Συμπόσιον ή περί έρωτος

Πηγή greek-language/ancient_greek/Πλάτων – Συμπόσιον

Ι. Εισαγωγικό μέρος

[172a]ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Δοκῶ μοι περὶ ὧν πυνθάνεσθε οὐκ ἀμελέτητος εἶναι. καὶ γὰρ ἐτύγχανον πρῴην εἰς ἄστυ οἴκοθεν ἀνιὼν Φαληρόθεν· τῶν οὖν γνωρίμων τις ὄπισθεν κατιδών με πόρρωθεν ἐκάλεσε, καὶ παίζων ἅμα τῇ κλήσει,ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Είμαι καλά προετοιμασμένος, πιστεύω, γι᾽ αυτά που ρωτάτε να μάθετε. Νά, έτυχε ν᾽ ανεβαίνω προχτές απ᾽ το σπίτι μου, από το Φάληρο, στην Αθήνα, όταν κάποιος γνωστός μου, που ερχόταν πίσω μου, με είδε, με φώναξε από απόσταση κι είπε με περιπαιχτικό κάλεσμα:
«Ὦ Φαληρεύς,» ἔφη, «οὗτος Ἀπολλόδωρος, οὐ περιμένεις;» Κἀγὼ ἐπιστὰς περιέμεινα.«Ε, κύριος, εσύ απ᾽ το Φάληρο, Απολλόδωρε, γιά περίμενε!». Κι εγώ κοντοστάθηκα και τον περίμενα.
Καὶ ὅς, «Ἀπολλόδωρε,» ἔφη,Κι εκείνος είπε:
«καὶ μὴν καὶ ἔναγχός σε ἐζήτουν βουλόμενος διαπυθέσθαι τὴν Ἀγάθωνος συνουσίαν«Απολλόδωρε, γιά δες, τώρα τελευταία σ᾽ αναζητούσα, θέλοντας να με κατατοπίσεις διεξοδικά για τη συνομιλία του Αγάθωνα,
[172b]καὶ Σωκράτους καὶ Ἀλκιβιάδου καὶ τῶν ἄλλων τῶν τότε ἐν τῷ συνδείπνῳ παραγενομένων, περὶ τῶν ἐρωτικῶν λόγων τίνες ἦσαν· ἄλλος γάρ τίς μοι διηγεῖτο ἀκηκοὼς Φοίνικος τοῦ Φιλίππου, ἔφη δὲ καὶ σὲ εἰδέναι. ἀλλὰ γὰρ οὐδὲν εἶχε σαφὲς λέγειν. σὺ οὖν μοι διήγησαι· δικαιότατος γὰρ εἶ τοὺς τοῦ ἑταίρου λόγους ἀπαγγέλλειν. πρότερον δέ μοι,» ἦ δ᾽ ὅς, «εἰπέ, σὺ αὐτὸς παρεγένου τῇ συνουσίᾳ ταύτῃ ἢ οὔ;»του Σωκράτη και του Αλκιβιάδη και των άλλων που παραβρέθηκαν τότε σ᾽ εκείνη τη συνεστίαση για το θέμα του έρωτα, ποιά ήταν· βέβαια κι ένας άλλος μου τη διηγήθηκε, που την είχε ακούσει από τον Φοίνικα, το γιο του Φιλίππου, και πρόσθεσε ότι την ήξερες κι εσύ. Όμως νά, δεν ήταν σε θέση να πει κάτι ξεκάθαρο· λοιπόν, μπες στον κόπο να μου τη διηγηθείς εσύ· γιατί, περισσότερο απ᾽ όποιον άλλο σ᾽ εσένα πέφτει ν᾽ αναδιηγηθείς την ομιλία του συντρόφου σου. Πριν αρχίσεις όμως, λέγε μου, παραβρέθηκες εσύ ο ίδιος σ᾽ αυτή τη συνομιλία ή όχι».
Κἀγὼ εἶπον ὅτιΚι εγώ του αποκρίθηκα ότι
«Παντάπασιν ἔοικέ σοι οὐδὲν διηγεῖσθαι«Απ᾽ ό,τι φαίνεται, ο αφηγητής σου δε σου αφηγήθηκε τίποτε,
[172c]σαφὲς ὁ διηγούμενος, εἰ νεωστὶ ἡγῇ τὴν συνουσίαν γεγονέναι ταύτην ἣν ἐρωτᾷς, ὥστε καὶ ἐμὲ παραγενέσθαι.»μα τίποτε το ξεκάθαρο, για να πιστεύεις ότι η συνομιλία —αυτή που με ρωτάς— έγινε πρόσφατα, έτσι που να παραβρεθώ κι εγώ».
«Ἐγώ γε δή,» ἔφη.«Ναι, προσωπικά αυτό πιστεύω», αποκρίθηκε.
«Πόθεν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Γλαύκων; οὐκ οἶσθ᾽ ὅτι πολλῶν ἐτῶν Ἀγάθων ἐνθάδε οὐκ ἐπιδεδήμηκεν, ἀφ᾽ οὗ δ᾽ ἐγὼ Σωκράτει συνδιατρίβω καὶ ἐπιμελὲς πεποίημαι ἑκάστης ἡμέρας εἰδέναι ὅτι ἂν λέγῃ ἢ πράττῃ, οὐδέπω τρία ἔτη ἐστίν;«Από πού κι ως πού, Γλαύκων; του είπα. Αγνοείς ότι πάνε πολλά χρόνια που ο Αγάθων βρίσκεται στα ξένα, ενώ δεν πέρασαν ούτε τρία χρόνια απ᾽ τη μέρα που μοιράζομαι το χρόνο μου με τον Σωκράτη και η καθημερινή φροντίδα μου είναι να μη μου ξεφύγει τίποτα απ᾽ ό,τι λέει και ό,τι πράττει;
[173a]πρὸ τοῦ δὲ περιτρέχων ὅπῃ τύχοιμι καὶ οἰόμενος τὶ ποιεῖν ἀθλιώτερος ἦ ὁτουοῦν, οὐχ ἧττον ἢ σὺ νυνί, οἰόμενος δεῖν πάντα μᾶλλον πράττειν ἢ φιλοσοφεῖν.»Ενώ προηγουμένως τρέχοντας εδώ κι εκεί, έτσι, όπως το ᾽φερνε η τύχη, και πιστεύοντας ότι κάτι κάνω, ήμουν ο πιο αξιοθρήνητος του κόσμου, ούτε λίγο ούτε πολύ όπως εσύ καληώρα, μια και πιστεύεις ότι πρέπει να καταγίνεσαι μ᾽ ό,τι άλλο παρά να φιλοσοφείς».
Καὶ ὅς,Κι εκείνος είπε:
«Μὴ σκῶπτ᾽,» ἔφη, «ἀλλ᾽ εἰπέ μοι πότε ἐγένετο ἡ συνουσία αὕτη.»«Μη με ελεεινολογείς, αλλά πες μου πότε έγινε η συνομιλία που λέμε».
Κἀγὼ εἶπον ὅτιΚι εγώ του αποκρίθηκα ότι
«Παίδων ὄντων ἡμῶν ἔτι, ὅτε τῇ πρώτῃ τραγῳδίᾳ ἐνίκησεν Ἀγάθων, τῇ ὑστεραίᾳ ἢ ᾗ τὰ ἐπινίκια ἔθυεν αὐτός τε καὶ οἱ χορευταί.»«Ήμασταν ακόμη παιδιά τότε, τη χρονιά που ο Αγάθων πήρε τη νίκη με την παρθενική του τραγωδία, την επομένη της μέρας που τέλεσε τις επινίκιες θυσίες κι ο ίδιος και ο θίασός του».
«Πάνυ,» ἔφη, «ἄρα πάλαι, ὡς ἔοικεν. ἀλλὰ τίς σοι διηγεῖτο; ἢ αὐτὸς Σωκράτης;»«Άρα πάνε πολλά χρόνια από τότε, όπως φαίνεται, είπε. Αλλά ποιός σου τα διηγήθηκε; Να ᾽λεγα, ο ίδιος ο Σωκράτης;».
[173b]«Οὐ μὰ τὸν Δία,» ἦν δ᾽ ἐγώ, «ἀλλ᾽ ὅσπερ Φοίνικι. Ἀριστόδημος ἦν τις, Κυδαθηναιεύς, σμικρός, ἀνυπόδητος ἀεί· παρεγεγόνει δ᾽ ἐν τῇ συνουσίᾳ, Σωκράτους ἐραστὴς ὢν ἐν τοῖς μάλιστα τῶν τότε, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ. οὐ μέντοι ἀλλὰ καὶ Σωκράτη γε ἔνια ἤδη ἀνηρόμην ὧν ἐκείνου ἤκουσα, καί μοι ὡμολόγει καθάπερ ἐκεῖνος διηγεῖτο.»«Όχι, μα τον Δία, αποκρίθηκα, αλλά εκείνος που τα διηγήθηκε στον Φοίνικα· νά, ήταν κάποιος Αριστόδημος, από το δήμο των Κυδαθηναίων, μικροκαμωμένος, ξυπόλυτος μια ζωή· και παραβρέθηκε στη συνομιλία, έτσι που ήταν απ᾽ τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς του Σωκράτη εκείνο τον καιρό — αυτή την εντύπωση σχημάτισα. Και δεν έμεινα εκεί, αλλά ρώτησα, τότε κιόλας, τον Σωκράτη για ορισμένα απ᾽ όσα άκουσα απ᾽ εκείνον, κι αυτός με διαβεβαίωσε για την ακρίβεια της διήγησης εκείνου».
«Τί οὖν,» ἔφη, «οὐ διηγήσω μοι; πάντως δὲ ἡ ὁδὸς ἡ εἰς ἄστυ ἐπιτηδεία πορευομένοις καὶ λέγειν καὶ ἀκούειν.» Οὕτω δὴ ἰόντες ἅμα τοὺς λόγους περὶ αὐτῶν ἐποιούμεθα,«Τότε, τί στέκεσαι και δε μου τα διηγείσαι; όπως και να ᾽χει, ο δρόμος για την Αθήνα είναι ό,τι πρέπει για να πορευτούμε μιλώντας κι ακούοντας». Και νά ᾽μαστε στο δρόμο μας να συζητούμε γι᾽ αυτά,
[173c]ὥστε, ὅπερ ἀρχόμενος εἶπον, οὐκ ἀμελετήτως ἔχω. εἰ οὖν δεῖ καὶ ὑμῖν διηγήσασθαι, ταῦτα χρὴ ποιεῖν. καὶ γὰρ ἔγωγε καὶ ἄλλως, ὅταν μέν τινας περὶ φιλοσοφίας λόγους ἢ αὐτὸς ποιῶμαι ἢ ἄλλων ἀκούω, χωρὶς τοῦ οἴεσθαι ὠφελεῖσθαι ὑπερφυῶς ὡς χαίρω· ὅταν δὲ ἄλλους τινάς, ἄλλως τε καὶ τοὺς ὑμετέρους τοὺς τῶν πλουσίων καὶ χρηματιστικῶν, αὐτός τε ἄχθομαι ὑμᾶς τε τοὺς ἑταίρους ἐλεῶ, ὅτι οἴεσθε τὶ ποιεῖνκι έτσι, όπως είπα στην αρχή, είμαι καλά προετοιμασμένος. Τώρα, αν θεωρείτε υποχρέωσή μου να τα διηγηθώ και σε σας, νιώθω καθήκον μου να το πράξω. Γιατί κι εγώ γενικά, όταν ή ο ίδιος μου αναφέρομαι σε φιλοσοφικά θέματα ή ακούω άλλους να τ᾽ αναπτύσσουν, πέρα από την ωφέλεια που πιστεύω ότι καρπούμαι, νιώθω και χαρά, πώς να το πω, απερίγραπτη· αντίθετα, όταν ακούω γι᾽ άλλα θέματα, προπάντων για τα δικά σας, των πλούσιων και των ανθρώπων του χρήματος, κι ο ίδιος νιώθω αγανάχτηση και για σας, φίλοι μου, νιώθω οίκτο, που πιστεύετε ότι κάτι κάνετε,
[173d]οὐδὲν ποιοῦντες. καὶ ἴσως αὖ ὑμεῖς ἐμὲ ἡγεῖσθε κακοδαίμονα εἶναι, καὶ οἴομαι ὑμᾶς ἀληθῆ οἴεσθαι· ἐγὼ μέντοι ὑμᾶς οὐκ οἴομαι ἀλλ᾽ εὖ οἶδα.ενώ κάνετε ένα μηδενικό. Και ίσως απ᾽ τη μεριά σας να πιστεύετε ότι είμαι κακορίζικος, και πιστεύω ότι είναι πραγματικό αυτό που πιστεύετε· εγώ όμως για σας δεν το πιστεύω, αλλά το ξέρω και το καλοξέρω.
ΕΤΑΙΡΟΣ. Ἀεὶ ὅμοιος εἶ, ὦ Ἀπολλόδωρε· ἀεὶ γὰρ σαυτόν τε κακηγορεῖς καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ δοκεῖς μοι ἀτεχνῶς πάντας ἀθλίους ἡγεῖσθαι πλὴν Σωκράτους, ἀπὸ σαυτοῦ ἀρξάμενος. καὶ ὁπόθεν ποτὲ ταύτην τὴν ἐπωνυμίαν ἔλαβες τὸ μαλακὸς καλεῖσθαι, οὐκ οἶδα ἔγωγε· ἐν μὲν γὰρ τοῖς λόγοις ἀεὶ τοιοῦτος εἶ, σαυτῷ τε καὶ τοῖς ἄλλοις ἀγριαίνεις πλὴν Σωκράτους.ΕΤΑΙΡΟΣ. Δε λες ν᾽ αλλάξεις ποτέ, Απολλόδωρε· νά, πάντοτε έχεις έναν κακό λόγο και για τον εαυτό σου και για τους άλλους και μου δίνεις την εντύπωση ότι όλους ανεξαίρετα, εκτός από τον Σωκράτη, τους θεωρείς αξιοθρήνητους, — ξεκινώντας από τον εαυτό σου. Τώρα, από πού άραγε σου κόλλησαν αυτό το παρατσούκλι και σε φωνάζουν «ο Μανιακός», δεν το ξέρω· πάντως στην κουβέντα σου τέτοιος είσαι μια ζωή· τα βάζεις και με τον εαυτό σου και μ᾽ όλο τον κόσμο, μ᾽ εξαίρεση τον Σωκράτη.
[173e]ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Ὦ φίλτατε, καὶ δῆλόν γε δὴ ὅτι οὕτω διανοούμενος καὶ περὶ ἐμαυτοῦ καὶ περὶ ὑμῶν μαίνομαι καὶ παραπαίω;ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Φίλτατέ μου, έγινε δα φανερό ότι, μια και σχημάτισα μια τέτοια γνώμη και για τον εαυτό μου και για σας, είμαι μανιακός κι αποτρελαμένος;
ΕΤΑΙΡΟΣ. Οὐκ ἄξιον περὶ τούτων, Ἀπολλόδωρε, νῦν ἐρίζειν· ἀλλ᾽ ὅπερ ἐδεόμεθά σου, μὴ ἄλλως ποιήσῃς, ἀλλὰ διήγησαι τίνες ἦσαν οἱ λόγοι.ΕΤΑΙΡΟΣ. Έλα Απολλόδωρε, δεν αξίζει τον κόπο τώρα να λογοφέρνουμε γι᾽ αυτά αλλά, άκουσες την παράκλησή μας, αυτό πράξε κι όχι άλλο: διηγήσου μας εκείνες τις ομιλίες.
ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Ἦσαν τοίνυν ἐκεῖνοι τοιοίδε τινές — μᾶλλον δ᾽ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Λοιπόν, πάνω κάτω νά ποιές ήταν — καλύτερα όμως ας δοκιμάσω,
[174a]ἐξ ἀρχῆς ὑμῖν ὡς ἐκεῖνος διηγεῖτο καὶ ἐγὼ πειράσομαι διηγήσασθαι. Ἔφη γάρ οἱ Σωκράτη ἐντυχεῖν λελουμένον τε καὶ τὰς βλαύτας ὑποδεδεμένον, ἃ ἐκεῖνος ὀλιγάκις ἐποίει· καὶ ἐρέσθαι αὐτὸν ὅποι ἴοι οὕτω καλὸς γεγενημένος.όπως κι εκείνος μου τα διηγήθηκε, να σας τα διηγηθώ κι εγώ απ᾽ την αρχή. Δηλαδή είπε ότι συναντήθηκε με τον Σωκράτη, λουσμένο και ποδεμένο με σαντάλια —κάτι πολύ ασυνήθιστο για εκείνον—, και πως τον ρώτησε για πού το ᾽βαλε με παρουσιαστικό που χαίρεσαι να τον βλέπεις.
Καὶ τὸν εἰπεῖν ὅτιΚι εκείνος του αποκρίθηκε ότι
Ἐπὶ δεῖπνον εἰς Ἀγάθωνος. χθὲς γὰρ αὐτὸν διέφυγον τοῖς ἐπινικίοις, φοβηθεὶς τὸν ὄχλον· ὡμολόγησα δ᾽ εἰς τήμερον παρέσεσθαι. ταῦτα δὴ ἐκαλλωπισάμην, ἵνα καλὸς παρὰ καλὸν ἴω. ἀλλὰ σύ, ἦ δ᾽ ὅς, πῶς«Για δείπνο, στου Αγάθωνα. Γιατί χτες δεν του έκανα τη χάρη να παραβρεθώ στις επινίκιες θυσίες του, σκιασμένος απ᾽ την κοσμοχαλασιά· όμως του υποσχέθηκα ότι σήμερα θα δώσω το παρόν. Κι αυτός είναι ο λόγος που βάλθηκα να στολιστώ, ώστε όμορφος τον όμορφο να επισκεφτώ. Αλλά, είπε, εσύ
[174b]ἔχεις πρὸς τὸ ἐθέλειν ἂν ἰέναι ἄκλητος ἐπὶ δεῖπνον;τί θα ᾽λεγες για το ενδεχόμενο να έρθεις απρόσκλητος σε δείπνο;».
Κἀγώ, ἔφη, εἶπον ὅτι Οὕτως ὅπως ἂν σὺ κελεύῃς.«Κι εγώ, είπε, απάντησα ότι θα κάνω καταπώς εσύ ορίζεις».
