Πηγή greek-language.gr _ Homer odyssey p
greek-language.gr _ Homer – Iliad and Odyssey
| Π_1 | Τὼ δ᾽ αὖτ᾽ ἐν κλισίῃ Ὀδυσεὺς καὶ δῖος ὑφορβὸς ἐντύνοντ᾽ ἄριστον ἅμ᾽ ἠοῖ, κηαμένω πῦρ, ἔκπεμψάν τε νομῆας ἅμ᾽ ἀγρομένοισι σύεσσι· Τηλέμαχον δὲ περίσσαινον κύνες ὑλακόμωροι, | Οι δυο τους πάλι, ο Οδυσσέας και πλάι ο θείος χοιροβοσκός, ανάβοντας χαράματα φωτιά, ετοίμαζαν το πρωινό τους — στο μεταξύ, με τη δική τους προτροπή, βγήκαν οι άλλοι στη βοσκή με τους συναθροισμένους χοίρους. Ωστόσο οι σκύλοι, που γαβγίζουνε τους ξένους, μόλις τον είδαν τον Τηλέμαχο |
| Π_5 | οὐδ᾽ ὕλαον προσιόντα. νόησε δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς σαίνοντάς τε κύνας, περί τε κτύπος ἦλθε ποδοῖϊν. αἶψα δ᾽ ἄρ᾽ Εὔμαιον ἔπεα πτερόεντα προσηύδα· «Εὔμαι᾽, ἦ μάλα τίς τοι ἐλεύσεται ἐνθάδ᾽ ἑταῖρος ἢ καὶ γνώριμος ἄλλος, ἐπεὶ κύνες οὐχ ὑλάουσιν, | να πλησιάζει, έτρεξαν γύρω του κουνώντας την ουρά τους — δεν τον εγάβγισαν. Το πήρε ο θείος Οδυσσέας είδηση που τα σκυλιά τον χάιδευαν με την ουρά τους, κι ήλθε στα αφτιά του χτύπος από βήματα. Αμέσως γύρισε στον Εύμαιο μιλώντας, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά: «Εύμαιε, κάποιος σύντροφος μέλλεται σε λίγο να φανεί, μπορεί και γνώριμος· |
| Π_10 | ἀλλὰ περισσαίνουσι· ποδῶν δ᾽ ὑπὸ δοῦπον ἀκούω.» Οὔ πω πᾶν εἴρητο ἔπος, ὅτε οἱ φίλος υἱὸς ἔστη ἐνὶ προθύροισι. ταφὼν δ᾽ ἀνόρουσε συβώτης, ἐκ δ᾽ ἄρα οἱ χειρῶν πέσον ἄγγεα, τοῖς ἐπονεῖτο, κιρνὰς αἴθοπα οἶνον. ὁ δ᾽ ἀντίος ἦλθεν ἄνακτος, | γιατί δεν αλυχτούν οι σκύλοι, μονάχα παίζουν την ουρά τους γύρω του, κι ακόμη ακούω βήματα, τον χτύπο τους.» Δεν πρόλαβε να πει τον λόγο του, κι ο αγαπημένος γιος του πρόβαλε στη θύρα. Τα ᾽χασε ο χοιροβοσκός, κι όπως πετάχτηκε όρθιος, του πέφτουν οι κούπες απ᾽ το χέρι, που τις ετοίμαζε να συγκεράσει κρασί σπινθηροβόλο. Τρέχοντας, |
| Π_15 | κύσσε δέ μιν κεφαλήν τε καὶ ἄμφω φάεα καλὰ χεῖράς τ᾽ ἀμφοτέρας· θαλερὸν δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ. ὡς δὲ πατὴρ ὃν παῖδα φίλα φρονέων ἀγαπάζῃ ἐλθόντ᾽ ἐξ ἀπίης γαίης δεκάτῳ ἐνιαυτῷ, μοῦνον τηλύγετον, τῷ ἔπ᾽ ἄλγεα πολλὰ μογήσῃ, | με τον κύρη του αντικρίστηκε και βουρκωμένος τον ασπάστηκε στην κεφαλή, στα δυο ωραία του μάτια, στα δυο του χέρια. Με πόση αγάπη ένας πατέρας υποδέχεται τον γιο του, που γύρισε επιτέλους από χώρα μακρινή πάνω στα δέκα χρόνια, μοναχογιός μονάκριβος, μεγαλωμένος με βάσανα και κόπο· |
| Π_20 | ὣς τότε Τηλέμαχον θεοειδέα δῖος ὑφορβὸς πάντα κύσεν περιφύς, ὡς ἐκ θανάτοιο φυγόντα· καί ῥ᾽ ὀλοφυρόμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα· «ἦλθες, Τηλέμαχε, γλυκερὸν φάος· οὔ σ᾽ ἔτ᾽ ἐγώ γε ὄψεσθαι ἐφάμην, ἐπεὶ οἴχεο νηῒ Πύλονδε. | έτσι και τον θεόμορφο Τηλέμαχο τον έσφιξε στην αγκαλιά του ο θείος χοιροβοσκός και τον εγέμισε φιλήματα, σάμπως να γλίτωσε από θάνατο. Ολοφυρόμενος τον προσφωνούσε και σαν πουλιά τα λόγια του πετούσαν: «Ήλθες, γλυκό μου φως! Κι εγώ δεν έλεγα πως θα σε ξαναδούν τα μάτια μου, αφότου εμίσεψες με το καράβι σου στην Πύλο. |
| Π_25 | ἀλλ᾽ ἄγε νῦν εἴσελθε, φίλον τέκος, ὄφρα σε θυμῷ τέρψομαι εἰσορόων νέον ἄλλοθεν ἔνδον ἐόντα. οὐ μὲν γάρ τι θάμ᾽ ἀγρὸν ἐπέρχεαι οὐδὲ νομῆας, ἀλλ᾽ ἐπιδημεύεις· ὣς γάρ νύ τοι εὔαδε θυμῷ, ἀνδρῶν μνηστήρων ἐσορᾶν ἀΐδηλον ὅμιλον.» | Μα τώρα εμπρός, κόπιασε μέσα, παιδί μου αγαπημένο, να σε χαρεί η ψυχή μου βλέποντας πως είσαι πάλι εδώ, φτασμένος απ᾽ τα ξένα. Έτσι κι αλλιώς δεν συνηθίζεις να ᾽ρχεσαι στα χτήματα και στους βοσκούς σου· μένεις στην πόλη πιο πολύ. Μπορεί να νιώθεις μέσα σου και κάποια απόλαυση βλέποντας με τα μάτια σου το καταστροφικό σινάφι |
| Π_30 | Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα· «ἔσσεται οὕτως, ἄττα· σέθεν δ᾽ ἕνεκ᾽ ἐνθάδ᾽ ἱκάνω, ὄφρα σέ τ᾽ ὀφθαλμοῖσιν ἴδω καὶ μῦθον ἀκούσω, ἤ μοι ἔτ᾽ ἐν μεγάροις μήτηρ μένει, ἦέ τις ἤδη ἀνδρῶν ἄλλος ἔγημεν, Ὀδυσσῆος δέ που εὐνὴ | των μνηστήρων.» Κι ο συνετός Τηλέμαχος ανταποκρίθηκε: «Μεγάλη μου χαρά, καλέ μου γέροντα· για τη δική σου εξάλλου χάρη βρίσκομαι εδώ, για να σε δουν τα μάτια μου, τον λόγο σου ν᾽ ακούσω, ανίσως είναι ακόμη στο παλάτι η μάνα μου, ή μήπως κιόλας κάποιος άλλος άντρας την κοιμήθηκε, κι απόμεινε του Οδυσσέα η κλίνη αδειανή, |
| Π_35 | χήτει ἐνευναίων κάκ᾽ ἀράχνια κεῖται ἔχουσα.» Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε συβώτης, ὄρχαμος ἀνδρῶν· «καὶ λίην κείνη γε μένει τετληότι θυμῷ σοῖσιν ἐνὶ μεγάροισιν· ὀϊζυραὶ δέ οἱ αἰεὶ φθίνουσιν νύκτες τε καὶ ἤματα δάκρυ χεούσῃ.» | γυμνή, γεμάτη αράχνες που την ασχημίζουν.» Πήρε ξανά τον λόγο ο Εύμαιος, της συντροφιάς του ο πρώτος: «Μένει και παραμένει στο παλάτι, καρτερικά υπομένοντας· φεύγουν οι μέρες της κι οι νύχτες όλες, χάνονται μες στη συμφορά, κι αυτή μουσκεύει με τα δάκρυά της.» |
| Π_40 | Ὣς ἄρα φωνήσας οἱ ἐδέξατο χάλκεον ἔγχος· αὐτὰρ ὅ γ᾽ εἴσω ἴεν καὶ ὑπέρβη λάϊνον οὐδόν. τῷ δ᾽ ἕδρης ἐπιόντι πατὴρ ὑπόειξεν Ὀδυσσεύς· Τηλέμαχος δ᾽ ἑτέρωθεν ἐρήτυε φώνησέν τε· «ἧσο, ξεῖν᾽· ἡμεῖς δὲ καὶ ἄλλοθι δήομεν ἕδρην | Είπε, και πήρε από το χέρι του το χάλκινό του δόρυ. Εκείνος μέσα πέρασε πατώντας το λίθινο κατώφλι, προχώρησε κι ο Οδυσσέας υποχώρησε, πήγε ο πατέρας του να σηκωθεί, αλλά από μέρους του ο Τηλέμαχος τον εμποδίζει λέγοντας: «Κάθησε, ξένε μου· θα βρούμε εμείς αλλού τη θέση μας σ᾽ αυτή τη στάνη· |
| Π_45 | σταθμῷ ἐν ἡμετέρῳ· παρὰ δ᾽ ἀνὴρ ὃς καταθήσει.» Ὣς φάθ᾽, ὁ δ᾽ αὖτις ἰὼν κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο· τῷ δὲ συβώτης χεῦεν ὕπο χλωρὰς ῥῶπας καὶ κῶας ὕπερθεν· ἔνθα καθέζετ᾽ ἔπειτα Ὀδυσσῆος φίλος υἱός. τοῖσιν δὲ κρειῶν πίνακας παρέθηκε συβώτης | δική μας είναι, υπάρχει ο άνθρωπος που θα με βάλει να καθήσω.» Έτσι του μίλησε, κι αυτός μετακινήθηκε και ξανακάθησε· τότε ο χοιροβοσκός έστρωσε κάτω χλοερά κλαδιά κι απάνω τους προβιά, όπου κι ακούμπησε ο αγαπημένος γιος του Οδυσσέα. Ευθύς τους έφερε μπροστά τους πινάκια |
| Π_50 | ὀπταλέων, ἅ ῥα τῇ προτέρῃ ὑπέλειπον ἔδοντες, σῖτον δ᾽ ἐσσυμένως παρενήεεν ἐν κανέοισιν, ἐν δ᾽ ἄρα κισσυβίῳ κίρνη μελιηδέα οἶνον· αὐτὸς δ᾽ ἀντίον ἷζεν Ὀδυσσῆος θείοιο. οἱ δ᾽ ἐπ᾽ ὀνείαθ᾽ ἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον. | με κρέατα ψημένα, όσα περίσσεψαν από το χθεσινό τους δείπνο. Κι ακόμη με σπουδή γέμισε τα πανέρια τους ψωμί και συγκερνούσε στη γαβάθα το γλυκόπιοτο κρασί — πήγε μετά κι αντίκρυ κάθησε στον θείο Οδυσσέα. Εκείνοι τότε απλώνουν στο έτοιμο φαγητό τα χέρια τους, κι όταν |
| Π_55 | αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, δὴ τότε Τηλέμαχος προσεφώνεε δῖον ὑφορβόν· «ἄττα, πόθεν τοι ξεῖνος ὅδ᾽ ἵκετο; πῶς δέ ἑ ναῦται ἤγαγον εἰς Ἰθάκην; τίνες ἔμμεναι εὐχετόωντο; οὐ μὲν γάρ τί ἑ πεζὸν ὀΐομαι ἐνθάδ᾽ ἱκέσθαι.» | εκόρεσαν τον πόθο τους για το φαΐ και το πιοτό, γύρισε ο Τηλέμαχος στον θεϊκό χοιροβοσκό και τον προσφώνησε: «Πες μου, παππούλη, από πού μας ήλθε ο ξένος; πώς έτσι και τον έφεραν προς την Ιθάκη οι ναυτικοί; για ποια γενιά τους καμαρώνουν; Γιατί φαντάζομαι δεν έφτασε πεζός αυτός στα μέρη μας.» |
