θα μου δώσης εάν έλθης εις συνάφειαν μαζή μου;”
Εκείνος απήντησε· “θα σου στείλω ένα κατσίκι από τα γιδοπρόβατά μου”. Εκείνη του είπε· “θα δεχθώ να έλθης εις συνάφειαν μαζή μου, εάν μέχρις ότου μου στείλης το κατσίκι, μου δώσης κάποιαν εγγύησιν”.
Εκείνος της είπεν· “τι εγγύησιν θέλεις να σου δώσω;” “Θέλω να εμού δώσης, απήντησεν εκείνη, το δακτυλίδι σου, την αλυσίδα που φέρεις εις τον λαιμόν σου, και το ραβδί που κρατάς εις τα χέρια σου”. Εκείνος της έδωσεν αυτάς τας εγγυήσεις, ήλθεν εις συνάφειαν με αυτήν και την αφήκεν έγκυον.
Ο Ιούδας έστειλε προς αυτήν με τον ποιμένα αυτού τον Οδολλαμίτην ένα από τα κατσίκια του, δια να πάρη πίσω την εγγύησιν, που της είχε δώσει, αλλά δεν την ευρήκε.
Εζήτησε πληροφορίας από τους άνδρας του τόπου εκείνου “που είναι η κοινή εκείνη γυναίκα, η οποία εκάθητο εις την οδόν πλησίον της πόλεως Αινάν;” Εκείνοι του είπαν· “δεν υπάρχει εδώ κοινή γυναίκα”.
Ο Ιούδας είπεν· “ας κρατήση εις τα χέρια αυτής τα ενέχυρα που της έδωσα. Αλλά μόνον να μη γελοιοποιηθώμεν. Εγώ, όπως υπεσχέθην, της έστειλα αυτό το κατσίκι· εσύ όμως δεν την ευρήκες. Αρα είμαι εν τάξει απέναντί της”.
Αφού επέρασαν τρεις μήνες επληροφόρησαν μερικοί τον Ιούδαν, ότι η νύμφη του η Θαμαρ παρεστράτησε και να ότι έμεινεν έγκυος εκ πορνείας. Είπε δε ο Ιούδας· “βγάλτε την έξω από την πόλιν και καύσατέ την”.
Η Θαμαρ, όταν ωδηγείτο έξω από την πόλιν δια να την παραδώσουν στο πυρ, έστειλε προς τον πενθερόν της τα ενέχυρα τα οποία είχεν από αυτόν και του παρήγγειλε· “εγώ αν είμαι έγκυος, έμεινα από τον άνδρα, στον οποίον ανήκουν αυτά. Φρόντισε να μάθης εις ποίον ανήκει το δακτυλίδι, η αλυσίδα και αυτή η ράβδος”.
Ο Ιούδας τα ανεγνώρισε και είπεν· “η Θαμαρ έχει δίκαιον και όχι εγώ, διότι δεν έδωκα αυτήν ως σύζυγον στον υιόν μου τον Σηλώμ, όπως της είχα υποσχεθή”. Μετενόησε δε δια το λάθος του και δεν ήλθεν άλλην φοράν εις συνάφειαν με αυτήν.
Οταν δε εγεννούσε, το ένα παιδί επρόβαλε το χέρι του. Η μαία έδεσε το χέρι αυτό με κοκκίνη κλωστή λέγουσα· “αυτός θα βγη πρώτος και θα είναι ο πρωτότοκος”.
Επειδή όμως εκείνος απέσυρε το χέρι του, αμέσως δε εγεννήθη ο άλλος αδελφός του, η μαία είπε· “διατί έφυγεν από το μέσον ο φραγμός του προηγουμένου αδελφού και ήνοιξε δια σε ο δρόμος;” Δια τούτο εκάλεσε το όνομα του δευτέρου υιού Φαρές.
Ο Ιωσήφ μετεφέρθη από τους Ισμαηλίτας εις την Αίγυπτον. Εκεί δε ηγόρασεν αυτόν από τους Ισμαηλίτας ο Πετεφρής, ένας από τους αυλικούς, ο αρχιμάγειρος του Φαραώ.
Ο δε Θεός ήτο πάντοτε μαζή με τον Ιωσήφ. Δια τούτο και ήρχοντο όλα εις αυτόν κατ’ ευχήν. Εμενε δε στον οίκον του Πετεφρή του Αιγυπτίου αυτού κυρίου του.
Απέκτησεν ο Ιωσήφ την εκτίμησιν του κυρίου του, ήτο ευάρεστος και αφωσιωμένος εις αυτόν και εκείνος τον διώρισεν επιστάτην εις όλον το σπίτι του· και όλα όσα είχε τα παρέδωσε με εμπιστοσύνην εις τα χέρια του Ιωσήφ.
Συνέβη δέ, ώστε, όταν ο Πετεφρής διώρισεν αυτόν επιστάτην στον οίκον του και εις όλα όσα είχεν, ηυλόγησεν ο κύριος τον οίκον του Αιγυπτίου αυτού άρχοντος προς χάριν του Ιωσήφ. Και η ευλογία αυτή απλώθηκε εις όλα όσα υπήρχον στον οίκον του και στους αγρούς του.
Δια τούτο ο Πετεφρής ενεπιστεύθη όλα όσα είχε πλήρως εις τα χέρια του Ιωσήφ και δεν εγνώριζεν ούτε εφρόντιζε να μάθη τίποτε άλλο πλην της τροφής αυτού. Είχε δε ο Ιωσήφ καλήν και ελκυστικήν εμφάνισιν, ωραιότατον δε το πρόσωπον.
Αυτός όμως δεν ήθελε και ηρνείτο συνεχώς λέγων εις την γυναίκα του Πετεφρή· “αφού ο κύριός μου έχει τόσην εμπιστοσύνην εις εμέ, ώστε τίποτε πλέον δεν γνωρίζει και δεν παρακολουθεί από τα εν τω οίκω του, μου έχει δε παραδώσει τα πάντα εις τα χέρια μου
και κανείς δεν είναι ανώτερός μου εις αυτήν την οικίαν ούτε έχει εξαιρεθή από την δικαιοδοσίαν μου κανείς, πλην σου η οποία είσαι σύζυγός του, πως εγώ θα πράξω την πονηράν αυτήν πράξιν και θα αμαρτήσω ενώπιον του Θεού;”
Μολονότι δε εκείνη κάθε ημέραν ωμίλει δελεαστικώς προς τον Ιωσήφ και προσεπάθει να τον παρασύρη, εκείνος δεν υπεχώρει, ώστε να κοιμηθή μαζή της και να έλθη εις συνάφειαν με αυτήν.
Καποιαν όμως ημέραν, όταν ο Ιωσήφ εισήλθεν εις την οικίαν, δια να ασχοληθή με τα συνήθη έργα του, και κανείς άλλος δεν ευρίσκετο στο εσωτερικόν του σπιτιού,
η γυνή του Πετεφρή επωφελήθη από την ευκαιρίαν αυτήν, ετράβηξεν αυτόν από το ένδυμα και του έλεγε· “κοιμήσου μαζή μου”. Ο Ιωσήφ αφήκεν εις τα χέρια της το ιμάτιον αυτού, έφυγε, και εβγήκεν έξω από το σπίτι.
εφώναξε τους ανθρώπους, που ευρισκοντο εις την οικίαν, και τους είπεν· “ιδέτε, το σύζυγός μου έβαλε μέσα στο σπίτι μας αυτόν τον Εβραίον δούλον, δια να μας εξευτελίση. Αυτός εισήλθεν στον κοιτώνα μου και μου είπε· κοιμήσου μαζή μου. Εγώ όμως έβγαλα μεγάλην φωνήν.
προς τον οποίον αυτή είπε τα ίδια λόγια· “Ο Εβραίος αυτός δούλος, τον οποίον συ εισήγαγες γενικόν επόπτην στον οίκον, εισήλθεν στον κοιτώνα μου, δια να με εξευτελίση και μου είπε· θα κοιμηθώ μαζή σου. Αλλά εγώ εφώναξα με όλην μου την δύναμιν.
Ο αρχιδεσμοφύλαξ, επειδή εγνώρισε την εντιμότητα του Ιωσήφ, του ενεπιστεύθη την φυλακήν και όλους τους εγκλείστους στο δεσμωτήριον. Και έτσι περιήλθον εις τα χέρια του Ιωσήφ όλα, όσα γίνονται στο δεσμωτήριον.
Ο δε αρχιδεσμοφύλαξ δια την εμπιστοσύνην που είχεν στον Ιωσήφ, τίποτε πλέον δεν εγνώριζεν από όσα εγίνοντο εις την φυλακήν διότι όλα ευρίσκοντο εις την συνετήν διαχείρισιν του Ιωσήφ, επειδή ο Κυριος ήτο μαζή του. Ολα δε όσα έπραττεν ο Ιωσήφ, τα κατευώδωνεν ο Κυριος και ευλογούσε τα έργα των χειρών του.
Επειτα από τα γεγονότα αυτά συνέβη το εξής επεισόδιον· ο αρχιοινοχόος του βασιλέως της Αιγύπτου, όπως επίσης και ο αρχισιτοποιός παρηνόμησαν απέναντι του κυρίου των, του βασιλέως της Αιγύπτου, του Φαραώ.
Και οι δύο είδον κατά την ιδίαν νύκτα όνειρον. Τα δε όνειρα, που είδον ο αρχιοινοχόος και ο αρχισιτοποιός, οι αυλικοί του βασιλέως που ευρίσκοντο εις την φυλακήν, ήσαν τα εξής, όπως τα απεκάλυψαν στον Ιωσήφ.
Η ρώτησε τους δύο αυτούς αυλικούς του Φαραώ, τους φυλακισμένους εις την φυλακήν του οίκου Πετεφρή, λέγων· “διατί είναι σήμερον σκυθρωπά τα πρόσωπά σας;”
Εκείνοι του απήντησαν· “είδομεν ένα όνειρον και δεν υπάρχει κανείς να μας το ερμηνεύση”. Ο Ιωσήφ τους είπεν· “με τον φωτισμόν του Θεού δεν γίνεται η ερμηνεία αυτών των ονείρων; Διηγηθήτε μου λοιπόν ποία είναι αυτά τα όνειρα”.
Επειτα από τας τρεις αυτάς ημέρας ο Φαραώ θα ενθυμηθή το αξίωμα, που κατείχες, θα σε αποκαταστήση πάλιν στο αξίωμα του αρχιοινοχόου και θα δώσης το ποτήρι με το κρασί στο χέρι του, όπως έπραττες και προηγουμένως, όταν ήσο ο οινοχόος του.
Αλλά, σε παρακαλώ, όταν θα ευτυχήσης πάλιν, να ενθυμηθής και εμέ, να θελήσης να δείξης συμπάθειαν και καλωσύνην προς εμέ και να μη με λησμονήσης ενώπιον του Φαραώ. Φρόντισε, ώστε να με βγάλης από την φυλακήν αυτήν.
Αν είμαι δούλος, είμαι διότι μερικοί άνθρωποι με έκλεψαν από την χώραν των Εβραίων και εδώ εις την χώραν αυτήν δεν έχω κάμει κανένα κακόν και με έρριψαν εις αυτήν την φυλακήν αδίκως”.