Ἕπου τοίνυν, ἔφη, ἵνα καὶ τὴν παροιμίαν διαφθείρωμεν μεταβαλόντες, ὡς ἄρα καὶ Ἀγάθων᾽ ἐπὶ δαῖτας ἴασιν αὐτόματοι ἀγαθοί. Ὅμηρος μὲν γὰρ κινδυνεύει οὐ μόνον διαφθεῖραι ἀλλὰ καὶ ὑβρίσαι εἰς ταύτην τὴν παροιμίαν· ποιήσας γὰρ τὸν Ἀγαμέμνονα διαφερόντως ἀγαθὸν ἄνδρα«Λοιπόν, είπε, ακολούθα με, για να παραποιήσουμε και την παροιμία δίνοντάς της άλλη διατύπωση, κάπως έτσι: στα δείπνα των παλικαριών ακάλεστα τραβάνε τα παλικάρια τα καλά. Γιατί ο Όμηρος, ούτε λίγο ούτε πολύ, όχι μόνο αλλοιώνει, αλλά και διαπομπεύει αυτή την παροιμία· συγκεκριμένα, μολονότι εμφάνισε στην ποίησή του τον Αγαμέμνονα εξαιρετικά αντρειωμένο
[174c]τὰ πολεμικά, τὸν δὲ Μενέλεων «μαλθακὸν αἰχμητήν,» θυσίαν ποιουμένου καὶ ἑστιῶντος τοῦ Ἀγαμέμνονος ἄκλητον ἐποίησεν ἐλθόντα τὸν Μενέλεων ἐπὶ τὴν θοίνην, χείρω ὄντα ἐπὶ τὴν τοῦ ἀμείνονος.στα όσα έχουν να κάνουν με τον πόλεμο, ενώ τον Μενέλαο “λιγόψυχο ακοντιστή”, εμφάνισε, την ώρα που ο Αγαμέμνων τελούσε θυσία και παρέθετε τραπέζι, τον Μενέλαο να έρχεται απρόσκλητος στο φαγοπότι, τον δειλότερο στο δείπνο του πιο αντρειωμένου».
Ταῦτ᾽ ἀκούσας εἰπεῖν ἔφηΑκούοντας αυτά, συνέχισε να μου λέει ο Αριστόδημος, του αποκρίθηκε:
Ἴσως μέντοι κινδυνεύσω καὶ ἐγὼ οὐχ ὡς σὺ λέγεις, ὦ Σώκρατες, ἀλλὰ καθ᾽ Ὅμηρον φαῦλος ὢν ἐπὶ σοφοῦ ἀνδρὸς ἰέναι θοίνην ἄκλητος. ὅρα οὖν ἄγων με τί ἀπολογήσῃ, ὡς ἐγὼ μὲν οὐχ ὁμολογήσω ἄκλητος«Ίσως όμως, Σωκράτη, βρεθώ κι εγώ, όχι όπως με αποκαλείς εσύ, αλλά όπως λέει ο Όμηρος, ένας ασήμαντος να πηγαίνω ακάλεστος σε δείπνο σοφού ανθρώπου. Κοίταξε λοιπόν πώς θ᾽ απολογηθείς, γιατί εγώ δε θα παραδεχτώ
[174d]ἥκειν, ἀλλ᾽ ὑπὸ σοῦ κεκλημένος.ότι κατέφτασα ακάλεστος, αλλά καλεσμένος από σένα».
«Σύν τε δύ᾽,» ἔφη, «ἐρχομένω πρὸ ὁδοῦ» βουλευσόμεθα ὅτι ἐροῦμεν. ἀλλ᾽ ἴωμεν. Τοιαῦτ᾽ ἄττα σφᾶς ἔφη διαλεχθέντας ἰέναι. τὸν οὖν Σωκράτη ἑαυτῷ πως προσέχοντα τὸν νοῦν κατὰ τὴν ὁδὸν πορεύεσθαι ὑπολειπόμενον, καὶ περιμένοντος οὗ κελεύειν προϊέναι εἰς τὸ πρόσθεν. ἐπειδὴ δὲ γενέσθαι ἐπὶ τῇ οἰκίᾳ«Δύο μαζί βαδίζοντας, όσο είμαστε στο δρόμο», αποκρίθηκε, θα σκεφτούμε τί θα πούμε. Όμως εμπρός, πήγαμε». Ύστερ᾽ από έναν τέτοιο διάλογο, είπε, μπήκαν στο δρόμο. Λοιπόν, ο Σωκράτης βάδιζε σα να ήταν δοσμένος στους στοχασμούς του κι έμενε πίσω στη διαδρομή και κάθε τόσο, καθώς ο Αριστόδημος τον περίμενε, εκείνος του φώναζε «Προχώρα!». Κι όταν αυτός έφτασε στο σπίτι
[174e]τῇ Ἀγάθωνος, ἀνεῳγμένην καταλαμβάνειν τὴν θύραν, καί τι ἔφη αὐτόθι γελοῖον παθεῖν. οἷ μὲν γὰρ εὐθὺς παῖδά τινα τῶν ἔνδοθεν ἀπαντήσαντα ἄγειν οὗ κατέκειντο οἱ ἄλλοι, καὶ καταλαμβάνειν ἤδη μέλλοντας δειπνεῖν· εὐθὺς δ᾽ οὖν ὡς ἰδεῖν τὸν Ἀγάθωνα,του Αγάθωνα, βρήκε την πόρτα ανοιχτή και, είπε, πως εκεί βρέθηκε μπροστά σε μια κωμική κατάσταση: δηλαδή, ένας υπηρέτης του σπιτιού τον υποδέχτηκε και τον πήγε εκεί όπου ήταν ξαπλωμένοι οι άλλοι, κι ότι τους βρήκε τη στιγμή που ήταν ν᾽ αρχίσουν το δείπνο· μόλις λοιπόν τον αντίκρισε ο Αγάθων, φώναξε:
Ὦ, φάναι, Ἀριστόδημε, εἰς καλὸν ἥκεις ὅπως συνδειπνήσῃς· εἰ δ᾽ ἄλλου τινὸς ἕνεκα ἦλθες, εἰς αὖθις ἀναβαλοῦ, ὡς καὶ χθὲς ζητῶν σε ἵνα καλέσαιμι, οὐχ οἷός τ᾽ ἦ ἰδεῖν. ἀλλὰ Σωκράτη ἡμῖν πῶς οὐκ ἄγεις;«Αριστόδημε, είπε, σ᾽ έφερε η καλή ώρα, για να δειπνήσεις μαζί μας· όμως, αν ήρθες για κάτι άλλο, ανάβαλέ το για άλλη φορά, γιατί και χτες σ᾽ αναζητούσα για να σε καλέσω, αλλά δεν μπόρεσα να σε δω. Αλλά πώς έγινε και δε μας φέρνεις και τον Σωκράτη;».
Καὶ ἐγώ, ἔφη, μεταστρεφόμενος οὐδαμοῦ ὁρῶ Σωκράτη ἑπόμενον· εἶπον οὖν ὅτι καὶ αὐτὸς μετὰ Σωκράτους ἥκοιμι, κληθεὶς ὑπ᾽ ἐκείνου δεῦρ᾽ ἐπὶ δεῖπνον.Κι εγώ, είπε, γυρίζω πίσω μου, αλλά πουθενά δε βλέπω τον Σωκράτη να έρχεται στο κατόπι μου· λοιπόν, είπα ότι «Μα κι εγώ με τον Σωκράτη ερχόμουνα, καθώς εκείνος με προσκάλεσε εδώ για το δείπνο».
Καλῶς γ᾽, ἔφη, ποιῶν σύ· ἀλλὰ ποῦ ἔστιν οὗτος;«Και πολύ καλά έκανες, είπε· αλλά πού είναι ο άνθρωπός μας;».
[175a]Ὄπισθεν ἐμοῦ ἄρτι εἰσῄει· ἀλλὰ θαυμάζω καὶ αὐτὸς ποῦ ἂν εἴη.«Τώρα δα ερχόταν πίσω από μένα· αλλά κι εγώ τα ᾽χω χαμένα, πού να ᾽ναι».
Οὐ σκέψῃ, ἔφη, παῖ, φάναι τὸν Ἀγάθωνα, καὶ εἰσάξεις Σωκράτη; σὺ δ᾽, ἦ δ᾽ ὅς, Ἀριστόδημε, παρ᾽ Ἐρυξίμαχον κατακλίνου. Καὶ ἓ μὲν ἔφη ἀπονίζειν τὸν παῖδα ἵνα κατακέοιτο· ἄλλον δέ τινα τῶν παίδων ἥκειν ἀγγέλλοντα ὅτι«Παιδί, φώναξε ο Αγάθων, τρέχα να ψάξεις τον Σωκράτη και να τον φέρεις μέσα· κι εσύ, Αριστόδημε, πρόσθεσε, ξάπλωσε δίπλα στον Ερυξίμαχο». Και, μου διηγήθηκε, ο υπηρέτης τού έπλυνε τα πόδια, για να ξαπλώσει· και κατέφτασε ένας άλλος υπηρέτης με την αγγελία ότι
«Σωκράτης οὗτος ἀναχωρήσας ἐν τῷ τῶν γειτόνων προθύρῳ ἕστηκεν, κἀμοῦ καλοῦντος οὐκ ἐθέλει εἰσιέναι.»«Ο Σωκράτης που λέγατε βγήκε απ᾽ το δρόμο και στέκεται στο πρόθυρο του σπιτιού του γείτονα· και μ᾽ όλες τις φωνές μου, δε λέει να έρθει μέσα».
Ἄτοπόν γ᾽, ἔφη, λέγεις· οὔκουν καλεῖς αὐτὸν καὶ μὴ ἀφήσεις;«Πρωτάκουστο αυτό που λες, είπε ο Αγάθων· κάνε μου τη χάρη, φώναξέ τον και μην τον αφήσεις».
[175b]Καὶ ὃς ἔφη εἰπεῖνΚι ο Αριστόδημος, είπε, πήρε το λόγο:
Μηδαμῶς, ἀλλ᾽ ἐᾶτε αὐτόν. ἔθος γάρ τι τοῦτ᾽ ἔχει· ἐνίοτε ἀποστὰς ὅποι ἂν τύχῃ ἕστηκεν. ἥξει δ᾽ αὐτίκα, ὡς ἐγὼ οἶμαι. μὴ οὖν κινεῖτε, ἀλλ᾽ ἐᾶτε.«Μη! με κανένα τρόπο! αφήστε τον! Γιατί το συνηθίζει αυτό: κάπου-κάπου αποτραβιέται και στέκεται όρθιος όπου τύχει. Αλλά, όπως πιστεύω, όπου να ᾽ναι θα έρθει. Λοιπόν, μην τον ενοχλείτε, αλλά αφήστε τον ήσυχο».
Ἀλλ᾽ οὕτω χρὴ ποιεῖν, εἰ σοὶ δοκεῖ, ἔφη φάναι τὸν Ἀγάθωνα. ἀλλ᾽ ἡμᾶς, ὦ παῖδες, τοὺς ἄλλους ἑστιᾶτε. πάντως παρατίθετε ὅτι ἂν βούλησθε, ἐπειδάν τις ὑμῖν μὴ ἐφεστήκῃ —ὃ ἐγὼ οὐδεπώποτε ἐποίησα— νῦν οὖν, νομίζοντες καὶ ἐμὲ ὑφ᾽ ὑμῶν κεκλῆσθαι ἐπὶ δεῖπνον καὶ τούσδε τοὺς ἄλλους, θεραπεύετε, ἵν᾽ ὑμᾶς ἐπαινῶμεν.«Καλά, αφού έτσι νομίζεις, αυτό πρέπει να κάνουμε» είπε ο Αγάθων. «Όμως, παιδιά, σερβίρετε τους άλλους. Όπως και να ᾽χει, βάλτε στο τραπέζι ό,τι θέλετε, μια και κανένας δε στέκεται πάνω απ᾽ το κεφάλι σας —κάτι τέτοιο εγώ ποτέ ως τώρα δεν το έκανα— τώρα λοιπόν πέστε πως κι εγώ είμαι ένας απ᾽ τους καλεσμένους σας στο δείπνο, όπως και οι άλλοι κύριοι από δω, και περιποιηθείτε μας, για ν᾽ ακούσετε τον καλό μας λόγο».
[175c]Μετὰ ταῦτα ἔφη σφᾶς μὲν δειπνεῖν, τὸν δὲ Σωκράτη οὐκ εἰσιέναι. τὸν οὖν Ἀγάθωνα πολλάκις κελεύειν μεταπέμψασθαι τὸν Σωκράτη, ἓ δὲ οὐκ ἐᾶν. ἥκειν οὖν αὐτὸν οὐ πολὺν χρόνον ὡς εἰώθει διατρίψαντα, ἀλλὰ μάλιστα σφᾶς μεσοῦν δειπνοῦντας.Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά, είπε, εκείνοι στρώθηκαν στο δείπνο, αλλά ο Σωκράτης δεν έλεγε να περάσει μέσα. Λοιπόν, ο Αγάθων πρόσταζε και ξαναπρόσταζε να παν να φωνάξουν τον Σωκράτη, όμως ο Αριστόδημος δεν άφηνε. Τέλος εμφανίστε, όπως το συνήθιζε, χωρίς μεγάλη χρονοτριβή, αλλά πάνω κάτω την ώρα που οι άλλοι βρίσκονταν στη μέση του δείπνου τους.
τὸν οὖν Ἀγάθωνα —τυγχάνειν γὰρ ἔσχατον κατακείμενον μόνον— Δεῦρ᾽, ἔφη φάναι,Ο Αγάθων λοιπόν —έτυχε, βλέπεις, να ξαπλώνει μόνος του στο τελευταίο ανάκλιντρο— φώναξε:
Σώκρατες, παρ᾽ ἐμὲ κατάκεισο, ἵνα καὶ τοῦ σοφοῦ ἁπτόμενός σου«Σωκράτη, κόπιασε να ξαπλώσεις εδώ, δίπλα μου, για να καρπωθώ,
[175d]ἀπολαύσω, ὅ σοι προσέστη ἐν τοῖς προθύροις. δῆλον γὰρ ὅτι ηὗρες αὐτὸ καὶ ἔχεις· οὐ γὰρ ἂν προαπέστης.με το να σ᾽ αγγίζω, το σοφό διανόημα που συνέλαβες εδώ στο πρόθυρο. Γιατί, θέλει και ρώτημα, το τσάκωσες και το ᾽κανες κτήμα σου· γιατί αλλιώς δε θα το κουνούσες από κει».
Καὶ τὸν Σωκράτη καθίζεσθαι καὶ εἰπεῖν ὅτιΚαι, πως ο Σωκράτης βολεύτηκε στη θέση του και είπε ότι:
Εὖ ἂν ἔχοι, φάναι, ὦ Ἀγάθων, εἰ τοιοῦτον εἴη ἡ σοφία ὥστ᾽ ἐκ τοῦ πληρεστέρου εἰς τὸ κενώτερον ῥεῖν ἡμῶν, ἐὰν ἁπτώμεθα ἀλλήλων, ὥσπερ τὸ ἐν ταῖς κύλιξιν ὕδωρ τὸ διὰ τοῦ ἐρίου ῥέον ἐκ τῆς πληρεστέρας εἰς τὴν κενωτέραν. εἰ γὰρ οὕτως ἔχει καὶ ἡ«Τί καλά που θα ᾽ταν, Αγάθων, να είχε η σοφία αυτή την ιδιότητα, ώστε από τον πιο γεμάτο ανάμεσά μας να μεταγγίζεται στον πιο άδειο, με το ν᾽ αγγίζουμε ο ένας τον άλλο, όπως το νερό στα ποτήρια που μεταγγίζεται με την τριχιά από το πιο γεμάτο στο πιο άδειο. Γιατί, αν και η σοφία
[175e]σοφία, πολλοῦ τιμῶμαι τὴν παρὰ σοὶ κατάκλισιν· οἶμαι γάρ με παρὰ σοῦ πολλῆς καὶ καλῆς σοφίας πληρωθήσεσθαι. ἡ μὲν γὰρ ἐμὴ φαύλη τις ἂν εἴη, ἢ καὶ ἀμφισβητήσιμος ὥσπερ ὄναρ οὖσα, ἡ δὲ σὴ λαμπρά τε καὶ πολλὴν ἐπίδοσιν ἔχουσα, ἥ γε παρὰ σοῦ νέου ὄντος οὕτω σφόδρα ἐξέλαμψεν καὶ ἐκφανὴς ἐγένετο πρῴην ἐν μάρτυσι τῶν Ἑλλήνων πλέον ἢ τρισμυρίοις.είχε αυτή την ιδιότητα, θεωρώ πολύ σπουδαίο το που ξαπλώνω πλάι σου· γιατί πιστεύω ότι θα με γεμίσεις με άφθονη και ωραία σοφία. Γιατί η δική μου θα ᾽ναι μια φτωχική ή και αφερέγγυα, σαν μια ονειροφαντασία· αντίθετα η δική σου, εκθαμβωτική, κι έχει μπροστά της όλο το μέλλον, αφού εκτοξεύτηκε με τέτοια λάμψη από έναν νεαρό —εσένα— και πρόσφατα εκδηλώθηκε θριαμβευτικά μπροστά στα μάτια πάνω από τριάντα χιλιάδων Ελλήνων».
Ὑβριστὴς εἶ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ὁ Ἀγάθων. καὶ ταῦτα μὲν καὶ ὀλίγον ὕστερον διαδικασόμεθα ἐγώ τε καὶ σὺ περὶ τῆς σοφίας, δικαστῇ χρώμενοι τῷ Διονύσῳ· νῦν δὲ πρὸς τὸ δεῖπνον πρῶτα τρέπου.«Σωκράτη», είπε ο Αγάθων, «δεν έχεις το θεό σου! Κι όσο γι᾽ αυτά που λες, θα λύσουμε τις διαφορές μας για το θέμα της σοφίας εγώ κι εσύ λίγο αργότερα δικαστικά, και δικαστή μας θα βάλουμε τον Διόνυσο. Τώρα όμως πρώτα στρώσου στο φαγητό».
