Ενάντια λοιπόν σ᾽ αυτόν τον Άμαση έκανε εκστρατεία ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου, επικεφαλής όσων εξουσίαζε, και μαζί των Ελλήνων, δηλαδή Ιώνων και Αιολέων: όσο για την αιτία, ήταν η εξής: ο Καμβύσης έστειλε κήρυκα στην Αίγυπτο και ζήτησε την κόρη του Άμαση, και τη ζήτησε ακούγοντας τη συμβουλή κάποιου Αιγυπτίου που έκανε ό,τι έκανε επειδή είχε παράπονα με τον Άμαση, ότι απ᾽ όλους τους γιατρούς της Αιγύπτου ο Άμασις αυτόν βρήκε να χωρίσει από τη γυναίκα του και τα παιδιά του και να τον παραδώσει στους Πέρσες, όταν ο Καμβύσης είχε στείλει άνθρωπο στον Άμαση και του ζητούσε οφθαλμίατρο, τον καλύτερο που υπήρχε στην Αίγυπτο.
Έχοντας λοιπόν αυτό το παράπονο ο Αιγύπτιος έδωσε τη συμβουλή στον Καμβύση και τον παρακίνησε να ζητήσει από τον Άμαση την κόρη του, ώστε ο Άμασις είτε να τη δώσει και να λυπηθεί είτε να μην τη δώσει και να κάνει εχθρό τον Καμβύση. Ο Άμασις ωστόσο ανησυχούσε και φοβόταν τη δύναμη των Περσών, και τρόπο δεν είχε ούτε να δώσει την κόρη του ούτε να αρνηθεί· γιατί το ήξερε πολύ καλά ότι ο Καμβύσης την κόρη του δεν την ήθελε για σύζυγο αλλά για παλλακίδα.
Κάθισε λοιπόν και τα σκέφτηκε όλα αυτά και έκανε το εξής: υπήρχε μια κόρη του προηγούμενου βασιλιά, του Απρίη, πολύ ψηλή και όμορφη, η μόνη που είχε απομείνει από την οικογένεια, Νίτητις τ᾽ όνομά της. Πιάνει λοιπόν και στολίζει αυτή την κοπέλα ο Άμασις με φορέματα και χρυσαφικά και τη στέλνει στους Πέρσες, δήθεν ότι είναι η κόρη του.
Σε λίγο όμως, καθώς ο Καμβύσης τη χαιρετούσε με τ᾽ όνομα του πατέρα της, του λέει η κοπέλα: «Βασιλιά μου, ο Άμασις σε κορόιδεψε και δεν το έχεις καταλάβει· με στόλισε και μ᾽ έστειλε σ᾽ εσένα, δήθεν ότι σου δίνει την κόρη του, ενώ η αλήθεια είναι ότι είμαι κόρη του Απρίη, που ήταν κύριός του, κι αυτός επαναστάτησε μαζί με τους Αιγυπτίους και τον σκότωσε».
Αυτά τα λόγια και αυτή η αιτία μπήκαν στη μέση και έστρεψαν τον Καμβύση, τον γιο του Κύρου, άγρια θυμωμένον ενάντια στην Αίγυπτο. Αυτά ωστόσο τα λένε οι Πέρσες.
Όσο για τους Αιγυπτίους, αυτοί διεκδικούν τον Καμβύση για δικό τους, υποστηρίζοντας ότι τον γέννησε αυτή ακριβώς η κόρη του Απρίη, γιατί ο Κύρος είναι εκείνος που έστειλε και ζήτησε την κόρη του Άμαση, και όχι ο Καμβύσης.
Αλλά αυτά που λένε δεν είναι σωστά. Δεν αγνοούν καθόλου (γιατί αν κάποιοι ξέρουν πολύ καλά τη νομοθεσία των Περσών, αυτοί είναι οι Αιγύπτιοι) ότι πρώτα πρώτα ο νόμος δεν τους επιτρέπει να γίνει βασιλιάς νόθος απόγονος όταν υπάρχει νόμιμος, και ύστερα ότι ο Καμβύσης ήταν γιος της Κασσανδάνης, κόρης του Φαρνάσπη, του γένους των Αχαιμενιδών, και όχι της Αιγύπτιας. Αλλά διαστρέφουν την ιστορία και καμώνονται ότι έχουν συγγένεια με τον οίκο του Κύρου. Έτσι είναι τα πράγματα.
Αφηγούνται και μια άλλη ιστορία, που εμένα πάντως δεν μου φαίνεται πιθανή, ότι κάποια Περσίδα πήγε να επισκεφτεί τις γυναίκες του Κύρου, και όταν είδε γύρω στην Κασσανδάνη παιδιά τόσο όμορφα και υψηλόσωμα, δεν χόρταινε να τα θαυμάζει και να τα παινεύει, οπότε είπε η Κασσανδάνη, που ήταν γυναίκα του Κύρου:
«Και όμως, εμένα, που είμαι μητέρα τέτοιων παιδιών, ο Κύρος με περιφρονεί, ενώ την ξενοφερμένη από την Αίγυπτο την έχει περί πολλού». Η Κασσανδάνη τα είπε βέβαια αυτά από τη στεναχώρια της για τη Νίτητη· αλλά ο μεγαλύτερος από τους γιους της, ο Καμβύσης, είπε:
«Γι᾽ αυτό κι εγώ, μητέρα, όταν θα μεγαλώσω, θα κάνω την Αίγυπτο άνω–κάτω». Όταν είπε αυτά τα λόγια ο Καμβύσης, ήταν κάπου δέκα χρονών, και οι γυναίκες έμειναν έκθαμβες· αυτός όμως τα κράτησε στη μνήμη του, και όταν ανδρώθηκε και πήρε τη βασιλεία, έκανε την εκστρατεία εναντίον της Αιγύπτου.
Στην εκστρατεία αυτή ωστόσο συνέβαλε και κάτι άλλο που συνέβη, κάπως έτσι: ανάμεσα στους μισθοφόρους του Άμαση ήταν και κάποιος από την Αλικαρνασσό, Φάνης τ᾽ όνομά του, γερό μυαλό και γενναίος στον πόλεμο.
Αυτός ο Φάνης είχε κάποιοι παράπονο με τον Άμαση και γι᾽ αυτό το σκάει μ᾽ ένα πλοίο από την Αίγυπτο για να πάει στον Καμβύση να τα μιλήσει μαζί του. Και επειδή ανάμεσα στους συμμάχους δεν ήταν διόλου παρακατιανός και γνώριζε με μεγάλη ακρίβεια τα σχετικά με την Αίγυπτο, τον στρώνει μάνι μάνι στο κυνήγι ο Άμασις για να τον πιάσει, και τον στρώνει στο κυνήγι στέλνοντας ξοπίσω του με μια τριήρη τον πιο πιστό από τους ευνούχους του, ο οποίος τον έπιασε βέβαια στη Λυκία, αλλά μόλο που τον έπιασε, πίσω στην Αίγυπτο δεν τον πήγε — γιατί ο Φάνης τού την έφερε με πονηριά:
μέθυσε τους φρουρούς και το έσκασε για την Περσία. Απάνω λοιπόν όπου ο Καμβύσης ετοιμαζόταν για την εκστρατεία στην Αίγυπτο και αναρωτιόταν για την πορεία του, πώς να διασχίσει την άνυδρη περιοχή, καταφτάνει ο Φάνης και όχι μόνο του περιγράφει την όλη κατάσταση του Άμαση, αλλά και του υποδείχνει την πορεία συμβουλεύοντάς τον να κάνει το εξής, να στείλει μήνυμα στον βασιλιά των Αράβων και να του ζητήσει να του παραχωρήσει ασφαλή δίοδο.
Η μόνη ανοιχτή πρόσβαση για την Αίγυπτο είναι από εκεί, γιατί από τη Φοινίκη ώς τα σύνορα της πόλης Κάδυτης ο τόπος ανήκει στους λεγόμενους Σύριους της Παλαιστίνης·
από την πόλη Κάδυτη όμως, που κατά τη γνώμη μου δεν είναι πολύ μικρότερη από τις Σάρδεις, απ᾽ αυτήν λοιπόν ώς την πόλη Ιήνυσο, τα θαλασσινά λιμάνια είναι του Άραβα, ενώ από την Ιήνυσο είναι και πάλι των Συρίων, ώς τη λίμνη Σερβωνίδα, όπου δίπλα της το βουνό Κάσιο κατεβαίνει ώς τη θάλασσα·
και από τη Σερβωνίδα και πέρα, όπου λέγεται ότι έχει κρυφτεί ο Τυφών, είναι πλέον Αίγυπτος. Η περιοχή λοιπόν ανάμεσα στην πόλη Ιήνυσο, στο Κάσιο όρος και στη λίμνη Σερβωνίδα, περιοχή που δεν είναι διόλου μικρή αλλά χρειάζεται τριών ημερών πορεία, είναι φοβερά άνυδρη.
Θέλω ωστόσο τώρα να μιλήσω για κάτι που ελάχιστοι απ᾽ όσους ταξιδεύουν στην Αίγυπτο το έχουν αντιληφθεί. Κάθε χρόνο εισάγονται από την Ελλάδα αλλά και από τη Φοινίκη στην Αίγυπτο πήλινα δοχεία κρασί, και μολοντούτο, απ᾽ όλα αυτά τα πήλινα δοχεία του κρασιού δεν είναι δυνατόν να δει κανείς ούτε ένα άδειο, που λέει ο λόγος.
Τί γίνονται λοιπόν αυτά τα δοχεία; θα ρωτήσει κανείς. Θα απαντήσω και σε αυτό. Ο κάθε δήμαρχος οφείλει να μαζέψει όλα τα πήλινα δοχεία από την πόλη του και να τα πάει στη Μέμφιδα, όπου στη Μέμφιδα τα γεμίζουν νερό και τα κουβαλούν σ᾽ αυτή την άνυδρη περιοχή της Συρίας. Έτσι τα πήλινα δοχεία που φτάνουν κάθε φορά στην Αίγυπτο και αδειάζουν μεταφέρονται κοντά στα παλιά, στη Συρία.
Έτσι λοιπόν οι Πέρσες είναι εκείνοι που έκαναν μετά ευκολότερη την πρόσβαση στην Αίγυπτο, αφού μόλις πήραν την Αίγυπτο, φρόντισαν αμέσως να εξασφαλίσουν το νερό.
Τότε όμως δεν υπήρχε ακόμη πουθενά απόθεμα νερού, και έτσι ο Καμβύσης, παίρνοντας τις πληροφορίες του από τον ξένο από την Αλικαρνασσό, έστειλε αγγελιαφόρους στον Άραβα βασιλιά, του ζήτησε ασφαλή δίοδο και την πέτυχε, αφού του έδωσε υπόσχεση πίστης και πήρε την ίδια κι απ᾽ αυτόν.
Τις συμφωνίες που βασίζονται στην πίστη, οι Άραβες τις σέβονται περισσότερο απ᾽ όσο οι άλλοι άνθρωποι. Και τις κλείνουν με τον ακόλουθο τρόπο: ανάμεσα στους δύο που θέλουν να κάνουν τη συμφωνία, στέκεται ένας άλλος άνθρωπος που πιάνει με μια πέτρα κοφτερή και χαράζει την παλάμη αυτών που κάνουν τη συμφωνία κοντά στους αντίχειρες, και ύστερα παίρνει από το ρούχο του καθενός μια κλωστή και πασαλείβει με αίμα επτά πέτρες τοποθετημένες ανάμεσά τους, και κάνοντάς το αυτό επικαλείται τον Διόνυσο και την Ουράνια Αφροδίτη.
Και όταν ο τρίτος τελειώσει το έργο του, αυτός που έκανε τη συμφωνία παραδίνει στην εγγύηση των φίλων του τον ξένο ή τον συμπολίτη του, αν με συμπολίτη έγινε η συμφωνία, και οι φίλοι αναλαβαίνουν και αυτοί την υποχρέωση να σεβαστούν τις συμφωνίες.
Από τους Θεούς ωστόσο οι Άραβες παραδέχονται ότι υπάρχουν μόνο ο Διόνυσος και η Ουράνια Αφροδίτη, και υποστηρίζουν ότι τα μαλλιά τους τα κουρεύουν όπως είναι κουρεμένος και ο ίδιος ο Διόνυσος: κουρεύονται δηλαδή γύρω γύρω, και από κάτω ξυρίζουν τους κροτάφους. Ονομάζουν τον Διόνυσο Οροτάλτ και την Ουράνια Αφροδίτη Αλιλάτ.
Αφού λοιπόν έκλεισε τη συμφωνία με τους αγγελιαφόρους που είχαν έρθει από τον Καμβύση, ο Άραβας έκανε τούτη τη δουλειά: έπιασε και γέμισε με νερό ασκιά από καμήλες, φόρτωσε με δαύτα όλες τις καμήλες του τις ζωντανές, και αφού το έκανε αυτό τις πήγε στην άνυδρη περιοχή και περίμενε εκεί τον στρατό του Καμβύση.
Απ᾽ όλες τις εκδοχές που αναφέρονται, αυτή είναι η πιο πιστευτή· μιας και τη λένε όμως, πρέπει να πούμε και τη λιγότερο πιστευτή. Είναι λοιπόν στην Αραβία μεγάλο ποτάμι, Κόρυς τ᾽ όνομά του, που χύνεται στη λεγόμενη Ερυθρά θάλασσα,
και απ᾽ αυτό το ποτάμι λένε ότι έφερε το νερό ο βασιλιάς των Αράβων μ᾽ έναν αγωγό που τον έραψε από ακατέργαστα δέρματα βοδιών και άλλα και με μάκρος που έφτανε ώς την άνυδρη περιοχή, όπου στην άνυδρη περιοχή έσκαψε μεγάλες δεξαμενές για να δέχονται το νερό και να το κρατάνε.
γιατί ο Καμβύσης, όταν εισέβαλε στην Αίγυπτο, δεν τον πρόλαβε ζωντανό τον Άμαση: ο Άμασις πέθανε αφού είχε βασιλεύσει σαράντα τέσσερα χρόνια, που κατά τη διάρκειά τους δεν τον είχε βρει ούτε μια μεγάλη συμφορά. Πέθανε λοιπόν και τον ταρίχευσαν και τον έθαψαν στον τάφο μέσα στο ιερό που ο ίδιος τον είχε οικοδομήσει.
Και όταν ήταν βασιλιάς ο Ψαμμήνιτος, ο γιος του Άμαση, στην Αίγυπτο έγινε ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα: έβρεξε στην αιγυπτιακή Θήβα, όπου δεν είχε βρέξει ποτέ πριν ούτε μετά, ώς τα δικά μου χρόνια, καθώς λένε οι ίδιοι οι Θηβαίοι. Γιατί στην απάνω μεριά της Αιγύπτου δεν βρέχει καθόλου· και τότε όμως στη Θήβα απλώς ψιχάλισε.
Διάβηκαν ωστόσο οι Πέρσες την άνυδρη περιοχή και εγκαταστάθηκαν κοντά στους Αιγυπτίους για να δώσουν μάχη, οπότε οι μισθοφόροι του Αιγύπτιου βασιλιά, που ήταν Έλληνες και Κάρες, δυσαρεστημένοι με τον Φάνη που πήγε κι έφερε ξένον στρατό ενάντια στην Αίγυπτο, πιάνουν και του κάνουν την εξής δουλειά:
ο Φάνης είχε αφήσει στην Αίγυπτο τους γιους του, που αυτοί τους οδήγησαν στο στρατόπεδο, και μπροστά στα μάτια του πατέρα τους έστησαν ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα έναν κρατήρα, και ύστερα πηγαίνοντας εκεί ένα ένα τα παιδιά τα έσφαζαν πάνω από τον κρατήρα.
Και όταν τα ξέκαναν όλα τα παιδιά, έριξαν μέσα στον κρατήρα κρασί και νερό, ήπιαν όλοι οι μισθοφόροι απ᾽ αυτό το αίμα, και τότε άρχισε η συμπλοκή. Η μάχη υπήρξε σκληρή, πλήθος μεγάλο οι σκοτωμένοι και από τα δύο στρατόπεδα, και οι Αιγύπτιοι υποχώρησαν.
Λοιπόν, χάρη σε πληροφορίες των ντόπιων είδα ένα πράγμα πολύ παράξενο· δηλαδή, τα κόκαλα των σκοτωμένων σ᾽ αυτή τη μάχη ήταν σκορπισμένα (χώρια κείτονταν των Περσών όπως είχαν χωριστεί από την αρχή, και αλλού των Αιγυπτίων), και των Περσών τα κρανία ήταν τόσο φτενά ώστε αν ήθελε κανείς, χτυπώντας τα και μ᾽ ένα πετραδάκι, μπορούσε να τα τρυπήσει, ενώ των Αιγυπτίων ήταν τόσο γερά ώστε και με μεγάλη πέτρα να τα χτυπούσε κανείς, ζήτημα είναι αν θα έσπαγαν.
Όσο για τον λόγο που συμβαίνει αυτό, μου είπαν ότι είναι ο εξής, και με έπεισαν εύκολα: οι Αιγύπτιοι αρχίζουν αμέσως να ξυρίζουν τα κεφάλια τους, από παιδιά ακόμη, και έτσι το κόκαλο χοντραίνει από τον ήλιο.
Για τον ίδιο λόγο δεν κάνουν και φαλάκρα· πραγματικά, ανάμεσα στους Αιγυπτίους βλέπει κανείς τους λιγότερους φαλακρούς παρ᾽ ό,τι ανάμεσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους.
Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που έχουν γερά κεφάλια. Όσο για τους Πέρσες, ο λόγος που έχουν αδύναμα κεφάλια, είναι ο εξής: τα έχουν σκεπασμένα από μικροί με τις τιάρες που φορούν, τα καπέλα από πίλημα. Τα είδα λοιπόν αυτά και έτσι ήταν· είδα όμως και άλλα παρόμοια με τούτα στην Πάπρημη, σ᾽ εκείνους που σκοτώθηκαν μαζί με τον Αχαιμένη, τον γιο του Δαρείου, από τον Ινάρω τον Λίβυο.
Οι Αιγύπτιοι ωστόσο, όταν νικήθηκαν στη μάχη, ρίχτηκαν σε άτακτη φυγή και έφτασαν στη Μέμφιδα· τότε ο Καμβύσης στέλνει προς τα πάνω, από το ποτάμι, ένα πλοίο μυτιληνέικο που κουβαλούσε έναν Πέρση κήρυκα, για να καλέσει τους Αιγυπτίους να έρθουν σε συμφωνία.
Αυτοί όμως, μόλις είδαν το πλοίο να μπαίνει στη Μέμφιδα, όρμησαν μπουλούκι έξω από το τείχος, κατέστρεψαν το πλοίο, και τους άντρες του πληρώματος τους μακέλεψαν και τους πήραν μέσα στο τείχος.
Μετά απ᾽ αυτό οι Αιγύπτιοι πολιορκήθηκαν και με τον καιρό παραδόθηκαν, ενώ οι γείτονές τους Λίβυοι, φοβισμένοι από τα όσα έγιναν στην Αίγυπτο, παραδόθηκαν χωρίς μάχη, δέχτηκαν να πληρώνουν φόρο και έστειλαν δώρα. Το ίδιο και οι Κυρηναίοι και οι Βαρκαίοι, φοβήθηκαν όπως οι Λίβυοι και έπραξαν ανάλογα.
Όσο για τον Καμβύση, τα δώρα που του πήγαν από τους Λίβυους τα δέχτηκε με κάθε ευγένεια, ενώ εκείνα που προέρχονταν από τους Κυρηναίους τα περιφρόνησε, κατά τη γνώμη μου επειδή ήταν λίγα, αφού οι Κυρηναίοι τού έστειλαν πεντακόσιες μνες ασήμι: ο Καμβύσης τις άρπαξε και με τα ίδια του τα χέρια τις σκόρπισε στο στράτευμά του.
Τη δέκατη ημέρα αφότου πήρε το κάστρο της Μέμφιδας, με σκοπό να τον εξευτελίσει και να δοκιμάσει τη γενναιότητά του, ο Καμβύσης έβαλε τον Ψαμμήνιτο, που είχε κάνει βασιλιάς των Αιγυπτίων έξι μήνες, να καθίσει έξω από την πόλη μαζί με μερικούς άλλους Αιγυπτίους, και έκανε το εξής:
έντυσε την κόρη του με ρούχα σκλάβας και την έστειλε με μια στάμνα να φέρει νερό, στέλνοντας μαζί και άλλα κορίτσια, διαλεγμένα από τις κόρες των πιο σημαντικών Αιγυπτίων, ντυμένα και αυτά όμοια όπως και του βασιλιά η κόρη.
Καθώς λοιπόν οι κοπέλες περνούσαν μπροστά από τους πατέρες τους με κλάματα και θρήνους, όλοι οι άλλοι έκλαιγαν κι αυτοί και θρηνούσαν βλέποντας τα κορίτσια τους σ᾽ αυτά τα χάλια, ενώ ο Ψαμμήνιτος είδε ό,τι είδε, κατάλαβε και έσκυψε το κεφάλι.
Πέρασαν ωστόσο τα κορίτσια με τις στάμνες, και ύστερα ο Καμβύσης έστειλε στον Ψαμμήνιτο τον γιο του μαζί με άλλους δυο χιλιάδες Αιγυπτίους της ίδιας ηλικίας, με τους λαιμούς δεμένους με σχοινί και με χαλινάρια στα στόματά τους.
Τους πήγαιναν να τους εκτελέσουν, τιμωρία για τους Μυτιληναίους που είχαν χαθεί στη Μέμφιδα μαζί με το πλοίο — αυτή την απόφαση είχαν βγάλει οι βασιλικοί δικαστές: για τον καθένα να εκτελεστούν δέκα Αιγύπτιοι από τους έγκριτους.
Βλέποντάς τους ωστόσο να περνούν και μαθαίνοντας ότι ο γιος του πήγαινε για θάνατο, και ενώ οι Αιγύπτιοι που κάθονταν κοντά του έκλαιγαν και χτυπιόνταν, ο Ψαμμήνιτος έκανε το ίδιο όπως και με την κόρη του.
Όταν όμως πέρασαν κι αυτοί, μπροστά από τον Ψαμμήνιτο, τον γιο του Άμαση, και από τους Αιγυπτίους που ήταν καθισμένοι έξω από την πόλη, έτυχε να διαβεί ένας από τους συντρόφους του στα γλέντια, άνθρωπος ηλικιωμένος, που είχε χάσει τα πάντα και είχε καταντήσει πάμπτωχος και ζητιάνευε ανάμεσα στο στράτευμα. Μόλις τον είδε ο Ψαμμήνιτος, πάτησε κλάμα δυνατό, φώναξε τον φίλο του με τ᾽ όνομά του και βάλθηκε να χτυπάει το κεφάλι του.
Υπήρχαν φυσικά φρουροί του Ψαμμήνιτου, που πήγαιναν και έλεγαν καταλεπτώς στον Καμβύση τί έκανε εκείνος με την κάθε εμφάνιση. Απόρησε λοιπόν ο Καμβύσης με τα καμώματά του και έστειλε αγγελιαφόρο να τον ρωτήσει λέγοντάς του τα εξής:
«Ψαμμήνιτε, σε ρωτάει ο κύριός μου ο Καμβύσης γιατί όταν είδες την κόρη σου σ᾽ αυτή την κατάντια και τον γιο σου να βαδίζει στο θάνατο, ούτε φώναξες ούτε έκλαψες, ενώ τίμησες τον φτωχό, που όπως έμαθε από άλλους, δεν σου είναι τίποτε;» Αυτά τον ρώτησε εκείνος, και τούτος απάντησε ως εξής:
«Γιε του Κύρου, οι δικές μου συμφορές είναι πολύ μεγάλες ώστε να κλάψω γι᾽ αυτές, ενώ τα όσα έπαθε ο φίλος μου άξιζαν τα δάκρυα, γιατί αυτός, στο κατώφλι των γηρατειών, από πλούσιος και ευτυχισμένος κατάντησε ζητιάνος». Όταν ο αγγελιαφόρος τού μετέφερε αυτά τα λόγια, ο Καμβύσης τα βρήκε σωστά.
Και λένε οι Αιγύπτιοι ότι ο Κροίσος (που έτυχε να έχει ακολουθήσει τον Καμβύση στην Αίγυπτο) δάκρυσε, όπως δάκρυσαν και οι παριστάμενοι Πέρσες, ενώ και ο ίδιος ο Καμβύσης ένιωσε μέσα του κάποιον οίκτο και πρόσταξε αμέσως να γλιτώσουν το παιδί και να μην το εκτελέσουν μαζί με τους άλλους, και τον ίδιο τον Ψαμμήνιτο να τον πάρουν από εκεί, έξω από την πόλη, και να τον οδηγήσουν μπροστά του.
Ωστόσο, αυτοί που πήγαν για τον γιο, δεν τον πρόλαβαν ζωντανό: τον είχαν κόψει πρώτον πρώτον· αλλά τον Ψαμμήνιτο τον πήραν και τον πήγαν κοντά στον Καμβύση,
όπου και ζούσε από εκεί και πέρα χωρίς καθόλου βιαιότητες. Αν ήξερε μάλιστα να κάθεται φρόνιμος, θα έπαιρνε πίσω την Αίγυπτο, θα γινόταν διοικητής της, γιατί οι Πέρσες το έχουν έθιμο να τιμούν τους γιους των βασιλιάδων: ακόμη και αν οι βασιλιάδες κάνουν επανάσταση εναντίον τους, αυτοί μολοντούτο δίνουν πίσω την εξουσία στους γιους τους.
Ότι οι Πέρσες το έχουν έθιμο να κάνουν έτσι, θα μπορούσε κανείς να το συμπεράνει και από πολλούς άλλους, αλλά και από τον γιο του Ινάρω, Θαννύρα, που πήρε πίσω την εξουσία που είχε ο πατέρας του, και από τον Παύσιρη, τον γιο του Αμυρταίου, που και αυτός πήρε πίσω την εξουσία του πατέρα του· και μολοντούτο, κανένας ώς τώρα δεν έκανε στους Πέρσες μεγαλύτερο κακό παρ᾽ όσο ο Ινάρως και ο Αμυρταίος.
Αυτή τη φορά όμως ο Ψαμμήνιτος οργάνωσε συνωμοσία, και την πλήρωσε: προσπάθησε να ξεσηκώσει τους Αιγυπτίους, τον έκανε τσακωτό ο Καμβύσης, ο Ψαμμήνιτος ήπιε αίμα ταύρου και πέθανε αμέσως. Έτσι λοιπόν ξόφλησε αυτός.
Όσο για τον Καμβύση, από τη Μέμφιδα πήγε στην πόλη Σάιδα για να κάνει αυτά που ήθελε να κάνει. Δηλαδή, μόλις πάτησε στα ανάκτορα του Άμαση, πρόσταξε να βγάλουν τον νεκρό του Άμαση από τον τάφο, και μόλις η διαταγή του εκτελέστηκε, πρόσταξε να μαστιγώσουν τον νεκρό, να του ξεριζώσουν τις τρίχες, να τον κεντρίσουν και να του κάνουν ένα σωρό άλλους εξευτελισμούς.
Και όταν αυτοί απόστασαν κάνοντάς τα όλα αυτά (δεδομένου ότι ο νεκρός ήταν ταριχευμένος και άντεχε και δεν διαλυόταν), ο Καμβύσης τούς πρόσταξε να τον κάψουν, και η διαταγή του αυτή ήταν ανόσια. Γιατί οι Πέρσες πιστεύουν ότι η φωτιά είναι θεός.
Εξάλλου, την καύση των νεκρών δεν την επιτρέπουν ούτε τούτοι ούτε εκείνοι: οι Πέρσες για τον λόγο που είπαμε, επειδή, λένε, δεν είναι σωστό να τρέφουν τον θεό με πεθαμένον άνθρωπο, ενώ οι Αιγύπτιοι πιστεύουν ότι η φωτιά είναι έμψυχο ζώο και ό,τι αρπάξει, τα καταβροχθίζει.
Και πουθενά στον τόπο τους δεν υπάρχει το έθιμο να δίνουν τον νεκρό στα ζώα: γι᾽ αυτό μάλιστα τον ταριχεύουν, για να μην τον φάνε τα σκουλήκια καθώς θα κείτεται θαμμένος. Έτσι, αυτό που ο Καμβύσης πρόσταξε να γίνει, δεν είναι από τα έθιμα ούτε τούτων ούτε εκείνων.
Οι Αιγύπτιοι ωστόσο λένε ότι εκείνος που τα τράβηξε όλα αυτά, δεν ήταν ο Άμασις αλλά κάποιος άλλος Αιγύπτιος, το ίδιο ανάστημα με τον Άμαση, και αυτόν κακομεταχειρίζονταν οι Πέρσες νομίζοντας ότι κακομεταχειρίζονται τον Άμαση.
Γιατί λένε ότι ο Άμασις είχε πληροφορηθεί από το μαντείο τα όσα έμελλε να πάθει όταν θα ήταν πεθαμένος, και για να αποφύγει αυτά που τον περίμεναν, έθαψε τον άλλον, αυτόν που μαστιγώθηκε, κοντά στην πόρτα του τάφου του, και παράγγειλε στον γιο του να θάψει τον ίδιο όσο γινόταν πιο πολύ στο βάθος του τάφου.
Πάντως, αυτές οι εντολές του Άμαση σχετικά με την ταφή και τον άλλο άνθρωπο δεν μου φαίνεται να δόθηκαν ποτέ, και απλώς οι Αιγύπτιοι τα παραφουσκώνουν όλα αυτά.
Ύστερα απ᾽ αυτά ο Καμβύσης σκέφτηκε να κάνει τριπλή εκστρατεία: εναντίον των Καρχηδονίων, των Αμμωνίων και των μακροβίων Αιθιόπων που κατοικούν στη Λιβύη, κοντά στη νότια θάλασσα.
Τα μελέτησε και αποφάσισε να στείλει εναντίον των Καρχηδονίων τον στόλο, εναντίον των Αμμωνίων το επίλεκτο πεζικό, και στους Αιθίοπες να στείλει πρώτα κατασκόπους για να δουν αυτό το Τραπέζι του Ήλιου που λένε ότι υπάρχει εκεί στους Αιθίοπες, αν είναι αλήθεια ότι υπάρχει, αλλά και να κατασκοπεύουν επίσης όλα τα άλλα, με το πρόσχημα ότι πηγαίνουν δώρα στον βασιλιά τους.
Γι᾽ αυτό το Τραπέζι του Ήλιου λένε ότι είναι κάπως έτσι: είναι ένα λιβάδι έξω από την πόλη γεμάτο μαγειρεμένα κρέατα από ζώα κάθε λογής, και εκεί οι εντεταλμένοι κάθε φορά πολίτες πηγαίνουν τη νύχτα και ταχτοποιούν τα κρέατα, ενώ την ημέρα πηγαίνει όποιος θέλει και τρώει· οι ντόπιοι λένε ότι τα κρέατα αυτά τα βγάζει κάθε μέρα η γη. Έτσι λοιπόν λένε ότι είναι το λεγόμενο Τραπέζι του Ήλιου.
Ο Καμβύσης, όταν αποφάσισε να στείλει τους κατασκόπους, έστειλε αμέσως να του φέρουν από την πόλη Ελεφαντίνη μερικούς Ιχθυοφάγους που γνώριζαν την αιθιοπική γλώσσα.
Εν τω μεταξύ, ώσπου να τους φέρουν, πρόσταξε τον στόλο να σαλπάρει για την Καρχηδόνα. Αλλά οι Φοίνικες δεν δέχτηκαν να κάνουν τέτοιο πράγμα· ήταν, λέει, δεμένοι με μεγάλους όρκους και δεν θα ήταν δίκαιη πράξη να εκστρατεύσουν εναντίον των ίδιων των παιδιών τους. Εφόσον όμως δεν ήθελαν οι Φοίνικες, οι υπόλοιποι δεν ήταν άξιοι να πολεμήσουν.
