Πηγή en.wikipedia.org/Works_and_Days
Το ποίημα ξεκινά συνδέοντας το περιεχόμενο με εκείνο της Θεογονίας.
Στη συνέχεια ο Ησίοδος γράφει ότι δεν υπήρχε μόνο η Έρις της Θεογονίας, αλλά και μία δεύτερη (στ 10-30): η πρώτη είναι κατακριτέα διότι προκαλεί πολέμους και διαφωνίες μεταξύ της ανθρωπότητας, αλλά η άλλη επαινείται από όλους εκείνους που την γνωρίζουν, γιατί αναγκάζει τους άνδρες να δουλεύουν με αξιέπαινο τρόπο, ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον:
καὶ κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει καὶ τέκτονι τέκτων,
καὶ πτωχὸς πτωχῷ φθονέει καὶ ἀοιδὸς ἀοιδῷ
Ὦ Πέρση, σὺ δὲ ταῦτα τεῷ ἐνικάτθεο θυμῷ
Ο κεραμοποιός θυμώνει με τον κεραμοποιό κι ο μαραγκός με μαραγκό,
ζηλεύει ο επαίτης τον επαίτη κι ο ένας ο τραγουδιστής τον άλλο.
Πέρση, τούτα τα λόγια βάλ᾽ τα στην καρδιά σου μέσα …
Στο Έργα και Ημέραι, ο Ησίοδος περιγράφει τον εαυτό του ως κληρονόμο ενός αγροκτήματος που κληροδοτήθηκε σε αυτόν και στον αδερφό του Πέρση. Ωστόσο, ο Πέρσης προφανώς σπατάλησε τον πλούτο του και επέστρεψε για αυτό που ανήκει στον Ησίοδο. Ο Πέρσης πήγε στο νόμο και δωροδόκησε τους άρχοντες να κρίνουν υπέρ του.
Το ποίημα περιέχει μια επίθεση εναντίον των “δωροφάγων βασιλέων” που αποφάσισαν υπέρ του Πέρση.
Ο Ησίοδος φαίνεται να σκέφτηκε ότι αντί να του δώσει χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα ξοδέψει πάλι χωρίς καθυστέρηση, είναι καλύτερο να τον διδάξει τις αρετές της εργασίας και να μεταδώσει τη σοφία του που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργήσει εισόδημα και συνεχίζει με μια σειρά μυθολογικών παραδειγμάτων και γνωστικών δηλώσεων που περιγράφουν τις αντιλήψεις του για δικαιοσύνη.
Πηγή κειμένου κ’ μετάφρασης greek-language.gr/ancient_greek
| Μοῦσαι Πιερίηθεν, ἀοιδῇσι κλείουσαι, δεῦτε, Δί᾽ ἐννέπετε, σφέτερον πατέρ᾽ ὑμνείουσαι. ὅν τε διὰ βροτοὶ ἄνδρες ὁμῶς ἄφατοί τε φατοί τε, ῥητοί τ᾽ ἄρρητοί τε Διὸς μεγάλοιο ἕκητι. | Μούσες από την Πιερία, που με τα άσματά σας δοξάζετε, εμπρός, για το Δία μιλήστε, υμνήστε τον πατέρα σας. Χάρη σ᾽ αυτόν άλλοτε άδοξοι κι άλλοτε ένδοξοι είναι οι θνητοί οι άνθρωποι, άλλοτε γνωστοί και άλλοτε άγνωστοι, με τη θέληση του Δία του μεγάλου. |
| Εργ_5 | ῥέα μὲν γὰρ βριάει, ῥέα δὲ βριάοντα χαλέπτει, ῥεῖα δ᾽ ἀρίζηλον μινύθει καὶ ἄδηλον ἀέξει, ῥεῖα δέ τ᾽ ἰθύνει σκολιὸν καὶ ἀγήνορα κάρφει Ζεὺς ὑψιβρεμέτης, ὃς ὑπέρτατα δώματα ναίει. κλῦθι ἰδὼν ἀίων τε, δίκῃ δ᾽ ἴθυνε θέμιστας | Γιατί εύκολα αυτός δίνει τη δύναμη, μα κι εύκολα τον ισχυρό καταστρέφει, εύκολα τον περιφανή μειώνει και υψώνει τον αφανή, εύκολα διορθώνει το άδικο και ταπεινώνει τον υπερόπτη, ο Δίας που από ψηλά βροντά και κατοικεί στα υπέρτατα δώματα. Δώσε προσοχή, κοίτα και άκου, και στο δίκαιο τις κρίσεις οδήγησε συ, Δία. |
| Εργ_10 | τύνη· ἐγὼ δέ κε Πέρσῃ ἐτήτυμα μυθησαίμην. Οὐκ ἄρα μοῦνον ἔην Ἐρίδων γένος, ἀλλ᾽ ἐπὶ γαῖαν εἰσὶ δύω· τὴν μέν κεν ἐπαινήσειε νοήσας, ἡ δ᾽ ἐπιμωμητή· διὰ δ᾽ ἄνδιχα θυμὸν ἔχουσιν. ἡ μὲν γὰρ πόλεμόν τε κακὸν καὶ δῆριν ὀφέλλει, | Ενώ εγώ θα ήθελα να πω στον Πέρση μερικές αλήθειες: Της Έριδας γένος δεν υπάρχει ένα μονάχα, μα πάνω στη γη είναι δυο. Τη μια όποιος την ένιωσε θα την επαινούσε, μα η άλλη αξιόμεμπτη είναι. Κι αντίθετες έχουν μεταξύ τους καρδιές. Η μια προάγει τον κακό τον πόλεμο και τη φιλονικία, |
| Εργ_15 | σχετλίη· οὔ τις τήν γε φιλεῖ βροτός, ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀνάγκης ἀθανάτων βουλῇσιν Ἔριν τιμῶσι βαρεῖαν. τὴν δ᾽ ἑτέρην προτέρην μὲν ἐγείνατο Νὺξ ἐρεβεννή, θῆκε δέ μιν Κρονίδης ὑψίζυγος αἰθέρι ναίων γαίης τ᾽ ἐν ῥίζῃσι καὶ ἀνδράσι πολλὸν ἀμείνω· | η άθλια. Θνητός κανένας δεν την αγαπά, μα εξ ανάγκης, με των αθάνατων θεών τη θέληση, την επαχθή την Έριδα οι άνθρωποι τιμούν. Όμως την άλλη η ζοφερή η Νύχτα νωρίτερα τη γέννησε, κι ο γιος του Κρόνου, που ᾽χει το θρόνο του ψηλά και στον αιθέρα κατοικεί, στης γης τα θεμέλια την τοποθέτησε, πολύ καλύτερη για τους ανθρώπους. |
| Εργ_20 | ἥ τε καὶ ἀπάλαμόν περ ὁμῶς ἐπὶ ἔργον ἔγειρεν· εἰς ἕτερον γάρ τίς τε ἴδεν ἔργοιο χατίζων πλούσιον, ὃς σπεύδει μὲν ἀρόμεναι ἠδὲ φυτεύειν οἶκόν τ᾽ εὖ θέσθαι, ζηλοῖ δέ τε γείτονα γείτων εἰς ἄφενος σπεύδοντ᾽· ἀγαθὴ δ᾽ Ἔρις ἥδε βροτοῖσιν. | Αυτή και τον ανίκανο τον ξεσηκώνει για δουλειά: ζηλεύει ο άεργος σαν βλέπει τον άλλο που ᾽ναι πλούσιος, που δείχνει τη σπουδή του στο όργωμα, το φύτεμα και την καλή διακυβέρνηση του οίκου του. Ο γείτονας το γείτονα ζηλεύει που σπεύδει να πλουτίσει. Κι είναι αγαθή η Έριδα αυτή για τους θνητούς. |
| Εργ_25 | καὶ κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει καὶ τέκτονι τέκτων, καὶ πτωχὸς πτωχῷ φθονέει καὶ ἀοιδὸς ἀοιδῷ. Ὦ Πέρση, σὺ δὲ ταῦτα τεῷ ἐνικάτθεο θυμῷ, μηδέ σ᾽ Ἔρις κακόχαρτος ἀπ᾽ ἔργου θυμὸν ἐρύκοι νείκε᾽ ὀπιπεύοντ᾽ ἀγορῆς ἐπακουὸν ἐόντα. | Ο κεραμοποιός θυμώνει με τον κεραμοποιό κι ο μαραγκός με μαραγκό, ζηλεύει ο επαίτης τον επαίτη κι ο ένας ο τραγουδιστής τον άλλο. Πέρση, τούτα τα λόγια βάλ᾽ τα στην καρδιά σου μέσα, και η χαιρέκακη η Έριδα να μην σ᾽ απασχολεί απ᾽ τη δουλειά για να κοιτάς με περιέργεια για καβγάδες σαν είσαι ακροατής στην αγορά. |
| Εργ_30 | ὤρη γάρ τ᾽ ὀλίγη πέλεται νεικέων τ᾽ ἀγορέων τε, ᾧτινι μὴ βίος ἔνδον ἐπηετανὸς κατάκειται ὡραῖος, τὸν γαῖα φέρει, Δημήτερος ἀκτήν. τοῦ κε κορεσσάμενος νείκεα καὶ δῆριν ὀφέλλοις κτήμασ᾽ ἐπ᾽ ἀλλοτρίοις. σοὶ δ᾽ οὐκέτι δεύτερον ἔσται | Γιατί έχει λίγη έγνοια για φιλονικίες κι αγορές, αυτός που μες στο σπίτι του δεν έχει αρκετό το βιος στην ώρα μαζεμένο, αυτό που δίνει η γη, της Δήμητρας το στάρι. Χορτάτος πρώτα απ᾽ αυτό μετά να ξεσηκώνεις φιλονικία και αγώνα για ξένα κτήματα. Όμως εσύ δεύτερη ευκαιρία να ενεργήσεις έτσι |
| Εργ_35 | ὧδ᾽ ἔρδειν· ἀλλ᾽ αὖθι διακρινώμεθα νεῖκος ἰθείῃσι δίκῃς, αἵ τ᾽ ἐκ Διός εἰσιν ἄρισται. ἤδη μὲν γὰρ κλῆρον ἐδασσάμεθ᾽, ἄλλα τε πολλὰ ἁρπάζων ἐφόρεις μέγα κυδαίνων βασιλῆας δωροφάγους, οἳ τήνδε δίκην ἐθέλουσι δικάσσαι, | δε θα έχεις. Μα έλα αμέσως την αντιδικία μας να λύσουμε με δίκαιη κρίση, που από το Δία κρατά κι άριστη είναι. Γιατί τον κλήρο μας ήδη τον μοιράσαμε κι άλλα πολλά αρπάζοντας τα πήρες, αφού κολάκεψες πολύ τους δωροφάγους άρχοντες, που τούτη την απόφαση με προθυμία βγάλανε. |
| Εργ_40 | νήπιοι, οὐδὲ ἴσασιν ὅσῳ πλέον ἥμισυ παντὸς οὐδ᾽ ὅσον ἐν μαλάχῃ τε καὶ ἀσφοδέλῳ μέγ᾽ ὄνειαρ. Κρύψαντες γὰρ ἔχουσι θεοὶ βίον ἀνθρώποισιν. ῥηιδίως γάρ κεν καὶ ἐπ᾽ ἤματι ἐργάσσαιο ὥστε σε κεἰς ἐνιαυτὸν ἔχειν καὶ ἀεργὸν ἐόντα· | Οι ανόητοι, που δε γνωρίζουν πόσο ανώτερο είναι το μισό απ᾽ το σύνολο, ούτε και πόση ωφέλεια έχει μέσα της η μολόχα κι ο ασφόδελος. Γιατί οι θεοί τα αναγκαία της ζωής τα ᾽χουν κρυμμένα απ᾽ τους ανθρώπους. Αλλιώς με ευκολία θα δούλευες για μιαν ημέρα και θα ᾽χες για μια ολόκληρη χρονιά τα απαραίτητα, ακόμη κι αν άεργος καθόσουν. |
| Εργ_45 | αἶψά κε πηδάλιον μὲν ὑπὲρ καπνοῦ καταθεῖο, ἔργα βοῶν δ᾽ ἀπόλοιτο καὶ ἡμιόνων ταλαεργῶν. ἀλλὰ Ζεὺς ἔκρυψε, χολωσάμενος φρεσὶ ᾗσιν, ὅττι μιν ἐξαπάτησε Προμηθεὺς ἀγκυλομήτης· τοὔνεκ᾽ ἄρ᾽ ἀνθρώποισιν ἐμήσατο κήδεα λυγρά, | Κι αμέσως επάνω απ᾽ την εστία σου το πηδάλιο θα κρέμαγες κι η εργασία των βοδιών και των καρτερικών των μουλαριών θ᾽ αφανιζόταν. Μα ο Δίας τα ᾽κρυψε έχοντας στην καρδιά του οργιστεί, γιατί τον εξαπάτησε ο πανούργος Προμηθέας. Έτσι σχεδίασε για τους ανθρώπους ολέθριες θλίψεις: |
| Εργ_50 | κρύψε δὲ πῦρ· τὸ μὲν αὖτις ἐὺς πάις Ἰαπετοῖο ἔκλεψ᾽ ἀνθρώποισι Διὸς παρὰ μητιόεντος ἐν κοίλῳ νάρθηκι, λαθὼν Δία τερπικέραυνον. τὸν δὲ χολωσάμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς· «Ἰαπετιονίδη, πάντων πέρι μήδεα εἰδώς, | έκρυψε τη φωτιά. Και πάλι αυτήν ο γενναίος ο γιος του Ιαπετού την έκλεψε για χάρη των ανθρώπων από το συνετό το Δία σε κούφιο καλάμι μέσα, αφού από την προσοχή του κεραυνόχαρου Δία ξέφυγε. Κι ο Δίας ο συννεφοσυνάχτης οργισμένος του ᾽πε: «Γιε του Ιαπετού, που πιότερο απ᾽ όλους ξέρεις από πανουργίες, χαίρεσαι που ᾽κλεψες τη φωτιά και το νου μου εξαπάτησες, |
| Εργ_55 | χαίρεις πῦρ κλέψας καὶ ἐμὰς φρένας ἠπεροπεύσας, σοί τ᾽ αὐτῷ μέγα πῆμα καὶ ἀνδράσιν ἐσσομένοισιν. τοῖς δ᾽ ἐγὼ ἀντὶ πυρὸς δώσω κακόν, ᾧ κεν ἅπαντες τέρπωνται κατὰ θυμὸν ἑὸν κακὸν ἀμφαγαπῶντες.» Ὣς ἔφατ᾽, ἐκ δ᾽ ἐγέλασσε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε· | μεγάλη συμφορά για σε τον ίδιο και τους μελλοντικούς ανθρώπους. Αντί φωτιά κακό εγώ σ᾽ αυτούς θα δώσω: μ᾽ αυτό θα χαίρονται όλοι τους μες στην καρδιά, καθώς θ᾽ αγκαλιάζουν με στοργή την ίδια τους τη συμφορά. Έτσι είπε και γέλασε ηχηρά ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων. |
| Εργ_60 | Ἥφαιστον δ᾽ ἐκέλευσε περικλυτὸν ὅττι τάχιστα γαῖαν ὕδει φύρειν, ἐν δ᾽ ἀνθρώπου θέμεν αὐδὴν καὶ σθένος, ἀθανάτῃς δὲ θεῇς εἰς ὦπα ἐίσκειν παρθενικῆς καλὸν εἶδος ἐπήρατον· αὐτὰρ Ἀθήνην ἔργα διδασκῆσαι, πολυδαίδαλον ἱστὸν ὑφαίνειν· | Και πρόσταξε τον Ήφαιστο τον ξακουστό όσο πιο γρήγορα να σμίξει χώμα με νερό, μέσα να βάλει λαλιά και ανθρώπου δύναμη, να μοιάζει στην όψη με τις αθάνατες θεές η κοπελιά με την ωραία, τη λαχταριστή μορφή. Κι έπειτα έβαλε την Αθηνά να της διδάξει τέχνες, τον πολυποίκιλτο ιστό να υφαίνει. |
| Εργ_65 | καὶ χάριν ἀμφιχέαι κεφαλῇ χρυσῆν Ἀφροδίτην καὶ πόθον ἀργαλέον καὶ γυιοβόρους μελεδώνας· ἐν δὲ θέμεν κύνεόν τε νόον καὶ ἐπίκλοπον ἦθος Ἑρμείην ἤνωγε διάκτορον Ἀργειφόντην. Ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ἐπίθοντο Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι. | Την Αφροδίτη τη χρυσή να περιχύσει το κεφάλι της με χάρη, πόθο σκληρό, φροντίδες που κατατρών τα μέλη. Και τον Ερμή, τον υπηρέτη των θεών, του Άργου το φονιά, τον πρόσταξε να βάλει μέσα της μυαλό αναίσχυντο και δόλιο χαρακτήρα. Έτσι είπε κι εκείνοι υπάκουσαν στο Δία, τον άνακτα, το γιο του Κρόνου. |
| Εργ_70 | αὐτίκα δ᾽ ἐκ γαίης πλάσσε κλυτὸς Ἀμφιγυήεις παρθένῳ αἰδοίῃ ἴκελον Κρονίδεω διὰ βουλάς· ζῶσε δὲ καὶ κόσμησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη· ἀμφὶ δέ οἱ Χάριτές τε θεαὶ καὶ πότνια Πειθὼ ὅρμους χρυσείους ἔθεσαν χροΐ, ἀμφὶ δὲ τήν γε | Κι αμέσως έπλασε από χώμα ο ξακουστός Χωλός με τη βουλή του Δία πλάσμα που ᾽μοιαζε παρθένα σεβαστή. Την έζωσε και τη στόλισε η θεά Αθηνά η αστραπομάτα. Οι Χάριτες, οι θεές, και η σεβαστή Πειθώ γύρω στο δέρμα της της έβαλαν περιδέραια χρυσά. Κι από τριγύρω |
| Εργ_75 | Ὧραι καλλίκομοι στέφον ἄνθεσι εἰαρινοῖσιν· πάντα δέ οἱ χροῒ κόσμον ἐφήρμοσε Παλλὰς Ἀθήνη· ἐν δ᾽ ἄρα οἱ στήθεσσι διάκτορος Ἀργειφόντης ψεύδεά θ᾽ αἱμυλίους τε λόγους καὶ ἐπίκλοπον ἦθος τεῦξε Διὸς βουλῇσι βαρυκτύπου· ἐν δ᾽ ἄρα φωνὴν | οι Ώρες οι καλλίκομες τη στέφανε με άνθη εαρινά. Και τα στολίδια όλα της τα ταίριαξε στο κορμί η Αθηνά Παλλάδα. Μέσα στα στήθη της ο υπηρέτης των θεών, του Άργου ο φονιάς, ψεύδη, θωπείας λόγια και δόλιο χαρακτήρα ετοίμασε με τη βουλή του Δία του βαρύβροντου. Και μέσα τη |
| Εργ_80 | θῆκε θεῶν κῆρυξ, ὀνόμηνε δὲ τήνδε γυναῖκα Πανδώρην, ὅτι πάντες Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες δῶρον ἐδώρησαν, πῆμ᾽ ἀνδράσιν ἀλφηστῇσιν. αὐτὰρ ἐπεὶ δόλον αἰπὺν ἀμήχανον ἐξετέλεσσεν, εἰς Ἐπιμηθέα πέμπε πατὴρ κλυτὸν Ἀργειφόντην | φωνή τής έβαλε των θεών ο κήρυκας κι ονόμασε τούτη τη γυναίκα Πανδώρα, μια κι όλοι οι θεοί που κατοικούν στα Ολύμπια δώματα δώρο τη δώρισαν, συμφορά για τους σιτοφάγους τούς ανθρώπους. Κι αφού συμπλήρωσε το φοβερό το δόλο τον ακαταμάχητο, έστειλε ο Πατέρας στον Επιμηθέα τον ξακουστό φονιά του Άργου |
| Εργ_85 | δῶρον ἄγοντα, θεῶν ταχὺν ἄγγελον· οὐδ᾽ Ἐπιμηθεὺς ἐφράσαθ᾽, ὥς οἱ ἔειπε Προμηθεὺς μή ποτε δῶρον δέξασθαι πὰρ Ζηνὸς Ὀλυμπίου, ἀλλ᾽ ἀποπέμπειν ἐξοπίσω, μή πού τι κακὸν θνητοῖσι γένηται· αὐτὰρ ὃ δεξάμενος, ὅτε δὴ κακὸν εἶχ᾽, ἐνόησε. | με το δώρο, τον ταχύ αγγελιαφόρο των θεών. Κι ο Επιμηθέας δε συλλογίστηκε πως του ᾽πε ο Προμηθέας δώρο ποτέ να μη δεχτεί από τον Ολύμπιο Δία, μα να το αποπέμψει πίσω, μην τύχει και συμβεί κάποιο κακό για τους θνητούς. Όμως το δέχτηκε και, όταν πια τον βρήκε η συμφορά, τότε κατάλαβε. |