[176a]Μετὰ ταῦτα, ἔφη, κατακλινέντος τοῦ Σωκράτους καὶ δειπνήσαντος καὶ τῶν ἄλλων, σπονδάς τε σφᾶς ποιήσασθαι, καὶ ᾄσαντας τὸν θεὸν καὶ τἆλλα τὰ νομιζόμενα, τρέπεσθαι πρὸς τὸν πότον·Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά, συνέχισε ο Αριστόδημος, ο Σωκράτης ξάπλωσε στο ανάκλιντρο και δείπνησε, όπως και οι άλλοι, κι έκαναν σπονδές στους θεούς· έψαλλαν τον ύμνο στο θεό και τέλεσαν και όσα άλλα συνηθίζονται και κατόπι το ᾽ριξαν στο πιοτό.
τὸν οὖν Παυσανίαν ἔφη λόγου τοιούτου τινὸς κατάρχειν.Λοιπόν, είπε, ο Παυσανίας άνοιξε μια τέτοια συζήτηση:
Εἶεν, ἄνδρες, φάναι, τίνα τρόπον ῥᾷστα πιόμεθα; ἐγὼ μὲν οὖν λέγω ὑμῖν ὅτι τῷ ὄντι πάνυ χαλεπῶς ἔχω ὑπὸ τοῦ χθὲς πότου καὶ δέομαι ἀναψυχῆς τινος —οἶμαι δὲ καὶ ὑμῶν τοὺς πολλούς· παρῆστε γὰρ χθές— σκοπεῖσθε«Εντάξει, φίλοι, αλλά με ποιό τρόπο θα πιούμε, έτσι που να το χαρεί όσο γίνεται η ψυχή μας; Εγώ λοιπόν σας δηλώνω ότι πραγματικά νιώθω πολύ άσκημα από τη χτεσινή κρασοκατάνυξη και μου χρειάζεται κάποια ανάπαυλα — υποθέτω και οι περισσότεροι από σας, μια και ήσασταν εδώ και χτες. Λοιπόν, σκεφτείτε
[176b]οὖν τίνι τρόπῳ ἂν ὡς ῥᾷστα πίνοιμεν.με ποιό τρόπο θα πιούμε έτσι, που να μη μας πέσει βαρύ».
Τὸν οὖν Ἀριστοφάνη εἰπεῖν,Κι ο Αριστοφάνης είπε:
Τοῦτο μέντοι εὖ λέγεις, ὦ Παυσανία, τὸ παντὶ τρόπῳ παρασκευάσασθαι ῥᾳστώνην τινὰ τῆς πόσεως· καὶ γὰρ αὐτός εἰμι τῶν χθὲς βεβαπτισμένων.«Σ᾽ αυτό ναι, έχεις δίκιο, Παυσανία, να εξασφαλίσουμε με κάθε τρόπο να μη μας πειράξει το πιοτό· γιατί κι εγώ είμαι απ᾽ αυτούς που χτες γίναμε στουπί».
Ἀκούσαντα οὖν αὐτῶν ἔφη Ἐρυξίμαχον τὸν ἈκουμενοῦΛοιπόν, ακούοντας το διάλογό τους ο Ερυξίμαχος, ο γιος του Ακουμενού, είπε:
Ἦ καλῶς, φάναι, λέγετε. καὶ ἔτι ἑνὸς δέομαι ὑμῶν ἀκοῦσαι πῶς ἔχει πρὸς τὸ ἐρρῶσθαι πίνειν, Ἀγάθων‹ος›.«Τί ωραία που τα λέτε, αλήθεια! Και θέλω ν᾽ ακούσω ακόμα έναν από σας, τον Αγάθωνα: πώς νιώθεις, θα το παλέψεις γερά το πιοτό;».
Οὐδαμῶς, φάναι, οὐδ᾽ αὐτὸς ἔρρωμαι.«Κάθε άλλο, αποκρίθηκε· κι ο ίδιος δε νιώθω δυνατός».
[176c]Ἕρμαιον ἂν εἴη ἡμῖν, ἦ δ᾽ ὅς, ὡς ἔοικεν, ἐμοί τε καὶ Ἀριστοδήμῳ καὶ Φαίδρῳ καὶ τοῖσδε, εἰ ὑμεῖς οἱ δυνατώτατοι πίνειν νῦν ἀπειρήκατε· ἡμεῖς μὲν γὰρ ἀεὶ ἀδύνατοι. Σωκράτη δ᾽ ἐξαιρῶ λόγου· ἱκανὸς γὰρ καὶ ἀμφότερα, ὥστ᾽ ἐξαρκέσει αὐτῷ ὁπότερ᾽ ἂν ποιῶμεν. ἐπειδὴ οὖν μοι δοκεῖ οὐδεὶς τῶν παρόντων προθύμως ἔχειν πρὸς τὸ πολὺν πίνειν οἶνον, ἴσως ἂν ἐγὼ περὶ τοῦ μεθύσκεσθαι οἷόν ἐστι τἀληθῆ λέγων ἧττον ἂν εἴην ἀηδής. ἐμοὶ γὰρ δὴ τοῦτό γε οἶμαιΚι ο άλλος είπε: «Θα ᾽ναι δώρο απ᾽ τον ουρανό, καταπώς φαίνεται, για μένα και τον Αριστόδημο και τον Φαίδρο και τούτους εδώ, αν εσείς, τα πιο γερά ποτήρια, κάνετε πίσω· γιατί εμείς πάντοτε είμαστε ελαφρών βαρών. Βέβαια τον Σωκράτη δεν τον βάζω στο λογαριασμό· γιατί και το ένα και το άλλο είναι του χεριού του, κι έτσι θα βρει τη βολή του είτε το ένα είτε το άλλο κάνουμε. Λοιπόν, επειδή βλέπω ότι κανένας απ᾽ τους παρόντες δεν έχει διάθεση να πιει πολύ κρασί, ίσως δε θα γινόμουν τόσο ανιαρός, λέγοντας τί πραγματικά είναι το μεθύσι. Γιατί πιστεύω
[176d]κατάδηλον γεγονέναι ἐκ τῆς ἰατρικῆς, ὅτι χαλεπὸν τοῖς ἀνθρώποις ἡ μέθη ἐστίν· καὶ οὔτε αὐτὸς ἑκὼν εἶναι πόρρω ἐθελήσαιμι ἂν πιεῖν οὔτε ἄλλῳ συμβουλεύσαιμι, ἄλλως τε καὶ κραιπαλῶντα ἔτι ἐκ τῆς προτεραίας.ότι με την ιατρική τούτο τουλάχιστο ξεκαθάρισα, ότι η μέθη βλάπτει σοβαρά τον άνθρωπο· έτσι, ούτε ο ίδιος μου θα είχα τη διάθεση να πιω πάνω απ᾽ το μέτρο ούτε θα το συμβούλευα σε άλλον, ένα περισσότερο την ώρα που από την προηγούμενη κιόλας μέρα νιώθει βαρύ το κεφάλι του».
Ἀλλὰ μήν, ἔφη φάναι ὑπολαβόντα Φαῖδρον τὸν Μυρρινούσιον,Το λόγο πήρε ο Φαίδρος από το δήμο του Μυρρινούντα και είπε:
ἔγωγέ σοι εἴωθα πείθεσθαι ἄλλως τε καὶ ἅττ᾽ ἂν περὶ ἰατρικῆς λέγῃς· νῦν δ᾽, ἂν εὖ βουλεύωνται, καὶ οἱ λοιποί.«Το βέβαιο είναι ότι συνήθως εγώ πείθομαι στα λόγια σου, ιδιαίτερα όταν αναφέρεσαι σε θέματα ιατρικής· αλλά τώρα, αν έχουν μυαλό, να σ᾽ ακούσουν κι οι άλλοι».
[176e]ταῦτα δὴ ἀκούσαντας συγχωρεῖν πάντας μὴ διὰ μέθης ποιήσασθαι τὴν ἐν τῷ παρόντι συνουσίαν, ἀλλ᾽ οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν.Λοιπόν, ακούοντας αυτά όλοι συμφώνησαν να μην κάνουν τη συνεστίαση αυτής της βραδιάς κρασοκατάνυξη, αλλά να πίνουν έτσι, για να περάσουν ευχάριστα.
Ἐπειδὴ τοίνυν, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον,Το λόγο πήρε ο Ερυξίμαχος:
τοῦτο μὲν δέδοκται, πίνειν ὅσον ἂν ἕκαστος βούληται, ἐπάναγκες δὲ μηδὲν εἶναι, τὸ μετὰ τοῦτο εἰσηγοῦμαι τὴν μὲν ἄρτι εἰσελθοῦσαν αὐλητρίδα χαίρειν ἐᾶν, αὐλοῦσαν ἑαυτῇ ἢ ἂν βούληται ταῖς γυναιξὶ ταῖς ἔνδον, ἡμᾶς δὲ διὰ λόγων ἀλλήλοις συνεῖναι τὸ τήμερον· καὶ δι᾽ οἵων λόγων, εἰ βούλεσθε, ἐθέλω ὑμῖν εἰσηγήσασθαι.«Μια και πάρθηκε η απόφαση να πίνει ο καθένας κατά τη βούλησή του και να μην ασκηθεί καμιά βία, κάνω λοιπόν την επόμενη πρόταση: ν᾽ αφήσουμε την αυλητρίδα, που μπήκε στην αίθουσα τώρα δα, να πάει στο καλό — να παίζει τη φλογέρα για το κέφι της ή, αν προτιμά, για τις γυναίκες του σπιτιού· κι εμείς, για σήμερα, να συνεχίσουμε τη συνεστίασή μας με ομιλίες· τώρα, γύρω από τί θα περιστρέφονται οι ομιλίες μας, είμαι πρόθυμος να κάνω την πρότασή μου».
[177a]Φάναι δὴ πάντας καὶ βούλεσθαι καὶ κελεύειν αὐτὸν εἰσηγεῖσθαι.Όλοι λοιπόν είπαν ότι όχι μόνο δέχονται, αλλά και τον παρακαλούν να κάνει την πρότασή του.
εἰπεῖν οὖν τὸν Ἐρυξίμαχον ὅτιΕίπε λοιπόν ο Ερυξίμαχος ότι:
Ἡ μέν μοι ἀρχὴ τοῦ λόγου ἐστὶ κατὰ τὴν Εὐριπίδου Μελανίππην· οὐ γὰρ ἐμὸς ὁ μῦθος, ἀλλὰ Φαίδρου τοῦδε, ὃν μέλλω λέγειν. Φαῖδρος γὰρ ἑκάστοτε πρός με ἀγανακτῶν λέγει Οὐ δεινόν, φησίν, ὦ Ἐρυξίμαχε, ἄλλοις μέν τισι θεῶν ὕμνους καὶ παίωνας εἶναι ὑπὸ τῶν ποιητῶν πεποιημένους, τῷ δὲ Ἔρωτι, τηλικούτῳ ὄντι καὶ τοσούτῳ θεῷ, μηδὲ ἕνα πώποτε τοσούτων«Η ομιλία μου αρχίζει όπως η Μελανίππη του Ευριπίδη, δηλαδή: Ο μύθος που θ᾽ ακούσετε, δεν είν᾽ δικός μου, όχι! αλλ᾽ αυτουνού, του Φαίδρου. Πράγματι, κάθε τόσο ο Φαίδρος μού λέει αγαναχτισμένος: “Ερυξίμαχε, τονίζει, δεν είναι εξοργιστικό, οι ποιητές μας να έχουν συνθέσει ύμνους και παιάνες σε κάποιους άλλους θεούς, όμως για τον Έρωτα, έναν τόσο αρχαίο και τόσο μεγάλο θεό, από τους τόσους και τόσους
[177b]γεγονότων ποιητῶν πεποιηκέναι μηδὲν ἐγκώμιον; εἰ δὲ βούλει αὖ σκέψασθαι τοὺς χρηστοὺς σοφιστάς, Ἡρακλέους μὲν καὶ ἄλλων ἐπαίνους καταλογάδην συγγράφειν, ὥσπερ ὁ βέλτιστος Πρόδικος —καὶ τοῦτο μὲν ἧττον καὶ θαυμαστόν, ἀλλ᾽ ἔγωγε ἤδη τινὶ ἐνέτυχον βιβλίῳ ἀνδρὸς σοφοῦ, ἐν ᾧ ἐνῆσαν ἅλες ἔπαινον θαυμάσιον ἔχοντες πρὸς ὠφελίαν, καὶ ἄλλα τοιαῦταποιητές που εμφανίστηκαν, κανείς να μην έχει κάνει κανένα εγκωμιαστικό ποίημα; Κι απ᾽ την άλλη, δες τί γίνεται με τους χαρισματικούς σοφιστές μας· συνθέτουν βέβαια εγκώμια σε πεζό λόγο για τον Ηρακλή, όπως ο έξοχος Πρόδικος — και τέλος πάντων, τούτο δεν εντυπωσιάζει και τόσο, αλλά νά, έπεσε στα χέρια μου σύγγραμμα ενός σοφού, που περιεχόμενό του ήταν το αλάτι: του αφιερωνόταν εξαίσιο εγκώμιο για τη χρησιμότητά του· και θα μπορούσες να δεις κι άλλα, ένα σωρό,
[177c]συχνὰ ἴδοις ἂν ἐγκεκωμιασμένα— τὸ οὖν τοιούτων μὲν πέρι πολλὴν σπουδὴν ποιήσασθαι, Ἔρωτα δὲ μηδένα πω ἀνθρώπων τετολμηκέναι εἰς ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἀξίως ὑμνῆσαι· ἀλλ᾽ οὕτως ἠμέληται τοσοῦτος θεός. ταῦτα δή μοι δοκεῖ εὖ λέγειν Φαῖδρος. ἐγὼ οὖν ἐπιθυμῶ ἅμα μὲν τούτῳ ἔρανον εἰσενεγκεῖν καὶ χαρίσασθαι, ἅμα δ᾽ ἐν τῷ παρόντι πρέπον μοι δοκεῖ εἶναι ἡμῖν τοῖς παροῦσι κοσμῆσαι τὸν θεόν. εἰ οὖνπαρόμοια πράματα να εγκωμιάζονται — λοιπόν, να εκδηλώνεται ένας τόσο μεγάλος ζήλος για παρόμοια πράματα, και για τον Έρωτα ως σήμερα κανένας άνθρωπος να μη φιλοτιμήθηκε να κάνει ύμνο που να του αξίζει! Σε τέτοιο βαθμό να έχει παραμεληθεί τόσο μεγάλος θεός!”. Φρονώ λοιπόν ότι έχει δίκιο σ᾽ αυτά ο Φαίδρος. Εγώ λοιπόν από τη μια επιθυμώ να διοργανώσουμε έρανο για το θεό και να τον καλοκαρδίσουμε, κι από την άλλη μ᾽ αυτή τη συγκυρία θεωρώ ότι θα δώσουμε καλή εντύπωση εμείς που παραβρισκόμαστε με το να ομορφοστολίσουμε τον θεό. Λοιπόν, αν
[177d]συνδοκεῖ καὶ ὑμῖν, γένοιτ᾽ ἂν ἡμῖν ἐν λόγοις ἱκανὴ διατριβή· δοκεῖ γάρ μοι χρῆναι ἕκαστον ἡμῶν λόγον εἰπεῖν ἔπαινον Ἔρωτος ἐπὶ δεξιὰ ὡς ἂν δύνηται κάλλιστον, ἄρχειν δὲ Φαῖδρον πρῶτον, ἐπειδὴ καὶ πρῶτος κατάκειται καὶ ἔστιν ἅμα πατὴρ τοῦ λόγου.και σεις συμφωνείτε, θα μπορούσαμε να περάσουμε ευχάριστα την ώρα μας με ομιλίες· δηλαδή η άποψή μου είναι ν᾽ αναλάβει ν᾽ απαγγείλει ομιλία — εγκώμιο του Έρωτα όσο γίνεται πιο όμορφο — ο καθένας μας με τη σειρά του, απ᾽ τ᾽ αριστερά προς τα δεξιά· την αρχή να κάνει ο Φαίδρος, πρώτος αυτός, μια και πλαγιάζει στο πρώτο ανάκλιντρο και ταυτόχρονα του ανήκει η πατρότητα του θέματος».
Οὐδείς σοι, ὦ Ἐρυξίμαχε, φάναι τὸν Σωκράτη, ἐναντία ψηφιεῖται. οὔτε γὰρ ἄν που ἐγὼ ἀποφήσαιμι, ὃς οὐδέν φημι ἄλλο ἐπίστασθαι ἢ τὰ ἐρωτικά, οὔτε που Ἀγάθων καὶ«Ερυξίμαχε, είπε ο Σωκράτης, κανένας δε θα ρίξει αρνητική ψήφο στην πρότασή σου. Γιατί βέβαια ούτε εγώ θα ᾽φερνα αντίλογο, που το μόνο που παραδέχομαι ότι κατέχω καλά είναι τα όσα έχουν να κάνουν με τον έρωτα ούτε, υποθέτω, ο Αγάθων και
[177e]Παυσανίας, οὐδὲ μὴν Ἀριστοφάνης, ᾧ περὶ Διόνυσον καὶ Ἀφροδίτην πᾶσα ἡ διατριβή, οὐδὲ ἄλλος οὐδεὶς τουτωνὶ ὧν ἐγὼ ὁρῶ. καίτοι οὐκ ἐξ ἴσου γίγνεται ἡμῖν τοῖς ὑστάτοις κατακειμένοις· ἀλλ᾽ ἐὰν οἱ πρόσθεν ἱκανῶς καὶ καλῶς εἴπωσιν, ἐξαρκέσει ἡμῖν. ἀλλὰ τύχῃ ἀγαθῇ καταρχέτω Φαῖδρος καὶ ἐγκωμιαζέτω τὸν Ἔρωτα. Ταῦτα δὴ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες ἄρα συνέφασάν τε καὶο Παυσανίας, κι ούτε βέβαια ο Αριστοφάνης, που δεν καταπιάνεται με τίποτ᾽ άλλο εκτός απ᾽ τον Διόνυσο και την Αφροδίτη, ούτε κανένας άλλος από τους κυρίους που έχω μπροστά στα μάτια μου. Πάντως εμείς που ξαπλώνουμε στο τελευταίο ανάκλιντρο βρισκόμαστε σε μειονεκτική θέση· αλλά, αν όσοι προηγούνται από μας μιλήσουν ικανοποιητικά κι ωραία, δε θέλουμε τίποτε παραπάνω. Αλλά —κι όλα να ᾽ρθουν δεξιά! — ας κάνει την αρχή ο Φαίδρος κι ας πλέξει το εγκώμιο του Έρωτα». Λοιπόν και οι άλλοι, όλοι τους, συμφώνησαν μ᾽ αυτά και
[178a]ἐκέλευον ἅπερ ὁ Σωκράτης. πάντων μὲν οὖν ἃ ἕκαστος εἶπεν, οὔτε πάνυ ὁ Ἀριστόδημος ἐμέμνητο οὔτ᾽ αὖ ἐγὼ ἃ ἐκεῖνος ἔλεγε πάντα· ἃ δὲ μάλιστα καὶ ὧν ἔδοξέ μοι ἀξιομνημόνευτον, τούτων ὑμῖν ἐρῶ ἑκάστου τὸν λόγον.επανέλαβαν την προτροπή του Σωκράτη. Τώρα, ούτε ο Αριστόδημος συγκράτησε στο σύνολό τους όλα όσα είπε ο καθένας τους κι ούτε εγώ απ᾽ τη μεριά μου συγκρατώ τα όσα εκείνος διηγόταν στο σύνολό τους· αλλά όσα συγκράτησα καλύτερα και εκείνων που έκρινα αξιομνημόνευτες τις ομιλίες θα σας μεταφέρω, του καθενός με τη σειρά του.