Ενόησεν ο αρχισιτοποιός ότι ορθώς ηρμήνευσε το όνειρον του αρχιοινοχόου ο Ιωσήφ και του είπε· “και εγώ είδα επίσης ένα όνειρον· μου εφάνη ότι εσήκωνα επάνω στο κεφάλι μου τρία κάνιστρα χονδροαλεσμένου αλεύρου.
Εις το επάνω κάνιστρον υπήρχον από όλα τα είδη των φαγητών, τα οποία τρώγει ο Φαραώ και τα οποία του ετοιμάζει ο αρτοποιός. Τα πτηνά του ουρανού κατήρχοντο και έτρωγαν αυτά τα φαγητά από το κάνιστρον, που ευρίσκετο εις την κεφαλήν μου”.
Επειτα από τρεις ημέρας θα διατάξη ο Φαραώ να σου κόψουν την κεφαλήν, θα σε κρεμάση επάνω εις ένα ξύλον και τα όρνία του ουρανού θα καταφάγουν τας σάρκας σου”.
Οπως είπεν ο Ιωσήφ έτσι και έγινε. Την τρίτην, δηλαδή, ημέραν, ημέραν των γενεθλίων του Φαραώ, παρέθεσεν αυτός συμπόσιον εις όλους τους δούλους του. Ενεθυμήθη τότε μεταξύ των άλλων αυλικών του τον αρχιοινοχόον και τον αρχισιτοποιόν.
Και αίφνης του εφάνη, ότι από τον ποταμόν ανέβαιναν επτά αγελάδες ωραίαι κατά την εμφάνισιν και παχείαι, αι οποίαι έβοσκον στο λεπτόν και τρυφερόν χορτάρι του λειβαδιού παρά τον ποταμόν.
Επειτα από αυτάς, ανέβησαν από τον ποταμόν άλλαι επτά αγελάδες άσχημοι κατά την εμφάνισιν και αποσκελετωμέναι και έβοσκαν εις την όχθην του ποταμού, κοντά εις τας προηγουμένας.
Αι επτά αυταί άσχημοι και αδύνατοι αγελάδες κατέφαγον τας επτά ωραίας κατά την εμφάνισιν και καλοθρεμμένας αγελάδας. Ο Φαραώ, έκπληκτος δια το όνειρον αυτό εξύπνησεν.
Αίφνης οι επτά ατροφικοί και ανεμόδαρτοι στάχυες κατέπιον τους καλούς και μεστωμένους. Εξύπνησε ταραγμένος ο Φαραώ, αλλά είδεν ότι αυτό ήτο όνειρον. Δεν εξανακοιμήθη όμως.
Ανέτειλεν η πρωΐαν και το πνεύμα του Φαραώ ήτο τεταραγμένον. Απέστειλεν ανθρώπους και εκάλεσεν εις τα ανάκτορά του όλους τους εξηγητάς της Αιγύπτου και όλους τους σοφούς, στους οποίους και διηγήθη το όνειρόν του. Κανείς όμως δεν ευρέθη ικανός να ερμηνεύση αυτό στον Φαραώ.
Αμέσως ο Φαραώ απέστειλεν άνθρωπον εις την φυλακήν και προσεκάλεσε τον Ιωσήφ. Τον έβγαλαν από αυτήν, τον εξύρισαν, του έδωσαν άλλην στολήν να φορέση και έτσι ευπαρουσίαστος ήλθεν ενώπιον του Φαραώ.
Είπεν ο Φαραώ προς τον Ιωσήφ· “είδα ένα όνειρον και δεν υπάρχει κανείς, που να μου το εξηγήση. Επληροφορήθην δια σε από μερικούς, οι οποίοι λέγουν ότι, όταν ακούσης τα όνειρα, ημπορείς και τα ερμηνεύεις”.
Και ιδού, οπίσω από αυτάς ανέβαιναν από τον Νείλον άλλαι επτά αγελάδες ελεειναί, άσχημοι κατά την εμφάνισιν και απρσκελετωμέναι, χειροτέρας από τας οποίας δεν είδα ποτέ εις όλην την Αίγυπτον.
Αι παχείαι αγελάδες εισήλθον εις τας κοιλίας των ισχνών. Αλλά δεν εφάνη καθόλου ότι εισήλθον εις τας κοιλίας αυτών, διότι η εμφάνισις των ισχνών αγελάδων έμεινεν η ίδια· ήσαν αυταί και πάλιν αδύνατοι όπως και προηγουμένως. Εξύπνησα αλλά και πάλιν εκοιμήθην.
Τα επτά αυτά στάχυα τα ατροφικά και τα ανεμοδαρμένα κατέπιαν τα επτά ωραία και μεστωμένα στάχυα. Είπα, λοιπόν, στους ερμηνευτάς των ονείρων αυτά και δεν ημπόρεσε κανείς να μου τα ερμηνεύση”.
Αι επτά ισχναί αγελάδες, αι οποίαι ανέβαινον κατόπιν από τας παχείας δηλώνουν επτά έτη και οι επτά στάχυες οι ατροφικοί και οι ανεμόπληκτοι δηλώνουν επτά έτη πείνας.
Κατόπιν όμως από αυτά θα έλθουν επτά έτη πείνας. Αυτή θα είναι τόσον μεγάλη, ώστε θα λησμονήσουν οι άνθρωποι την ευφρρίαν, που έγινε προηγουμένως εις όλην την Αίγυπτον. Και η πείνα θα ερημώση την γώραν.
Ενεκα δε αυτής της πείνας, που θα επακολουθήση, θα σβήση από την μνήμην των ανθρώπων η προηγουμένη ευφορία της χώρας· διότι η πείνα θα είναι πολύ μεγάλη.
Η δευτέρα δε επανάληψις του ονείρου σημαίνει ότι είναι αληθινόν και βέβαιον το αποκαλυφθέν από τον Θεόν δια του ονείρου και ότι συντόμως θα πράξη ο Θεός αυτό, που προανήγγειλε.
Συγχρόνως δε ο Φαραώ ας εκλέξη και ας καταστήση επόπτας εις τας περιοχάς της χώρας, δια να κρατούν το πέμπτον από όλα τα προϊόντα της γης Αιγύπτου κατά τα επτά έτη της ευφορίας.
Ολα δε αυτά τα τρόφιμα των επτά ερχομένων ετών της ευφορίας ας συγκεντρωθούν εις αποθήκας. Ας συγκεντρωθή ο σίτος και ας τεθή εις την εξουσίαν και την διάθεσιν του Φαραώ. Τα τρόφιμα ας αποθηκευθούν ασφαλώς εις τας πόλεις.
Και θα είναι αυτά φυλαγμένα εις όλην την χώραν δια τα επτά έτη της πείνας, η οποία θα απλωθή εις την χώραν της Αιγύπτου. Ετσι δε η χώρα αυτή δεν θα εξολοθρευθή από την πείναν.
συ θα γίνης άρχων εις όλον τον οίκον μου και εις τας διαταγάς σου θα υπακούη όλος ο λαός μου. Μονον δε κατά τον βασιλικόν θρόνον θα είμαι εγώ ανώτερός σου”.
Εβγαλε δε ο Φαραώ από το χέρι του το δακτυλίδι, το έθεσεν στο χέρι του Ιωσήφ, ενέδυσεν αυτόν πολύτιμον λινήν στολήν από βύσσον και περιέβαλε στον τράχηλον αυτού άλυσιν χρυσήν.
Ανεβίβασε δε αυτόν στο δεύτερον από τα βασιλικά του άρματα και ένας κήρυξ επροπορεύετο έμπροσθεν από αυτόν και τον ανήγγειλεν στον λαόν. Ετσι δε ανέδειξεν αυτόν ο Φαραώ αντιβασιλέα εις όλην την χώραν της Αιγύπτου.
Ωνόμασε δε ο Φαραώ τον Ιωσήφ Ψονθομφανήχ, δηλαδή τροφοδότην της γης. Εδωσε δε εις αυτόν ως σύζυγον την Ασεννέθ, θυγατέρα του Πετεφρή, όχι του αρχιμαγείρου, άλλα του ιερέως της Ηλιουπόλεως.
Ητο δε τότε ο Ιωσήφ τριάκοντα ετών, όταν ενεφανίσθη ενώπιον του Φαραώ βασιλέως της Αιγύπτου. Εξήλθε δε ο Ιωσήφ από τα ανάκτορα του Φαραώ και, ως αντιβασιλεύς πλέον, περιώδευσεν όλην την χώραν της Αιγύπτου.
Και συνεκέντρωσεν ο Ιωσήφ όλα τα είδη των τροφίμων κατά τα επτά αυτά έτη, κατά τα οποία επεκράτει ευφορία εις την χώραν της Αιγύπτου και τα αποθήκευσεν εις τας πόλεις. Τα δε προϊόντα των πεδιάδων, που ήσαν γύρω από κάθε πόλιν, τα αποθήκευσεν εις αυτήν την ιδίαν πόλιν.
Ηρχισαν δε να έρχωνται τα επτά έτη της πείνας, όπως είχεν είπει ο Ιωσήφ και ηπλώθη πείνα εις όλην την γην. Εις την χώραν όμως της Αιγύπτου υπήρχον άρτοι.
Αλλά και όλη η χώρα της Αιγύπτου επείνασεν, ο δε λαός έκραξε προς τον Φαραώ ζητών άρτους. Ο δε Φαραώ είπε προς όλους τους Αιγυπτίους· “πηγαίνετε προς τον Ιωσήφ και ο,τι σας πη, εκείνο πράξατε”.
Η πείνα είχεν απλωθή και εις την γην Χαναάν, όπου κατοικούσεν ο Ιακώβ. Πληροφορηθείς δε ο Ιακώβ ότι εις την Αίγυπτον πωλείται σίτος είπεν εις τα παιδιά του· “διατί αμελείτε;
Ιδού, εχω, πληροφορηθή, ότι υπάρχει σιτάρι εις τη Αίγυπτον. Πηγαίνετε εκεί και αγοράσατε δι’ ημάς ολίγα τρόφιμα, δια να ζήσωμεν και μη αποθάνωμεν από την πείναν”.
Ο Ιακώβ δεν έστειλε μαζή με τους αδελφούς του τον Βενιαμίν, τον αδελφόν του Ιωσήφ εκ της Ραχήλ, διότι εφοβήθη σκεφθείς μήπως τυχόν συμβή και εις αυτόν κανένα δυστύχημα.
Οι υιοί του Ιακώβ ήλθον εις την Αίγυπτον μαζή με άλλους, οι οποίοι μετέβαιναν επίσης εκεί, δια να αγοράσουν τρόφιμα, επειδή η πείνα επικρατούσε και εις την χώραν Χαναάν.
Ο Ιωσήφ ήτο αντιβασιλεύς της Αιγύπτου· αυτός δια των οργάνων του επωλούσε σίτον εις όλον τον λαόν της Αιγύπτου. Οι δε αδελφοί του ελθόντες εις την Αίγυπτον τον προσεκύνησαν μέχρις εδάφους.
Οταν είδεν ο Ιωσήφ τους αδελφούς του, τους ανεγνώρισεν, αλλά εφέρετο προς αυτούς ώσαν ξένος. Τους ωμίλησε μάλιστα κατά τρόπον τραχύν και τους είπεν· “από που ήλθατε;” Εκείνοι είπον· “από την γην Χαναάν, δια να αγοράσωμεν τροφάς”.