| Π_60 | Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα· «τοιγὰρ ἐγώ τοι, τέκνον, ἀληθέα πάντ᾽ ἀγορεύσω. ἐκ μὲν Κρητάων γένος εὔχεται εὐρειάων, φησὶ δὲ πολλὰ βροτῶν ἐπὶ ἄστεα δινηθῆναι πλαζόμενος· ὣς γάρ οἱ ἐπέκλωσεν τά γε δαίμων. | Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες τον λόγο κι αποκρίθηκες: «Και βέβαια θα σου πω, παιδί μου, όλη την αλήθεια. Για τη γενιά του από τη μεγάλη Κρήτη καμαρώνει· λέει πως περιπλανώμενος γνώρισε παραδέρνοντας πολλών ανθρώπων πολιτείες, γιατί ένας δαίμονας του όρισε τη μοίρα αυτή· |
| Π_65 | νῦν αὖ Θεσπρωτῶν ἀνδρῶν παρὰ νηὸς ἀποδρὰς ἤλυθ᾽ ἐμὸν πρὸς σταθμόν, ἐγὼ δέ τοι ἐγγυαλίξω· ἔρξον ὅπως ἐθέλεις· ἱκέτης δέ τοι εὔχεται εἶναι.» Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα· «Εὔμαι᾽, ἦ μάλα τοῦτο ἔπος θυμαλγὲς ἔειπες· | πως τώρα ξέφυγε από καράβι Θεσπρωτών — έτσι πως έφτασε στη στάνη μου. Εγώ σ᾽ τον παραδίδω, και κάμε τον εσύ ό,τι θελήσεις — ομολογεί πως είναι ικέτης σου.» Ο συνετός Τηλέμαχος αντιμιλώντας είπε: «Εύμαιε, δάγκωσε αλήθεια την ψυχή μου ο λόγος σου· |
| Π_70 | πῶς γὰρ δὴ τὸν ξεῖνον ἐγὼν ὑποδέξομαι οἴκῳ; αὐτὸς μὲν νέος εἰμὶ καὶ οὔ πω χερσὶ πέποιθα ἄνδρ᾽ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ· μητρὶ δ᾽ ἐμῇ δίχα θυμὸς ἐνὶ φρεσὶ μερμηρίζει, ἢ αὐτοῦ παρ᾽ ἐμοί τε μένῃ καὶ δῶμα κομίζῃ, | γιατί πώς θα μπορούσα εγώ τον ξένο να δεξιωθώ στο σπίτι μου; Είμαι ακόμη νέος πολύ, δεν εμπιστεύομαι τα χέρια μου, για ν᾽ αποκρούσω κάποιον, αν πρώτος αγριέψει. Κι η μάνα μου, μοιράζεται στα δύο ο νους της: να μείνει αμετακίνητη, φροντίζοντας το σπίτι, και να σταθεί |
| Π_75 | εὐνήν τ᾽ αἰδομένη πόσιος δήμοιό τε φῆμιν, ἦ ἤδη ἅμ᾽ ἕπηται Ἀχαιῶν ὅς τις ἄριστος μνᾶται ἐνὶ μεγάροισιν ἀνὴρ καὶ πλεῖστα πόρῃσιν. ἀλλ᾽ ἦ τοι τὸν ξεῖνον, ἐπεὶ τεὸν ἵκετο δῶμα, ἕσσω μιν χλαῖνάν τε χιτῶνά τε, εἵματα καλά, | στο πλάι μου, σεβόμενη και το συζυγικό κρεβάτι της και τη φωνή του κόσμου; ή να πάρει το κατόπι όποιο Αχαιό φαντάζει σπουδαιότερος και μέσα στο παλάτι τής γυρεύει γάμο, προσφέροντας τα πιο πολλά; Τον ξένο ωστόσο που έφτασε στο υποστατικό σου εδώ υπόσχομαι πως θα τον ντύσω με χλαίνη και χιτώνα, ωραία ρούχα, |
| Π_80 | δώσω δὲ ξίφος ἄμφηκες καὶ ποσσὶ πέδιλα, πέμψω δ᾽ ὅππῃ μιν κραδίη θυμός τε κελεύει. εἰ δ᾽ ἐθέλεις, σὺ κόμισσον ἐνὶ σταθμοῖσιν ἐρύξας· εἵματα δ᾽ ἐνθάδ᾽ ἐγὼ πέμψω καὶ σῖτον ἅπαντα ἔδμεναι, ὡς ἂν μή σε κατατρύχῃ καὶ ἑταίρους. | πως θα του δώσω ξίφος δίκοπο και πέδιλα στα πόδια του — μετά θα τον ξεπροβοδίσω όπου η ψυχή κι η όρεξή του θέλουν. Αν πάλι προτιμάς, λέω να τον κρατήσεις στο καλύβι σου κι εσύ να τον φροντίζεις· εγώ θα στείλω ρούχα εδώ και το απαραίτητο ψωμί για την τροφή του, να μη σου γίνει βάρος, εσένα και της συντροφιάς σου. |
| Π_85 | κεῖσε δ᾽ ἂν οὔ μιν ἐγώ γε μετὰ μνηστῆρας ἐῷμι ἔρχεσθαι· λίην γὰρ ἀτάσθαλον ὕβριν ἔχουσι· μή μιν κερτομέωσιν, ἐμοὶ δ᾽ ἄχος ἔσσεται αἰνόν. πρῆξαι δ᾽ ἀργαλέον τι μετὰ πλεόνεσσιν ἐόντα ἄνδρα καὶ ἴφθιμον, ἐπεὶ ἦ πολὺ φέρτεροί εἰσι.» | Όμως εκεί, με τους μνηστήρες, δεν θα τον άφηνα εγώ να ᾽ρθει. Είναι το θράσος τους μεγάλο και ξεδιάντροπο, μην τον χλευάσουν, οπότε η λύπη μου θα γίνει ασήκωτη. Δύσκολα κάποιος να τα βγάλει πέρα, ένας με τους πολλούς, έστω γενναίος, αφού είναι αυτοί πιο δυνατοί.» |
| Π_90 | Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς· «ὦ φίλ᾽, ἐπεί θήν μοι καὶ ἀμείψασθαι θέμις ἐστίν, ἦ μάλα μευ καταδάπτετ᾽ ἀκούοντος φίλον ἦτορ, οἷά φατε μνηστῆρας ἀτάσθαλα μηχανάασθαι ἐν μεγάροις, ἀέκητι σέθεν τοιούτου ἐόντος. | Πήρε τον λόγο τώρα και του μίλησε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος: «Φίλε, θαρρώ πως επιτρέπεται να πω κι εγώ τον λόγο μου. Σ᾽ ακούω αλήθεια κι η καρδιά μου γίνεται κομμάτια, με τις ξεδιαντροπιές που λέτε των μνηστήρων, όσα μες στο παλάτι μηχανεύονται και δεν σε λογαριάζουν, ας είσαι αυτός που είσαι. |
| Π_95 | εἰπέ μοι ἠὲ ἑκὼν ὑποδάμνασαι, ἦ σέ γε λαοὶ ἐχθαίρουσ᾽ ἀνὰ δῆμον, ἐπισπόμενοι θεοῦ ὀμφῇ, ἦ τι κασιγνήτοις ἐπιμέμφεαι, οἷσί περ ἀνὴρ μαρναμένοισι πέποιθε, καὶ εἰ μέγα νεῖκος ὄρηται. αἲ γὰρ ἐγὼν οὕτω νέος εἴην τῷδ᾽ ἐπὶ θυμῷ, | Πες μου, θέλεις και σ᾽ έχουν από κάτω; μήπως από φωνή θεού σ᾽ εχθρεύεται ο λαός; ή πικραμένος κατηγορείς τ᾽ αδέλφια σου; Κι όμως σ᾽ αυτά στηρίζεται όποιος συναγωνίζεται μαζί τους, αν έχει σηκωθεί φιλονικία μεγάλη. Νέος ας ήμουνα κι εγώ, αν είχα το κουράγιο σου, |
| Π_100 | ἢ πάϊς ἐξ Ὀδυσῆος ἀμύμονος ἠὲ καὶ αὐτὸς ἔλθοι ἀλητεύων· ἔτι γὰρ καὶ ἐλπίδος αἶσα· αὐτίκ᾽ ἔπειτ᾽ ἀπ᾽ ἐμεῖο κάρη τάμοι ἀλλότριος φώς, εἰ μὴ ἐγὼ κείνοισι κακὸν πάντεσσι γενοίμην ἐλθὼν ἐς μέγαρον Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος. | να ᾽μουνα ο γιος του άψογου Οδυσσέα· ή, και μετά την τόση περιπλάνησή του, να ᾽φτανε εδώ ο Οδυσσέας ο ίδιος — υπάρχει ακόμη ελπίδα· τότε επιτόπου να μου κόψει το κεφάλι ο κάθε ξένος, αν δεν γινόμουνα σ᾽ όλους αυτούς η συμφορά τους, φτάνει να μπω στου Οδυσσέα το σπίτι, που τον εγέννησε ο Λαέρτης. |
| Π_105 | εἰ δ᾽ αὖ με πληθυῖ δαμασαίατο μοῦνον ἐόντα, βουλοίμην κ᾽ ἐν ἐμοῖσι κατακτάμενος μεγάροισι τεθνάμεν ἢ τάδε γ᾽ αἰὲν ἀεικέα ἔργ᾽ ὁράασθαι, ξείνους τε στυφελιζομένους δμῳάς τε γυναῖκας ῥυστάζοντας ἀεικελίως κατὰ δώματα καλά, | Αν πάλι, έναν εμένα, οι πολλοί με δάμαζαν, καλύτερα μες στο παλάτι μου νεκρός να πέσω χτυπημένος, παρά να βλέπουν συνεχώς τα μάτια μου τα ανόσια έργα τους· ξένους να τους προπηλακίζουν, δούλες γυναίκες να τις σέρνουν άσχημα σ᾽ ωραία δώματα, κρασί να το στραγγίζουν ως τον πάτο, |
| Π_110 | καὶ οἶνον διαφυσσόμενον, καὶ σῖτον ἔδοντας μὰψ αὔτως, ἀτέλεστον, ἀνηνύστῳ ἐπὶ ἔργῳ.» Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα· «τοιγὰρ ἐγώ τοι, ξεῖνε, μάλ᾽ ἀτρεκέως ἀγορεύσω. οὔτε τί μοι πᾶς δῆμος ἀπεχθόμενος χαλεπαίνει, | ψωμί που με το έτσι θέλω να το τρων, άκοπα κι άσκοπα — υπόθεση που τελειωμό δεν έχει.» Ανταποκρίθηκε στα λόγια του ο φρόνιμος Τηλέμαχος: «Ξένε, ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές θα σου μιλήσω. Μήτε ο λαός μ᾽ εχθρεύεται κι είναι βαρύς μαζί μου, |
| Π_115 | οὔτε κασιγνήτοις ἐπιμέμφομαι, οἷσί περ ἀνὴρ μαρναμένοισι πέποιθε, καὶ εἰ μέγα νεῖκος ὄρηται. ὧδε γὰρ ἡμετέρην γενεὴν μούνωσε Κρονίων· μοῦνον Λαέρτην Ἀρκείσιος υἱὸν ἔτικτε, μοῦνον δ᾽ αὖτ᾽ Ὀδυσῆα πατὴρ τέκεν· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς | μήτε τ᾽ αδέλφια μου κατηγορώ, που όποιος συναγωνίζεται μαζί τους, βρίσκει σ᾽ αυτά πράγματι στήριγμα, αν σηκωθεί φιλονικία μεγάλη. Γιατί ο Κρονίδης τη γενιά μας μονόκληρη την έκαμε· μοναχογιό τον γέννησε ο Αρκείσιος τον Λαέρτη, μοναχογιό ο Λαέρτης τον πατέρα μου Οδυσσέα· |