ΙΙ. Κύριο μέρος – 1η ενότητα – ΣΟΦΙΣΤΙΚΟΣ ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ

1. ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΦΑΙΔΡΟΥ

Πρῶτον μὲν γάρ, ὥσπερ λέγω, ἔφη Φαῖδρον ἀρξάμενον ἐνθένδε ποθὲν λέγειν, ὅτι μέγας θεὸς εἴη ὁ Ἔρως καὶ θαυμαστὸς ἐν ἀνθρώποις τε καὶ θεοῖς, πολλαχῇ μὲν καὶ ἄλλῃ, οὐχ ἥκιστα δὲ κατὰ τὴν γένεσιν. τὸ γὰρ ἐν τοῖςΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Πρώτος λοιπόν, όπως είπα παραπάνω, σύμφωνα με τη διήγηση του Αριστοδήμου, μίλησε ο Φαίδρος· άρχισε κάπου απ᾽ αυτό το σημείο, ότι ο Έρωτας είναι θεός μεγάλος και προκαλεί τον θαυμασμό ανθρώπων και θεών, και για πολλούς άλλους λόγους, εξαιρέτως όμως για ό,τι αφορά στη γέννησή του. Γιατί είναι σπουδαίο
[178b]πρεσβύτατον εἶναι τὸν θεὸν τίμιον, ἦ δ᾽ ὅς, τεκμήριον δὲ τούτου· γονῆς γὰρ Ἔρωτος οὔτ᾽ εἰσὶν οὔτε λέγονται ὑπ᾽ οὐδενὸς οὔτε ἰδιώτου οὔτε ποιητοῦ, ἀλλ᾽ Ἡσίοδοςτο που είναι ανάμεσα στους αρχαίους θεούς ο αρχαιότερος, είπε, και νά η απόδειξη: δηλαδή, γονείς του Έρωτα ούτε υπάρχουν ούτε αναφέρονται από κανένα, θες πεζογράφο, θες ποιητή· αλλά ο Ησίοδος λέει ότι
πρῶτον μὲν Χάος φησὶ γενέσθαι— αὐτὰρ ἔπειτα Γαῖ᾽ εὐρύστερνος, πάντων ἕδος ἀσφαλὲς αἰεί, ἠδ᾽ Ἔροςπρωτόπλαστο δημιουργήθηκε το Χάος, και κατόπι, η ευρύστερνη Γαία, το βάθρο το ασάλευτο, το αιώνιο όλων των πάντων, κι ο Έρωτας·
Ἡσιόδῳ δὲ καὶ Ἀκουσίλεως σύμφησινμε τον Ησίοδο συμφωνεί κι ο Ακουσίλαος, ότι
μετὰ τὸ Χάος δύο τούτω γενέσθαι, Γῆν τε καὶ Ἔρωτα.μετά το Χάος ήρθαν στον κόσμο τούτα τα δύο, η Γη κι ο Έρωτας.
Παρμενίδης δὲ τὴν γένεσιν λέγει—Ο Παρμενίδης πάλι λέει ότι η Γένεσις
πρώτιστον μὲν Ἔρωτα θεῶν μητίσατο πάντων.ολόπρωτα απ᾽ τους θεούς, απ᾽ όλους, τον Έρωτα μελέτησε.
[178c]οὕτω πολλαχόθεν ὁμολογεῖται ὁ Ἔρως ἐν τοῖς πρεσβύτατος εἶναι. πρεσβύτατος δὲ ὢν μεγίστων ἀγαθῶν ἡμῖν αἴτιός ἐστιν. οὐ γὰρ ἔγωγ᾽ ἔχω εἰπεῖν ὅτι μεῖζόν ἐστιν ἀγαθὸν εὐθὺς νέῳ ὄντι ἢ ἐραστὴς χρηστὸς καὶ ἐραστῇ παιδικά. ὃ γὰρ χρὴ ἀνθρώποις ἡγεῖσθαι παντὸς τοῦ βίου τοῖς μέλλουσι καλῶς βιώσεσθαι, τοῦτο οὔτε συγγένεια οἵα τε ἐμποιεῖν οὕτω καλῶς οὔτε τιμαὶ οὔτε πλοῦτος οὔτ᾽ ἄλλοΈτσι πολύπλευρα δίνεται η μαρτυρία πως ο Έρωτας είναι των αρχαίων ο αρχαιότερος. Όντας λοιπόν ο αρχαιότατος, μας προξενεί τις πιο μεγάλες ευεργεσίες. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δε βρίσκεται μεγαλύτερο αγαθό, κιόλας απ᾽ την πρώτη νιότη μας, από έναν άξιο εραστή κι επίσης, για τον εραστή, απ᾽ τ᾽ αγαπημένο του αγόρι. Γιατί εκείνο που πρέπει να έχει οδηγό του σ᾽ όλη του τη ζωή ο άνθρωπος που σκοπεύει να ζήσει μια ανώτερη ζωή ούτε η συγγένεια μπορεί να του το εξασφαλίσει τόσο αποτελεσματικά ούτε οι τιμές ούτε τα πλούτη ούτε τίποτ᾽ άλλο,
[178d]οὐδὲν ὡς ἔρως. λέγω δὲ δὴ τί τοῦτο; τὴν ἐπὶ μὲν τοῖς αἰσχροῖς αἰσχύνην, ἐπὶ δὲ τοῖς καλοῖς φιλοτιμίαν· οὐ γὰρ ἔστιν ἄνευ τούτων οὔτε πόλιν οὔτε ἰδιώτην μεγάλα καὶ καλὰ ἔργα ἐξεργάζεσθαι. φημὶ τοίνυν ἐγὼ ἄνδρα ὅστις ἐρᾷ, εἴ τι αἰσχρὸν ποιῶν κατάδηλος γίγνοιτο ἢ πάσχων ὑπό του δι᾽ ἀνανδρίαν μὴ ἀμυνόμενος, οὔτ᾽ ἂν ὑπὸ πατρὸς ὀφθέντα οὕτως ἀλγῆσαι οὔτε ὑπὸ ἑταίρων οὔτε ὑπ᾽ ἄλλουόσο ο έρωτας. Για ποιό πράμα μιλώ; για το αίσθημα ντροπής για καθετί το πρόστυχο και για τον ζήλο για τα ωραία· γιατί είναι αδύνατο χωρίς αυτά να μεγαλουργήσει με ωραία έργα είτε πόλη είτε άτομο. Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι ένας ερωτευμένος άντρας, έτσι και γίνει πανηγυρικά αντιληπτός ότι κάνει κάτι πρόστυχο ή ότι δεν αντιπαλεύει, από ανανδρία, όταν κάποιος τον εξευτελίζει, δε θα ᾽νιωθε τόσο πόνο στην ψυχή του, αν τον έβλεπε ο πατέρας του είτε οι φίλοι του είτε οποιοσδήποτε
[178e]οὐδενὸς ὡς ὑπὸ παιδικῶν. ταὐτὸν δὲ τοῦτο καὶ τὸν ἐρώμενον ὁρῶμεν, ὅτι διαφερόντως τοὺς ἐραστὰς αἰσχύνεται, ὅταν ὀφθῇ ἐν αἰσχρῷ τινι ὤν. εἰ οὖν μηχανή τις γένοιτο ὥστε πόλιν γενέσθαι ἢ στρατόπεδον ἐραστῶν τε καὶ παιδικῶν, οὐκ ἔστιν ὅπως ἂν ἄμεινον οἰκήσειαν τὴν ἑαυτῶν ἢ ἀπεχόμενοι πάντων τῶν αἰσχρῶν καὶ φιλοτιμούμενοι πρὸςάλλος, όσο αν τον έβλεπε το αγαπημένο του αγόρι. Ακριβώς το ίδιο διαπιστώνουμε και για τον ερωμένο, ότι νιώθει εξαιρετικά μεγάλη ντροπή μπροστά στους εραστές του, όταν τον δουν να εμπλέκεται σε κάποια πρόστυχη υπόθεση. Λοιπόν, αν επινοηθεί κάποιο τέχνασμα, ώστε να συγκροτηθεί πόλη ή τάγμα από εραστές κι απ᾽ τα αγαπημένα τους αγόρια, η αποτελεσματικότερη προϋπόθεση για να διοικηθούν σωστά θα ήταν να μένουν μακριά από κάθε πρόστυχη πράξη και να έχουν ευγενική άμιλλα
[179a]ἀλλήλους, καὶ μαχόμενοί γ᾽ ἂν μετ᾽ ἀλλήλων οἱ τοιοῦτοι νικῷεν ἂν ὀλίγοι ὄντες ὡς ἔπος εἰπεῖν πάντας ἀνθρώπους. ἐρῶν γὰρ ἀνὴρ ὑπὸ παιδικῶν ὀφθῆναι ἢ λιπὼν τάξιν ἢ ὅπλα ἀποβαλὼν ἧττον ἂν δήπου δέξαιτο ἢ ὑπὸ πάντων τῶν ἄλλων, καὶ πρὸ τούτου τεθνάναι ἂν πολλάκις ἕλοιτο. καὶ μὴν ἐγκαταλιπεῖν γε τὰ παιδικὰ ἢ μὴ βοηθῆσαι κινδυνεύοντι — οὐδεὶς οὕτω κακὸς ὅντινα οὐκ ἂν αὐτὸς ὁ Ἔρως ἔνθεον ποιήσειε πρὸς ἀρετήν, ὥστε ὅμοιον εἶναι τῷ ἀρίστῳ φύσει·μεταξύ τους· και τέτοιοι μαχητές, πολεμώντας ο ένας στο πλευρό του άλλου, έστω και μια φούχτα άνθρωποι, θα μπορούσαν να νικήσουν, που λέει ο λόγος, όλο τον κόσμο· γιατί ο εραστής θ᾽ ανεχόταν πολύ πιο ανώδυνα να τον δουν όλοι οι άλλοι να λιποταχτεί ή να πετά τα όπλα του, απ᾽ ό,τι αν τον έβλεπε το αγαπημένο του αγόρι, και χίλιες φορές θα προτιμούσε το θάνατο παρά αυτό. Κι όσο για εγκατάλειψη του αγαπημένου αγοριού ή άρνηση βοήθειας, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνδυνο — κανένας τους δεν είναι τόσο δειλός, που να μην τον φέρει σε θεϊκή έξαρση αντρειοσύνης ο Έρως, έτσι που να τον εξομοιώσει με αυτόν που έχει φυσική καταβολή την αντρεία στον υπέρτατο βαθμό·
[179b]καὶ ἀτεχνῶς, ὃ ἔφη Ὅμηρος, μένος ἐμπνεῦσαι ἐνίοις τῶν ἡρώων τὸν θεόν, τοῦτο ὁ Ἔρως τοῖς ἐρῶσι παρέχει γιγνόμενον παρ᾽ αὑτοῦ. Καὶ μὴν ὑπεραποθνῄσκειν γε μόνοι ἐθέλουσιν οἱ ἐρῶντες, οὐ μόνον ὅτι ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ αἱ γυναῖκες. τούτου δὲ καὶ ἡ Πελίου θυγάτηρ Ἄλκηστις ἱκανὴν μαρτυρίαν παρέχεται ὑπὲρ τοῦδε τοῦ λόγου εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἐθελήσασα μόνη ὑπὲρ τοῦ αὑτῆς ἀνδρὸς ἀποθανεῖν, ὄντων αὐτῷ πατρός τεμε δυο λόγια, αυτό που είπε ο Όμηρος: «ο θεός σε ορισμένους ήρωες εμπνέει πολεμική ορμή», τούτο ο Έρως το προξενεί στους εραστές — δικό του δημιούργημα. Επιπρόσθετα, οι μόνοι που πρόθυμα θυσιάζουν τη ζωή τους ο ένας για τον άλλο είναι οι ερωτευμένοι, κι όχι μόνο οι άντρες, αλλά και οι γυναίκες. Κι ως προς αυτό, πειστική απόδειξη γι᾽ αυτό τον ισχυρισμό μου προσφέρει στον ελληνικό κόσμο η Άλκηστη, η θυγατέρα του Πελία, με την προθυμία της, μόνη αυτή, να πεθάνει στη θέση του άντρα της· είχε βέβαια ο Άδμητος και πατέρα
[179c]καὶ μητρός, οὓς ἐκείνη τοσοῦτον ὑπερεβάλετο τῇ φιλίᾳ διὰ τὸν ἔρωτα, ὥστε ἀποδεῖξαι αὐτοὺς ἀλλοτρίους ὄντας τῷ ὑεῖ καὶ ὀνόματι μόνον προσήκοντας, καὶ τοῦτ᾽ ἐργασαμένη τὸ ἔργον οὕτω καλὸν ἔδοξεν ἐργάσασθαι οὐ μόνον ἀνθρώποις ἀλλὰ καὶ θεοῖς, ὥστε πολλῶν πολλὰ καὶ καλὰ ἐργασαμένων εὐαριθμήτοις δή τισιν ἔδοσαν τοῦτο γέρας οἱ θεοί, ἐξ Ἅιδου ἀνεῖναι πάλιν τὴν ψυχήν, ἀλλὰ τὴν ἐκείνης ἀνεῖσανκαι μητέρα, αλλά τα αισθήματα στοργής της, που τα ενέπνεε ο έρωτας, αποδείχτηκαν τόσο ανώτερα απ᾽ εκείνων, ώστε εκείνοι να ξεσκεπαστούν ότι ήταν ξένοι για το γιο τους —το μόνο που τους συνέδεε μ᾽ αυτόν ήταν το όνομα!— και μ᾽ αυτό της το ανδραγάθημα έκανε όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τους θεούς να πιστέψουν ότι πραγματοποίησε ένα τόσο ωραίο κατόρθωμα, ώστε, ενώ πολλοί πολλά και ωραία κατορθώματα πραγματοποίησαν, μόνο σε λίγους έδωσαν αυτό το έπαθλο, ν᾽ ανεβάσουν την ψυχή τους στον πάνω κόσμο από τον Άδη· όμως τη δική της την ανέβασαν,
[179d]ἀγασθέντες τῷ ἔργῳ· οὕτω καὶ θεοὶ τὴν περὶ τὸν ἔρωτα σπουδήν τε καὶ ἀρετὴν μάλιστα τιμῶσιν. Ὀρφέα δὲ τὸν Οἰάγρου ἀτελῆ ἀπέπεμψαν ἐξ Ἅιδου, φάσμα δείξαντες τῆς γυναικὸς ἐφ᾽ ἣν ἧκεν, αὐτὴν δὲ οὐ δόντες, ὅτι μαλθακίζεσθαι ἐδόκει, ἅτε ὢν κιθαρῳδός, καὶ οὐ τολμᾶν ἕνεκα τοῦ ἔρωτος ἀποθνῄσκειν ὥσπερ Ἄλκηστις, ἀλλὰ διαμηχανᾶσθαι ζῶν εἰσιέναι εἰς Ἅιδου. τοιγάρτοι διὰ ταῦτα δίκην αὐτῷ ἐπέθεσαν, καὶ ἐποίησαν τὸν θάνατον αὐτοῦ ὑπὸ γυναικῶνενθουσιασμένοι με το ανδραγάθημά της· τόσο πολύ και οι θεοί τιμούν την αφοσίωση και την αρετή των ερωτευμένων. Αντίθετα, μ᾽ άδεια χέρια έστειλαν πίσω τον Ορφέα, τον γιο του Οιάγρου, από τον Άδη· φάντασμα της γυναίκας, που για χάρη της κατέβηκε, του έδειξαν, την ίδια όμως δεν του την έδωσαν, γιατί σχημάτισαν την εντύπωση ότι ήταν άναντρος — κιθαρωδός δεν ήταν, εξάλλου; — και ότι δεν το ᾽λεγε η καρδιά του να πεθάνει για τον έρωτα, όπως η Άλκηστη, αλλά κατέφυγε σε δόλο, για να τρυπώσει ζωντανός στον Άδη. Γι᾽ αυτό τον λόγο οι θεοί τού επέβαλαν τιμωρία και τα ᾽φεραν έτσι, ώστε να βρει τον θάνατο από γυναίκες·
[179e]γενέσθαι, οὐχ ὥσπερ Ἀχιλλέα τὸν τῆς Θέτιδος ὑὸν ἐτίμησαν καὶ εἰς μακάρων νήσους ἀπέπεμψαν, ὅτι πεπυσμένος παρὰ τῆς μητρὸς ὡς ἀποθανοῖτο ἀποκτείνας Ἕκτορα, μὴ ποιήσας δὲ τοῦτο οἴκαδε ἐλθὼν γηραιὸς τελευτήσοι, ἐτόλμησεν ἑλέσθαι βοηθήσας τῷ ἐραστῇ Πατρόκλῳ καὶόχι, δεν τον τίμησαν όπως τον Αχιλλέα, το γιο της Θέτιδας, που τον έστειλαν στις νήσους των Μακάρων. Κι αυτό, επειδή ο Αχιλλέας, παρότι είχε προειδοποιηθεί από τη μητέρα του ότι, αν σκότωνε τον Έκτορα, θα πεθάνει, αν όμως δεν το κάνει αυτό, θα γυρίσει στην πατρίδα του και θα τον βρει ο θάνατος στα γηρατειά, τόλμησε να προτιμήσει, σπεύδοντας σε βοήθεια του εραστή του, του Πατρόκλου, και
[180a]τιμωρήσας οὐ μόνον ὑπεραποθανεῖν ἀλλὰ καὶ ἐπαποθανεῖν τετελευτηκότι· ὅθεν δὴ καὶ ὑπεραγασθέντες οἱ θεοὶ διαφερόντως αὐτὸν ἐτίμησαν, ὅτι τὸν ἐραστὴν οὕτω περὶ πολλοῦ ἐποιεῖτο. Αἰσχύλος δὲ φλυαρεῖ φάσκων Ἀχιλλέα Πατρόκλου ἐρᾶν, ὃς ἦν καλλίων οὐ μόνον Πατρόκλου ἀλλ᾽ ἅμα καὶ τῶν ἡρώων ἁπάντων, καὶ ἔτι ἀγένειος, ἔπειτα νεώτερος πολύ, ὥς φησιν Ὅμηρος. ἀλλὰ γὰρ τῷ ὄντι μάλιστα μὲν ταύτην τὴν ἀρετὴν οἱ θεοὶ τιμῶσιν τὴν περὶπαίρνοντας εκδίκηση για το θάνατο εκείνου, όχι μόνο να πεθάνει για χάρη του, αλλά και να τον ακολουθήσει στο θάνατο, όταν εκείνος κειτόταν νεκρός· γι᾽ αυτό και οι θεοί, κατενθουσιασμένοι, τον τίμησαν εξαιρετικά, επειδή τόσο μεγάλη αξία έδινε στον εραστή του. Τώρα, ο Αισχύλος λέει φούμαρα, όταν ισχυρίζεται πως ο Αχιλλέας ήταν εραστής του Πατρόκλου· μα ο Αχιλλέας ήταν πιο όμορφος όχι μόνο από τον Πάτροκλο, αλλά συνάμα κι απ᾽ όλους τους ήρωες, κι επιπρόσθετα, δεν είχε βγάλει ακόμη γένι, κι ακόμη, όπως λέει ο Όμηρος, ήταν πολύ νεότερος. Αλλά βέβαια τωόντι οι θεοί τιμούν πάνω απ᾽ όλα αυτή την αρετή που χαρακτηρίζει
[180b]τὸν ἔρωτα, μᾶλλον μέντοι θαυμάζουσιν καὶ ἄγανται καὶ εὖ ποιοῦσιν ὅταν ὁ ἐρώμενος τὸν ἐραστὴν ἀγαπᾷ, ἢ ὅταν ὁ ἐραστὴς τὰ παιδικά. θειότερον γὰρ ἐραστὴς παιδικῶν· ἔνθεος γάρ ἐστι. διὰ ταῦτα καὶ τὸν Ἀχιλλέα τῆς Ἀλκήστιδος μᾶλλον ἐτίμησαν, εἰς μακάρων νήσους ἀποπέμψαντες. Οὕτω δὴ ἔγωγέ φημι Ἔρωτα θεῶν καὶ πρεσβύτατον καὶ τιμιώτατον καὶ κυριώτατον εἶναι εἰς ἀρετῆς καὶ εὐδαιμονίας κτῆσιν ἀνθρώποις καὶ ζῶσι καὶ τελευτήσασιν.τους ερωτευμένους, εκφράζουν όμως μεγαλύτερο θαυμασμό κι ενθουσιάζονται κι ευεργετούν πιο γενναιόδωρα στην περίπτωση του ερωμένου που αγαπά τον εραστή του απ᾽ ό,τι στην περίπτωση του εραστή που αγαπά το αγόρι του· γιατί ο εραστής είναι πλάσμα πιο θεϊκό απ᾽ ό,τι τ᾽ αγαπημένο αγόρι· γιατί μέσα του φωλιάζει ο θεός. Αυτός είναι ο λόγος που τίμησαν τον Αχιλλέα περισσότερο από την Άλκηστη, αποστέλλοντάς τον στις νήσους των Μακάρων. Μ᾽ αυτό το σκεπτικό λοιπόν εγώ ισχυρίζομαι ότι ανάμεσα στους θεούς ο Έρως είναι και ο αρχαιότατος και ο πιο αξιοσέβαστος και αυτός που έχει τον πρώτο λόγο για ν᾽ αποχτήσουν οι άνθρωποι, κι όσο ζούνε κι όταν πεθάνουν, αρετή κι ευτυχία.

2. ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΣΑΝΙΑ

[180c]Φαῖδρον μὲν τοιοῦτόν τινα λόγον ἔφη εἰπεῖν, μετὰ δὲ Φαῖδρον ἄλλους τινὰς εἶναι ὧν οὐ πάνυ διεμνημόνευε· οὓς παρεὶς τὸν Παυσανίου λόγον διηγεῖτο. εἰπεῖν δ᾽ αὐτὸν ὅτι Οὐ καλῶς μοι δοκεῖ, ὦ Φαῖδρε, προβεβλῆσθαι ἡμῖν ὁ λόγος, τὸ ἁπλῶς οὕτως παρηγγέλθαι ἐγκωμιάζειν Ἔρωτα. εἰ μὲν γὰρ εἷς ἦν ὁ Ἔρως, καλῶς ἂν εἶχε, νῦν δὲ οὐ γάρ ἐστιν εἷς· μὴ ὄντος δὲ ἑνὸς ὀρθότερόν ἐστι πρότερονΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Λοιπόν, συνεχίζοντας την αφήγησή του ο Αριστόδημος μου είπε ότι τέτοια περίπου ήταν η ομιλία του Φαίδρου· κι ύστερ᾽ από τον Φαίδρο ήταν κάποιοι άλλοι, που δεν τους συγκρατούσε καλά στη μνήμη του· προσπερνώντας τους λοιπόν αφηγήθηκε την ομιλία του Παυσανία. Πως, λοιπόν, είπε αυτός ότι: «Φαίδρε, φρονώ ότι δεν τέθηκε καλά το θέμα της συζήτησής μας, που κληθήκαμε έτσι απλουστευμένα να εγκωμιάσουμε τον Έρωτα. Δηλαδή, αν ο Έρωτας ήταν ένας, κανένα πρόβλημα· τώρα όμως, πώς να το κάνουμε, νά που δεν είναι ένας· κι από τη στιγμή που δεν είναι ένας, το πιο σωστό είναι να προκαθοριστεί από μιας αρχής
[180d]προρρηθῆναι ὁποῖον δεῖ ἐπαινεῖν. ἐγὼ οὖν πειράσομαι τοῦτο ἐπανορθώσασθαι, πρῶτον μὲν Ἔρωτα φράσαι ὃν δεῖ ἐπαινεῖν, ἔπειτα ἐπαινέσαι ἀξίως τοῦ θεοῦ. πάντες γὰρ ἴσμεν ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνευ Ἔρωτος Ἀφροδίτη. μιᾶς μὲν οὖν οὔσης εἷς ἂν ἦν Ἔρως· ἐπεὶ δὲ δὴ δύο ἐστόν, δύο ἀνάγκη καὶ Ἔρωτε εἶναι. πῶς δ᾽ οὐ δύο τὼ θεά; ἡ μέν γέ που πρεσβυτέρα καὶ ἀμήτωρ Οὐρανοῦ θυγάτηρ, ἣν δὴ καὶ Οὐρανίαν ἐπονομάζομεν· ἡ δὲ νεωτέρα Διὸς καὶ Διώνης,ποιόν Έρωτα υποχρεούμαστε να εγκωμιάσουμε. Εγώ λοιπόν θα δοκιμάσω να διορθώσω τα πράματα: πρώτα πρώτα να ονοματίσω τον Έρωτα που υποχρεούμαστε να επαινούμε και κατόπι να πλέξω εγκώμιο αντάξιο αυτού του θεού. Δηλαδή όλοι ξέρουμε πως Αφροδίτη χωρίς Έρωτα δεν υπάρχει· τώρα, αν είχαμε μια Αφροδίτη, θα είχαμε έναν Έρωτα· από τη στιγμή όμως που έχουμε δύο, αναπόφευκτα δύο είναι και οι Έρωτες. Και σε κάθε περίπτωση οι θεές είναι δύο: η μια αρχαιότερη, υποθέτω, και χωρίς μητέρα, η θυγατέρα του Ουρανού, ακριβώς αυτή που την ονομάζουμε Ουρανία· και η άλλη νεότερη, του Δία και της Διώνης,
[180e]ἣν δὴ Πάνδημον καλοῦμεν. ἀναγκαῖον δὴ καὶ Ἔρωτα τὸν μὲν τῇ ἑτέρᾳ συνεργὸν Πάνδημον ὀρθῶς καλεῖσθαι, τὸν δὲ Οὐράνιον. ἐπαινεῖν μὲν οὖν δεῖ πάντας θεούς, ἃ δ᾽ οὖν ἑκάτερος εἴληχε πειρατέον εἰπεῖν. πᾶσα γὰρ πρᾶξις ὧδ᾽ ἔχει· αὐτὴ ἐφ᾽ ἑαυτῆς πραττομένη οὔτε καλὴ οὔτε αἰσχρά.νά, αυτή που ονομάζουμε Πάνδημο. Λοιπόν είμαστε υποχρεωμένοι, για να μην πέφτουμε σε λάθος, ν᾽ αποκαλούμε τον Έρωτα, τον συνεργό της δεύτερης, Πάνδημο, τον άλλο Ουράνιο. Οπωσδήποτε πρέπει να εκφραζόμαστε επαινετικά για όλους τους θεούς, αλλά ας δοκιμάσουμε να πούμε ποιό πεδίο δράσης πήρε με κλήρο ο καθένας από τους δυο. Γιατί νά πώς χαρακτηρίζεται η κάθε πράξη: καθώς εκδηλώνεται, αυτή καθαυτή, δεν είναι ούτε ωραία ούτε άσκημη·
[181a]οἷον ὃ νῦν ἡμεῖς ποιοῦμεν, ἢ πίνειν ἢ ᾄδειν ἢ διαλέγεσθαι, οὐκ ἔστι τούτων αὐτὸ καλὸν οὐδέν, ἀλλ᾽ ἐν τῇ πράξει, ὡς ἂν πραχθῇ, τοιοῦτον ἀπέβη· καλῶς μὲν γὰρ πραττόμενον καὶ ὀρθῶς καλὸν γίγνεται, μὴ ὀρθῶς δὲ αἰσχρόν. οὕτω δὴ καὶ τὸ ἐρᾶν καὶ ὁ Ἔρως οὐ πᾶς ἐστι καλὸς οὐδὲ ἄξιος ἐγκωμιάζεσθαι, ἀλλὰ ὁ καλῶς προτρέπων ἐρᾶν. Ὁ μὲν οὖν τῆς Πανδήμου Ἀφροδίτης ὡς ἀληθῶςγια παράδειγμα, αυτό που καληώρα κάνουμε, που πίνουμε, που άδουμε, που συζητάμε διαλογικά, κανένα απ᾽ αυτά δεν είναι αυτό καθαυτό ωραίο, αλλά στην εκτέλεσή του, ανάλογα με τον τρόπο που θα πραγματωθεί, αποδεικνύεται ωραίο ή άσκημο· δηλαδή, γίνεται ωραία και σωστά; αποδεικνύεται ωραίο· γίνεται με τον αντίθετο τρόπο; άσκημο. Το ίδιο έχουμε και με την ερωτική σχέση και τον Έρωτα: δεν είναι σ᾽ όλες τις πραγματώσεις του ωραίος κι ούτε άξιος για εγκώμιο, παρά μόνο εκείνος που παρακινεί να συνάπτουμε όμορφες ερωτικές σχέσεις. Λοιπόν, ο Έρωτας της Πανδήμου Αφροδίτης είναι κυριολεκτικά
[181b]πάνδημός ἐστι καὶ ἐξεργάζεται ὅτι ἂν τύχῃ· καὶ οὗτός ἐστιν ὃν οἱ φαῦλοι τῶν ἀνθρώπων ἐρῶσιν.πάνδημος και καταπιάνεται μ᾽ ό,τι βρεθεί μπροστά του, κι αυτός είναι ο έρωτας των αγοραίων ανθρώπων.
ἐρῶσι δὲ οἱ τοιοῦτοι πρῶτον μὲν οὐχ ἧττον γυναικῶν ἢ παίδων, ἔπειτα ὧν καὶ ἐρῶσι τῶν σωμάτων μᾶλλον ἢ τῶν ψυχῶν, ἔπειτα ὡς ἂν δύνωνται ἀνοητοτάτων, πρὸς τὸ διαπράξασθαι μόνον βλέποντες, ἀμελοῦντες δὲ τοῦ καλῶς ἢ μή· ὅθεν δὴ συμβαίνει αὐτοῖς ὅτι ἂν τύχωσι τοῦτο πράττειν, ὁμοίως μὲν ἀγαθόν, ὁμοίως δὲ τοὐναντίον.Κι οι τέτοιου είδους άνθρωποι πρώτα πρώτα ερωτεύονται, χωρίς καμιά διάκριση, και γυναίκες και αγόρια· δεύτερο, μάλλον τα σώματα κι όχι τις ψυχές των προσώπων που ποθούν· τρίτον, ερωτεύονται άτομα όσο γίνεται χαμηλότερου πνευματικού επιπέδου, γιατί δεν αποσκοπούν παρά μόνο στο να κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς να νοιάζονται αν γίνεται όμορφα ή όχι· αποτέλεσμα: το τί κάνουν εξαρτάται από την τύχη, καλό ή κακό με τις ίδιες πιθανότητες.
ἔστι γὰρ καὶ ἀπὸ τῆς θεοῦ νεωτέραςΓιατί ο έρωτάς τους είναι έργο της θεάς που είναι πολύ νεότερη
[181c]τε οὔσης πολὺ ἢ τῆς ἑτέρας, καὶ μετεχούσης ἐν τῇ γενέσει καὶ θήλεος καὶ ἄρρενος. ὁ δὲ τῆς Οὐρανίας πρῶτον μὲν οὐ μετεχούσης θήλεος ἀλλ᾽ ἄρρενος μόνον —καὶ ἔστιν οὗτος ὁ τῶν παίδων ἔρως— ἔπειτα πρεσβυτέρας, ὕβρεως ἀμοίρου· ὅθεν δὴ ἐπὶ τὸ ἄρρεν τρέπονται οἱ ἐκ τούτου τοῦ ἔρωτος ἔπιπνοι, τὸ φύσει ἐρρωμενέστερον καὶ νοῦν μᾶλλον ἔχον ἀγαπῶντες.από την άλλη, και πήρε, την ώρα που γεννιόταν, κι από το θηλυκό κι από τ᾽ αρσενικό. Αντίθετα, ο έρωτας της Ουρανίας εκπορεύεται από θεά που πρώτα πρώτα δεν πήρε από θηλυκό, αλλά μόνο από αρσενικό — κι έτσι είναι έρωτας προς τ᾽ αγόρια· έπειτα, από θεά αρχαιότερη, ανέγγιχτη από χοντροκοπιά· γι᾽ αυτό όσοι οιστρηλατούνται απ᾽ αυτό τον έρωτα, στρέφονται προς τους αρσενικούς, αγαπώντας το γένος που η φύση το προίκισε με περισσότερη ρώμη και νου.
