Ἱστορίαι Βιβλίο Γ [3.1.1] – [3.160.2] – Θάλεια

Πηγή greek-language/ancient_greek/Ηρόδοτος – Ἱστορίαι/Θάλεια

[3.1.1]Ἐπὶ τοῦτον δὴ τὸν Ἄμασιν Καμβύσης ὁ Κύρου ἐστρατεύετο, ἄγων ἄλλους τε τῶν ἦρχε καὶ Ἑλλήνων Ἴωνάς τε καὶ Αἰολέας, δι᾽ αἰτίην τοιήνδε· πέμψας Καμβύσης ἐς Αἴγυπτον κήρυκα αἴτεε Ἄμασιν θυγατέρα, αἴτεε δὲ ἐκ συμβουλῆς ἀνδρὸς Αἰγυπτίου, ὃς μεμφόμενος Ἀμάσι ἔπρηξε ταῦτα ὅτι μιν ἐξ ἁπάντων τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἰητρῶν ἀποσπάσας ἀπὸ γυναικός τε καὶ τέκνων ἔκδοτον ἐποίησε ἐς Πέρσας, ὅτε Κῦρος πέμψας παρὰ Ἄμασιν αἴτεε ἰητρὸν ὀφθαλμῶν, ὃς εἴη ἄριστος τῶν ἐν Αἰγύπτῳ.Ενάντια λοιπόν σ᾽ αυτόν τον Άμαση έκανε εκστρατεία ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου, επικεφαλής όσων εξουσίαζε, και μαζί των Ελλήνων, δηλαδή Ιώνων και Αιολέων: όσο για την αιτία, ήταν η εξής: ο Καμβύσης έστειλε κήρυκα στην Αίγυπτο και ζήτησε την κόρη του Άμαση, και τη ζήτησε ακούγοντας τη συμβουλή κάποιου Αιγυπτίου που έκανε ό,τι έκανε επειδή είχε παράπονα με τον Άμαση, ότι απ᾽ όλους τους γιατρούς της Αιγύπτου ο Άμασις αυτόν βρήκε να χωρίσει από τη γυναίκα του και τα παιδιά του και να τον παραδώσει στους Πέρσες, όταν ο Καμβύσης είχε στείλει άνθρωπο στον Άμαση και του ζητούσε οφθαλμίατρο, τον καλύτερο που υπήρχε στην Αίγυπτο.
[3.1.2]ταῦτα δὴ ἐπιμεμφόμενος ὁ Αἰγύπτιος ἐνῆγε τῇ συμβουλίῃ κελεύων αἰτέειν τὸν Καμβύσεα Ἄμασιν θυγατέρα, ἵνα ἢ δοὺς ἀνιῷτο ἢ μὴ δοὺς Καμβύσῃ ἀπέχθοιτο. ὁ δὲ Ἄμασις τῇ δυνάμι τῶν Περσέων ἀχθόμενος καὶ ἀρρωδέων οὐκ εἶχε οὔτε δοῦναι οὔτε ἀρνήσασθαι· εὖ γὰρ ἠπίστατο ὅτι οὐκ ὡς γυναῖκά μιν ἔμελλε Καμβύσης ἕξειν ἀλλ᾽ ὡς παλλακήν.Έχοντας λοιπόν αυτό το παράπονο ο Αιγύπτιος έδωσε τη συμβουλή στον Καμβύση και τον παρακίνησε να ζητήσει από τον Άμαση την κόρη του, ώστε ο Άμασις είτε να τη δώσει και να λυπηθεί είτε να μην τη δώσει και να κάνει εχθρό τον Καμβύση. Ο Άμασις ωστόσο ανησυχούσε και φοβόταν τη δύναμη των Περσών, και τρόπο δεν είχε ούτε να δώσει την κόρη του ούτε να αρνηθεί· γιατί το ήξερε πολύ καλά ότι ο Καμβύσης την κόρη του δεν την ήθελε για σύζυγο αλλά για παλλακίδα.
[3.1.3]ταῦτα δὴ ἐκλογιζόμενος ἐποίησε τάδε· ἦν Ἀπρίεω τοῦ προτέρου βασιλέος θυγάτηρ κάρτα μεγάλη τε καὶ εὐειδής, μούνη τοῦ οἴκου λελειμμένη, οὔνομα δέ οἱ ἦν Νίτητις. ταύτην δὴ τὴν παῖδα ὁ Ἄμασις κοσμήσας ἐσθῆτί τε καὶ χρυσῷ ἀποπέμπει ἐς Πέρσας ὡς ἑωυτοῦ θυγατέρα.Κάθισε λοιπόν και τα σκέφτηκε όλα αυτά και έκανε το εξής: υπήρχε μια κόρη του προηγούμενου βασιλιά, του Απρίη, πολύ ψηλή και όμορφη, η μόνη που είχε απομείνει από την οικογένεια, Νίτητις τ᾽ όνομά της. Πιάνει λοιπόν και στολίζει αυτή την κοπέλα ο Άμασις με φορέματα και χρυσαφικά και τη στέλνει στους Πέρσες, δήθεν ότι είναι η κόρη του.
[3.1.4]μετὰ δὲ χρόνον ὥς μιν ἠσπάζετο ‹Καμβύσης› πατρόθεν ὀνομάζων, λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ παῖς· Ὦ βασιλεῦ, διαβεβλημένος ὑπὸ Ἀμάσιος οὐ μανθάνεις, ὃς ἐμὲ σοὶ κόσμῳ ἀσκήσας ἀπέπεμψε, ὡς ἑωυτοῦ θυγατέρα διδούς, ἐοῦσαν τῇ ἀληθείῃ Ἀπρίεω, τὸν ἐκεῖνος ἐόντα ἑωυτοῦ δεσπότεα μετ᾽ Αἰγυπτίων ἐπαναστὰς ἐφόνευσε.Σε λίγο όμως, καθώς ο Καμβύσης τη χαιρετούσε με τ᾽ όνομα του πατέρα της, του λέει η κοπέλα: «Βασιλιά μου, ο Άμασις σε κορόιδεψε και δεν το έχεις καταλάβει· με στόλισε και μ᾽ έστειλε σ᾽ εσένα, δήθεν ότι σου δίνει την κόρη του, ενώ η αλήθεια είναι ότι είμαι κόρη του Απρίη, που ήταν κύριός του, κι αυτός επαναστάτησε μαζί με τους Αιγυπτίους και τον σκότωσε».
[3.1.5]τοῦτο δὴ τὸ ἔπος καὶ αὕτη ἡ αἰτίη ἐγγενομένη ἤγαγε Καμβύσεα τὸν Κύρου μεγάλως θυμωθέντα ἐπ᾽ Αἴγυπτον. οὕτω μέν νυν λέγουσι Πέρσαι.Αυτά τα λόγια και αυτή η αιτία μπήκαν στη μέση και έστρεψαν τον Καμβύση, τον γιο του Κύρου, άγρια θυμωμένον ενάντια στην Αίγυπτο. Αυτά ωστόσο τα λένε οι Πέρσες.
[3.2.1]Αἰγύπτιοι δὲ οἰκηιεῦνται Καμβύσεα, φάμενοί μιν ἐκ ταύτης δὴ τῆς Ἀπρίεω θυγατρὸς γενέσθαι· Κῦρον γὰρ εἶναι τὸν πέμψαντα παρὰ Ἄμασιν ἐπὶ τὴν θυγατέρα, ἀλλ᾽ οὐ Καμβύσεα.Όσο για τους Αιγυπτίους, αυτοί διεκδικούν τον Καμβύση για δικό τους, υποστηρίζοντας ότι τον γέννησε αυτή ακριβώς η κόρη του Απρίη, γιατί ο Κύρος είναι εκείνος που έστειλε και ζήτησε την κόρη του Άμαση, και όχι ο Καμβύσης.
[3.2.2]λέγοντες δὲ ταῦτα οὐκ ὀρθῶς λέγουσι. οὐ μὲν οὐδὲ λέληθε αὐτοὺς (εἰ γάρ τινες καὶ ἄλλοι, τὰ Περσέων νόμιμα ἐπιστέαται καὶ Αἰγύπτιοι) ὅτι πρῶτα μὲν νόθον οὔ σφι νόμος ἐστὶ βασιλεῦσαι γνησίου παρεόντος, αὖτις δὲ ὅτι Κασσανδάνης τῆς Φαρνάσπεω θυγατρὸς ἦν παῖς Καμβύσης, ἀνδρὸς Ἀχαιμενίδεω, ἀλλ᾽ οὐκ ἐκ τῆς Αἰγυπτίης. ἀλλὰ παρατρέπουσι τὸν λόγον προσποιεύμενοι τῇ Κύρου οἰκίῃ συγγενέες εἶναι.Αλλά αυτά που λένε δεν είναι σωστά. Δεν αγνοούν καθόλου (γιατί αν κάποιοι ξέρουν πολύ καλά τη νομοθεσία των Περσών, αυτοί είναι οι Αιγύπτιοι) ότι πρώτα πρώτα ο νόμος δεν τους επιτρέπει να γίνει βασιλιάς νόθος απόγονος όταν υπάρχει νόμιμος, και ύστερα ότι ο Καμβύσης ήταν γιος της Κασσανδάνης, κόρης του Φαρνάσπη, του γένους των Αχαιμενιδών, και όχι της Αιγύπτιας. Αλλά διαστρέφουν την ιστορία και καμώνονται ότι έχουν συγγένεια με τον οίκο του Κύρου. Έτσι είναι τα πράγματα.
[3.3.1]καὶ ταῦτα μὲν ὧδε ἔχει. λέγεται δὲ καὶ ὅδε λόγος, ἐμοὶ μὲν οὐ πιθανός, ὡς τῶν Περσίδων γυναικῶν ἐσελθοῦσά τις παρὰ τὰς Κύρου γυναῖκας, ὡς εἶδε τῇ Κασσανδάνῃ παρεστεῶτα τέκνα εὐειδέα τε καὶ μεγάλα, πολλῷ ἐχρᾶτο τῷ ἐπαίνῳ ὑπερθωμάζουσα, ἡ δὲ Κασσανδάνη, ἐοῦσα τοῦ Κύρου γυνή, εἶπε τάδε·Αφηγούνται και μια άλλη ιστορία, που εμένα πάντως δεν μου φαίνεται πιθανή, ότι κάποια Περσίδα πήγε να επισκεφτεί τις γυναίκες του Κύρου, και όταν είδε γύρω στην Κασσανδάνη παιδιά τόσο όμορφα και υψηλόσωμα, δεν χόρταινε να τα θαυμάζει και να τα παινεύει, οπότε είπε η Κασσανδάνη, που ήταν γυναίκα του Κύρου:
[3.3.2]Τοιῶνδε μέντοι ἐμὲ παίδων μητέρα ἐοῦσαν Κῦρος ἐν ἀτιμίῃ ἔχει, τὴν δὲ ἀπ᾽ Αἰγύπτου ἐπίκτητον ἐν τιμῇ τίθεται. τὴν μὲν ἀχθομένην τῇ Νιτήτι εἰπεῖν ταῦτα, τῶν δέ οἱ παίδων τὸν πρεσβύτερον εἰπεῖν Καμβύσεα·«Και όμως, εμένα, που είμαι μητέρα τέτοιων παιδιών, ο Κύρος με περιφρονεί, ενώ την ξενοφερμένη από την Αίγυπτο την έχει περί πολλού». Η Κασσανδάνη τα είπε βέβαια αυτά από τη στεναχώρια της για τη Νίτητη· αλλά ο μεγαλύτερος από τους γιους της, ο Καμβύσης, είπε:
[3.3.3]Τοιγάρ τοι, ὦ μῆτερ, ἐπεὰν ἐγὼ γένωμαι ἀνήρ, Αἰγύπτου τὰ μὲν ἄνω κάτω θήσω, τὰ δὲ κάτω ἄνω. ταῦτα εἰπεῖν αὐτὸν ἔτεα ὡς δέκα κου γεγονότα, καὶ τὰς γυναῖκας ἐν θώματι γενέσθαι· τὸν δὲ διαμνημονεύοντα οὕτω δή, ἐπείτε ἀνδρώθη καὶ ἔσχε τὴν βασιληίην, ποιήσασθαι τὴν ἐπ᾽ Αἴγυπτον στρατηίην.«Γι᾽ αυτό κι εγώ, μητέρα, όταν θα μεγαλώσω, θα κάνω την Αίγυπτο άνω–κάτω». Όταν είπε αυτά τα λόγια ο Καμβύσης, ήταν κάπου δέκα χρονών, και οι γυναίκες έμειναν έκθαμβες· αυτός όμως τα κράτησε στη μνήμη του, και όταν ανδρώθηκε και πήρε τη βασιλεία, έκανε την εκστρατεία εναντίον της Αιγύπτου.
[3.4.1]συνήνεικε δὲ καὶ ἄλλο τι τοιόνδε πρῆγμα γενέσθαι ἐς τὴν ἐπιστράτευσιν ταύτην· ἦν τῶν ἐπικούρων τῶν Ἀμάσιος ἀνὴρ γένος μὲν Ἁλικαρνησσεύς, οὔνομα δέ οἱ ἦν Φάνης, καὶ γνώμην ἱκανὸς καὶ τὰ πολέμια ἄλκιμος.Στην εκστρατεία αυτή ωστόσο συνέβαλε και κάτι άλλο που συνέβη, κάπως έτσι: ανάμεσα στους μισθοφόρους του Άμαση ήταν και κάποιος από την Αλικαρνασσό, Φάνης τ᾽ όνομά του, γερό μυαλό και γενναίος στον πόλεμο.
[3.4.2]οὗτος ὁ Φάνης μεμφόμενός κού τι Ἀμάσι ἐκδιδρήσκει πλοίῳ ἐξ Αἰγύπτου, βουλόμενος Καμβύσῃ ἐλθεῖν ἐς λόγους. οἷα δὲ ἐόντα αὐτὸν ἐν τοῖσι ἐπικούροισι λόγου οὐ σμικροῦ ἐπιστάμενόν τε τὰ περὶ Αἴγυπτον ἀτρεκέστατα, μεταδιώκει ὁ Ἄμασις σπουδὴν ποιεύμενος ἑλεῖν, μεταδιώκει δὲ τῶν εὐνούχων τὸν πιστότατον ἀποστείλας τριήρεϊ κατ᾽ αὐτόν, ὃς αἱρέει μιν ἐν Λυκίῃ, ἑλὼν δὲ οὐκ ἀνήγαγε ἐς Αἴγυπτον· σοφίῃ γάρ μιν περιῆλθε ὁ Φάνης.Αυτός ο Φάνης είχε κάποιοι παράπονο με τον Άμαση και γι᾽ αυτό το σκάει μ᾽ ένα πλοίο από την Αίγυπτο για να πάει στον Καμβύση να τα μιλήσει μαζί του. Και επειδή ανάμεσα στους συμμάχους δεν ήταν διόλου παρακατιανός και γνώριζε με μεγάλη ακρίβεια τα σχετικά με την Αίγυπτο, τον στρώνει μάνι μάνι στο κυνήγι ο Άμασις για να τον πιάσει, και τον στρώνει στο κυνήγι στέλνοντας ξοπίσω του με μια τριήρη τον πιο πιστό από τους ευνούχους του, ο οποίος τον έπιασε βέβαια στη Λυκία, αλλά μόλο που τον έπιασε, πίσω στην Αίγυπτο δεν τον πήγε — γιατί ο Φάνης τού την έφερε με πονηριά:
[3.4.3]καταμεθύσας γὰρ τοὺς φυλάκους ἀπαλλάσσετο ἐς Πέρσας. ὁρμημένῳ δὲ στρατεύεσθαι Καμβύσῃ ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ἀπορέοντι τὴν ἔλασιν, ὅκως τὴν ἄνυδρον διεκπερᾷ, ἐπελθὼν φράζει μὲν καὶ τἆλλα τὰ Ἀμάσιος πρήγματα, ἐξηγέεται δὲ καὶ τὴν ἔλασιν, ὧδε παραινέων, πέμψαντα παρὰ τὸν Ἀραβίων βασιλέα δέεσθαι τὴν διέξοδόν οἱ ἀσφαλέα παρασχεῖν.μέθυσε τους φρουρούς και το έσκασε για την Περσία. Απάνω λοιπόν όπου ο Καμβύσης ετοιμαζόταν για την εκστρατεία στην Αίγυπτο και αναρωτιόταν για την πορεία του, πώς να διασχίσει την άνυδρη περιοχή, καταφτάνει ο Φάνης και όχι μόνο του περιγράφει την όλη κατάσταση του Άμαση, αλλά και του υποδείχνει την πορεία συμβουλεύοντάς τον να κάνει το εξής, να στείλει μήνυμα στον βασιλιά των Αράβων και να του ζητήσει να του παραχωρήσει ασφαλή δίοδο.
[3.5.1]μούνῃ δὲ ταύτῃ εἰσὶ φανεραὶ ἐσβολαὶ ἐς Αἴγυπτον· ἀπὸ γὰρ Φοινίκης μέχρις οὔρων τῶν Καδύτιος πόλιός [ἥ] ἐστι Συρίων τῶν Παλαιστίνων καλεομένων·Η μόνη ανοιχτή πρόσβαση για την Αίγυπτο είναι από εκεί, γιατί από τη Φοινίκη ώς τα σύνορα της πόλης Κάδυτης ο τόπος ανήκει στους λεγόμενους Σύριους της Παλαιστίνης·
[3.5.2]ἀπὸ δὲ Καδύτιος πόλιος ἐούσης, ὡς ἐμοὶ δοκέει, Σαρδίων οὐ πολλῷ ἐλάσσονος, ἀπὸ ταύτης τὰ ἐμπόρια τὰ ἐπὶ θαλάσσης μέχρι Ἰηνύσου πόλιός ἐστι τοῦ Ἀραβίου, ἀπὸ δὲ Ἰηνύσου αὖτις Συρίων μέχρι Σερβωνίδος λίμνης, παρ᾽ ἣν δὴ τὸ Κάσιον ὄρος τείνει ἐς θάλασσαν·από την πόλη Κάδυτη όμως, που κατά τη γνώμη μου δεν είναι πολύ μικρότερη από τις Σάρδεις, απ᾽ αυτήν λοιπόν ώς την πόλη Ιήνυσο, τα θαλασσινά λιμάνια είναι του Άραβα, ενώ από την Ιήνυσο είναι και πάλι των Συρίων, ώς τη λίμνη Σερβωνίδα, όπου δίπλα της το βουνό Κάσιο κατεβαίνει ώς τη θάλασσα·
[3.5.3]ἀπὸ δὲ Σερβωνίδος λίμνης, ἐν τῇ δὴ λόγος τὸν Τυφῶ κεκρύφθαι, ἀπὸ ταύτης ἤδη Αἴγυπτος. τὸ δὴ μεταξὺ Ἰηνύσου πόλιος καὶ Κασίου τε ὄρεος καὶ τῆς Σερβωνίδος λίμνης, ἐὸν τοῦτο οὐκ ὀλίγον χωρίον ἀλλὰ ὅσον τε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὁδοῦ, ἄνυδρόν ἐστι δεινῶς.και από τη Σερβωνίδα και πέρα, όπου λέγεται ότι έχει κρυφτεί ο Τυφών, είναι πλέον Αίγυπτος. Η περιοχή λοιπόν ανάμεσα στην πόλη Ιήνυσο, στο Κάσιο όρος και στη λίμνη Σερβωνίδα, περιοχή που δεν είναι διόλου μικρή αλλά χρειάζεται τριών ημερών πορεία, είναι φοβερά άνυδρη.
[3.6.1]τὸ δὲ ὀλίγοι τῶν ἐς Αἴγυπτον ναυτιλλομένων ἐννενώκασι, τοῦτο ἔρχομαι φράσων. ἐς Αἴγυπτον ἐκ τῆς Ἑλλάδος πάσης καὶ πρὸς ἐκ Φοινίκης κέραμος ἐσάγεται πλήρης οἴνου δι᾽ ἔτεος ἑκάστου, καὶ ἓν κεράμιον οἰνηρὸν ἀριθμῷ κεινὸν οὐκ ἔστι ὡς λόγῳ εἰπεῖν ἰδέσθαι.Θέλω ωστόσο τώρα να μιλήσω για κάτι που ελάχιστοι απ᾽ όσους ταξιδεύουν στην Αίγυπτο το έχουν αντιληφθεί. Κάθε χρόνο εισάγονται από την Ελλάδα αλλά και από τη Φοινίκη στην Αίγυπτο πήλινα δοχεία κρασί, και μολοντούτο, απ᾽ όλα αυτά τα πήλινα δοχεία του κρασιού δεν είναι δυνατόν να δει κανείς ούτε ένα άδειο, που λέει ο λόγος.
[3.6.2]κοῦ δῆτα, εἴποι τις ἄν, ταῦτα ἀναισιμοῦται; ἐγὼ καὶ τοῦτο φράσω. δεῖ τὸν μὲν δήμαρχον ἕκαστον ἐκ τῆς ἑωυτοῦ πόλιος συλλέξαντα πάντα τὸν κέραμον ἄγειν ἐς Μέμφιν, τοὺς δὲ ἐκ Μέμφιος ἐς ταῦτα δὴ τὰ ἄνυδρα τῆς Συρίης κομίζειν πλήσαντας ὕδατος. οὕτω ὁ ἐπιφοιτέων κέραμος καὶ ἐξαιρεόμενος ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ τὸν παλαιὸν κομίζεται ἐς Συρίην.Τί γίνονται λοιπόν αυτά τα δοχεία; θα ρωτήσει κανείς. Θα απαντήσω και σε αυτό. Ο κάθε δήμαρχος οφείλει να μαζέψει όλα τα πήλινα δοχεία από την πόλη του και να τα πάει στη Μέμφιδα, όπου στη Μέμφιδα τα γεμίζουν νερό και τα κουβαλούν σ᾽ αυτή την άνυδρη περιοχή της Συρίας. Έτσι τα πήλινα δοχεία που φτάνουν κάθε φορά στην Αίγυπτο και αδειάζουν μεταφέρονται κοντά στα παλιά, στη Συρία.
[3.7.1]οὕτω μέν νυν Πέρσαι εἰσὶ οἱ τὴν ἐσβολὴν ταύτην παρασκευάσαντες ἐς Αἴγυπτον, κατὰ δὴ τὰ εἰρημένα σάξαντες ὕδατι, ἐπείτε τάχιστα παρέλαβον Αἴγυπτον.Έτσι λοιπόν οι Πέρσες είναι εκείνοι που έκαναν μετά ευκολότερη την πρόσβαση στην Αίγυπτο, αφού μόλις πήραν την Αίγυπτο, φρόντισαν αμέσως να εξασφαλίσουν το νερό.
[3.7.2]τότε δὲ οὐκ ἐόντος κω ὕδατος ἑτοίμου, Καμβύσης πυθόμενος τοῦ Ἁλικαρνησσέος ξείνου, πέμψας παρὰ τὸν Ἀράβιον ἀγγέλους καὶ δεηθεὶς τῆς ἀσφαλείης ἔτυχε, πίστις δούς τε καὶ δεξάμενος παρ᾽ αὐτοῦ.Τότε όμως δεν υπήρχε ακόμη πουθενά απόθεμα νερού, και έτσι ο Καμβύσης, παίρνοντας τις πληροφορίες του από τον ξένο από την Αλικαρνασσό, έστειλε αγγελιαφόρους στον Άραβα βασιλιά, του ζήτησε ασφαλή δίοδο και την πέτυχε, αφού του έδωσε υπόσχεση πίστης και πήρε την ίδια κι απ᾽ αυτόν.
[3.8.1]σέβονται δὲ Ἀράβιοι πίστις ἀνθρώπων ὅμοια τοῖσι μάλιστα. ποιεῦνται δὲ αὐτὰς τρόπῳ τοιῷδε· τῶν βουλομένων τὰ πιστὰ ποιέεσθαι ἄλλος ἀνὴρ ἀμφοτέρων αὐτῶν ἐν μέσῳ ἑστεὼς λίθῳ ὀξέϊ τὸ ἔσω τῶν χειρῶν παρὰ τοὺς δακτύλους τοὺς μεγάλους ἐπιτάμνει τῶν ποιευμένων τὰς πίστις, καὶ ἔπειτα λαβὼν ἐκ τοῦ ἱματίου ἑκατέρου κροκύδα ἀλείφει τῷ αἵματι ἐν μέσῳ κειμένους λίθους ἑπτά, τοῦτο δὲ ποιέων ἐπικαλέει τε τὸν Διόνυσον καὶ τὴν Οὐρανίην.Τις συμφωνίες που βασίζονται στην πίστη, οι Άραβες τις σέβονται περισσότερο απ᾽ όσο οι άλλοι άνθρωποι. Και τις κλείνουν με τον ακόλουθο τρόπο: ανάμεσα στους δύο που θέλουν να κάνουν τη συμφωνία, στέκεται ένας άλλος άνθρωπος που πιάνει με μια πέτρα κοφτερή και χαράζει την παλάμη αυτών που κάνουν τη συμφωνία κοντά στους αντίχειρες, και ύστερα παίρνει από το ρούχο του καθενός μια κλωστή και πασαλείβει με αίμα επτά πέτρες τοποθετημένες ανάμεσά τους, και κάνοντάς το αυτό επικαλείται τον Διόνυσο και την Ουράνια Αφροδίτη.
[3.8.2]ἐπιτελέσαντος δὲ τούτου ταῦτα ὁ τὰς πίστις ποιησάμενος τοῖσι φίλοισι παρεγγυᾷ τὸν ξεῖνον ἢ καὶ τὸν ἀστόν, ἢν πρὸς ἀστὸν ποιῆται, οἱ δὲ φίλοι καὶ αὐτοὶ τὰς πίστις δικαιεῦσι σέβεσθαι.Και όταν ο τρίτος τελειώσει το έργο του, αυτός που έκανε τη συμφωνία παραδίνει στην εγγύηση των φίλων του τον ξένο ή τον συμπολίτη του, αν με συμπολίτη έγινε η συμφωνία, και οι φίλοι αναλαβαίνουν και αυτοί την υποχρέωση να σεβαστούν τις συμφωνίες.
[3.8.3]Διόνυσον δὲ θεῶν μοῦνον καὶ τὴν Οὐρανίην ἡγέονται εἶναι, καὶ τῶν τριχῶν τὴν κουρὴν κείρεσθαί φασι κατά περ αὐτὸν τὸν Διόνυσον κεκάρθαι· κείρονται δὲ περιτρόχαλα, ὑποξυρῶντες τοὺς κροτάφους. ὀνομάζουσι δὲ τὸν μὲν Διόνυσον Ὀροτάλτ, τὴν δὲ Οὐρανίην Ἀλιλάτ.Από τους Θεούς ωστόσο οι Άραβες παραδέχονται ότι υπάρχουν μόνο ο Διόνυσος και η Ουράνια Αφροδίτη, και υποστηρίζουν ότι τα μαλλιά τους τα κουρεύουν όπως είναι κουρεμένος και ο ίδιος ο Διόνυσος: κουρεύονται δηλαδή γύρω γύρω, και από κάτω ξυρίζουν τους κροτάφους. Ονομάζουν τον Διόνυσο Οροτάλτ και την Ουράνια Αφροδίτη Αλιλάτ.
[3.9.1]ἐπεὶ ὦν τὴν πίστιν τοῖσι ἀγγέλοισι τοῖσι παρὰ Καμβύσεω ἀπιγμένοισι ἐποιήσατο ὁ Ἀράβιος, ἐμηχανᾶτο τοιάδε· ἀσκοὺς καμήλων πλήσας ὕδατος ἐπέσαξε ἐπὶ τὰς ζωὰς τῶν καμήλων πάσας, τοῦτο δὲ ποιήσας ἤλασε ἐς τὴν ἄνυδρον καὶ ὑπέμενε ἐνθαῦτα τὸν Καμβύσεω στρατόν.Αφού λοιπόν έκλεισε τη συμφωνία με τους αγγελιαφόρους που είχαν έρθει από τον Καμβύση, ο Άραβας έκανε τούτη τη δουλειά: έπιασε και γέμισε με νερό ασκιά από καμήλες, φόρτωσε με δαύτα όλες τις καμήλες του τις ζωντανές, και αφού το έκανε αυτό τις πήγε στην άνυδρη περιοχή και περίμενε εκεί τον στρατό του Καμβύση.
[3.9.2]οὗτος μὲν ὁ πιθανώτερος τῶν λόγων εἴρηται, δεῖ δὲ καὶ τὸν ἧσσον πιθανόν, ἐπεί γε δὴ λέγεται, ῥηθῆναι. ποταμός ἐστι μέγας ἐν τῇ Ἀραβίῃ τῷ οὔνομα Κόρυς, ἐκδιδοῖ δὲ οὗτος ἐς τὴν Ἐρυθρὴν καλεομένην θάλασσαν.Απ᾽ όλες τις εκδοχές που αναφέρονται, αυτή είναι η πιο πιστευτή· μιας και τη λένε όμως, πρέπει να πούμε και τη λιγότερο πιστευτή. Είναι λοιπόν στην Αραβία μεγάλο ποτάμι, Κόρυς τ᾽ όνομά του, που χύνεται στη λεγόμενη Ερυθρά θάλασσα,
[3.9.3]ἀπὸ τούτου δὴ ὦν τοῦ ποταμοῦ λέγεται τὸν βασιλέα τῶν Ἀραβίων, ῥαψάμενον ὠμοβοέων καὶ ἄλλων δερμάτων ὀχετὸν μήκεϊ ἐξικνεύμενον ἐς τὴν ἄνυδρον, ἀγαγεῖν διὰ δὴ τούτου τὸ ὕδωρ, ἐν δὲ τῇ ἀνύδρῳ μεγάλας δεξαμενὰς ὀρύξασθαι, ἵνα δεκομεναι τὸ ὕδωρ σῴζωσι.και απ᾽ αυτό το ποτάμι λένε ότι έφερε το νερό ο βασιλιάς των Αράβων μ᾽ έναν αγωγό που τον έραψε από ακατέργαστα δέρματα βοδιών και άλλα και με μάκρος που έφτανε ώς την άνυδρη περιοχή, όπου στην άνυδρη περιοχή έσκαψε μεγάλες δεξαμενές για να δέχονται το νερό και να το κρατάνε.
[3.9.4]ὁδὸς δ᾽ ἐστὶ δυώδεκα ἡμερέων ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ ἐς ταύτην τὴν ἄνυδρον. ἀγαγεῖν δέ μιν δι᾽ ὀχετῶν τριῶν ἐς τριξὰ χωρία.Όσο για την απόσταση από το ποτάμι ώς αυτήν την άνυδρη περιοχή, είναι δώδεκα ημέρες. Και το έφερε το νερό ο βασιλιάς με τρεις αγωγούς σε τρία σημεία.
[3.10.1]Ἐν δὲ τῷ Πηλουσίῳ καλεομένῳ στόματι τοῦ Νείλου ἐστρατοπεδεύετο Ψαμμήνιτος ὁ Ἀμάσιος παῖς, ὑπομένων Καμβύσεα.Στο λεγόμενο Πηλούσιο στόμιο του Νείλου είχε στρατοπεδεύσει ο Ψαμμήνιτος, ο γιος του Άμαση, και περίμενε τον Καμβύση —
[3.10.2]Ἄμασιν γὰρ οὐ κατέλαβε ζῶντα Καμβύσης ἐλάσας ἐπ᾽ Αἴγυπτον, ἀλλὰ βασιλεύσας ὁ Ἄμασις τέσσερα καὶ τεσσεράκοντα ἔτεα ἀπέθανε, ἐν τοῖσι οὐδέν οἱ μέγα ἀνάρσιον πρῆγμα συνηνείχθη. ἀποθανὼν δὲ καὶ ταριχευθεὶς ἐτάφη ἐν τῇσι ταφῇσι τῇσι ἐν τῷ ἱρῷ, τὰς αὐτὸς οἰκοδομήσατο.γιατί ο Καμβύσης, όταν εισέβαλε στην Αίγυπτο, δεν τον πρόλαβε ζωντανό τον Άμαση: ο Άμασις πέθανε αφού είχε βασιλεύσει σαράντα τέσσερα χρόνια, που κατά τη διάρκειά τους δεν τον είχε βρει ούτε μια μεγάλη συμφορά. Πέθανε λοιπόν και τον ταρίχευσαν και τον έθαψαν στον τάφο μέσα στο ιερό που ο ίδιος τον είχε οικοδομήσει.
[3.10.3]ἐπὶ Ψαμμηνίτου δὲ τοῦ Ἀμάσιος βασιλεύοντος Αἰγύπτου φάσμα Αἰγυπτίοισι μέγιστον δὴ ἐγένετο· ὕσθησαν γὰρ Θῆβαι αἱ Αἰγύπτιαι, οὔτε πρότερον οὐδαμὰ ὑσθεῖσαι οὔτε ὕστερον τὸ μέχρις ἐμεῦ, ὡς λέγουσι αὐτοὶ Θηβαῖοι. οὐ γὰρ δὴ ὕεται τὰ ἄνω τῆς Αἰγύπτου τὸ παράπαν· ἀλλὰ καὶ τότε ὕσθησαν αἱ Θῆβαι ψακάδι.Και όταν ήταν βασιλιάς ο Ψαμμήνιτος, ο γιος του Άμαση, στην Αίγυπτο έγινε ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα: έβρεξε στην αιγυπτιακή Θήβα, όπου δεν είχε βρέξει ποτέ πριν ούτε μετά, ώς τα δικά μου χρόνια, καθώς λένε οι ίδιοι οι Θηβαίοι. Γιατί στην απάνω μεριά της Αιγύπτου δεν βρέχει καθόλου· και τότε όμως στη Θήβα απλώς ψιχάλισε.
[3.11.1]οἱ δὲ Πέρσαι ἐπείτε διεξελάσαντες τὴν ἄνυδρον ἵζοντο πέλας τῶν Αἰγυπτίων ὡς συμβαλέοντες, ἐνθαῦτα οἱ ἐπίκουροι οἱ τοῦ Αἰγυπτίου, ἐόντες ἄνδρες Ἕλληνές τε καὶ Κᾶρες, μεμφόμενοι τῷ Φάνῃ ὅτι στρατὸν ἤγαγε ἐπ᾽ Αἴγυπτον ἀλλόθροον, μηχανῶνται πρῆγμα ἐς αὐτὸν τοιόνδε·Διάβηκαν ωστόσο οι Πέρσες την άνυδρη περιοχή και εγκαταστάθηκαν κοντά στους Αιγυπτίους για να δώσουν μάχη, οπότε οι μισθοφόροι του Αιγύπτιου βασιλιά, που ήταν Έλληνες και Κάρες, δυσαρεστημένοι με τον Φάνη που πήγε κι έφερε ξένον στρατό ενάντια στην Αίγυπτο, πιάνουν και του κάνουν την εξής δουλειά:
[3.11.2]ἦσαν τῷ Φάνῃ παῖδες ἐν Αἰγύπτῳ καταλελειμμένοι, τοὺς ἀγαγόντες ἐς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐς ὄψιν τοῦ πατρὸς κρητῆρα ἐν μέσῳ ἔστησαν ἀμφοτέρων τῶν στρατοπέδων, μετὰ δὲ ἀγινέοντες κατὰ ἕνα ἕκαστον τῶν παίδων ἔσφαζον ἐς τὸν κρητῆρα.ο Φάνης είχε αφήσει στην Αίγυπτο τους γιους του, που αυτοί τους οδήγησαν στο στρατόπεδο, και μπροστά στα μάτια του πατέρα τους έστησαν ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα έναν κρατήρα, και ύστερα πηγαίνοντας εκεί ένα ένα τα παιδιά τα έσφαζαν πάνω από τον κρατήρα.
[3.11.3]διὰ πάντων δὲ διεξελθόντες τῶν παίδων οἶνόν τε καὶ ὕδωρ ἐσεφόρεον ἐς αὐτόν, ἐμπιόντες δὲ τοῦ αἵματος πάντες οἱ ἐπίκουροι οὕτω δὴ συνέβαλον. μάχης δὲ γενομένης καρτερῆς καὶ πεσόντων [ἐξ] ἀμφοτέρων τῶν στρατοπέδων πλήθεϊ πολλῶν ἐτράποντο οἱ Αἰγύπτιοι.Και όταν τα ξέκαναν όλα τα παιδιά, έριξαν μέσα στον κρατήρα κρασί και νερό, ήπιαν όλοι οι μισθοφόροι απ᾽ αυτό το αίμα, και τότε άρχισε η συμπλοκή. Η μάχη υπήρξε σκληρή, πλήθος μεγάλο οι σκοτωμένοι και από τα δύο στρατόπεδα, και οι Αιγύπτιοι υποχώρησαν.
[3.12.1]θῶμα δὲ μέγα εἶδον πυθόμενος παρὰ τῶν ἐπιχωρίων· τῶν γὰρ ὀστέων κεχυμένων χωρὶς ἑκατέρων τῶν ἐν τῇ μάχῃ ταύτῃ πεσόντων (χωρὶς μὲν γὰρ τῶν Περσέων ἔκειτο τὰ ὀστέα, ὡς ἐχωρίσθη κατ᾽ ἀρχάς, ἑτέρωθι δὲ τῶν Αἰγυπτίων), αἱ μὲν τῶν Περσέων κεφαλαί εἰσι ἀσθενέες οὕτω ὥστε, εἰ θέλεις ψήφῳ μούνῃ βαλεῖν, διατετρανέεις, αἱ δὲ τῶν Αἰγυπτίων οὕτω δή τι ἰσχυραί, μόγις ἂν λίθῳ παίσας διαρρήξειας.Λοιπόν, χάρη σε πληροφορίες των ντόπιων είδα ένα πράγμα πολύ παράξενο· δηλαδή, τα κόκαλα των σκοτωμένων σ᾽ αυτή τη μάχη ήταν σκορπισμένα (χώρια κείτονταν των Περσών όπως είχαν χωριστεί από την αρχή, και αλλού των Αιγυπτίων), και των Περσών τα κρανία ήταν τόσο φτενά ώστε αν ήθελε κανείς, χτυπώντας τα και μ᾽ ένα πετραδάκι, μπορούσε να τα τρυπήσει, ενώ των Αιγυπτίων ήταν τόσο γερά ώστε και με μεγάλη πέτρα να τα χτυπούσε κανείς, ζήτημα είναι αν θα έσπαγαν.
[3.12.2]αἴτιον δὲ τούτου τόδε ἔλεγον, καὶ ἐμέ γε εὐπετέως ἔπειθον, ὅτι Αἰγύπτιοι μὲν αὐτίκα ἀπὸ παιδίων ἀρξάμενοι ξυρῶνται τὰς κεφαλὰς καὶ πρὸς τὸν ἥλιον παχύνεται τὸ ὀστέον.Όσο για τον λόγο που συμβαίνει αυτό, μου είπαν ότι είναι ο εξής, και με έπεισαν εύκολα: οι Αιγύπτιοι αρχίζουν αμέσως να ξυρίζουν τα κεφάλια τους, από παιδιά ακόμη, και έτσι το κόκαλο χοντραίνει από τον ήλιο.
[3.12.3]τὠυτὸ δὲ τοῦτο καὶ τοῦ μὴ φαλακροῦσθαι αἴτιόν ἐστι· Αἰγυπτίων γὰρ ἄν τις ἐλαχίστους ἴδοιτο φαλακροὺς πάντων ἀνθρώπων.Για τον ίδιο λόγο δεν κάνουν και φαλάκρα· πραγματικά, ανάμεσα στους Αιγυπτίους βλέπει κανείς τους λιγότερους φαλακρούς παρ᾽ ό,τι ανάμεσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους.
[3.12.4]τούτοισι μὲν δὴ τοῦτό ἐστι αἴτιον ἰσχυρὰς φορέειν τὰς κεφαλάς, τοῖσι δὲ Πέρσῃσι, ὅτι ἀσθενέας φορέουσι τὰς κεφαλάς, αἴτιον τόδε· σκιητροφέουσι ἐξ ἀρχῆς πίλους τιάρας φορέοντες. ταῦτα μέν νυν τοιαῦτα [ἐόντα εἶδον]· εἶδον δὲ καὶ ἄλλα ὅμοια τούτοισι ἐν Παπρήμι τῶν ἅμα Ἀχαιμένεϊ τῷ Δαρείου διαφθαρέντων ὑπὸ Ἰνάρω τοῦ Λίβυος.Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που έχουν γερά κεφάλια. Όσο για τους Πέρσες, ο λόγος που έχουν αδύναμα κεφάλια, είναι ο εξής: τα έχουν σκεπασμένα από μικροί με τις τιάρες που φορούν, τα καπέλα από πίλημα. Τα είδα λοιπόν αυτά και έτσι ήταν· είδα όμως και άλλα παρόμοια με τούτα στην Πάπρημη, σ᾽ εκείνους που σκοτώθηκαν μαζί με τον Αχαιμένη, τον γιο του Δαρείου, από τον Ινάρω τον Λίβυο.
[3.13.1]οἱ δὲ Αἰγύπτιοι ἐκ τῆς μάχης ὡς ἐτράποντο, ἔφευγον οὐδενὶ κόσμῳ. κατειληθέντων δὲ ἐς Μέμφιν ἔπεμπε ἀνὰ ποταμὸν Καμβύσης νέα Μυτιληναίην κήρυκα ἄγουσαν ἄνδρα Πέρσην, ἐς ὁμολογίην προκαλεόμενος Αἰγυπτίους.Οι Αιγύπτιοι ωστόσο, όταν νικήθηκαν στη μάχη, ρίχτηκαν σε άτακτη φυγή και έφτασαν στη Μέμφιδα· τότε ο Καμβύσης στέλνει προς τα πάνω, από το ποτάμι, ένα πλοίο μυτιληνέικο που κουβαλούσε έναν Πέρση κήρυκα, για να καλέσει τους Αιγυπτίους να έρθουν σε συμφωνία.
[3.13.2]οἱ δὲ ἐπείτε τὴν νέα εἶδον ἐσελθοῦσαν ἐς τὴν Μέμφιν, ἐκχυθέντες ἁλέες ἐκ τοῦ τείχεος τήν τε νέα διέφθειραν καὶ τοὺς ἄνδρας κρεοργηδὸν διασπάσαντες ἐφόρεον ἐς τὸ τεῖχος.Αυτοί όμως, μόλις είδαν το πλοίο να μπαίνει στη Μέμφιδα, όρμησαν μπουλούκι έξω από το τείχος, κατέστρεψαν το πλοίο, και τους άντρες του πληρώματος τους μακέλεψαν και τους πήραν μέσα στο τείχος.
[3.13.3]καὶ Αἰγύπτιοι μὲν μετὰ τοῦτο πολιορκεόμενοι χρόνῳ παρέστησαν, οἱ δὲ προσεχέες Λίβυες δείσαντες τὰ περὶ τὴν Αἴγυπτον γεγονότα παρέδοσαν σφέας αὐτοὺς ἀμαχητὶ καὶ φόρον τε ἐτάξαντο καὶ δῶρα ἔπεμπον. ὡς δὲ Κυρηναῖοι καὶ Βαρκαῖοι, δείσαντες ὁμοίως καὶ οἱ Λίβυες, ἕτερα τοιαῦτα ἐποίησαν.Μετά απ᾽ αυτό οι Αιγύπτιοι πολιορκήθηκαν και με τον καιρό παραδόθηκαν, ενώ οι γείτονές τους Λίβυοι, φοβισμένοι από τα όσα έγιναν στην Αίγυπτο, παραδόθηκαν χωρίς μάχη, δέχτηκαν να πληρώνουν φόρο και έστειλαν δώρα. Το ίδιο και οι Κυρηναίοι και οι Βαρκαίοι, φοβήθηκαν όπως οι Λίβυοι και έπραξαν ανάλογα.
[3.13.4]Καμβύσης δὲ τὰ μὲν παρὰ Λιβύων ἐλθόντα δῶρα φιλοφρόνως ἐδέξατο, τὰ δὲ παρὰ Κυρηναίων ἀπικόμενα μεμφθείς, ὡς ἐμοὶ δοκέει, ὅτι ἦν ὀλίγα (ἔπεμψαν γὰρ δὴ πεντακοσίας μνέας ἀργυρίου οἱ Κυρηναῖοι), ταύτας δρασσόμενος αὐτοχειρίῃ διέσπειρε τῇ στρατιῇ.Όσο για τον Καμβύση, τα δώρα που του πήγαν από τους Λίβυους τα δέχτηκε με κάθε ευγένεια, ενώ εκείνα που προέρχονταν από τους Κυρηναίους τα περιφρόνησε, κατά τη γνώμη μου επειδή ήταν λίγα, αφού οι Κυρηναίοι τού έστειλαν πεντακόσιες μνες ασήμι: ο Καμβύσης τις άρπαξε και με τα ίδια του τα χέρια τις σκόρπισε στο στράτευμά του.
[3.14.1]ἡμέρῃ δὲ δεκάτῃ ἀπ᾽ ἧς παρέλαβε τὸ τεῖχος τὸ ἐν Μέμφι Καμβύσης, κατίσας ἐς τὸ προάστειον ἐπὶ λύμῃ τὸν βασιλέα τῶν Αἰγυπτίων Ψαμμήνιτον, βασιλεύσαντα μῆνας ἕξ, τοῦτον κατίσας σὺν ἄλλοισι Αἰγυπτίοισι διεπειρᾶτο αὐτοῦ τῆς ψυχῆς ποιέων τοιάδε·Τη δέκατη ημέρα αφότου πήρε το κάστρο της Μέμφιδας, με σκοπό να τον εξευτελίσει και να δοκιμάσει τη γενναιότητά του, ο Καμβύσης έβαλε τον Ψαμμήνιτο, που είχε κάνει βασιλιάς των Αιγυπτίων έξι μήνες, να καθίσει έξω από την πόλη μαζί με μερικούς άλλους Αιγυπτίους, και έκανε το εξής:
[3.14.2]στείλας αὐτοῦ τὴν θυγατέρα ἐσθῆτι δουληίῃ ἐξέπεμπε ἐπ᾽ ὕδωρ ἔχουσαν ὑδρήιον, συνέπεμπε δὲ καὶ ἄλλας παρθένους ἀπολέξας ἀνδρῶν τῶν πρώτων, ὁμοίως ἐσταλμένας τῇ τοῦ βασιλέος.έντυσε την κόρη του με ρούχα σκλάβας και την έστειλε με μια στάμνα να φέρει νερό, στέλνοντας μαζί και άλλα κορίτσια, διαλεγμένα από τις κόρες των πιο σημαντικών Αιγυπτίων, ντυμένα και αυτά όμοια όπως και του βασιλιά η κόρη.
[3.14.3]ὡς δὲ βοῇ τε καὶ κλαυθμῷ παρήισαν αἱ παρθένοι παρὰ τοὺς πατέρας, οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ἀντεβόων τε καὶ ἀντέκλαιον ὁρῶντες τὰ τέκνα κεκακωμένα, ὁ δὲ Ψαμμήνιτος προϊδὼν καὶ μαθὼν ἔκυψε ἐς τὴν γῆν.Καθώς λοιπόν οι κοπέλες περνούσαν μπροστά από τους πατέρες τους με κλάματα και θρήνους, όλοι οι άλλοι έκλαιγαν κι αυτοί και θρηνούσαν βλέποντας τα κορίτσια τους σ᾽ αυτά τα χάλια, ενώ ο Ψαμμήνιτος είδε ό,τι είδε, κατάλαβε και έσκυψε το κεφάλι.
[3.14.4]παρελθουσέων δὲ τῶν ὑδροφόρων, δεύτερά οἱ τὸν παῖδα ἔπεμπε μετ᾽ ἄλλων Αἰγυπτίων δισχιλίων τὴν αὐτὴν ἡλικίην ἐχόντων, τούς τε αὐχένας κάλῳ δεδεμένους καὶ τὰ στόματα ἐγκεχαλινωμένους.Πέρασαν ωστόσο τα κορίτσια με τις στάμνες, και ύστερα ο Καμβύσης έστειλε στον Ψαμμήνιτο τον γιο του μαζί με άλλους δυο χιλιάδες Αιγυπτίους της ίδιας ηλικίας, με τους λαιμούς δεμένους με σχοινί και με χαλινάρια στα στόματά τους.
[3.14.5]ἤγοντο δὲ ποινὴν τείσοντες Μυτιληναίων τοῖσι ἐν Μέμφι ἀπολομένοισι σὺν τῇ νηί· ταῦτα γὰρ ἐδίκασαν οἱ βασιλήιοι δικασταί, ὑπὲρ ἀνδρὸς ἑκάστου δέκα Αἰγυπτίων τῶν πρώτων ἀνταπόλλυσθαι.Τους πήγαιναν να τους εκτελέσουν, τιμωρία για τους Μυτιληναίους που είχαν χαθεί στη Μέμφιδα μαζί με το πλοίο — αυτή την απόφαση είχαν βγάλει οι βασιλικοί δικαστές: για τον καθένα να εκτελεστούν δέκα Αιγύπτιοι από τους έγκριτους.
[3.14.6]ὁ δὲ ἰδὼν παρεξιόντας καὶ μαθὼν τὸν παῖδα ἡγεόμενον ἐπὶ θάνατον, τῶν ἄλλων Αἰγυπτίων τῶν περικατημένων αὐτὸν κλαιόντων καὶ δεινὰ ποιεύντων, τὠυτὸ ἐποίησε τὸ καὶ ἐπὶ τῇ θυγατρί.Βλέποντάς τους ωστόσο να περνούν και μαθαίνοντας ότι ο γιος του πήγαινε για θάνατο, και ενώ οι Αιγύπτιοι που κάθονταν κοντά του έκλαιγαν και χτυπιόνταν, ο Ψαμμήνιτος έκανε το ίδιο όπως και με την κόρη του.
[3.14.7]παρελθόντων δὲ καὶ τούτων συνήνεικε ὥστε τῶν συμποτέων οἱ ἄνδρα ἀπηλικέστερον, ἐκπεπτωκότα ἐκ τῶν ἐόντων ἔχοντά τε οὐδὲν εἰ μὴ ὅσα πτωχὸς καὶ προσαιτέοντα τὴν στρατιήν, παριέναι Ψαμμήνιτόν τε τὸν Ἀμάσιος καὶ τοὺς ἐν τῷ προαστείῳ κατημένους Αἰγυπτίων. ὁ δὲ Ψαμμήνιτος ὡς εἶδε, ἀνακλαύσας μέγα καὶ καλέσας ὀνομαστὶ τὸν ἑταῖρον ἐπλήξατο τὴν κεφαλήν.Όταν όμως πέρασαν κι αυτοί, μπροστά από τον Ψαμμήνιτο, τον γιο του Άμαση, και από τους Αιγυπτίους που ήταν καθισμένοι έξω από την πόλη, έτυχε να διαβεί ένας από τους συντρόφους του στα γλέντια, άνθρωπος ηλικιωμένος, που είχε χάσει τα πάντα και είχε καταντήσει πάμπτωχος και ζητιάνευε ανάμεσα στο στράτευμα. Μόλις τον είδε ο Ψαμμήνιτος, πάτησε κλάμα δυνατό, φώναξε τον φίλο του με τ᾽ όνομά του και βάλθηκε να χτυπάει το κεφάλι του.
[3.14.8]ἦσαν δ᾽ ἄρα αὐτοῦ φύλακοι, οἳ τὸ ποιεύμενον πᾶν ἐξ ἐκείνου ἐπ᾽ ἑκάστῃ ἐξόδῳ Καμβύσῃ ἐσήμαινον. θωμάσας δὲ ὁ Καμβύσης τὰ ποιεύμενα πέμψας ἄγγελον εἰρώτα αὐτὸν λέγων τάδε·Υπήρχαν φυσικά φρουροί του Ψαμμήνιτου, που πήγαιναν και έλεγαν καταλεπτώς στον Καμβύση τί έκανε εκείνος με την κάθε εμφάνιση. Απόρησε λοιπόν ο Καμβύσης με τα καμώματά του και έστειλε αγγελιαφόρο να τον ρωτήσει λέγοντάς του τα εξής:
[3.14.9]Δεσπότης σε Καμβύσης, Ψαμμήνιτε, εἰρωτᾷ δι᾽ ὅ τι δὴ τὴν μὲν θυγατέρα ὁρέων κεκακωμένην καὶ τὸν παῖδα ἐπὶ θάνατον στίχοντα οὔτε ἀνέβωσας οὔτε ἀνέκλαυσας, τὸν δὲ πτωχὸν οὐδέν σοι προσήκοντα, ὡς ἄλλων πυνθάνεται, ἐτίμησας; ὁ μὲν δὴ ταῦτα ἐπειρώτα, ὁ δ᾽ ἀμείβετο τοισίδε·«Ψαμμήνιτε, σε ρωτάει ο κύριός μου ο Καμβύσης γιατί όταν είδες την κόρη σου σ᾽ αυτή την κατάντια και τον γιο σου να βαδίζει στο θάνατο, ούτε φώναξες ούτε έκλαψες, ενώ τίμησες τον φτωχό, που όπως έμαθε από άλλους, δεν σου είναι τίποτε;» Αυτά τον ρώτησε εκείνος, και τούτος απάντησε ως εξής:
[3.14.10]Ὦ παῖ Κύρου, τὰ μὲν οἰκήια ἦν μέζω κακὰ ἢ ὥστε ἀνακλαίειν, τὸ δὲ τοῦ ἑταίρου πένθος ἄξιον ἦν δακρύων, ὃς ἐκ πολλῶν τε καὶ εὐδαιμόνων ἐκπεσὼν ἐς πτωχηίην ἀπῖκται ἐπὶ γήραος οὐδῷ. καὶ ταῦτα ὡς ἀπενειχθέντα †ὑπὸ τούτου†, ἤκουσαν εὖ δοκέειν σφι εἰρῆσθαι.«Γιε του Κύρου, οι δικές μου συμφορές είναι πολύ μεγάλες ώστε να κλάψω γι᾽ αυτές, ενώ τα όσα έπαθε ο φίλος μου άξιζαν τα δάκρυα, γιατί αυτός, στο κατώφλι των γηρατειών, από πλούσιος και ευτυχισμένος κατάντησε ζητιάνος». Όταν ο αγγελιαφόρος τού μετέφερε αυτά τα λόγια, ο Καμβύσης τα βρήκε σωστά.
[3.14.11]ὡς δὲ λέγεται ὑπ᾽ Αἰγυπτίων, δακρύειν μὲν Κροῖσον (ἐτετεύχεε γὰρ καὶ οὗτος ἐπισπόμενος Καμβύσῃ ἐπ᾽ Αἴγυπτον), δακρύειν δὲ Περσέων τοὺς παρεόντας, αὐτῷ τε Καμβύσῃ ἐσελθεῖν οἶκτόν τινα καὶ αὐτίκα κελεύειν τόν τέ οἱ παῖδα ἐκ τῶν ἀπολλυμένων σῴζειν καὶ αὐτὸν ἐκ τοῦ προαστίου ἀναστήσαντας ἄγειν παρ᾽ ἑωυτόν.Και λένε οι Αιγύπτιοι ότι ο Κροίσος (που έτυχε να έχει ακολουθήσει τον Καμβύση στην Αίγυπτο) δάκρυσε, όπως δάκρυσαν και οι παριστάμενοι Πέρσες, ενώ και ο ίδιος ο Καμβύσης ένιωσε μέσα του κάποιον οίκτο και πρόσταξε αμέσως να γλιτώσουν το παιδί και να μην το εκτελέσουν μαζί με τους άλλους, και τον ίδιο τον Ψαμμήνιτο να τον πάρουν από εκεί, έξω από την πόλη, και να τον οδηγήσουν μπροστά του.
[3.15.1]τὸν μὲν δὴ παῖδα εὗρον οἱ μετιόντες οὐκέτι περιεόντα ἀλλὰ πρῶτον κατακοπέντα, αὐτὸν δὲ Ψαμμήνιτον ἀναστήσαντες ἦγον παρὰ Καμβύσεα· ἔνθα τοῦ λοιποῦ διαιτᾶτο ἔχων οὐδὲν βίαιον.Ωστόσο, αυτοί που πήγαν για τον γιο, δεν τον πρόλαβαν ζωντανό: τον είχαν κόψει πρώτον πρώτον· αλλά τον Ψαμμήνιτο τον πήραν και τον πήγαν κοντά στον Καμβύση,
[3.15.2]εἰ δὲ καὶ ἠπιστήθη μὴ πολυπρηγμονέειν, ἀπέλαβε ἂν Αἴγυπτον ὥστε ἐπιτροπεύειν αὐτῆς, ἐπεὶ τιμᾶν ἐώθασι Πέρσαι τῶν βασιλέων τοὺς παῖδας· τῶν, εἰ καί σφεων ἀποστέωσι, ὅμως τοῖσί γε παισὶ αὐτῶν ἀποδιδοῦσι τὴν ἀρχήν.όπου και ζούσε από εκεί και πέρα χωρίς καθόλου βιαιότητες. Αν ήξερε μάλιστα να κάθεται φρόνιμος, θα έπαιρνε πίσω την Αίγυπτο, θα γινόταν διοικητής της, γιατί οι Πέρσες το έχουν έθιμο να τιμούν τους γιους των βασιλιάδων: ακόμη και αν οι βασιλιάδες κάνουν επανάσταση εναντίον τους, αυτοί μολοντούτο δίνουν πίσω την εξουσία στους γιους τους.
[3.15.3]πολλοῖσι μέν νυν καὶ ἄλλοισι ἔστι σταθμώσασθαι ὅτι τοῦτο οὕτω νενομίκασι ποιέειν, ἐν δὲ καὶ τῷ τε Ἰνάρω τοῦ Λίβυος παιδὶ Θαννύρᾳ, ὃς ἀπέλαβε τήν οἱ ὁ πατὴρ εἶχε ἀρχήν, καὶ τῷ Ἀμυρταίου Παυσίρι· καὶ γὰρ οὗτος ἀπέλαβε τὴν τοῦ πατρὸς ἀρχήν· καίτοι Ἰνάρω γε καὶ Ἀμυρταίου οὐδαμοί κω Πέρσας κακὰ πλέω ἐργάσαντο.Ότι οι Πέρσες το έχουν έθιμο να κάνουν έτσι, θα μπορούσε κανείς να το συμπεράνει και από πολλούς άλλους, αλλά και από τον γιο του Ινάρω, Θαννύρα, που πήρε πίσω την εξουσία που είχε ο πατέρας του, και από τον Παύσιρη, τον γιο του Αμυρταίου, που και αυτός πήρε πίσω την εξουσία του πατέρα του· και μολοντούτο, κανένας ώς τώρα δεν έκανε στους Πέρσες μεγαλύτερο κακό παρ᾽ όσο ο Ινάρως και ο Αμυρταίος.
[3.15.4]νῦν δὲ μηχανώμενος κακὰ ὁ Ψαμμήνιτος ἔλαβε τὸν μισθόν· ἀπιστὰς γὰρ Αἰγυπτίους ἥλω, ἐπείτε δὲ ἐπάϊστος ἐγένετο ὑπὸ Καμβύσεω, αἷμα ταύρου πιὼν ἀπέθανε παραχρῆμα. οὕτω δὴ οὗτος ἐτελεύτησε.Αυτή τη φορά όμως ο Ψαμμήνιτος οργάνωσε συνωμοσία, και την πλήρωσε: προσπάθησε να ξεσηκώσει τους Αιγυπτίους, τον έκανε τσακωτό ο Καμβύσης, ο Ψαμμήνιτος ήπιε αίμα ταύρου και πέθανε αμέσως. Έτσι λοιπόν ξόφλησε αυτός.
[3.16.1]Καμβύσης δὲ ἐκ Μέμφιος ἀπίκετο ἐς Σάϊν πόλιν, βουλόμενος ποιῆσαι τὰ δὴ καὶ ἐποίησε. ἐπείτε γὰρ ἐσῆλθε ἐς τὰ τοῦ Ἀμάσιος οἰκία, αὐτίκα ἐκέλευε ἐκ τῆς ταφῆς τὸν Ἀμάσιος νέκυν ἐκφέρειν ἔξω· ὡς δὲ ταῦτά οἱ ἐπιτελέα ἐγένετο, μαστιγοῦν ἐκέλευε καὶ τὰς τρίχας ἀποτίλλειν καὶ κεντροῦν τε καὶ τἆλλα πάντα λυμαίνεσθαι.Όσο για τον Καμβύση, από τη Μέμφιδα πήγε στην πόλη Σάιδα για να κάνει αυτά που ήθελε να κάνει. Δηλαδή, μόλις πάτησε στα ανάκτορα του Άμαση, πρόσταξε να βγάλουν τον νεκρό του Άμαση από τον τάφο, και μόλις η διαταγή του εκτελέστηκε, πρόσταξε να μαστιγώσουν τον νεκρό, να του ξεριζώσουν τις τρίχες, να τον κεντρίσουν και να του κάνουν ένα σωρό άλλους εξευτελισμούς.
[3.16.2]ἐπείτε δὲ καὶ ταῦτα ἔκαμον ποιεῦντες (ὁ γὰρ δὴ νεκρὸς ἅτε τεταριχευμένος ἀντεῖχέ τε καὶ οὐδὲν διεχέετο), ἐκέλευσέ μιν ὁ Καμβύσης κατακαῦσαι, ἐντελλόμενος οὐκ ὅσια. Πέρσαι γὰρ θεὸν νομίζουσι εἶναι τὸ πῦρ.Και όταν αυτοί απόστασαν κάνοντάς τα όλα αυτά (δεδομένου ότι ο νεκρός ήταν ταριχευμένος και άντεχε και δεν διαλυόταν), ο Καμβύσης τούς πρόσταξε να τον κάψουν, και η διαταγή του αυτή ήταν ανόσια. Γιατί οι Πέρσες πιστεύουν ότι η φωτιά είναι θεός.
[3.16.3]τὸ ὦν κατακαίειν γε τοὺς νεκροὺς οὐδαμῶς ἐν νόμῳ οὐδετέροισί ἐστι, Πέρσῃσι μὲν δι᾽ ὅ περ εἴρηται, θεῷ οὐ δίκαιον εἶναι λέγοντες νέμειν νεκρὸν ἀνθρώπου· Αἰγυπτίοισι δὲ νενόμισται ‹τὸ› πῦρ θηρίον εἶναι ἔμψυχον, πάντα δὲ αὐτὸ κατεσθίειν τά περ ἂν λάβῃ, πλησθὲν δὲ [αὐτὸ] τῆς βορῆς συναποθνῄσκειν τῷ κατεσθιομένῳ.Εξάλλου, την καύση των νεκρών δεν την επιτρέπουν ούτε τούτοι ούτε εκείνοι: οι Πέρσες για τον λόγο που είπαμε, επειδή, λένε, δεν είναι σωστό να τρέφουν τον θεό με πεθαμένον άνθρωπο, ενώ οι Αιγύπτιοι πιστεύουν ότι η φωτιά είναι έμψυχο ζώο και ό,τι αρπάξει, τα καταβροχθίζει.
[3.16.4]οὐκ ὦν θηρίοισι νόμος οὐδαμῶς σφί ἐστι τὸν νέκυν διδόναι· καὶ διὰ ταῦτα ταριχεύουσι, ἵνα μὴ κείμενος ὑπὸ εὐλέων καταβρωθῇ. οὕτω δὴ οὐδετέροισι νομιζόμενα ἐνετέλλετο ποιέειν ὁ Καμβύσης.Και πουθενά στον τόπο τους δεν υπάρχει το έθιμο να δίνουν τον νεκρό στα ζώα: γι᾽ αυτό μάλιστα τον ταριχεύουν, για να μην τον φάνε τα σκουλήκια καθώς θα κείτεται θαμμένος. Έτσι, αυτό που ο Καμβύσης πρόσταξε να γίνει, δεν είναι από τα έθιμα ούτε τούτων ούτε εκείνων.
[3.16.5]ὡς μέντοι Αἰγύπτιοι λέγουσι, οὐκ Ἄμασις ἦν ὁ ταῦτα παθών, ἀλλὰ ἄλλος τις τῶν Αἰγυπτίων ἔχων τὴν αὐτὴν ἡλικίην Ἀμάσι, τῷ λυμαινόμενοι Πέρσαι ἐδόκεον Ἀμάσι λυμαίνεσθαι.Οι Αιγύπτιοι ωστόσο λένε ότι εκείνος που τα τράβηξε όλα αυτά, δεν ήταν ο Άμασις αλλά κάποιος άλλος Αιγύπτιος, το ίδιο ανάστημα με τον Άμαση, και αυτόν κακομεταχειρίζονταν οι Πέρσες νομίζοντας ότι κακομεταχειρίζονται τον Άμαση.
[3.16.6]λέγουσι γὰρ ὡς πυθόμενος ἐκ μαντηίου ὁ Ἄμασις τὰ περὶ ἑωυτὸν ἀποθανόντα μέλλοι γίνεσθαι, οὕτω δὴ ἀκεόμενος τὰ ἐπιφερόμενα τὸν μὲν ἄνθρωπον τοῦτον τὸν μαστιγωθέντα ἀποθανόντα ἔθαψε ἐπὶ τῇσι θύρῃσι ἐντὸς τῆς ἑωυτοῦ θήκης, ἑωυτὸν δὲ ἐνετείλατο τῷ παιδὶ ἐν μυχῷ τῆς θήκης ὡς μάλιστα θεῖναι.Γιατί λένε ότι ο Άμασις είχε πληροφορηθεί από το μαντείο τα όσα έμελλε να πάθει όταν θα ήταν πεθαμένος, και για να αποφύγει αυτά που τον περίμεναν, έθαψε τον άλλον, αυτόν που μαστιγώθηκε, κοντά στην πόρτα του τάφου του, και παράγγειλε στον γιο του να θάψει τον ίδιο όσο γινόταν πιο πολύ στο βάθος του τάφου.
[3.16.7]αἱ μέν νυν ἐκ τοῦ Ἀμάσιος ἐντολαὶ αὗται αἱ ἐς τὴν ταφήν τε καὶ τὸν ἄνθρωπον ἔχουσαι οὔ μοι δοκέουσι ἀρχὴν γενέσθαι, ἄλλως δ᾽ αὐτὰ Αἰγύπτιοι σεμνοῦν.Πάντως, αυτές οι εντολές του Άμαση σχετικά με την ταφή και τον άλλο άνθρωπο δεν μου φαίνεται να δόθηκαν ποτέ, και απλώς οι Αιγύπτιοι τα παραφουσκώνουν όλα αυτά.
[3.17.1]Μετὰ δὲ ταῦτα ὁ Καμβύσης ἐβουλεύσατο τριφασίας στρατηίας, ἐπί τε Καρχηδονίους καὶ ἐπὶ Ἀμμωνίους καὶ ἐπὶ τοὺς μακροβίους Αἰθίοπας, οἰκημένους δὲ Λιβύης ἐπὶ τῇ νοτίῃ θαλάσσῃ.Ύστερα απ᾽ αυτά ο Καμβύσης σκέφτηκε να κάνει τριπλή εκστρατεία: εναντίον των Καρχηδονίων, των Αμμωνίων και των μακροβίων Αιθιόπων που κατοικούν στη Λιβύη, κοντά στη νότια θάλασσα.
[3.17.2]βουλευομένῳ δέ οἱ ἔδοξε ἐπὶ μὲν Καρχηδονίους τὸν ναυτικὸν στρατὸν ἀποστέλλειν, ἐπὶ δὲ Ἀμμωνίους τοῦ πεζοῦ ἀποκρίναντα, ἐπὶ δὲ τοὺς Αἰθίοπας κατόπτας πρῶτον, ὀψομένους τε τὴν ἐν τούτοισι τοῖσι Αἰθίοψι λεγομένην εἶναι Ἡλίου τράπεζαν εἰ ἔστι ἀληθέως, καὶ πρὸς ταύτῃ τὰ ἄλλα κατοψομένους, δῶρα δὲ τῷ λόγῳ φέροντας τῷ βασιλέϊ αὐτῶν.Τα μελέτησε και αποφάσισε να στείλει εναντίον των Καρχηδονίων τον στόλο, εναντίον των Αμμωνίων το επίλεκτο πεζικό, και στους Αιθίοπες να στείλει πρώτα κατασκόπους για να δουν αυτό το Τραπέζι του Ήλιου που λένε ότι υπάρχει εκεί στους Αιθίοπες, αν είναι αλήθεια ότι υπάρχει, αλλά και να κατασκοπεύουν επίσης όλα τα άλλα, με το πρόσχημα ότι πηγαίνουν δώρα στον βασιλιά τους.
[3.18.1]ἡ δὲ τράπεζα τοῦ ἡλίου τοιήδε τις λέγεται εἶναι· λειμών ἐστι ἐν τῷ προαστίῳ ἐπίπλεος κρεῶν ἑφθῶν πάντων τῶν τετραπόδων, ἐς τὸν τὰς μὲν νύκτας ἐπιτηδεύοντας τιθέναι τὰ κρέα τοὺς ἐν τέλεϊ ἑκάστους ἐόντας τῶν ἀστῶν, τὰς δὲ ἡμέρας δαίνυσθαι προσιόντα τὸν βουλόμενον· φάναι δὲ τοὺς ἐπιχωρίους ταῦτα τὴν γῆν αὐτὴν ἀναδιδόναι ἑκάστοτε. ἡ μὲν δὴ τράπεζα τοῦ ἡλίου καλεομένη λέγεται εἶναι τοιήδε.Γι᾽ αυτό το Τραπέζι του Ήλιου λένε ότι είναι κάπως έτσι: είναι ένα λιβάδι έξω από την πόλη γεμάτο μαγειρεμένα κρέατα από ζώα κάθε λογής, και εκεί οι εντεταλμένοι κάθε φορά πολίτες πηγαίνουν τη νύχτα και ταχτοποιούν τα κρέατα, ενώ την ημέρα πηγαίνει όποιος θέλει και τρώει· οι ντόπιοι λένε ότι τα κρέατα αυτά τα βγάζει κάθε μέρα η γη. Έτσι λοιπόν λένε ότι είναι το λεγόμενο Τραπέζι του Ήλιου.
[3.19.1]Καμβύσῃ δὲ ὡς ἔδοξε πέμπειν τοὺς κατασκόπους, αὐτίκα μετεπέμπετο ἐξ Ἐλεφαντίνης πόλιος τῶν Ἰχθυοφάγων ἀνδρῶν τοὺς ἐπισταμένους τὴν Αἰθιοπίδα γλῶσσαν.Ο Καμβύσης, όταν αποφάσισε να στείλει τους κατασκόπους, έστειλε αμέσως να του φέρουν από την πόλη Ελεφαντίνη μερικούς Ιχθυοφάγους που γνώριζαν την αιθιοπική γλώσσα.
[3.19.2]ἐν ᾧ δὲ τούτους μετήισαν, ἐν τούτῳ ἐκέλευε ἐπὶ τὴν Καρχηδόνα πλέειν τὸν ναυτικὸν στρατόν. Φοίνικες δὲ οὐκ ἔφασαν ποιήσειν ταῦτα· ὁρκίοισί τε γὰρ μεγάλοισι ἐνδεδέσθαι καὶ οὐκ ἂν ποιέειν ὅσια ἐπὶ τοὺς παῖδας τοὺς ἑωυτῶν στρατευόμενοι. Φοινίκων δὲ οὐ βουλομένων οἱ λοιποὶ οὐκ ἀξιόμαχοι ἐγίνοντο.Εν τω μεταξύ, ώσπου να τους φέρουν, πρόσταξε τον στόλο να σαλπάρει για την Καρχηδόνα. Αλλά οι Φοίνικες δεν δέχτηκαν να κάνουν τέτοιο πράγμα· ήταν, λέει, δεμένοι με μεγάλους όρκους και δεν θα ήταν δίκαιη πράξη να εκστρατεύσουν εναντίον των ίδιων των παιδιών τους. Εφόσον όμως δεν ήθελαν οι Φοίνικες, οι υπόλοιποι δεν ήταν άξιοι να πολεμήσουν.