| Εργ_90 | Πρὶν μὲν γὰρ ζώεσκον ἐπὶ χθονὶ φῦλ᾽ ἀνθρώπων νόσφιν ἄτερ τε κακῶν καὶ ἄτερ χαλεποῖο πόνοιο νούσων τ᾽ ἀργαλέων αἵ τ᾽ ἀνδράσι κῆρας ἔδωκαν. [αἶψα γὰρ ἐν κακότητι βροτοὶ καταγηράσκουσιν.] ἀλλὰ γυνὴ χείρεσσι πίθου μέγα πῶμ᾽ ἀφελοῦσα | Ζούσανε πριν πάνω στη γη τα γένη των ανθρώπων δίχως συμφορές, δίχως τους κόπους τούς σκληρούς, και δίχως τις βαριές αρρώστιες που ᾽δωσαν στους ανθρώπους θάνατο. [Γιατί γοργά μέσα στην κακουχία γερνάνε οι θνητοί.] Μα η γυναίκα με τα χέρια της του πιθαριού το μέγα αφαιρώντας πώμα |
| Εργ_95 | ἐσκέδασ᾽, ἀνθρώποισι δ᾽ ἐμήσατο κήδεα λυγρά. μούνη δ᾽ αὐτόθι Ἐλπὶς ἐν ἀρρήκτοισι δόμοισιν ἔνδον ἔμεινε πίθου ὑπὸ χείλεσιν, οὐδὲ θύραζε ἐξέπτη· πρόσθεν γὰρ ἐπέμβαλε πῶμα πίθοιο αἰγιόχου βουλῇσι Διὸς νεφεληγερέταο. | τα σκόρπισε όλα και ετοίμασε ολέθριες για τους ανθρώπους έγνοιες. Και μόνο η Ελπίδα εκεί στο άθραυστο σπίτι της έμεινε μέσα, από του πιθαριού τα χείλη κάτω, κι έξω δεν πέταξε απ᾽ την πόρτα. Γιατί η Πανδώρα πρόλαβε και ξανάβαλε του πιθαριού το πώμα με τη βουλή του Δία που την αιγίδα του βαστά, του συννεφοσυνάχτη. |
| Εργ_100 | ἄλλα δὲ μυρία λυγρὰ κατ᾽ ἀνθρώπους ἀλάληται· πλείη μὲν γὰρ γαῖα κακῶν, πλείη δὲ θάλασσα· νοῦσοι δ᾽ ἀνθρώποισιν ἐφ᾽ ἡμέρῃ, αἳ δ᾽ ἐπὶ νυκτὶ αὐτόμαται φοιτῶσι κακὰ θνητοῖσι φέρουσαι σιγῇ, ἐπεὶ φωνὴν ἐξείλετο μητίετα Ζεύς. | Άλλοι αναρίθμητοι όλεθροι ανάμεσα στους ανθρώπους περιφέρονται. Γεμάτη η γη με συμφορές, γεμάτη και η θάλασσα. Κι αρρώστιες, άλλες τη μέρα, άλλες τη νύχτα, στους ανθρώπους καταφθάνουν από μόνες τους και φέρνουν στους θνητούς κακά μέσα στη σιωπή, αφού ο Δίας ο συνετός τη φωνή τους πήρε. |
| Εργ_105 | οὕτως οὔ τί πη ἔστι Διὸς νόον ἐξαλέασθαι. Εἰ δ᾽ ἐθέλεις, ἕτερόν τοι ἐγὼ λόγον ἐκκορυφώσω, εὖ καὶ ἐπισταμένως· σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν [ὡς ὁμόθεν γεγάασι θεοὶ θνητοί τ᾽ ἄνθρωποι]. Χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων | Έτσι δεν είναι δυνατό κανείς του Δία το σχέδιο να ξεφύγει. Μ᾽ αν θέλεις κι άλλον εγώ με συντομία λόγο θα σου πω, καλά κι επισταμένα. Κι εσύ μέσα στο νου σου βάλ ᾽το, [πως απ᾽ την ίδια φύτρα γεννηθήκανε οι θεοί και οι θνητοί οι άνθρωποι.] Πρώτο απ᾽ όλα το χρυσό το γένος των θνητών ανθρώπων |
| Εργ_110 | ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες. οἳ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν, ὅτ᾽ οὐρανῷ ἐμβασίλευεν· ὥστε θεοὶ δ᾽ ἔζωον, ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες, νόσφιν ἄτερ τε πόνων καὶ ὀιζύος, οὐδέ τι δειλὸν γῆρας ἐπῆν, αἰεὶ δὲ πόδας καὶ χεῖρας ὁμοῖοι | έφτιαξαν οι αθάνατοι που τα Ολύμπια τα δώματα κατέχουν. Κι έζησαν τούτοι τον καιρό του Κρόνου, τότε που ήταν βασιλιάς στον ουρανό. Ζούσανε σαν θεοί κι είχανε την καρδιά τους δίχως θλίψεις, από κόπους μακριά και δυστυχίες. Κι ούτε τα ελεεινά τα γηρατειά σ᾽ αυτούς υπήρχαν, μα πάντα ανάλλαχτοι στα πόδια και τα χέρια |
| Εργ_115 | τέρποντ᾽ ἐν θαλίῃσι κακῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων· θνῇσκον δ᾽ ὥσθ᾽ ὕπνῳ δεδμημένοι· ἐσθλὰ δὲ πάντα τοῖσιν ἔην· καρπὸν δ᾽ ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα αὐτομάτη πολλόν τε καὶ ἄφθονον· οἱ δ᾽ ἐθελημοὶ ἥσυχοι ἔργ᾽ ἐνέμοντο σὺν ἐσθλοῖσιν πολέεσσιν. | χαίρονταν σ᾽ ευωχίες, έξω απ᾽ όλα τα κακά. Και σαν παραδομένοι σε ύπνο πέθαιναν. Και όλα τα αγαθά σ᾽ αυτούς υπήρχαν. Καρπό τούς έδινε η σιτοδότρα γη από μόνη της πολύ και άφθονο. Κι εκείνοι με προθυμία ζούσαν ήσυχοι απ᾽ τα χωράφια τους μέσα σε αγαθά πολλά, |
| Εργ_120 | [ἀφνειοὶ μήλοισι, φίλοι μακάρεσσι θεοῖσιν.] αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν, τοὶ μὲν δαίμονές εἰσι Διὸς μεγάλου διὰ βουλὰς ἐσθλοί, ἐπιχθόνιοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων, [οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα | [πλούσιοι σε κοπάδια, αγαπητοί στους μακάριους θεούς.] Όμως αφού το γένος τούτο το σκέπασε το χώμα, γίνανε εκείνοι δαίμονες αγαθοί, με τη θέληση του Δία του μεγάλου, πάνω στη γη φύλακες των θνητών ανθρώπων [που προσέχουν δίκαιες κρίσεις κι άδικα έργα |
| Εργ_125 | ἠέρα ἑσσάμενοι πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν,] πλουτοδόται· καὶ τοῦτο γέρας βασιλήιον ἔσχον. Δεύτερον αὖτε γένος πολὺ χειρότερον μετόπισθεν ἀργύρεον ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες, χρυσέῳ οὔτε φυὴν ἐναλίγκιον οὔτε νόημα· | ντυμένοι ομίχλη, σ᾽ όλη τη γη γυρνώντας,] πλουτοδότες. Τούτο το βασιλικό προνόμιο αποκτήσαν. Δεύτερο πάλι γένος, το αργυρό, πολύ κατώτερο φτιάξανε κατόπιν οι θεοί που τα Ολύμπια δώματα κατέχουν, ανόμοιο στο σώμα και το νου με το χρυσό το γένος. |
| Εργ_130 | ἀλλ᾽ ἑκατὸν μὲν παῖς ἔτεα παρὰ μητέρι κεδνῇ ἐτρέφετ᾽ ἀτάλλων μέγα νήπιος, ᾧ ἐνὶ οἴκῳ· ἀλλ᾽ ὅτ᾽ ἄρ᾽ ἡβήσαι τε καὶ ἥβης μέτρον ἵκοιτο, παυρίδιον ζώεσκον ἐπὶ χρόνον, ἄλγε᾽ ἔχοντες ἀφραδίῃς· ὕβριν γὰρ ἀτάσθαλον οὐκ ἐδύναντο | Χρόνια εκατό ανατρεφόταν το παιδί πλάι στη μάνα την πιστή παίζοντας χαρωπά, ανόητο πολύ, μέσα στο σπίτι του. Μα όταν έφτανε η ώρα να γίνουν νέοι, επάνω στην ακμή της νιότης, για λίγο χρόνο ζούσαν κι υποφέρανε εξαιτίας της μωρίας τους. Γιατί τις μεταξύ τους ανόσιες προσβολές |
| Εργ_135 | ἀλλήλων ἀπέχειν, οὐδ᾽ ἀθανάτους θεραπεύειν ἤθελον οὐδ᾽ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς, ᾗ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα. τοὺς μὲν ἔπειτα Ζεὺς Κρονίδης ἔκρυψε χολούμενος, οὕνεκα τιμὰς οὐκ ἔδιδον μακάρεσσι θεοῖς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν. | να αποφύγουν δεν μπορούσαν, ούτε τους αθανάτους να λατρεύουν θέλανε, ούτε θυσίες να κάνουν στους ιερούς των μακαρίων θεών βωμούς, πράγμα σωστό για τους ανθρώπους κατά τις συνήθειές τους. Αυτούς ο Δίας, του Κρόνου ο γιος, τους εξαφάνισε οργισμένος, γιατί δεν αποδίδανε τιμές στους μακαρίους θεούς που εξουσιάζουνε τον Όλυμπο. |
| Εργ_140 | αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν, τοὶ μὲν ὑποχθόνιοι μάκαρες θνητοὶ καλέονται, δεύτεροι, ἀλλ᾽ ἔμπης τιμὴ καὶ τοῖσιν ὀπηδεῖ. Ζεὺς δὲ πατὴρ τρίτον ἄλλο γένος μερόπων ἀνθρώπων χάλκειον ποίησ᾽, οὐκ ἀργυρέῳ οὐδὲν ὁμοῖον, | Όμως αφού και τούτο το γένος κάλυψε η γη, λέγονται τούτοι υποχθόνιοι, μακάριοι θνητοί, κατώτεροι, μα κι έτσι τους συνοδεύει και αυτούς κάποια τιμή. Κι ο Δίας ο πατέρας άλλο γένος, τρίτο, θνητών ανθρώπων χάλκινο έφτιαξε, σε τίποτα όμοιο με το αργυρό, |
| Εργ_145 | ἐκ μελιᾶν, δεινόν τε καὶ ὄβριμον, οἷσιν Ἄρηος ἔργ᾽ ἔμελε στονόεντα καὶ ὕβριες, οὐδέ τι σῖτον ἤσθιον, ἀλλ᾽ ἀδάμαντος ἔχον κρατερόφρονα θυμόν. ἄπλαστοι· μεγάλη δὲ βίη καὶ χεῖρες ἄαπτοι ἐξ ὤμων ἐπέφυκον ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσι. | από μελιά, δεινό και δυνατό. Αυτούς του Άρη τα έργα τους νοιάζανε τα πολυστέναχτα κι οι βιαιότητες, δεν τρώγανε ψωμί, μα είχανε καρδιά γενναιόψυχη από αδάμαντα, οι απλησίαστοι. Μεγάλη είχανε δύναμη κι ανίκητα τα χέρια τους φυτρώναν απ᾽ τους ώμους τους πάνω στα στιβαρά τους μέλη. |
| Εργ_150 | τῶν δ᾽ ἦν χάλκεα μὲν τεύχεα, χάλκεοι δέ τε οἶκοι, χαλκῷ δ᾽ εἰργάζοντο· μέλας δ᾽ οὐκ ἔσκε σίδηρος. καὶ τοὶ μὲν χείρεσσιν ὑπὸ σφετέρῃσι δαμέντες βῆσαν ἐς εὐρώεντα δόμον κρυεροῦ Ἀίδαο, νώνυμνοι· θάνατος δὲ καὶ ἐκπάγλους περ ἐόντας | Χάλκινα ήταν τα όπλα τους, τα σπίτια χάλκινα, με το χαλκό δουλεύανε. Το μαύρο σίδερο ακόμη δεν υπήρχε. Κι αυτοί από τα δικά τους χέρια σκοτωμένοι πήγαν στου κρυερού του Άδη τη μουχλιασμένη οικία, άδοξοι. Ο θάνατος, κι ας ήταν φοβεροί, |
| Εργ_155 | εἷλε μέλας, λαμπρὸν δ᾽ ἔλιπον φάος ἠελίοιο. Αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν, αὖτις ἔτ᾽ ἄλλο τέταρτον ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ Ζεὺς Κρονίδης ποίησε, δικαιότερον καὶ ἄρειον, ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος, οἳ καλέονται | τους πήρε ο μαύρος και το λαμπρό το φως του ήλιου αφήσανε. Όμως αφού κι αυτό το γένος το σκέπασε το χώμα, ένα άλλο πάλι, τέταρτο, επάνω στην πολύτροφη τη γη ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, έφτιαξε, πιο δίκαιο κι ανώτερο, το θείο γένος των ηρώων. Λέγονται αυτοί ημίθεοι, |
| Εργ_160 | ἡμίθεοι, προτέρη γενεὴ κατ᾽ ἀπείρονα γαῖαν. καὶ τοὺς μὲν πόλεμός τε κακὸς καὶ φύλοπις αἰνὴ τοὺς μὲν ὑφ᾽ ἑπταπύλῳ Θήβῃ, Καδμηίδι γαίῃ, ὤλεσε μαρναμένους μήλων ἕνεκ᾽ Οἰδιπόδαο, τοὺς δὲ καὶ ἐν νήεσσιν ὑπὲρ μέγα λαῖτμα θαλάσσης | η προηγούμενη από μας γενιά πάνω στη γη τη δίχως όρια. Και τούτος ο κακός ο πόλεμος και η φοβερή η μάχη άλλους κάτω απ᾽ τα τείχη της Θήβας της εφτάπυλης, στη γη του Κάδμου, τους αφάνισε, καθώς για του Οιδίποδα τα ποίμνια πολεμούσαν, κι άλλους με πλοία κι επάνω από της θάλασσας το μέγα χάσμα |
| Εργ_165 | ἐς Τροίην ἀγαγὼν Ἑλένης ἕνεκ᾽ ἠυκόμοιο. ἔνθ᾽ ἦ τοι τοὺς μὲν θανάτου τέλος ἀμφεκάλυψε, τοῖς δὲ δίχ᾽ ἀνθρώπων βίοτον καὶ ἤθε᾽ ὀπάσσας 168 Ζεὺς Κρονίδης κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης. καὶ τοὶ μὲν ναίουσιν ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες | οδηγώντας τους στην Τροία για χάρη της καλλίκομης Ελένης. Άλλους εκεί τους σκέπασε το τέλος του θανάτου κι άλλους ξέχωρα απ᾽ τους ανθρώπους ζωή και τόπο ο Δίας τούς έδωσε, ο γιος του Κρόνου, στα πέρατα της γης τούς έβαλε να μένουν. Και κατοικούν ξένοιαστη έχοντας καρδιά |
| Εργ_170 | ἐν μακάρων νήσοισι παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην, ὄλβιοι ἥρωες, τοῖσιν μελιηδέα καρπὸν 173 τρὶς ἔτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ἄρουρα. 173α {τηλοῦ ἀπ᾽ ἀθανάτων, τοῖσιν Κρόνος ἐμβασιλεύει. 173β αὐτὸς γάρ μ]ιν ἔλυσε πα[τὴρ ἀνδρῶ]ν τε θε[ῶν τε. 173γ νῦν δ᾽ ἤδη] μετὰ τοῖς τιμὴ[ν ἔ]χει ὡς ἐπιεικές. 173δ Ζεὺς δ᾽ αὖτ᾽ ἄ]λλο γένος θῆ[κεν μερόπων ἀνθρώπων, 173ε τῶν οἳ νῦ]ν γεγάασιν ἐπὶ [ζείδωρον ἄρουραν.} Μηκέτ᾽ ἔπειτ᾽ ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι | στις νήσους των μακάρων, πλάι στον Ωκεανό με τη βαθιά τη δίνη, μακάριοι ήρωες που η σιτοδότρα γη τούς δίνει γλυκό σαν μέλι τον καρπό που θάλλει τρεις φορές το χρόνο, [μακριά από τους αθανάτους. Σ᾽ εκείνους βασιλεύει ο Κρόνος, γιατί τον ελευθέρωσε ο ίδιος ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων. Τώρα πια έχει μέσα σ᾽ αυτούς τιμές, καθώς ταιριάζει. Κι ο Δίας πάλι άλλο γένος έφτιαξε θνητών ανθρώπων, απ᾽ τους οποίους έχουν γεννηθεί οι τωρινοί πάνω στη σιτοδότρα γη.] Μακάρι εγώ ανάμεσα στου πέμπτου γένους τούς ανθρώπους |
| Εργ_175 | ἀνδράσιν, ἀλλ᾽ ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι. νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον· οὐδέ ποτ᾽ ἦμαρ παύσονται καμάτου καὶ ὀιζύος οὐδέ τι νύκτωρ τειρόμενοι· χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας. ἀλλ᾽ ἔμπης καὶ τοῖσι μεμείξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν. | να μην ήμουν, μα είτε πιο μπροστά να πέθαινα ή ύστερα να γεννιόμουν. Αφού τώρα πια το σιδερένιο υπάρχει γένος. Κι ούτε θα πάψουνε ποτέ τη μέρα να κοπιάζουν και να δυστυχούν, να βασανίζονται τη νύχτα, μα μέριμνες σκληρές σ᾽ αυτούς οι θεοί θα δίνουν. Όμως και σ᾽ αυτούς ανάμεικτα θα υπάρξουνε καλά με τα κακά. |
| Εργ_180 | Ζεὺς δ᾽ ὀλέσει καὶ τοῦτο γένος μερόπων ἀνθρώπων, εὖτ᾽ ἂν γεινόμενοι πολιοκρόταφοι τελέθωσιν. οὐδὲ πατὴρ παίδεσσιν ὁμοίιος οὐδέ τι παῖδες, οὐδὲ ξεῖνος ξεινοδόκῳ καὶ ἑταῖρος ἑταίρῳ, οὐδὲ κασίγνητος φίλος ἔσσεται, ὡς τὸ πάρος περ. | Κι ο Δίας θ᾽ αφανίσει και τούτο των θνητών το γένος, την εποχή που σαν γεννιούνται οι άνθρωποι θα γίνονται ασπρομάλληδες. Με τα παιδιά του όμοιος δε θα είναι ο πατέρας, μήτε με τον πατέρα τα παιδιά, κι ούτε ο φιλοξενούμενος αγαπητός σ᾽ αυτόν που τον φιλοξενεί, στο σύντροφο ο σύντροφος, μήτε θα είναι ο αδερφός αγαπητός, σαν πρώτα. |