Έτσι λοιπόν οι Καρχηδόνιοι γλίτωσαν την υποδούλωση στους Πέρσες. Γιατί ο Καμβύσης δεν το θεώρησε δίκαιο να μεταχειριστεί βία με τους Φοίνικες, δεδομένου ότι είχαν μόνοι τους παραδοθεί στους Πέρσες και ότι ολόκληρον τον στόλο τον αποτελούσαν Φοίνικες. Μόνοι τους παραδόθηκαν στους Πέρσες και οι Κύπριοι, και πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Αιγύπτου.
Όταν λοιπόν έφτασαν οι Ιχθυοφάγοι από την Ελεφαντίνη στον Καμβύση, αυτός τους έστειλε στους Αιθίοπες, αφού τους έδωσε εντολές τί έπρεπε να πουν και δώρα για να πάνε: μια πορφύρα, ένα χρυσό στριφτό περιδέραιο, χρυσά βραχιόλια, ένα αλαβάστρινο δοχείο με μύρο και ένα πιθάρι κρασί από χουρμάδες. Όσο για τους Αιθίοπες αυτούς, όπου ο Καμβύσης έστειλε τους κατασκόπους του, λέγεται ότι είναι οι πιο υψηλόσωμοι και οι πιο όμορφοι απ᾽ όλους τους ανθρώπους.
Και λέγεται ότι οι νόμοι που ακολουθούν είναι διαφορετικοί από των άλλων ανθρώπων, και προπαντός ο νόμος ο σχετικός με τη βασιλεία, που είναι ως εξής: όποιον από τους πολίτες κρίνουν ότι είναι ο πιο ψηλός και ότι έχει και δύναμη ανάλογη με το μπόι του, αυτόν θεωρούν άξιο για βασιλιά τους.
Σ᾽ αυτούς λοιπόν τους ανθρώπους έφτασαν οι Ιχθυοφάγοι, και αφού παράδωσαν τα δώρα στον βασιλιά τους, είπαν τα εξής: «Ερχόμαστε σταλμένοι από τον βασιλιά των Περσών, τον Καμβύση, που επιθυμεί να γίνει φίλος και σύντροφός σου και μας πρόσταξε να τα συζητήσουμε μαζί σου και να σου δώσουμε και τούτα τα δώρα που και ο ίδιος ευχαριστιέται πολύ να τα μεταχειρίζεται».
Ο Αιθίοπας όμως το κατάλαβε ότι είχαν πάει σαν κατάσκοποι και τους είπε τα εξής: «Ούτε ο βασιλιάς των Περσών σας έστειλε να μου φέρετε δώρα επειδή το θεωρεί μεγάλη τιμή να γίνει φίλος μου, ούτε εσείς λέτε την αλήθεια (γιατί ήρθατε σαν κατάσκοποι στην επικράτειά μου), ούτε εκείνος είναι δίκαιος άνθρωπος· γιατί αν ήταν δίκαιος άνθρωπος, δεν θα επιθυμούσε άλλη χώρα από τη δική του, ούτε θα υποδούλωνε ανθρώπους που δεν τον έχουν βλάψει σε τίποτε.
Τώρα λοιπόν δώστε του αυτό το τόξο και πείτε του τα εξής: “Ο βασιλιάς των Αιθιόπων συμβουλεύει τον βασιλιά των Περσών: όταν οι Πέρσες θα τεντώνουν με τόση ευκολία τόξα με τέτοιο μέγεθος, τότε να εκστρατεύσουν εναντίον των μακροβίων Αιθιόπων, αλλά με στρατό μεγαλύτερον από τον δικό τους· ώς τότε όμως να ευχαριστούν τους θεούς αν οι γιοι των Αιθιόπων δεν βάλουν με το νου τους να προσθέσουν και άλλους τόπους στον δικό τους”».
Αυτά είπε ο βασιλιάς, ξετέντωσε το τόξο και το έδωσε στους επισκέπτες. Ύστερα πήρε την πορφύρα και τους ρώτησε τί πράγμα είναι αυτό και πώς είναι φτιαγμένο. Και όταν οι Ιχθυοφάγοι τού είπαν την αλήθεια για την πορφύρα και για τη βαφή, αυτός είπε ότι δολεροί είναι οι άνθρωποι, δολερά και τα ρούχα τους.
Ύστερα ρώτησε για τα χρυσαφικά, το στριφτό περιδέραιο και τα βραχιόλια. Και όταν οι Ιχθυοφάγοι τού εξήγησαν ότι είναι κοσμήματα, ο βασιλιάς γέλασε και τους είπε ότι νόμισε ότι είναι αλυσίδες γιατί στον τόπο του οι αλυσίδες είναι πιο γερές.
Κατόπιν τους ρώτησε για το μύρο· και όταν του είπαν πώς φτιάχνεται και πώς αλείφονται με αυτό, εκείνος είπε τα ίδια λόγια όπως και για την πορφύρα. Όταν όμως έφτασε στο κρασί και έμαθε πώς φτιάχνεται, ευφράνθηκε πολύ με το ποτό και ρώτησε με τί τρέφεται ο βασιλιάς και πόσο ζουν το περισσότερο οι Πέρσες.
Και αυτοί του είπαν ότι ο βασιλιάς τους τρέφεται με ψωμί και του εξήγησαν τα σχετικά με το σιτάρι, και ότι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής που μπορεί να περιμένει ένας άνθρωπος είναι ογδόντα χρόνια. Σ᾽ αυτά ο Αιθίοπας απάντησε ότι δεν είναι απορίας άξιο που ζουν λίγα χρόνια αφού τρέφονται με κοπριά· αλλά ούτε τόσα θα μπορούσαν να ζουν, είπε ο Αιθίοπας στους Ιχθυοφάγους, αν δεν κρατιόνταν στα πόδια τους μ᾽ αυτό που έπιναν, δηλαδή το κρασί· γιατί σ᾽ αυτό οι Αιθίοπες είναι κατώτεροι από τους Πέρσες.
Όταν με τη σειρά τους οι Ιχθυοφάγοι ρώτησαν τον βασιλιά για τη δική τους διάρκεια ζωής και για τη διατροφή τους, αυτός τους απάντησε ότι οι περισσότεροί τους φτάνουν εκατόν είκοσι χρονών, μερικοί μάλιστα και παραπάνω, και ότι η τροφή τους είναι βραστό κρέας και το ποτό τους γάλα.
Και όταν οι κατάσκοποι έδειξαν έκπληξη για την τόση μακροζωία, αυτός τους οδήγησε σε μια κρήνη όπου λούζονται και γίνονται λιπαροί, σαν να τρέχει λάδι, και που αναδίνεται από μέσα της ευωδιά σαν των μενεξέδων.
Και μάλιστα, είπαν οι κατάσκοποι, το νερό αυτής της κρήνης ήταν τόσο ελαφρό ώστε απάνω του δεν μπορούσε να επιπλεύσει ούτε ξύλο, ούτε καν πράγμα ελαφρότερο από ξύλο, αλλά το καθετί βούλιαζε στον πάτο. Αν λοιπόν αυτό το νερό τους είναι πράγματι έτσι όπως το λένε, τότε γι᾽ αυτό θα είναι μακρόβιοι, επειδή το μεταχειρίζονται συνέχεια.
Έφυγαν ωστόσο από την κρήνη, και ο βασιλιάς τούς πήγε σε μια φυλακή όπου οι κρατούμενοι ήταν δεμένοι με χρυσές αλυσίδες — στους Αιθίοπες αυτούς ο χαλκός είναι το πιο σπάνιο και το πιο πολύτιμο πράγμα. Και αφού είδαν τη φυλακή, είδαν και το λεγόμενο Τραπέζι του Ήλιου.
αφού συρρικνώσουν τον νεκρό, είτε όπως οι Αιγύπτιοι είτε κάπως αλλιώς, τον αλείφουν ύστερα με γύψο και τον ζωγραφίζουν ολόκληρο ξομπλιάζοντας όσο γίνεται τη μορφή του, και τέλος τον βάζουν μέσα σε μια κούφια κολόνα από γυαλί (που το βγάζουν μπόλικο από το έδαφος και που δουλεύεται εύκολα)·
μέσα στην κολόνα λοιπόν όπως είναι ο νεκρός, φαίνεται, χωρίς να αναδίνει άσχημη μυρωδιά καμιά και χωρίς τίποτε άλλο δυσάρεστο· και φαίνονται όλα του ολόιδια σαν να ήταν ο ίδιος ο νεκρός.
Οι στενοί συγγενείς κρατούν στα σπίτια τους τις κολόνες έναν χρόνο και προσφέρουν στον νεκρό απ᾽ όλους τους πρώιμους καρπούς και θυσίες· ύστερα από τον χρόνο, τις βγάζουν τις θήκες από τα σπίτια και τις στήνουν ένα γύρο στην πόλη.
Αφού λοιπόν τα είδαν όλα οι κατάσκοποι, γύρισαν πίσω. Όταν όμως τα ανακοίνωσαν, ο Καμβύσης έγινε έξω φρενών και κίνησε αμέσως την εκστρατεία κατά των Αιθιόπων, χωρίς ούτε πρόβλεψη να κάνει καμιά για τρόφιμα ούτε να καθίσει λίγο να σκεφτεί ότι επρόκειτο να εκστρατεύσει στην άλλη άκρη του κόσμου·
έτσι τρελός όπως ήταν και με το μυαλό του χαμένο, μόλις άκουσε τους Ιχθυοφάγους ξεκίνησε, προστάζοντας τους Έλληνες που είχε μαζί του να περιμένουν εκεί και παίρνοντας μαζί του όλο το πεζικό.
Και όταν με την πορεία έφθασε στη Θήβα, χώρισε πενήντα χιλιάδες περίπου από τον στρατό του και τους πρόσταξε να υποδουλώσουν τους Αμμωνίους και να κάψουν το μαντείο του Δία, ενώ ο ίδιος επικεφαλής του υπόλοιπου στρατού κίνησε κατά των Αιθιόπων.
Αλλά δεν είχε η στρατιά διανύσει ούτε το ένα πέμπτο του δρόμου, όταν τους σώθηκαν όλα τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους, και μετά τα τρόφιμα άρχισαν να τρώνε τα υποζύγια ώσπου σώθηκαν κι εκείνα.
Αν λοιπόν ο Καμβύσης, μαθαίνοντάς τα αυτά, άλλαζε γνώμη και οδηγούσε πίσω το στρατό του, θα ήταν συνετός άνθρωπος, κι ας είχε γίνει λάθος στην αρχή· αυτός όμως δεν κάθισε καθόλου να σκεφτεί παρά βάδιζε συνέχεια μπροστά.
Όσο για τους στρατιώτες, όσο είχαν να παίρνουν κάτι από τη γη, κρατιόνταν στη ζωή τρώγοντας χορτάρι· όταν όμως έφτασαν στην άμμο, μερικοί απ᾽ αυτούς έκαναν κάτι τρομερό: από μια δεκάδα ξεχώρισαν έναν με κλήρο και τον έφαγαν.
Όταν πια το έμαθε και αυτό ο Καμβύσης, από τον φόβο μήπως οι στρατιώτες φάνε ο ένας τον άλλο, παράτησε την εκστρατεία κατά των Αιθιόπων, γύρισε πίσω και έφτασε στη Θήβα έχοντας χάσει πολύ στρατό. Από τη Θήβα κατέβηκε στη Μέμφιδα και έδωσε στους Έλληνες την άδεια να σαλπάρουν.
Αυτήν λοιπόν την τύχη είχε η εκστρατεία κατά των Αιθιόπων. Όσο για εκείνους που είχαν σταλεί στην εκστρατεία κατά των Αμμωνίων, αυτοί ξεκίνησαν από τη Θήβα, και βαδίζοντας με τους οδηγούς τους έφτασαν και εμφανίστηκαν στην πόλη Όαση, που την κατοικούν Σάμιοι, οι οποίοι, όπως λέγεται, είναι από την Αισχριωνία φυλή, και που απέχουν από τη Θήβα επτά ημερών ταξίδι μέσα στην άμμο, και ο τόπος αυτός στην ελληνική γλώσσα λέγεται νησιά των Μακάρων.
Λέγεται λοιπόν ότι σ᾽ αυτόν τον τόπο έφτασε πραγματικά ο στρατός· αλλά από εκεί και πέρα, με εξαίρεση τους Αμμωνίους και όσους έχουν πληροφορίες από αυτούς, κανένας άλλος δεν ξέρει να πει τίποτε γι᾽ αυτούς τους στρατιώτες: γιατί ούτε στους Αμμωνίους έφτασαν ούτε πίσω γύρισαν.
Οι ίδιοι οι Αμμώνιοι ωστόσο λένε και το εξής: ο στρατός ξεκίνησε απ᾽ αυτή την Όαση και βάδιζε εναντίον τους μέσα από την άμμο, και όταν βρέθηκε στη μέση περίπου της απόστασης ανάμεσα σ᾽ αυτούς και στην Όαση, ενώ έτρωγαν το μεσημεριανό τους, φύσηξε νότιος άνεμος ασυνήθιστα δυνατός, και με την άμμο που σήκωσε, τους έθαψε, και με αυτόν τον τρόπο χάθηκαν αυτοί. Έτσι λοιπόν λένε οι Αμμώνιοι ότι έγινε με τούτη τη στρατιά.
Όταν ωστόσο έφτασε ο Καμβύσης στη Μέμφιδα, εμφανίστηκε στους Αιγυπτίους ο Άπις, που οι Έλληνες τον ονομάζουν Έπαφο· και όταν εμφανίστηκε, οι Αιγύπτιοι φόρεσαν αμέσως τα καλύτερά τους ρούχα και το έριξαν στις γιορτές.
Βλέποντας λοιπόν ο Καμβύσης τους Αιγυπτίους να τα κάνουν αυτά, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι έκαναν όλες αυτές τις χαρές επειδή ο ίδιος είχε κακοπάθει, και κάλεσε τους αρμοδίους της Μέμφιδας, και όταν έφτασαν μπροστά του, τους ρώτησε γιατί οι Αιγύπτιοι δεν έκαναν τίποτε από όλα αυτά όταν ο ίδιος βρισκόταν πριν στη Μέμφιδα, και τα έκαναν τώρα όπου γύρισε έχοντας χάσει μεγάλο μέρος του στρατού του.
Αυτοί του απάντησαν ότι τους είχε φανερωθεί κάποιος θεός που συνήθως κάνει πολύν καιρό να εμφανιστεί, και όταν φανερωθεί, τότε όλοι οι Αιγύπτιοι χαίρονται και πανηγυρίζουν. Όταν τα άκουσε αυτά ο Καμβύσης, τους είπε ότι λένε ψέματα, και επειδή έλεγαν ψέματα τους τιμώρησε με θάνατο.
Αφού τους σκότωσε λοιπόν αυτούς ο Καμβύσης, κάλεσε ύστερα μπροστά του τους ιερείς. Και όταν του είπαν και εκείνοι τα ίδια, αυτός απάντησε ότι δεν θα του διέφευγε του ίδιου αν είχε παρουσιαστεί στους Αιγυπτίους ένας καλόβολος θεός. Αυτά είπε και πρόσταξε τους ιερείς να του πάνε τον Άπη. Και οι ιερείς πήγαν να τον φέρουν.
Αυτός ο Άπις τώρα, ο Έπαφος, είναι ένα μοσχαράκι που γεννιέται από αγελάδα η οποία ύστερα δεν επιτρέπεται να συλλάβει ξανά. Οι Αιγύπτιοι λένε ότι από τον ουρανό κατεβαίνει καταπάνω στην αγελάδα μια αστραπή, και απ᾽ αυτήν η αγελάδα γεννάει τον Άπη.
Έχει ωστόσο τούτο το μοσχαράκι που λέγεται Άπις τα εξής σημάδια: είναι μαύρο, έχει στο μέτωπό του άσπρο τετράγωνο, στη ράχη του έχει την εικόνα του αετού, διπλές τις τρίχες στην ουρά, και κάτω από τη γλώσσα έναν κάνθαρο.
Μόλις λοιπόν του πήγαν τον Άπη οι ιερείς, ο Καμβύσης έκανε σαν τρελός, έβγαλε το στιλέτο του και έκανε να χτυπήσει τον Άπη στην κοιλιά, αλλά τον βρήκε στο μερί· γέλασε τότε και είπε στους ιερείς:
«Βρε κουφιοκεφαλάκηδες, υπάρχουν τέτοιοι θεοί, με αίμα και με σάρκα και ευαίσθητοι στο σίδερο; Πραγματικά, είναι άξιος των Αιγυπτίων τούτος ο θεός· εσάς ωστόσο δεν θα σας βγει σε καλό που με κάνατε περίγελο». Αυτά είπε και πρόσταξε τους εντεταλμένους να μαστιγώσουν γερά τους ιερείς, και από τους άλλους Αιγυπτίους όποιον πιάνουν να πανηγυρίζει, να τον εκτελούν.
Έτσι λοιπόν έληξε η εορτή των Αιγυπτίων, οι ιερείς τιμωρήθηκαν, και ο Άπις λαβωμένος στο μερί, έλιωνε ξαπλωμένος μέσα στο ιερό ώσπου πέθανε από τη λαβωματιά, και οι ιερείς τον έθαψαν κρυφά από τον Καμβύση.
Ο Καμβύσης ωστόσο, όπως λένε οι Αιγύπτιοι, μετά απ᾽ αυτή την άδικη πράξη τρελάθηκε εντελώς, αν και ούτε πριν ήταν με τα καλά του. Και το πρώτο κακό το έκανε στον αδελφό του τον Σμέρδη, που ήταν από τον ίδιο πατέρα και από την ίδια μητέρα και που τον έστειλε από την Αίγυπτο πίσω στην Περσία, από φθόνο, επειδή από τους Πέρσες ήταν ο μόνος που τέντωσε ώς δύο δάχτυλα το τόξο που οι Ιχθυοφάγοι είχαν φέρει από τον Αιθίοπα βασιλιά, ενώ από τους άλλους Πέρσες κανένας δεν το κατόρθωσε.
Όταν ωστόσο ο Σμέρδις έφυγε για την Περσία, ο Καμβύσης είδε στον ύπνο τούτο το όνειρο· είδε ότι ήρθε από την Περσία αγγελιαφόρος για να του αναγγείλει ότι ο Σμέρδις καθισμένος στον βασιλικό θρόνο άγγιζε με το κεφάλι του τον ουρανό.
Φοβήθηκε λοιπόν απ᾽ όλο τούτο ο Καμβύσης για τον εαυτό του, μήπως ο αδελφός του τον σκοτώσει και πάρει την αρχή, και στέλνει στην Περσία τον Πρηξάσπη, που ήταν ο άνθρωπός του ο πλέον έμπιστος απ᾽ όλους τους Πέρσες, για να σκοτώσει τον Σμέρδη. Και πράγματι ο Πρηξάσπης ανέβηκε στα Σούσα και τον σκότωσε: άλλοι λένε τον πήγε για κυνήγι, άλλοι τον πήγε στην Ερυθρά θάλασσα και τον έπνιξε.
Αυτή λοιπόν λένε ότι ήταν η πρώτη από τις κακές πράξεις του Καμβύση, ο οποίος ύστερα τα έβαλε με την αδελφή του που τον είχε ακολουθήσει στην Αίγυπτο και την είχε γυναίκα του και ήταν αδελφή του και από τους δυο γονείς.
Και δεδομένου ότι προηγουμένως οι Πέρσες δεν το συνήθιζαν καθόλου να παντρεύονται τις αδελφές τους, ο Καμβύσης, όταν ερωτεύτηκε μια από τις αδελφές του και ήθελε να την παντρευτεί, την παντρεύτηκε με τον εξής τρόπο: επειδή αυτό που είχε βάλει στον νου του να κάνει ήταν αντίθετο με τα έθιμα, κάλεσε τους λεγόμενους βασιλικούς δικαστές και τους ρώτησε αν υπήρχε κανένας νόμος που να επιτρέπει σε όποιον θέλει να παίρνει γυναίκα του την αδελφή του.
Διακεκριμένοι άνθρωποι ανάμεσα στους Πέρσες, οι βασιλικοί δικαστές είναι ισόβιοι ή ώσπου να διαπιστωθεί ότι έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα· αυτοί δικάζουν τις δίκες ανάμεσα στους Πέρσες, ερμηνεύουν τους πάτριους νόμους, και όλα εξαρτώνται από αυτούς.
Όταν λοιπόν τους ρώτησε ο Καμβύσης, αυτοί του απάντησαν με τρόπο και δίκαιο και ασφαλή για τους ίδιους: νόμο, του είπαν, που να επιτρέπει στον αδελφό να κάνει γυναίκα του την αδελφή του δεν βρήκαν κανένα, βρήκαν όμως κάποιον άλλο που επιτρέπει στον βασιλιά των Περσών να κάνει ό,τι θέλει.
Έτσι, ούτε τον νόμο καταπάτησαν από τον φόβο τους για τον Καμβύση, ενώ από την άλλη, για να μη χαθούν οι ίδιοι περιφρουρώντας τον νόμο, ξετρύπωσαν αυτόν τον άλλο νόμο για στήριγμα εκείνου που ήθελε να παντρεύεται τις αδελφές του.
Τότε λοιπόν ο Καμβύσης παντρεύτηκε την αγαπημένη του, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός όπου πήρε και άλλην αδελφή του, και από τις δύο, τη νεότερη, εκείνη που τον είχε ακολουθήσει στην Αίγυπτο, τη σκοτώνει.
Για τον θάνατό της αυτηνής λέγονται δύο ιστορίες, όπως και για του Σμέρδη. Οι Έλληνες λένε ότι ο Καμβύσης έβαλε ένα λιονταράκι κι ένα σκυλάκι να παλέψουν μεταξύ τους· η εν λόγω γυναίκα παρακολουθούσε την πάλη· το σκυλάκι νικιόταν· τότε το αδελφάκι του, άλλο σκυλάκι, έσπασε το σκοινί με το οποίο ήταν δεμένο και έτρεξε να βοηθήσει: έγιναν έτσι δύο τα σκυλάκια και νίκησαν το λιονταράκι.
Ο Καμβύσης τώρα το είδε αυτό και ευχαριστήθηκε· εκείνη όμως, καθισμένη δίπλα του, δάκρυσε. Ο Καμβύσης το αντιλήφθηκε και τη ρώτησε γιατί κλαίει, κι εκείνη του είπε ότι κλαίει επειδή, βλέποντας το σκυλάκι να τρέχει να βοηθήσει το αδελφάκι του, θυμήθηκε τον Σμέρδη για τον οποίο ήξερε ότι δεν υπήρχε κανένας να τον βοηθήσει.
Γι᾽ αυτά τα λόγια της λένε οι Έλληνες ότι την ξέκανε ο Καμβύσης. Οι Αιγύπτιοι όμως λένε ότι κάθονταν κάποτε οι δυο τους στο τραπέζι, και η γυναίκα πήρε ένα μαρούλι και του μάδησε τα φύλλα και ρώτησε τον σύζυγό της πώς ήταν πιο ωραίο το μαρούλι, μαδημένο ή αμάδητο, κι εκείνος της απάντησε αμάδητο, και τότε εκείνη του είπε:
«Και όμως το μαρούλι το μιμήθηκες εσύ και απογύμνωσες τον οίκο του Κύρου». Εκείνος τότε έγινε έξω φρενών και την ποδοπάτησε, κι εκείνη, όντας έγκυος, απέβαλε και πέθανε.
Αυτές λοιπόν τις τρελές πράξεις έκανε ο Καμβύσης σε βάρος των στενών συγγενών του, είτε εξαιτίας του Άπη είτε από κάποιον άλλο λόγο, γιατί είναι πολλές οι συμφορές που συνήθως πέφτουν πάνω στους ανθρώπους: λένε λόγου χάρη ότι ο Καμβύσης είχε από γεννησιμιού του εκείνη τη μεγάλη αρρώστια, που μερικοί την ονομάζουν ιερή. Διόλου απίθανο λοιπόν, αφού το σώμα του έπασχε από τόσο μεγάλη αρρώστια, να μην ήταν υγιής ούτε στα μυαλά.
Όσο για τους άλλους Πέρσες, ο Καμβύσης έκανε σε βάρος τους τούτες τις τρέλες· λένε ότι είπε στον Πρηξάσπη που τον τιμούσε περισσά και που ήταν αυτός που του έφερνε τα μηνύματα και ο γιος του ήταν οινοχόος του Καμβύση, τιμή κι αυτή διόλου μικρή, λένε λοιπόν ότι του είπε:
«Πρηξάσπη, τί είδους άνθρωπος νομίζουν οι Πέρσες ότι είμαι και τί λένε για μένα;» Κι εκείνος του απάντησε: «Κύριέ μου, για όλα τα άλλα σε επαινούν πολύ, αλλά λένε ότι η αγάπη σου για το κρασί παραείναι μεγάλη».
Ο Πρηξάσπης μιλούσε βέβαια για τους Πέρσες, αλλά ο Καμβύσης εξοργίστηκε και του απάντησε με τούτα τα λόγια: «Ώστε λοιπόν οι Πέρσες λένε τώρα ότι είμαι παραδομένος στο κρασί και γι᾽ αυτό έχω τρελαθεί και δεν είμαι στα καλά μου. Άρα τα λόγια που έλεγαν προηγουμένως δεν ήταν αληθινά».
Προηγουμένως, εκεί όπου κάθονταν μερικοί Πέρσες και μαζί ο Κροίσος, ο Καμβύσης τούς ρώτησε τί είδους άνθρωπος νόμιζαν ότι είναι ο ίδιος σε σύγκριση με τον πατέρα του τον Κύρο· εκείνοι του απάντησαν ότι είναι καλύτερος από τον πατέρα του, αφού διατηρούσε όλα όσα είχε ο πατέρας του και από πάνω είχε αποκτήσει και την Αίγυπτο και τη θάλασσα.
Αυτά ωστόσο τα είπαν οι Πέρσες· ο Κροίσος όμως που ήταν παρών και που δεν του άρεσε η κρίση που διατυπώθηκε, είπε στον Καμβύση τούτα τα λόγια: «Εμένα πάντως, γιε του Κύρου, δεν μου φαίνεται ότι είσαι όμοιος με τον πατέρα σου, γιατί εσύ δεν έχεις ακόμη γιο σαν αυτόν που άφησε εκείνος». Ευχαριστήθηκε σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Καμβύσης και παίνεψε την κρίση του Κροίσου.
Αυτά θυμήθηκε ο Καμβύσης και λέει με οργή στον Πρηξάσπη: «Κρίνε λοιπόν μόνος σου αν οι Πέρσες λένε την αλήθεια, ή μήπως αυτοί είναι τρελοί που λένε τέτοια πράγματα:
το παιδί σου που στέκεται εκεί στη βεράντα θα το σημαδέψω, κι αν το πετύχω και του τρυπήσω την καρδιά, τότε θα αποδειχτεί ότι οι Πέρσες λένε σαχλαμάρες· αν όμως αστοχήσω, τότε θα πει ότι οι Πέρσες λένε την αλήθεια και εγώ δεν είμαι στα καλά μου».
Αυτά είπε, τέντωσε το τόξο και χτύπησε το παιδί· το παιδί έπεσε — και ο Καμβύσης πρόσταξε να το ανοίξουν και να εξετάσουν το τραύμα· και όταν διαπιστώθηκε ότι το βέλος ήταν μέσα στην καρδιά, ο Καμβύσης γέμισε αγαλλίαση και είπε γελώντας στον πατέρα του παιδιού:
«Είναι για σένα ολοφάνερο, Πρηξάσπη, ότι εγώ δεν τα έχω χαμένα και ότι οι τρελοί είναι οι Πέρσες· πες μου όμως τώρα, έχεις δει άλλον άνθρωπο ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους να σκοπεύει με τόση ακρίβεια;» Βλέποντας ωστόσο ο Πρηξάσπης ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν με τα καλά του και φοβούμενος και για τον ίδιο του τον εαυτό, είπε: «Κύριέ μου, θαρρώ ότι ούτε ο ίδιος ο θεός δεν σκοπεύει τόσο καλά».
Αυτά λοιπόν έκανε τότε ο Καμβύσης. Κάποτε άλλοτε πάλι έπιασε δώδεκα Πέρσες από τους σημαντικότερους, και χωρίς το παράπτωμά τους να είναι τίποτε σοβαρό, τους έθαψε ζωντανούς ώς το λαιμό.
Ενώ λοιπόν έκανε ο Καμβύσης αυτές τις πράξεις, ο Κροίσος ο Λυδός θεώρησε σωστό να τον συμβουλεύσει με τούτα τα λόγια: «Βασιλιά, μην αφήνεις τη νιότη σου και την οργή σου να σε κυριεύουν σε όλα, μόνο συγκράτησε τον εαυτό σου, περιόρισέ τον· είναι καλό να είναι κανείς προνοητικός, η προνοητικότητα είναι σοφό πράγμα· σκοτώνεις ανθρώπους που είναι υπήκοοί σου χωρίς να έχουν κάνει κανένα σοβαρό παράπτωμα, σκοτώνεις παιδιά.
Αν το παρακάνεις μ᾽ αυτά τα πράγματα, έχε το νου σου μήπως οι Πέρσες ξεσηκωθούν εναντίον σου. Όσο για μένα, ο πατέρας σου ο Κύρος συχνά μου το έλεγε και μου το παράγγελνε να σε συμβουλεύω και να σε κατευθύνω σε ό,τι βρίσκω καλό». Τις συμβουλές αυτές ο Κροίσος τού τις έδινε βέβαια από αγάπη, εκείνος όμως του απάντησε μ᾽ αυτά τα λόγια:
«Τολμάς εσύ να συμβουλεύεις κι εμένα; εσύ που και την πατρίδα σου την κατάφερες μια χαρά και τον πατέρα μου καλά τον συμβούλευσες όταν του είπες να διαβεί αυτός τον ποταμό Αράξη και να επιτεθεί στους Μασσαγέτες, ενώ αυτοί ήθελαν να μπουν στη χώρα μας, και έτσι κατέστρεψες και τον εαυτό σου με το κακό κουμάντο που έκανες στην πατρίδα σου, κατέστρεψες και τον Κύρο που σε άκουσε; μα δεν θα σου βγει σε καλό αυτό, γιατί από καιρό ζητούσα αφορμή να σε περιαδράξω».
Αυτά είπε ο Καμβύσης και αμέσως άρπαξε το τόξο για να τον χτυπήσει· αλλά ο Κροίσος πετάχτηκε απάνω και βγήκε τρέχοντας έξω· και ο Καμβύσης αφού δεν μπόρεσε να τον χτυπήσει με το τόξο, πρόσταξε τους υπηρέτες να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν.
Οι υπηρέτες ωστόσο, ξέροντας τον χαρακτήρα του Καμβύση, κρύβουν τον Κροίσο έχοντας κατά νου αν ο Καμβύσης μεταμεληθεί και ζητήσει τον Κροίσο, να του τον παρουσιάσουν και να πάρουν δώρα, επειδή έσωσαν τη ζωή του Κροίσου, και αν δεν μεταμεληθεί και δεν τον θελήσει, τότε να τον σκοτώσουν.
Και πράγματι, δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Καμβύσης επιθύμησε τον Κροίσο, οπότε οι υπηρέτες, μαθαίνοντάς το αυτό, του γνωστοποίησαν ότι ο Κροίσος ήταν ζωντανός. Τότε ο Καμβύσης είπε ότι χαιρόταν βέβαια που ο Κροίσος ήταν ζωντανός, εκείνοι όμως που τον γλίτωσαν δεν θα έμεναν ατιμώρητοι αλλά θα θανατώνονταν. Και το έκανε.
Έκανε λοιπόν πολλές τέτοιες τρέλες ο Καμβύσης στους Πέρσες και στους συμμάχους τους· και όταν έμεινε στη Μέμφιδα άνοιγε τους παλιούς τάφους και εξέταζε τους πεθαμένους·
πήγε μάλιστα και στο ιερό του Ηφαίστου και ξεκαρδίστηκε στα γέλια με το άγαλμα· γιατί το άγαλμα μοιάζει εξαιρετικά με τους φοινικικούς Πατάικους, που οι Φοίνικες τους κουβαλούν στις πλώρες από τις τριήρεις τους. Για όποιον δεν τους έχει δει ποτέ, σημειώνω ότι μοιάζουν με νάνους.