καί τις ἂν γνοίη καὶ ἐν αὐτῇ τῇ παιδεραστίᾳ τοὺς εἰλικρινῶςΚαι θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει ακόμη κι ανάμεσα στους παιδεραστές αυτούς
[181d]ὑπὸ τούτου τοῦ ἔρωτος ὡρμημένους· οὐ γὰρ ἐρῶσι παίδων, ἀλλ᾽ ἐπειδὰν ἤδη ἄρχωνται νοῦν ἴσχειν, τοῦτο δὲ πλησιάζει τῷ γενειάσκειν. παρεσκευασμένοι γὰρ οἶμαί εἰσιν οἱ ἐντεῦθεν ἀρχόμενοι ἐρᾶν ὡς τὸν βίον ἅπαντα συνεσόμενοι καὶ κοινῇ συμβιωσόμενοι, ἀλλ᾽ οὐκ ἐξαπατήσαντες, ἐν ἀφροσύνῃ λαβόντες ὡς νέον, καταγελάσαντες οἰχήσεσθαι ἐπ᾽ ἄλλον ἀποτρέχοντες. χρῆν δὲ καὶ νόμον εἶναι μὴ ἐρᾶνπου ελαύνονται πραγματικά απ᾽ αυτό τον έρωτα· γιατί αυτοί δεν ερωτεύονται παιδιά, παρά μόνο στην ηλικία που αυτά αρχίζουν να δείχνουν νοημοσύνη, δηλαδή κάπου εκεί που αρχίζουν να βγάζουν γένι. Γιατί, φρονώ, ότι αυτοί που πρωτοερωτεύονται αγόρια αυτής της ηλικίας, τα ερωτεύονται με την προοπτική να μείνουν δεμένοι μαζί τους και να ζήσουν μια κοινή ζωή, κι όχι να εξαπατήσουν τον νέο, αφού τον κατακτήσουν προτού πήξει το μυαλό του, να γελάσουν εις βάρος του λοιπόν κι ύστερα από δω παν κι άλλοι — και να τρέχουν πίσω από άλλον νεαρό. Και θα ᾽πρεπε να νομοθετηθεί απαγόρευση ερωτικής σχέσης
[181e]παίδων, ἵνα μὴ εἰς ἄδηλον πολλὴ σπουδὴ ἀνηλίσκετο· τὸ γὰρ τῶν παίδων τέλος ἄδηλον οἷ τελευτᾷ κακίας καὶ ἀρετῆς ψυχῆς τε πέρι καὶ σώματος. οἱ μὲν οὖν ἀγαθοὶ τὸν νόμον τοῦτον αὐτοὶ αὑτοῖς ἑκόντες τίθενται, χρῆν δὲ καὶ τούτους τοὺς πανδήμους ἐραστὰς προσαναγκάζειν τὸ τοιοῦτον, ὥσπερ καὶ τῶν ἐλευθέρων γυναικῶν προσαναγκάζομεν αὐτοὺς καθ᾽με παιδιά, για να μην πάει χαμένη τόση φροντίδα για μια σχέση που δεν ξέρουμε ποιά εξέλιξη θα έχει· γιατί κανείς δεν μπορεί να μαντέψει πώς θα εξελιχτεί τελικά ένα παιδί, σε ποιό επίπεδο ψυχικής και σωματικής ανωτερότητας ή κατάντιας θα καταλήξει. Λοιπόν, οι καθώς πρέπει άνθρωποι επιβάλλουν από μόνοι τους στον εαυτό τους χωρίς να δυστροπούν αυτή τη νομική απαγόρευση, έπρεπε όμως ένας τέτοιος νόμος να είχε επιβληθεί μ᾽ εξαναγκασμό σε τούτα τα υποκείμενα, τους πάνδημους εραστές, όπως τους επιβάλλουμε μ᾽ εξαναγκασμό, στο βαθμό που μπορούμε,
[182a]ὅσον δυνάμεθα μὴ ἐρᾶν. οὗτοι γάρ εἰσιν οἱ καὶ τὸ ὄνειδος πεποιηκότες, ὥστε τινὰς τολμᾶν λέγειν ὡς αἰσχρὸν χαρίζεσθαι ἐρασταῖς· λέγουσι δὲ εἰς τούτους ἀποβλέποντες, ὁρῶντες αὐτῶν τὴν ἀκαιρίαν καὶ ἀδικίαν, ἐπεὶ οὐ δήπου κοσμίως γε καὶ νομίμως ὁτιοῦν ‹πρᾶγμα› πραττόμενον ψόγον ἂν δικαίως φέροι. Καὶ δὴ καὶ ὁ περὶ τὸν ἔρωτα νόμος ἐν μὲν ταῖς ἄλλαις πόλεσι νοῆσαι ῥᾴδιος, ἁπλῶς γὰρ ὥρισται· ὁ δ᾽ ἐνθάδενα μη σχετίζονται ερωτικά με ελεύθερες γυναίκες. Γιατί ετούτοι είναι που κηλίδωσαν τον έρωτα για τ᾽ αγόρια κι έδωσαν το δικαίωμα σε κάποιους να λένε ότι είναι προστυχιά να δίνονται αυτά στον εραστή τους· βέβαια, αυτοί που λένε αυτά έχουν υπόψη τους ετούτους τους εραστές, βλέποντας τη σκαιότητα και το άδικο φέρσιμό τους, γιατί, πώς να το κάνουμε, πράξη, η οποιαδήποτε, που τελείται με κόσμιο τρόπο και σεβασμό στο νόμο, δε θα επέσυρε δικαιολογημένη μομφή. Τώρα, ο κανόνας συμπεριφοράς που αφορά στον έρωτα, των άλλων πόλεων είναι εύκολα κατανοητός, γιατί είναι ο ίδιος για όλες τις περιπτώσεις· αντίθετα, εδώ
[182b]καὶ ἐν Λακεδαίμονι ποικίλος. ἐν Ἤλιδι μὲν γὰρ καὶ ἐν Βοιωτοῖς, καὶ οὗ μὴ σοφοὶ λέγειν, ἁπλῶς νενομοθέτηται καλὸν τὸ χαρίζεσθαι ἐρασταῖς, καὶ οὐκ ἄν τις εἴποι οὔτε νέος οὔτε παλαιὸς ὡς αἰσχρόν, ἵνα οἶμαι μὴ πράγματ᾽ ἔχωσιν λόγῳ πειρώμενοι πείθειν τοὺς νέους, ἅτε ἀδύνατοι λέγειν· τῆς δὲ Ἰωνίας καὶ ἄλλοθι πολλαχοῦ αἰσχρὸν νενόμισται, ὅσοι ὑπὸ βαρβάροις οἰκοῦσιν. τοῖς γὰρ βαρβάροις διὰ τὰς τυραννίδας αἰσχρὸν τοῦτό γε καὶ ἥ γεκαι στη Λακωνία είναι περίπλοκος. Στην Ήλιδα δηλαδή και τη Βοιωτία και στα μέρη που δεν υπάρχουν καλοί χειριστές του λόγου, ο κανόνας συμπεριφοράς που ισχύει δέχεται ότι είναι ωραίο σε κάθε περίπτωση να ικανοποιείς τον πόθο του εραστή· και δεν θ᾽ ακούσεις από κανέναν τους, είτε νέο είτε ηλικιωμένο, ότι είναι προστυχιά· κι αυτό, φρονώ, για ν᾽ αποφύγουν τις σκοτούρες στην προσπάθειά τους να πείσουν, με τη δύναμη του λόγου τους, τους νέους, ένα περισσότερο που δεν διακρίνονται για την ευφράδειά τους. Αντίθετα, σε πολλές περιοχές της Ιωνίας και αλλού θεωρείται προστυχιά, στον κόσμο που ζει κάτω από το ζυγό των βαρβάρων. Γιατί στον βαρβαρικό κόσμο, με την απολυταρχία του, ετούτο είναι επονείδιστο, όπως και
[182c]φιλοσοφία καὶ ἡ φιλογυμναστία· οὐ γὰρ οἶμαι συμφέρει τοῖς ἄρχουσι φρονήματα μεγάλα ἐγγίγνεσθαι τῶν ἀρχομένων, οὐδὲ φιλίας ἰσχυρὰς καὶ κοινωνίας, ὃ δὴ μάλιστα φιλεῖ τά τε ἄλλα πάντα καὶ ὁ ἔρως ἐμποιεῖν. ἔργῳ δὲ τοῦτο ἔμαθον καὶ οἱ ἐνθάδε τύραννοι· ὁ γὰρ Ἀριστογείτονος ἔρως καὶ ἡ Ἁρμοδίου φιλία βέβαιος γενομένη κατέλυσεν αὐτῶν τὴν ἀρχήν. οὕτως οὗ μὲν αἰσχρὸν ἐτέθηη φιλοσοφία και η αγάπη για την άθληση· γιατί, υποθέτω, δε συμφέρει στους δυνάστες να φωλιάζουν στις ψυχές των υπηκόων τους υψηλά φρονήματα, ούτε να δημιουργούνται ανάμεσά τους καρδιακές φιλίες και δεσμοί, που συνήθως είναι και όλων των άλλων και του έρωτος αποτελέσματα. Και τούτο το δίδαξε η ζωή στους τυράννους αυτού του τόπου: τωόντι, ο έρωτας του Αριστογείτονα και του Αρμοδίου η φιλική ανταπόκριση, που ρίζωσαν βαθιά, κατέλυσε την εξουσία τους. Συμπερασματικά, εκεί όπου ο κανόνας συμπεριφοράς επιβάλλει να θεωρείται
[182d]χαρίζεσθαι ἐρασταῖς, κακίᾳ τῶν θεμένων κεῖται, τῶν μὲν ἀρχόντων πλεονεξίᾳ, τῶν δὲ ἀρχομένων ἀνανδρίᾳ· οὗ δὲ καλὸν ἁπλῶς ἐνομίσθη, διὰ τὴν τῶν θεμένων τῆς ψυχῆς ἀργίαν. Ἐνθάδε δὲ πολὺ τούτων κάλλιον νενομοθέτηται, καὶ ὅπερ εἶπον, οὐ ῥᾴδιον κατανοῆσαι. ἐνθυμηθέντι γὰρ ὅτι λέγεται κάλλιον τὸ φανερῶς ἐρᾶν τοῦ λάθρᾳ, καὶ μάλιστα τῶν γενναιοτάτων καὶ ἀρίστων, κἂν αἰσχίους ἄλλων ὦσι, καὶ ὅτι αὖ ἡ παρακέλευσις τῷ ἐρῶντι παρὰ πάντων θαυμαστή, οὐχ ὥς τι αἰσχρὸν ποιοῦντι, καὶ ἑλόντι τε καλὸν δοκεῖ εἶναιη ικανοποίηση του πόθου των εραστών προστυχιά, ισχύει εξαιτίας της ηθικής κατωτερότητας αυτών που τον θεσμοθέτησαν: της αλαζονικής απληστίας των αρχόντων και της ανανδρίας των υπηκόων τους· όπου πάλι θεωρήθηκε απλουστευτικά ωραίο, αιτία η αβελτηρία των ψυχών αυτών που τον θεσμοθέτησαν. Αντίθετα, στην πόλη μας ο κανόνας συμπεριφοράς θεσμοθετήθηκε πολύ καλύτερα απ᾽ ό,τι σε κείνους και, επαναλαμβάνω, δεν είναι εύκολα κατανοητός. Γιατί, αν αναλογιστούμε τα εξής: πρώτο, ότι θεωρείται ευπρεπέστερο το να ᾽ναι φανερός ο έρωτας παρά κρυφός, και μάλιστα έρωτας για τους πιο καλοαναθρεμμένους και ανώτερους νέους, έστω κι αν είναι λιγότερο εμφανίσιμοι από άλλους· δεύτερο, όλος ο κόσμος δίνει κουράγιο, με εντυπωσιακό τρόπο, στον εραστή, μια και, λένε, δεν κάνει κάτι το πρόστυχο, και θεωρεί την ερωτική επιτυχία του ωραίο
[182e]καὶ μὴ ἑλόντι αἰσχρόν, καὶ πρὸς τὸ ἐπιχειρεῖν ἑλεῖν ἐξουσίαν ὁ νόμος δέδωκε τῷ ἐραστῇ θαυμαστὰ ἔργα ἐργαζομένῳ ἐπαινεῖσθαι, ἃ εἴ τις τολμῴη ποιεῖν ἄλλ᾽ ὁτιοῦν διώκων καὶκαι την αποτυχία του απαξίωση· τρίτο, ότι ο κανόνας συμπεριφοράς κάνει τη χάρη στον εραστή, στην επιδίωξή του να κατακτήσει τον αγαπημένο του, να κερδίζει τον έπαινο, την ώρα που πράττει ανήκουστα καμώματα, καμώματα που, αν τολμούσε να τα πράξει επιδιώκοντας ο,τιδήποτε άλλο, εκτός απ᾽ αυτό,
[183a]βουλόμενος διαπράξασθαι πλὴν τοῦτο, †φιλοσοφίας τὰ μέγιστα καρποῖτ᾽ ἂν ὀνείδη —εἰ γὰρ ἢ χρήματα βουλόμενος παρά του λαβεῖν ἢ ἀρχὴν ἄρξαι ἤ τινα ἄλλην δύναμιν ἐθέλοι ποιεῖν οἷάπερ οἱ ἐρασταὶ πρὸς τὰ παιδικά, ἱκετείας τε καὶ ἀντιβολήσεις ἐν ταῖς δεήσεσιν ποιούμενοι, καὶ ὅρκους ὀμνύντες, καὶ κοιμήσεις ἐπὶ θύραις, καὶ ἐθέλοντες δουλείας δουλεύειν οἵας οὐδ᾽ ἂν δοῦλος οὐδείς, ἐμποδίζοιτο ἂν μὴ πράττειν οὕτω τὴν πρᾶξιν καὶ ὑπὸ φίλων καὶ ὑπὸ ἐχθρῶν,και θέλοντας να το βάλει στο χέρι του, θα του φόρτωναν τους μεγαλύτερους ονειδισμούς (δηλαδή αν λόγου χάρη, θέλοντας να πάρει χρήματα από κάποιον ή ν᾽ αναρριχηθεί σε αξίωμα ή να βρεθεί σε κάποια άλλη προνομιακή θέση, δοκίμαζε να πράξει κάτι παρόμοιο μ᾽ αυτά που πράττουν οι εραστές για τ᾽ αγαπημένα τους αγόρια, να επιστρατεύουν ικεσίες και παρακάλια την ώρα που ζητιανεύουν τον έρωτά τους, να παίρνουν όρκους και να ξεροσταλιάζουν κάνοντας αγρυπνίες στο κατώφλι τους και πρόθυμα να πέφτουν σε τέτοια σκλαβιά που ούτε δούλος —κανένας!— δε θ᾽ ανεχόταν, τότε φίλοι και εχθροί θα τους εμπόδιζαν να κάνουν αυτά τα πράματα·
[183b]τῶν μὲν ὀνειδιζόντων κολακείας καὶ ἀνελευθερίας, τῶν δὲ νουθετούντων καὶ αἰσχυνομένων ὑπὲρ αὐτῶν— τῷ δ᾽ ἐρῶντι πάντα ταῦτα ποιοῦντι χάρις ἔπεστι, καὶ δέδοται ὑπὸ τοῦ νόμου ἄνευ ὀνείδους πράττειν, ὡς πάγκαλόν τι πρᾶγμα διαπραττομένου· ὃ δὲ δεινότατον, ὥς γε λέγουσιν οἱ πολλοί, ὅτι καὶ ὀμνύντι μόνῳ συγγνώμη παρὰ θεῶν ἐκβάντι τῶν ὅρκων —ἀφροδίσιον γὰρ ὅρκον οὔ φασιν εἶναι· οὕτωοι δεύτεροι θα τους μέμφονταν για κολακεία και δουλοφροσύνη, οι πρώτοι θα προσπαθούσαν να τους βάλουν μυαλό και θα ᾽νιωθαν ντροπή για λογαριασμό τους)· αντίθετα, ο ερωτευμένος που κάνει όλ᾽ αυτά τα καμώματα έχει εξασφαλισμένη τη συγκατάβασή τους και ο κανόνας συμπεριφοράς τού έχει δώσει το ελεύτερο να τα πράττει χωρίς να του προσάπτει ονειδισμό, σα να κάνει θεάρεστο έργο· και τέταρτο, το εκπληκτικότερο: ο πολύς κόσμος λέει πως ακόμη και στην περίπτωση που δίνει όρκο ο εραστής, σ᾽ αυτόν —και μόνο σ᾽ αυτόν— δίνουν άφεση αμαρτιών οι θεοί, όταν επιορκήσει — γιατί, λένε, ο όρκος στην Αφροδίτη δεν πιάνεται· κάτι που δείχνει
[183c]καὶ οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι πᾶσαν ἐξουσίαν πεποιήκασι τῷ ἐρῶντι, ὡς ὁ νόμος φησὶν ὁ ἐνθάδε— ταύτῃ μὲν οὖν οἰηθείη ἄν τις πάγκαλον νομίζεσθαι ἐν τῇδε τῇ πόλει καὶ τὸ ἐρᾶν καὶ τὸ φίλους γίγνεσθαι τοῖς ἐρασταῖς. Ἐπειδὰν δὲ παιδαγωγοὺς ἐπιστήσαντες οἱ πατέρες τοῖς ἐρωμένοις μὴ ἐῶσι διαλέγεσθαι τοῖς ἐρασταῖς, καὶ τῷ παιδαγωγῷ ταῦτα προστεταγμένα ᾖ, ἡλικιῶται δὲ καὶ ἑταῖροι ὀνειδίζωσιν ἐάν τι ὁρῶσιν τοιοῦτον γιγνόμενον, καὶ τοὺς ὀνειδίζοντας αὖ οἱότι θεοί και άνθρωποι έδωσαν απόλυτη ελευθερία στον εραστή, όπως υπαγορεύει ο κανόνας συμπεριφοράς αυτού του τόπου. Αν λοιπόν αναλογιστούμε όλα τα παραπάνω, ο καθένας θα πίστευε ότι σ᾽ αυτή την πόλη θεωρείται πανέμορφο και ο έρωτας και η φιλική ανταπόκριση στον εραστή. Όμως, από την ώρα που οι πατέρες αναθέτουν την επιτήρηση των αγοριών τους σε παιδαγωγούς και δεν τ᾽ αφήνουν να πιάνουν συζήτηση με τους εραστές τους κι έχουν δώσει αυτές τις εντολές στους παιδαγωγούς· και την ίδια ώρα οι συνομήλικοι και οι φίλοι των αγοριών αυτών τα ξεφτιλίζουν, αν πάρει το μάτι τους ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, χωρίς να συναντούν την αντίδραση