| Εργ_185 | αἶψα δὲ γηράσκοντας ἀτιμήσουσι τοκῆας· μέμψονται δ᾽ ἄρα τοὺς χαλεποῖς βάζοντες ἔπεσσιν, σχέτλιοι, οὐδὲ θεῶν ὄπιν εἰδότες· οὐδέ μεν οἵ γε γηράντεσσι τοκεῦσιν ἀπὸ θρεπτήρια δοῖεν· χειροδίκαι· ἕτερος δ᾽ ἑτέρου πόλιν ἐξαλαπάξει· | Μόλις γεράσουν οι γονείς τους θα τους ατιμάζουν, θα τους κατηγορούν μιλώντας τους με λόγια φοβερά, οι άθλιοι, την τιμωρία των θεών περιφρονώντας. Κι ούτε στους γέροντες γονείς τους το χρέος που τους ανάθρεψαν θ᾽ ανταποδίνουν. Στη βία των χεριών το δίκιο τους. Κι ο ένας την πόλη του άλλου θ᾽ αφανίσει. |
| Εργ_190 | οὐδέ τις εὐόρκου χάρις ἔσσεται οὐδὲ δικαίου οὐτ᾽ ἀγαθοῦ, μᾶλλον δὲ κακῶν ῥεκτῆρα καὶ ὕβριν ἀνέρα τιμήσουσι· δίκη δ᾽ ἐν χερσί καὶ αἰδὼς ἐσσεῖται, βλάψει δ᾽ ὁ κακὸς τὸν ἀρείονα φῶτα μύθοισι σκολιοῖς ἐνέπων, ἐπὶ δ᾽ ὅρκον ὀμεῖται. | Διότι δε θα τιμάται ο πιστός στον όρκο του, ο αγαθός, ο δίκαιος, μα του κακού το δράστη θα τιμήσουν πιο πολύ και τον ακόλαστο. Στη βία των χεριών το δίκαιο κι η ντροπή θα είναι, ο άντρας ο κακός θα βλάπτει τον καλύτερο, θα τον κατηγορεί με λόγια διεστραμμένα, δίνοντας κι από πάνω όρκο. |
| Εργ_195 | ζῆλος δ᾽ ἀνθρώποισιν ὀιζυροῖσιν ἅπασιν δυσκέλαδος κακόχαρτος ὁμαρτήσει, στυγερώπης. καὶ τότε δὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης λευκοῖσιν φάρεσσι καλυψαμένω χρόα καλὸν ἀθανάτων μετὰ φῦλον ἴτον προλιπόντ᾽ ἀνθρώπους | Ο φθόνος χαιρέκακος, κακόγλωσσος, στην όψη μισητός, θα συνοδεύει όλους τους ταλαίπωρους ανθρώπους. Και τότε προς τον Όλυμπο απ᾽ τη γη με τους πλατιούς τούς δρόμους, αφού σε άσπρα πέπλα το ωραίο σώμα τους καλύψουνε, θα παν να σμίξουνε με των αθανάτων το γένος, τους ανθρώπους πίσω αφήνοντας, |
| Εργ_200 | Αἰδὼς καὶ Νέμεσις· τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ θνητοῖς ἀνθρώποισι, κακοῦ δ᾽ οὐκ ἔσσεται ἀλκή. Νῦν δ᾽ αἶνον βασιλεῦσ᾽ ἐρέω φρονέουσι καὶ αὐτοῖς· ὧδ᾽ ἴρηξ προσέειπεν ἀηδόνα ποικιλόδειρον, ὕψι μάλ᾽ ἐν νεφέεσσι φέρων, ὀνύχεσσι μεμαρπώς· | η Αιδώς και η Νέμεση. Και μόνο οι πόνοι οι θλιβεροί θα απομείνουν στους θνητούς ανθρώπους. Κι απ᾽ το κακό προφύλαξη δε θα υπάρχει. Μα τώρα μύθο εγώ θα πω στους βασιλείς σοφοί κι ας είναι οι ίδιοι. Έτσι μίλησε το γεράκι στο αηδόνι με τον πλουμιστό λαιμό σαν να το ᾽χε αρπάξει με τα νύχια του και το ᾽φερε ψηλά πολύ στα νέφη. |
| Εργ_205 | ἣ δ᾽ ἐλεόν, γναμπτοῖσι πεπαρμένη ἀμφ᾽ ὀνύχεσσι, μύρετο· τὴν ὅ γ᾽ ἐπικρατέως πρὸς μῦθον ἔειπεν· «δαιμονίη, τί λέληκας; ἔχει νύ σε πολλὸν ἀρείων· τῇ δ᾽ εἶς ᾗ σ᾽ ἂν ἐγώ περ ἄγω καὶ ἀοιδὸν ἐοῦσαν· δεῖπνον δ᾽, αἴ κ᾽ ἐθέλω, ποιήσομαι ἠὲ μεθήσω. | Έκλαιγε εκείνο θλιβερά απ᾽ τα γαμψά τα νύχια τρυπημένο, και το γεράκι υπεροπτικά το λόγο τούτο του ᾽πε: «Κακόμοιρο τι φωνάζεις; Κάποιος πολύ ανώτερός σου σε κρατά. Πας όπου τυχόν εγώ σε πάω, κι ας είσαι και τραγουδιστής. Αν θέλω δείπνο μου σε κάνω ή σ᾽ αφήνω. |
| Εργ_210 | ἄφρων δ᾽ ὅς κ᾽ ἐθέλῃ πρὸς κρείσσονας ἀντιφερίζειν· νίκης τε στέρεται πρός τ᾽ αἴσχεσιν ἄλγεα πάσχει.» ὣς ἔφατ᾽ ὠκυπέτης ἴρηξ, τανυσίπτερος ὄρνις. Ὦ Πέρση, σὺ δ᾽ ἄκουε Δίκης, μηδ᾽ ὕβριν ὄφελλε· ὕβρις γάρ τε κακὴ δειλῷ βροτῷ, οὐδὲ μὲν ἐσθλὸς | Δίχως μυαλό εκείνος που ίσως θέλει με δυνατότερούς του ν᾽ αναμετρηθεί. Χάνει τη νίκη και πλάι στην ντροπή και λύπες πάσχει.» Έτσι είπε το γοργόδρομο γεράκι, το μακροφτέρουγο πουλί. Πέρση, εσύ στη Δικαιοσύνη υπάκουε, μην εξακολουθείς την αδικία. Είναι κακή η αδικία για τον ταπεινό θνητό, μα ούτε και ο ευγενής |
| Εργ_215 | ῥηιδίως φερέμεν δύναται, βαρύθει δέ θ᾽ ὑπ᾽ αὐτῆς ἐγκύρσας ἄτῃσιν· ὁδὸς δ᾽ ἑτέρηφι παρελθεῖν κρείσσων ἐς τὰ δίκαια· δίκη δ᾽ ὑπὲρ ὕβριος ἴσχει ἐς τέλος ἐξελθοῦσα· παθὼν δέ τε νήπιος ἔγνω. αὐτίκα γὰρ τρέχει Ὅρκος ἅμα σκολιῇσι δίκῃσιν· | να την αντέξει εύκολα μπορεί, μα καταβάλλεται απ᾽ αυτήν, όταν οι συμφορές τον βρίσκουν. Όμως υπάρχει από την άλλη οδός καλύτερη να την περάσεις που οδηγεί στο δίκαιο. Και η δικαιοσύνη νικά, στο τέλος σαν εμφανιστεί, την αδικία. Σαν πάθει ο ανόητος μαθαίνει. Γιατί αμέσως τρέχει ο Όρκος μαζί με τις κακοδικίες. |
| Εργ_220 | τῆς δὲ Δίκης ῥόθος ἑλκομένης ᾗ κ᾽ ἄνδρες ἄγωσιν δωροφάγοι, σκολιῇς δὲ δίκῃς κρίνωσι θέμιστας· ἣ δ᾽ ἕπεται κλαίουσα πόλιν καὶ ἤθεα λαῶν, ἠέρα ἑσσαμένη, κακὸν ἀνθρώποισι φέρουσα, οἵ τέ μιν ἐξελάσωσι καὶ οὐκ ἰθεῖαν ἔνειμαν. | Και ταραχή σηκώνεται, όταν η Δικαιοσύνη σέρνεται όπου τυχόν την πάνε οι δωροφάγοι άντρες που κρίνουνε τα δίκαια με κρίσεις στρεβλές. Κι εκείνη κλαίγοντας ακολουθεί στην πόλη και τα μέρη που συχνάζουνε τα πλήθη ντυμένη με ομίχλη και φέρνει το κακό σε κείνους τους ανθρώπους που τη διώχνουν και δεν την απονέμουν ίσια. |
| Εργ_225 | οἳ δὲ δίκας ξείνοισι καὶ ἐνδήμοισι διδοῦσιν ἰθείας καὶ μή τι παρεκβαίνουσι δικαίου, τοῖσι τέθηλε πόλις, λαοὶ δ᾽ ἀνθέουσιν ἐν αὐτῇ· Εἰρήνη δ᾽ ἀνὰ γῆν κουροτρόφος, οὐδέ ποτ᾽ αὐτοῖς ἀργαλέον πόλεμον τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς· | Μα όσοι απονέμουν κρίσεις δίκαιες στους ξένους και τους ντόπιους κι από του δίκαιου την οδό δεν παρεκβαίνουν, ακμάζει η πόλη τους κι ανθεί ο λαός σε τούτη. Ειρήνη που τα νιάτα τρέφει έχουν στη γη τους κι ούτε ποτέ ο Δίας που μακριά ηχεί πόλεμο σκληρό γι᾽ αυτούς ορίζει. |
| Εργ_230 | οὐδέ ποτ᾽ ἰθυδίκῃσι μετ᾽ ἀνδράσι λιμὸς ὀπηδεῖ οὐδ᾽ ἄτη, θαλίῃς δὲ μεμηλότα ἔργα νέμονται. τοῖσι φέρει μὲν γαῖα πολὺν βίον, οὔρεσι δὲ δρῦς ἄκρη μέν τε φέρει βαλάνους, μέσση δὲ μελίσσας· εἰροπόκοι δ᾽ ὄιες μαλλοῖς καταβεβρίθασι· | Ούτε ο λοιμός σ᾽ ανθρώπους έρχεται που δίκαια κρίνουν ούτ᾽ η καταστροφή, μα νέμονται στις ευωχίες τούς καρπούς απ᾽ τα χωράφια που φροντίζουν. Βιος πολύ σε τούτους φέρνει η γη και στα βουνά η βελανιδιά φέρνει στην άκρη των κλαδιών τα βελανίδια, στη μέση τα μελίσσια. Και τα πυκνότριχα αρνιά απ᾽ το μαλλί βαραίνουν, |
| Εργ_235 | τίκτουσιν δὲ γυναῖκες ἐοικότα τέκνα γονεῦσιν· θάλλουσιν δ᾽ ἀγαθοῖσι διαμπερές· οὐδ᾽ ἐπὶ νηῶν νίσονται, καρπὸν δὲ φέρει ζείδωρος ἄρουρα. οἷς δ᾽ ὕβρις τε μέμηλε κακὴ καὶ σχέτλια ἔργα, τοῖς δὲ δίκην Κρονίδης τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς. | γεννάν παιδιά οι γυναίκες τους που μοιάζουν στους γονείς τους. Ευδαιμονούν με τα αγαθά τους αδιάκοπα. Σε πλοία επάνω δεν ταξιδεύουν, μα η σιτοδότρα γη καρπό τούς δίνει. Σ᾽ εκείνους όμως που τους νοιάζει η αδικία η κακή και τ᾽ άθλια έργα ορίζει τιμωρία ο Δίας που μακριά ηχεί, ο γιος του Κρόνου. |
| Εργ_240 | πολλάκι καὶ ξύμπασα πόλις κακοῦ ἀνδρὸς ἀπηύρα, ὅστις ἀλιτραίνῃ καὶ ἀτάσθαλα μηχανάαται. τοῖσιν δ᾽ οὐρανόθεν μέγ᾽ ἐπήγαγε πῆμα Κρονίων, λιμὸν ὁμοῦ καὶ λοιμόν, ἀποφθινύθουσι δὲ λαοί· οὐδὲ γυναῖκες τίκτουσιν, μινύθουσι δὲ οἶκοι | Πολλές φορές από έναν άνθρωπο κακό μια πόλη στο σύνολό της υποφέρει, αν αμαρτάνει αυτός και μηχανεύεται ανόσια έργα. Σ᾽ αυτούς μεγάλη συμφορά απ᾽ τον ουρανό στέλνει ο γιος του Κρόνου, λιμό συνάμα και λοιμό, κι οι άνθρωποι αφανίζονται. Ούτε οι γυναίκες τους γεννάν, μικραίνουν οι οικογένειες |
| Εργ_245 | Ζηνὸς φραδμοσύνῃσιν Ὀλυμπίου· ἄλλοτε δ᾽ αὖτε ἢ τῶν γε στρατὸν εὐρὺν ἀπώλεσεν ἢ ὅ γε τεῖχος ἢ νέας ἐν πόντῳ Κρονίδης ἀποτείνυται αὐτῶν. Ὦ βασιλῆς, ὑμεῖς δὲ καταφράζεσθε καὶ αὐτοὶ τήνδε δίκην· ἐγγὺς γὰρ ἐν ἀνθρώποισιν ἐόντες | μ᾽ απόφαση του Ολύμπιου Δία. Κι άλλοτε πάλι μεγάλη τους στρατιά αφανίζει ο γιος του Κρόνου ή τείχος ή πλοία τους στη θάλασσα εκδικείται. Βασιλιάδες, κι εσείς επίσης την τιμωρία τούτη στοχαστείτε! Γιατί κοντά σας, ανάμεσα στους ανθρώπους, βρίσκονται θεοί |
| Εργ_250 | ἀθάνατοι φράζονται, ὅσοι σκολιῇσι δίκῃσιν ἀλλήλους τρίβουσι θεῶν ὄπιν οὐκ ἀλέγοντες. τρὶς γὰρ μύριοί εἰσὶν ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ ἀθάνατοι Ζηνὸς φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων, οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα, | αθάνατοι και παρατηρούν εκείνους που μ᾽ άδικες κρίσεις καταπονούν τον έναν ο άλλος, περιφρονώντας την τιμωρία των θεών. Γιατί επάνω στην πολύτροφη τη γη τρεις μύριοι αθάνατοι του Δία υπάρχουν φύλακες των θνητών ανθρώπων, που παραφυλάγουνε τις δίκες και τ᾽ άθλια έργα, |
| Εργ_255 | ἠέρα ἑσσάμενοι, πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν. ἡ δέ τε παρθένος ἐστὶ Δίκη, Διὸς ἐκγεγαυῖα, κυδρή τ᾽ αἰδοίη τε θεοῖς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν, καί ῥ᾽ ὁπότ᾽ ἄν τίς μιν βλάπτῃ σκολιῶς ὀνοτάζων, αὐτίκα πὰρ Διὶ πατρὶ καθεζομένη Κρονίωνι | ντυμένοι ομίχλη, σ᾽ όλη τη γη γυρνώντας. Μία παρθένα είναι η Δίκη, από το Δία γεννημένη, ένδοξη και αξιοσέβαστη απ᾽ τους θεούς που εξουσιάζουνε τον Όλυμπο. Όταν κανείς τη βλάπτει και την κατηγορεί στρεβλά, αμέσως πάει και κάθεται πλάι στο Δία τον πατέρα της, το γιο του Κρόνου, |
| Εργ_260 | γηρύετ᾽ ἀνθρώπων ἀδίκων νόον, ὄφρ᾽ ἀποτείσῃ δῆμος ἀτασθαλίας βασιλέων, οἳ λυγρὰ νοέοντες ἄλλῃ παρκλίνωσι δίκας σκολιῶς ἐνέποντες. ταῦτα φυλασσόμενοι, βασιλῆς, ἰθύνετε μύθους, δωροφάγοι, σκολιῶν δὲ δικέων ἐπὶ πάγχυ λάθεσθε. | και απαγγέλλει τον άδικο των ανθρώπων νου, για να πληρώσει ο λαός τις αμαρτίες των βασιλιάδων του που στέκονται ολέθρια κι εκτρέπουνε το δίκαιο σ᾽ άλλο δρόμο μ᾽ άδικες αποφάσεις. Αυτά βασιλιάδες ν᾽ αποφεύγετε, τις κρίσεις σας διορθώστε, δωροφάγοι, και τις στραβές τις δίκες σας ξεχάστε τις ολότελα. |
| Εργ_265 | οἷ τ᾽ αὐτῷ κακὰ τεύχει ἀνὴρ ἄλλῳ κακὰ τεύχων, ἡ δὲ κακὴ βουλὴ τῷ βουλεύσαντι κακίστη. πάντα ἰδὼν Διὸς ὀφθαλμὸς καὶ πάντα νοήσας καί νυ τάδ᾽, αἴ κ᾽ ἐθέλῃσ᾽, ἐπιδέρκεται, οὐδέ ἑ λήθει οἵην δὴ καὶ τήνδε δίκην πόλις ἐντὸς ἐέργει. | Στον ίδιο του τον εαυτό κάνει κακό ο άνθρωπος που κάνει κακό σε άλλον και η κακή η σκέψη για εκείνον που τη σκέφτηκε είναι η πιο κακή. Όλα τα βλέπει του Δία ο οφθαλμός κι όλα τα νιώθει, και βέβαια και τούτα ακόμη τα παρατηρεί, αν το θελήσει, ούτε και του ξεφεύγει τι είδους δίκαιο είναι αυτό που η πόλη εντός της κλείνει. |
| Εργ_270 | νῦν δὴ ἐγὼ μήτ᾽ αὐτὸς ἐν ἀνθρώποισι δίκαιος εἴην μήτ᾽ ἐμὸς υἱός, ἐπεὶ κακὸν ἄνδρα δίκαιον ἔμμεναι, εἰ μείζω γε δίκην ἀδικώτερος ἕξει. ἀλλὰ τά γ᾽ οὔ πω ἔολπα τελεῖν Δία μητιόεντα. Ὦ Πέρση, σὺ δὲ ταῦτα μετὰ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν | Μακάρι τώρα εγώ, ούτε ο ίδιος ούτε ο γιος μου, δίκαιος να ᾽μουνα στους ανθρώπους μέσα, αφού σου βγαίνει σε κακό να είσαι δίκαιος, αν βρίσκει δικαίωση μεγαλύτερη ο περισσότερο άδικος. Μα ελπίζω πως αυτά ο Δίας ο συνετός εις πέρας δε θα φέρει ακόμη. Πέρση, εσύ στο νου σου βάλ᾽ τα αυτά, |
| Εργ_275 | καί νυ δίκης ἐπάκουε, βίης δ᾽ ἐπιλήθεο πάμπαν. τόνδε γὰρ ἀνθρώποισι νόμον διέταξε Κρονίων, ἰχθύσι μὲν καὶ θηρσὶ καὶ οἰωνοῖς πετεηνοῖς ἔσθειν ἀλλήλους, ἐπεὶ οὐ δίκη ἐστὶ μετ᾽ αὐτοῖς· ἀνθρώποισι δ᾽ ἔδωκε δίκην, ἣ πολλὸν ἀρίστη | δώσε στο δίκαιο προσοχή και ξέχνα ολότελα τη βία. Αφού ο γιος του Κρόνου τούτο το νόμο στους ανθρώπους όρισε: από τη μια τα ψάρια και τ᾽ αγρίμια και τα πετούμενα πουλιά να τρων το ένα τ᾽ άλλο, μια και δικαιοσύνη ανάμεσά τους δεν υπάρχει. Μα στους ανθρώπους έδωσε το δίκαιο που είναι άριστο πολύ. |
| Εργ_280 | γίνεται· εἰ γάρ τίς κ᾽ ἐθέλῃ τὰ δίκαι᾽ ἀγορεῦσαι γινώσκων, τῷ μέν τ᾽ ὄλβον διδοῖ εὐρύοπα Ζεύς· ὃς δέ κε μαρτυρίῃσιν ἑκὼν ἐπίορκον ὀμόσσας ψεύσεται, ἐν δὲ δίκην βλάψας νήκεστον ἀασθῇ, τοῦ δέ τ᾽ ἀμαυροτέρη γενεὴ μετόπισθε λέλειπται· | Αν κανείς ξέρει το δίκιο και θέλει να το πει, σε τούτον ο Δίας που μακριά ηχεί του δίνει ευδαιμονία. Μα όποιος ψέματα θα πει στη μαρτυρία του, αφού ψευδόρκησε εκούσια, και τη δικαιοσύνη έβλαψε κι αγιάτρευτα αμάρτησε, τούτου η γενιά αφανέστερη στο μέλλον θ᾽ απομείνει. |
| Εργ_285 | ἀνδρὸς δ᾽ εὐόρκου γενεὴ μετόπισθεν ἀμείνων. Σοὶ δ᾽ ἐγὼ ἐσθλὰ νοέων ἐρέω, μέγα νήπιε Πέρση· τὴν μέν τοι κακότητα καὶ ἰλαδὸν ἔστιν ἑλέσθαι ῥηιδίως· λείη μὲν ὁδός, μάλα δ᾽ ἐγγύθι ναίει· τῆς δ᾽ ἀρετῆς ἱδρῶτα θεοὶ προπάροιθεν ἔθηκαν | Μα του ανθρώπου που τηρεί τον όρκο του η γενιά καλύτερη στο μέλλον. Θα σου μιλήσω, πολύ ανόητε Πέρση, με διάθεση αγαθή. Εύκολα την εξαθλίωση μπορείς κι αθρόα να την πιάσεις. Λείος είναι ο δρόμος της, πολύ κοντά μας μένει. Μα μπρος στην αρετή ιδρώτα βάλανε οι θεοί |