Ο Καμβύσης όμως μπήκε και στο ιερό των Καβείρων, όπου δεν επιτρέπεται να μπαίνει άλλος πάρεξ ο ιερέας· αυτά τα αγάλματα μάλιστα τα έκαψε κιόλας αφού τα κορόιδεψε με το παραπάνω. Είναι και αυτά όμοια με του Ηφαίστου και λέγεται ότι είναι γιοι του.
Από όλα αυτά λοιπόν είναι για μένα φανερό ότι ο Καμβύσης ήταν τελείως τρελός· αλλιώς δεν θα δοκίμαζε να κοροϊδέψει ιερά και έθιμα. Γιατί αν κανείς πρότεινε σε όλους τους ανθρώπους και τους παρακινούσε να διαλέξουν από όλους τους νόμους εκείνους που είναι οι καλύτεροι, οι άνθρωποι θα τους εξέταζαν και θα διάλεγαν ο καθένας τους δικούς του: τόσο βέβαιοι είναι οι άνθρωποι ότι οι καλύτεροι νόμοι είναι οι δικοί τους.
Δεν είναι λοιπόν σωστό να κοροϊδεύει κανείς αυτά τα πράγματα, εκτός βέβαια αν είναι τρελός. Ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν σχετικά με τους νόμους αυτές τις πεποιθήσεις, μπορεί κανείς να συμπεράνει και από πολλές άλλες αποδείξεις, αλλά και από τούτην:
ο Δαρείος, όταν ήταν βασιλιάς, κάλεσε τους Έλληνες που είχε γύρω του και τους ρώτησε με πόσα χρήματα θα δέχονταν να φάνε τους πατέρες τους όταν πέθαιναν· αυτοί απάντησαν ότι τέτοιο πράγμα δεν θα το έκαναν με κανέναν τρόπο.
Ύστερα ο Δαρείος κάλεσε τους Ινδούς τους λεγόμενους Καλλατίες, που τρώνε τους γονείς τους, και μπροστά στους Έλληνες, που τα λεγόμενά τους τα μετάφραζε διερμηνέας, τους ρώτησε με πόσα χρήματα θα δέχονταν να καίνε τους πατέρες τους όταν πέθαιναν· αυτοί έβαλαν τις φωνές και του σύστησαν να μη λέει τέτοια φρικτά πράγματα. Έτσι είναι λοιπόν αυτές οι πεποιθήσεις, και νομίζω σωστά τα λέει ο Πίνδαρος, στο ποίημά του, ότι το έθιμο είναι ο βασιλιάς των πάντων.
Ωστόσο, ο Καμβύσης έκανε την εκστρατεία του κατά της Αιγύπτου, έκαναν και οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεία κατά της Σάμου και του Πολυκράτη, γιου του Αιάκη, ο οποίος έκανε κίνημα και κατέλαβε την εξουσία στη Σάμο.
Και στην αρχή χώρισε την πόλη στα τρία και τη μοιράστηκε με τους αδελφούς του, τον Παντάγνωτο και τον Συλοσώντα, ύστερα όμως σκότωσε τον πρώτο, έδιωξε τον νεότερο, τον Συλοσώντα, και πήρε όλη τη Σάμο, και έχοντας φιλία και συμμαχία με τον Άμαση, τον βασιλιά της Αιγύπτου, του έστελνε δώρα και έπαιρνε και από αυτόν.
Πολύ σύντομα η δύναμη του Πολυκράτη αυξήθηκε και έγινε διαβόητη στην Ιωνία και στην υπόλοιπη Ελλάδα· γιατί όπου και αν κινούσε εκστρατεία ο Πολυκράτης, σημείωνε επιτυχία. Είχε εκατό πεντηκοντόρους και χίλιους τοξότες.
Έπιανε και λήστευε τους πάντες, χωρίς να κάνει διάκριση για κανέναν· γιατί έλεγε ότι θα έκανε μεγαλύτερη χάρη στον φίλο αν του έδινε πίσω όσα του είχε πάρει παρά αν εξαρχής δεν του έπαιρνε τίποτε. Είχε καταλάβει πολλά νησιά και πολλές πόλεις στη στεριά. Νίκησε μάλιστα σε ναυμαχία και τους Λεσβίους που βοηθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις τους Μιλησίους και που έσκαψαν δεμένοι όλη την τάφρο γύρω στο τείχος της Σάμου.
Με τον τρόπο του τώρα ο Άμασις δεν αγνοούσε τις μεγάλες προόδους του Πολυκράτη και τις παρακολουθούσε προσεκτικά. Και καθώς η επιτυχία του Πολυκράτη όλο και μεγάλωνε, γράφει ο Άμασις γραφή με τούτα τα λόγια και τη στέλνει στη Σάμο: «Ο Άμασις λέει στον Πολυκράτη τα εξής:
είναι βέβαια ευχάριστο να μαθαίνει κανείς ότι ο φίλος και σύμμαχός του προκόβει, αλλά εμένα οι μεγάλες σου επιτυχίες δεν μου αρέσουν, γιατί γνωρίζω πόσο φθονεροί είναι οι θεοί. Γι᾽ αυτό κι εγώ θα ήθελα κατά κάποιον τρόπο, και για μένα τον ίδιο και γι᾽ αυτούς που νοιάζομαι, τα πράγματα να πηγαίνουν άλλοτε καλά, άλλοτε ανάποδα, και έτσι να περάσω τη ζωή μου, με εναλλαγές και σκαμπανεβάσματα και όχι με συνεχή ευτυχία.
Γιατί απ᾽ όσα ξέρω κι έχω ακούσει, ώς τώρα δεν υπήρξε άνθρωπος ευτυχισμένος σε όλα, που στο τέλος να μην κατέληξε στην καταστροφή. Άκουσέ με λοιπόν και κάνε το εξής μπροστά στην τόση ευτυχία σου:
σκέψου και βρες τί είναι εκείνο που αξίζει το πιο πολύ για σένα και που αν το χάσεις η ψυχή σου θα πονέσει πολύ βαθιά, και πέταξέ το με τρόπο όπου να μην ξαναφανεί στον κόσμο. Και αν ύστερα απ᾽ αυτό, χαρές και λύπες δεν σε βρίσκουν ανάκατες, πορέψου με τον τρόπο που σου υποδείχνω».
Τα διάβασε αυτά ο Πολυκράτης, σκέφτηκε ότι ήταν σωστή η συμβουλή του Άμαση, και έπιασε να εξετάζει ποιός από τους θησαυρούς του θα του πλήγωνε την ψυχή πιο πολύ αν τον έχανε· και εξετάζοντας κατέληξε στο εξής: είχε και φορούσε ένα δαχτυλίδι χρυσόδετο, ένα σμαράγδι, που ήταν έργο του Θεόδωρου του Σάμιου, γιου του Τηλεκλή,
κι αυτό αποφάσισε ο Πολυκράτης να πετάξει, οπότε έκανε το εξής: επιβιβάστηκε σε μια πεντηκόντορο μαζί με το πλήρωμά της και ύστερα πρόσταξε να ανοιχτούν στο πέλαγος, και όταν απομακρύνθηκαν από το νησί, μπροστά στα μάτια όλων όσοι βρίσκονταν στο πλοίο, βγάζει το δαχτυλίδι και το ρίχνει στη θάλασσα. Μόλις το έκανε αυτό, απέπλευσε, και όταν γύρισε στο σπίτι του βάλθηκε να θρηνεί.
Ωστόσο, πέντε–έξι ημέρες ύστερα απ᾽ αυτό το γεγονός, του έτυχε του Πολυκράτη το εξής: κάποιος ψαράς έπιασε ένα πολύ μεγάλο και καλό ψάρι και θεώρησε ότι αξίζει να το δώσει δώρο στον Πολυκράτη· το πήρε λοιπόν και το πήγε στην πόρτα του Πολυκράτη και είπε ότι ήθελε να τον δει αυτοπροσώπως, και όταν του το επέτρεψαν, είπε στον Πολυκράτη δίνοντάς του το ψάρι:
«Βασιλιά μου, όταν έπιασα τούτο το ψάρι, δεν το θεώρησα πρέπον να το πάω στην αγορά, κι ας είμαι βιοπαλαιστής, μόνο στοχάστηκα ότι είναι άξιο για του λόγου σου και για την αφεντιά σου· σου το έφερα λοιπόν και σου το παραδίνω». Ο Πολυκράτης τώρα ευχαριστήθηκε μ᾽ αυτά τα λόγια και απάντησε με τα εξής: «Έκανες πολύ καλά και σ᾽ ευχαριστώ διπλά, και για τα λόγια σου και για το δώρο· και σε καλώ σε δείπνο».
Ο ψαράς το θεώρησε μεγάλη τιμή του και κίνησε για το σπίτι του· από την άλλη, πιάνουν οι υπηρέτες να τεμαχίσουν το ψάρι, και μέσα στην κοιλιά του βρίσκουν το δαχτυλίδι του Πολυκράτη.
Μόλις το είδαν, το πήραν γρήγορα και το πήγαν στον Πολυκράτη γεμάτοι χαρά, και δίνοντάς του το δαχτυλίδι, του είπαν πώς βρέθηκε. Εκείνος πίστεψε ότι το πράγμα αυτό ήταν από θεού, και πιάνει και γράφει γράμμα, όσα έκανε και όσα του έτυχαν, και στέλνει το γράμμα στην Αίγυπτο.
Διαβάζοντας ο Άμασις το γράμμα που είχε φτάσει από τον Πολυκράτη, κατάλαβε ότι είναι αδύνατον άνθρωπος να απαλλάξει άλλον άνθρωπο απ᾽ ό,τι του μέλλεται, και ότι ο Πολυκράτης δεν επρόκειτο να έχει καλό τέλος αφού ήταν σε όλα τυχερός, τόσο όπου να βρίσκει ακόμη κι εκείνα που πετάει.
Έστειλε λοιπόν κήρυκα στην Σάμο για να πει ότι διαλύεται η φιλία. Και το έκανε αυτό για τον εξής λόγο, για να μη βρει τον Πολυκράτη καμιά φοβερή κακοτυχία, και πονέσει και του ίδιου η ψυχή για άνθρωπο που θα ήταν φίλος του.
Ενάντια λοιπόν σ᾽ αυτόν τον Πολυκράτη έκαναν εκστρατεία οι Λακεδαιμόνιοι ύστερα από παράκληση των Σαμίων εκείνων που αργότερα ίδρυσαν την Κυδωνία στην Κρήτη. Όταν ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου, μάζευε στρατό για την Αίγυπτο, ο Πολυκράτης τού έστειλε κρυφά κήρυκα και του ζήτησε να στείλει και σ᾽ αυτόν, στη Σάμο, να ζητήσει στρατό.
Όταν το άκουσε αυτό ο Καμβύσης, έστειλε πρόθυμα στη Σάμο να ζητήσει από τον Πολυκράτη να του στείλει μαζί του στρατό και ναυτικό κατά της Αιγύπτου. Όσο για τον Πολυκράτη, διάλεξε από τους πολίτες όσους υποπτευόταν περισσότερο ότι μπορούσαν να κάνουν επανάσταση, και τους ξαπόστειλε με σαράντα τριήρεις παραγγέλνοντας στον Καμβύση να μην τους στείλει πίσω.
Άλλοι λοιπόν λένε ότι οι Σάμιοι που ξαπόστειλε ο Πολυκράτης δεν έφτασαν στην Αίγυπτο, αλλά όταν αρμενίζοντας βρέθηκαν στην Κάρπαθο, έκαναν συμβούλιο και θεώρησαν καλό να μην προχωρήσουν άλλο· άλλοι πάλι λένε ότι οι Σάμιοι έφτασαν στην Αίγυπτο, απ᾽ όπου και δραπέτευσαν, αν και τους φρουρούσαν.
Κατέπλευσαν στη Σάμο και ο Πολυκράτης βγήκε εναντίον τους με πλοία και δόθηκε μάχη· νίκησαν οι ερχόμενοι και αποβιβάστηκαν στο νησί, αλλά έδωσαν μάχη στη στεριά, όπου νικήθηκαν, και τότε σαλπάρισαν για τη Λακεδαίμονα.
Υπάρχουν και άλλοι που λένε ότι αυτοί που έρχονταν από την Αίγυπτο, νίκησαν τον Πολυκράτη, αλλά αυτό που λένε, εμένα δεν μου φαίνεται σωστό. Γιατί δεν θα είχαν ανάγκη να επικαλεστούν τους Λακεδαιμονίους αν ήταν ικανοί να τα βγάλουν μόνοι τους πέρα με τον Πολυκράτη. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου λογικό ο Πολυκράτης, που είχε τόσο μεγάλο πλήθος μισθοφόρους δικούς του τοξότες, να νικηθεί από τους Σαμίους που πήγαν εκεί και που ήταν τόσο λίγοι.
Ο Πολυκράτης μάλιστα είχε μαζέψει στον ναύσταθμο τα παιδιά και τις γυναίκες των πολιτών που είχε στην εξουσία του, και ήταν έτοιμος, αν αυτοί τον πρόδιναν και πήγαιναν με τους άλλους, να βάλει φωτιά στον ναύσταθμο και να κάψει τα γυναικόπαιδα.
Οι Σάμιοι οι διωγμένοι από τον Πολυκράτη, όταν έφτασαν στην Σπάρτη, παρουσιάστηκαν μπροστά στους άρχοντες και τους μίλησαν με πολλά λόγια για τη μεγάλη τους ανάγκη. Οι άρχοντες ωστόσο, στην πρώτη τους σύσκεψη, απάντησαν ότι τα πρώτα που είχαν πει οι Σάμιοι τα ξέχασαν, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα τελευταία.
Ύστερα απ᾽ αυτό οι Σάμιοι επανήλθαν και έγινε δεύτερη συνάντηση, όπου οι Σάμιοι κρατούσαν ένα σακί, και άλλο δεν είπαν παρά μόνο ότι το σακί χρειαζόταν αλεύρι. Τότε οι άρχοντες τους απάντησαν ότι το «σακί» ήταν περιττό· ωστόσο αποφάσισαν να τους βοηθήσουν.
Στη συνέχεια, οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν τις ετοιμασίες τους και κίνησαν εκστρατεία κατά της Σάμου, σε ανταπόδοση ευεργεσίας, καθώς λένε οι Σάμιοι, επειδή αυτοί παλιότερα είχαν με πλοία βοηθήσει τους Λακεδαιμονίους κατά των Μεσσηνίων, αλλά όπως λένε οι Λακεδαιμόνιοι, δεν έκαναν την εκστρατεία τόσο για να βοηθήσουν τους Σαμίους στην ανάγκη τους όσο επειδή ήθελαν να εκδικηθούν για την αρπαγή του κρατήρα που έστελναν στον Κροίσο και για τον θώρακα που τους είχε στείλει δώρο ο Άμασις, ο βασιλιάς της Αιγύπτου.
Πράγματι, ένα χρόνο πριν από τον κρατήρα, οι Σάμιοι είχαν κλέψει τον θώρακα, που ήταν λινός, κεντημένος με πολλές εικόνες και στολισμένος με χρυσάφι και με νήματα από μπαμπάκι,
ενώ εκείνο που τον κάνει αξιοθαύμαστο, είναι η καθεμιά από τις κλωστές του: είναι λεπτή, και όμως αποτελείται από τριακόσιες εξήντα κλωστές, όλες φανερές. Ίδιος είναι και ο άλλος που αφιέρωσε ο Άμασις στην Αθηνά της Λίνδου.
Στην πραγματοποίηση της εκστρατείας κατά της Σάμου πήραν πρόθυμα μέρος και οι Κορίνθιοι· γιατί μια γενιά πριν από τούτη την εκστρατεία οι Σάμιοι τους είχαν προσβάλει και αυτούς, γεγονός που συνέβη την ίδια εποχή με την αρπαγή του κρατήρα.
Δηλαδή, ο Περίανδρος, ο γιος του Κυψέλου, έστειλε τότε στον Αλυάττη στις Σάρδεις τριακόσιους γιους έγκριτων Κερκυραίων για να τους ευνουχίσουν· και όταν οι Κορίνθιοι που συνόδευαν τα παιδιά, προσορμίστηκαν στη Σάμο, μαθαίνοντας οι Σάμιοι τον λόγο, γιατί τα πήγαιναν στις Σάρδεις, πρώτα δασκάλεψαν τα παιδιά να καταφύγουν στο ιερό της Άρτεμης
και ύστερα δεν άφηναν τους άλλους να τραβήξουν τους ικέτες από το ιερό, και όταν οι Κορίνθιοι εμπόδιζαν τα παιδιά στο ζήτημα της τροφής, οι Σάμιοι οργάνωσαν εορτή που και σήμερα ακόμη την τελούν με τον ίδιο τρόπο· δηλαδή, όσον καιρό τα παιδιά έμειναν ικέτες, μόλις νύχτωνε, οι Σάμιοι έστηναν χορούς παρθένων και νεαρών, και καθιέρωσαν το έθιμο να φέρνουν, όσο κρατούσαν οι χοροί, γλυκίσματα από σουσάμι και μέλι, για να μπορούν ν᾽ αρπάζουν οι γιοι των Κερκυραίων και έτσι να έχουν τροφή.
Ο Περίανδρος είχε πεθάνει, και αν οι σχέσεις τους με τους Κερκυραίους ήταν φιλικές, οι Κορίνθιοι δεν επρόκειτο γι᾽ αυτή την αιτία να πάνε να βοηθήσουν στην εκστρατεία κατά της Σάμου. Αυτοί όμως ανέκαθεν, αφότου ακόμη αποίκισαν το νησί, τρώγονται μεταξύ τους.
Ο λόγος λοιπόν που οι Κορίνθιοι μνησικακούσαν κατά των Σαμίων, ήταν ότι ο Περίανδρος είχε διαλέξει τους γιους των εγκρίτων Κερκυραίων και τους είχε στείλει στις Σάρδεις να τους ευνουχίσουν για να τους εκδικηθεί, επειδή οι Κερκυραίοι άρχισαν πρώτοι κάνοντας σε βάρος του πράγμα τρομερό.
Όταν δηλαδή ο Περίανδρος σκότωσε τη γυναίκα του τη Μέλισσα, εκτός από αυτή τη συμφορά που τον βρήκε, του έτυχε κι άλλη από πάνω· ο Περίανδρος είχε από τη Μέλισσα δύο γιους, ο ένας ήταν δεκαεπτά χρονών, ο άλλος δεκαοκτώ.
Ο παππούς των παιδιών από τη μητέρα τους, ο Προκλής, τύραννος της Επιδαύρου, τα κάλεσε κοντά του να τα φιλοξενήσει, όπως ήταν φυσικό, μιας και ήταν παιδιά της κόρης του. Και όταν τα έστειλε πίσω, τους είπε καθώς τα ξεπροβόδιζε:
«Ξέρετε άραγε, παιδιά μου, ποιός σκότωσε τη μητέρα σας;» Τα λόγια αυτά το μεγαλύτερο από τα παιδιά δεν τα πρόσεξε καθόλου· ο μικρότερος όμως, Λυκόφρων τ᾽ όνομά του, πόνεσε τόσο ακούγοντάς τα ώστε, όταν έφτασε στην Κόρινθο, τον πατέρα του, σαν φονιάς της μητέρας του που ήταν, δεν τον χαιρέτησε, και όταν εκείνος του μιλούσε, αυτός δεν του έδινε απάντηση, και όταν του ζητούσε εξηγήσεις, δεν του έλεγε ούτε λέξη. Τελικά, ο Περίανδρος εξοργίστηκε και τον έδιωξε από το σπίτι.
Όταν έδιωξε τον μικρότερο, ο Περίανδρος ρώτησε τον μεγαλύτερο τί κουβέντες τούς είχε κάνει ο παππούς τους. Κι εκείνος του αφηγήθηκε πόσο καλοσυνάτα τους είχε δεχτεί ο Προκλής, αλλά τα λόγια που τους είπε όταν τους ξεπροβόδιζε, καθώς το παιδί δεν τους είχε δώσει σημασία, δεν τα ανάφερε. Ο Περίανδρος όμως του είπε ότι δεν ήταν δυνατόν ο παππούς τους να μην τους είχε δώσει κάποια συμβουλή και τον ρωτούσε με παρακάλια. Τότε το παιδί θυμήθηκε κι εκείνα τα λόγια και τα είπε.
Όταν το έμαθε και αυτό ο Περίανδρος, μη θέλοντας να δείξει καμιά αδυναμία, έστειλε αγγελιαφόρο εκεί όπου έμενε ο γιος του που τον είχε διώξει, και απαγόρευσε στους ανθρώπους να τον φιλοξενούν στο σπίτι τους. Το έδιωχναν λοιπόν το παιδί από το ένα σπίτι, αυτό πήγαινε σε άλλο, το έδιωχναν και από εκεί, γιατί ο Περίανδρος απειλούσε αυτούς που θα το δέχονταν και τους πρόσταζε να μην του επιτρέπουν την είσοδο.
Διωγμένο το παιδί, πήγαινε στα σπίτια των φίλων του, από το ένα στο άλλο, και αυτοί, μόλο που φοβόνταν, όμως το δέχονταν αφού ήταν γιος του Περίανδρου.
Τέλος, ο Περίανδρος έβγαλε ανακοίνωση ότι όποιος δεχόταν στο σπίτι του τον γιο του ή του μιλούσε, θα πλήρωνε στον Απόλλωνα ιερό πρόστιμο, ορισμένο ποσό.
Ύστερα απ᾽ αυτή την ανακοίνωση, κανένας πλέον δεν ήταν πρόθυμος να μιλήσει στο παιδί ή να το δεχτεί στο σπίτι του· εξάλλου, ούτε το ίδιο το παιδί θεώρησε σωστό να αποπειραθεί να κάνει κάτι απαγορευμένο, μόνο σερνόταν καρτερικά από τη μια στοά στην άλλη.
Ώσπου την τέταρτη ημέρα τον είδε ο Περίανδρος πώς είχε καταντήσει από την απλυσιά και την ασιτία, και τον λυπήθηκε· έδωσε τόπο στην οργή, τον πλησίασε και του είπε: «Παιδί μου, τί είναι προτιμότερο, να εξακολουθήσεις τη ζωή που κάνεις σήμερα, ή να είσαι υπάκουος στον πατέρα σου και να κληρονομήσεις την εξουσία και τα αγαθά που εγώ έχω σήμερα;
Είσαι γιος μου και βασιλόπουλο της πλούσιας Κορίνθου, και όμως διάλεξες τη ζωή του αλήτη και εναντιώνεσαι και φέρνεσαι με οργή σ᾽ αυτόν που λιγότερο θα έπρεπε να του κάνεις αυτά τα πράγματα. Γιατί αν μας βρήκε κάποια συμφορά, κι έχεις γι᾽ αυτήν υποψίες σε βάρος μου, με βρήκε κι εμένα αυτή η συμφορά, και μάλιστα με το παραπάνω, στον βαθμό που την προκάλεσα ο ίδιος·
κατάλαβε λοιπόν πόσο καλύτερο είναι να σε ζηλεύουν παρά να σε λυπούνται, και τί σημαίνει να οργίζεται κανείς με τους γονείς του και με τους δυνατότερούς του, και γύρνα στο σπίτι μας».
Μ᾽ αυτά τα λόγια προσπάθησε ο Περίανδρος να τον καλοπιάσει, αλλά ο γιος άλλο δεν απάντησε στον πατέρα παρά του είπε μόνο ότι έπρεπε να πληρώσει στον θεό το ιερό πρόστιμο επειδή του είχε απευθύνει τον λόγο. Κατάλαβε τότε ο Περίανδρος ότι το κακό με τον γιο του ήταν αξεπέραστο και ακατανίκητο, και τον έστειλε με πλοίο στην Κέρκυρα για να μην τον βλέπουν τα μάτια του: γιατί και αυτήν την είχε στην εξουσία του.
Και όταν ξαπόστειλε τον γιο του, ο Περίανδρος έκανε εκστρατεία κατά του πεθερού του Προκλή, θεωρώντας τον τον κυριότερο αίτιο για τα προβλήματα που του έτυχαν, και κατέλαβε την Επίδαυρο και τον Προκλή τον έπιασε ζωντανό, αιχμάλωτο.
Καθώς όμως ο καιρός περνούσε και ο Περίανδρος γερνούσε και καταλάβαινε ότι δεν είναι πλέον ικανός να εποπτεύει ο ίδιος και να διευθύνει τα πράγματα, έστειλε στην Κέρκυρα και κάλεσε τον Λυκόφρονα να αναλάβει την εξουσία· γιατί τον μεγαλύτερό του γιο δεν τον θεωρούσε κατάλληλο, του φαινόταν αργόστροφος.
Αλλά ο Λυκόφρων δεν καταδέχτηκε καν να απαντήσει σ᾽ αυτόν που του είχε πάει την παραγγελία. Ο Περίανδρος όμως, που αγαπούσε ιδιαίτερα τον νεαρό, του έστειλε και δεύτερη παραγγελία, με την αδελφή του, τη δική του κόρη δηλαδή, πιστεύοντας ότι αυτήν ο γιος του θα την άκουγε περισσότερο.
Έφτασε λοιπόν εκείνη και του είπε: «Βρε παιδί μου, τί θέλεις δηλαδή, να πέσει σε άλλους η εξουσία, και ο οίκος του πατέρα μας να διαλυθεί, αντί να έρθεις εσύ και να τα πάρεις; Έλα στο σπίτι και πάψε να βλάφτεις τον εαυτό σου.
Το πείσμα είναι κακό πράγμα· μη θέλεις με κακό να διορθώσεις το κακό. Είναι πολλοί αυτοί που βάζουν τη λογική πάνω από τη δικαιοσύνη. Και πολλοί ώς τώρα που φρόντισαν υπερβολικά για τη μητέρα τους, έχασαν το έχει του πατέρα τους. Η τυραννίδα δεν είναι σταθερό πράγμα, είναι πολλοί οι μνηστήρες της, κι εκείνος είναι πια γέρος, τον πήραν τα χρόνια. Μη δώσεις σε άλλους τα αγαθά σου».
Δασκαλεμένη δηλαδή η αδελφή από τον πατέρα τους, του έλεγε ό,τι πιο κατάλληλο για να τον ελκύσει· εκείνος όμως της απάντησε και είπε ότι δεν επρόκειτο να πατήσει στην Κόρινθο όσο μάθαινε ότι ο πατέρας του είναι ζωντανός.
Όταν η κόρη του τού τα ανακοίνωσε αυτά, ο Περίανδρος στέλνει και τρίτον κήρυκα προσφερόμενος να εγκατασταθεί ο ίδιος στην Κέρκυρα και ζητώντας από τον γιο του να γυρίσει στην Κόρινθο και να τον διαδεχτεί στην τυραννίδα.
Ο γιος συγκατατέθηκε σ᾽ αυτό, και ετοιμαζόταν ο Περίανδρος για την Κέρκυρα και ο γιος για την Κόρινθο. Οι Κερκυραίοι όμως έμαθαν όλα τα σχετικά, και για να μην πάει ο Περίανδρος στον τόπο τους, σκοτώνουν τον νεαρό. Γι᾽ αυτό λοιπόν ο Περίανδρος θέλησε να τιμωρήσει τους Κερκυραίους.
Έφτασαν ωστόσο οι Λακεδαιμόνιοι με μεγάλο στόλο και πολιόρκησαν τη Σάμο, έκαναν έφοδο στο τείχος, και πάτησαν τον πύργο που ήταν προς τη θάλασσα, στην έξω μεριά της πόλης· μετά όμως ήρθε σε ενίσχυση ο ίδιος ο Πολυκράτης με μεγάλη δύναμη, και απωθήθηκαν.
Αλλά στον επάνω πύργο, αυτόν που είναι στην πλαγιά του βουνού, οι ξένοι και πολλοί Σάμιοι έκαναν έφοδο, και για λίγη ώρα αναχαίτισαν τους Λακεδαιμονίους, ύστερα όμως υποχώρησαν, και οι Λακεδαιμόνιοι τους πήραν το κατόπι σκοτώνοντάς τους.
Λοιπόν, αν οι Λακεδαιμόνιοι που βρίσκονταν εκεί, αναδεικνύονταν εκείνη την ημέρα όμοιοι με τον Αρχία και τον Λυκώπη, η Σάμος θα είχε κυριευθεί. Γιατί ο Αρχίας και ο Λυκώπης, μόνοι οι δυο τους, όρμησαν μέσα στο τείχος μαζί με τους Σαμίους που έφευγαν, και καθώς ο δρόμος της υποχώρησης είχε κοπεί γι᾽ αυτούς, σκοτώθηκαν μέσα στην πόλη των Σαμίων.
Γνώρισα μάλιστα και ο ίδιος στην Πιτάνη (ήταν απ᾽ αυτόν τον δήμο) έναν άλλο Αρχία, τρίτη γενιά από εκείνον τον Αρχία, και τούτος ήταν γιος του Σάμιου, γιου εκείνου του Αρχία, και απ᾽ όλους τους ξένους τιμούσε περισσότερο τους Σαμίους, και μου είπε ότι στον πατέρα του είχαν δώσει το όνομα Σάμιος επειδή ο πατέρας του πατέρα του Αρχίας, είχε ανδραγαθήσει και σκοτωθεί στη Σάμο. Και τιμούσε, μου είπε, τους Σαμίους επειδή οι Σάμιοι είχαν κηδέψει τον παππού του δημοσία δαπάνη.
Οι Λακεδαιμόνιοι ωστόσο, αφού πέρασαν σαράντα ημέρες όπου πολιορκούσαν τη Σάμο και το πράγμα δεν προχωρούσε καθόλου, έφυγαν και γύρισαν στην Πελοπόννησο.
Κυκλοφόρησε όμως και μια άλλη ιστορία, εντελώς ασύστατη, που λέει ότι ο Πολυκράτης έκοψε άφθονο εγχώριο νόμισμα από μολύβι που το επιχρύσωσε και τους το πρόσφερε κι αυτοί το δέχτηκαν και έτσι έφυγαν. Αυτή ήταν η πρώτη εκστρατεία που έκαναν στην Ασία οι Δωριείς Λακεδαίμονες.
Όσο για τους Σαμίους που είχαν εκστρατεύσει κι αυτοί κατά του Πολυκράτη, όταν οι Λακεδαιμόνιοι επρόκειτο να τους εγκαταλείψουν, σαλπάρισαν και οι ίδιοι για τη Σίφνο·
γιατί είχαν ανάγκη από χρήματα, και οι Σίφνιοι την εποχή εκείνη ευημερούσαν και ήταν οι πλουσιότεροι από τους νησιώτες, δεδομένου ότι στο νησί τους υπήρχαν μεταλλεία χρυσού και ασημιού έτσι ώστε από το ένα δέκατο των χρημάτων που έβγαιναν εκεί, βρίσκεται στους Δελφούς αφιερωμένος θησαυρός τους από τους πολυτελέστερους· όσο για τα χρήματα που έβγαιναν κάθε χρόνο, οι Σίφνιοι τα μοιράζονταν μεταξύ τους.
Όταν λοιπόν έφτιαχναν το θησαυρό, οι Σίφνιοι ρώτησαν το μαντείο αν τα αγαθά που είχαν τότε ήταν δυνατό να τους μείνουν για πολύν καιρό· και η Πυθία τούς έδωσε τον ακόλουθο χρησμό:
Όταν στη Σίφνο θα γενεί άσπρο το πρυτανείο και ασπροφρύδα η αγορά, άνθρωπος μυαλωμένος θα χρειαστεί να βγει μπροστά και να τους διαφεντέψει από καρτέρι ξύλινο και κόκκινον τελάλη. Την εποχή εκείνη λοιπόν η αγορά και το πρυτανείο των Σιφνίων ήταν στολισμένα με παριανό μάρμαρο.
Τον χρησμό αυτόν οι Σίφνιοι ούτε τότε μπόρεσαν να τον καταλάβουν αμέσως ούτε όταν έφτασαν οι Σάμιοι. Ωστόσο οι Σάμιοι, μόλις προσορμίστηκαν στη Σίφνο, έστειλαν αμέσως ένα από τα πλοία τους να πάει απεσταλμένος τους στην πόλη.