Οταν δε είδε τους αδελφούς του να τον προσκυνούν ενεθυμήθη τα όνειρα, τα οποία είχεν ίδει. Επειτα τους είπεν· “είσθε κατάσκοποι· ήλθατε εδώ, δια να κατασκοπεύσετε τα επίκαιρα σημεία της χώρας μου”.
Εκείνοι πάλιν απήντησαν· “ημείς, οι δούλοι σου, είμεθα δώδεκα αδελφοί και κατοικούμεν εις την χώραν Χαναάν. Και ιδού, ο νεώτερος από ημάς ευρίσκεται σήμερον μαζή με τον πατέρα μας εις την Χαναάν, ο δε άλλος δεν υπάρχει πλέον”.
Αν λέγετε την αλήθειαν θα μου το αποδείξετε με τούτο· είπατε ότι έχετε ένα νεώτερον αδελφόν. Μα την υγείαν του Φαραώ, δεν θα φύγετε από εδώ, εάν αυτός ο νεώτερος αδελφάς σας δεν έλθη εδώ.
Στείλτε λοιπόν ένα από σας και φέρετε εδώ τον αδελφόν σας. Σεις δε οι άλλοι πηγαίνετε εις την φυλακήν, έως ότου αποδειχθούν, αν είναι η δεν είναι αληθινά τα λόγια σας. Εάν δε δεν φέρετε τον νεώτερον αδελφόν σας, μα την υγείαν του Φαραώ, είσθε πράγματι κατάσκοποι”.
Γεν 42.17
καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν φυλακῇ ἡμέρας τρεῖς.
Διέταξε δε και έβαλαν αυτούς τρεις ημέρας εις την φυλακήν.
Εάν είσθε πράγματι ειρηνικοί άνθρωποι, ένας αδελφός σας ας μείνη εις την φυλακήν, σεις δε πηγαίνετε προς την χώραν σας και φέρετε εκεί τον σίτον, τον οποίον ηγοράσατε.
Και τον αδελφόν σας τον νεώτερον φέρετέ τον προς εμέ. Οταν δε τον ίδω, τότε θα πιστεύσω εις τα λόγια σας. Εάν όμως και δεν τον φέρετε, θα θανατωθήτε”. Οι αδελφοί του Ιωσήφ έκαμαν, όπως εκείνος τους είπε.
Εκεί δε εμπρός στον Ιωσήφ είπαν ο ενας προς τον άλλον· “ναι, τιμωρούμεθα τώρα διότι διεπράξαμεν μεγάλην αμαρτίαν εναντίον του αδελφού μας. Δεν ελάβομεν υπ’ όψει την θλίψιν της ψυχής του, όταν μας παρακαλούσε τότε, να τον λυπηθώμεν. Δεν εδώσαμεν καμμίαν προσοχήν εις τα λόγια του. Ενεκα της αμαρτίας μας αυτής έπεσεν επάνω μας αυτή η θλίψις”.
Αποκριθείς δε ο Ρουβήν τους είπε· “δεν σας είπα και ξαναείπα εγώ να μη διαπράξετε αυτήν την μεγάλην αδικίαν εναντίον του παιδιού και δεν με ηκούσατε; Ιδού, ότι το αθώον αίμα του ζητεί τώρα εκδίκησιν εναντίον μας”.
Ο Ιωσήφ, όταν ήκουσεν αυτά, συνεκινήθη, απεμακρύνθη από αυτούς, έκλαυσε και πάλιν επανήλθε και συνωμίλησε μαζή των. Επήρε από αυτούς τον Συμεών και τον έδεσεν ενώπιόν των.
Διέταξε δε να γεμίσουν τους σάκκους των σιτάρι, να θέσουν κρυφίως στον σάκκον καθενός από αυτούς τα χρήματά των και να τους δώσουν τροφάς δια το ταξίδι των. Ετσι και έγινεν εις αυτούς.
Εις τον τόπον δέ, όπου επί ολίγον εστάθμευσαν, ένας από αυτούς έλυσε τον σάκκον του, δια να δώση τροφήν στους όνους του. Και είδεν ότι το χρηματόδεμά του ήτο στο στόμιον του σάκκου.
Είπε τότε στους αδελφούς του· “τα χρήματά μου, αυτά που επλήρωσα δια την αγοράν του σίτου, μου επεστράφησαν. Ιδού ευρίσκονται στον σάκκον μου”. Ολοι τότε κατελήφθησαν από έκπληξιν, εταράχθησαν και έλεγαν μεταξύ των· “τι είναι αυτό που μας έκαμεν ο Θεός;”
Γεν 42.29
Ἦλθον δὲ πρὸς Ἰακὼβ τὸν πατέρα αὐτῶν εἰς γῆν Χαναὰν καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάντα τὰ συμβάντα αὐτοῖς, λέγοντες·
Εξηκολούθησαν την πορείαν των, έφθασαν εις την γην Χαναάν προς τον πατέρα των και εγνωστοποίησαν εις αυτόν όλα όσα τους συνέβησαν, λέγοντες·
“ο άνθρωπος εκείνος, ο άρχων της Αιγύπτου, ωμίλησε και εφέρθη προς ημάς με πολλήν σκληρότητα. Μας έβαλεν εις την φυλακήν, διότι τάχα είμεθα κατάσκοποι της χώρας του.
Ο άρχων αυτός της Αιγύπτου μας είπε τότε· Εγώ θα μάθω και θα πεισθώ ότι είσθε πράγματι ειρηνικοί άνθρωποι, εάν κάμετε όπως σας πω. Αφήσατε εδώ εις εμέ ένα αδελφόν. Τον δε σίτον, που αγοράσατε δια τας οικογενείας σας, παρέτέ τον και φύγετε δια την Χαναάν.
Επειτα δέ, φέρετε προς εμέ τον αδελφόν σας τον νεώτερον. Ετσι θα πεισθώ ότι δεν είσθε κατάσκοποι, αλλ’ ότι είσθε πράγματι τίμιοι και φιλήσυχοι, θα σας αποδώσω τον αδελφόν σας που εκράτησα ως όμηρον και θα σας επιτρέψω να εισέρχεσθε και να εξέρχεσθε ελεύθερα εις την χώραν”.
Οταν δε οι εννέα αδελφοί άδειασαν στο σπίτι τους σάκκους με τον σίτον ευρέθη στον σάκκον του καθενός το χρηματόδεμά του, το αντίτιμον του σίτου. Είδον αυτοί και ο πατήρ των τα χρηματοδέματα και εφοβήθησαν.
Είπε δε προς αυτούς ο Ιακώβ, ο πατέρας των· “με αφήσατε χωρίς παιδιά· ο Ιωσήφ δεν υπάρχει πλέον εις την ζωήν, ο Συμεών δεν ευρίσκεται μεταξύ μας. Θα μου πάρετε λοιπόν και τον Βενιαμίν; Ολα αυτά τα κακά έπεσαν επάνω μου”.
Είπε δε ο Ρουβήν προς τον πατέρα του· “εμπιστεύσου εις εμέ τον Βενιαμίν και εγώ σου υπόσχομαι ότι θα σου τον επαναφέρω σώον και υγιή. Εάν δε δεν τον επαναφέρω, σκότωσε τα δυό παιδιά μου”.
Ο Ιακώβ απήντησεν· “όχι, κατ’ ουδένα λόγον δεν θα αναχωρήση μαζή σας δια την Αίγυπτον ο υιός μου αυτός· διότι ο ομομήτριος αδελφός του απέθανε και αυτός μόνος μου έχει απομείνει, υιός της Ραχήλ. Φοβούμαι μήπως τυχόν και του συμβή τίποτε κακόν στον δρόμον, που θα βαδίζετε, και τότε θα κρημνίσετε καταλυπημένον το γήρας μου στον άδην”.
Γεν 42.39
ὁ δὲ λιμὸς ἐνίσχυσεν ἐπὶ τῆς γῆς.
Η πείνα όμως εγίνετο ολοένα και περισσότερον μεγάλη και καταθλιπτική εις την χώραν των.
Οταν τα τέκνα του Ιακώβ εξήντλησαν τον σίτον, τον οποίον έφεραν από την Αίγυπτον, τους είπεν ο πατήρ των· “πηγαίνετε πάλιν εις την Αίγυπτον και αγοράσετε δι’ όλους μας ολίγας τροφάς”.
Ο Ιούδας, ένας εκ των αδελφών, του είπεν· “ο άνθρωπος εκείνος, ο κύριος της χώρας Αιγύπτου, ρητώς και επιμόνως ετόνισε λέγων· δεν θα παρουσιασθήτε ενώπιόν μου, εάν δεν είναι μαζή σας και ο νεώτερος αδελφός σας.
Εάν όμως δεν τον αποστείλης μαζή μας, δεν θα μεταβώμεν, διότι θα είναι μάταιος ο κόπος μας. Ο άνθρωπος εκείνος είπε και ζαναιείπεν ότι δεν θα ιδήτε το πρόσωπόν μου, εάν δεν είναι μαζή σας ο αδελφός σας ο νεώτερος”.
Εκείνοι είπαν· “επιμόνως ο άνθρωπος αυτός μας η ρώτησε, να μάθη δια την οικογένειάν μας λέγων, εάν ακόμη ο πατέρας σας ζη, και εάν εκτός από σας υπάρχη και άλλος αδελφός. Και του απαντήσαμεν σύμφωνα με τας ερωτήσστου. Μηπως τάχα εγνωρίζαμεν ημείς, ότι θα μας πη· Φέρετε εδώ και τον άλλον αδελφόν σας;”
Ο Ιούδας είπε προς τον Ιακώβ τον πατέρα του· “στείλε μαζή μου το παιδίον τον Βενιαμίν, δια να ξεκινήσωμεν και μεταβώμεν εις την Αίγυπτον. Ετσι μόνον θα αγοράσωμεν τρόφιμα, δια να ζήσωμεν και να μη αποθάνωμεν από την πείναν και ημείς και συ και τα παιδιά μας.
Εγώ αναλαμβάνω τον Βενιαμίν. Από τα χέρια μου να τον ζητήσης. Εάν τυχόν και δεν τον επαναφέρω και δεν τον παρουσιάσω ενώπιόν σου, θα είμαι βαρύτατα ένοχος απέναντί σου εις όλην μου την ζωήν.
Γεν 43.9
εἰ μὴ γὰρ ἐβραδύναμεν, ἤδη ἂν ὑπεστρέψαμεν δίς.
Εάν έως τώρα δεν εχάναμεν τον καιρόν μας με τας συζητήσεις αυτάς, θα είχομεν ήδη μεταβή εις την Αίγυπτον και θα είχομεν επιστρέψει δύο φοράς”.
Ο Ισραήλ, ο πατήρ των, τους είπε τότε· “αφού έτσι έχουν τα πράγματα, κάμετε όπως είπατε. Παρτε όμως από τα προϊόντα της χώρας μας και φέρετε προς τον άνθρωπον εκείνον ως δώρα ευώδη ρητίνην και μέλι, θυμίαμα και στακτήν, (άρωμα από σμύρναν), τερέβινθον (τερεμεντίναν από σχίνον), και καρύδια.
Παρετε επίσης μαζή σας διπλά τα χρήματα της τιμής του σίτου, ώστε να επιστρέψετε στον άρχοντα της Αιγύπτου τα χρηματοδέματα, που ευρήκατε στους σάκκους σας, μήπως τυχόν και είχε γίνει κανένα λάθος.