| Π_120 | μοῦνον ἔμ᾽ ἐν μεγάροισι τεκὼν λίπεν οὐδ᾽ ἀπόνητο. τῷ νῦν δυσμενέες μάλα μυρίοι εἴσ᾽ ἐνὶ οἴκῳ. ὅσσοι γὰρ νήσοισιν ἐπικρατέουσιν ἄριστοι, Δουλιχίῳ τε Σάμῃ τε καὶ ὑλήεντι Ζακύνθῳ, ἠδ᾽ ὅσσοι κραναὴν Ἰθάκην κάτα κοιρανέουσι, | κι ο Οδυσσέας πάλι μόνο εμένα έσπειρε και μ᾽ άφησε σε τούτο το παλάτι, αλλά δεν πρόλαβε το όφελος να δει. Και να στο σπίτι τώρα χιλιάδες οι κακόβουλοι ξεφύτρωσαν· όσοι ξεχωριστοί αφεντεύουν τα νησιά τριγύρω, τη Σάμη, το Δουλίχιο, τη δασωμένη Ζάκυνθο — αλλά κι αυτοί που κάνουνε κουμάντο στη βραχώδη Ιθάκη, |
| Π_125 | τόσσοι μητέρ᾽ ἐμὴν μνῶνται, τρύχουσι δὲ οἶκον. ἡ δ᾽ οὔτ᾽ ἀρνεῖται στυγερὸν γάμον οὔτε τελευτὴν ποιῆσαι δύναται· τοὶ δὲ φθινύθουσιν ἔδοντες οἶκον ἐμόν· τάχα δή με διαρραίσουσι καὶ αὐτόν. ἀλλ᾽ ἦ τοι μὲν ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται· | τόσοι της μάνας μου οι μνηστήρες, τόσοι λυμαίνονται το βιος μου. Κι εκείνη μήτε αρνείται τον μισητό της γάμο μήτε μπορεί να βάλει τέλος στην υπόθεση· στο μεταξύ τρων κι αφανίζουν οι μνηστήρες τ᾽ αγαθά μου· ακόμη λίγο, θα με φαν κι εμένα ολόκληρο — όμως αυτά το ξέρω πως είναι στο χέρι των θεών. |
| Π_130 | ἄττα, σὺ δ᾽ ἔρχεο θᾶσσον, ἐχέφρονι Πηνελοπείῃ εἴφ᾽ ὅτι οἱ σῶς εἰμι καὶ ἐκ Πύλου εἰλήλουθα. αὐτὰρ ἐγὼν αὐτοῦ μενέω, σὺ δὲ δεῦρο νέεσθαι, οἴῃ ἀπαγγείλας· τῶν δ᾽ ἄλλων μή τις Ἀχαιῶν πευθέσθω· πολλοὶ γὰρ ἐμοὶ κακὰ μηχανόωνται.» | Και τώρα, γέροντά μου, όσο μπορείς πιο γρήγορα, πήγαινε στη συλλογισμένη Πηνελόπη, το νέο να πεις πως είμαι σώος, πως έφτασα καλά από την Πύλο. Εγώ προς το παρόν θα μείνω εδώ. Εσύ γύρισε πάλι πίσω, αφού μόνο σ᾽ εκείνην αναγγείλεις το μήνυμά μου· από τους Αχαιούς άλλος κανείς μην πάρει είδηση, αφού πολλοί θέλουν και μελετούνε το κακό μου.» |
| Π_135 | Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα· «γιγνώσκω, φρονέω· τά γε δὴ νοέοντι κελεύεις. ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον, ἦ καὶ Λαέρτῃ αὐτὴν ὁδὸν ἄγγελος ἔλθω δυσμόρῳ, ὃς τῆος μὲν Ὀδυσσῆος μέγ᾽ ἀχεύων | Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες τον λόγο κι αποκρίθηκες: «Κατάλαβα, το βλέπω, συλλογίζομαι την εντολή σου. Αλλά πες μου παρακαλώ κι αυτό, μίλησε καθαρά· πρέπει στον δρόμο μου κι απ᾽ τον Λαέρτη να περάσω; το μήνυμά σου και σ᾽ αυτόν τον δύστυχο να φέρω; Που πρώτα, |
| Π_140 | ἔργα τ᾽ ἐποπτεύεσκε μετὰ δμώων τ᾽ ἐνὶ οἴκῳ πῖνε καὶ ἦσθ᾽, ὅτε θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἀνώγοι· αὐτὰρ νῦν, ἐξ οὗ σύ γε οἴχεο νηῒ Πύλονδε, οὔ πώ μίν φασιν φαγέμεν καὶ πιέμεν αὔτως, οὐδ᾽ ἐπὶ ἔργα ἰδεῖν, ἀλλὰ στοναχῇ τε γόῳ τε | μ᾽ όλον τον βαρύ καημό του για τον γιο του, φρόντιζε ακόμη τα χωράφια, έπινε κι έτρωγε μέσα στο σπίτι με τους δούλους, όταν η όρεξή του το ζητούσε. Μα τώρα, αφότου εσύ με το καράβι σου εμίσεψες στην Πύλο, λένε δεν τρώει, δεν πίνει πια, όπως παλιά, δεν θέλει καν να δει τα χτήματα· μόνος του σέρνεται, |
| Π_145 | ἧσται ὀδυρόμενος, φθινύθει δ᾽ ἀμφ᾽ ὀστεόφι χρώς.» Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα· «ἄλγιον, ἀλλ᾽ ἔμπης μιν ἐάσομεν, ἀχνύμενοί περ· εἰ γάρ πως εἴη αὐτάγρετα πάντα βροτοῖσι, πρῶτόν κεν τοῦ πατρὸς ἑλοίμεθα νόστιμον ἦμαρ. | στενάζοντας βογγά, οδύρεται και λιώνει η σάρκα του γύρω στα κόκαλά του.» Ευθύς του ανταποκρίθηκε ο συνετός Τηλέμαχος: «Κι αν περισσεύει ο πόνος του, λέω να τον αφήσουμε — κι εμείς πονάμε. Γιατί αν μπορούσαν οι θνητοί να κάνουν πάντα τη δική τους εκλογή, θα προτιμούσαμε τον νόστο του πατέρα μου — αυτός πρωτεύει. |
| Π_150 | ἀλλὰ σύ γ᾽ ἀγγείλας ὀπίσω κίε, μηδὲ κατ᾽ ἀγροὺς πλάζεσθαι μετ᾽ ἐκεῖνον· ἀτὰρ πρὸς μητέρα εἰπεῖν ἀμφίπολον ταμίην ὀτρυνέμεν ὅττι τάχιστα κρύβδην· κείνη γάρ κεν ἀπαγγείλειε γέροντι.» Ἦ ῥα καὶ ὦρσε συφορβόν· ὁ δ᾽ εἵλετο χερσὶ πέδιλα, | Γι᾽ αυτό κι εσύ πες το μαντάτο, και γύρνα πίσω· μην τρέχεις πέρα στους αγρούς, για να τον βρεις. Αλλά παράγγειλε στη μάνα μου, αυτή κρυφά και γρήγορα την οικονόμο μας να στείλει, κι εκείνη ας φέρει στον γέροντα τα νέα μας.» Μιλώντας έτσι, τον ξεσήκωσε· έπιασε αμέσως τα σαντάλια του στο χέρι και τα ᾽δεσε ο χοιροβοσκός |
| Π_155 | δησάμενος δ᾽ ὑπὸ ποσσὶ πόλινδ᾽ ἴεν. οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ἀθήνην λῆθεν ἀπὸ σταθμοῖο κιὼν Εὔμαιος ὑφορβός, ἀλλ᾽ ἥ γε σχεδὸν ἦλθε· δέμας δ᾽ ἤϊκτο γυναικὶ καλῇ τε μεγάλῃ τε καὶ ἀγλαὰ ἔργα ἰδυίῃ. στῆ δὲ κατ᾽ ἀντίθυρον κλισίης Ὀδυσῆϊ φανεῖσα· | στα πόδια του — ύστερα κίνησε να πάει στην πόλη. Δεν ξέφυγε όμως την προσοχή της Αθηνάς πως έφυγε ο χοιροβοσκός, ο Εύμαιος, απ᾽ το μαντρί του, κι αμέσως πλησιάζει. Πήρε την όψη όμορφης, ψηλής γυναίκας, στα ωραία εργόχειρα επιδέξιας· στάθηκε αντίκρυ στην εξώθυρα της μάντρας, μόνο στον Οδυσσέα φανερή, |
| Π_160 | οὐδ᾽ ἄρα Τηλέμαχος ἴδεν ἀντίον οὐδ᾽ ἐνόησεν, οὐ γάρ πως πάντεσσι θεοὶ φαίνονται ἐναργεῖς, ἀλλ᾽ Ὀδυσεύς τε κύνες τε ἴδον, καί ῥ᾽ οὐχ ὑλάοντο, κνυζηθμῷ δ᾽ ἑτέρωσε διὰ σταθμοῖο φόβηθεν. ἡ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ ὀφρύσι νεῦσε· νόησε δὲ δῖος Ὀδυσσεύς, | αόρατη για τον Τηλέμαχο, που δεν την έβλεπε· γιατί οι θεοί δεν φανερώνονται όπως όπως στον καθένα. Την είδαν όμως ο Οδυσσέας κι οι σκύλοι, που δεν τη γάβγισαν· σκόρπισαν κλαψουρίζοντας, φεύγοντας στην απέναντι μεριά της στάνης. Έκανε τότε νεύμα η θεά παίζοντας τα ματόκλαδά της, κι ο Οδυσσέας κατάλαβε. |
| Π_165 | ἐκ δ᾽ ἦλθεν μεγάροιο παρὲκ μέγα τειχίον αὐλῆς, στῆ δὲ πάροιθ᾽ αὐτῆς· τὸν δὲ προσέειπεν Ἀθήνη· «διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ, ἤδη νῦν σῷ παιδὶ ἔπος φάο μηδ᾽ ἐπίκευθε, ὡς ἂν μνηστῆρσιν θάνατον καὶ κῆρ᾽ ἀραρόντε | Βγήκε από το καλύβι, προσπέρασε τον υψωμένο τοίχο της αυλής και στήθηκε μπροστά της. Η Αθηνά αμέσως τον προσφώνησε: «Λαερτιάδη διογέννητε, ω πολυμήχανε Οδυσσέα, έφτασε η ώρα, ομολογήσου τώρα στο παιδί σου, μην του κρύβεσαι· οι δυο να συνταιριάζετε τον φόνο των μνηστήρων και τον χαλασμό τους, |
| Π_170 | ἔρχησθον προτὶ ἄστυ περικλυτόν· οὐδ᾽ ἐγὼ αὐτὴ δηρὸν ἀπὸ σφῶϊν ἔσομαι μεμαυῖα μάχεσθαι.» Ἦ καὶ χρυσείῃ ῥάβδῳ ἐπεμάσσατ᾽ Ἀθήνη. φᾶρος μέν οἱ πρῶτον ἐϋπλυνὲς ἠδὲ χιτῶνα θῆκ᾽ ἀμφὶ στήθεσσι, δέμας δ᾽ ὤφελλε καὶ ἥβην. | κι ύστερα κατεβαίνετε στη δοξασμένη πόλη. Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται να σας αφήσω για πολύ — φλέγομαι αλήθεια να μπω σ᾽ αυτή τη μάχη.» Είπε, και τον ακούμπησε τον Οδυσσέα η Αθηνά με το χρυσό ραβδί της. Του φόρεσε γύρω στο στήθος πουκαμίσα καθαρή και πανωφόρι. Και ξαφνικά ξανάνιωσε, έδειξε πιο ψηλός· |
| Π_175 | ἂψ δὲ μελαγχροιὴς γένετο, γναθμοὶ δὲ τάνυσθεν, κυάνεαι δ᾽ ἐγένοντο γενειάδες ἀμφὶ γένειον. ἡ μὲν ἄρ᾽ ὣς ἔρξασα πάλιν κίεν· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ἤϊεν ἐς κλισίην· θάμβησε δέ μιν φίλος υἱός, ταρβήσας δ᾽ ἑτέρωσε βάλ᾽ ὄμματα μὴ θεὸς εἴη, | το δέρμα του έγινε πάλι μελαχρινό, τα μάγουλα του τσίτωσαν, και μαύρισε το γένι γύρω στο πιγούνι. Το έργο της τελειώνοντας, απομακρύνθηκε η θεά· ο Οδυσσέας όμως προχωρούσε τώρα στην καλύβα. Τον είδε ο γιος του κι έμεινε έκθαμβος, γύρισε αλλού το βλέμμα του με δέος, μήπως του φανερώθηκε κάποιος θεός. |