[3.19.3]Καρχηδόνιοι μέν νυν οὕτω δουλοσύνην διέφυγον πρὸς Περσέων. Καμβύσης γὰρ βίην οὐκ ἐδικαίου προσφέρειν Φοίνιξι, ὅτι σφέας τε αὐτοὺς ἐδεδώκεσαν Πέρσῃσι καὶ πᾶς ἐκ Φοινίκων ἤρτητο ὁ ναυτικὸς στρατός. δόντες δὲ καὶ Κύπριοι σφέας αὐτοὺς Πέρσῃσι ἐστρατεύοντο ἐπ᾽ Αἴγυπτον.Έτσι λοιπόν οι Καρχηδόνιοι γλίτωσαν την υποδούλωση στους Πέρσες. Γιατί ο Καμβύσης δεν το θεώρησε δίκαιο να μεταχειριστεί βία με τους Φοίνικες, δεδομένου ότι είχαν μόνοι τους παραδοθεί στους Πέρσες και ότι ολόκληρον τον στόλο τον αποτελούσαν Φοίνικες. Μόνοι τους παραδόθηκαν στους Πέρσες και οι Κύπριοι, και πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Αιγύπτου.
[3.20.1]ἐπείτε δὲ τῷ Καμβύσῃ ἐκ τῆς Ἐλεφαντίνης ἀπίκοντο οἱ Ἰχθυοφάγοι, ἔπεμπε αὐτοὺς ἐς τοὺς Αἰθίοπας ἐντειλάμενός τε τὰ λέγειν χρῆν καὶ δῶρα φέροντας πορφύρεόν τε εἷμα καὶ χρύσεον στρεπτὸν περιαυχένιον καὶ ψέλια καὶ μύρου ἀλάβαστρον καὶ Φοινικηίου οἴνου κάδον. οἱ δὲ Αἰθίοπες οὗτοι ἐς τοὺς ἀπέπεμπε ὁ Καμβύσης λέγονται εἶναι μέγιστοι καὶ κάλλιστοι ἀνθρώπων πάντων.Όταν λοιπόν έφτασαν οι Ιχθυοφάγοι από την Ελεφαντίνη στον Καμβύση, αυτός τους έστειλε στους Αιθίοπες, αφού τους έδωσε εντολές τί έπρεπε να πουν και δώρα για να πάνε: μια πορφύρα, ένα χρυσό στριφτό περιδέραιο, χρυσά βραχιόλια, ένα αλαβάστρινο δοχείο με μύρο και ένα πιθάρι κρασί από χουρμάδες. Όσο για τους Αιθίοπες αυτούς, όπου ο Καμβύσης έστειλε τους κατασκόπους του, λέγεται ότι είναι οι πιο υψηλόσωμοι και οι πιο όμορφοι απ᾽ όλους τους ανθρώπους.
[3.20.2]νόμοισι δὲ καὶ ἄλλοισι χρᾶσθαι αὐτούς φασι κεχωρισμένοισι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ δὴ καὶ κατὰ τὴν βασιληίην τοιῷδε· τὸν ἂν τῶν ἀστῶν κρίνωσι μέγιστόν τε εἶναι καὶ κατὰ τὸ μέγαθος ἔχειν τὴν ἰσχύν, τοῦτον ἀξιοῦσι βασιλεύειν.Και λέγεται ότι οι νόμοι που ακολουθούν είναι διαφορετικοί από των άλλων ανθρώπων, και προπαντός ο νόμος ο σχετικός με τη βασιλεία, που είναι ως εξής: όποιον από τους πολίτες κρίνουν ότι είναι ο πιο ψηλός και ότι έχει και δύναμη ανάλογη με το μπόι του, αυτόν θεωρούν άξιο για βασιλιά τους.
[3.21.1]ἐς τούτους δὴ ὦν τοὺς ἄνδρας ὡς ἀπίκοντο οἱ Ἰχθυοφάγοι, διδόντες τὰ δῶρα τῷ βασιλέϊ αὐτῶν ἔλεγον τάδε· Βασιλεὺς ὁ Περσέων Καμβύσης, βουλόμενος φίλος καὶ ξεῖνός τοι γενέσθαι, ἡμέας τε ἀπέπεμψε ἐς λόγους τοι ἐλθεῖν κελεύων καὶ δῶρα ταῦτά τοι διδοῖ τοῖσι καὶ αὐτὸς μάλιστα ἥδεται χρεώμενος.Σ᾽ αυτούς λοιπόν τους ανθρώπους έφτασαν οι Ιχθυοφάγοι, και αφού παράδωσαν τα δώρα στον βασιλιά τους, είπαν τα εξής: «Ερχόμαστε σταλμένοι από τον βασιλιά των Περσών, τον Καμβύση, που επιθυμεί να γίνει φίλος και σύντροφός σου και μας πρόσταξε να τα συζητήσουμε μαζί σου και να σου δώσουμε και τούτα τα δώρα που και ο ίδιος ευχαριστιέται πολύ να τα μεταχειρίζεται».
[3.21.2]ὁ δὲ Αἰθίοψ μαθὼν ὅτι κατόπται ἥκοιεν, λέγει πρὸς αὐτοὺς τοιάδε· Οὔτε ὁ Περσέων βασιλεὺς δῶρα ὑμέας ἔπεμψε φέροντας προτιμῶν πολλοῦ ἐμοὶ ξεῖνος γενέσθαι, οὔτε ὑμεῖς λέγετε ἀληθέα (ἥκετε γὰρ κατόπται τῆς ἐμῆς ἀρχῆς) οὔτε ἐκεῖνος ἀνήρ ἐστι δίκαιος· εἰ γὰρ ἦν δίκαιος, οὔτ᾽ ἂν ἐπεθύμησε χώρης ἄλλης ἢ τῆς ἑωυτοῦ, οὔτ᾽ ἂν ἐς δουλοσύνην ἀνθρώπους ἦγε ὑπ᾽ ὧν μηδὲν ἠδίκηται.Ο Αιθίοπας όμως το κατάλαβε ότι είχαν πάει σαν κατάσκοποι και τους είπε τα εξής: «Ούτε ο βασιλιάς των Περσών σας έστειλε να μου φέρετε δώρα επειδή το θεωρεί μεγάλη τιμή να γίνει φίλος μου, ούτε εσείς λέτε την αλήθεια (γιατί ήρθατε σαν κατάσκοποι στην επικράτειά μου), ούτε εκείνος είναι δίκαιος άνθρωπος· γιατί αν ήταν δίκαιος άνθρωπος, δεν θα επιθυμούσε άλλη χώρα από τη δική του, ούτε θα υποδούλωνε ανθρώπους που δεν τον έχουν βλάψει σε τίποτε.
[3.21.3]νῦν δὲ αὐτῷ τόξον τόδε διδόντες τάδε ἔπεα λέγετε· βασιλεὺς ὁ Αἰθιόπων συμβουλεύει τῷ Περσέων βασιλέϊ, ἐπεὰν οὕτω εὐπετέως ἕλκωσι [τὰ] τόξα Πέρσαι ἐόντα μεγάθεϊ τοσαῦτα, τότε ἐπ᾽ Αἰθίοπας τοὺς μακροβίους πλήθεϊ ὑπερβαλλόμενον στρατεύεσθαι, μέχρι δὲ τούτου θεοῖσι εἰδέναι χάριν, οἳ οὐκ ἐπὶ νόον τρέπουσι Αἰθιόπων παισὶ γῆν ἄλλην προσκτᾶσθαι τῇ ἑωυτῶν.Τώρα λοιπόν δώστε του αυτό το τόξο και πείτε του τα εξής: “Ο βασιλιάς των Αιθιόπων συμβουλεύει τον βασιλιά των Περσών: όταν οι Πέρσες θα τεντώνουν με τόση ευκολία τόξα με τέτοιο μέγεθος, τότε να εκστρατεύσουν εναντίον των μακροβίων Αιθιόπων, αλλά με στρατό μεγαλύτερον από τον δικό τους· ώς τότε όμως να ευχαριστούν τους θεούς αν οι γιοι των Αιθιόπων δεν βάλουν με το νου τους να προσθέσουν και άλλους τόπους στον δικό τους”».
[3.22.1]ταῦτα δὲ εἴπας καὶ ἀνεὶς τὸ τόξον παρέδωκε τοῖσι ἥκουσι. λαβὼν δὲ τὸ εἷμα τὸ πορφύρεον εἰρώτα ὅ τι εἴη καὶ ὅκως πεποιημένον. εἰπόντων δὲ τῶν Ἰχθυοφάγων τὴν ἀληθείην περὶ τῆς πορφύρης καὶ τῆς βαφῆς, δολεροὺς μὲν τοὺς ἀνθρώπους ἔφη εἶναι, δολερὰ δὲ αὐτῶν τὰ εἵματα.Αυτά είπε ο βασιλιάς, ξετέντωσε το τόξο και το έδωσε στους επισκέπτες. Ύστερα πήρε την πορφύρα και τους ρώτησε τί πράγμα είναι αυτό και πώς είναι φτιαγμένο. Και όταν οι Ιχθυοφάγοι τού είπαν την αλήθεια για την πορφύρα και για τη βαφή, αυτός είπε ότι δολεροί είναι οι άνθρωποι, δολερά και τα ρούχα τους.
[3.22.2]δεύτερα δὲ τὸν χρυσὸν εἰρώτα, τὸν στρεπτὸν τὸν περιαυχένιον καὶ τὰ ψέλια. ἐξηγεομένων δὲ τῶν Ἰχθυοφάγων τὸν κόσμον αὐτοῦ γελάσας ὁ βασιλεὺς καὶ νομίσας εἶναί σφεα πέδας εἶπε ὡς παρ᾽ ἑωυτοῖσί εἰσι ῥωμαλεώτεραι τουτέων πέδαι.Ύστερα ρώτησε για τα χρυσαφικά, το στριφτό περιδέραιο και τα βραχιόλια. Και όταν οι Ιχθυοφάγοι τού εξήγησαν ότι είναι κοσμήματα, ο βασιλιάς γέλασε και τους είπε ότι νόμισε ότι είναι αλυσίδες γιατί στον τόπο του οι αλυσίδες είναι πιο γερές.
[3.22.3]τρίτον δὲ εἰρώτα τὸ μύρον· εἰπόντων δὲ τῆς ποιήσιος πέρι καὶ ἀλείψιος, τὸν αὐτὸν λόγον τὸν καὶ περὶ τοῦ εἵματος εἶπε. ὡς δὲ ἐς τὸν οἶνον ἀπίκετο καὶ ἐπύθετο αὐτοῦ τὴν ποίησιν, ὑπερησθεὶς τῷ πόματι ἐπείρετο ὅ τι τε σιτέεται ὁ βασιλεὺς καὶ χρόνον ὁκόσον μακρότατον ἀνὴρ Πέρσης ζώει.Κατόπιν τους ρώτησε για το μύρο· και όταν του είπαν πώς φτιάχνεται και πώς αλείφονται με αυτό, εκείνος είπε τα ίδια λόγια όπως και για την πορφύρα. Όταν όμως έφτασε στο κρασί και έμαθε πώς φτιάχνεται, ευφράνθηκε πολύ με το ποτό και ρώτησε με τί τρέφεται ο βασιλιάς και πόσο ζουν το περισσότερο οι Πέρσες.
[3.22.4]οἱ δὲ σιτέεσθαι μὲν τὸν ἄρτον εἶπον, ἐξηγησάμενοι τῶν πυρῶν τὴν φύσιν, ὀγδώκοντα δὲ ἔτεα ζόης πλήρωμα ἀνδρὶ μακρότατον προκεῖσθαι. πρὸς ταῦτα ὁ Αἰθίοψ ἔφη οὐδὲν θωμάζειν εἰ σιτεόμενοι κόπρον ἔτεα ὀλίγα ζώουσι· οὐδὲ γὰρ ἂν τοσαῦτα δύνασθαι ζώειν σφέας, εἰ μὴ τῷ πόματι ἀνέφερον, φράζων τοῖσι Ἰχθυοφάγοισι τὸν οἶνον· τοῦτο γὰρ ἑωυτοὺς ὑπὸ Περσέων ἑσσοῦσθαι.Και αυτοί του είπαν ότι ο βασιλιάς τους τρέφεται με ψωμί και του εξήγησαν τα σχετικά με το σιτάρι, και ότι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής που μπορεί να περιμένει ένας άνθρωπος είναι ογδόντα χρόνια. Σ᾽ αυτά ο Αιθίοπας απάντησε ότι δεν είναι απορίας άξιο που ζουν λίγα χρόνια αφού τρέφονται με κοπριά· αλλά ούτε τόσα θα μπορούσαν να ζουν, είπε ο Αιθίοπας στους Ιχθυοφάγους, αν δεν κρατιόνταν στα πόδια τους μ᾽ αυτό που έπιναν, δηλαδή το κρασί· γιατί σ᾽ αυτό οι Αιθίοπες είναι κατώτεροι από τους Πέρσες.
[3.23.1]ἀντειρομένων δὲ τὸν βασιλέα τῶν Ἰχθυοφάγων τῆς ζόης καὶ τῆς διαίτης πέρι, ἔτεα μὲν ‹εἶπε› ἐς εἴκοσί τε καὶ ἑκατὸν τοὺς πολλοὺς αὐτῶν ἀπικνέεσθαι, ὑπερβάλλειν δέ τινας καὶ ταῦτα, σίτησιν δὲ εἶναι κρέα ἑφθὰ καὶ πόμα γάλα.Όταν με τη σειρά τους οι Ιχθυοφάγοι ρώτησαν τον βασιλιά για τη δική τους διάρκεια ζωής και για τη διατροφή τους, αυτός τους απάντησε ότι οι περισσότεροί τους φτάνουν εκατόν είκοσι χρονών, μερικοί μάλιστα και παραπάνω, και ότι η τροφή τους είναι βραστό κρέας και το ποτό τους γάλα.
[3.23.2]θῶμα δὲ ποιευμένων τῶν κατασκόπων περὶ τῶν ἐτέων ἐπὶ κρήνην σφι ἡγήσασθαι, ἀπ᾽ ἧς λουόμενοι λιπαρώτεροι ἐγίνοντο, κατά περ εἰ ἐλαίου εἴη· ὄζειν δὲ ἀπ᾽ αὐτῆς ὡς εἰ ἴων.Και όταν οι κατάσκοποι έδειξαν έκπληξη για την τόση μακροζωία, αυτός τους οδήγησε σε μια κρήνη όπου λούζονται και γίνονται λιπαροί, σαν να τρέχει λάδι, και που αναδίνεται από μέσα της ευωδιά σαν των μενεξέδων.
[3.23.3]ἀσθενὲς δὲ τὸ ὕδωρ τῆς κρήνης ταύτης οὕτω δή τι ἔλεγον εἶναι οἱ κατάσκοποι ὥστε μηδὲν οἷόν τ᾽ εἶναι ἐπ᾽ αὐτοῦ ἐπιπλέειν, μήτε ξύλον μήτε τῶν ὅσα ξύλου ἐστὶ ἐλαφρότερα, ἀλλὰ πάντα σφέα χωρέειν ἐς βυσσόν. τὸ δὲ ὕδωρ τοῦτο εἴ σφί ἐστι ἀληθέως οἷόν τι λέγεται, διὰ τοῦτο ἂν εἶεν, τούτῳ τὰ πάντα χρεώμενοι, μακρόβιοι.Και μάλιστα, είπαν οι κατάσκοποι, το νερό αυτής της κρήνης ήταν τόσο ελαφρό ώστε απάνω του δεν μπορούσε να επιπλεύσει ούτε ξύλο, ούτε καν πράγμα ελαφρότερο από ξύλο, αλλά το καθετί βούλιαζε στον πάτο. Αν λοιπόν αυτό το νερό τους είναι πράγματι έτσι όπως το λένε, τότε γι᾽ αυτό θα είναι μακρόβιοι, επειδή το μεταχειρίζονται συνέχεια.
[3.23.4]ἀπὸ τῆς κρήνης δὲ ἀπαλλασσομένων ἀγαγεῖν σφέας ἐς δεσμωτήριον ἀνδρῶν, ἔνθα τοὺς πάντας ἐν πέδῃσι χρυσέῃσι δεδέσθαι. ἔστι δὲ ἐν τούτοισι τοῖσι Αἰθίοψι πάντων ὁ χαλκὸς σπανιώτατον καὶ τιμιώτατον. θεησάμενοι δὲ καὶ τὸ δεσμωτήριον ἐθεήσαντο καὶ τὴν τοῦ ἡλίου λεγομένην τράπεζαν.Έφυγαν ωστόσο από την κρήνη, και ο βασιλιάς τούς πήγε σε μια φυλακή όπου οι κρατούμενοι ήταν δεμένοι με χρυσές αλυσίδες — στους Αιθίοπες αυτούς ο χαλκός είναι το πιο σπάνιο και το πιο πολύτιμο πράγμα. Και αφού είδαν τη φυλακή, είδαν και το λεγόμενο Τραπέζι του Ήλιου.
[3.24.1]μετὰ δὲ ταύτην τελευταίας ἐθεήσαντο τὰς θήκας αὐτῶν, αἳ λέγονται σκευάζεσθαι ἐξ ὑάλου τρόπῳ τοιῷδε·Ύστερα απ᾽ αυτό, τελευταίους είδαν οι κατάσκοποι και τους τάφους των Αιθιόπων, που λέγεται ότι είναι καμωμένοι από γυαλί με τον ακόλουθο τρόπο:
[3.24.2]ἐπεὰν τὸν νεκρὸν ἰσχνήνωσι, εἴτε δὴ κατά περ Αἰγύπτιοι εἴτε ἄλλως κως, γυψώσαντες ἅπαντα αὐτὸν γραφῇ κοσμέουσι, ἐξομοιεῦντες τὸ εἶδος ἐς τὸ δυνατόν, ἔπειτα δέ οἱ περιιστᾶσι στήλην ἐξ ὑάλου πεποιημένην κοίλην (ἡ δέ σφι πολλὴ καὶ εὐεργὸς ὀρύσσεται)·αφού συρρικνώσουν τον νεκρό, είτε όπως οι Αιγύπτιοι είτε κάπως αλλιώς, τον αλείφουν ύστερα με γύψο και τον ζωγραφίζουν ολόκληρο ξομπλιάζοντας όσο γίνεται τη μορφή του, και τέλος τον βάζουν μέσα σε μια κούφια κολόνα από γυαλί (που το βγάζουν μπόλικο από το έδαφος και που δουλεύεται εύκολα)·
[3.24.3]ἐν μέσῃ δὲ τῇ στήλῃ ἐνεὼν διαφαίνεται ὁ νέκυς, οὔτε ὀδμὴν οὐδεμίαν ἄχαριν παρεχόμενος οὔτε ἄλλο ἀεικὲς οὐδέν· καὶ ἔχει πάντα φανερὰ ὁμοίως αὐτῷ τῷ νέκυϊ.μέσα στην κολόνα λοιπόν όπως είναι ο νεκρός, φαίνεται, χωρίς να αναδίνει άσχημη μυρωδιά καμιά και χωρίς τίποτε άλλο δυσάρεστο· και φαίνονται όλα του ολόιδια σαν να ήταν ο ίδιος ο νεκρός.
[3.24.4]ἐνιαυτὸν μὲν δὴ ἔχουσι τὴν στήλην ἐν τοῖσι οἰκίοισι οἱ μάλιστα προσήκοντες πάντων τε ἀπαρχόμενοι καὶ θυσίας οἱ προσάγοντες· μετὰ δὲ ταῦτα ἐκκομίσαντες ἱστᾶσι περὶ τὴν πόλιν.Οι στενοί συγγενείς κρατούν στα σπίτια τους τις κολόνες έναν χρόνο και προσφέρουν στον νεκρό απ᾽ όλους τους πρώιμους καρπούς και θυσίες· ύστερα από τον χρόνο, τις βγάζουν τις θήκες από τα σπίτια και τις στήνουν ένα γύρο στην πόλη.
[3.25.1]θεησάμενοι δὲ τὰ πάντα οἱ κατάσκοποι ἀπαλλάσσοντο ὀπίσω. ἀπαγγειλάντων δὲ ταῦτα τούτων αὐτίκα ὁ Καμβύσης ὀργὴν ποιησάμενος ἐστρατεύετο ἐπὶ τοὺς Αἰθίοπας, οὔτε παρασκευὴν σίτου οὐδεμίαν παραγγείλας, οὔτε λόγον ἑωυτῷ δοὺς ὅτι ἐς τὰ ἔσχατα γῆς ἔμελλε στρατεύεσθαι·Αφού λοιπόν τα είδαν όλα οι κατάσκοποι, γύρισαν πίσω. Όταν όμως τα ανακοίνωσαν, ο Καμβύσης έγινε έξω φρενών και κίνησε αμέσως την εκστρατεία κατά των Αιθιόπων, χωρίς ούτε πρόβλεψη να κάνει καμιά για τρόφιμα ούτε να καθίσει λίγο να σκεφτεί ότι επρόκειτο να εκστρατεύσει στην άλλη άκρη του κόσμου·
[3.25.2]οἷα δὲ ἐμμανής τε ἐὼν καὶ οὐ φρενήρης, ὡς ἤκουσε τῶν Ἰχθυοφάγων, ἐστρατεύετο, Ἑλλήνων μὲν τοὺς παρεόντας αὐτοῦ ταύτῃ τάξας ὑπομένειν, τὸν δὲ πεζὸν πάντα ἅμα ἀγόμενος.έτσι τρελός όπως ήταν και με το μυαλό του χαμένο, μόλις άκουσε τους Ιχθυοφάγους ξεκίνησε, προστάζοντας τους Έλληνες που είχε μαζί του να περιμένουν εκεί και παίρνοντας μαζί του όλο το πεζικό.
[3.25.3]ἐπείτε δὲ στρατευόμενος ἐγένετο ἐν Θήβῃσι, ἀπέκρινε τοῦ στρατοῦ ὡς πέντε μυριάδας, καὶ τούτοισι μὲν ἐνετέλλετο Ἀμμωνίους ἐξανδραποδισαμένους τὸ χρηστήριον τὸ τοῦ Διὸς ἐμπρῆσαι, αὐτὸς δὲ τὸν λοιπὸν ἄγων στρατὸν ἤιε ἐπὶ τοὺς Αἰθίοπας.Και όταν με την πορεία έφθασε στη Θήβα, χώρισε πενήντα χιλιάδες περίπου από τον στρατό του και τους πρόσταξε να υποδουλώσουν τους Αμμωνίους και να κάψουν το μαντείο του Δία, ενώ ο ίδιος επικεφαλής του υπόλοιπου στρατού κίνησε κατά των Αιθιόπων.
[3.25.4]πρὶν δὲ τῆς ὁδοῦ τὸ πέμπτον μέρος διεληλυθέναι τὴν στρατιήν, αὐτίκα πάντα αὐτοὺς τὰ εἶχον σιτίων ἐχόμενα ἐπελελοίπεε, μετὰ δὲ τὰ σιτία καὶ τὰ ὑποζύγια ἐπέλιπε κατεσθιόμενα.Αλλά δεν είχε η στρατιά διανύσει ούτε το ένα πέμπτο του δρόμου, όταν τους σώθηκαν όλα τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους, και μετά τα τρόφιμα άρχισαν να τρώνε τα υποζύγια ώσπου σώθηκαν κι εκείνα.
[3.25.5]εἰ μέν νυν μαθὼν ταῦτα ὁ Καμβύσης ἐγνωσιμάχεε καὶ ἀπῆγε ὀπίσω τὸν στρατόν, ἐπὶ τῇ ἀρχῆθεν γενομένῃ ἁμαρτάδι ἦν ἂν ἀνὴρ σοφός· νῦν δὲ οὐδένα λόγον ποιεύμενος ἤιε αἰεὶ ἐς τὸ πρόσω.Αν λοιπόν ο Καμβύσης, μαθαίνοντάς τα αυτά, άλλαζε γνώμη και οδηγούσε πίσω το στρατό του, θα ήταν συνετός άνθρωπος, κι ας είχε γίνει λάθος στην αρχή· αυτός όμως δεν κάθισε καθόλου να σκεφτεί παρά βάδιζε συνέχεια μπροστά.
[3.25.6]οἱ δὲ στρατιῶται ἕως μέν τι εἶχον ἐκ τῆς γῆς λαμβάνειν, ποιηφαγέοντες διέζωον, ἐπεὶ δὲ ἐς τὴν ψάμμον ἀπίκοντο, δεινὸν ἔργον αὐτῶν τινες ἐργάσαντο· ἐκ δεκάδος γὰρ ἕνα σφέων αὐτῶν ἀποκληρώσαντες κατέφαγον.Όσο για τους στρατιώτες, όσο είχαν να παίρνουν κάτι από τη γη, κρατιόνταν στη ζωή τρώγοντας χορτάρι· όταν όμως έφτασαν στην άμμο, μερικοί απ᾽ αυτούς έκαναν κάτι τρομερό: από μια δεκάδα ξεχώρισαν έναν με κλήρο και τον έφαγαν.
[3.25.7]πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Καμβύσης, δείσας τὴν ἀλληλοφαγίην, ἀπεὶς τὸν ἐπ᾽ Αἰθίοπας στόλον ὀπίσω ἐπορεύετο, καὶ ἀπικνέεται ἐς Θήβας πολλοὺς ἀπολέσας τοῦ στρατοῦ. ἐκ Θηβέων δὲ καταβὰς ἐς Μέμφιν τοὺς Ἕλληνας ἀπῆκε ἀποπλέειν.Όταν πια το έμαθε και αυτό ο Καμβύσης, από τον φόβο μήπως οι στρατιώτες φάνε ο ένας τον άλλο, παράτησε την εκστρατεία κατά των Αιθιόπων, γύρισε πίσω και έφτασε στη Θήβα έχοντας χάσει πολύ στρατό. Από τη Θήβα κατέβηκε στη Μέμφιδα και έδωσε στους Έλληνες την άδεια να σαλπάρουν.
[3.26.1]Ὁ μὲν ἐπ᾽ Αἰθίοπας στόλος οὕτω ἔπρηξε, οἱ δ᾽ αὐτῶν ἐπ᾽ Ἀμμωνίους ἀποσταλέντες στρατεύεσθαι, ἐπείτε ὁρμηθέντες ἐκ τῶν Θηβέων ἐπορεύοντο ἔχοντες ἀγωγούς, ἀπικόμενοι μὲν φανεροί εἰσι ἐς Ὄασιν πόλιν, τὴν ἔχουσι μὲν Σάμιοι τῆς Αἰσχριωνίης φυλῆς λεγόμενοι εἶναι, ἀπέχουσι δὲ ἑπτὰ ἡμερέων ὁδὸν ἀπὸ Θηβέων διὰ ψάμμου, ὀνομάζεται δὲ ὁ χῶρος οὗτος κατὰ Ἑλλήνων γλῶσσαν Μακάρων νῆσοι.Αυτήν λοιπόν την τύχη είχε η εκστρατεία κατά των Αιθιόπων. Όσο για εκείνους που είχαν σταλεί στην εκστρατεία κατά των Αμμωνίων, αυτοί ξεκίνησαν από τη Θήβα, και βαδίζοντας με τους οδηγούς τους έφτασαν και εμφανίστηκαν στην πόλη Όαση, που την κατοικούν Σάμιοι, οι οποίοι, όπως λέγεται, είναι από την Αισχριωνία φυλή, και που απέχουν από τη Θήβα επτά ημερών ταξίδι μέσα στην άμμο, και ο τόπος αυτός στην ελληνική γλώσσα λέγεται νησιά των Μακάρων.
[3.26.2]ἐς μὲν δὴ τοῦτον τὸν χῶρον λέγεται ἀπικέσθαι τὸν στρατόν, τὸ ἐνθεῦτεν δέ, ὅτι μὴ αὐτοὶ Ἀμμώνιοι καὶ οἱ τούτων ἀκούσαντες, ἄλλοι οὐδένες οὐδὲν ἔχουσι εἰπεῖν περὶ αὐτῶν· οὔτε γὰρ ἐς τοὺς Ἀμμωνίους ἀπίκοντο οὔτε ὀπίσω ἐνόστησαν. λέγεται δὲ καὶ τάδε ὑπ᾽ αὐτῶν Ἀμμωνίων·Λέγεται λοιπόν ότι σ᾽ αυτόν τον τόπο έφτασε πραγματικά ο στρατός· αλλά από εκεί και πέρα, με εξαίρεση τους Αμμωνίους και όσους έχουν πληροφορίες από αυτούς, κανένας άλλος δεν ξέρει να πει τίποτε γι᾽ αυτούς τους στρατιώτες: γιατί ούτε στους Αμμωνίους έφτασαν ούτε πίσω γύρισαν.
[3.26.3]ἐπειδὴ ἐκ τῆς Ὀάσιος ταύτης ἰέναι διὰ τῆς ψάμμου ἐπὶ σφέας, γενέσθαι τε αὐτοὺς μεταξύ κου μάλιστα αὐτῶν τε καὶ τῆς Ὀάσιος, ἄριστον αἱρεομένοισι αὐτοῖσι ἐπιπνεῦσαι νότον μέγαν τε καὶ ἐξαίσιον, φορέοντα δὲ θῖνας τῆς ψάμμου καταχῶσαί σφεας, καὶ τρόπῳ τοιούτῳ ἀφανισθῆναι. Ἀμμώνιοι μὲν οὕτω λέγουσι γενέσθαι περὶ τῆς στρατιῆς ταύτης.Οι ίδιοι οι Αμμώνιοι ωστόσο λένε και το εξής: ο στρατός ξεκίνησε απ᾽ αυτή την Όαση και βάδιζε εναντίον τους μέσα από την άμμο, και όταν βρέθηκε στη μέση περίπου της απόστασης ανάμεσα σ᾽ αυτούς και στην Όαση, ενώ έτρωγαν το μεσημεριανό τους, φύσηξε νότιος άνεμος ασυνήθιστα δυνατός, και με την άμμο που σήκωσε, τους έθαψε, και με αυτόν τον τρόπο χάθηκαν αυτοί. Έτσι λοιπόν λένε οι Αμμώνιοι ότι έγινε με τούτη τη στρατιά.
[3.27.1]ἀπιγμένου δὲ Καμβύσεω ἐς Μέμφιν ἐφάνη Αἰγυπτίοισι ὁ Ἆπις, τὸν Ἕλληνες Ἔπαφον καλέουσι· ἐπιφανέος δὲ τούτου γενομένου αὐτίκα οἱ Αἰγύπτιοι εἵματά τε ἐφόρεον τὰ κάλλιστα καὶ ἦσαν ἐν θαλίῃσι.Όταν ωστόσο έφτασε ο Καμβύσης στη Μέμφιδα, εμφανίστηκε στους Αιγυπτίους ο Άπις, που οι Έλληνες τον ονομάζουν Έπαφο· και όταν εμφανίστηκε, οι Αιγύπτιοι φόρεσαν αμέσως τα καλύτερά τους ρούχα και το έριξαν στις γιορτές.
[3.27.2]ἰδὼν δὲ ταῦτα τοὺς Αἰγυπτίους ποιεῦντας ὁ Καμβύσης, πάγχυ σφέας καταδόξας ἑωυτοῦ κακῶς πρήξαντος χαρμόσυνα ταῦτα ποιέειν, ἐκάλεε τοὺς ἐπιτρόπους τῆς Μέμφιος· ἀπικομένων δὲ ἐς ὄψιν εἴρετο ὅ τι πρότερον μὲν ἐόντος αὐτοῦ ἐν Μέμφι ἐποίευν τοιοῦτον οὐδὲν Αἰγύπτιοι, τότε δὲ ἐπεὶ αὐτὸς παρείη τῆς στρατιῆς πλῆθός τι ἀποβαλών.Βλέποντας λοιπόν ο Καμβύσης τους Αιγυπτίους να τα κάνουν αυτά, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι έκαναν όλες αυτές τις χαρές επειδή ο ίδιος είχε κακοπάθει, και κάλεσε τους αρμοδίους της Μέμφιδας, και όταν έφτασαν μπροστά του, τους ρώτησε γιατί οι Αιγύπτιοι δεν έκαναν τίποτε από όλα αυτά όταν ο ίδιος βρισκόταν πριν στη Μέμφιδα, και τα έκαναν τώρα όπου γύρισε έχοντας χάσει μεγάλο μέρος του στρατού του.
[3.27.3]οἱ δὲ ἔφραζον ὥς σφι θεὸς εἴη φανεὶς διὰ χρόνου πολλοῦ ἐωθὼς ἐπιφαίνεσθαι, καὶ ὡς ἐπεὰν φανῇ, τότε πάντες Αἰγύπτιοι κεχαρηκότες ὁρτάζοιεν. ταῦτα ἀκούσας ὁ Καμβύσης ἔφη ψεύδεσθαί σφεας καὶ ὡς ψευδομένους θανάτῳ ἐζημίου.Αυτοί του απάντησαν ότι τους είχε φανερωθεί κάποιος θεός που συνήθως κάνει πολύν καιρό να εμφανιστεί, και όταν φανερωθεί, τότε όλοι οι Αιγύπτιοι χαίρονται και πανηγυρίζουν. Όταν τα άκουσε αυτά ο Καμβύσης, τους είπε ότι λένε ψέματα, και επειδή έλεγαν ψέματα τους τιμώρησε με θάνατο.
[3.28.1]ἀποκτείνας δὲ τούτους δεύτερα τοὺς ἱρέας ἐκάλεε ἐς ὄψιν. λεγόντων δὲ κατὰ ταὐτὰ τῶν ἱρέων οὐ λήσειν ἔφη αὐτὸν εἰ θεός τις χειροήθης ἀπιγμένος εἴη Αἰγυπτίοισι. τοσαῦτα δὲ εἴπας ἀπάγειν ἐκέλευε τὸν Ἆπιν τοὺς ἱρέας. οἱ μὲν δὴ μετήισαν ἄξοντες.Αφού τους σκότωσε λοιπόν αυτούς ο Καμβύσης, κάλεσε ύστερα μπροστά του τους ιερείς. Και όταν του είπαν και εκείνοι τα ίδια, αυτός απάντησε ότι δεν θα του διέφευγε του ίδιου αν είχε παρουσιαστεί στους Αιγυπτίους ένας καλόβολος θεός. Αυτά είπε και πρόσταξε τους ιερείς να του πάνε τον Άπη. Και οι ιερείς πήγαν να τον φέρουν.
[3.28.2]ὁ δὲ Ἆπις οὗτος ὁ Ἔπαφος γίνεται μόσχος ἐκ βοὸς ἥτις οὐκέτι οἵη τε γίνεται ἐς γαστέρα ἄλλον βάλλεσθαι γόνον. Αἰγύπτιοι δὲ λέγουσι σέλας ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν βοῦν κατίσχειν καί μιν ἐκ τούτου τίκτειν τὸν Ἆπιν.Αυτός ο Άπις τώρα, ο Έπαφος, είναι ένα μοσχαράκι που γεννιέται από αγελάδα η οποία ύστερα δεν επιτρέπεται να συλλάβει ξανά. Οι Αιγύπτιοι λένε ότι από τον ουρανό κατεβαίνει καταπάνω στην αγελάδα μια αστραπή, και απ᾽ αυτήν η αγελάδα γεννάει τον Άπη.
[3.28.3]ἔχει δὲ ὁ μόσχος οὗτος ὁ Ἆπις καλεόμενος σημήια τοιάδε, ἐὼν μέλας ἐπὶ μὲν τῷ μετώπῳ λευκόν τετράγωνον, ἐπὶ δὲ τοῦ νώτου αἰετὸν εἰκασμένον, ἐν δὲ τῇ οὐρῇ τὰς τρίχας διπλάς, ὑπὸ δὲ τῇ γλώσσῃ κάνθαρον.Έχει ωστόσο τούτο το μοσχαράκι που λέγεται Άπις τα εξής σημάδια: είναι μαύρο, έχει στο μέτωπό του άσπρο τετράγωνο, στη ράχη του έχει την εικόνα του αετού, διπλές τις τρίχες στην ουρά, και κάτω από τη γλώσσα έναν κάνθαρο.
[3.29.1]ὡς δὲ ἤγαγον τὸν Ἆπιν οἱ ἱρέες, ὁ Καμβύσης, οἷα ἐὼν ὑπομαργότερος, σπασάμενος τὸ ἐγχειρίδιον, θέλων τύψαι τὴν γαστέρα τοῦ Ἄπιος παίει τὸν μηρόν· γελάσας δὲ εἶπε πρὸς τοὺς ἱρέας·Μόλις λοιπόν του πήγαν τον Άπη οι ιερείς, ο Καμβύσης έκανε σαν τρελός, έβγαλε το στιλέτο του και έκανε να χτυπήσει τον Άπη στην κοιλιά, αλλά τον βρήκε στο μερί· γέλασε τότε και είπε στους ιερείς:
[3.29.2]Ὦ κακαὶ κεφαλαί, τοιοῦτοι θεοὶ γίνονται, ἔναιμοί τε καὶ σαρκώδεες καὶ ἐπαΐοντες σιδηρίων; ἄξιος μέν γε Αἰγυπτίων οὗτός γε ὁ θεός· ἀτάρ τοι ὑμεῖς γε οὐ χαίροντες γέλωτα ἐμὲ θήσεσθε. ταῦτα εἴπας ἐνετείλατο τοῖσι ταῦτα πρήσσουσι τοὺς μὲν ἱρέας ἀπομαστιγῶσαι, Αἰγυπτίων δὲ τῶν ἄλλων τὸν ἂν λάβωσι ὁρτάζοντα κτείνειν.«Βρε κουφιοκεφαλάκηδες, υπάρχουν τέτοιοι θεοί, με αίμα και με σάρκα και ευαίσθητοι στο σίδερο; Πραγματικά, είναι άξιος των Αιγυπτίων τούτος ο θεός· εσάς ωστόσο δεν θα σας βγει σε καλό που με κάνατε περίγελο». Αυτά είπε και πρόσταξε τους εντεταλμένους να μαστιγώσουν γερά τους ιερείς, και από τους άλλους Αιγυπτίους όποιον πιάνουν να πανηγυρίζει, να τον εκτελούν.
[3.29.3]‹ἡ› ὁρτὴ μὲν δὴ διελέλυτο Αἰγυπτίοισι, οἱ δὲ ἱρέες ἐδικαιεῦντο, ὁ δὲ Ἆπις πεπληγμένος τὸν μηρὸν ἔφθινε ἐν τῷ ἱρῷ κατακείμενος. καὶ τὸν μὲν τελευτήσαντα ἐκ τοῦ τρώματος ἔθαψαν οἱ ἱρέες λάθρῃ Καμβύσεω.Έτσι λοιπόν έληξε η εορτή των Αιγυπτίων, οι ιερείς τιμωρήθηκαν, και ο Άπις λαβωμένος στο μερί, έλιωνε ξαπλωμένος μέσα στο ιερό ώσπου πέθανε από τη λαβωματιά, και οι ιερείς τον έθαψαν κρυφά από τον Καμβύση.
[3.30.1]Καμβύσης δέ, ὡς λέγουσι Αἰγύπτιοι, αὐτίκα διὰ τοῦτο τὸ ἀδίκημα ἐμάνη, ἐὼν οὐδὲ πρότερον φρενήρης. καὶ πρῶτα μὲν τῶν κακῶν ἐξεργάσατο τὸν ἀδελφεὸν Σμέρδιν ἐόντα πατρὸς καὶ μητρὸς τῆς αὐτῆς, τὸν ἀπέπεμψε ἐς Πέρσας φθόνῳ ἐξ Αἰγύπτου, ὅτι τὸ τόξον μοῦνος Περσέων ὅσον τε ἐπὶ δύο δακτύλους εἴρυσε, τὸ παρὰ τοῦ Αἰθίοπος ἤνεικαν οἱ Ἰχθυοφάγοι· τῶν δὲ ἄλλων Περσέων οὐδεὶς οἷός τε ἐγένετο.Ο Καμβύσης ωστόσο, όπως λένε οι Αιγύπτιοι, μετά απ᾽ αυτή την άδικη πράξη τρελάθηκε εντελώς, αν και ούτε πριν ήταν με τα καλά του. Και το πρώτο κακό το έκανε στον αδελφό του τον Σμέρδη, που ήταν από τον ίδιο πατέρα και από την ίδια μητέρα και που τον έστειλε από την Αίγυπτο πίσω στην Περσία, από φθόνο, επειδή από τους Πέρσες ήταν ο μόνος που τέντωσε ώς δύο δάχτυλα το τόξο που οι Ιχθυοφάγοι είχαν φέρει από τον Αιθίοπα βασιλιά, ενώ από τους άλλους Πέρσες κανένας δεν το κατόρθωσε.
[3.30.2]ἀποιχομένου ὦν ἐς Πέρσας τοῦ Σμέρδιος ὄψιν εἶδε ὁ Καμβύσης ἐν τῷ ὕπνῳ τοιήνδε· ἐδόκεέ οἱ ἄγγελον ἐλθόντα ἐκ Περσέων ἀγγέλλειν ὡς ἐν τῷ θρόνῳ τῷ βασιληίῳ ἱζόμενος Σμέρδις τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ ψαύσειε.Όταν ωστόσο ο Σμέρδις έφυγε για την Περσία, ο Καμβύσης είδε στον ύπνο τούτο το όνειρο· είδε ότι ήρθε από την Περσία αγγελιαφόρος για να του αναγγείλει ότι ο Σμέρδις καθισμένος στον βασιλικό θρόνο άγγιζε με το κεφάλι του τον ουρανό.
[3.30.3]πρὸς ὦν ταῦτα δείσας περὶ ἑωυτῷ μή μιν ἀποκτείνας ὁ ἀδελφεὸς ἄρχῃ, πέμπει Πρηξάσπεα ἐς Πέρσας, ὃς ἦν οἱ ἀνὴρ Περσέων πιστότατος, ἀποκτενέοντά μιν. ὁ δὲ ἀναβὰς ἐς Σοῦσα ἀπέκτεινε Σμέρδιν, οἱ μὲν λέγουσι ἐπ᾽ ἄγρην ἐξαγαγόντα, οἱ δὲ ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν προαγαγόντα καταποντῶσαι.Φοβήθηκε λοιπόν απ᾽ όλο τούτο ο Καμβύσης για τον εαυτό του, μήπως ο αδελφός του τον σκοτώσει και πάρει την αρχή, και στέλνει στην Περσία τον Πρηξάσπη, που ήταν ο άνθρωπός του ο πλέον έμπιστος απ᾽ όλους τους Πέρσες, για να σκοτώσει τον Σμέρδη. Και πράγματι ο Πρηξάσπης ανέβηκε στα Σούσα και τον σκότωσε: άλλοι λένε τον πήγε για κυνήγι, άλλοι τον πήγε στην Ερυθρά θάλασσα και τον έπνιξε.
[3.31.1]πρῶτον μὲν δὴ λέγουσι Καμβύσῃ τῶν κακῶν ἄρξαι τοῦτο, δεύτερα δὲ ἐξεργάσατο τὴν ἀδελφεὴν ἐπισπομένην οἱ ἐς Αἴγυπτον, τῇ καὶ συνοίκεε καὶ ἦν οἱ ἀπ᾽ ἀμφοτέρων ἀδελφεή.Αυτή λοιπόν λένε ότι ήταν η πρώτη από τις κακές πράξεις του Καμβύση, ο οποίος ύστερα τα έβαλε με την αδελφή του που τον είχε ακολουθήσει στην Αίγυπτο και την είχε γυναίκα του και ήταν αδελφή του και από τους δυο γονείς.
[3.31.2]ἔγημε δὲ αὐτὴν ὧδε· οὐδαμῶς γὰρ ἐώθεσαν πρότερον τῇσι ἀδελφεῇσι συνοικέειν Πέρσαι· ἠράσθη μιῆς τῶν ἀδελφεῶν Καμβύσης καὶ ἔπειτα βουλόμενος αὐτὴν γῆμαι, ὅτι οὐκ ἐωθότα ἐπενόεε ποιήσειν, εἴρετο καλέσας τοὺς βασιληίους καλεομένους δικαστὰς εἴ τις ἔστι κελεύων νόμος τὸν βουλόμενον ἀδελφεῇ συνοικέειν.Και δεδομένου ότι προηγουμένως οι Πέρσες δεν το συνήθιζαν καθόλου να παντρεύονται τις αδελφές τους, ο Καμβύσης, όταν ερωτεύτηκε μια από τις αδελφές του και ήθελε να την παντρευτεί, την παντρεύτηκε με τον εξής τρόπο: επειδή αυτό που είχε βάλει στον νου του να κάνει ήταν αντίθετο με τα έθιμα, κάλεσε τους λεγόμενους βασιλικούς δικαστές και τους ρώτησε αν υπήρχε κανένας νόμος που να επιτρέπει σε όποιον θέλει να παίρνει γυναίκα του την αδελφή του.
[3.31.3]οἱ δὲ βασιλήιοι δικασταὶ κεκριμένοι ἄνδρες γίνονται Περσέων, ἐς οὗ ἀποθάνωσι ἤ σφι παρευρεθῇ τι ἄδικον, μέχρι τούτου· οὗτοι δὲ τοῖσι Πέρσῃσι δίκας δικάζουσι καὶ ἐξηγηταὶ τῶν πατρίων θεσμῶν γίνονται, καὶ πάντα ἐς τούτους ἀνάκειται.Διακεκριμένοι άνθρωποι ανάμεσα στους Πέρσες, οι βασιλικοί δικαστές είναι ισόβιοι ή ώσπου να διαπιστωθεί ότι έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα· αυτοί δικάζουν τις δίκες ανάμεσα στους Πέρσες, ερμηνεύουν τους πάτριους νόμους, και όλα εξαρτώνται από αυτούς.
[3.31.4]εἰρομένου ὦν τοῦ Καμβύσεω ὑπεκρίνοντο [αὐτῷ] οὗτοι καὶ δίκαια καὶ ἀσφαλέα, φάμενοι νόμον οὐδένα ἐξευρίσκειν ὃς κελεύει ἀδελφεῇ συνοικέειν ἀδελφεόν, ἄλλον μέντοι ἐξευρηκέναι νόμον, τῷ βασιλεύοντι Περσέων ἐξεῖναι ποιέειν τὸ ἂν βούληται.Όταν λοιπόν τους ρώτησε ο Καμβύσης, αυτοί του απάντησαν με τρόπο και δίκαιο και ασφαλή για τους ίδιους: νόμο, του είπαν, που να επιτρέπει στον αδελφό να κάνει γυναίκα του την αδελφή του δεν βρήκαν κανένα, βρήκαν όμως κάποιον άλλο που επιτρέπει στον βασιλιά των Περσών να κάνει ό,τι θέλει.
[3.31.5]οὕτω οὔτε τὸν νόμον ἔλυσαν δείσαντες Καμβύσεα, ἵνα τε μὴ αὐτοὶ ἀπόλωνται τὸν νόμον περιστέλλοντες, παρεξεῦρον ἄλλον νόμον σύμμαχον τῷ θέλοντι γαμέειν ἀδελφεάς.Έτσι, ούτε τον νόμο καταπάτησαν από τον φόβο τους για τον Καμβύση, ενώ από την άλλη, για να μη χαθούν οι ίδιοι περιφρουρώντας τον νόμο, ξετρύπωσαν αυτόν τον άλλο νόμο για στήριγμα εκείνου που ήθελε να παντρεύεται τις αδελφές του.
[3.31.6]τότε μὲν δὴ ὁ Καμβύσης ἔγημε τὴν ἐρωμένην, μετὰ μέντοι οὐ πολλὸν χρόνον ἔσχε καὶ ἄλλην ἀδελφεήν· τουτέων δὴ τὴν νεωτέρην ἐπισπομένην οἱ ἐπ᾽ Αἴγυπτον κτείνει.Τότε λοιπόν ο Καμβύσης παντρεύτηκε την αγαπημένη του, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός όπου πήρε και άλλην αδελφή του, και από τις δύο, τη νεότερη, εκείνη που τον είχε ακολουθήσει στην Αίγυπτο, τη σκοτώνει.
[3.32.1]ἀμφὶ δὲ τῷ θανάτῳ αὐτῆς διξὸς ὥσπερ περὶ Σμέρδιος λέγεται λόγος. Ἕλληνες μὲν λέγουσι Καμβύσεα συμβαλεῖν σκύμνον λέοντος σκύλακι κυνός, θεωρέειν δὲ καὶ τὴν γυναῖκα ταύτην, νικωμένου δὲ τοῦ σκύλακος ἀδελφεὸν αὐτοῦ [ἄλλον σκύλακα] ἀπορρήξαντα τὸν δεσμὸν παραγενέσθαι οἱ, δύο δὲ γενομένους οὕτω δὴ [τοὺς σκύλακας] ἐπικρατῆσαι τοῦ σκύμνου.Για τον θάνατό της αυτηνής λέγονται δύο ιστορίες, όπως και για του Σμέρδη. Οι Έλληνες λένε ότι ο Καμβύσης έβαλε ένα λιονταράκι κι ένα σκυλάκι να παλέψουν μεταξύ τους· η εν λόγω γυναίκα παρακολουθούσε την πάλη· το σκυλάκι νικιόταν· τότε το αδελφάκι του, άλλο σκυλάκι, έσπασε το σκοινί με το οποίο ήταν δεμένο και έτρεξε να βοηθήσει: έγιναν έτσι δύο τα σκυλάκια και νίκησαν το λιονταράκι.
[3.32.2]καὶ τὸν μὲν Καμβύσεα ἥδεσθαι θεώμενον, τὴν δὲ παρημένην δακρύειν. Καμβύσεα δὲ μαθόντα τοῦτο ἐπειρέσθαι δι᾽ ὅ τι δακρύει, τὴν δὲ εἰπεῖν ὡς ἰδοῦσα τὸν σκύλακα τῷ ἀδελφεῷ τιμωρήσαντα δακρύσειε, μνησθεῖσά τε Σμέρδιος καὶ μαθοῦσα ὡς ἐκείνῳ οὐκ εἴη ὁ τιμωρήσων.Ο Καμβύσης τώρα το είδε αυτό και ευχαριστήθηκε· εκείνη όμως, καθισμένη δίπλα του, δάκρυσε. Ο Καμβύσης το αντιλήφθηκε και τη ρώτησε γιατί κλαίει, κι εκείνη του είπε ότι κλαίει επειδή, βλέποντας το σκυλάκι να τρέχει να βοηθήσει το αδελφάκι του, θυμήθηκε τον Σμέρδη για τον οποίο ήξερε ότι δεν υπήρχε κανένας να τον βοηθήσει.
[3.32.3]Ἕλληνες μὲν δὴ διὰ τοῦτο τὸ ἔπος φασὶ αὐτὴν ἀπολέσθαι ὑπὸ Καμβύσεω, Αἰγύπτιοι δὲ ὡς τραπέζῃ παρακατημένων λαβοῦσαν θρίδακα τὴν γυναῖκα περιτῖλαι καὶ ἐπανειρέσθαι τὸν ἄνδρα κότερον περιτετιλμένη ἢ δασέα ἡ θρίδαξ ἐοῦσα εἴη καλλίων, καὶ τὸν φάναι δασέαν, τὴν δὲ εἰπεῖν·Γι᾽ αυτά τα λόγια της λένε οι Έλληνες ότι την ξέκανε ο Καμβύσης. Οι Αιγύπτιοι όμως λένε ότι κάθονταν κάποτε οι δυο τους στο τραπέζι, και η γυναίκα πήρε ένα μαρούλι και του μάδησε τα φύλλα και ρώτησε τον σύζυγό της πώς ήταν πιο ωραίο το μαρούλι, μαδημένο ή αμάδητο, κι εκείνος της απάντησε αμάδητο, και τότε εκείνη του είπε:
[3.32.4]Ταύτην μέντοι κοτὲ σὺ τὴν θρίδακα ἐμιμήσαο, τὸν Κύρου οἶκον ἀποψιλώσας. τὸν δὲ θυμωθέντα ἐμπηδῆσαι αὐτῇ ἐχούσῃ ἐν γαστρί, καί μιν ἐκτρώσασαν ἀποθανεῖν.«Και όμως το μαρούλι το μιμήθηκες εσύ και απογύμνωσες τον οίκο του Κύρου». Εκείνος τότε έγινε έξω φρενών και την ποδοπάτησε, κι εκείνη, όντας έγκυος, απέβαλε και πέθανε.
[3.33.1]ταῦτα μὲν ἐς τοὺς οἰκηιοτάτους ὁ Καμβύσης ἐξεμάνη, εἴτε δὴ διὰ τὸν Ἆπιν εἴτε καὶ ἄλλως, οἷα πολλὰ ἔωθε ἀνθρώπους κακὰ καταλαμβάνειν· καὶ γάρ τινα καὶ ἐκ γενεῆς νοῦσον μεγάλην λέγεται ἔχειν ὁ Καμβύσης, τὴν ἱρὴν ὀνομάζουσί τινες. οὔ νύν τοι ἀεικὲς οὐδὲν ἦν τοῦ σώματος νοῦσον μεγάλην νοσέοντος μηδὲ τὰς φρένας ὑγιαίνειν.Αυτές λοιπόν τις τρελές πράξεις έκανε ο Καμβύσης σε βάρος των στενών συγγενών του, είτε εξαιτίας του Άπη είτε από κάποιον άλλο λόγο, γιατί είναι πολλές οι συμφορές που συνήθως πέφτουν πάνω στους ανθρώπους: λένε λόγου χάρη ότι ο Καμβύσης είχε από γεννησιμιού του εκείνη τη μεγάλη αρρώστια, που μερικοί την ονομάζουν ιερή. Διόλου απίθανο λοιπόν, αφού το σώμα του έπασχε από τόσο μεγάλη αρρώστια, να μην ήταν υγιής ούτε στα μυαλά.
[3.34.1]τάδε δ᾽ ἐς τοὺς ἄλλους Πέρσας ἐξεμάνη· λέγεται γὰρ εἰπεῖν αὐτὸν πρὸς Πρηξάσπεα, τὸν ἐτίμα τε μάλιστα καί οἱ τὰς ἀγγελίας ἐσεφόρεε οὗτος, τούτου τε ὁ παῖς οἰνοχόος ἦν τῷ Καμβύσῃ, τιμὴ δὲ καὶ αὕτη οὐ σμικρή, εἰπεῖν δὲ λέγεται τάδε·Όσο για τους άλλους Πέρσες, ο Καμβύσης έκανε σε βάρος τους τούτες τις τρέλες· λένε ότι είπε στον Πρηξάσπη που τον τιμούσε περισσά και που ήταν αυτός που του έφερνε τα μηνύματα και ο γιος του ήταν οινοχόος του Καμβύση, τιμή κι αυτή διόλου μικρή, λένε λοιπόν ότι του είπε:
[3.34.2]Πρήξασπες, κοῖόν μέ τινα νομίζουσι Πέρσαι εἶναι ἄνδρα τίνας τε λόγους περὶ ἐμέο ποιεῦνται; τὸν δὲ εἰπεῖν· Ὦ δέσποτα, τὰ μὲν ἄλλα πάντα μεγάλως ἐπαινέαι, τῇ δὲ φιλοινίῃ σέ φασι πλεόνως προσκεῖσθαι.«Πρηξάσπη, τί είδους άνθρωπος νομίζουν οι Πέρσες ότι είμαι και τί λένε για μένα;» Κι εκείνος του απάντησε: «Κύριέ μου, για όλα τα άλλα σε επαινούν πολύ, αλλά λένε ότι η αγάπη σου για το κρασί παραείναι μεγάλη».
[3.34.3]τὸν μὲν δὴ λέγειν ταῦτα περὶ Περσέων, τὸν δὲ θυμωθέντα τοῖσδε ἀμείβεσθαι· Νῦν ἄρα μέ φασι Πέρσαι οἴνῳ προσκείμενον παραφρονέειν καὶ οὐκ εἶναι νοήμονα. οὐδ᾽ ἄρα σφέων οἱ πρότεροι λόγοι ἦσαν ἀληθέες.Ο Πρηξάσπης μιλούσε βέβαια για τους Πέρσες, αλλά ο Καμβύσης εξοργίστηκε και του απάντησε με τούτα τα λόγια: «Ώστε λοιπόν οι Πέρσες λένε τώρα ότι είμαι παραδομένος στο κρασί και γι᾽ αυτό έχω τρελαθεί και δεν είμαι στα καλά μου. Άρα τα λόγια που έλεγαν προηγουμένως δεν ήταν αληθινά».
[3.34.4]πρότερον γὰρ δὴ ἄρα Περσέων οἱ συνέδρων ἐόντων καὶ Κροίσου εἴρετο ὁ Καμβύσης κοῖός τις δοκέοι ἀνὴρ εἶναι πρὸς τὸν πατέρα [τελέσαι] Κῦρον· οἱ δὲ ἀμείβοντο ὡς εἴη ἀμείνων τοῦ πατρός· τά τε γὰρ ἐκείνου πάντα ἔχειν αὐτὸν καὶ προσεκτῆσθαι Αἴγυπτόν τε καὶ τὴν θάλασσαν.Προηγουμένως, εκεί όπου κάθονταν μερικοί Πέρσες και μαζί ο Κροίσος, ο Καμβύσης τούς ρώτησε τί είδους άνθρωπος νόμιζαν ότι είναι ο ίδιος σε σύγκριση με τον πατέρα του τον Κύρο· εκείνοι του απάντησαν ότι είναι καλύτερος από τον πατέρα του, αφού διατηρούσε όλα όσα είχε ο πατέρας του και από πάνω είχε αποκτήσει και την Αίγυπτο και τη θάλασσα.
[3.34.5]Πέρσαι μὲν ταῦτα ἔλεγον, Κροῖσος δὲ παρεών τε καὶ οὐκ ἀρεσκόμενος τῇ [γινομένῃ] κρίσι εἶπε πρὸς τὸν Καμβύσεα τάδε· Ἐμοὶ μέν νυν, ὦ παῖ Κύρου, οὐ δοκέεις ὅμοιος εἶναι τῷ πατρί· οὐ γάρ κώ τοί ἐστι υἱὸς οἷον σὲ ἐκεῖνος κατελίπετο. ἥσθη τε ταῦτα ἀκούσας ὁ Καμβύσης καὶ ἐπαίνεε τὴν Κροίσου κρίσιν.Αυτά ωστόσο τα είπαν οι Πέρσες· ο Κροίσος όμως που ήταν παρών και που δεν του άρεσε η κρίση που διατυπώθηκε, είπε στον Καμβύση τούτα τα λόγια: «Εμένα πάντως, γιε του Κύρου, δεν μου φαίνεται ότι είσαι όμοιος με τον πατέρα σου, γιατί εσύ δεν έχεις ακόμη γιο σαν αυτόν που άφησε εκείνος». Ευχαριστήθηκε σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Καμβύσης και παίνεψε την κρίση του Κροίσου.
[3.35.1]τούτων δὴ ὦν ἐπιμνησθέντα ὀργῇ λέγειν πρὸς τὸν Πρηξάσπεα· Σύ νυν μάθε [αὐτὸς] εἴτε λέγουσι Πέρσαι ἀληθέα εἴτε αὐτοὶ λέγοντες ταῦτα παραφρονέουσι·Αυτά θυμήθηκε ο Καμβύσης και λέει με οργή στον Πρηξάσπη: «Κρίνε λοιπόν μόνος σου αν οι Πέρσες λένε την αλήθεια, ή μήπως αυτοί είναι τρελοί που λένε τέτοια πράγματα:
[3.35.2]εἰ μὲν γὰρ τοῦ παιδὸς τοῦ σοῦ τοῦδε ἑστεῶτος ἐν τοῖσι προθύροισι βαλὼν τύχοιμι μέσης τῆς καρδίης, Πέρσαι φανέονται λέγοντες οὐδέν· ἢν δὲ ἁμάρτω, φάναι Πέρσας τε λέγειν ἀληθέα καὶ ἐμὲ μὴ σωφρονέειν.το παιδί σου που στέκεται εκεί στη βεράντα θα το σημαδέψω, κι αν το πετύχω και του τρυπήσω την καρδιά, τότε θα αποδειχτεί ότι οι Πέρσες λένε σαχλαμάρες· αν όμως αστοχήσω, τότε θα πει ότι οι Πέρσες λένε την αλήθεια και εγώ δεν είμαι στα καλά μου».
[3.35.3]ταῦτα δὲ εἰπόντα καὶ διατείναντα τὸ τόξον βαλεῖν τὸν παῖδα, πεσόντος δὲ τοῦ παιδὸς ἀνασχίζειν αὐτὸν κελεύειν καὶ σκέψασθαι τὸ βλῆμα· ὡς δὲ ἐν τῇ καρδίῃ εὑρεθῆναι ἐνεόντα τὸν ὀϊστόν, εἰπεῖν πρὸς τὸν πατέρα τοῦ παιδὸς γελάσαντα καὶ περιχαρέα γενόμενον·Αυτά είπε, τέντωσε το τόξο και χτύπησε το παιδί· το παιδί έπεσε — και ο Καμβύσης πρόσταξε να το ανοίξουν και να εξετάσουν το τραύμα· και όταν διαπιστώθηκε ότι το βέλος ήταν μέσα στην καρδιά, ο Καμβύσης γέμισε αγαλλίαση και είπε γελώντας στον πατέρα του παιδιού:
[3.35.4]Πρήξασπες, ὡς μὲν ἐγώ τε οὐ μαίνομαι Πέρσαι τε παραφρονέουσι, δῆλά τοι γέγονε· νῦν δέ μοι εἰπέ, τίνα εἶδες ἤδη πάντων ἀνθρώπων οὕτω ἐπίσκοπα τοξεύοντα; Πρηξάσπεα δὲ ὁρῶντα ἄνδρα οὐ φρενήρεα καὶ περὶ ἑωυτῷ δειμαίνοντα εἰπεῖν· Δέσποτα, οὐδ᾽ ἂν αὐτὸν ἔγωγε δοκέω τὸν θεὸν οὕτω ἂν καλῶς βαλεῖν.«Είναι για σένα ολοφάνερο, Πρηξάσπη, ότι εγώ δεν τα έχω χαμένα και ότι οι τρελοί είναι οι Πέρσες· πες μου όμως τώρα, έχεις δει άλλον άνθρωπο ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους να σκοπεύει με τόση ακρίβεια;» Βλέποντας ωστόσο ο Πρηξάσπης ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν με τα καλά του και φοβούμενος και για τον ίδιο του τον εαυτό, είπε: «Κύριέ μου, θαρρώ ότι ούτε ο ίδιος ο θεός δεν σκοπεύει τόσο καλά».
[3.35.5]τότε μὲν ταῦτα ἐξεργάσατο, ἑτέρωθι δὲ Περσέων ὁμοίους τοῖσι πρώτοισι δυώδεκα ἐπ᾽ οὐδεμιῇ αἰτίῃ ἀξιοχρέῳ ἑλὼν ζώοντας ἐπὶ κεφαλὴν κατώρυξε.Αυτά λοιπόν έκανε τότε ο Καμβύσης. Κάποτε άλλοτε πάλι έπιασε δώδεκα Πέρσες από τους σημαντικότερους, και χωρίς το παράπτωμά τους να είναι τίποτε σοβαρό, τους έθαψε ζωντανούς ώς το λαιμό.
[3.36.1]ταῦτα δέ μιν ποιεῦντα ἐδικαίωσε Κροῖσος ὁ Λυδὸς νουθετῆσαι τοῖσδε τοῖσι ἔπεσι· Ὦ βασιλεῦ, μὴ πάντα ἡλικίῃ καὶ θυμῷ ἐπίτρεπε, ἀλλ᾽ ἴσχε καὶ καταλάμβανε σεωυτόν· ἀγαθόν τοι πρόνοον εἶναι, σοφὸν δὲ ἡ προμηθίη· σὺ δὲ κτείνεις μὲν ἄνδρας σεωυτοῦ πολιήτας ἐπ᾽ οὐδεμιῇ αἰτίῃ ἀξιοχρέῳ ἑλών, κτείνεις δὲ παῖδας.Ενώ λοιπόν έκανε ο Καμβύσης αυτές τις πράξεις, ο Κροίσος ο Λυδός θεώρησε σωστό να τον συμβουλεύσει με τούτα τα λόγια: «Βασιλιά, μην αφήνεις τη νιότη σου και την οργή σου να σε κυριεύουν σε όλα, μόνο συγκράτησε τον εαυτό σου, περιόρισέ τον· είναι καλό να είναι κανείς προνοητικός, η προνοητικότητα είναι σοφό πράγμα· σκοτώνεις ανθρώπους που είναι υπήκοοί σου χωρίς να έχουν κάνει κανένα σοβαρό παράπτωμα, σκοτώνεις παιδιά.
[3.36.2]ἢν δὲ πολλὰ τοιαῦτα ποιῇς, ὅρα ὅκως μή σευ ἀποστήσονται Πέρσαι. ἐμοὶ δὲ πατὴρ ‹ὁ› σὸς Κῦρος ἐνετέλλετο πολλὰ κελεύων σε νουθετέειν καὶ ὑποτίθεσθαι ὅ τι ἂν εὑρίσκω ἀγαθόν. ὁ μὲν δὴ εὐνοίην φαίνων συνεβούλευέ οἱ ταῦτα, ὁ δ᾽ ἀμείβετο τοισίδε·Αν το παρακάνεις μ᾽ αυτά τα πράγματα, έχε το νου σου μήπως οι Πέρσες ξεσηκωθούν εναντίον σου. Όσο για μένα, ο πατέρας σου ο Κύρος συχνά μου το έλεγε και μου το παράγγελνε να σε συμβουλεύω και να σε κατευθύνω σε ό,τι βρίσκω καλό». Τις συμβουλές αυτές ο Κροίσος τού τις έδινε βέβαια από αγάπη, εκείνος όμως του απάντησε μ᾽ αυτά τα λόγια:
[3.36.3]Σὺ καὶ ἐμοὶ τολμᾷς συμβουλεύειν, ὃς χρηστῶς μὲν τὴν σεωυτοῦ πατρίδα ἐπετρόπευσας, εὖ δὲ τῷ πατρὶ τῷ ̉μῷ συνεβούλευσας, κελεύων αὐτὸν Ἀράξην ποταμὸν διαβάντα ἰέναι ἐπὶ Μασσαγέτας βουλομένων ἐκείνων διαβαίνειν ἐς τὴν ἡμετέρην, καὶ ἀπὸ μὲν σεωυτὸν ὤλεσας τῆς σεωυτοῦ πατρίδος κακῶς προστάς, ἀπὸ δὲ [ὤλεσας] Κῦρον πειθόμενόν σοι· ἀλλ᾽ οὔτι χαίρων, ἐπεί τοι καὶ πάλαι ἐς σὲ προφάσιός τευ ἐδεόμην ἐπιλαβέσθαι.«Τολμάς εσύ να συμβουλεύεις κι εμένα; εσύ που και την πατρίδα σου την κατάφερες μια χαρά και τον πατέρα μου καλά τον συμβούλευσες όταν του είπες να διαβεί αυτός τον ποταμό Αράξη και να επιτεθεί στους Μασσαγέτες, ενώ αυτοί ήθελαν να μπουν στη χώρα μας, και έτσι κατέστρεψες και τον εαυτό σου με το κακό κουμάντο που έκανες στην πατρίδα σου, κατέστρεψες και τον Κύρο που σε άκουσε; μα δεν θα σου βγει σε καλό αυτό, γιατί από καιρό ζητούσα αφορμή να σε περιαδράξω».
[3.36.4]ταῦτα δὲ εἴπας ἐλάμβανε τὰ τόξα ὡς κατατοξεύσων αὐτόν, Κροῖσος δὲ ἀναδραμὼν ἔθεε ἔξω· ὁ δὲ ἐπείτε τοξεῦσαι οὐκ εἶχε, ἐνετείλατο τοῖσι θεράπουσι λαβόντας μιν ἀποκτεῖναι.Αυτά είπε ο Καμβύσης και αμέσως άρπαξε το τόξο για να τον χτυπήσει· αλλά ο Κροίσος πετάχτηκε απάνω και βγήκε τρέχοντας έξω· και ο Καμβύσης αφού δεν μπόρεσε να τον χτυπήσει με το τόξο, πρόσταξε τους υπηρέτες να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν.
[3.36.5]οἱ δὲ θεράποντες ἐπιστάμενοι τὸν τρόπον αὐτοῦ κατακρύπτουσι τὸν Κροῖσον ἐπὶ τῷδε τῷ λόγῳ ὥστε, εἰ μὲν μεταμελήσει τῷ Καμβύσῃ καὶ ἐπιζητῇ τὸν Κροῖσον, οἱ δὲ ἐκφήναντες [αὐτὸν] δῶρα λάμψονται ζωάγρια Κροίσου, ἢν δὲ μὴ μεταμέληται μηδὲ ποθῇ μιν, τότε καταχρᾷσθαι.Οι υπηρέτες ωστόσο, ξέροντας τον χαρακτήρα του Καμβύση, κρύβουν τον Κροίσο έχοντας κατά νου αν ο Καμβύσης μεταμεληθεί και ζητήσει τον Κροίσο, να του τον παρουσιάσουν και να πάρουν δώρα, επειδή έσωσαν τη ζωή του Κροίσου, και αν δεν μεταμεληθεί και δεν τον θελήσει, τότε να τον σκοτώσουν.
[3.36.6]ἐπόθησέ τε δὴ ὁ Καμβύσης τὸν Κροῖσον οὐ πολλῷ μετέπειτα χρόνῳ [ὕστερον], καὶ οἱ θεράποντες μαθόντες τοῦτο ἐπηγγέλλοντο αὐτῷ ὡς περιείη. Καμβύσης δὲ Κροίσῳ μὲν συνήδεσθαι ἔφη περιεόντι, ἐκείνους μέντοι τοὺς περιποιήσαντας οὐ καταπροΐξεσθαι ἀλλ᾽ ἀποκτενέειν· καὶ ἐποίησε ταῦτα.Και πράγματι, δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Καμβύσης επιθύμησε τον Κροίσο, οπότε οι υπηρέτες, μαθαίνοντάς το αυτό, του γνωστοποίησαν ότι ο Κροίσος ήταν ζωντανός. Τότε ο Καμβύσης είπε ότι χαιρόταν βέβαια που ο Κροίσος ήταν ζωντανός, εκείνοι όμως που τον γλίτωσαν δεν θα έμεναν ατιμώρητοι αλλά θα θανατώνονταν. Και το έκανε.
[3.37.1]ὁ μὲν δὴ τοιαῦτα πολλὰ ἐς Πέρσας τε καὶ τοὺς συμμάχους ἐξεμαίνετο, μένων ἐν Μέμφι καὶ θήκας τε παλαιὰς ἀνοίγων καὶ σκεπτόμενος τοὺς νεκρούς·Έκανε λοιπόν πολλές τέτοιες τρέλες ο Καμβύσης στους Πέρσες και στους συμμάχους τους· και όταν έμεινε στη Μέμφιδα άνοιγε τους παλιούς τάφους και εξέταζε τους πεθαμένους·
[3.37.2]ὡς δὲ δὴ καὶ ἐς τοῦ Ἡφαίστου τὸ ἱρὸν ἦλθε καὶ πολλὰ τῷ ἀγάλματι κατεγέλασε· ἔστι γὰρ τοῦ Ἡφαίστου τὤγαλμα τοῖσι Φοινικηίοισι Παταΐκοισι ἐμφερέστατον, τοὺς οἱ Φοίνικες ἐν τῇσι πρῴρῃσι τῶν τριηρέων περιάγουσι. ὃς δὲ τούτους μὴ ὄπωπε, ἐγὼ δὲ σημανέω· πυγμαίου ἀνδρὸς μίμησίς ἐστι.πήγε μάλιστα και στο ιερό του Ηφαίστου και ξεκαρδίστηκε στα γέλια με το άγαλμα· γιατί το άγαλμα μοιάζει εξαιρετικά με τους φοινικικούς Πατάικους, που οι Φοίνικες τους κουβαλούν στις πλώρες από τις τριήρεις τους. Για όποιον δεν τους έχει δει ποτέ, σημειώνω ότι μοιάζουν με νάνους.