Ο Θεός να δώση να βρήτε ευμενή υποδοχήν ενώπιον εκείνου του ανθρώπου και να απαστείλη προς εμέ τον άλλον αδελφόν σας τον Συμεών, που έμεινεν εις την Αίγυπτον, όπως επίσης και τον Βενιαμίν. Αλλωστε είτε ούτως είτε άλλως θεωρώ πλέον χαμένα και τα δύο παιδιά μου, που απέκτησα από την Ραχήλ”.
Ελαβον οι αδελφοί αυτά τα δώρα και διπλά τα χρήματα της τιμής του σίτου, τόσον εκείνου τον οποίον θα αγοράσουν όσον και του προηγουμένου, εξεκίνησαν, επήγαν εις την Αίγυπτον και παρουσιάσθησαν ενώπιον του Ιωσήφ.
Τους είδεν ο Ιωσήφ, είδε και τον ομομήτριον αδελφόν του τον Βενιαμίν και είπεν στον αρχηγόν του οίκου του· “οδήγησε τους ανθρώπους αυτούς εις την οικίαν, σφάξε εκλεκτά σφαχτά και ετοίμασε φαγητά, διότι σήμερον την μεσημβρίαν θα γευματίσουν μαζή μου αυτοί οι άνθρωποι”.
Ιδόντες οι αδελφοί, ότι ωδηγήθησαν στον οίκον του Ιωσήφ είπον· “οδηγούμεθα ημείς στον οίκον τούτον εξ αιτίας των χρημάτων, που μας επεστράφησαν στους σάκκους μας και με τα οποία ημείς είχομεν πληρώσει την πρώτην φοράν τον σίτον· αυτό γίνεται δια να μας συκοφαντήσουν, και προς τιμωρίαν μας να μας πάρουν δούλους, να κρατήσουν και τους όνους μας”.
Οταν δε εφθάσαμεν κάπου, δια να κάμωμεν κατάλυμα και ανοίξαμε τους σάκκους μας, ευρέθη στον σάκκον εκάστου το αργύριον, με το οποίον είχε πληρώσει τον σίτον. Το αργύριον, λοιπόν, αυτό σας το επιστρέφομεν ιδιοχείρως μετρημένο και ζυγισμένο.
Είπεν εκείνος προς αυτούς· “ο Θεός σας ηλέησε. Μη φοβείσθε. Ο Θεός σας και ο Θεός των πατέρων σας σας έδωσεν αυτούς τους θησαυρούς στους σάκκους σας. Το δε αργύριον, το αντίτιμον του σίτου που είχατε αγοράσει προηγουμένως, εγώ το έχω πάρει”. Εβγαλε δε τότε τον Συμεών από την φυλακήν και τον ωδήγησε προς αυτούς.
Οι αδελφοί ετοίμασαν τα δώρα, δια να τα προσφέρουν στον Ιωσήφ και τον επερίμεναν, μέχρις ότου θα ήρχετο κατά την μεσημβρίαν στον οίκόν του, διότι επληροφορήθησαν ότι εκεί θα εγευμάτιζε.
Ηλθε πράγματι ο Ιωσήφ εις την οικίαν του και εκείνοι του προσέφεραν τα δώρα, τα οποία εκρατούσαν εις τα χέρια των, και τον επροσκύνησαν κύψαντες το πρόσωπόν των μέχρις εδάφους.
Ο Ιωσήφ τους ηρώτησε με καλωσύνην· “πως έχετε;” Και κατόπιν προσέθεσεν· “υγιαίνει ο γέρων πατέρας σας, δια τον οποίον την πρώτην φοράν μου εκάματε λόγον; Ζη ακόμη;”
Εκείνοι του απήντησαν· “ο δούλος σου, ο πατέρας μας, υγιαίνει, ζη ακόμη”. Είπε δε ο Ιωσήφ· “ας είναι ευλογημένος ο άνθρωπος εκείνος ενώπιον του Θεού”. Και κύψαντες μέχρις εδάφους τον προσεκύνησαν.
Εσήκωσε τα βλέμματά του ο Ιωσήφ, είδε τον ομομήτριον αδελφόν του, τον Βενιαμίν, και ηρώτησε τους αδελφούς· “αυτός είναι ο νεώτερος αδελφός σας, τον οποίον είπατε ότι θα οδηγήσετε προς εμέ;” Και στραφείς προς τον Βενιαμίν του είπε· “ο Θεός να σε ελεήση, τέκνον μου”.
Συνεκινήθη βαθύτατα ο Ιωσήφ, ανεστράφησαν τα σπλάγχνα αυτού, όταν είδε τον αδελφόν του τον Βενιαμίν, και εζήτει να εύρη ιδιαίτερον τινά απόκρυφον τόπον, δια να κλαύση. Εισήλθε πράγματι στο εσωτερικόν δωμάτιόν του και εκεί ανελύθη εις δάκρυα.
Εκείνοι παρέθεσαν φαγητόν δια τον Ιωσήφ ιδιαιτέρως, δια τους αδελφούς αυτού ιδιαιτέρως, και δια τους Αιγυπτίους, οι οποίοι συνέτρωγαν με αυτόν, επίσης ιδιαιτέρως· διότι δεν ηνείχοντο οι Αιγύπτιοι να συντρώγουν με τους Εβραίους, επειδή ήτο τούτο αποτροπιαστικόν δι’αυτούς.
Εκάθισαν λοιπόν ενώπιόν του οι αδελφοί του Ιωσήφ κατά την σειράν της ηλικίας των, ώστε ο πρωτότοκος να κάθεται εις θέσιν ανάλογον της μεγαλυτέρας του ηλικίας και ο νεώτερος εις θέσιν ανάλογον της μικροτέρας του ηλικίας. Οι αδελφοί παρετήρουν ο ένας τον άλλον και απορούσαν δια την τακτοποίησίν των εις την τράπεζαν ανάλογα με την ηλικίαν των.
Οι υπηρέται έφεραν μερίδας φαγητού από την τράπεζαν του Ιωσήφ προς τους αδελφούς. Η μερίς του Βενιαμίν ήτο πέντε φορές μεγαλύτερα από τας μερίδας των άλλων αδελφών. Εφαγον όλοι μαζή με τον Ιωσήφ, έπιον και ήλθον εις ευθυμίαν μαζή με αυτόν.
Επειτα απ’ αυτά διέταξεν ο Ιωσήφ τον αρχηγόν του οίκου του λέγων· “γεμίσατε τους σάκκους των ανθρώπων αυτών από τρόφιμα, όσα ημπορούν να πάρουν. Βαλτε το αργύριον ενός εκάστου στο στόμιον του σάκκου του,
και το αργυρούν ποτήριόν μου θέσατε στον σάκκον του νεωτέρου αδελφού όπως και το αντίτιμον της αγοράς του σίτου του”. Οπως διέταξεν ο Ιωσήφ, έτσι και έγινε.
Οταν εξήλθον από την πόλιν και δεν απείχον πολύ, είπεν ο Ιωσήφ στον αρχηγόν του οίκου του· “σήκω και τρέξε όπισθεν αυτών των ανθρώπων, πρόφθασέ τους και θα τους πης· διατί ανταπεδώσατε κακά αντί των καλών που ελάβατε; Διατί μου εκλέψατε το ασημένιο ποτήρι;
Δεν είναι αυτό το ποτήρι, με το οποίον πίνει ο κύριός μου; Με αυτό το ποτήρι εκείνος προμαντεύει τα μέλλοντα. Είναι πολύ κακόν αυτό, που εκάματε κλέψαντες το ποτήρι”.
Εαν ημείς τα χρήματα, τα οποία ευρήκαμεν στους σάκκους μας κατά το πρώτον μας ταξίδι τα επεστρέψαμεν από την χώραν Χαναάν, πως ήτο δυνατόν να κλέψωμεν άργυρον η χρυσόν από τον οίκον του κυρίου σου;
Εκείνος απήντησεν· “όπως τώρα λέγετε έτσι και θα γίνη· εκείνος στον οποίον θα ευρεθήτό ποτήρι θα γίνη δούλος μου· αλλά σεις οι άλλοι θα είσθε ανεύθυνοι και ελεύθεροι να επιστρέψετε εις την πατρίδα σας”.
Ο αρχηγός του οίκου του Ιωσήφ ήρχισε να ερευνά από τον σάκκον του πρεσβυτέρου μέχρις ότου έφθασεν στον σάκκον του νεωτέρου, του Βενιαμίν, όπου και ευρήκε το ποτήριον.
Οι αδελφοί κατάπληκτοι και κατώδυνοι έσχισαν τα ιμάτιά των από την λύπην, εφόρτωσαν ο καθένας τον σάκκον του στον όνον του και επέστρεψαν όλοι εις την πόλιν.
Τους είπε δε ο Ιωσήφ· “τι είναι αυτό που εκάματε; Δεν γνωρίζετε ότι άνθρωπος, όπως εγώ, έχει την δύναμιν να μαντεύη και να γνωρίζη και τας κρυφίας πράξεις;”
Απήντησεν ο Ιούδας· “τι να απαντήσωμεν στον κύριον, η τι να είπωμεν, η ποίαν δικαιολογίαν να εύρωμεν, δια να δικαιωθώμεν απέναντί του; Ο Θεός ενεθυμήθη κάποιαν άλλην μεγάλην αμαρτίαν των δούλων σου και μας τιμωρεί τώρα δι’ αυτήν. Ιδού είμεθα όλοι δούλοι στον κύριόν μας ημείς και εκείνος στον οποίον ευρέθη το ποτήριον”.
Απήντησε δε ο Ιωσήφ· “δεν θα συγκατατεθώ ποτέ να κάμω αυτό, που μου προτείνετε· να κρατήσω δηλαδή όλους σας ως δούλους. Αλλά δούλος μου θα μείνη μόνον εκείνος, στον οποίον ευρέθη το ποτήρι μου. Σεις οι άλλοι πηγαίνετε σώοι και ελεύθεροι προς τον πατέρα σας”.
Επλησίασεν ο Ιούδας προς τον Ιωσήφ και του είπε· “κύριε, σε θερμοπαρακαλώ ας επιτραπή εις εμέ τον δούλον σου να ομιλήσω ενώπιόν σου και ας μη οργισθής εναντίον μου. Διότι συ είσαι ως προς την εξουσίαν πρώτος μετά τον Φαραώ.
Και ημείς απηντήσαμεν στον κύριον· Εχομεν γέροντα πατέρα, όπως και ένα νεώτερον αδελφόν μας, παιδί των γηρατείων του πατρός μας. Αυτού ο αδελφός απέθανε και έτσι έμεινεν ο μόνος από την μητέρα, που τους είχε γεννήσει. Ο πατήρ μας τον ηγάπησε και τον αγαπά ιδιαιτέρως.
Συ δε είπες εις ημάς τους δούλους σου· Εάν δεν έλθη ο νεώτερος αδελφός σας μαζή σας, δεν πρόκειται να ίδετε ποτέ το πρόσωπόν μου και να πάρετε τροφάς από την Αίγυπτον.
Ημείς όμως του απαντήσαμεν· Είναι αδύνατον να μεταβώμεν εις την Αίγυπτον, εκτός εάν έλθη μαζή μας και ο νεώτερος αδελφός μας. Τοτε θα μεταβώμεν. Διότι δεν θα ημπορέσωμεν να παρουσιασθώμεν ενώπιον του άρχοντος της Αιγύπτου, εάν ο νεώτερος αδελφός μας δεν είναι μαζή μας.