| Π_180 | καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα· «ἀλλοῖός μοι, ξεῖνε, φάνης νέον ἠὲ πάροιθεν, ἄλλα δὲ εἵματ᾽ ἔχεις, καί τοι χρὼς οὐκέθ᾽ ὁμοῖος. ἦ μάλα τις θεός ἐσσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν· ἀλλ᾽ ἵληθ᾽, ἵνα τοι κεχαρισμένα δώομεν ἱρὰ | Κι όπως του μίλησε, πέταξαν σαν πουλιά τα λόγια του: «Αλλιώτικος φαντάζεις τώρα, ξένε, παρ᾽ ό,τι πριν· άλλα τα ρούχα σου, άλλαξε και το δέρμα σου. Ανίσως είσαι ένας θεός απ᾽ όσους τον απέραντο ουρανό κρατούν, σπλαχνίσου μας, κι εμείς θα σου προσφέρουμε |
| Π_185 | ἠδὲ χρύσεα δῶρα, τετυγμένα· φείδεο δ᾽ ἡμέων.» Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς· «οὔ τίς τοι θεός εἰμι· τί μ᾽ ἀθανάτοισιν ἐΐσκεις; ἀλλὰ πατὴρ τεός εἰμι, τοῦ εἵνεκα σὺ στεναχίζων πάσχεις ἄλγεα πολλά, βίας ὑποδέγμενος ἀνδρῶν.» | θυσία ευχάριστη, δώρα από δουλεμένο μάλαμα. Μόνο ελέησέ μας.» Πήρε τον λόγο τότε κι αποκρίθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος: «Όχι, θεός δεν είμαι, πώς με φαντάστηκες αθάνατο; Είμαι ο πατέρας ο δικός σου· που εσύ για χάρη του στενάζεις και πολλά υποφέρεις, σηκώνοντας τα βάρη από βίαιες πράξεις άλλων ανδρών.» |
| Π_190 | Ὣς ἄρα φωνήσας υἱὸν κύσε, κὰδ δὲ παρειῶν δάκρυον ἧκε χαμᾶζε· πάρος δ᾽ ἔχε νωλεμὲς αἰεί. Τηλέμαχος δ᾽, οὐ γάρ πω ἐπείθετο ὃν πατέρ᾽ εἶναι, ἐξαῦτίς μιν ἔπεσσιν ἀμειβόμενος προσέειπεν· «οὐ σύ γ᾽ Ὀδυσσεύς ἐσσι πατὴρ ἐμός, ἀλλά με δαίμων | Μιλώντας, φίλησε τον γιο του κι άφησε να κυλήσουνε από τις παρειές στο χώμα δάκρυα, που πριν με τόση επιμονή τα συγκρατούσε. Αλλά ο Τηλέμαχος δεν ήθελε να το πιστέψει πως έβλεπε μπροστά του τον πατέρα του, γι᾽ αυτό πήρε ξανά τον λόγο και του μίλησε: «Όχι, δεν είσαι ο Οδυσσέας εσύ, δεν είσαι εσύ ο πατέρας μου· |
| Π_195 | θέλγει, ὄφρ᾽ ἔτι μᾶλλον ὀδυρόμενος στεναχίζω. οὐ γάρ πως ἂν θνητὸς ἀνὴρ τάδε μηχανόῳτο ᾧ αὐτοῦ γε νόῳ, ὅτε μὴ θεὸς αὐτὸς ἐπελθὼν ῥηϊδίως ἐθέλων θείη νέον ἠδὲ γέροντα. ἦ γάρ τοι νέον ἦσθα γέρων καὶ ἀεικέα ἕσσο· | ένας θεός θα με μαγεύει, για να στενάζω και να οδύρομαι ακόμη πιο πολύ. Γιατί δεν θα μπορούσε κανείς θνητός, με το δικό του το μυαλό, να φανταστεί το έργο αυτό· εκτός κι αν τον συνέτρεχε κάποιος θεός που εύκολα, αν θέλει, κάνει τον γέρο νέο και τον νέο γέρο. Εσύ πρωτύτερα ήσουν γέρος, ντυμένος με άσχημα κουρέλια, |
| Π_200 | νῦν δὲ θεοῖσιν ἔοικας, οἳ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι.» Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς· «Τηλέμαχ᾽, οὔ σε ἔοικε φίλον πατέρ᾽ ἔνδον ἐόντα οὔτε τι θαυμάζειν περιώσιον οὔτ᾽ ἀγάασθαι· οὐ μὲν γάρ τοι ἔτ᾽ ἄλλος ἐλεύσεται ἐνθάδ᾽ Ὀδυσσεύς, | και τώρα μοιάζεις στους θεούς που τον απέραντο ουρανό κρατούν.» Του αντιμίλησε έπειτα ο Οδυσσέας πολυμήχανος: «Τηλέμαχε, όχι, δεν σου πρέπει με τον πατέρα σου στο πλάι, να αποθαυμάζεσαι τόσο πολύ και να αμφιβάλλεις. Δεν πρόκειται άλλος Οδυσσέας να φτάσει εδώ· είναι μπροστά σου |
| Π_205 | ἀλλ᾽ ὅδ᾽ ἐγὼ τοιόσδε, παθὼν κακά, πολλὰ δ᾽ ἀληθείς, ἤλυθον εἰκοστῷ ἔτεϊ ἐς πατρίδα γαῖαν. αὐτάρ τοι τόδε ἔργον Ἀθηναίης ἀγελείης, ἥ τέ με τοῖον ἔθηκεν ὅπως ἐθέλει, δύναται γάρ, ἄλλοτε μὲν πτωχῷ ἐναλίγκιον, ἄλλοτε δ᾽ αὖτε | κι είμαι εγώ· που πάτησα τα πατρικά μου χώματα μετά από πάθη φοβερά κι από μεγάλη περιπλάνηση — είκοσι χρόνια πάνε τώρα. Το έργο αυτό που βλέπεις και θαυμάζεις, είναι της Αθηνάς που της αρμόζει του πολέμου η λεία· εκείνη μ᾽ έκανε όπως θέλει και μπορεί, τη μια να μοιάζω με φτωχό ζητιάνο, |
| Π_210 | ἀνδρὶ νέῳ καὶ καλὰ περὶ χροῒ εἵματ᾽ ἔχοντι. ῥηΐδιον δὲ θεοῖσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν, ἠμὲν κυδῆναι θνητὸν βροτὸν ἠδὲ κακῶσαι.» Ὣς ἄρα φωνήσας κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο, Τηλέμαχος δὲ ἀμφιχυθεὶς πατέρ᾽ ἐσθλὸν ὀδύρετο, δάκρυα λείβων. | την άλλη νέος που φορεί στο σώμα του ωραία ρούχα. Εύκολο το έχουν οι θεοί που τον απέραντο ουρανό κρατούν, έναν θνητό άλλοτε να τον κάνουν λαμπερό, άλλοτε να τον ασχημίζουν.» Μιλώντας, υποχώρησε και κάθησε, αλλά ο Τηλέμαχος χύθηκε πάνω του οδυρόμενος, και βουρκωμένος τώρα τον αγκάλιασε. |
| Π_215 | ἀμφοτέροισι δὲ τοῖσιν ὑφ᾽ ἵμερος ὦρτο γόοιο· κλαῖον δὲ λιγέως, ἁδινώτερον ἤ τ᾽ οἰωνοί, φῆναι ἢ αἰγυπιοὶ γαμψώνυχες, οἷσί τε τέκνα ἀγρόται ἐξείλοντο πάρος πετεηνὰ γενέσθαι· ὣς ἄρα τοί γ᾽ ἐλεεινὸν ὑπ᾽ ὀφρύσι δάκρυον εἶβον. | Τότε τους συνεπήρε και τους δυο του θρήνου ο ίμερος· σπαραχτικά θρηνούσαν, πιο δυνατά κι από πουλιά, σαν αετοί, γύπες γαμψώνυχοι, που τα μικρά τους κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν· τόσο πικρό και το δικό τους δάκρυ από τα βλέφαρά τους κύλησε. |
| Π_220 | καί νύ κ᾽ ὀδυρομένοισιν ἔδυ φάος ἠελίοιο, εἰ μὴ Τηλέμαχος προσεφώνεεν ὃν πατέρ᾽ αἶψα· «ποίῃ γὰρ νῦν δεῦρο, πάτερ φίλε, νηΐ σε ναῦται ἤγαγον εἰς Ἰθάκην; τίνες ἔμμεναι εὐχετόωντο; οὐ μὲν γάρ τί σε πεζὸν ὀΐομαι ἐνθάδ᾽ ἱκέσθαι.» | Και θα μπορούσε ο οδυρμός τους να κρατήσει ώσπου να δύσει ο ήλιος, αν ο Τηλέμαχος δεν προσφωνούσε τον πατέρα του: «Με ποιο καράβι, αγαπημένε μου πατέρα, ποιοι ναυτικοί σ᾽ έφεραν στην Ιθάκη; για ποια γενιά καμάρωναν; Φαντάζομαι δεν έφτασες στα μέρη μας πεζός.» |
| Π_225 | Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς· «τοιγὰρ ἐγώ τοι, τέκνον, ἀληθείην καταλέξω. Φαίηκές μ᾽ ἄγαγον ναυσίκλυτοι, οἵ τε καὶ ἄλλους ἀνθρώπους πέμπουσιν, ὅτίς σφεας εἰσαφίκηται· καί μ᾽ εὕδοντ᾽ ἐν νηῒ θοῇ ἐπὶ πόντον ἄγοντες | Αμέσως του αποκρίθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος: «Παιδί μου, την αλήθεια θέλω να σου πω· οι Φαίακες, θαλασσινοί διάσημοι, μ᾽ οδήγησαν — ξεπροβοδούν αυτοί κι άλλους πολλούς, όποιον πατήσει στο νησί τους. Στον ύπνο βυθισμένο, από το πέλαγος με πέρασαν σε γρήγορο καράβι, |
| Π_230 | κάτθεσαν εἰς Ἰθάκην, ἔπορον δέ μοι ἀγλαὰ δῶρα, χαλκόν τε χρυσόν τε ἅλις ἐσθῆτά θ᾽ ὑφαντήν. καὶ τὰ μὲν ἐν σπήεσσι θεῶν ἰότητι κέονται· νῦν αὖ δεῦρ᾽ ἱκόμην ὑποθημοσύνῃσιν Ἀθήνης, ὄφρα κε δυσμενέεσσι φόνου πέρι βουλεύσωμεν. | και στην Ιθάκη μ᾽ άφησαν. Μου χάρισαν δώρα λαμπρά, χαλκό, μαλάματα πολλά, φαντά φορέματα, που από τη φώτιση θεού βρίσκονται τώρα ασφαλισμένα στη σπηλιά. Κι έφτασα εδώ με σύσταση της Αθηνάς, να αποφασίσουμε μαζί τον φόνο των εχθρών μας. |
| Π_235 | ἀλλ᾽ ἄγε μοι μνηστῆρας ἀριθμήσας κατάλεξον, ὄφρα ἰδέω ὅσσοι τε καὶ οἵ τινες ἀνέρες εἰσί· καί κεν ἐμὸν κατὰ θυμὸν ἀμύμονα μερμηρίξας φράσσομαι, ἤ κεν νῶϊ δυνησόμεθ᾽ ἀντιφέρεσθαι μούνω ἄνευθ᾽ ἄλλων, ἦ καὶ διζησόμεθ᾽ ἄλλους.» | Έλα λοιπόν, λογάριασε και μέτρησέ μου τους μνηστήρες, να μάθω τον αριθμό τους πρώτα και το σόι τους· μετά, ζυγίζοντας το πράγμα στο καθαρό μυαλό μου, αποφασίζω αν οι δυο μπορούμε να τα βάλουμε μαζί τους, μόνοι μας, δίχως άλλους, ή μήπως πρέπει να γυρέψουμε βοήθεια απ᾽ αλλού.» |