[3.37.3]ἐσῆλθε δὲ καὶ ἐς τῶν Καβείρων τὸ ἱρόν, ἐς τὸ οὐ θεμιτόν ἐστι ἐσιέναι ἄλλον γε ἢ τὸν ἱρέα· ταῦτα δὲ τὰ ἀγάλματα καὶ ἐνέπρησε πολλὰ κατασκώψας. ἔστι δὲ καὶ ταῦτα ὅμοια τοῖσι τοῦ Ἡφαίστου· τούτου δέ σφεας παῖδας λέγουσι εἶναι.Ο Καμβύσης όμως μπήκε και στο ιερό των Καβείρων, όπου δεν επιτρέπεται να μπαίνει άλλος πάρεξ ο ιερέας· αυτά τα αγάλματα μάλιστα τα έκαψε κιόλας αφού τα κορόιδεψε με το παραπάνω. Είναι και αυτά όμοια με του Ηφαίστου και λέγεται ότι είναι γιοι του.
[3.38.1]πανταχῇ ὦν μοι δῆλά ἐστι ὅτι ἐμάνη μεγάλως ὁ Καμβύσης· οὐ γὰρ ἂν ἱροῖσί τε καὶ νομαίοισι ἐπεχείρησε καταγελᾶν. εἰ γάρ τις προθείη πᾶσι ἀνθρώποισι ἐκλέξασθαι κελεύων νόμους τοὺς καλλίστους ἐκ τῶν πάντων νόμων, διασκεψάμενοι ἂν ἑλοίατο ἕκαστοι τοὺς ἑωυτῶν· οὕτω νομίζουσι πολλόν τι καλλίστους τοὺς ἑωυτῶν νόμους ἕκαστοι εἶναι.Από όλα αυτά λοιπόν είναι για μένα φανερό ότι ο Καμβύσης ήταν τελείως τρελός· αλλιώς δεν θα δοκίμαζε να κοροϊδέψει ιερά και έθιμα. Γιατί αν κανείς πρότεινε σε όλους τους ανθρώπους και τους παρακινούσε να διαλέξουν από όλους τους νόμους εκείνους που είναι οι καλύτεροι, οι άνθρωποι θα τους εξέταζαν και θα διάλεγαν ο καθένας τους δικούς του: τόσο βέβαιοι είναι οι άνθρωποι ότι οι καλύτεροι νόμοι είναι οι δικοί τους.
[3.38.2]οὐκ ὦν οἰκός ἐστι ἄλλον γε ἢ μαινόμενον ἄνδρα γέλωτα τὰ τοιαῦτα τίθεσθαι. ὡς δὲ οὕτω νενομίκασι τὰ περὶ τοὺς νόμους οἱ πάντες ἄνθρωποι, πολλοῖσί τε καὶ ἄλλοισι τεκμηρίοισι πάρεστι σταθμώσασθαι, ἐν δὲ δὴ καὶ τῷδε·Δεν είναι λοιπόν σωστό να κοροϊδεύει κανείς αυτά τα πράγματα, εκτός βέβαια αν είναι τρελός. Ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν σχετικά με τους νόμους αυτές τις πεποιθήσεις, μπορεί κανείς να συμπεράνει και από πολλές άλλες αποδείξεις, αλλά και από τούτην:
[3.38.3]Δαρεῖος ἐπὶ τῆς ἑωυτοῦ ἀρχῆς καλέσας Ἑλλήνων τοὺς παρεόντας εἴρετο ἐπὶ κόσῳ ἂν χρήματι βουλοίατο τοὺς πατέρας ἀποθνῄσκοντας κατασιτέεσθαι· οἱ δὲ ἐπ᾽ οὐδενὶ ἔφασαν ἔρδειν ἂν ταῦτα.ο Δαρείος, όταν ήταν βασιλιάς, κάλεσε τους Έλληνες που είχε γύρω του και τους ρώτησε με πόσα χρήματα θα δέχονταν να φάνε τους πατέρες τους όταν πέθαιναν· αυτοί απάντησαν ότι τέτοιο πράγμα δεν θα το έκαναν με κανέναν τρόπο.
[3.38.4]Δαρεῖος δὲ μετὰ ταῦτα καλέσας Ἰνδῶν τοὺς καλεομένους Καλλατίας, οἳ τοὺς γονέας κατεσθίουσι, εἴρετο, παρεόντων τῶν Ἑλλήνων καὶ δι᾽ ἑρμηνέος μανθανόντων τὰ λεγόμενα, ἐπὶ τίνι χρήματι δεξαίατ᾽ ἂν τελευτῶντας τοὺς πατέρας κατακαίειν πυρί· οἱ δὲ ἀμβώσαντες μέγα εὐφημέειν μιν ἐκέλευον. οὕτω μέν νυν ταῦτα νενόμισται, καὶ ὀρθῶς μοι δοκέει Πίνδαρος ποιῆσαι νόμον πάντων βασιλέα φήσας εἶναι.Ύστερα ο Δαρείος κάλεσε τους Ινδούς τους λεγόμενους Καλλατίες, που τρώνε τους γονείς τους, και μπροστά στους Έλληνες, που τα λεγόμενά τους τα μετάφραζε διερμηνέας, τους ρώτησε με πόσα χρήματα θα δέχονταν να καίνε τους πατέρες τους όταν πέθαιναν· αυτοί έβαλαν τις φωνές και του σύστησαν να μη λέει τέτοια φρικτά πράγματα. Έτσι είναι λοιπόν αυτές οι πεποιθήσεις, και νομίζω σωστά τα λέει ο Πίνδαρος, στο ποίημά του, ότι το έθιμο είναι ο βασιλιάς των πάντων.
[3.39.1]Καμβύσεω δὲ ἐπ᾽ Αἴγυπτον στρατευομένου ἐποιήσαντο καὶ Λακεδαιμόνιοι στρατηίην ἐπὶ Σάμον τε καὶ Πολυκράτεα τὸν Αἰάκεος, ὃς ἔσχε Σάμον ἐπαναστάς.Ωστόσο, ο Καμβύσης έκανε την εκστρατεία του κατά της Αιγύπτου, έκαναν και οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεία κατά της Σάμου και του Πολυκράτη, γιου του Αιάκη, ο οποίος έκανε κίνημα και κατέλαβε την εξουσία στη Σάμο.
[3.39.2]καὶ τὰ μὲν πρῶτα τριχῇ δασάμενος τὴν πόλιν τοῖσι ἀδελφεοῖσι Πανταγνώτῳ καὶ Συλοσῶντι ἔνειμε, μετὰ δὲ τὸν μὲν αὐτῶν ἀποκτείνας, τὸν δὲ νεώτερον Συλοσῶντα ἐξελάσας ἔσχε πᾶσαν Σάμον, ἔχων δὲ ξεινίην Ἀμάσι τῷ Αἰγύπτου βασιλέϊ συνεθήκατο, πέμπων τε δῶρα καὶ δεκόμενος ἄλλα παρ᾽ ἐκείνου.Και στην αρχή χώρισε την πόλη στα τρία και τη μοιράστηκε με τους αδελφούς του, τον Παντάγνωτο και τον Συλοσώντα, ύστερα όμως σκότωσε τον πρώτο, έδιωξε τον νεότερο, τον Συλοσώντα, και πήρε όλη τη Σάμο, και έχοντας φιλία και συμμαχία με τον Άμαση, τον βασιλιά της Αιγύπτου, του έστελνε δώρα και έπαιρνε και από αυτόν.
[3.39.3]ἐν χρόνῳ δὲ ὀλίγῳ αὐτίκα τοῦ Πολυκράτεος τὰ πρήγματα ηὔξετο καὶ ἦν βεβωμένα ἀνά τε τὴν Ἰωνίην καὶ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα· ὅκου γὰρ ἰθύσειε στρατεύεσθαι, πάντα οἱ ἐχώρεε εὐτυχέως. ἔκτητο δὲ πεντηκοντέρους τε ἑκατὸν καὶ χιλίους τοξότας.Πολύ σύντομα η δύναμη του Πολυκράτη αυξήθηκε και έγινε διαβόητη στην Ιωνία και στην υπόλοιπη Ελλάδα· γιατί όπου και αν κινούσε εκστρατεία ο Πολυκράτης, σημείωνε επιτυχία. Είχε εκατό πεντηκοντόρους και χίλιους τοξότες.
[3.39.4]ἔφερε δὲ καὶ ἦγε πάντας διακρίνων οὐδένα· τῷ γὰρ φίλῳ ἔφη χαριεῖσθαι μᾶλλον ἀποδιδοὺς τὰ ἔλαβε ἢ ἀρχὴν μηδὲ λαβών. συχνὰς μὲν δὴ τῶν νήσων ἀραιρήκεε, πολλὰ δὲ καὶ τῆς ἠπείρου ἄστεα. ἐν δὲ δὴ καὶ Λεσβίους πανστρατιῇ βοηθέοντας Μιλησίοισι ναυμαχίῃ κρατήσας εἷλε, οἳ τὴν τάφρον περὶ τὸ τεῖχος τὸ ἐν Σάμῳ πᾶσαν δεδεμένοι ὤρυξαν.Έπιανε και λήστευε τους πάντες, χωρίς να κάνει διάκριση για κανέναν· γιατί έλεγε ότι θα έκανε μεγαλύτερη χάρη στον φίλο αν του έδινε πίσω όσα του είχε πάρει παρά αν εξαρχής δεν του έπαιρνε τίποτε. Είχε καταλάβει πολλά νησιά και πολλές πόλεις στη στεριά. Νίκησε μάλιστα σε ναυμαχία και τους Λεσβίους που βοηθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις τους Μιλησίους και που έσκαψαν δεμένοι όλη την τάφρο γύρω στο τείχος της Σάμου.
[3.40.1]καί κως τὸν Ἄμασιν εὐτυχέων μεγάλως ὁ Πολυκράτης οὐκ ἐλάνθανε, ἀλλά οἱ τοῦτ᾽ ἦν ἐπιμελές. πολλῷ δὲ ἔτι πλεῦνός οἱ εὐτυχίης γινομένης γράψας ἐς βυβλίον τάδε ἐπέστειλε ἐς Σάμον· Ἄμασις Πολυκράτεϊ ὧδε λέγει.Με τον τρόπο του τώρα ο Άμασις δεν αγνοούσε τις μεγάλες προόδους του Πολυκράτη και τις παρακολουθούσε προσεκτικά. Και καθώς η επιτυχία του Πολυκράτη όλο και μεγάλωνε, γράφει ο Άμασις γραφή με τούτα τα λόγια και τη στέλνει στη Σάμο: «Ο Άμασις λέει στον Πολυκράτη τα εξής:
[3.40.2]ἡδὺ μὲν πυνθάνεσθαι ἄνδρα φίλον καὶ ξεῖνον εὖ πρήσσοντα, ἐμοὶ δὲ αἱ σαὶ μεγάλαι εὐτυχίαι οὐκ ἀρέσκουσι, ἐπισταμένῳ τὸ θεῖον ὡς ἔστι φθονερόν. καί κως βούλομαι καὶ αὐτὸς καὶ τῶν ἂν κήδωμαι τὸ μέν τι εὐτυχέειν τῶν πρηγμάτων, τὸ δὲ προσπταίειν, καὶ οὕτω διαφέρειν τὸν αἰῶνα ἐναλλὰξ πρήσσων ἢ εὐτυχέειν τὰ πάντα.είναι βέβαια ευχάριστο να μαθαίνει κανείς ότι ο φίλος και σύμμαχός του προκόβει, αλλά εμένα οι μεγάλες σου επιτυχίες δεν μου αρέσουν, γιατί γνωρίζω πόσο φθονεροί είναι οι θεοί. Γι᾽ αυτό κι εγώ θα ήθελα κατά κάποιον τρόπο, και για μένα τον ίδιο και γι᾽ αυτούς που νοιάζομαι, τα πράγματα να πηγαίνουν άλλοτε καλά, άλλοτε ανάποδα, και έτσι να περάσω τη ζωή μου, με εναλλαγές και σκαμπανεβάσματα και όχι με συνεχή ευτυχία.
[3.40.3]οὐδένα γάρ κω λόγῳ οἶδα ἀκούσας ὅστις ἐς τέλος οὐ κακῶς ἐτελεύτησε πρόρριζος, εὐτυχέων τὰ πάντα. σὺ ὦν νῦν ἐμοὶ πειθόμενος ποίησον πρὸς τὰς εὐτυχίας τοιάδε·Γιατί απ᾽ όσα ξέρω κι έχω ακούσει, ώς τώρα δεν υπήρξε άνθρωπος ευτυχισμένος σε όλα, που στο τέλος να μην κατέληξε στην καταστροφή. Άκουσέ με λοιπόν και κάνε το εξής μπροστά στην τόση ευτυχία σου:
[3.40.4]φροντίσας τὸ ἂν εὕρῃς ἐόν τοι πλείστου ἄξιον καὶ ἐπ᾽ ᾧ σὺ ἀπολομένῳ μάλιστα τὴν ψυχὴν ἀλγήσεις, τοῦτο ἀπόβαλε οὕτω ὅκως μηκέτι ἥξει ἐς ἀνθρώπους. ἤν τε μὴ ἐναλλὰξ ἤδη τὠπὸ τούτου αἱ εὐτυχίαι τοι τῇσι πάθησι προσπίπτωσι, τρόπῳ τῷ ἐξ ἐμεῦ ὑποκειμένῳ ἀκέο.σκέψου και βρες τί είναι εκείνο που αξίζει το πιο πολύ για σένα και που αν το χάσεις η ψυχή σου θα πονέσει πολύ βαθιά, και πέταξέ το με τρόπο όπου να μην ξαναφανεί στον κόσμο. Και αν ύστερα απ᾽ αυτό, χαρές και λύπες δεν σε βρίσκουν ανάκατες, πορέψου με τον τρόπο που σου υποδείχνω».
[3.41.1]ταῦτα ἐπιλεξάμενος ὁ Πολυκράτης καὶ νόῳ λαβὼν ὥς οἱ εὖ ὑπετίθετο ὁ Ἄμασις, ἐδίζητο ἐπ᾽ ᾧ ἂν μάλιστα τὴν ψυχὴν ἀσηθείη ἀπολομένῳ τῶν κειμηλίων, διζήμενος δ᾽ εὕρισκε τόδε· ἦν οἱ σφρηγὶς τὴν ἐφόρεε χρυσόδετος, σμαράγδου μὲν λίθου ἐοῦσα, ἔργον δὲ ἦν Θεοδώρου τοῦ Τηλεκλέος Σαμίου.Τα διάβασε αυτά ο Πολυκράτης, σκέφτηκε ότι ήταν σωστή η συμβουλή του Άμαση, και έπιασε να εξετάζει ποιός από τους θησαυρούς του θα του πλήγωνε την ψυχή πιο πολύ αν τον έχανε· και εξετάζοντας κατέληξε στο εξής: είχε και φορούσε ένα δαχτυλίδι χρυσόδετο, ένα σμαράγδι, που ήταν έργο του Θεόδωρου του Σάμιου, γιου του Τηλεκλή,
[3.41.2]ἐπεὶ ὦν ταύτην οἱ ἐδόκεε ἀποβαλεῖν, ἐποίεε τοιάδε· πεντηκόντερον πληρώσας ἀνδρῶν ἐσέβη ἐς αὐτήν, μετὰ δὲ ἀναγαγεῖν ἐκέλευε ἐς τὸ πέλαγος· ὡς δὲ ἀπὸ τῆς νήσου ἑκὰς ἐγένετο, περιελόμενος τὴν σφρηγῖδα πάντων ὁρώντων τῶν συμπλόων ῥίπτει ἐς τὸ πέλαγος. τοῦτο δὲ ποιήσας ἀπέπλεε, ἀπικόμενος δὲ ἐς τὰ οἰκία συμφορῇ ἐχρᾶτο.κι αυτό αποφάσισε ο Πολυκράτης να πετάξει, οπότε έκανε το εξής: επιβιβάστηκε σε μια πεντηκόντορο μαζί με το πλήρωμά της και ύστερα πρόσταξε να ανοιχτούν στο πέλαγος, και όταν απομακρύνθηκαν από το νησί, μπροστά στα μάτια όλων όσοι βρίσκονταν στο πλοίο, βγάζει το δαχτυλίδι και το ρίχνει στη θάλασσα. Μόλις το έκανε αυτό, απέπλευσε, και όταν γύρισε στο σπίτι του βάλθηκε να θρηνεί.
[3.42.1]πέμπτῃ δὲ ἢ ἕκτῃ ἡμέρῃ ἀπὸ τούτων τάδε οἱ συνήνεικε γενέσθαι· ἀνὴρ ἁλιεὺς λαβὼν ἰχθὺν μέγαν τε καὶ καλὸν ἠξίου μιν Πολυκράτεϊ δῶρον δοθῆναι· φέρων δὴ ἐπὶ τὰς θύρας Πολυκράτεϊ ἔφη ἐθέλειν ἐλθεῖν ἐς ὄψιν, χωρήσαντος δέ οἱ τούτου ἔλεγε διδοὺς τὸν ἰχθύν·Ωστόσο, πέντε–έξι ημέρες ύστερα απ᾽ αυτό το γεγονός, του έτυχε του Πολυκράτη το εξής: κάποιος ψαράς έπιασε ένα πολύ μεγάλο και καλό ψάρι και θεώρησε ότι αξίζει να το δώσει δώρο στον Πολυκράτη· το πήρε λοιπόν και το πήγε στην πόρτα του Πολυκράτη και είπε ότι ήθελε να τον δει αυτοπροσώπως, και όταν του το επέτρεψαν, είπε στον Πολυκράτη δίνοντάς του το ψάρι:
[3.42.2]Ὦ βασιλεῦ, ἐγὼ τόνδε ἑλὼν οὐκ ἐδικαίωσα φέρειν ἐς ἀγορήν, καίπερ γε ἐὼν ἀποχειροβίοτος, ἀλλά μοι ἐδόκεε σεῦ τε εἶναι ἄξιος καὶ τῆς σῆς ἀρχῆς· σοὶ δή μιν φέρων δίδωμι. ὁ δὲ ἡσθεὶς τοῖσι ἔπεσι ἀμείβεται τοισίδε· Κάρτα τε εὖ ἐποίησας καὶ χάρις διπλὴ τῶν τε λόγων καὶ τοῦ δώρου· καί σε ἐπὶ δεῖπνον καλέομεν.«Βασιλιά μου, όταν έπιασα τούτο το ψάρι, δεν το θεώρησα πρέπον να το πάω στην αγορά, κι ας είμαι βιοπαλαιστής, μόνο στοχάστηκα ότι είναι άξιο για του λόγου σου και για την αφεντιά σου· σου το έφερα λοιπόν και σου το παραδίνω». Ο Πολυκράτης τώρα ευχαριστήθηκε μ᾽ αυτά τα λόγια και απάντησε με τα εξής: «Έκανες πολύ καλά και σ᾽ ευχαριστώ διπλά, και για τα λόγια σου και για το δώρο· και σε καλώ σε δείπνο».
[3.42.3]ὁ μὲν δὴ ἁλιεὺς μέγα ποιεύμενος ταῦτα ἤιε ἐς τὰ οἰκία, τὸν δὲ ἰχθὺν τάμνοντες οἱ θεράποντες εὑρίσκουσι ἐν τῇ νηδύϊ αὐτοῦ ἐνεοῦσαν τὴν Πολυκράτεος σφρηγῖδα.Ο ψαράς το θεώρησε μεγάλη τιμή του και κίνησε για το σπίτι του· από την άλλη, πιάνουν οι υπηρέτες να τεμαχίσουν το ψάρι, και μέσα στην κοιλιά του βρίσκουν το δαχτυλίδι του Πολυκράτη.
[3.42.4]ὡς δὲ εἶδόν τε καὶ ἔλαβον τάχιστα, ἔφερον κεχαρηκότες παρὰ τὸν Πολυκράτεα, διδόντες δέ οἱ τὴν σφρηγῖδα ἔλεγον ὅτεῳ τρόπῳ εὑρέθη. τὸν δὲ ὡς ἐσῆλθε θεῖον εἶναι τὸ πρῆγμα, γράφει ἐς βυβλίον πάντα τὰ ποιήσαντά μιν οἷα καταλελάβηκε, γράψας δὲ ἐς Αἴγυπτον ἐπέθηκε.Μόλις το είδαν, το πήραν γρήγορα και το πήγαν στον Πολυκράτη γεμάτοι χαρά, και δίνοντάς του το δαχτυλίδι, του είπαν πώς βρέθηκε. Εκείνος πίστεψε ότι το πράγμα αυτό ήταν από θεού, και πιάνει και γράφει γράμμα, όσα έκανε και όσα του έτυχαν, και στέλνει το γράμμα στην Αίγυπτο.
[3.43.1]ἐπιλεξάμενος δὲ ὁ Ἄμασις τὸ βυβλίον τὸ παρὰ τοῦ Πολυκράτεος ἧκον, ἔμαθε ὅτι ἐκκομίσαι τε ἀδύνατον εἴη ἀνθρώπῳ ἄνθρωπον ἐκ τοῦ μέλλοντος γίνεσθαι πρήγματος καὶ ὅτι οὐκ εὖ τελευτήσειν μέλλοι Πολυκράτης εὐτυχέων τὰ πάντα, ὃς καὶ τὰ ἀποβάλλει εὑρίσκοι.Διαβάζοντας ο Άμασις το γράμμα που είχε φτάσει από τον Πολυκράτη, κατάλαβε ότι είναι αδύνατον άνθρωπος να απαλλάξει άλλον άνθρωπο απ᾽ ό,τι του μέλλεται, και ότι ο Πολυκράτης δεν επρόκειτο να έχει καλό τέλος αφού ήταν σε όλα τυχερός, τόσο όπου να βρίσκει ακόμη κι εκείνα που πετάει.
[3.43.2]πέμψας δέ οἱ κήρυκα ἐς Σάμον διαλύεσθαι ἔφη τὴν ξεινίην. τοῦδε δὲ εἵνεκεν ταῦτα ἐποίεε, ἵνα μὴ συντυχίης δεινῆς τε καὶ μεγάλης Πολυκράτεα καταλαβούσης αὐτὸς ἀλγήσειε τὴν ψυχὴν ὡς περὶ ξείνου ἀνδρός.Έστειλε λοιπόν κήρυκα στην Σάμο για να πει ότι διαλύεται η φιλία. Και το έκανε αυτό για τον εξής λόγο, για να μη βρει τον Πολυκράτη καμιά φοβερή κακοτυχία, και πονέσει και του ίδιου η ψυχή για άνθρωπο που θα ήταν φίλος του.
[3.44.1]ἐπὶ τοῦτον δὴ ὦν τὸν Πολυκράτεα εὐτυχέοντα τὰ πάντα ἐστρατεύοντο Λακεδαιμόνιοι ἐπικαλεσαμένων τῶν μετὰ ταῦτα Κυδωνίην τὴν ἐν Κρήτῃ κτισάντων Σαμίων. πέμψας δὲ κήρυκα λάθρῃ Σαμίων Πολυκράτης παρὰ Καμβύσεα τὸν Κύρου συλλέγοντα στρατὸν ἐπ᾽ Αἴγυπτον, ἐδεήθη ὅκως ἂν καὶ παρ᾽ ἑωυτὸν πέμψας ἐς Σάμον δέοιτο στρατοῦ.Ενάντια λοιπόν σ᾽ αυτόν τον Πολυκράτη έκαναν εκστρατεία οι Λακεδαιμόνιοι ύστερα από παράκληση των Σαμίων εκείνων που αργότερα ίδρυσαν την Κυδωνία στην Κρήτη. Όταν ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου, μάζευε στρατό για την Αίγυπτο, ο Πολυκράτης τού έστειλε κρυφά κήρυκα και του ζήτησε να στείλει και σ᾽ αυτόν, στη Σάμο, να ζητήσει στρατό.
[3.44.2]Καμβύσης δὲ ἀκούσας τούτων προθύμως ἔπεμπε ἐς Σάμον δεησόμενος Πολυκράτεος στρατὸν ναυτικὸν ἅμα πέμψαι ἑωυτῷ ἐπ᾽ Αἴγυπτον. ὁ δὲ ἐπιλέξας τῶν ἀστῶν τοὺς ὑπώπτευε μάλιστα ἐς ἐπανάστασιν ἀπέπεμπε τεσσεράκοντα τριήρεσι, ἐντειλάμενος Καμβύσῃ ὀπίσω τούτους μὴ ἀποπέμπειν.Όταν το άκουσε αυτό ο Καμβύσης, έστειλε πρόθυμα στη Σάμο να ζητήσει από τον Πολυκράτη να του στείλει μαζί του στρατό και ναυτικό κατά της Αιγύπτου. Όσο για τον Πολυκράτη, διάλεξε από τους πολίτες όσους υποπτευόταν περισσότερο ότι μπορούσαν να κάνουν επανάσταση, και τους ξαπόστειλε με σαράντα τριήρεις παραγγέλνοντας στον Καμβύση να μην τους στείλει πίσω.
[3.45.1]οἱ μὲν δὴ λέγουσι τοὺς ἀποπεμφθέντας Σαμίων [ὑπὸ Πολυκράτεος] οὐκ ἀπικέσθαι ἐς Αἴγυπτον, ἀλλ᾽ ἐπείτε ἐγένοντο ἐν Καρπάθῳ πλέοντες, δοῦναι σφίσι λόγον, καί σφι ἁδεῖν τὸ προσωτέρω μηκέτι πλέειν· οἱ δὲ λέγουσι ἀπικομένους τε ἐς Αἴγυπτον καὶ φυλασσομένους ἐνθεῦτεν αὐτοὺς ἀποδρῆναι.Άλλοι λοιπόν λένε ότι οι Σάμιοι που ξαπόστειλε ο Πολυκράτης δεν έφτασαν στην Αίγυπτο, αλλά όταν αρμενίζοντας βρέθηκαν στην Κάρπαθο, έκαναν συμβούλιο και θεώρησαν καλό να μην προχωρήσουν άλλο· άλλοι πάλι λένε ότι οι Σάμιοι έφτασαν στην Αίγυπτο, απ᾽ όπου και δραπέτευσαν, αν και τους φρουρούσαν.
[3.45.2]καταπλέουσι δὲ ἐς τὴν Σάμον Πολυκράτης νηυσὶ ἀντιάσας ἐς μάχην κατέστη· νικήσαντες δὲ οἱ κατιόντες ἀπέβησαν ἐς τὴν νῆσον, πεζομαχήσαντες δὲ ἐν αὐτῇ ἑσσώθησαν καὶ οὕτω δὴ ἔπλεον ἐς Λακεδαίμονα.Κατέπλευσαν στη Σάμο και ο Πολυκράτης βγήκε εναντίον τους με πλοία και δόθηκε μάχη· νίκησαν οι ερχόμενοι και αποβιβάστηκαν στο νησί, αλλά έδωσαν μάχη στη στεριά, όπου νικήθηκαν, και τότε σαλπάρισαν για τη Λακεδαίμονα.
[3.45.3]εἰσὶ δὲ οἳ λέγουσι τοὺς ἀπ᾽ Αἰγύπτου νικῆσαι Πολυκράτεα, λέγοντες ἐμοὶ δοκέειν οὐκ ὀρθῶς. οὐδὲν γὰρ ἔδει σφέας Λακεδαιμονίους ἐπικαλέεσθαι, εἴ περ αὐτοὶ ἦσαν ἱκανοὶ Πολυκράτεα παραστήσασθαι. πρὸς δὲ τούτοισι οὐδὲ λόγος αἱρέει, τῷ ἐπίκουροί τε μισθωτοὶ καὶ τοξόται οἰκήιοι ἦσαν πλήθεϊ πολλοί, τοῦτον ὑπὸ τῶν κατιόντων Σαμίων ἐόντων ὀλίγων ἑσσωθῆναι.Υπάρχουν και άλλοι που λένε ότι αυτοί που έρχονταν από την Αίγυπτο, νίκησαν τον Πολυκράτη, αλλά αυτό που λένε, εμένα δεν μου φαίνεται σωστό. Γιατί δεν θα είχαν ανάγκη να επικαλεστούν τους Λακεδαιμονίους αν ήταν ικανοί να τα βγάλουν μόνοι τους πέρα με τον Πολυκράτη. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου λογικό ο Πολυκράτης, που είχε τόσο μεγάλο πλήθος μισθοφόρους δικούς του τοξότες, να νικηθεί από τους Σαμίους που πήγαν εκεί και που ήταν τόσο λίγοι.
[3.45.4]τῶν δ᾽ ὑπ᾽ ἑωυτῷ ἐόντων πολιητέων τὰ τέκνα καὶ τὰς γυναῖκας ὁ Πολυκράτης ἐς τοὺς νεωσοίκους συνειλήσας εἶχε ἑτοίμους, ἢν ἄρα προδιδῶσι οὗτοι πρὸς τοὺς κατιόντας, ὑποπρῆσαι αὐτοῖσι τοῖσι νεωσοίκοισι.Ο Πολυκράτης μάλιστα είχε μαζέψει στον ναύσταθμο τα παιδιά και τις γυναίκες των πολιτών που είχε στην εξουσία του, και ήταν έτοιμος, αν αυτοί τον πρόδιναν και πήγαιναν με τους άλλους, να βάλει φωτιά στον ναύσταθμο και να κάψει τα γυναικόπαιδα.
[3.46.1]ἐπείτε δὲ οἱ ἐξελασθέντες Σαμίων ὑπὸ Πολυκράτεος ἀπίκοντο ἐς τὴν Σπάρτην, καταστάντες ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας ἔλεγον πολλὰ οἷα κάρτα δεόμενοι. οἱ δέ σφι τῇ πρώτῃ καταστάσι ὑπεκρίναντο τὰ μὲν πρῶτα λεχθέντα ἐπιλεληθέναι, τὰ δὲ ὕστερα οὐ συνιέναι.Οι Σάμιοι οι διωγμένοι από τον Πολυκράτη, όταν έφτασαν στην Σπάρτη, παρουσιάστηκαν μπροστά στους άρχοντες και τους μίλησαν με πολλά λόγια για τη μεγάλη τους ανάγκη. Οι άρχοντες ωστόσο, στην πρώτη τους σύσκεψη, απάντησαν ότι τα πρώτα που είχαν πει οι Σάμιοι τα ξέχασαν, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα τελευταία.
[3.46.2]μετὰ δὲ ταῦτα δεύτερα καταστάντες ἄλλο μὲν εἶπον οὐδέν, θύλακον δὲ φέροντες ἔφασαν τὸν θύλακον ἀλφίτων δέεσθαι. οἱ δέ σφι ὑπεκρίναντο τῷ θυλάκῳ περιεργάσθαι· βοηθέειν δ᾽ ὦν ἔδοξε αὐτοῖσι.Ύστερα απ᾽ αυτό οι Σάμιοι επανήλθαν και έγινε δεύτερη συνάντηση, όπου οι Σάμιοι κρατούσαν ένα σακί, και άλλο δεν είπαν παρά μόνο ότι το σακί χρειαζόταν αλεύρι. Τότε οι άρχοντες τους απάντησαν ότι το «σακί» ήταν περιττό· ωστόσο αποφάσισαν να τους βοηθήσουν.
[3.47.1]καὶ ἔπειτα παρασκευασάμενοι ἐστρατεύοντο Λακεδαιμόνιοι ἐπὶ Σάμον, ὡς μὲν Σάμιοι λέγουσι, εὐεργεσίας ἐκτίνοντες, ὅτι σφι πρότεροι αὐτοὶ νηυσὶ ἐβοήθησαν ἐπὶ Μεσσηνίους, ὡς δὲ Λακεδαιμόνιοι λέγουσι, οὐκ οὕτω τιμωρῆσαι δεομένοισι Σαμίοισι ἐστρατεύοντο ὡς τείσασθαι βουλόμενοι τοῦ κρητῆρος τῆς ἁρπαγῆς, τὸν ἦγον Κροίσῳ, καὶ τοῦ θώρηκος, τὸν αὐτοῖσι Ἄμασις ὁ Αἰγύπτου βασιλεὺς ἔπεμψε δῶρον.Στη συνέχεια, οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν τις ετοιμασίες τους και κίνησαν εκστρατεία κατά της Σάμου, σε ανταπόδοση ευεργεσίας, καθώς λένε οι Σάμιοι, επειδή αυτοί παλιότερα είχαν με πλοία βοηθήσει τους Λακεδαιμονίους κατά των Μεσσηνίων, αλλά όπως λένε οι Λακεδαιμόνιοι, δεν έκαναν την εκστρατεία τόσο για να βοηθήσουν τους Σαμίους στην ανάγκη τους όσο επειδή ήθελαν να εκδικηθούν για την αρπαγή του κρατήρα που έστελναν στον Κροίσο και για τον θώρακα που τους είχε στείλει δώρο ο Άμασις, ο βασιλιάς της Αιγύπτου.
[3.47.2]καὶ γὰρ θώρηκα ἐληίσαντο τῷ προτέρῳ ἔτεϊ ἢ τὸν κρητῆρα οἱ Σάμιοι, ἐόντα μὲν λίνεον καὶ ζῴων ἐνυφασμένων συχνῶν, κεκοσμημένον δὲ χρυσῷ καὶ εἰρίοισι ἀπὸ ξύλου·Πράγματι, ένα χρόνο πριν από τον κρατήρα, οι Σάμιοι είχαν κλέψει τον θώρακα, που ήταν λινός, κεντημένος με πολλές εικόνες και στολισμένος με χρυσάφι και με νήματα από μπαμπάκι,
[3.47.3]τῶν δὲ εἵνεκα θωμάσαι ἄξιον, ἁρπεδόνη ἑκάστη τοῦ θώρηκος ποιέει· ἐοῦσα γὰρ λεπτὴ ἔχει ἁρπεδόνας ἐν ἑωυτῇ τριηκοσίας καὶ ἑξήκοντα, πάσας φανεράς. τοιοῦτος ἕτερός ἐστι καὶ τὸν ἐν Λίνδῳ ἀνέθηκε τῇ Ἀθηναίῃ Ἄμασις.ενώ εκείνο που τον κάνει αξιοθαύμαστο, είναι η καθεμιά από τις κλωστές του: είναι λεπτή, και όμως αποτελείται από τριακόσιες εξήντα κλωστές, όλες φανερές. Ίδιος είναι και ο άλλος που αφιέρωσε ο Άμασις στην Αθηνά της Λίνδου.
[3.48.1]συνεπελάβοντο δὲ τοῦ στρατεύματος τοῦ ἐπὶ Σάμον ὥστε γενέσθαι καὶ Κορίνθιοι προθύμως· ὕβρισμα γὰρ καὶ ἐς τούτους εἶχε ἐκ τῶν Σαμίων γενόμενον γενεῇ πρότερον τοῦ στρατεύματος τούτου, κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον τοῦ κρητῆρος τῇ ἁρπαγῇ γεγονός.Στην πραγματοποίηση της εκστρατείας κατά της Σάμου πήραν πρόθυμα μέρος και οι Κορίνθιοι· γιατί μια γενιά πριν από τούτη την εκστρατεία οι Σάμιοι τους είχαν προσβάλει και αυτούς, γεγονός που συνέβη την ίδια εποχή με την αρπαγή του κρατήρα.
[3.48.2]Κερκυραίων γὰρ παῖδας τριηκοσίους ἀνδρῶν τῶν πρώτων Περίανδρος ὁ Κυψέλου ἐς Σάρδις ἀπέπεμψε παρὰ Ἀλυάττεα ἐπ᾽ ἐκτομῇ· προσσχόντων δὲ ἐς τὴν Σάμον τῶν ἀγόντων τοὺς παῖδας Κορινθίων, πυθόμενοι οἱ Σάμιοι τὸν λόγον, ἐπ᾽ οἷσι ἀγοίατο ἐς Σάρδις, πρῶτα μὲν τοὺς παῖδας ἐδίδαξαν ἱροῦ ἅψασθαι Ἀρτέμιδος,Δηλαδή, ο Περίανδρος, ο γιος του Κυψέλου, έστειλε τότε στον Αλυάττη στις Σάρδεις τριακόσιους γιους έγκριτων Κερκυραίων για να τους ευνουχίσουν· και όταν οι Κορίνθιοι που συνόδευαν τα παιδιά, προσορμίστηκαν στη Σάμο, μαθαίνοντας οι Σάμιοι τον λόγο, γιατί τα πήγαιναν στις Σάρδεις, πρώτα δασκάλεψαν τα παιδιά να καταφύγουν στο ιερό της Άρτεμης
[3.48.3]μετὰ δὲ οὐ περιορῶντες ἀπέλκειν τοὺς ἱκέτας ἐκ τοῦ ἱροῦ, σιτίων δὲ τοὺς παῖδας ἐργόντων τῶν Κορινθίων, ἐποιήσαντο οἱ Σάμιοι ὁρτήν, τῇ καὶ νῦν ἔτι χρέωνται κατὰ ταὐτά. νυκτὸς γὰρ ἐπιγενομένης, ὅσον χρόνον ἱκέτευον οἱ παῖδες, ἵστασαν χοροὺς παρθένων τε καὶ ἠιθέων, ἱστάντες δὲ τοὺς χοροὺς τρωκτὰ σησάμου τε καὶ μέλιτος ἐποιήσαντο νόμον φέρεσθαι, ἵνα ἁρπάζοντες οἱ τῶν Κερκυραίων παῖδες ἔχοιεν τροφήν.και ύστερα δεν άφηναν τους άλλους να τραβήξουν τους ικέτες από το ιερό, και όταν οι Κορίνθιοι εμπόδιζαν τα παιδιά στο ζήτημα της τροφής, οι Σάμιοι οργάνωσαν εορτή που και σήμερα ακόμη την τελούν με τον ίδιο τρόπο· δηλαδή, όσον καιρό τα παιδιά έμειναν ικέτες, μόλις νύχτωνε, οι Σάμιοι έστηναν χορούς παρθένων και νεαρών, και καθιέρωσαν το έθιμο να φέρνουν, όσο κρατούσαν οι χοροί, γλυκίσματα από σουσάμι και μέλι, για να μπορούν ν᾽ αρπάζουν οι γιοι των Κερκυραίων και έτσι να έχουν τροφή.
[3.48.4]ἐς τοῦτο δὲ τόδε ἐγίνετο, ἐς ὃ οἱ Κορίνθιοι τῶν παίδων οἱ φύλακοι οἴχοντο ἀπολιπόντες· τοὺς δὲ παῖδας ἀπήγαγον ἐς Κέρκυραν οἱ Σάμιοι.Και αυτό κράτησε ώσπου οι Κορίνθιοι, οι φρουροί των παιδιών, έφυγαν και τα άφησαν· όσο για τα παιδιά, οι Σάμιοι τα πήγαν πίσω στην Κέρκυρα.
[3.49.1]εἰ μέν νυν Περιάνδρου τελευτήσαντος τοῖσι Κορινθίοισι φίλια ἦν πρὸς τοὺς Κερκυραίους, οἱ δὲ οὐκ ἂν συνελάβοντο τοῦ στρατεύματος τοῦ ἐπὶ Σάμον ταύτης εἵνεκεν τῆς αἰτίης. νῦν δὲ αἰεὶ ἐπείτε ἔκτισαν τὴν νῆσον εἰσὶ ἀλλήλοισι διάφοροι †ἐόντες† ἑωυτοῖσι.Ο Περίανδρος είχε πεθάνει, και αν οι σχέσεις τους με τους Κερκυραίους ήταν φιλικές, οι Κορίνθιοι δεν επρόκειτο γι᾽ αυτή την αιτία να πάνε να βοηθήσουν στην εκστρατεία κατά της Σάμου. Αυτοί όμως ανέκαθεν, αφότου ακόμη αποίκισαν το νησί, τρώγονται μεταξύ τους.
[3.49.2]τούτων ὦν εἵνεκεν ἀπεμνησικάκεον τοῖσι Σαμίοισι οἱ Κορίνθιοι. ἀπέπεμπε δὲ ἐς Σάρδις ἐπ᾽ ἐκτομῇ Περίανδρος τῶν πρώτων Κερκυραίων ἐπιλέξας τοὺς παῖδας τιμωρεύμενος· πρότεροι γὰρ οἱ Κερκυραῖοι ἦρξαν ἐς αὐτὸν πρῆγμα ἀτάσθαλον ποιήσαντες.Ο λόγος λοιπόν που οι Κορίνθιοι μνησικακούσαν κατά των Σαμίων, ήταν ότι ο Περίανδρος είχε διαλέξει τους γιους των εγκρίτων Κερκυραίων και τους είχε στείλει στις Σάρδεις να τους ευνουχίσουν για να τους εκδικηθεί, επειδή οι Κερκυραίοι άρχισαν πρώτοι κάνοντας σε βάρος του πράγμα τρομερό.
[3.50.1]ἐπείτε γὰρ τὴν ἑωυτοῦ γυναῖκα Μέλισσαν Περίανδρος ἀπέκτεινε, συμφορὴν τοιήνδε οἱ ἄλλην συνέβη πρὸς τῇ γεγονυίῃ γενέσθαι· ἦσάν οἱ ἐκ Μελίσσης δύο παῖδες, ἡλικίην ὁ μὲν ἑπτακαίδεκα, ὁ δὲ ὀκτωκαίδεκα ἔτεα γεγονώς.Όταν δηλαδή ο Περίανδρος σκότωσε τη γυναίκα του τη Μέλισσα, εκτός από αυτή τη συμφορά που τον βρήκε, του έτυχε κι άλλη από πάνω· ο Περίανδρος είχε από τη Μέλισσα δύο γιους, ο ένας ήταν δεκαεπτά χρονών, ο άλλος δεκαοκτώ.
[3.50.2]τούτους ὁ μητροπάτωρ Προκλέης, ἐὼν Ἐπιδαύρου τύραννος, μεταπεμψάμενος παρ᾽ ἑωυτὸν ἐφιλοφρονέετο, ὡς οἰκὸς ἦν θυγατρὸς ἐόντας τῆς ἑωυτοῦ παῖδας. ἐπείτε δέ σφεας ἀπεπέμπετο, εἶπε προπέμπων αὐτούς·Ο παππούς των παιδιών από τη μητέρα τους, ο Προκλής, τύραννος της Επιδαύρου, τα κάλεσε κοντά του να τα φιλοξενήσει, όπως ήταν φυσικό, μιας και ήταν παιδιά της κόρης του. Και όταν τα έστειλε πίσω, τους είπε καθώς τα ξεπροβόδιζε:
[3.50.3]Ἆρα ἴστε, ὦ παῖδες, ὃς ὑμέων τὴν μητέρα ἀπέκτεινε; τοῦτο τὸ ἔπος ὁ μὲν πρεσβύτερος αὐτῶν ἐν οὐδενὶ λόγῳ ἐποιήσατο· ὁ δὲ νεώτερος, τῷ οὔνομα ἦν Λυκόφρων, ἤλγησε ἀκούσας οὕτω ὥστε ἀπικόμενος ἐς τὴν Κόρινθον ἅτε φονέα τῆς μητρὸς τὸν πατέρα οὔτε προσεῖπε, διαλεγομένῳ τε οὔ τι προσδιελέγετο ἱστορέοντί τε λόγον οὐδένα ἐδίδου. τέλος δέ μιν περιθύμως ἔχων ὁ Περίανδρος ἐξελαύνει ἐκ τῶν οἰκίων.«Ξέρετε άραγε, παιδιά μου, ποιός σκότωσε τη μητέρα σας;» Τα λόγια αυτά το μεγαλύτερο από τα παιδιά δεν τα πρόσεξε καθόλου· ο μικρότερος όμως, Λυκόφρων τ᾽ όνομά του, πόνεσε τόσο ακούγοντάς τα ώστε, όταν έφτασε στην Κόρινθο, τον πατέρα του, σαν φονιάς της μητέρας του που ήταν, δεν τον χαιρέτησε, και όταν εκείνος του μιλούσε, αυτός δεν του έδινε απάντηση, και όταν του ζητούσε εξηγήσεις, δεν του έλεγε ούτε λέξη. Τελικά, ο Περίανδρος εξοργίστηκε και τον έδιωξε από το σπίτι.
[3.51.1]ἐξελάσας δὲ τοῦτον ἱστόρεε τὸν πρεσβύτερον τά σφι ὁ μητροπάτωρ διελέχθη. ὁ δέ οἱ ἀπηγέετο ὥς σφεας φιλοφρόνως ἐδέξατο, ἐκείνου δὲ τοῦ ἔπεος τό σφι ὁ Προκλέης ἀποστέλλων εἶπε, ἅτε οὐ νόῳ λαβών, οὐκ ἐμέμνητο. Περίανδρος δὲ οὐδεμίαν μηχανὴν ἔφη εἶναι μὴ οὔ σφι ἐκεῖνον ὑποθέσθαι τι, ἐλιπάρεέ τε ἱστορέων. ὁ δὲ ἀναμνησθεὶς εἶπε καὶ τοῦτο.Όταν έδιωξε τον μικρότερο, ο Περίανδρος ρώτησε τον μεγαλύτερο τί κουβέντες τούς είχε κάνει ο παππούς τους. Κι εκείνος του αφηγήθηκε πόσο καλοσυνάτα τους είχε δεχτεί ο Προκλής, αλλά τα λόγια που τους είπε όταν τους ξεπροβόδιζε, καθώς το παιδί δεν τους είχε δώσει σημασία, δεν τα ανάφερε. Ο Περίανδρος όμως του είπε ότι δεν ήταν δυνατόν ο παππούς τους να μην τους είχε δώσει κάποια συμβουλή και τον ρωτούσε με παρακάλια. Τότε το παιδί θυμήθηκε κι εκείνα τα λόγια και τα είπε.
[3.51.2]Περίανδρος δὲ νόῳ λαβὼν [καὶ τοῦτο] καὶ μαλακὸν ἐνδιδόναι βουλόμενος οὐδέν, τῇ ὁ ἐξελασθεὶς ὑπ᾽ αὐτοῦ παῖς δίαιταν ἐποιέετο, ἐς τούτους πέμπων ἄγγελον ἀπηγόρευε μή μιν δέκεσθαι οἰκίοισι. ὁ δὲ ὅκως ἀπελαυνόμενος ἔλθοι ἐς ἄλλην οἰκίην, ἀπηλαύνετ᾽ ἂν καὶ ἀπὸ ταύτης, ἀπειλέοντός τε τοῦ Περιάνδρου τοῖσι δεξαμένοισι καὶ ἐξέργειν κελεύοντος. ἀπελαυνόμενος δ᾽ ἂν ἤιε ἐπ᾽ ἑτέρην τῶν ἑταίρων·Όταν το έμαθε και αυτό ο Περίανδρος, μη θέλοντας να δείξει καμιά αδυναμία, έστειλε αγγελιαφόρο εκεί όπου έμενε ο γιος του που τον είχε διώξει, και απαγόρευσε στους ανθρώπους να τον φιλοξενούν στο σπίτι τους. Το έδιωχναν λοιπόν το παιδί από το ένα σπίτι, αυτό πήγαινε σε άλλο, το έδιωχναν και από εκεί, γιατί ο Περίανδρος απειλούσε αυτούς που θα το δέχονταν και τους πρόσταζε να μην του επιτρέπουν την είσοδο.
[3.51.3]οἱ δὲ ἅτε Περιάνδρου ἐόντα παῖδα, καίπερ δειμαίνοντες, ὅμως ἐδέκοντο.Διωγμένο το παιδί, πήγαινε στα σπίτια των φίλων του, από το ένα στο άλλο, και αυτοί, μόλο που φοβόνταν, όμως το δέχονταν αφού ήταν γιος του Περίανδρου.
[3.52.1]τέλος δὲ ὁ Περίανδρος κήρυγμα ἐποιήσατο, ὃς ἂν ἢ οἰκίοισι ὑποδέξηταί μιν ἢ προσδιαλεχθῇ, ἱρὴν ζημίην τοῦτον τῷ Ἀπόλλωνι ὀφείλειν, ὅσην δὴ εἴπας.Τέλος, ο Περίανδρος έβγαλε ανακοίνωση ότι όποιος δεχόταν στο σπίτι του τον γιο του ή του μιλούσε, θα πλήρωνε στον Απόλλωνα ιερό πρόστιμο, ορισμένο ποσό.
[3.52.2]πρὸς ὦν δὴ τοῦτο τὸ κήρυγμα οὔτε τίς οἱ διαλέγεσθαι οὔτε οἰκίοισι δέκεσθαι ἤθελε· πρὸς δὲ οὐδὲ αὐτὸς ἐκεῖνος ἐδικαίου πειρᾶσθαι ἀπειρημένου, ἀλλὰ διακαρτερέων ἐν τῇσι στοιῇσι ἐκαλινδέετο.Ύστερα απ᾽ αυτή την ανακοίνωση, κανένας πλέον δεν ήταν πρόθυμος να μιλήσει στο παιδί ή να το δεχτεί στο σπίτι του· εξάλλου, ούτε το ίδιο το παιδί θεώρησε σωστό να αποπειραθεί να κάνει κάτι απαγορευμένο, μόνο σερνόταν καρτερικά από τη μια στοά στην άλλη.
[3.52.3]τετάρτῃ δὲ ἡμέρῃ ἰδών μιν ὁ Περίανδρος ἀλουσίῃσί τε καὶ ἀσιτίῃσι συμπεπτωκότα οἴκτιρε· ὑπεὶς δὲ τῆς ὀργῆς ἤιε ἆσσον καὶ ἔλεγε· Ὦ παῖ, κότερα τούτων αἱρετώτερά ἐστι, ταῦτα τὰ νῦν ἔχων πρήσσεις, ἢ τὴν τυραννίδα καὶ ‹τὰ› ἀγαθὰ τὰ νῦν ἐγὼ ἔχω, ταῦτα ἐόντα τῷ πατρὶ ἐπιτήδεον παραλαμβάνειν;Ώσπου την τέταρτη ημέρα τον είδε ο Περίανδρος πώς είχε καταντήσει από την απλυσιά και την ασιτία, και τον λυπήθηκε· έδωσε τόπο στην οργή, τον πλησίασε και του είπε: «Παιδί μου, τί είναι προτιμότερο, να εξακολουθήσεις τη ζωή που κάνεις σήμερα, ή να είσαι υπάκουος στον πατέρα σου και να κληρονομήσεις την εξουσία και τα αγαθά που εγώ έχω σήμερα;
[3.52.4]ὃς ἐὼν ἐμός τε παῖς καὶ Κορίνθου τῆς εὐδαίμονος βασιλεὺς ἀλήτην βίον εἵλευ, ἀντιστατέων τε καὶ ὀργῇ χρεώμενος ἐς τόν σε ἥκιστα ἐχρῆν. εἰ γάρ τις συμφορὴ ἐν αὐτοῖσι γέγονε, ἐξ ἧς ὑποψίην ἐς ἐμὲ ἔχεις, ἐμοί τε αὕτη γέγονε καὶ ἐγὼ αὐτῆς τὸ πλεῦν μέτοχός εἰμι, ὅσῳ αὐτός σφεα ἐξεργασάμην.Είσαι γιος μου και βασιλόπουλο της πλούσιας Κορίνθου, και όμως διάλεξες τη ζωή του αλήτη και εναντιώνεσαι και φέρνεσαι με οργή σ᾽ αυτόν που λιγότερο θα έπρεπε να του κάνεις αυτά τα πράγματα. Γιατί αν μας βρήκε κάποια συμφορά, κι έχεις γι᾽ αυτήν υποψίες σε βάρος μου, με βρήκε κι εμένα αυτή η συμφορά, και μάλιστα με το παραπάνω, στον βαθμό που την προκάλεσα ο ίδιος·
[3.52.5]σὺ δὲ μαθὼν ὅσῳ φθονέεσθαι κρέσσον ἐστὶ ἢ οἰκτίρεσθαι, ἅμα τε ὁκοῖόν τι ἐς τοὺς τοκέας καὶ ἐς τοὺς κρέσσονας τεθυμῶσθαι, ἄπιθι ἐς τὰ οἰκία.κατάλαβε λοιπόν πόσο καλύτερο είναι να σε ζηλεύουν παρά να σε λυπούνται, και τί σημαίνει να οργίζεται κανείς με τους γονείς του και με τους δυνατότερούς του, και γύρνα στο σπίτι μας».
[3.52.6]Περίανδρος μὲν τούτοισι αὐτὸν κατελάμβανε, ὁ δὲ ἄλλο μὲν οὐδὲν ἀμείβεται τὸν πατέρα, ἔφη δέ μιν ἱρὴν ζημίην ὀφείλειν τῷ θεῷ ἑωυτῷ ἐς λόγους ἀπικόμενον. μαθὼν δὲ ὁ Περίανδρος ὡς ἄπορόν τι τὸ κακὸν εἴη τοῦ παιδὸς καὶ ἀνίκητον, ἐξ ὀφθαλμῶν μιν ἀποπέμπεται στείλας πλοῖον ἐς Κέρκυραν· ἐπεκράτεε γὰρ καὶ ταύτης.Μ᾽ αυτά τα λόγια προσπάθησε ο Περίανδρος να τον καλοπιάσει, αλλά ο γιος άλλο δεν απάντησε στον πατέρα παρά του είπε μόνο ότι έπρεπε να πληρώσει στον θεό το ιερό πρόστιμο επειδή του είχε απευθύνει τον λόγο. Κατάλαβε τότε ο Περίανδρος ότι το κακό με τον γιο του ήταν αξεπέραστο και ακατανίκητο, και τον έστειλε με πλοίο στην Κέρκυρα για να μην τον βλέπουν τα μάτια του: γιατί και αυτήν την είχε στην εξουσία του.
[3.52.7]ἀποστείλας δὲ τοῦτον ὁ Περίανδρος ἐστρατεύετο ἐπὶ τὸν πενθερὸν Προκλέα, ὡς τῶν παρεόντων οἱ πρηγμάτων ἐόντα αἰτιώτατον, καὶ εἷλε μὲν τὴν Ἐπίδαυρον, εἷλε δὲ αὐτὸν Προκλέα καὶ ἐζώγρησε.Και όταν ξαπόστειλε τον γιο του, ο Περίανδρος έκανε εκστρατεία κατά του πεθερού του Προκλή, θεωρώντας τον τον κυριότερο αίτιο για τα προβλήματα που του έτυχαν, και κατέλαβε την Επίδαυρο και τον Προκλή τον έπιασε ζωντανό, αιχμάλωτο.
[3.53.1]ἐπεὶ δὲ τοῦ χρόνου προβαίνοντος ὅ [τε] Περίανδρος παρηβήκεε καὶ συνεγινώσκετο ἑωυτῷ οὐκέτι εἶναι δυνατὸς τὰ πρήγματα ἐπορᾶν τε καὶ διέπειν, πέμπων ἐς τὴν Κέρκυραν ἀπεκάλεε τὸν Λυκόφρονα ἐπὶ τὴν τυραννίδα· ἐν γὰρ δὴ τῷ πρεσβυτέρῳ τῶν παίδων οὐκ ἐνώρα, ἀλλά οἱ κατεφαίνετο εἶναι νωθέστερος.Καθώς όμως ο καιρός περνούσε και ο Περίανδρος γερνούσε και καταλάβαινε ότι δεν είναι πλέον ικανός να εποπτεύει ο ίδιος και να διευθύνει τα πράγματα, έστειλε στην Κέρκυρα και κάλεσε τον Λυκόφρονα να αναλάβει την εξουσία· γιατί τον μεγαλύτερό του γιο δεν τον θεωρούσε κατάλληλο, του φαινόταν αργόστροφος.
[3.53.2]ὁ δὲ Λυκόφρων οὐδὲ ἀνακρίσιος ἠξίωσε τὸν φέροντα τὴν ἀγγελίην. Περίανδρος δὲ περιεχόμενος τοῦ νεηνίεω δεύτερα ἀπέστειλε ἐπ᾽ αὐτὸν τὴν ἀδελφεήν, ἑωυτοῦ δὲ θυγατέρα, δοκέων μιν μάλιστα ταύτης ἂν πείθεσθαι.Αλλά ο Λυκόφρων δεν καταδέχτηκε καν να απαντήσει σ᾽ αυτόν που του είχε πάει την παραγγελία. Ο Περίανδρος όμως, που αγαπούσε ιδιαίτερα τον νεαρό, του έστειλε και δεύτερη παραγγελία, με την αδελφή του, τη δική του κόρη δηλαδή, πιστεύοντας ότι αυτήν ο γιος του θα την άκουγε περισσότερο.
[3.53.3]ἀπικομένης δὲ ταύτης καὶ λεγούσης· Ὦ παῖ, βούλεαι τήν τε τυραννίδα ἐς ἄλλους πεσεῖν καὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς διαφορηθέντα μᾶλλον ἢ αὐτός σφεα ἀπελθὼν ἔχειν; ἄπιθι ἐς τὰ οἰκία, παῦσαι σεωυτὸν ζημιῶν.Έφτασε λοιπόν εκείνη και του είπε: «Βρε παιδί μου, τί θέλεις δηλαδή, να πέσει σε άλλους η εξουσία, και ο οίκος του πατέρα μας να διαλυθεί, αντί να έρθεις εσύ και να τα πάρεις; Έλα στο σπίτι και πάψε να βλάφτεις τον εαυτό σου.
[3.53.4]ἡ φιλοτιμίη κτῆμα σκαιόν· μὴ τῷ κακῷ τὸ κακὸν ἰῶ. πολλοὶ τῶν δικαίων τὰ ἐπιεικέστερα προτιθεῖσι. πολλοὶ δὲ ἤδη τὰ μητρώια διζήμενοι τὰ πατρώια ἀπέβαλον. τυραννὶς χρῆμα σφαλερόν, πολλοὶ δὲ αὐτῆς ἐρασταί εἰσι, ὁ δὲ γέρων τε ἤδη καὶ παρηβηκώς· μὴ δῷς τὰ σεωυτοῦ ἀγαθὰ ἄλλοισι.Το πείσμα είναι κακό πράγμα· μη θέλεις με κακό να διορθώσεις το κακό. Είναι πολλοί αυτοί που βάζουν τη λογική πάνω από τη δικαιοσύνη. Και πολλοί ώς τώρα που φρόντισαν υπερβολικά για τη μητέρα τους, έχασαν το έχει του πατέρα τους. Η τυραννίδα δεν είναι σταθερό πράγμα, είναι πολλοί οι μνηστήρες της, κι εκείνος είναι πια γέρος, τον πήραν τα χρόνια. Μη δώσεις σε άλλους τα αγαθά σου».
[3.53.5]ἡ μὲν δὴ τὰ ἐπαγωγότατα διδαχθεῖσα ὑπὸ τοῦ πατρὸς ἔλεγε πρὸς αὐτόν, ὁ δὲ ὑποκρινόμενος ἔφη οὐδαμὰ ἥξειν ἐς Κόρινθον, ἔστ᾽ ἂν πυνθάνηται περιεόντα τὸν πατέρα.Δασκαλεμένη δηλαδή η αδελφή από τον πατέρα τους, του έλεγε ό,τι πιο κατάλληλο για να τον ελκύσει· εκείνος όμως της απάντησε και είπε ότι δεν επρόκειτο να πατήσει στην Κόρινθο όσο μάθαινε ότι ο πατέρας του είναι ζωντανός.
[3.53.6]ἀπαγγειλάσης δὲ ταύτης ταῦτα τὸ τρίτον Περίανδρος κήρυκα πέμπει βουλόμενος αὐτὸς μὲν ἐς Κέρκυραν ἥκειν, ἐκεῖνον δὲ ἐκέλευε ἐς Κόρινθον ἀπικόμενον διάδοχον γίνεσθαι τῆς τυραννίδος.Όταν η κόρη του τού τα ανακοίνωσε αυτά, ο Περίανδρος στέλνει και τρίτον κήρυκα προσφερόμενος να εγκατασταθεί ο ίδιος στην Κέρκυρα και ζητώντας από τον γιο του να γυρίσει στην Κόρινθο και να τον διαδεχτεί στην τυραννίδα.
[3.53.7]καταινέσαντος δ᾽ ἐπὶ τούτοισι τοῦ παιδὸς ὁ μὲν Περίανδρος ἐστέλλετο ἐς τὴν Κέρκυραν, ὁ δὲ παῖς [οἱ] ἐς τὴν Κόρινθον. μαθόντες δὲ οἱ Κερκυραῖοι τούτων ἕκαστα, ἵνα μή σφι Περίανδρος ἐς τὴν χώρην ἀπίκηται, κτείνουσι τὸν νεηνίσκον. ἀντὶ τούτων μὲν Περίανδρος Κερκυραίους ἐτιμωρέετο.Ο γιος συγκατατέθηκε σ᾽ αυτό, και ετοιμαζόταν ο Περίανδρος για την Κέρκυρα και ο γιος για την Κόρινθο. Οι Κερκυραίοι όμως έμαθαν όλα τα σχετικά, και για να μην πάει ο Περίανδρος στον τόπο τους, σκοτώνουν τον νεαρό. Γι᾽ αυτό λοιπόν ο Περίανδρος θέλησε να τιμωρήσει τους Κερκυραίους.
[3.54.1]Λακεδαιμόνιοι δὲ στόλῳ μεγάλῳ ὡς ἀπίκοντο, ἐπολιόρκεον Σάμον· προσβαλόντες δὲ πρὸς τὸ τεῖχος τοῦ μὲν πρὸς θαλάσσῃ ἑστεῶτος πύργου κατὰ τὸ προάστιον τῆς πόλιος ἐπέβησαν, μετὰ δὲ αὐτοῦ βοηθήσαντος Πολυκράτεος χειρὶ πολλῇ ἀπηλάσθησαν.Έφτασαν ωστόσο οι Λακεδαιμόνιοι με μεγάλο στόλο και πολιόρκησαν τη Σάμο, έκαναν έφοδο στο τείχος, και πάτησαν τον πύργο που ήταν προς τη θάλασσα, στην έξω μεριά της πόλης· μετά όμως ήρθε σε ενίσχυση ο ίδιος ο Πολυκράτης με μεγάλη δύναμη, και απωθήθηκαν.
[3.54.2]κατὰ δὲ τὸν ἐπάνω πύργον τὸν ἐπὶ τῆς ῥάχιος τοῦ ὄρεος ἐπεόντα ἐπεξῆλθον οἵ τε ἐπίκουροι καὶ αὐτῶν Σαμίων συχνοί, δεξάμενοι δὲ τοὺς Λακεδαιμονίους ἐπ᾽ ὀλίγον χρόνον ἔφευγον ὀπίσω· οἱ δὲ ἐπισπόμενοι ἔκτεινον.Αλλά στον επάνω πύργο, αυτόν που είναι στην πλαγιά του βουνού, οι ξένοι και πολλοί Σάμιοι έκαναν έφοδο, και για λίγη ώρα αναχαίτισαν τους Λακεδαιμονίους, ύστερα όμως υποχώρησαν, και οι Λακεδαιμόνιοι τους πήραν το κατόπι σκοτώνοντάς τους.
[3.55.1]εἰ μέν νυν οἱ παρεόντες Λακεδαιμονίων ὅμοιοι ἐγίνοντο ταύτην τὴν ἡμέρην Ἀρχίῃ τε καὶ Λυκώπῃ, αἱρέθη ἂν Σάμος. Ἀρχίης γὰρ καὶ Λυκώπης μοῦνοι συνεσπεσόντες φεύγουσι ἐς τὸ τεῖχος τοῖσι Σαμίοισι καὶ ἀποκληισθέντες τῆς ὀπίσω ὁδοῦ ἀπέθανον ἐν τῇ πόλι τῇ Σαμίων.Λοιπόν, αν οι Λακεδαιμόνιοι που βρίσκονταν εκεί, αναδεικνύονταν εκείνη την ημέρα όμοιοι με τον Αρχία και τον Λυκώπη, η Σάμος θα είχε κυριευθεί. Γιατί ο Αρχίας και ο Λυκώπης, μόνοι οι δυο τους, όρμησαν μέσα στο τείχος μαζί με τους Σαμίους που έφευγαν, και καθώς ο δρόμος της υποχώρησης είχε κοπεί γι᾽ αυτούς, σκοτώθηκαν μέσα στην πόλη των Σαμίων.
[3.55.2]τρίτῳ δὲ ἀπ᾽ Ἀρχίεω τούτου γεγονότι ἄλλῳ Ἀρχίῃ τῷ Σαμίου τοῦ Ἀρχίεω αὐτὸς ἐν Πιτάνῃ συνεγενόμην (δήμου γὰρ τούτου ἦν), ὃς ξείνων πάντων μάλιστα ἐτίμα τε Σαμίους καί οἱ τῷ πατρὶ ἔφη Σάμιον τοὔνομα τεθῆναι, ὅτι οἱ ὁ πατὴρ Ἀρχίης ἐν Σάμῳ ἀριστεύσας ἐτελεύτησε. τιμᾶν δὲ Σαμίους ἔφη, διότι ταφῆναί οἱ τὸν πάππον δημοσίῃ ὑπὸ Σαμίων.Γνώρισα μάλιστα και ο ίδιος στην Πιτάνη (ήταν απ᾽ αυτόν τον δήμο) έναν άλλο Αρχία, τρίτη γενιά από εκείνον τον Αρχία, και τούτος ήταν γιος του Σάμιου, γιου εκείνου του Αρχία, και απ᾽ όλους τους ξένους τιμούσε περισσότερο τους Σαμίους, και μου είπε ότι στον πατέρα του είχαν δώσει το όνομα Σάμιος επειδή ο πατέρας του πατέρα του Αρχίας, είχε ανδραγαθήσει και σκοτωθεί στη Σάμο. Και τιμούσε, μου είπε, τους Σαμίους επειδή οι Σάμιοι είχαν κηδέψει τον παππού του δημοσία δαπάνη.
[3.56.1]Λακεδαιμόνιοι δέ, ὥς σφι τεσσεράκοντα ἐγεγόνεσαν ἡμέραι πολιορκέουσι Σάμον ἐς τὸ πρόσω τε οὐδὲν προεκόπτετο τῶν πρηγμάτων, ἀπαλλάσσοντο ἐς Πελοπόννησον.Οι Λακεδαιμόνιοι ωστόσο, αφού πέρασαν σαράντα ημέρες όπου πολιορκούσαν τη Σάμο και το πράγμα δεν προχωρούσε καθόλου, έφυγαν και γύρισαν στην Πελοπόννησο.
[3.56.2]ὡς δὲ ὁ ματαιότερος λόγος ὅρμηται λέγεσθαι, Πολυκράτεα ἐπιχώριον νόμισμα κόψαντα πολλὸν μολύβδου καταχρυσώσαντα δοῦναί σφι, τοὺς δὲ δεξαμένους οὕτω δὴ ἀπαλλάσσεσθαι. ταύτην πρώτην στρατιὴν ἐς τὴν Ἀσίην Λακεδαιμόνιοι Δωριέες ἐποιήσαντο.Κυκλοφόρησε όμως και μια άλλη ιστορία, εντελώς ασύστατη, που λέει ότι ο Πολυκράτης έκοψε άφθονο εγχώριο νόμισμα από μολύβι που το επιχρύσωσε και τους το πρόσφερε κι αυτοί το δέχτηκαν και έτσι έφυγαν. Αυτή ήταν η πρώτη εκστρατεία που έκαναν στην Ασία οι Δωριείς Λακεδαίμονες.
[3.57.1]οἱ δ᾽ ἐπὶ τὸν Πολυκράτεα στρατευσάμενοι Σαμίων, ἐπεὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι αὐτοὺς ἀπολείπειν ἔμελλον, καὶ αὐτοὶ ἀπέπλεον ἐς Σίφνον·Όσο για τους Σαμίους που είχαν εκστρατεύσει κι αυτοί κατά του Πολυκράτη, όταν οι Λακεδαιμόνιοι επρόκειτο να τους εγκαταλείψουν, σαλπάρισαν και οι ίδιοι για τη Σίφνο·
[3.57.2]χρημάτων γὰρ ἐδέοντο, τὰ δὲ τῶν Σιφνίων πρήγματα ἤκμαζε τοῦτον τὸν χρόνον, καὶ νησιωτέων μάλιστα ἐπλούτεον, ἅτε ἐόντων αὐτοῖσι ἐν τῇ νήσῳ χρυσέων καὶ ἀργυρέων μετάλλων, οὕτω ὥστε ἀπὸ τῆς δεκάτης τῶν γινομένων αὐτόθεν χρημάτων θησαυρὸς ἐν Δελφοῖσι ἀνάκειται ὅμοια τοῖσι πλουσιωτάτοισι· αὐτοὶ δὲ τὰ γινόμενα [ἐν] τῷ ἐνιαυτῷ ἑκάστῳ χρήματα διενέμοντο.γιατί είχαν ανάγκη από χρήματα, και οι Σίφνιοι την εποχή εκείνη ευημερούσαν και ήταν οι πλουσιότεροι από τους νησιώτες, δεδομένου ότι στο νησί τους υπήρχαν μεταλλεία χρυσού και ασημιού έτσι ώστε από το ένα δέκατο των χρημάτων που έβγαιναν εκεί, βρίσκεται στους Δελφούς αφιερωμένος θησαυρός τους από τους πολυτελέστερους· όσο για τα χρήματα που έβγαιναν κάθε χρόνο, οι Σίφνιοι τα μοιράζονταν μεταξύ τους.
[3.57.3]ὅτε ὦν ἐποιεῦντο τὸν θησαυρόν, ἐχρέωντο τῷ χρηστηρίῳ εἰ αὐτοῖσι τὰ παρεόντα ἀγαθὰ οἷά τέ ἐστι πολλὸν χρόνον παραμένειν· ἡ δὲ Πυθίη ἔχρησέ σφι τάδε·Όταν λοιπόν έφτιαχναν το θησαυρό, οι Σίφνιοι ρώτησαν το μαντείο αν τα αγαθά που είχαν τότε ήταν δυνατό να τους μείνουν για πολύν καιρό· και η Πυθία τούς έδωσε τον ακόλουθο χρησμό:
[3.57.4]Ἀλλ᾽ ὅταν ἐν Σίφνῳ πρυτανήια λευκὰ γένηται
λεύκοφρύς τ᾽ ἀγορή, τότε δὴ δεῖ φράδμονος ἀνδρὸς
φράσσασθαι ξύλινόν τε λόχον κήρυκά τ᾽ ἐρυθρόν.
τοῖσι δὲ Σιφνίοισι ἦν τότε ἡ ἀγορὴ καὶ τὸ πρυτανήιον Παρίῳ λίθῳ ἠσκημένα.
Όταν στη Σίφνο θα γενεί άσπρο το πρυτανείο
και ασπροφρύδα η αγορά, άνθρωπος μυαλωμένος θα χρειαστεί να βγει μπροστά
και να τους διαφεντέψει από καρτέρι ξύλινο και κόκκινον τελάλη.
Την εποχή εκείνη λοιπόν η αγορά και το πρυτανείο των Σιφνίων ήταν στολισμένα με παριανό μάρμαρο.
[3.58.1]τοῦτον τὸν χρησμὸν οὐκ οἷοί τε ἦσαν γνῶναι οὔτε τότε ἰθὺς οὔτε τῶν Σαμίων ἀπιγμένων. ἐπείτε γὰρ τάχιστα πρὸς τὴν Σίφνον προσῖσχον οἱ Σάμιοι, ἔπεμπον τῶν νεῶν μίαν πρέσβεας ἄγουσαν ἐς τὴν πόλιν.Τον χρησμό αυτόν οι Σίφνιοι ούτε τότε μπόρεσαν να τον καταλάβουν αμέσως ούτε όταν έφτασαν οι Σάμιοι. Ωστόσο οι Σάμιοι, μόλις προσορμίστηκαν στη Σίφνο, έστειλαν αμέσως ένα από τα πλοία τους να πάει απεσταλμένος τους στην πόλη.