| Εργ_290 | ἀθάνατοι· μακρὸς δὲ καὶ ὄρθιος οἶμος ἐς αὐτὴν καὶ τρηχὺς τὸ πρῶτον· ἐπὴν δ᾽ εἰς ἄκρον ἵκηται, ῥηιδίη δὴ ἔπειτα πέλει, χαλεπή περ ἐοῦσα. Οὗτος μὲν πανάριστος, ὃς αὐτῷ πάντα νοήσει, φρασσάμενος τά κ᾽ ἔπειτα καὶ ἐς τέλος ᾖσιν ἀμείνω· | οι αθάνατοι. Μακριά κι απότομη η οδός γι᾽ αυτήν και στην αρχή τραχιά. Μα όταν φτάσεις στην κορφή, εύκολη γίνεται έπειτα, κι ας ήταν δύσκολη. Πάνω απ᾽ όλους άριστος αυτός που θα τα καταλάβει όλα από μόνος του, αφού ποια είναι τα καλύτερα για μετά και για το τέλος στοχαστεί. |
| Εργ_295 | ἐσθλὸς δ᾽ αὖ κἀκεῖνος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται· ὃς δέ κε μήτ᾽ αὐτῷ νοέῃ μήτ᾽ ἄλλου ἀκούων ἐν θυμῷ βάλληται, ὁ δ᾽ αὖτ᾽ ἀχρήιος ἀνήρ. ἀλλὰ σύ γ᾽ ἡμετέρης μεμνημένος αἰὲν ἐφετμῆς ἐργάζεο, Πέρση, δῖον γένος, ὄφρα σε Λιμὸς | Καλός κι εκείνος πάλι που σ᾽ όποιον μίλησε καλά υπακούει. Μα όποιος δεν τα καταλαβαίνει ο ίδιος, ούτε απ᾽ άλλον ακούγοντας τα βάζει στην ψυχή του, αυτός αχρείος άντρας είναι. Αλλά εσύ, Πέρση, θεϊκή γενιά, δούλευε, πάντα στη μνήμη σου έχοντας τη δική μου προτροπή, |
| Εργ_300 | ἐχθαίρῃ, φιλέῃ δέ σ᾽ ἐυστέφανος Δημήτηρ αἰδοίη, βιότου δὲ τεὴν πιμπλῇσι καλιήν· Λιμὸς γάρ τοι πάμπαν ἀεργῷ σύμφορος ἀνδρί· τῷ δὲ θεοὶ νεμεσῶσι καὶ ἀνέρες ὅς κεν ἀεργὸς ζώῃ, κηφήνεσσι κοθούροις εἴκελος ὀργήν, | για να σε απεχθάνεται ο Λιμός, μα η Δήμητρα να σ᾽ αγαπά η καλοστεφανωμένη, η σεβάσμια, και να γεμίζει μ᾽ αγαθά την αποθήκη σου. Γιατί ο Λιμός του άεργου άντρα σύντροφος πέρα ως πέρα είναι. Οργίζονται οι θεοί και οι άνθρωποι μ᾽ αυτόν που άεργος ζει, όμοιος στο ήθος με τους χωρίς κεντρί κηφήνες, |
| Εργ_305 | οἵ τε μελισσάων κάματον τρύχουσιν ἀεργοὶ ἔσθοντες· σοὶ δ᾽ ἔργα φίλ᾽ ἔστω μέτρια κοσμεῖν, ὥς κέ τοι ὡραίου βιότου πλήθωσι καλιαί. ἐξ ἔργων δ᾽ ἄνδρες πολύμηλοί τ᾽ ἀφνειοί τε, καί τ᾽ ἐργαζόμενος πολὺ φίλτερος ἀθανάτοισιν | που άεργοι των μελισσών τον κάματο καταναλώνουν τρώγοντας. Μα εσένα να σ᾽ αρέσει τις εργασίες σου κατάλληλα να οργανώνεις, για να ᾽ναι οι αποθήκες σου γεμάτες με βιος της εποχής. Απ᾽ τη δουλειά τους γίνονται οι άνθρωποι με ποίμνια πολλά και πλούσιοι και αν εργάζεσαι πολύ πιο προσφιλής στους αθάνατους |
| Εργ_310 | [ἔσσεαι ἠδὲ βροτοῖς· μάλα γὰρ στυγέουσιν ἀεργούς]. ἔργον δ᾽ οὐδὲν ὄνειδος, ἀεργίη δέ τ᾽ ὄνειδος. εἰ δέ κεν ἐργάζῃ, τάχα σε ζηλώσει ἀεργὸς πλουτέοντα· πλούτῳ δ᾽ ἀρετὴ καὶ κῦδος ὀπηδεῖ. δαίμονι δ᾽ οἷος ἔησθα, τὸ ἐργάζεσθαι ἄμεινον, | [και στους θνητούς θα είσαι. Γιατί τους άεργους πολύ τους αποστρέφονται.] Διόλου ντροπή η δουλειά, ντροπή η αεργία. Και αν εργάζεσαι, γοργά θα σε ζηλέψει ο άεργος καθώς πλουταίνεις. Τον πλούτο η αρετή και η δόξα συνοδεύει. Όποια κι αν είναι η τύχη σου, είναι καλύτερα να εργάζεσαι, |
| Εργ_315 | εἴ κεν ἀπ᾽ ἀλλοτρίων κτεάνων ἀεσίφρονα θυμὸν ἐς ἔργον τρέψας μελετᾷς βίου, ὥς σε κελεύω. αἰδὼς δ᾽ οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένον ἄνδρα κομίζειν, αἰδώς, ἥ τ᾽ ἄνδρας μέγα σίνεται ἠδ᾽ ὀνίνησιν· αἰδώς τοι πρὸς ἀνολβίῃ, θάρσος δὲ πρὸς ὄλβῳ. | αν απ᾽ τα ξένα κτήματα την ανόητη καρδιά σου στρέψεις στην εργασία και για το βιος φροντίζεις, όπως σε προτρέπω. Δε φτάνει η ντροπή για να χορτάσει τον άντρα που ᾽χει ανάγκη, ντροπή που τους ανθρώπους βλάπτει πολύ ή ωφελεί. Κοντά στη φτώχεια η ντροπή, στον πλούτο πλάι το θράσος. |
| Εργ_320 | χρήματα δ᾽ οὐχ ἁρπακτά· θεόσδοτα πολλὸν ἀμείνω· εἰ γάρ τις καὶ χερσὶ βίῃ μέγαν ὄλβον ἕληται, ἢ ὅ γ᾽ ἀπὸ γλώσσης ληίσσεται, οἷά τε πολλὰ γίνεται, εὖτ᾽ ἂν δὴ κέρδος νόον ἐξαπατήσῃ ἀνθρώπων, αἰδῶ δέ τ᾽ ἀναιδείη κατοπάζῃ, | 320 Τα πλούτη δεν πρέπει να τ᾽ αρπάζεις: αυτά που σου δίνει ο θεός πολύ καλύτερα είναι. Γιατί ακόμη κι αν κανείς με των χεριών τη βία μεγάλο πλούτο αρπάξει ή τον ληστέψει με τα λόγια του, καθώς πολλές φορές συμβαίνει, όταν το κέρδος των ανθρώπων το μυαλό απατήσει και την αιδώ η αδιαντροπιά την καταβάλλει, |
| Εργ_325 | ῥεῖα δέ μιν μαυροῦσι θεοί, μινύθουσι δὲ οἶκον ἀνέρι τῷ, παῦρον δέ τ᾽ ἐπὶ χρόνον ὄλβος ὀπηδεῖ. Ἶσον δ᾽ ὅς θ᾽ ἱκέτην ὅς τε ξεῖνον κακὸν ἔρξει, ὅς τε κασιγνήτοιο ἑοῦ ἀνὰ δέμνια βαίνῃ κρυπταδίῃς εὐνῇς ἀλόχου, παρακαίρια ῥέζων, | εύκολα αυτόν τον αμαυρώνουν οι θεοί, τον οίκο του τον φθείρουν και λίγο χρόνο ο πλούτος αυτόν ακολουθεί. Όμοια κι εκείνος που κακό θα κάνει στον ικέτη ή τον ξένο του, κι εκείνος που στην κλίνη του αδερφού του ανεβαίνει, στο κρυφό κρεβάτι της συζύγου του, κάνοντας πράγματα ανάρμοστα, |
| Εργ_330 | ὅς τέ τεο ἀφραδίῃς ἀλιτήνεται ὀρφανὰ τέκνα, ὅς τε γονῆα γέροντα κακῷ ἐπὶ γήραος οὐδῷ νεικείῃ χαλεποῖσι καθαπτόμενος ἐπέεσσιν· τῷ δ᾽ ἦ τοι Ζεὺς αὐτὸς ἀγαίεται, ἐς δὲ τελευτὴν ἔργων ἀντ᾽ ἀδίκων χαλεπὴν ἐπέθηκεν ἀμοιβήν. | αυτός που απ᾽ αμυαλιά αδίκησε παιδιά ορφανά, κι όποιος το γέροντα γονιό του στο κακό των γηρατειών κατώφλι με λόγια σκληρά στεναχωρεί και βρίζει. Μ᾽ αυτόν στ᾽ αλήθεια οργίζεται ο Δίας ο ίδιος και στο τέλος του για τ᾽ άδικα τα έργα του όρισε σκληρή αμοιβή. |
| Εργ_335 | ἀλλὰ σὺ τῶν μὲν πάμπαν ἔεργ᾽ ἀεσίφρονα θυμόν. Κὰδ δύναμιν δ᾽ ἔρδειν ἱέρ᾽ ἀθανάτοισι θεοῖσιν ἁγνῶς καὶ καθαρῶς, ἐπὶ δ᾽ ἀγλαὰ μηρία καίειν· ἄλλοτε δὲ σπονδῇσι θύεσσί τε ἱλάσκεσθαι, ἠμὲν ὅτ᾽ εὐνάζῃ καὶ ὅτ᾽ ἂν φάος ἱερὸν ἔλθῃ, | Μα εσύ εντελώς από τέτοια έργα την ανόητη ψυχή σου απομάκρυνε. Να κάνεις κατά τη δύναμή σου θυσίες στους αθάνατους θεούς, αγνά και καθαρά, και ωραία μεριά επάνω στους βωμούς να καις. Άλλοτε με σπονδές να τους εξευμενίζεις και θυμιάματα, και σαν πλαγιάζεις και σαν έρχεται το ιερό του ήλιου φως, |
| Εργ_340 | ὥς κέ τοι ἵλαον κραδίην καὶ θυμὸν ἔχωσιν, ὄφρ᾽ ἄλλων ὠνῇ κλῆρον, μὴ τὸν τεὸν ἄλλος. Τὸν φιλέοντ᾽ ἐπὶ δαῖτα καλεῖν, τὸν δ᾽ ἐχθρὸν ἐᾶσαι· τὸν δὲ μάλιστα καλεῖν, ὅστις σέθεν ἐγγύθι ναίει· εἰ γάρ τοι καὶ χρῆμ᾽ ἐγκώμιον ἄλλο γένηται, | για να ᾽ναι η καρδιά και ο νους τους ευμενείς για σένα, και να μπορείς να παζαρεύεις τον κλήρο άλλων κι όχι άλλος το δικό σου. Για φαγητό αυτόν που σ᾽ αγαπά να προσκαλείς και τον εχθρό σου άσ᾽ τον. Εκείνον προπάντων να καλείς που κατοικεί κοντά σου. Γιατί αν κάτι κακό στο κτήμα σου συμβεί, |
| Εργ_345 | γείτονες ἄζωστοι ἔκιον, ζώσαντο δὲ πηοί. πῆμα κακὸς γείτων, ὅσσον τ᾽ ἀγαθὸς μέγ᾽ ὄνειαρ· ἔμμορέ τοι τιμῆς ὅς τ᾽ ἔμμορε γείτονος ἐσθλοῦ· οὐδ᾽ ἂν βοῦς ἀπόλοιτ᾽, εἰ μὴ γείτων κακὸς εἴη. εὖ μὲν μετρεῖσθαι παρὰ γείτονος, εὖ δ᾽ ἀποδοῦναι, | τρέχουνε άζωστοι οι γείτονες, μα οι συγγενείς αφού ζωστούνε πρώτα. Τόση ο κακός ο γείτονας πληγή, όση ο καλός βοήθεια μεγάλη. «Έπιασε την καλή» αυτός που γείτονα έλαχε καλό. Ούτε και θα χαθεί το βόδι του, εάν ο γείτονας κακός δεν είναι. Μέτρα καλά τα δανεικά απ᾽ το γείτονα, καλά να τα επιστρέφεις, |
| Εργ_350 | αὐτῷ τῷ μέτρῳ, καὶ λώιον αἴ κε δύνηαι, ὡς ἂν χρηίζων καὶ ἐς ὕστερον ἄρκιον εὕρῃς. μὴ κακὰ κερδαίνειν· κακὰ κέρδεα ἶσ᾽ ἄτῃσι. τὸν φιλέοντα φιλεῖν, καὶ τῷ προσιόντι προσεῖναι. καὶ δόμεν ὅς κεν δῷ καὶ μὴ δόμεν ὅς κεν μὴ δῷ· | με το ίδιο μέτρο, και με καλύτερο αν μπορείς, ώστε να βρεις, αν χρειαστείς, και στο μέλλον επαρκή βοήθεια. Κακό κέρδος μη βγάζεις. Τα κέρδη τα κακά ίσον ζημιά. Αγάπα αυτόν που σ᾽ αγαπά. Αυτόν που σε πλησίασε παρέα να του κάνεις. Δίνε σ᾽ όποιον σου δίνει και σ᾽ όποιον δε σου δίνει να μη δίνεις. |
| Εργ_355 | δώτῃ μέν τις ἔδωκεν, ἀδώτῃ δ᾽ οὔ τις ἔδωκεν· Δὼς ἀγαθή, Ἅρπαξ δὲ κακή, θανάτοιο δότειρα· ὃς μὲν γάρ κεν ἀνὴρ ἐθέλων, ὅ γε καὶ μέγα, δώῃ, χαίρει τῷ δώρῳ καὶ τέρπεται ὃν κατὰ θυμόν· ὃς δέ κεν αὐτὸς ἕληται ἀναιδείηφι πιθήσας, | Δίνει κανείς στον απλοχέρη, στο σφιχτοχέρη όμως δε δίνει. Είναι καλό το Δόσιμο, κακή η Αρπαγή και του θανάτου δότης. Αν άνθρωπος κανείς θέλει και δίνει, και μάλιστα πολλά, χαίρεται με το δώρο του και τέρπεται η καρδιά του. Μα αν κανείς ακούσει την αδιαντροπιά του κι αρπάξει κάτι από μόνος του, |
| Εργ_360 | καί τε σμικρὸν ἐόν, τό γ᾽ ἐπάχνωσεν φίλον ἦτορ. εἰ γάρ κεν καὶ σμικρὸν ἐπὶ σμικρῷ καταθεῖο καὶ θαμὰ τοῦτ᾽ ἔρδοις, τάχα κεν μέγα καὶ τὸ γένοιτο· ὃς δ᾽ ἐπ᾽ ἐόντι φέρει, ὃ δ᾽ ἀλέξεται αἴθοπα λιμόν. οὐδὲ τό γ᾽ εἰν οἴκῳ κατακείμενον ἀνέρα κήδει· | ακόμη κι αν είν᾽ μικρή η αρπαγή παγώνει την καρδιά σου. Γιατί εάν στο λίγο επάνω λίγο βάζεις, κι αυτό συχνά το κάνεις, γοργά θα γίνει, κι αυτό ακόμα, μέγα. Αυτός που σ᾽ όσα έχει κι άλλα φέρνει, αυτός την καυτερή την πείνα θ᾽ αποφύγει. Αυτό που ᾽ναι στο σπίτι απιθωμένο τον άνθρωπο δεν τον ενοχλεί: |
| Εργ_365 | οἴκοι βέλτερον εἶναι, ἐπεὶ βλαβερὸν τὸ θύρηφιν. ἐσθλὸν μὲν παρεόντος ἑλέσθαι, πῆμα δὲ θυμῷ χρηίζειν ἀπεόντος· ἅ σε φράζεσθαι ἄνωγα. Ἀρχομένου δὲ πίθου καὶ λήγοντος κορέσασθαι, μεσσόθι φείδεσθαι· δειλὴ δ᾽ ἐν πυθμένι φειδώ. | στο σπίτι είναι καλύτερα, γιατί είναι ζημιά να μένει έξω. Είναι καλό απ᾽ ό,τι σου βρίσκεται να παίρνεις, μα συμφορά για την ψυχή να επιθυμείς εκείνο που σου λείπει. Αυτά να τα στοχάζεσαι σου παραγγέλλω. Όταν κάνεις αρχή σ᾽ ένα πιθάρι κι όταν αυτό κοντεύει να αδειάσει, χόρταινε, στο μεταξύ να είσαι φειδωλός. Στον πάτο πια ελεεινή η οικονομία είναι. |
| Εργ_370 | [μισθὸς δ᾽ ἀνδρὶ φίλῳ εἰρημένος ἄρκιος ἔστω· καί τε κασιγνήτῳ γελάσας ἐπὶ μάρτυρα θέσθαι· πίστεις δ᾽ ἄρα ὁμῶς καὶ ἀπιστίαι ὤλεσαν ἄνδρας.] μηδὲ γυνή σε νόον πυγοστόλος ἐξαπατάτω αἱμύλα κωτίλλουσα, τεὴν διφῶσα καλιήν· | [Και το μισθό που σ᾽ άντρα φίλο σου έταξες να τον εξασφαλίζεις. Ακόμη και με τον αδερφό σου βάλλε, κάνοντας πως γελάς, μάρτυρα. Γιατί η ευπιστία και η δυσπιστία εξίσου καταστρέφουν τους ανθρώπους.] Και μη σου εξαπατά το νου γυναίκα με στολισμένα πισινά σαν φλυαρεί χαριτωμένα την ώρα που την έπιασες να εξερευνά την αποθήκη σου. |
| Εργ_375 | ὃς δὲ γυναικὶ πέποιθε, πέποιθ᾽ ὅ γε φιλήτῃσιν. μουνογενὴς δὲ πάις εἴη πατρώιον οἶκον φερβέμεν· ὣς γὰρ πλοῦτος ἀέξεται ἐν μεγάροισιν· γηραιὸς δὲ θάνοι ἕτερον παῖδ᾽ ἐγκαταλείπων. ῥεῖα δέ κεν πλεόνεσσι πόροι Ζεὺς ἄσπετον ὄλβον· | Όποιος γυναίκα εμπιστεύεται, απατεώνα εμπιστεύεται. Είθε να έχεις ένα παιδί μοναχογιό τον πατρικό να σώζει οίκο. Μ᾽ αυτόν τον τρόπο στο σπίτι μέσα αυξάνει ο πλούτος. Και είθε να πεθάνεις γέρος ακόμη ένα παιδί πίσω αφήνοντας. Εύκολα ωστόσο ο Δίας και σε πιο πολλούς μπορεί να δώσει άφατο πλούτο. |
| Εργ_380 | πλείων μὲν πλεόνων μελέτη, μείζων δ᾽ ἐπιθήκη. Σοὶ δ᾽ εἰ πλούτου θυμὸς ἐέλδεται ἐν φρεσὶ ᾗσιν, ὧδ᾽ ἔρδειν, καὶ ἔργον ἐπ᾽ ἔργῳ ἐργάζεσθαι. Πληιάδων Ἀτλαγενέων ἐπιτελλομενάων ἄρχεσθ᾽ ἀμήτου, ἀρότοιο δὲ δυσομενάων. | Γιατί οι πιο πολλοί και πιο πολύ για τη δουλειά φροντίζουν μα και το κέρδος που σωρεύεται απ᾽ αυτούς είναι περισσότερο. Αν πλούτο επιθυμεί στα στήθη η καρδιά σου μέσα, έτσι να κάνεις, και τη μια δουλειά πάνω στην άλλη εργάσου: σαν ανατέλλουν του Άτλα οι κόρες, οι Πλειάδες, κάνε αρχή στο θερισμό, στο όργωμα σαν δύουν. |
| Εργ_385 | αἳ δή τοι νύκτας τε καὶ ἤματα τεσσαράκοντα κεκρύφαται, αὖτις δὲ περιπλομένου ἐνιαυτοῦ φαίνονται τὰ πρῶτα χαρασσομένοιο σιδήρου. οὗτός τοι πεδίων πέλεται νόμος, οἵ τε θαλάσσης ἐγγύθι ναιετάουσ᾽ οἵ τ᾽ ἄγκεα βησσήεντα | Αυτές νύχτες σαράντα και ημέρες είναι κρυμμένες και πάλι, όταν τον κύκλο του ο χρόνος συμπληρώνει, για πρώτη φορά εμφανίζονται όταν ακονίζεται το σίδερο. Τούτος των πεδιάδων είναι ο νόμος και γι᾽ αυτούς που κατοικούν στη θάλασσα κοντά μα και για όσους στων δρυμών τις κοιλάδες, |
| Εργ_390 | πόντου κυμαίνοντος ἀπόπροθι, πίονα χῶρον, ναίουσιν· γυμνὸν σπείρειν, γυμνὸν δὲ βοωτεῖν, γυμνὸν δ᾽ ἀμάειν, εἴ χ᾽ ὥρια πάντ᾽ ἐθέλῃσθα ἔργα κομίζεσθαι Δημήτερος, ὥς τοι ἕκαστα ὥρι᾽ ἀέξηται, μή πως τὰ μέταζε χατίζων | μακριά από τα κύματα της θάλασσας, σε τόπο πλούσιο μένουν: γυμνός να σπέρνεις, γυμνός να οργώνεις, γυμνός να θερίζεις, αν θες της Δήμητρας τα έργα όλα στον κατάλληλο καιρό να τα φροντίζεις και το καθετί ν᾽ αυξάνει στον καιρό του. Μην τύχει και στο μέλλον στερημένος |
| Εργ_395 | πτώσσῃς ἀλλοτρίους οἴκους καὶ μηδὲν ἀνύσσεις. ὡς καὶ νῦν ἐπ᾽ ἔμ᾽ ἦλθες· ἐγὼ δέ τοι οὐκ ἐπιδώσω οὐδ᾽ ἐπιμετρήσω· ἐργάζεο, νήπιε Πέρση, ἔργα τά τ᾽ ἀνθρώποισι θεοὶ διετεκμήραντο, μή ποτε σὺν παίδεσσι γυναικί τε θυμὸν ἀχεύων | σε ξένα σπίτια να επαιτείς ζαρώνοντας και να μην καταφέρνεις τίποτα. Έτσι και τώρα σε μένα ήρθες. Όμως εγώ άλλο δε θα σου δώσω, ούτε θα σου δανείσω. Δούλευε, ανόητε Πέρση, τα έργα που οι θεοί όρισαν στους ανθρώπους, μην τύχει και θλιμμένος στην καρδιά, μαζί με τα παιδιά και τη γυναίκα σου, |