| Π_240 | Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα· «ὦ πάτερ, ἦ τοι σεῖο μέγα κλέος αἰὲν ἄκουον, χεῖράς τ᾽ αἰχμητὴν ἔμεναι καὶ ἐπίφρονα βουλήν· ἀλλὰ λίην μέγα εἶπες· ἄγη μ᾽ ἔχει· οὐδέ κεν εἴη ἄνδρε δύω πολλοῖσι καὶ ἰφθίμοισι μάχεσθαι. | Ευθύς του ανταποκρίθηκε ο συνετός Τηλέμαχος: «Πατέρα, είχα από πάντα ακουστά το μεγαλείο της φήμης σου, πως είσαι ακοντιστής δεινός, πως παίρνεις ζυγισμένες αποφάσεις. Όμως αυτό που λες πάει πολύ (με πιάνει αλήθεια δέος), πως είναι δυνατόν οι δυο να αγωνιστούμε με πολλούς γενναίους. |
| Π_245 | μνηστήρων δ᾽ οὔτ᾽ ἂρ δεκὰς ἀτρεκὲς οὔτε δύ᾽ οἶαι, ἀλλὰ πολὺ πλέονες· τάχα δ᾽ εἴσεαι ἐνθάδ᾽ ἀριθμόν. ἐκ μὲν Δουλιχίοιο δύω καὶ πεντήκοντα κοῦροι κεκριμένοι, ἓξ δὲ δρηστῆρες ἕπονται· ἐκ δὲ Σάμης πίσυρες τε καὶ εἴκοσι φῶτες ἔασιν, | Γιατί δεν είναι οι μνηστήρες μόνο δέκα ή δυο φορές το δέκα· είναι πολλοί και πολλαπλάσιοι — άκου να δεις τώρα τον αριθμό τους: απ᾽ το Δουλίχιο πενήντα δύο νέοι διαλεχτοί που τους ακολουθούνε κι έξι παραγιοί· από τη Σάμη είκοσι τέσσερις, είκοσι |
| Π_250 | ἐκ δὲ Ζακύνθου ἔασιν ἐείκοσι κοῦροι Ἀχαιῶν, ἐκ δ᾽ αὐτῆς Ἰθάκης δυοκαίδεκα πάντες ἄριστοι, καί σφιν ἅμ᾽ ἐστὶ Μέδων κῆρυξ καὶ θεῖος ἀοιδὸς καὶ δοιὼ θεράποντε, δαήμονε δαιτροσυνάων. τῶν εἴ κεν πάντων ἀντήσομεν ἔνδον ἐόντων, | απ᾽ τη Ζάκυνθο των Αχαιών βλαστοί· μέσα από την Ιθάκη δώδεκα, οι καλύτεροι — μαζί τους ο κήρυκας ο Μέδων, ο θείος αοιδός και δυο θεράποντες που ξέρουν να λιανίζουν κρέατα. Ανίσως τους πετύχουμε όλους αυτούς μέσα στο σπίτι, μήπως, πηγαίνοντας εκεί, σου βγει πικρή κι |
| Π_255 | μὴ πολύπικρα καὶ αἰνὰ βίας ἀποτίσεαι ἐλθών. ἀλλὰ σύ γ᾽, εἰ δύνασαί τιν᾽ ἀμύντορα μερμηρίξαι, φράζευ, ὅ κέν τις νῶϊν ἀμύνοι πρόφρονι θυμῷ.» Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς· «τοιγὰρ ἐγὼν ἐρέω, σὺ δὲ σύνθεο καί μευ ἄκουσον· | ανάποδη η εκδίκηση για τα παράνομά τους έργα. Γι᾽ αυτό, αν μπορούσες να σκεφτείς κάποιον να μας παρασταθεί, στοχάσου ποιος θα ᾽ταν σε θέση να σταθεί στο πλάι μας με προθυμία και θάρρος.» Γύρισε τότε και του μίλησε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος: «Και βέβαια θα σου πω· άκουσε εσύ, κι ας το δουλέψει ο νους σου· |
| Π_260 | καὶ φράσαι ἤ κεν νῶϊν Ἀθήνη σὺν Διὶ πατρὶ ἀρκέσει, ἦέ τιν᾽ ἄλλον ἀμύντορα μερμηρίξω.» Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα· «ἐσθλώ τοι τούτω γ᾽ ἐπαμύντορε, τοὺς ἀγορεύεις, ὕψι περ ἐν νεφέεσσι καθημένω· ὥ τε καὶ ἄλλοις | σκέψου αν αρκούν σ᾽ εμάς τους δυο η Αθηνά με τον πατέρα της τον Δία, ή θα ᾽πρεπε να σοφιστώ και κάποιον άλλον παραστάτη.» Ο φρόνιμος Τηλέμαχος αμέσως του αποκρίθηκε: «Μεγάλοι κι άξιοι οι δύο παραστάτες που ονομάτισες, κι ας κατοικούν εκεί ψηλά στα νέφη· η δύναμή τους επιβάλλεται |
| Π_265 | ἀνδράσι τε κρατέουσι καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσι.» Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς· «οὐ μέν τοι κείνω γε πολὺν χρόνον ἀμφὶς ἔσεσθον φυλόπιδος κρατερῆς, ὁπότε μνηστῆρσι καὶ ἡμῖν ἐν μεγάροισιν ἐμοῖσι μένος κρίνηται Ἄρηος. | και στους θνητούς ανθρώπους και στους αθάνατους θεούς.» Πάλι του μίλησε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος: «Ω ναι, εκείνοι δεν θα μείνουν για πολύ μακριά από την άγρια μάχη, όταν θα φτάσει η ώρα να κρίνει ο Άρης τον αγώνα μας με τους μνηστήρες στο παλάτι. |
| Π_270 | ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν ἔρχευ ἅμ᾽ ἠοῖ φαινομένηφιν οἴκαδε, καὶ μνηστῆρσιν ὑπερφιάλοισιν ὁμίλει· αὐτὰρ ἐμὲ προτὶ ἄστυ συβώτης ὕστερον ἄξει, πτωχῷ λευγαλέῳ ἐναλίγκιον ἠδὲ γέροντι. εἰ δέ μ᾽ ἀτιμήσουσι δόμον κάτα, σὸν δὲ φίλον κῆρ | Μα τώρα εσύ, μόλις φανεί στον ουρανό η Αυγή, πήγαινε σπίτι, ανακατέψου πάλι με τους περήφανους μνηστήρες — εμένα θα με κατεβάσει αργότερα στην πόλη ο χοιροβοσκός, με τη μορφή ενός γέρου, κουρελή ζητιάνου. Κι αν μέσα στο ίδιο μου το σπίτι εκείνοι με καταφρονήσουν, |
| Π_275 | τετλάτω ἐν στήθεσσι κακῶς πάσχοντος ἐμεῖο, ἤν περ καὶ διὰ δῶμα ποδῶν ἕλκωσι θύραζε ἢ βέλεσιν βάλλωσι· σὺ δ᾽ εἰσορόων ἀνέχεσθαι. ἀλλ᾽ ἦ τοι παύεσθαι ἀνωγέμεν ἀφροσυνάων, μειλιχίοις ἐπέεσσι παραυδῶν· οἱ δέ τοι οὔ τι | να μείνει ψύχραιμη η καρδιά σου, βλέποντας το κακό που πάσχω· ακόμη κι αν στο πάτωμα με σύρουν απ᾽ τα πόδια να με πετάξουν έξω, ή ρίξουν τις βολές τους πάνω μου, βλέπε και κάνε εσύ υπομονή. Μόνο με λόγια μαλακά τους λες τις αφροσύνες τους να σταματήσουν. Αυτοί, είναι σίγουρο, |
| Π_280 | πείσονται· δὴ γάρ σφι παρίσταται αἴσιμον ἦμαρ. ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν· ὁππότε κεν πολύβουλος ἐνὶ φρεσὶ θῇσιν Ἀθήνη, νεύσω μέν τοι ἐγὼ κεφαλῇ, σὺ δ᾽ ἔπειτα νοήσας ὅσσα τοι ἐν μεγάροισιν ἀρήϊα τεύχεα κεῖται | δεν θα σ᾽ ακούσουν· γιατί τους μέλλεται η μοιραία μέρα. Αλλά και κάτι άλλο έχω να σου πω, να το φυλάξει ο νους σου: μόλις φωτίσει το μυαλό μου πολύβουλη η Αθηνά, εγώ κουνώντας το κεφάλι θα σου κάνω νεύμα, πιάνεις εσύ τότε το νόημα, κι αμέσως σηκώνεις τα όπλα του πολέμου |
| Π_285 | ἐς μυχὸν ὑψηλοῦ θαλάμου καταθεῖναι ἀείρας πάντα μάλ᾽· αὐτὰρ μνηστῆρας μαλακοῖς ἐπέεσσι παρφάσθαι, ὅτε κέν σε μεταλλῶσιν ποθέοντες· “ἐκ καπνοῦ κατέθηκ᾽, ἐπεὶ οὐκέτι τοῖσιν ἐῴκει οἷά ποτε Τροίηνδε κιὼν κατέλειπεν Ὀδυσσεύς, | που παραμένουν στη μεγάλη αίθουσα — να τα μαζέψεις όλα στη γωνιά της πάνω κάμαρης. Όσο για τους μνηστήρες, όταν τα αναζητήσουνε και σε ρωτήσουν, πάλι τους ξεγελάς με λόγια μαλακά: «Τα σήκωσα να τα φυλάξω από την κάπνα, γιατί δεν μοιάζουν πια όπως ο Οδυσσέας τ᾽ άφησε τη μέρα εκείνη που έφευγε στην Τροία· |
| Π_290 | ἀλλὰ κατῄκισται, ὅσσον πυρὸς ἵκετ᾽ ἀϋτμή. πρὸς δ᾽ ἔτι καὶ τόδε μεῖζον ἐνὶ φρεσὶ θῆκε Κρονίων, μή πως οἰνωθέντες, ἔριν στήσαντες ἐν ὑμῖν, ἀλλήλους τρώσητε καταισχύνητέ τε δαῖτα καὶ μνηστύν· αὐτὸς γὰρ ἐφέλκεται ἄνδρα σίδηρος.” | έχουν το χάλι τους, τα θάμπωσε η καπνισμένη ανάσα της φωτιάς. Κι ένας ακόμη λόγος σοβαρότερος, που ο Δίας τον έβαλε στον νου μου· μήπως μιαν ώρα μεθυσμένοι, πιάσετε μεταξύ σας τον καβγά και πληγωθείτε, οπότε θα ντροπιάσετε γεύμα και προξενιό — γιατί από μόνο του το σίδερο τραβά τον άντρα.» |
| Π_295 | νῶϊν δ᾽ οἴοισιν δύο φάσγανα καὶ δύο δοῦρε καλλιπέειν καὶ δοιὰ βοάγρια χερσὶν ἑλέσθαι, ὡς ἂν ἐπιθύσαντες ἑλοίμεθα· τοὺς δέ κ᾽ ἔπειτα Παλλὰς Ἀθηναίη θέλξει καὶ μητίετα Ζεύς. ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν· | Μόνο για μας τους δυο άφησε μέσα δυο σπαθιά, δυο δόρατα, και δυο σκουτάρια από βοδίσιο δέρμα· πρόχειρα να ᾽ναι, όταν διαλέξουμε την ώρα να εφορμήσουμε. Μετά η Παλλάδα Αθηνά θα τους μαγέψει αυτούς, αλλά κι ο Δίας βαθυστόχαστος. Και κάτι ακόμα θα σου πω, να το θυμάσαι· |