[3.58.2]τὸ δὲ παλαιὸν ἅπασαι αἱ νέες ἦσαν μιλτηλιφέες· καὶ ἦν τοῦτο τὸ ἡ Πυθίη προηγόρευε τοῖσι Σιφνίοισι φυλάξασθαι τὸν ξύλινον λόχον κελεύουσα καὶ κήρυκα ἐρυθρόν.Τον παλιό καιρό όλα τα πλοία ήταν βαμμένα κόκκινα, και αυτό εννοούσε η Πυθία όταν προειδοποιούσε τους Σιφνίους και τους συμβούλευε να φυλαχτούν από ξύλινη παγίδα και κόκκινο κήρυκα.
[3.58.3]ἀπικόμενοι ὦν οἱ ἄγγελοι ἐδέοντο τῶν Σιφνίων δέκα τάλαντά σφι χρῆσαι· οὐ φασκόντων δὲ χρήσειν τῶν Σιφνίων αὐτοῖσι οἱ Σάμιοι τοὺς χώρους αὐτῶν ἐπόρθεον.Έφτασαν λοιπόν οι απεσταλμένοι και ζήτησαν από τους Σιφνίους δάνειο δέκα τάλαντα· αλλά οι Σίφνιοι τους απάντησαν ότι δεν τους δίνουν δάνειο, και οι Σάμιοι βάλθηκαν να τους ρημάξουν τα χωράφια.
[3.58.4]πυθόμενοι δ᾽ ἰθὺς ἧκον οἱ Σίφνιοι βοηθέοντες καὶ συμβαλόντες αὐτοῖσι ἑσσώθησαν, καὶ αὐτῶν πολλοὶ ἀπεκληίσθησαν τοῦ ἄστεος ὑπὸ τῶν Σαμίων· καὶ αὐτοὺς μετὰ ταῦτα ἑκατὸν τάλαντα ἔπρηξαν.Το έμαθαν αυτό οι Σίφνιοι και πήγαν αμέσως να σώσουν την κατάσταση, αλλά έδωσαν μάχη και νικήθηκαν, και οι Σάμιοι έκοψαν τον δρόμο για την πόλη σε πολλούς από δαύτους, που ύστερα απ᾽ αυτό τους πήραν εκατό τάλαντα.
[3.59.1]παρὰ δὲ Ἑρμιονέων νῆσον ἀντὶ χρημάτων παρέλαβον, Ὑδρέαν τὴν ἐπὶ Πελοποννήσῳ, καὶ αὐτὴν Τροιζηνίοισι παρακατέθεντο· αὐτοὶ δὲ Κυδωνίην τὴν ἐν Κρήτῃ ἔκτισαν οὐκ ἐπὶ τοῦτο πλέοντες ἀλλὰ Ζακυνθίους ἐξελῶντες ἐκ τῆς νήσου.Οι Σάμιοι έδωσαν χρήματα και πήραν από τους Ερμιονείς το νησί Ύδρα, κοντά στην Πελοπόννησο, και το άφησαν παρακαταθήκη στους Τροιζηνίους· όσο για τους ίδιους, ίδρυσαν στην Κρήτη την Κυδωνία, όπου ωστόσο πήγαν με τα πλοία τους όχι γι᾽ αυτόν τον σκοπό, αλλά για να διώξουν τους Ζακυνθίους από το νησί·
[3.59.2]ἔμειναν δ᾽ ἐν ταύτῃ καὶ εὐδαιμόνησαν ἐπ᾽ ἔτεα πέντε, ὥστε τὰ ἱρὰ τὰ ἐν Κυδωνίῃ ἐόντα νῦν οὗτοί εἰσι οἱ ποιήσαντες καὶ τὸν τῆς Δικτύνης νηόν.και έμειναν εκεί και πέρασαν καλά πέντε χρόνια, τόσο ώστε τα ιερά που υπάρχουν σήμερα στην Κυδωνία αυτοί τα κατασκεύασαν, καθώς και τον ναό της Δίκτυνας.
[3.59.3]ἕκτῳ δὲ ἔτεϊ Αἰγινῆται αὐτοὺς ναυμαχίῃ νικήσαντες ἠνδραποδίσαντο μετὰ Κρητῶν, καὶ τῶν νεῶν καπρίους ἐχουσέων τὰς πρῴρας ἠκρωτηρίασαν καὶ ἀνέθεσαν ἐς τὸ ἱρὸν τῆς Ἀθηναίης ἐν Αἰγίνῃ.Αλλά τον έκτο χρόνο οι Αιγινήτες μαζί με τους Κρήτες τούς νίκησαν σε ναυμαχία, τους πήραν δούλους, και τις πρώρες των πλοίων τους που έμοιαζαν με κάπρους, τις έκοψαν και τις αφιέρωσαν στο ιερό της Αθηνάς στην Αίγινα.
[3.59.4]ταῦτα δὲ ἐποίησαν ἔγκοτον ἔχοντες Σαμίοισι Αἰγινῆται. πρότεροι γὰρ Σάμιοι ἐπ᾽ Ἀμφικράτεος βασιλεύοντος ἐν Σάμῳ στρατευσάμενοι ἐπ᾽ Αἴγιναν μεγάλα κακὰ ἐποίησαν Αἰγινήτας καὶ ἔπαθον ὑπ᾽ ἐκείνων. ἡ μὲν αἰτίη αὕτη.Και τα έκαναν αυτά οι Αιγινήτες από το μίσος που είχαν για τους Σαμίους, επειδή παλαιότερα οι Σάμιοι, όταν βασιλιάς στη Σάμο ήταν ο Αμφικράτης, είχαν εκστρατεύσει κατά της Αίγινας και είχαν φέρει μεγάλες συμφορές στους Αιγινήτες, αλλά και είχαν πάθει από εκείνους. Αυτή ήταν η αιτία.
[3.60.1]Ἐμήκυνα δὲ περὶ Σαμίων μᾶλλον, ὅτι σφι τρία ἐστὶ μέγιστα ἁπάντων Ἑλλήνων ἐξεργασμένα, ὄρεός τε ὑψηλοῦ ἐς πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ὀργυιάς, τούτου ὄρυγμα κάτωθεν ἀρξάμενον, ἀμφίστομον.Τα παρατράβηξα τα σχετικά με τους Σαμίους για τον λόγο ότι οι Σάμιοι έχουν κατασκευάσει τα τρία μεγαλύτερα έργα που υπάρχουν στην Ελλάδα. Το πρώτο από τα τρία είναι ένα όρυγμα με δύο στόμια, που αρχίζει κάτω από ένα βουνό ψηλό ώς εκατόν πενήντα οργιές.
[3.60.2]τὸ μὲν μῆκος τοῦ ὀρύγματος ἑπτὰ στάδιοί εἰσι, τὸ δὲ ὕψος καὶ εὖρος ὀκτὼ ἑκάτερον πόδες. διὰ παντὸς δὲ αὐτοῦ ἄλλο ὄρυγμα εἰκοσίπηχυ βάθος ὀρώρυκται, τρίπουν δὲ τὸ εὖρος, δι᾽ οὗ τὸ ὕδωρ ὀχετευόμενον διὰ σωλήνων παραγίνεται ἐς τὴν πόλιν ἀγόμενον ἀπὸ μεγάλης πηγῆς.Το μάκρος του ορύγματος είναι επτά στάδιοι, το ύψος και το πλάτος του οχτώ πόδια. Σε όλο το μάκρος του είναι σκαμμένο άλλο όρυγμα, με βάθος είκοσι πήχες και πλάτος τρία πόδια, και μέσα απ᾽ αυτό περνάει το νερό και φτάνει με σωλήνες στην πόλη ξεκινώντας από μεγάλη πηγή.
[3.60.3]ἀρχιτέκτων δὲ τοῦ ὀρύγματος τούτου ἐγένετο Μεγαρεὺς Εὐπαλῖνος Ναυστρόφου. τοῦτο μὲν δὴ ἓν τῶν τριῶν ἐστι, δεύτερον δὲ περὶ λιμένα χῶμα ἐν θαλάσσῃ, βάθος καὶ εἴκοσι ὀργυιέων, μῆκος δὲ τοῦ χώματος μέζον δύο σταδίων.Αρχιτέκτονας αυτού του ορύγματος ήταν ο Μεγαρέας Ευπαλίνος, γιος του Ναυστρόφου. Το δεύτερο είναι ο μόλος του λιμανιού, μέσα στη θάλασσα, που έχει βάθος ακόμη και είκοσι οργιές και μάκρος πάνω από δύο σταδίους.
[3.60.4]τρίτον δέ σφι ἐξέργασται νηὸς μέγιστος πάντων νηῶν τῶν ἡμεῖς ἴδμεν, τοῦ ἀρχιτέκτων πρῶτος ἐγένετο Ῥοῖκος Φίλεω ἐπιχώριος. τούτων εἵνεκεν μᾶλλόν τι περὶ Σαμίων ἐμήκυνα.Το τρίτο έργο είναι ένας ναός που έχουν κατασκευάσει, ο μεγαλύτερος απ᾽ όσους ξέρω, που πρώτος του αρχιτέκτονας υπήρξε ο Ροίκος, ο γιος του Φιλέα, ντόπιος. Γι᾽ αυτούς τους λόγους παρατράβηξα κάπως τα σχετικά με τους Σαμίους.
[3.61.1]Καμβύσῃ δὲ τῷ Κύρου χρονίζοντι περὶ Αἴγυπτον καὶ παραφρονήσαντι ἐπανιστέαται ἄνδρες μάγοι δύο ἀδελφεοί, τῶν τὸν ἕτερον κατελελοίπεε τῶν οἰκίων μελεδωνὸν ὁ Καμβύσης. οὗτος δὴ ὦν οἱ ἐπανέστη μαθών τε τὸν Σμέρδιος θάνατον ὡς κρύπτοιτο γενόμενος, καὶ ὡς ὀλίγοι εἴησαν οἱ ἐπιστάμενοι αὐτὸν Περσέων, οἱ δὲ πολλοὶ περιεόντα μιν εἰδείησαν.Ωστόσο ο Καμβύσης του Κύρου χρονοτριβούσε στην Αίγυπτο και είχε τρελαθεί εντελώς, οπότε στασιάζουν δύο Μάγοι αδελφοί, που τον ένα τους ο Καμβύσης τον είχε αφήσει διαχειριστή του παλατιού του. Αυτός λοιπόν στασίασε εναντίον του Καμβύση όταν έμαθε για τον θάνατο του Σμέρδη και ότι τον κρατούσαν μυστικόν και ότι λίγοι ήταν οι Πέρσες που ήξεραν το γεγονός, ενώ οι περισσότεροι νόμιζαν ότι ο Σμέρδις ήταν ακόμη ζωντανός.
[3.61.2]πρὸς ταῦτα βουλεύσας τάδε ἐπεχείρησε τοῖσι βασιληίοισι· ἦν οἱ ἀδελφεός, τὸν εἶπά οἱ συνεπαναστῆναι, οἰκὼς μάλιστα τὸ εἶδος Σμέρδι τῷ Κύρου, τὸν ὁ Καμβύσης, ἐόντα ἑωυτοῦ ἀδελφεόν, ἀπέκτεινε. ἦν τε δὴ ὅμοιος εἶδος τῷ Σμέρδι καὶ δὴ καὶ οὔνομα τὠυτὸ εἶχε Σμέρδιν.Έτσι, ο Μάγος σχεδίαζε τούτη την επιχείρηση για να καταλάβει τη βασιλεία· είχε έναν αδελφό, αυτόν που είπα ότι στασίασε μαζί του, που έμοιαζε εξαιρετικά με τον Σμέρδη του Κύρου, αυτόν που ο Καμβύσης, αν και ήταν αδελφός του, τον είχε σκοτώσει. Και δεν έμοιαζε τούτος μόνο στην εμφάνιση με τον Σμέρδη, αλλά είχε και το ίδιο όνομα, Σμέρδις.
[3.61.3]τοῦτον τὸν ἄνδρα ἀναγνώσας ὁ μάγος Πατιζείθης ὥς οἱ αὐτὸς πάντα διαπρήξει, εἷσε ἄγων ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον. ποιήσας δὲ τοῦτο κήρυκας τῇ τε ἄλλῃ διέπεμπε καὶ δὴ καὶ ἐς Αἴγυπτον προερέοντα τῷ στρατῷ ὡς Σμέρδιος τοῦ Κύρου ἀκουστέα εἴη τοῦ λοιποῦ ἀλλ᾽ οὐ Καμβύσεω.Τον έπεισε λοιπόν τον άνθρωπο ο Μάγος Πατιζείθης ότι θα τα τακτοποιήσει όλα αυτός για λογαριασμό του, και τον έφερε και τον εγκατέστησε στον βασιλικό θρόνο. Και όταν το έκανε αυτό, έστειλε κήρυκες και στους άλλους τόπους, αλλά έστειλε και έναν στην Αίγυπτο για να διακηρύξει στον στρατό ότι στο εξής έπρεπε να υπακούει στον Σμέρδη και όχι στον Καμβύση.
[3.62.1]οἵ τε δὴ ὦν ἄλλοι κήρυκες προηγόρευον ταῦτα καὶ δὴ καὶ ὁ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ταχθείς (εὕρισκε γὰρ Καμβύσεα καὶ τὸν στρατὸν ἐόντα τῆς Συρίης ἐν Ἀγβατάνοισι) προηγόρευε στὰς ἐς μέσον τὰ ἐντεταλμένα ἐκ τοῦ μάγου.Τα διαλαλούσαν λοιπόν αυτά οι άλλοι κήρυκες, διαλαλούσε κι εκείνος που είχε οριστεί στην Αίγυπτο τα όσα ο Μάγος τον είχε προστάξει, στέκοντας καταμεσής στο στράτευμα (γιατί είχε συναντήσει τον Καμβύση και τον στρατό στα Αγβάτανα της Συρίας).
[3.62.2]Καμβύσης δὲ ἀκούσας ταῦτα [ἐκ] τοῦ κήρυκος καὶ ἐλπίσας μιν λέγειν ἀληθέα αὐτός τε προδεδόσθαι ἐκ Πρηξάσπεος (πεμφθέντα γὰρ αὐτὸν ὡς ἀποκτενέοντα Σμέρδιν οὐ ποιῆσαι ταῦτα), βλέψας ἐς τὸν Πρηξάσπεα εἶπε· Πρήξασπες, οὕτω μοι διέπρηξας τό τοι προσέθηκα πρῆγμα; ὁ δὲ εἶπε·Τα άκουσε αυτά ο Καμβύσης και νόμισε ότι ο κήρυκας έλεγε την αλήθεια και ότι τον ίδιο τον είχε προδώσει ο Πρηξάσπης (ότι δηλαδή, ενώ τον είχε στείλει για να σκοτώσει τον Σμέρδη, αυτός δεν το έκανε) και γυρίζοντας τα μάτια του προς τον Πρηξάσπη τού είπε: «Ώστε έτσι, Πρηξάσπη, έκανες αυτό που σου ανέθεσα;» Κι εκείνος του είπε:
[3.62.3]Ὦ δέσποτα, οὐκ ἔστι ταῦτα ἀληθέα, ὅκως κοτέ σοι Σμέρδις ἀδελφεὸς ὁ σὸς ἐπανέστηκε, οὐδὲ ὅκως τι ἐξ ἐκείνου τοῦ ἀνδρὸς νεῖκός τοι ἔσται ἢ μέγα ἢ σμικρόν. ἐγὼ γὰρ αὐτὸς ποιήσας τὰ σύ με ἐκέλευες ἔθαψά μιν χερσὶ τῇσι ἐμεωυτοῦ.«Κύριέ μου, δεν είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα, ότι ο αδελφός σου ο Σμέρδις στασίασε εναντίον σου, ούτε ότι θα έχεις ποτέ από λόγου του μπελάδες, μεγάλους ή μικρούς. Γιατί εγώ ο ίδιος έκανα τα όσα με πρόσταξες και τον έθαψα με τα ίδια μου τα χέρια.
[3.62.4]εἰ μέν νυν οἱ τεθνεῶτες ἀνεστέασι, προσδέκεό τοι καὶ Ἀστυάγεα τὸν Μῆδον ἐπαναστήσεσθαι· εἰ δ᾽ ἔστι ὥσπερ πρὸ τοῦ, οὐ μή τί τοι ἔκ γε ἐκείνου νεώτερον ἀναβλάστῃ. νῦν ὦν μοι δοκέει μεταδιώξαντας τὸν κήρυκα ἐξετάζειν εἰρωτῶντας παρ᾽ ὅτευ ἥκων προαγορεύει ἡμῖν Σμέρδιος βασιλέος ἀκούειν.Αν ωστόσο ανασταίνονται οι νεκροί, περίμενε τότε να στασιάσει εναντίον σου και ο Αστυάγης ο Μήδος· αν όμως είναι όλα όπως και πριν, από εκείνον δεν πρόκειται να υπάρξει τίποτε νεότερο. Τώρα λοιπόν μου φαίνεται ότι εκείνο που έχουμε να κάνουμε, είναι να κυνηγήσουμε τον κήρυκα, να τον πιάσουμε για να τον εξετάσουμε και να τον ρωτήσουμε ποιός τον έστειλε να μας παραγγείλει να υπακούμε στον βασιλιά Σμέρδη».
[3.63.1]ταῦτα εἴπαντος Πρηξάσπεος (ἤρεσε γὰρ Καμβύσῃ) αὐτίκα μεταδίωκτος γενόμενος ὁ κῆρυξ ἧκε· ἀπιγμένον δέ μιν εἴρετο ὁ Πρηξάσπης τάδε· Ὤνθρωπε, φὴς γὰρ ἥκειν παρὰ Σμέρδιος τοῦ Κύρου ἄγγελος. νῦν ὦν εἴπας τὴν ἀληθείην ἄπιθι χαίρων, κότερα αὐτός τοι Σμέρδις φαινόμενος ἐς ὄψιν ἐνετέλλετο ταῦτα ἢ τῶν τις ἐκείνου ὑπηρετέων.Μόλις τα είπε αυτά ο Πρηξάσπης (άρεσαν στον Καμβύση), έστρωσαν τον κήρυκα στο κυνήγι, και τον έφεραν πίσω· και μόλις έφτασε, τον ρώτησε ο Πρηξάσπης τα εξής: «Λες, άνθρωπέ μου, ότι έρχεσαι αγγελιαφόρος από τον Σμέρδη, τον γιο του Κύρου. Τώρα όμως πες την αλήθεια και πήγαινε στο καλό: ποιός σου τα πρόσταξε αυτά, ο ίδιος ο Σμέρδις, εμφανίστηκε δηλαδή μπροστά σου, ή μήπως κανένας από τους υπηρέτες του;»
[3.63.2]ὁ δὲ εἶπε· Ἐγὼ Σμέρδιν μὲν τὸν Κύρου, ἐξ ὅτευ βασιλεὺς Καμβύσης ἤλασε ἐς Αἴγυπτον, οὔκω ὄπωπα· ὁ δέ μοι μάγος, τὸν Καμβύσης ἐπίτροπον τῶν οἰκίων ἀπέδεξε, οὗτος ταῦτα ἐνετείλατο, φὰς Σμέρδιν τὸν Κύρου εἶναι τὸν ταῦτα ἐπιθέμενον εἶπαι πρὸς ὑμέας.Κι εκείνος απάντησε: «Εγώ τον Σμέρδη, τον γιο του Κύρου, αφότου ο βασιλιάς Καμβύσης κίνησε για την Αίγυπτο, δεν τον ξαναείδα. Τις εντολές αυτές μου τις έδωσε εκείνος ο Μάγος, που ο Καμβύσης τον άφησε επίτροπο στο παλάτι, και μου είπε ότι όλα αυτά πρόσταξε να σας τα πω ο Σμέρδις, ο γιος του Κύρου.»
[3.63.3]ὁ μὲν δή σφι ἔλεγε οὐδὲν ἐπικαταψευσάμενος, Καμβύσης δὲ εἶπε· Πρήξασπες, σὺ μὲν οἷα ἀνὴρ ἀγαθὸς ποιήσας τὸ κελευόμενον αἰτίην ἐκπέφευγας· ἐμοὶ δὲ τίς ἂν εἴη Περσέων ὁ ἐπανεστεὼς ἐπιβατεύων τοῦ Σμέρδιος οὐνόματος;Τους μίλησε δηλαδή ο κήρυκας χωρίς να ανακατέψει κανένα ψέμα, και ο Καμβύσης είπε: «Εσύ, Πρηξάσπη, σαν τίμιος άνθρωπος, έκανες ό,τι σε πρόσταξα, και άρα δεν είσαι υπεύθυνος· άραγε όμως ποιός από τους Πέρσες να είναι αυτός που σφετερίστηκε το όνομα του Σμέρδη και στασίασε εναντίον μου;»
[3.63.4]ὁ δὲ εἶπε· Ἐγώ μοι δοκέω συνιέναι τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὦ βασιλεῦ· οἱ μάγοι εἰσί τοι ‹οἱ› ἐπανεστεῶτες, τόν τε ἔλιπες μελεδωνὸν τῶν οἰκίων Πατιζείθης καὶ ὁ τούτου ἀδελφεὸς Σμέρδις.Κι εκείνος του είπε: «Εμένα, βασιλιά μου, μου φαίνεται ότι καταλαβαίνω πώς έγινε το πράγμα· το πραξικόπημα εναντίον σου το έκαναν οι Μάγοι, αυτός που τον άφησες διαχειριστή του παλατιού, ο Πατιζείθης, και ο αδελφός του ο Σμέρδις».
[3.64.1]ἐνθαῦτα ἀκούσαντα Καμβύσεα τὸ Σμέρδιος οὔνομα ἔτυψε ἡ ἀληθείη τῶν τε λόγων καὶ τοῦ ἐνυπνίου· ὃς ἐδόκεε ἐν τῷ ὕπνῳ ἀπαγγεῖλαί τινά οἱ ὡς Σμέρδις ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ψαύσειε τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ.Στο σημείο αυτό, τον Καμβύση, όταν άκουσε το όνομα του Σμέρδη, τον ξάφνιασε η αλήθεια των λόγων του Πρηξάσπη και του ονείρου που είχε δει στον ύπνο του, όπου κάποιος του είχε αναγγείλει ότι ο Σμέρδις καθισμένος στον βασιλικό θρόνο άγγιζε με το κεφάλι του τον ουρανό.
[3.64.2]μαθὼν δὲ ὡς μάτην ἀπολωλεκὼς εἴη τὸν ἀδελφεόν, ἀπέκλαιε Σμέρδιν, ἀποκλαύσας δὲ καὶ περιημεκτήσας τῇ ἁπάσῃ συμφορῇ ἀναθρῴσκει ἐπὶ τὸν ἵππον, ἐν νόῳ ἔχων τὴν ταχίστην ἐς Σοῦσα στρατεύεσθαι ἐπὶ τὸν μάγον.Κατάλαβε λοιπόν ο Καμβύσης ότι άδικα είχε σκοτώσει τον αδελφό του και βάλθηκε να κλαίει τον Σμέρδη, κι αφού τον έκλαψε, βαθιά λυπημένος για όλην την συμφορά, ανεβαίνει στο άλογό του έχοντας κατά νου να εκστρατεύσει το ταχύτερο στα Σούσα, εναντίον του Μάγου.
[3.64.3]καί οἱ ἀναθρῴσκοντι ἐπὶ τὸν ἵππον τοῦ κολεοῦ τοῦ ξίφεος ὁ μύκης ἀποπίπτει, γυμνωθὲν δὲ τὸ ξίφος παίει τὸν μηρόν· τρωματισθεὶς δὲ κατὰ τοῦτο τῇ αὐτὸς πρότερον τὸν τῶν Αἰγυπτίων θεὸν Ἆπιν ἔπληξε, ὥς οἱ καιρίῃ ἔδοξε τετύφθαι, εἴρετο ὁ Καμβύσης ὅ τι τῇ πόλι οὔνομα εἴη. οἱ δὲ εἶπαν ὅτι Ἀγβάτανα.Αλλά καθώς ανεβαίνει στο άλογο, φεύγει το κουμπί από την άκρη της θήκης του ξίφους του, το ξίφος γυμνώνεται και τον χτυπάει στον μηρό· τραυματισμένος στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου αυτός είχε παλιότερα χτυπήσει τον Άπη, τον θεό των Αιγυπτίων, και επειδή του φάνηκε ότι ήταν άσχημα χτυπημένος, ο Καμβύσης ρώτησε ποιό ήταν το όνομα της πόλης όπου βρίσκονταν. Του είπαν Αγβάτανα.
[3.64.4]τῷ δὲ ἔτι πρότερον ἐκέχρηστο ἐκ Βουτοῦς πόλιος ἐν Ἀγβατάνοισι τελευτήσειν τὸν βίον. ὁ μὲν δὴ ἐν τοῖσι Μηδικοῖσι Ἀγβατάνοισι ἐδόκεε τελευτήσειν γηραιός, ἐν τοῖσί οἱ ἦν τὰ πάντα πρήγματα, τὸ δὲ χρηστήριον ‹ἐν› τοῖσι ἐν Συρίῃ Ἀγβατάνοισι ἔλεγε ἄρα.Ακόμη πιο παλιά λοιπόν του είχε δοθεί από την πόλη Βουτού χρησμός ότι θα τελείωνε τη ζωή του στα Αγβάτανα. Αυτός όμως πίστεψε τότε ότι θα πέθαινε γέρος στα μηδικά Αγβάτανα, όπου είχε όλα τα καλά του, ενώ ο χρησμός μιλούσε ακριβώς για τα Αγβάτανα της Συρίας.
[3.64.5]καὶ δὴ ὡς τότε ἐπειρόμενος ἐπύθετο τῆς πόλιος τὸ οὔνομα, ὑπὸ τῆς συμφορῆς τῆς τε ἐκ τοῦ μάγου ἐκπεπληγμένος καὶ τοῦ τρώματος ἐσωφρόνησε, συλλαβὼν δὲ τὸ θεοπρόπιον εἶπε· Ἐνθαῦτα Καμβύσεα τὸν Κύρου ἐστὶ πεπρωμένον τελευτᾶν.Έτσι, όταν ρώτησε τότε και έμαθε το όνομα της πόλης, συγκλονισμένος τόσο από το κακό που τον είχε βρει με τον Μάγο όσο και από το τραύμα του, ήρθε στα σύγκαλά του, κατάλαβε το νόημα του χρησμού και είπε: «Το πεπρωμένο του Καμβύση, του γιου του Κύρου, είναι να πεθάνει εδώ».
[3.65.1]τότε μὲν τοσαῦτα, ἡμέρῃσι δὲ ὕστερον ὡς εἴκοσι μεταπεμψάμενος Περσέων τῶν παρεόντων τοὺς λογιμωτάτους ἔλεγέ σφι τάδε· Ὦ Πέρσαι, καταλελάβηκέ με, τὸ πάντων μάλιστα ἔκρυπτον πρηγμάτων, τοῦτο ἐς ὑμέας ἐκφῆναι.Αυτά μόνο είπε τότε ο Καμβύσης· αλλά ύστερα από καμιά εικοσαριά ημέρες κάλεσε κοντά του τους σημαντικότερους από τους Πέρσες που βρίσκονταν εκεί και τους είπε τα εξής: «Πέρσες, ανάγκη μεγάλη με σφίγγει, το πράγμα που κρύβω περισσότερο απ᾽ όλα, να σας το φανερώσω.
[3.65.2]ἐγὼ γὰρ ἐὼν ἐν Αἰγύπτῳ εἶδον ὄψιν ἐν τῷ ὕπνῳ, τὴν μηδαμὰ ὤφελον ἰδεῖν· ἐδόκεον δέ μοι ἄγγελον ἐλθόντα ἐξ οἴκου ἀγγέλλειν ὡς Σμέρδις ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ψαύσειε τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ.Όταν ήμουν στην Αίγυπτο, είδα στον ύπνο μου όνειρο που άμποτε να μην το έβλεπα· είδα δηλαδή ότι ήρθε από την πατρίδα αγγελιαφόρος και μου ανάγγειλε ότι ο Σμέρδις ήταν καθισμένος στον βασιλικό θρόνο και με το κεφάλι του άγγιζε τον ουρανό.
[3.65.3]δείσας δὲ μὴ ἀπαιρεθέω τὴν ἀρχὴν πρὸς τοῦ ἀδελφεοῦ, ἐποίησα ταχύτερα ἢ σοφώτερα· ἐν τῇ γὰρ ἀνθρωπηίῃ φύσι οὐκ ἐνῆν ἄρα τὸ μέλλον γίνεσθαι ἀποτρέπειν, ἐγὼ δὲ ὁ μάταιος Πρηξάσπεα ἀποπέμπω ἐς Σοῦσα ἀποκτενέοντα Σμέρδιν. ἐξεργασθέντος δὲ κακοῦ τοσούτου ἀδέως διαιτώμην, οὐδαμὰ ἐπιλεξάμενος μή κοτέ τίς μοι Σμέρδιος ὑπαραιρημένου ἄλλος ἐπανασταίη ἀνθρώπων.Φοβήθηκα τότε εγώ μη μου αρπάξει ο αδελφός μου την αρχή, και έπραξα βιαστικά περισσότερο παρά φρόνιμα· γιατί βέβαια στην ανθρώπινη φύση δεν είναι δοσμένο να εμποδίζει το μέλλον να συμβεί, κι εγώ ο αστόχαστος στέλνω στις Σάρδεις τον Πρηξάσπη να σκοτώσει τον Σμέρδη. Και ενώ τόσο μεγάλο κακό είχε γίνει, εγώ περνούσα ξένοιαστα τον καιρό μου, χωρίς διόλου να καθίσω να σκεφτώ μήπως κάποτε, με τον Σμέρδη σκοτωμένο, κανένας άλλος άνθρωπος στασιάσει εναντίον μου.
[3.65.4]παντός δὲ τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι ἁμαρτὼν ἀδελφεοκτόνος τε οὐδὲν δέον γέγονα καὶ τῆς βασιληίης οὐδὲν ἧσσον ἐστέρημαι. Σμέρδις γὰρ δὴ ἦν ὁ μάγος τόν μοι ὁ δαίμων προέφαινε ἐν τῇ ὄψι ἐπαναστήσεσθαι.Στα μελλούμενα έπεσα έξω, σε όλα, τον αδελφό μου τον σκότωσα χωρίς να υπάρχει λόγος, και μολοντούτο έχασα και τη βασιλεία. Γιατί ο Σμέρδις που ο θεός μού προφήτεψε στο όνειρό μου ότι θα στασιάσει, ήταν βέβαια ο Μάγος.
[3.65.5]τὸ μὲν δὴ ἔργον ἐξέργασταί μοι, καὶ Σμέρδιν τὸν Κύρου μηκέτι ὑμῖν ἐόντα λογίζεσθε· οἱ δὲ ὑμῖν μάγοι κρατέουσι τῶν βασιληίων, τόν τε ἔλιπον ἐπίτροπον τῶν οἰκίων καὶ ὁ ἐκείνου ἀδελφεὸς Σμέρδις. τὸν μέν νυν μάλιστα χρῆν ἐμεῦ αἰσχρὰ πρὸς τῶν μάγων πεπονθότος τιμωρέειν ἐμοί, οὗτος μὲν ἀνοσίῳ μόρῳ τετελεύτηκε ὑπὸ τῶν ἑωυτοῦ οἰκηιοτάτων·Έτσι λοιπόν το έπραξα το κακό, και τον Σμέρδη, τον γιο του Κύρου, μην τον λογαριάζετε πια ότι υπάρχει για σας· και το βασίλειό σας το κατέχουν οι Μάγοι, αυτός που άφησα διαχειριστή του παλατιού μου κι ο αδελφός του ο Σμέρδις. Αλλά εκείνος που θα έπρεπε το πιο πολύ να με διαφεντέψει σε τούτες τις ατιμίες που παθαίνω από τους Μάγους, είναι σκοτωμένος με θάνατον ανόσιο από τον πιο στενό συγγενή του·
[3.65.6]τούτου δὲ μηκέτι ἐόντος, δεύτερα τῶν λοιπῶν ὑμῖν, ὦ Πέρσαι, γίνεταί μοι ἀναγκαιότατον ἐντέλλεσθαι τὰ θέλω μοι γενέσθαι τελευτῶν τὸν βίον· καὶ δὴ ὑμῖν τάδε ἐπισκήπτω θεοὺς τοὺς βασιληίους ἐπικαλέων, καὶ πᾶσι ὑμῖν καὶ μάλιστα Ἀχαιμενιδέων τοῖσι παρεοῦσι, μὴ περιιδεῖν τὴν ἡγεμονίην αὖτις ἐς Μήδους περιελθοῦσαν, ἀλλ᾽ εἴτε δόλῳ ἔχουσι αὐτὴν κτησάμενοι, δόλῳ ἀπαιρεθῆναι ὑπὸ ὑμέων, εἴτε καὶ σθένεΐ τεῳ κατεργασάμενοι, σθένεϊ κατὰ τὸ καρτερὸν ἀνασώσασθαι.και τώρα όπου εκείνος δεν υπάρχει πια, σ᾽ εσάς, Πέρσες, δεύτερους στη σειρά απ᾽ όσους μου απομένουν, μου είναι άκρα ανάγκη ν᾽ αφήσω εντολές για το τί θέλω να γίνει για λογαριασμό μου καθώς τελειώνω τη ζωή μου, και σας εξορκίζω για τα παρακάτω επικαλούμενος τους βασιλικούς θεούς, όλους σας και προπαντός τους Αχαιμενίδες όσοι είναι παρόντες: μην αφήσετε την ηγεμονία να πέσει πάλι στα χέρια των Μήδων, αλλά αν την πήραν και την κρατούν με δόλο, τότε με δόλο κι εσείς να τους την αφαιρέσετε, κι αν πάλι την απόκτησαν με βία, τότε κι εσείς μ᾽ όλη τη δύναμή σας να τους την πάρετε πίσω με τη βία·
[3.65.7]καὶ ταῦτα μὲν ποιεῦσι ὑμῖν γῆ τε καρπὸν ἐκφέροι καὶ γυναῖκές τε καὶ ποῖμναι τίκτοιεν, ἐοῦσι ἐς τὸν ἅπαντα χρόνον ἐλευθέροισι· μὴ δὲ ἀνασωσαμένοισι τὴν ἀρχὴν μηδ᾽ ἐπιχειρήσασι ἀνασῴζειν τὰ ἐναντία τούτοισι ἀρῶμαι ὑμῖν γενέσθαι, καὶ πρὸς ἔτι τούτοισι τὸ τέλος Περσέων ἑκάστῳ ἐπιγενέσθαι οἷον ἐμοὶ ἐπιγέγονε. ἅμα τε εἴπας ταῦτα ὁ Καμβύσης ἀπέκλαιε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ πρῆξιν.και αν τα κάνετε αυτά, άμποτε η γη να σας δίνει καρπό και να γεννούν οι γυναίκες και τα κοπάδια σας και να είστε παντοτινά ελεύθεροι· αν όμως δεν πάρετε πίσω την εξουσία κι ούτε προσπαθήσετε να την πάρετε, τότε σας αφήνω κατάρα να σας βρουν τα αντίθετα από τούτα, κι από πάνω όλους τους Πέρσες, έναν–έναν, να τους έβρει τέλος σαν αυτό που βρήκε εμένα». Αυτά είπε ο Καμβύσης και βάλθηκε να κλαίει για την τόση συμφορά του.
[3.66.1]Πέρσαι δὲ ὡς τὸν βασιλέα εἶδον ἀνακλαύσαντα, πάντες τά τε ἐσθῆτος ἐχόμενα εἶχον, ταῦτα κατηρείκοντο καὶ οἰμωγῇ ἀφθόνῳ διεχρέωντο.Οι Πέρσες, μόλις είδαν τον βασιλιά τους να βάζει τα κλάματα, έπιασαν να κουρελιάζουν τα ρούχα που φορούσαν και να θρηνούν με την ψυχή τους.
[3.66.2]μετὰ δὲ ταῦτα ὡς ἐσφακέλισέ τε τὸ ὀστέον καὶ ὁ μηρὸς τάχιστα ἐσάπη, ἀπήνεικε Καμβύσεα τὸν Κύρου, βασιλεύσαντα μὲν τὰ πάντα ἑπτὰ ἔτεα καὶ πέντε μῆνας, ἄπαιδα δὲ τὸ παράπαν ἐόντα ἔρσενος καὶ θήλεος γόνου.Ύστερα απ᾽ αυτά, το κόκαλο γαγγραίνιασε και ο μηρός σάπισε γρήγορα, και έτσι πέθανε ο Καμβύσης του Κύρου, αφού είχε βασιλεύσει επτά χρόνια και πέντε μήνες συνολικά, και ήταν άκληρος εντελώς από παιδιά, αγόρια και κορίτσια.
[3.66.3]Περσέων δὲ τοῖσι παρεοῦσι ἀπιστίη πολλὴ ὑπεκέχυτο τοὺς μάγους ἔχειν τὰ πρήγματα, ἀλλ᾽ ἠπιστέατο ἐπὶ διαβολῇ εἰπεῖν Καμβύσεα τὰ εἶπε περὶ τοῦ Σμέρδιος θανάτου, ἵνα οἱ ἐκπολεμωθῇ πᾶν τὸ Περσικόν.Ωστόσο, οι Πέρσες που ήταν εκεί, στο βάθος δεν τον πίστεψαν καθόλου ότι στην εξουσία είχαν ανέβει οι Μάγοι· πίστεψαν ότι τα σχετικά με τον θάνατο του Σμέρδη ο Καμβύσης τα είπε με πανουργία, για να ξεσηκώσει όλη την Περσία σε πόλεμο εναντίον του.
[3.67.1]οὗτοι μέν νυν ἠπιστέατο Σμέρδιν τὸν Κύρου βασιλέα ἐνεστεῶτα· δεινῶς γὰρ καὶ ὁ Πρηξάσπης ἔξαρνος ἦν μὴ μὲν ἀποκτεῖναι Σμέρδιν· οὐ γὰρ ἦν οἱ ἀσφαλὲς Καμβύσεω τετελευτηκότος φάναι τὸν Κύρου υἱὸν ἀπολωλεκέναι αὐτοχειρίῃ.Πίστεψαν λοιπόν οι Πέρσες ότι είχε αναρριχηθεί στο θρόνο ο Σμέρδις του Κύρου· και άλλωστε και ο Πρηξάσπης αρνιόταν πέρα για πέρα ότι είχε σκοτώσει τον Σμέρδη: ήταν κάθε άλλο παρά ακίνδυνο γι᾽ αυτόν, με πεθαμένο τον Καμβύση, να πει ότι είχε ξεκάνει με τα ίδια του τα χέρια τον γιο του Κύρου.
[3.67.2]ὁ δὲ δὴ μάγος τελευτήσαντος Καμβύσεω ἀδέως ἐβασίλευσε, ἐπιβατεύων τοῦ ὁμωνύμου Σμέρδιος τοῦ Κύρου, μῆνας ἑπτὰ τοὺς ἐπιλοίπους Καμβύσῃ ἐς τὰ ὀκτὼ ἔτεα τῆς πληρώσιος·Όσο για τον Μάγο, μετά τον θάνατο του Καμβύση, παριστάνοντας τον συνονόματό του Σμέρδη, τον γιο του Κύρου, βασίλευσε ανέμελος επτά μήνες, όσο υπολειπόταν δηλαδή για να συμπληρώσει οκτώ χρόνια ο Καμβύσης·
[3.67.3]ἐν τοῖσι ἀπεδέξατο ἐς τοὺς ὑπηκόους πάντας εὐεργεσίας μεγάλας, ὥστε ἀποθανόντος αὐτοῦ πόθον ἔχειν πάντας τοὺς ἐν τῇ Ἀσίῃ, πάρεξ αὐτῶν Περσέων. διαπέμψας γὰρ ὁ μάγος ἐς πᾶν ἔθνος τῶν ἦρχε προεῖπε ἀτελείην εἶναι στρατηίης καὶ φόρου ἐπ᾽ ἔτεα τρία.και τους μήνες αυτούς έκανε σε όλους τους υπηκόους του τόσο μεγάλες ευεργεσίες ώστε όταν πέθανε, τον επιθύμησαν όλοι στην Ασία, εκτός από τους ίδιους τους Πέρσες. Έστειλε δηλαδή ο Μάγος αγγελιαφόρους σε όλα τα έθνη που εξουσίαζε και τους έκανε γνωστό ότι για τρία χρόνια είχαν απαλλαγή από στρατό και φόρους.
[3.68.1]προεῖπε μὲν δὴ ταῦτα αὐτίκα ἐνιστάμενος ἐς τὴν ἀρχήν, ὀγδόῳ δὲ μηνὶ ἐγένετο κατάδηλος τρόπῳ τοιῷδε· Ὀτάνης ἦν Φαρνάσπεω μὲν παῖς, γένεϊ δὲ καὶ χρήμασι ὅμοιος τῷ πρώτῳ Περσέων·Την ανακοίνωση αυτή ωστόσο την έκανε ο Μάγος μόλις ανέβηκε στην εξουσία· αλλά τον όγδοο μήνα αποκαλύφθηκε με τον ακόλουθο τρόπο: ο Οτάνης ήταν γιος του Φαρνάσπη και από τους πρώτους ανάμεσα στους Πέρσες στη γενιά και στον πλούτο·
[3.68.2]οὗτος ὁ Ὀτάνης πρῶτος ὑπώπτευσε τὸν μάγον ὡς οὐκ εἴη ὁ Κύρου Σμέρδις ἀλλ᾽ ὅς περ ἦν, τῇδε συμβαλόμενος, ὅτι τε οὐκ ἐξεφοίτα ἐκ τῆς ἀκροπόλιος καὶ ὅτι οὐκ ἐκάλεε ἐς ὄψιν ἑωυτῷ οὐδένα τῶν λογίμων Περσέων.και αυτός ο Οτάνης πρώτος υποπτεύθηκε ότι ο Μάγος δεν ήταν ο Σμέρδις του Κύρου αλλά αυτός που ήταν, πράγμα που το συμπέρανε από τον λόγο ότι ο Μάγος δεν έβγαινε από το ανάκτορο και δεν καλούσε σε ακρόαση κανέναν από τους σημαίνοντες Πέρσες.
[3.68.3]ὑποπτεύσας δέ μιν ἐποίεε τάδε· ἔσχε αὐτοῦ Καμβύσης θυγατέρα, τῇ οὔνομα ἦν Φαιδυμίη· τὴν αὐτὴν δὴ ταύτην εἶχε τότε ὁ μάγος καὶ ταύτῃ τε συνοίκεε καὶ τῇσι ἄλλῃσι πάσῃσι τῇσι τοῦ Καμβύσεω γυναιξί. πέμπων δὴ ὦν ὁ Ὀτάνης παρὰ ταύτην τὴν θυγατέρα ἐπυνθάνετο παρ᾽ ὅτεῳ ἀνθρώπων κοιμῷτο, εἴτε μετὰ Σμέρδιος τοῦ Κύρου εἴτε μετὰ ἄλλου τευ.Όταν λοιπόν τον υποπτεύθηκε ο Οτάνης έκανε το εξής: ο Καμβύσης είχε γυναίκα την κόρη του, Φαιδυμία τ᾽ όνομά της, και την ίδια την είχε ύστερα και ο Μάγος και ζούσε μαζί της, όπως και με όλες τις άλλες γυναίκες του Καμβύση. Έστειλε λοιπόν μήνυμα ο Οτάνης στην κόρη του αυτή και τη ρώτησε με ποιόν κοιμόταν, με τον Σμέρδη, τον γιο του Κύρου, ή μήπως με κανέναν άλλο άντρα;
[3.68.4]ἡ δέ οἱ ἀντέπεμπε φαμένη οὐ γινώσκειν· οὔτε γὰρ τὸν Κύρου Σμέρδιν ἰδέσθαι οὐδαμὰ οὔτε ὅστις εἴη ὁ συνοικέων αὐτῇ εἰδέναι. ἔπεμπε δεύτερα ὁ Ὀτάνης λέγων· εἰ μὴ αὐτὴ Σμέρδιν τὸν Κύρου γινώσκεις, σὺ δὲ παρὰ Ἀτόσσης πύθευ ὅτεῳ τούτῳ συνοικέει αὐτή τε ἐκείνη καὶ σύ· πάντως γὰρ δή κου τόν γε ἑωυτῆς ἀδελφεὸν γινώσκει. ἀντιπέμπει πρὸς ταῦτα ἡ θυγάτηρ·Εκείνη ωστόσο του απάντησε στο μήνυμά του και του είπε ότι δεν ξέρει, γιατί τον Σμέρδη του Κύρου δεν τον είχε δει ποτέ της, και ούτε ξέρει ποιός είναι αυτός που ζει μαζί της. Ο Οτάνης τής μήνυσε για δεύτερη φορά: «Αν δεν γνωρίζεις εσύ τον Σμέρδη του Κύρου, τότε ρώτα την Άτοσσα να μάθεις ποιός είναι αυτός που κοντά του ζείτε και εκείνη και εσύ — δεν μπορεί να μην ξέρει τον αδελφό της». Στο μήνυμα αυτό η κόρη απαντάει:
[3.68.5]Οὔτε Ἀτόσσῃ δύναμαι ἐς λόγους ἐλθεῖν οὔτε ἄλλην οὐδεμίαν ἰδέσθαι τῶν συγκατημένων γυναικῶν· ἐπείτε γὰρ τάχιστα οὗτος ὥνθρωπος, ὅστις κοτέ ἐστι, παρέλαβε τὴν βασιληίην, διέσπειρε ἡμέας ἄλλην ἄλλῃ τάξας.«Ούτε με την Άτοσσα μπορώ να κουβεντιάσω ούτε καμιάν άλλη μπορώ να δω από τις γυναίκες που κατοικούν εδώ· γιατί αυτός ο άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, μόλις παρέλαβε την βασιλεία, μας σκόρπισε άλλην εδώ κι άλλην εκεί».
[3.69.1]ἀκούοντι δὲ ταῦτα τῷ Ὀτάνῃ μᾶλλον κατεφαίνετο τὸ πρῆγμα. τρίτην δὲ ἀγγελίην ἐσπέμπει παρ᾽ αὐτὴν λέγουσαν ταῦτα·Όταν τ᾽ άκουσε αυτό ο Οτάνης, το πράγμα έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρο γι᾽ αυτόν. Στέλνει τότε τρίτη παραγγελιά στην κόρη του λέγοντάς της τα εξής:
[3.69.2]Ὦ θύγατερ, δεῖ σε γεγονυῖαν εὖ κίνδυνον ἀναλαβέσθαι τὸν ἂν ὁ πατὴρ ὑποδύνειν κελεύῃ· εἰ γὰρ δὴ μή ἐστι ὁ Κύρου Σμέρδις ἀλλὰ τὸν καταδοκέω ἐγώ, οὔτοι μιν σοί τε συγκοιμώμενον καὶ τὸ Περσέων κράτος ἔχοντα δεῖ χαίροντα ἀπαλλάσσειν, ἀλλὰ δοῦναι δίκην.«Είσαι, κόρη μου, από καλή γενιά και πρέπει να αναλάβεις όποιον κίνδυνο σε προστάξει ο πατέρας σου να αντιμετωπίσεις· γιατί αν αυτός δεν είναι ο Σμέρδις του Κύρου αλλά εκείνος που εγώ υποπτεύομαι ότι είναι, τότε δεν πρέπει ανενόχλητος να κοιμάται μαζί σου και να κατέχει την εξουσία στην Περσία, αλλά πρέπει να τιμωρηθεί.
[3.69.3]νῦν ὦν ποίησον τάδε· ἐπεάν σοι συνεύδῃ καὶ μάθῃς αὐτὸν κατυπνωμένον, ἄφασον αὐτοῦ τὰ ὦτα· καὶ ἢν μὲν φαίνηται ἔχων ὦτα, νόμιζε σεωυτὴν Σμέρδι τῷ Κύρου συνοικέειν, ἢν δὲ μὴ ἔχων, σὺ δὲ τῷ μάγῳ Σμέρδι.Γι᾽ αυτό λοιπόν κάνε το εξής: όταν θα πλαγιάσει μαζί σου και θα καταλάβεις ότι τον πήρε ο ύπνος, ψαχούλεψέ του τα αυτιά· και αν αποδειχτεί ότι έχει αυτιά, τότε να ξέρεις ότι ζεις κοντά στον Σμέρδη του Κύρου· αν όμως δεν έχει, τότε ζεις με τον Μάγο τον Σμέρδη».
[3.69.4]ἀντιπέμπει πρὸς ταῦτα ἡ Φαιδυμίη φαμένη κινδυνεύσειν μεγάλως, ἢν ποιῇ ταῦτα· εἰ γὰρ δὴ μὴ τυγχάνει τὰ ὦτα ἔχων, ἐπίλαμπτος δὲ ἀφάσσουσα ἔσται, εὖ εἰδέναι ὡς ἀϊστώσει μιν· ὅμως μέντοι ποιήσειν ταῦτα.Σε τούτα η Φαιδυμία πάλι απαντά και λέει ότι θα διατρέξει μεγάλον κίνδυνο αν το κάνει αυτό· γιατί αν εκείνος αποδειχτεί ότι δεν έχει αυτιά και την πιάσει να τον ψαχουλεύει, τότε είναι βέβαιο ότι θα την ξεπαστρέψει· παρ᾽ όλα αυτά, θα το κάνει.
[3.69.5]ἡ μὲν δὴ ὑπεδέξατο ταῦτα τῷ πατρὶ κατεργάσεσθαι, τοῦ δὲ μάγου τούτου τοῦ Σμέρδιος Κῦρος ὁ Καμβύσεω ἄρχων τὰ ὦτα ἀπέταμε ἐπ᾽ αἰτίῃ δή τινι οὐ σμικρῇ.Έτσι λοιπόν η κόρη υποσχέθηκε να φέρει σε πέρας τη δουλειά για λογαριασμό του πατέρα της, ενώ εκείνου του Μάγου του Σμέρδη, για κάποια τέλος πάντων αιτία όχι ασήμαντη, ο Κύρος ο γιος του Καμβύση, όταν ήταν βασιλιάς, του είχε κόψει τα αυτιά.
[3.69.6]ἡ ὦν δὴ Φαιδυμίη αὕτη, ἡ τοῦ Ὀτάνεω θυγάτηρ, πάντα ἐπιτελέουσα τὰ ὑπεδέξατο τῷ πατρί, ἐπείτε αὐτῆς μέρος ἐγίνετο τῆς ἀπίξιος παρὰ τὸν μάγον (ἐν περιτροπῇ γὰρ δὴ αἱ γυναῖκες φοιτῶσι τοῖσι Πέρσῃσι), ἐλθοῦσα παρ᾽ αὐτὸν ηὗδε, ὑπνωμένου δὲ καρτερῶς τοῦ μάγου ἤφασσε τὰ ὦτα. μαθοῦσα δὲ οὐ χαλεπῶς ἀλλ᾽ εὐπετέως οὐκ ἔχοντα τὸν ἄνδρα ὦτα, ὡς ἡμέρη τάχιστα ἐγεγόνεε, πέμψασα ἐσήμηνε τῷ πατρὶ τὰ γενόμενα.Έτσι λοιπόν αυτή η Φαιδυμία βάλθηκε να εκτελέσει τα όσα είχε υποσχεθεί στον πατέρα της, και όταν ήρθε η σειρά της να πάει κοντά στον Μάγο (γιατί οι γυναίκες των Περσών σμίγουν μαζί τους εκ περιτροπής), πήγε κοντά του και πλάγιασε, κι όταν αυτόν τον πήρε για καλά ο ύπνος, του ψαχούλεψε τα αυτιά. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να διαπιστώσει ότι ο άνθρωπος δεν είχε αυτιά, και γι᾽ αυτό, μόλις ξημέρωσε, μήνυσε αμέσως στον πατέρα της το τί είχε γίνει.
[3.70.1]ὁ δὲ Ὀτάνης παραλαβὼν Ἀσπαθίνην καὶ Γωβρύην, Περσέων τε πρώτους ἐόντας καὶ ἑωυτῷ ἐπιτηδεοτάτους ἐς πίστιν, ἀπηγήσατο πᾶν τὸ πρῆγμα· οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ ἄρα ὑπώπτευον οὕτω τοῦτο ἔχειν, ἀνενείκαντος δὲ τοῦ Ὀτάνεω τοὺς λόγους ἐδέξαντο.Τότε ο Οτάνης έπιασε τον Ασπαθίνη και τον Γωβρύα, που ήταν από τους πρώτους Πέρσες και που τους είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, και τους αφηγήθηκε όλο το περιστατικό· αυτοί το είχαν βέβαια υποπτευθεί και οι ίδιοι ότι έτσι ήταν τα πράγματα, αλλά όταν ο Οτάνης τούς έκανε λόγο, πείσθηκαν.
[3.70.2]καὶ ἔδοξέ σφι ἕκαστον ἄνδρα Περσέων προσεταιρίσασθαι τοῦτον ὅτεῳ πιστεύει μάλιστα. Ὀτάνης μέν νυν ἐσάγεται Ἰνταφρένεα, Γωβρύης δὲ Μεγάβυξον, Ἀσπαθίνης δὲ Ὑδάρνεα.Και αποφάσισαν να προσηλυτίσουν ο καθένας τους από έναν Πέρση, όποιον εμπιστεύονταν περισσότερο. Φέρνουν λοιπόν ο Οτάνης τον Ινταφρένη, ο Γωβρύας τον Μεγάβυξο και ο Ασπαθίνης τον Υδάρνη.
[3.70.3]γεγονότων δὲ τούτων ἓξ παραγίνεται ἐς τὰ Σοῦσα Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος ἐκ Περσέων ἥκων· τούτων γὰρ δὴ ἦν οἱ ὁ πατὴρ ὕπαρχος. ἐπεὶ ὦν οὗτος ἀπίκετο, τοῖσι ἓξ τῶν Περσέων ἔδοξε καὶ Δαρεῖον προσεταιρίσασθαι.Και όταν αυτοί έγιναν έξι, φτάνει στα Σούσα και ο Δαρείος, ο γιος του Υστάσπη, ερχόμενος από την Περσία, όπου ο πατέρας του ήταν διοικητής. Όταν λοιπόν έφτασε ο Δαρείος, οι έξι Πέρσες αποφάσισαν να τον προσηλυτίσουν και αυτόν.
[3.71.1]συνελθόντες δὲ οὗτοι ἐόντες ἑπτὰ ἐδίδοσαν σφίσι λόγους καὶ πίστις. ἐπείτε δὲ ἐς Δαρεῖον ἀπίκετο γνώμην ἀποφαίνεσθαι, ἔλεγέ σφι τάδε·Μαζεύτηκαν τότε αυτοί οι επτά και έδωσαν ο ένας στον άλλο υπόσχεση για πίστη και συζήτησαν. Και όταν ήρθε η σειρά του Δαρείου να εκφράσει την άποψή του, τους είπε τα εξής:
[3.71.2]Ἐγὼ ταῦτα ἐδόκεον μὲν αὐτὸς μοῦνος ἐπίστασθαι, ὅτι τε ὁ μάγος εἴη ὁ βασιλεύων καὶ Σμέρδις ὁ Κύρου τετελεύτηκε· καὶ αὐτοῦ τούτου εἵνεκεν ἥκω σπουδῇ ὡς συστήσων ἐπὶ τῷ μάγῳ θάνατον. ἐπείτε δὲ συνήνεικε ὥστε καὶ ὑμέας εἰδέναι καὶ μὴ μοῦνον ἐμέ, ποιέειν αὐτίκα μοι δοκέει καὶ μὴ ὑπερβάλλεσθαι· οὐ γὰρ ἄμεινον.«Θαρρούσα ότι ήμουν ο μόνος που τα ήξερε, ότι δηλαδή βασιλιάς είναι ο Μάγος και ότι ο Σμέρδις του Κύρου έχει πεθάνει· και γι᾽ αυτό ακριβώς ήρθα βιαστικά, για να οργανώσω τον θάνατο του Μάγου. Αφού όμως τυχαίνει να τα ξέρετε κι εσείς και να μην είμαι μόνος, νομίζω ότι πρέπει να δράσουμε αμέσως και να μην αναβάλουμε, γιατί αυτό δεν θα ήταν καλό».
[3.71.3]εἶπε πρὸς ταῦτα ὁ Ὀτάνης· Ὦ παῖ Ὑστάσπεος, εἶς τε πατρὸς ἀγαθοῦ καὶ ἐκφαίνειν οἶκας σεωυτὸν ἐόντα τοῦ πατρὸς οὐδὲν ἥσσω· τὴν μέντοι ἐπιχείρησιν ταύτην μὴ οὕτω συντάχυνε ἀβούλως, ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸ σωφρονέστερον αὐτὴν λάμβανε· δεῖ γὰρ πλεῦνας γενομένους οὕτως ἐπιχειρέειν.Στα λόγια αυτά ο Οτάνης απάντησε: «Γιε του Υστάσπη, είσαι παιδί γενναίου πατέρα, και καταπώς φαίνεται δεν υστερείς καθόλου και ο ίδιος από τον πατέρα σου· αλλά την επιχείρηση αυτή μην τη βιάζεις έτσι απερίσκεπτα, μόνο πάρ᾽ την πιο σοβαρά· πρέπει δηλαδή πρώτα να γίνουμε περισσότεροι και ύστερα να δράσουμε».
[3.71.4]λέγει πρὸς ταῦτα Δαρεῖος· Ἄνδρες οἱ παρεόντες, τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ἐξ Ὀτάνεω εἰ χρήσεσθε, ἐπίστασθε ὅτι ἀπολέεσθε κάκιστα· ἐξοίσει γάρ τις πρὸς τὸν μάγον, ἰδίῃ περιβαλλόμενος ἑωυτῷ κέρδεα.Στα λόγια αυτά ο Δαρείος απαντάει: «Κύριοι που είστε παρόντες, αν ακολουθήσετε τον τρόπο που είπε ο Οτάνης, να το ξέρετε ότι θα χαθείτε κακήν κακώς· γιατί κάποιος, επιζητώντας όφελος για τον εαυτό του, θα τα προφτάσει στον Μάγο.
[3.71.5]μάλιστα μέν νυν ὠφείλετε ἐπ᾽ ὑμέων αὐτῶν βαλλόμενοι ποιέειν ταῦτα· ἐπείτε δὲ ὑμῖν ἀναφέρειν ἐς πλεῦνας ἐδόκεε καὶ ἐμοὶ ὑπερέθεσθε, ἢ ποιέωμεν σήμερον ἢ ἴστε ὑμῖν ὅτι ἢν ὑπερπέσῃ ἡ νῦν ἡμέρη, ὡς οὐκ ἄλλος φθὰς ἐμεῦ κατήγορος ἔσται, ἀλλά σφεα αὐτὸς ἐγὼ κατερέω πρὸς τὸν μάγον.Οφείλετε λοιπόν οπωσδήποτε να πάρετε οι ίδιοι τη δουλειά απάνω σας και να τη φέρετε μόνοι σας σε πέρας· επειδή όμως αποφασίσατε να την κοινολογήσετε και σε άλλους και μου την εμπιστευτήκατε κι εμένα, να έχετε υπόψη σας ότι αν δεν ενεργήσουμε σήμερα και αφήσουμε τη σημερινή ημέρα να πάει χαμένη, άλλος δεν θα με προφτάσει για να γίνει κατήγορός σας παρά εγώ ο ίδιος θα τα καταγγείλω όλα στον Μάγο».
[3.72.1]λέγει πρὸς ταῦτα ὁ Ὀτάνης, ἐπειδὴ ὥρα σπερχόμενον Δαρεῖον· Ἐπείτε ἡμέας συνταχύνειν ἀναγκάζεις καὶ ὑπερβάλλεσθαι οὐκ ἐᾷς, ἴθι ἐξηγέο αὐτὸς ὅτεῳ τρόπῳ πάριμεν ἐς τὰ βασιλήια καὶ ἐπιχειρήσομεν αὐτοῖσι. φυλακὰς γὰρ δὴ διεστεώσας οἶδάς κου καὶ αὐτός, εἰ μὴ ἰδών, ἀλλ᾽ ἀκούσας· τὰς τέῳ τρόπῳ περήσομεν;Όταν ο Οτάνης είδε ότι ο Δαρείος επείγεται, του απαντάει με τούτα τα λόγια: «Αφού μας εξαναγκάζεις να βιαστούμε και δεν επιτρέπεις αναβολή, εμπρός τότε, εξήγησέ μας με ποιόν τρόπο θα μπούμε στα ανάκτορα για να τους ριχτούμε: γιατί θα το ξέρεις βέβαια κι εσύ, κι αν δεν τις έχεις δει θα τις έχει ακουστά, ότι εδώ κι εκεί υπάρχουν φρουρές· αυτές πώς θα τις περάσουμε;»
[3.72.2]ἀμείβεται Δαρεῖος τοῖσδε· Ὀτάνη, [ἦ] πολλά ἐστι τὰ λόγῳ μὲν οὐκ οἷά τε δηλῶσαι, ἔργῳ δέ· ἄλλα δ᾽ ἐστὶ τὰ λόγῳ μὲν οἷά τε, ἔργον δὲ οὐδὲν ἀπ᾽ αὐτῶν λαμπρὸν γίνεται. ὑμεῖς δὲ ἴστε φυλακὰς τὰς κατεστεώσας ἐούσας οὐδὲν χαλεπὰς παρελθεῖν.Ο Δαρείος απαντάει με τα εξής: «Οτάνη, είναι πολλά εκείνα που δεν είναι δυνατόν να φανερωθούν με τα λόγια αλλά με τα έργα· κι άλλα πάλι, που με τα λόγια είναι κατορθωτά αλλά που απ᾽ αυτά δεν βγαίνει κανένα σπουδαίο έργο. Πρέπει ωστόσο να ξέρετε ότι τις φρουρές που έχουν εγκαταστήσει δεν είναι δύσκολο να τις περάσουμε.
[3.72.3]τοῦτο μὲν γὰρ ἡμέων ἐόντων τοιῶνδε οὐδεὶς ὅστις οὐ παρήσει, τὰ μέν κου καταιδεόμενος ἡμέας, τὰ δέ κου καὶ δειμαίνων· τοῦτο δὲ ἔχω αὐτὸς σκῆψιν εὐπρεπεστάτην τῇ πάριμεν, φὰς ἄρτι τε ἥκειν ἐκ Περσέων καὶ βούλεσθαί τι ἔπος παρὰ τοῦ πατρὸς σημῆναι τῷ βασιλέϊ.Πρώτα πρώτα επειδή εμάς, που είμαστε αυτοί που είμαστε, δεν υπάρχει κανένας που δεν θα μας αφήσει να περάσουμε, άλλος επειδή μας σέβεται, άλλος επειδή μας φοβάται· έπειτα, εγώ ο ίδιος έχω πρώτης τάξεως πρόσχημα για να μπούμε: θα πω ότι μόλις έφτασα από την Περσία και θέλω να μεταδώσω στον βασιλιά μήνυμα από τον πατέρα μου.
[3.72.4]ἔνθα γάρ τι δεῖ ψεῦδος λέγεσθαι, λεγέσθω. τοῦ γὰρ αὐτοῦ γλιχόμεθα οἵ τε ψευδόμενοι καὶ οἱ τῇ ἀληθείῃ διαχρεώμενοι. οἱ μέν γε ψεύδονται τότε ἐπεάν τι μέλλωσι τοῖσι ψεύδεσι πείσαντες κερδήσεσθαι, οἱ δ᾽ ἀληθίζονται ἵνα τι τῇ ἀληθείη ἐπισπάσωνται κέρδος καί τις μᾶλλόν σφι ἐπιτράπηται. οὕτω οὐ ταὐτὰ ἀσκέοντες τὠυτοῦ περιεχόμεθα.Γιατί όπου χρειάζεται να πούμε κανένα ψέμα, πρέπει να το λέμε. Επειδή το ίδιο επιδιώκουμε και όσοι λέμε ψέματα και όσοι λέμε αλήθεια. Οι πρώτοι λένε ψέματα όταν πρόκειται με τα ψέματα να πείσουν και να κερδίσουν κάτι, οι δεύτεροι λένε αλήθεια για ν᾽ αποσπάσουν με την αλήθεια κέρδος και να τους εμπιστεύεται ο άλλος περισσότερο. Έτσι, τα μέσα που χρησιμοποιούμε δεν είναι τα ίδια, αλλά ο σκοπός είναι ο ίδιος.
[3.72.5]εἰ δὲ μηδὲν κερδήσεσθαι μέλλοιεν, ὁμοίως ἂν ὅ τε ἀληθιζόμενος ψευδὴς εἴη καὶ ὁ ψευδόμενος ἀληθής. ὃς ἂν μέν νυν τῶν πυλουρῶν ἑκὼν παρίῃ, αὐτῷ οἱ ἄμεινον ἐς χρόνον ἔσται· ὃς δ᾽ ἂν ἀντιβαίνειν πειρᾶται, διαδεικνύσθω ἐνθαῦτα ἐὼν πολέμιος, καὶ ἔπειτα ὠσάμενοι ἔσω ἔργου ἐχώμεθα.Αλλιώς, αν ήταν δηλαδή να μην κερδίζουμε τίποτα, όμοια ο αληθινός θα έλεγε ψέματα, και ο ψεύτης θα έλεγε την αλήθεια. Ώστε λοιπόν, όποιος από τους φρουρούς των πυλών μάς αφήσει να περάσουμε με τη θέλησή του, τόσο το καλύτερο για δαύτον αποκεί και πέρα· όποιος όμως δοκιμάσει να μας αντισταθεί, θα του δείξουμε αμέσως ότι είναι εχθρός μας και θα μπούμε μέσα με τη βία να κάνουμε τη δουλειά μας».
[3.73.1]λέγει Γωβρύης μετὰ ταῦτα· Ἄνδρες φίλοι, ἡμῖν κότε κάλλιον παρέξει ἀνασώσασθαι τὴν ἀρχήν, ἢ εἴ γε μὴ οἷοί τε ἐσόμεθα αὐτὴν ἀναλαβεῖν, ἀποθανεῖν; ὅτε γε ἀρχόμεθα μὲν ἐόντες Πέρσαι ὑπὸ Μήδου ἀνδρὸς μάγου [τε], καὶ τούτου ὦτα οὐκ ἔχοντος.Ύστερα απ᾽ αυτά λέει ο Γωβρύας: «Φίλοι και κύριοι, πότε θα έχουμε καλύτερη ευκαιρία να ανακτήσουμε την αρχή, είτε, αν δεν κατορθώσουμε να την πάρουμε πίσω, να πεθάνουμε, αν όχι τώρα, όπου, Πέρσες εμάς, μας κυβερνάει κάποιος που είναι Μήδος και Μάγος και δεν έχει ούτε αυτιά;
[3.73.2]ὅσοι τε ὑμέων Καμβύσῃ νοσέοντι παρεγένοντο, πάντως κου μέμνησθε τὰ ἐπέσκηψε Πέρσῃσι τελευτῶν τὸν βίον μὴ πειρωμένοισι ἀνακτᾶσθαι τὴν ἀρχήν· τὰ τότε οὐκ ἐνεδεκόμεθα, ἀλλ᾽ ἐπὶ διαβολῇ ἐδοκέομεν εἰπεῖν Καμβύσεα.Όσοι από εσάς βρισκόσασταν κοντά στον Καμβύση τότε με την αρρώστια του, δεν μπορεί παρά να θυμόσαστε την κατάρα που άφησε πεθαίνοντας στους Πέρσες αν δεν προσπαθούσαν να ανακτήσουν την αρχή· τότε δεν τα πιστέψαμε αυτά παρά νομίσαμε ότι ο Καμβύσης τα έλεγε για να μας εξαπατήσει.
[3.73.3]νῦν ὦν τίθεμαι ψῆφον πείθεσθαι Δαρείῳ καὶ μὴ διαλύεσθαι ἐκ τοῦ συλλόγου τοῦδε ἄλλ᾽ ἢ ἰόντας ἐπὶ τὸν μάγον ἰθέως. ταῦτα εἶπε Γωβρύης, καὶ πάντες ταύτῃ αἴνεον.Τώρα όμως ψηφίζω ν᾽ ακούσουμε τον Δαρείο και να μη διαλυθεί τούτη η σύσκεψη παρά μόνο για να βαδίσουμε κατευθείαν εναντίον του Μάγου». Αυτά είπε ο Γωβρύας και όλοι συναίνεσαν στα λόγια του.
[3.74.1]Ἐν ᾧ δὲ οὗτοι ταῦτα ἐβουλεύοντο, ἐγίνετο κατὰ συντυχίην τάδε. τοῖσι μάγοισι ἔδοξε βουλευομένοισι Πρηξάσπεα φίλον προσθέσθαι, ὅτι τε ἐπεπόνθεε πρὸς Καμβύσεω ἀνάρσια, ὅς οἱ τὸν παῖδα τοξεύσας ἀπολωλέκεε, καὶ διότι μοῦνος ἠπίστατο τὸν Σμέρδιος τοῦ Κύρου θάνατον αὐτοχειρίῃ μιν ἀπολέσας, πρὸς δ᾽ ἔτι ἐόντα ἐν αἴνῃ μεγίστῃ [τὸν Πρηξάσπεα] ἐν Πέρσῃσι.Ενώ όμως αυτοί συσκέπτονταν για όλα τούτα, έτυχε να συμβούν τα ακόλουθα. Οι Μάγοι το μελέτησαν και αποφάσισαν να κάνουν φίλο τον Πρηξάσπη, και επειδή είχε πάθει τρομερά πράγματα από τον Καμβύση, που του είχε σκοτώσει με το τόξο το παιδί του, και επειδή ήταν ο μόνος που γνώριζε τον θάνατο του Σμέρδη, του γιου του Κύρου, αφού τον είχε σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια, και επειδή επιπλέον ο Πρηξάσπης είχε μέγιστο κύρος ανάμεσα στους Πέρσες.
[3.74.2]τούτων δή μιν εἵνεκεν καλέσαντες φίλον προσεκτῶντο πίστι τε λαβόντες καὶ ὁρκίοισι ἦ μὲν ἕξειν παρ᾽ ἑωυτῷ μηδ᾽ ἐξοίσειν μηδενὶ ἀνθρώπων τὴν ἀπὸ σφέων ἀπάτην ἐς Πέρσας γεγονυῖαν, ὑπισχνεύμενοι τὰ πάντα οἱ μυρία δώσειν.Γι᾽ αυτούς λοιπόν τους λόγους τον κάλεσαν και προσπαθούσαν να κερδίσουν τη φιλία του βάζοντάς τον να υποσχεθεί και να ορκιστεί ότι θα κρατούσε για τον εαυτό του και δεν θα φανέρωνε σε κανέναν άνθρωπο την απάτη που οι ίδιοι είχαν κάνει σε βάρος των Περσών, τάζοντάς του να του δώσουν τα χίλια καλά.
[3.74.3]ὑποδεκομένου δὲ τοῦ Πρηξάσπεος ποιήσειν ταῦτα, ὡς ἀνέπεισάν μιν οἱ μάγοι, δεύτερα προσέφερον, αὐτοὶ μὲν φάμενοι Πέρσας πάντας συγκαλέειν ὑπὸ τὸ βασιλήιον τεῖχος, κεῖνον δ᾽ ἐκέλευον ἀναβάντα ἐπὶ πύργον ἀγορεῦσαι ὡς ὑπὸ τοῦ Κύρου Σμέρδιος ἄρχονται καὶ ὑπ᾽ οὐδενὸς ἄλλου.Αφού ωστόσο τον έπεισαν δήθεν και δέχτηκε ο Πρηξάσπης να τα κάνει όλα αυτά, οι Μάγοι τού έκαναν δεύτερη πρόταση: αυτοί, του είπαν, θα συγκαλούσαν όλους τους Πέρσες κάτω από το βασιλικό ανάκτορο, και σ᾽ εκείνον υπέδειξαν ν᾽ ανέβει σ᾽ έναν πύργο και να διαλαλήσει ότι βασιλιά τους οι Πέρσες είχαν τον Σμέρδη του Κύρου και όχι κανένα άλλο.