[183d]πρεσβύτεροι μὴ διακωλύωσι μηδὲ λοιδορῶσιν ὡς οὐκ ὀρθῶς λέγοντας, εἰς δὲ ταῦτά τις αὖ βλέψας ἡγήσαιτ᾽ ἂν πάλιν αἴσχιστον τὸ τοιοῦτον ἐνθάδε νομίζεσθαι. τὸ δὲ οἶμαι ὧδ᾽ ἔχει· οὐχ ἁπλοῦν ἐστιν, ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ἐλέχθη οὔτε καλὸν εἶναι αὐτὸ καθ᾽ αὑτὸ οὔτε αἰσχρόν, ἀλλὰ καλῶς μὲν πραττόμενον καλόν, αἰσχρῶς δὲ αἰσχρόν. αἰσχρῶς μὲν οὖν ἐστι πονηρῷ τε καὶ πονηρῶς χαρίζεσθαι, καλῶς δὲ χρηστῷ τε καὶ καλῶς. πονηρὸς δ᾽ ἐστὶν ἐκεῖνος ὁ ἐραστὴς ὁή τη λοιδορία των μεγαλύτερων σε ηλικία για τις ανοησίες που λένε, λοιπόν, αν κάποιος λάβει υπόψη του τα παραπάνω, θα διαμόρφωνε την αντίθετη άποψη, ότι σ᾽ αυτό τον τόπο το κοινό αίσθημα θεωρεί προστυχιά αυτό, για το οποίο μιλάμε. Αλλά, φρονώ, νά στην πραγματικότητα τί συμβαίνει: το πράμα, όπως είπαμε και στην αρχή, δεν είναι απλό: αυτό καθαυτό δεν είναι ούτε ωραίο ούτε πρόστυχο, αλλά, όταν γίνεται με ωραίο τρόπο, ωραίο· όταν γίνεται πρόστυχα, πρόστυχο. Τί εννοούμε με το “πρόστυχα”; να ικανοποιεί κανείς τον πόθο χυδαίου ανθρώπου με χυδαίο τρόπο· και τί με το “ωραία”; να ικανοποιεί κανείς τον πόθο αξιόλογου ανθρώπου με ευπρέπεια. Και χυδαίος είναι εκείνος
[183e]πάνδημος, ὁ τοῦ σώματος μᾶλλον ἢ τῆς ψυχῆς ἐρῶν· καὶ γὰρ οὐδὲ μόνιμός ἐστιν, ἅτε οὐδὲ μονίμου ἐρῶν πράγματος. ἅμα γὰρ τῷ τοῦ σώματος ἄνθει λήγοντι, οὗπερ ἤρα, «οἴχεται ἀποπτάμενος,» πολλοὺς λόγους καὶ ὑποσχέσεις καταισχύνας· ὁ δὲ τοῦ ἤθους χρηστοῦ ὄντος ἐραστὴς διὰ βίου μένει, ἅτε μονίμῳ συντακείς. τούτους δὴ βούλεται ὁο πάνδημος εραστής, που νιώθει έρωτα μόνο για το σώμα κι όχι για την ψυχή· γιατί ούτε καν είναι σταθερός, από τη στιγμή που νιώθει έρωτα για κάτι που δεν είναι σταθερό. Γιατί, έτσι και το σώμα που ποθούσε παύει να ᾽ναι στον ανθό του, την ίδια στιγμή “πέταξε και πάει”, ρίχνοντας στη ντροπή ένα σωρό λόγια και υποσχέσεις· αντίθετα, ο εραστής ενός πράγματι ανώτερου χαρακτήρα μένει πιστός δια βίου, μια κι ενώθηκαν αξεδιάλυτα στο ίδιο χωνευτήρι. Λοιπόν ετούτους
[184a]ἡμέτερος νόμος εὖ καὶ καλῶς βασανίζειν, καὶ τοῖς μὲν χαρίσασθαι, τοὺς δὲ διαφεύγειν. διὰ ταῦτα οὖν τοῖς μὲν διώκειν παρακελεύεται, τοῖς δὲ φεύγειν, ἀγωνοθετῶν καὶ βασανίζων ποτέρων ποτέ ἐστιν ὁ ἐρῶν καὶ ποτέρων ὁ ἐρώμενος. οὕτω δὴ ὑπὸ ταύτης τῆς αἰτίας πρῶτον μὲν τὸ ἁλίσκεσθαι ταχὺ αἰσχρὸν νενόμισται, ἵνα χρόνος ἐγγένηται, ὃς δὴ δοκεῖ τὰ πολλὰ καλῶς βασανίζειν, ἔπειτα τὸ ὑπὸ χρημάτων καὶ ὑπὸ πολιτικῶν δυνάμεων ἁλῶναι αἰσχρόν,το κοινό αίσθημα της πόλης μας θέλει να τους υποβάλει σε αξιόπιστη και αποτελεσματική δοκιμασία, ώστε στους δεύτερους να δίνονται τ᾽ αγόρια, αλλά τους πρώτους να τους αποφεύγουν. Γι᾽ αυτό τον λόγο προτρέπει εκείνους να τρέχουν πίσω απ᾽ τους νεαρούς, αυτούς όμως να προσπαθούν να ξεφύγουν, οργανώνοντας διαγωνισμούς και υποβάλλοντας σε δοκιμασίες, σε ποιά άραγε κατηγορία ανήκει ο εραστής και σε ποιά ο ερωμένος. Έτσι λοιπόν γι᾽ αυτό τον λόγο θεωρήθηκε προστυχιά το να ικανοποιεί κανείς γρήγορα τον πόθο του εραστή, για να μεσολαβήσει κάποιο χρονικό διάστημα (γιατί παραδεχόμαστε ότι ο χρόνος τις πιο πολλές φορές είναι αξιόπιστη δοκιμασία)· θεωρήθηκε επίσης προστυχιά να δίνεται ο ερωμένος με χρήματα και με πολιτικές πιέσεις,
[184b]ἐάν τε κακῶς πάσχων πτήξῃ καὶ μὴ καρτερήσῃ, ἄν τ᾽ εὐεργετούμενος εἰς χρήματα ἢ εἰς διαπράξεις πολιτικὰς μὴ καταφρονήσῃ· οὐδὲν γὰρ δοκεῖ τούτων οὔτε βέβαιον οὔτε μόνιμον εἶναι, χωρὶς τοῦ μηδὲ πεφυκέναι ἀπ᾽ αὐτῶν γενναίαν φιλίαν. μία δὴ λείπεται τῷ ἡμετέρῳ νόμῳ ὁδός, εἰ μέλλει καλῶς χαριεῖσθαι ἐραστῇ παιδικά. ἔστι γὰρ ἡμῖν νόμος, ὥσπερ ἐπὶ τοῖς ἐρασταῖς ἦν δουλεύειν ἐθέλοντακι όταν σκύψει το κεφάλι μπροστά στη βία και δεν αντιπαλέψει, κι όταν δε δείξει περιφρόνηση σ᾽ όσους τον ευεργετούν οικονομικά ή με πολιτικές εξυπηρετήσεις· γιατί τίποτ᾽ απ᾽ αυτά δεν παραδεχόμαστε πως είναι σταθερό ούτε μόνιμο — αφήνω που απ᾽ αυτά δε ριζώνει ευγενική φιλία. Λοιπόν ο κανόνας συμπεριφοράς της πόλης μας οδηγεί σε μονόδρομο, για την περίπτωση που τ᾽ αγαπημένο αγόρι θα ικανοποιήσει με κόσμιο τρόπο τον πόθο του εραστή του. Γιατί έχουμε θεσμοθετήσει, όπως είχε θεσμοθετηθεί να μη θεωρείται κολακεία ούτε εξευτελιστικό η εθελούσια υποδούλωση,
[184c]ἡντινοῦν δουλείαν παιδικοῖς μὴ κολακείαν εἶναι μηδὲ ἐπονείδιστον, οὕτω δὴ καὶ ἄλλη μία μόνη δουλεία ἑκούσιος λείπεται οὐκ ἐπονείδιστος· αὕτη δ᾽ ἐστὶν ἡ περὶ τὴν ἀρετήν. νενόμισται γὰρ δὴ ἡμῖν, ἐάν τις ἐθέλῃ τινὰ θεραπεύειν ἡγούμενος δι᾽ ἐκεῖνον ἀμείνων ἔσεσθαι ἢ κατὰ σοφίαν τινὰ ἢ κατὰ ἄλλο ὁτιοῦν μέρος ἀρετῆς, αὕτη αὖ ἡ ἐθελοδουλεία οὐκ αἰσχρὰ εἶναι οὐδὲ κολακεία. δεῖ δὴ τὼ νόμω τούτω συμβαλεῖν εἰς ταὐτόν, τόν τε περὶ τὴν παιδεραστίαν καὶμ᾽ οποιαδήποτε μορφή, των εραστών στ᾽ αγαπημένα τους αγόρια, έτσι λοιπόν να μένει άλλη μια υποδούλωση όχι εξευτελιστική: η υποδούλωση που έχει να κάνει με την αρετή. Δηλαδή στην πόλη μας επικρατεί η άποψη ότι, αν κάποιος εθελοντικά προσφέρεται να εξυπηρετήσει κάποιον, επειδή πιστεύει ότι εκείνος με τις φροντίδες του θα τον κάνει καλύτερο ή σε κάποιο τομέα πνευματικής καλλιέργειας ή σε κάποια άλλη, οποιαδήποτε, επιμέρους αρετή, αυτή του η εθελούσια υποδούλωσή του και πάλι δεν είναι επονείδιστη ούτε κολακεία. Λοιπόν, πρέπει αυτούς τους δυο κανόνες συμπεριφοράς (και αυτόν που ισχύει για την παιδεραστία και
[184d]τὸν περὶ τὴν φιλοσοφίαν τε καὶ τὴν ἄλλην ἀρετήν, εἰ μέλλει συμβῆναι καλὸν γενέσθαι τὸ ἐραστῇ παιδικὰ χαρίσασθαι. ὅταν γὰρ εἰς τὸ αὐτὸ ἔλθωσιν ἐραστής τε καὶ παιδικά, νόμον ἔχων ἑκάτερος, ὁ μὲν χαρισαμένοις παιδικοῖς ὑπηρετῶν ὁτιοῦν δικαίως ἂν ὑπηρετεῖν, ὁ δὲ τῷ ποιοῦντι αὐτὸν σοφόν τε καὶ ἀγαθὸν δικαίως αὖ ὁτιοῦν ἂν ὑπουργῶν ‹ὑπουργεῖν›, καὶ ὁ μὲν δυνάμενος εἰς φρόνησιν καὶ τὴναυτόν που ισχύει για τη φιλοσοφία και τις άλλες επιμέρους αρετές) να τους συναιρέσουμε σε έναν, αν είναι να προκύψει ότι θα θεωρηθεί ωραίο το αγαπημένο αγόρι να ικανοποιεί τον πόθο του εραστή του. Πράγματι, όταν συναπαντηθούν εραστής και αγαπημένο αγόρι, έχοντας ο καθένας τους ως αρχή, ο πρώτος ότι, προσφέροντας οποιαδήποτε υπηρεσία στο αγόρι που ικανοποίησε τον πόθο του, του την προσφέρει νόμιμα· ο δεύτερος, ότι, εξυπηρετώντας τον άντρα που τον κάνει σοφό και ανώτερο άνθρωπο, νόμιμα πάλι τον εξυπηρετεί, και εφόσον ο πρώτος μπορεί να συμβάλει στην απόχτηση σοφίας και της
[184e]ἄλλην ἀρετὴν συμβάλλεσθαι, ὁ δὲ δεόμενος εἰς παίδευσιν καὶ τὴν ἄλλην σοφίαν κτᾶσθαι, τότε δὴ τούτων συνιόντων εἰς ταὐτὸν τῶν νόμων μοναχοῦ ἐνταῦθα συμπίπτει τὸ καλὸν εἶναι παιδικὰ ἐραστῇ χαρίσασθαι, ἄλλοθι δὲ οὐδαμοῦ. ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐξαπατηθῆναι οὐδὲν αἰσχρόν· ἐπὶ δὲ τοῖς ἄλλοις πᾶσι καὶ ἐξαπατωμένῳ αἰσχύνην φέρει καὶ μή. εἰ γάρ τιςυπόλοιπης αρετής κι ο άλλος νιώθει την ανάγκη ν᾽ αποχτήσει παιδεία και γενικότερα τη σοφία, τότε λοιπόν, όταν ετούτες οι αρχές έρθουν και συναπαντηθούν, τότε και μόνο σ᾽ αυτή την περίπτωση, αποκλειστικά, συμβαίνει να ᾽ναι ωραίο να ικανοποιεί το αγόρι τον πόθο του εραστή, και σε καμιά άλλη. Και σ᾽ αυτή την περίπτωση δεν είναι καθόλου επονείδιστο ακόμη και το να πέσει κανείς θύμα απάτης· όμως σε κάθε άλλη περίπτωση, είτε πέσει θύμα απάτης είτε όχι, είναι επονείδιστο. Λόγου χάρη, αν κάποιος,
[185a]ἐραστῇ ὡς πλουσίῳ πλούτου ἕνεκα χαρισάμενος ἐξαπατηθείη καὶ μὴ λάβοι χρήματα, ἀναφανέντος τοῦ ἐραστοῦ πένητος, οὐδὲν ἧττον αἰσχρόν· δοκεῖ γὰρ ὁ τοιοῦτος τό γε αὑτοῦ ἐπιδεῖξαι, ὅτι ἕνεκα χρημάτων ὁτιοῦν ἂν ὁτῳοῦν ὑπηρετοῖ, τοῦτο δὲ οὐ καλόν. κατὰ τὸν αὐτὸν δὴ λόγον κἂν εἴ τις ὡς ἀγαθῷ χαρισάμενος καὶ αὐτὸς ὡς ἀμείνων ἐσόμενος διὰ τὴν φιλίαν ἐραστοῦ ἐξαπατηθείη, ἀναφανέντος ἐκείνου κακοῦικανοποιώντας τον πόθο του εραστή του, επειδή τον έχει για πλούσιο, αποβλέποντας στα πλούτη του, πέσει θύμα απάτης και δεν πάρει τα χρήματα, καθώς θ᾽ αποκαλυφτεί φτωχός ο εραστής, ο εξευτελισμός του δε θα είναι καθόλου μικρότερος· γιατί ο κόσμος βλέπει ότι ένα τέτοιο υποκείμενο αποκάλυψε το ποιόν του, δηλαδή ότι για τα χρήματα θα πρόσφερε οποιαδήποτε εξυπηρέτηση στον πρώτο τυχόντα — μπορεί κάτι τέτοιο να είναι καθώς πρέπει; Λοιπόν, ας ακολουθήσουμε την ίδια πορεία: αν τώρα ένας άλλος ικανοποιήσει κι αυτός τον πόθο του εραστή του, επειδή τον έχει για ανώτερο άνθρωπο, με την ιδέα πως θα γίνε κι ο ίδιος ανώτερος άνθρωπος με τη φιλική σχέση με τον εραστή του, και πέσει θύμα απάτης, καθώς εκείνος θ᾽ αποκαλυφτεί άνθρωπος κατώτερος
[185b]καὶ οὐ κεκτημένου ἀρετήν, ὅμως καλὴ ἡ ἀπάτη· δοκεῖ γὰρ αὖ καὶ οὗτος τὸ καθ᾽ αὑτὸν δεδηλωκέναι, ὅτι ἀρετῆς γ᾽ ἕνεκα καὶ τοῦ βελτίων γενέσθαι πᾶν ἂν παντὶ προθυμηθείη, τοῦτο δὲ αὖ πάντων κάλλιστον· οὕτω πᾶν πάντως γε καλὸν ἀρετῆς γ᾽ ἕνεκα χαρίζεσθαι. οὗτός ἐστιν ὁ τῆς οὐρανίας θεοῦ ἔρως καὶ οὐράνιος καὶ πολλοῦ ἄξιος καὶ πόλει καὶ ἰδιώταις, πολλὴν ἐπιμέλειαν ἀναγκάζων ποιεῖσθαι πρὸς ἀρετὴν τόνκαι χωρίς αρετή, όμως το ότι έπεσε θύμα απάτης τον τιμά· γιατί ο κόσμος βλέπει και στην περίπτωση αυτή ότι κι ετούτος αποκάλυψε το ποιόν του, ότι η επιδίωξή του ν᾽ αποχτήσει αρετή και να γίνει ανώτερος άνθρωπος τον έκανε να προσφέρει τα πάντα στον καθένα — υπάρχει, τώρα, στον κόσμο κάτι πιο όμορφο απ᾽ αυτό; Συμπερασματικά, είναι όμορφο να ικανοποιείς τον κάθε πόθο σε κάθε περίπτωση, αν είναι ν᾽ αποχτήσεις αρετή. Νά ποιός είναι ο Έρωτας της Αφροδίτης, της Ουράνιας θεάς, ουράνιος κι ο ίδιος και μ᾽ ανεκτίμητη αξία και για πόλεις και για άτομα, με το να απαιτεί να καταβάλλουν κάθε φροντίδα για την αρετή,
[185c]τε ἐρῶντα αὐτὸν αὑτοῦ καὶ τὸν ἐρώμενον· οἱ δ᾽ ἕτεροι πάντες τῆς ἑτέρας, τῆς πανδήμου. ταῦτά σοι, ἔφη, ὡς ἐκ τοῦ παραχρῆμα, ὦ Φαῖδρε, περὶ Ἔρωτος συμβάλλομαι.τόσο ο ίδιος ο εραστής για τον εαυτό του, όσο κι ο ερωμένος· οι άλλοι έρωτες όλοι, είναι της άλλης Αφροδίτης, της Πανδήμου. Αυτή είναι, είπε ο Παυσανίας, Φαίδρε, η συνεισφορά που σου καταθέτω, έτσι αυτοσχεδιάζοντας, στη συζήτηση για τον έρωτα».

3. ΕΠΑΙΝΟΣ ΕΡΩΤΟΣ ΕΡΥΞΙΜΑΧΟΥ

Παυσανίου δὲ παυσαμένου —διδάσκουσι γάρ με ἴσα λέγειν οὑτωσὶ οἱ σοφοί— ἔφη ὁ Ἀριστόδημος δεῖν μὲν Ἀριστοφάνη λέγειν, τυχεῖν δὲ αὐτῷ τινα ἢ ὑπὸ πλησμονῆς ἢ ὑπό τινος ἄλλου λύγγα ἐπιπεπτωκυῖαν καὶ οὐχ οἷόν τε εἶναι λέγειν,ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Λοιπόν, με το που ο Παυσανίας έπαυσε —για να κάνω λεκτικό παιχνίδι, κατά τη διδασκαλία των σοφών— συνέχισε να διηγείται ο Αριστόδημος, είχε σειρά να μιλήσει ο Αριστοφάνης, αλλά —θες βαρυστομάχιασε, θες κάτι άλλο;— τον έπιασε λόξιγκας και δεν μπορούσε ν᾽ αγορεύσει·
[185d]ἀλλ᾽ εἰπεῖν αὐτόν —ἐν τῇ κάτω γὰρ αὐτοῦ τὸν ἰατρὸν Ἐρυξίμαχον κατακεῖσθαι—αλλά, καθώς ο γιατρός Ερυξίμαχος ξάπλωνε στο ανάκλιντρο που βρισκόταν δεξιά του, του είπε:
«Ὦ Ἐρυξίμαχε, δίκαιος εἶ ἢ παῦσαί με τῆς λυγγὸς ἢ λέγειν ὑπὲρ ἐμοῦ, ἕως ἂν ἐγὼ παύσωμαι.»«Ερυξίμαχε, έχεις υποχρέωση ή να σταματήσεις τον λόξιγκά μου ή να πάρεις το λόγο στη θέση μου, ωσότου μου περάσει».