| Εργ_400 | ζητεύῃς βίοτον κατὰ γείτονας, οἳ δ᾽ ἀμελέωσιν. δὶς μὲν γὰρ καὶ τρὶς τάχα τεύξεαι· ἢν δ᾽ ἔτι λυπῇς, χρῆμα μὲν οὐ πρήξεις, σὺ δ᾽ ἐτώσια πόλλ᾽ ἀγορεύσεις, ἀχρεῖος δ᾽ ἔσται ἐπέων νομός. ἀλλά σ᾽ ἄνωγα φράζεσθαι χρειῶν τε λύσιν λιμοῦ τ᾽ ἀλεωρήν. | από τους γείτονες να ζητιανεύεις τ᾽ αναγκαία, εκείνοι όμως να μη νοιάζονται. Δυο και τρεις φορές μπορεί και κάτι να πετύχεις. Αν όμως κι άλλο ενοχλείς, τίποτα δε θα καταφέρεις, και λόγια μάταια πολλά θα αγορεύεις: των λόγων σου το λιβάδι άχρηστο θα ᾽ναι. Μα εγώ σου παραγγέλλω να σκεφτείς λύση για τις ανάγκες σου και διαφυγή απ᾽ την πείνα. |
| Εργ_405 | Οἶκον μὲν πρώτιστα γυναῖκά τε βοῦν τ᾽ ἀροτῆρα, κτητήν, οὐ γαμετήν, ἥτις καὶ βουσὶν ἕποιτο, χρήματα δ᾽ εἰν οἴκῳ πάντ᾽ ἄρμενα ποιήσασθαι, μὴ σὺ μὲν αἰτῇς ἄλλον, ὃ δ᾽ ἀρνῆται, σὺ δὲ τητᾷ, ἡ δ᾽ ὥρη παραμείβηται, μινύθῃ δέ τοι ἔργον. | Πρώτα απ᾽ όλα να πάρεις σπίτι, βόδι για όργωμα, γυναίκα, αγορασμένη, όχι με γάμο, που να μπορεί ν᾽ ακολουθεί τα βόδια, κι όλα τα αναγκαία στο σπίτι μέσα να τα ᾽χεις έτοιμα, μην τύχει και ζητάς απ᾽ άλλον, εκείνος σου αρνείται και συ δεν έχεις, περνά ο καιρός και τα χωράφια σου αφανίζονται. |
| Εργ_410 | μηδ᾽ ἀναβάλλεσθαι ἔς τ᾽ αὔριον ἔς τε ἔνηφι· οὐ γὰρ ἐτωσιοεργὸς ἀνὴρ πίμπλησι καλιὴν οὐδ᾽ ἀναβαλλόμενος· μελέτη δέ τοι ἔργον ὀφέλλει· αἰεὶ δ᾽ ἀμβολιεργὸς ἀνὴρ ἄτῃσι παλαίει. Ἦμος δὴ λήγει μένος ὀξέος ἠελίοιο | Μην αναβάλλεις κάτι γι᾽ αύριο και μεθαύριο: εκείνος που εργάζεται σ᾽ ανώφελη εποχή την αποθήκη δε γεμίζει, ούτε ο αναβλητικός. Η επιμέλεια τη δουλειά προάγει. Ο άνθρωπος που αναβάλλει τις δουλειές διαρκώς με τις ζημιές παλεύει. Μόλις του καυτερού τού ήλιου η δύναμη |
| Εργ_415 | καύματος ἰδαλίμου, μετοπωρινὸν ὀμβρήσαντος Ζηνὸς ἐρισθενέος, μετὰ δὲ τρέπεται βρότεος χρὼς πολλὸν ἐλαφρότερος· δὴ γὰρ τότε Σείριος ἀστὴρ βαιὸν ὑπὲρ κεφαλῆς κηριτρεφέων ἀνθρώπων ἔρχεται ἠμάτιος, πλεῖον δέ τε νυκτὸς ἐπαυρεῖ· | την κάψα που φέρνει ιδρώτα πάψει, και βρέξει φθινοπωρινά ο Δίας ο μεγαλοδύναμος, και το θνητό μας σώμα αλλάζει και γίνεται πολύ ελαφρότερο, τότε το άστρο του Σείριου για λίγο μένει μες στη μέρα επάνω απ᾽ το κεφάλι των ανθρώπων που ᾽ναι θρεμμένοι για το θάνατο κι απολαμβάνει πιο πολύ τη νύχτα. |
| Εργ_420 | τῆμος ἀδηκτοτάτη πέλεται τμηθεῖσα σιδήρῳ ὕλη, φύλλα δ᾽ ἔραζε χέει, πτόρθοιό τε λήγει· τῆμος ἄρ᾽ ὑλοτομεῖν μεμνημένος ὥρια ἔργα· ὄλμον μὲν τριπόδην τάμνειν, ὕπερον δὲ τρίπηχυν, ἄξονα δ᾽ ἑπταπόδην· μάλα γάρ νύ τοι ἄρμενον οὕτω· | Τότε προπάντων το ξύλο που κόπηκε από σίδερο αφάγωτο απ᾽ τα σκουλήκια μένει, ρίχνει στη γη τα φύλλα και παύει να βλασταίνει. Τότε λοιπόν θυμήσου να κόψεις ξύλα, μία δουλειά της εποχής. Τριών ποδιών κόψε γουδί, τρεις πήχεις γουδοχέρι, εφτά πόδια άξονα. Πολύ κατάλληλος μ᾽ αυτόν τον τρόπο θα ᾽ναι. |
| Εργ_425 | εἰ δέ κεν ὀκταπόδην, ἀπὸ καὶ σφῦράν κε τάμοιο. τρισπίθαμον δ᾽ ἅψιν τάμνειν δεκαδώρῳ ἀμάξῃ, πόλλ᾽ ἐπικαμπύλα κᾶλα· φέρειν δὲ γύην, ὅτ᾽ ἂν εὕρῃς, εἰς οἶκον, κατ᾽ ὄρος διζήμενος ἢ κατ᾽ ἄρουραν, πρίνινον· ὃς γὰρ βουσὶν ἀροῦν ὀχυρώτατός ἐστιν, | Μ᾽ αν έχει μήκος πόδια οχτώ, μπορείς και σβάρνα απ᾽ αυτόν να κόψεις. Τρεις πιθαμές τροχό να κόψεις για άμαξα με δέκα παλάμες μήκος, πολλά καμπύλα ξύλα. Φέρε γονάτι, όταν το βρεις, στο σπίτι σου, ψάχνοντας στα βουνά ή στα χωράφια, δρύινο. Το πλέον στέρεο είναι αυτό στο όργωμα με τα βόδια, |
| Εργ_430 | εὖτ᾽ ἂν Ἀθηναίης δμῶος ἐν ἐλύματι πήξας γόμφοισιν πελάσας προσαρήρεται ἱστοβοῆι. δοιὰ δὲ θέσθαι ἄροτρα, πονησάμενος κατὰ οἶκον, αὐτόγυον καὶ πηκτόν, ἐπεὶ πολὺ λώιον οὕτω· εἴ χ᾽ ἕτερον ἄξαις, ἕτερόν κ᾽ ἐπὶ βουσὶ βάλοιο. | όταν το μπήξει της Αθηνάς ο δούλος στο αλετροπόδι με ξυλόπροκες και το προσαρμόσει πλησιάζοντάς το στο σταβάρι. Δύο ετοίμασε άροτρα, στο σπίτι φτιάχνοντάς τα, ένα μονοκόμματο και ένα από πολλά κομμάτια, γιατί καλύτερα πολύ είναι έτσι: αν σπάσεις το ᾽να, το άλλο μπορείς στα βόδια να το βάλεις. |
| Εργ_435 | δάφνης δ᾽ ἢ πτελέης ἀκιώτατοι ἱστοβοῆες, δρυὸς ‹δ᾽› ἔλυμα, πρίνου δὲ γύης. βόε δ᾽ ἐνναετήρω ἄρσενε κεκτῆσθαι, τῶν γὰρ σθένος οὐκ ἀλαπαδνόν, ἥβης μέτρον ἔχοντε· τὼ ἐργάζεσθαι ἀρίστω. οὐκ ἂν τώ γ᾽ ἐρίσαντε ἐν αὔλακι κὰμ μὲν ἄροτρον | Σταβάρια που λιγότερο τα τρώνε τα σκουλήκια από δάφνη είναι και φτελιά, από βελανιδιά το αλετροπόδι και το γονάτι από δρυ. Δυο βόδια εννιάχρονα αρσενικά να πάρεις —η δύναμή τους ανεξάντλητη— που είναι πάνω στην ακμή της νιότης τους και άριστα για εργασία. Ποτέ τα δυο τους δε θα σπάζανε μαλώνοντας το άροτρο |
| Εργ_440 | ἄξειαν, τὸ δὲ ἔργον ἐτώσιον αὖθι λίποιεν. τοῖς δ᾽ ἅμα τεσσαρακονταετὴς αἰζηὸς ἕποιτο ἄρτον δειπνήσας τετράτρυφον, ὀκτάβλωμον, ὅς κ᾽ ἔργου μελετῶν ἰθείην αὔλακ᾽ ἐλαύνοι, μηκέτι παπταίνων μεθ᾽ ὁμήλικας, ἀλλ᾽ ἐπὶ ἔργῳ | στ᾽ αυλάκι μέσα και τη δουλειά ευθύς να την αφήσουνε να πάει χαμένη. Αυτά συνάμα να τ᾽ ακολουθεί εύρωστος άντρας σαραντάχρονος, αφού δειπνήσει τετράκλαστο ψωμί σ᾽ οχτώ μπουκιές, που τη δουλειά του να φροντίζει και να τραβάει ευθύ το αυλάκι, δίχως ν᾽ αναζητάει με το βλέμμα του συνομήλικούς του, μα την καρδιά του |
| Εργ_445 | θυμὸν ἔχων· τοῦ δ᾽ οὔ τι νεώτερος ἄλλος ἀμείνων σπέρματα δάσσασθαι καὶ ἐπισπορίην ἀλέασθαι· κουρότερος γὰρ ἀνὴρ μεθ᾽ ὁμήλικας ἐπτοίηται. Φράζεσθαι δ᾽, εὖτ᾽ ἂν γεράνου φωνὴν ἐπακούσῃς ὑψόθεν ἐκ νεφέων ἐνιαύσια κεκληγυίης, | να ᾽χει στο έργο του στραμμένη. Κανείς νεότερος στο πλάι του καλύτερος δε θα ᾽ναι τους σπόρους να μοιράζει και ν᾽ αποφεύγει την επανασπορά. Γιατί ο νεότερος άντρας ρεμβάζει με το νου του για συνομήλικους. Παραφύλαγε, πότε του γερανού θα ακούσεις τη φωνή ψηλά απ᾽ τα νέφη που κράζει κάθε χρόνο, |
| Εργ_450 | ἥ τ᾽ ἀρότοιό τε σῆμα φέρει καὶ χείματος ὥρην δεικνύει ὀμβρηροῦ, κραδίην δ᾽ ἔδακ᾽ ἀνδρὸς ἀβούτεω· δὴ τότε χορτάζειν ἕλικας βόας ἔνδον ἐόντας· ῥηίδιον γὰρ ἔπος εἰπεῖν· «βόε δὸς καὶ ἄμαξαν·» ῥηίδιον δ᾽ ἀπανήνασθαι· «πάρα δ᾽ ἔργα βόεσσιν.» | που φέρνει το σημάδι για το όργωμα και του χειμώνα δείχνει του βροχερού την εποχή και την καρδιά δαγκώνει του δίχως βόδια ανθρώπου. Τρέφε τότε τα βόδια σου τα στριφτοκέρατα κλεισμένα μες στο στάβλο. Γιατί είναι εύκολο να πεις το λόγο «δώσε δυο βόδια κι άμαξα», μα κι εύκολο να σου αρνηθούν: «έχουν δουλειά τα βόδια». |
| Εργ_455 | φησὶ δ᾽ ἀνὴρ φρένας ἀφνειὸς πήξασθαι ἄμαξαν· νήπιος, οὐδὲ τὸ οἶδ᾽· ἑκατὸν δέ τε δούρατ᾽ ἀμάξης, τῶν πρόσθεν μελέτην ἐχέμεν οἰκήια θέσθαι. Εὖτ᾽ ἂν δὴ πρώτιστ᾽ ἄροτος θνητοῖσι φανήῃ, δὴ τότ᾽ ἐφορμηθῆναι, ὁμῶς δμῶές τε καὶ αὐτός, | Λέει ο άνθρωπος με το πολύ μυαλό πως άμαξα θα στήσει. Ο ανόητος, τούτο δε το γνωρίζει: τα ξύλα της άμαξας είναι εκατό και θέλουν πρώτα να νοιαστείς δικά σου να τα κάνεις. Κι αρχή₋αρχή που φαίνεται για τους θνητούς τού οργώματος η ώρα, όρμησε τότε, συνάμα εσύ κι οι δούλοι σου, |
| Εργ_460 | αὔην καὶ διερὴν ἀρόων ἀρότοιο καθ᾽ ὥρην, πρωὶ μάλα σπεύδων, ἵνα τοι πλήθωσιν ἄρουραι. ἔαρι πολεῖν· θέρεος δὲ νεωμένη οὔ σ᾽ ἀπατήσει· νειὸν δὲ σπείρειν ἔτι κουφίζουσαν ἄρουραν. νειὸς ἀλεξιάρης, παίδων εὐκηλήτειρα. | και την ξερή και τη βρεγμένη γη να οργώσεις στου οργώματος την ώρα, σπεύδοντας πολύ πρωί, για να ᾽ναι τα χωράφια σου καρπούς γεμάτα. Την άνοιξη να βωλοκοπείς. Μα και η γη που οργώθηκε ξανά το θέρος δε θα σε διαψεύσει. Σπείρε το νιάμα όσο ακόμη είναι ελαφρύ το χώμα του. Το νιάμα προστατεύει απ᾽ το κακό και τους θεούς τούς τέρπει. |
| Εργ_465 | Εὔχεσθαι δὲ Διὶ χθονίῳ Δημήτερί θ᾽ ἁγνῇ ἐκτελέα βρίθειν Δημήτερος ἱερὸν ἀκτήν, ἀρχόμενος τὰ πρῶτ᾽ ἀρότου, ὅτ᾽ ἂν ἄκρον ἐχέτλης χειρὶ λαβὼν ὅρπηκι βοῶν ἐπὶ νῶτον ἵκηαι ἔνδρυον ἑλκόντων μεσάβῳ. ὁ δὲ τυτθὸν ὄπισθε | Ευχήσου στο Χθόνιο Δία και την αγνή τη Δήμητρα ώριμο να βαραίνει της Δήμητρας το ιερό σιτάρι, μόλις αρχίσεις τ᾽ όργωμα, όταν την άκρη της λαβής του αρότρου πιάνεις με το χέρι και τη βουκέντρα στα νώτα κατεβάζεις των βοδιών, καθώς τραβάν με το ζυγόλουρο τον δρύινο πάσσαλο. |
| Εργ_470 | δμωὸς ἔχων μακέλην πόνον ὀρνίθεσσι τιθείη σπέρμα κατακρύπτων· εὐθημοσύνη γὰρ ἀρίστη θνητοῖς ἀνθρώποις, κακοθημοσύνη δὲ κακίστη. ὧδέ κεν ἁδροσύνῃ στάχυες νεύοιεν ἔραζε, εἰ τέλος αὐτὸς ὄπισθεν Ὀλύμπιος ἐσθλὸν ὀπάζοι, | Κι ο δούλος λίγο πίσω, κρατώντας τσάπα, στα πουλιά να δίνει κόπο τους σπόρους καλοκρύβοντας. Γιατί ᾽ναι άριστη η τάξη στις δουλειές για τους θνητούς, μα η αταξία κάκιστη. Μ᾽ αυτό τον τρόπο θα έγερναν προς τη γη τα στάχυα από το μέστωμα, αν έδινε αργότερα ο ίδιος ο Ολύμπιος Δίας ωρίμασμα καλό. |
| Εργ_475 | ἐκ δ᾽ ἀγγέων ἐλάσειας ἀράχνια, καί σε ἔολπα γηθήσειν βιότου αἰρεόμενον ἔνδον ἐόντος. εὐοχθέων δ᾽ ἵξεαι πολιὸν ἔαρ, οὐδὲ πρὸς ἄλλους αὐγάσεαι· σέο δ᾽ ἄλλος ἀνὴρ κεχρημένος ἔσται. Εἰ δέ κεν ἠελίοιο τροπῇς ἀρόῳς χθόνα δῖαν, | Και τότε τις αράχνες απ᾽ τα αγγεία σου θα σάρωνες. Κι ελπίζω εσύ να χαίρεσαι σαν παίρνεις απ᾽ το βιος που μες στο σπιτικό σου θα ᾽ναι. Κι όλος ευημερία στη λαμπερή την άνοιξη θα φτάσεις, δίχως τους άλλους να κοιτάς. Και την ανάγκη σου άνθρωπος άλλος θα ᾽χει. Μ᾽ αν στο ηλιοστάσιο τη θεία γη οργώσεις, |
| Εργ_480 | ἥμενος ἀμήσεις ὀλίγον περὶ χειρὸς ἐέργων, ἀντία δεσμεύων κεκονιμένος, οὐ μάλα χαίρων, οἴσεις δ᾽ ἐν φορμῷ· παῦροι δέ σε θηήσονται. ἄλλοτε δ᾽ ἀλλοῖος Ζηνὸς νόος αἰγιόχοιο, ἀργαλέος δ᾽ ἄνδρεσσι καταθνητοῖσι νοῆσαι. | θα θερίσεις καθιστός και με το χέρι σου χερόβολα μικρά θ᾽ αδράχνεις, μέσα στη σκόνη θα δεματιάζεις το ένα στάχυ ανάποδα στο άλλο, δίχως να χαίρεσαι πολύ, και σε κοφίνι θα τα κουβαλήσεις. Λίγοι θα σε θαυμάσουν. Άλλοτε κι άλλος είναι του Δία, που την αιγίδα του βαστά, ο νους, και είναι δύσκολο στους θνητούς ανθρώπους να τον εννοήσουν. |
| Εργ_485 | εἰ δή κ᾽ ὄψ᾽ ἀρόσῃς, τόδε κέν τοι φάρμακον εἴη· ἦμος κόκκυξ κοκκύζει δρυὸς ἐν πετάλοισι τὸ πρῶτον, τέρπει δὲ βροτοὺς ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν, τῆμος Ζεὺς ὕοι τρίτῳ ἤματι μηδ᾽ ἀπολήγοι, μήτ᾽ ἄρ᾽ ὑπερβάλλων βοὸς ὁπλὴν μήτ᾽ ἀπολείπων· | Μα κι αν αργά οργώσεις, αυτή τη γιατρειά θα μπορούσες να ᾽βρεις: τότε που ο κούκος μέσα απ᾽ τα φύλλα της βαλανιδιάς πρώτη φορά λαλεί, και τέρπει τους θνητούς πάνω στη δίχως όρια γη, μακάρι να βρέξει τότε ο Δίας την τρίτη μέρα, δίχως να σταματά, και δίχως το νερό να ξεπερνά τη χηλή απ᾽ το βόδι, ούτε να υπολείπεται. |
| Εργ_490 | οὕτω κ᾽ ὀψαρότης πρωιηρότῃ ἰσοφαρίζοι. ἐν θυμῷ δ᾽ εὖ πάντα φυλάσσεο, μηδέ σε λήθοι μήτ᾽ ἔαρ γινόμενον πολιὸν μήθ᾽ ὥριος ὄμβρος. Πὰρ δ᾽ ἴθι χάλκειον θῶκον καὶ ἐπαλέα λέσχην ὥρῃ χειμερίῃ, ὁπότε κρύος ἀνέρα ἔργων | Μ᾽ αυτό τον τρόπο το όργωμα που έγινε αργά ισοφαρίζει το πρώιμο όργωμα. Μες την καρδιά σου φύλαγε σωστά τα πάντα: μη σου ξεφύγει η άνοιξη η λαμπρή που έρχεται, ούτε η βροχή στην ώρα της. Προσπέρνα του χαλκουργού το μαγαζί και τις ζεστές τις λέσχες στη χειμερινή εποχή, όταν το κρύο τούς ανθρώπους απ᾽ τις δουλειές τους |
| Εργ_495 | ἰσχάνει, ἔνθα κ᾽ ἄοκνος ἀνὴρ μέγα οἶκον ὀφέλλοι, μή σε κακοῦ χειμῶνος ἀμηχανίη καταμάρψῃ σὺν πενίῃ, λεπτῇ δὲ παχὺν πόδα χειρὶ πιέζῃς. πολλὰ δ᾽ ἀεργὸς ἀνήρ, κενεὴν ἐπὶ ἐλπίδα μίμνων, χρηίζων βιότοιο, κακὰ προσελέξατο θυμῷ. | εμποδίζει, τότε που ο άοκνος άντρας το σπίτι του πολύ το δυναμώνει, μην τύχει και του κακού χειμώνα η Δυσκολία σε προφτάσει με τη Φτώχεια, και με αδύνατο χέρι πόδι παχύ πιέζεις. Ο άεργος άντρας, που στην κενή του ελπίδα επιμένει και τ᾽ αναγκαία της ζωής του λείπουν, λόγια πολλά κακά προς την καρδιά του λέει. |
| Εργ_500 | ἐλπὶς δ᾽ οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένον ἄνδρα κομίζειν, ἥμενον ἐν λέσχῃ, τῷ μὴ βίος ἄρκιος εἴη. δείκνυε δὲ δμώεσσι θέρευς ἔτι μέσσου ἐόντος· «οὐκ αἰεὶ θέρος ἐσσεῖται, ποιεῖσθε καλιάς.» Μῆνα δὲ Ληναιῶνα, κάκ᾽ ἤματα, βουδόρα πάντα, | Δε φτάνει η ελπίδα το στερημένο άντρα να τον θρέψει, σαν κάθεται στη συντροφιά και αρκετό δεν είν᾽ το βιος του. Συμβούλευε τους δούλους σου όταν στη μέση του το θέρος είναι ακόμα: «δε θα ᾽ναι για πάντα καλοκαίρι. Φτιάξτε καλύβες». Το Ληναιώνα μήνα —μέρες κακές, που γδέρνουν όλες τους ακόμη και τα βόδια— |