[3.74.4]ταῦτα δὲ οὕτω ἐνετέλλοντο ὡς πιστοτάτου δῆθεν ἐόντος αὐτοῦ ἐν Πέρσῃσι, καὶ πολλάκις ἀποδεξαμένου γνώμην ὡς περιείη ὁ Κύρου Σμέρδις καὶ ἐξαρνησαμένου τὸν φόνον αὐτοῦ.Και του το ανέθεσαν αυτό επειδή, υποτίθεται, οι Πέρσες τον εμπιστεύονταν εξαιρετικά και επειδή ο Πρηξάσπης πολλές φορές είχε εκφράσει ανεπιφύλακτα την άποψη ότι ο Σμέρδις του Κύρου ζούσε, και είχε αρνηθεί σθεναρά ότι ήταν σκοτωμένος.
[3.75.1]φαμένου δὲ καὶ ταῦτα ἑτοίμου εἶναι ποιέειν τοῦ Πρηξάσπεος συγκαλέσαντες Πέρσας οἱ μάγοι ἀνεβίβασαν αὐτὸν ἐπὶ πύργον καὶ ἀγορεύειν ἐκέλευον. ὁ δὲ τῶν μὲν δὴ ἐκεῖνοι προσεδέοντο αὐτοῦ, τούτων μὲν ἑκὼν ἐπελήθετο, ἀρξάμενος δὲ ἀπ᾽ Ἀχαιμένεος ἐγενεηλόγησε τὴν πατριὴν τὴν Κύρου, μετὰ δὲ ὡς ἐς τοῦτον κατέβη, τελευτῶν ἔλεγε ὅσα ἀγαθὰ Κῦρος Πέρσας πεποιήκοι,Όταν λοιπόν ο Πρηξάσπης είπε ότι είναι πρόθυμος να το κάνει και αυτό, οι Μάγοι συγκέντρωσαν τους Πέρσες, ανέβασαν τον ίδιο στον πύργο και τον πρόσταξαν να μιλήσει. Αυτός όμως λησμόνησε με τη θέλησή του τα όσα οι Μάγοι τού είχαν ζητήσει, και αρχίζοντας από τον Αχαιμένη, απαρίθμησε τη γενεαλογία της πατριάς του Κύρου, μετά έφτασε ώς αυτόν για να πει καταλήγοντας πόσα καλά είχε κάνει ο Κύρος στους Πέρσες,
[3.75.2]διεξελθὼν δὲ ταῦτα ἐξέφαινε τὴν ἀληθείην, φάμενος πρότερον μὲν κρύπτειν (οὐ γάρ οἱ εἶναι ἀσφαλὲς λέγειν τὰ γενόμενα), ἐν δὲ τῷ παρεόντι ἀναγκαίην μιν καταλαμβάνειν φαίνειν· καὶ δὴ ἔλεγε τὸν μὲν Κύρου Σμέρδιν ὡς αὐτὸς ὑπὸ Καμβύσεω ἀναγκαζόμενος ἀποκτείνειε, τοὺς μάγους δὲ βασιλεύειν.και όταν τα εξιστόρησε και αυτά, φανέρωσε την αλήθεια λέγοντας ότι προηγουμένως την έκρυβε (επειδή ήταν επικίνδυνο για τον ίδιο να πει τί είχε συμβεί), αλλά τώρα πια ένιωθε την ανάγκη να τη φανερώσει· είπε δηλαδή ότι τον Σμέρδη του Κύρου τον είχε σκοτώσει ο ίδιος, επειδή τον ανάγκασε ο Καμβύσης, και ότι τη βασιλεία την είχαν οι Μάγοι.
[3.75.3]Πέρσῃσι δὲ πολλὰ ἐπαρησάμενος εἰ μὴ ἀνακτησαίατο ὀπίσω τὴν ἀρχὴν καὶ τοὺς μάγους τεισαίατο, ἀπῆκε ἑωυτὸν ἐπὶ κεφαλὴν φέρεσθαι ἀπὸ τοῦ πύργου κάτω. Πρηξάσπης μέν νυν ἐὼν [τὸν] πάντα χρόνον ἀνὴρ δόκιμος οὕτω ἐτελεύτησε.Και αφού άφησε στους Πέρσες πολλές κατάρες αν δεν ανακτούσαν την αρχή και δεν τιμωρούσαν τους Μάγους, ρίχτηκε από τον πύργο με το κεφάλι κάτω. Έτσι λοιπόν τέλειωσε τη ζωή του ο Πρηξάσπης, που υπήρξε σ᾽ όλη του τη ζωή άνθρωπος τιμημένος.
[3.76.1]Οἱ δὲ δὴ ἑπτὰ τῶν Περσέων ὡς ἐβουλεύσαντο αὐτίκα ἐπιχειρέειν τοῖσι μάγοισι καὶ μὴ ὑπερβάλλεσθαι, ἤισαν εὐξάμενοι τοῖσι θεοῖσι, τῶν περὶ Πρηξάσπεα πρηχθέντων εἰδότες οὐδέν.Οι επτά Πέρσες τώρα, αφού αποφάσισαν να προβούν αμέσως στο εγχείρημα κατά των Μάγων και να μην αναβάλουν, προσευχήθηκαν στους θεούς και ξεκίνησαν χωρίς να ξέρουν τίποτε από τα όσα είχαν γίνει σχετικά με τον Πρηξάσπη.
[3.76.2]ἔν τε δὴ τῇ ὁδῷ μέσῃ στίχοντες ἐγίνοντο καὶ τὰ περὶ Πρηξάσπεα γεγονότα ἐπυνθάνοντο. ἐνθαῦτα ἐκστάντες τῆς ὁδοῦ ἐδίδοσαν αὖτις σφίσι λόγους, οἱ μὲν ἀμφὶ τὸν Ὀτάνην πάγχυ κελεύοντες ὑπερβάλλεσθαι μηδὲ οἰδεόντων τῶν πρηγμάτων ἐπιτίθεσθαι, οἱ δὲ ἀμφὶ τὸν Δαρεῖον αὐτίκα τε ἰέναι καὶ τὰ δεδογμένα ποιέειν μηδὲ ὑπερβάλλεσθαι.Προχώρησαν λοιπόν και είχαν φτάσει στα μισά του δρόμου όταν πληροφορήθηκαν τα γεγονότα με τον Πρηξάσπη. Τότε βγήκαν παράμερα από τον δρόμο και έκαναν καινούργιο συμβούλιο μεταξύ τους, κι αυτοί που ήταν γύρω στον Οτάνη σύστησαν την αναβολή και να μην επιτεθούν με την κατάσταση τόσο εξημμένη, ενώ εκείνοι που ήταν με τον Δαρείο επέμειναν να βαδίσουν αμέσως για να κάνουν τα όσα είχαν αποφασίσει και να μην το αναβάλουν.
[3.76.3]ὠθιζομένων δ᾽ αὐτῶν ἐφάνη ἰρήκων ἑπτὰ ζεύγεα δύο αἰγυπιῶν ζεύγεα διώκοντα καὶ τίλλοντά τε καὶ ἀμύσσοντα. ἰδόντες δὲ ταῦτα οἱ ἑπτὰ τήν τε Δαρείου πάντες αἴνεον γνώμην καὶ ἔπειτα ἤισαν ἐπὶ τὰ βασιλήια τεθαρσηκότες τοῖσι ὄρνισι.Καθώς όμως αυτοί φιλονικούσαν, φάνηκαν επτά ζευγάρια γεράκια που κυνηγούσαν δυο ζευγάρια γυπαετούς μαδώντας και τσιμπώντας τους. Βλέποντάς το αυτό οι επτά, πήγαν όλοι με τη γνώμη του Δαρείου και ξεκίνησαν αμέσως για τα ανάκτορα έχοντας αναθαρρήσει χάρη στα όρνια.
[3.77.1]ἐπιστᾶσι δὲ ἐπὶ τὰς πύλας ἐγίνετο οἷόν τι Δαρείῳ ἡ γνώμη ἔφερε· καταιδεόμενοι γὰρ οἱ φύλακοι ἄνδρας τοὺς Περσέων πρώτους καὶ οὐδὲν τοιοῦτον ὑποπτεύοντες ἐξ αὐτῶν ἔσεσθαι, παρίεσαν θείῃ πομπῇ χρεωμένους, οὐδ᾽ ἐπειρώτα οὐδείς.Όταν έφτασαν στις πύλες, έγινε ό,τι περίπου είχε πει ο Δαρείος: οι φρουροί, από σεβασμό προς τους πρώτους ανάμεσα στους Πέρσες και χωρίς να υποπτεύονται ότι αυτοί θα έκαναν τέτοιο πράγμα, τους άφησαν να περάσουν σαν να είχαν θεϊκή συνοδεία και χωρίς κανένας να τους κάνει καμιά ερώτηση.
[3.77.2]ἐπείτε δὲ καὶ παρῆλθον ἐς τὴν αὐλήν, ἐνέκυρσαν τοῖσι τὰς ἀγγελίας ἐσφέρουσι εὐνούχοισι, οἵ σφεας ἱστόρεον ὅ τι θέλοντες ἥκοιεν· καὶ ἅμα ἱστορέοντες τούτους τοῖσι πυλουροῖσι ἀπείλεον ὅτι σφέας παρῆκαν, ἶσχόν τε βουλομένους τοὺς ἑπτὰ ἐς τὸ πρόσω παριέναι.Όταν όμως μπήκαν στο προαύλιο, έπεσαν απάνω στους ευνούχους που κάνουν τις αναγγελίες κι αυτοί τους ρώτησαν τί ήθελαν που πήγαν εκεί· και καθώς τους ρωτούσαν, απειλούσαν και τους φρουρούς που τους είχαν αφήσει να περάσουν, και μαζί εμπόδιζαν τους επτά που ήθελαν να προχωρήσουν πιο μέσα.
[3.77.3]οἱ δὲ διακελευσάμενοι καὶ σπασάμενοι τὰ ἐγχειρίδια τούτους μὲν τοὺς ἴσχοντας αὐτοῦ ταύτῃ συγκεντέουσι, αὐτοὶ δὲ ἤισαν δρόμῳ ἐς τὸν ἀνδρεῶνα.Αυτοί όμως συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, και τραβώντας τα εγχειρίδιά τους κάρφωσαν εκειδά εκείνους που τους εμπόδιζαν, και έτρεξαν ίσα στον ανδρωνίτη.
[3.78.1]οἱ δὲ μάγοι ἔτυχον ἀμφότεροι τηνικαῦτα ἐόντες [τε] ἔσω καὶ τὰ ἀπὸ Πρηξάσπεος γενόμενα ἐν βουλῇ ἔχοντες. ἐπεὶ ὦν εἶδον τοὺς εὐνούχους τεθορυβημένους τε καὶ βοῶντας, ἀνά τε ἔδραμον πάλιν ἀμφότεροι καὶ ὡς ἔμαθον τὸ ποιεύμενον, πρὸς ἀλκὴν ἐτράποντο.Οι Μάγοι τώρα έτυχε να βρίσκονται μέσα και οι δύο εκείνη τη στιγμή και να μελετούν τα όσα είχαν συμβεί με τον Πρηξάσπη. Όταν λοιπόν είδαν τους ευνούχους αναστατωμένους και άκουσαν τις κραυγές τους, πετάχτηκαν απάνω και έτρεξαν και οι δύο, και όταν έμαθαν τί συνέβαινε, κοίταξαν πώς να αμυνθούν:
[3.78.2]ὁ μὲν δὴ αὐτῶν φθάνει τὰ τόξα κατελόμενος, ὁ δὲ πρὸς τὴν αἰχμὴν ἐτράπετο. ἐνθαῦτα δὴ συνέμισγον ἀλλήλοισι. τῷ μὲν δὴ τὰ τόξα ἀναλαβόντι αὐτῶν, ἐόντων τε ἀγχοῦ τῶν πολεμίων καὶ προσκειμένων, ἦν χρηστὰ οὐδέν· ὁ δ᾽ ἕτερος τῇ αἰχμῇ ἠμύνετο καὶ τοῦτο μὲν Ἀσπαθίνην παίει ἐς τὸν μηρόν, τοῦτο δὲ Ἰνταφρένεα ἐς τὸν ὀφθαλμόν· καὶ ἐστερήθη μὲν τοῦ ὀφθαλμοῦ ἐκ τοῦ τρώματος ὁ Ἰνταφρένης, οὐ μέντοι ἀπέθανέ γε.ο ένας δηλαδή έτρεξε και ξεκρέμασε τα τόξα, ο άλλος στράφηκε προς το δόρυ του. Και τότε έγινε ανάμεσά τους συμπλοκή. Τα τόξα ωστόσο δεν ήταν διόλου χρήσιμα γι᾽ αυτόν που τα είχε αδράξει, αφού οι εχθροί βρίσκονταν κοντά και του ρίχνονταν κιόλας. Ο άλλος όμως με το δόρυ αμύνθηκε και χτύπησε πρώτα τον Ασπαθίνη στον μηρό και ύστερα τον Ινταφρένη στο μάτι· και το έχασε βέβαια το μάτι του από τη λαβωματιά ο Ινταφρένης, αλλά δεν σκοτώθηκε.
[3.78.3]τῶν μὲν δὴ μάγων οὕτερος τρωματίζει τούτους, ὁ δὲ ἕτερος, ἐπείτε οἱ τὰ τόξα οὐδὲν χρήσιμα ἐγίνετο, ἦν γὰρ δὴ θάλαμος ἐσέχων ἐς τὸν ἀνδρεῶνα, ἐς τοῦτον καταφεύγει, θέλων αὐτοῦ προσθεῖναι τὰς θύρας.Έτσι λοιπόν ο ένας από τους Μάγους τραυματίζει αυτούς τους δύο, ενώ ο άλλος, καθώς τα τόξα δεν είχαν καμιά χρησιμότητα για λόγου του, χώνεται σε μια κάμαρη που ήταν συνεχόμενη με τον ανδρωνίτη, έχοντας κατά νου να κλείσει την πόρτα πίσω του.
[3.78.4]καί οἱ συνεσπίπτουσι τῶν ἑπτὰ δύο, Δαρεῖός τε καὶ Γωβρύης· συμπλεκέντος δὲ τοῦ Γωβρύεω τῷ μάγῳ ὁ Δαρεῖος ἐπεστεὼς ἠπόρεε οἷα ἐν σκότεϊ, προμηθεόμενος μὴ πλήξῃ τὸν Γωβρύην.Μαζί του ορμούν μέσα δύο από τους επτά, ο Δαρείος και ο Γωβρύας· έρχονται στα χέρια ο Γωβρύας και ο Μάγος, και ο Δαρείος στεκόταν δίπλα τους και δεν ήξερε τί να κάνει μέσα στο σκοτάδι όπου βρίσκονταν, γιατί φοβόταν μήπως χτυπήσει τον Γωβρύα.
[3.78.5]ὁρῶν δέ μιν ἀργὸν ἐπεστεῶτα ὁ Γωβρύης εἴρετο ὅ τι οὐ χρᾶται τῇ χειρί· ὁ δὲ εἶπε· Προμηθεόμενος σέο, μὴ πλήξω. Γωβρύης δὲ ἀμείβετο· Ὤθεε τὸ ξίφος καὶ δι᾽ ἀμφοτέρων. Δαρεῖος δὲ πειθόμενος ὦσε [τε] τὸ ἐγχειρίδιον καὶ ἔτυχέ κως τοῦ μάγου.Ο Γωβρύας τώρα, καθώς τον είδε να στέκεται άπρακτος, τον ρώτησε γιατί δεν βάζει ένα χεράκι· κι εκείνος του είπε: «Φοβάμαι για σένα, μη σε χτυπήσω». Και ο Γωβρύας τού απάντησε: «Τρύπησέ μας και τους δυο με το ξίφος σου». Ο Δαρείος υπάκουσε, χτύπησε με το σπαθί του και έτυχε να βρει τον Μάγο.
[3.79.1]ἀποκτείναντες δὲ τοὺς μάγους καὶ ἀποταμόντες αὐτῶν τὰς κεφαλὰς τοὺς μὲν τρωματίας ἑωυτῶν αὐτοῦ λείπουσι καὶ ἀδυνασίης εἵνεκεν καὶ φυλακῆς τῆς ἀκροπόλιος, οἱ δὲ πέντε αὐτῶν ἔχοντες τῶν μάγων τὰς κεφαλὰς ἔθεον ἔξω, βοῇ τε καὶ πατάγῳ χρεώμενοι, καὶ Πέρσας τοὺς ἄλλους ἐπεκαλέοντο ἐξηγεόμενοί τε τὸ πρῆγμα καὶ δεικνύοντες τὰς κεφαλάς· καὶ ἅμα ἔκτεινον πάντα τινὰ τῶν μάγων τὸν ἐν ποσὶ γινόμενον.Σκότωσαν λοιπόν τους Μάγους, και αφού τους έκοψαν τα κεφάλια, άφησαν τους τραυματίες τους επί τόπου, και επειδή ήταν εξασθενημένοι αλλά και για να φρουρούν την ακρόπολη, και οι υπόλοιποι πέντε, κρατώντας τα κεφάλια των Μάγων, βγήκαν έξω τρέχοντας με φωνές και κρότους, και βάλθηκαν να καλούν τους άλλους Πέρσες και να τους εξηγούν τί είχε γίνει, δείχνοντάς τους τα κεφάλια· ταυτόχρονα σκότωναν όλους τους Μάγους που συναντούσαν στον δρόμο τους.
[3.79.2]οἱ δὲ Πέρσαι μαθόντες τὸ γεγονὸς ἐκ τῶν ἑπτὰ καὶ τῶν μάγων τὴν ἀπάτην ἐδικαίευν καὶ αὐτοὶ ἕτερα τοιαῦτα ποιέειν, σπασάμενοι δὲ τὰ ἐγχειρίδια ἔκτεινον ὅκου τινὰ μάγον εὕρισκον· εἰ δὲ μὴ νὺξ ἐπελθοῦσα ἔσχε, ἔλιπον ἂν οὐδένα μάγον.Οι Πέρσες τώρα, όταν πληροφορήθηκαν την πράξη των επτά και την απάτη των Μάγων, θεώρησαν σωστό να κάνουν κι αυτοί τα ίδια, και τραβώντας τα εγχειρίδιά τους, σκότωναν όποιον Μάγο συναντούσαν· και αν δεν έπεφτε η νύχτα να τους σταματήσει, δεν θα άφηναν ούτε έναν Μάγο.
[3.79.3]ταύτην τὴν ἡμέρην θεραπεύουσι Πέρσαι κοινῇ μάλιστα τῶν ἡμερέων καὶ ἐν αὐτῇ ὁρτὴν μεγάλην ἀνάγουσι, ἣ κέκληται ὑπὸ Περσέων μαγοφόνια, ἐν τῇ μάγον οὐδένα ἔξεστι φανῆναι ἐς τὸ φῶς, ἀλλὰ κατ᾽ οἴκους ἑωυτοὺς οἱ μάγοι ἔχουσι τὴν ἡμέρην ταύτην.Την ημέρα αυτή οι Πέρσες όλοι την τιμούν περισσότερο από όλες τις ημέρες, και κατά τη διάρκειά της τελούν μεγάλη εορτή που οι Πέρσες την ονομάζουν Μαγοφόνια, και τότε Μάγος κανένας δεν επιτρέπεται να βγει στο φως, παρά μέσα στα σπίτια τους μένουν κλεισμένοι οι Μάγοι εκείνη την ημέρα.
[3.80.1]Ἐπείτε δὲ κατέστη ὁ θόρυβος καὶ ἐκτὸς πέντε ἡμερέων ἐγένετο, ἐβουλεύοντο οἱ ἐπαναστάντες τοῖσι μάγοισι περὶ τῶν πάντων πρηγμάτων, καὶ ἐλέχθησαν λόγοι ἄπιστοι μὲν ἐνίοισι Ἑλλήνων, ἐλέχθησαν δ᾽ ὦν.Όταν ωστόσο καταλάγιασε η φασαρία και πέρασαν πέντε ημέρες, αυτοί που είχαν επαναστατήσει κατά των Μάγων, έκαναν συμβούλιο για την κατάσταση γενικά, και ειπώθηκαν τότε λόγια που μερικοί Έλληνες τα βρίσκουν απίστευτα, αλλά που είναι γεγονός ότι ειπώθηκαν.
[3.80.2]Ὀτάνης μὲν ἐκέλευε ἐς μέσον Πέρσῃσι καταθεῖναι τὰ πρήγματα, λέγων τάδε· Ἐμοὶ δοκέει ἕνα μὲν ἡμέων μούναρχον μηκέτι γενέσθαι· οὔτε γὰρ ἡδὺ οὔτε ἀγαθόν. εἴδετε μὲν γὰρ τὴν Καμβύσεω ὕβριν ἐπ᾽ ὅσον ἐπεξῆλθε, μετεσχήκατε δὲ καὶ τῆς τοῦ μάγου ὕβριος.Ο Οτάνης πρότεινε να ανατεθούν οι δημόσιες υποθέσεις σε όλους τους Πέρσες μαζί, λέγοντας τα εξής: «Εγώ πιστεύω ότι δεν πρέπει πια να γίνει μονάρχης ένας από εμάς: αυτό δεν είναι ούτε ευχάριστο ούτε καλό. Γιατί είδατε πού έφθασε η αλαζονεία του Καμβύση, δοκιμάσατε και την αλαζονεία του Μάγου.
[3.80.3]κῶς δ᾽ ἂν εἴη χρῆμα κατηρτημένον μουναρχίη, τῇ ἔξεστι ἀνευθύνῳ ποιέειν τὰ βούλεται; καὶ γὰρ ἂν τὸν ἄριστον ἀνδρῶν πάντων στάντα ἐς ταύτην τὴν ἀρχὴν ἐκτὸς τῶν ἐωθότων νοημάτων στήσειε. ἐγγίνεται μὲν γάρ οἱ ὕβρις ὑπὸ τῶν παρεόντων ἀγαθῶν, φθόνος δὲ ἀρχῆθεν ἐμφύεται ἀνθρώπῳ.Πώς λοιπόν μπορεί να είναι κάτι πρόσφορο η μοναρχία, όπου επιτρέπεται στον ανεύθυνο να κάνει αυτά που θέλει; Σίγουρα, ακόμη και ο καλύτερος απ᾽ όλους τους ανθρώπους, αν αποκτήσει τέτοια εξουσία, θα πάψει πια να σκέπτεται με τον ίδιο τρόπο. Από τα αγαθά που έχει στα χέρια του, γεννιέται μέσα του η αλαζονεία, και όσο για τον φθόνο, είναι έμφυτος στον άνθρωπο από την αρχή.
[3.80.4]δύο δ᾽ ἔχων ταῦτα ἔχει πᾶσαν κακότητα· τὰ μὲν γὰρ ὕβρι κεκορημένος ἔρδει πολλὰ καὶ ἀτάσθαλα, τὰ δὲ φθόνῳ. καίτοι ἄνδρα γε τύραννον ἄφθονον ἔδει εἶναι, ἔχοντά γε πάντα τὰ ἀγαθά· τὸ δὲ ὑπεναντίον τούτου ἐς τοὺς πολιήτας πέφυκε· φθονέει γὰρ τοῖσι ἀρίστοισι περιεοῦσί τε καὶ ζώουσι, χαίρει δὲ τοῖσι κακίστοισι τῶν ἀστῶν, διαβολὰς δὲ ἄριστος ἐνδέκεσθαι.Και όποιος έχει αυτά τα δύο, έχει ό,τι κακό υπάρχει· μπουχτισμένος όπως είναι, κάνει ένα σωρό ατασθαλίες, άλλες από αλαζονεία, άλλες από φθόνο. Και μολονότι ο τύραννος δεν θα έπρεπε βέβαια να νιώθει φθόνο αφού έχει όλα τα αγαθά, φέρνεται μολοντούτο στους πολίτες αντίθετα: ζηλεύει δηλαδή τους καλύτερους που ζουν και υπάρχουν, και χαίρεται με τους χειρότερους πολίτες, και είναι μοναδικός να παραδέχεται τις συκοφαντίες.
[3.80.5]ἀναρμοστότατον δὲ πάντων· ἤν τε γὰρ αὐτὸν μετρίως θωμάζῃς, ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται, ἤν τε θεραπεύῃ τις κάρτα, ἄχθεται ἅτε θωπί. τὰ δὲ δὴ μέγιστα ἔρχομαι ἐρέων· νόμαιά τε κινέει πάτρια καὶ βιᾶται γυναῖκας κτείνει τε ἀκρίτους.Αλλά το πιο άβολο απ᾽ όλα είναι τούτο: όταν του δείχνει κανείς τον θαυμασμό του συγκρατημένα, ο τύραννος δυσανασχετεί επειδή δεν τον αγαπούν πολύ· και όταν του δείχνουν πολλή αγάπη, δυσανασχετεί ότι τον κολακεύουν. Ας πω όμως τα σπουδαιότερα: ο τύραννος ανατρέπει τους πατροπαράδοτους νόμους, βιάζει τις γυναίκες, σκοτώνει ανθρώπους χωρίς δίκη.
[3.80.6]πλῆθος δὲ ἄρχον πρῶτα μὲν οὔνομα πάντων κάλλιστον ἔχει, ἰσονομίην, δεύτερα δὲ τούτων τῶν ὁ μούναρχος ποιέει οὐδέν· πάλῳ μὲν γὰρ ἀρχὰς ἄρχει, ὑπεύθυνον δὲ ἀρχὴν ἔχει, βουλεύματα δὲ πάντα ἐς τὸ κοινὸν ἀναφέρει. τίθεμαι ὦν γνώμην μετέντας ἡμέας μουναρχίην τὸ πλῆθος ἀέξειν· ἐν γὰρ τῷ πολλῷ ἔνι τὰ πάντα. Ὀτάνης μὲν δὴ ταύτην γνώμην ἐσέφερε,Αλλά η λαϊκή εξουσία πρώτα πρώτα έχει το καλύτερο όνομα: ισονομία, κι έπειτα δεν κάνει τίποτε απ᾽ όσα κάνει ο μονάρχης· τα αξιώματά της απονέμονται με κλήρο, έχει υπεύθυνη κυβέρνηση, και τις αποφάσεις όλες τις παρουσιάζει μπροστά στο λαό. Κάνω λοιπόν την πρόταση ν᾽ αφήσουμε κατά μέρος τη μοναρχία, και ν᾽ αναθέσουμε την εξουσία στον λαό — γιατί στον λαό βρίσκεται το παν». Αυτήν λοιπόν την πρόταση έκανε ο Οτάνης.
[3.81.1]Μεγάβυξος δὲ ὀλιγαρχίῃ ἐκέλευε ἐπιτράπειν, λέγων τάδε· Τὰ μὲν Ὀτάνης εἶπε τυραννίδα παύων, λελέχθω κἀμοὶ ταῦτα, τὰ δ᾽ ἐς τὸ πλῆθος ἄνωγε φέρειν τὸ κράτος, γνώμης τῆς ἀρίστης ἡμάρτηκε· ὁμίλου γὰρ ἀχρηίου οὐδέν ἐστι ἀξυνετώτερον οὐδὲ ὑβριστότερον.Ο Μεγάβυξος ωστόσο συμβούλευσε να αναθέσουν την εξουσία σε ολιγαρχία και είπε τα εξής: «Όσα είπε ο Οτάνης για την κατάργηση της τυραννίδας, είναι σαν να τα είπα και του λόγου μου, αλλά αυτό που πρότεινε, να αναθέσουμε τη διακυβέρνηση στον λαό, δεν είναι η καλύτερη γνώμη· γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο αστόχαστο και πιο αλαζονικό από το αχρείο πλήθος.
[3.81.2]καίτοι τυράννου ὕβριν φεύγοντας ἄνδρας ἐς δήμου ἀκολάστου ὕβριν πεσεῖν ἐστι οὐδαμῶς ἀνασχετόν. ὁ μὲν γὰρ εἴ τι ποιέει, γινώσκων ποιέει, τῷ δὲ οὐδὲ γινώσκειν ἔνι· κῶς γὰρ ἂν γινώσκοι ὃς οὔτ᾽ ἐδιδάχθη οὔτε εἶδε καλὸν οὐδὲν [οὐδ᾽] οἰκήιον, ὠθέει τε ἐμπεσὼν τὰ πρήγματα ἄνευ νόου, χειμάρρῳ ποταμῷ ἴκελος;Είναι πράγματι πέρα για πέρα απαράδεκτο, άνθρωποι που ζητούν να γλιτώσουν από την αλαζονεία του τυράννου, να πέσουν στην αλαζονεία του ασυγκράτητου όχλου. Γιατί ο τύραννος ό,τι κάνει, το κάνει εν γνώσει του, ενώ στον όχλο δεν υπάρχει ούτε γνώση. Άλλωστε, πώς να έχει γνώση ο όχλος που ούτε διδάχτηκε ποτέ κανένα καλό ούτε το είδε από μόνος του, και ρίχνεται με τα μούτρα στα δημόσια πράγματα, χωρίς μυαλό, όμοιος με ποτάμι που ξεχειλίζει;
[3.81.3]δήμῳ μέν νυν, οἳ Πέρσῃσι κακὸν νοέουσι, οὗτοι χράσθων, ἡμεῖς δὲ ἀνδρῶν τῶν ἀρίστων ἐπιλέξαντες ὁμιλίην τούτοισι περιθέωμεν τὸ κράτος· ἐν γὰρ δὴ τούτοισι καὶ αὐτοὶ ἐνεσόμεθα, ἀρίστων δὲ ἀνδρῶν οἰκὸς ἄριστα βουλεύματα γίνεσθαι. Μεγάβυξος μὲν δὴ ταύτην γνώμην ἐσέφερε, τρίτος δὲ Δαρεῖος ἀπεδείκνυτο γνώμην, λέγων·Τη δημοκρατία λοιπόν ας την εφαρμόσουν όσοι μελετούν κακό για τους Πέρσες· εμείς όμως ας διαλέξουμε μια ομάδα από τους καλύτερους και ας τους αναθέσουμε την κυβέρνηση· ανάμεσά τους άλλωστε θα είμαστε κι εμείς, και είναι φυσικό οι καλύτεροι άνθρωποι να παίρνουν τις καλύτερες αποφάσεις». Αυτήν λοιπόν την πρόταση έκανε ο Μεγάβυξος, και τρίτος διατύπωσε τη γνώμη του ο Δαρείος λέγοντας τα εξής:
[3.82.1]Ἐμοὶ δὲ τὰ μὲν εἶπε Μεγάβυξος ἐς τὸ πλῆθος ἔχοντα δοκέει ὀρθῶς λέξαι, τὰ δὲ ἐς ὀλιγαρχίην οὐκ ὀρθῶς. τριῶν γὰρ προκειμένων καὶ πάντων τῷ λόγῳ ἀρίστων ἐόντων, δήμου τε ἀρίστου καὶ ὀλιγαρχίης καὶ μουνάρχου, πολλῷ τοῦτο προέχειν λέγω.«Τα όσα είπε ο Μεγάβυξος σχετικά με τον όχλο, εμένα μου φαίνεται ότι σωστά τα είπε· αλλά τα σχετικά με την ολιγαρχία δεν τα είπε σωστά. Γιατί αν έχουμε μπροστά μας αυτά τα τρία πράγματα και αν υποθέσουμε ότι και τα τρία είναι τα καλύτερα στο είδος τους, η καλύτερη δημοκρατία και ολιγαρχία και ο καλύτερος μονάρχης, εγώ υποστηρίζω ότι ο μονάρχης υπερτερεί κατά πολύ.
[3.82.2]ἀνδρὸς γὰρ ἑνὸς τοῦ ἀρίστου οὐδὲν ἄμεινον ἂν φανείη· γνώμῃ γὰρ τοιαύτῃ χρεώμενος ἐπιτροπεύοι ἂν ἀμωμήτως τοῦ πλήθεος, σιγῷτό τε ἂν βουλεύματα ἐπὶ δυσμενέας ἄνδρας οὕτω μάλιστα.Γιατί τίποτε καλύτερο δεν μπορεί να υπάρξει από τον ένα και μοναδικό άντρα που είναι ο καλύτερος: ακολουθώντας παρόμοια γνώμη, δηλαδή την καλύτερη, θα κυβερνά τον λαό χωρίς ψεγάδι, ενώ με αυτόν τον τρόπο θα κρύβονται όσο γίνεται καλύτερα τα σχέδια τα σχετικά με τους εχθρούς.
[3.82.3]ἐν δὲ ὀλιγαρχίῃ πολλοῖσι ἀρετὴν ἐπασκέουσι ἐς τὸ κοινὸν ἔχθεα ἴδια ἰσχυρὰ φιλέει ἐγγίνεσθαι· αὐτὸς γὰρ ἕκαστος βουλόμενος κορυφαῖος εἶναι γνώμῃσί τε νικᾶν ἐς ἔχθεα μεγάλα ἀλλήλοισι ἀπικνέονται, ἐξ ὧν στάσιες ἐγγίνονται, ἐκ δὲ τῶν στασίων φόνος, ἐκ δὲ τοῦ φόνου ἀπέβη ἐς μουναρχίην, καὶ ἐν τούτῳ διέδεξε ὅσῳ ἐστὶ τοῦτο ἄριστον.Στην ολιγαρχία όμως, ανάμεσα στους πολλούς που φροντίζουν για το καλό του λαού, συχνά γεννιούνται έχθρες δυνατές· γιατί ο καθένας θέλει να είναι ο πρώτος και να νικούν οι γνώμες του, και έτσι φτάνουν σε μεγάλες έχθρες αναμεταξύ τους, και από τις έχθρες προκαλούνται κινήματα και από τα κινήματα σκοτωμοί και από τους σκοτωμούς φτάνουμε στη μοναρχία, πράγμα που δείχνει πόσο ανώτερη είναι η μοναρχία.
[3.82.4]δήμου τε αὖ ἄρχοντος ἀδύνατα μὴ οὐ κακότητα ἐγγίνεσθαι· κακότητος τοίνυν ἐγγινομένης ἐς τὰ κοινὰ ἔχθεα μὲν οὐκ ἐγγίνεται τοῖσι κακοῖσι, φιλίαι δὲ ἰσχυραί· οἱ γὰρ κακοῦντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιεῦσι. τοῦτο δὲ τοιοῦτο γίνεται ἐς ὃ ἂν προστάς τις τοῦ δήμου τοὺς τοιούτους παύσῃ· ἐκ δὲ αὐτῶν θωμάζεται οὗτος δὴ ὑπὸ τοῦ δήμου, θωμαζόμενος δὲ ἀν᾽ ὦν ἐφάνη μούναρχος ἐών· καὶ ἐν τούτῳ δηλοῖ καὶ οὗτος ὡς ἡ μουναρχίη κράτιστον.Όταν πάλι κυβερνάει ο λαός, είναι αδύνατο να μη δημιουργηθεί φαυλότητα· και όταν δημιουργηθεί φαυλότητα στα δημόσια πράγματα, δεν δημιουργούνται έχθρες ανάμεσα στους φαύλους αλλά ισχυρές φιλίες· γιατί οι φαύλοι των δημοσίων πραγμάτων τα κάνουν πλακάκια στις λοβιτούρες τους. Και η κατάσταση αυτή συνεχίζεται ώσπου κάποιος υπερασπιστής του λαού να εμφανιστεί και να τους καταργήσει· και για τον λόγο αυτό ο λαός τον περιβάλλει με θαυμασμό, και μέσα στον θαυμασμό, αυτός αναδεικνύεται μονάρχης· έτσι, με την περίπτωσή του, το αποδείχνει και αυτός ότι η μοναρχία είναι η καλύτερη.
[3.82.5]ἑνὶ δὲ ἔπεϊ πάντα συλλαβόντα εἰπεῖν, κόθεν ἡμῖν ἡ ἐλευθερίη ἐγένετο καὶ τεῦ δόντος; κότερα παρὰ [τοῦ] δήμου ἢ ὀλιγαρχίης ἢ μουνάρχου; ἔχω τοίνυν γνώμην ἡμέας ἐλευθερωθέντας διὰ ἕνα ἄνδρα τὸ τοιοῦτο περιστέλλειν, χωρίς τε τούτου πατρίους νόμους μὴ λύειν ἔχοντας εὖ· οὐ γὰρ ἄμεινον.Και για να μη λέμε πολλά, εμάς πούθε μας ήρθε η ελευθερία και ποιός μας την έδωσε; Η δημοκρατία άραγε, η ολιγαρχία ή η μοναρχία; Έχω λοιπόν τη γνώμη, αφού ένας και μόνο άνθρωπος μας απελευθέρωσε, να μείνουμε στα ίδια, και χώρια απ᾽ αυτό, να μην καταργήσουμε νόμους πατροπαράδοτους που είναι πρώτης τάξεως· γιατί αυτό δεν θα ήταν καλό».
[3.83.1]Γνῶμαι μὲν δὴ τρεῖς αὗται προεκέατο, οἱ δὲ τέσσερες τῶν ἑπτὰ ἀνδρῶν προσέθεντο ταύτῃ. ὡς δὲ ἑσσώθη τῇ γνώμῃ ὁ Ὀτάνης Πέρσῃσι ἰσονομίην σπεύδων ποιῆσαι, ἔλεξε ἐς μέσον αὐτοῖσι τάδε·Προτάθηκαν λοιπόν οι τρεις αυτές γνώμες, και από τους επτά άνδρες οι τέσσερις τάχθηκαν με την τελευταία. Ο Οτάνης ωστόσο, που είχε επιδιώξει να δώσει στους Πέρσες την ισονομία, όταν η γνώμη του απορρίφθηκε, είπε σε όλους τους άλλους:
[3.83.2]Ἄνδρες στασιῶται, δῆλα γὰρ δὴ ὅτι δεῖ ἕνα γέ τινα ἡμέων βασιλέα γενέσθαι, ἤτοι κλήρῳ γε λαχόντα, ἢ ἐπιτρεψάντων τῷ Περσέων πλήθεϊ τὸν ἂν ἐκεῖνο ἕληται, ἢ ἄλλῃ τινὶ μηχανῇ· ἐγὼ μέν νυν ὑμῖν οὐκ ἐναγωνιεῦμαι· οὔτε γὰρ ἄρχειν οὔτε ἄρχεσθαι ἐθέλω· ἐπὶ τούτῳ δὲ ὑπεξίσταμαι τῆς ἀρχῆς, ἐπ᾽ ᾧ τε ὑπ᾽ οὐδενὸς ὑμέων ἄρξομαι, οὔτε αὐτὸς ἐγὼ οὔτε οἱ ἀπ᾽ ἐμεῦ αἰεὶ γινόμενοι.«Σύντροφοι επαναστάτες, είναι πλέον φανερό ότι ένας από εμάς πρέπει να γίνει βασιλιάς, είτε όποιος βγει με κλήρο είτε να αναθέσουμε στον περσικό λαό να τον διαλέξει αυτός είτε με κάποιον άλλον τρόπο· εγώ πάντως δεν θα διαγωνιστώ μαζί σας· γιατί ούτε να κυβερνάω θέλω ούτε να με κυβερνούν· παραιτούμαι λοιπόν από κάθε αξίωση στην εξουσία, αλλά με τούτον τον όρο, ότι κανένας από εσάς δεν θα με εξουσιάζει, ούτε εμένα τον ίδιο ούτε κανέναν από τους απογόνους μου».
[3.83.3]τούτου εἴπαντος ταῦτα ὡς συνεχώρεον οἱ ἓξ ἐπὶ τούτοισι, οὗτος μὲν δή σφι οὐκ ἐνηγωνίζετο ἀλλ᾽ ἐκ μέσου κατῆστο. καὶ νῦν αὕτη ἡ οἰκίη διατελέει μούνη ἐλευθέρη ἐοῦσα Περσέων καὶ ἄρχεται τοσαῦτα ὅσα αὐτὴ θέλει, νόμους οὐκ ὑπερβαίνουσα τοὺς Περσέων.Αυτά είπε ο Οτάνης, και οι άλλοι έξι τα δέχτηκαν, και τότε αυτός δεν διαγωνίστηκε μαζί τους αλλά έφυγε από τη μέση. Και ώς τα σήμερα η οικογένεια αυτή είναι ελεύθερη, η μόνη ανάμεσα στους Πέρσες, και υπακούει στην εξουσία μόνο όσο θέλει η ίδια, εφόσον βέβαια δεν παραβαίνει τους νόμους των Περσών.
[3.84.1]οἱ δὲ λοιποὶ τῶν ἑπτὰ ἐβουλεύοντο ὡς βασιλέα δικαιότατα στήσονται. καί σφι ἔδοξε Ὀτάνῃ μὲν καὶ τοῖσι ἀπὸ Ὀτάνεω αἰεὶ γινομένοισι, ἢν ἐς ἄλλον τινὰ τῶν ἑπτὰ ἔλθῃ ἡ βασιληίη, ἐξαίρετα δίδοσθαι ἐσθῆτά τε Μηδικὴν ἔτεος ἑκάστου καὶ τὴν πᾶσαν δωρεὴν ἣ γίνεται ἐν Πέρσῃσι τιμιωτάτη. τοῦδε δὲ εἵνεκεν ἐβούλευσάν οἱ δίδοσθαι ταῦτα, ὅτι ἐβούλευσέ τε πρῶτος τὸ πρῆγμα καὶ συνέστησε αὐτούς.Όσο για τους υπόλοιπους από τους επτά, κάθισαν να σκεφτούν ποιός ήταν ο πιο δίκαιος τρόπος για να αναδείξουν βασιλιά. Και αποφάσισαν, αν η βασιλεία έπεφτε σε κάποιον άλλον από τους επτά, να δίνονται κάθε χρόνο στον Οτάνη και στους απογόνους του κατά σειρά, σαν διάκριση, μια μηδική εσθήτα, καθώς και όλα τα δώρα που θεωρούνται τιμητικότατα ανάμεσα στους Πέρσες. Και ο λόγος που αποφάσισαν να του δίνονται αυτά τα πράγματα ήταν ότι πρώτος αυτός σκέφτηκε την υπόθεση και ένωσε και τους άλλους.
[3.84.2]ταῦτα μὲν δὴ Ὀτάνῃ ἐξαίρετα, τάδε δὲ ἐς τὸ κοινὸν ἐβούλευσαν, παριέναι ἐς τὰ βασιλήια πάντα τὸν βουλόμενον τῶν ἑπτὰ ἄνευ ἐσαγγελέος, ἢν μὴ τυγχάνῃ εὕδων μετὰ γυναικὸς βασιλεύς, γαμέειν δὲ μὴ ἐξεῖναι ἄλλοθεν τῷ βασιλέϊ ἢ ἐκ τῶν συνεπαναστάντων.Αυτή λοιπόν η ειδική διάκριση έγινε στον Οτάνη, ενώ για όλους μαζί αποφάσισαν τα εξής: να μπορεί όποιος θέλει από τους επτά να μπαίνει στο παλάτι χωρίς να αναγγέλλεται, εκτός αν τύχαινε να κοιμάται ο βασιλιάς με γυναίκα, και να μην επιτρέπεται στον βασιλιά να παίρνει γυναίκα έξω από τις οικογένειες των συντρόφων του στην επανάσταση.
[3.84.3]περὶ δὲ τῆς βασιληίης ἐβούλευσαν τοιόνδε· ὅτεο ἂν ὁ ἵππος ἡλίου ἐπανατείλλαντος πρῶτος φθέγξηται ἐν τῷ προαστίῳ αὐτῶν ἐπιβεβηκότων, τοῦτον ἔχειν τὴν βασιληίην.Όσο για την ίδια τη βασιλεία, αποφάσισαν τα εξής: θα καβαλίκευαν και θα έβγαιναν από την πόλη, και εκείνος που το άλογό του θα χρεμέτιζε πρώτο με την ανατολή του ήλιου, αυτός θα έπαιρνε το βασιλίκι.
[3.85.1]Δαρείῳ δὲ ἦν ἱπποκόμος ἀνὴρ σοφός, τῷ οὔνομα ἦν Οἰβάρης. πρὸς τοῦτον τὸν ἄνδρα, ἐπείτε διελύθησαν, ἔλεξε Δαρεῖος τάδε· Οἴβαρες, ἡμῖν δέδοκται περὶ τῆς βασιληίης ποιέειν κατὰ τάδε· ὅτευ ἂν ὁ ἵππος πρῶτος φθέγξηται ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνιόντι αὐτῶν ἐπαναβεβηκότων, τοῦτον ἔχειν τὴν βασιληίην. νῦν ὦν εἴ τινα ἔχεις σοφίην, μηχανῶ ὡς ἂν ἡμεῖς σχῶμεν τοῦτο τὸ γέρας καὶ μὴ ἄλλος τις.Είχε λοιπόν ο Δαρείος έναν ιπποκόμο που ήταν σοφός άνθρωπος, Οιβάρης τ᾽ όνομά του· και στον άνθρωπο αυτόν, όταν έληξε η σύσκεψη, ο Δαρείος είπε τα εξής: «Οιβάρη, σχετικά με τη βασιλεία αποφασίσαμε να κάνουμε τα ακόλουθα: θα καβαλικέψουμε τα άλογά μας, και εκείνος που το άλογό του θα χρεμετίσει πρώτο μόλις βγει ο ήλιος, αυτός θα πάρει τη βασιλεία. Τώρα λοιπόν αν έχεις καμιά σοφή ιδέα, κανόνισέ τα να πάρουμε εμείς αυτό το βραβείο και όχι κανένας άλλος».
[3.85.2]ἀμείβεται Οἰβάρης τοισίδε· Εἰ μὲν δή, ὦ δέσποτα, ἐν τούτῳ τοί ἐστι ἢ βασιλέα εἶναι ἢ μή, θάρσει τούτου εἵνεκεν καὶ θυμὸν ἔχε ἀγαθόν, ὡς βασιλεὺς οὐδεὶς ἄλλος πρὸ σεῦ ἔσται· τοιαῦτα ἔχω φάρμακα. λέγει Δαρεῖος· Εἰ τοίνυν τι τοιοῦτον ἔχεις σόφισμα, ὥρη μηχανᾶσθαι καὶ μὴ ἀναβάλλεσθαι, ὡς τῆς ἐπιούσης ἡμέρης ὁ ἀγὼν ἡμῖν ἔσται.Και ο Οιβάρης απαντά με τούτα τα λόγια: «Κύριέ μου, αν εξαρτάται απ᾽ αυτό να γίνεις ή να μη γίνεις βασιλιάς, πάρε θάρρος όσο γι᾽ αυτό και ξένοιασε, γιατί βασιλιάς πριν από σένα κανένας άλλος δεν θα γίνει· τέτοια κόλπα τα κατέχω εγώ». Του λέει ο Δαρείος: «Αν έχεις πράγματι κανένα τέτοιο τέχνασμα, είναι ώρα να το βάλεις σ᾽ ενέργεια, χωρίς αναβολή, γιατί ο διαγωνισμός μας θα γίνει αύριο κιόλας».
[3.85.3]ἀκούσας ταῦτα ὁ Οἰβάρης ποιέει τοιόνδε· ὡς ἐγίνετο ἡ νύξ, τῶν θηλέων ἵππων μίαν, τὴν ὁ Δαρείου ἵππος ἔστεργε μάλιστα, ταύτην ἀγαγὼν ἐς τὸ προάστιον κατέδησε καὶ ἐπήγαγε τὸν Δαρείου ἵππον καὶ τὰ μὲν πολλὰ περιῆγε ἀγχοῦ τῇ ἵππῳ, ἐγχρίμπτων τῇ θηλέῃ, τέλος δὲ ἐπῆκε ὀχεῦσαι τὸν ἵππον.Όταν τ᾽ άκουσε αυτά ο Οιβάρης, κάνει το εξής: μόλις νύχτωσε, πήρε μια από τις φοράδες, που το άλογο του Δαρείου πολύ την ορεγόταν, την πήγε στο προάστιο και την έδεσε· ύστερα έφερε εκεί και το άλογο του Δαρείου και το έβαλε να γυροφέρει τη φοράδα πολλές φορές, κοντά κοντά, ώστε να τρίβεται πάνω στη θηλυκιά, και τέλος άφησε το άλογο να τη βατέψει.
[3.86.1]ἅμ᾽ ἡμέρῃ δὲ διαφωσκούσῃ οἱ ἓξ κατὰ συνεθήκαντο παρῆσαν ἐπὶ τῶν ἵππων· διεξελαυνόντων δὲ κατὰ τὸ προάστιον, ὡς κατὰ τοῦτο τὸ χωρίον ἐγίνοντο ἵνα τῆς παροιχομένης νυκτὸς κατεδέδετο ἡ θήλεα ἵππος, ἐνθαῦτα ὁ Δαρείου ἵππος προσδραμὼν ἐχρεμέτισε.Μόλις λοιπόν η μέρα πήρε να χαράζει, οι έξι, όπως είχαν συμφωνήσει, έφτασαν πάνω στ᾽ άλογά τους· και καθώς περνούσαν από το προάστιο, έφτασαν στο σημείο όπου την προηγούμενη νύχτα ήταν δεμένη η φοράδα, και τότε το άλογο του Δαρείου έτρεξε κατά κει χρεμετίζοντας.
[3.86.2]ἅμα δὲ τῷ ἵππῳ τοῦτο ποιήσαντι ἀστραπὴ ἐξ αἰθρίης καὶ βροντὴ ἐγένετο. ἐπιγενόμενα δὲ ταῦτα τῷ Δαρείῳ ἐτελέωσέ μιν ὥσπερ ἐκ συνθέτου τευ γενόμενα· οἱ δὲ καταθορόντες ἀπὸ τῶν ἵππων προσεκύνεον τὸν Δαρεῖον.Ταυτόχρονα, όπως το άλογο έκανε αυτό το πράγμα, ενώ ήταν αίθριος ο καιρός, άστραψε και βρόντησε. Όλα αυτά λοιπόν τα συμβάντα που έγιναν με τον Δαρείο, ήταν σαν από σκοπού συμφωνημένα, και απέδειξαν ότι αυτός ήταν ο τέλειος· οι άλλοι τότε ξεπέζεψαν από τ᾽ άλογά τους και προσκύνησαν τον Δαρείο.
[3.87.1]Οἱ μὲν δή φασι τὸν Οἰβάρεα ταῦτα μηχανήσασθαι, οἱ δὲ τοιάδε (καὶ γὰρ ἐπ᾽ ἀμφότερα λέγεται ὑπὸ Περσέων), ὡς τῆς ἵππου ταύτης τῶν ἄρθρων ἐπιψαύσας τῇ χειρὶ ἔχοι αὐτὴν κρύψας ἐν τῇσι ἀναξυρίσι· ὡς δὲ ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνιόντι ἀπίεσθαι μέλλειν τοὺς ἵππους, τὸν Οἰβάρεα τοῦτον ἐξείραντα τὴν χεῖρα πρὸς τοῦ Δαρείου ἵππου τοὺς μυκτῆρας προσενεῖκαι, τὸν δὲ αἰσθόμενον φριμάξασθαί τε καὶ χρεμετίσαι.Μερικοί τώρα λένε ότι αυτά μηχανεύτηκε ο Οιβάρης· αλλά οι Πέρσες αφηγούνται την ιστορία με δύο τρόπους, και έτσι άλλοι λένε τα εξής: ο Οιβάρης πασπάτεψε με το χέρι του τα γεννητικά μόρια εκείνης της φοράδας, και ύστερα το έχωσε μέσα στη βράκα του, και όταν ξεμύτισε ο ήλιος και ήταν ν᾽ αφήσουν τ᾽ άλογα, ο Οιβάρης έβγαλε το χέρι του και το έφερε στα ρουθούνια του αλόγου του Δαρείου, όπου το άλογο το μύρισε, φρούμαξε και χρεμέτισε.
[3.88.1]Δαρεῖός τε δὴ ὁ Ὑστάσπεος βασιλεὺς ἀπεδέδεκτο, καί οἱ ἦσαν ἐν τῇ Ἀσίῃ πάντες κατήκοοι πλὴν Ἀραβίων, Κύρου τε καταστρεψαμένου καὶ ὕστερον αὖτις Καμβύσεω. Ἀράβιοι δὲ οὐδαμὰ κατήκουσαν ἐπὶ δουλοσύνῃ Πέρσῃσι, ἀλλὰ ξεῖνοι ἐγένοντο παρέντες Καμβύσεα ἐπ᾽ Αἴγυπτον· ἀεκόντων γὰρ Ἀραβίων οὐκ ἂν ἐσβάλοιεν Πέρσαι ἐς Αἴγυπτον.Αναδείχτηκε λοιπόν ο βασιλιάς ο Δαρείος ο γιος του Υστάσπη, και εκτός από τους Άραβες, οι πάντες στην Ασία ήταν υπήκοοί του, αφού τους είχαν υποτάξει ο Κύρος και ύστερα πάλι ο Καμβύσης. Όσο για τους Άραβες, ουδέποτε υποτάχθηκαν να γίνουν δούλοι των Περσών, αλλά έγιναν σύμμαχοί τους αφήνοντας τον Καμβύση να περάσει στην Αίγυπτο — γιατί αν οι Άραβες δεν ήθελαν, οι Πέρσες δεν θα είχαν εισβάλει στην Αίγυπτο.
[3.88.2]γάμους τε τοὺς πρώτους ἐγάμεε Πέρσῃσι ὁ Δαρεῖος, Κύρου μὲν δύο θυγατέρας Ἄτοσσάν τε καὶ Ἀρτυστώνην, τὴν μὲν Ἄτοσσαν προσυνοικήσασαν Καμβύσῃ τε τῷ ἀδελφεῷ καὶ αὖτις τῷ μάγῳ, τὴν δὲ Ἀρτυστώνην παρθένον.Οι πρώτοι περσικοί γάμοι που έκανε ο Δαρείος, ήταν με τις δύο θυγατέρες του Κύρου, την Άτοσσα και την Αρτυστώνη, την Άτοσσα, που ήταν πριν γυναίκα του αδελφού της του Καμβύση και ύστερα του Μάγου, και την Αρτυστώνη που ήταν παρθένα.
[3.88.3]ἑτέρην δὲ Σμέρδιος τοῦ Κύρου θυγατέρα ἔγημε, τῇ οὔνομα ἦν Πάρμυς· ἔσχε δὲ καὶ τὴν τοῦ Ὀτάνεω θυγατέρα, ἣ τὸν μάγον κατάδηλον ἐποίησε. δυνάμιός τε πάντα οἱ ἐπιμπλέατο. πρῶτον μέν νυν τύπον ποιησάμενος λίθινον ἔστησε· ζῷον δέ οἱ ἐνῆν ἀνὴρ ἱππεύς, ἐπέγραψε δέ [οἱ] γράμματα λέγοντα τάδε· Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος σύν τε τοῦ ἵππου τῇ ἀρετῇ (τὸ οὔνομα λέγων) καὶ Οἰβάρεος τοῦ ἱπποκόμου ἐκτήσατο τὴν Περσέων βασιληίην.Ύστερα ο Δαρείος παντρεύτηκε και τη θυγατέρα του Σμέρδη, του γιου του Κύρου, Πάρμυς τ᾽ όνομά της, όπως πήρε και τη θυγατέρα του Οτάνη, εκείνην που είχε φανερώσει τον Μάγο. Και άπλωσε παντού την εξουσία του. Πρώτα πρώτα κατασκεύασε και έστησε μια πέτρινη στήλη που είχε επιγραφή που τα γράμματά της έλεγαν: «Ο Δαρείος ο γιος του Υστάσπη με την αρετή του αλόγου του (ανέφερε το όνομά του) και του ιπποκόμου του Οιβάρη απόκτησε τη βασιλεία των Περσών».
[3.89.1]ποιήσας δὲ ταῦτα ἐν Πέρσῃσι ἀρχὰς κατεστήσατο εἴκοσι, τὰς αὐτοὶ καλέουσι σατραπηίας· καταστήσας δὲ τὰς ἀρχὰς καὶ ἄρχοντας ἐπιστήσας ἐτάξατο φόρους οἱ προσιέναι κατὰ ἔθνεά τε καὶ πρὸς τοῖσι ἔθνεσι τοὺς πλησιοχώρους προστάσσων, καὶ ὑπερβαίνων τοὺς προσεχέας τὰ ἑκαστέρω ἄλλοισι ἄλλα ἔθνεα νέμων.Ύστερα από αυτά που έκανε ως προς τους Πέρσες, ο Δαρείος θέσπισε είκοσι διοικήσεις που οι Πέρσες τις ονομάζουν σατραπείες· και αφού ίδρυσε τις διοικήσεις και διόρισε τους διοικητές, έταξε τους φόρους που θα του πήγαιναν ένα προς ένα τα έθνη, ενώνοντας με αυτά τα έθνη τους γείτονές τους, και μοιράζοντας όσο προχωρούσε πιο πέρα τα μακρινότερα έθνη σε διάφορες ομάδες.
[3.89.2]ἀρχὰς δὲ καὶ φόρων πρόσοδον τὴν ἐπέτειον κατὰ τάδε διεῖλε. Τοῖσι μὲν αὐτῶν ἀργύριον ἀπαγινέουσι εἴρητο Βαβυλώνιον σταθμὸν τάλαντον ἀπαγινέειν, τοῖσι δὲ χρυσίον ἀπαγινέουσι Εὐβοϊκόν. τὸ δὲ Βαβυλώνιον τάλαντον δύναται Εὐβοΐδας ‹ὀκτὼ καὶ› ἑβδομήκοντα μνέας.Και χώρισε ως εξής τις διοικήσεις και την ετήσια πρόσοδο των φόρων: όσοι έφερναν ασήμι, ορίστηκε να πληρώνουν με βάση το βαβυλωνιακό τάλαντο, όσοι χρυσάφι, με βάση το ευβοϊκό τάλαντο. Το βαβυλωνιακό τάλαντο τώρα είναι ίσο με εβδομήντα οκτώ ευβοϊκές μνες.
[3.89.3]ἐπὶ γὰρ Κύρου ἄρχοντος καὶ αὖτις Καμβύσεω ἦν κατεστηκὸς οὐδὲν φόρου πέρι, ἀλλὰ δῶρα ἀγίνεον· διὰ δὲ ταύτην τὴν ἐπίταξιν τοῦ φόρου καὶ παραπλήσια ταύτῃ ἄλλα λέγουσι Πέρσαι ὡς Δαρεῖος μὲν ἦν κάπηλος, Καμβύσης δὲ δεσπότης, Κῦρος δὲ πατήρ, ὁ μὲν ὅτι ἐκαπήλευε πάντα τὰ πρήγματα, ὁ δὲ ὅτι χαλεπός τε ἦν καὶ ὀλίγωρος, ὁ δὲ ὅτι ἤπιός τε καὶ ἀγαθά σφι πάντα ἐμηχανήσατο.Πάντως, όταν βασιλιάς ήταν ο Κύρος και ύστερα ο Καμβύσης, τίποτε το καθορισμένο δεν υπήρχε σχετικά με τους φόρους — όλοι έφερναν δώρα· ύστερα όμως απ᾽ αυτή τη ρύθμιση με τον φόρο και τα άλλα σχετικά μέτρα, οι Πέρσες λένε ότι ο Δαρείος ήταν έμπορος, ο Καμβύσης δεσπότης και ο Κύρος πατέρας, επειδή ο πρώτος με τα πάντα κερδοσκοπούσε, ο δεύτερος ήταν τραχύς και ανέμελος, ο τρίτος ήταν ήπιος και είχε σκεφτεί γι᾽ αυτούς όλα τα καλά.
[3.90.1]ἀπὸ μὲν δὴ Ἰώνων καὶ Μαγνήτων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ καὶ Αἰολέων καὶ Καρῶν καὶ Λυκίων καὶ Μιλυέων καὶ Παμφύλων (εἷς γὰρ ἦν οἱ τεταγμένος οὗτος φόρος) προσήιε τετρακόσια τάλαντα ἀργυρίου. οὗτος μὲν δὴ πρῶτός οἱ νομὸς κατεστήκεε· ἀπὸ δὲ Μυσῶν καὶ Λυδῶν καὶ Λασονίων καὶ Καβαλίων καὶ Ὑτεννέων πεντακόσια τάλαντα· δεύτερος νομὸς οὗτος.Από τους Ίωνες λοιπόν και τους Μάγνητες της Ασίας και από τους Αιολείς, τους Κάρες, τους Λυκίους, τους Μιλυείς και τους Παμφύλους (γιατί σ᾽ αυτούς ο Δαρείος είχε επιβάλει έναν φόρο, τον ίδιο) έρχονταν τετρακόσια ασημένια τάλαντα. Και αυτός ήταν ο πρώτος νομός που ίδρυσε ο Δαρείος· από τους Μυσούς, τους Λυδούς, τους Λασονίους, τους Καβαλίους και τους Υτεννείς, πεντακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δεύτερος νομός.
[3.90.2]ἀπὸ δὲ Ἑλλησποντίων τῶν ἐπὶ δεξιὰ ἐσπλέοντι καὶ Φρυγῶν καὶ Θρηίκων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ καὶ Παφλαγόνων καὶ Μαριανδυνῶν καὶ Συρίων ἑξήκοντα καὶ τριηκόσια τάλαντα ἦν φόρος· νομὸς τρίτος οὗτος.Από τους Ελλησπόντιους, στα δεξιά αυτού που εισπλέει στο Στενό, τους Φρύγες και τους Θράκες της Ασίας, από τους Παφλαγόνες, τους Μαριανδυνούς και τους Συρίους, ο φόρος ήταν τριακόσια εξήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο τρίτος νομός.
[3.90.3]ἀπὸ δὲ Κιλίκων ἵπποι τε λευκοὶ ἑξήκοντα καὶ τριηκόσιοι, ἑκάστης ἡμέρης εἷς γινόμενος, καὶ τάλαντα ἀργυρίου πεντακόσια. τούτων δὲ τεσσεράκοντα μὲν καὶ ἑκατὸν ἐς τὴν φρουρέουσαν ἵππον τὴν Κιλικίην χώρην ἀναισιμοῦτο, τὰ δὲ τριηκόσια καὶ ἑξήκοντα Δαρείῳ ἐφοίτα· νομὸς τέταρτος οὗτος.Από τους Κίλικες τριακόσια εξήντα άσπρα άλογα, που σημαίνει ένα για την κάθε ημέρα, και πεντακόσια ασημένια τάλαντα: από αυτά, τα εκατόν σαράντα ξοδεύονταν για την έφιππη φρουρά της χώρας της Κιλικίας και τα τριακόσια εξήντα πήγαιναν στον Δαρείο· αυτός ήταν ο τέταρτος νομός.
[3.91.1]ἀπὸ δὲ Ποσιδηίου πόλιος, τὴν Ἀμφίλοχος ὁ Ἀμφιάρεω οἴκισε ἐπ᾽ οὔροισι τοῖσι Κιλίκων τε καὶ Συρίων, ἀρξάμενος ἀπὸ ταύτης μέχρι Αἰγύπτου, πλὴν μοίρης τῆς Ἀραβίων (ταῦτα γὰρ ἦν ἀτελέα), πεντήκοντα καὶ τριηκόσια τάλαντα φόρος ἦν· ἔστι δὲ ἐν τῷ νομῷ τούτῳ Φοινίκη τε πᾶσα καὶ Συρίη ἡ Παλαιστίνη καλεομένη καὶ Κύπρος· νομὸς πέμπτος οὗτος.Από την πόλη Ποσίδειο, που την είχε ιδρύσει ο Αμφίλοχος ο γιος του Αμφιάραου στα σύνορα Κιλίκων και Συρίων, από εκεί αρχίζοντας ώς την Αίγυπτο, εκτός από τα μέρη που ανήκαν στους Άραβες (γιατί αυτά είχαν ατέλεια), ο φόρος ήταν τριακόσια πενήντα τάλαντα· στον νομό αυτόν ανήκαν ολόκληρη η Φοινίκη, η Συρία η λεγόμενη Παλαιστίνη και η Κύπρος· αυτός ήταν ο πέμπτος νομός.
[3.91.2]ἀπ᾽ Αἰγύπτου δὲ καὶ Λιβύων τῶν προσεχέων Αἰγύπτῳ καὶ Κυρήνης τε καὶ Βάρκης (ἐς γὰρ τὸν Αἰγύπτιον νομὸν αὗται ἐκεκοσμέατο) ἑπτακόσια προσήιε τάλαντα, πάρεξ τοῦ ἐκ τῆς Μοίριος λίμνης γινομένου ἀργυρίου, τὸ ἐγίνετο ἐκ τῶν ἰχθύων·Από την Αίγυπτο τώρα, από τους Λίβυους που συνορεύουν με την Αίγυπτο, από την Κυρήνη και τη Βάρκα (γιατί είχαν κι αυτές υπαχθεί στον αιγυπτιακό νομό) έρχονταν επτακόσια τάλαντα, εκτός από το ασήμι που ερχόταν από τη λίμνη Μοίριδα και που έβγαινε από τα ψάρια·
[3.91.3]τούτου τε δὴ χωρὶς τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ ἐπιμετρεομένου σίτου προσήιε [τὰ] ἑπτακόσια τάλαντα· σίτου γὰρ δυοκαίδεκα μυριάδας Περσέων τε τοῖσι ἐν τῷ Λευκῷ τείχεϊ τῷ ἐν Μέμφι κατοικημένοισι καταμετρέουσι καὶ τοῖσι τούτων ἐπικούροισι· νομὸς ἕκτος οὗτος.τα επτακόσια τάλαντα δηλαδή έρχονταν χώρια απ᾽ αυτό το ασήμι και χώρια από το σιτάρι που δινόταν επιπλέον· γιατί στους Πέρσες που κατοικούν στο Λευκό Τείχος της Μέμφιδας και στους συμμάχους τους δίνουν επιπλέον εκατόν είκοσι χιλιάδες μεδίμνους σιτάρι· αυτός ήταν ο έκτος νομός.
[3.91.4]Σατταγύδαι δὲ καὶ Γανδάριοι καὶ Δαδίκαι τε καὶ Ἀπαρύται ἐς τὠυτὸ τεταγμένοι ἑβδομήκοντα καὶ ἑκατὸν τάλαντα προσέφερον· νομὸς ἕβδομος οὗτος. ἀπὸ Σούσων δὲ καὶ τῆς ἄλλης Κισσίων χώρης τριηκόσια· νομὸς ὄγδοος οὗτος.Οι Σατταγύδες, οι Γανδάριοι, οι Δαδίκες και οι Απαρύτες, που ήταν βαλμένοι στην ίδια κατηγορία, πλήρωναν εκατόν εβδομήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο έβδομος νομός. Από τα Σούσα και την υπόλοιπη χώρα των Κισσίων έρχονταν τριακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο όγδοος νομός.
[3.92.1]ἀπὸ Βαβυλῶνος δὲ καὶ τῆς λοιπῆς Ἀσσυρίης χίλιά οἱ προσήιε τάλαντα ἀργυρίου καὶ παῖδες ἐκτομίαι πεντακόσιοι· νομὸς εἴνατος οὗτος. ἀπὸ δὲ Ἀγβατάνων καὶ τῆς λοιπῆς Μηδικῆς καὶ Παρικανίων καὶ Ὀρθοκορυβαντίων πεντήκοντά τε καὶ τετρακόσια τάλαντα· νομὸς δέκατος οὗτος.Από τη Βαβυλώνα και την υπόλοιπη Ασσυρία τού έρχονταν του Δαρείου χίλια ασημένια τάλαντα και πεντακόσια αγόρια ευνούχοι· αυτός ήταν ο ένατος νομός. Από τα Αγβάτανα και την υπόλοιπη Μηδία, από τους Παρικανίους και τους Ορθοκορυβαντίους, τετρακόσια πενήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος νομός.
[3.92.2]Κάσπιοι δὲ καὶ Παυσὶκαι καὶ Παντίμαθοί τε καὶ Δαρεῖται ἐς τὠυτὸ συμφέροντες διηκόσια τάλαντα ἀπαγίνεον· νομὸς ἑνδέκατος οὗτος. ἀπὸ δὲ Βακτριανῶν μέχρι Αἰγλῶν ἑξήκοντα καὶ τριηκόσια τάλαντα φόρος ἦν· νομὸς δυωδέκατος οὗτος.Οι Κάσπιοι, οι Παυσίτες, οι Παντίμαθοι και οι Δαρείτες μάζευαν όλοι μαζί και πλήρωναν διακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο ενδέκατος νομός. Από τους Βακτριανούς ώς τους Αιγλούς ο φόρος ήταν τριακόσια εξήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο δωδέκατος νομός.
[3.93.1]ἀπὸ Πακτυϊκῆς δὲ καὶ Ἀρμενίων καὶ τῶν προσεχέων μέχρι τοῦ Πόντου τοῦ Εὐξείνου τετρακόσια τάλαντα· νομὸς τρίτος καὶ δέκατος οὗτος.Από την Πακτυική, τους Αρμενίους και τους ομόρους τους ώς τον Εύξεινο Πόντο έρχονταν τετρακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος τρίτος νομός.
[3.93.2]ἀπὸ δὲ Σαγαρτίων καὶ Σαραγγέων καὶ Θαμαναίων καὶ Οὐτίων καὶ Μύκων καὶ τῶν ἐν τῇσι νήσοισι οἰκεόντων τῶν ἐν τῇ Ἐρυθρῇ θαλάσσῃ, ἐν τῇσι τοὺς ἀνασπάστους καλεομένους κατοικίζει βασιλεύς, ἀπὸ τούτων πάντων ἑξακόσια τάλαντα ἐγίνετο φόρος· νομὸς τέταρτος καὶ δέκατος οὗτος.Από τους Σαγαρτίους, τους Σαράγγες, τους Θαμαναίους, τους Ουτίους, τους Μύκους και απ᾽ αυτούς που κατοικούσαν στα νησιά της Ερυθράς θάλασσας, όπου ο βασιλιάς εγκαθιστούσε τους λεγόμενος «ανασπάστους», απ᾽ όλους αυτούς δινόταν φόρος εξακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος τέταρτος νομός.
[3.93.3]Σάκαι δὲ καὶ Κάσπιοι πεντήκοντα καὶ διηκόσια ἀπαγίνεον τάλαντα· νομὸς πέμπτος καὶ δέκατος οὗτος. Πάρθοι δὲ καὶ Χοράσμιοι καὶ Σόγδοι τε καὶ Ἄρειοι τριηκόσια τάλαντα· νομὸς ἕκτος καὶ δέκατος οὗτος.Οι Σάκες και οι Κάσπιοι πλήρωναν διακόσια πενήντα τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος πέμπτος νομός. Οι Πάρθοι, οι Χοράσμιοι, οι Σόγδοι και οι Άρειοι πλήρωναν τριακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος έκτος νομός.
[3.94.1]Παρικάνιοι δὲ καὶ Αἰθίοπες οἱ ἐκ τῆς Ἀσίης τετρακόσια τάλαντα ἀπαγίνεον· νομὸς ἕβδομος καὶ δέκατος οὗτος. Ματιηνοῖσι δὲ καὶ Σάσπειρσι καὶ Ἀλαροδίοισι διηκόσια ἐπετέτακτο τάλαντα· νομὸς ὄγδοος καὶ δέκατος οὗτος.Οι Παρικάνιοι και οι Αιθίοπες της Ασίας πλήρωναν τετρακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος έβδομος νομός. Για τους Ματιανούς, τους Σάσπειρες και τους Αλαροδίους είχαν οριστεί διακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος όγδοος νομός.
[3.94.2]Μόσχοισι δὲ καὶ Τιβαρηνοῖσι καὶ Μάκρωσι καὶ Μοσσυνοίκοισι καὶ Μαρσὶ τριηκόσια τάλαντα προείρητο· νομὸς εἴνατος καὶ δέκατος οὗτος. Ἰνδῶν δὲ πλῆθός τε πολλῷ πλεῖστόν ἐστι πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ἀνθρώπων καὶ φόρον ἀπαγίνεον πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους ἑξήκοντα καὶ τριηκόσια τάλαντα ψήγματος· νομὸς εἰκοστὸς οὗτος.Στους Μόσχους, στους Τιβαρηνούς, στους Μάκρωνες, στους Μοσσυνοίκους και στους Μάρες είχαν επιβληθεί τριακόσια τάλαντα· αυτός ήταν ο δέκατος ένατος νομός. Οι Ινδοί είναι πολύ περισσότεροι σε αριθμό απ᾽ όλους τους ανθρώπους που γνωρίζουμε εμείς, και πλήρωναν περισσότερον φόρο απ᾽ όλους τους άλλους, δηλαδή τριακόσια εξήντα τάλαντα σε ψήγμα· αυτός ήταν ο εικοστός νομός.