Τον παλιό καιρό όλα τα πλοία ήταν βαμμένα κόκκινα, και αυτό εννοούσε η Πυθία όταν προειδοποιούσε τους Σιφνίους και τους συμβούλευε να φυλαχτούν από ξύλινη παγίδα και κόκκινο κήρυκα.
Έφτασαν λοιπόν οι απεσταλμένοι και ζήτησαν από τους Σιφνίους δάνειο δέκα τάλαντα· αλλά οι Σίφνιοι τους απάντησαν ότι δεν τους δίνουν δάνειο, και οι Σάμιοι βάλθηκαν να τους ρημάξουν τα χωράφια.
Το έμαθαν αυτό οι Σίφνιοι και πήγαν αμέσως να σώσουν την κατάσταση, αλλά έδωσαν μάχη και νικήθηκαν, και οι Σάμιοι έκοψαν τον δρόμο για την πόλη σε πολλούς από δαύτους, που ύστερα απ᾽ αυτό τους πήραν εκατό τάλαντα.
Οι Σάμιοι έδωσαν χρήματα και πήραν από τους Ερμιονείς το νησί Ύδρα, κοντά στην Πελοπόννησο, και το άφησαν παρακαταθήκη στους Τροιζηνίους· όσο για τους ίδιους, ίδρυσαν στην Κρήτη την Κυδωνία, όπου ωστόσο πήγαν με τα πλοία τους όχι γι᾽ αυτόν τον σκοπό, αλλά για να διώξουν τους Ζακυνθίους από το νησί·
και έμειναν εκεί και πέρασαν καλά πέντε χρόνια, τόσο ώστε τα ιερά που υπάρχουν σήμερα στην Κυδωνία αυτοί τα κατασκεύασαν, καθώς και τον ναό της Δίκτυνας.
Αλλά τον έκτο χρόνο οι Αιγινήτες μαζί με τους Κρήτες τούς νίκησαν σε ναυμαχία, τους πήραν δούλους, και τις πρώρες των πλοίων τους που έμοιαζαν με κάπρους, τις έκοψαν και τις αφιέρωσαν στο ιερό της Αθηνάς στην Αίγινα.
Και τα έκαναν αυτά οι Αιγινήτες από το μίσος που είχαν για τους Σαμίους, επειδή παλαιότερα οι Σάμιοι, όταν βασιλιάς στη Σάμο ήταν ο Αμφικράτης, είχαν εκστρατεύσει κατά της Αίγινας και είχαν φέρει μεγάλες συμφορές στους Αιγινήτες, αλλά και είχαν πάθει από εκείνους. Αυτή ήταν η αιτία.
Τα παρατράβηξα τα σχετικά με τους Σαμίους για τον λόγο ότι οι Σάμιοι έχουν κατασκευάσει τα τρία μεγαλύτερα έργα που υπάρχουν στην Ελλάδα. Το πρώτο από τα τρία είναι ένα όρυγμα με δύο στόμια, που αρχίζει κάτω από ένα βουνό ψηλό ώς εκατόν πενήντα οργιές.
Το μάκρος του ορύγματος είναι επτά στάδιοι, το ύψος και το πλάτος του οχτώ πόδια. Σε όλο το μάκρος του είναι σκαμμένο άλλο όρυγμα, με βάθος είκοσι πήχες και πλάτος τρία πόδια, και μέσα απ᾽ αυτό περνάει το νερό και φτάνει με σωλήνες στην πόλη ξεκινώντας από μεγάλη πηγή.
Αρχιτέκτονας αυτού του ορύγματος ήταν ο Μεγαρέας Ευπαλίνος, γιος του Ναυστρόφου. Το δεύτερο είναι ο μόλος του λιμανιού, μέσα στη θάλασσα, που έχει βάθος ακόμη και είκοσι οργιές και μάκρος πάνω από δύο σταδίους.
Το τρίτο έργο είναι ένας ναός που έχουν κατασκευάσει, ο μεγαλύτερος απ᾽ όσους ξέρω, που πρώτος του αρχιτέκτονας υπήρξε ο Ροίκος, ο γιος του Φιλέα, ντόπιος. Γι᾽ αυτούς τους λόγους παρατράβηξα κάπως τα σχετικά με τους Σαμίους.
Ωστόσο ο Καμβύσης του Κύρου χρονοτριβούσε στην Αίγυπτο και είχε τρελαθεί εντελώς, οπότε στασιάζουν δύο Μάγοι αδελφοί, που τον ένα τους ο Καμβύσης τον είχε αφήσει διαχειριστή του παλατιού του. Αυτός λοιπόν στασίασε εναντίον του Καμβύση όταν έμαθε για τον θάνατο του Σμέρδη και ότι τον κρατούσαν μυστικόν και ότι λίγοι ήταν οι Πέρσες που ήξεραν το γεγονός, ενώ οι περισσότεροι νόμιζαν ότι ο Σμέρδις ήταν ακόμη ζωντανός.
Έτσι, ο Μάγος σχεδίαζε τούτη την επιχείρηση για να καταλάβει τη βασιλεία· είχε έναν αδελφό, αυτόν που είπα ότι στασίασε μαζί του, που έμοιαζε εξαιρετικά με τον Σμέρδη του Κύρου, αυτόν που ο Καμβύσης, αν και ήταν αδελφός του, τον είχε σκοτώσει. Και δεν έμοιαζε τούτος μόνο στην εμφάνιση με τον Σμέρδη, αλλά είχε και το ίδιο όνομα, Σμέρδις.
Τον έπεισε λοιπόν τον άνθρωπο ο Μάγος Πατιζείθης ότι θα τα τακτοποιήσει όλα αυτός για λογαριασμό του, και τον έφερε και τον εγκατέστησε στον βασιλικό θρόνο. Και όταν το έκανε αυτό, έστειλε κήρυκες και στους άλλους τόπους, αλλά έστειλε και έναν στην Αίγυπτο για να διακηρύξει στον στρατό ότι στο εξής έπρεπε να υπακούει στον Σμέρδη και όχι στον Καμβύση.
Τα διαλαλούσαν λοιπόν αυτά οι άλλοι κήρυκες, διαλαλούσε κι εκείνος που είχε οριστεί στην Αίγυπτο τα όσα ο Μάγος τον είχε προστάξει, στέκοντας καταμεσής στο στράτευμα (γιατί είχε συναντήσει τον Καμβύση και τον στρατό στα Αγβάτανα της Συρίας).
Τα άκουσε αυτά ο Καμβύσης και νόμισε ότι ο κήρυκας έλεγε την αλήθεια και ότι τον ίδιο τον είχε προδώσει ο Πρηξάσπης (ότι δηλαδή, ενώ τον είχε στείλει για να σκοτώσει τον Σμέρδη, αυτός δεν το έκανε) και γυρίζοντας τα μάτια του προς τον Πρηξάσπη τού είπε: «Ώστε έτσι, Πρηξάσπη, έκανες αυτό που σου ανέθεσα;» Κι εκείνος του είπε:
«Κύριέ μου, δεν είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα, ότι ο αδελφός σου ο Σμέρδις στασίασε εναντίον σου, ούτε ότι θα έχεις ποτέ από λόγου του μπελάδες, μεγάλους ή μικρούς. Γιατί εγώ ο ίδιος έκανα τα όσα με πρόσταξες και τον έθαψα με τα ίδια μου τα χέρια.
Αν ωστόσο ανασταίνονται οι νεκροί, περίμενε τότε να στασιάσει εναντίον σου και ο Αστυάγης ο Μήδος· αν όμως είναι όλα όπως και πριν, από εκείνον δεν πρόκειται να υπάρξει τίποτε νεότερο. Τώρα λοιπόν μου φαίνεται ότι εκείνο που έχουμε να κάνουμε, είναι να κυνηγήσουμε τον κήρυκα, να τον πιάσουμε για να τον εξετάσουμε και να τον ρωτήσουμε ποιός τον έστειλε να μας παραγγείλει να υπακούμε στον βασιλιά Σμέρδη».
Μόλις τα είπε αυτά ο Πρηξάσπης (άρεσαν στον Καμβύση), έστρωσαν τον κήρυκα στο κυνήγι, και τον έφεραν πίσω· και μόλις έφτασε, τον ρώτησε ο Πρηξάσπης τα εξής: «Λες, άνθρωπέ μου, ότι έρχεσαι αγγελιαφόρος από τον Σμέρδη, τον γιο του Κύρου. Τώρα όμως πες την αλήθεια και πήγαινε στο καλό: ποιός σου τα πρόσταξε αυτά, ο ίδιος ο Σμέρδις, εμφανίστηκε δηλαδή μπροστά σου, ή μήπως κανένας από τους υπηρέτες του;»
Κι εκείνος απάντησε: «Εγώ τον Σμέρδη, τον γιο του Κύρου, αφότου ο βασιλιάς Καμβύσης κίνησε για την Αίγυπτο, δεν τον ξαναείδα. Τις εντολές αυτές μου τις έδωσε εκείνος ο Μάγος, που ο Καμβύσης τον άφησε επίτροπο στο παλάτι, και μου είπε ότι όλα αυτά πρόσταξε να σας τα πω ο Σμέρδις, ο γιος του Κύρου.»
Τους μίλησε δηλαδή ο κήρυκας χωρίς να ανακατέψει κανένα ψέμα, και ο Καμβύσης είπε: «Εσύ, Πρηξάσπη, σαν τίμιος άνθρωπος, έκανες ό,τι σε πρόσταξα, και άρα δεν είσαι υπεύθυνος· άραγε όμως ποιός από τους Πέρσες να είναι αυτός που σφετερίστηκε το όνομα του Σμέρδη και στασίασε εναντίον μου;»
Κι εκείνος του είπε: «Εμένα, βασιλιά μου, μου φαίνεται ότι καταλαβαίνω πώς έγινε το πράγμα· το πραξικόπημα εναντίον σου το έκαναν οι Μάγοι, αυτός που τον άφησες διαχειριστή του παλατιού, ο Πατιζείθης, και ο αδελφός του ο Σμέρδις».
Στο σημείο αυτό, τον Καμβύση, όταν άκουσε το όνομα του Σμέρδη, τον ξάφνιασε η αλήθεια των λόγων του Πρηξάσπη και του ονείρου που είχε δει στον ύπνο του, όπου κάποιος του είχε αναγγείλει ότι ο Σμέρδις καθισμένος στον βασιλικό θρόνο άγγιζε με το κεφάλι του τον ουρανό.
Κατάλαβε λοιπόν ο Καμβύσης ότι άδικα είχε σκοτώσει τον αδελφό του και βάλθηκε να κλαίει τον Σμέρδη, κι αφού τον έκλαψε, βαθιά λυπημένος για όλην την συμφορά, ανεβαίνει στο άλογό του έχοντας κατά νου να εκστρατεύσει το ταχύτερο στα Σούσα, εναντίον του Μάγου.
Αλλά καθώς ανεβαίνει στο άλογο, φεύγει το κουμπί από την άκρη της θήκης του ξίφους του, το ξίφος γυμνώνεται και τον χτυπάει στον μηρό· τραυματισμένος στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου αυτός είχε παλιότερα χτυπήσει τον Άπη, τον θεό των Αιγυπτίων, και επειδή του φάνηκε ότι ήταν άσχημα χτυπημένος, ο Καμβύσης ρώτησε ποιό ήταν το όνομα της πόλης όπου βρίσκονταν. Του είπαν Αγβάτανα.
Ακόμη πιο παλιά λοιπόν του είχε δοθεί από την πόλη Βουτού χρησμός ότι θα τελείωνε τη ζωή του στα Αγβάτανα. Αυτός όμως πίστεψε τότε ότι θα πέθαινε γέρος στα μηδικά Αγβάτανα, όπου είχε όλα τα καλά του, ενώ ο χρησμός μιλούσε ακριβώς για τα Αγβάτανα της Συρίας.
Έτσι, όταν ρώτησε τότε και έμαθε το όνομα της πόλης, συγκλονισμένος τόσο από το κακό που τον είχε βρει με τον Μάγο όσο και από το τραύμα του, ήρθε στα σύγκαλά του, κατάλαβε το νόημα του χρησμού και είπε: «Το πεπρωμένο του Καμβύση, του γιου του Κύρου, είναι να πεθάνει εδώ».
Αυτά μόνο είπε τότε ο Καμβύσης· αλλά ύστερα από καμιά εικοσαριά ημέρες κάλεσε κοντά του τους σημαντικότερους από τους Πέρσες που βρίσκονταν εκεί και τους είπε τα εξής: «Πέρσες, ανάγκη μεγάλη με σφίγγει, το πράγμα που κρύβω περισσότερο απ᾽ όλα, να σας το φανερώσω.
Όταν ήμουν στην Αίγυπτο, είδα στον ύπνο μου όνειρο που άμποτε να μην το έβλεπα· είδα δηλαδή ότι ήρθε από την πατρίδα αγγελιαφόρος και μου ανάγγειλε ότι ο Σμέρδις ήταν καθισμένος στον βασιλικό θρόνο και με το κεφάλι του άγγιζε τον ουρανό.
Φοβήθηκα τότε εγώ μη μου αρπάξει ο αδελφός μου την αρχή, και έπραξα βιαστικά περισσότερο παρά φρόνιμα· γιατί βέβαια στην ανθρώπινη φύση δεν είναι δοσμένο να εμποδίζει το μέλλον να συμβεί, κι εγώ ο αστόχαστος στέλνω στις Σάρδεις τον Πρηξάσπη να σκοτώσει τον Σμέρδη. Και ενώ τόσο μεγάλο κακό είχε γίνει, εγώ περνούσα ξένοιαστα τον καιρό μου, χωρίς διόλου να καθίσω να σκεφτώ μήπως κάποτε, με τον Σμέρδη σκοτωμένο, κανένας άλλος άνθρωπος στασιάσει εναντίον μου.
Στα μελλούμενα έπεσα έξω, σε όλα, τον αδελφό μου τον σκότωσα χωρίς να υπάρχει λόγος, και μολοντούτο έχασα και τη βασιλεία. Γιατί ο Σμέρδις που ο θεός μού προφήτεψε στο όνειρό μου ότι θα στασιάσει, ήταν βέβαια ο Μάγος.
Έτσι λοιπόν το έπραξα το κακό, και τον Σμέρδη, τον γιο του Κύρου, μην τον λογαριάζετε πια ότι υπάρχει για σας· και το βασίλειό σας το κατέχουν οι Μάγοι, αυτός που άφησα διαχειριστή του παλατιού μου κι ο αδελφός του ο Σμέρδις. Αλλά εκείνος που θα έπρεπε το πιο πολύ να με διαφεντέψει σε τούτες τις ατιμίες που παθαίνω από τους Μάγους, είναι σκοτωμένος με θάνατον ανόσιο από τον πιο στενό συγγενή του·
και τώρα όπου εκείνος δεν υπάρχει πια, σ᾽ εσάς, Πέρσες, δεύτερους στη σειρά απ᾽ όσους μου απομένουν, μου είναι άκρα ανάγκη ν᾽ αφήσω εντολές για το τί θέλω να γίνει για λογαριασμό μου καθώς τελειώνω τη ζωή μου, και σας εξορκίζω για τα παρακάτω επικαλούμενος τους βασιλικούς θεούς, όλους σας και προπαντός τους Αχαιμενίδες όσοι είναι παρόντες: μην αφήσετε την ηγεμονία να πέσει πάλι στα χέρια των Μήδων, αλλά αν την πήραν και την κρατούν με δόλο, τότε με δόλο κι εσείς να τους την αφαιρέσετε, κι αν πάλι την απόκτησαν με βία, τότε κι εσείς μ᾽ όλη τη δύναμή σας να τους την πάρετε πίσω με τη βία·
και αν τα κάνετε αυτά, άμποτε η γη να σας δίνει καρπό και να γεννούν οι γυναίκες και τα κοπάδια σας και να είστε παντοτινά ελεύθεροι· αν όμως δεν πάρετε πίσω την εξουσία κι ούτε προσπαθήσετε να την πάρετε, τότε σας αφήνω κατάρα να σας βρουν τα αντίθετα από τούτα, κι από πάνω όλους τους Πέρσες, έναν–έναν, να τους έβρει τέλος σαν αυτό που βρήκε εμένα». Αυτά είπε ο Καμβύσης και βάλθηκε να κλαίει για την τόση συμφορά του.
Ύστερα απ᾽ αυτά, το κόκαλο γαγγραίνιασε και ο μηρός σάπισε γρήγορα, και έτσι πέθανε ο Καμβύσης του Κύρου, αφού είχε βασιλεύσει επτά χρόνια και πέντε μήνες συνολικά, και ήταν άκληρος εντελώς από παιδιά, αγόρια και κορίτσια.
Ωστόσο, οι Πέρσες που ήταν εκεί, στο βάθος δεν τον πίστεψαν καθόλου ότι στην εξουσία είχαν ανέβει οι Μάγοι· πίστεψαν ότι τα σχετικά με τον θάνατο του Σμέρδη ο Καμβύσης τα είπε με πανουργία, για να ξεσηκώσει όλη την Περσία σε πόλεμο εναντίον του.
Πίστεψαν λοιπόν οι Πέρσες ότι είχε αναρριχηθεί στο θρόνο ο Σμέρδις του Κύρου· και άλλωστε και ο Πρηξάσπης αρνιόταν πέρα για πέρα ότι είχε σκοτώσει τον Σμέρδη: ήταν κάθε άλλο παρά ακίνδυνο γι᾽ αυτόν, με πεθαμένο τον Καμβύση, να πει ότι είχε ξεκάνει με τα ίδια του τα χέρια τον γιο του Κύρου.
Όσο για τον Μάγο, μετά τον θάνατο του Καμβύση, παριστάνοντας τον συνονόματό του Σμέρδη, τον γιο του Κύρου, βασίλευσε ανέμελος επτά μήνες, όσο υπολειπόταν δηλαδή για να συμπληρώσει οκτώ χρόνια ο Καμβύσης·
και τους μήνες αυτούς έκανε σε όλους τους υπηκόους του τόσο μεγάλες ευεργεσίες ώστε όταν πέθανε, τον επιθύμησαν όλοι στην Ασία, εκτός από τους ίδιους τους Πέρσες. Έστειλε δηλαδή ο Μάγος αγγελιαφόρους σε όλα τα έθνη που εξουσίαζε και τους έκανε γνωστό ότι για τρία χρόνια είχαν απαλλαγή από στρατό και φόρους.
Την ανακοίνωση αυτή ωστόσο την έκανε ο Μάγος μόλις ανέβηκε στην εξουσία· αλλά τον όγδοο μήνα αποκαλύφθηκε με τον ακόλουθο τρόπο: ο Οτάνης ήταν γιος του Φαρνάσπη και από τους πρώτους ανάμεσα στους Πέρσες στη γενιά και στον πλούτο·
και αυτός ο Οτάνης πρώτος υποπτεύθηκε ότι ο Μάγος δεν ήταν ο Σμέρδις του Κύρου αλλά αυτός που ήταν, πράγμα που το συμπέρανε από τον λόγο ότι ο Μάγος δεν έβγαινε από το ανάκτορο και δεν καλούσε σε ακρόαση κανέναν από τους σημαίνοντες Πέρσες.
Όταν λοιπόν τον υποπτεύθηκε ο Οτάνης έκανε το εξής: ο Καμβύσης είχε γυναίκα την κόρη του, Φαιδυμία τ᾽ όνομά της, και την ίδια την είχε ύστερα και ο Μάγος και ζούσε μαζί της, όπως και με όλες τις άλλες γυναίκες του Καμβύση. Έστειλε λοιπόν μήνυμα ο Οτάνης στην κόρη του αυτή και τη ρώτησε με ποιόν κοιμόταν, με τον Σμέρδη, τον γιο του Κύρου, ή μήπως με κανέναν άλλο άντρα;
Εκείνη ωστόσο του απάντησε στο μήνυμά του και του είπε ότι δεν ξέρει, γιατί τον Σμέρδη του Κύρου δεν τον είχε δει ποτέ της, και ούτε ξέρει ποιός είναι αυτός που ζει μαζί της. Ο Οτάνης τής μήνυσε για δεύτερη φορά: «Αν δεν γνωρίζεις εσύ τον Σμέρδη του Κύρου, τότε ρώτα την Άτοσσα να μάθεις ποιός είναι αυτός που κοντά του ζείτε και εκείνη και εσύ — δεν μπορεί να μην ξέρει τον αδελφό της». Στο μήνυμα αυτό η κόρη απαντάει:
«Ούτε με την Άτοσσα μπορώ να κουβεντιάσω ούτε καμιάν άλλη μπορώ να δω από τις γυναίκες που κατοικούν εδώ· γιατί αυτός ο άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, μόλις παρέλαβε την βασιλεία, μας σκόρπισε άλλην εδώ κι άλλην εκεί».
«Είσαι, κόρη μου, από καλή γενιά και πρέπει να αναλάβεις όποιον κίνδυνο σε προστάξει ο πατέρας σου να αντιμετωπίσεις· γιατί αν αυτός δεν είναι ο Σμέρδις του Κύρου αλλά εκείνος που εγώ υποπτεύομαι ότι είναι, τότε δεν πρέπει ανενόχλητος να κοιμάται μαζί σου και να κατέχει την εξουσία στην Περσία, αλλά πρέπει να τιμωρηθεί.
Γι᾽ αυτό λοιπόν κάνε το εξής: όταν θα πλαγιάσει μαζί σου και θα καταλάβεις ότι τον πήρε ο ύπνος, ψαχούλεψέ του τα αυτιά· και αν αποδειχτεί ότι έχει αυτιά, τότε να ξέρεις ότι ζεις κοντά στον Σμέρδη του Κύρου· αν όμως δεν έχει, τότε ζεις με τον Μάγο τον Σμέρδη».
Σε τούτα η Φαιδυμία πάλι απαντά και λέει ότι θα διατρέξει μεγάλον κίνδυνο αν το κάνει αυτό· γιατί αν εκείνος αποδειχτεί ότι δεν έχει αυτιά και την πιάσει να τον ψαχουλεύει, τότε είναι βέβαιο ότι θα την ξεπαστρέψει· παρ᾽ όλα αυτά, θα το κάνει.
Έτσι λοιπόν η κόρη υποσχέθηκε να φέρει σε πέρας τη δουλειά για λογαριασμό του πατέρα της, ενώ εκείνου του Μάγου του Σμέρδη, για κάποια τέλος πάντων αιτία όχι ασήμαντη, ο Κύρος ο γιος του Καμβύση, όταν ήταν βασιλιάς, του είχε κόψει τα αυτιά.
Έτσι λοιπόν αυτή η Φαιδυμία βάλθηκε να εκτελέσει τα όσα είχε υποσχεθεί στον πατέρα της, και όταν ήρθε η σειρά της να πάει κοντά στον Μάγο (γιατί οι γυναίκες των Περσών σμίγουν μαζί τους εκ περιτροπής), πήγε κοντά του και πλάγιασε, κι όταν αυτόν τον πήρε για καλά ο ύπνος, του ψαχούλεψε τα αυτιά. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να διαπιστώσει ότι ο άνθρωπος δεν είχε αυτιά, και γι᾽ αυτό, μόλις ξημέρωσε, μήνυσε αμέσως στον πατέρα της το τί είχε γίνει.
Τότε ο Οτάνης έπιασε τον Ασπαθίνη και τον Γωβρύα, που ήταν από τους πρώτους Πέρσες και που τους είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, και τους αφηγήθηκε όλο το περιστατικό· αυτοί το είχαν βέβαια υποπτευθεί και οι ίδιοι ότι έτσι ήταν τα πράγματα, αλλά όταν ο Οτάνης τούς έκανε λόγο, πείσθηκαν.
Και αποφάσισαν να προσηλυτίσουν ο καθένας τους από έναν Πέρση, όποιον εμπιστεύονταν περισσότερο. Φέρνουν λοιπόν ο Οτάνης τον Ινταφρένη, ο Γωβρύας τον Μεγάβυξο και ο Ασπαθίνης τον Υδάρνη.
Και όταν αυτοί έγιναν έξι, φτάνει στα Σούσα και ο Δαρείος, ο γιος του Υστάσπη, ερχόμενος από την Περσία, όπου ο πατέρας του ήταν διοικητής. Όταν λοιπόν έφτασε ο Δαρείος, οι έξι Πέρσες αποφάσισαν να τον προσηλυτίσουν και αυτόν.
Μαζεύτηκαν τότε αυτοί οι επτά και έδωσαν ο ένας στον άλλο υπόσχεση για πίστη και συζήτησαν. Και όταν ήρθε η σειρά του Δαρείου να εκφράσει την άποψή του, τους είπε τα εξής:
«Θαρρούσα ότι ήμουν ο μόνος που τα ήξερε, ότι δηλαδή βασιλιάς είναι ο Μάγος και ότι ο Σμέρδις του Κύρου έχει πεθάνει· και γι᾽ αυτό ακριβώς ήρθα βιαστικά, για να οργανώσω τον θάνατο του Μάγου. Αφού όμως τυχαίνει να τα ξέρετε κι εσείς και να μην είμαι μόνος, νομίζω ότι πρέπει να δράσουμε αμέσως και να μην αναβάλουμε, γιατί αυτό δεν θα ήταν καλό».
Στα λόγια αυτά ο Οτάνης απάντησε: «Γιε του Υστάσπη, είσαι παιδί γενναίου πατέρα, και καταπώς φαίνεται δεν υστερείς καθόλου και ο ίδιος από τον πατέρα σου· αλλά την επιχείρηση αυτή μην τη βιάζεις έτσι απερίσκεπτα, μόνο πάρ᾽ την πιο σοβαρά· πρέπει δηλαδή πρώτα να γίνουμε περισσότεροι και ύστερα να δράσουμε».
Στα λόγια αυτά ο Δαρείος απαντάει: «Κύριοι που είστε παρόντες, αν ακολουθήσετε τον τρόπο που είπε ο Οτάνης, να το ξέρετε ότι θα χαθείτε κακήν κακώς· γιατί κάποιος, επιζητώντας όφελος για τον εαυτό του, θα τα προφτάσει στον Μάγο.
Οφείλετε λοιπόν οπωσδήποτε να πάρετε οι ίδιοι τη δουλειά απάνω σας και να τη φέρετε μόνοι σας σε πέρας· επειδή όμως αποφασίσατε να την κοινολογήσετε και σε άλλους και μου την εμπιστευτήκατε κι εμένα, να έχετε υπόψη σας ότι αν δεν ενεργήσουμε σήμερα και αφήσουμε τη σημερινή ημέρα να πάει χαμένη, άλλος δεν θα με προφτάσει για να γίνει κατήγορός σας παρά εγώ ο ίδιος θα τα καταγγείλω όλα στον Μάγο».
Όταν ο Οτάνης είδε ότι ο Δαρείος επείγεται, του απαντάει με τούτα τα λόγια: «Αφού μας εξαναγκάζεις να βιαστούμε και δεν επιτρέπεις αναβολή, εμπρός τότε, εξήγησέ μας με ποιόν τρόπο θα μπούμε στα ανάκτορα για να τους ριχτούμε: γιατί θα το ξέρεις βέβαια κι εσύ, κι αν δεν τις έχεις δει θα τις έχει ακουστά, ότι εδώ κι εκεί υπάρχουν φρουρές· αυτές πώς θα τις περάσουμε;»
Ο Δαρείος απαντάει με τα εξής: «Οτάνη, είναι πολλά εκείνα που δεν είναι δυνατόν να φανερωθούν με τα λόγια αλλά με τα έργα· κι άλλα πάλι, που με τα λόγια είναι κατορθωτά αλλά που απ᾽ αυτά δεν βγαίνει κανένα σπουδαίο έργο. Πρέπει ωστόσο να ξέρετε ότι τις φρουρές που έχουν εγκαταστήσει δεν είναι δύσκολο να τις περάσουμε.
Πρώτα πρώτα επειδή εμάς, που είμαστε αυτοί που είμαστε, δεν υπάρχει κανένας που δεν θα μας αφήσει να περάσουμε, άλλος επειδή μας σέβεται, άλλος επειδή μας φοβάται· έπειτα, εγώ ο ίδιος έχω πρώτης τάξεως πρόσχημα για να μπούμε: θα πω ότι μόλις έφτασα από την Περσία και θέλω να μεταδώσω στον βασιλιά μήνυμα από τον πατέρα μου.
Γιατί όπου χρειάζεται να πούμε κανένα ψέμα, πρέπει να το λέμε. Επειδή το ίδιο επιδιώκουμε και όσοι λέμε ψέματα και όσοι λέμε αλήθεια. Οι πρώτοι λένε ψέματα όταν πρόκειται με τα ψέματα να πείσουν και να κερδίσουν κάτι, οι δεύτεροι λένε αλήθεια για ν᾽ αποσπάσουν με την αλήθεια κέρδος και να τους εμπιστεύεται ο άλλος περισσότερο. Έτσι, τα μέσα που χρησιμοποιούμε δεν είναι τα ίδια, αλλά ο σκοπός είναι ο ίδιος.
Αλλιώς, αν ήταν δηλαδή να μην κερδίζουμε τίποτα, όμοια ο αληθινός θα έλεγε ψέματα, και ο ψεύτης θα έλεγε την αλήθεια. Ώστε λοιπόν, όποιος από τους φρουρούς των πυλών μάς αφήσει να περάσουμε με τη θέλησή του, τόσο το καλύτερο για δαύτον αποκεί και πέρα· όποιος όμως δοκιμάσει να μας αντισταθεί, θα του δείξουμε αμέσως ότι είναι εχθρός μας και θα μπούμε μέσα με τη βία να κάνουμε τη δουλειά μας».
Ύστερα απ᾽ αυτά λέει ο Γωβρύας: «Φίλοι και κύριοι, πότε θα έχουμε καλύτερη ευκαιρία να ανακτήσουμε την αρχή, είτε, αν δεν κατορθώσουμε να την πάρουμε πίσω, να πεθάνουμε, αν όχι τώρα, όπου, Πέρσες εμάς, μας κυβερνάει κάποιος που είναι Μήδος και Μάγος και δεν έχει ούτε αυτιά;
Όσοι από εσάς βρισκόσασταν κοντά στον Καμβύση τότε με την αρρώστια του, δεν μπορεί παρά να θυμόσαστε την κατάρα που άφησε πεθαίνοντας στους Πέρσες αν δεν προσπαθούσαν να ανακτήσουν την αρχή· τότε δεν τα πιστέψαμε αυτά παρά νομίσαμε ότι ο Καμβύσης τα έλεγε για να μας εξαπατήσει.
Τώρα όμως ψηφίζω ν᾽ ακούσουμε τον Δαρείο και να μη διαλυθεί τούτη η σύσκεψη παρά μόνο για να βαδίσουμε κατευθείαν εναντίον του Μάγου». Αυτά είπε ο Γωβρύας και όλοι συναίνεσαν στα λόγια του.
Ενώ όμως αυτοί συσκέπτονταν για όλα τούτα, έτυχε να συμβούν τα ακόλουθα. Οι Μάγοι το μελέτησαν και αποφάσισαν να κάνουν φίλο τον Πρηξάσπη, και επειδή είχε πάθει τρομερά πράγματα από τον Καμβύση, που του είχε σκοτώσει με το τόξο το παιδί του, και επειδή ήταν ο μόνος που γνώριζε τον θάνατο του Σμέρδη, του γιου του Κύρου, αφού τον είχε σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια, και επειδή επιπλέον ο Πρηξάσπης είχε μέγιστο κύρος ανάμεσα στους Πέρσες.
Γι᾽ αυτούς λοιπόν τους λόγους τον κάλεσαν και προσπαθούσαν να κερδίσουν τη φιλία του βάζοντάς τον να υποσχεθεί και να ορκιστεί ότι θα κρατούσε για τον εαυτό του και δεν θα φανέρωνε σε κανέναν άνθρωπο την απάτη που οι ίδιοι είχαν κάνει σε βάρος των Περσών, τάζοντάς του να του δώσουν τα χίλια καλά.