Ο ένας από αυτούς έφυγεν από το σπίτι, δια να έλθη εις συνάντησίν σας και μου είπατε ότι άγριον θηρίον τον κατέφαγε. Δεν τον ξαναείδα πλέον μέχρις αυτής της στιγμής.
Κυριε, εάν λοιπόν τώρα μεταβώ και παρουσιασθώ προς τον πατέρα μας, τον δούλον σου, το δε παιδίον τούτο δεν είναι μαζή μας, εφ’ όσον η ζωή του πατρός μας κρέμαται από την ψυχήν του παιδιού,
θα συμβή τούτο· όταν ο πατήρ μας ίδη ότι το νεώτερον τούτο παιδί δεν είναι μαζή μας, θα αποθάνη αμέσως. Και έτσι ημείς οι δούλοι σου θα κρημνίσωμεν τα γεράματα του πατρός μας βαθύτατα λυπημένα στον άδην.
Εγώ δε ο δούλος σου ανέλαβον υπ’ ευθύνήν μου το παιδίον λέγων προς αυτόν· εάν δεν επαναφέρω σώον και παρουσιάσω ενώπιόν σου τούτο, θα έχω διαπράξει βαρύτατον αμάρτημα ενώπιον του πατρός μου δι’ όλας τας ημέρας της ζωής μου.
Τωρα λοιπόν, θα μείνω εγώ δούλος σου αντί του παιδίου, ισόβιος ιδικός σου υπηρέτης. Το δε παιδίον τούτο ας επιστρέψη προς τον πατέρα μας μαζή με τους αδελφούς του.
Διότι πως είναι δυνατόν και νοητόν να επιστρέψω προς τον πατέρα μας, χωρίς να είναι μαζή μας τούτο το παιδίον; Δεν θα επιστρέψω εις την χώραν μας, δια να μη ίδω τα δεινά, που θα εύρουν τον πατέρα μου”.
Κατασυνεκινήθη ο Ιωσήφ, δεν ηδυνατο πλέον να κυριαρχήση επί του εαυτού του ενώπιον όλων των ακολούθων του, που ήσαν παρόντες, και είπεν· “απομακρύνατε όλους τους Αιγυπτίους απ’ εμπρός μου”. Και έτσι κανείς από τους Αιγυπτίους δεν ήτο παρών, όταν ο Ιωσήφ απεκαλύφθη στους αδελφούς του.
Είπε δε ο Ιωσήφ προς τους αδελφούς του (εις την γλώσσαν των πλέον) “εγώ είμαι ο Ιωσήφ ! Ζη ακόμη ο πατήρ μου;” Οι αδελφοί έμειναν άναυδοι. Δεν ημπορούσαν να απαντήσουν ούτε λέξιν διότι συνεταράχθησαν, τα έχασαν.
Είπε προς τους αδελφούς του ο Ιωσήφ· “πλησιάσατέ με”. Εκείνοι τον επλησίασαν και ο Ιωσήφ τους είπεν· “εγώ είμαι ο Ιωσήφ, ο αδελφός σας, τον οποίον σεις επωλήσατε δια την Αίγυπτον.
Ομως, μη λυπείσθε τώρα. Και το ότι, με επωλήσατε ως δούλον, ώστε να έλθω εδώ εις την Αίγυπτον, ας μη σας φανή πικρόν και οδυνηρόν διότι ο Θεός με έστειλεν εδώ ενωρίτερον από σας, δια να σώσω και την ιδικήν σας ζωήν.
Το έτος τούτο είναι το δεύτερον έτος του λιμού εις την γην. Θα ακολουθήσουν και άλλα πέντε ακόμη, κατά τα οποία ούτε όργωμα θα γίνεται εις την γην ούτε θερισμός θα υπάρχη, διότι οι αγροί θα μενούν άκαρποι.
Ο Θεός με έστειλεν εδώ ενωρίτερα από σας, δια να διατηρήσω σας εν τη ζωή εις την γην αυτήν και να σας διαθρέψω κατά το διάστημα της μεγάλης αυτής ανάγκης σας.
Γεν 45.8
νῦν οὐχ ὑμεῖς με ἀπεστάλκατε ὧδε, ἀλλ᾿ ἢ ὁ Θεός, καὶ ἐποίησέ με ὡς πατέρα Φαραὼ καὶ κύριον παντὸς τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ ἄρχοντα πάσης γῆς Αἰγύπτου.
Λοιπόν, δεν με απεστείλατε σεις εδώ, αλλά ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος και με ανέδειξε πατέρα του Φαραώ και κύριον όλου του οίκου του και άρχοντα όλης της Αιγύπτου.
Σπεύσατε λοιπόν, πηγαίνετε προς τον πατέρα μου και ειπέτε του· Αυτά λέγει το παιδί σου ο Ιωσήφ· Ο Θεός με κατέστησεν άρχοντα όλης της Αιγύπτου. Ελα λοιπόν προς εμέ και μη μείνης άλλο εις την Χαναάν.
Θα κατοικήσης εις την χώραν Γεσέμ της Αραβίας και θα είσαι κοντά μου συ και οι υιοί σου και τα παιδιά των υιών σου, τα πρόβατά σου και τα βόδια σου και όσα άλλα έχεις.
Γεν 45.11
καὶ ἐκθρέψω σε ἐκεῖ· ἔτι γὰρ πέντε ἔτη λιμός· ἵνα μὴ ἐκτριβῇς σὺ καὶ οἱ υἱοί σου καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντά σου.
Εγώ θα σε διαθρέψω εκεί· πέντε έτη θα κρατήση ακόμη ο λιμός. Ελα, δια να μην εξαφανισθήτε από την πείναν συ και τα παιδιά σου και όλα τα ζώα σου.
Αναγγείλατε λοιπόν προς τον πατέρα μου όλα τα μεγαλεία μου, που έχω εις την Αίγυπτον και όσα είδατε. Λοιπόν μη βραδύνετε σπεύσατε και οδηγήσατε εδώ τον πατέρα μου”.
Επεσε κατόπιν με ορμήν στον τράχηλον του αδελφού του του Βενιαμίν, έκλαυσεν επάνω του, όπως επίσης και ο Βενιαμίν έκλαυσε σφικταγκαλιασμένος στον τράχηλον του αδελφού του του Ιωσήφ.
Κατεφίλησε κατόπιν ο Ιωσήφ όλους τους αδελφούς του και έκλαυσεν εναγκαλιζόμενος αυτούς. Επειτα δε από όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα ανεθάρησαν και ωμίλησαν προς αυτόν οι αδελφοί του.
Είπε δε ο Φαραώ προς τον Ιωσήφ· “πες στους αδελφούς σου· Τούτο να κάμετε· γεμίσατε τους σάκκους, φορτώσατε τα μεταγωγικά σας ζώα και πηγαίνετε εις την γην Χαναάν.
Παρετε από εκεί τον πατέρα σας και όλα τα υπάρχοντά σας, ελάτε προς εμέ και εγώ θα σας δώσω από όλα τα αγαθά της Αιγύπτου, θα φάτε το μεδούλι της χώρας, ο,τι δηλαδή εκλεκτόν έχει αυτή.
Συ δε δώσε αυτήν την εντολήν στους αδελφούς σου· Παρετε αμάξας από την Αίγυπτον και μεταφέρατε με αυτάς τα παιδιά σας και τας γυναίκας σας. Παρετε ιδιαιτέρως τον πατέρα σας και ελάτε εδώ.
Και μη λυπηθήτε, όταν θα ίδετε ότι ευρεθήκατε εις την ανάγκην να αφήσετε και μερικά σκεύη στο σπίτι σας, τα οποία θα σας είναι αδύνατον να πάρετε μαζή σας, διότι όλα τα αγαθά της Αιγύπτου θα είναι ιδικά σας”.
Κατευώδωσε δε τους αδελφούς του και όταν ανεχώρουν τους είπε· “μη οργίζεσθε και μη φιλονεικήτε ο ενας κατά του άλλου στον δρόμον δια την διαγωγήν που εδείξατε προς εμέ”.
Εκεί, ανήγγειλαν εις αυτόν τα γεγονότα και του είπαν· “ο υιός σου ο Ιωσήφ ζη και είναι άρχων όλης της Αιγύπτου”. Εμεινε κατάπληκτος ο Ιακώβ και σαν να εσταμάτησεν η διάνοιά του, διότι δεν τους επίστευεν.
Ολα δε μαζή τα παιδιά του εγνωστοποίησαν εις αυτόν όλα τα λόγια, τα οποία τους είχεν είπει ο Ιωσήφ. Ο Ιακώβ, όταν είδε τας αμάξας που έστειλεν ο Ιωσήφ δια να τον παραλάβουν, συνήλθεν από την κατάπληξίν του, ανεζωογονήθη το πνεύμα του
Εξεκίνησε, λοιπόν, ο Ιακώβ, αυτός, με όλα τα υπάρχοντά του και όλοι οι άλλοι μαζή του και ήλθεν στο “Φρέαρ του όρκου”, εις την Βηρσαβεέ και εκεί προσέφερε θυσίαν στον Θεόν του πατρός του Ισαάκ.
Θα μεταβώ και εγώ μαζή σου εις την Αίγυπτον και εγώ πάλιν θα σε επαναφέρω εις την γην Χαναάν, όταν λάβη τέλος ο καθωρισμένος χρόνος της παραμονής σου εις την Αίγυπτον. Ο δε υιός σου Ιωσήφ με τα ίδια του τα χέρια θα σου κλείση τα μάτια.
Εσηκώθη ο Ιακώβ, δια να αναχωρήση από το “Φρέαρ του όρκου”. Οι υιοί του Ιακώβ έβαλαν τον πατέρα των, τα παιδιά των και τας γυναίκας των εις τας αμάξας, τας οποίας είχεν αποστείλει ο Ιωσήφ, δια να τον μταφέρουν εις την Αίγυπτον.
Ελαβον λοιπόν, τα κοπάδια των και όλην την κινητήν περιουσίαν, που είχαν αποκτήσει εις την Χαναάν, και εισήλθον εις την Αίγυπτον. Εισήλθεν ο Ιακώβ και μαζή με αυτόν όλοι οι απόγονοί του,
οι υιοί του, τα παιδιά των υιών του μαζή του, αι θυγατέρες του και αι θυγατέρες των θυγατέρων του. Ολους τους απογόνους του παρέλαβε μαζή του ο Ιακώβ και τους ωδήγησεν εις την Αίγυπτον.
Αυτά δε είναι τα ονόματα των παιδιών του Ισραήλ, που εισήλθον εις την Αίγυπτον μαζή με τον πατέρα των· Ο Ιακώβ και οι υιοί του. Πρωτότοκος του Ιακώβ ήτο ο Ρουβήν.
Υιοί του Ιούδα ήσαν ο Ηρ, ο Αυνάν, ο Σηλώμ, ο Φαρές και ο Ζαρά· ο Ηρ δε και ο Αυνάν απέθανον εις την γην Χαναάν. Ο δε Φαρές απέκτησεν υιούς τον Εσρών και τον Ιεμουήλ.