[3.95.1]τὸ μὲν δὴ ἀργύριον τὸ Βαβυλώνιον πρὸς τὸ Εὐβοϊκὸν συμβαλλόμενον τάλαντον γίνεται ὀγδώκοντα καὶ ὀκτακόσια καὶ εἰνακισχίλια τάλαντα, τὸ δὲ χρυσίον τρισκαιδεκαστάσιον λογιζομένων, τὸ ψῆγμα εὑρίσκεται ἐὸν Εὐβοϊκῶν ταλάντων ὀγδώκοντα καὶ ἑξακοσίων καὶ τετρακισχιλίων.Τώρα, αν το βαβυλωνιακό ασήμι υπολογιστεί σε ευβοϊκό νόμισμα, μας κάνει εννιά χιλιάδες οκτακόσια ογδόντα τάλαντα, και αν η αξία του χρυσού υπολογιστεί δεκατρείς φορές υψηλότερη, το ψήγμα μάς δίνει τέσσερις χιλιάδες εξακόσια ογδόντα τάλαντα.
[3.95.2]τούτων ὦν πάντων συντιθεμένων τὸ πλῆθος Εὐβοϊκὰ τάλαντα συνελέγετο ἐς τὸν ἐπέτειον φόρον Δαρείῳ μύρια καὶ τετρακισχίλια καὶ πεντακόσια καὶ ἑξήκοντα· τὸ δ᾽ ἔτι τούτων ἔλασσον ἀπιεὶς οὐ λέγω.Αν όλα αυτά προστεθούν, ο Δαρείος μάζευε κάθε χρόνο από τους φόρους δεκατέσσερις χιλιάδες πεντακόσια εξήντα ευβοϊκά τάλαντα: παραλείπω τα μικρότερα ποσά και στρογγυλεύω.
[3.96.1]οὗτος Δαρείῳ προσήιε φόρος ἀπὸ τῆς τε Ἀσίης καὶ τῆς Λιβύης ὀλιγαχόθεν. προϊόντος μέντοι τοῦ χρόνου καὶ ἀπὸ νήσων προσήιε ἄλλος φόρος καὶ τῶν ἐν τῇ Εὐρώπῃ μέχρι Θεσσαλίης οἰκημένων.Οι φόροι αυτοί έρχονταν στον Δαρείο από την Ασία και από λιγοστά μέρη της Λιβύης. Με το πέρασμα του καιρού ωστόσο, έρχονταν και άλλοι φόροι, από τα νησιά και από κατοίκους της Ευρώπης, ώς τη Θεσσαλία ακόμη.
[3.96.2]τοῦτον τὸν φόρον θησαυρίζει βασιλεὺς τρόπῳ τοιῷδε· ἐς πίθους κεραμίνους τήξας καταχέει, πλήσας δὲ τὸ ἄγγος περιαιρέει τὸν κέραμον. ἐπεὰν δὲ δεηθῇ χρημάτων, κατακόπτει τοσοῦτο ὅσου ἂν ἑκάστοτε δέηται.Τον θησαυρό αυτόν ο βασιλιάς τον αποθηκεύει με τον ακόλουθο τρόπο: τον λιώνει και τον χύνει μέσα σε πήλινα πιθάρια, και όταν γεμίσει το κάθε πιθάρι, αυτός σπάει τον πηλό και τον βγάζει. Και όταν χρειαστεί χρήματα, κόβει όσα χρειάζεται κάθε φορά.
[3.97.1]Αὗται μέν νυν ἀρχαί τε ἦσαν καὶ φόρων ἐπιτάξιες· ἡ Περσὶς δὲ χώρη μούνη μοι οὐκ εἴρηται δασμοφόρος· ἀτελέα γὰρ Πέρσαι νέμονται χώρην.Αυτές λοιπόν ήταν οι διοικήσεις και οι φόροι που επιβλήθηκαν· ωστόσο, η μόνη χώρα που δεν αναφέρθηκε ότι πληρώνει φόρο, είναι η περσική· και πράγματι, οι Πέρσες νέμονται τη χώρα τους απαλλαγμένοι από φόρους.
[3.97.2]οἵδε δὲ φόρον μὲν οὐδένα ἐτάχθησαν φέρειν, δῶρα δὲ ἀγίνεον, Αἰθίοπες οἱ πρόσουροι Αἰγύπτῳ, τοὺς Καμβύσης ἐλαύνων ἐπὶ τοὺς μακροβίους Αἰθίοπας κατεστρέψατο, οἳ περί τε Νύσην τὴν ἱρὴν κατοίκηνται καὶ τῷ Διονύσῳ ἀνάγουσι τὰς ὁρτάς. οὗτοι οἱ Αἰθίοπες καὶ οἱ πλησιόχωροι τούτοισι σπέρματι μὲν χρέωνται τῷ αὐτῷ τῷ καὶ οἱ Καλλαντίαι Ἰνδοί, οἰκήματα δὲ ἔκτηνται κατάγαια·Όσο γι᾽ αυτούς που δεν τους επιβλήθηκε να πληρώνουν κανέναν φόρο αλλά έφερναν δώρα, είναι οι Αιθίοπες οι όμοροι της Αιγύπτου, αυτοί που τους είχε υποτάξει ο Καμβύσης όταν βάδιζε κατά των μακροβίων Αιθιόπων, και αυτοί που κατοικούν γύρω στην ιερή Νύσα και τελούν τις εορτές τους προς τιμήν του Διονύσου. Οι Αιθίοπες αυτοί και οι γείτονές τους έχουν το ίδιο σπέρμα όπως και οι Καλλαντίες Ινδοί, και έχουν τις κατοικίες τους κάτω από τη γη.
[3.97.3]οὗτοι συναμφότεροι διὰ τρίτου ἔτεος ἀγίνεον, ἀγινέουσι δὲ καὶ τὸ μέχρις ἐμεῦ, δύο χοίνικας ἀπύρου χρυσίου καὶ διηκοσίας φάλαγγας ἐβένου καὶ πέντε παῖδας Αἰθίοπας καὶ ἐλέφαντος ὀδόντας μεγάλους εἴκοσι.Οι δύο αυτοί λαοί έφερναν κάθε δύο χρόνια, εξακολουθούσαν μάλιστα να φέρνουν και επί των ημερών μου, δύο χοίνικες καθαρό χρυσάφι, διακόσιους κορμούς έβενο, πέντε αγόρια Αιθίοπες και είκοσι μεγάλα ελεφαντόδοντα.
[3.97.4]Κόλχοι δὲ ‹τὰ› ἐτάξαντο ἐς τὴν δωρεὴν καὶ οἱ προσεχέες μέχρι Καυκάσιος ὄρεος (ἐς τοῦτο γὰρ τὸ ὄρος ὑπὸ Πέρσῃσι ἄρχεται, τὰ δὲ πρὸς βορέην ἄνεμον τοῦ Καυκάσιος Περσέων οὐδὲν ἔτι φροντίζει), οὗτοι ὦν δῶρα τὰ ἐτάξαντο ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ διὰ πεντετηρίδος ἀγίνεον, ἑκατὸν παῖδας καὶ ἑκατὸν παρθένους.Τα δώρα πάλι που όρισαν οι Κόλχοι και οι γείτονές τους ώς το όρος Καύκασο (γιατί ώς αυτό το βουνό φτάνει η εξουσία των Περσών, ενώ οι περιοχές στα βόρεια του Καυκάσου δεν τους λογαριάζουν πια καθόλου τους Πέρσες), τα δώρα λοιπόν που όρισαν αυτοί, τα έφερναν και επί των ημερών μου ακόμη κάθε πέντε χρόνια, και ήταν εκατό αγόρια και εκατό παρθένες.
[3.97.5]Ἀράβιοι δὲ χίλια τάλαντα ἀγίνεον λιβανωτοῦ ἀνὰ πᾶν ἔτος. ταῦτα μὲν οὗτοι δῶρα πάρεξ τοῦ φόρου βασιλέϊ ἐκόμιζον.Οι Άραβες έφερναν κάθε χρόνο χίλια τάλαντα λιβανωτό. Αυτά λοιπόν τα δώρα κουβαλούσαν όλοι τούτοι στον βασιλιά, εκτός από τους φόρους.
[3.98.1]τὸν δὲ χρυσὸν τοῦτον τὸν πολλὸν οἱ Ἰνδοί, ἀπ᾽ οὗ τὸ ψῆγμα τῷ βασιλέϊ τὸ εἰρημένον κομίζουσι, τρόπῳ τοιῷδε κτῶνται.Το πολύ αυτό χρυσάφι, απ᾽ όπου φέρνουν στον βασιλιά το ψήγμα που είπαμε, οι Ινδοί το αποκτούν με τον ακόλουθο τρόπο.
[3.98.2]ἔστι τῆς Ἰνδικῆς χώρης τὸ πρὸς ἥλιον ἀνίσχοντα ψάμμος· τῶν γὰρ ἡμεῖς ἴδμεν, τῶν καὶ πέρι ἀτρεκές τι λέγεται, πρῶτοι πρὸς ἠῶ καὶ ἡλίου ἀνατολὰς οἰκέουσι ἀνθρώπων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ Ἰνδοί· Ἰνδῶν γὰρ τὸ πρὸς τὴν ἠῶ ἐρημίη ἐστὶ διὰ τὴν ψάμμον.Προς τη μεριά της ινδικής χώρας απ᾽ όπου βγαίνει ο ήλιος, είναι άμμος· κι από ό,τι ξέρουμε εμείς κι απ᾽ ό,τι λέγεται με κάποια ακρίβεια, οι πρώτοι άνθρωποι στην Ασία που κατοικούν στα ανατολικά κι απ᾽ όπου βγαίνει ο ήλιος, είναι Ινδοί — πέρα από τους Ινδούς, ανατολικότερα, εξαιτίας της άμμου, είναι έρημος.
[3.98.3]ἔστι δὲ πολλὰ ἔθνεα Ἰνδῶν καὶ οὐκ ὁμόφωνα σφίσι, καὶ οἱ μὲν αὐτῶν νομάδες εἰσί, οἱ δὲ οὔ, οἱ δὲ ἐν τοῖσι ἕλεσι οἰκέουσι τοῦ ποταμοῦ καὶ ἰχθύα σιτέονται ὠμούς, τοὺς αἱρέουσι ἐκ πλοίων καλαμίνων ὁρμώμενοι· καλάμου δὲ ἓν γόνυ πλοῖον ἕκαστον ποιέεται.Υπάρχουν πολλά έθνη Ινδών κι η γλώσσα τους δεν είναι η ίδια, και άλλοι απ᾽ αυτούς είναι νομάδες, άλλοι όχι, και άλλοι κατοικούν στα έλη του ποταμού και τρέφονται με ωμά ψάρια που τα πιάνουν μέσα από καλαμένια πλεούμενα· και το κάθε πλεούμενο είναι καμωμένο από έναν αρμό καλαμιού.
[3.98.4]οὗτοι μὲν δὴ τῶν Ἰνδῶν φορέουσι ἐσθῆτα φλοΐνην· ἐπεὰν ἐκ τοῦ ποταμοῦ φλοῦν ἀμήσωνται καὶ κόψωσι, τὸ ἐνθεῦτεν φορμοῦ τρόπον καταπλέξαντες ὡς θώρηκα ἐνδύνουσι.Αυτοί μάλιστα οι Ινδοί φοράνε ρούχα από βούρλα: θερίζουν τα βούρλα από το ποτάμι, τα κοπανάνε και ύστερα τα πλέκουν ψάθα και τα φοράνε σαν θώρακα.
[3.99.1]ἄλλοι δὲ τῶν Ἰνδῶν πρὸς ἠῶ οἰκέοντες τούτων νομάδες εἰσί, κρεῶν ἐδεσταὶ ὠμῶν, καλέονται δὲ Παδαῖοι. νομαίοισι δὲ τοιοισίδε λέγονται χρᾶσθαι· ὃς ἂν κάμῃ τῶν ἀστῶν, ἤν τε γυνὴ ἤν τε ἀνήρ, τὸν μὲν ἄνδρα ἄνδρες οἱ μάλιστά οἱ ὁμιλέοντες κτείνουσι, φάμενοι αὐτὸν τηκόμενον τῇ νούσῳ τὰ κρέα σφίσι διαφθείρεσθαι· ὁ δὲ ἄπαρνός ἐστι μὴ μὲν νοσέειν· οἱ δὲ οὐ συγγινωσκόμενοι ἀποκτείναντες κατευωχέονται.Άλλοι τώρα Ινδοί, που κατοικούν στα ανατολικά των προηγουμένων, είναι νομάδες, τρώνε ωμά κρέατα και ονομάζονται Παδαίοι. Και λέγεται ότι έχουν τα εξής έθιμα: όταν αρρωστήσει κανένας συμπολίτης τους, άνδρας ή γυναίκα, αν είναι άνδρας, τότε οι άνδρες που είναι οι πιο στενοί του φίλοι τον σκοτώνουν, επειδή, λένε, τον λιώνει η αρρώστια κι αυτοί χάνουν το κρέας· αυτός ας αρνιέται ότι είναι άρρωστος, εκείνοι δεν τον πιστεύουν, μόνο τον σκοτώνουν και τον κάνουν τσιμπούσι.
[3.99.2]ἣ δὲ ἂν γυνὴ κάμῃ, ὡσαύτως αἱ ἐπιχρεώμεναι μάλιστα γυναῖκες ταὐτὰ τοῖσι ἀνδράσι ποιεῦσι. τὸν γὰρ δὴ ἐς γῆρας ἀπικόμενον θύσαντες κατευωχέονται. ἐς δὲ τούτου λόγον οὐ πολλοί τινες αὐτῶν ἀπικνέονται· πρὸ γὰρ τοῦ τὸν ἐς νοῦσον πίπτοντα πάντα κτείνουσι.Αν πάλι αρρωστήσει γυναίκα, παρόμοια οι γυναίκες που είναι οι καλύτερές της φιλενάδες κάνουν τα ίδια όπως κι οι άνδρες. Όσους φτάνουν στα γηρατειά, τους θυσιάζουν και τους κάνουν τσιμπούσι. Μόνο που δεν φτάνουν πολλοί σ᾽ αυτό το σημείο, επειδή προηγουμένως, όσους αρρωστήσουν, τους σκοτώνουν όλους.
[3.100.1]ἑτέρων δέ ἐστι Ἰνδῶν ὅδε ἄλλος τρόπος· οὔτε κτείνουσι οὐδὲν ἔμψυχον οὔτε τι σπείρουσι οὔτε οἰκίας νομίζουσι ἐκτῆσθαι ποιηφαγέουσί δε, καὶ αὐτοῖσι ἔστι ὅσον κέγχρος τὸ μέγαθος ἐν κάλυκι, αὐτόματον ἐκ τῆς γῆς γινόμενον, τὸ συλλέγοντες αὐτῇ τῇ κάλυκι ἕψουσί τε καὶ σιτέονται. ὃς δ᾽ ἂν ἐς νοῦσον αὐτῶν πέσῃ, ἐλθὼν ἐς τὴν ἔρημον κεῖται· φροντίζει δὲ οὐδεὶς οὔτε ἀποθανόντος οὔτε κάμνοντος.Άλλοι πάλι Ινδοί έχουν άλλη συνήθεια, την εξής: ούτε σκοτώνουν τίποτε έμψυχο ούτε σπέρνουν τίποτε ούτε συνηθίζουν να αποκτούν σπίτια, παρά τρώνε χόρτα, και έχουν ένα σπόρο με μέγεθος όσο το κεχρί, μέσα σε κάλυκα, που φυτρώνει μόνος του από τη γη, και τον μαζεύουν και μαζί με τον κάλυκα τον ψήνουν και τον τρώνε. Όποιος απ᾽ αυτούς αρρωστήσει, πηγαίνει και ξαπλώνει στην έρημο, και κανένας δεν τον φροντίζει, ούτε στην αρρώστια του ούτε όταν πεθάνει.
[3.101.1]μείξις δὲ τούτων τῶν Ἰνδῶν τῶν κατέλεξα πάντων ἐμφανής ἐστι κατά περ τῶν προβάτων, καὶ τὸ χρῶμα φορέουσι ὅμοιον πάντες καὶ παραπλήσιον Αἰθίοψι.Όλοι αυτοί οι Ινδοί που ανέφερα, σμίγουν φανερά, σαν τα ζωντανά και έχουν όλοι το ίδιο χρώμα, που είναι παραπλήσιο με των Αιθιόπων.
[3.101.2]ἡ γονὴ δὲ αὐτῶν, τὴν ἀπίενται ἐς τὰς γυναῖκας, οὐ κατά περ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἐστὶ λευκή, ἀλλὰ μέλαινα κατά περ τὸ χρῶμα· τοιαύτην δὲ καὶ Αἰθίοπες ἀπίενται θορήν. οὗτοι μὲν τῶν Ἰνδῶν ἑκαστέρω τῶν Περσέων οἰκέουσι καὶ πρὸς νότου ἀνέμου καὶ Δαρείου βασιλέος οὐδαμὰ ὑπήκουσαν.Το σπέρμα τους άλλωστε που χύνουν στις γυναίκες, δεν είναι άσπρο σαν των άλλων ανθρώπων, αλλά μαύρο σαν το χρώμα τους· ίδιο σπέρμα βγάζουν και οι Αιθίοπες. Αυτοί οι Ινδοί λοιπόν κατοικούν μακριά από τους Πέρσες και προς τον νότιο άνεμο, και ουδέποτε έγιναν υπήκοοι του βασιλιά Δαρείου.
[3.102.1]ἄλλοι δὲ τῶν Ἰνδῶν Κασπατύρῳ τε πόλι καὶ τῇ Πακτυϊκῇ χώρῃ εἰσὶ πρόσουροι, πρὸς ἄρκτου τε καὶ βορέω ἀνέμου κατοικημένοι τῶν ἄλλων Ἰνδῶν, οἳ Βακτρίοισι παραπλησίην ἔχουσι δίαιταν· οὗτοι καὶ μαχιμώτατοί εἰσι Ἰνδῶν καὶ οἱ ἐπὶ τὸν χρυσὸν στελλόμενοί εἰσι οὗτοι· κατὰ γὰρ τοῦτό ἐστι ἐρημίη διὰ τὴν ψάμμον.Άλλοι Ινδοί συνορεύουν με την πόλη Κασπάτυρο και την περιοχή της Πακτυικής, εγκατεστημένοι προς τον βόρειο άνεμο και προς τα βόρεια των άλλων Ινδών, και η διαβίωσή τους είναι παραπλήσια με των Βακτρίων· αυτοί είναι και οι μαχητικότεροι απ᾽ όλους τους Ινδούς και αυτοί ξεκινούν και πηγαίνουν για το χρυσάφι: γιατί σ᾽ εκείνα τα μέρη είναι έρημος εξαιτίας της άμμου.
[3.102.2]ἐν δὴ ὦν τῇ ἐρημίῃ ταύτῃ καὶ τῇ ψάμμῳ γίνονται μύρμηκες μεγάθεα ἔχοντες κυνῶν μὲν ἐλάσσονα, ἀλωπέκων δὲ μέζονα· εἰσὶ γὰρ αὐτῶν καὶ παρὰ βασιλέϊ τῷ Περσέων ἐνθεῦτεν θηρευθέντες. οὗτοι ὦν οἱ μύρμηκες ποιεύμενοι οἴκησιν ὑπὸ γῆν ἀναφορέουσι τὴν ψάμμον κατά περ οἱ ἐν τοῖσι Ἕλλησι μύρμηκες κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, εἰσὶ δὲ καὶ τὸ εἶδος ὁμοιότατοι· ἡ δὲ ψάμμος ἡ ἀναφερομένη ἐστὶ χρυσῖτις.Σ᾽ αυτή λοιπόν την έρημο και στην άμμο υπάρχουν κάτι μυρμήγκια που το μέγεθός τους είναι μικρότερο βέβαια από του σκύλου αλλά μεγαλύτερο από της αλεπούς· ο βασιλιάς των Περσών έχει μερικά απ᾽ αυτά, που τα έπιασαν εκεί. Αυτά λοιπόν τα μυρμήγκια φτιάχνουν τη φωλιά τους κάτω από τη γη και φέρνουν την άμμο απάνω, όπως ακριβώς κάνουν και στην Ελλάδα τα μυρμήγκια, με τον ίδιο τρόπο — άλλωστε τους μοιάζουν πολύ και στην εμφάνιση· η άμμος λοιπόν έρχεται στην επιφάνεια, είναι χρυσοφόρα,
[3.102.3]ἐπὶ δὴ ταύτην τὴν ψάμμον στέλλονται ἐς τὴν ἔρημον οἱ Ἰνδοί, ζευξάμενος ἕκαστος καμήλους τρεῖς, σειρηφόρον μὲν ἑκατέρωθεν ἔρσενα παρέλκειν, θήλεαν δὲ ἐς μέσον· ἐπὶ ταύτην δὴ αὐτὸς ἀναβαίνει, ἐπιτηδεύσας ὅκως ἀπὸ τέκνων ὡς νεωτάτων ἀποσπάσας ζεύξει· αἱ γάρ σφι κάμηλοι ἵππων οὐκ ἥσσονες ἐς ταχυτῆτά εἰσι, χωρὶς δὲ ἄχθεα δυνατώτεραι πολλὸν φέρειν.και γι᾽ αυτήν ακριβώς την άμμο ξεκινούν και πηγαίνουν στην έρημο οι Ινδοί, ζεύοντας ο καθένας τους τρεις καμήλες, δυο αρσενικές στα πλάγια για να σέρνουν με το σχοινί, και μια θηλυκιά στη μέση· αυτήν και καβαλικεύει ο καθένας τους, φροντίζοντας, όταν την ζεύει, να την αποχωρίζει από πολύ μικρά παιδιά· γιατί οι καμήλες οι δικές τους δεν είναι κατώτερες από τα άλογα στην ταχύτητα, και επιπλέον είναι πολύ πιο γερές στη μεταφορά φορτίων.
[3.103.1]τὸ μὲν δὴ εἶδος ὁκοῖόν τι ἔχει ἡ κάμηλος, ἐπισταμένοισι τοῖσι Ἕλλησι οὐ συγγράφω· τὸ δὲ μὴ ἐπιστέαται αὐτῆς, τοῦτο φράσω. κάμηλος ἐν τοῖσι ὀπισθίοισι σκέλεσι ἔχει τέσσερας μηροὺς καὶ γούνατα τέσσερα, τά τε αἰδοῖα διὰ τῶν ὀπισθίων σκελέων πρὸς τὴν οὐρὴν τετραμμένα.Την εμφάνιση τώρα της καμήλας, πώς είναι, δεν θα την περιγράψω, γιατί είναι πολύ γνωστή στους Έλληνες· θα μιλήσω ωστόσο για κάτι από αυτήν που δεν το ξέρουν: στα πισινά της σκέλια η καμήλα έχει τέσσερα μεριά και τέσσερα γόνατα, και τα γεννητικά της όργανα ανάμεσα στα πισινά της σκέλια είναι στραμμένα προς την ουρά.
[3.104.1]οἱ δὲ δὴ Ἰνδοὶ τρόπῳ τοιούτῳ καὶ ζεύξι τοιαύτῃ χρεώμενοι ἐλαύνουσι ἐπὶ τὸν χρυσὸν λελογισμένως ὅκως [ἂν] καυμάτων τῶν θερμοτάτων ἐόντων ἔσονται ἐν τῇ ἁρπαγῇ· ὑπὸ γὰρ τοῦ καύματος οἱ μύρμηκες ἀφανέες γίνονται ὑπὸ γῆν.Αυτόν λοιπόν τον τρόπο χρησιμοποιώντας οι Ινδοί και τέτοιας λογής ζέψιμο, ξεκινούν για το χρυσάφι, κάνοντας υπολογισμούς ώστε να φτάσουν και να το αρπάξουν την εποχή όπου υπάρχει ο μεγαλύτερος καύσωνας· γιατί εξαιτίας του καύσωνα τα μυρμήγκια χάνονται μέσα στη γη.
[3.104.2]θερμότατος δέ ἐστι ὁ ἥλιος τούτοισι τοῖσι ἀνθρώποισι τὸ ἑωθινόν, οὐ κατά περ τοῖσι ἄλλοισι μεσαμβρίης, ἀλλ᾽ ὑπερτείλας μέχρις οὗ ἀγορῆς διαλύσιος. τοῦτον δὲ τὸν χρόνον καίει πολλῷ μᾶλλον ἢ τῇ μεσαμβρίῃ τὴν Ἑλλάδα, οὕτως ὥστε ἐν ὕδατι λόγος αὐτούς ἐστι βρέχεσθαι τηνικαῦτα.Όσο για τον ήλιο, στον τόπο αυτών των ανθρώπων είναι πιο ζεστός το πρωί και όχι το μεσημέρι, όπως στους τόπους των άλλων ανθρώπων, αλλά αφότου θα ανατείλει ώς τη διάλυση της αγοράς. Στο διάστημα αυτό μάλιστα καίει πολύ περισσότερο απ᾽ όσο στην Ελλάδα το μεσημέρι, τόσο που λέγεται ότι τότε οι άνθρωποι καταβρέχονται με νερό.
[3.104.3]μεσοῦσα δὲ ἡ ἡμέρη σχεδὸν παραπλησίως καίει τούς ‹τε› ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τοὺς Ἰνδούς. ἀποκλινομένης δὲ τῆς μεσαμβρίης γίνεταί σφι ὁ ἥλιος κατά περ τοῖσι ἄλλοισι ὁ ἑωθινός. καὶ τὸ ἀπὸ τούτου ἀπιὼν ἐπὶ μᾶλλον ψύχει, ἐς ὃ ἐπὶ δυσμῇσι ἐὼν καὶ τὸ κάρτα ψύχει.Καθώς μεσημεριάζει, ο ήλιος καίει στους Ινδούς το ίδιο σχεδόν όσο και στους άλλους ανθρώπους. Και όταν περνάει πια το μεσημέρι, ο ήλιος εκεί γίνεται όπως είναι το πρωί στους τόπους των άλλων ανθρώπων. Αποκεί και ύστερα, όσο κατεβαίνει ο ήλιος, τόσο περισσότερο κρύο κάνει, και όταν πια φτάσει στη δύση του, τότε το κρύο είναι πολύ δυνατό.
[3.105.1]ἐπεὰν δὲ ἔλθωσι ἐς τὸν χῶρον οἱ Ἰνδοὶ ἔχοντες θυλάκια, ἐμπλήσαντες ταῦτα τῆς ψάμμου τὴν ταχίστην ἐλαύνουσι ὀπίσω· αὐτίκα γὰρ οἱ μύρμηκες ὀδμῇ, ὡς δὴ λέγεται ὑπὸ Περσέων, μαθόντες διώκουσι. εἶναι δὲ ταχυτῆτα οὐδενὶ ἑτέρῳ ὅμοιον, οὕτως ὥστε, εἰ μὴ προλαμβάνειν τοὺς Ἰνδοὺς τῆς ὁδοῦ ἐν ᾧ τοὺς μύρμηκας συλλέγεσθαι, οὐδένα ἄν σφεων ἀποσῴζεσθαι.Πηγαίνουν λοιπόν σ᾽ αυτή την περιοχή οι Ινδοί, και αφού γεμίσουν με άμμο τους σάκους που κουβαλούν μαζί τους, ξαναφεύγουν όσο μπορούν πιο γρήγορα γιατί τα μυρμήγκια, όπως τουλάχιστον λένε οι Πέρσες, τους καταλαβαίνουν αμέσως από τη μυρωδιά και τους παίρνουν στο κυνήγι. Και δεν έχουν τον όμοιό τους τα μυρμήγκια αυτά στη γρηγοράδα, τόσο που αν οι Ινδοί δεν προλάβαιναν να πάρουν δρόμο όταν αυτά συνάζονται, δεν θα γλίτωνε κανένας από δαύτους.
[3.105.2]τοὺς μέν νυν ἔρσενας τῶν καμήλων, εἶναι γὰρ ἥσσονας θέειν τῶν θηλέων, [καὶ] παραλύεσθαι ἐπελκομένους, οὐκ ὁμοῦ ἀμφοτέρους· τὰς δὲ θηλέας ἀναμιμνησκομένας τῶν ἔλιπον τέκνων ἐνδιδόναι μαλακὸν οὐδέν. τὸν μὲν δὴ πλέω τοῦ χρυσοῦ οὕτω [οἱ] Ἰνδοὶ κτῶνται, ὡς Πέρσαι φασί· ἄλλος δὲ σπανιώτερός ἐστι ἐν τῇ χώρῃ ὀρυσσόμενος.Τις αρσενικές λοιπόν καμήλες, που είναι κατώτερες από τις θηλυκές στο τρέξιμο, τις λύνουν καθώς σέρνονται, αλλά όχι και τις δύο ταυτόχρονα· οι θηλυκές όμως που θυμούνται τα μικρά τους που τα έχουν αφήσει, δεν κουράζονται καθόλου. Έτσι λοιπόν αποκτούν οι Ινδοί το μεγαλύτερο μέρος από το χρυσάφι, καθώς λένε οι Πέρσες· υπάρχει ωστόσο και άλλο χρυσάφι στη χώρα τους, από εξόρυξη, αλλά είναι σπανιότερο.
[3.106.1]Αἱ δ᾽ ἐσχατιαί κως τῆς οἰκεομένης τὰ κάλλιστα ἔλαχον, κατά περ ἡ Ἑλλὰς τὰς ὥρας πολλόν τι κάλλιστα κεκρημένας ἔλαχε.Κατά κάποιον τρόπο τώρα, στα πέρατα της οικουμένης η τύχη έδωσε τα ωραιότερα πράγματα, όπως ακριβώς στην Ελλάδα έδωσε το ωραιότερο συγκερασμένο κλίμα.
[3.106.2]τοῦτο μὲν γὰρ πρὸς τὴν ἠῶ ἐσχάτη τῶν οἰκεομένων ἡ Ἰνδική ἐστι, ὥσπερ ὀλίγῳ πρότερον εἴρηκα· ἐν ταύτῃ τοῦτο μὲν τὰ ἔμψυχα, τετράποδά τε καὶ τὰ πετεινά, πολλῷ μέζω ἢ ἐν τοῖσι ἄλλοισι χωρίοισί ἐστι, πάρεξ τῶν ἵππων (οὗτοι δὲ ἑσσοῦνται ὑπὸ τῶν Μηδικῶν, Νησαίων δὲ καλευμένων ἵππων), τοῦτο δὲ χρυσὸς ἄπλετος αὐτόθι ἐστί, ὁ μὲν ὀρυσσόμενος, ὁ δὲ καταφορεύμενος ὑπὸ [τῶν] ποταμῶν, ὁ δὲ ὥσπερ ἐσήμηνα ἁρπαζόμενος.Από τη μια η Ινδία είναι η μακρινότερη κατοικημένη χώρα προς τα ανατολικά, όπως είπα λίγο πριν, και εκεί, πρώτον, τα ζωντανά, τετράποδα και πετούμενα, είναι πολύ μεγαλύτερα παρ᾽ όσο στις άλλες χώρες· εκτός από τα άλογα (αυτά είναι μικρότερα από τα μηδικά, τα λεγόμενα Νησαία άλογα), και δεύτερον, υπάρχει εκεί άφθονο χρυσάφι, που άλλο το βγάζουν σκάβοντας, άλλο το κατεβάζουν τα ποτάμια κι άλλο το αρπάζουν όπως το περιέγραψα,
[3.106.3]τὰ δὲ δένδρεα τὰ ἄγρια αὐτόθι φέρει καρπὸν εἴρια καλλονῇ τε προφέροντα καὶ ἀρετῇ τῶν ἀπὸ τῶν ὀίων· καὶ ἐσθῆτι Ἰνδοὶ ἀπὸ τούτων τῶν δενδρέων χρέωνται.ενώ τα άγρια δέντρα εκεί βγάζουν για καρπό μαλλί ωραιότερο και καλύτερο από των προβάτων, και πράγματι οι Ινδοί φτιάχνουν ρούχα απ᾽ αυτά τα δέντρα.
[3.107.1]πρὸς δ᾽ αὖ μεσαμβρίης ἐσχάτη Ἀραβίη τῶν οἰκεομένων χωρέων ἐστί, ἐν δὲ ταύτῃ λιβανωτός τέ ἐστι μούνῃ χωρέων πασέων φυόμενος καὶ σμύρνη καὶ κασίη καὶ κινάμωμον καὶ λήδανον. ταῦτα πάντα πλὴν τῆς σμύρνης δυσπετέως κτῶνται οἱ Ἀράβιοι.Από την άλλη, η Αραβία είναι η μακρινότερη από τις κατοικημένες χώρες προς τα νότια, και εκεί είναι ο μόνος απ᾽ όλους τους τόπους όπου φυτρώνουν ο λιβανωτός, η σμύρνα, η κασία, η κανέλα και το λάδανο. Όλα αυτά εκτός από τη σμύρνα, οι Άραβες τα μαζεύουν με δυσκολία.
[3.107.2]τὸν μέν γε λιβανωτὸν συλλέγουσι τὴν στύρακα θυμιῶντες, τὴν ἐς Ἕλληνας Φοίνικες ἐξάγουσι· ταύτην θυμιῶντες λαμβάνουσι· τὰ γὰρ δένδρεα ταῦτα τὰ λιβανωτοφόρα ὄφιες ὑπόπτεροι, σμικροὶ τὰ μεγάθεα, ποικίλοι τὰ εἴδεα, φυλάσσουσι πλήθεϊ πολλοὶ περὶ δένδρον ἕκαστον, οὗτοι οἵ περ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ἐπιστρατεύονται. οὐδενὶ δὲ ἄλλῳ ἀπελαύνονται ἀπὸ τῶν δενδρέων ἢ τῆς στύρακος τῷ καπνῷ.Τον λιβανωτό πάντως τον μαζεύουν καίγοντας θυμίαμα από μοσχολίβανο, αυτό που οι Φοίνικες εξάγουν στην Ελλάδα· μ᾽ αυτό το θυμίαμα παίρνουν τον λιβανωτό· γιατί τα δέντρα αυτά που βγάζουν τον λιβανωτό τα φυλάνε φίδια, μικρά στο μέγεθος, με ποικιλόχρωμη εμφάνιση, και γύρω στο κάθε δέντρο φυλάνε μεγάλο πλήθος από δαύτα, και είναι τα ίδια αυτά που ξεκινούν για να εισβάλουν στην Αίγυπτο. Και με κανέναν άλλον τρόπο δεν μπορεί κανείς να τα διώξει από τα δέντρα παρά μόνο με τον καπνό από μοσχολίβανο.
[3.108.1]λέγουσι δὲ καὶ τόδε Ἀράβιοι, ὡς πᾶσα ἂν γῆ ἐπίμπλατο τῶν ὀφίων τούτων, εἰ μὴ γίνεσθαι κατ᾽ αὐτοὺς οἷόν τι κατὰ τὰς ἐχίδνας ἠπιστάμην γίνεσθαι.Λένε και τούτο ωστόσο οι Άραβες, ότι όλη η γη θα γέμιζε απ᾽ αυτά τα φίδια, αν δεν συνέβαινε και στην περίπτωσή τους ό,τι συμβαίνει, όπως έμαθα, και με τις έχιδνες.
[3.108.2]καί κως τοῦ θείου ἡ προνοίη, ὥσπερ καὶ οἰκός ἐστι, ἐοῦσα σοφή, ὅσα μὲν [γὰρ] ψυχήν τε δειλὰ καὶ ἐδώδιμα, ταῦτα μὲν πάντα πολύγονα πεποίηκε, ἵνα μὴ ἐπιλίπῃ κατεσθιόμενα, ὅσα δὲ σχέτλια καὶ ἀνιηρά, ὀλιγόγονα.Πράγματι, με τον τρόπο της και όπως είναι λογικό, η θεία πρόνοια, σοφή καθώς είναι, όσα πλάσματα έχουν δειλή ψυχή και τρώγονται, τα έκανε όλα έτσι που να γεννούν πολλά μικρά ώστε να μην εξαλειφθούν με το φάγωμα, ενώ όσα είναι άγρια και επιθετικά, τα έκανε να γεννούν λίγα μικρά.
[3.108.3]τοῦτο μέν, ὅτι ὁ λαγὸς ὑπὸ παντὸς θηρεύεται θηρίου καὶ ὄρνιθος καὶ ἀνθρώπου, οὕτω δή τι πολύγονός ἐστι· ἐπικυΐσκεται μοῦνον πάντων θηρίων, καὶ τὸ μὲν δασὺ τῶν τέκνων ἐν τῇ γαστρί, τὸ δὲ ψιλόν, τὸ δὲ ἄρτι ἐν τῇσι μήτρῃσι πλάσσεται, τὸ δὲ ἀναιρέεται.Και γι᾽ αυτό ακριβώς ο λαγός, που τον κυνηγούν όλοι, ζώα, όρνια και άνθρωποι, γεννάει τόσα πολλά μικρά: απ᾽ όλα τα ζώα είναι το μόνο που γκαστρώνεται όντας γκαστρωμένο, και από τα μικρά του μέσα στην κοιλιά της μάνας άλλο έχει βγάλει τρίχωμα, άλλο είναι γυμνό ακόμη, άλλο μόλις σχηματίζεται μέσα στη μήτρα και άλλο μόλις γονιμοποιείται.
[3.108.4]τοῦτο μὲν δὴ τοιοῦτόν ἐστι, ἡ δὲ δὴ λέαινα, ἐὸν ἰσχυρότατον καὶ θρασύτατον, ἅπαξ ἐν τῷ βίῳ τίκτει ἕν· τίκτουσα γὰρ συνεκβάλλει τῷ τέκνῳ τὰς μήτρας. τὸ δὲ αἴτιον τούτου τόδε ἐστί· ἐπεὰν ὁ σκύμνος ἐν τῇ μητρὶ ἐὼν ἄρχηται διακινεόμενος, ὁ δὲ ἔχων ὄνυχας θηρίων πολλὸν πάντων ὀξυτάτους ἀμύσσει τὰς μήτρας, αὐξόμενός τε δὴ πολλῷ μᾶλλον ἐσικνέεται καταγράφων· πέλας τε δὴ ὁ τόκος ἐστὶ καὶ τὸ παράπαν λείπεται αὐτέων ὑγιὲς οὐδέν.Τέτοιας λογής λοιπόν είναι ο λαγός, ενώ ή λέαινα, εξαιρετικά γερή και άγρια, γεννάει μόνο μια φορά στη ζωή της ένα μικρό: γιατί καθώς γεννάει, βγάζει μαζί με το μικρό και τη μήτρα της. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό, είναι ο εξής: όταν το λιονταράκι αρχίζει να κουνιέται, μέσα στη μήτρα ακόμη, με τα νύχια του, που είναι τα πιο μυτερά από όλων των ζώων, γρατζουνάει τη μήτρα, και όσο μεγαλώνει, τόσο πιο βαθιά εισχωρεί γρατζουνώντας· όταν λοιπόν πλησιάζει η γέννα, από τη μήτρα δεν έχει μείνει τίποτε γερό.
[3.109.1]ὣς δὲ καὶ αἱ ἔχιδναί τε καὶ οἱ ἐν Ἀραβίοισι ὑπόπτεροι ὄφιες εἰ ἐγίνοντο ὡς ἡ φύσις αὐτοῖσι ὑπάρχει, οὐκ ἂν ἦν βιώσιμα ἀνθρώποισι· νῦν δὲ ἐπεὰν θορνύωνται κατὰ ζεύγεα καὶ ἐν αὐτῇ ᾖ ὁ ἔρσην τῇ ἐκποιήσι, ἀπιεμένου αὐτοῦ τὴν γονὴν ἡ θήλεα ἅπτεται τῆς δειρῆς καὶ ἐμφῦσα οὐκ ἀνίει πρὶν [ἂν] διαφάγῃ.Το ίδιο και οι οχιές και τα φτερωτά φίδια των Αράβων: αν γεννιόνταν όπως το ορίζει η φύση τους, οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να ζήσουν· τώρα όμως, όταν σμίγουν τα ζευγάρια και ο αρσενικός είναι έτοιμος να εκσπερματίσει, μόλις αφήσει το σπέρμα του, η θηλυκιά τον αδράχνει από τον λαιμό, και όταν τον τσακώσει, δεν του αφήνει τον λαιμό προτού τον κόψει.
[3.109.2]ὁ μὲν δὴ ἔρσην ἀποθνῄσκει τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ, ἡ δὲ θήλεα τίσιν τοιήνδε ἀποτίνει τῷ ἔρσενι· τῷ γονέϊ τιμωρέοντα ἔτι ἐν [τῇ] γαστρὶ ἐόντα τὰ τέκνα διεσθίει τὴν μητέρα, διαφαγόντα δὲ τὴν νηδὺν αὐτῆς οὕτω τὴν ἔκδυσιν ποιέεται.Το αρσενικό λοιπόν πεθαίνει με τον παραπάνω τρόπο, αλλά και το θηλυκό τιμωρείται για το αρσενικό με την εξής τιμωρία: εκδικούμενα τον πατέρα τους τα μικρά, μέσα στην κοιλιά της μάνας τους ακόμη, τη μασουλάνε, και με αυτόν τον τρόπο βγαίνουν έξω, αφού τρυπήσουν την κοιλιά τρώγοντάς την.
[3.109.3]οἱ δὲ ἄλλοι ὄφιες ἐόντες ἀνθρώπων οὐ δηλήμονες τίκτουσί τε ᾠὰ καὶ ἐκλέπουσι πολλόν τι χρῆμα τῶν τέκνων. Αἱ μέν νυν ἔχιδναι κατὰ πᾶσαν [τὴν] γῆν εἰσι, οἱ δὲ ὑπόπτεροι ἐόντες ἀθρόοι εἰσὶ ἐν τῇ Ἀραβίῃ καὶ οὐδαμῇ ἄλλῃ· κατὰ τοῦτο δοκέουσι πολλοὶ εἶναι.Τα άλλα φίδια όμως, που δεν είναι βλαβερά για τους ανθρώπους, γεννούν αυγά και εκκολάπτουν άφθονα μικρά. Οι έχιδνες ωστόσο βρίσκονται παντού στη γη, ενώ τα φτερωτά φίδια είναι μαζεμένα στην Αραβία και πουθενά αλλού· γι᾽ αυτό φαίνονται ότι είναι πολλά.
[3.110.1]Τὸν μὲν δὴ λιβανωτὸν τοῦτον οὕτω κτῶνται Ἀράβιοι, τὴν δὲ κασίην ὧδε· ἐπεὰν καταδήσωνται βύρσῃσι καὶ δέρμασι ἄλλοισι πᾶν τὸ σῶμα καὶ τὸ πρόσωπον πλὴν αὐτῶν τῶν ὀφθαλμῶν, ἔρχονται ἐπὶ τὴν κασίην· ἡ δὲ ἐν λίμνῃ φύεται οὐ βαθέῃ, περὶ δὲ αὐτὴν καὶ ἐν αὐτῇ αὐλίζεταί κου θηρία πτερωτά, τῇσι νυκτερίσι προσείκελα μάλιστα, καὶ τέτριγε δεινόν, καὶ ἐς ἀλκὴν ἄλκιμα· τὰ δεῖ ἀπαμυνομένους ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν οὕτω δρέπειν τὴν κασίην.Έτσι λοιπόν μαζεύουν αυτόν τον λιβανωτό οι Άραβες, κι όσο για την κασία ως εξής: τυλίγουν με δέρματα και διάφορα τομάρια όλο το σώμα και το πρόσωπο, εκτός από τα μάτια τους, και ύστερα ξεκινούν για την κασία· η κασία τώρα φυτρώνει σε λίμνη όχι βαθιά, που γύρω της και μέσα της έχουν εδώ κι εκεί τις φωλιές τους κάτι ζώα φτερωτά, που μοιάζουν πολύ με νυχτερίδες, σκληρίζουν τρομερά και έχουν μεγάλη δύναμη — φυλάγοντας τα μάτια τους απ᾽ αυτά τα ζώα οι Άραβες συνάζουν την κασία.
[3.111.1]τὸ δὲ δὴ κινάμωμον ἔτι τούτων θωμαστότερον συλλέγουσι· ὅκου μὲν γὰρ γίνεται καὶ ἥτις μιν γῆ ἡ τρέφουσά ἐστι, οὐκ ἔχουσι εἰπεῖν, πλὴν ὅτι λόγῳ οἰκότι χρεώμενοι ἐν τοῖσδε χωρίοισί φασί τινες αὐτὸ φύεσθαι ἐν τοῖσι ὁ Διόνυσος ἐτράφη.Την κανέλα όμως την μαζεύουν με τρόπο ακόμη πιο παράξενο από τούτον· το πού βγαίνει ωστόσο και ποιός είναι ο τόπος που την τρέφει, δεν ξέρουν να το πουν, παρεκτός μερικοί που υποστηρίζουν ότι φυτρώνει στους τόπους εκείνους όπου ανατράφηκε ο Διόνυσος, αλλά αυτοί μιλούν με εικασίες, αν και πιθανές.
[3.111.2]ὄρνιθας δὲ λέγουσι μεγάλας φορέειν ταῦτα τὰ κάρφεα τὰ ἡμεῖς ἀπὸ Φοινίκων μαθόντες κινάμωμον καλέομεν, φορέειν δὲ τὰς ὄρνιθας ἐς νεοσσιὰς προσπεπλασμένας ἐκ πηλοῦ πρὸς ἀποκρήμνοισι ὄρεσι, ἔνθα πρόσβασιν ἀνθρώπῳ οὐδεμίαν εἶναι.Και λένε ότι πουλιά μεγάλα κουβαλούν τα ξυλάκια αυτά που εμείς μάθαμε από τους Φοίνικες να τα λέμε κανέλα, και τα κουβαλούν στις φωλιές τους, που είναι πλασμένες από λάσπη και κολλημένες σε απόκρημνα βουνά, όπου δεν υπάρχει πρόσβαση για τον άνθρωπο.
[3.111.3]πρὸς ὦν δὴ ταῦτα τοὺς Ἀραβίους σοφίζεσθαι τάδε, βοῶν τε καὶ ὄνων τῶν ἀπογινομένων καὶ τῶν ἄλλων ὑποζυγίων τὰ μέλεα διαταμόντας ὡς μέγιστα κομίζειν ἐς ταῦτα τὰ χωρία καί σφεα θέντας ἀγχοῦ τῶν νεοσσιέων ἀπαλλάσσεσθαι ἑκὰς αὐτέων· τὰς δὲ ὄρνιθας καταπταμένας [αὐτῶν] τὰ μέλεα τῶν ὑποζυγίων ἀναφορέειν ἐπὶ τὰς νεοσσιάς, τὰς δὲ οὐ δυναμένας ἴσχειν καταρρήγνυσθαι ἐπὶ γῆν, τοὺς δὲ ἐπιόντας συλλέγειν. οὕτω μὲν τὸ κινάμωμον συλλεγόμενον ἐκ τούτων ἀπικνέεσθαι ἐς τὰς ἄλλας χώρας.Απέναντι σε όλα αυτά οι Άραβες σκαρφίζονται τα εξής: κόβουν σε κομμάτια όσο γίνεται μεγαλύτερα τα μέλη των βοδιών, των γαϊδουριών και των άλλων υποζυγίων όταν ψοφήσουν, τα κουβαλούν σ᾽ αυτά τα σημεία, τα απιθώνουν κοντά στις φωλιές και ξεμακραίνουν· τα πουλιά τώρα πετούν και κατεβαίνουν ώς τα μέλη των υποζυγίων και τα ανεβάζουν επάνω στις φωλιές, αλλά αυτές δεν μπορούν να τα σηκώσουν, οπότε γκρεμίζονται και πέφτουν, και τότε αυτοί πηγαίνουν και μαζεύουν την κανέλα. Αφού λοιπόν μαζέψουν την κανέλα μ᾽ αυτόν τον τρόπο οι Άραβες, τη στέλνουν στις άλλες χώρες.
[3.112.1]τὸ δὲ δὴ λήδανον, τὸ καλέουσι Ἀράβιοι λάδανον, ἔτι τούτου θωμασιώτερον γίνεται. ἐν γὰρ δυσοδμοτάτῳ γινόμενον εὐωδέστατόν ἐστι· τῶν γὰρ αἰγῶν τῶν τράγων ἐν τοῖσι πώγωσι εὑρίσκεται ἐγγινόμενον οἷον γλοιός ἀπὸ τῆς ὕλης. χρήσιμον δ᾽ ἐς πολλὰ τῶν μύρων ἐστί, θυμιῶσί τε μάλιστα τοῦτο Ἀράβιοι.Το μαστίχι ωστόσο, που οι Άραβες το λένε λάδανο, βγαίνει με τρόπον ακόμη πιο αξιοθαύμαστο· γιατί ενώ προέρχεται από σημείο που βρωμοκοπάει, αυτό έχει θαυμάσιαν ευωδιά: βρίσκεται δηλαδή στα γένια των τράγων, όπου κολλάει από τα κλαριά. Χρησιμοποιείται σε πολλά αρώματα, και με αυτό θυμιατίζουν οι Άραβες το πιο πολύ.
[3.113.1]Τοσαῦτα μὲν θυωμάτων πέρι εἰρήσθω, ἀπόζει δὲ τῆς χώρης τῆς Ἀραβίης θεσπέσιον ὡς ἡδύ. δύο δὲ γένεα ὀΐων σφι ἔστι θώματος ἄξια, τὰ οὐδαμόθι ἑτέρωθι ἔστι. τὸ μὲν αὐτῶν ἕτερον ἔχει τὰς οὐρὰς μακράς, τριῶν πήχεων οὐκ ἐλάσσονας, τὰς εἴ τις ἐπείη σφι ἐπέλκειν, ἕλκεα ἂν ἔχοιεν ἀνατριβομένων πρὸς τῇ γῇ τῶν οὐρέων·Αυτά λοιπόν είχα να πω για τα αρώματα — η χώρα της Αραβίας πάντως αναδίνει ολόκληρη θεσπέσια ευωδιά. Και υπάρχουν εκεί δυο αξιοθαύμαστα είδη πρόβατα, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού· το ένα απ᾽ αυτά έχει την ουρά μακριά, όχι λιγότερο από τρεις πήχες, έτσι που αν άφηναν αυτά τα πρόβατα να τη σέρνουν πίσω τους, θα γέμιζε πληγές καθώς θα τριβόταν στο έδαφος·
[3.113.2]νῦν δ᾽ ἅπας τις τῶν ποιμένων ἐπίσταται ξυλοργέειν ἐς τοσοῦτον· ἁμαξίδας γὰρ ποιεῦντες ὑποδέουσι αὐτὰς τῇσι οὐρῇσι, ἑνὸς ἑκάστου κτήνεος τὴν οὐρὴν ἐπὶ ἁμαξίδα ἑκάστην καταδέοντες. τὸ δὲ ἕτερον γένος τῶν ὀΐων τὰς οὐρὰς πλατέας φορέουσι καὶ ἐπὶ πῆχυν πλάτος.όλοι οι βοσκοί ωστόσο ξέρουν κάτι από ξυλουργική: φτιάχνουν δηλαδή καροτσάκια που τα δένουν κάτω από τις ουρές έτσι ώστε το κάθε ζώο έχει την ουρά του δεμένη μ᾽ ένα καροτσάκι. Το άλλο είδος τα πρόβατα έχουν πλατιές ουρές, ώς έναν πήχη πλάτος.
[3.114.1]Ἀποκλινομένης δὲ μεσαμβρίης παρήκει πρὸς δύνοντα ἥλιον ἡ Αἰθιοπίη χώρη ἐσχάτη τῶν οἰκεομένων· αὕτη δὲ χρυσόν τε φέρει πολλὸν καὶ ἐλέφαντας ἀμφιλαφέας καὶ δένδρεα πάντα ἄγρια καὶ ἔβενον καὶ ἄνδρας μεγίστους καὶ καλλίστους καὶ μακροβιωτάτους.Εκεί όπου ο νότος κλείνει προς τη μεριά όπου δύει ο ήλιος, εκτείνεται η Αιθιοπία, η πιο μακρινή από τις κατοικημένες χώρες· βγάζει πολύ χρυσάφι, πελώριους ελέφαντες, άγρια δέντρα κάθε λογής, έβενο και ανθρώπους πανύψηλους, πολύ όμορφους και που ζουν πολλά χρόνια.
[3.115.1]Αὗται μέν νυν ἔν τε τῇ Ἀσίῃ ἐσχατιαί εἰσι καὶ ἐν τῇ Λιβύῃ· περὶ δὲ τῶν ἐν τῇ Εὐρώπῃ τῶν πρὸς ἑσπέρην ἐσχατιέων ἔχω μὲν οὐκ ἀτρεκέως λέγειν· οὔτε γὰρ ἔγωγε ἐνδέκομαι Ἠριδανόν τινα καλέεσθαι πρὸς βαρβάρων ποταμὸν ἐκδιδόντα ἐς θάλασσαν τὴν πρὸς βορέην ἄνεμον, ἀπ᾽ ὅτευ τὸ ἤλεκτρον φοιτᾶν λόγος ἐστί, οὔτε νήσους οἶδα Κασσιτερίδας ἐούσας, ἐκ τῶν ὁ κασσίτερος ἡμῖν φοιτᾷ.Αυτές λοιπόν είναι οι εσχατιές της Ασίας αλλά και της Λιβύης· όσο για τις εσχατιές της Ευρώπης προς τα δυτικά, δεν είμαι σε θέση να μιλήσω με ακρίβεια· εγώ πάντως δεν παραδέχομαι ότι υπάρχει κανένας ποταμός που οι βάρβαροι τον λένε Ηριδανό, που χύνεται στη θάλασσα προς τον βορινό άνεμο κι απ᾽ όπου λέγεται ότι έρχεται το κεχριμπάρι, ούτε ξέρω να υπάρχουν τίποτε νησιά Κασσιτερίδες απ᾽ όπου μας έρχεται ο κασσίτερος.
[3.115.2]τοῦτο μὲν γὰρ ὁ Ἠριδανὸς αὐτὸ κατηγορέει τὸ οὔνομα ὡς ἔστι Ἑλληνικὸν καὶ οὐ βάρβαρον, ὑπὸ ποιητέω δέ τινος ποιηθέν· τοῦτο δὲ οὐδενὸς αὐτόπτεω γενομένου δύναμαι ἀκοῦσαι, τοῦτο μελετῶν, ὅκως θάλασσά ἐστι τὰ ἐπέκεινα τῆς Εὐρώπης. ἐξ ἐσχάτης δ᾽ ὦν ὅ τε κασσίτερος ἡμῖν φοιτᾷ καὶ τὸ ἤλεκτρον.Πρώτα πρώτα ο Ηριδανός το μαρτυρεί από μόνος του ότι το όνομά του είναι ελληνικό κι όχι βαρβαρικό, δημιούργημα κάποιου ποιητή· έπειτα, ερεύνησα το θέμα, και από κανέναν αυτόπτη δεν μπόρεσα να πληροφορηθώ ότι πέρα από την Ευρώπη υπάρχει θάλασσα. Πάντως, κασσίτερος και κεχριμπάρι μάς έρχονται από τα πέρατα του κόσμου.
[3.116.1]πρὸς δὲ ἄρκτου τῆς Εὐρώπης πολλῷ τι πλεῖστος χρυσὸς φαίνεται ἐών. ὅκως μὲν γινόμενος, οὐκ ἔχω οὐδὲ τοῦτο ἀτρεκέως εἶπαι, λέγεται δὲ ὑπὲκ τῶν γρυπῶν ἁρπάζειν Ἀριμασποὺς ἄνδρας μουνοφθάλμους.Τώρα, στα βόρεια της Ευρώπης φαίνεται ότι υπάρχει περισσότερο χρυσάφι παρ᾽ όσο οπουδήποτε αλλού. Το πώς το αποκτούν, ούτε αυτό είμαι σε θέση να το πω με ακρίβεια — λέγεται πάντως ότι οι Αριμασποί, άνθρωποι μονόφθαλμοι, κάπως το αρπάζουν από τους γρύπες.
[3.116.2]πείθομαι δὲ οὐδὲ τοῦτο, ὅκως μουνόφθαλμοι ἄνδρες φύονται, φύσιν ἔχοντες τὴν ἄλλην ὁμοίην τοῖσι ἄλλοισι ἀνθρώποισι.Δεν το πιστεύω ούτε αυτό, ότι δηλαδή γεννιούνται άνθρωποι μονόφθαλμοι, αλλά όμοιοι κατά τα άλλα με τους άλλους ανθρώπους.
[3.116.3]αἱ δὲ ὦν ἐσχατιαὶ οἴκασι, περικληίουσαι τὴν ἄλλην χώρην καὶ ἐντὸς ἀπέργουσαι, τὰ κάλλιστα δοκέοντα ἡμῖν εἶναι καὶ σπανιώτατα ἔχειν αὐτά.Φαίνεται πάντως ότι τα πέρατα του κόσμου, που περιβάλλουν και περικλείνουν εντός τους την υπόλοιπη γη, έχουν τα πράγματα που εμείς θεωρούμε ότι είναι τα ομορφότερα και τα σπανιότερα.
[3.117.1]Ἔστι δὲ πεδίον ἐν τῇ Ἀσίῃ περικεκληιμένον ὄρεϊ πάντοθεν, διασφάγες δὲ τοῦ ὄρεός εἰσι πέντε· τοῦτο τὸ πεδίον ἦν μέν κοτε Χορασμίων, ἐν οὔροισι ἐὸν Χορασμίων τε αὐτῶν καὶ Ὑρκανίων καὶ Πάρθων καὶ Σαραγγέων καὶ Θαμαναίων, ἐπείτε δὲ Πέρσαι ἔχουσι τὸ κράτος, ἐστὶ τοῦ βασιλέος.Στην Ασία ωστόσο υπάρχει μια πεδιάδα που την κλείνουν από παντού βουνά, και ανάμεσα στα βουνά υπάρχουν πέντε χαράδρες· η πεδιάδα αυτή ανήκε κάποτε στους Χορασμίους —βρίσκεται στα σύνορα των Χορασμίων με τους Υρκανίους, τους Πάρθους, τους Σαράγγες και τους Θαμαναίους— αλλά αφότου κυριάρχησαν οι Πέρσες, ανήκει στον βασιλέα.
[3.117.2]ἐκ δὴ ὦν τοῦ περικληίοντος ὄρεος τούτου ῥέει ποταμὸς μέγας, οὔνομα δέ οἵ ἐστι Ἄκης. οὗτος πρότερον μὲν ἄρδεσκε διαλελαμμένος πενταχοῦ τούτων τῶν εἰρημένων τὰς χώρας, διὰ διασφάγος ἀγόμενος ἑκάστης ἑκάστοισι, ἐπείτε δὲ ὑπὸ τῷ Πέρσῃ εἰσί, πεπόνθασι τοιόνδε·Από τα βουνά λοιπόν αυτά που κλείνουν γύρω γύρω την πεδιάδα, κυλάει ποταμός μεγάλος, Άκης τ᾽ όνομά του. Στο παρελθόν, ο ποταμός αυτός, χωρισμένος σε πέντε κατευθύνσεις, άρδευε όλους μαζί τους τόπους των εθνών που ανέφερα, φτιάνοντας στον καθένα από μια χαράδρα· αφότου όμως τα έθνη αυτά υποτάχθηκαν στους Πέρσες, έχουν πάθει το εξής:
[3.117.3]τὰς διασφάγας τῶν ὀρέων ἐνδείμας ὁ βασιλεὺς πύλας ἐπ᾽ ἑκάστῃ διασφάγι ἔστησε, ἀποκεκληιμένου δὲ τοῦ ὕδατος τῆς διεξόδου τὸ πεδίον τὸ ἐντὸς τῶν ὀρέων πέλαγος γίνεται, ἐσδιδόντος μὲν τοῦ ποταμοῦ, ἔχοντος δὲ οὐδαμῇ ἐξήλυσιν.ο βασιλιάς έφραξε τις χαράδρες ανάμεσα στα βουνά βάζοντας από μια πύλη στην καθεμιά, και όπως το νερό είναι αποκλεισμένο και χωρίς διέξοδο, η πεδιάδα ανάμεσα στα βουνά γίνεται πέλαγος, γιατί ο ποταμός χύνεται μέσα εκεί αλλά δεν έχει από πουθενά διαφυγή.
[3.117.4]οὗτοι ὦν οἵ περ ἔμπροσθε ἐώθεσαν χρᾶσθαι τῷ ὕδατι, οὐκ ἔχοντες αὐτῷ χρᾶσθαι συμφορῇ μεγάλῃ διαχρέωνται. τὸν μὲν γὰρ χειμῶνα ὕει σφι ὁ θεὸς ὥσπερ καὶ τοῖσι ἄλλοισι ἀνθρώποισι, τοῦ δὲ θέρεος σπείροντες μελίνην καὶ σήσαμον χρηίσκονται τῷ ὕδατι.Όσοι λοιπόν στο παρελθόν είχαν συνηθίσει να χρησιμοποιούν το νερό, μην μπορώντας τώρα να το χρησιμοποιήσουν, έχουν πάθει μεγάλη συμφορά. Γιατί τον χειμώνα βέβαια βρέχει ο θεός και γι᾽ αυτούς, όπως και για τους άλλους ανθρώπους, αλλά το καλοκαίρι χρειάζεται νερό για να σπείρουν το κεχρί και το σουσάμι.
[3.117.5]ἐπεὰν ὦν μηδέν σφι παραδιδῶται τοῦ ὕδατος, ἐλθόντες ἐς τοὺς Πέρσας αὐτοί τε καὶ γυναῖκες, στάντες κατὰ τὰς θύρας τοῦ βασιλέος βοῶσι ὠρυόμενοι, ὁ δὲ βασιλεὺς τοῖσι δεομένοισι αὐτῶν μάλιστα ἐντέλλεται ἀνοίγειν τὰς πύλας τὰς ἐς τούτους φερούσας.Επειδή λοιπόν δεν τους δίνουν καθόλου νερό, αυτοί πηγαίνουν στην Περσία, οι ίδιοι και οι γυναίκες τους, στήνονται μπροστά στην πόρτα του βασιλιά και φωνάζουν και ωρύονται, και τότε ο βασιλιάς προστάζει και ανοίγουν τις πύλες που οδηγούν στις περιοχές εκείνων που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.
[3.117.6]ἐπεὰν δὲ διάκορος ἡ γῆ σφεων γένηται πίνουσα τὸ ὕδωρ, αὗται μὲν αἱ πύλαι ἀποκληίονται, ἄλλας δ᾽ ἐντέλλεται ἀνοίγειν ἄλλοισι τοῖσι δεομένοισι μάλιστα τῶν λοιπῶν. ὡς δ᾽ ἐγὼ οἶδα ἀκούσας, χρήματα μεγάλα πρησσόμενος ἀνοίγει πάρεξ τοῦ φόρου. ταῦτα μὲν δὴ ἔχει οὕτω.Και όταν η γη τους πιει νερό και χορτάσει, οι πύλες αυτές κλείνονται, και ο βασιλιάς προστάζει και ανοίγουν άλλες, για εκείνους που από τους υπόλοιπους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη. Και όπως γνωρίζω εξ ακοής, για ν᾽ ανοίξει τις πύλες ο βασιλιάς, εισπράττει πολλά χρήματα πέρα από τους φόρους. Έτσι είναι λοιπόν αυτά τα πράγματα.
[3.118.1]Τῶν δὲ τῷ μάγῳ ἐπαναστάντων ἑπτὰ ἀνδρῶν ἕνα [αὐτῶν] Ἰνταφρένεα κατέλαβε ὑβρίσαντα τάδε ἀποθανεῖν αὐτίκα μετὰ τὴν ἐπανάστασιν· ἤθελε ἐς τὰ βασιλήια ἐσελθὼν χρηματίσασθαι τῷ βασιλέϊ· καὶ γὰρ δὴ καὶ ὁ νόμος οὕτω εἶχε, τοῖσι ἐπαναστᾶσι τῷ μάγῳ ἔσοδον εἶναι παρὰ βασιλέα ἄνευ ἀγγέλου, ἢν μὴ γυναικὶ τυγχάνῃ μισγόμενος βασιλεύς.Ο Ινταφρένης τώρα, ένας από τους επτά άνδρες που είχαν επαναστατήσει κατά του Μάγου, ευθύς μετά την επανάσταση τα πράγματα το έφεραν να θανατωθεί, επειδή έκανε πράξη προσβλητική, την ακόλουθη: θέλησε να μπει στα ανάκτορα για να κουβεντιάσει με τον βασιλιά· και πράγματι έτσι ήταν ο νόμος: αυτοί που είχαν κάνει την επανάσταση κατά του Μάγου να μπορούν να βλέπουν τον βασιλιά χωρίς να αναγγέλλονται, εκτός αν ο βασιλιάς τύχαινε να σμίγει εκείνη την ώρα με γυναίκα.
[3.118.2]οὐκ ὦν δὴ ὁ Ἰνταφρένης ἐδικαίου οὐδένα οἱ ἐσαγγεῖλαι, ἀλλ᾽, ὅτι ἦν τῶν ἑπτά, ἐσιέναι ἤθελε· ὁ δὲ πυλουρὸς καὶ ὁ ἀγγελιηφόρος οὐ περιώρων, φάμενοι τὸν βασιλέα γυναικὶ μίσγεσθαι. ὁ δὲ Ἰνταφρένης δοκέων σφέας ψεύδεα λέγειν ποιέει τοιάδε· σπασάμενος τὸν ἀκινάκεα ἀποτάμνει αὐτῶν τά τε ὦτα καὶ τὰς ῥῖνας, καὶ ἀνείρας περὶ τὸν χαλινὸν τοῦ ἵππου περὶ τοὺς αὐχένας σφέων ἔδησε καὶ ἀπῆκε.Ο Ινταφρένης λοιπόν, επικαλούμενος το δικαίωμά του να μην τον αναγγέλλει κανένας, αφού ήταν ένας από τους επτά, ήθελε να μπει· αλλά ο φρουρός της πύλης και ο αγγελιαφόρος δεν τον άφηναν λέγοντάς του ότι ο βασιλιάς ήταν με γυναίκα. Ο Ινταφρένης πάλι, νομίζοντας ότι του λένε ψέματα, κάνει το εξής: τραβάει το σπαθί του, τους κόβει αυτιά και μύτη, τα κάνει αρμαθιά στο χαλινάρι του αλόγου του, τους τα δένει γύρω στον λαιμό και τους ξαποστέλνει.
[3.119.1]οἱ δὲ τῷ βασιλέϊ δεικνύουσι ἑωυτοὺς καὶ τὴν αἰτίην εἶπον δι᾽ ἣν πεπονθότες εἴησαν. Δαρεῖος δὲ ἀρρωδήσας μὴ κοινῷ λόγῳ οἱ ἓξ πεποιηκότες ἔωσι ταῦτα, μεταπεμπόμενος ἕνα ἕκαστον ἀπεπειρᾶτο γνώμης, εἰ συνέπαινοί εἰσι τῷ πεποιημένῳ.Αυτοί πάνε και δείχνουν στον βασιλιά τί έπαθαν, και του λένε την αιτία. Ο Δαρείος πάλι, ανησυχώντας μήπως οι έξι είχαν κάνει τη δουλειά συνεννοημένοι μεταξύ τους, στέλνει και τους καλεί έναν–έναν για να τους βολιδοσκοπήσει αν επιδοκιμάζουν αυτό που είχε γίνει.
[3.119.2]ἐπείτε δὲ ἐξέμαθε ὡς οὐ σὺν κείνοισι εἴη ταῦτα πεποιηκώς, ἔλαβε αὐτόν τε τὸν Ἰνταφρένεα καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ καὶ τοὺς οἰκηίους πάντας, ἐλπίδας πολλὰς ἔχων μετὰ τῶν συγγενέων μιν ἐπιβουλεύειν οἱ ἐπανάστασιν, συλλαβὼν δέ σφεας ἔδησε τὴν ἐπὶ θανάτῳ.Και όταν βεβαιώθηκε πως ο Ινταφρένης δεν είχε ενεργήσει σε συνεννόηση με τους άλλους, ο Δαρείος συνέλαβε τον ίδιο, τους γιους του και όλους τους συγγενείς του, γιατί είχε πολλές υποψίες ότι ο Ινταφρένης μαζί με τους συγγενείς του συνωμοτούσαν για να κάνουν επανάσταση εναντίον του, και αφού τους συνέλαβε, τους έβαλε στη φυλακή για να τους θανατώσει.
[3.119.3]ἡ δὲ γυνὴ τοῦ Ἰνταφρένεος φοιτῶσα ἐπὶ τὰς θύρας τοῦ βασιλέος κλαίεσκε ἂν καὶ ὀδυρέσκετο· ποιεῦσα δὲ αἰεὶ τὠυτὸ τοῦτο τὸν Δαρεῖον ἔπεισε οἰκτῖραί μιν, πέμψας δὲ ἄγγελον ἔλεγε τάδε· Ὦ γύναι, βασιλεύς τοι Δαρεῖος διδοῖ ἔνα τῶν δεδεμένων οἰκηίων ῥύσασθαι τὸν βούλεαι ἐκ πάντων.Η γυναίκα του Ινταφρένη τώρα πήγαινε συχνά στην πόρτα του βασιλιά και έκλαιγε και οδυρόταν, και επαναλαμβάνοντάς το αυτό συνέχεια έκανε το Δαρείο να τη λυπηθεί και να της στείλει αγγελιαφόρο και να της πει τα εξής: «Γυναίκα, ο βασιλιάς Δαρείος σού δίνει το δικαίωμα να σώσεις έναν από τους φυλακισμένους συγγενείς σου, όποιον απ᾽ όλους θέλεις».
[3.119.4]ἡ δὲ βουλευσαμένη ὑπεκρίνετο τάδε· Εἰ μὲν δή μοι διδοῖ βασιλεὺς ἑνὸς τὴν ψυχήν, αἱρέομαι ἐκ πάντων τὸν ἀδελφεόν.Εκείνη σκέφτηκε λίγο και απάντησε ως εξής: «Αν πράγματι ο βασιλιάς μού χαρίζει τη ζωή ενός, τότε απ᾽ όλους διαλέγω τον αδελφό μου».
[3.119.5]πυθόμενος δὲ Δαρεῖος ταῦτα καὶ θωμάσας τὸν λόγον πέμψας ἠγόρευε· Ὦ γύναι, εἰρωτᾷ σε βασιλεὺς τίνα ἔχουσα γνώμην τὸν ἄνδρα τε καὶ τὰ τέκνα ἐγκαταλιποῦσα τὸν ἀδελφεὸν εἵλευ περιεῖναί τοι, ὃς καὶ ἀλλοτριώτερός τοι τῶν παίδων καὶ ἧσσον κεχαρισμένος τοῦ ἀνδρός ἐστι.Το άκουσε αυτό ο Δαρείος, απόρησε με τα λόγια της και της έστειλε αγγελιαφόρο και της είπε: «Γυναίκα, σε ρωτάει ο βασιλιάς πώς σκέφτηκες για να εγκαταλείψεις άνδρα και παιδιά, και να διαλέξεις να σωθεί ο αδελφός σου, που σου είναι και πιο ξένος απ᾽ όσο τα παιδιά σου και λιγότερο αγαπητός απ᾽ όσο ο άνδρας σου;»
[3.119.6]ἡ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσδε· Ὦ βασιλεῦ, ἀνὴρ μέν μοι ἂν ἄλλος γένοιτο, εἰ δαίμων ἐθέλοι, καὶ τέκνα ἄλλα, εἰ ταῦτα ἀποβάλοιμι· πατρὸς δὲ καὶ μητρὸς οὐκέτι μοι ζωόντων ἀδελφεὸς ἂν ἄλλος οὐδενὶ τρόπῳ γένοιτο. ταύτῃ τῇ γνώμῃ χρεωμένη ἔλεξα ταῦτα.Τότε εκείνη απάντησε με τούτα τα λόγια: «Βασιλιά μου, άνδρα θα βρω άλλον, αν θέλει ο θεός, και παιδιά θα κάνω άλλα, αν χάσω τούτα· μια όμως που ο πατέρας και η μητέρα μου δεν ζουν πια, άλλον αδελφό δεν γίνεται να κάνω. Έτσι σκέφτηκα, και είπα ό,τι είπα».