Αφού ωστόσο τον έπεισαν δήθεν και δέχτηκε ο Πρηξάσπης να τα κάνει όλα αυτά, οι Μάγοι τού έκαναν δεύτερη πρόταση: αυτοί, του είπαν, θα συγκαλούσαν όλους τους Πέρσες κάτω από το βασιλικό ανάκτορο, και σ᾽ εκείνον υπέδειξαν ν᾽ ανέβει σ᾽ έναν πύργο και να διαλαλήσει ότι βασιλιά τους οι Πέρσες είχαν τον Σμέρδη του Κύρου και όχι κανένα άλλο.
Και του το ανέθεσαν αυτό επειδή, υποτίθεται, οι Πέρσες τον εμπιστεύονταν εξαιρετικά και επειδή ο Πρηξάσπης πολλές φορές είχε εκφράσει ανεπιφύλακτα την άποψη ότι ο Σμέρδις του Κύρου ζούσε, και είχε αρνηθεί σθεναρά ότι ήταν σκοτωμένος.
Όταν λοιπόν ο Πρηξάσπης είπε ότι είναι πρόθυμος να το κάνει και αυτό, οι Μάγοι συγκέντρωσαν τους Πέρσες, ανέβασαν τον ίδιο στον πύργο και τον πρόσταξαν να μιλήσει. Αυτός όμως λησμόνησε με τη θέλησή του τα όσα οι Μάγοι τού είχαν ζητήσει, και αρχίζοντας από τον Αχαιμένη, απαρίθμησε τη γενεαλογία της πατριάς του Κύρου, μετά έφτασε ώς αυτόν για να πει καταλήγοντας πόσα καλά είχε κάνει ο Κύρος στους Πέρσες,
και όταν τα εξιστόρησε και αυτά, φανέρωσε την αλήθεια λέγοντας ότι προηγουμένως την έκρυβε (επειδή ήταν επικίνδυνο για τον ίδιο να πει τί είχε συμβεί), αλλά τώρα πια ένιωθε την ανάγκη να τη φανερώσει· είπε δηλαδή ότι τον Σμέρδη του Κύρου τον είχε σκοτώσει ο ίδιος, επειδή τον ανάγκασε ο Καμβύσης, και ότι τη βασιλεία την είχαν οι Μάγοι.
Και αφού άφησε στους Πέρσες πολλές κατάρες αν δεν ανακτούσαν την αρχή και δεν τιμωρούσαν τους Μάγους, ρίχτηκε από τον πύργο με το κεφάλι κάτω. Έτσι λοιπόν τέλειωσε τη ζωή του ο Πρηξάσπης, που υπήρξε σ᾽ όλη του τη ζωή άνθρωπος τιμημένος.
Οι επτά Πέρσες τώρα, αφού αποφάσισαν να προβούν αμέσως στο εγχείρημα κατά των Μάγων και να μην αναβάλουν, προσευχήθηκαν στους θεούς και ξεκίνησαν χωρίς να ξέρουν τίποτε από τα όσα είχαν γίνει σχετικά με τον Πρηξάσπη.
Προχώρησαν λοιπόν και είχαν φτάσει στα μισά του δρόμου όταν πληροφορήθηκαν τα γεγονότα με τον Πρηξάσπη. Τότε βγήκαν παράμερα από τον δρόμο και έκαναν καινούργιο συμβούλιο μεταξύ τους, κι αυτοί που ήταν γύρω στον Οτάνη σύστησαν την αναβολή και να μην επιτεθούν με την κατάσταση τόσο εξημμένη, ενώ εκείνοι που ήταν με τον Δαρείο επέμειναν να βαδίσουν αμέσως για να κάνουν τα όσα είχαν αποφασίσει και να μην το αναβάλουν.
Καθώς όμως αυτοί φιλονικούσαν, φάνηκαν επτά ζευγάρια γεράκια που κυνηγούσαν δυο ζευγάρια γυπαετούς μαδώντας και τσιμπώντας τους. Βλέποντάς το αυτό οι επτά, πήγαν όλοι με τη γνώμη του Δαρείου και ξεκίνησαν αμέσως για τα ανάκτορα έχοντας αναθαρρήσει χάρη στα όρνια.
Όταν έφτασαν στις πύλες, έγινε ό,τι περίπου είχε πει ο Δαρείος: οι φρουροί, από σεβασμό προς τους πρώτους ανάμεσα στους Πέρσες και χωρίς να υποπτεύονται ότι αυτοί θα έκαναν τέτοιο πράγμα, τους άφησαν να περάσουν σαν να είχαν θεϊκή συνοδεία και χωρίς κανένας να τους κάνει καμιά ερώτηση.
Όταν όμως μπήκαν στο προαύλιο, έπεσαν απάνω στους ευνούχους που κάνουν τις αναγγελίες κι αυτοί τους ρώτησαν τί ήθελαν που πήγαν εκεί· και καθώς τους ρωτούσαν, απειλούσαν και τους φρουρούς που τους είχαν αφήσει να περάσουν, και μαζί εμπόδιζαν τους επτά που ήθελαν να προχωρήσουν πιο μέσα.
Οι Μάγοι τώρα έτυχε να βρίσκονται μέσα και οι δύο εκείνη τη στιγμή και να μελετούν τα όσα είχαν συμβεί με τον Πρηξάσπη. Όταν λοιπόν είδαν τους ευνούχους αναστατωμένους και άκουσαν τις κραυγές τους, πετάχτηκαν απάνω και έτρεξαν και οι δύο, και όταν έμαθαν τί συνέβαινε, κοίταξαν πώς να αμυνθούν:
ο ένας δηλαδή έτρεξε και ξεκρέμασε τα τόξα, ο άλλος στράφηκε προς το δόρυ του. Και τότε έγινε ανάμεσά τους συμπλοκή. Τα τόξα ωστόσο δεν ήταν διόλου χρήσιμα γι᾽ αυτόν που τα είχε αδράξει, αφού οι εχθροί βρίσκονταν κοντά και του ρίχνονταν κιόλας. Ο άλλος όμως με το δόρυ αμύνθηκε και χτύπησε πρώτα τον Ασπαθίνη στον μηρό και ύστερα τον Ινταφρένη στο μάτι· και το έχασε βέβαια το μάτι του από τη λαβωματιά ο Ινταφρένης, αλλά δεν σκοτώθηκε.
Έτσι λοιπόν ο ένας από τους Μάγους τραυματίζει αυτούς τους δύο, ενώ ο άλλος, καθώς τα τόξα δεν είχαν καμιά χρησιμότητα για λόγου του, χώνεται σε μια κάμαρη που ήταν συνεχόμενη με τον ανδρωνίτη, έχοντας κατά νου να κλείσει την πόρτα πίσω του.
Μαζί του ορμούν μέσα δύο από τους επτά, ο Δαρείος και ο Γωβρύας· έρχονται στα χέρια ο Γωβρύας και ο Μάγος, και ο Δαρείος στεκόταν δίπλα τους και δεν ήξερε τί να κάνει μέσα στο σκοτάδι όπου βρίσκονταν, γιατί φοβόταν μήπως χτυπήσει τον Γωβρύα.
Ο Γωβρύας τώρα, καθώς τον είδε να στέκεται άπρακτος, τον ρώτησε γιατί δεν βάζει ένα χεράκι· κι εκείνος του είπε: «Φοβάμαι για σένα, μη σε χτυπήσω». Και ο Γωβρύας τού απάντησε: «Τρύπησέ μας και τους δυο με το ξίφος σου». Ο Δαρείος υπάκουσε, χτύπησε με το σπαθί του και έτυχε να βρει τον Μάγο.
Σκότωσαν λοιπόν τους Μάγους, και αφού τους έκοψαν τα κεφάλια, άφησαν τους τραυματίες τους επί τόπου, και επειδή ήταν εξασθενημένοι αλλά και για να φρουρούν την ακρόπολη, και οι υπόλοιποι πέντε, κρατώντας τα κεφάλια των Μάγων, βγήκαν έξω τρέχοντας με φωνές και κρότους, και βάλθηκαν να καλούν τους άλλους Πέρσες και να τους εξηγούν τί είχε γίνει, δείχνοντάς τους τα κεφάλια· ταυτόχρονα σκότωναν όλους τους Μάγους που συναντούσαν στον δρόμο τους.
Οι Πέρσες τώρα, όταν πληροφορήθηκαν την πράξη των επτά και την απάτη των Μάγων, θεώρησαν σωστό να κάνουν κι αυτοί τα ίδια, και τραβώντας τα εγχειρίδιά τους, σκότωναν όποιον Μάγο συναντούσαν· και αν δεν έπεφτε η νύχτα να τους σταματήσει, δεν θα άφηναν ούτε έναν Μάγο.
Την ημέρα αυτή οι Πέρσες όλοι την τιμούν περισσότερο από όλες τις ημέρες, και κατά τη διάρκειά της τελούν μεγάλη εορτή που οι Πέρσες την ονομάζουν Μαγοφόνια, και τότε Μάγος κανένας δεν επιτρέπεται να βγει στο φως, παρά μέσα στα σπίτια τους μένουν κλεισμένοι οι Μάγοι εκείνη την ημέρα.
Όταν ωστόσο καταλάγιασε η φασαρία και πέρασαν πέντε ημέρες, αυτοί που είχαν επαναστατήσει κατά των Μάγων, έκαναν συμβούλιο για την κατάσταση γενικά, και ειπώθηκαν τότε λόγια που μερικοί Έλληνες τα βρίσκουν απίστευτα, αλλά που είναι γεγονός ότι ειπώθηκαν.
Ο Οτάνης πρότεινε να ανατεθούν οι δημόσιες υποθέσεις σε όλους τους Πέρσες μαζί, λέγοντας τα εξής: «Εγώ πιστεύω ότι δεν πρέπει πια να γίνει μονάρχης ένας από εμάς: αυτό δεν είναι ούτε ευχάριστο ούτε καλό. Γιατί είδατε πού έφθασε η αλαζονεία του Καμβύση, δοκιμάσατε και την αλαζονεία του Μάγου.
Πώς λοιπόν μπορεί να είναι κάτι πρόσφορο η μοναρχία, όπου επιτρέπεται στον ανεύθυνο να κάνει αυτά που θέλει; Σίγουρα, ακόμη και ο καλύτερος απ᾽ όλους τους ανθρώπους, αν αποκτήσει τέτοια εξουσία, θα πάψει πια να σκέπτεται με τον ίδιο τρόπο. Από τα αγαθά που έχει στα χέρια του, γεννιέται μέσα του η αλαζονεία, και όσο για τον φθόνο, είναι έμφυτος στον άνθρωπο από την αρχή.
Και όποιος έχει αυτά τα δύο, έχει ό,τι κακό υπάρχει· μπουχτισμένος όπως είναι, κάνει ένα σωρό ατασθαλίες, άλλες από αλαζονεία, άλλες από φθόνο. Και μολονότι ο τύραννος δεν θα έπρεπε βέβαια να νιώθει φθόνο αφού έχει όλα τα αγαθά, φέρνεται μολοντούτο στους πολίτες αντίθετα: ζηλεύει δηλαδή τους καλύτερους που ζουν και υπάρχουν, και χαίρεται με τους χειρότερους πολίτες, και είναι μοναδικός να παραδέχεται τις συκοφαντίες.
Αλλά το πιο άβολο απ᾽ όλα είναι τούτο: όταν του δείχνει κανείς τον θαυμασμό του συγκρατημένα, ο τύραννος δυσανασχετεί επειδή δεν τον αγαπούν πολύ· και όταν του δείχνουν πολλή αγάπη, δυσανασχετεί ότι τον κολακεύουν. Ας πω όμως τα σπουδαιότερα: ο τύραννος ανατρέπει τους πατροπαράδοτους νόμους, βιάζει τις γυναίκες, σκοτώνει ανθρώπους χωρίς δίκη.
Αλλά η λαϊκή εξουσία πρώτα πρώτα έχει το καλύτερο όνομα: ισονομία, κι έπειτα δεν κάνει τίποτε απ᾽ όσα κάνει ο μονάρχης· τα αξιώματά της απονέμονται με κλήρο, έχει υπεύθυνη κυβέρνηση, και τις αποφάσεις όλες τις παρουσιάζει μπροστά στο λαό. Κάνω λοιπόν την πρόταση ν᾽ αφήσουμε κατά μέρος τη μοναρχία, και ν᾽ αναθέσουμε την εξουσία στον λαό — γιατί στον λαό βρίσκεται το παν». Αυτήν λοιπόν την πρόταση έκανε ο Οτάνης.
Ο Μεγάβυξος ωστόσο συμβούλευσε να αναθέσουν την εξουσία σε ολιγαρχία και είπε τα εξής: «Όσα είπε ο Οτάνης για την κατάργηση της τυραννίδας, είναι σαν να τα είπα και του λόγου μου, αλλά αυτό που πρότεινε, να αναθέσουμε τη διακυβέρνηση στον λαό, δεν είναι η καλύτερη γνώμη· γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο αστόχαστο και πιο αλαζονικό από το αχρείο πλήθος.
Είναι πράγματι πέρα για πέρα απαράδεκτο, άνθρωποι που ζητούν να γλιτώσουν από την αλαζονεία του τυράννου, να πέσουν στην αλαζονεία του ασυγκράτητου όχλου. Γιατί ο τύραννος ό,τι κάνει, το κάνει εν γνώσει του, ενώ στον όχλο δεν υπάρχει ούτε γνώση. Άλλωστε, πώς να έχει γνώση ο όχλος που ούτε διδάχτηκε ποτέ κανένα καλό ούτε το είδε από μόνος του, και ρίχνεται με τα μούτρα στα δημόσια πράγματα, χωρίς μυαλό, όμοιος με ποτάμι που ξεχειλίζει;
Τη δημοκρατία λοιπόν ας την εφαρμόσουν όσοι μελετούν κακό για τους Πέρσες· εμείς όμως ας διαλέξουμε μια ομάδα από τους καλύτερους και ας τους αναθέσουμε την κυβέρνηση· ανάμεσά τους άλλωστε θα είμαστε κι εμείς, και είναι φυσικό οι καλύτεροι άνθρωποι να παίρνουν τις καλύτερες αποφάσεις». Αυτήν λοιπόν την πρόταση έκανε ο Μεγάβυξος, και τρίτος διατύπωσε τη γνώμη του ο Δαρείος λέγοντας τα εξής:
«Τα όσα είπε ο Μεγάβυξος σχετικά με τον όχλο, εμένα μου φαίνεται ότι σωστά τα είπε· αλλά τα σχετικά με την ολιγαρχία δεν τα είπε σωστά. Γιατί αν έχουμε μπροστά μας αυτά τα τρία πράγματα και αν υποθέσουμε ότι και τα τρία είναι τα καλύτερα στο είδος τους, η καλύτερη δημοκρατία και ολιγαρχία και ο καλύτερος μονάρχης, εγώ υποστηρίζω ότι ο μονάρχης υπερτερεί κατά πολύ.
Γιατί τίποτε καλύτερο δεν μπορεί να υπάρξει από τον ένα και μοναδικό άντρα που είναι ο καλύτερος: ακολουθώντας παρόμοια γνώμη, δηλαδή την καλύτερη, θα κυβερνά τον λαό χωρίς ψεγάδι, ενώ με αυτόν τον τρόπο θα κρύβονται όσο γίνεται καλύτερα τα σχέδια τα σχετικά με τους εχθρούς.
Στην ολιγαρχία όμως, ανάμεσα στους πολλούς που φροντίζουν για το καλό του λαού, συχνά γεννιούνται έχθρες δυνατές· γιατί ο καθένας θέλει να είναι ο πρώτος και να νικούν οι γνώμες του, και έτσι φτάνουν σε μεγάλες έχθρες αναμεταξύ τους, και από τις έχθρες προκαλούνται κινήματα και από τα κινήματα σκοτωμοί και από τους σκοτωμούς φτάνουμε στη μοναρχία, πράγμα που δείχνει πόσο ανώτερη είναι η μοναρχία.
Όταν πάλι κυβερνάει ο λαός, είναι αδύνατο να μη δημιουργηθεί φαυλότητα· και όταν δημιουργηθεί φαυλότητα στα δημόσια πράγματα, δεν δημιουργούνται έχθρες ανάμεσα στους φαύλους αλλά ισχυρές φιλίες· γιατί οι φαύλοι των δημοσίων πραγμάτων τα κάνουν πλακάκια στις λοβιτούρες τους. Και η κατάσταση αυτή συνεχίζεται ώσπου κάποιος υπερασπιστής του λαού να εμφανιστεί και να τους καταργήσει· και για τον λόγο αυτό ο λαός τον περιβάλλει με θαυμασμό, και μέσα στον θαυμασμό, αυτός αναδεικνύεται μονάρχης· έτσι, με την περίπτωσή του, το αποδείχνει και αυτός ότι η μοναρχία είναι η καλύτερη.
Και για να μη λέμε πολλά, εμάς πούθε μας ήρθε η ελευθερία και ποιός μας την έδωσε; Η δημοκρατία άραγε, η ολιγαρχία ή η μοναρχία; Έχω λοιπόν τη γνώμη, αφού ένας και μόνο άνθρωπος μας απελευθέρωσε, να μείνουμε στα ίδια, και χώρια απ᾽ αυτό, να μην καταργήσουμε νόμους πατροπαράδοτους που είναι πρώτης τάξεως· γιατί αυτό δεν θα ήταν καλό».
Προτάθηκαν λοιπόν οι τρεις αυτές γνώμες, και από τους επτά άνδρες οι τέσσερις τάχθηκαν με την τελευταία. Ο Οτάνης ωστόσο, που είχε επιδιώξει να δώσει στους Πέρσες την ισονομία, όταν η γνώμη του απορρίφθηκε, είπε σε όλους τους άλλους:
«Σύντροφοι επαναστάτες, είναι πλέον φανερό ότι ένας από εμάς πρέπει να γίνει βασιλιάς, είτε όποιος βγει με κλήρο είτε να αναθέσουμε στον περσικό λαό να τον διαλέξει αυτός είτε με κάποιον άλλον τρόπο· εγώ πάντως δεν θα διαγωνιστώ μαζί σας· γιατί ούτε να κυβερνάω θέλω ούτε να με κυβερνούν· παραιτούμαι λοιπόν από κάθε αξίωση στην εξουσία, αλλά με τούτον τον όρο, ότι κανένας από εσάς δεν θα με εξουσιάζει, ούτε εμένα τον ίδιο ούτε κανέναν από τους απογόνους μου».
Αυτά είπε ο Οτάνης, και οι άλλοι έξι τα δέχτηκαν, και τότε αυτός δεν διαγωνίστηκε μαζί τους αλλά έφυγε από τη μέση. Και ώς τα σήμερα η οικογένεια αυτή είναι ελεύθερη, η μόνη ανάμεσα στους Πέρσες, και υπακούει στην εξουσία μόνο όσο θέλει η ίδια, εφόσον βέβαια δεν παραβαίνει τους νόμους των Περσών.
Όσο για τους υπόλοιπους από τους επτά, κάθισαν να σκεφτούν ποιός ήταν ο πιο δίκαιος τρόπος για να αναδείξουν βασιλιά. Και αποφάσισαν, αν η βασιλεία έπεφτε σε κάποιον άλλον από τους επτά, να δίνονται κάθε χρόνο στον Οτάνη και στους απογόνους του κατά σειρά, σαν διάκριση, μια μηδική εσθήτα, καθώς και όλα τα δώρα που θεωρούνται τιμητικότατα ανάμεσα στους Πέρσες. Και ο λόγος που αποφάσισαν να του δίνονται αυτά τα πράγματα ήταν ότι πρώτος αυτός σκέφτηκε την υπόθεση και ένωσε και τους άλλους.
Αυτή λοιπόν η ειδική διάκριση έγινε στον Οτάνη, ενώ για όλους μαζί αποφάσισαν τα εξής: να μπορεί όποιος θέλει από τους επτά να μπαίνει στο παλάτι χωρίς να αναγγέλλεται, εκτός αν τύχαινε να κοιμάται ο βασιλιάς με γυναίκα, και να μην επιτρέπεται στον βασιλιά να παίρνει γυναίκα έξω από τις οικογένειες των συντρόφων του στην επανάσταση.
Όσο για την ίδια τη βασιλεία, αποφάσισαν τα εξής: θα καβαλίκευαν και θα έβγαιναν από την πόλη, και εκείνος που το άλογό του θα χρεμέτιζε πρώτο με την ανατολή του ήλιου, αυτός θα έπαιρνε το βασιλίκι.
Είχε λοιπόν ο Δαρείος έναν ιπποκόμο που ήταν σοφός άνθρωπος, Οιβάρης τ᾽ όνομά του· και στον άνθρωπο αυτόν, όταν έληξε η σύσκεψη, ο Δαρείος είπε τα εξής: «Οιβάρη, σχετικά με τη βασιλεία αποφασίσαμε να κάνουμε τα ακόλουθα: θα καβαλικέψουμε τα άλογά μας, και εκείνος που το άλογό του θα χρεμετίσει πρώτο μόλις βγει ο ήλιος, αυτός θα πάρει τη βασιλεία. Τώρα λοιπόν αν έχεις καμιά σοφή ιδέα, κανόνισέ τα να πάρουμε εμείς αυτό το βραβείο και όχι κανένας άλλος».
Και ο Οιβάρης απαντά με τούτα τα λόγια: «Κύριέ μου, αν εξαρτάται απ᾽ αυτό να γίνεις ή να μη γίνεις βασιλιάς, πάρε θάρρος όσο γι᾽ αυτό και ξένοιασε, γιατί βασιλιάς πριν από σένα κανένας άλλος δεν θα γίνει· τέτοια κόλπα τα κατέχω εγώ». Του λέει ο Δαρείος: «Αν έχεις πράγματι κανένα τέτοιο τέχνασμα, είναι ώρα να το βάλεις σ᾽ ενέργεια, χωρίς αναβολή, γιατί ο διαγωνισμός μας θα γίνει αύριο κιόλας».
Όταν τ᾽ άκουσε αυτά ο Οιβάρης, κάνει το εξής: μόλις νύχτωσε, πήρε μια από τις φοράδες, που το άλογο του Δαρείου πολύ την ορεγόταν, την πήγε στο προάστιο και την έδεσε· ύστερα έφερε εκεί και το άλογο του Δαρείου και το έβαλε να γυροφέρει τη φοράδα πολλές φορές, κοντά κοντά, ώστε να τρίβεται πάνω στη θηλυκιά, και τέλος άφησε το άλογο να τη βατέψει.
Μόλις λοιπόν η μέρα πήρε να χαράζει, οι έξι, όπως είχαν συμφωνήσει, έφτασαν πάνω στ᾽ άλογά τους· και καθώς περνούσαν από το προάστιο, έφτασαν στο σημείο όπου την προηγούμενη νύχτα ήταν δεμένη η φοράδα, και τότε το άλογο του Δαρείου έτρεξε κατά κει χρεμετίζοντας.
Ταυτόχρονα, όπως το άλογο έκανε αυτό το πράγμα, ενώ ήταν αίθριος ο καιρός, άστραψε και βρόντησε. Όλα αυτά λοιπόν τα συμβάντα που έγιναν με τον Δαρείο, ήταν σαν από σκοπού συμφωνημένα, και απέδειξαν ότι αυτός ήταν ο τέλειος· οι άλλοι τότε ξεπέζεψαν από τ᾽ άλογά τους και προσκύνησαν τον Δαρείο.
Μερικοί τώρα λένε ότι αυτά μηχανεύτηκε ο Οιβάρης· αλλά οι Πέρσες αφηγούνται την ιστορία με δύο τρόπους, και έτσι άλλοι λένε τα εξής: ο Οιβάρης πασπάτεψε με το χέρι του τα γεννητικά μόρια εκείνης της φοράδας, και ύστερα το έχωσε μέσα στη βράκα του, και όταν ξεμύτισε ο ήλιος και ήταν ν᾽ αφήσουν τ᾽ άλογα, ο Οιβάρης έβγαλε το χέρι του και το έφερε στα ρουθούνια του αλόγου του Δαρείου, όπου το άλογο το μύρισε, φρούμαξε και χρεμέτισε.
Αναδείχτηκε λοιπόν ο βασιλιάς ο Δαρείος ο γιος του Υστάσπη, και εκτός από τους Άραβες, οι πάντες στην Ασία ήταν υπήκοοί του, αφού τους είχαν υποτάξει ο Κύρος και ύστερα πάλι ο Καμβύσης. Όσο για τους Άραβες, ουδέποτε υποτάχθηκαν να γίνουν δούλοι των Περσών, αλλά έγιναν σύμμαχοί τους αφήνοντας τον Καμβύση να περάσει στην Αίγυπτο — γιατί αν οι Άραβες δεν ήθελαν, οι Πέρσες δεν θα είχαν εισβάλει στην Αίγυπτο.
Οι πρώτοι περσικοί γάμοι που έκανε ο Δαρείος, ήταν με τις δύο θυγατέρες του Κύρου, την Άτοσσα και την Αρτυστώνη, την Άτοσσα, που ήταν πριν γυναίκα του αδελφού της του Καμβύση και ύστερα του Μάγου, και την Αρτυστώνη που ήταν παρθένα.
Ύστερα ο Δαρείος παντρεύτηκε και τη θυγατέρα του Σμέρδη, του γιου του Κύρου, Πάρμυς τ᾽ όνομά της, όπως πήρε και τη θυγατέρα του Οτάνη, εκείνην που είχε φανερώσει τον Μάγο. Και άπλωσε παντού την εξουσία του. Πρώτα πρώτα κατασκεύασε και έστησε μια πέτρινη στήλη που είχε επιγραφή που τα γράμματά της έλεγαν: «Ο Δαρείος ο γιος του Υστάσπη με την αρετή του αλόγου του (ανέφερε το όνομά του) και του ιπποκόμου του Οιβάρη απόκτησε τη βασιλεία των Περσών».
Ύστερα από αυτά που έκανε ως προς τους Πέρσες, ο Δαρείος θέσπισε είκοσι διοικήσεις που οι Πέρσες τις ονομάζουν σατραπείες· και αφού ίδρυσε τις διοικήσεις και διόρισε τους διοικητές, έταξε τους φόρους που θα του πήγαιναν ένα προς ένα τα έθνη, ενώνοντας με αυτά τα έθνη τους γείτονές τους, και μοιράζοντας όσο προχωρούσε πιο πέρα τα μακρινότερα έθνη σε διάφορες ομάδες.
Και χώρισε ως εξής τις διοικήσεις και την ετήσια πρόσοδο των φόρων: όσοι έφερναν ασήμι, ορίστηκε να πληρώνουν με βάση το βαβυλωνιακό τάλαντο, όσοι χρυσάφι, με βάση το ευβοϊκό τάλαντο. Το βαβυλωνιακό τάλαντο τώρα είναι ίσο με εβδομήντα οκτώ ευβοϊκές μνες.
Πάντως, όταν βασιλιάς ήταν ο Κύρος και ύστερα ο Καμβύσης, τίποτε το καθορισμένο δεν υπήρχε σχετικά με τους φόρους — όλοι έφερναν δώρα· ύστερα όμως απ᾽ αυτή τη ρύθμιση με τον φόρο και τα άλλα σχετικά μέτρα, οι Πέρσες λένε ότι ο Δαρείος ήταν έμπορος, ο Καμβύσης δεσπότης και ο Κύρος πατέρας, επειδή ο πρώτος με τα πάντα κερδοσκοπούσε, ο δεύτερος ήταν τραχύς και ανέμελος, ο τρίτος ήταν ήπιος και είχε σκεφτεί γι᾽ αυτούς όλα τα καλά.
Από τους Ίωνες λοιπόν και τους Μάγνητες της Ασίας και από τους Αιολείς, τους Κάρες, τους Λυκίους, τους Μιλυείς και τους Παμφύλους (γιατί σ᾽ αυτούς ο Δαρείος είχε επιβάλει έναν φόρο, τον ίδιο) έρχονταν τετρακόσια ασημένια τάλαντα. Και αυτός ήταν ο πρώτος νομός που ίδρυσε ο Δαρείος· από τους Μυσούς, τους Λυδούς, τους Λασονίους, τους Καβαλίους και τους Υτεννείς, πεντακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δεύτερος νομός.
Από τους Ελλησπόντιους, στα δεξιά αυτού που εισπλέει στο Στενό, τους Φρύγες και τους Θράκες της Ασίας, από τους Παφλαγόνες, τους Μαριανδυνούς και τους Συρίους, ο φόρος ήταν τριακόσια εξήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο τρίτος νομός.
Από τους Κίλικες τριακόσια εξήντα άσπρα άλογα, που σημαίνει ένα για την κάθε ημέρα, και πεντακόσια ασημένια τάλαντα: από αυτά, τα εκατόν σαράντα ξοδεύονταν για την έφιππη φρουρά της χώρας της Κιλικίας και τα τριακόσια εξήντα πήγαιναν στον Δαρείο· αυτός ήταν ο τέταρτος νομός.
Από την πόλη Ποσίδειο, που την είχε ιδρύσει ο Αμφίλοχος ο γιος του Αμφιάραου στα σύνορα Κιλίκων και Συρίων, από εκεί αρχίζοντας ώς την Αίγυπτο, εκτός από τα μέρη που ανήκαν στους Άραβες (γιατί αυτά είχαν ατέλεια), ο φόρος ήταν τριακόσια πενήντα τάλαντα· στον νομό αυτόν ανήκαν ολόκληρη η Φοινίκη, η Συρία η λεγόμενη Παλαιστίνη και η Κύπρος· αυτός ήταν ο πέμπτος νομός.
Από την Αίγυπτο τώρα, από τους Λίβυους που συνορεύουν με την Αίγυπτο, από την Κυρήνη και τη Βάρκα (γιατί είχαν κι αυτές υπαχθεί στον αιγυπτιακό νομό) έρχονταν επτακόσια τάλαντα, εκτός από το ασήμι που ερχόταν από τη λίμνη Μοίριδα και που έβγαινε από τα ψάρια·
τα επτακόσια τάλαντα δηλαδή έρχονταν χώρια απ᾽ αυτό το ασήμι και χώρια από το σιτάρι που δινόταν επιπλέον· γιατί στους Πέρσες που κατοικούν στο Λευκό Τείχος της Μέμφιδας και στους συμμάχους τους δίνουν επιπλέον εκατόν είκοσι χιλιάδες μεδίμνους σιτάρι· αυτός ήταν ο έκτος νομός.
Οι Σατταγύδες, οι Γανδάριοι, οι Δαδίκες και οι Απαρύτες, που ήταν βαλμένοι στην ίδια κατηγορία, πλήρωναν εκατόν εβδομήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο έβδομος νομός. Από τα Σούσα και την υπόλοιπη χώρα των Κισσίων έρχονταν τριακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο όγδοος νομός.
Από τη Βαβυλώνα και την υπόλοιπη Ασσυρία τού έρχονταν του Δαρείου χίλια ασημένια τάλαντα και πεντακόσια αγόρια ευνούχοι· αυτός ήταν ο ένατος νομός. Από τα Αγβάτανα και την υπόλοιπη Μηδία, από τους Παρικανίους και τους Ορθοκορυβαντίους, τετρακόσια πενήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος νομός.
Οι Κάσπιοι, οι Παυσίτες, οι Παντίμαθοι και οι Δαρείτες μάζευαν όλοι μαζί και πλήρωναν διακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο ενδέκατος νομός. Από τους Βακτριανούς ώς τους Αιγλούς ο φόρος ήταν τριακόσια εξήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο δωδέκατος νομός.
Από τους Σαγαρτίους, τους Σαράγγες, τους Θαμαναίους, τους Ουτίους, τους Μύκους και απ᾽ αυτούς που κατοικούσαν στα νησιά της Ερυθράς θάλασσας, όπου ο βασιλιάς εγκαθιστούσε τους λεγόμενος «ανασπάστους», απ᾽ όλους αυτούς δινόταν φόρος εξακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος τέταρτος νομός.
Οι Σάκες και οι Κάσπιοι πλήρωναν διακόσια πενήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος πέμπτος νομός. Οι Πάρθοι, οι Χοράσμιοι, οι Σόγδοι και οι Άρειοι πλήρωναν τριακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος έκτος νομός.