| Εργ_505 | τοῦτον ἀλεύασθαι καὶ πηγάδας, αἵ τ᾽ ἐπὶ γαῖαν πνεύσαντος Βορέαο δυσηλεγέες τελέθουσιν, ὅς τε διὰ Θρῄκης ἱπποτρόφου εὐρέι πόντῳ ἐμπνεύσας ὤρινε, μέμυκε δὲ γαῖα καὶ ὕλη· πολλὰς δὲ δρῦς ὑψικόμους ἐλάτας τε παχείας | να τον φυλάγεσαι, καθώς και τα νερά τα παγωμένα που εμφανίζονται πάνω στη γη σκληρά σαν ο βοριάς φυσήξει. Αυτός από τη Θράκη την ιππότροφη μες στο πλατύ το πέλαγος φυσώντας το σηκώνει. Μουγκρίζει το δάσος και η γη. Πολλές βελανιδιές ψηλόκορφες κι έλατα ογκώδη |
| Εργ_510 | οὔρεος ἐν βήσσῃς πιλνᾷ χθονὶ πουλυβοτείρῃ ἐμπίπτων, καὶ πᾶσα βοᾷ τότε νήριτος ὕλη· θῆρες δὲ φρίσσουσ᾽, οὐρὰς δ᾽ ὑπὸ μέζε᾽ ἔθεντο· τῶν καὶ λάχνῃ δέρμα κατάσκιον· ἀλλά νυ καὶ τῶν ψυχρὸς ἐὼν διάησι δασυστέρνων περ ἐόντων· | μες στα φαράγγια του βουνού τα ρίχνει κάτω στην πολύτροφη γη σαν πέφτει πάνω τους. Κι όλο το δάσος τότε το απέραντο βοά. Τρέμουν τ᾽ αγρίμια και βάζουν την ουρά απ᾽ τ᾽ αχαμνά τους κάτω. Είναι ορισμένων απ᾽ αυτά το δέρμα κατάσκιο απ᾽ τις τρίχες. Ακόμη κι έτσι όμως περνά από μέσα τους ψυχρός ο άνεμος δασύστερνα κι ας είναι. |
| Εργ_515 | καί τε διὰ ῥινοῦ βοὸς ἔρχεται οὐδέ μιν ἴσχει, καί τε δι᾽ αἶγα ἄησι τανύτριχα· πώεα δ᾽ οὔτι, οὕνεκ᾽ ἐπηεταναὶ τρίχες αὐτῶν, οὐ διάησι ἲς ἀνέμου Βορέω· τροχαλὸν δὲ γέροντα τίθησιν καὶ διὰ παρθενικῆς ἁπαλόχροος οὐ διάησιν, | Και μέσα απ᾽ το δέρμα του βοδιού περνά, χωρίς αυτό να τον κρατάει, και μέσα από τη μακρυμάλλα γίδα πνέει. Τα πρόβατα όμως, μια που ᾽ναι η τρίχα τους δασιά, δεν τα περνά φυσώντας η δύναμη του ανέμου, του βοριά. Το γέροντα γοργόδρομο τον κάνει. Μα την παρθένα με τ᾽ απαλό το δέρμα δε διαπερνά, |
| Εργ_520 | ἥ τε δόμων ἔντοσθε φίλῃ παρὰ μητέρι μίμνει, οὔπω ἔργα ἰδυῖα πολυχρύσου Ἀφροδίτης, εὖ τε λοεσσαμένη τέρενα χρόα καὶ λίπ᾽ ἐλαίῳ χρισαμένη μυχίη καταλέξεται ἔνδοθι οἴκου, ἤματι χειμερίῳ, ὅτ᾽ ἀνόστεος ὃν πόδα τένδει | που μένει μες στο σπίτι πλάι στη μητέρα της και δε γνωρίζει ακόμη τις δουλειές της Αφροδίτης της πολύχρυσης. Κι αφού το απαλό της δέρμα έλουσε καλά και πλούσια έχρισε με λάδι, στο βάθος του σπιτιού ξαπλώνει στις μέρες του χειμώνα, όταν ο δίχως κόκαλα τρώει το πόδι του |
| Εργ_525 | ἔν τ᾽ ἀπύρῳ οἴκῳ καὶ ἤθεσι λευγαλέοισιν· οὐ γάρ οἱ ἠέλιος δείκνυ νομὸν ὁρμηθῆναι, ἀλλ᾽ ἐπὶ κυανέων ἀνδρῶν δῆμόν τε πόλιν τε στρωφᾶται, βράδιον δὲ Πανελλήνεσσι φαείνει. καὶ τότε δὴ κεραοὶ καὶ νήκεροι ὑληκοῖται | στ᾽ ανήλιο σπίτι του, στα θλιβερά του μέρη. Τροφή ο ήλιος δεν του δείχνει να ορμήσει, μα στο λαό στριφογυρνά των μελαψών ανθρώπων και την πόλη, και πιο αργά στο πανελλήνιο λάμπει. Και τότε τα κερασφόρα και τα δίχως κέρατα στο δάσος που κοιμούνται ζώα |
| Εργ_530 | λυγρὸν μυλιόωντες ἀνὰ δρία βησσήεντα, φεύγουσιν, καὶ πᾶσιν ἐνὶ φρεσὶ τοῦτο μέμηλεν, οἷ σκέπα μαιόμενοι πυκινοὺς κευθμῶνας ἔχουσι κὰκ γλάφυ πετρῆεν· τότε δὴ τρίποδι βροτοὶ ἶσοι, οὗ τ᾽ ἐπὶ νῶτα ἔαγε, κάρη δ᾽ εἰς οὖδας ὁρᾶται· | σκορπάν στα δασωτά φαράγγια και κροταλίζουν θλιβερά τα δόντια τους, κι όλα για τούτο έχουνε στο νου τους έγνοια, το πού να βρούνε, σκέπη ζητώντας, σφαλιστό κρυψώνα σε πέτρινη σπηλιά. Τότε μοιάζουνε με θνητό που έχει τρία πόδια, που του ᾽σπασε η ράχη και το κεφάλι του κοιτά στο χώμα. |
| Εργ_535 | τῷ ἴκελοι φοιτῶσιν, ἀλευόμενοι νίφα λευκήν. Καὶ τότε ἕσσασθαι ἔρυμα χροός, ὥς σε κελεύω, χλαῖνάν τε μαλακὴν καὶ τερμιόεντα χιτῶνα· στήμονι δ᾽ ἐν παύρῳ πολλὴν κρόκα μηρύσασθαι· τὴν περιέσσασθαι, ἵνα τοι τρίχες ἀτρεμέωσι | Ίδια με τούτον τριγυρνάν, το χιόνι το λευκό ζητώντας να ξεφύγουν. Τότε σκέπη για το κορμί σου να ντυθείς, καθώς σου παραγγέλλω, μια χλαίνη μαλακή κι έναν χιτώνα που φτάνει ως τα πόδια. Σε αραιό στημόνι πυκνό το υφάδι να περάσεις. Αυτήν να τυλιχτείς, για να ᾽ναι οι τρίχες σου ακίνητες |
| Εργ_540 | μηδ᾽ ὀρθαὶ φρίσσωσιν ἀειρόμεναι κατὰ σῶμα· ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδιλα βοὸς ἶφι κταμένοιο ἄρμενα δήσασθαι, πίλοις ἔντοσθε πυκάσσας· πρωτογόνων δ᾽ ἐρίφων, ὁπότ᾽ ἂν κρύος ὥριον ἔλθῃ, δέρματα συρράπτειν νεύρῳ βοός, ὄφρ᾽ ἐπὶ νώτῳ | κι ούτε ν᾽ αναρριγούνε σηκωμένες όρθιες σε όλο σου το σώμα. Γύρω απ᾽ τα πόδια σου πέδιλα ταιριαστά να δέσεις από βόδι που βίαια θανατώθηκε, με πίλημα από μέσα ντύνοντάς τα. Από ερίφια πρωτότοκα, σαν έρθει ο καιρός του κρύου, δέρματα να συρράψεις με χορδή βοδιού, τη ράχη σου για να τυλίξεις, |
| Εργ_545 | ὑετοῦ ἀμφιβάλῃ ἀλέην· κεφαλῆφι δ᾽ ὕπερθεν πῖλον ἔχειν ἀσκητόν, ἵν᾽ οὔατα μὴ καταδεύῃ. ψυχρὴ γάρ τ᾽ ἠὼς πέλεται Βορέαο πεσόντος, ἠῷος δ᾽ ἐπὶ γαῖαν ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἀστερόεντος ἀὴρ πυροφόροις τέταται μακάρων ἐπὶ ἔργοις, | για προστασία απ᾽ τη βροχή. Και πάνω στο κεφάλι σου να έχεις σκούφο καλοκαμωμένο, τ᾽ αυτιά να μην σου βρέχονται. Μιας κι είναι η αυγή ψυχρή βοριάς σαν πέσει, κι ομίχλη εωθινή απλώνεται απ᾽ τον αστρόφορτο ουρανό στη γη στα σιτοφόρα των καλότυχων χωράφια. |
| Εργ_550 | ὅς τε ἀρυσσάμενος ποταμῶν ἀπὸ αἰεναόντων, ὑψοῦ ὑπὲρ γαίης ἀρθεὶς ἀνέμοιο θυέλλῃ, ἄλλοτε μέν θ᾽ ὕει ποτὶ ἕσπερον, ἄλλοτ᾽ ἄησιν, πυκνὰ Θρηικίου Βορέω νέφεα κλονέοντος. τὸν φθάμενος ἔργον τελέσας οἶκόνδε νέεσθαι, | Η ομίχλη αυτή απ᾽ τα αέναα ποτάμια αντλεί και με του ανέμου τη θύελλα σηκώνεται ψηλά πάνω απ᾽ τη γη, κι άλλοτε βρέχει προς το βράδυ κι άλλοτε φυσά, σαν ο βοριάς της Θράκης τα πυκνά τα σύννεφα ταράζει. Αυτήν αφού προφτάσεις τις δουλειές σου τελειώνοντας, στο σπίτι σου να πας, |
| Εργ_555 | μή ποτέ σ᾽ οὐρανόθεν σκοτόεν νέφος ἀμφικαλύψῃ, χρῶτα δὲ μυδαλέον θήῃ κατά θ᾽ εἵματα δεύσῃ· ἀλλ᾽ ὑπαλεύασθαι· μεὶς γὰρ χαλεπώτατος οὗτος, χειμέριος, χαλεπὸς προβάτοις, χαλεπὸς δ᾽ ἀνθρώποις. τῆμος τὤμισυ βουσίν, ἐπ᾽ ἀνέρι δὲ πλέον εἴη | μην τύχει και ποτέ απ᾽ τον ουρανό σύννεφο σκοτεινό από γύρω σε σκεπάσει και κάνει μούσκεμα το σώμα σου και τα ενδύματά σου βρέξει. Μα να φυλάγεσαι απ᾽ αυτόν. Γιατί είναι αυτός ο μήνας ο πιο δύσκολος, θυελλώδης, για τα βοσκήματα σκληρός, σκληρός για τους ανθρώπους. |
| Εργ_560 | ἁρμαλιῆς· μακραὶ γὰρ ἐπίρροθοι εὐφρόναι εἰσίν. ταῦτα φυλασσόμενος τετελεσμένον εἰς ἐνιαυτὸν ἰσοῦσθαι νύκτας τε καὶ ἤματα, εἰς ὅ κεν αὖτις γῆ πάντων μήτηρ καρπὸν σύμμικτον ἐνείκῃ. Εὖτ᾽ ἂν δ᾽ ἑξήκοντα μετὰ τροπὰς ἠελίοιο | Τότε το μισό απ᾽ την κανονική μερίδα τους να δίνεται στα βόδια, αλλά στον άνθρωπο το πιο μεγάλο μέρος της. Γιατί οι μακριές βοηθούν οι νύχτες. Φύλαγε αυτές τις συμβουλές και να ισοζυγιάζεις τις νύχτες και τις μέρες, μέχρι ο χρόνος να συμπληρωθεί, μέχρι και πάλι των πάντων η μητέρα, η γη, ανάμικτους καρπούς να φέρει. |
| Εργ_565 | χειμέρι᾽ ἐκτελέσῃ Ζεὺς ἤματα, δή ῥα τότ᾽ ἀστὴρ Ἀρκτοῦρος προλιπὼν ἱερὸν ῥόον Ὠκεανοῖο πρῶτον παμφαίνων ἐπιτέλλεται ἀκροκνέφαιος. τὸν δὲ μέτ᾽ ὀρθογόη Πανδιονὶς ὦρτο χελιδὼν ἐς φάος ἀνθρώποις, ἔαρος νέον ἱσταμένοιο· | Και μόλις συμπληρώσει ο Δίας μέρες εξήντα χειμωνιάτικες μετά το ηλιοστάσιο, τότε το άστρο Αρκτούρος αφήνει το ιερό του Ωκεανού το ρεύμα και ανατέλλει ολόλαμπρο για πρώτη φορά στην αρχή της νύχτας. Μετά απ᾽ αυτόν η χελιδόνα, η κόρη του Πανδίονα, που ορθρινά θρηνεί, σηκώνεται στο φως για τους ανθρώπους, μόλις αρχίζει η άνοιξη. |
| Εργ_570 | τὴν φθάμενος οἴνας περιταμνέμεν· ὣς γὰρ ἄμεινον. Ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἂν φερέοικος ἀπὸ χθονὸς ἂμ φυτὰ βαίνῃ Πληιάδας φεύγων, τότε δὴ σκάφος οὐκέτι οἰνέων, ἀλλ᾽ ἅρπας τε χαρασσέμεναι καὶ δμῶας ἐγείρειν· φεύγειν δὲ σκιεροὺς θώκους καὶ ἐπ᾽ ἠῶ κοῖτον | Αυτήν προφταίνοντας τ᾽ αμπέλια να κλαδεύεις. Καλύτερα έτσι είναι. Αλλ᾽ όταν ο φερέοικος από τη γη επάνω στα φυτά ανεβαίνει, τις Πλειάδες προσπαθώντας ν᾽ αποφύγει, τότε τ᾽ αμπέλια μην τα σκάβεις πια, μα ν᾽ ακονίζεις τα δρεπάνια και τους δούλους σου να ξεσηκώνεις. Το σκιερό ξαπόσταμα και τον εωθινό τον ύπνο ν᾽ αποφεύγεις |
| Εργ_575 | ὥρῃ ἐν ἀμήτου, ὅτε τ᾽ ἠέλιος χρόα κάρφει· τημοῦτος σπεύδειν καὶ οἴκαδε καρπὸν ἀγινεῖν ὄρθρου ἀνιστάμενος, ἵνα τοι βίος ἄρκιος εἴη. ἠὼς γὰρ τ᾽ ἔργοιο τρίτην ἀπομείρεται αἶσαν, ἠώς τοι προφέρει μὲν ὁδοῦ, προφέρει δὲ καὶ ἔργου, | την εποχή του θερισμού, τότε που ο ήλιος το δέρμα το ξεραίνει. Τότε να σπεύδεις και τον καρπό στο σπίτι σου να κουβαλάς, αφού από τον όρθρο ακόμα έχεις σηκωθεί, για να ᾽ναι επαρκές το βιος σου. Γιατί η αυγή το ένα τρίτο της δουλειάς τής μέρας πιάνει, η αυγή σε προχωράει στο δρόμο, σε προχωράει και στη δουλειά, |
| Εργ_580 | ἠώς, ἥ τε φανεῖσα πολέας ἐπέβησε κελεύθου ἀνθρώπους πολλοῖσί τ᾽ ἐπὶ ζυγὰ βουσὶ τίθησιν. Ἦμος δὲ σκόλυμός τ᾽ ἀνθεῖ καὶ ἠχέτα τέττιξ δενδρέῳ ἐφεζόμενος λιγυρὴν καταχεύετ᾽ ἀοιδὴν πυκνὸν ὑπὸ πτερύγων, θέρεος καματώδεος ὥρῃ, | η αυγή που σαν φανεί πολλούς στο δρόμο ανθρώπους βγάζει και βάζει το ζυγό πάνω σε πλήθος βόδια. Και μόλις το γαϊδουράγκαθο ανθίζει και το τζιτζίκι βουερό πάνω στο δέντρο καθισμένο οξύ τραγούδι χύνει συνεχώς απ᾽ τα φτερά του κάτω, την ώρα του θέρους τού κοπιαστικού, |
| Εργ_585 | τῆμος πιόταταί τ᾽ αἶγες, καὶ οἶνος ἄριστος, μαχλόταται δὲ γυναῖκες, ἀφαυρότατοι δέ τοι ἄνδρες εἰσίν, ἐπεὶ κεφαλὴν καὶ γούνατα Σείριος ἄζει, αὐαλέος δέ τε χρὼς ὑπὸ καύματος· ἀλλὰ τότ᾽ ἤδη εἴη πετραίη τε σκιὴ καὶ βίβλινος οἶνος | τότε παχύτατες οι γίδες είναι κι άριστο το κρασί, λάγνες όσο ποτέ οι γυναίκες, μα ασθενικότατοι οι άντρες, αφού ο Σείριος τους ξεραίνει το κεφάλι και τα γόνατα, κι είναι το δέρμα μαραμένο από την κάψα. Μα τότε πια είθε να έχεις τη σκιά του βράχου και βίβλινο κρασί, |
| Εργ_590 | μάζα τ᾽ ἀμολγαίη γάλα τ᾽ αἰγῶν σβεννυμενάων καὶ βοὸς ὑλοφάγοιο κρέας μή πω τετοκυίης πρωτογόνων τ᾽ ἐρίφων· ἐπὶ δ᾽ αἴθοπα πινέμεν οἶνον, ἐν σκιῇ ἑζόμενον, κεκορημένον ἦτορ ἐδωδῆς, ἀντίον ἀκραέος Ζεφύρου τρέψαντα πρόσωπα· | κριθαρόψωμο με γάλα ζυμωμένο και γάλα από γίδες που παύουν να θηλάζουν, κρέας από δασόθρεφτη δαμάλα που δε γέννησε ακόμα κι από πρωτότοκα κατσίκια. Να πίνεις κι από πάνω φλογερό κρασί στον ίσκιο καθισμένος, με χορτασμένη από φαΐ καρδιά, το πρόσωπό σου στρέφοντας απέναντι στο Ζέφυρο που ζωηρά φυσάει. |
| Εργ_595 | κρήνης δ᾽ ἀεινάου καὶ ἀπορρύτου, ἥ τ᾽ ἀθόλωτος, τρὶς ὕδατος προχέειν, τὸ δὲ τέτρατον ἱέμεν οἴνου. Δμωσὶ δ᾽ ἐποτρύνειν Δημήτερος ἱερὸν ἀκτὴν δινέμεν, εὖτ᾽ ἂν πρῶτα φανῇ σθένος Ὠρίωνος, χώρῳ ἐν εὐαεῖ καὶ ἐυτροχάλῳ ἐν ἀλωῇ. | Κι από αέναη κρήνη και τρεχούμενη, αθόλωτη, να χύνεις πρώτα τρία μέρη το νερό, ενώ το τέταρτο κρασί να ρίχνεις. Τους δούλους σου παρότρυνε της Δήμητρας το ιερό το στάρι ν᾽ αλωνίζουν, μόλις φανεί πρώτη φορά ο δυνατός Ωρίων, σε χώρο ευάερο, σ᾽ αλώνι ολοστρόγγυλο. |
| Εργ_600 | μέτρῳ δ᾽ εὖ κομίσασθαι ἐν ἄγγεσιν· αὐτὰρ ἐπὴν δὴ πάντα βίον κατάθηαι ἐπάρμενον ἔνδοθι οἴκου, θῆτά τ᾽ ἄοικον ποιεῖσθαι καὶ ἄτεκνον ἔριθον δίζησθαι κέλομαι· χαλεπὴ δ᾽ ὑπόπορτις ἔριθος· καὶ κύνα καρχαρόδοντα κομεῖν, μὴ φείδεο σίτου, | Καλά μετρώντας το στ᾽ αγγεία σου μέσα βάλ᾽ το. Κι όταν όλο το βιος σου ταιριαστά στο σπίτι μέσα αποθηκεύσεις, άνθρωπο δίχως οικογένεια για εργάτη σου να πάρεις και για υπηρέτρια δίχως παιδί να ψάξεις σε προτρέπω. Δύσκολη είναι η υπηρέτρια παιδί στο στήθος σαν βυζαίνει. Και σκύλο να φροντίζεις κοφτερόδοντο, να μη λυπάσαι το ψωμί γι᾽ αυτόν, |
| Εργ_605 | μή ποτέ σ᾽ ἡμερόκοιτος ἀνὴρ ἀπὸ χρήμαθ᾽ ἕληται. χόρτον δ᾽ ἐσκομίσαι καὶ συρφετόν, ὄφρα τοι εἴη βουσὶ καὶ ἡμιόνοισιν ἐπηετανόν. αὐτὰρ ἔπειτα δμῶας ἀναψῦξαι φίλα γούνατα καὶ βόε λῦσαι. Εὖτ᾽ ἂν δ᾽ Ὠρίων καὶ Σείριος ἐς μέσον ἔλθῃ | μην τύχει και τα πράγματά σου αφαιρέσει ο κλέφτης που κοιμάται την ημέρα. Χορτάρι κι άχυρα μέσα να φέρεις, για να ᾽χουν άφθονο τα μουλάρια και τα βόδια σου. Κι ύστερα άσε τους δούλους σου τα γόνατά τους ν᾽ αναπαύσουν και τα βόδια σου να λύσουν. Κι όταν ο Ωρίωνας κι ο Σείριος στο μέσον έρθουν |
| Εργ_610 | οὐρανόν, Ἀρκτοῦρον δ᾽ἐσίδῃ ῥοδοδάκτυλος Ἠώς, ὦ Πέρση, τότε πάντας ἀποδρέπεν οἴκαδε βότρυς, δεῖξαι δ᾽ ἠελίῳ δέκα τ᾽ ἤματα καὶ δέκα νύκτας, πέντε δὲ συσκιάσαι, ἕκτῳ δ᾽ εἰς ἄγγε᾽ ἀφύσσαι δῶρα Διωνύσου πολυγηθέος. αὐτὰρ ἐπὴν δὴ | τ᾽ ουρανού και τον Αρκτούρο δει η ροδοδάχτυλη αυγή, τότε να κόψεις και να πάρεις σπίτι, Πέρση, όλα τα σταφύλια. Δείξ᾽ τα στον ήλιο για μέρες δέκα και δέκα νύχτες, βάλ᾽ τα στον ίσκιο πέντε μέρες, και την έκτη άδειασε στους κάδους σου τα δώρα του πολύτερπνου Διόνυσου. |