| Π_300 | εἰ ἐτεόν γ᾽ ἐμός ἐσσι καὶ αἵματος ἡμετέροιο, μή τις ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆος ἀκουσάτω ἔνδον ἐόντος, μήτ᾽ οὖν Λαέρτης ἴστω τό γε μήτε συβώτης μήτε τις οἰκήων μήτ᾽ αὐτὴ Πηνελόπεια, ἀλλ᾽ οἶοι σύ τ᾽ ἐγώ τε γυναικῶν γνώομεν ἰθύν· | αν είσαι γιος μου κι αίμα μου, κανείς μην πάρει είδηση πως ο Οδυσσέας βρίσκεται στο σπίτι. Μήτε ο Λαέρτης να το μάθει μήτε ο χοιροβοσκός μήτε άλλος άνθρωπος δικός μας — ούτε κι η ίδια η Πηνελόπη. Μόνο εσύ κι εγώ, μαζί να δούμε των γυναικών το φρόνημα |
| Π_305 | καί κέ τεο δμώων ἀνδρῶν ἔτι πειρηθεῖμεν, ἠμὲν ὅπου τις νῶϊ τίει καὶ δείδιε θυμῷ, ἠδ᾽ ὅτις οὐκ ἀλέγει, σὲ δ᾽ ἀτιμᾷ τοῖον ἐόντα.» Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσεφώνεε φαίδιμος υἱός· «ὦ πάτερ, ἦ τοι ἐμὸν θυμὸν καὶ ἔπειτά γ᾽, ὀΐω, | και λέω να δοκιμάσουμε τους άλλους δούλους· αν κάποιος μας τιμά και μας φοβάται, και ποιος καθόλου δεν μας λογαριάζει κι εσένα σε ατιμάζει, κι ας είσαι αυτός που είσαι.» Ανταποκρίθηκε ο λαμπρός του γιος και τον προσφώνησε: «Πατέρα, το φρόνημά μου σύντομα θα το γνωρίσεις — |
| Π_310 | γνώσεαι· οὐ μὲν γάρ τι χαλιφροσύναι γέ μ᾽ ἔχουσιν· ἀλλ᾽ οὔ τοι τόδε κέρδος ἐγὼν ἔσσεσθαι ὀΐω ἡμῖν ἀμφοτέροισι· σὲ δὲ φράζεσθαι ἄνωγα. δηθὰ γὰρ αὔτως εἴσῃ ἑκάστου πειρητίζων, ἔργα μετερχόμενος· τοὶ δ᾽ ἐν μεγάροισιν ἕκηλοι | δεν είμαι πάντως αχαλίνωτος. Αλλά δεν βλέπω αυτό που είπες να συμφέρει τόσο και τους δυο μας· γι᾽ αυτό προτείνω να το ξανασκεφτείς. Πολύν καιρό νομίζω πως θα χάσεις τους δούλους δοκιμάζοντας έναν προς έναν, γυρίζοντας και στους αγρούς· στο μεταξύ οι μνηστήρες |
| Π_315 | χρήματα δαρδάπτουσιν ὑπέρβιον, οὐδ᾽ ἔπι φειδώ. ἀλλ᾽ ἦ τοί σε γυναῖκας ἐγὼ δεδάασθαι ἄνωγα, αἵ τέ σ᾽ ἀτιμάζουσι καὶ αἳ νηλείτιδές εἰσιν· ἀνδρῶν δ᾽ οὐκ ἂν ἐγώ γε κατὰ σταθμοὺς ἐθέλοιμι ἡμέας πειράζειν, ἀλλ᾽ ὕστερα ταῦτα πένεσθαι, | ανενόχλητοι κι ασύστολοι ξαφρίζουν στο παλάτι τ᾽ αγαθά σου — δεν έχουν στάλα δισταγμό. Είμαι λοιπόν της γνώμης, των γυναικών την πίστη να τη δοκιμάσεις· ποιες κριματίζονται σε βάρος σου και ποιες σου μένουν ακριμάτιστες. Δεν θα συμβούλευα όμως, πηγαίνοντας στους στάβλους, στον έλεγχο να βάλουμε ακόμη και τους δούλους — αυτή η δουλειά |
| Π_320 | εἰ ἐτεόν γέ τι οἶσθα Διὸς τέρας αἰγιόχοιο.» Ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον, ἡ δ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτ᾽ Ἰθάκηνδε κατήγετο νηῦς εὐεργής, ἣ φέρε Τηλέμαχον Πυλόθεν καὶ πάντας ἑταίρους. οἱ δ᾽ ὅτε δὴ λιμένος πολυβενθέος ἐντὸς ἵκοντο, | ας μείνει αργότερα, αν πράγματι κρατείς στο χέρι σημάδι από τον αιγίοχο Δία.» Κι ενώ εκείνοι μεταξύ τους έτσι συνομιλούσαν, έμπαινε κιόλας στην Ιθάκη το καλοχτισμένο πλοίο, αυτό που τον Τηλέμαχο έφερε απ᾽ την Πύλο και τους συντρόφους του όλους. Κι όταν προσάραξε μες στο βαθύ λιμάνι, |
| Π_325 | νῆα μὲν οἵ γε μέλαιναν ἐπ᾽ ἠπείροιο ἔρυσσαν, τεύχεα δέ σφ᾽ ἀπένεικαν ὑπέρθυμοι θεράποντες, αὐτίκα δ᾽ ἐς Κλυτίοιο φέρον περικαλλέα δῶρα. αὐτὰρ κήρυκα πρόεσαν δόμον εἰς Ὀδυσῆος, ἀγγελίην ἐρέοντα περίφρονι Πηνελοπείῃ, | τράβηξαν στην ακτή το μελανό καράβι, κι οι παραγιοί ολοπρόθυμοι τους πήραν τ᾽ άρματα. Με δίχως καθυστέρηση μετέφεραν μετά τα εξαίσια δώρα στου Κλυτίου το σπίτι, κι αμέσως έστειλαν τον κήρυκα στου Οδυσσέα τα δώματα, την αγγελία να φέρει στη συλλογισμένη Πηνελόπη, πως ο Τηλέμαχος είχε ξεμείνει |
| Π_330 | οὕνεκα Τηλέμαχος μὲν ἐπ᾽ ἀγροῦ, νῆα δ᾽ ἀνώγει ἄστυδ᾽ ἀποπλείειν, ἵνα μὴ δείσασ᾽ ἐνὶ θυμῷ ἰφθίμη βασίλεια τέρεν κατὰ δάκρυον εἴβοι. τὼ δὲ συναντήτην κῆρυξ καὶ δῖος ὑφορβὸς τῆς αὐτῆς ἕνεκ᾽ ἀγγελίης, ἐρέοντε γυναικί. | στους αγρούς, έδωσε όμως εντολή να καταπλεύσει το πλεούμενο ίσα στην πόλη, για να μην έχει μέσα της τον φόβο η φρόνιμη βασίλισσα και τρέχει από τα μάτια της το δάκρυ της ποτάμι. Συνέπεσαν ωστόσο κήρυκας και θείος χοιροβοσκός, με το ίδιο μήνυμα κι οι δυο, για να το πουν στην Πηνελόπη. |
| Π_335 | ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἵκοντο δόμον θείου βασιλῆος, κῆρυξ μέν ῥα μέσῃσι μετὰ δμῳῇσιν ἔειπεν· «ἤδη τοι, βασίλεια, φίλος πάϊς εἰλήλουθε.» Πηνελοπείῃ δ᾽ εἶπε συβώτης ἄγχι παραστὰς πάνθ᾽ ὅσα οἱ φίλος υἱὸς ἀνώγει μυθήσασθαι. | Κι όταν μέσα στο σπίτι βρέθηκαν του θεϊκού Οδυσσέα, φώναξε ο κήρυκας ανάμεσα στις άλλες δούλες: «Βασίλισσα, γύρισε πίσω το αγαπημένο σου παιδί.» Συγχρόνως ο χοιροβοσκός στάθηκε πλάι στην Πηνελόπη, της εξηγούσε τα όσα του είχε παραγγείλει ο αγαπημένος |
| Π_340 | αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πᾶσαν ἐφημοσύνην ἀπέειπε, βῆ ῥ᾽ ἴμεναι μεθ᾽ ὕας, λίπε δ᾽ ἕρκεά τε μέγαρόν τε. Μνηστῆρες δ᾽ ἀκάχοντο κατήφησάν τ᾽ ἐνὶ θυμῷ, ἐκ δ᾽ ἦλθον μεγάροιο παρὲκ μέγα τειχίον αὐλῆς, αὐτοῦ δὲ προπάροιθε θυράων ἑδριόωντο. | γιος της, κι όταν απόσωσε την εντολή του ολόκληρη, άφησε πίσω του παλάτι και περίβολο, και τράβηξε τον δρόμο του, να βρει τους χοίρους του. Όσο για τους μνηστήρες, κατσουφιασμένοι και στυφοί απ᾽ το κακό τους, βγήκαν απ᾽ τη μεγάλη αίθουσα, προσπέρασαν τον υψωμένο τοίχο της αυλής, κι απέξω εκεί, μπρος στην αυλόθυρα, μαζεύτηκαν. |
| Π_345 | τοῖσιν δ᾽ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἄρχ᾽ ἀγορεύειν· «ὦ φίλοι, ἦ μέγα ἔργον ὑπερφιάλως τετέλεσται Τηλεμάχῳ ὁδὸς ἥδε· φάμεν δέ οἱ οὐ τελέεσθαι. ἀλλ᾽ ἄγε νῆα μέλαιναν ἐρύσσομεν, ἥ τις ἀρίστη, ἐς δ᾽ ἐρέτας ἁλιῆας ἀγείρομεν, οἵ κε τάχιστα | Πρώτος ανάμεσά τους πήρε τον λόγο του Πολύβου ο γιος, ο Ευρύμαχος: «Φίλοι μου, τι θρασύ κατόρθωμα κι αυτό που συντελέστηκε με το ταξίδι του Τηλέμαχου — κι εμείς φωνάζαμε πως όχι, ατέλεστο θα μείνει. Μα τώρα εμπρός, καράβι μελανό να ρίξουμε στη θάλασσα κι ας μαζευτούν οι κωπηλάτες ναύτες το ταχύτερο, |
| Π_350 | κείνοις ἀγγείλωσι θοῶς οἶκόνδε νέεσθαι.» Οὔ πω πᾶν εἴρηθ᾽, ὅτ᾽ ἄρ᾽ Ἀμφίνομος ἴδε νῆα, στρεφθεὶς ἐκ χώρης, λιμένος πολυβενθέος ἐντός, ἱστία τε στέλλοντας ἐρετμά τε χερσὶν ἔχοντας. ἡδὺ δ᾽ ἄρ᾽ ἐκγελάσας μετεφώνεεν οἷς ἑτάροισι· | να φέρουν μήνυμα σ᾽ αυτούς, αμέσως να γυρίσουν πίσω.» Δεν πρόλαβε να πει τον λόγο του και βλέπει ο Αμφίνομος, στριφογυρίζοντας στη θέση του, το πλοίο κιόλας στο βαθύ λιμάνι· να κατεβάζουν τα πανιά και να σηκώνουν τα κουπιά στα χέρια. Ξέσπασε τότε σε γέλωτα ιλαρό, φωνάζοντας προς τους συντρόφους: |
| Π_355 | «μή τιν᾽ ἔτ᾽ ἀγγελίην ὀτρύνομεν· οἵδε γὰρ ἔνδον. ἤ τίς σφιν τόδ᾽ ἔειπε θεῶν, ἢ ἔσιδον αὐτοὶ νῆα παρερχομένην, τὴν δ᾽ οὐκ ἐδύναντο κιχῆναι.» Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἀνστάντες ἔβαν ἐπὶ θῖνα θαλάσσης, αἶψα δὲ νῆα μέλαιναν ἐπ᾽ ἠπείροιο ἔρυσσαν, | «Κάθε μας μήνυμα πια περισσεύει· να τοι μες στο λιμάνι! Ή τους φανέρωσε το πράγμα ένας θεός, ή με τα μάτια τους είδαν το πλοίο του Τηλεμάχου να τους προσπερνά, αλλά δεν μπόρεσαν να το προλάβουν.» Ακούγοντας τα λόγια του σηκώθηκαν μεμιάς και τράβηξαν να πάνε στο ακρογιάλι. Γρήγορα εκείνοι σέρνουν στη στεριά το μελανό καράβι, |