Οι Παρικάνιοι και οι Αιθίοπες της Ασίας πλήρωναν τετρακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος έβδομος νομός. Για τους Ματιανούς, τους Σάσπειρες και τους Αλαροδίους είχαν οριστεί διακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος όγδοος νομός.
Στους Μόσχους, στους Τιβαρηνούς, στους Μάκρωνες, στους Μοσσυνοίκους και στους Μάρες είχαν επιβληθεί τριακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος ένατος νομός. Οι Ινδοί είναι πολύ περισσότεροι σε αριθμό απ᾽ όλους τους ανθρώπους που γνωρίζουμε εμείς, και πλήρωναν περισσότερον φόρο απ᾽ όλους τους άλλους, δηλαδή τριακόσια εξήντα τάλαντα σε ψήγμα· αυτός ήταν ο εικοστός νομός.
Τώρα, αν το βαβυλωνιακό ασήμι υπολογιστεί σε ευβοϊκό νόμισμα, μας κάνει εννιά χιλιάδες οκτακόσια ογδόντα τάλαντα, και αν η αξία του χρυσού υπολογιστεί δεκατρείς φορές υψηλότερη, το ψήγμα μάς δίνει τέσσερις χιλιάδες εξακόσια ογδόντα τάλαντα.
Αν όλα αυτά προστεθούν, ο Δαρείος μάζευε κάθε χρόνο από τους φόρους δεκατέσσερις χιλιάδες πεντακόσια εξήντα ευβοϊκά τάλαντα: παραλείπω τα μικρότερα ποσά και στρογγυλεύω.
Οι φόροι αυτοί έρχονταν στον Δαρείο από την Ασία και από λιγοστά μέρη της Λιβύης. Με το πέρασμα του καιρού ωστόσο, έρχονταν και άλλοι φόροι, από τα νησιά και από κατοίκους της Ευρώπης, ώς τη Θεσσαλία ακόμη.
Τον θησαυρό αυτόν ο βασιλιάς τον αποθηκεύει με τον ακόλουθο τρόπο: τον λιώνει και τον χύνει μέσα σε πήλινα πιθάρια, και όταν γεμίσει το κάθε πιθάρι, αυτός σπάει τον πηλό και τον βγάζει. Και όταν χρειαστεί χρήματα, κόβει όσα χρειάζεται κάθε φορά.
Αυτές λοιπόν ήταν οι διοικήσεις και οι φόροι που επιβλήθηκαν· ωστόσο, η μόνη χώρα που δεν αναφέρθηκε ότι πληρώνει φόρο, είναι η περσική· και πράγματι, οι Πέρσες νέμονται τη χώρα τους απαλλαγμένοι από φόρους.
Όσο γι᾽ αυτούς που δεν τους επιβλήθηκε να πληρώνουν κανέναν φόρο αλλά έφερναν δώρα, είναι οι Αιθίοπες οι όμοροι της Αιγύπτου, αυτοί που τους είχε υποτάξει ο Καμβύσης όταν βάδιζε κατά των μακροβίων Αιθιόπων, και αυτοί που κατοικούν γύρω στην ιερή Νύσα και τελούν τις εορτές τους προς τιμήν του Διονύσου. Οι Αιθίοπες αυτοί και οι γείτονές τους έχουν το ίδιο σπέρμα όπως και οι Καλλαντίες Ινδοί, και έχουν τις κατοικίες τους κάτω από τη γη.
Οι δύο αυτοί λαοί έφερναν κάθε δύο χρόνια, εξακολουθούσαν μάλιστα να φέρνουν και επί των ημερών μου, δύο χοίνικες καθαρό χρυσάφι, διακόσιους κορμούς έβενο, πέντε αγόρια Αιθίοπες και είκοσι μεγάλα ελεφαντόδοντα.
Τα δώρα πάλι που όρισαν οι Κόλχοι και οι γείτονές τους ώς το όρος Καύκασο (γιατί ώς αυτό το βουνό φτάνει η εξουσία των Περσών, ενώ οι περιοχές στα βόρεια του Καυκάσου δεν τους λογαριάζουν πια καθόλου τους Πέρσες), τα δώρα λοιπόν που όρισαν αυτοί, τα έφερναν και επί των ημερών μου ακόμη κάθε πέντε χρόνια, και ήταν εκατό αγόρια και εκατό παρθένες.
Προς τη μεριά της ινδικής χώρας απ᾽ όπου βγαίνει ο ήλιος, είναι άμμος· κι από ό,τι ξέρουμε εμείς κι απ᾽ ό,τι λέγεται με κάποια ακρίβεια, οι πρώτοι άνθρωποι στην Ασία που κατοικούν στα ανατολικά κι απ᾽ όπου βγαίνει ο ήλιος, είναι Ινδοί — πέρα από τους Ινδούς, ανατολικότερα, εξαιτίας της άμμου, είναι έρημος.
Υπάρχουν πολλά έθνη Ινδών κι η γλώσσα τους δεν είναι η ίδια, και άλλοι απ᾽ αυτούς είναι νομάδες, άλλοι όχι, και άλλοι κατοικούν στα έλη του ποταμού και τρέφονται με ωμά ψάρια που τα πιάνουν μέσα από καλαμένια πλεούμενα· και το κάθε πλεούμενο είναι καμωμένο από έναν αρμό καλαμιού.
Άλλοι τώρα Ινδοί, που κατοικούν στα ανατολικά των προηγουμένων, είναι νομάδες, τρώνε ωμά κρέατα και ονομάζονται Παδαίοι. Και λέγεται ότι έχουν τα εξής έθιμα: όταν αρρωστήσει κανένας συμπολίτης τους, άνδρας ή γυναίκα, αν είναι άνδρας, τότε οι άνδρες που είναι οι πιο στενοί του φίλοι τον σκοτώνουν, επειδή, λένε, τον λιώνει η αρρώστια κι αυτοί χάνουν το κρέας· αυτός ας αρνιέται ότι είναι άρρωστος, εκείνοι δεν τον πιστεύουν, μόνο τον σκοτώνουν και τον κάνουν τσιμπούσι.
Αν πάλι αρρωστήσει γυναίκα, παρόμοια οι γυναίκες που είναι οι καλύτερές της φιλενάδες κάνουν τα ίδια όπως κι οι άνδρες. Όσους φτάνουν στα γηρατειά, τους θυσιάζουν και τους κάνουν τσιμπούσι. Μόνο που δεν φτάνουν πολλοί σ᾽ αυτό το σημείο, επειδή προηγουμένως, όσους αρρωστήσουν, τους σκοτώνουν όλους.
Άλλοι πάλι Ινδοί έχουν άλλη συνήθεια, την εξής: ούτε σκοτώνουν τίποτε έμψυχο ούτε σπέρνουν τίποτε ούτε συνηθίζουν να αποκτούν σπίτια, παρά τρώνε χόρτα, και έχουν ένα σπόρο με μέγεθος όσο το κεχρί, μέσα σε κάλυκα, που φυτρώνει μόνος του από τη γη, και τον μαζεύουν και μαζί με τον κάλυκα τον ψήνουν και τον τρώνε. Όποιος απ᾽ αυτούς αρρωστήσει, πηγαίνει και ξαπλώνει στην έρημο, και κανένας δεν τον φροντίζει, ούτε στην αρρώστια του ούτε όταν πεθάνει.
Το σπέρμα τους άλλωστε που χύνουν στις γυναίκες, δεν είναι άσπρο σαν των άλλων ανθρώπων, αλλά μαύρο σαν το χρώμα τους· ίδιο σπέρμα βγάζουν και οι Αιθίοπες. Αυτοί οι Ινδοί λοιπόν κατοικούν μακριά από τους Πέρσες και προς τον νότιο άνεμο, και ουδέποτε έγιναν υπήκοοι του βασιλιά Δαρείου.
Άλλοι Ινδοί συνορεύουν με την πόλη Κασπάτυρο και την περιοχή της Πακτυικής, εγκατεστημένοι προς τον βόρειο άνεμο και προς τα βόρεια των άλλων Ινδών, και η διαβίωσή τους είναι παραπλήσια με των Βακτρίων· αυτοί είναι και οι μαχητικότεροι απ᾽ όλους τους Ινδούς και αυτοί ξεκινούν και πηγαίνουν για το χρυσάφι: γιατί σ᾽ εκείνα τα μέρη είναι έρημος εξαιτίας της άμμου.
Σ᾽ αυτή λοιπόν την έρημο και στην άμμο υπάρχουν κάτι μυρμήγκια που το μέγεθός τους είναι μικρότερο βέβαια από του σκύλου αλλά μεγαλύτερο από της αλεπούς· ο βασιλιάς των Περσών έχει μερικά απ᾽ αυτά, που τα έπιασαν εκεί. Αυτά λοιπόν τα μυρμήγκια φτιάχνουν τη φωλιά τους κάτω από τη γη και φέρνουν την άμμο απάνω, όπως ακριβώς κάνουν και στην Ελλάδα τα μυρμήγκια, με τον ίδιο τρόπο — άλλωστε τους μοιάζουν πολύ και στην εμφάνιση· η άμμος λοιπόν έρχεται στην επιφάνεια, είναι χρυσοφόρα,
και γι᾽ αυτήν ακριβώς την άμμο ξεκινούν και πηγαίνουν στην έρημο οι Ινδοί, ζεύοντας ο καθένας τους τρεις καμήλες, δυο αρσενικές στα πλάγια για να σέρνουν με το σχοινί, και μια θηλυκιά στη μέση· αυτήν και καβαλικεύει ο καθένας τους, φροντίζοντας, όταν την ζεύει, να την αποχωρίζει από πολύ μικρά παιδιά· γιατί οι καμήλες οι δικές τους δεν είναι κατώτερες από τα άλογα στην ταχύτητα, και επιπλέον είναι πολύ πιο γερές στη μεταφορά φορτίων.
Την εμφάνιση τώρα της καμήλας, πώς είναι, δεν θα την περιγράψω, γιατί είναι πολύ γνωστή στους Έλληνες· θα μιλήσω ωστόσο για κάτι από αυτήν που δεν το ξέρουν: στα πισινά της σκέλια η καμήλα έχει τέσσερα μεριά και τέσσερα γόνατα, και τα γεννητικά της όργανα ανάμεσα στα πισινά της σκέλια είναι στραμμένα προς την ουρά.
Αυτόν λοιπόν τον τρόπο χρησιμοποιώντας οι Ινδοί και τέτοιας λογής ζέψιμο, ξεκινούν για το χρυσάφι, κάνοντας υπολογισμούς ώστε να φτάσουν και να το αρπάξουν την εποχή όπου υπάρχει ο μεγαλύτερος καύσωνας· γιατί εξαιτίας του καύσωνα τα μυρμήγκια χάνονται μέσα στη γη.
Όσο για τον ήλιο, στον τόπο αυτών των ανθρώπων είναι πιο ζεστός το πρωί και όχι το μεσημέρι, όπως στους τόπους των άλλων ανθρώπων, αλλά αφότου θα ανατείλει ώς τη διάλυση της αγοράς. Στο διάστημα αυτό μάλιστα καίει πολύ περισσότερο απ᾽ όσο στην Ελλάδα το μεσημέρι, τόσο που λέγεται ότι τότε οι άνθρωποι καταβρέχονται με νερό.
Καθώς μεσημεριάζει, ο ήλιος καίει στους Ινδούς το ίδιο σχεδόν όσο και στους άλλους ανθρώπους. Και όταν περνάει πια το μεσημέρι, ο ήλιος εκεί γίνεται όπως είναι το πρωί στους τόπους των άλλων ανθρώπων. Αποκεί και ύστερα, όσο κατεβαίνει ο ήλιος, τόσο περισσότερο κρύο κάνει, και όταν πια φτάσει στη δύση του, τότε το κρύο είναι πολύ δυνατό.
Πηγαίνουν λοιπόν σ᾽ αυτή την περιοχή οι Ινδοί, και αφού γεμίσουν με άμμο τους σάκους που κουβαλούν μαζί τους, ξαναφεύγουν όσο μπορούν πιο γρήγορα γιατί τα μυρμήγκια, όπως τουλάχιστον λένε οι Πέρσες, τους καταλαβαίνουν αμέσως από τη μυρωδιά και τους παίρνουν στο κυνήγι. Και δεν έχουν τον όμοιό τους τα μυρμήγκια αυτά στη γρηγοράδα, τόσο που αν οι Ινδοί δεν προλάβαιναν να πάρουν δρόμο όταν αυτά συνάζονται, δεν θα γλίτωνε κανένας από δαύτους.
Τις αρσενικές λοιπόν καμήλες, που είναι κατώτερες από τις θηλυκές στο τρέξιμο, τις λύνουν καθώς σέρνονται, αλλά όχι και τις δύο ταυτόχρονα· οι θηλυκές όμως που θυμούνται τα μικρά τους που τα έχουν αφήσει, δεν κουράζονται καθόλου. Έτσι λοιπόν αποκτούν οι Ινδοί το μεγαλύτερο μέρος από το χρυσάφι, καθώς λένε οι Πέρσες· υπάρχει ωστόσο και άλλο χρυσάφι στη χώρα τους, από εξόρυξη, αλλά είναι σπανιότερο.
Από τη μια η Ινδία είναι η μακρινότερη κατοικημένη χώρα προς τα ανατολικά, όπως είπα λίγο πριν, και εκεί, πρώτον, τα ζωντανά, τετράποδα και πετούμενα, είναι πολύ μεγαλύτερα παρ᾽ όσο στις άλλες χώρες· εκτός από τα άλογα (αυτά είναι μικρότερα από τα μηδικά, τα λεγόμενα Νησαία άλογα), και δεύτερον, υπάρχει εκεί άφθονο χρυσάφι, που άλλο το βγάζουν σκάβοντας, άλλο το κατεβάζουν τα ποτάμια κι άλλο το αρπάζουν όπως το περιέγραψα,
Από την άλλη, η Αραβία είναι η μακρινότερη από τις κατοικημένες χώρες προς τα νότια, και εκεί είναι ο μόνος απ᾽ όλους τους τόπους όπου φυτρώνουν ο λιβανωτός, η σμύρνα, η κασία, η κανέλα και το λάδανο. Όλα αυτά εκτός από τη σμύρνα, οι Άραβες τα μαζεύουν με δυσκολία.
Τον λιβανωτό πάντως τον μαζεύουν καίγοντας θυμίαμα από μοσχολίβανο, αυτό που οι Φοίνικες εξάγουν στην Ελλάδα· μ᾽ αυτό το θυμίαμα παίρνουν τον λιβανωτό· γιατί τα δέντρα αυτά που βγάζουν τον λιβανωτό τα φυλάνε φίδια, μικρά στο μέγεθος, με ποικιλόχρωμη εμφάνιση, και γύρω στο κάθε δέντρο φυλάνε μεγάλο πλήθος από δαύτα, και είναι τα ίδια αυτά που ξεκινούν για να εισβάλουν στην Αίγυπτο. Και με κανέναν άλλον τρόπο δεν μπορεί κανείς να τα διώξει από τα δέντρα παρά μόνο με τον καπνό από μοσχολίβανο.
Λένε και τούτο ωστόσο οι Άραβες, ότι όλη η γη θα γέμιζε απ᾽ αυτά τα φίδια, αν δεν συνέβαινε και στην περίπτωσή τους ό,τι συμβαίνει, όπως έμαθα, και με τις έχιδνες.
Πράγματι, με τον τρόπο της και όπως είναι λογικό, η θεία πρόνοια, σοφή καθώς είναι, όσα πλάσματα έχουν δειλή ψυχή και τρώγονται, τα έκανε όλα έτσι που να γεννούν πολλά μικρά ώστε να μην εξαλειφθούν με το φάγωμα, ενώ όσα είναι άγρια και επιθετικά, τα έκανε να γεννούν λίγα μικρά.
Και γι᾽ αυτό ακριβώς ο λαγός, που τον κυνηγούν όλοι, ζώα, όρνια και άνθρωποι, γεννάει τόσα πολλά μικρά: απ᾽ όλα τα ζώα είναι το μόνο που γκαστρώνεται όντας γκαστρωμένο, και από τα μικρά του μέσα στην κοιλιά της μάνας άλλο έχει βγάλει τρίχωμα, άλλο είναι γυμνό ακόμη, άλλο μόλις σχηματίζεται μέσα στη μήτρα και άλλο μόλις γονιμοποιείται.
Τέτοιας λογής λοιπόν είναι ο λαγός, ενώ ή λέαινα, εξαιρετικά γερή και άγρια, γεννάει μόνο μια φορά στη ζωή της ένα μικρό: γιατί καθώς γεννάει, βγάζει μαζί με το μικρό και τη μήτρα της. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό, είναι ο εξής: όταν το λιονταράκι αρχίζει να κουνιέται, μέσα στη μήτρα ακόμη, με τα νύχια του, που είναι τα πιο μυτερά από όλων των ζώων, γρατζουνάει τη μήτρα, και όσο μεγαλώνει, τόσο πιο βαθιά εισχωρεί γρατζουνώντας· όταν λοιπόν πλησιάζει η γέννα, από τη μήτρα δεν έχει μείνει τίποτε γερό.
Το ίδιο και οι οχιές και τα φτερωτά φίδια των Αράβων: αν γεννιόνταν όπως το ορίζει η φύση τους, οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να ζήσουν· τώρα όμως, όταν σμίγουν τα ζευγάρια και ο αρσενικός είναι έτοιμος να εκσπερματίσει, μόλις αφήσει το σπέρμα του, η θηλυκιά τον αδράχνει από τον λαιμό, και όταν τον τσακώσει, δεν του αφήνει τον λαιμό προτού τον κόψει.
Το αρσενικό λοιπόν πεθαίνει με τον παραπάνω τρόπο, αλλά και το θηλυκό τιμωρείται για το αρσενικό με την εξής τιμωρία: εκδικούμενα τον πατέρα τους τα μικρά, μέσα στην κοιλιά της μάνας τους ακόμη, τη μασουλάνε, και με αυτόν τον τρόπο βγαίνουν έξω, αφού τρυπήσουν την κοιλιά τρώγοντάς την.
Τα άλλα φίδια όμως, που δεν είναι βλαβερά για τους ανθρώπους, γεννούν αυγά και εκκολάπτουν άφθονα μικρά. Οι έχιδνες ωστόσο βρίσκονται παντού στη γη, ενώ τα φτερωτά φίδια είναι μαζεμένα στην Αραβία και πουθενά αλλού· γι᾽ αυτό φαίνονται ότι είναι πολλά.
Έτσι λοιπόν μαζεύουν αυτόν τον λιβανωτό οι Άραβες, κι όσο για την κασία ως εξής: τυλίγουν με δέρματα και διάφορα τομάρια όλο το σώμα και το πρόσωπο, εκτός από τα μάτια τους, και ύστερα ξεκινούν για την κασία· η κασία τώρα φυτρώνει σε λίμνη όχι βαθιά, που γύρω της και μέσα της έχουν εδώ κι εκεί τις φωλιές τους κάτι ζώα φτερωτά, που μοιάζουν πολύ με νυχτερίδες, σκληρίζουν τρομερά και έχουν μεγάλη δύναμη — φυλάγοντας τα μάτια τους απ᾽ αυτά τα ζώα οι Άραβες συνάζουν την κασία.
Την κανέλα όμως την μαζεύουν με τρόπο ακόμη πιο παράξενο από τούτον· το πού βγαίνει ωστόσο και ποιός είναι ο τόπος που την τρέφει, δεν ξέρουν να το πουν, παρεκτός μερικοί που υποστηρίζουν ότι φυτρώνει στους τόπους εκείνους όπου ανατράφηκε ο Διόνυσος, αλλά αυτοί μιλούν με εικασίες, αν και πιθανές.
Και λένε ότι πουλιά μεγάλα κουβαλούν τα ξυλάκια αυτά που εμείς μάθαμε από τους Φοίνικες να τα λέμε κανέλα, και τα κουβαλούν στις φωλιές τους, που είναι πλασμένες από λάσπη και κολλημένες σε απόκρημνα βουνά, όπου δεν υπάρχει πρόσβαση για τον άνθρωπο.
Απέναντι σε όλα αυτά οι Άραβες σκαρφίζονται τα εξής: κόβουν σε κομμάτια όσο γίνεται μεγαλύτερα τα μέλη των βοδιών, των γαϊδουριών και των άλλων υποζυγίων όταν ψοφήσουν, τα κουβαλούν σ᾽ αυτά τα σημεία, τα απιθώνουν κοντά στις φωλιές και ξεμακραίνουν· τα πουλιά τώρα πετούν και κατεβαίνουν ώς τα μέλη των υποζυγίων και τα ανεβάζουν επάνω στις φωλιές, αλλά αυτές δεν μπορούν να τα σηκώσουν, οπότε γκρεμίζονται και πέφτουν, και τότε αυτοί πηγαίνουν και μαζεύουν την κανέλα. Αφού λοιπόν μαζέψουν την κανέλα μ᾽ αυτόν τον τρόπο οι Άραβες, τη στέλνουν στις άλλες χώρες.
Το μαστίχι ωστόσο, που οι Άραβες το λένε λάδανο, βγαίνει με τρόπον ακόμη πιο αξιοθαύμαστο· γιατί ενώ προέρχεται από σημείο που βρωμοκοπάει, αυτό έχει θαυμάσιαν ευωδιά: βρίσκεται δηλαδή στα γένια των τράγων, όπου κολλάει από τα κλαριά. Χρησιμοποιείται σε πολλά αρώματα, και με αυτό θυμιατίζουν οι Άραβες το πιο πολύ.
Αυτά λοιπόν είχα να πω για τα αρώματα — η χώρα της Αραβίας πάντως αναδίνει ολόκληρη θεσπέσια ευωδιά. Και υπάρχουν εκεί δυο αξιοθαύμαστα είδη πρόβατα, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού· το ένα απ᾽ αυτά έχει την ουρά μακριά, όχι λιγότερο από τρεις πήχες, έτσι που αν άφηναν αυτά τα πρόβατα να τη σέρνουν πίσω τους, θα γέμιζε πληγές καθώς θα τριβόταν στο έδαφος·
όλοι οι βοσκοί ωστόσο ξέρουν κάτι από ξυλουργική: φτιάχνουν δηλαδή καροτσάκια που τα δένουν κάτω από τις ουρές έτσι ώστε το κάθε ζώο έχει την ουρά του δεμένη μ᾽ ένα καροτσάκι. Το άλλο είδος τα πρόβατα έχουν πλατιές ουρές, ώς έναν πήχη πλάτος.
Εκεί όπου ο νότος κλείνει προς τη μεριά όπου δύει ο ήλιος, εκτείνεται η Αιθιοπία, η πιο μακρινή από τις κατοικημένες χώρες· βγάζει πολύ χρυσάφι, πελώριους ελέφαντες, άγρια δέντρα κάθε λογής, έβενο και ανθρώπους πανύψηλους, πολύ όμορφους και που ζουν πολλά χρόνια.
Αυτές λοιπόν είναι οι εσχατιές της Ασίας αλλά και της Λιβύης· όσο για τις εσχατιές της Ευρώπης προς τα δυτικά, δεν είμαι σε θέση να μιλήσω με ακρίβεια· εγώ πάντως δεν παραδέχομαι ότι υπάρχει κανένας ποταμός που οι βάρβαροι τον λένε Ηριδανό, που χύνεται στη θάλασσα προς τον βορινό άνεμο κι απ᾽ όπου λέγεται ότι έρχεται το κεχριμπάρι, ούτε ξέρω να υπάρχουν τίποτε νησιά Κασσιτερίδες απ᾽ όπου μας έρχεται ο κασσίτερος.
Πρώτα πρώτα ο Ηριδανός το μαρτυρεί από μόνος του ότι το όνομά του είναι ελληνικό κι όχι βαρβαρικό, δημιούργημα κάποιου ποιητή· έπειτα, ερεύνησα το θέμα, και από κανέναν αυτόπτη δεν μπόρεσα να πληροφορηθώ ότι πέρα από την Ευρώπη υπάρχει θάλασσα. Πάντως, κασσίτερος και κεχριμπάρι μάς έρχονται από τα πέρατα του κόσμου.
Τώρα, στα βόρεια της Ευρώπης φαίνεται ότι υπάρχει περισσότερο χρυσάφι παρ᾽ όσο οπουδήποτε αλλού. Το πώς το αποκτούν, ούτε αυτό είμαι σε θέση να το πω με ακρίβεια — λέγεται πάντως ότι οι Αριμασποί, άνθρωποι μονόφθαλμοι, κάπως το αρπάζουν από τους γρύπες.
Φαίνεται πάντως ότι τα πέρατα του κόσμου, που περιβάλλουν και περικλείνουν εντός τους την υπόλοιπη γη, έχουν τα πράγματα που εμείς θεωρούμε ότι είναι τα ομορφότερα και τα σπανιότερα.
Στην Ασία ωστόσο υπάρχει μια πεδιάδα που την κλείνουν από παντού βουνά, και ανάμεσα στα βουνά υπάρχουν πέντε χαράδρες· η πεδιάδα αυτή ανήκε κάποτε στους Χορασμίους —βρίσκεται στα σύνορα των Χορασμίων με τους Υρκανίους, τους Πάρθους, τους Σαράγγες και τους Θαμαναίους— αλλά αφότου κυριάρχησαν οι Πέρσες, ανήκει στον βασιλέα.
Από τα βουνά λοιπόν αυτά που κλείνουν γύρω γύρω την πεδιάδα, κυλάει ποταμός μεγάλος, Άκης τ᾽ όνομά του. Στο παρελθόν, ο ποταμός αυτός, χωρισμένος σε πέντε κατευθύνσεις, άρδευε όλους μαζί τους τόπους των εθνών που ανέφερα, φτιάνοντας στον καθένα από μια χαράδρα· αφότου όμως τα έθνη αυτά υποτάχθηκαν στους Πέρσες, έχουν πάθει το εξής:
ο βασιλιάς έφραξε τις χαράδρες ανάμεσα στα βουνά βάζοντας από μια πύλη στην καθεμιά, και όπως το νερό είναι αποκλεισμένο και χωρίς διέξοδο, η πεδιάδα ανάμεσα στα βουνά γίνεται πέλαγος, γιατί ο ποταμός χύνεται μέσα εκεί αλλά δεν έχει από πουθενά διαφυγή.
Όσοι λοιπόν στο παρελθόν είχαν συνηθίσει να χρησιμοποιούν το νερό, μην μπορώντας τώρα να το χρησιμοποιήσουν, έχουν πάθει μεγάλη συμφορά. Γιατί τον χειμώνα βέβαια βρέχει ο θεός και γι᾽ αυτούς, όπως και για τους άλλους ανθρώπους, αλλά το καλοκαίρι χρειάζεται νερό για να σπείρουν το κεχρί και το σουσάμι.
Επειδή λοιπόν δεν τους δίνουν καθόλου νερό, αυτοί πηγαίνουν στην Περσία, οι ίδιοι και οι γυναίκες τους, στήνονται μπροστά στην πόρτα του βασιλιά και φωνάζουν και ωρύονται, και τότε ο βασιλιάς προστάζει και ανοίγουν τις πύλες που οδηγούν στις περιοχές εκείνων που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.
Και όταν η γη τους πιει νερό και χορτάσει, οι πύλες αυτές κλείνονται, και ο βασιλιάς προστάζει και ανοίγουν άλλες, για εκείνους που από τους υπόλοιπους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη. Και όπως γνωρίζω εξ ακοής, για ν᾽ ανοίξει τις πύλες ο βασιλιάς, εισπράττει πολλά χρήματα πέρα από τους φόρους. Έτσι είναι λοιπόν αυτά τα πράγματα.
Ο Ινταφρένης τώρα, ένας από τους επτά άνδρες που είχαν επαναστατήσει κατά του Μάγου, ευθύς μετά την επανάσταση τα πράγματα το έφεραν να θανατωθεί, επειδή έκανε πράξη προσβλητική, την ακόλουθη: θέλησε να μπει στα ανάκτορα για να κουβεντιάσει με τον βασιλιά· και πράγματι έτσι ήταν ο νόμος: αυτοί που είχαν κάνει την επανάσταση κατά του Μάγου να μπορούν να βλέπουν τον βασιλιά χωρίς να αναγγέλλονται, εκτός αν ο βασιλιάς τύχαινε να σμίγει εκείνη την ώρα με γυναίκα.
Ο Ινταφρένης λοιπόν, επικαλούμενος το δικαίωμά του να μην τον αναγγέλλει κανένας, αφού ήταν ένας από τους επτά, ήθελε να μπει· αλλά ο φρουρός της πύλης και ο αγγελιαφόρος δεν τον άφηναν λέγοντάς του ότι ο βασιλιάς ήταν με γυναίκα. Ο Ινταφρένης πάλι, νομίζοντας ότι του λένε ψέματα, κάνει το εξής: τραβάει το σπαθί του, τους κόβει αυτιά και μύτη, τα κάνει αρμαθιά στο χαλινάρι του αλόγου του, τους τα δένει γύρω στον λαιμό και τους ξαποστέλνει.
Αυτοί πάνε και δείχνουν στον βασιλιά τί έπαθαν, και του λένε την αιτία. Ο Δαρείος πάλι, ανησυχώντας μήπως οι έξι είχαν κάνει τη δουλειά συνεννοημένοι μεταξύ τους, στέλνει και τους καλεί έναν–έναν για να τους βολιδοσκοπήσει αν επιδοκιμάζουν αυτό που είχε γίνει.
Και όταν βεβαιώθηκε πως ο Ινταφρένης δεν είχε ενεργήσει σε συνεννόηση με τους άλλους, ο Δαρείος συνέλαβε τον ίδιο, τους γιους του και όλους τους συγγενείς του, γιατί είχε πολλές υποψίες ότι ο Ινταφρένης μαζί με τους συγγενείς του συνωμοτούσαν για να κάνουν επανάσταση εναντίον του, και αφού τους συνέλαβε, τους έβαλε στη φυλακή για να τους θανατώσει.
Η γυναίκα του Ινταφρένη τώρα πήγαινε συχνά στην πόρτα του βασιλιά και έκλαιγε και οδυρόταν, και επαναλαμβάνοντάς το αυτό συνέχεια έκανε το Δαρείο να τη λυπηθεί και να της στείλει αγγελιαφόρο και να της πει τα εξής: «Γυναίκα, ο βασιλιάς Δαρείος σού δίνει το δικαίωμα να σώσεις έναν από τους φυλακισμένους συγγενείς σου, όποιον απ᾽ όλους θέλεις».
Το άκουσε αυτό ο Δαρείος, απόρησε με τα λόγια της και της έστειλε αγγελιαφόρο και της είπε: «Γυναίκα, σε ρωτάει ο βασιλιάς πώς σκέφτηκες για να εγκαταλείψεις άνδρα και παιδιά, και να διαλέξεις να σωθεί ο αδελφός σου, που σου είναι και πιο ξένος απ᾽ όσο τα παιδιά σου και λιγότερο αγαπητός απ᾽ όσο ο άνδρας σου;»
Τότε εκείνη απάντησε με τούτα τα λόγια: «Βασιλιά μου, άνδρα θα βρω άλλον, αν θέλει ο θεός, και παιδιά θα κάνω άλλα, αν χάσω τούτα· μια όμως που ο πατέρας και η μητέρα μου δεν ζουν πια, άλλον αδελφό δεν γίνεται να κάνω. Έτσι σκέφτηκα, και είπα ό,τι είπα».
Του Δαρείου λοιπόν του φάνηκαν σωστά τα λόγια της γυναίκας και της χάρισε και εκείνον που είχε ζητήσει αλλά και τον μεγαλύτερον από τους γιους της, επειδή τη συμπάθησε, ενώ όλους τους άλλους τους σκότωσε. Με τον τρόπο που είπα λοιπόν χάθηκε γρήγορα ένας από τους επτά.