[3.119.7]εὖ τε δὴ ἔδοξε τῷ Δαρείῳ εἰπεῖν ἡ γυνὴ καί οἱ ἀπῆκε τοῦτόν τε τὸν παραιτέετο καὶ τῶν παίδων τὸν πρεσβύτατον, ἡσθεὶς αὐτῇ, τοὺς δὲ ἄλλους ἀπέκτεινε πάντας. τῶν μὲν δὴ ἑπτὰ εἷς αὐτίκα τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ἀπολώλεε.Του Δαρείου λοιπόν του φάνηκαν σωστά τα λόγια της γυναίκας και της χάρισε και εκείνον που είχε ζητήσει αλλά και τον μεγαλύτερον από τους γιους της, επειδή τη συμπάθησε, ενώ όλους τους άλλους τους σκότωσε. Με τον τρόπο που είπα λοιπόν χάθηκε γρήγορα ένας από τους επτά.
[3.120.1]Κατὰ δέ κου μάλιστα τὴν Καμβύσεω νοῦσον ἐγίνετο τάδε. ὑπὸ Κύρου κατασταθεὶς ἦν Σαρδίων ὕπαρχος Ὀροίτης ἀνὴρ Πέρσης. οὗτος ἐπεθύμησε πρήγματος οὐκ ὁσίου· οὔτε γάρ τι παθὼν οὔτε ἀκούσας μάταιον ἔπος πρὸς Πολυκράτεος τοῦ Σαμίου οὐδὲ ἰδὼν πρότερον ἐπεθύμησε λαβὼν αὐτὸν ἀπολέσαι, ὡς μὲν οἱ πλεῦνες λέγουσι, διὰ τοιήνδε τινὰ αἰτίην·Ωστόσο, την εποχή περίπου της αρρώστιας του Καμβύση είχαν συμβεί τα εξής. Διοικητής των Σάρδεων, διορισμένος από τον Κύρο, ήταν ο Οροίτης, Πέρσης. Τούτος καταλήφθηκε από την επιθυμία να κάνει ανόσια πράξη· ενώ δηλαδή ούτε κακό κανένα είχε πάθει από αυτόν ούτε άπρεπη κουβέντα είχε ακούσει ούτε τον είχε δει ποτέ του, επιθύμησε να βάλει στο χέρι τον Πολυκράτη τον Σάμιο και να τον ξεκάνει, και η αιτία, όπως λένε πολλοί, ήταν η εξής:
[3.120.2]ἐπὶ τῶν βασιλέος θυρέων κατήμενον τόν τε Ὀροίτεα καὶ ἄλλον Πέρσην τῷ οὔνομα εἶναι Μιτροβάτεα, νομοῦ ἄρχοντα τοῦ ἐν Δασκυλείῳ, τούτους ἐκ λόγων ἐς νείκεα συμπεσεῖν· κρινομένων δὲ περὶ ἀρετῆς εἰπεῖν τὸν Μιτροβάτεα τῷ Ὀροίτῃ προφέροντα·κάθονταν κάποτε έξω από την πόρτα του βασιλιά ο Οροίτης και ένας άλλος Πέρσης, Μιτροβάτης τ᾽ όνομά του, διοικητής του νομού του Δασκυλείου, και από κουβέντα σε κουβέντα έπεσαν σε καυγά· και ενώ συγκρίνονταν ο ένας με τον άλλο στην ανδρεία, ο Μιτροβάτης πρόσβαλε τον Οροίτη λέγοντάς του:
[3.120.3]Σὺ γὰρ ἐν ἀνδρῶν λόγῳ, ὃς βασιλέϊ νῆσον Σάμον πρὸς τῷ σῷ νομῷ προσκειμένην οὐ προσεκτήσαο, ὧδε δή τι ἐοῦσαν εὐπετέα χειρωθῆναι, τὴν τῶν τις ἐπιχωρίων πεντεκαίδεκα ὁπλίτῃσι ἐπαναστὰς ἔσχε καὶ νῦν αὐτῆς τυραννεύει.«Εσένα βρε, να λογαριάσουμε για άνδρα, που ούτε το νησί τη Σάμο, τόσο κοντά στην περιοχή σου, δεν κατάκτησες για λογαριασμό του βασιλιά, κι ας ήταν τόσο εύκολο να τη βάλει κανείς στο χέρι, αφού ένας ντόπιος με δεκαπέντε ενόπλους έκανε κίνημα και την πήρε και τώρα είναι τύραννός της;»
[3.120.4]οἱ μὲν δή μίν φασι τοῦτο ἀκούσαντα καὶ ἀλγήσαντα τῷ ὀνείδεϊ ἐπιθυμῆσαι οὐκ οὕτω τὸν εἴπαντα ταῦτα τείσασθαι ὡς Πολυκράτεα πάντως ἀπολέσαι, δι᾽ ὅντινα κακῶς ἤκουσε.Λένε λοιπόν μερικοί ότι σαν τ᾽ άκουσε αυτά ο Οροίτης, του κακοφάνηκε η προσβολή και θέλησε όχι τόσο να εκδικηθεί εκείνον που τα είπε, όσο να εξοντώσει οπωσδήποτε τον Πολυκράτη, που εξαιτίας του άκουσε βαριές κουβέντες.
[3.121.1]οἱ δὲ ἐλάσσονες λέγουσι πέμψαι Ὀροίτεα ἐς Σάμον κήρυκα ὅτευ δὴ χρήματος δεησόμενον (οὐ γὰρ ὦν δὴ τοῦτό γε λέγεται), καὶ τὸν Πολυκράτεα τυχεῖν κατακείμενον ἐν ἀνδρεῶνι, παρεῖναι δέ οἱ καὶ Ἀνακρέοντα τὸν Τήιον·Άλλοι τώρα, λιγότεροι αυτοί, λένε ότι έστειλε κάποτε ο Οροίτης κήρυκα στη Σάμο για να ζητήσει κατιτί (κανένας ωστόσο δεν λέει τί ήταν αυτό), και ο Πολυκράτης έτυχε να είναι ξαπλωμένος στον ανδρωνίτη και δίπλα του να βρίσκεται ο Ανακρέων από την Τέω·
[3.121.2]καί κως εἴτε ἐκ προνοίης αὐτὸν κατηλογέοντα τὰ Ὀροίτεω πρήγματα, εἴτε καὶ συντυχίη τις τοιαύτη ἐπεγένετο· τόν τε γὰρ κήρυκα τὸν Ὀροίτεω παρελθόντα διαλέγεσθαι καὶ τὸν Πολυκράτεα (τυχεῖν γὰρ ἀπεστραμμένον πρὸς τὸν τοῖχον) οὔτε [τι] μεταστραφῆναι οὔτε τι ὑποκρίνασθαι.άγνωστο πώς, είτε από σκοπού, για να δείξει περιφρόνηση απέναντι στον Οροίτη, είτε κατά σύμπτωση, τα πράγματα έγιναν έτσι ώστε, όταν μπήκε ο κήρυκας του Οροίτη και άρχισε να μιλάει, ο Πολυκράτης, που ήταν στραμμένος προς τον τοίχο, ούτε γύρισε καθόλου ούτε του απάντησε τίποτε.
[3.122.1]αἰτίαι μὲν δὴ αὗται διφάσιαι λέγονται τοῦ θανάτου τοῦ Πολυκράτεος γενέσθαι, πάρεστι δὲ πείθεσθαι ὁκοτέρῃ τις βούλεται αὐτέων. ὁ δὲ ὦν Ὀροίτης ἱζόμενος ἐν Μαγνησίῃ τῇ ὑπὲρ Μαιάνδρου ποταμοῦ οἰκημένῃ ἔπεμπε Μύρσον τὸν Γύγεω ἄνδρα Λυδὸν ἐς Σάμον ἀγγελίην φέροντα, μαθὼν τοῦ Πολυκράτεος τὸν νόον.Αυτές λοιπόν λέγεται ότι υπήρξαν οι δυο αιτίες του θανάτου του Πολυκράτη, και ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστέψει όποια θέλει από αυτές. Παραμένοντας ωστόσο ο Οροίτης στη Μαγνησία, που είναι χτισμένη πάνω από τον ποταμό Μαίανδρο, έστειλε στη Σάμο τον Μύρσο του Γύγη, από τη Λυδία, να πάει μήνυμα — είχε εν τω μεταξύ μάθει τις προθέσεις του Πολυκράτη:
[3.122.2]Πολυκράτης γάρ ἐστι πρῶτος τῶν ἡμεῖς ἴδμεν Ἑλλήνων ὃς θαλασσοκρατέειν ἐπενοήθη, πάρεξ Μίνω τε τοῦ Κνωσσίου καὶ εἰ δή τις ἄλλος πρότερος τούτου ἦρξε τῆς θαλάσσης· τῆς δὲ ἀνθρωπηίης λεγομένης γενεῆς Πολυκράτης πρῶτος, ἐλπίδας πολλὰς ἔχων Ἰωνίης τε καὶ νήσων ἄρξειν.ο Πολυκράτης δηλαδή είναι ο πρώτος που ξέρουμε από τους Έλληνες ο οποίος έβαλε στον νου του να κυριαρχήσει στη θάλασσα, εκτός από τον Μίνωα από την Κνωσό κι από κανέναν άλλο ίσως που κυριάρχησε στη θάλασσα πριν από εκείνον — πάντως από τη λεγόμενη ανθρώπινη γενιά ο Πολυκράτης ήταν ο πρώτος, και είχε πολλές ελπίδες να εξουσιάσει την Ιωνία και τα νησιά.
[3.122.3]μαθὼν ὦν ταῦτά μιν διανοεύμενον ὁ Ὀροίτης πέμψας ἀγγελίην ἔλεγε τάδε· Ὀροίτης Πολυκράτεϊ ὧδε λέγει. πυνθάνομαί σε ἐπιβουλεύειν πρήγμασι μεγάλοισι, χρήματα δέ τοι οὐκ εἶναι κατὰ τὰ φρονήματα. σύ νυν ὧδε ποιήσας ὀρθώσεις μὲν σεωυτόν, σώσεις δὲ καὶ ἐμέ· ἐμοὶ γὰρ βασιλεὺς Καμβύσης ἐπιβουλεύει θάνατον καί μοι τοῦτο ἐξαγγέλλεται σαφηνέως.Μαθαίνοντας λοιπόν ο Οροίτης ότι αυτά είχε κατά νου ο Πολυκράτης, του έστειλε μήνυμα και του είπε τα ακόλουθα: «Ο Οροίτης λέει στον Πολυκράτη τα εξής: Μαθαίνω ότι σχεδιάζεις μεγάλα πράγματα αλλά ότι δεν έχεις χρήματα ανάλογα με τα σχέδιά σου. Αν όμως κάνεις τα παρακάτω, και ο ίδιος θ᾽ ανέβεις ψηλά και εμένα θα σώσεις — γιατί ο βασιλιάς Καμβύσης μελετάει τον θάνατό μου, κι έχω γι᾽ αυτό ξεκάθαρα μηνύματα.
[3.122.4]σύ νυν ἐμὲ ἐκκομίσας αὐτὸν καὶ χρήματα, τὰ μὲν αὐτῶν αὐτὸς ἔχε, τὰ δὲ ἐμὲ ἔα ἔχειν· εἵνεκέν τε χρημάτων ἄρξεις τῆς ἁπάσης Ἑλλάδος. εἰ δέ μοι ἀπιστέεις τὰ περὶ τῶν χρημάτων, πέμψον ὅστις τοι πιστότατος τυγχάνει ἐών, τῷ ἐγὼ ἀποδέξω.Αν λοιπόν με πάρεις από εδώ μαζί με τα χρήματά μου, κράτα εσύ μερικά από αυτά και άφησε κι εμένα να έχω μερικά· και όσον αφορά τα χρήματα, θα εξουσιάσεις όλη την Ελλάδα. Αν ωστόσο δεν με πιστεύεις για τα χρήματα, στείλε όποιον τυχόν είναι ο πλέον έμπιστός σου, και εγώ θα του το αποδείξω».
[3.123.1]ταῦτα ἀκούσας ὁ Πολυκράτης ἥσθη τε καὶ ἐβούλετο· καί κως ἱμείρετο γὰρ χρημάτων μεγάλως, ἀποπέμπει πρῶτα κατοψόμενον Μαιάνδριον Μαιανδρίου ἄνδρα τῶν ἀστῶν, ὅς οἱ ἦν γραμματιστής· ὃς χρόνῳ οὐ πολλῷ ὕστερον τούτων τὸν κόσμον τὸν ἐκ τοῦ ἀνδρεῶνος τοῦ Πολυκράτεος ἐόντα ἀξιοθέητον ἀνέθηκε πάντα ἐς τὸ Ἥραιον.Όταν τα πληροφορήθηκε αυτά ο Πολυκράτης, ευχαριστήθηκε και το αποφάσισε· και καθώς είχε μεγάλη αγάπη για τα χρήματα, στέλνει πρώτα τον Μαιάνδριο του Μαιανδρίου, έναν από τους πολίτες που ήταν γραμματικός του, να εξετάσει την κατάσταση (αυτός, λίγον καιρό μετά από τούτα, όλα τα στολίδια από τον ανδρωνίτη του Πολυκράτη, που άξιζε να τα δει κανείς, τα αφιέρωσε στο Ηραίο).
[3.123.2]ὁ δὲ Ὀροίτης μαθὼν τὸν κατάσκοπον ἐόντα προσδόκιμον ἐποίεε τοιάδε· λάρνακας ὀκτὼ πληρώσας λίθων πλὴν κάρτα βραχέος τοῦ περὶ αὐτὰ τὰ χείλεα, ἐπιπολῆς τῶν λίθων χρυσὸν ἐπέβαλε, καταδήσας δὲ τὰς λάρνακας εἶχε ἑτοίμας. ἐλθὼν δὲ ὁ Μαιάνδριος καὶ θεησάμενος ἀπήγγελλε τῷ Πολυκράτεϊ.Ο Οροίτης τώρα, μαθαίνοντας ότι επρόκειτο να φτάσει ο παρατηρητής, έκανε το εξής: έπιασε και γέμισε με πέτρες οχτώ κιβώτια ώς λίγο πιο κάτω από τα χείλη, άπλωσε από πάνω χρυσάφι, και ύστερα σφράγισε τα κιβώτια και τα είχε έτοιμα. Έφτασε τότε ο Μαιάνδριος, τα είδε και ανέφερε στον Πολυκράτη.
[3.124.1]ὁ δὲ πολλὰ μὲν τῶν μαντίων ἀπαγορευόντων πολλὰ δὲ τῶν φίλων ἐστέλλετο αὐτὸς ἀπιέναι, πρὸς δὲ καὶ ἰδούσης τῆς θυγατρὸς ὄψιν ἐνυπνίου τοιήνδε· ἐδόκεέ οἱ τὸν πατέρα ἐν τῷ ἠέρι μετέωρον ἐόντα λοῦσθαι μὲν ὑπὸ τοῦ Διός, χρίεσθαι δὲ ὑπὸ τοῦ Ἡλίου.Αυτός τώρα ετοιμαζόταν να ξεκινήσει ο ίδιος, κι ας τον απέτρεπαν επίμονα τόσο οι μάντεις όσο και οι φίλοι του, κι ας είδε επιπλέον η κόρη του στον ύπνο της τούτο το όνειρο: είδε ότι ο πατέρας της ήταν κρεμασμένος στον αέρα, όπου τον έλουζε ο Δίας και τον άλειφε ο Ήλιος.
[3.124.2]ταύτην ἰδοῦσα τὴν ὄψιν παντοίη ἐγίνετο μὴ ἀποδημῆσαι τὸν Πολυκράτεα παρὰ τὸν Ὀροίτεα, καὶ δὴ καὶ ἰόντος αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πεντηκόντερον ἐπεφημίζετο. ὁ δέ οἱ ἠπείλησε, ἢν σῶ ἀπονοστήσῃ, πολλόν μιν χρόνον παρθενεύσεσθαι. ἡ δὲ ἠρήσατο ἐπιτελέα ταῦτα γενέσθαι· βούλεσθαι γὰρ παρθενεύεσθαι πλέω χρόνον ἢ τοῦ πατρὸς ἐστερῆσθαι.Και όταν το είδε αυτό το όνειρο η κόρη, έκανε τα πάντα για να μη φύγει ο πατέρας της για τον Οροίτη, και μάλιστα, καθώς εκείνος βάδιζε για την πεντηκόντορο, αυτή του έλεγε όλο γρουσουζιές. Ο Πολυκράτης τότε τη φοβέρισε ότι αν γύριζε σώος, εκείνη θα έμενε πολύν καιρό παρθένα. Εκείνη όμως ευχήθηκε να πραγματοποιηθεί αυτό, γιατί προτιμούσε να μείνει ανύπαντρη πολύν καιρό παρά να στερηθεί τον πατέρα της.
[3.125.1]Πολυκράτης δὲ πάσης συμβουλίης ἀλογήσας ἔπλεε παρὰ τὸν Ὀροίτεα, ἅμα ἀγόμενος ἄλλους τε πολλοὺς τῶν ἑταίρων, ἐν δὲ δὴ καὶ Δημοκήδεα τὸν Καλλιφῶντος Κροτωνιήτην ἄνδρα, ἰητρόν τε ἐόντα καὶ τὴν τέχνην ἀσκέοντα ἄριστα τῶν κατ᾽ ἑωυτόν.Αψηφώντας λοιπόν όλες τις συμβουλές ο Πολυκράτης σαλπάρισε για τον Οροίτη παίρνοντας μαζί του πολλούς από τους συντρόφους του, και ανάμεσά τους τον Δημοκήδη του Καλλιφώντα, από τον Κρότωνα, που ήταν γιατρός και ασκούσε αυτό το επάγγελμα καλύτερα από όλους τους συγκαιρινούς του.
[3.125.2]ἀπικόμενος δὲ ἐς τὴν Μαγνησίην ὁ Πολυκράτης διεφθάρη κακῶς, οὔτε ἑωυτοῦ ἀξίως οὔτε τῶν ἑωυτοῦ φρονημάτων· ὅτι γὰρ μὴ οἱ Συρηκοσίων γενόμενοι τύραννοι, οὐδὲ εἷς τῶν ἄλλων Ἑλληνικῶν τυράννων ἄξιός ἐστι Πολυκράτεϊ μεγαλοπρεπείην συμβληθῆναι.Έφτασε λοιπόν στη Μαγνησία ο Πολυκράτης και είχε τέλος κακό, ανάξιο και για τον ίδιο και για την υψηλοφροσύνη του· γιατί αν δεν είχαν υπάρξει οι τύραννοι των Συρακουσίων, κανένας άλλος από τους Έλληνες τυράννους δεν θα ήταν άξιος να συγκριθεί με τον Πολυκράτη στη μεγαλοσύνη.
[3.125.3]ἀποκτείνας δέ μιν οὐκ ἀξίως ἀπηγήσιος Ὀροίτης ἀνεσταύρωσε· τῶν δέ οἱ ἑπομένων ὅσοι μὲν ἦσαν Σάμιοι, ἀπῆκε, κελεύων σφέας ἑωυτῷ χάριν εἰδέναι ἐόντας ἐλευθέρους, ὅσοι δὲ ἦσαν ξεῖνοί τε καὶ δοῦλοι τῶν ἑπομένων, ἐν ἀνδραπόδων λόγῳ ποιεύμενος εἶχε.Τον σκότωσε λοιπόν ο Οροίτης τον Πολυκράτη με τρόπο που δεν είναι σωστό να τον περιγράψω, και ύστερα τον σταύρωσε ψηλά· και από τους ακολούθους του Πολυκράτη όσοι ήταν Σάμιοι τους άφησε να φύγουν, λέγοντάς τους ότι έπρεπε να του χρωστούν χάρη που ήταν ελεύθεροι, αλλά όσους από τους ακολούθους ήταν ξένοι και δούλοι, τους κράτησε για να τους έχει σκλάβους του.
[3.125.4]Πολυκράτης δὲ ἀνακρεμάμενος ἐπετέλεε πᾶσαν τὴν ὄψιν τῆς θυγατρός· ἐλοῦτο μὲν γὰρ ὑπὸ τοῦ Διός, ὅκως ὕοι, ἐχρίετο δὲ ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἀνιεὶς αὐτὸς ἐκ τοῦ σώματος ἰκμάδα. Πολυκράτεος μὲν δὴ αἱ πολλαὶ εὐτυχίαι ἐς τοῦτο ἐτελεύτησαν [τῇ οἱ Ἄμασις ὁ Αἰγύπτου βασιλεὺς προεμαντεύσατο].Όσο για τον Πολυκράτη, κρεμασμένος ψηλά όπως ήταν, επαλήθευσε στο ακέραιο το όνειρο της κόρης του: τον έλουζε ο Δίας καθώς έβρεχε, και τον άλειφε ο ήλιος με την υγρασία που ο ίδιος έβγαζε από το σώμα του. Εκεί λοιπόν κατέληξαν οι πολλές επιτυχίες του Πολυκράτη, όπως του το είχε προμαντεύσει ο Άμασις ο βασιλιάς της Αιγύπτου.
[3.126.1]Χρόνῳ δὲ οὐ πολλῷ ὕστερον καὶ Ὀροίτεα Πολυκράτεος τίσιες μετῆλθον. μετὰ γὰρ τὸν Καμβύσεω θάνατον καὶ τῶν μάγων τὴν βασιληίην μένων ἐν τῇσι Σάρδισι Ὀροίτεα ὠφέλεε μὲν οὐδὲν Πέρσας ὑπὸ Μήδων ἀπαραιρημένους τὴν ἀρχήν·Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός, και τον Οροίτη τον βρήκε η τιμωρία για τον Πολυκράτη. Δηλαδή, μετά τον θάνατο του Καμβύση και τη βασιλεία των Μάγων, ο Οροίτης έμενε αργός στις Σάρδεις και δεν έκανε τίποτε για τους Πέρσες που οι Μήδοι τούς έπαιρναν την αρχή·
[3.126.2]ὁ δὲ ἐν ταύτῃ τῇ ταραχῇ κατὰ μὲν ἔκτεινε Μιτροβάτεα τὸν ἐκ Δασκυλείου ὕπαρχον, ὅς οἱ ὠνείδισε τὰ ἐς Πολυκράτεα ἔχοντα, κατὰ δὲ τοῦ Μιτροβάτεω τὸν παῖδα Κρανάσπην, ἄνδρας ἐν Πέρσῃσι δοκίμους, ἄλλα τε ἐξύβρισε παντοῖα καί τινα ἀγγαρήιον Δαρείου ἐλθόντα παρ᾽ αὐτόν, ὡς οὐ πρὸς ἡδονήν οἱ ἦν τὰ ἀγγελλόμενα, κτείνει μιν ὀπίσω κομιζόμενον ἄνδρας οἱ ὑπείσας κατ᾽ ὁδόν, ἀποκτείνας δέ μιν ἠφάνισε αὐτῷ ἵππῳ.μέσα σ᾽ εκείνη την αναταραχή μάλιστα σκότωσε τον Μιτροβάτη, τον διοικητή του Δασκυλείου, που τον κατηγόρησε για τα σχετικά με τον Πολυκράτη, σκότωσε και τον γιο του Μιτροβάτη, τον Κρανάσπη, ανθρώπους ξεχωριστούς ανάμεσα στους Πέρσες, όπως έκανε και άλλα κακουργήματα, κάθε λογής, και κάποιον έφιππο ταχυδρόμο του Δαρείου που πήγε να τον δει, επειδή δεν του άρεσαν τα όσα του μήνυσε, τον σκότωσε καθώς γύριζε πίσω βάζοντας μερικούς να του στήσουν ενέδρα στον δρόμο, και αφού τον σκότωσε, τον εξαφάνισε μαζί με τ᾽ άλογό του.
[3.127.1]Δαρεῖος δὲ ὡς ἔσχε τὴν ἀρχήν, ἐπεθύμεε τὸν Ὀροίτεα τείσασθαι πάντων τε τῶν ἀδικημάτων εἵνεκεν καὶ μάλιστα Μιτροβάτεω καὶ τοῦ παιδός. ἐκ μὲν δὴ τῆς ἰθέης στρατὸν ἐπ᾽ αὐτὸν οὐκ ἐδόκεε πέμπειν, ἅτε οἰδεόντων ἔτι τῶν πρηγμάτων καὶ νεωστὶ ἔχων τὴν ἀρχὴν καὶ τὸν Ὀροίτεα μεγάλην τὴν ἰσχὺν πυνθανόμενος ἔχειν, τὸν χίλιοι μὲν Περσέων ἐδορυφόρεον, εἶχε δὲ νομὸν τόν τε Φρύγιον καὶ Λύδιον καὶ Ἰωνικόν.Ο Δαρείος τώρα, μόλις πήρε την αρχή, ήθελε να τιμωρήσει τον Οροίτη για όλες τις άδικες πράξεις του, και προπαντός για τον Μιτροβάτη και τον γιο του. Αλλά δεν το βρήκε φρόνιμο να στείλει κατευθείαν στρατό εναντίον του, επειδή και τα πράγματα ήταν ακόμη φουσκωμένα, και ο ίδιος είχε μόλις καταλάβει την αρχή, και για τον Οροίτη μάθαινε ότι διέθετε μεγάλη δύναμη, αφού είχε χίλιους Πέρσες σωματοφύλακες, είχε και τους νομούς φρυγικό, λυδικό, ιωνικό.
[3.127.2]πρὸς ταῦτα δὴ ὦν ὁ Δαρεῖος τάδε ἐμηχανήσατο· συγκαλέσας Περσέων τοὺς λογιμωτάτους ἔλεγέ σφι τάδε· Ὦ Πέρσαι, τίς ἄν μοι τοῦτο ὑμέων ὑποστὰς ἐπιτελέσειε σοφίῃ καὶ μὴ βίῃ τε καὶ ὁμίλῳ; ἔνθα γὰρ σοφίης δεῖ, βίης ἔργον οὐδέν.Απέναντι λοιπόν σ᾽ αυτή την κατάσταση ο Δαρείος μηχανεύτηκε το εξής: συγκάλεσε τους πιο διακεκριμένους Πέρσες και τους είπε τα ακόλουθα: «Ποιός από σας, Πέρσες, θα κάνει για μένα μια δουλειά, με σοφία όμως και όχι με βία ούτε με πολλούς ανθρώπους, αφού όπου χρειάζεται σοφία, η βία δεν έχει καμιά θέση;
[3.127.3]ὑμέων δὴ ὦν τίς ‹ἄν› μοι Ὀροίτεα ἢ ζῶντα ἀγάγοι ἢ ἀποκτείνειε; ὃς ὠφέλησε μέν κω Πέρσας οὐδέν, κακὰ δὲ μεγάλα ἔοργε· τοῦτο μὲν δύο ἡμέων ἠίστωσε, Μιτροβάτεά τε καὶ τὸν παῖδα αὐτοῦ, τοῦτο δὲ τοὺς ἀνακαλέοντας αὐτὸν καὶ πεμπομένους ὑπ᾽ ἐμεῦ κτείνει, ὕβριν οὐκ ἀνασχετὸν φαίνων. πρίν τι ὦν μέζον ἐξεργάσασθαί μιν Πέρσας κακόν, καταλαμπτέος ἐστὶ ἡμῖν θανάτῳ.Ποιός από σας δηλαδή θα μου φέρει ζωντανόν είτε θα σκοτώσει τον Οροίτη, αυτόν που κανένα καλό δεν έκανε στους Πέρσες, μόνο έπραξε μεγάλα δεινά; Από τη μια ξέκανε δυο δικούς μας, τον Μιτροβάτη και τον γιο του, από την άλλη σκοτώνει αυτούς που εγώ του στέλνω να τον ανακαλέσουν, δείχνοντας αλαζονεία ανυπόφορη· προτού λοιπόν κάνει στους Πέρσες κανένα μεγαλύτερο κακό, πρέπει εμείς να τον προλάβουμε με θάνατο».
[3.128.1]Δαρεῖος μὲν ταῦτα ἐπειρώτα, τῶν δὲ ἄνδρες τριήκοντα ὑπέστησαν, αὐτὸς ἕκαστος ἐθέλων ποιέειν ταῦτα. ἐρίζοντας δὲ Δαρεῖος κατελάμβανε κελεύων πάλλεσθαι· παλλομένων δὲ λαγχάνει ἐκ πάντων Βαγαῖος ὁ Ἀρτόντεω.Αυτά τους ρώτησε ο Δαρείος, κι από εκείνους, τριάντα άνδρες έδωσαν υπόσχεση, θέλοντας ο καθένας τους να εκτελέσει ο ίδιος αυτό το έργο. Επειδή όμως φιλονικούσαν, μπήκε στη μέση ο Δαρείος και τους υπέδειξε να ρίξουν κλήρο· έριξαν λοιπόν κλήρο, κι απ᾽ όλους τυχαίνει ο Βαγαίος του Αρτόντη.
[3.128.2]λαχὼν δὲ ὁ Βαγαῖος ποιέει τάδε· βυβλία γραψάμενος πολλὰ καὶ περὶ πολλῶν ἔχοντα πρηγμάτων σφρηγῖδά σφι ἐπέβαλε τὴν Δαρείου, μετὰ δὲ ἤιε ἔχων ταῦτα ἐς τὰς Σάρδις.Και αφού κληρώθηκε ο Βαγαίος κάνει το εξής: πιάνει και γράφει γράμματα πολλά που είχαν να κάνουν με διάφορα ζητήματα, βάζει απάνω τους τη σφραγίδα του Δαρείου, και παίρνοντάς τα μαζί του φεύγει για τις Σάρδεις.
[3.128.3]ἀπικόμενος δὲ καὶ Ὀροίτεω ἐς ὄψιν ἐλθὼν τῶν βυβλίων ἓν ἕκαστον περιαιρεόμενος ἐδίδου τῷ γραμματιστῇ τῷ βασιληίῳ ἐπιλέγεσθαι (γραμματιστὰς δὲ βασιληίους οἱ πάντες ὕπαρχοι ἔχουσι)· ἀποπειρώμενος δὲ τῶν δορυφόρων ἐδίδου τὰ βυβλία ὁ Βαγαῖος, εἴ οἱ ἐνδεξαίατο ἀπόστασιν ἀπὸ Ὀροίτεω.Όταν λοιπόν έφτασε εκεί και παρουσιάστηκε στον Οροίτη, άρχισε να βγάζει ένα–ένα τα γράμματα και να τα δίνει στον βασιλικό γραμματικό να τα διαβάσει (γιατί βασιλικούς γραμματικούς έχουν όλοι οι διοικητές)· και όπως έδινε τα γράμματα ο Βαγαίος παρατηρούσε κιόλας τους σωματοφύλακες, αν φανέρωναν τίποτε ενδείξεις αποστασίας από τον Οροίτη.
[3.128.4]ὁρέων δέ σφεας τά τε βυβλία σεβομένους μεγάλως καὶ τὰ λεγόμενα ἐκ τῶν βυβλίων ἔτι μεζόνως, διδοῖ ἄλλο ἐν τῷ ἐνῆν ἔπεα τάδε· Ὦ Πέρσαι, βασιλεὺς Δαρεῖος ἀπαγορεύει ὑμῖν μὴ δορυφορέειν Ὀροίτεα. οἱ δὲ ἀκούσαντες τούτων μετῆκάν οἱ τὰς αἰχμάς.Βλέποντας λοιπόν ότι έδειχναν μεγάλο σεβασμό για τα γράμματα και ακόμη μεγαλύτερον γι᾽ αυτά που έλεγαν τα γράμματα, δίνει ο Βαγαίος άλλο ένα όπου υπήρχαν τούτα τα λόγια: «Πέρσες, ο βασιλιάς Δαρείος σάς απαγορεύει να είστε σωματοφύλακες του Οροίτη». Σαν τ᾽ άκουσαν αυτό οι σωματοφύλακες χαμήλωσαν τα δόρατά τους μπροστά στον Βαγαίο.
[3.128.5]ἰδὼν δὲ τοῦτό σφεας ὁ Βαγαῖος πειθομένους τῷ βυβλίῳ, ἐνθαῦτα δὴ θαρσήσας τὸ τελευταῖον τῶν βυβλίων διδοῖ τῷ γραμματιστῇ, ἐν τῷ ἐγέγραπτο· Βασιλεὺς Δαρεῖος Πέρσῃσι τοῖσι ἐν Σάρδισι ἐντέλλεται κτείνειν Ὀροίτεα. οἱ δὲ δορυφόροι ὡς ἤκουσαν ταῦτα, σπασάμενοι τοὺς ἀκινάκεα κτείνουσι παραυτίκα μιν. οὕτω δὴ Ὀροίτεα τὸν Πέρσην Πολυκράτεος τοῦ Σαμίου τίσιες μετῆλθον.Βλέποντάς τους τώρα ο Βαγαίος να υπακούνε στο γράμμα ως προς αυτό, παίρνει πια θάρρος και δίνει στον γραμματικό και το τελευταίο γράμμα, όπου ήταν γραμμένο: «Ο βασιλιάς Δαρείος προστάζει τους Πέρσες που είναι στις Σάρδεις να σκοτώσουν τον Οροίτη». Οι σωματοφύλακες, μόλις το άκουσαν αυτό, τραβούν τα σπαθιά τους και τον σκοτώνουν ευθύς. Έτσι λοιπόν βρήκε τον Οροίτη τον Πέρση η τιμωρία για τον Πολυκράτη τον Σάμιο.
[3.129.1]Ἀπικομένων δὲ καὶ ἀνακομισθέντων τῶν Ὀροίτεω χρημάτων ἐς τὰ Σοῦσα συνήνεικε χρόνῳ οὐ πολλῷ ὕστερον βασιλέα Δαρεῖον ἐν ἄγρῃ θηρίων ἀποθρῴσκοντα ἀπ᾽ ἵππου στραφῆναι τὸν πόδα.Τους θησαυρούς του Οροίτη τούς μετέφεραν και τους πήγαν στα Σούσα, και δεν πέρασε πολύς καιρός όταν ο βασιλιάς Δαρείος, στο κυνήγι, πηδώντας από το άλογο, στραμπούλιξε το πόδι του:
[3.129.2]καί κως ἰσχυροτέρως ἐστράφη· ὁ γάρ οἱ ἀστράγαλος ἐξεχώρησε ἐκ τῶν ἄρθρων. νομίζων δὲ καὶ πρότερον περὶ ἑωυτὸν ἔχειν Αἰγυπτίων τοὺς δοκέοντας εἶναι πρώτους τὴν ἰητρικήν, τούτοισι ἐχρᾶτο. οἱ δὲ στρεβλοῦντες καὶ βιώμενοι τὸν πόδα κακὸν μέζον ἐργάζοντο.το στραμπούληγμα ήταν κάπως σοβαρό, γιατί ο αστράγαλος βγήκε από την κλείδωση. Και μια που είχε κι από πριν γύρω του γιατρούς που ανάμεσα στους Αιγυπτίους τούς θεωρούσαν τους πρώτους στην ιατρική, ο Δαρείος χρησιμοποίησε αυτούς. Αυτοί όμως, στρεβλώνοντας και ζορίζοντας το πόδι, έκαναν μεγαλύτερο κακό.
[3.129.3]ἐπ᾽ ἑπτὰ μὲν δὴ ἡμέρας καὶ ἑπτὰ νύκτας ὑπὸ τοῦ παρεόντος κακοῦ ὁ Δαρεῖος ἀγρυπνίῃσι εἴχετο, τῇ δὲ δὴ ὀγδόῃ ἡμέρῃ ἔχοντί οἱ φλαύρως [οἷα δὴ] παρακούσας τις πρότερον ἔτι ἐν Σάρδισι τοῦ Κροτωνιήτεω Δημοκήδεος τὴν τέχνην ἐσαγγέλλει τῷ Δαρείῳ· ὁ δὲ ἄγειν μιν τὴν ταχίστην παρ᾽ ἑωυτὸν ἐκέλευσε. τὸν δὲ ὡς ἐξεῦρον ἐν τοῖσι Ὀροίτεω ἀνδραπόδοισι ὅκου δὴ ἀπημελημένον, παρῆγον ἐς μέσον πέδας τε ἕλκοντα καὶ ῥάκεσι ἐσθημένον.Επτά ημέρες και επτά νύχτες ξαγρύπνησε ο Δαρείος από τον πόνο που ένιωθε, και την όγδοη ημέρα, ενώ είχε τα μαύρα του τα χάλια, κάποιος που είχε παλαιότερα, στις Σάρδεις ακόμη, ακούσει για την τέχνη του Κροτωνιάτη Δημοκήδη, πήγε και το είπε στον Δαρείο· κι αυτός πρόσταξε να του τον φέρουν όσο το δυνατόν συντομότερα. Τον ανακάλυψαν παραπεταμένον κάπου ανάμεσα στους δούλους του Οροίτη και τον έφεραν στον βασιλιά, έτσι όπως ήταν, ντυμένος με κουρέλια και σέρνοντας τα δεσμά του.
[3.130.1]σταθέντα δὲ ἐς μέσον εἰρώτα ὁ Δαρεῖος τὴν τέχνην εἰ ἐπίσταιτο· ὁ δὲ οὐκ ὑπεδέκετο, ἀρρωδέων μὴ ἑωυτὸν ἐκφήνας τὸ παράπαν τῆς Ἑλλάδος ᾖ ἀπεστερημένος.Στάθηκε ο Δημοκήδης μπροστά στον Δαρείο και ο Δαρείος τον ρώτησε αν γνωρίζει την ιατρική· εκείνος αρνήθηκε από τον φόβο μήπως, αν φανερωθεί, στερηθεί για πάντα την Ελλάδα.
[3.130.2]κατεφάνη δὲ τῷ Δαρείῳ τεχνάζειν ἐπιστάμενος, καὶ τοὺς ἀγαγόντας αὐτὸν ἐκέλευσε μάστιγάς τε καὶ κέντρα παραφέρειν ἐς τὸ μέσον. ὁ δὲ ἐνθαῦτα δὴ ὦν ἐκφαίνει, φὰς ἀτρεκέως μὲν οὐκ ἐπίστασθαι, ὁμιλήσας δὲ ἰητρῷ φλαύρως ἔχειν τὴν τέχνην.Ο Δαρείος το είδε καθαρά ότι ο άλλος προσπαθούσε να ξεφύγει, και πρόσταξε αυτούς που του είχαν πάει τον Δημοκήδη να φέρουν εκεί μαστίγια και σουβλιά. Τότε εκείνος φανερώνεται και λέει ότι δεν την ξέρει καλά την ιατρική, αλλά ότι είχε κάνει κοντά σε κάποιον γιατρό και έχει κάποια ιδέα.
[3.130.3]μετὰ δὲ ὥς οἱ ἐπέτρεψε, Ἑλληνικοῖσι ἰήμασι χρεώμενος καὶ ἤπια μετὰ τὰ ἰσχυρὰ προσάγων ὕπνου τέ μιν λαγχάνειν ἐποίεε καὶ ἐν χρόνῳ ὀλίγῳ ὑγιέα μιν ἐόντα ἀπέδεξε, οὐδαμὰ ἔτι ἐλπίζοντα ἀρτίπουν ἔσεσθαι.Ο Δαρείος ωστόσο τον εμπιστεύθηκε, και ο Δημοκήδης, χρησιμοποιώντας ελληνικά φάρμακα και εφαρμόζοντας ήπια μέσα μετά τα ισχυρά, έκανε τον Δαρείο να μπορεί να κοιμάται, και σε λίγον καιρό τον γιάτρεψε εντελώς, ενώ εκείνος είχε πάψει πια να ελπίζει ότι το πόδι του θα γινόταν ποτέ καλά.
[3.130.4]δωρέεται δή μιν μετὰ ταῦτα ὁ Δαρεῖος πεδέων χρυσέων δύο ζεύγεσι· ὁ δέ μιν ἐπείρετο εἴ οἱ διπλήσιον τὸ κακὸν ἐπίτηδες νέμει, ὅτι μιν ὑγιέα ἐποίησε. ἡσθεὶς δὲ τῷ ἔπεϊ ὁ Δαρεῖος ἀποπέμπει μιν παρὰ τὰς ἑωυτοῦ γυναῖκας. παράγοντες δὲ οἱ εὐνοῦχοι ἔλεγον πρὸς τὰς γυναῖκας ὡς βασιλέϊ οὗτος εἴη ὃς τὴν ψυχὴν ἀπέδωκε.Τότε ο Δαρείος τού χάρισε δυο ζευγάρια χρυσές πέδες, κι εκείνος τον ρώτησε αν επίτηδες του ανταποδίδει διπλό το κακό επειδή τον γιάτρεψε. Του Δαρείου τού άρεσαν αυτά τα λόγια, και στέλνει τον Δημοκήδη στις γυναίκες του. Και οι ευνούχοι, καθώς τον περιέφεραν, έλεγαν στις γυναίκες ότι αυτός ήταν που είχε ξαναδώσει στον βασιλιά την υγεία του.
[3.130.5]ὑποτύπτουσα δὲ αὐτέων ἑκάστη φιάλῃ ‹ἐς› τοῦ χρυσοῦ τὴν θήκην ἐδωρέετο Δημοκήδεα οὕτω δή τι δαψιλέϊ δωρεῇ ὡς τοὺς ἀποπίπτοντας ἀπὸ τῶν φιαλέων στατῆρας ἑπόμενος ὁ οἰκέτης, τῷ οὔνομα ἦν Σκίτων ἀνελέγετο καί οἱ χρῆμα πολλόν τι χρυσοῦ συνελέχθη.Τότε εκείνες, βουτώντας η καθεμιά ένα τάσι μέσα στην κασέλα με το χρυσάφι, χάρισαν στον Δημοκήδη τόσο πλούσια δώρα, ώστε ο υπηρέτης που τον ακολουθούσε, Σκίτων τ᾽ όνομά του, σηκώνοντας από κάτω τους στατήρες που έπεφταν από τα τάσια, μάζεψε άφθονα χρυσά νομίσματα.
[3.131.1]Ὁ δὲ Δημοκήδης οὗτος ὧδε ἐκ Κρότωνος ἀπιγμένος Πολυκράτεϊ ὡμίλησε· πατρὶ συνείχετο ἐν τῇ Κρότωνι ὀργὴν χαλεπῷ· τοῦτον ἐπείτε οὐκ ἐδύνατο φέρειν, ἀπολιπὼν οἴχετο ἐς Αἴγιναν. καταστὰς δὲ ἐς ταύτην πρώτῳ ἔτεϊ ὑπερεβάλετο τοὺς ἄλλους ἰητρούς, ἀσκευής περ ἐὼν καὶ ἔχων οὐδὲν τῶν ὅσα περὶ τὴν τέχνην ἐστὶ ἐργαλήια.Νά τώρα πώς ο Δημοκήδης, που ερχόταν από τον Κρότωνα, σχετίστηκε με τον Πολυκράτη· στον Κρότωνα δεν τα πήγαινε καλά με τον πατέρα του που ήταν οξύθυμος. Επειδή δεν μπορούσε να τον υποφέρει, έφυγε και πήγε στην Αίγινα. Εγκαταστάθηκε εκεί, και μολονότι δεν ήταν εξοπλισμένος και δεν είχε κανένα από τα εργαλεία της ιατρικής, τον πρώτο κιόλας χρόνο ξεπέρασε τους άλλους γιατρούς.
[3.131.2]καί μιν δευτέρῳ ἔτεϊ ταλάντου Αἰγινῆται δημοσίῃ μισθοῦνται, τρίτῳ δὲ ἔτεϊ Ἀθηναῖοι ἑκατὸν μνέων, τετάρτῳ δὲ ἔτεϊ Πολυκράτης δυῶν ταλάντων. οὕτω μὲν ἀπίκετο ἐς τὴν Σάμον, καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ ἀνδρὸς οὐκ ἥκιστα Κροτωνιῆται ἰητροὶ εὐδοκίμησαν·Και τον δεύτερο χρόνο το δημόσιο στην Αίγινα του έδωσε μισθό ένα τάλαντο, τον τρίτο χρόνο οι Αθηναίοι τού έδωσαν εκατό μνες, και τον τέταρτο ο Πολυκράτης δύο τάλαντα. Έτσι έφτασε ο Δημοκήδης στη Σάμο, και δεν ήταν μικρό το όφελος που είδαν απ᾽ αυτόν τον άνθρωπο οι Κροτωνιάτες γιατροί·
[3.131.3][ἐγένετο γὰρ ὦν τοῦτο ὅτε πρῶτοι μὲν Κροτωνιῆται ἰητροὶ ἐλέγοντο ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι, δεύτεροι δὲ Κυρηναῖοι. κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τοῦτον χρόνον καὶ Ἀργεῖοι ἤκουον μουσικὴν εἶναι Ἑλλήνων πρῶτοι].γιατί πραγματικά, κάποτε έλεγαν ότι οι Κροτωνιάτες γιατροί ήταν οι πρώτοι στην Ελλάδα, και οι Κυρηναίοι δεύτεροι — την ίδια εποχή οι Αργείοι είχαν το όνομα ότι είναι οι πρώτοι από τους Έλληνες στη μουσική.
[3.132.1]τότε δὴ ὁ Δημοκήδης ἐν τοῖσι Σούσοισι ἐξιησάμενος Δαρεῖον οἶκόν τε μέγιστον εἶχε καὶ ὁμοτράπεζος βασιλέϊ ἐγεγόνεε, πλήν τε ἑνός τοῦ ἐς Ἕλληνας ἀπιέναι πάντα τἆλλά οἱ παρῆν.Τότε λοιπόν στα Σούσα ο Δημοκήδης, αφού γιάτρεψε τον Δαρείο, απέκτησε μεγάλο σπίτι και έγινε ομοτράπεζος του βασιλιά, και είχε στη διάθεσή του όλα τα αγαθά εκτός από ένα, ότι δεν μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα.
[3.132.2]καὶ τοῦτο μὲν τοὺς Αἰγυπτίους ἰητρούς, οἳ βασιλέα πρότερον ἰῶντο, μέλλοντας ἀνασκολοπιεῖσθαι διότι ὑπὸ Ἕλληνος ἰητροῦ ἑσσώθησαν, τούτους βασιλέα παραιτησάμενος ἐρρύσατο· τοῦτο δὲ μάντιν Ἠλεῖον Πολυκράτεϊ ἐπισπόμενον καὶ ἀπημελημένον ἐν τοῖσι ἀνδραπόδοισι ἐρρύσατο. ἦν δὲ μέγιστον πρῆγμα Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ.Και πρώτα παρακάλεσε τον βασιλιά και έσωσε τους Αιγυπτίους γιατρούς που τον κουράριζαν πρώτα και που ήταν να τους παλουκώσουν επειδή είχαν αποδειχθεί κατώτεροι από Έλληνα γιατρό, και ύστερα έσωσε τον Ηλείο μάντη του Πολυκράτη που ήταν παραπεταμένος ανάμεσα στους δούλους. Είχε μεγάλη δύναμη ο Δημοκήδης στον βασιλιά.
[3.133.1]Ἐν χρόνῳ δὲ ὀλίγῳ μετὰ ταῦτα τάδε ἄλλα συνήνεικε γενέσθαι· Ἀτόσσῃ τῇ Κύρου μὲν θυγατρί, Δαρείου δὲ γυναικὶ ἐπὶ τοῦ μαστοῦ ἔφυ φῦμα, μετὰ δὲ ἐκραγὲν ἐνέμετο πρόσω. ὅσον μὲν δὴ χρόνον ἦν ἔλασσον, ἡ δὲ κρύπτουσα καὶ αἰσχυνομένη ἔφραζε οὐδενί, ἐπείτε δὲ ἐν κακῷ ἦν, μετεπέμψατο τὸν Δημοκήδεα καί οἱ ἐπέδεξε.Λίγον καιρό ωστόσο μετά από τούτα έτυχε να γίνουν κι άλλα, τα εξής: η Άτοσσα, κόρη του Κύρου και γυναίκα του Δαρείου, έβγαλε στον μαστό ένα απόστημα που ύστερα έσπασε και άρχισε να απλώνεται. Όσον καιρό ήταν μικρό, η Άτοσσα το έκρυβε, και από την ντροπή της δεν έλεγε τίποτε σε κανέναν, όταν όμως κακοφόρμισε, έστειλε και κάλεσε τον Δημοκήδη και του το έδειξε.
[3.133.2]ὁ δὲ φὰς ὑγιέα ποιήσειν ἐξορκοῖ μιν ἦ μέν οἱ ἀντυποργήσειν ἐκείνην τοῦτο τὸ ἂν αὐτῆς δεηθῇ, δεήσεσθαι δὲ οὐδενὸς τῶν ὅσα ἐς αἰσχύνην ἐστὶ φέροντα.Αυτός τώρα της είπε ότι θα την κάνει καλά και την ορίζει ότι για αντάλλαγμα θα του κάνει τη χάρη που θα της ζητήσει, και της λέει ότι πάντως δεν πρόκειται να της ζητήσει τίποτε από όσα φέρνουν ντροπή.
[3.134.1]ὡς δὲ ἄρα μιν μετὰ ταῦτα ἰώμενος ὑγιέα ἀπέδεξε, ἐνθαῦτα δὴ διδαχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Δημοκήδεος ἡ Ἄτοσσα προσέφερε ἐν τῇ κοίτῃ Δαρείῳ λόγον τοιόνδε· Ὦ βασιλεῦ, ἔχων δύναμιν τοσαύτην κάτησαι, οὔτε τι ἔθνος προσκτώμενος οὔτε δύναμιν Πέρσῃσι.Της έκανε λοιπόν θεραπεία και τη γιάτρεψε ο Δημοκήδης την Άτοσσα και τότε εκείνη, δασκαλεμένη απ᾽ αυτόν, είπε στον Δαρείο τούτα τα λόγια, στο κρεβάτι: «Βασιλιά μου, ενώ έχεις τόση δύναμη, κάθεσαι αργός και δεν αβγαταίνεις ούτε τα έθνη των Περσών ούτε τη δύναμή τους.
[3.134.2]οἰκὸς δέ ἐστι ἄνδρα καὶ νέον καὶ χρημάτων μεγάλων δεσπότην φαίνεσθαί τι ἀποδεικνύμενον, ἵνα καὶ Πέρσαι ἐκμάθωσι ὅτι ὑπ᾽ ἀνδρὸς ἄρχονται. ἐπ᾽ ἀμφότερα δέ τοι φέρει ταῦτα ποιέειν, καὶ ἵνα σφέων Πέρσαι ἐπίστωνται ἄνδρα εἶναι τὸν προεστεῶτα καὶ ἵνα τρίβωνται πολέμῳ μηδὲ σχολὴν ἄγοντες ἐπιβουλεύωσί τοι.Είναι ωστόσο φυσικό, ο άνδρας που είναι νέος και διαφεντεύει τέτοια πλούτη, να δείξει ότι κάνει κάποιο σπουδαίο έργο ώστε και οι Πέρσες να το χωνέψουν ότι τους κυβερνάει άνδρας. Σε συμφέρει μάλιστα να το κάνεις αυτό για δύο λόγους: και για να μάθουν οι Πέρσες ότι ο αφέντης τους είναι άνδρας, και για να έχουν ν᾽ ασχολούνται με τον πόλεμο κι όχι να κάθονται αργοί και να συνωμοτούν εναντίον σου.
[3.134.3]νῦν γὰρ ἄν τι καὶ ἀποδέξαιο ἔργον, ἕως νέος εἶς ἡλικίην· αὐξομένῳ γὰρ τῷ σώματι συναύξονται καὶ αἱ φρένες, γηράσκοντι δὲ συγγηράσκουσι καὶ ἐς τὰ πρήγματα πάντα ἀπαμβλύνονται.Τώρα θα κάνεις ό,τι κάνεις, όσο είσαι νέος, στην ηλικία· γιατί όσο μεγαλώνει το σώμα, μεγαλώνουν και τα μυαλά, ενώ όταν γερνάει, γερνούν κι αυτά μαζί του και στομώνουν σε όλα τα ζητήματα».
[3.134.4]ἡ μὲν δὴ ταῦτα ἐκ διδαχῆς ἔλεγε, ὁ δ᾽ ἀμείβετο τοισίδε. Ὦ γύναι, πάντα ὅσα περ αὐτὸς ἐπινοέω ποιήσειν εἴρηκας· ἐγὼ γὰρ βεβούλευμαι ζεύξας γέφυραν ἐκ τῆσδε τῆς ἠπείρου ἐς τὴν ἑτέρην ἤπειρον ἐπὶ Σκύθας στρατεύεσθαι· καὶ ταῦτα ὀλίγου χρόνου ἔσται τελεύμενα.Αυτά λοιπόν είπε εκείνη, δασκαλεμένη, κι εκείνος της απάντησε τα εξής: «Γυναίκα, μου είπες όλα όσα έχω στον νου μου να κάνω· έχω δηλαδή αποφασίσει να ζέψω γέφυρα από τούτη την ήπειρο στην άλλη ήπειρο και να εκστρατεύσω κατά των Σκυθών· και δεν θ᾽ αργήσει να γίνει αυτό».
[3.134.5]λέγει Ἄτοσσα τάδε· Ὅρα νυν, ἐπὶ Σκύθας μὲν τὴν πρώτην ἰέναι ἔασον· οὗτοι γάρ, ἐπεὰν σὺ βούλῃ, ἔσονταί τοι. σὺ δέ μοι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στρατεύεσθαι· ἐπιθυμέω γὰρ λόγῳ πυνθανομένη Λακαίνας τέ μοι γενέσθαι θεραπαίνας καὶ Ἀργείας καὶ Ἀττικὰς καὶ Κορινθίας. ἔχεις δὲ ἄνδρα ἐπιτηδεότατον ἀνδρῶν πάντων δέξαι τε ἕκαστα τῆς Ἑλλάδος καὶ κατηγήσασθαι, τοῦτον ὅς σευ τὸν πόδα ἐξιήσατο.Του λέει τότε η Άτοσσα: «Για να κινήσεις πρώτα εναντίον των Σκυθών, άφησέ το — αυτοί, όποτε το θελήσεις, είναι δικοί σου· για δικό μου χατίρι όμως να εκστρατεύσεις εναντίον της Ελλάδας. Γιατί έχω ακουστά και θέλω να έχω υπηρέτριες από τη Λακωνία, το Άργος, την Αττική, την Κόρινθο. Έχεις άλλωστε τον πιο κατάλληλο απ᾽ όλους τους ανθρώπους για να σε κατατοπίσει για τα καθέκαστα της Ελλάδας και να σε καθοδηγήσει: αυτόν που σου γιάτρεψε το πόδι».
[3.134.6]ἀμείβεται Δαρεῖος· Ὦ γύναι, ἐπεὶ τοίνυν τοι δοκέει τῆς Ἑλλάδος ἡμέας πρῶτα ἀποπειρᾶσθαι, κατασκόπους μοι δοκέει Περσέων πρῶτον ἄμεινον εἶναι ὁμοῦ τούτῳ τῷ σὺ λέγεις πέμψαι ἐς αὐτούς, οἳ μαθόντες καὶ ἰδόντες ἐξαγγελέουσι ἕκαστα αὐτῶν ἡμῖν· καὶ ἔπειτα ἐξεπιστάμενος ἐπ᾽ αὐτοὺς τρέψομαι. ταῦτα εἶπε καὶ ἅμα ἔπος τε καὶ ἔργον ἐποίεε.Ο Δαρείος τής απαντάει: «Αφού λοιπόν, γυναίκα, νομίζεις ότι πρέπει να δοκιμάσουμε πρώτα στην Ελλάδα, μου φαίνεται ότι είναι καλύτερο να στείλουμε πρώτα εκεί Πέρσες κατασκόπους μαζί μ᾽ αυτόν που λες, για να μάθουν και να δουν και να μας κατατοπίσουν για τα καθέκαστα εκεί πέρα· και ύστερα, έχοντας τις πληροφορίες μου, θα κινήσω εναντίον τους». Αυτά είπε ο Δαρείος, και μαζί με τα λόγια έβαλε αμέσως μπροστά και τα έργα.
[3.135.1]ἐπείτε γὰρ τάχιστα ἡμέρη ἐπέλαμψε, καλέσας Περσέων ἄνδρας δοκίμους πεντεκαίδεκα ἐνετέλλετό σφι ἑπομένους Δημοκήδεϊ διεξελθεῖν τὰ παραθαλάσσια τῆς Ἑλλάδος, ὅκως τε μὴ διαδρήσεταί σφεας ὁ Δημοκήδης, ἀλλά μιν πάντως ὀπίσω ἀπάξουσι.Δηλαδή, αμέσως μόλις ξημέρωσε η μέρα, ο Δαρείος κάλεσε δεκαπέντε διακεκριμένους Πέρσες και τους πρόσταξε να συνοδεύσουν τον Δημοκήδη και να περιοδεύσουν τα παραθαλάσσια μέρη της Ελλάδας, μόνο να μην τους το σκάσει ο Δημοκήδης αλλά να τον φέρουν οπωσδήποτε πίσω.
[3.135.2]ἐντειλάμενος δὲ τούτοισι ταῦτα, δεύτερα καλέσας αὐτὸν Δημοκήδεα ἐδέετο αὐτοῦ ὅκως ἐξηγησάμενος πᾶσαν καὶ ἐπιδέξας τὴν Ἑλλάδα τοῖσι Πέρσῃσι ὀπίσω ἥξει· δῶρα δέ μιν τῷ πατρὶ καὶ τοῖσι ἀδελφεοῖσι ἐκέλευε πάντα τὰ ἐκείνου ἔπιπλα λαβόντα ἄγειν, φὰς ἄλλα οἱ πολλαπλήσια ἀντιδώσειν· πρὸς δὲ ἐς τὰ δῶρα ὁλκάδα οἱ ἔφη συμβαλέεσθαι πλήσας ἀγαθῶν παντοίων, τὴν ἅμα οἱ πλεύσεσθαι.Και αφού τους έδωσε αυτές τις διαταγές, ύστερα κάλεσε τον ίδιο τον Δημοκήδη και του ζήτησε να καθοδηγήσει τους Πέρσες και να τους δείξει όλη την Ελλάδα, και ύστερα να γυρίσει πίσω· του υπέδειξε μάλιστα να πάρει μαζί του δώρα για τον πατέρα του και τους αδελφούς του, όλα του τα έπιπλα, λέγοντάς του ότι μετά θα του έδινε άλλα, πολύ περισσότερα· και εκτός από τα δώρα τού είπε ότι θα του προσθέσει και ένα φορτηγό πλοίο που θα το γέμιζε με κάθε λογής αγαθά και που θα σαλπάριζε μαζί του.
[3.135.3]Δαρεῖος μὲν δή, δοκέειν ἐμοί, ἀπ᾽ οὐδενὸς δολεροῦ νόου ἐπαγγέλλετό οἱ ταῦτα, Δημοκήδης δὲ δείσας μή εὑ ἐκπειρῷτο Δαρεῖος, οὔτι ἐπιδραμὼν πάντα τὰ διδόμενα ἐδέκετο, ἀλλὰ τὰ μὲν ἑωυτοῦ κατὰ χώρην ἔφη καταλείψειν, ἵνα ὀπίσω σφέα ἀπελθὼν ἔχοι, τὴν μέντοι ὁλκάδα, τήν οἱ Δαρεῖος ἐπαγγέλλεται ἐς τὴν δωρεὴν τοῖσι ἀδελφεοῖσι, δέκεσθαι ἔφη. ἐντειλάμενος δὲ καὶ τούτῳ ταὐτὰ ὁ Δαρεῖος ἀποστέλλει αὐτοὺς ἐπὶ θάλασσαν.Ο Δαρείος ωστόσο, μου φαίνεται εμένα, δεν είχε καμιά πονηριά στον νου του όταν του έδινε αυτές τις υποσχέσεις, αλλά ο Δημοκήδης, επειδή φοβήθηκε μήπως ο Δαρείος ήθελε να τον δοκιμάσει, δεν έσπευσε να δεχτεί όλα όσα του έδινε, αλλά τα δικά του πράγματα είπε ότι θα τ᾽ άφηνε στη θέση τους για να τα έχει όταν γυρίσει, ενώ το φορτηγό πλοίο που του υποσχόταν ο Δαρείος για να μεταφέρει τα δώρα για τ᾽ αδέλφια του, είπε ότι το δεχόταν. Έδωσε λοιπόν ο Δαρείος και σε τούτον τις ίδιες διαταγές, και τους έστειλε στη θάλασσα.
[3.136.1]καταβάντες δὲ οὗτοι ἐς Φοινίκην καὶ Φοινίκης ἐς Σιδῶνα πόλιν αὐτίκα μὲν τριήρεας δύο ἐπλήρωσαν, ἅμα δὲ αὐτῇσι καὶ γαῦλον μέγαν παντοίων ἀγαθῶν· παρεσκευασμένοι δὲ πάντα ἔπλεον ἐς τὴν Ἑλλάδα, προσίσχοντες δὲ αὐτῆς τὰ παραθαλάσσια ἐθηεῦντο καὶ ἀπεγράφοντο, ἐς ὃ τὰ πολλὰ αὐτῆς καὶ ὀνομαστότατα θεησάμενοι ἀπίκοντο τῆς Ἰταλίης ἐς Τάραντα.Κατέβηκαν τότε αυτοί στη Φοινίκη, και στην πόλη της Φοινίκης Σιδώνα εξόπλισαν αμέσως δύο τριήρεις, και μαζί μ᾽ αυτές έναν μεγάλο γαύλο με κάθε λογής αγαθά, και αφού τα ετοίμασαν όλα, σαλπάρισαν για την Ελλάδα, και φτάνοντας εκεί επιθεώρησαν τα παραθαλάσσια μέρη της και κρατούσαν σημειώσεις, ώσπου είδαν τα περισσότερα και τα πιο ονομαστά, και έτσι έφτασαν στον Τάραντα της Ιταλίας.
[3.136.2]ἐνθαῦτα δὲ ἐκ ῥηϊστώνης τῆς Δημοκήδεος Ἀριστοφιλίδης τῶν Ταραντίνων ὁ βασιλεὺς τοῦτο μὲν τὰ πηδάλια παρέλυσε τῶν Μηδικέων νεῶν, τοῦτο δὲ αὐτοὺς τοὺς Πέρσας εἶρξε ὡς κατασκόπους δῆθεν ἐόντας· ἐν ᾧ δὲ οὗτοι ταῦτα ἔπασχον, ὁ Δημοκήδης ἐς τὴν Κρότωνα ἀπικνέεται. ἀπιγμένου δὲ ἤδη τούτου ἐς τὴν ἑωυτοῦ ὁ Ἀριστοφιλίδης ἔλυσε τοὺς Πέρσας καὶ τὰ παρέλαβε τῶν νεῶν ἀπέδωκέ σφι.Εκεί ο Αριστοφιλίδης, ο βασιλιάς των Ταραντίνων, από καλοσύνη προς τον Δημοκήδη, από τη μια έβγαλε τα πηδάλια των μηδικών πλοίων, και από την άλλη έπιασε τους Πέρσες και τους έβαλε στη φυλακή, δήθεν ότι ήταν κατάσκοποι. Και ενώ εκείνοι τραβούσαν όλα τούτα, ο Δημοκήδης φτάνει στον Κρότωνα. Και όταν εκείνος έφτασε πια στην πατρίδα του, ο Αριστοφιλίδης άφησε ελεύθερους τους Πέρσες και τους έδωσε πίσω ό,τι είχε πάρει από τα πλοία τους.
[3.137.1]πλέοντες δὲ ἐνθεῦτεν οἱ Πέρσαι καὶ διώκοντες Δημοκήδεα ἀπικνέονται ἐς τὴν Κρότωνα, εὑρόντες δέ μιν ἀγοράζοντα ἅπτοντο αὐτοῦ.Σαλπάρισαν τότε οι Πέρσες από εκεί κυνηγώντας τον Δημοκήδη, και έφτασαν στον Κρότωνα, όπου τον βρήκαν στην αγορά και τον άρπαξαν.
[3.137.2]τῶν δὲ Κροτωνιητέων οἱ μὲν καταρρωδέοντες τὰ Περσικὰ πρήγματα προϊέναι ἕτοιμοι ἦσαν, οἱ δὲ ἀντάπτοντό τε καὶ τοῖσι σκυτάλοισι ἔπαιον τοὺς Πέρσας προϊσχομένους ἔπεα τάδε· Ἄνδρες Κροτωνιῆται, ὁρᾶτε τὰ ποιέετε· ἄνδρα βασιλέος δρηπέτην γενόμενον ἐξαιρέεσθε.Από τους Κροτωνιάτες τώρα άλλοι φοβόνταν τη δύναμη των Περσών και ήταν έτοιμοι να μην κάνουν τίποτε, άλλοι όμως άρπαξαν κι αυτοί τον Δημοκήδη και χτυπούσαν με τα μπαστούνια τους τους Πέρσες που φώναζαν κι έλεγαν τούτα τα λόγια: «Κροτωνιάτες, προσέξτε τί κάνετε· πάτε να μας αρπάξετε άνθρωπο που έχει δραπετεύσει από τον βασιλιά.
[3.137.3]καὶ κῶς ταῦτα βασιλέϊ Δαρείῳ ἐκχρήσει περιυβρίσθαι; κῶς δὲ ὑμῖν τὰ ποιεύμενα ἕξει καλῶς, ἢν ἀπέλησθε ἡμέας; ἐπὶ τίνα δὲ τῆσδε προτέρην στρατευσόμεθα πόλιν; τίνα δὲ προτέρην ἀνδραποδίζεσθαι πειρησόμεθα;Πώς θα την ανεχτεί ο βασιλιάς τέτοια προσβολή; Και πώς εσείς θα έχετε την ησυχία σας αν μας τον πάρετε; Η πόλη σας θα είναι η πρώτη που θα της επιτεθούμε. Η πρώτη που θα προσπαθήσουμε να υποδουλώσουμε».
[3.137.4]ταῦτα λέγοντες τοὺς Κροτωνιήτας οὐκ ὦν ἔπειθον, ἀλλ᾽ ἐξαιρεθέντες τε τὸν Δημοκήδεα καὶ τὸν γαῦλον τὸν ἅμα ἤγοντο ἀπαιρεθέντες ἀπέπλεον ὀπίσω ἐς τὴν Ἀσίην, οὐδ᾽ ἔτι ἐζήτησαν τὸ προσωτέρω τῆς Ἑλλάδος ἀπικόμενοι ἐκμαθεῖν, ἐστερημένοι τοῦ ἡγεμόνος.Και όμως, παρ᾽ όλα αυτά που τους είπαν, οι Πέρσες δεν μπόρεσαν να πείσουν τους Κροτωνιάτες, παρά έχασαν τον Δημοκήδη, έχασαν και τον γαύλο που είχαν μαζί τους, και έχοντας στερηθεί τον επικεφαλής τους, σαλπάρισαν και γύρισαν στην Ασία χωρίς να επιχειρήσουν να προχωρήσουν άλλο στην Ελλάδα για να πάρουν πληροφορίες.
[3.137.5]τοσόνδε μέντοι ἐνετείλατό σφι Δημοκήδης ἀναγομένοισι, κελεύων εἰπεῖν σφεας Δαρείῳ ὅτι ἅρμοσται τὴν Μίλωνος θυγατέρα Δημοκήδης γυναῖκα. τοῦ γὰρ δὴ παλαιστέω Μίλωνος ἦν οὔνομα πολλὸν παρὰ βασιλέϊ. κατὰ δὲ τοῦτό μοι δοκέει σπεῦσαι τὸν γάμον τοῦτον τελέσας χρήματα μεγάλα Δημοκήδης, ἵνα φανῇ πρὸς Δαρείου ἐὼν καὶ ἐν τῇ ἑωυτοῦ δόκιμος.Καθώς έφευγαν ωστόσο ο Δημοκήδης τούς έδωσε μόνο τούτη την παραγγελία, τους ζήτησε να πουν στον Δαρείο ότι ο Δημοκήδης αρραβωνιάστηκε την κόρη του Μίλωνα και θα την πάρει γυναίκα του — γιατί το όνομα του παλαιστή Μίλωνα το είχε περί πολλού ο βασιλιάς. Και μου φαίνεται ότι γι᾽ αυτόν τον λόγο ο Δημοκήδης επέσπευσε αυτόν τον γάμο, δίνοντας πολλά χρήματα, για να φανεί στον Δαρείο ότι και στην πατρίδα του ήταν σπουδαίος.
[3.138.1]ἀναχθέντες δὲ ἐκ τῆς Κρότωνος οἱ Πέρσαι ἐκπίπτουσι τῇσι νηυσὶ ἐς Ἰηπυγίην, καί σφεας δουλεύοντας ἐνθαῦτα Γίλλος ἀνὴρ Ταραντῖνος φυγὰς ῥυσάμενος ἀπήγαγε παρὰ βασιλέα Δαρεῖον. ὁ δὲ ἀντὶ τούτων ἕτοιμος ἦν διδόναι τοῦτο ὅ τι βούλοιτο αὐτός.Αφού ωστόσο σαλπάρισαν από τον Κρότωνα οι Πέρσες εξοκέλλουν με τα πλοία τους στην Ιαπυγία, όπου έγιναν δούλοι, και από εκεί τους έσωσε ο Ταραντίνος Γίλλος, φυγάδας, και τους οδήγησε στον βασιλιά Δαρείο, ο οποίος, για ανταμοιβή, ήταν πρόθυμος να δώσει στον Γίλλο ό,τι ήθελε.
[3.138.2]Γίλλος δὲ αἱρέεται κάτοδόν οἱ ἐς Τάραντα γενέσθαι, προαπηγησάμενος τὴν συμφορήν· ἵνα δὲ μὴ συνταράξῃ τὴν Ἑλλάδα, ἢν δι᾽ αὐτὸν στόλος μέγας πλέῃ ἐπὶ τὴν Ἰταλίην, Κνιδίους μούνους ἀποχρᾶν οἱ ἔφη τοὺς κατάγοντας γίνεσθαι, δοκέων ἀπὸ τούτων ἐόντων τοῖσι Ταραντίνοισι φίλων μάλιστα δὴ τὴν κάτοδόν οἱ ἔσεσθαι.Ο Γίλλος τού ζήτησε να φροντίσει να κατέβει στον Τάραντα, αφού προηγουμένως του αφηγήθηκε τη συμφορά του· και για να μην προκαλέσει αναταραχή στην Ελλάδα, σε περίπτωση όπου για λόγου του θα αρμένιζε για την Ιταλία μεγάλος στόλος, ο Γίλλος είπε στον Δαρείο ότι οι Κνίδιοι μόνο του έφταναν για να τον πάνε εκεί, νομίζοντας ότι αυτοί, επειδή ήταν πολύ φίλοι με τους Ταραντίνους, θα του εξασφάλιζαν με τον καλύτερο τρόπο την κάθοδό του.
[3.138.3]Δαρεῖος δὲ ὑποδεξάμενος ἐπετέλεε· πέμψας γὰρ ἄγγελον ἐς Κνίδον κατάγειν σφέας ἐκέλευε Γίλλον ἐς Τάραντα· πειθόμενοι δὲ Δαρείῳ Κνίδιοι Ταραντίνους οὐκ ὦν ἔπειθον, βίην δὲ ἀδύνατοι ἦσαν προσφέρειν.Ο Δαρείος το δέχτηκε και έβαλε μπρος· έστειλε δηλαδή αγγελιαφόρο στην Κνίδο και ζήτησε από τους Κνίδιους να επαναφέρουν τον Γίλλο στον Τάραντα· οι Κνίδιοι τώρα υπάκουσαν στον Δαρείο, αλλά τους Ταραντίνους δεν μπόρεσαν να τους πείσουν, ενώ εξάλλου δεν είχαν τη δύναμη να χρησιμοποιήσουν βία.