| Εργ_615 | Πληιάδες θ᾽ Ὑάδες τε τό τε σθένος Ὠρίωνος δύνωσιν, τότ᾽ ἔπειτ᾽ ἀρότου μεμνημένος εἶναι ὡραίου· πλειὼν δὲ κατὰ χθονὸς ἄρμενος εἴη. Εἰ δέ σε ναυτιλίης δυσπεμφέλου ἵμερος αἱρεῖ· εὖτ᾽ ἂν Πληιάδες σθένος ὄβριμον Ὠρίωνος | Κι όταν οι Υάδες κι οι Πλειάδες κι ο δυνατός Ωρίων βασιλεύουν, τότε να θυμηθείς πως είναι η ώρα του οργώματος. Και η σπορά κάτω απ᾽ τη γη καλά βαλμένη ας είναι. Αν τώρα σε πιάσει ο πόθος για την τρικυμιώδη ναυτιλία: όταν οι Πλειάδες, τον ισχυρό και δυνατό Ωρίωνα |
| Εργ_620 | φεύγουσαι πίπτωσιν ἐς ἠεροειδέα πόντον, δὴ τότε παντοίων ἀνέμων θυίουσιν ἀῆται· καὶ τότε μηκέτι νῆα ἔχειν ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ, γῆν δ᾽ ἐργάζεσθαι μεμνημένος, ὥς σε κελεύω· νῆα δ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου ἐρύσαι πυκάσαι τε λίθοισι | για να ξεφύγουν, στο νεφελώδη πόντο πέφτουν, τότε μανιάζουνε πνοές ανέμων κάθε είδους. Μην έχεις τότε πια το πλοίο σου στο κρασάτο πέλαγος, μα δούλευε τη γη κι έχε στο νου σου όσα σου παραγγέλλω. Τράβα το πλοίο στη στεριά κι ασφάλισέ το με λιθάρια |
| Εργ_625 | πάντοθεν, ὄφρ᾽ ἴσχωσ᾽ ἀνέμων μένος ὑγρὸν ἀέντων, χείμαρον ἐξερύσας, ἵνα μὴ πύθῃ Διὸς ὄμβρος. ὅπλα δ᾽ ἐπάρμενα πάντα τεῷ ἐγκάτθεο οἴκῳ, εὐκόσμως στολίσας νηὸς πτερὰ ποντοπόροιο· πηδάλιον δ᾽ εὐεργὲς ὑπὲρ καπνοῦ κρεμάσασθαι. | ολόγυρα, να συγκρατούν αυτά το μένος των ανέμων που υγρά φυσούν, αφού τον πίρο βγάλεις, για να μη σαπίσει η βροχή του Δία το πλοίο. Κι όλα τα ξάρτια τακτοποιημένα στο σπίτι σου μέσα απόθεσε, αφού μαζέψεις μ᾽ ευκοσμία τα φτερά του ποντοπόρου πλοίου. Και το καλοφτιαγμένο το πηδάλιο κρέμασ᾽ το πάνω απ᾽ τον καπνό. |
| Εργ_630 | αὐτὸς δ᾽ ὡραῖον μίμνειν πλόον εἰς ὅ κεν ἔλθῃ· καὶ τότε νῆα θοὴν ἅλαδ᾽ ἑλκέμεν, ἐν δέ τε φόρτον ἄρμενον ἐντύνασθαι, ἵν᾽ οἴκαδε κέρδος ἄρηαι, ὥς περ ἐμός τε πατὴρ καὶ σός, μέγα νήπιε Πέρση, πλωίζεσκ᾽ ἐν νηυσί, βίου κεχρημένος ἐσθλοῦ· | Κι εσύ ο ίδιος περίμενε την εποχή του πλου, ωσότου να ᾽ρθει. Τότε το πλοίο το γοργό σύρε στη θάλασσα και μέσα του φορτίο να ετοιμάσεις όσο πρέπει, ώστε στο σπίτι σου να φέρεις κέρδος, όπως, πολύ ανόητε Πέρση, ο πατέρας ο δικός μου και δικός σου έπλεε στα καράβια, γιατί ᾽χε ανάγκη για ένα βιος καλό. |
| Εργ_635 | ὅς ποτε καὶ τύιδ᾽ ἦλθε πολὺν διὰ πόντον ἀνύσσας, Κύμην Αἰολίδα προλιπὼν ἐν νηὶ μελαίνῃ, οὐκ ἄφενος φεύγων οὐδὲ πλοῦτόν τε καὶ ὄλβον, ἀλλὰ κακὴν πενίην, τὴν Ζεὺς ἄνδρεσσι δίδωσιν. νάσσατο δ᾽ ἄγχ᾽ Ἑλικῶνος ὀιζυρῇ ἐνὶ κώμῃ, | Αυτός μια μέρα έφτασε κι εδώ αφού διέσχισε θάλασσα πολλή, αφού την Κύμη την αιολική άφησε πίσω του σε μαύρο πλοίο μέσα, όχι την αφθονία προσπαθώντας να ξεφύγει, τον πλούτο και την ευτυχία, μα την κακή τη φτώχεια, που ο Δίας στους ανθρώπους δίνει. Και πλάι στον Ελικώνα, σε κώμη ελεεινή κατοίκησε, |
| Εργ_640 | Ἄσκρῃ, χεῖμα κακῇ, θέρει ἀργαλέῃ, οὐδέ ποτ᾽ ἐσθλῇ. τύνη δ᾽, ὦ Πέρση, ἔργων μεμνημένος εἶναι ὡραίων πάντων, περὶ ναυτιλίης δὲ μάλιστα. νῆ᾽ ὀλίγην αἰνεῖν, μεγάλῃ δ᾽ ἐνὶ φορτία θέσθαι· μείζων μὲν φόρτος, μεῖζον δ᾽ ἐπὶ κέρδει κέρδος | στην Άσκρα, κακή το χειμώνα, το θέρος ανυπόφορη, ποτέ καλή. Εσύ να θυμάσαι, Πέρση, όλα τα έργα στον καιρό τους, και μάλιστα όταν αφορούν τη ναυτιλία. Το μικρό το πλοίο να επαινείς, στο μεγάλο όμως τα φορτία σου να βάζεις. Πιο μεγάλο το φορτίο, πιο μεγάλο και το κέρδος πάνω στο κέρδος |
| Εργ_645 | ἔσσεται, εἴ κ᾽ ἄνεμοί γε κακὰς ἀπέχωσιν ἀήτας. Εὖτ᾽ ἂν ἐπ᾽ ἐμπορίην τρέψας ἀεσίφρονα θυμὸν βούληαι χρέα τε προφυγεῖν καὶ λιμὸν ἀτερπέα, δείξω δή τοι μέτρα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης, οὔτε τι ναυτιλίης σεσοφισμένος οὔτε τι νηῶν. | θα ᾽ναι, αν οι αέρηδες κρατήσουν μακριά τα κακά φυσήματά τους. Κι αν στο εμπόριο στρέφεις τη μωρή ψυχή σου και θέλεις τα χρέη να ξεφύγεις και το λιμό τον άχαρο, τα μέτρα θα σου δείξω εγώ της θάλασσας της πολυτάραχης, δίχως πεπειραμένος να ᾽μαι ούτε στη ναυτιλία ούτε στα πλοία. |
| Εργ_650 | οὐ γάρ πώ ποτε νηὶ γ᾽ ἐπέπλων εὐρέα πόντον, εἰ μὴ ἐς Εὔβοιαν ἐξ Αὐλίδος, ᾗ ποτ᾽ Ἀχαιοὶ μείναντες χειμῶνα πολὺν σὺν λαὸν ἄγειραν Ἑλλάδος ἐξ ἱερῆς Τροίην ἐς καλλιγύναικα. ἔνθα δ᾽ ἐγὼν ἐπ᾽ ἄεθλα δαΐφρονος Ἀμφιδάμαντος | Γιατί ποτέ ως τώρα σε πλοίο επάνω δεν έπλευσα τον πόντο τον πλατύ, παρά μονάχα στην Εύβοια απ᾽ την Αυλίδα, όπου οι Αχαιοί υπομένοντας το βαρύ χειμώνα συγκέντρωσαν στρατό από την ιερή Ελλάδα για την Τροία με τις ωραίες γυναίκες. Από εκεί εγώ για τους αγώνες του φιλοπόλεμου Αμφιδάμαντα |
| Εργ_655 | Χαλκίδα τ᾽ εἲς ἐπέρησα· τὰ δὲ προπεφραδμένα πολλὰ ἄεθλ᾽ ἔθεσαν παῖδες μεγαλήτορες· ἔνθα μέ φημι ὕμνῳ νικήσαντα φέρειν τρίποδ᾽ ὠτώεντα. τὸν μὲν ἐγὼ Μούσῃσ᾽ Ἑλικωνιάδεσσ᾽ ἀνέθηκα ἔνθά με τὸ πρῶτον λιγυρῆς ἐπέβησαν ἀοιδῆς. | πέρασα στη Χαλκίδα. Πολλά τα έπαθλα όρισαν με προκήρυξη οι γιοι του γενναιόκαρδου. Εκεί, το βεβαιώνω, κέρδισα τρίποδα με λαβές νικώντας μ᾽ έναν ύμνο. Κι αυτόν εγώ αφιέρωσα στις Μούσες του Ελικώνα, εκεί που πρώτη φορά με βάλανε στου καθαρού του τραγουδιού το δρόμο. |
| Εργ_660 | τόσσον τοι νηῶν γε πεπείρημαι πολυγόμφων· ἀλλὰ καὶ ὣς ἐρέω Ζηνὸς νόον αἰγιόχοιο· Μοῦσαι γάρ μ᾽ ἐδίδαξαν ἀθέσφατον ὕμνον ἀείδειν. Ἤματα πεντήκοντα μετὰ τροπὰς ἠελίοιο, ἐς τέλος ἐλθόντος θέρεος, καματώδεος ὥρης, | Τόση είναι η πείρα μου από τα πλοία τα καλοκάρφωτα. Μα κι έτσι το θέλημα θα πω του Δία που βαστάει αιγίδα. Αφού οι Μούσες μού διδάξανε να ψάλλω ύμνο μ᾽ ανέκφραστη ομορφιά. Για μέρες πενήντα μετά το ηλιοστάσιο, σαν φτάσει το κορύφωμα του θέρους, της κοπιαστικής τής εποχής, |
| Εργ_665 | ὡραῖος πέλεται θνητοῖς πλόος· οὔτε κε νῆα καυάξαις οὔτ᾽ ἄνδρας ἀποφθείσειε θάλασσα, εἰ δὴ μὴ πρόφρων γε Ποσειδάων ἐνοσίχθων ἢ Ζεὺς ἀθανάτων βασιλεὺς ἐθέλῃσιν ὀλέσσαι· ἐν τοῖς γὰρ τέλος ἐστὶν ὁμῶς ἀγαθῶν τε κακῶν τε. | είναι ο καιρός του πλου για τους θνητούς. Ούτε το πλοίο σου τότε θα τσάκιζες, ούτε τους άντρες σου θ᾽ αφάνιζε η θάλασσα, εκτός κι αν πρόθυμα ο Ποσειδώνας που σείει τη γη ή και ο Δίας, ο βασιλιάς των αθανάτων, θελήσει να σε καταστρέψει. Γιατί σ᾽ αυτούς η εκπλήρωση ανήκει και των καλών και των κακών εξίσου. |
| Εργ_670 | τῆμος δ᾽ εὐκρινέες τ᾽ αὖραι καὶ πόντος ἀπήμων· εὔκηλος τότε νῆα θοὴν ἀνέμοισι πιθήσας ἑλκέμεν ἐς πόντον φόρτον τ᾽ ἐς πάντα τίθεσθαι· σπεύδειν δ᾽ ὅττι τάχιστα πάλιν οἶκόνδε νέεσθαι μηδὲ μένειν οἶνόν τε νέον καὶ ὀπωρινὸν ὄμβρον | Τότε οι αύρες ευδιάκριτες φυσούν κι ο πόντος είναι άβλαβος. Τότε το πλοίο το γοργό σύρε στον πόντο δίχως φόβο, με πίστη στους ανέμους, και μέσα βάλε όλο το φορτίο. Και σπεύδε όσο πιο γρήγορα πίσω στο σπίτι να γυρίσεις, μήτε να περιμένεις το νέο κρασί, τη φθινοπωρινή βροχή, |
| Εργ_675 | καὶ χειμῶν᾽ ἐπιόντα Νότοιό τε δεινὰς ἀήτας, ὅς τ᾽ ὤρινε θάλασσαν ὁμαρτήσας Διὸς ὄμβρῳ πολλῷ ὀπωρινῷ, χαλεπὸν δέ τε πόντον ἔθηκεν. ἄλλος δ᾽ εἰαρινὸς πέλεται πλόος ἀνθρώποισιν· ἦμος δὴ τὸ πρῶτον, ὅσον τ᾽ ἐπιβᾶσα κορώνη | την καταιγίδα που έρχεται, και του νοτιά τις θύελλες τις φοβερές: αυτός τη θάλασσα ξεσηκώνει, έτσι που συνοδεύει τη φθινοπωρινή και άφθονη βροχή του Δία, και κάνει άγριο τον πόντο. Κι άλλος υπάρχει για τους ανθρώπους πλους την άνοιξη. Όταν για πρώτη φορά φανούν στον άνθρωπο |
| Εργ_680 | ἴχνος ἐποίησεν, τόσσον πέταλ᾽ ἀνδρὶ φανήῃ ἐν κράδῃ ἀκροτάτῃ, τότε δ᾽ ἄμβατός ἐστι θάλασσα· εἰαρινὸς δ᾽ οὗτος πέλεται πλόος· οὔ μιν ἔγωγε αἴνημ᾽, οὐ γὰρ ἐμῷ θυμῷ κεχαρισμένος ἐστίν· ἁρπακτός· χαλεπῶς κε φύγοις κακόν· ἀλλά νυ καὶ τὰ | τα φύλλα στης συκιάς τ᾽ ακρόκλαδα τόσο μεγάλα, όσο το ίχνος που άφησε πατώντας η κουρούνα, τότε μπορείς να ανεβείς στη θάλασσα. Και είναι αυτός ο πλους ο ανοιξιάτικος. Όμως εγώ δεν τον παινεύω, γιατί αρεστός δεν είναι στην καρδιά μου. Παρακινδυνευμένος είναι. Και δύσκολα το κακό σ᾽ αυτόν θα ξέφευγες. |
| Εργ_685 | ἄνθρωποι ῥέζουσιν ἀιδρίῃσι νόοιο· χρήματα γὰρ ψυχὴ πέλεται δειλοῖσι βροτοῖσιν. δεινὸν δ᾽ ἐστὶ θανεῖν μετὰ κύμασιν· ἀλλά σ᾽ ἄνωγα φράζεσθαι τάδε πάντα μετὰ φρεσὶν ὡς ἀγορεύω. μηδ᾽ ἐν νηυσὶν ἅπαντα βίον κοίλῃσι τίθεσθαι, | Όμως κι αυτόν τον κάνουνε οι άνθρωποι απ᾽ άγνοια του μυαλού τους. Γιατί το κέρδος είναι η ψυχή των δύστυχων ανθρώπων. Και είναι φοβερό να πεθάνεις μες στα κύματα. Μα εγώ σου παραγγέλλω να στοχαστείς μες στο μυαλό σου όλα αυτά καθώς σε συμβουλεύω. Κι ούτε στα κοίλα πλοία μέσα όλο το βιος σου ν᾽ ακουμπάς, |
| Εργ_690 | ἀλλὰ πλέω λείπειν, τὰ δὲ μείονα φορτίζεσθαι· δεινὸν γὰρ πόντου μετὰ κύμασι πήματι κύρσαι· δεινὸν δ᾽ εἴ κ᾽ ἐπ᾽ ἄμαξαν ὑπέρβιον ἄχθος ἀείρας ἄξονα καυάξαις καὶ φορτία μαυρωθείη. μέτρα φυλάσσεσθαι· καιρὸς δ᾽ ἐπὶ πᾶσιν ἄριστος. | αλλά το πιο πολύ ν᾽ αφήνεις και να φορτώνεις το λιγότερο. Γιατί ᾽ναι φοβερό στα κύματα του πόντου μέσα να σε βρει κακό. Κι ακόμη είναι φοβερό βάζοντας βάρος υπερβολικό στην άμαξα επάνω τον άξονα να σπάσεις και το φορτίο ν᾽ αφανίσεις. Τα μέτρα φύλαγε. Είναι η καίρια στιγμή η άριστη για όλα. |
| Εργ_695 | Ὡραῖος δὲ γυναῖκα τεὸν ποτὶ οἶκον ἄγεσθαι, μήτε τριηκόντων ἐτέων μάλα πόλλ᾽ ἀπολείπων μήτ᾽ ἐπιθεὶς μάλα πολλά· γάμος δέ τοι ὥριος οὗτος· ἡ δὲ γυνὴ τέτορ᾽ ἡβώοι, πέμπτῳ δὲ γαμοῖτο. παρθενικὴν δὲ γαμεῖν, ὥς κ᾽ ἤθεα κεδνὰ διδάξῃς, | Στην ώρα σου γυναίκα στο σπίτι σου να φέρεις, μήτε πάρα πολύ μικρότερος απ᾽ τα τριάντα χρόνια, μήτε και πάρα πολύ μεγαλύτερος. Αυτός είναι ο κατάλληλος καιρός για γάμο. Τέσσερα χρόνια να ᾽ναι η γυναίκα έφηβη, τον πέμπτο να παντρεύεται. Να παντρευτείς παρθένα, για να της μάθεις φρόνιμες συνήθειες, |
| Εργ_700 | τὴν δὲ μάλιστα γαμεῖν, ἥτις σέθεν ἐγγύθι ναίει πάντα μάλ᾽ ἀμφὶς ἰδών, μὴ γείτοσι χάρματα γήμῃς. οὐ μὲν γάρ τι γυναικὸς ἀνὴρ ληίζετ᾽ ἄμεινον τῆς ἀγαθῆς, τῆς δ᾽ αὖτε κακῆς οὐ ῥίγιον ἄλλο, δειπνολόχης, ἥ τ᾽ ἄνδρα καὶ ἴφθιμόν περ ἐόντα | κι αυτήν προπάντων να παντρεύεσαι, που κάθεται κοντά σου, αφού τα πάντα γύρω απ᾽ αυτήν καλά τα μάθεις, μην τύχει για τους γείτονες χαρά να παντρευτείς. Απ᾽ τη γυναίκα την καλή τίποτε πιο καλό δεν αποκτά ο άντρας, και τίποτε πάλι φοβερότερο απ᾽ την κακή, που το φαΐ παραμονεύει: |
| Εργ_705 | εὕει ἄτερ δαλοῖο καὶ ὠμῷ γήραϊ δῶκεν. εὖ δ᾽ ὄπιν ἀθανάτων μακάρων πεφυλαγμένος εἶναι. μὴ δὲ κασιγνήτῳ ἶσον ποιεῖσθαι ἑταῖρον· εἰ δέ κε ποιήσῃς, μή μιν πρότερος κακὸν ἔρξεις, μηδὲ ψεύδεσθαι γλώσσης χάριν· εἰ δέ σέ γ᾽ ἄρχῃ | αυτή το σύζυγό της, και δυνατός να είναι ακόμα, δίχως δαυλό τον καίει και πρόωρα γηρατειά τού δίνει. Καλά φυλάξου από των μακάριων αθανάτων την εκδίκηση. Το φίλο με τον αδερφό σου μην τον κάνεις ίσο. Μα κι αν τον κάνεις, πρώτος εσύ να μην τον βλάψεις, κι ούτε ψεύτικη εύνοια στα λόγια να του δείξεις. |
| Εργ_710 | ἤ τι ἔπος εἰπὼν ἀποθύμιον ἠὲ καὶ ἔρξας, δὶς τόσα τείνυσθαι μεμνημένος· εἰ δέ κεν αὖτις ἡγῆτ᾽ ἐς φιλότητα, δίκην δ᾽ ἐθέλῃσι παρασχεῖν, δέξασθαι· δειλός τοι ἀνὴρ φίλον ἄλλοτε ἄλλον ποιεῖται· σὲ δὲ μή τι νόος κατελεγχέτω εἶδος. | Μα αν εκείνος κάνει αρχή και πει λόγια ή κάνει πράξεις δυσάρεστες, θυμήσου τα διπλά να του ανταποδώσεις. Κι αν πάλι για συμφιλίωση το πρώτο βήμα κάνει και θέλει να σου δώσει ικανοποίηση, να το δεχτείς. Ο ελεεινός ο άνθρωπος κάθε φορά και άλλον φίλο κάνει. Ο χαρακτήρας σου να μη διαψεύδει την εμφάνισή σου. |
| Εργ_715 | μηδὲ πολύξεινον μηδ᾽ ἄξεινον καλέεσθαι, μηδὲ κακῶν ἕταρον μηδ᾽ ἐσθλῶν νεικεστῆρα. μηδέ ποτ᾽ οὐλομένην πενίην θυμοφθόρον ἀνδρὶ τέτλαθ᾽ ὀνειδίζειν, μακάρων δόσιν αἰὲν ἐόντων. γλώσσης τοι θησαυρὸς ἐν ἀνθρώποισιν ἄριστος | Μήτε να λέγεσαι άνθρωπος που φιλοξενεί πολλούς, μήτ᾽ αφιλόξενος, μήτε και φίλος των κακών, μήτε και των καλών κατήγορος, μήτε ποτέ σου να τολμήσεις την ψυχοφθόρα φτώχεια ενός ανθρώπου την καταραμένη να ονειδίσεις: είναι κι αυτή δοσμένη απ᾽ τους θεούς που ζουν αιώνια. Άριστος θησαυρός μες στους ανθρώπους η φειδωλή η γλώσσα, |