Ωστόσο, την εποχή περίπου της αρρώστιας του Καμβύση είχαν συμβεί τα εξής. Διοικητής των Σάρδεων, διορισμένος από τον Κύρο, ήταν ο Οροίτης, Πέρσης. Τούτος καταλήφθηκε από την επιθυμία να κάνει ανόσια πράξη· ενώ δηλαδή ούτε κακό κανένα είχε πάθει από αυτόν ούτε άπρεπη κουβέντα είχε ακούσει ούτε τον είχε δει ποτέ του, επιθύμησε να βάλει στο χέρι τον Πολυκράτη τον Σάμιο και να τον ξεκάνει, και η αιτία, όπως λένε πολλοί, ήταν η εξής:
κάθονταν κάποτε έξω από την πόρτα του βασιλιά ο Οροίτης και ένας άλλος Πέρσης, Μιτροβάτης τ᾽ όνομά του, διοικητής του νομού του Δασκυλείου, και από κουβέντα σε κουβέντα έπεσαν σε καυγά· και ενώ συγκρίνονταν ο ένας με τον άλλο στην ανδρεία, ο Μιτροβάτης πρόσβαλε τον Οροίτη λέγοντάς του:
«Εσένα βρε, να λογαριάσουμε για άνδρα, που ούτε το νησί τη Σάμο, τόσο κοντά στην περιοχή σου, δεν κατάκτησες για λογαριασμό του βασιλιά, κι ας ήταν τόσο εύκολο να τη βάλει κανείς στο χέρι, αφού ένας ντόπιος με δεκαπέντε ενόπλους έκανε κίνημα και την πήρε και τώρα είναι τύραννός της;»
Λένε λοιπόν μερικοί ότι σαν τ᾽ άκουσε αυτά ο Οροίτης, του κακοφάνηκε η προσβολή και θέλησε όχι τόσο να εκδικηθεί εκείνον που τα είπε, όσο να εξοντώσει οπωσδήποτε τον Πολυκράτη, που εξαιτίας του άκουσε βαριές κουβέντες.
Άλλοι τώρα, λιγότεροι αυτοί, λένε ότι έστειλε κάποτε ο Οροίτης κήρυκα στη Σάμο για να ζητήσει κατιτί (κανένας ωστόσο δεν λέει τί ήταν αυτό), και ο Πολυκράτης έτυχε να είναι ξαπλωμένος στον ανδρωνίτη και δίπλα του να βρίσκεται ο Ανακρέων από την Τέω·
άγνωστο πώς, είτε από σκοπού, για να δείξει περιφρόνηση απέναντι στον Οροίτη, είτε κατά σύμπτωση, τα πράγματα έγιναν έτσι ώστε, όταν μπήκε ο κήρυκας του Οροίτη και άρχισε να μιλάει, ο Πολυκράτης, που ήταν στραμμένος προς τον τοίχο, ούτε γύρισε καθόλου ούτε του απάντησε τίποτε.
Αυτές λοιπόν λέγεται ότι υπήρξαν οι δυο αιτίες του θανάτου του Πολυκράτη, και ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστέψει όποια θέλει από αυτές. Παραμένοντας ωστόσο ο Οροίτης στη Μαγνησία, που είναι χτισμένη πάνω από τον ποταμό Μαίανδρο, έστειλε στη Σάμο τον Μύρσο του Γύγη, από τη Λυδία, να πάει μήνυμα — είχε εν τω μεταξύ μάθει τις προθέσεις του Πολυκράτη:
ο Πολυκράτης δηλαδή είναι ο πρώτος που ξέρουμε από τους Έλληνες ο οποίος έβαλε στον νου του να κυριαρχήσει στη θάλασσα, εκτός από τον Μίνωα από την Κνωσό κι από κανέναν άλλο ίσως που κυριάρχησε στη θάλασσα πριν από εκείνον — πάντως από τη λεγόμενη ανθρώπινη γενιά ο Πολυκράτης ήταν ο πρώτος, και είχε πολλές ελπίδες να εξουσιάσει την Ιωνία και τα νησιά.
Μαθαίνοντας λοιπόν ο Οροίτης ότι αυτά είχε κατά νου ο Πολυκράτης, του έστειλε μήνυμα και του είπε τα ακόλουθα: «Ο Οροίτης λέει στον Πολυκράτη τα εξής: Μαθαίνω ότι σχεδιάζεις μεγάλα πράγματα αλλά ότι δεν έχεις χρήματα ανάλογα με τα σχέδιά σου. Αν όμως κάνεις τα παρακάτω, και ο ίδιος θ᾽ ανέβεις ψηλά και εμένα θα σώσεις — γιατί ο βασιλιάς Καμβύσης μελετάει τον θάνατό μου, κι έχω γι᾽ αυτό ξεκάθαρα μηνύματα.
Αν λοιπόν με πάρεις από εδώ μαζί με τα χρήματά μου, κράτα εσύ μερικά από αυτά και άφησε κι εμένα να έχω μερικά· και όσον αφορά τα χρήματα, θα εξουσιάσεις όλη την Ελλάδα. Αν ωστόσο δεν με πιστεύεις για τα χρήματα, στείλε όποιον τυχόν είναι ο πλέον έμπιστός σου, και εγώ θα του το αποδείξω».
Όταν τα πληροφορήθηκε αυτά ο Πολυκράτης, ευχαριστήθηκε και το αποφάσισε· και καθώς είχε μεγάλη αγάπη για τα χρήματα, στέλνει πρώτα τον Μαιάνδριο του Μαιανδρίου, έναν από τους πολίτες που ήταν γραμματικός του, να εξετάσει την κατάσταση (αυτός, λίγον καιρό μετά από τούτα, όλα τα στολίδια από τον ανδρωνίτη του Πολυκράτη, που άξιζε να τα δει κανείς, τα αφιέρωσε στο Ηραίο).
Ο Οροίτης τώρα, μαθαίνοντας ότι επρόκειτο να φτάσει ο παρατηρητής, έκανε το εξής: έπιασε και γέμισε με πέτρες οχτώ κιβώτια ώς λίγο πιο κάτω από τα χείλη, άπλωσε από πάνω χρυσάφι, και ύστερα σφράγισε τα κιβώτια και τα είχε έτοιμα. Έφτασε τότε ο Μαιάνδριος, τα είδε και ανέφερε στον Πολυκράτη.
Αυτός τώρα ετοιμαζόταν να ξεκινήσει ο ίδιος, κι ας τον απέτρεπαν επίμονα τόσο οι μάντεις όσο και οι φίλοι του, κι ας είδε επιπλέον η κόρη του στον ύπνο της τούτο το όνειρο: είδε ότι ο πατέρας της ήταν κρεμασμένος στον αέρα, όπου τον έλουζε ο Δίας και τον άλειφε ο Ήλιος.
Και όταν το είδε αυτό το όνειρο η κόρη, έκανε τα πάντα για να μη φύγει ο πατέρας της για τον Οροίτη, και μάλιστα, καθώς εκείνος βάδιζε για την πεντηκόντορο, αυτή του έλεγε όλο γρουσουζιές. Ο Πολυκράτης τότε τη φοβέρισε ότι αν γύριζε σώος, εκείνη θα έμενε πολύν καιρό παρθένα. Εκείνη όμως ευχήθηκε να πραγματοποιηθεί αυτό, γιατί προτιμούσε να μείνει ανύπαντρη πολύν καιρό παρά να στερηθεί τον πατέρα της.
Αψηφώντας λοιπόν όλες τις συμβουλές ο Πολυκράτης σαλπάρισε για τον Οροίτη παίρνοντας μαζί του πολλούς από τους συντρόφους του, και ανάμεσά τους τον Δημοκήδη του Καλλιφώντα, από τον Κρότωνα, που ήταν γιατρός και ασκούσε αυτό το επάγγελμα καλύτερα από όλους τους συγκαιρινούς του.
Έφτασε λοιπόν στη Μαγνησία ο Πολυκράτης και είχε τέλος κακό, ανάξιο και για τον ίδιο και για την υψηλοφροσύνη του· γιατί αν δεν είχαν υπάρξει οι τύραννοι των Συρακουσίων, κανένας άλλος από τους Έλληνες τυράννους δεν θα ήταν άξιος να συγκριθεί με τον Πολυκράτη στη μεγαλοσύνη.
Τον σκότωσε λοιπόν ο Οροίτης τον Πολυκράτη με τρόπο που δεν είναι σωστό να τον περιγράψω, και ύστερα τον σταύρωσε ψηλά· και από τους ακολούθους του Πολυκράτη όσοι ήταν Σάμιοι τους άφησε να φύγουν, λέγοντάς τους ότι έπρεπε να του χρωστούν χάρη που ήταν ελεύθεροι, αλλά όσους από τους ακολούθους ήταν ξένοι και δούλοι, τους κράτησε για να τους έχει σκλάβους του.
Όσο για τον Πολυκράτη, κρεμασμένος ψηλά όπως ήταν, επαλήθευσε στο ακέραιο το όνειρο της κόρης του: τον έλουζε ο Δίας καθώς έβρεχε, και τον άλειφε ο ήλιος με την υγρασία που ο ίδιος έβγαζε από το σώμα του. Εκεί λοιπόν κατέληξαν οι πολλές επιτυχίες του Πολυκράτη, όπως του το είχε προμαντεύσει ο Άμασις ο βασιλιάς της Αιγύπτου.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός, και τον Οροίτη τον βρήκε η τιμωρία για τον Πολυκράτη. Δηλαδή, μετά τον θάνατο του Καμβύση και τη βασιλεία των Μάγων, ο Οροίτης έμενε αργός στις Σάρδεις και δεν έκανε τίποτε για τους Πέρσες που οι Μήδοι τούς έπαιρναν την αρχή·
μέσα σ᾽ εκείνη την αναταραχή μάλιστα σκότωσε τον Μιτροβάτη, τον διοικητή του Δασκυλείου, που τον κατηγόρησε για τα σχετικά με τον Πολυκράτη, σκότωσε και τον γιο του Μιτροβάτη, τον Κρανάσπη, ανθρώπους ξεχωριστούς ανάμεσα στους Πέρσες, όπως έκανε και άλλα κακουργήματα, κάθε λογής, και κάποιον έφιππο ταχυδρόμο του Δαρείου που πήγε να τον δει, επειδή δεν του άρεσαν τα όσα του μήνυσε, τον σκότωσε καθώς γύριζε πίσω βάζοντας μερικούς να του στήσουν ενέδρα στον δρόμο, και αφού τον σκότωσε, τον εξαφάνισε μαζί με τ᾽ άλογό του.
Ο Δαρείος τώρα, μόλις πήρε την αρχή, ήθελε να τιμωρήσει τον Οροίτη για όλες τις άδικες πράξεις του, και προπαντός για τον Μιτροβάτη και τον γιο του. Αλλά δεν το βρήκε φρόνιμο να στείλει κατευθείαν στρατό εναντίον του, επειδή και τα πράγματα ήταν ακόμη φουσκωμένα, και ο ίδιος είχε μόλις καταλάβει την αρχή, και για τον Οροίτη μάθαινε ότι διέθετε μεγάλη δύναμη, αφού είχε χίλιους Πέρσες σωματοφύλακες, είχε και τους νομούς φρυγικό, λυδικό, ιωνικό.
Απέναντι λοιπόν σ᾽ αυτή την κατάσταση ο Δαρείος μηχανεύτηκε το εξής: συγκάλεσε τους πιο διακεκριμένους Πέρσες και τους είπε τα ακόλουθα: «Ποιός από σας, Πέρσες, θα κάνει για μένα μια δουλειά, με σοφία όμως και όχι με βία ούτε με πολλούς ανθρώπους, αφού όπου χρειάζεται σοφία, η βία δεν έχει καμιά θέση;
Ποιός από σας δηλαδή θα μου φέρει ζωντανόν είτε θα σκοτώσει τον Οροίτη, αυτόν που κανένα καλό δεν έκανε στους Πέρσες, μόνο έπραξε μεγάλα δεινά; Από τη μια ξέκανε δυο δικούς μας, τον Μιτροβάτη και τον γιο του, από την άλλη σκοτώνει αυτούς που εγώ του στέλνω να τον ανακαλέσουν, δείχνοντας αλαζονεία ανυπόφορη· προτού λοιπόν κάνει στους Πέρσες κανένα μεγαλύτερο κακό, πρέπει εμείς να τον προλάβουμε με θάνατο».
Αυτά τους ρώτησε ο Δαρείος, κι από εκείνους, τριάντα άνδρες έδωσαν υπόσχεση, θέλοντας ο καθένας τους να εκτελέσει ο ίδιος αυτό το έργο. Επειδή όμως φιλονικούσαν, μπήκε στη μέση ο Δαρείος και τους υπέδειξε να ρίξουν κλήρο· έριξαν λοιπόν κλήρο, κι απ᾽ όλους τυχαίνει ο Βαγαίος του Αρτόντη.
Και αφού κληρώθηκε ο Βαγαίος κάνει το εξής: πιάνει και γράφει γράμματα πολλά που είχαν να κάνουν με διάφορα ζητήματα, βάζει απάνω τους τη σφραγίδα του Δαρείου, και παίρνοντάς τα μαζί του φεύγει για τις Σάρδεις.
Όταν λοιπόν έφτασε εκεί και παρουσιάστηκε στον Οροίτη, άρχισε να βγάζει ένα–ένα τα γράμματα και να τα δίνει στον βασιλικό γραμματικό να τα διαβάσει (γιατί βασιλικούς γραμματικούς έχουν όλοι οι διοικητές)· και όπως έδινε τα γράμματα ο Βαγαίος παρατηρούσε κιόλας τους σωματοφύλακες, αν φανέρωναν τίποτε ενδείξεις αποστασίας από τον Οροίτη.
Βλέποντας λοιπόν ότι έδειχναν μεγάλο σεβασμό για τα γράμματα και ακόμη μεγαλύτερον γι᾽ αυτά που έλεγαν τα γράμματα, δίνει ο Βαγαίος άλλο ένα όπου υπήρχαν τούτα τα λόγια: «Πέρσες, ο βασιλιάς Δαρείος σάς απαγορεύει να είστε σωματοφύλακες του Οροίτη». Σαν τ᾽ άκουσαν αυτό οι σωματοφύλακες χαμήλωσαν τα δόρατά τους μπροστά στον Βαγαίο.
Βλέποντάς τους τώρα ο Βαγαίος να υπακούνε στο γράμμα ως προς αυτό, παίρνει πια θάρρος και δίνει στον γραμματικό και το τελευταίο γράμμα, όπου ήταν γραμμένο: «Ο βασιλιάς Δαρείος προστάζει τους Πέρσες που είναι στις Σάρδεις να σκοτώσουν τον Οροίτη». Οι σωματοφύλακες, μόλις το άκουσαν αυτό, τραβούν τα σπαθιά τους και τον σκοτώνουν ευθύς. Έτσι λοιπόν βρήκε τον Οροίτη τον Πέρση η τιμωρία για τον Πολυκράτη τον Σάμιο.
Τους θησαυρούς του Οροίτη τούς μετέφεραν και τους πήγαν στα Σούσα, και δεν πέρασε πολύς καιρός όταν ο βασιλιάς Δαρείος, στο κυνήγι, πηδώντας από το άλογο, στραμπούλιξε το πόδι του:
το στραμπούληγμα ήταν κάπως σοβαρό, γιατί ο αστράγαλος βγήκε από την κλείδωση. Και μια που είχε κι από πριν γύρω του γιατρούς που ανάμεσα στους Αιγυπτίους τούς θεωρούσαν τους πρώτους στην ιατρική, ο Δαρείος χρησιμοποίησε αυτούς. Αυτοί όμως, στρεβλώνοντας και ζορίζοντας το πόδι, έκαναν μεγαλύτερο κακό.
Επτά ημέρες και επτά νύχτες ξαγρύπνησε ο Δαρείος από τον πόνο που ένιωθε, και την όγδοη ημέρα, ενώ είχε τα μαύρα του τα χάλια, κάποιος που είχε παλαιότερα, στις Σάρδεις ακόμη, ακούσει για την τέχνη του Κροτωνιάτη Δημοκήδη, πήγε και το είπε στον Δαρείο· κι αυτός πρόσταξε να του τον φέρουν όσο το δυνατόν συντομότερα. Τον ανακάλυψαν παραπεταμένον κάπου ανάμεσα στους δούλους του Οροίτη και τον έφεραν στον βασιλιά, έτσι όπως ήταν, ντυμένος με κουρέλια και σέρνοντας τα δεσμά του.
Στάθηκε ο Δημοκήδης μπροστά στον Δαρείο και ο Δαρείος τον ρώτησε αν γνωρίζει την ιατρική· εκείνος αρνήθηκε από τον φόβο μήπως, αν φανερωθεί, στερηθεί για πάντα την Ελλάδα.
Ο Δαρείος το είδε καθαρά ότι ο άλλος προσπαθούσε να ξεφύγει, και πρόσταξε αυτούς που του είχαν πάει τον Δημοκήδη να φέρουν εκεί μαστίγια και σουβλιά. Τότε εκείνος φανερώνεται και λέει ότι δεν την ξέρει καλά την ιατρική, αλλά ότι είχε κάνει κοντά σε κάποιον γιατρό και έχει κάποια ιδέα.
Ο Δαρείος ωστόσο τον εμπιστεύθηκε, και ο Δημοκήδης, χρησιμοποιώντας ελληνικά φάρμακα και εφαρμόζοντας ήπια μέσα μετά τα ισχυρά, έκανε τον Δαρείο να μπορεί να κοιμάται, και σε λίγον καιρό τον γιάτρεψε εντελώς, ενώ εκείνος είχε πάψει πια να ελπίζει ότι το πόδι του θα γινόταν ποτέ καλά.
Τότε ο Δαρείος τού χάρισε δυο ζευγάρια χρυσές πέδες, κι εκείνος τον ρώτησε αν επίτηδες του ανταποδίδει διπλό το κακό επειδή τον γιάτρεψε. Του Δαρείου τού άρεσαν αυτά τα λόγια, και στέλνει τον Δημοκήδη στις γυναίκες του. Και οι ευνούχοι, καθώς τον περιέφεραν, έλεγαν στις γυναίκες ότι αυτός ήταν που είχε ξαναδώσει στον βασιλιά την υγεία του.
Τότε εκείνες, βουτώντας η καθεμιά ένα τάσι μέσα στην κασέλα με το χρυσάφι, χάρισαν στον Δημοκήδη τόσο πλούσια δώρα, ώστε ο υπηρέτης που τον ακολουθούσε, Σκίτων τ᾽ όνομά του, σηκώνοντας από κάτω τους στατήρες που έπεφταν από τα τάσια, μάζεψε άφθονα χρυσά νομίσματα.
Νά τώρα πώς ο Δημοκήδης, που ερχόταν από τον Κρότωνα, σχετίστηκε με τον Πολυκράτη· στον Κρότωνα δεν τα πήγαινε καλά με τον πατέρα του που ήταν οξύθυμος. Επειδή δεν μπορούσε να τον υποφέρει, έφυγε και πήγε στην Αίγινα. Εγκαταστάθηκε εκεί, και μολονότι δεν ήταν εξοπλισμένος και δεν είχε κανένα από τα εργαλεία της ιατρικής, τον πρώτο κιόλας χρόνο ξεπέρασε τους άλλους γιατρούς.
Και τον δεύτερο χρόνο το δημόσιο στην Αίγινα του έδωσε μισθό ένα τάλαντο, τον τρίτο χρόνο οι Αθηναίοι τού έδωσαν εκατό μνες, και τον τέταρτο ο Πολυκράτης δύο τάλαντα. Έτσι έφτασε ο Δημοκήδης στη Σάμο, και δεν ήταν μικρό το όφελος που είδαν απ᾽ αυτόν τον άνθρωπο οι Κροτωνιάτες γιατροί·
γιατί πραγματικά, κάποτε έλεγαν ότι οι Κροτωνιάτες γιατροί ήταν οι πρώτοι στην Ελλάδα, και οι Κυρηναίοι δεύτεροι — την ίδια εποχή οι Αργείοι είχαν το όνομα ότι είναι οι πρώτοι από τους Έλληνες στη μουσική.
Τότε λοιπόν στα Σούσα ο Δημοκήδης, αφού γιάτρεψε τον Δαρείο, απέκτησε μεγάλο σπίτι και έγινε ομοτράπεζος του βασιλιά, και είχε στη διάθεσή του όλα τα αγαθά εκτός από ένα, ότι δεν μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα.
Και πρώτα παρακάλεσε τον βασιλιά και έσωσε τους Αιγυπτίους γιατρούς που τον κουράριζαν πρώτα και που ήταν να τους παλουκώσουν επειδή είχαν αποδειχθεί κατώτεροι από Έλληνα γιατρό, και ύστερα έσωσε τον Ηλείο μάντη του Πολυκράτη που ήταν παραπεταμένος ανάμεσα στους δούλους. Είχε μεγάλη δύναμη ο Δημοκήδης στον βασιλιά.
Λίγον καιρό ωστόσο μετά από τούτα έτυχε να γίνουν κι άλλα, τα εξής: η Άτοσσα, κόρη του Κύρου και γυναίκα του Δαρείου, έβγαλε στον μαστό ένα απόστημα που ύστερα έσπασε και άρχισε να απλώνεται. Όσον καιρό ήταν μικρό, η Άτοσσα το έκρυβε, και από την ντροπή της δεν έλεγε τίποτε σε κανέναν, όταν όμως κακοφόρμισε, έστειλε και κάλεσε τον Δημοκήδη και του το έδειξε.
Αυτός τώρα της είπε ότι θα την κάνει καλά και την ορίζει ότι για αντάλλαγμα θα του κάνει τη χάρη που θα της ζητήσει, και της λέει ότι πάντως δεν πρόκειται να της ζητήσει τίποτε από όσα φέρνουν ντροπή.
Της έκανε λοιπόν θεραπεία και τη γιάτρεψε ο Δημοκήδης την Άτοσσα και τότε εκείνη, δασκαλεμένη απ᾽ αυτόν, είπε στον Δαρείο τούτα τα λόγια, στο κρεβάτι: «Βασιλιά μου, ενώ έχεις τόση δύναμη, κάθεσαι αργός και δεν αβγαταίνεις ούτε τα έθνη των Περσών ούτε τη δύναμή τους.
Είναι ωστόσο φυσικό, ο άνδρας που είναι νέος και διαφεντεύει τέτοια πλούτη, να δείξει ότι κάνει κάποιο σπουδαίο έργο ώστε και οι Πέρσες να το χωνέψουν ότι τους κυβερνάει άνδρας. Σε συμφέρει μάλιστα να το κάνεις αυτό για δύο λόγους: και για να μάθουν οι Πέρσες ότι ο αφέντης τους είναι άνδρας, και για να έχουν ν᾽ ασχολούνται με τον πόλεμο κι όχι να κάθονται αργοί και να συνωμοτούν εναντίον σου.
Τώρα θα κάνεις ό,τι κάνεις, όσο είσαι νέος, στην ηλικία· γιατί όσο μεγαλώνει το σώμα, μεγαλώνουν και τα μυαλά, ενώ όταν γερνάει, γερνούν κι αυτά μαζί του και στομώνουν σε όλα τα ζητήματα».
Αυτά λοιπόν είπε εκείνη, δασκαλεμένη, κι εκείνος της απάντησε τα εξής: «Γυναίκα, μου είπες όλα όσα έχω στον νου μου να κάνω· έχω δηλαδή αποφασίσει να ζέψω γέφυρα από τούτη την ήπειρο στην άλλη ήπειρο και να εκστρατεύσω κατά των Σκυθών· και δεν θ᾽ αργήσει να γίνει αυτό».
Του λέει τότε η Άτοσσα: «Για να κινήσεις πρώτα εναντίον των Σκυθών, άφησέ το — αυτοί, όποτε το θελήσεις, είναι δικοί σου· για δικό μου χατίρι όμως να εκστρατεύσεις εναντίον της Ελλάδας. Γιατί έχω ακουστά και θέλω να έχω υπηρέτριες από τη Λακωνία, το Άργος, την Αττική, την Κόρινθο. Έχεις άλλωστε τον πιο κατάλληλο απ᾽ όλους τους ανθρώπους για να σε κατατοπίσει για τα καθέκαστα της Ελλάδας και να σε καθοδηγήσει: αυτόν που σου γιάτρεψε το πόδι».
Ο Δαρείος τής απαντάει: «Αφού λοιπόν, γυναίκα, νομίζεις ότι πρέπει να δοκιμάσουμε πρώτα στην Ελλάδα, μου φαίνεται ότι είναι καλύτερο να στείλουμε πρώτα εκεί Πέρσες κατασκόπους μαζί μ᾽ αυτόν που λες, για να μάθουν και να δουν και να μας κατατοπίσουν για τα καθέκαστα εκεί πέρα· και ύστερα, έχοντας τις πληροφορίες μου, θα κινήσω εναντίον τους». Αυτά είπε ο Δαρείος, και μαζί με τα λόγια έβαλε αμέσως μπροστά και τα έργα.
Δηλαδή, αμέσως μόλις ξημέρωσε η μέρα, ο Δαρείος κάλεσε δεκαπέντε διακεκριμένους Πέρσες και τους πρόσταξε να συνοδεύσουν τον Δημοκήδη και να περιοδεύσουν τα παραθαλάσσια μέρη της Ελλάδας, μόνο να μην τους το σκάσει ο Δημοκήδης αλλά να τον φέρουν οπωσδήποτε πίσω.
Και αφού τους έδωσε αυτές τις διαταγές, ύστερα κάλεσε τον ίδιο τον Δημοκήδη και του ζήτησε να καθοδηγήσει τους Πέρσες και να τους δείξει όλη την Ελλάδα, και ύστερα να γυρίσει πίσω· του υπέδειξε μάλιστα να πάρει μαζί του δώρα για τον πατέρα του και τους αδελφούς του, όλα του τα έπιπλα, λέγοντάς του ότι μετά θα του έδινε άλλα, πολύ περισσότερα· και εκτός από τα δώρα τού είπε ότι θα του προσθέσει και ένα φορτηγό πλοίο που θα το γέμιζε με κάθε λογής αγαθά και που θα σαλπάριζε μαζί του.
Ο Δαρείος ωστόσο, μου φαίνεται εμένα, δεν είχε καμιά πονηριά στον νου του όταν του έδινε αυτές τις υποσχέσεις, αλλά ο Δημοκήδης, επειδή φοβήθηκε μήπως ο Δαρείος ήθελε να τον δοκιμάσει, δεν έσπευσε να δεχτεί όλα όσα του έδινε, αλλά τα δικά του πράγματα είπε ότι θα τ᾽ άφηνε στη θέση τους για να τα έχει όταν γυρίσει, ενώ το φορτηγό πλοίο που του υποσχόταν ο Δαρείος για να μεταφέρει τα δώρα για τ᾽ αδέλφια του, είπε ότι το δεχόταν. Έδωσε λοιπόν ο Δαρείος και σε τούτον τις ίδιες διαταγές, και τους έστειλε στη θάλασσα.
Κατέβηκαν τότε αυτοί στη Φοινίκη, και στην πόλη της Φοινίκης Σιδώνα εξόπλισαν αμέσως δύο τριήρεις, και μαζί μ᾽ αυτές έναν μεγάλο γαύλο με κάθε λογής αγαθά, και αφού τα ετοίμασαν όλα, σαλπάρισαν για την Ελλάδα, και φτάνοντας εκεί επιθεώρησαν τα παραθαλάσσια μέρη της και κρατούσαν σημειώσεις, ώσπου είδαν τα περισσότερα και τα πιο ονομαστά, και έτσι έφτασαν στον Τάραντα της Ιταλίας.
Εκεί ο Αριστοφιλίδης, ο βασιλιάς των Ταραντίνων, από καλοσύνη προς τον Δημοκήδη, από τη μια έβγαλε τα πηδάλια των μηδικών πλοίων, και από την άλλη έπιασε τους Πέρσες και τους έβαλε στη φυλακή, δήθεν ότι ήταν κατάσκοποι. Και ενώ εκείνοι τραβούσαν όλα τούτα, ο Δημοκήδης φτάνει στον Κρότωνα. Και όταν εκείνος έφτασε πια στην πατρίδα του, ο Αριστοφιλίδης άφησε ελεύθερους τους Πέρσες και τους έδωσε πίσω ό,τι είχε πάρει από τα πλοία τους.
Από τους Κροτωνιάτες τώρα άλλοι φοβόνταν τη δύναμη των Περσών και ήταν έτοιμοι να μην κάνουν τίποτε, άλλοι όμως άρπαξαν κι αυτοί τον Δημοκήδη και χτυπούσαν με τα μπαστούνια τους τους Πέρσες που φώναζαν κι έλεγαν τούτα τα λόγια: «Κροτωνιάτες, προσέξτε τί κάνετε· πάτε να μας αρπάξετε άνθρωπο που έχει δραπετεύσει από τον βασιλιά.
Πώς θα την ανεχτεί ο βασιλιάς τέτοια προσβολή; Και πώς εσείς θα έχετε την ησυχία σας αν μας τον πάρετε; Η πόλη σας θα είναι η πρώτη που θα της επιτεθούμε. Η πρώτη που θα προσπαθήσουμε να υποδουλώσουμε».
Και όμως, παρ᾽ όλα αυτά που τους είπαν, οι Πέρσες δεν μπόρεσαν να πείσουν τους Κροτωνιάτες, παρά έχασαν τον Δημοκήδη, έχασαν και τον γαύλο που είχαν μαζί τους, και έχοντας στερηθεί τον επικεφαλής τους, σαλπάρισαν και γύρισαν στην Ασία χωρίς να επιχειρήσουν να προχωρήσουν άλλο στην Ελλάδα για να πάρουν πληροφορίες.
Καθώς έφευγαν ωστόσο ο Δημοκήδης τούς έδωσε μόνο τούτη την παραγγελία, τους ζήτησε να πουν στον Δαρείο ότι ο Δημοκήδης αρραβωνιάστηκε την κόρη του Μίλωνα και θα την πάρει γυναίκα του — γιατί το όνομα του παλαιστή Μίλωνα το είχε περί πολλού ο βασιλιάς. Και μου φαίνεται ότι γι᾽ αυτόν τον λόγο ο Δημοκήδης επέσπευσε αυτόν τον γάμο, δίνοντας πολλά χρήματα, για να φανεί στον Δαρείο ότι και στην πατρίδα του ήταν σπουδαίος.
Αφού ωστόσο σαλπάρισαν από τον Κρότωνα οι Πέρσες εξοκέλλουν με τα πλοία τους στην Ιαπυγία, όπου έγιναν δούλοι, και από εκεί τους έσωσε ο Ταραντίνος Γίλλος, φυγάδας, και τους οδήγησε στον βασιλιά Δαρείο, ο οποίος, για ανταμοιβή, ήταν πρόθυμος να δώσει στον Γίλλο ό,τι ήθελε.
Ο Γίλλος τού ζήτησε να φροντίσει να κατέβει στον Τάραντα, αφού προηγουμένως του αφηγήθηκε τη συμφορά του· και για να μην προκαλέσει αναταραχή στην Ελλάδα, σε περίπτωση όπου για λόγου του θα αρμένιζε για την Ιταλία μεγάλος στόλος, ο Γίλλος είπε στον Δαρείο ότι οι Κνίδιοι μόνο του έφταναν για να τον πάνε εκεί, νομίζοντας ότι αυτοί, επειδή ήταν πολύ φίλοι με τους Ταραντίνους, θα του εξασφάλιζαν με τον καλύτερο τρόπο την κάθοδό του.
Ο Δαρείος το δέχτηκε και έβαλε μπρος· έστειλε δηλαδή αγγελιαφόρο στην Κνίδο και ζήτησε από τους Κνίδιους να επαναφέρουν τον Γίλλο στον Τάραντα· οι Κνίδιοι τώρα υπάκουσαν στον Δαρείο, αλλά τους Ταραντίνους δεν μπόρεσαν να τους πείσουν, ενώ εξάλλου δεν είχαν τη δύναμη να χρησιμοποιήσουν βία.