[3.138.4]ταῦτα μέν νυν οὕτω ἐπρήχθη, οὗτοι δὲ πρῶτοι ἐκ τῆς Ἀσίης ἐς τὴν Ἑλλάδα ἀπίκοντο Πέρσαι, καὶ οὗτοι διὰ τοιόνδε πρῆγμα κατάσκοποι ἐγένοντο.Έτσι λοιπόν έγιναν τα πράγματα, και αυτοί ήταν οι πρώτοι Πέρσες που έφτασαν από την Ασία στην Ελλάδα, και γι᾽ αυτόν τον λόγο έγιναν κατάσκοποι.
[3.139.1]Μετὰ δὲ ταῦτα Σάμον βασιλεὺς Δαρεῖος αἱρέει, πολίων πασέων πρώτην Ἑλληνίδων καὶ βαρβάρων, διὰ τοιήνδε τινὰ αἰτίην· Καμβύσεω τοῦ Κύρου στρατευομένου ἐπ᾽ Αἴγυπτον ἄλλοι τε συχνοὶ ἐς τὴν Αἴγυπτον ἀπίκοντο Ἑλλήνων, οἱ μέν, ὡς οἰκός, κατ᾽ ἐμπορίην, οἱ δὲ στρατευόμενοι, οἱ δέ τινες καὶ αὐτῆς τῆς χώρης θεηταί· τῶν ἦν καὶ Συλοσῶν ὁ Αἰάκεος, Πολυκράτεός τε ἐὼν ἀδελφεὸς καὶ φεύγων ἐκ Σάμου.Ύστερα απ᾽ αυτά ωστόσο ο βασιλιάς Δαρείος κυριεύει τη Σάμο, την πρώτη απ᾽ όλες τις πόλεις, ελληνικές και βαρβαρικές, για την ακόλουθη αιτία· όταν ο Καμβύσης του Κύρου έκανε την εκστρατεία κατά της Αιγύπτου, στην Αίγυπτο πήγαν και πολλοί Έλληνες, άλλοι βέβαια για να κάνουν εμπόριο, άλλοι που ήταν στον στρατό και άλλοι απλώς για να δουν τη χώρα· ανάμεσα σ᾽ αυτούς ήταν και ο Συλοσών, ο γιος του Αιάκη και αδελφός του Πολυκράτη, εξόριστος από τη Σάμο.
[3.139.2]τοῦτον τὸν Συλοσῶντα κατέλαβε εὐτυχίη τις τοιήδε· λαβὼν χλανίδα καὶ περιβαλόμενος πυρρὴν ἠγόραζε ἐν τῇ Μέμφι. ἰδὼν δὲ αὐτὸν Δαρεῖος, δορυφόρος τε ἐὼν Καμβύσεω καὶ λόγου οὐδενός κω μεγάλου, ἐπεθύμησε τῆς χλανίδος καὶ αὐτὴν προσελθὼν ὠνέετο.Σ᾽ αυτόν τον Συλοσώντα συνέβη τούτο το ευτύχημα: πήρε έναν κόκκινο μανδύα, τον φόρεσε και βγήκε στην αγορά της Μέμφιδας. Τον είδε ο Δαρείος, σωματοφύλακας του Καμβύση τότε και όχι ακόμη άνθρωπος σημασίας, του άρεσε ο μανδύας και πλησίασε τον Συλοσώντα για να τον αγοράσει.
[3.139.3]ὁ δὲ Συλοσῶν ὁρῶν τὸν Δαρεῖον μεγάλως ἐπιθυμέοντα τῆς χλανίδος, θείῃ τύχῃ χρεώμενος λέγει· Ἐγὼ ταύτην πωλέω μὲν οὐδενὸς χρήματος, δίδωμι δὲ ἄλλως, εἴ περ οὕτω δεῖ γενέσθαι πάντως τοι. αἰνέσας ταῦτα ὁ Δαρεῖος παραλαμβάνει τὸ εἷμα. ὁ μὲν δὴ Συλοσῶν ἠπίστατο τοῦτό οἱ ἀπολωλέναι δι᾽ εὐηθείην.Βλέποντας ο Συλοσών πόσο πολύ ο Δαρείος επιθυμούσε τον μανδύα, είχε τη θεία φώτιση να του πει: «Τον μανδύα για χρήματα δεν τον πουλάω, όσα κι αν είναι· αφού όμως θέλεις οπωσδήποτε να γίνει δικός σου, σου τον δίνω έτσι». Ο Δαρείος παίνεψε αυτά τα λόγια και πήρε το ρούχο. Ο Συλοσών ωστόσο θεώρησε ότι από χαζομάρα του έχασε τον μανδύα.
[3.140.1]ὡς δὲ τοῦ χρόνου προβαίνοντος Καμβύσης τε ἀπέθανε καὶ τῷ μάγῳ ἐπανέστησαν οἱ ἑπτὰ καὶ ἐκ τῶν ἑπτὰ Δαρεῖος τὴν βασιληίην ἔσχε, πυνθάνεται ὁ Συλοσῶν ὡς ἡ βασιληίη περιεληλύθοι ἐς τοῦτον τὸν ἄνδρα τῷ κοτε αὐτὸς ἔδωκε ἐν Αἰγύπτῳ δεηθέντι τὸ εἷμα. ἀναβὰς δὲ ἐς τὰ Σοῦσα ἵζετο ἐς τὰ πρόθυρα τῶν βασιλέος οἰκίων καὶ ἔφη Δαρείου εὐεργέτης εἶναι.Καθώς όμως πέρασε ο καιρός και πέθανε ο Καμβύσης και οι επτά επαναστάτησαν κατά του Μάγου και από τους επτά τη βασιλεία την πήρε ο Δαρείος, μαθαίνει ο Συλοσών ότι η βασιλεία είχε περιέλθει στον άνθρωπο αυτόν που κάποτε στην Αίγυπτο του είχε ζητήσει το ρούχο κι αυτός του το έδωσε. Ανεβαίνει λοιπόν στα Σούσα, στήνεται στην είσοδο των ανακτόρων του βασιλιά και λέει ότι είναι ευεργέτης του βασιλιά·
[3.140.2]ἀγγέλλει ταῦτα ἀκούσας ὁ πυλουρὸς τῷ βασιλέϊ· ὁ δὲ θωμάσας λέγει πρὸς αὐτόν· Καὶ τίς ἐστι Ἑλλήνων εὐεργέτης τῷ ἐγὼ προαιδεῦμαι, νεωστὶ μὲν τὴν ἀρχὴν ἔχων; ἀναβέβηκε δ᾽ ἤ τις ἢ οὐδείς κω παρ᾽ ἡμέας αὐτῶν, ἔχω δὲ χρέος ὡς εἰπεῖν οὐδὲν ἀνδρὸς Ἕλληνος· ὅμως δὲ αὐτὸν παράγαγε ἔσω, ἵνα εἰδέω τί θέλων λέγει ταῦτα.ο φρουρός της πύλης το ακούει αυτό και το αναγγέλλει στον βασιλιά· ο βασιλιάς τώρα απόρησε και του λέει: «Και ποιός είναι αυτός ο Έλληνας ευεργέτης μου που πρέπει να του χρωστάω χάρη, αφού εγώ μόλις τώρα ανέλαβα την αρχή; Άλλωστε, ώς τώρα δεν μας έχει έρθει κανένας από δαύτους, και μπορώ να πω ότι σε κανέναν Έλληνα δεν έχω υποχρέωση· εν πάση περιπτώσει, φέρ᾽ τον μέσα να δω τί θέλει και τα λέει αυτά».
[3.140.3]παρῆγε ὁ πυλουρὸς τὸν Συλοσῶντα, στάντα δὲ ἐς μέσον εἰρώτων οἱ ἑρμηνέες τίς τε εἴη καὶ τί ποιήσας εὐεργέτης φησὶ εἶναι βασιλέος. εἶπε ὦν ὁ Συλοσῶν πάντα τὰ περὶ τὴν χλανίδα γενόμενα καὶ ὡς αὐτὸς εἴη κεῖνος ὁ δούς.Φέρνει μέσα ο φρουρός της πύλης τον Συλοσώντα, τον βάζουν στη μέση οι διερμηνείς και αρχίζουν να τον ρωτούν ποιός είναι και τί έχει κάνει για να λέει ότι είναι ευεργέτης του βασιλιά. Είπε λοιπόν ο Συλοσών όλα όσα είχαν γίνει με τον μανδύα και ότι αυτός ήταν που τον είχε δώσει.
[3.140.4]ἀμείβεται πρὸς ταῦτα Δαρεῖος· Ὦ γενναιότατε ἀνδρῶν, σὺ κεῖνος εἶς ὃς ἐμοὶ οὐδεμίαν ἔχοντί κω δύναμιν ἔδωκας, εἰ καὶ σμικρά, ἀλλ᾽ ὦν ἴση γε ἡ χάρις ὁμοίως ὡς εἰ νῦν κοθέν τι μέγα λάβοιμι. ἀντ᾽ ὧν τοι χρυσὸν καὶ ἄργυρον ἄπλετον δίδωμι, ὡς μή κοτέ τοι μεταμελήσῃ Δαρεῖον τὸν Ὑστάσπεος εὖ ποιήσαντι.Τότε ο Δαρείος απάντησε σ᾽ αυτά τα λόγια: «Άνθρωπέ μου με την τόση γενναιοδωρία, εσύ είσαι εκείνος που όταν δεν είχα καμιά δύναμη, μου χάρισες κάτι, έστω μικρό, κι όμως εμένα η ευγνωμοσύνη μου είναι ίδια σαν κάποιος να μου χάριζε τώρα κάτι μεγάλο. Για αντιγύρισμα σου δίνω άφθονο χρυσάφι και ασήμι, για να μην το μετανιώσεις κάποτε που ευεργέτησες τον Δαρείο του Υστάσπη».
[3.140.5]λέγει πρὸς ταῦτα ὁ Συλοσῶν· Ἐμοὶ μήτε χρυσόν, ὦ βασιλεῦ, μήτε ἄργυρον δίδου, ἀλλ᾽ ἀνασωσάμενός μοι [δὸς] τὴν πατρίδα Σάμον, τὴν νῦν ἀδελφεοῦ τοῦ ἐμοῦ Πολυκράτεος ἀποθανόντος ὑπὸ Ὀροίτεω ἔχει δοῦλος ἡμέτερος, ταύτην μοι δὸς ἄνευ τε φόνου καὶ ἐξανδραποδίσιος.Σ᾽ αυτά τα λόγια λέει ο Συλοσών: «Μη μου δίνεις, βασιλιά μου, ούτε χρυσάφι ούτε ασήμι, μόνο σώσε και δώσε μου πίσω την πατρίδα μου τη Σάμο, που τώρα όπου ο αδελφός μου ο Πολυκράτης είναι σκοτωμένος από τον Οροίτη, την έχει κάποιος δούλος μας — αυτήν δώσε μου, χωρίς σκοτωμούς και αιχμαλωσίες».
[3.141.1]ταῦτα ἀκούσας Δαρεῖος ἀπέστελλε στρατιήν τε καὶ στρατηγὸν Ὀτάνεα ἀνδρῶν τῶν ἑπτὰ γενόμενον, ἐντειλάμενος, ὅσων ἐδεήθη ὁ Συλοσῶν, ταῦτά οἱ ποιέειν ἐπιτελέα. καταβὰς δὲ ἐπὶ τὴν θάλασσαν ὁ Ὀτάνης ἔστελλε τὴν στρατιήν.Όταν τα άκουσε αυτά ο Δαρείος, έστειλε στρατό με αρχηγό τον Οτάνη, που ήταν ένας από τους επτά, δίνοντάς του την εντολή να φέρει σε πέρας τα όσα είχε ζητήσει ο Συλοσών. Κατέβηκε λοιπόν στη θάλασσα ο Οτάνης και βάλθηκε να προετοιμάζει την εκστρατεία.
[3.142.1]τῆς δὲ Σάμου Μαιάνδριος ὁ Μαιανδρίου εἶχε τὸ κράτος, ἐπιτροπαίην παρὰ Πολυκράτεος λαβὼν τὴν ἀρχήν· τῷ δικαιοτάτῳ ἀνδρῶν βουλομένῳ γενέσθαι οὐκ ἐξεγένετο.Στη Σάμο τώρα την εξουσία την είχε ο Μαιάνδριος του Μαιανδρίου, που είχε πάρει την αρχή διορισμένος επίτροπος από τον Πολυκράτη, και που θέλησε να γίνει ο δικαιότερος απ᾽ όλους τους ανθρώπους, αλλά τα πράγματα δεν του ήρθαν βολικά.
[3.142.2]ἐπειδὴ γάρ οἱ ἐξηγγέλθη ὁ Πολυκράτεος θάνατος, ἐποίεε τοιάδε· πρῶτα μὲν Διὸς Ἐλευθερίου βωμὸν ἱδρύσατο καὶ τέμενος περὶ αὐτὸν οὔρισε τοῦτο τὸ νῦν ἐν τῷ προαστίῳ ἐστί· μετὰ δέ, ὥς οἱ ἐπεποίητο, ἐκκλησίην συναγείρας πάντων τῶν ἀστῶν ἔλεξε τάδε·Όταν δηλαδή του αναγγέλθηκε ο θάνατος του Πολυκράτη, ο Μαιάνδριος έκανε τα εξής: πρώτα πρώτα ίδρυσε βωμό του Ελευθέριου Δία, και γύρω στον βωμό όρισε τέμενος, το ίδιο που είναι και σήμερα έξω από την πόλη· ύστερα, όταν αυτό έγινε πια, κάλεσε σε συνέλευση όλους τους πολίτες και τους είπε τα εξής:
[3.142.3]Ἐμοί, ὡς ἴστε καὶ ὑμεῖς, σκῆπτρον καὶ δύναμις πᾶσα ἡ Πολυκράτεος ἐπιτέτραπται, καί μοι παρέχει νῦν ὑμέων ἄρχειν· ἐγὼ δὲ τὰ τῷ πέλας ἐπιπλήσσω, αὐτὸς κατὰ δύναμιν οὐ ποιήσω· οὔτε γάρ μοι Πολυκράτης ἤρεσκε δεσπόζων ἀνδρῶν ὁμοίων ἑωυτῷ οὔτε ἄλλος ὅστις τοιαῦτα ποιέει. Πολυκράτης μέν νυν ἐξέπλησε μοῖραν τὴν ἑωυτοῦ, ἐγὼ δὲ ἐς μέσον τὴν ἀρχὴν τιθεὶς ἰσονομίην ὑμῖν προαγορεύω.«Όπως το γνωρίζετε και οι ίδιοι, μου έχουν ανατεθεί το σκήπτρο και όλη η εξουσία του Πολυκράτη, και άρα έχω πλέον το δικαίωμα να σας κυβερνάω· εγώ όμως ό,τι κατηγορώ στους άλλους, κατά δύναμη δεν θα το πράξω ο ίδιος· γιατί ούτε ο Πολυκράτης μού άρεσε που ήταν δεσπότης ανθρώπων ομοίων του ούτε όποιος άλλος κάνει κάτι παρόμοιο. Ο Πολυκράτης ωστόσο ξεπλήρωσε το πεπρωμένο του, κι εγώ σας μοιράζω την εξουσία και ανακηρύσσω τη δημοκρατία.
[3.142.4]τοσάδε μέντοι δικαιῶ γέρεα ἐμεωυτῷ γενέσθαι, ἐκ μέν γε τῶν Πολυκράτεος χρημάτων ἐξαίρετα ἓξ τάλαντά μοι γενέσθαι, ἱερωσύνην δὲ πρὸς τούτοισι αἱρεῦμαι ἐμοί τε αὐτῷ καὶ τοῖσι ἀπ᾽ ἐμεῦ αἰεὶ γινομένοισι τοῦ Διὸς τοῦ Ἐλευθερίου, τῷ αὐτός τε ἱρὸν ἱδρυσάμην καὶ τὴν ἐλευθερίην ὑμῖν περιτίθημι.Θεωρώ όμως δικαίωμά μου να μου δοθούν τούτα τα προνόμια, δηλαδή από τους θησαυρούς του Πολυκράτη να μου δοθούν έξι τάλαντα, σαν ξεχωριστή ανταμοιβή, και να ανατεθεί σ᾽ εμένα και στους απογόνους μου, για πάντα, η θέση του ιερέα του Ελευθέριου Δία, που εγώ ίδρυσα το ιερό του και που στο όνομά του σας αποδίδω την ελευθερία σας».
[3.142.5]ὁ μὲν δὴ ταῦτα τοῖσι Σαμίοισι ἐπαγγέλλετο, τῶν δέ τις ἐξαναστὰς εἶπε· Ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἄξιος εἶς σύ γε ἡμέων ἄρχειν, γεγονώς τε κακῶς καὶ ἐὼν ὄλεθρος, ἀλλὰ μᾶλλον ὅκως λόγον δώσεις τῶν μετεχείρισας χρημάτων.Αυτά λοιπόν ανακοίνωσε ο Μαιάνδριος στους Σαμίους, αλλά ένας από αυτούς σηκώθηκε και είπε: «Μα δεν είσαι καν άξιος εσύ να μας κυβερνήσεις, γιατί προέρχεσαι από ταπεινή γενιά και είσαι συμφορά σωστή — θα έπρεπε αντίθετα να λογοδοτήσεις για τα χρήματα που διαχειρίστηκες».
[3.143.1]ταῦτα εἶπε ἐὼν ἐν τοῖσι ἀστοῖσι δόκιμος, τῷ οὔνομα ἦν Τελέσαρχος. Μαιάνδριος δὲ νόῳ λαβὼν ὡς, εἰ μετήσει τὴν ἀρχήν, ἄλλος τις ἀντ᾽ αὐτοῦ τύραννος καταστήσεται, οὐ δὴ ἔτι ἐν νόῳ εἶχε μετιέναι αὐτήν, ἀλλ᾽ ὡς ἀνεχώρησε ἐς τὴν ἀκρόπολιν, μεταπεμπόμενος ἕνα ἕκαστον ὡς δὴ λόγον τῶν χρημάτων δώσων, συνέλαβέ σφεας καὶ κατέδησε.Αυτά είπε εκείνος, και ήταν διακεκριμένος ανάμεσα στους πολίτες, Τελέσαρχος τ᾽ όνομά του. Ο Μαιάνδριος τώρα, αντιλαμβανόμενος ότι αν άφηνε την αρχή, κάποιος άλλος θα γινόταν τύραννος αντί γι᾽ αυτόν, δεν διανοήθηκε καν να την αφήσει, αλλά έφυγε ευθύς για την ακρόπολη, απ᾽ όπου έστελνε και καλούσε έναν έναν τους Σαμίους, δήθεν ότι θα λογοδοτήσει για τα χρήματα, και έτσι τους έπιασε και τους φυλάκισε.
[3.143.2]οἱ μὲν δὴ ἐδεδέατο, Μαιάνδριον δὲ μετὰ ταῦτα κατέλαβε νοῦσος. ἐλπίζων δέ μιν ἀποθανέεσθαι ὁ ἀδελφεός, τῷ οὔνομα ἦν Λυκάρητος, ἵνα εὐπετεστέρως κατάσχῃ τὰ ἐν τῇ Σάμῳ πρήγματα, κατακτείνει τοὺς δεσμώτας πάντας· οὐ γὰρ δή, ὡς οἴκασι, ἐβούλοντο εἶναι ἐλεύθεροι.Φυλακίστηκαν λοιπόν αυτοί, αλλά μετά από τούτα τον Μαιάνδριο τον έπιασε αρρώστια. Ο αδελφός του τώρα, Λυκάρητος τ᾽ όνομά του, νόμισε ότι ο Μαιάνδριος θα πέθαινε, και για να γίνει ευκολότερα κύριος της κατάστασης στη Σάμο, σκοτώνει όλους τους κρατούμενους — όπως φάνηκε άλλωστε, δεν ήθελαν να είναι ελεύθεροι.
[3.144.1]ἐπειδὴ ὦν ἀπίκοντο ἐς τὴν Σάμον οἱ Πέρσαι κατάγοντες Συλοσῶντα, οὔτε τίς σφι χεῖρας ἀνταείρεται, ὑπόσπονδοί τε ἔφασαν εἶναι ἕτοιμοι οἱ τοῦ Μαιανδρίου στασιῶται καὶ αὐτὸς Μαιάνδριος ἐκχωρῆσαι ἐκ τῆς νήσου. καταινέσαντος δ᾽ ἐπὶ τούτοισι Ὀτάνεω καὶ σπεισαμένου τῶν Περσέων οἱ πλείστου ἄξιοι θρόνους θέμενοι κατεναντίον τῆς ἀκροπόλιος κατέατο.Όταν λοιπόν οι Πέρσες έφτασαν στη Σάμο φέρνοντας μαζί τους τον Συλοσώντα, όχι μόνο δεν τους πρόβαλε αντίσταση κανένας, αλλά τους είπαν κιόλας οι οπαδοί του Μαιάνδριου και ο ίδιος ο Μαιάνδριος ότι είναι έτοιμοι να κλείσουν συμφωνία και να φύγουν από το νησί. Συναίνεσε σ᾽ αυτή την πρόταση ο Οτάνης, έκλεισε τη συμφωνία, και οι πλέον σημαίνοντες από τους Πέρσες έστησαν θρόνους απέναντι από την ακρόπολη και κάθισαν.
[3.145.1]Μαιανδρίῳ δὲ τῷ τυράννῳ ἦν ἀδελφεὸς ὑπομαργότερος, τῷ οὔνομα ἦν Χαρίλεως· οὗτος ὅ τι δὴ ἐξαμαρτὼν ἐν γοργύρῃ ἐδέδετο· καὶ δὴ τότε ἐπακούσας τε τὰ πρησσόμενα καὶ διακύψας διὰ τῆς γοργύρης, ὡς εἶδε τοὺς Πέρσας εἰρηναίως κατημένους, ἐβόα τε καὶ ἔφη λέγων Μαιανδρίῳ θέλειν ἐλθεῖν ἐς λόγους.Ο Μαιάνδριος ο τύραννος ωστόσο είχε έναν αδελφό ανισόρροπο, Χαρίλαος τ᾽ όνομά του, που είχε κάνει κάποιο αδίκημα και ήταν ριγμένος στο μπουντρούμι· τότε λοιπόν άκουσε ο Χαρίλαος αυτά που γίνονταν, και προβάλλοντας από το μπουντρούμι, είδε τους Πέρσες να κάθονται ειρηνικά και έβαλε τις φωνές λέγοντας ότι ήθελε τον Μαιάνδριο να του μιλήσει.
[3.145.2]ἐπακούσας δὲ ὁ Μαιάνδριος λύσαντας αὐτὸν ἐκέλευε ἄγειν παρ᾽ ἑωυτόν. ὡς δὲ ἄχθη τάχιστα, λοιδορέων τε καὶ κακίζων μιν ἀνέπειθε ἐπιθέσθαι τοῖσι Πέρσῃσι, λέγων τοιάδε· Ἐμὲ μέν, ὦ κάκιστε ἀνδρῶν, ἐόντα σεωυτοῦ ἀδελφεὸν καὶ ἀδικήσαντα οὐδὲν ἄξιον δεσμοῦ δήσας γοργύρης ἠξίωσας, ὁρέων δὲ τοὺς Πέρσας ἐκβάλλοντάς τέ σε καὶ ἄνοικον ποιέοντας οὐ τολμᾷς τείσασθαι, οὕτω δή τι ἐόντας εὐπετέας χειρωθῆναι;Τον άκουσε ο Μαιάνδριος και πρόσταξε να τον λύσουν και να του τον πάνε μπροστά του. Και ευθύς μόλις τον πήγαν, ο Χαρίλαος, βρίζοντάς τον και αποκαλώντας τον δειλό, πάσχιζε να πείσει τον Μαιάνδριο να επιτεθεί στους Πέρσες λέγοντάς του: «Βρε συ, που είσαι ο πιο άνανδρος απ᾽ όλους τους ανθρώπους, εμένα, βρε, που είμαι αδελφός σου, χωρίς να κάνω κανένα άδικο για να μπω στη φυλακή, μ᾽ έριξες στο μπουντρούμι, αλλά τους Πέρσες κάθεσαι και τους κοιτάζεις να σε διώχνουν και να σε πετάνε στον δρόμο χωρίς να τολμάς να τους τιμωρήσεις, κι ας είναι τόσο εύκολο να τους βάλεις στο χέρι;
[3.145.3]ἀλλ᾽ εἴ τοι σύ σφεας καταρρώδηκας, ἐμοὶ δὸς τοὺς ἐπικούρους, καί σφεας ἐγὼ τιμωρήσομαι τῆς ἐνθάδε ἀπίξιος· αὐτὸν δέ σε ἐκπέμψαι ἐκ τῆς νήσου ἕτοιμός εἰμι.Αλλά αν εσύ τους φοβάσαι, δώσε μου εμένα τους ξένους στρατιώτες, και θα τους τιμωρήσω εγώ για τον ερχομό τους εδώ· κι όσο για σένα, είμαι έτοιμος να σου εξασφαλίσω την αναχώρησή σου από το νησί».
[3.146.1]ταῦτα ἔλεξε ὁ Χαρίλεως· Μαιάνδριος δὲ ὑπέλαβε τὸν λόγον, ὡς μὲν ἐγὼ δοκέω, οὐκ ἐς τοῦτο ἀφροσύνης ἀπικόμενος ὡς δόξαι τὴν ἑωυτοῦ δύναμιν περιέσεσθαι τῆς βασιλέος, ἀλλὰ φθονήσας μᾶλλον Συλοσῶντι εἰ ἀπονητὶ ἔμελλε ἀπολάμψεσθαι ἀκέραιον τὴν πόλιν.Αυτά είπε ο Χαρίλαος· ο Μαιάνδριος τώρα δέχτηκε τη συμβουλή του όχι βέβαια, όπως εγώ νομίζω τουλάχιστον, επειδή έφτασε σε τέτοιο σημείο ανοησίας ώστε να πιστεύει ότι η δική του δύναμη θα νικούσε τη δύναμη του βασιλιά, αλλά μάλλον επειδή φθόνησε τον Συλοσώντα αν ήταν να έπαιρνε χωρίς κανέναν κόπο άθικτη την πόλη.
[3.146.2]ἐρεθίσας ὦν τοὺς Πέρσας ἤθελε ὡς ἀσθενέστατα ποιῆσαι τὰ Σάμια πρήγματα καὶ οὕτω παραδιδόναι, εὖ ἐξεπιστάμενος ὡς παθόντες οἱ Πέρσαι κακῶς προσεμπικρανέεσθαι ἔμελλον τοῖσι Σαμίοισι, εἰδώς τε ἑωυτῷ ἀσφαλέα ἔκδυσιν ἐοῦσαν ἐκ τῆς νήσου τότε ἐπεὰν αὐτὸς βούληται· ἐπεποίητο γάρ οἱ κρυπτὴ διῶρυξ ἐκ τῆς ἀκροπόλιος φέρουσα ἐπὶ θάλασσαν.Ήθελε λοιπόν να εξερεθίσει τους Πέρσες ώστε να εξασθενήσει όσο γινόταν η θέση των Σαμίων και έτσι να τους παραδώσει, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι Πέρσες, αν συναντούσαν κακομεταχείριση, θα θύμωναν άγρια με τους Σαμίους, και έχοντας υπόψη του ότι για τον εαυτό του υπήρχε σίγουρος τρόπος να φύγει από το νησί όποτε ήθελε — γιατί είχε κατασκευάσει μυστικό λαγούμι που οδηγούσε από την ακρόπολη στη θάλασσα.
[3.146.3]αὐτὸς μὲν δὴ ὁ Μαιάνδριος ἐκπλέει ἐκ τῆς Σάμου, τοὺς δ᾽ ἐπικούρους πάντας ὁπλίσας ὁ Χαρίλεως καὶ ἀναπετάσας τὰς πύλας ἐξῆκε ἐπὶ τοὺς Πέρσας οὔτε προσδεκομένους τοιοῦτον οὐδὲν δοκέοντάς τε δὴ πάντα συμβεβάναι. ἐμπεσόντες δὲ οἱ ἐπίκουροι τῶν Περσέων τοὺς διφροφορευμένους τε καὶ λόγου πλείστου ἐόντας ἔκτεινον.Ο ίδιος λοιπόν ο Μαιάνδριος σαλπάρει από τη Σάμο, ενώ ο Χαρίλαος οπλίζει όλους τους ξένους στρατιώτες, ανοίγει διάπλατες τις πύλες και ρίχνεται καταπάνω στους Πέρσες, που όχι μόνο δεν περίμεναν τέτοιο πράγμα αλλά νόμιζαν κιόλας ότι όλα είχαν τακτοποιηθεί. Ρίχτηκαν λοιπόν οι ξένοι στρατιώτες στους Πέρσες και άρχισαν να σκοτώνουν τους σπουδαιότερους ανάμεσά τους κι αυτούς που μεταφέρονταν σε φορεία.
[3.146.4]καὶ οὗτοι μὲν ταῦτα ἐποίευν, ἡ δὲ ἄλλη στρατιὴ ἡ Περσικὴ ἐπεβοήθεε, πιεζεύμενοι δὲ οἱ ἐπίκουροι ὀπίσω κατειλήθησαν ἐς τὴν ἀκρόπολιν.Αυτά λοιπόν έκαναν εκείνοι, αλλά η υπόλοιπη περσική δύναμη ήρθε σε βοήθεια, και οι ξένοι στρατιώτες πιεζόμενοι γύρισαν στην ακρόπολη, όπου και κλείστηκαν.
[3.147.1]Ὀτάνης δὲ ὁ στρατηγὸς ἰδὼν πάθος μέγα Πέρσας πεπονθότας ‹τὰς μὲν› ἐντολὰς [τε] τὰς Δαρεῖός οἱ ἀποστέλλων ἐνετέλλετο, μήτε κτείνειν μηδένα Σαμίων μήτε ἀνδραποδίζεσθαι ἀπαθέα τε κακῶν ἀποδοῦναι τὴν νῆσον Συλοσῶντι, τουτέων μὲν τῶν ἐντολέων μεμνημένος ἐπελανθάνετο, ὁ δὲ παρήγγειλε τῇ στρατιῇ πάντα τὸν ἂν λάβωσι, καὶ ἄνδρα καὶ παῖδα, ὁμοίως κτείνειν.Ωστόσο ο στρατηγός Οτάνης, βλέποντας το μεγάλο κακό που είχαν πάθει οι Πέρσες, θυμόταν τις εντολές που του είχε δώσει ο Δαρείος όταν τον έστελνε εκεί, να μη σκοτώσει δηλαδή ούτε να πιάσει αιχμάλωτο κανέναν Σάμιο, παρά να παραδώσει το νησί σώο και αβλαβές στον Συλοσώντα, αλλά τις εντολές αυτές φρόντισε να τις λησμονήσει, και έδωσε στον στρατό διαταγή, όποιον πιάνουν, είτε μεγάλος είναι είτε παιδί, άσχετα, να τον σκοτώνουν.
[3.147.2]ἐνθαῦτα τῆς στρατιῆς οἱ μὲν τὴν ἀκρόπολιν ἐπολιόρκεον, οἱ δὲ ἔκτεινον πάντα τὸν ἐμποδὼν γινόμενον, ὁμοίως ἔν τε ἱρῷ καὶ ἔξω ἱροῦ.Έτσι, άλλοι από τους στρατιώτες πολιορκούσαν την ακρόπολη, και άλλοι σκότωναν όποιον συναντούσαν μπροστά τους, είτε μέσα σε ιερό βρισκόταν είτε έξω.
[3.148.1]Μαιάνδριος δ᾽ ἀποδρὰς ἐκ τῆς Σάμου ἐκπλέει ἐς Λακεδαίμονα· ἀπικόμενος δὲ ἐς αὐτὴν καὶ ἀνενεικάμενος τὰ ἔχων ἐξεχώρησε ἐποίεε τοιάδε. ὅκως ποτήρια ἀργύρεά τε καὶ χρύσεα προθεῖτο, οἱ μὲν θεράποντες αὐτοῦ ἐξέσμων αὐτά, ὁ δ᾽ ἂν τὸν χρόνον τοῦτον Κλεομένεϊ τῷ Ἀναξανδρίδεω ἐν λόγοισι ἐών, βασιλεύοντι Σπάρτης, προῆγέ μιν ἐς τὰ οἰκία· ὅκως δὲ ἴδοιτο Κλεομένης τὰ ποτήρια, ἀπεθώμαζέ τε καὶ ἐξεπλήσσετο· ὁ δὲ ἂν ἐκέλευε αὐτὸν ἀποφέρεσθαι αὐτῶν ὅσα βούλοιτο.Ο Μαιάνδριος πάλι, δραπετεύοντας από τη Σάμο, βάζει πλώρη για τη Λακεδαίμονα, και όταν έφτασε εκεί, ανέβασε απάνω τα όσα είχε πάρει μαζί του φεύγοντας, και έκανε το εξής: έβγαλε έξω τα ασημένια και τα χρυσά ποτήρια, και ενώ οι υπηρέτες του τα καθάριζαν, αυτός την ίδια ώρα έπιασε συζήτηση με τον Κλεομένη του Αναξανδρίδη, που βασίλευε στη Σπάρτη, και τον πήγε στο σπίτι του· ο Κλεομένης τώρα, μόλις είδε τα ποτήρια, έμεινε έκθαμβος και κατάπληκτος· ο άλλος πάλι τον παρακινούσε να πάρει μαζί του όσα ήθελε από δαύτα.
[3.148.2]τοῦτο καὶ δὶς καὶ τρὶς εἴπαντος Μαιανδρίου ὁ Κλεομένης δικαιότατος ἀνδρῶν γίνεται, ὃς λαβεῖν μὲν διδόμενα οὐκ ἐδικαίου, μαθὼν δὲ ὡς ἄλλοισι διδοὺς τῶν ἀστῶν εὑρήσεται τιμωρίην, βὰς ἐπὶ τοὺς ἐφόρους ἄμεινον εἶναι ἔφη τῇ Σπάρτῃ τὸν ξεῖνον τὸν Σάμιον ἀπαλλάσσεσθαι ἐκ τῆς Πελοποννήσου, ἵνα μὴ ἀναπείσῃ ἢ αὐτὸν ἢ ἄλλον τινὰ Σπαρτιητέων κακὸν γενέσθαι. οἱ δ᾽ ὑπακούσαντες ἐξεκήρυξαν Μαιάνδριον.Το είπε δυο και τρεις φορές αυτό ο Μαιάνδριος, και ο Κλεομένης αποδείχθηκε τότε ο δικαιότερος απ᾽ όλους τους ανθρώπους: θεώρησε δηλαδή ότι δεν είχε δικαίωμα να πάρει αυτά που του έδιναν, αλλά κατάλαβε κιόλας ότι ο Μαιάνδριος σε κάποιους άλλους πολίτες θα τα έδινε και έτσι θα έβρισκε βοήθεια, και γι᾽ αυτό πήγε στους εφόρους και είπε ότι το καλύτερο για τη Σπάρτη θα ήταν να φύγει από την Πελοπόννησο ο ξένος Σάμιος για να μην μπορέσει να πείσει είτε τον ίδιο είτε κανένα άλλο από τους Σπαρτιάτες να γίνουν κακοί. Οι έφοροι υπάκουσαν στα λόγια του και έβγαλαν προκήρυξη και έδιωξαν τον Μαιάνδριο.
[3.149.1]τὴν δὲ Σάμον σαγηνεύσαντες οἱ Πέρσαι παρέδοσαν Συλοσῶντι ἔρημον ἐοῦσαν ἀνδρῶν. ὑστέρῳ μέντοι χρόνῳ καὶ συγκατοίκισε αὐτὴν ὁ στρατηγὸς Ὀτάνης ἔκ τε ὄψιος ὀνείρου καὶ νούσου ἥ μιν κατέλαβε νοσῆσαι τὰ αἰδοῖα.Όσο για τη Σάμο, οι Πέρσες την ερήμωσαν και την παρέδωσαν στον Συλοσώντα χωρίς ψυχή απάνω της. Ύστερα από καιρό όμως, εξαιτίας κάποιου ονείρου και μιας αρρώστιας που έτυχε να πάθει στα γεννητικά του όργανα, την αποίκισε ο στρατηγός Οτάνης μαζί με άλλους.
[3.150.1]Ἐπὶ δὲ Σάμον στρατεύματος ναυτικοῦ οἰχομένου Βαβυλώνιοι ἀπέστησαν, κάρτα εὖ παρεσκευασμένοι· ἐν ὅσῳ γὰρ ὅ τε μάγος ἦρχε καὶ οἱ ἑπτὰ ἐπανέστησαν, ἐν τούτῳ παντὶ τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ταραχῇ ἐς τὴν πολιορκίην παρεσκευάζοντο. καί κως ταῦτα ποιεῦντες ἐλάνθανον.Όταν ωστόσο ξεκινούσε για τη Σάμο ο στόλος με τον στρατό, οι Βαβυλώνιοι, ύστερα από γερή προετοιμασία, επαναστάτησαν — πράγματι, όσον καιρό κυβερνούσε ο Μάγος και γινόταν η επανάσταση των επτά, όλο αυτό το διάστημα και μέσα σ᾽ εκείνη την αναταραχή, αυτοί προετοιμάζονταν για την πολιορκία. Και άγνωστο πώς, όλα τα έκαναν χωρίς να τους καταλάβουν.
[3.150.2]ἐπείτε δὲ ἐκ τοῦ ἐμφανέος ἀπέστησαν, ἐποίησαν τοιόνδε· τὰς μητέρας ἐξελόντες γυναῖκα ἕκαστος μίαν προσεξαιρέετο τὴν ἐβούλετο ἐκ τῶν ἑωυτοῦ οἰκίων, τὰς δὲ λοιπὰς ἁπάσας συναγαγόντες ἀπέπνιξαν· τὴν δὲ μίαν ἕκαστος σιτοποιὸν ἐξαιρέετο. ἀπέπνιξαν δὲ αὐτάς, ἵνα μή σφεων τὸν σῖτον ἀναισιμώσωσι.Όταν λοιπόν επαναστάτησαν πια φανερά, έκαναν το εξής: αφού ξεχώρισαν τις μητέρες, διάλεξαν ο καθένας μια γυναίκα, όποια ήθελε απ᾽ αυτές που είχε στο σπίτι του, και τις υπόλοιπες τις μάζεψαν όλες και τις έπνιξαν — τη μια τη διάλεξαν ο καθένας για να τους ετοιμάζει το ψωμί. Όσο για τις άλλες, τις έπνιξαν για να μην τους καταναλώνουν το σιτάρι.
[3.151.1]πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Δαρεῖος καὶ συλλέξας ἅπασαν τὴν ἑωυτοῦ δύναμιν ἐστρατεύετο ἐπ᾽ αὐτούς, ἐπελάσας δὲ ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα ἐπολιόρκεε φροντίζοντας οὐδὲν τῆς πολιορκίης. ἀναβαίνοντες γὰρ ἐπὶ τοὺς προμαχεῶνας τοῦ τείχεος οἱ Βαβυλώνιοι κατωρχέοντο καὶ κατέσκωπτον Δαρεῖον καὶ τὴν στρατιὴν αὐτοῦ, καί τις αὐτῶν εἶπε τοῦτο τὸ ἔπος·Μαθαίνοντάς τα αυτά ο Δαρείος μάζεψε όλη του τη δύναμη και κινώντας εκστρατεία εναντίον τους βάδισε κατά της Βαβυλώνας και την πολιόρκησε· αλλά εκείνοι δεν σκοτίζονταν καθόλου για την πολιορκία — πράγματι, οι Βαβυλώνιοι ανέβαιναν στους προμαχώνες του τείχους και χόρευαν ξέφρενα και κορόιδευαν τον Δαρείο και τη στρατιά του και μάλιστα κάποιος απ᾽ αυτούς είπε τούτα τα λόγια:
[3.151.2]Τί κάτησθε, ὦ Πέρσαι, ἐνθαῦτα, ἀλλ᾽ οὐκ ἀπαλλάσσεσθε; τότε γὰρ αἱρήσετε ἡμέας, ἐπεὰν ἡμίονοι τέκωσι. τοῦτο εἶπε τῶν τις Βαβυλωνίων, οὐδαμὰ ἐλπίζων ἂν ἡμίονον τεκεῖν.«Τί καθόσαστε εδώ πέρα, βρε Πέρσες, και δεν σηκωνόσαστε να φύγετε; Αφού τότε μόνο θα μας κυριέψετε, όταν θα γεννήσουν τα μουλάρια». Και το είπε αυτό εκείνος ο Βαβυλώνιος επειδή πίστευε ότι σε καμία περίπτωση δεν γεννάει το μουλάρι.
[3.152.1]ἑπτὰ δὲ μηνῶν καὶ ἐνιαυτοῦ διεληλυθότος ἤδη ὁ Δαρεῖός τε ἤσχαλλε καὶ ἡ στρατιὴ πᾶσα οὐ δυνατὴ ἐοῦσα ἑλεῖν τοὺς Βαβυλωνίους. καίτοι πάντα σοφίσματα καὶ πάσας μηχανὰς ἐπεποιήκεε ἐς αὐτοὺς Δαρεῖος· ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἐδύνατο ἑλεῖν σφεας, ἄλλοισί τε σοφίσμασι πειρησάμενος καὶ δὴ καὶ τῷ Κῦρος εἷλέ σφεας, καὶ τούτῳ ἐπειρήθη. ἀλλὰ γὰρ δεινῶς ἦσαν ἐν φυλακῇσι οἱ Βαβυλώνιοι, οὐδέ σφεας οἷός τε ἦν ἑλεῖν.Πέρασαν ωστόσο ένας χρόνος και επτά μήνες, και ο Δαρείος στεναχωριόταν, όπως και όλη η στρατιά, που δεν ήταν ικανή να νικήσει τους Βαβυλωνίους. Και όμως ο Δαρείος είχε χρησιμοποιήσει στην περίπτωσή τους όλες τις επινοήσεις και όλα τα τεχνάσματα· αλλά ούτε έτσι μπόρεσε να τους καταβάλει, μολονότι ανάμεσα στα άλλα τεχνάσματα που δοκίμασε, ήταν κι εκείνο με το οποίο τους είχε νικήσει ο Κύρος — κι αυτό το δοκίμασε. Οι Βαβυλώνιοι όμως φυλάγονταν άγρυπνα, και ο Δαρείος δεν μπορούσε να τους καταβάλει.
[3.153.1]ἐνθαῦτα εἰκοστῷ μηνὶ Ζωπύρῳ τῷ Μεγαβύξου τούτου ὃς τῶν ἑπτὰ ἀνδρῶν ἐγένετο τῶν τὸν μάγον κατελόντων, τούτου τοῦ Μεγαβύξου παιδὶ Ζωπύρῳ ἐγένετο τέρας τόδε· τῶν οἱ σιτοφόρων ἡμιόνων μία ἔτεκε. ὡς δέ οἱ ἐξηγγέλθη καὶ ὑπὸ ἀπιστίης αὐτὸς ὁ Ζώπυρος εἶδε τὸ βρέφος, ἀπείπας τοῖσι ἰδοῦσι μηδενὶ φράζειν τὸ γεγονὸς ἐβουλεύετο.Τότε, τον εικοστό μήνα, στον Ζώπυρο, γιο εκείνου του Μεγάβυξου που ήταν ένας από τους επτά άνδρες που είχαν ανατρέψει τον Μάγο, στον Ζώπυρο λοιπόν εκείνου του Μεγάβυξου συνέβη θαύμα: ένα από τα θηλυκά μουλάρια του που κουβαλούσαν τα τρόφιμα, γέννησε. Όταν του το ανάγγειλαν μάλιστα, ο Ζώπυρος δεν το πίστεψε, αλλά πήγε ο ίδιος και είδε το μικρό, οπότε απαγόρευσε σε όσους είχαν δει το γεγονός να κάνουν λόγο σε οποιονδήποτε, και άρχισε να σκέπτεται.
[3.153.2]καί οἱ πρὸς τὰ τοῦ Βαβυλωνίου ῥήματα, ὃς κατ᾽ ἀρχὰς ἔφησε, ἐπεάν περ ἡμίονοι τέκωσι, τότε τὸ τεῖχος ἁλώσεσθαι, πρὸς ταύτην τὴν φήμην Ζωπύρῳ ἐδόκεε εἶναι ἁλώσιμος ἤδη ἡ Βαβυλών· σὺν γὰρ θεῷ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἑωυτῷ τεκεῖν τὴν ἡμίονον.Και θεώρησε ο Ζώπυρος ότι σύμφωνα με τα λόγια που είχε πει παλιότερα εκείνος ο Βαβυλώνιος, ότι δηλαδή όταν γεννήσουν τα μουλάρια, τότε θα κυριευθεί το τείχος, ότι σύμφωνα με αυτή την προφητεία η Βαβυλώνα μπορούσε πια να κυριευτεί — γιατί από θεού εκείνος είχε μιλήσει έτσι, και η δική του μούλα γέννησε.
[3.154.1]ὡς δέ οἱ ἐδόκεε μόρσιμον εἶναι ἤδη τῇ Βαβυλῶνι ἁλίσκεσθαι, προσελθὼν Δαρείῳ ἀπεπυνθάνετο εἰ περὶ πολλοῦ κάρτα ποιέεται τὴν Βαβυλῶνα ἑλεῖν. πυθόμενος δὲ ὡς πολλοῦ τιμῷτο, ἄλλο βουλεύεται, ὅκως αὐτός τε ἔσται ὁ ἑλὼν αὐτὴν καὶ ἑωυτοῦ τὸ ἔργον ἔσται· κάρτα γὰρ ἐν [τοῖσι] Πέρσῃσι αἱ ἀγαθουργίαι ἐς τὸ πρόσω μεγάθεος τιμῶνται.Όταν λοιπόν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν πλέον μοιραίο να κυριευτεί η Βαβυλώνα, ο Ζώπυρος παρουσιάστηκε στον Δαρείο και τον ρώτησε να μάθει αν το είχε περί πολλού να κυριεύσει τη Βαβυλώνα. Και όταν έμαθε ότι ο Δαρείος έδινε σ᾽ αυτό μεγάλη σημασία, ο Ζώπυρος άρχισε να σκέφτεται κάτι άλλο, πώς να είναι αυτός που θα την κυριεύσει και πώς το κατόρθωμα να είναι όλο δικό του — γιατί οι Πέρσες τιμούν σε μεγάλο βαθμό τις ανδραγαθίες.
[3.154.2]ἄλλῳ μέν νυν οὐκ ἐφράζετο ἔργῳ δυνατὸς εἶναί μιν ὑποχειρίην ποιῆσαι, εἰ δ᾽ ἑωυτὸν λωβησάμενος αὐτομολήσειε ἐς αὐτούς. ἐνθαῦτα ἐν ἐλαφρῷ ποιησάμενος ἑωυτὸν λωβᾶται λώβην ἀνήκεστον· ἀποταμὼν γὰρ ἑωυτοῦ τὴν ῥῖνα καὶ τὰ ὦτα καὶ τὴν κόμην κακῶς περικείρας καὶ μαστιγώσας ἦλθε παρὰ Δαρεῖον.Ωστόσο, άλλο τρόπο για να μπορέσει να βάλει στο χέρι τη Βαβυλώνα δεν έβρισκε ο Ζώπυρος πάρεξ να παραμορφωθεί μοναχός του και να αυτομολήσει στους Βαβυλώνιους. Έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτεί, πιάνει και κουτσουρεύει τον εαυτό του με τρόπο ανεπανόρθωτο: έκοψε δηλαδή τη μύτη του και τα αυτιά του, σουρομάδησε τα μαλλιά του, μαστιγώθηκε μονάχος του και πήγε στον Δαρείο.
[3.155.1]Δαρεῖος δὲ κάρτα βαρέως ἤνεικε ἰδὼν ἄνδρα τὸν δοκιμώτατον λελωβημένον, ἔκ τε τοῦ θρόνου ἀναπηδήσας ἀνέβωσέ τε καὶ εἴρετό μιν ὅστις εἴη ὁ λωβησάμενος καὶ ὅ τι ποιήσαντα.Πολύ βαριά του ήρθε του Δαρείου σαν είδε παραμορφωμένον αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο: τινάχτηκε από τον θρόνο, έβαλε φωνή και τον ρώτησε ποιός τον είχε παραμορφώσει έτσι και τί του είχε κάνει αυτός.
[3.155.2]ὁ δὲ εἶπε· Οὐκ ἔστι οὗτος ἀνὴρ ὅτι μὴ σύ, τῷ ἐστὶ δύναμις τοσαύτη ἐμὲ δὴ ὧδε διαθεῖναι, οὐδέ τις ἀλλοτρίων, ὦ βασιλεῦ, τάδε ἔργασται, ἀλλ᾽ αὐτὸς ἐγὼ ἐμεωυτόν, δεινόν τι ποιεύμενος Ἀσσυρίους Πέρσῃσι καταγελᾶν.Κι εκείνος είπε: «Δεν υπάρχει άνθρωπος έξω από σένα που να έχει τη δύναμη να καταντήσει εμένα σ᾽ αυτά τα χάλια — κανένας άλλος δεν μου τα έκανε, βασιλιά μου, όλα αυτά, αλλά εγώ ο ίδιος μονάχος μου, γιατί το έφερα βαριά να περιγελούν οι Ασσύριοι τους Πέρσες».
[3.155.3]ὁ δ᾽ ἀμείβετο· Ὦ σχετλιώτατε ἀνδρῶν, ἔργῳ τῷ αἰσχίστῳ οὔνομα τὸ κάλλιστον ἔθευ, φὰς διὰ τοὺς πολιορκεομένους σεωυτὸν ἀνηκέστως διαθεῖναι· τί δ᾽, ὦ μάταιε, λελωβημένου σεῦ θᾶσσον οἱ πολέμιοι παραστήσονται; κῶς οὐκ ἐξέπλωσας τῶν φρενῶν σεωυτὸν διαφθείρας;Κι εκείνος του απάντησε: «Άνθρωπε αθλιότατε, στη χειρότερη πράξη δίνεις το ομορφότερο όνομα όταν λες ότι εξαιτίας των πολιορκημένων έκανες στον εαυτό σου τέτοιο ανεπανόρθωτο κακό· αλλά γιατί, βρε αστόχαστε, θα νικηθούν οι εχθροί γρηγορότερα επειδή εσύ σακατεύτηκες μόνος σου; Σίγουρα έχασες το μυαλό σου για να κάνεις τέτοια ζημιά στον εαυτό σου».
[3.155.4]ὁ δὲ εἶπε· Εἰ μέν τοι ὑπερετίθεα τὰ ἔμελλον ποιήσειν, οὐκ ἄν με περιεῖδες· νῦν δ᾽ ἐπ᾽ ἐμεωυτοῦ βαλόμενος ἔπρηξα. ἤδη ὦν, ἢν μὴ τῶν σῶν δεήσῃ, αἱρέομεν Βαβυλῶνα. ἐγὼ μὲν γὰρ ὡς ἔχω αὐτομολήσω ἐς τὸ τεῖχος καὶ φήσω πρὸς αὐτοὺς ὡς ὑπὸ σεῦ τάδε πέπονθα. καὶ δοκέω πείσας σφέας ταῦτα ἔχειν οὕτω τεύξεσθαι στρατιῆς.Και εκείνος του είπε: «Αν σου το έλεγα από πριν τί σκόπευα να κάνω, δεν θα με άφηνες· γι᾽ αυτό το πήρα απάνω μου ό,τι έκανα. Τώρα όμως, αν από την πλευρά σου δεν υπάρξουν ελλείψεις, την πήραμε την Βαβυλώνα. Γιατί εγώ, έτσι όπως είμαι, θα αυτομολήσω μέσα στο τείχος και θα τους πω ότι από σένα τα έπαθα αυτά. Και νομίζω ότι θα τους πείσω ότι αυτή είναι η αλήθεια και έτσι θα μου δώσουν να διοικήσω στρατό.
[3.155.5]σὺ δέ, ἀπ᾽ ἧς ἂν ἡμέρης ἐγὼ ἐσέλθω ἐς τὸ τεῖχος, ἀπὸ ταύτης ἐς δεκάτην ἡμέρην τῆς σεωυτοῦ στρατιῆς, τῆς μηδεμία ἔσται ὤρη ἀπολλυμένης, ταύτης χιλίους τάξον κατὰ τὰς Σεμιράμιος καλεομένας πύλας· μετὰ δὲ αὖτις ἀπὸ τῆς δεκάτης ἐς ἑβδόμην ἄλλους μοι τάξον δισχιλίους κατὰ τὰς Νινίων καλεομένας πύλας· ἀπὸ δὲ τῆς ἑβδόμης διαλείπειν εἴκοσι ἡμέρας καὶ ἔπειτα ἄλλους κάτισον ἀγαγὼν κατὰ τὰς Χαλδαίων καλεομένας πύλας τετρακισχιλίους. ἐχόντων δὲ μήτε οἱ πρότεροι μηδὲν τῶν ἀμυνεύντων μήτε οὗτοι, πλὴν ἐγχειριδίων· τοῦτο δὲ ἐᾶν ἔχειν.Εσύ τώρα, από την ημέρα όπου εγώ θα μπω στο τείχος, τη δέκατη ημέρα ύστερα απ᾽ αυτήν, βάλε στις πύλες τις λεγόμενες της Σεμίραμης χίλιους άνδρες από τον στρατό σου που να μη σε νοιάζει καθόλου αν χαθούν· ύστερα πάλι, την έβδομη μετά απ᾽ αυτή τη δέκατη ημέρα, βάλε μου άλλους δυο χιλιάδες στις πύλες τις λεγόμενες των Νινίων· και από την έβδομη αυτή μέρα άφησε να περάσουν είκοσι μέρες και ύστερα πάρε και τοποθέτησε άλλους τέσσερις χιλιάδες στις πύλες τις λεγόμενες των Χαλδαίων. Και να μην έχουν ούτε οι πρώτοι ούτε οι άλλοι όπλο αμυντικό κανένα εκτός από εγχειρίδια — αυτά άφησέ τους να τα έχουν.
[3.155.6]μετὰ δὲ τὴν εἰκοστὴν ἡμέρην ἰθέως τὴν μὲν ἄλλην στρατιὴν κελεύειν πέριξ προσβάλλειν πρὸς τὸ τεῖχος, Πέρσας δέ μοι τάξον κατά τε τὰς Βηλίδας καλεομένας καὶ Κισσίας πύλας· ὡς γὰρ ἐγὼ δοκέω, ἐμέο μεγάλα ἔργα ἀποδεξαμένου τά τε ἄλλα ἐπιτρέψονται ἐμοὶ Βαβυλώνιοι καὶ δὴ καὶ τῶν πυλέων τὰς βαλανάγρας· τὸ δὲ ἐνθεῦτεν ἐμοί τε καὶ Πέρσῃσι μελήσει τὰ δεῖ ποιέειν.Και μετά την εικοστή ημέρα πρόσταξε αμέσως την υπόλοιπη στρατιά να επιτεθεί γύρω γύρω σε όλο το τείχος, αλλά βάλε μου τους Πέρσες στις λεγόμενες Βηλίδες και Κίσσιες πύλες· γιατί θαρρώ ότι καθώς θα έχω κάνει μεγάλα κατορθώματα, οι Βαβυλώνιοι, εκτός από τα άλλα, θα μου εμπιστευθούν ασφαλώς και τις βαλανάγρες των πυλών· από εκεί και πέρα είναι δουλειά δική μου και των Περσών το τί θα πρέπει να κάνουμε.
[3.156.1]ταῦτα ἐντειλάμενος ἤιε ἐπὶ τὰς πύλας, ἐπιστρεφόμενος ὡς δῆθεν ἀληθέως αὐτόμολος. ὁρῶντες δὲ ἀπὸ τῶν πύργων οἱ κατὰ τοῦτο τεταγμένοι κατέτρεχον κάτω καὶ ὀλίγον τι παρακλίναντες τὴν ἑτέρην πύλην εἰρώτων τίς τε εἴη καὶ ὅτευ δεόμενος ἥκοι. ὁ δέ σφι ἠγόρευε ὡς εἴη τε Ζώπυρος καὶ αὐτομολέοι ἐς ἐκείνους.Αυτές τις παραγγελίες άφησε ο Ζώπυρος και ξεκίνησε για τις πύλες, στρέφοντας κάθε λίγο και κοιτάζοντας πίσω σαν να ήταν πραγματικός αυτόμολος. Βλέποντάς τον τώρα απάνω από τους πύργους εκείνοι που είχαν υπηρεσία, έτρεξαν κάτω, μισάνοιξαν το ένα φύλλο της πύλης και τον ρώτησαν ποιός ήταν και τί ήθελε που πήγε εκεί. Αυτός τους είπε ότι είναι ο Ζώπυρος και ότι αυτομολεί στη μεριά τους.
[3.156.2]ἦγον δή μιν οἱ πυλουροί, ταῦτα ὡς ἤκουσαν, ἐπὶ τὰ κοινὰ τῶν Βαβυλωνίων· καταστὰς δὲ ἐπ᾽ αὐτὰ κατοικτίζετο, φὰς ὑπὸ Δαρείου πεπονθέναι τὰ ἐπεπόνθεε ὑπ᾽ ἑωυτοῦ, παθεῖν δὲ ταῦτα διότι συμβουλεύσαι οἱ ἀπανιστάναι τὴν στρατιήν, ἐπείτε δὴ οὐδεὶς πόρος ἐφαίνετο τῆς ἁλώσιος.Μόλις τ᾽ άκουσαν αυτά εκείνοι, τον πήγαν ευθύς στη συνέλευση των Βαβυλωνίων· στάθηκε εκεί αυτός και κλαιγόταν και έλεγε ότι από τον Δαρείο είχε πάθει τα όσα είχε πάθει μονάχος του, και ότι τα έπαθε επειδή συμβούλευσε τον Δαρείο να πάρει τον στρατό του και να φύγει, αφού δεν φαινόταν τρόπος κανένας για το πάρσιμο της πόλης.
[3.156.3]Νῦν τε, ἔφη λέγων, ἐγὼ ὑμῖν, ὦ Βαβυλώνιοι, ἥκω μέγιστον ἀγαθόν, Δαρείῳ δὲ καὶ τῇ στρατιῇ [καὶ Πέρσῃσι] μέγιστον κακόν· οὐ γὰρ δὴ ἐμέ γε ὧδε λωβησάμενος καταπροΐξεται· ἐπίσταμαι δ᾽ αὐτοῦ πάσας τὰς διεξόδους τῶν βουλευμάτων. τοιαῦτα ἔλεγε.«Και τώρα,» συνέχισε λέγοντας ο Ζώπυρος «ήρθα, Βαβυλώνιοι, σαν μεγάλο καλό για σας αλλά σα μεγάλο κακό για τον Δαρείο, τον στρατό και τους Πέρσες· γιατί δεν πρόκειται να μείνει ο Δαρείος ατιμώρητος έτσι που με κακοποίησε: ξέρω καλά όλα τα σχέδια και τις σκέψεις του». Έτσι μίλησε ο Ζώπυρος.
[3.157.1]οἱ δὲ Βαβυλώνιοι ὁρῶντες ἄνδρα τῶν ἐν Πέρσῃσι δοκιμωτάτων ῥινός τε καὶ ὤτων ἐστερημένον μάστιξί τε καὶ αἵματι ἀναπεφυρμένον, πάγχυ ἐλπίσαντες λέγειν μιν ἀληθέα καί σφι ἥκειν σύμμαχον ἐπιτράπεσθαι ἕτοιμοι ἦσαν τῶν ἐδέετο σφέων· ἐδέετο δὲ στρατιῆς.Βλέποντας τώρα οι Βαβυλώνιοι αυτόν τον άνθρωπο που ήταν τόσο σπουδαίος ανάμεσα στους Πέρσες να έχει χάσει μύτη και αυτιά και να είναι καταματωμένος από το μαστίγιο, πίστεψαν με τα όλα τους ότι λέει την αλήθεια και ότι έρχεται σαν σύμμαχός τους, και ήταν έτοιμοι να του παραχωρήσουν ό,τι τους ζητούσε· και τους ζητούσε στρατό.
[3.157.2]ὁ δὲ ἐπείτε αὐτῶν τοῦτο παρέλαβε, ἐποίεε τά περ τῷ Δαρείῳ συνεθήκατο· ἐξαγαγὼν γὰρ τῇ δεκάτῃ ἡμέρῃ τὴν στρατιὴν τῶν Βαβυλωνίων καὶ κυκλωσάμενος τοὺς χιλίους τοὺς πρώτους ἐνετείλατο Δαρείῳ τάξαι, τούτους κατεφόνευσε.Και όταν τον πήρε ο Ζώπυρος τον στρατό από λόγου τους, έκανε τα όσα είχε συμφωνήσει με τον Δαρείο. Έβγαλε δηλαδή τη δέκατη ημέρα τον στρατό των Βαβυλωνίων, περικύκλωσε τους πρώτους χίλιους που είχε αφήσει παραγγελία στον Δαρείο να παρατάξει, και τους πετσόκοψε.
[3.157.3]μαθόντες δέ μιν οἱ Βαβυλώνιοι τοῖσι ἔπεσι τὰ ἔργα παρεχόμενον ὅμοια, πάγχυ περιχαρέες ἐόντες πᾶν δὴ ἕτοιμοι ἦσαν ὑπηρετέειν. ὁ δὲ διαλιπὼν ἡμέρας τὰς συγκειμένας αὖτις ἐπιλεξάμενος τῶν Βαβυλωνίων ἐξήγαγε καὶ κατεφόνευσε τῶν Δαρείου στρατιωτέων τοὺς δισχιλίους.Όταν οι Βαβυλώνιοι διαπίστωσαν ότι τα έργα του Ζώπυρου ήταν σύμφωνα με τα λόγια του, καταχάρηκαν και ήταν έτοιμοι να του κάνουν όλες τις χάρες. Αυτός πάλι άφησε να περάσουν οι συμφωνημένες ημέρες, και ύστερα έβγαλε πάλι έξω τους Βαβυλωνίους που διάλεξε και πετσόκοψε τους δυο χιλιάδες στρατιώτες του Δαρείου.
[3.157.4]ἰδόντες δὲ καὶ τοῦτο τὸ ἔργον οἱ Βαβυλώνιοι πάντες Ζώπυρον εἶχον ἐν στόμασι αἰνέοντες. ὁ δὲ αὖτις διαλιπὼν τὰς συγκειμένας ἡμέρας ἐξήγαγε ἐς τὸ προειρημένον καὶ κυκλωσάμενος κατεφόνευσε τοὺς τετρακισχιλίους. ὡς δὲ καὶ τοῦτο κατέργαστο, πάντα δὴ ἦν ἐν τοῖσι Βαβυλωνίοισι Ζώπυρος, καὶ στρατάρχης τε οὗτός σφι καὶ τειχοφύλαξ ἀπεδέδεκτο.Βλέποντας τώρα και τούτο το κατόρθωμά του οι Βαβυλώνιοι όλοι είχαν συνέχεια τον Ζώπυρο στα χείλη τους και τον επαινούσαν. Κι αυτός άφησε πάλι να περάσουν οι συμφωνημένες ημέρες και ύστερα έβγαλε τον στρατό στο καθορισμένο σημείο και πετσόκοψε τους τέσσερις χιλιάδες. Όταν πια έκανε και αυτό το κατόρθωμα ο Ζώπυρος, έγινε το παν για τους Βαβυλωνίους και διορίστηκε στρατάρχης και τειχοφύλακάς τους.
[3.158.1]προσβολὴν δὲ Δαρείου κατὰ τὰ συγκείμενα ποιευμένου πέριξ τὸ τεῖχος, ἐνθαῦτα δὴ πάντα τὸν δόλον ὁ Ζώπυρος ἐξέφαινε. οἱ μὲν γὰρ Βαβυλώνιοι ἀναβάντες ἐπὶ τὸ τεῖχος ἠμύνοντο τὴν Δαρείου στρατιὴν προσβάλλουσαν, ὁ δὲ Ζώπυρος τάς τε Κισσίας καὶ Βηλίδας καλεομένας πύλας ἀναπετάσας ἐσῆκε τοὺς Πέρσας ἐς τὸ τεῖχος.Όταν όμως ο Δαρείος εξαπέλυσε την επίθεση γύρω γύρω στο τείχος, τότε πλέον φανέρωσε ο Ζώπυρος τον δόλο του ακέραιο: γιατί από τη μια οι Βαβυλώνιοι ανέβηκαν στο τείχος ν᾽ αμυνθούν απέναντι στον στρατό του Δαρείου που έκανε επίθεση, από την άλλη ο Ζώπυρος άνοιξε διάπλατες τις πύλες τις λεγόμενες Βηλίδες και Κίσσιες, και άφησε τους Πέρσες να μπουν στο τείχος.
[3.158.2]τῶν δὲ Βαβυλωνίων οἳ μὲν εἶδον τὸ ποιηθέν, οὗτοι μὲν ἔφευγον ἐς τοῦ Διὸς τοῦ Βήλου τὸ ἱρόν, οἳ δὲ οὐκ εἶδον, ἔμενον ἐν τῇ ἑωυτοῦ τάξι ἕκαστος, ἐς ὃ δὴ καὶ οὗτοι ἔμαθον προδεδομένοι.Από τους Βαβυλωνίους τώρα, όσοι είδαν το τί έγινε, έφυγαν προς το ιερό του Δία του Βήλου, όσοι δεν το είδαν, έμειναν στη θέση του ο καθένας ώσπου κατάλαβαν και αυτοί ότι είχαν προδοθεί.
[3.159.1]Βαβυλὼν μέν νυν οὕτω τὸ δεύτερον αἱρέθη, Δαρεῖος δὲ ἐπείτε ἐκράτησε τῶν Βαβυλωνίων, τοῦτο μέν σφεων τὸ τεῖχος περιεῖλε καὶ τὰς πύλας πάσας ἀπέσπασε (τὸ γὰρ πρότερον ἑλὼν Κῦρος τὴν Βαβυλῶνα ἐποίησε τούτων οὐδέτερον), τοῦτο δὲ ὁ Δαρεῖος τῶν ἀνδρῶν τοὺς κορυφαίους μάλιστα ἐς τρισχιλίους ἀνεσκολόπισε, τοῖσι δὲ λοιποῖσι Βαβυλωνίοισι ἀπέδωκε τὴν πόλιν οἰκέειν.Έτσι λοιπόν πάρθηκε η Βαβυλώνα για δεύτερη φορά, και ο Δαρείος, μόλις υπέταξε τους Βαβυλωνίους, από τη μια τούς γκρέμισε το τείχος και ξεθεμέλιωσε όλες τις πύλες (γιατί ο Κύρος που είχε πάρει για πρώτη φορά τη Βαβυλώνα, δεν έκανε τίποτε από τα δυο), και από την άλλη ανασκολόπισε τους κορυφαίους ανάμεσα στους άνδρες, κάπου τρεις χιλιάδες, ενώ έδωσε πίσω την πόλη στους υπόλοιπους Βαβυλωνίους να την κατοικούν.
[3.159.2]ὡς δ᾽ ἕξουσι γυναῖκας οἱ Βαβυλώνιοι, ἵνα σφι γενεὴ ὑπογίνηται, τάδε Δαρεῖος προιδὼν ἐποίησε (τὰς γὰρ ἑωυτῶν, ὡς καὶ κατ᾽ ἀρχὰς δεδήλωται, ἀπέπνιξαν οἱ Βαβυλώνιοι τοῦ σίτου προορῶντες)· ἐπέταξε τοῖσι περιοίκοισι ἔθνεσι γυναῖκας ἐς Βαβυλῶνα κατιστάναι, ὅσας δὴ ἑκάστοισι ἐπιτάσσων, ὥστε πέντε μυριάδων τὸ κεφαλαίωμα τῶν γυναικῶν συνῆλθε. ἐκ τουτέων δὲ τῶν γυναικῶν οἱ νῦν Βαβυλώνιοι γεγόνασι.Και για να αποκτήσουν οι Βαβυλώνιοι γυναίκες και να κάνουν μετά απογόνους (αφού τις δικές τους, όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, οι Βαβυλώνιοι τις είχαν πνίξει παίρνοντας μέτρα για τα τρόφιμα), ο Δαρείος προνόησε και έκανε το εξής: πρόσταξε τα γειτονικά έθνη να στείλουν στη Βαβυλώνα γυναίκες, προστάζοντας το καθένα να στείλει τόσες ώστε το σύνολο των γυναικών έφτασε τις πενήντα χιλιάδες.
[3.160.1]Ζωπύρου δὲ οὐδεὶς ἀγαθοεργίην Περσέων ὑπερεβάλετο παρὰ Δαρείῳ κριτῇ, οὔτε τῶν ὕστερον γενομένων οὔτε τῶν πρότερον, ὅτι μὴ Κῦρος μοῦνος· τούτῳ γὰρ οὐδεὶς Περσέων ἠξίωσέ κω ἑωυτὸν συμβαλεῖν. πολλάκις δὲ Δαρεῖον λέγεται γνώμην τήνδε ἀποδέξασθαι, ὡς βούλοιτο ἂν Ζώπυρον εἶναι ἀπαθέα τῆς ἀεικείης μᾶλλον ἢ Βαβυλῶνάς οἱ εἴκοσι πρὸς τῇ ἐούσῃ προσγενέσθαι.Με κριτή τον Δαρείο τώρα, το κατόρθωμα του Ζώπυρου κανένας από τους Πέρσες δεν το ξεπέρασε, ούτε από τους κατοπινούς ούτε από τους περασμένους, πάρεξ ο Κύρος μόνο — γιατί κανένας από τους Πέρσες δεν θεώρησε ώς τώρα άξιο τον εαυτό του να συγκριθεί μ᾽ αυτόν. Και λέγεται ότι πολλές φορές ο Δαρείος διατύπωσε τούτη τη γνώμη, ότι θα προτιμούσε να μην είχε πάθει ο Ζώπυρος αυτό το κακό παρά να αποκτούσε ο ίδιος είκοσι Βαβυλώνες επιπλέον απ᾽ αυτήν που υπήρχε.
[3.160.2]ἐτίμησε δέ μιν μεγάλως· καὶ γὰρ δῶρά οἱ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἐδίδου ταῦτα τὰ Πέρσῃσί ἐστι τιμιώτατα καὶ τὴν Βαβυλῶνά οἱ ἔδωκε ἀτελέα νέμεσθαι μέχρι τῆς ἐκείνου ζόης καὶ ἄλλα πολλὰ ἐπέδωκε. Ζωπύρου δὲ τούτου γίνεται Μεγάβυξος, ὃς ἐν Αἰγύπτῳ ἀντία Ἀθηναίων καὶ τῶν συμμάχων ἐστρατήγησε· Μεγαβύξου δὲ τούτου γίνεται Ζώπυρος, ὃς ἐς Ἀθήνας ηὐτομόλησε ἐκ Περσέων.Και τον τίμησε εξαιρετικά —γιατί και δώρα τού έδινε κάθε χρόνο, αυτά που είναι για τους Πέρσες τα πιο τιμητικά, και τη Βαβυλώνα τού παραχώρησε να τη νέμεται αφορολόγητη δια βίου, κι άλλα πολλά τού πρόσφερε. Απ᾽ αυτόν τον Ζώπυρο γεννήθηκε ο Μεγάβυξος, που ήταν αρχηγός του στρατού στην Αίγυπτο εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων τους, και απ᾽ αυτόν τον Μεγάβυξο γεννήθηκε ο Ζώπυρος που αυτομόλησε από τους Πέρσες στην Αθήνα.

Τα σχόλια είναι κλειστά.