| Εργ_720 | φειδωλῆς, πλείστη δὲ χάρις κατὰ μέτρον ἰούσης· εἰ δὲ κακὸν εἴποις, τάχα κ᾽ αὐτὸς μεῖζον ἀκούσαις. μηδὲ πολυξείνου δαιτὸς δυσπέμφελος εἶναι· ἐκ κοινοῦ πλείστη τε χάρις δαπάνη τ᾽ ὀλιγίστη. μηδέ ποτ᾽ ἐξ ἠοῦς Διὶ λείβειν αἴθοπα οἶνον | που σαν προχωράει με μέτρο είναι πολύ μεγάλη η χάρη της. Αν πεις κακία, γοργά κι ο ίδιος θ᾽ ακούσεις μεγαλύτερη. Δυσάρεστος μην είσαι σε τραπέζι που φιλοξενεί πολλούς: από κοινό τραπέζι αντλείς πάρα πολλή χαρά μ᾽ ελάχιστη δαπάνη. Ούτε ποτέ με την αυγή να κάνεις σπονδή στο Δία λαμπερό κρασί |
| Εργ_725 | χερσὶν ἀνίπτοισιν μηδ᾽ ἄλλοις ἀθανάτοισιν· οὐ γὰρ τοί γε κλύουσιν, ἀποπτύουσι δέ τ᾽ ἀράς. μηδ᾽ ἄντ᾽ ἠελίου τετραμμένος ὀρθὸς ὀμείχειν· αὐτὰρ ἐπεί κε δύῃ, μεμνημένος, ἔς τ᾽ ἀνιόντα, μήτ᾽ ἐν ὁδῷ μήτ᾽ ἐκτὸς ὁδοῦ προβάδην οὐρήσῃς | με χέρια άνιφτα, ούτε στους άλλους αθανάτους. Γιατί βέβαια τότε δε σ᾽ ακούν και τις ευχές σου αποστρέφονται. Μήτε στραμμένος προς τον ήλιο όρθιος να ουρείς. Κι απ᾽ τη στιγμή που δύει —να το θυμάσαι— μέχρι ν᾽ ανατείλει, ούτε στο δρόμο επάνω ούτε έξω από το δρόμο, όταν περπατάς, να ουρείς, |
| Εργ_730 | μὴδ᾽ ἀπογυμνωθείς· μακάρων τοι νύκτες ἔασιν. ἑζόμενος δ᾽ ὅ γε θεῖος ἀνήρ, πεπνυμένα εἰδώς, ἠ᾽ ὅ γε πρὸς τοῖχον πελάσας εὐερκέος αὐλῆς. μηδ᾽ αἰδοῖα γονῇ πεπαλαγμένος ἔνδοθι οἴκου ἱστίῃ ἐμπελαδὸν παραφαινέμεν, ἀλλ᾽ ἀλέασθαι. | μήτε ξεγυμνωμένος: είναι των μακάριων θεών και οι νύχτες. Ο θεϊκός ο άνθρωπος, με το μυαλό το φρόνιμο, καθισμένος κατουρά ή πλησιάζοντας στον τοίχο μιας αυλής καλοφραγμένης. Κι ούτε το αιδοίο σου από σπέρμα μολυσμένο ν᾽ αφήνεις να φαίνεται μες στο σπίτι, στην εστία κοντά, αλλά να τ᾽ αποφεύγεις. |
| Εργ_735 | μηδ᾽ ἀπὸ δυσφήμοιο τάφου ἀπονοστήσαντα 736 σπερμαίνειν γενεήν, ἀλλ᾽ ἀθανάτων ἀπὸ δαιτός. 737 μηδέ ποτ᾽ ἀενάων ποταμῶν καλλίρροον ὕδωρ ποσσὶ περᾶν πρίν γ᾽ εὔξῃ ἰδὼν ἐς καλὰ ῥέεθρα χεῖρας νιψάμενος πολυηράτῳ ὕδατι λευκῷ. | Μήτε γυρίζοντας από ταφή δυσοίωνη να σπέρνεις απογόνους, μα από ευωχία των αθανάτων επιστρέφοντας. Κι ούτε ποτέ των αέναων ποταμών το καλλίροο νερό με τα πόδια να περάσεις, προτού προσευχηθείς κοιτάζοντας στα ωραία ρείθρα, αφού τα χέρια σου ένιψες με το νερό το καθαρό, το πολυέραστο. |
| Εργ_740 | ὃς ποταμὸν διαβῇ κακότητ᾽ ἰδὲ χεῖρας ἄνιπτος, τῷ δὲ θεοὶ νεμεσῶσι καὶ ἄλγεα δῶκαν ὀπίσσω. μηδ᾽ ἀπὸ πεντόζοιο θεῶν ἐν δαιτὶ θαλείῃ αὖον ἀπὸ χλωροῦ τάμνειν αἴθωνι σιδήρῳ. μηδέ ποτ᾽ οἰνοχόην τιθέμεν κρητῆρος ὕπερθεν | Όποιος διαβεί ποτάμι δίχως να ᾽χει ξεπλύνει την αθλιότητα και τα χέρια του, αυτόν θα τον μισήσουν οι θεοί και λύπες κατόπιν θα του δώσουν. Σε πλούσιο των θεών συμπόσιο απ᾽ το πεντόκλαδο να μην κόβεις το ξερό απ᾽ το χλωρό με σίδερο που αστράφτει. Ούτε ποτέ να βάζεις την οινοχόη επάνω απ᾽ τον κρατήρα |
| Εργ_745 | πινόντων· ὀλοὴ γὰρ ἐπ᾽ αὐτῷ μοῖρα τέτυκται. μηδὲ δόμον ποιῶν ἀνεπίξεστον καταλείπειν, μή τοι ἐφεζομένη κρώξῃ λακέρυζα κορώνη. μηδ᾽ ἀπὸ χυτροπόδων ἀνεπιρρέκτων ἀνελόντα ἔσθειν μηδὲ λόεσθαι· ἐπεὶ καὶ τοῖς ἔπι ποινή. | την ώρα που πίνουν. Μοίρα ολέθρια σ᾽ αυτή την πράξη υπάρχει. Μήτε σαν φτιάχνεις σπίτι να το αφήσεις ατελές, μήπως και πάει να κάτσει κρώζοντας καμιά κουρούνα που πολύ κραυγάζει. Από μια χύτρα με πόδια που σε θυσία δε χρησιμοποίησες μην πάρεις για να φας, μήτε να λουστείς. Υπάρχει και για τούτη την πράξη τιμωρία. |
| Εργ_750 | μηδ᾽ ἐπ᾽ ἀκινήτοισι καθίζειν, οὐ γὰρ ἄμεινον, παῖδα δυωδεκαταῖον, ὅ τ᾽ ἀνέρ᾽ ἀνήνορα ποιεῖ, μηδὲ δυωδεκάμηνον· ἴσον καὶ τοῦτο τέτυκται. μηδὲ γυναικείῳ λουτρῷ χρόα φαιδρύνεσθαι ἀνέρα· λευγαλέη γὰρ ἐπὶ χρόνον ἔστ᾽ ἐπὶ καὶ τῷ | Μη βάζεις να καθίσει πάνω σε μέρη ιερά, καλό δεν είναι, δωδεκάμερο παιδί — αυτό τον άνδρα τον κάνει άνανδρο— ούτε δωδεκάμηνο. Το ίδιο ολέθρια και τούτη η πράξη είναι. Μήτε ο άντρας το σώμα του με γυναικείο λουτρό να καθαρίζει. Γιατί κι εδώ θα ᾽ρθει εν καιρώ ολέθρια |
| Εργ_755 | ποινή. μηδ᾽ ἱεροῖσιν ἐπ᾽ αἰθομένοισι κυρήσας 756 μωμεύειν ἀίδηλα· θεός νύ τι καὶ τὰ νεμεσσᾷ. 757 μηδέ ποτ᾽ ἐν προχοῇς ποταμῶν ἅλαδε προρεόντων 758 μηδ᾽ ἐπὶ κρηνάων οὐρεῖν, μάλα δ᾽ ἐξαλέασθαι· 759 μηδ᾽ ἐναποψύχειν· τὸ γὰρ οὔ τοι λώιόν ἐστιν. | τιμωρία. Ούτε αν τύχει να βρεθείς σε θυσίες που καίγονται να βλασφημείς ολέθρια. Και γι᾽ αυτό ο θεός οργίζεται Κι ούτε στα νερά των ποταμών να κατουράς που ρέουν προς τη θάλασσα, ούτε στις κρήνες. Αυτό πολύ να τ᾽ αποφεύγεις. Μήτε και να αποπατείς. Δεν είναι τούτο το καλύτερο. |
| Εργ_760 | ὧδ᾽ ἔρδειν· δεινὴν δὲ βροτῶν ὑπαλεύεο φήμην· φήμη γάρ τε κακὴ πέλεται κούφη μὲν ἀεῖραι ῥεῖα μάλ᾽, ἀργαλέη δὲ φέρειν, χαλεπὴ δ᾽ ἀποθέσθαι. φήμη δ᾽ οὔ τις πάμπαν ἀπόλλυται, ἥντινα πολλοὶ λαοὶ φημίξουσι· θεός νύ τίς ἐστι καὶ αὐτή. | Έτσι να πράττεις. Κι απ᾽ την κακή τη φήμη των ανθρώπων να φυλάγεσαι. Γιατί η κακοφημία είναι άσχημη, κι ελαφριά που να μπορείς να τη σηκώσεις εύκολα πολύ, μα να την κουβαλάς βαριά, και δύσκολη να την αποτινάξεις. Φήμη καμιά δε χάνεται ολότελα που άνθρωποι πολλοί τη διαδώσουν. Μία θεά είναι κι αυτή επίσης. |
| Εργ_765 | Ἤματα δ᾽ ἐκ Διόθεν πεφυλαγμένος εὖ κατὰ μοῖραν πεφραδέμεν δμώεσσι· τριηκάδα μηνὸς ἀρίστην ἔργα τ᾽ ἐποπτεύειν ἠδ᾽ ἁρμαλιὴν δατέασθαι, εὖτ᾽ ἂν ἀληθείην λαοὶ κρίνοντες ἄγωσιν. Αἵδε γὰρ ἡμέραι εἰσὶ Διὸς παρὰ μητιόεντος· | Τις μέρες του Δία καλά αφού φυλάξεις κι όπως πρέπει, δίνε στους δούλους σου οδηγίες. Είναι η τριακοστή του μήνα μέρα άριστη, για να ελέγχεις τις δουλειές και να μοιράζεις το σιτηρέσιό τους, αν βέβαια οι άνθρωποι την αλήθεια διακρίνοντας τηρούνε. Τούτες οι μέρες από το συνετό το Δία είναι: |
| Εργ_770 | πρῶτον ἔνη τετράς τε καὶ ἑβδόμη ἱερὸν ἦμαρ (τῇ γὰρ Ἀπόλλωνα χρυσάορα γείνατο Λητώ) ὀγδοάτη δ᾽ ἐνάτη τε. δύω γε μὲν ἤματα μηνὸς ἔξοχ᾽ ἀεξομένοιο βροτήσια ἔργα πένεσθαι, ἑνδεκάτη δὲ δυωδεκάτη τ᾽. ἄμφω γε μὲν ἐσθλαὶ | Πρώτον, η πρώτη και η τέταρτη και η έβδομη του μήνα είναι μέρες ιερές —γιατί την έβδομη γέννησε η Λητώ το χρυσοσπάθη Απόλλωνα— και η όγδοη και η ένατη. Όμως του μήνα που αυξάνει δυο είναι οι μέρες για να ασχοληθείς κατεξοχήν με τα ανθρώπινα έργα: η ενδέκατη και η δωδέκατη. Είναι κι οι δυο καλές |
| Εργ_775 | ἠμὲν ὄις πείκειν ἠδ᾽ εὔφρονα καρπὸν ἀμᾶσθαι· ἡ δὲ δυωδεκάτη τῆς ἑνδεκάτης μέγ᾽ ἀμείνων· τῇ γάρ τοι νῇ νήματ᾽ ἀερσιπότητος ἀράχνης ἤματος ἐκ πλείου, ὅτε τ᾽ ἴδρις σωρὸν ἀμᾶται· τῇ δ᾽ ἱστὸν στήσαιτο γυνὴ προβάλοιτό τε ἔργον. | για να κουρεύεις πρόβατα και να μαζεύεις τον ευφρόσυνο καρπό. Μα η δωδέκατη απ᾽ την ενδέκατη πολύ καλύτερη είναι. Γιατί σ᾽ αυτή γνέθει τα νήματα η αράχνη που ίπταται ψηλά, όταν η μέρα είναι πλήρης, όταν κι ο γνωστικός μαζεύει το σωρό του. Αυτή τη μέρα να στήνει και η γυναίκα αργαλειό και στη δουλειά αρχή να κάνει. |
| Εργ_780 | Μηνὸς δ᾽ ἱσταμένου τρεισκαιδεκάτην ἀλέασθαι σπέρματος ἄρξασθαι· φυτὰ δ᾽ ἐνθρέψασθαι ἀρίστη. ἕκτη δ᾽ ἡ μέσση μάλ᾽ ἀσύμφορός ἐστι φυτοῖσιν, ἀνδρογόνος δ᾽ ἀγαθή· κούρῃ δ᾽ οὐ σύμφορός ἐστιν οὔτε γενέσθαι πρῶτ᾽ οὔτ᾽ ἂρ γάμου ἀντιβολῆσαι. | Τη δέκατη τρίτη μέρα απ᾽ την αρχή του μήνα ν᾽ αποφεύγεις ν᾽ αρχίσεις τη σπορά. Φυτά όμως να φυτέψεις είναι άριστη. Η έκτη από τη μέση είναι πολύ ανώφελη για τα φυτά, μα για τη γέννηση αγοριού είναι καλή. Μα για κορίτσι ανώφελη είναι και για να γεννηθεί και για να παντρευτεί. |
| Εργ_785 | οὐδὲ μὲν ἡ πρώτη ἕκτη κούρῃ γε γενέσθαι ἄρμενος, ἀλλ᾽ ἐρίφους τάμνειν καὶ πώεα μήλων, σηκόν τ᾽ ἀμφιβαλεῖν ποιμνήιον ἤπιον ἦμαρ· ἐσθλὴ δ᾽ ἀνδρογόνος· φιλέοι δέ κε κέρτομα βάζειν ψεύδεά θ᾽ αἱμυλίους τε λόγους κρυφίους τ᾽ ὀαρισμούς. | Ούτε κι η πρώτη έκτη είναι κατάλληλη να γεννηθεί κορίτσι, μα είναι ευνοϊκή να μουνουχίσεις ερίφια και κοπάδια πρόβατα, και μαντρί για να σηκώσεις γύρω₋γύρω για τα ποίμνια. Είναι καλή για γέννηση αγοριού που θ᾽ αγαπάει να μιλά πειραχτικά, να λέει ψέματα, λόγια κολακευτικά, θα αγαπά και τις κρυφές παρέες. |
| Εργ_790 | Μηνὸς δ᾽ ὀγδοάτῃ κάπρον καὶ βοῦν ἐρίμυκον ταμνέμεν, οὐρῆας δὲ δυωδεκάτῃ ταλαεργούς. Εἰκάδι δ᾽ ἐν μεγάλῃ, πλέῳ ἤματι ἵστορα φῶτα γείνασθαι· μάλα γάρ τε νόον πεπυκασμένος ἔσται. Ἐσθλὴ δ᾽ ἀνδρογόνος δεκάτη, κούρῃ δέ τε τετρὰς | Την όγδοη του μήνα να μουνουχίζεις κάπρο και βόδι που δυνατά μουγκρίζει, και τη δωδέκατη τα καρτερικά μουλάρια. Στη μεγάλη εικοστή, όταν η μέρα είναι πλήρης, ο άντρας ο γνωστικός να γεννηθεί. Γιατί πολύ στο νου συγκροτημένος θα ᾽ναι. Η δέκατη μέρα είναι καλή για γέννηση αγοριού, για κοριτσιού |
| Εργ_795 | μέσση· τῇ δέ τε μῆλα καὶ εἰλίποδας ἕλικας βοῦς καὶ κύνα καρχαρόδοντα καὶ οὐρῆας ταλαεργοὺς πρηΰνειν ἐπὶ χεῖρα τιθείς· πεφύλαξο δὲ θυμῷ τετράδ᾽ ἀλεύασθαι φθίνοντός θ᾽ ἱσταμένου τε ἄλγεα θυμοβορεῖν· μάλα τοι τετελεσμένον ἦμαρ. | η τέταρτη απ᾽ τη μέση. Τούτη τη μέρα τα πρόβατα, τα βόδια τα στριφτόποδα, τα στριφοκέρατα, το κοφτερόδοντο σκυλί και τα καρτερικά μουλάρια να ημερώνεις βάζοντας πάνω τους το χέρι σου. Πρόσεξε να αποφεύγεις την τέταρτη μέρα απ᾽ το τέλος και την αρχή του μήνα να κατατρώγεις με λύπες την καρδιά σου. Είναι η μέρα τούτη πολύ ευλογημένη. |
| Εργ_800 | Ἐν δὲ τετάρτῃ μηνὸς ἄγεσθ᾽ εἰς οἶκον ἄκοιτιν οἰωνοὺς κρίνας οἳ ἐπ᾽ ἔργματι τούτῳ ἄριστοι. Πέμπτας δ᾽ ἐξαλέασθαι, ἐπεὶ χαλεπαί τε καὶ αἰναί· ἐν πέμπτῃ γάρ φασιν Ἐρινύας ἀμφιπολεύειν Ὅρκον γεινόμενον, τὸν Ἔρις τέκε πῆμ᾽ ἐπιόρκοις. | Την τέταρτη του μήνα να φέρνεις στο σπίτι σύζυγο, αφού εξετάσεις τους οιωνούς τούς άριστους γι᾽ αυτή την πράξη. Τις πέμπτες να φυλάγεσαι, γιατί ᾽ναι φοβερές και τρομερές. Γιατί την πέμπτη μέρα λεν πως οι Ερινύες διακονήσανε τη γέννηση του Όρκου, που η Έριδα τον γέννησε για τους επίορκους όλεθρο. |
| Εργ_805 | Μέσσῃ δ᾽ ἑβδομάτῃ Δημήτερος ἱερὸν ἀκτὴν εὖ μάλ᾽ ὀπιπεύοντα ἐυτροχάλῳ ἐν ἀλωῇ βάλλειν, ὑλοτόμον τε ταμεῖν θαλαμήια δοῦρα νήιά τε ξύλα πολλά, τά τ᾽ ἄρμενα νηυσὶ πέλονται. τετράδι δ᾽ ἄρχεσθαι νῆας πήγνυσθαι ἀραιάς. | Την έβδομη απ᾽ τη μέση το ιερό της Δήμητρας σιτάρι ρίξε, με προσοχή μεγάλη, σ᾽ αλώνι ολοστρόγγυλο, κι ο ξυλοκόπος να κόβει δοκάρια για το σπίτι και καραβίσια ξύλα άφθονα, που ᾽ναι κατάλληλα για πλοία. Την τέταρτη μέρα κάνε αρχή να φτιάχνεις τα πλοία τα ελαφρά. |
| Εργ_810 | Εἰνὰς δ᾽ ἡ μέσση ἐπὶ δείελα λώιον ἦμαρ· πρωτίστη δ᾽ εἰνὰς παναπήμων ἀνθρώποισιν· ἐσθλὴ μὲν γάρ θ᾽ ἥ γε φυτευέμεν ἠδὲ γενέσθαι ἀνέρι τ᾽ ἠδὲ γυναικί, καὶ οὔποτε πάγκακον ἦμαρ. Παῦροι δ᾽ αὖτε ἴσασι τρισεινάδα μηνὸς ἀρίστην | Η ένατη απ᾽ τη μέση είναι καλύτερη μέρα προς το δείλι, ενώ η πρώτη ενάτη εξ ολοκλήρου άβλαβη για τους ανθρώπους. Είναι καλή η μέρα αυτή για φύτεμα και για να γεννηθεί και άντρας και γυναίκα. Ποτέ της δεν είναι η μέρα αυτή ολωσδιόλου άτυχη. Λίγοι πάλι αυτοί που ξέρουν ότι η τρισενάτη άριστη είναι |
| Εργ_815 | ἄρξασθαί τε πίθου καὶ ἐπὶ ζυγὸν αὐχένι θεῖναι βουσὶ καὶ ἡμιόνοισι καὶ ἵπποις ὠκυπόδεσσι, νῆα ‹τε› πολυκλήιδα θοὴν εἰς οἴνοπα πόντον εἰρύμεναι· παῦροι δέ τ᾽ ἀληθέα κικλήσκουσιν. Τετράδι δ᾽ οἶγε πίθον· περὶ πάντων ἱερὸν ἦμαρ | να κάνεις στο πιθάρι αρχή και το ζυγό να βάλεις στον αυχένα των βοδιών, των μουλαριών και των γοργόποδων αλόγων, το πλοίο να σύρεις με τα πολλά καθίσματα, το γρήγορο, στο σκοτεινό σαν οίνο πόντο. Και λίγοι σωστά την ονομάζουν. Την τέταρτη μέρα άνοιγε το πιθάρι. Η μέση η πιο ιερή απ᾽ όλες |
| Εργ_820 | μέσση· παῦροι δ᾽ αὖτε μετ᾽ εἰκάδα μηνὸς ἀρίστην ἠοῦς γεινομένης· ἐπὶ δείελα δ᾽ ἐστὶ χερείων. Αἵδε μὲν ἡμέραι εἰσὶν ἐπιχθονίοις μέγ᾽ ὄνειαρ· αἱ δ᾽ ἄλλαι μετάδουποι, ἀκήριοι, οὔ τι φέρουσαι. ἄλλος δ᾽ ἀλλοίην αἰνεῖ, παῦροι δὲ ἴσασιν. | μέρα είναι. Λίγοι και πάλι ξέρουν πως η εικοστή πρώτη του μήνα είναι άριστη, σαν έρχεται η αυγή. Το δείλι όμως είναι χειρότερη. Αυτές οι μέρες είναι μέγα όφελος για όσους ζουν στη γη επάνω. Ενώ οι άλλες είναι ευμετάβλητες, άβλαβες, που τίποτα δε φέρνουν. |
| Εργ_825 | ἄλλοτε μητρυιὴ πέλει ἡμέρη, ἄλλοτε μήτηρ τάων. εὐδαίμων τε καὶ ὄλβιος ὃς τάδε πάντα εἰδὼς ἐργάζηται ἀναίτιος ἀθανάτοισιν, 828 ὄρνιθας κρίνων καὶ ὑπερβασίας ἀλεείνων. | Άλλος και άλλη παινεύει μέρα, λίγοι όμως γνωρίζουν: άλλοτε μητριά είναι η μέρα και άλλοτε μητέρα. Ευδαίμων κι όλβιος αυτός που όλα αυτά γνωρίζει κι εργάζεται άψογος ενώπιον των αθάνατων θεών, διακρίνοντας τους οιωνούς και αποφεύγοντας τα σφάλματα. |
Τα σχόλια είναι κλειστά.