Ολοι αυτοί ήσαν υιοί, τους οποίους απέκτησεν ο Ιακώβ εκ της Λείας εις την Μεσοποταμίαν της Συρίας· επίσης είχε και θυγατέρα του την Δείναν. Ολαι αυταί αι ψυχαί, υιοί και θυγατέρες, ήσαν τριάκοντα τρεις.
Ολοι οι ανωτέρω ήσαν υιοί της Ζελφάς, την οποίαν είχε δώσει ο Λαβαν εις την Λείαν την θυγατέρα αυτού. Από αυτήν ο Ιακώβ απέκτησε τους δεκαέξ αυτούς απογόνους.
Γεν 46.19
υἱοὶ δὲ Ῥαχὴλ γυναικὸς Ἰακώβ· Ἰωσὴφ καὶ Βενιαμίν.
Υιοί δε της Ραχήλ, της γυναικός του Ιακώβ, ήσαν ο Ιωσήφ και ο Βενιαμίν.
Οι δε υιοί του Ιωσήφ, τους οποίους απέκτησεν εις την Αίγυπτον από την σύζυγόν του την Ασεννέθ, θυγατέρα του Πετεφρή ιερέως της Ηλιουπόλεως, ήσαν ο Μανασσής και ο Εφραΐμ. Ο Μανασσής απέκτησεν υιούς από την Σύραν, την παλλακήν αυτού, ένας εκ των οποίων ήτο ο Μαχίρ. Ο δε Μαχίρ απέκτησε τον Γαλαάδ. Υιοί του Εφραΐμ, αδελφού του Μανασσή, ήσαν ο Σουταλαάμ και ο Ταάμ. Υιός δε του Σουταλαάμ ήτο ο Εδέμ.
Υιοί του Βενιαμίν ήσαν ο Βαλά, ο Χοβώρ και ο ‘ Ασβήλ. Υιοί του Βαλά ήσαν ο Γηρά, ο Νοεμάν, ο Αγχίς, ο Ρως, ο Μαμφίμ και ο Οφιμίν. Ο Γηρά απέκτησεν υιόν τον Αράδ.
Αυτοί ήσαν τέκνα της δούλης Βαλάς, την οποίαν ο Λαβαν είχεν δώσει εις την θυγατέρα του Ραχήλ. Από αυτήν απέκτησεν ο Ιακώβ τους ανωτέρω απογόνους εν όλω επτά.
Ολοι δε οι άνδρες, οι οποίοι εισήλθον εις την Αίγυπτον μαζή με τον Ιακώβ, οι γεννηθέντες από αυτόν, πλην των συζύγων των υιών Ισραήλ, ήσαν εν συνόλω εξήκοντά εξ.
Υιοί δε και έγγονοι του Ιωσήφ, τους οποίους απέκτησεν εις την Αίγυπτον ήσαν εννέα άνδρες. Επομένως όλοι οι άνδρες, υιοί και απόγονοι του Ιακώβ, οι οποίοι εισήλθον μαζή του εις την Αίγυπτον ήσαν εβδομήκοντα πέντε.
Ο Ιακώβ έστειλε προ αυτού προς τον Ιωσήφ τον Ιούδαν, δια να προετοιμάση την συνάντησίν του με τον υιόν του τον Ιωσήφ εις την πόλιν των Ηρώων, εις την χώραν “Ραμεσσή”, την άλλως ονομαζομένην Γεσέμ.
Ο Ιωσήφ έζευξε τα άρματά του και μετέβη προς συνάντησιν του πατρός του Ιακώβ εις την πόλιν των Ηρώων. Οταν δε τον είδεν, έπεσεν στον τράχηλόν του, τον ενηγκαλίσθη και έκλαυσε με ασυγκράτητα δάκρυα.
Είπεν ο Ιωσήφ προς τους αδελφούς του· “εγώ θα μεταβώ τώρα στον Φαραώ και θα του είπω· Οι αδελφοί μου και όλη η οικογένεια του πατρός μου, που ήσαν εις την γην Χαναάν, έχουν έλθει προς εμέ.
Οι άνδρες αυτοί είναι ποιμένες· ήσαν πάντοτε κτηνοτρόφοι. Εφεραν δε μαζή των τα κτήνη, τα βόδια των και ο,τι άλλο είχαν εκεί και όλην την άλλην κινητήν περιουσίαν των έφεραν μαζή των.
Σεις θα απαντήσετε· Ημείς, οι δούλοί σου, είμεθα άνδρες κτηνοτρόφοι από της παιδικής μας ηλικίας μέχρι σήμερον, ημείς και οι πατέρες μας. Θα πήτε δε αυτά, δια να σας αφήση να κατοικήσετε εις την Γεσέμ της Αραβίας, μακράν από την κεντρικήν Αίγυπτον, διότι οι Αιγύπτιοι αποστρέφονται και δεν θέλουν να έχουν επικοινωνίαν με ποιμένας προβάτων”.
Επεσκέφθη ο Ιωσήφ τον Φαραώ και του ανήγγειλεν ότι· “ο πατήρ μου, οι αδελφοί μου, τα ποίμνιά των, τα βόδια των και όλα τα υπάρχοντά των ήλθον από την γην Χαναάν και ιδού, ευρίσκονται τώρα εις την χώραν της Γεσέμ”.
Ηρώτησε δε ο Φαραώ τους αδελφούς του Ιωσήφ· “ποίον είναι το επάγγελμά σας; Ποία η εργασία σας;” Εκείνοι του απήντησαν· “ποιμένες προβάτων είμεθα οι δούλοι σου, και ημείς και οι πρόγονοί μας”.
Είπαν δε ακόμη στον Φαραώ· “έχομεν δε έλθει, δια να κατοικήσωμεν προσωρινώς εις την χώραν αυτήν. Και τούτο, διότι δεν υπάρχει βοσκή δια τα ζώα των δούλων σου επειδή ο λιμός έχει ενταθή πολύ εις την γην Χανααν. Ας κατοικήσωμεν λοιπόν τώρα οι δούλοι σου εις την περιοχήν Γεσέμ”.
Είπε δε ο Φαραώ προς τον Ιωσήφ· “ναι, ας κατοικήσουν εις την Γεσέμ. Εάν δε γνωρίζης ότι μεταξύ αυτών υπάρχουν άνδρες ικανοί και ισχυροί να τους διορίσης αρχιποίμενας εις τα ιδικά μου κοπάδια των ζώων”. Ετσι ήλθαν εις την Αίγυπτον προς τον Ιωσήφ ο Ιακώβ και τα παιδιά του και επληροφορήθη τούτο ο Φαραώ, ο βασιλεύς της Αιγύπτου.
Εἶπεν ο Φαραώ προς τον Ιωσήφ και τα εξής· “είδα ότι ο πατέρας σου και οι αδελφοί σου έχουν έλθει προς σέ. Ιδού ενώπιόν σου ευρίσκεται η χώρα της Αιγύπτου εις την διάθεσίν σου. Εις την καλυτέραν περιοχήν να εγκαταστήσης τον πατέρα σου και τους αδελφούς σου.
Ο δε Ιακώβ του απήντησε· “τα έτη της ζωής μου, κατά τα οποία κατοικώ εις την γην, ανέρχονται εις εκατόν τριάκοντα. Ολίγα και γεμάτα θλίψεις και περιπετείας είναι τα έτη της ζωής μου. Δεν έφθασα εις τα έτη των προγόνων μου, τα οποία έζησαν εκείνοι ως πάροικοι εις την γην”.
Γεν 47.10
καὶ εὐλογήσας Ἰακὼβ τὸν Φαραὼ ἐξῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Ο Ιακώβ ευχηθείς και πάλιν τον Φαραώ, εξήλθεν από τα ανάκτορα αυτού.
Ο Ιωσήφ εγκατέστησε τον πατέρα και τους αδελφούς του, σύμφωνα με το πρόσταγμα του Φαραώ, εις την ωραιοτάτην περιοχήν της Αιγύπτου, εις την χώραν Ραμεσσή, την Γεσέμ, την οποίαν και έδωσεν εις αυτούς ως ιδιοκτησίαν.
Κατά δε την διάρκειαν του λιμού εχορήγει ο Ιωσήφ στον πατέρα του και τους αδελφούς του και εις όλα τα μέλη των οικογενειών του οίκου του πατρός του, σιτάρι αναλόγως με τα άτομα που είχεν εκάστη.
Ο δε Ιωσήφ συνεκέντρωσεν όλα τα χρήματα, που υπήρχον εις την Αίγυπτον και εις την Χαναάν, πωλών τον σίτον, τον οποίον ηγόραζον οι κάτοικοι. Ετσι δε ο Ιωσήφ συνεκέντρωσεν όλον το αργύριον στον οίκον του Φαραώ.
Ενεκα του συνεχιζόμενου λιμού και της αγοράς του σίτου εξηντλήθησαν τα χρήματα των ανθρώπων της Αιγύπτου και της Χαναάν. Δεν είχον πλέον με τι να αγοράσουν σίτον. Δια τούτο ήλθαν προς τον Ιωσήφ και του είπον· “δος μας ψωμί· διατί να αποθάνωμεν ενώπιόν σου; Τα χρήματά μας έχουν πλέον εξαντληθή”.
Εφεραν λοιπόν τα ζώα των οι Αιγύπτιοι προς τον Ιωσήφ και εκείνος τους έδωσεν άρτους αντί των ίππων και αντί των προβάτων, αντί των βοών και αντί των όνων και διέθρεψεν αυτούς κατά το έτος εκείνο με άρτους αντί όλων των κτηνών, που είχε πάρει υπό την κατοχήν του.
Επέρασε και το έτος εκείνο της πείνας, έφθασε το δεύτερον έτος, κατά το οποίον επανήλθον οι Αιγύπτιοι προς αυτόν και του είπαν· “δος μας τρόφιμα. Μηπως, τάχα, και θα επιτρέψης ποτέ συ ο κύριός μας να εξοντωθώμεν όλοι από την πείναν; Εφ’ όσον έχουν εξαντληθή τα χρηιματά μας, η δε κινητή περιουσία μας και τα ζώα μας είναι πλέον ιδικά σου, δεν υπολείπεται πλέον εις ημάς ει μη μόνον να θέσωμεν υπό την εξουσίαν σου τον εαυτόν μας και τα χωράφια μας, να γίνωμεν ακτήμονες δούλοι σου.
Δια να μην αποθάνωμεν, λοιπόν, από την πείναν ενώπιόν σου και μείνη έρημος από ανθρώπους η χώρα της Αιγύπτου, αγόρασε ημάς και τα χωράφια μας, αντί των άρτων, που θα μας δώσης. Θα είμεθα ημείς δούλοι του Φαραώ και οι αγροί μας ιδιοκτησία του. Δος μας σίτον προς σποράν, δια να σπείρωμεν και θερίσωμεν, έτσι δε να ζήσωμεν, να μη αποθάνωμεν και ερημωθή πλέον ο τόπος”.
Ετσι δε ο Ιωσήφ ηγόρασε δια τον Φαραώ όλην την χώραν των Αιγυπτίων. Διότι οι Αιγύπτιοι επώλησαν την χώραν των στον Φαραώ, επειδή ο μεγάλος λιμός διήρκεσε πολύ. Η Αίγυπτος έγινεν ιδιοκτησία του Φαραώ.