| Π_360 | τεύχεα δέ σφ᾽ ἀπένεικαν ὑπέρθυμοι θεράποντες. αὐτοὶ δ᾽ εἰς ἀγορὴν κίον ἁθρόοι, οὐδέ τιν᾽ ἄλλον εἴων οὔτε νέων μεταΐζειν οὔτε γερόντων. τοῖσιν δ᾽ Ἀντίνοος μετέφη, Εὐπείθεος υἱός· «ὢ πόποι, ὡς τόνδ᾽ ἄνδρα θεοὶ κακότητος ἔλυσαν. | κι οι παραγιοί ολοπρόθυμοι τους πήραν τ᾽ άρματα. Όλοι μαζί μετά σπεύδουν για σύναξη στην αγορά, αλλά δεν άφησαν πλάι τους να καθήσει κανένας άλλος, νέος ή γέρος. Τότε ο Αντίνοος, ο γιος του Ευπείθη, μπήκε στη μέση και τους είπε: «Ουαί κι αλίμονο· πώς οι θεοί τον γλίτωσαν αυτόν από τον όλεθρο! |
| Π_365 | ἤματα μὲν σκοποὶ ἷζον ἐπ᾽ ἄκριας ἠνεμοέσσας αἰὲν ἐπασσύτεροι· ἅμα δ᾽ ἠελίῳ καταδύντι οὔ ποτ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου νύκτ᾽ ἄσαμεν, ἀλλ᾽ ἐνὶ πόντῳ νηῒ θοῇ πλείοντες ἐμίμνομεν Ἠῶ δῖαν, Τηλέμαχον λοχόωντες, ἵνα φθείσωμεν ἑλόντες | Όλη τη μέρα, στημένοι σε βίγλες ανεμόδαρτες, άλλαζαν οι σκοποί μας βάρδια. Κι όταν ο ήλιος έγερνε στη δύση, μήτε μια νύχτα δεν μας βρήκε ξαπλωμένους στη στεριά· μέσα στο πέλαγος, πάνω στο γρήγορο καράβι, πλέοντας συνεχώς, καραδοκούσαμε να φέξει το θείο φως της μέρας, προσηλωμένοι στου Τηλεμάχου το καρτέρι, |
| Π_370 | αὐτόν· τὸν δ᾽ ἄρα τῆος ἀπήγαγεν οἴκαδε δαίμων. ἡμεῖς δ᾽ ἐνθάδε οἱ φραζώμεθα λυγρὸν ὄλεθρον Τηλεμάχῳ, μηδ᾽ ἧμας ὑπεκφύγοι· οὐ γὰρ ὀΐω τούτου γε ζώοντος ἀνύσσεσθαι τάδε ἔργα. αὐτὸς μὲν γὰρ ἐπιστήμων βουλῇ τε νόῳ τε, | πώς θα τον πιάσουμε, για να τον θανατώσουμε — κι όμως αυτόν σώο τον έφερε στο σπίτι σίγουρα κάποιος δαίμονας. Καιρός όμως εδώ τον άθλιο χαλασμό να σοφιστούμε του Τηλεμάχου· μη μας ξεφύγει πάλι μέσα από τα χέρια. Γιατί, όσο εκείνος ζει, δεν βλέπω τη δουλειά μας να τελειώνει· ξέρει καλά από μόνος του πώς να σκεφτεί και τι να αποφασίσει, |
| Π_375 | λαοὶ δ᾽ οὐκέτι πάμπαν ἐφ᾽ ἡμῖν ἦρα φέρουσιν. ἀλλ᾽ ἄγετε, πρὶν κεῖνον ὁμηγυρίσασθαι Ἀχαιοὺς εἰς ἀγορήν ―οὐ γάρ τι μεθησέμεναί μιν ὀΐω, ἀλλ᾽ ἀπομηνίσει, ἐρέει δ᾽ ἐν πᾶσιν ἀναστὰς οὕνεκά οἱ φόνον αἰπὺν ἐράπτομεν οὐδ᾽ ἐκίχημεν· | αλλά κι ο κόσμος πια δεν μας χαρίζεται κι εμάς σαν άλλοτε. Λοιπόν βιαστείτε, προτού καλέσει εκείνος τους Αχαιούς στην αγορά. Δεν το νομίζω πως θα μείνει με χέρια σταυρωμένα. Διπλά οργισμένος, θα σηκωθεί σ᾽ όλους μπροστά, να φανερώσει τον άγριο φόνο που μηχανευτήκαμε, αλλά δεν τον προλάβαμε· κι αυτοί ασφαλώς δεν πρόκειται |
| Π_380 | οἱ δ᾽ οὐκ αἰνήσουσιν ἀκούοντες κακὰ ἔργα· μή τι κακὸν ῥέξωσι καὶ ἥμεας ἐξελάσωσι γαίης ἡμετέρης, ἄλλων δ᾽ ἀφικώμεθα δῆμον· ἀλλὰ φθέωμεν ἑλόντες ἐπ᾽ ἀγροῦ νόσφι πόληος ἢ ἐν ὁδῷ· βίοτον δ᾽ αὐτοὶ καὶ κτήματ᾽ ἔχωμεν, | να μας παινέσουν, ακούγοντας τη βρώμική μας πράξη. Μήπως μας βλάψουν άσχημα, μας εξορίσουν απ᾽ την ίδια μας τη γη, και φτάσουμε σε ξένη χώρα. Ας τον προλάβουμε λοιπόν, στα χέρια μας να πέσει· μακριά απ᾽ την πόλη, στους αγρούς ή και στον δρόμο να τον θανατώσουμε. Ύστερα μοιραζόμαστε τα πλούτη και τους θησαυρούς του — |
| Π_385 | δασσάμενοι κατὰ μοῖραν ἐφ᾽ ἡμέας, οἰκία δ᾽ αὖτε κείνου μητέρι δοῖμεν ἔχειν ἠδ᾽ ὅς τις ὀπυίοι. εἰ δ᾽ ὑμῖν ὅδε μῦθος ἀφανδάνει, ἀλλὰ βόλεσθε αὐτόν τε ζώειν καὶ ἔχειν πατρώϊα πάντα, μή οἱ χρήματ᾽ ἔπειτα ἅλις θυμηδέ᾽ ἔδωμεν | ίσο μερίδιο όλοι. Το σπίτι θα το αφήσουμε ασφαλώς στη μάνα του, να το ᾽χει αυτή κι όποιος την παντρευτεί. Αν όμως δεν αρέσει ο λόγος μου, αν προτιμάτε να μείνει ζωντανός αυτός και στο ακέραιο να κρατεί τα πατρικά αγαθά του, τότε λέω να πάψουμε κι εμείς εδώ να μαζευόμαστε, να τρώμε το δικό του βιος με σπάταλη ευχαρίστηση· καλύτερα |
| Π_390 | ἐνθάδ᾽ ἀγειρόμενοι, ἀλλ᾽ ἐκ μεγάροιο ἕκαστος μνάσθω ἐέδνοισιν διζήμενος· ἡ δέ κ᾽ ἔπειτα γήμαιθ᾽ ὅς κε πλεῖστα πόροι καὶ μόρσιμος ἔλθοι.» Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ. τοῖσιν δ᾽ Ἀμφίνομος ἀγορήσατο καὶ μετέειπε, | ο καθένας χωριστά, από το σπίτι του να στέλνει προξενιό και να της τάζει τα γαμήλια δώρα, κι εκείνη ας πάρει ταίρι της όποιον τα πιο πολλά της δώσει κι όποιον της γράφει η μοίρα της.» Έτσι τους μίλησε, κι έπεσαν όλοι σε βαριά σιωπή. Μόνο ο Αμφίνομος μπήκε στη μέση να αγορεύσει — |
| Π_395 | Νίσου φαίδιμος υἱός, Ἀρητιάδαο ἄνακτος, ὅς ῥ᾽ ἐκ Δουλιχίου πολυπύρου ποιήεντος ἡγεῖτο μνηστῆρσι, μάλιστα δὲ Πηνελοπείῃ ἥνδανε μύθοισι· φρεσὶ γὰρ κέχρητ᾽ ἀγαθῇσιν· ὅ σφιν ἐϋφρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν· | του Νίσου ο τιμημένος γιος, ο εγγονός του αρχοντικού Αρήτου, ο πρώτος των μνηστήρων από το σιτοφόρο, καταπράσινο Δουλίχιο· ακόμη και της Πηνελόπης τής πήγαινε ο Αμφίνομος όταν μιλούσε, γιατί είχε γνωστικό μυαλό. Μπήκε λοιπόν αυτός στη μέση και τους είπε: |
| Π_400 | «ὦ φίλοι, οὐκ ἂν ἐγώ γε κατακτείνειν ἐθέλοιμι Τηλέμαχον· δεινὸν δὲ γένος βασιλήϊόν ἐστι κτείνειν· ἀλλὰ πρῶτα θεῶν εἰρώμεθα βουλάς. εἰ μέν κ᾽ αἰνήσωσι Διὸς μεγάλοιο θέμιστες, αὐτός τε κτενέω τούς τ᾽ ἄλλους πάντας ἀνώξω· | «Φίλοι μου, εγώ δεν αποδέχομαι εύκολα τον θάνατο του Τηλεμάχου· έτσι κι αλλιώς βρίσκω αποτρόπαιο να θανατώνεις βασιλικό βλαστάρι. Καλύτερα πρώτα να μάθουμε τι συμβουλεύουν οι θεοί. Αν συναινέσουν του μεγάλου Δία οι χρησμοί, τότε κι ο ίδιος θα σκοτώσω κι άλλους στο φονικό θα σπρώξω· αν όμως οι θεοί |
| Π_405 | εἰ δέ κ᾽ ἀποτρωπῶσι θεοί, παύσασθαι ἄνωγα.» Ὣς ἔφατ᾽ Ἀμφίνομος, τοῖσιν δ᾽ ἐπιήνδανε μῦθος. αὐτίκ᾽ ἔπειτ᾽ ἀνστάντες ἔβαν δόμον εἰς Ὀδυσῆος, ἐλθόντες δὲ καθῖζον ἐπὶ ξεστοῖσι θρόνοισιν. Ἡ δ᾽ αὖτ᾽ ἄλλ᾽ ἐνόησε περίφρων Πηνελόπεια, | το απαγορεύσουν, προτείνω αυτό να σταματήσει.» Έτσι τους μίλησε ο Αμφίνομος, κι ο λόγος του άρεσε. Σηκώθηκαν αυτοί κι αμέσως τράβηξαν στου Οδυσσέα τα δώματα, φτάνοντας καλοκάθησαν σε γυαλισμένους θρόνους. Στο μεταξύ κι η Πηνελόπη με τη δική της φρόνηση στοχάστηκε άλλα· να κάνει την εμφάνισή της στους μνηστήρες, |
| Π_410 | μνηστήρεσσι φανῆναι ὑπέρβιον ὕβριν ἔχουσι· πεύθετο γὰρ οὗ παιδὸς ἐνὶ μεγάροισιν ὄλεθρον· κῆρυξ γάρ οἱ ἔειπε Μέδων, ὃς ἐπεύθετο βουλάς. βῆ δ᾽ ἰέναι μέγαρόνδε σὺν ἀμφιπόλοισι γυναιξίν. ἀλλ᾽ ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν, | που ξεπερνούσαν κάθε μέτρο με το θράσος τους. Τον είχε μάθει τον χαλασμό του γιου της μέσα στο παλάτι· ο κήρυκας της τον φανέρωσε, ο Μέδων, ακούγοντας το δόλιο σχέδιο των μνηστήρων. Κατέβηκε τότε η βασίλισσα και προχωρούσε στη μεγάλη αίθουσα με συνοδεία δυο θεραπαινίδες. |
| Π_415 | στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο, ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κρήδεμνα, Ἀντίνοον δ᾽ ἐνένιπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν· «Ἀντίνο᾽, ὕβριν ἔχων, κακομήχανε, καὶ δέ σέ φασιν ἐν δήμῳ Ἰθάκης μεθ᾽ ὁμήλικας ἔμμεν ἄριστον | Κι όταν πλησίασε η θεία γυναίκα τους μνηστήρες, πλάι στην κολόνα ακούμπησε της καλοκαμωμένης στέγης, καλύπτοντας τα μάγουλά της με φωτεινή μαντίλα. Στράφηκε αμέσως στον Αντίνοο, μιλώντας του σκληρά: «Αντίνοε ξιπασμένε, κακομήχανε! Κι ας λέει ο κόσμος στην Ιθάκη πως είσαι ο άριστος στη σκέψη και στα λόγια, ανάμεσα |