Ύστερα απ᾽ αυτά ωστόσο ο βασιλιάς Δαρείος κυριεύει τη Σάμο, την πρώτη απ᾽ όλες τις πόλεις, ελληνικές και βαρβαρικές, για την ακόλουθη αιτία· όταν ο Καμβύσης του Κύρου έκανε την εκστρατεία κατά της Αιγύπτου, στην Αίγυπτο πήγαν και πολλοί Έλληνες, άλλοι βέβαια για να κάνουν εμπόριο, άλλοι που ήταν στον στρατό και άλλοι απλώς για να δουν τη χώρα· ανάμεσα σ᾽ αυτούς ήταν και ο Συλοσών, ο γιος του Αιάκη και αδελφός του Πολυκράτη, εξόριστος από τη Σάμο.
Σ᾽ αυτόν τον Συλοσώντα συνέβη τούτο το ευτύχημα: πήρε έναν κόκκινο μανδύα, τον φόρεσε και βγήκε στην αγορά της Μέμφιδας. Τον είδε ο Δαρείος, σωματοφύλακας του Καμβύση τότε και όχι ακόμη άνθρωπος σημασίας, του άρεσε ο μανδύας και πλησίασε τον Συλοσώντα για να τον αγοράσει.
Βλέποντας ο Συλοσών πόσο πολύ ο Δαρείος επιθυμούσε τον μανδύα, είχε τη θεία φώτιση να του πει: «Τον μανδύα για χρήματα δεν τον πουλάω, όσα κι αν είναι· αφού όμως θέλεις οπωσδήποτε να γίνει δικός σου, σου τον δίνω έτσι». Ο Δαρείος παίνεψε αυτά τα λόγια και πήρε το ρούχο. Ο Συλοσών ωστόσο θεώρησε ότι από χαζομάρα του έχασε τον μανδύα.
Καθώς όμως πέρασε ο καιρός και πέθανε ο Καμβύσης και οι επτά επαναστάτησαν κατά του Μάγου και από τους επτά τη βασιλεία την πήρε ο Δαρείος, μαθαίνει ο Συλοσών ότι η βασιλεία είχε περιέλθει στον άνθρωπο αυτόν που κάποτε στην Αίγυπτο του είχε ζητήσει το ρούχο κι αυτός του το έδωσε. Ανεβαίνει λοιπόν στα Σούσα, στήνεται στην είσοδο των ανακτόρων του βασιλιά και λέει ότι είναι ευεργέτης του βασιλιά·
ο φρουρός της πύλης το ακούει αυτό και το αναγγέλλει στον βασιλιά· ο βασιλιάς τώρα απόρησε και του λέει: «Και ποιός είναι αυτός ο Έλληνας ευεργέτης μου που πρέπει να του χρωστάω χάρη, αφού εγώ μόλις τώρα ανέλαβα την αρχή; Άλλωστε, ώς τώρα δεν μας έχει έρθει κανένας από δαύτους, και μπορώ να πω ότι σε κανέναν Έλληνα δεν έχω υποχρέωση· εν πάση περιπτώσει, φέρ᾽ τον μέσα να δω τί θέλει και τα λέει αυτά».
Φέρνει μέσα ο φρουρός της πύλης τον Συλοσώντα, τον βάζουν στη μέση οι διερμηνείς και αρχίζουν να τον ρωτούν ποιός είναι και τί έχει κάνει για να λέει ότι είναι ευεργέτης του βασιλιά. Είπε λοιπόν ο Συλοσών όλα όσα είχαν γίνει με τον μανδύα και ότι αυτός ήταν που τον είχε δώσει.
Τότε ο Δαρείος απάντησε σ᾽ αυτά τα λόγια: «Άνθρωπέ μου με την τόση γενναιοδωρία, εσύ είσαι εκείνος που όταν δεν είχα καμιά δύναμη, μου χάρισες κάτι, έστω μικρό, κι όμως εμένα η ευγνωμοσύνη μου είναι ίδια σαν κάποιος να μου χάριζε τώρα κάτι μεγάλο. Για αντιγύρισμα σου δίνω άφθονο χρυσάφι και ασήμι, για να μην το μετανιώσεις κάποτε που ευεργέτησες τον Δαρείο του Υστάσπη».
Σ᾽ αυτά τα λόγια λέει ο Συλοσών: «Μη μου δίνεις, βασιλιά μου, ούτε χρυσάφι ούτε ασήμι, μόνο σώσε και δώσε μου πίσω την πατρίδα μου τη Σάμο, που τώρα όπου ο αδελφός μου ο Πολυκράτης είναι σκοτωμένος από τον Οροίτη, την έχει κάποιος δούλος μας — αυτήν δώσε μου, χωρίς σκοτωμούς και αιχμαλωσίες».
Όταν τα άκουσε αυτά ο Δαρείος, έστειλε στρατό με αρχηγό τον Οτάνη, που ήταν ένας από τους επτά, δίνοντάς του την εντολή να φέρει σε πέρας τα όσα είχε ζητήσει ο Συλοσών. Κατέβηκε λοιπόν στη θάλασσα ο Οτάνης και βάλθηκε να προετοιμάζει την εκστρατεία.
Στη Σάμο τώρα την εξουσία την είχε ο Μαιάνδριος του Μαιανδρίου, που είχε πάρει την αρχή διορισμένος επίτροπος από τον Πολυκράτη, και που θέλησε να γίνει ο δικαιότερος απ᾽ όλους τους ανθρώπους, αλλά τα πράγματα δεν του ήρθαν βολικά.
Όταν δηλαδή του αναγγέλθηκε ο θάνατος του Πολυκράτη, ο Μαιάνδριος έκανε τα εξής: πρώτα πρώτα ίδρυσε βωμό του Ελευθέριου Δία, και γύρω στον βωμό όρισε τέμενος, το ίδιο που είναι και σήμερα έξω από την πόλη· ύστερα, όταν αυτό έγινε πια, κάλεσε σε συνέλευση όλους τους πολίτες και τους είπε τα εξής:
«Όπως το γνωρίζετε και οι ίδιοι, μου έχουν ανατεθεί το σκήπτρο και όλη η εξουσία του Πολυκράτη, και άρα έχω πλέον το δικαίωμα να σας κυβερνάω· εγώ όμως ό,τι κατηγορώ στους άλλους, κατά δύναμη δεν θα το πράξω ο ίδιος· γιατί ούτε ο Πολυκράτης μού άρεσε που ήταν δεσπότης ανθρώπων ομοίων του ούτε όποιος άλλος κάνει κάτι παρόμοιο. Ο Πολυκράτης ωστόσο ξεπλήρωσε το πεπρωμένο του, κι εγώ σας μοιράζω την εξουσία και ανακηρύσσω τη δημοκρατία.
Θεωρώ όμως δικαίωμά μου να μου δοθούν τούτα τα προνόμια, δηλαδή από τους θησαυρούς του Πολυκράτη να μου δοθούν έξι τάλαντα, σαν ξεχωριστή ανταμοιβή, και να ανατεθεί σ᾽ εμένα και στους απογόνους μου, για πάντα, η θέση του ιερέα του Ελευθέριου Δία, που εγώ ίδρυσα το ιερό του και που στο όνομά του σας αποδίδω την ελευθερία σας».
Αυτά λοιπόν ανακοίνωσε ο Μαιάνδριος στους Σαμίους, αλλά ένας από αυτούς σηκώθηκε και είπε: «Μα δεν είσαι καν άξιος εσύ να μας κυβερνήσεις, γιατί προέρχεσαι από ταπεινή γενιά και είσαι συμφορά σωστή — θα έπρεπε αντίθετα να λογοδοτήσεις για τα χρήματα που διαχειρίστηκες».
Αυτά είπε εκείνος, και ήταν διακεκριμένος ανάμεσα στους πολίτες, Τελέσαρχος τ᾽ όνομά του. Ο Μαιάνδριος τώρα, αντιλαμβανόμενος ότι αν άφηνε την αρχή, κάποιος άλλος θα γινόταν τύραννος αντί γι᾽ αυτόν, δεν διανοήθηκε καν να την αφήσει, αλλά έφυγε ευθύς για την ακρόπολη, απ᾽ όπου έστελνε και καλούσε έναν έναν τους Σαμίους, δήθεν ότι θα λογοδοτήσει για τα χρήματα, και έτσι τους έπιασε και τους φυλάκισε.
Φυλακίστηκαν λοιπόν αυτοί, αλλά μετά από τούτα τον Μαιάνδριο τον έπιασε αρρώστια. Ο αδελφός του τώρα, Λυκάρητος τ᾽ όνομά του, νόμισε ότι ο Μαιάνδριος θα πέθαινε, και για να γίνει ευκολότερα κύριος της κατάστασης στη Σάμο, σκοτώνει όλους τους κρατούμενους — όπως φάνηκε άλλωστε, δεν ήθελαν να είναι ελεύθεροι.
Όταν λοιπόν οι Πέρσες έφτασαν στη Σάμο φέρνοντας μαζί τους τον Συλοσώντα, όχι μόνο δεν τους πρόβαλε αντίσταση κανένας, αλλά τους είπαν κιόλας οι οπαδοί του Μαιάνδριου και ο ίδιος ο Μαιάνδριος ότι είναι έτοιμοι να κλείσουν συμφωνία και να φύγουν από το νησί. Συναίνεσε σ᾽ αυτή την πρόταση ο Οτάνης, έκλεισε τη συμφωνία, και οι πλέον σημαίνοντες από τους Πέρσες έστησαν θρόνους απέναντι από την ακρόπολη και κάθισαν.
Ο Μαιάνδριος ο τύραννος ωστόσο είχε έναν αδελφό ανισόρροπο, Χαρίλαος τ᾽ όνομά του, που είχε κάνει κάποιο αδίκημα και ήταν ριγμένος στο μπουντρούμι· τότε λοιπόν άκουσε ο Χαρίλαος αυτά που γίνονταν, και προβάλλοντας από το μπουντρούμι, είδε τους Πέρσες να κάθονται ειρηνικά και έβαλε τις φωνές λέγοντας ότι ήθελε τον Μαιάνδριο να του μιλήσει.
Τον άκουσε ο Μαιάνδριος και πρόσταξε να τον λύσουν και να του τον πάνε μπροστά του. Και ευθύς μόλις τον πήγαν, ο Χαρίλαος, βρίζοντάς τον και αποκαλώντας τον δειλό, πάσχιζε να πείσει τον Μαιάνδριο να επιτεθεί στους Πέρσες λέγοντάς του: «Βρε συ, που είσαι ο πιο άνανδρος απ᾽ όλους τους ανθρώπους, εμένα, βρε, που είμαι αδελφός σου, χωρίς να κάνω κανένα άδικο για να μπω στη φυλακή, μ᾽ έριξες στο μπουντρούμι, αλλά τους Πέρσες κάθεσαι και τους κοιτάζεις να σε διώχνουν και να σε πετάνε στον δρόμο χωρίς να τολμάς να τους τιμωρήσεις, κι ας είναι τόσο εύκολο να τους βάλεις στο χέρι;
Αλλά αν εσύ τους φοβάσαι, δώσε μου εμένα τους ξένους στρατιώτες, και θα τους τιμωρήσω εγώ για τον ερχομό τους εδώ· κι όσο για σένα, είμαι έτοιμος να σου εξασφαλίσω την αναχώρησή σου από το νησί».
Αυτά είπε ο Χαρίλαος· ο Μαιάνδριος τώρα δέχτηκε τη συμβουλή του όχι βέβαια, όπως εγώ νομίζω τουλάχιστον, επειδή έφτασε σε τέτοιο σημείο ανοησίας ώστε να πιστεύει ότι η δική του δύναμη θα νικούσε τη δύναμη του βασιλιά, αλλά μάλλον επειδή φθόνησε τον Συλοσώντα αν ήταν να έπαιρνε χωρίς κανέναν κόπο άθικτη την πόλη.
Ήθελε λοιπόν να εξερεθίσει τους Πέρσες ώστε να εξασθενήσει όσο γινόταν η θέση των Σαμίων και έτσι να τους παραδώσει, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι Πέρσες, αν συναντούσαν κακομεταχείριση, θα θύμωναν άγρια με τους Σαμίους, και έχοντας υπόψη του ότι για τον εαυτό του υπήρχε σίγουρος τρόπος να φύγει από το νησί όποτε ήθελε — γιατί είχε κατασκευάσει μυστικό λαγούμι που οδηγούσε από την ακρόπολη στη θάλασσα.
Ο ίδιος λοιπόν ο Μαιάνδριος σαλπάρει από τη Σάμο, ενώ ο Χαρίλαος οπλίζει όλους τους ξένους στρατιώτες, ανοίγει διάπλατες τις πύλες και ρίχνεται καταπάνω στους Πέρσες, που όχι μόνο δεν περίμεναν τέτοιο πράγμα αλλά νόμιζαν κιόλας ότι όλα είχαν τακτοποιηθεί. Ρίχτηκαν λοιπόν οι ξένοι στρατιώτες στους Πέρσες και άρχισαν να σκοτώνουν τους σπουδαιότερους ανάμεσά τους κι αυτούς που μεταφέρονταν σε φορεία.
Αυτά λοιπόν έκαναν εκείνοι, αλλά η υπόλοιπη περσική δύναμη ήρθε σε βοήθεια, και οι ξένοι στρατιώτες πιεζόμενοι γύρισαν στην ακρόπολη, όπου και κλείστηκαν.
Ωστόσο ο στρατηγός Οτάνης, βλέποντας το μεγάλο κακό που είχαν πάθει οι Πέρσες, θυμόταν τις εντολές που του είχε δώσει ο Δαρείος όταν τον έστελνε εκεί, να μη σκοτώσει δηλαδή ούτε να πιάσει αιχμάλωτο κανέναν Σάμιο, παρά να παραδώσει το νησί σώο και αβλαβές στον Συλοσώντα, αλλά τις εντολές αυτές φρόντισε να τις λησμονήσει, και έδωσε στον στρατό διαταγή, όποιον πιάνουν, είτε μεγάλος είναι είτε παιδί, άσχετα, να τον σκοτώνουν.
Ο Μαιάνδριος πάλι, δραπετεύοντας από τη Σάμο, βάζει πλώρη για τη Λακεδαίμονα, και όταν έφτασε εκεί, ανέβασε απάνω τα όσα είχε πάρει μαζί του φεύγοντας, και έκανε το εξής: έβγαλε έξω τα ασημένια και τα χρυσά ποτήρια, και ενώ οι υπηρέτες του τα καθάριζαν, αυτός την ίδια ώρα έπιασε συζήτηση με τον Κλεομένη του Αναξανδρίδη, που βασίλευε στη Σπάρτη, και τον πήγε στο σπίτι του· ο Κλεομένης τώρα, μόλις είδε τα ποτήρια, έμεινε έκθαμβος και κατάπληκτος· ο άλλος πάλι τον παρακινούσε να πάρει μαζί του όσα ήθελε από δαύτα.
Το είπε δυο και τρεις φορές αυτό ο Μαιάνδριος, και ο Κλεομένης αποδείχθηκε τότε ο δικαιότερος απ᾽ όλους τους ανθρώπους: θεώρησε δηλαδή ότι δεν είχε δικαίωμα να πάρει αυτά που του έδιναν, αλλά κατάλαβε κιόλας ότι ο Μαιάνδριος σε κάποιους άλλους πολίτες θα τα έδινε και έτσι θα έβρισκε βοήθεια, και γι᾽ αυτό πήγε στους εφόρους και είπε ότι το καλύτερο για τη Σπάρτη θα ήταν να φύγει από την Πελοπόννησο ο ξένος Σάμιος για να μην μπορέσει να πείσει είτε τον ίδιο είτε κανένα άλλο από τους Σπαρτιάτες να γίνουν κακοί. Οι έφοροι υπάκουσαν στα λόγια του και έβγαλαν προκήρυξη και έδιωξαν τον Μαιάνδριο.
Όσο για τη Σάμο, οι Πέρσες την ερήμωσαν και την παρέδωσαν στον Συλοσώντα χωρίς ψυχή απάνω της. Ύστερα από καιρό όμως, εξαιτίας κάποιου ονείρου και μιας αρρώστιας που έτυχε να πάθει στα γεννητικά του όργανα, την αποίκισε ο στρατηγός Οτάνης μαζί με άλλους.
Όταν ωστόσο ξεκινούσε για τη Σάμο ο στόλος με τον στρατό, οι Βαβυλώνιοι, ύστερα από γερή προετοιμασία, επαναστάτησαν — πράγματι, όσον καιρό κυβερνούσε ο Μάγος και γινόταν η επανάσταση των επτά, όλο αυτό το διάστημα και μέσα σ᾽ εκείνη την αναταραχή, αυτοί προετοιμάζονταν για την πολιορκία. Και άγνωστο πώς, όλα τα έκαναν χωρίς να τους καταλάβουν.
Όταν λοιπόν επαναστάτησαν πια φανερά, έκαναν το εξής: αφού ξεχώρισαν τις μητέρες, διάλεξαν ο καθένας μια γυναίκα, όποια ήθελε απ᾽ αυτές που είχε στο σπίτι του, και τις υπόλοιπες τις μάζεψαν όλες και τις έπνιξαν — τη μια τη διάλεξαν ο καθένας για να τους ετοιμάζει το ψωμί. Όσο για τις άλλες, τις έπνιξαν για να μην τους καταναλώνουν το σιτάρι.
Μαθαίνοντάς τα αυτά ο Δαρείος μάζεψε όλη του τη δύναμη και κινώντας εκστρατεία εναντίον τους βάδισε κατά της Βαβυλώνας και την πολιόρκησε· αλλά εκείνοι δεν σκοτίζονταν καθόλου για την πολιορκία — πράγματι, οι Βαβυλώνιοι ανέβαιναν στους προμαχώνες του τείχους και χόρευαν ξέφρενα και κορόιδευαν τον Δαρείο και τη στρατιά του και μάλιστα κάποιος απ᾽ αυτούς είπε τούτα τα λόγια:
«Τί καθόσαστε εδώ πέρα, βρε Πέρσες, και δεν σηκωνόσαστε να φύγετε; Αφού τότε μόνο θα μας κυριέψετε, όταν θα γεννήσουν τα μουλάρια». Και το είπε αυτό εκείνος ο Βαβυλώνιος επειδή πίστευε ότι σε καμία περίπτωση δεν γεννάει το μουλάρι.
Πέρασαν ωστόσο ένας χρόνος και επτά μήνες, και ο Δαρείος στεναχωριόταν, όπως και όλη η στρατιά, που δεν ήταν ικανή να νικήσει τους Βαβυλωνίους. Και όμως ο Δαρείος είχε χρησιμοποιήσει στην περίπτωσή τους όλες τις επινοήσεις και όλα τα τεχνάσματα· αλλά ούτε έτσι μπόρεσε να τους καταβάλει, μολονότι ανάμεσα στα άλλα τεχνάσματα που δοκίμασε, ήταν κι εκείνο με το οποίο τους είχε νικήσει ο Κύρος — κι αυτό το δοκίμασε. Οι Βαβυλώνιοι όμως φυλάγονταν άγρυπνα, και ο Δαρείος δεν μπορούσε να τους καταβάλει.
Τότε, τον εικοστό μήνα, στον Ζώπυρο, γιο εκείνου του Μεγάβυξου που ήταν ένας από τους επτά άνδρες που είχαν ανατρέψει τον Μάγο, στον Ζώπυρο λοιπόν εκείνου του Μεγάβυξου συνέβη θαύμα: ένα από τα θηλυκά μουλάρια του που κουβαλούσαν τα τρόφιμα, γέννησε. Όταν του το ανάγγειλαν μάλιστα, ο Ζώπυρος δεν το πίστεψε, αλλά πήγε ο ίδιος και είδε το μικρό, οπότε απαγόρευσε σε όσους είχαν δει το γεγονός να κάνουν λόγο σε οποιονδήποτε, και άρχισε να σκέπτεται.
Και θεώρησε ο Ζώπυρος ότι σύμφωνα με τα λόγια που είχε πει παλιότερα εκείνος ο Βαβυλώνιος, ότι δηλαδή όταν γεννήσουν τα μουλάρια, τότε θα κυριευθεί το τείχος, ότι σύμφωνα με αυτή την προφητεία η Βαβυλώνα μπορούσε πια να κυριευτεί — γιατί από θεού εκείνος είχε μιλήσει έτσι, και η δική του μούλα γέννησε.
Όταν λοιπόν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν πλέον μοιραίο να κυριευτεί η Βαβυλώνα, ο Ζώπυρος παρουσιάστηκε στον Δαρείο και τον ρώτησε να μάθει αν το είχε περί πολλού να κυριεύσει τη Βαβυλώνα. Και όταν έμαθε ότι ο Δαρείος έδινε σ᾽ αυτό μεγάλη σημασία, ο Ζώπυρος άρχισε να σκέφτεται κάτι άλλο, πώς να είναι αυτός που θα την κυριεύσει και πώς το κατόρθωμα να είναι όλο δικό του — γιατί οι Πέρσες τιμούν σε μεγάλο βαθμό τις ανδραγαθίες.
Ωστόσο, άλλο τρόπο για να μπορέσει να βάλει στο χέρι τη Βαβυλώνα δεν έβρισκε ο Ζώπυρος πάρεξ να παραμορφωθεί μοναχός του και να αυτομολήσει στους Βαβυλώνιους. Έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτεί, πιάνει και κουτσουρεύει τον εαυτό του με τρόπο ανεπανόρθωτο: έκοψε δηλαδή τη μύτη του και τα αυτιά του, σουρομάδησε τα μαλλιά του, μαστιγώθηκε μονάχος του και πήγε στον Δαρείο.
Πολύ βαριά του ήρθε του Δαρείου σαν είδε παραμορφωμένον αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο: τινάχτηκε από τον θρόνο, έβαλε φωνή και τον ρώτησε ποιός τον είχε παραμορφώσει έτσι και τί του είχε κάνει αυτός.
Κι εκείνος είπε: «Δεν υπάρχει άνθρωπος έξω από σένα που να έχει τη δύναμη να καταντήσει εμένα σ᾽ αυτά τα χάλια — κανένας άλλος δεν μου τα έκανε, βασιλιά μου, όλα αυτά, αλλά εγώ ο ίδιος μονάχος μου, γιατί το έφερα βαριά να περιγελούν οι Ασσύριοι τους Πέρσες».
Κι εκείνος του απάντησε: «Άνθρωπε αθλιότατε, στη χειρότερη πράξη δίνεις το ομορφότερο όνομα όταν λες ότι εξαιτίας των πολιορκημένων έκανες στον εαυτό σου τέτοιο ανεπανόρθωτο κακό· αλλά γιατί, βρε αστόχαστε, θα νικηθούν οι εχθροί γρηγορότερα επειδή εσύ σακατεύτηκες μόνος σου; Σίγουρα έχασες το μυαλό σου για να κάνεις τέτοια ζημιά στον εαυτό σου».
Και εκείνος του είπε: «Αν σου το έλεγα από πριν τί σκόπευα να κάνω, δεν θα με άφηνες· γι᾽ αυτό το πήρα απάνω μου ό,τι έκανα. Τώρα όμως, αν από την πλευρά σου δεν υπάρξουν ελλείψεις, την πήραμε την Βαβυλώνα. Γιατί εγώ, έτσι όπως είμαι, θα αυτομολήσω μέσα στο τείχος και θα τους πω ότι από σένα τα έπαθα αυτά. Και νομίζω ότι θα τους πείσω ότι αυτή είναι η αλήθεια και έτσι θα μου δώσουν να διοικήσω στρατό.
Εσύ τώρα, από την ημέρα όπου εγώ θα μπω στο τείχος, τη δέκατη ημέρα ύστερα απ᾽ αυτήν, βάλε στις πύλες τις λεγόμενες της Σεμίραμης χίλιους άνδρες από τον στρατό σου που να μη σε νοιάζει καθόλου αν χαθούν· ύστερα πάλι, την έβδομη μετά απ᾽ αυτή τη δέκατη ημέρα, βάλε μου άλλους δυο χιλιάδες στις πύλες τις λεγόμενες των Νινίων· και από την έβδομη αυτή μέρα άφησε να περάσουν είκοσι μέρες και ύστερα πάρε και τοποθέτησε άλλους τέσσερις χιλιάδες στις πύλες τις λεγόμενες των Χαλδαίων. Και να μην έχουν ούτε οι πρώτοι ούτε οι άλλοι όπλο αμυντικό κανένα εκτός από εγχειρίδια — αυτά άφησέ τους να τα έχουν.
Και μετά την εικοστή ημέρα πρόσταξε αμέσως την υπόλοιπη στρατιά να επιτεθεί γύρω γύρω σε όλο το τείχος, αλλά βάλε μου τους Πέρσες στις λεγόμενες Βηλίδες και Κίσσιες πύλες· γιατί θαρρώ ότι καθώς θα έχω κάνει μεγάλα κατορθώματα, οι Βαβυλώνιοι, εκτός από τα άλλα, θα μου εμπιστευθούν ασφαλώς και τις βαλανάγρες των πυλών· από εκεί και πέρα είναι δουλειά δική μου και των Περσών το τί θα πρέπει να κάνουμε.
Αυτές τις παραγγελίες άφησε ο Ζώπυρος και ξεκίνησε για τις πύλες, στρέφοντας κάθε λίγο και κοιτάζοντας πίσω σαν να ήταν πραγματικός αυτόμολος. Βλέποντάς τον τώρα απάνω από τους πύργους εκείνοι που είχαν υπηρεσία, έτρεξαν κάτω, μισάνοιξαν το ένα φύλλο της πύλης και τον ρώτησαν ποιός ήταν και τί ήθελε που πήγε εκεί. Αυτός τους είπε ότι είναι ο Ζώπυρος και ότι αυτομολεί στη μεριά τους.
Μόλις τ᾽ άκουσαν αυτά εκείνοι, τον πήγαν ευθύς στη συνέλευση των Βαβυλωνίων· στάθηκε εκεί αυτός και κλαιγόταν και έλεγε ότι από τον Δαρείο είχε πάθει τα όσα είχε πάθει μονάχος του, και ότι τα έπαθε επειδή συμβούλευσε τον Δαρείο να πάρει τον στρατό του και να φύγει, αφού δεν φαινόταν τρόπος κανένας για το πάρσιμο της πόλης.
«Και τώρα,» συνέχισε λέγοντας ο Ζώπυρος «ήρθα, Βαβυλώνιοι, σαν μεγάλο καλό για σας αλλά σα μεγάλο κακό για τον Δαρείο, τον στρατό και τους Πέρσες· γιατί δεν πρόκειται να μείνει ο Δαρείος ατιμώρητος έτσι που με κακοποίησε: ξέρω καλά όλα τα σχέδια και τις σκέψεις του». Έτσι μίλησε ο Ζώπυρος.
Βλέποντας τώρα οι Βαβυλώνιοι αυτόν τον άνθρωπο που ήταν τόσο σπουδαίος ανάμεσα στους Πέρσες να έχει χάσει μύτη και αυτιά και να είναι καταματωμένος από το μαστίγιο, πίστεψαν με τα όλα τους ότι λέει την αλήθεια και ότι έρχεται σαν σύμμαχός τους, και ήταν έτοιμοι να του παραχωρήσουν ό,τι τους ζητούσε· και τους ζητούσε στρατό.
Και όταν τον πήρε ο Ζώπυρος τον στρατό από λόγου τους, έκανε τα όσα είχε συμφωνήσει με τον Δαρείο. Έβγαλε δηλαδή τη δέκατη ημέρα τον στρατό των Βαβυλωνίων, περικύκλωσε τους πρώτους χίλιους που είχε αφήσει παραγγελία στον Δαρείο να παρατάξει, και τους πετσόκοψε.
Όταν οι Βαβυλώνιοι διαπίστωσαν ότι τα έργα του Ζώπυρου ήταν σύμφωνα με τα λόγια του, καταχάρηκαν και ήταν έτοιμοι να του κάνουν όλες τις χάρες. Αυτός πάλι άφησε να περάσουν οι συμφωνημένες ημέρες, και ύστερα έβγαλε πάλι έξω τους Βαβυλωνίους που διάλεξε και πετσόκοψε τους δυο χιλιάδες στρατιώτες του Δαρείου.
Βλέποντας τώρα και τούτο το κατόρθωμά του οι Βαβυλώνιοι όλοι είχαν συνέχεια τον Ζώπυρο στα χείλη τους και τον επαινούσαν. Κι αυτός άφησε πάλι να περάσουν οι συμφωνημένες ημέρες και ύστερα έβγαλε τον στρατό στο καθορισμένο σημείο και πετσόκοψε τους τέσσερις χιλιάδες. Όταν πια έκανε και αυτό το κατόρθωμα ο Ζώπυρος, έγινε το παν για τους Βαβυλωνίους και διορίστηκε στρατάρχης και τειχοφύλακάς τους.
Όταν όμως ο Δαρείος εξαπέλυσε την επίθεση γύρω γύρω στο τείχος, τότε πλέον φανέρωσε ο Ζώπυρος τον δόλο του ακέραιο: γιατί από τη μια οι Βαβυλώνιοι ανέβηκαν στο τείχος ν᾽ αμυνθούν απέναντι στον στρατό του Δαρείου που έκανε επίθεση, από την άλλη ο Ζώπυρος άνοιξε διάπλατες τις πύλες τις λεγόμενες Βηλίδες και Κίσσιες, και άφησε τους Πέρσες να μπουν στο τείχος.
Από τους Βαβυλωνίους τώρα, όσοι είδαν το τί έγινε, έφυγαν προς το ιερό του Δία του Βήλου, όσοι δεν το είδαν, έμειναν στη θέση του ο καθένας ώσπου κατάλαβαν και αυτοί ότι είχαν προδοθεί.
Έτσι λοιπόν πάρθηκε η Βαβυλώνα για δεύτερη φορά, και ο Δαρείος, μόλις υπέταξε τους Βαβυλωνίους, από τη μια τούς γκρέμισε το τείχος και ξεθεμέλιωσε όλες τις πύλες (γιατί ο Κύρος που είχε πάρει για πρώτη φορά τη Βαβυλώνα, δεν έκανε τίποτε από τα δυο), και από την άλλη ανασκολόπισε τους κορυφαίους ανάμεσα στους άνδρες, κάπου τρεις χιλιάδες, ενώ έδωσε πίσω την πόλη στους υπόλοιπους Βαβυλωνίους να την κατοικούν.
Και για να αποκτήσουν οι Βαβυλώνιοι γυναίκες και να κάνουν μετά απογόνους (αφού τις δικές τους, όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, οι Βαβυλώνιοι τις είχαν πνίξει παίρνοντας μέτρα για τα τρόφιμα), ο Δαρείος προνόησε και έκανε το εξής: πρόσταξε τα γειτονικά έθνη να στείλουν στη Βαβυλώνα γυναίκες, προστάζοντας το καθένα να στείλει τόσες ώστε το σύνολο των γυναικών έφτασε τις πενήντα χιλιάδες.
Με κριτή τον Δαρείο τώρα, το κατόρθωμα του Ζώπυρου κανένας από τους Πέρσες δεν το ξεπέρασε, ούτε από τους κατοπινούς ούτε από τους περασμένους, πάρεξ ο Κύρος μόνο — γιατί κανένας από τους Πέρσες δεν θεώρησε ώς τώρα άξιο τον εαυτό του να συγκριθεί μ᾽ αυτόν. Και λέγεται ότι πολλές φορές ο Δαρείος διατύπωσε τούτη τη γνώμη, ότι θα προτιμούσε να μην είχε πάθει ο Ζώπυρος αυτό το κακό παρά να αποκτούσε ο ίδιος είκοσι Βαβυλώνες επιπλέον απ᾽ αυτήν που υπήρχε.
Και τον τίμησε εξαιρετικά —γιατί και δώρα τού έδινε κάθε χρόνο, αυτά που είναι για τους Πέρσες τα πιο τιμητικά, και τη Βαβυλώνα τού παραχώρησε να τη νέμεται αφορολόγητη δια βίου, κι άλλα πολλά τού πρόσφερε. Απ᾽ αυτόν τον Ζώπυρο γεννήθηκε ο Μεγάβυξος, που ήταν αρχηγός του στρατού στην Αίγυπτο εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων τους, και απ᾽ αυτόν τον Μεγάβυξο γεννήθηκε ο Ζώπυρος που αυτομόλησε από τους Πέρσες στην Αθήνα.
Τα σχόλια είναι κλειστά.