Εκτός μόνον της χώρας των ιερέων. Αυτήν δεν την ηγόρασεν ο Ιωσήφ, διότι ο Φαραώ έδιδε δωρεάν στους ιερείς το απαραίτητον ποσόν του σίτου και ετρέφοντο από την χορηγίαν αυτήν, δια τούτο δε και δεν επώλησαν εκείνοι την περιοχήν των.
Είπε τότε ο Ιωσήφ προς όλους τους άλλους Αιγυπτίους· “ιδού, σήμερον έχω αγοράσει δια τον Φαραώ και σας ως δούλους του και την χώραν σας ως ιδιοκτησίαν του. Λαβετε λοιπόν τώρα δια τον εαυτόν του ο καθένας σίτον προς σποράν και σπείρατε τα χωράφια σας.
Ομως κατά τον θερισμόν των αγρών σας θα δώσετε το εν πέμπτον του σίτου στον Φαραώ τα δε τέσσερα πέμπτα θα τα κρατήσετε προς σποράν και προς διατροφήν όλων των ανθρώπων του οίκου σας”.
Τοτε δε εξέδωσε και διαταγήν δια τους Αιγυπτίους ο Ιωσήφ, η οποία ισχύει και μέχρι σήμερον· να δίδεται από τα προϊόντα της γης Αιγύπτου το εν πέμπτον στον Φαραώ, εκτός της γης των ιερέων. Η γη αυτή δεν ανήκεν στον Φαραώ.
Ο Ιακώβ εγκατεστάθη εις την χώραν της Αιγύπτου, εις την περιοχήν Γεσέμ, την οποίαν επήραν ως ιδιοκτησίαν των. Εκεί δε οι απόγονοι του Ισραήλ ηυξήθησαν και επληθύνθησαν πάρα πολύ.
Επλησίασαν αι ημέραι να αποθάνη. Προσεκάλεσε τότε τον υιόν του τον Ιωσήφ και του είπεν· “εάν έχω εύρει χάριν ενώπιόν σου- όπως και πράγματι ευρήκα- βάλε το χέρι σου κάτω από τον μηρόν μου και ορκίσου ότι θα μου προσφέρης και αυτήν την καλωσύνην, ότι πιστώς θα εκπληρώσης την τελευταίαν μου εντολήν· να μη με θάψης εις την Αίγυπτον.
Αλλά θα ενταφιασθώ μαζή με τους πατέρας μου εις την Χαναάν. Θα με μεταφέρης από την Αίγυπτον και θα με θάψης στον τάφον των”. Ο Ιωσήφ είπε· “θα κάμω, όπως μου είπες”.
Του είπε δε ο Ιακώβ· “ορκίσου” και ο Ιωσήφ ωρκίσθη ενώπιον του πατρός του. Τοτε ο Ιακώβ προσεκύνησεν στο άκρον της ράβδου του υιού του, η οποία εσυμβολιζε την βασιλικήν του εξουσίαν.
Επειτα από τα γεγονότα αυτά ανήγγειλαν στον Ιωσήφ ότι ασθενεί βαρέως ο πατήρ του. Ο Ιωσήφ επήρε τα δύο παιδιά του, τον Μανασσή και τον Εφραΐμ, και ήλθε προς τον Ιακώβ.
Ανήγγειλαν δε στον Ιακώβ, ότι ιδού ο υιός σου ο Ιωσήφ έρχεται προς σέ. Κατέβαλε προσπάθειαν ο Ιακώβ, συνεκέντρωσε την δύναμίν του και ανεκάθησεν εις την κλίνην του,
και εμού είπεν· Ιδού εγώ θα σε αυξήσω και θα σε πληθύνω· θα σε κάμω γενάρχην πολλών λαών και θα δώσω εις σε και στους απογόνους σου μετά από σέ, ως παντοτεινήν ιδιοκτησίαν σου, την χώραν αυτήν.
Τωρα λοιπόν οι δύο υιοί σου, τους οποίους απέκτησες εις την γην της Αιγύπτου, πριν εγώ έλθω εις σέ, είναι ιδικά μου παιδιά. Ο Εφραῒμ, και ο Μανασσής θα είναι δι’ εμέ, όπως είναι οι πρωτοτόκοί μου, ο Ρουβήν και ο Συμεών.
Εκείνοι όμως τους οποίους θα αποκτήσης κατόπιν, θα φέρουν τα ονόματα των δύο αυτών αδελφών των και όχι το ιδικόν μου. Θα κληθούν να λάβουν μερίδιον εις την γην της επαγγελίας από το μερίδιον των δύο αδελφών των.
Οταν εγώ ηρχόμην από την Μεσοποταμίαν της Συρίας, απέθανεν η μητέρα σου η Ραχήλ εις την γην Χαναάν, όταν επλησίαζα εις την πλατείαν λεωφόρον, όπου ανεμπόδιστα ημπορούσαν να τρέχουν ίπποι, την Χαβραθά, προς το μέρος της Εφραθά δηλαδή εις την Βηθλεέμ, εκεί, εις την λεωφόρον αυτήν, έθαψα την μητέρα σου”.
Ο Ιωσήφ απήντησεν στον πατέρα του· “αυτά είναι τα παιδιά μου, τα οποία μου έδωσεν ο Θεός εδώ εις την Αίγυπτον”. Είπεν ο Ιακώβ· “φέρε τα εδώ κοντά μου, δια να τα ευλογήσω”.
Οι οφθαλμοί του Ιακώβ είχαν βαμβώσει πλέον λόγω των γηρατείων και δεν ημπορούσε να βλέπη καθαρά. Εφερεν ο Ιωσήφ κοντά στον πατέρα του τα δυο του παιδιά και εκείνος τα εφίλησε και τα αγκάλιασε.
Είπε ο Ιακώβ προς τον Ιωσήφ· “ιδού, πόσον με ευηργέτησεν ο Θεός ! Οχι μόνον δεν με εστέρησεν από την παρουσίαν σου, αλλά και μου έδειξε τους υιούς σου”.
Επήρε πάλιν ο Ιωσήφ τους δύο υιούς του τον Εφραῒμ εκ δεξιών του, εξ αριστερών δε του Ιακώβ, ως δευτερότοκον, τον δε Μανασσή εξ αριστερών του, εκ δεξιών δε του Ιακώβ ως πρωτότοκον, και τους επλησίασε προς τον πατέρα του.
Ηπλωσεν ο Ιακώβ την δεξιάν του χείρα και την έθεσαν εις την κεφαλήν του Εφραΐμ, αυτός δε ήτο ο νεώτερος, και την αριστεράν του χείρα εις την κεφαλήν του Μανασσή. Εβαλε δηλαδή τας χείρας του σταυρωτά.
Ευλόγησεν αυτούς και είπεν· “ο Θεός, ενώπιον του οποίου, τηρήσαντες το θέλημά του, ευηρέστησαν οι πατέρες μου, ο Αβραάμ και ο Ισαάκ, ο Θεός ο οποίος με διατρέφει και με συντηρεί από την νεαράν μου ηλικίαν μέχρι της ημέρας αυτής,
ο άγγελος, ο οποίος με εγλύτωνε συνεχώς από όλα τα δεινά, ας ευλογήση τα παιδιά αυτά, και ας φέρουν αυτά το όνομά μου και το όνομα των πατέρων μου, του Αβραάμ και Ισαάκ· ας πληθυνθούν εις πλήθος πολύ επί της γης”.
Ιδών ο Ιωσήφ ότι ο πατέρας του έθεσε την δεξιάν του χείρα εις την κεφαλήν του Εφραΐμ, του νεωτέρου υιού, εστενοχωρήθη πολύ και εδυσφόρησε. Επιασε δε την δεξιάν χείρα του πατρός του, δια να την απομακρύνη από την κεφαλήν του Εφραῒμ και να την θέση εις την κεφαλήν του Μανασσή, του πρωτοτόκου.
Είπε δε στον πατέρα του· “μη θέτης κατ’ αυτόν τον τρόπον τας χείρας σου, πάτερ, διότι αυτός είναι ο πρωτότοκος· εις την κεφαλήν αυτού θέσε την δεξιάν σου”.
Ο Ιακώβ όμως δεν συγκατετέθη να πράξη ο,τι του είπεν ο Ιωσήφ, αλλά είπε· “γνωρίζω, τέκνον μου, γνωρίζω ποίος είναι ο πρωτότοκος και αυτός θα αναδειχθή εις λαόν πολύν, και αυτός θα δοξασθή. Αλλά ο αδελφός του ο νεώτερος, θα αναδειχθή μεγαλύτερος από αυτόν και οι απόγονοί του θα είναι πλήθος λαών”.
Ο Ιακώβ ευλόγησεν αυτούς κατά την ημέραν εκείνην και είπεν· “χάρις εις σας και από σας θα δοξασθή το όνομά μου και οι άνθρωποι θα λέγουν· Είθε να σε ευλογή ο Θεός, όπως ευλόγησε τον Εφραῒμ και τον Μανασσή”. Ετσι δε ο Ιακώβ κατέστησε κατά την ευλογίαν τον Εφραῒμ ανώτερον από τον πρωτότοκον Μανασσή.
Εγώ δε παραχωρώ εις σε και τους απογόνους σου εκλεκτήν κληρονομίαν, ανωτέραν από το μερίδιον των άλλών αδελφών σου, την πόλιν Συχέμ, την οποίαν εγώ ανακατέλαβον από τους Αμορραίους με την μάχαιράν μου και το τόξον.
Εκάλεσε κοντά του ο Ιακώβ τους υιούς του και είπεν εις αυτούς· “συγκεντρωθήτε πλησίον μου, δια να σας αναγγείλω τι θα συμβούν εις σας, στους απογόνους σας, εις την ανθρωπότητα μέχρι και των τελευταίων ημερών.
Ρουβήν, ο πρωτότοκός μου, συ είσαι η δύναμίς μου, η απαρχή των τέκνων μου. Εφάνης όμως σκληρός εις την συμπεριφοράν σου, σκληρός και αναίσχυντος απέναντί μου.
Ωρμησες σαν χείμαρρος εναντίον της γυναικός μου Βαλλάς και την εταπείνωσες. Δεν θα προοδεύσης και δεν θα αναδειχθής, διότι ανέβης εις την κλίνην του πατρός σου, εμόλυνες το κρεββάτι του πατέρα, σου, στο οποίον ανέβης.
Η ψυχή μου δεν συγκατατίθεται εις την απόφασίν των, και η καρδία μου δεν επαναπαύεται εις την συνωμοσίαν των, διότι επάνω στον μεγάλον θυιμόν των εφόνευσαν ανθρώπους και εις την επιθυμίαν της εκδικήσεώς των εφόνευσαν και ταύρους.
Κατηραμένος ας είναι ο θυμός των, διότι και η οργή των ήτο παράνομος, ήτο σκληρά. Ενεκα τούτου θα διασκορπίσω τους απογόνους των μεταξύ των άλλων υιών του Ιακώβ, θα διασπαρούν εν μέσω του ισραηλιτικού λαού.
Ιούδα, σε θα υμνήσουν οι αδελφοί σου, θα σε αναγνωρίσουν ως αρχηγόν των, τα χέρια σου θα είναι ισχυρά επάνω εις την ράχιν των εχθρών σου. Θα σε προσκυνήσουν ως αρχηγόν των οι απόγονοι του πατρός σου.