| Π_420 | βουλῇ καὶ μύθοισι· σὺ δ᾽ οὐκ ἄρα τοῖος ἔησθα. μάργε, τίη δὲ σὺ Τηλεμάχῳ θάνατόν τε μόρον τε ῥάπτεις, οὐδ᾽ ἱκέτας ἐμπάζεαι, οἷσιν ἄρα Ζεὺς μάρτυρος; οὐδ᾽ ὁσίη κακὰ ῥάπτειν ἀλλήλοισιν. ἦ οὐκ οἶσθ᾽ ὅτε δεῦρο πατὴρ τεὸς ἵκετο φεύγων, | σ᾽ όλους της ηλικίας σου. Ποτέ δεν ήσουν τέτοιος, ξεμυαλισμένε! Τι κάθεσαι και κλώθεις τον φόνο και τον θάνατο του Τηλεμάχου; Εσύ δεν σέβεσαι καν τους ανυπεράσπιστους που έχουν τον Δία μάρτυρά τους — ανόσιοι όσοι μηχανεύονται ένας του άλλου το κακό. Ή μήπως ξέχασες πότε και πώς, κυνηγημένος ο πατέρας σου |
| Π_425 | δῆμον ὑποδείσας; δὴ γὰρ κεχολώατο λίην, οὕνεκα ληϊστῆρσιν ἐπισπόμενος Ταφίοισιν ἤκαχε Θεσπρωτούς· οἱ δ᾽ ἡμῖν ἄρθμιοι ἦσαν. τόν ῥ᾽ ἔθελον φθῖσαι καὶ ἀπορραῖσαι φίλον ἦτορ ἠδὲ κατὰ ζωὴν φαγέειν μενοεικέα πολλήν· | από τον φόβο του λαού του, έφτασε εδώ ικέτης; Είχαν μαζί του εξοργιστεί πολύ, που πήγε τους Θεσπρωτούς να βλάψει με πειρατές από την Τάφο. Ήσαν αυτοί δικοί μας φίλοι, θέλησαν τότε να τον αφανίσουν, να τον κατασπαράξουν, να φάνε τα πολλά και πολυπόθητά του πλούτη. |
| Π_430 | ἀλλ᾽ Ὀδυσεὺς κατέρυκε καὶ ἔσχεθεν ἱεμένους περ. τοῦ νῦν οἶκον ἄτιμον ἔδεις, μνάᾳ δὲ γυναῖκα παῖδά τ᾽ ἀποκτείνεις, ἐμὲ δὲ μεγάλως ἀκαχίζεις· ἀλλά σε παύσασθαι κέλομαι καὶ ἀνωγέμεν ἄλλους.» Τὴν δ᾽ αὖτ᾽ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἀντίον ηὔδα· | Κι όμως ο Οδυσσέας τούς έκοψε τη φόρα πάνω στη βράση. Και τώρα εσύ του τρως ανέξοδα στο σπίτι, παντρολογιέσαι τη γυναίκα του, σκοτώνεις το παιδί του, κι εμένα φαρμακώνεις. Σ᾽ το λέω, σύνελθε· σταμάτα πια και πες να σταματήσουνε κι οι άλλοι.» Πετάχτηκε ο Ευρύμαχος, γιος του Πολύβου, να της απαντήσει: |
| Π_435 | «κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρον Πηνελόπεια, θάρσει· μή τοι ταῦτα μετὰ φρεσὶ σῇσι μελόντων. οὐκ ἔσθ᾽ οὗτος ἀνὴρ οὐδ᾽ ἔσσεται οὐδὲ γένηται, ὅς κεν Τηλεμάχῳ σῷ υἱέϊ χεῖρας ἐποίσει ζώοντός γ᾽ ἐμέθεν καὶ ἐπὶ χθονὶ δερκομένοιο. | «Του Ικαρίου κόρη, φρόνιμη Πηνελόπη, θάρρος· μη βασανίζεις το μυαλό σου εσύ με τέτοια. Ακόμη δεν γεννήθηκε αυτός ο άντρας, μήτε θα γεννηθεί, δεν γίνεται, που θα τολμήσει ν᾽ απλώσει χέρι στον Τηλέμαχο, τον γιο σου — όσο ακόμη εγώ θα ζω, όσο θα βλέπουν φως τα μάτια μου σ᾽ αυτή τη γη. |
| Π_440 | ὧδε γὰρ ἐξερέω, καὶ μὴν τετελεσμένον ἔσται· αἶψά οἱ αἷμα κελαινὸν ἐρωήσει περὶ δουρὶ ἡμετέρῳ, ἐπεὶ ἦ καὶ ἐμὲ πτολίπορθος Ὀδυσσεὺς πολλάκι γούνασιν οἷσιν ἐφεσσάμενος κρέας ὀπτὸν ἐν χείρεσσιν ἔθηκεν ἐπέσχε τε οἶνον ἐρυθρόν. | Ό,τι θα πω, πες το συντελεσμένο· αυτοστιγμεί θα τρέξει μαύρο το αίμα του, να βάψει ολόγυρα το δόρυ μου. Γιατί κι ο φημισμένος πορθητής πολλές φορές στα γόνατά του με κανάκεψε — ο Οδυσσέας· στα χέρια μου έβαλε κρέας ψημένο, στα χείλη μου έφερε να πιω το κόκκινο κρασί. |
| Π_445 | τῷ μοι Τηλέμαχος πάντων πολὺ φίλτατός ἐστιν ἀνδρῶν, οὐδέ τί μιν θάνατον τρομέεσθαι ἄνωγα ἔκ γε μνηστήρων· θεόθεν δ᾽ οὐκ ἔστ᾽ ἀλέασθαι.» Ὣς φάτο θαρσύνων, τῷ δ᾽ ἤρτυεν αὐτὸς ὄλεθρον. ἡ μὲν ἄρ᾽ εἰσαναβᾶσ᾽ ὑπερώϊα σιγαλόεντα | Γι᾽ αυτό και τον Τηλέμαχο τον έχω από όλους πιο πολύ μες στην καρδιά μου· λέω πως δεν έχει λόγο τον θάνατό του να φοβάται — σίγουρα όχι απ᾽ τους μνηστήρες· αν όμως έλθει από θεού, δεν γίνεται να τον ξεφύγει.» Με τέτοια λόγια προσπαθούσε να της δώσει θάρρος· μέσα του όμως ακόμη στριφογύριζε τον όλεθρο. Κι εκείνη ανέβηκε ψηλά |
| Π_450 | κλαῖεν ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆα, φίλον πόσιν, ὄφρα οἱ ὕπνον ἡδὺν ἐπὶ βλεφάροισι βάλε γλαυκῶπις Ἀθήνη. Ἑσπέριος δ᾽ Ὀδυσῆϊ καὶ υἱέϊ δῖος ὑφορβὸς ἤλυθεν· οἱ δ᾽ ἄρα δόρπον ἐπισταδὸν ὁπλίζοντο, σῦν ἱερεύσαντες ἐνιαύσιον. αὐτὰρ Ἀθήνη | στη φωτεινή της κάμαρη, όπου τον Οδυσσέα θρηνούσε, ταίρι αγαπημένο, ώσπου στα βλέφαρά της στάλαξε ύπνο γλυκύ, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά. Κόντευε να βραδιάσει πια, όταν ο θείος χοιροβοσκός έφτασε πάλι στον Οδυσσέα και στον γιο του. Στον τόπο αυτοί το δείπνο ετοίμαζαν, ένα χρονιάρη χοίρο σφάζοντας. Αλλά κι η Αθηνά |
| Π_455 | ἄγχι παρισταμένη Λαερτιάδην Ὀδυσῆα ῥάβδῳ πεπληγυῖα πάλιν ποίησε γέροντα, λυγρὰ δὲ εἵματα ἕσσε περὶ χροΐ, μή ἑ συβώτης γνοίη ἐσάντα ἰδὼν καὶ ἐχέφρονι Πηνελοπείῃ ἔλθοι ἀπαγγέλλων μηδὲ φρεσὶν εἰρύσσαιτο. | πλάι στον Οδυσσέα στάθηκε, γιο του Λαέρτη, τον κτύπησε με το ραβδί της και γέρο τον ξανάκαμε, στο σώμα του φορώντας πάλι κουρελιασμένα ρούχα· μήπως ο Εύμαιος τον δει και τον αναγνωρίσει, τρέξει να πει το νέο στη συλλογισμένη Πηνελόπη, και δεν κρατήσει κρυφό το μυστικό. |
| Π_460 | Τὸν καὶ Τηλέμαχος πρότερος πρὸς μῦθον ἔειπεν· «ἦλθες, δῖ᾽ Εὔμαιε. τί δὴ κλέος ἔστ᾽ ἀνὰ ἄστυ; ἦ ῥ᾽ ἤδη μνηστῆρες ἀγήνορες ἔνδον ἔασιν ἐκ λόχου, ἦ ἔτι μ᾽ αὖθ᾽ εἰρύαται οἴκαδ᾽ ἰόντα;» Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα· | Τον πρόλαβε ο Τηλέμαχος, που πρώτος είπε στον χοιροβοσκό: «Εύμαιε θείε, καλωσόρισες. Ποια φήμη τάχα κυκλοφορεί τώρα στην πόλη; βρίσκονται κιόλας οι περήφανοι μνηστήρες στο παλάτι; έχουν εγκαταλείψει το καρτέρι; ακόμη περιμένουν να γυρίσω πίσω;» Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες τον λόγο κι αποκρίθηκες: |
| Π_465 | «οὐκ ἔμελέν μοι ταῦτα μεταλλῆσαι καὶ ἐρέσθαι ἄστυ καταβλώσκοντα· τάχιστά με θυμὸς ἀνώγει ἀγγελίην εἰπόντα πάλιν δεῦρ᾽ ἀπονέεσθαι. ὡμήρησε δέ μοι παρ᾽ ἑταίρων ἄγγελος ὠκύς, κῆρυξ, ὃς δὴ πρῶτος ἔπος σῇ μητρὶ ἔειπεν. | «Όχι, δεν μ᾽ έμελε, στην πόλη κατεβαίνοντας, ρωτώντας τον έναν και τον άλλο, να μάθω κάτι· βιαζόμουν το ταχύτερο να πω το μήνυμά σου και να γυρίσω εδώ. Σ᾽ αυτό με πρόλαβε, πιο γρήγορος, άλλος μαντατοφόρος, δικός σου σύντροφος, ο κήρυκας, που πρώτος είπε στη μητέρα σου το νέο. |
| Π_470 | ἄλλο δέ τοι τό γε οἶδα· τὸ γὰρ ἴδον ὀφθαλμοῖσιν. ἤδη ὑπὲρ πόλιος, ὅθι Ἕρμαιος λόφος ἐστίν, ἦα κιών, ὅτε νῆα θοὴν ἰδόμην κατιοῦσαν ἐς λιμέν᾽ ἡμέτερον· πολλοὶ δ᾽ ἔσαν ἄνδρες ἐν αὐτῇ, βεβρίθει δὲ σάκεσσι καὶ ἔγχεσιν ἀμφιγύοισι· | Γνωρίζω ωστόσο κάτι, το είδα με τα μάτια μου· καθώς στον ερχομό μου βάδιζα πάνω απ᾽ την πόλη, εκεί στον λόφο του Ερμή, πήρε το μάτι μου το γρήγορο καράβι να μπαίνει στο λιμάνι μας. Φαινόταν πάνω του το πλήρωμα, άντρες πολλοί, και μέσα ασπίδες, δόρατα με τις αιχμές στριφτές — |
| Π_475 | καί σφεας ὠΐσθην τοὺς ἔμμεναι, οὐδέ τι οἶδα.» Ὣς φάτο, μείδησεν δ᾽ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο ἐς πατέρ᾽ ὀφθαλμοῖσιν ἰδών, ἀλέεινε δ᾽ ὑφορβόν. Οἱ δ᾽ ἐπεὶ οὖν παύσαντο πόνου τετύκοντό τε δαῖτα, δαίνυντ᾽, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης. | φαντάστηκα πως είναι αυτοί, όμως δεν είμαι σίγουρος.» Έτσι του μίλησε, και χαμογέλασε ο γενναίος Τηλέμαχος, γυρίζοντας το βλέμμα στον πατέρα του, να μην τον δει ο Εύμαιος. Τότε τελειώνοντας τις άλλες τους δουλειές, το δείπνο ετοίμασαν, κάθησαν στο τραπέζι, και δεν τους έλειψε το δίκαιο μερτικό. |
| Π_480 | αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, κοίτου τε μνήσαντο καὶ ὕπνου δῶρον ἕλοντο. | Όταν εκόρεσαν τον πόθο τους για το φαΐ και το πιοτό, θυμήθηκαν το στρώμα τους, όπου τους συνεπήρε ο ύπνος με τα δώρα του. |
Τα σχόλια είναι κλειστά.