Ληοντάρι, γέννημα ληονταριού, θα είσαι, Ιούδα· από εμέ σαν από βλαστόν εφύτρωσες συ, άλλο βλαστάρι, υιέ μου. Εξηπλώθης και εκοιμήθης σαν ληοντάρι, σαν νεαρό εύρωστο ληοντάρι. Ποιός τολμά να τον πλησιάση και να τον εξυπνήση;
Δεν θα λείψη άρχων από την φυλην Ιούδα και αρχηγός από τους απογόνους του, μέχρις ότου έλθη εκείνος, εις τα χέρια του οποίου απόκεινται αι εξουσίαι. Αυτός θα είναι η ελπίς και η προσμονή των λαών, ο Μεσσίας.
Τοση τότε θα είναι η ευημερία, ώστε θα δένη αυτός τον όνον του εις την άμπελον και το πουλάρι της όνου του εις την ψαλλίδα της αμπέλου. Θα πλύνη όχι με νερό αλλά με κρασί την στολήν του και με τον κόκκινον, σαν αίμα, οίνον της σταφυλής θα καθαρίζη την ενδυμασίαν του.
Οι οφθαλμοί του θα ακτινοβολούν χαράν· θα σπινθηροβολούν σαν εκείνου που πίνει οίνον. Η καθαρότης του θα είναι άψογος, και οι οδόντες του θα είναι λευκότεροι από το γάλα.
Αυτός ιδών, ότι η ειρηνική και αναπαυτική ζωή είναι καλή δι’ αυτόν και ότι η χώρα του είναι εύφορος, ανέλαβε να εργασθή με τα χέρια του και να κοπιάζη εργαζόμενος την γην και έτσι έγινε γεωργός.
Η φυλή του Δαν θα γίνη κακοποιός, σαν όφις κρυμμένος στον δρόμον, όφις ο οποίος παραμονεύει εις την ατραπόν, δια να δαγκώση την πτέρναν του ίππου και να ανατραπή ο ιππεύς προς τα οπίσω,
Γεν 49.18
τὴν σωτηρίαν περιμένων Κυρίου.
ώστε τα θύματά του να περιμένουν την σωτηρίαν από τον Κυριον.
Εναντίον αυτού και των απογόνων του άνθρωποι πονηρά σκεπτόμενοι εξεστόμιζαν ύβρεις, άνθρωποι έχοντες ικανότητα εις πολέμους με τόξα εφθόνουν και εμίασουν αυτόν.
Αλλά τα τόξα των συνετρίβησαν μετά μεγάλης δυνάμεως και τα νεύρα των χειρών των παρέλυσαν από το κραταιόν χέρι του παντοδυνάμου Θεού του Ιακώβ. Από εκεί, από τον Θεόν του πατρός σου, θα αντλής την δύναμίν σου.
Ο Θεός μου σε εβοήθησε και σε ηυλόγησε ευλογίαν πλουσία από τον ουρανόν άνω και ευλογίαν από την γην κάτω, η οποία θα καρποφορή πλουσίως δια σέ. Αι ευλογίαι αυταί δια σε και δια τα τέκνα σου θα δειχθούν και από το πλήθος των απογόνων σου.
Θα λάβης τας ευλογίας του πατρός σου και της μητρός σου και θα είναι αύται ανώτεραι από την μεγαλοπρέπειαν και την μακροβιότητα των ορέων και πολυαριθμότεροι από τας αμμώδεις αιωνίας εκτάσεις. Αι ευλογίαι αυταί θα έλθουν εις την κεφαλήν του Ιωσήφ, εκείνου ο οποίος ανεδείχθη άρχων και προστάτης των αδελφών του.
Ο Βενιαμίν θα είναι λύκος αρπακτικός. Την πρωΐαν θα τρώγη ακόμη από το κυνήγι της προηγουμένης ημέρας και την εσπέραν της άλλης ημέρας θα έχη τόσα νέα θηράματα, ώστε να δίδη και εις άλλους τροφήν”.
Ολοι αυτοί οι υιοί του Ιακώβ ήσαν δώδεκα, και αυτά είπεν εις αυτούς ο πατήρ των. Ευλόγησεν αυτούς. Εδωκεν στον καθένα από αυτούς ιδιαιτέραν ευλογίαν και προφητείαν.
Επειτα δε από τας ευλογίας τους είπεν· “εγώ υστέρα από ολίγον αποθνήσκω και προστίθεμαι στον λαόν μου, ο οποίος έχει εκδημήσει ενωρίτερον. Θέλω να με θάψετε μαζή με τους πατέρας μου εντός του σπηλαίου, το οποίον υπάρχει στον αγρόν του Εφρών του Χετταίου.
Θαψετέ με στο διπλούν σπήλαιον, που ευρίσκεται εις την Χαναάν απέναντι από την Δρυν Μαμβρή και το οποίον σπήλαιον ηγόρασεν ο Αβραάμ από τον Εφρών τον Χετταίον, δια να τα χρησιμοποιήση ως ιδιόκτητον μνημείον.
Επαυσε τότε ο Ιακώβ να δίδη εντολάς εις τα παιδιά του, άπλωσε τα πόδια του επανώ στο κρεββάτι του, απέθανεν ειρηνικά και ήρεμα και προσετέθη στον λαόν του, ο οποίος ενωρίτερα από αυτόν είχεν απέλθει από τον κόσμον τούτον.
Οταν δε παρήλθαν αι ημέραι αύται του πένθους, ο Ιωσήφ, επειδή λόγω της πενθίμου εμφανίσεως του και της ένεκα του πένθους αφεθείσης γενειάδας του, δεν ηδύνατο αυτοπροσώπως να παρουσιασθή στον Φαραώ, είπε προς τους αυλικούς να μεσολαβήσουν προς εκείνον λέγων· “εάν ευρήκα χάριν ενώπιόν σας, ομιλήσατε δι’ εμέ στον Φαραώ και είπατε,
Γεν 50.5
ὁ πατήρ μου ὥρκισέ με λέγων· ἐν τῷ μνημείῳ ᾧ ὤρυξα ἐμαυτῷ ἐν γῇ Χαναάν, ἐκεῖ με θάψεις· νῦν οὖν ἀναβὰς θάψω τὸν πατέρα μου καὶ ἐπανελεύσομαι.
ότι ο πατήρ μου με ώρκισε λέγων· Θέλω να με θάψης στο μνημείον, το οποίον εγώ δια τον εαυτόν μου ήνοιξα εις την χώραν Χαναάν. Τωρα λοιπόν πρέπει να μεταβώ εις την Χαναάν, να θάψω τον πατέρα μου και πάλιν θα επιστρέψω”.
Ο Ιωσήφ ανεχώρησε, δια να θάψη τον πατέρα του. Μαζή δε με αυτόν επήγαν όλοι οι δούλοι του Φαραώ, οι γεροντότεροι του οίκου του, όλοι οι πρεσβύτεροι, όλοι δηλαδή όσοι κατείχον αξιώματα εις την χώραν της Αιγύπτου.
Και όλη η οικογένεια του Ιωσήφ, οι αδελφοί του και όλα τα μέλη του πατρικού οίκου και όλοι οι συγγενείς. Εις την Γεσέμ έμειναν μόνον τα πρόβατα και τα βόδια και οι φυλάσσοντες αυτά.
Εφθασαν στο αλώνι του Ατάδ, το οποίον ευρίσκεται ανατολικώς του Ιορδάνου. Εκεί όλοι οι συνοδεύοντες τον νεκρόν τον εθρήνησαν πολύ, με θρήνον μεγάλον και ισχυρόν. Εκαμε δε εκεί ο Ιωσήφ και οι περί αυτόν πένθος επτά ημερών δια τον πατέρα του.
Οι κάτοικοι της γης Χαναάν είδον το πένθος τούτο στο αλώνι του Ατάδ και είπαν· “μεγάλο είναι τούτο το πένθος στους Αιγυπτίους”. Δια τούτο ωνόμασαν “Πένθος Αιγύπτου” τον τόπον αυτόν, που ευρίσκεται ανατολικώς του Ιορδάνου.
Γεν 50.12
καὶ ἐποίησαν αὐτῷ οὕτως οἱ υἱοὶ αὐτοῦ
Αφού κατ’ αυτόν τον τρόπον επένθησαν τον πατέρα των τον Ιακώβ οι υιοί αυτού,
τον επήραν έπειτα αυτοί μόνοι χωρίς την συνοδείαν των Αιγυπτίων, τον μετέφεραν από το αλώνι του Ατάδ, εις την Χαναάν, και τον έθαψαν στο διπλούν σπήλαιον, το απέναντι της Δρυός Μαμβρή, το οποίον ο Αβραάμ είχεν αγοράσει ως ιδιόκτητον μνημείον του από τον Εφρών τον Χετταίον.
Οταν οι αδελφοί του Ιωσήφ είδον ότι απέθανε και δεν υπάρχει μεταξύ των ο πατέρας των, εφοβήθησαν και διηρωτήθησαν· “Μηπως μνησικακήση εναντίον μας ο Ιωσήφ και μας ανταποδώση όλα εκείνα τα κακά, τα οποία ημείς επράξαμεν εναντίον του;”
Αυτά να πήτε στον Ιωσήφ· Συγχώρησε στους αδελφούς σου την αδικίαν και την αμαρτίαν των, διότι πράγματι σου έκαμαν μεγάλα κακά. Τωρα, λοιπόν, δέξου την μετάνοιάν των και συγχώρησε την αδικίαν των δούλων τούτων του Θεού και του πατρός σου”. Συνεκινήθη βαθύτατα ο Ιωσήφ και έκλαυσεν, ενώ εκείνοι του ωμιλούσαν ακόμη.
Σεις εσκεφθήκατε και απεφασίσατε κακά εναντίον μου. Ο δε Θεός εσκέφθη αγαθά δι’ εμέ, δια να γίνη αυτό το οποίον και έγινε μέχρι τώρα, να διατραφούν δηλαδή χάρις εις εμέ πολλοί λαοί”.
Και επανέλαβε προς αυτούς· “μη φοβείσθε ! Εγώ, όχι μόνον δεν θα σας εκδικηθώ, αλλά θα διαθρέψω και σας και τας οικογενείας σας”. Τους παρηγόρησε, τους ενεθάρρυνε και ωμίλησε με αυτόν τον καλόν τρόπον εις τας καρδίας των.
Και μετά τα γεγονότα αυτά παρέμεινεν ο Ιωσήφ εις την Αίγυπτον αυτός και οι αδελφοί του και όλη η οικογένεια του πατρός του. Εζησε δε ο Ιωσήφ εκατόν δέκα έτη.
Οταν δε επλησίασεν ο καιρός της τελευτής του, είπεν στους αδελφούς του ο Ιωσήφ· “εγώ αποθνήσκω. Γνωρίζω όμως καλά, ότι ο πανάγαθος Θεός θα σας επισκεφθή ως προστάτης και από την γην αυτήν θα σας επαναφέρη εις την χώραν, την οποίαν δι’ όρκου έχει υποσχεθή ίστους πατέρας μας, στον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ”.
Αμέσως δε μετά τους λόγους αυτούς ώρκισεν ο Ιωσήφ τους αδελφούς του λέγων· “όταν ο Θεός σας επισκεφθή και σας επαναφέρη εις την γην Χαναάν, θα πάρετε από εδώ και θα φέρετε μαζή σας εκεί τα οστά μου”
Τα σχόλια είναι κλειστά.