καὶ τὸν Ἐρυξίμαχον εἰπεῖνΚι ο Ερυξίμαχος είπε:
«Ἀλλὰ ποιήσω ἀμφότερα ταῦτα· ἐγὼ μὲν γὰρ ἐρῶ ἐν τῷ σῷ μέρει, σὺ δ᾽ ἐπειδὰν παύσῃ, ἐν τῷ ἐμῷ. ἐν ᾧ δ᾽ ἂν ἐγὼ λέγω, ἐὰν μέν σοι ἐθέλῃ ἀπνευστὶ ἔχοντι πολὺν χρόνον παύεσθαι ἡ λύγξ· εἰ δὲ μή, ὕδατι«Εντάξει, θα κάνω και το ένα και το άλλο· δηλαδή, θα πάρω τη σειρά σου και θα μιλήσω· κι εσύ, όταν σου περάσει, τη δική μου. Και όση ώρα μιλώ εγώ, αν ο λόξιγκας έχει την καλή διάθεση να σου περάσει με το να κρατάς την ανάσα σου για πολλή ώρα, πάει καλά· ειδάλλως, κάνε γαργάρες
[185e]ἀνακογχυλίασον. εἰ δ᾽ ἄρα πάνυ ἰσχυρά ἐστιν, ἀναλαβών τι τοιοῦτον οἵῳ κινήσαις ἂν τὴν ῥῖνα, πτάρε· καὶ ἐὰν τοῦτο ποιήσῃς ἅπαξ ἢ δίς, καὶ εἰ πάνυ ἰσχυρά ἐστι, παύσεται.»με νερό. Τώρα, αν είναι πολύ επίμονος, χώσε στη μύτη σου κάτι που να την ερεθίσει και φταρνίσου· κάνε το αυτό μια ή δυο φορές και, όσο κι αν είναι επίμονος, θα σου περάσει».
«Οὐκ ἂν φθάνοις λέγων,» φάναι τὸν Ἀριστοφάνη· «ἐγὼ δὲ ταῦτα ποιήσω.»«Πάρε το λόγο χωρίς χασομέρια κι εγώ θα κάνω ό,τι μου λες» αποκρίθηκε ο Αριστοφάνης.
Εἰπεῖν δὴ τὸν Ἐρυξίμαχον,Είπε λοιπόν ο Ερυξίμαχος:
Δοκεῖ τοίνυν μοι ἀναγκαῖον εἶναι, ἐπειδὴ Παυσανίας ὁρμήσας ἐπὶ τὸν λόγον καλῶς οὐχ«Φρονώ λοιπόν ότι αναγκαστικά, επειδή ο Παυσανίας, ενώ ξεκίνησε ωραία την ομιλία του, δεν
[186a]ἱκανῶς ἀπετέλεσε, δεῖν ἐμὲ πειρᾶσθαι τέλος ἐπιθεῖναι τῷ λόγῳ. τὸ μὲν γὰρ διπλοῦν εἶναι τὸν Ἔρωτα δοκεῖ μοι καλῶς διελέσθαι· ὅτι δὲ οὐ μόνον ἐστὶν ἐπὶ ταῖς ψυχαῖς τῶν ἀνθρώπων πρὸς τοὺς καλοὺς ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλα πολλὰ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις, τοῖς τε σώμασι τῶν πάντων ζῴων καὶ τοῖς ἐν τῇ γῇ φυομένοις καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν ἐν πᾶσι τοῖς οὖσι, καθεωρακέναι μοι δοκῶ ἐκ τῆς ἰατρικῆς, τῆς ἡμετέραςτην ολοκλήρωσε ικανοποιητικά, σε μένα πέφτει να δοκιμάσω να ολοκληρώσω την ανάπτυξή του. Δηλαδή, το ότι ο Έρωτας είναι δισυπόστατος, νομίζω ότι είναι εύστοχη διάκριση· αλλά ο έρωτας δεν εντοπίζεται μόνο στις ψυχές των ανθρώπων, στον πόθο τους για τους όμορφους, αλλά και στον πόθο τους για πολλά άλλα· κι εντοπίζεται και σε άλλα και μέσα στα σώματα όλων των ζώων και μέσα στα βλαστήματα της γης και, με δυο λόγια, μες σ᾽ όλα τα όντα, όπως πιστεύω ότι είμαι σε θέση να το διαπιστώνω από το επάγγελμά μου, την ιατρική·
[186b]τέχνης, ὡς μέγας καὶ θαυμαστὸς καὶ ἐπὶ πᾶν ὁ θεὸς τείνει καὶ κατ᾽ ἀνθρώπινα καὶ κατὰ θεῖα πράγματα. ἄρξομαι δὲ ἀπὸ τῆς ἰατρικῆς λέγων, ἵνα καὶ πρεσβεύωμεν τὴν τέχνην. ἡ γὰρ φύσις τῶν σωμάτων τὸν διπλοῦν Ἔρωτα τοῦτον ἔχει· τὸ γὰρ ὑγιὲς τοῦ σώματος καὶ τὸ νοσοῦν ὁμολογουμένως ἕτερόν τε καὶ ἀνόμοιόν ἐστι, τὸ δὲ ἀνόμοιον ἀνομοίων ἐπιθυμεῖ καὶ ἐρᾷ. ἄλλος μὲν οὖν ὁ ἐπὶ τῷ ὑγιεινῷ ἔρως, ἄλλος δὲ ὁ ἐπὶ τῷ νοσώδει. ἔστιν δή, ὥσπερ ἄρτι Παυσανίας ἔλεγεν τοῖς μὲν ἀγαθοῖς καλὸν χαρίζεσθαι τῶν ἀνθρώπων,κι ότι ο θεός αυτός είναι μέγας και θαυμαστός, που η χάρη του φτάνει στα πάντα, και σε όσα έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους και σε όσα έχουν να κάνουν με τους θεούς. Και θ᾽ αρχίσω την ανάπτυξή μου από την ιατρική — η τέχνη μας είναι, ας της δώσουμε τα πρωτεία. Γιατί τον Έρωτα, που αναφέραμε παραπάνω, και στις δυο υποστάσεις του, τον βρίσκουμε, φυσική καταβολή, σ᾽ όλα τα σώματα· γιατί είναι κοινοπαράδεχτο ότι άλλο πράμα είναι η υγεία και άλλο η νοσηρότητα του σώματος· κι ότι είναι ανόμοια το ένα με το άλλο· κι ότι το ανόμοιο ποθεί και ερωτεύεται ανόμοια. Λοιπόν, άλλος είναι ο έρωτας που φωλιάζει σ᾽ ό,τι υγιές έχει το σώμα κι άλλος αυτός που φωλιάζει σ᾽ ό,τι το νοσηρό. Και, καταπώς έλεγε πριν από λίγο ο Παυσανίας, όπως είναι καθωσπρέπει να ικανοποιείς τον πόθο των αξιόλογων αντρών,
[186c]τοῖς δ᾽ ἀκολάστοις αἰσχρόν, οὕτω καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς σώμασιν τοῖς μὲν ἀγαθοῖς ἑκάστου τοῦ σώματος καὶ ὑγιεινοῖς καλὸν χαρίζεσθαι καὶ δεῖ, καὶ τοῦτό ἐστιν ᾧ ὄνομα τὸ ἰατρικόν, τοῖς δὲ κακοῖς καὶ νοσώδεσιν αἰσχρόν τε καὶ δεῖ ἀχαριστεῖν, εἰ μέλλει τις τεχνικὸς εἶναι. ἔστι γὰρ ἰατρική, ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν, ἐπιστήμη τῶν τοῦ σώματος ἐρωτικῶν πρὸς πλησμονὴν καὶ κένωσιν, καὶ ὁ διαγιγνώσκων ἐν τούτοις τὸνόμως των ακόλαστων άπρεπο, με παρόμοιο τρόπο στο εσωτερικό των σωμάτων είναι ωραίο και πρέπει να δίνεις στα καλά και υγιή στοιχεία του κάθε σώματος ό,τι λαχταρούν —κι αυτό αποκαλούμε ιατρική— όμως αυτό είναι άπρεπο για τα κακά και νοσηρά στοιχεία του και οφείλεις να μην τους κάνεις τα θελήματα, αν θέλεις να θεωρείσαι ότι κατέχεις την τέχνη. Γιατί, για να δώσω ένα συνοπτικό ορισμό, ιατρική είναι η επιστήμη των ερωτικών σχέσεων που εκδηλώνονται μέσα στο σώμα κι έχουν να κάνουν με τον κορεσμό και την κένωση· κι εκείνος που κάνει τη διάγνωση και διακρίνει μέσα σ᾽ αυτές
[186d]καλόν τε καὶ αἰσχρὸν ἔρωτα, οὗτός ἐστιν ὁ ἰατρικώτατος, καὶ ὁ μεταβάλλειν ποιῶν, ὥστε ἀντὶ τοῦ ἑτέρου ἔρωτος τὸν ἕτερον κτᾶσθαι, καὶ οἷς μὴ ἔνεστιν ἔρως, δεῖ δ᾽ ἐγγενέσθαι, ἐπιστάμενος ἐμποιῆσαι καὶ ἐνόντα ἐξελεῖν, ἀγαθὸς ἂν εἴη δημιουργός. δεῖ γὰρ δὴ τὰ ἔχθιστα ὄντα ἐν τῷ σώματι φίλα οἷόν τ᾽ εἶναι ποιεῖν καὶ ἐρᾶν ἀλλήλων. ἔστι δὲ ἔχθιστα τὰ ἐναντιώτατα, ψυχρὸν θερμῷ, πικρὸν γλυκεῖ, ξηρὸν ὑγρῷ,τον καθωσπρέπει και τον χυδαίο έρωτα, αυτός είναι ο κορυφαίος στη θεωρητική ιατρική· κι εκείνος που επιφέρει μεταβολές, ώστε το σώμα, εκτοπίζοντας τον χυδαίο, ν᾽ αποχτά τον καθωσπρέπει, και που ξέρει να εμφυτεύει έρωτα σε σώμα που δεν τον έχει, όμως πρέπει να εμφυτευτεί, και να εκριζώνει εκείνον που υπήρχε, θα μπορεί να ονομάζεται καλός κλινικός γιατρός. Γιατί έργο του γιατρού είναι τα στοιχεία που τρέφουν το μεγαλύτερο μίσος ανάμεσά τους να τα συμφιλιώσει και να τα κάνει να νιώθουν αμοιβαίο έρωτα. Κι εκείνα που τρέφουν το μεγαλύτερο μίσος μεταξύ τους είναι τα διαμετρικά αντίθετα, το ψυχρό με το θερμό, το πικρό με το γλυκό, το ξερό με το υγρό,
[186e]πάντα τὰ τοιαῦτα· τούτοις ἐπιστηθεὶς ἔρωτα ἐμποιῆσαι καὶ ὁμόνοιαν ὁ ἡμέτερος πρόγονος Ἀσκληπιός, ὥς φασιν οἵδε οἱ ποιηταὶ καὶ ἐγὼ πείθομαι, συνέστησεν τὴν ἡμετέραν τέχνην. ἥ τε οὖν ἰατρική, ὥσπερ λέγω, πᾶσα διὰ τοῦ θεοῦ τούτουκι ό,τι παρόμοιο. Καθώς ανέλαβε την επιστασία πάνω σ᾽ αυτά ο γενάρχης μας Ασκληπιός, όπως λεν ετούτοι οι ποιητές, κι εγώ δίνω πίστη στα λόγια τους, με αποστολή να φέρει ανάμεσά τους έρωτα κι ομόνοια, θεμελίωσε την τέχνη μας. Λοιπόν, το επαναλαμβάνω, η ιατρική στο σύνολό της
[187a]κυβερνᾶται, ὡσαύτως δὲ καὶ γυμναστικὴ καὶ γεωργία· μουσικὴ δὲ καὶ παντὶ κατάδηλος τῷ καὶ σμικρὸν προσέχοντι τὸν νοῦν ὅτι κατὰ ταὐτὰ ἔχει τούτοις, ὥσπερ ἴσως καὶ Ἡράκλειτος βούλεται λέγειν, ἐπεὶ τοῖς γε ῥήμασιν οὐ καλῶς λέγει. τὸ ἓν γάρ φησι «διαφερόμενον αὐτὸ αὑτῷ συμφέρεσθαι,» «ὥσπερ ἁρμονίαν τόξου τε καὶ λύρας.» ἔστι δὲ πολλὴ ἀλογία ἁρμονίαν φάναι διαφέρεσθαι ἢ ἐκ διαφερομένων ἔτι εἶναι. ἀλλὰ ἴσως τόδε ἐβούλετο λέγειν, ὅτι ἐκ διαφερομένωνέχει στο πηδάλιό της τον θεό Έρωτα, όπως και η γυμναστική και η γεωργία· κι όσο για τη μουσική, ο καθένας που έστω και λίγο τη μελετά, βλέπει ολοκάθαρα ότι έχουμε και σ᾽ αυτή απόλυτα το ίδιο φαινόμενο, όπως και στα παραπάνω, όπως ίσως και ο Ηράκλειτος θέλει να πει, όμως δεν ευτύχησε στη διατύπωση. Γιατί ισχυρίζεται ότι το ἓν «την ώρα που βρίσκεται σε δυσαρμονία με τον εαυτό του, πετυχαίνει την εναρμόνιση», «αρμονία ευτελώς όμοια μ᾽ εκείνη που έχουμε στο τόξο και τη λύρα». Όμως αυτό πια κι αν είναι παραλογισμός, να ισχυρίζεσαι ότι η αρμονία περιέχει εσωτερική δυσαρμονία ή ότι αποτελείται από στοιχεία που ακόμη δεν έπαυσαν να βρίσκονται σε αντίθεση! Αλλά ίσως θα ήθελε να πει το εξής, ότι την αρμονία συναποτέλεσαν οι υψηλές και χαμηλές νότες,
[187b]πρότερον τοῦ ὀξέος καὶ βαρέος, ἔπειτα ὕστερον ὁμολογησάντων γέγονεν ὑπὸ τῆς μουσικῆς τέχνης. οὐ γὰρ δήπου ἐκ διαφερομένων γε ἔτι τοῦ ὀξέος καὶ βαρέος ἁρμονία ἂν εἴη· ἡ γὰρ ἁρμονία συμφωνία ἐστίν, συμφωνία δὲ ὁμολογία τις —ὁμολογίαν δὲ ἐκ διαφερομένων, ἕως ἂν διαφέρωνται, ἀδύνατον εἶναι· διαφερόμενον δὲ αὖ καὶ μὴ ὁμολογοῦν ἀδύνατον ἁρμόσαι— ὥσπερ γε καὶ ὁ ῥυθμὸς ἐκ τοῦ ταχέος καὶπου αρχικά βρίσκονταν σε αντίθεση, αργότερα όμως ήρθαν και συμφώνησαν με την παρέμβαση της μουσικής τέχνης. Γιατί σε κάθε περίπτωση θα ᾽ταν αδύνατο να έχουμε αρμονία, όσο θα συνέχιζαν οι υψηλές και χαμηλές νότες να βρίσκονται σε αντίθεση· γιατί αρμονία είναι συνήχηση και η συνήχηση είναι μια μορφή συμφωνίας —και συμφωνία ανάμεσα σε στοιχεία που βρίσκονται σε αντίθεση, για όσο βρίσκονται σε αντίθεση, δεν μπορεί να υπάρξει· κι είναι αδύνατο να φέρουμε σε αρμονία αυτό που βρίσκεται σε αντίθεση και δεν συμφωνεί— νά, όπως κι ο ρυθμός γεννήθηκε από το γρήγορο και
[187c]βραδέος, ἐκ διενηνεγμένων πρότερον, ὕστερον δὲ ὁμολογησάντων γέγονε. τὴν δὲ ὁμολογίαν πᾶσι τούτοις, ὥσπερ ἐκεῖ ἡ ἰατρική, ἐνταῦθα ἡ μουσικὴ ἐντίθησιν, ἔρωτα καὶ ὁμόνοιαν ἀλλήλων ἐμποιήσασα· καὶ ἔστιν αὖ μουσικὴ περὶ ἁρμονίαν καὶ ῥυθμὸν ἐρωτικῶν ἐπιστήμη. καὶ ἐν μέν γε αὐτῇ τῇ συστάσει ἁρμονίας τε καὶ ῥυθμοῦ οὐδὲν χαλεπὸν τὰ ἐρωτικὰ διαγιγνώσκειν, οὐδὲ ὁ διπλοῦς ἔρως ἐνταῦθά πω ἔστιν· ἀλλ᾽ ἐπειδὰν δέῃ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καταχρῆσθαιτο αργό, δηλαδή από στοιχεία που βρίσκονταν πρώτα σε αντίθεση, όταν αργότερα ήρθαν και συμφώνησαν. Και τη συμφωνία ανάμεσα σ᾽ όλ᾽ αυτά, όπως παραπάνω η ιατρική, εδώ τη φέρνει η μουσική, δημιουργώντας έρωτα και ομόνοια ανάμεσά τους· και η μουσική με τη σειρά της γίνεται η επιστήμη των ερωτικών σχέσεων στη σφαίρα της αρμονίας και του ρυθμού. Και στο στάδιο της συγκρότησης της αρμονίας και του ρυθμού είναι δυνατό να γίνει η διάγνωση των ερωτικών σχέσεων χωρίς δυσκολία, κι ούτε εμφανίζεται ακόμη ο δισυπόστατος έρωτας· αλλά απ᾽ τη στιγμή που θα χρειαστεί να αξιοποιήσουμε
[187d]ῥυθμῷ τε καὶ ἁρμονίᾳ ἢ ποιοῦντα, ὃ δὴ μελοποιίαν καλοῦσιν, ἢ χρώμενον ὀρθῶς τοῖς πεποιημένοις μέλεσί τε καὶ μέτροις, ὃ δὴ παιδεία ἐκλήθη, ἐνταῦθα δὴ καὶ χαλεπὸν καὶ ἀγαθοῦ δημιουργοῦ δεῖ. πάλιν γὰρ ἥκει ὁ αὐτὸς λόγος, ὅτι τοῖς μὲν κοσμίοις τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὡς ἂν κοσμιώτεροι γίγνοιντο οἱ μήπω ὄντες, δεῖ χαρίζεσθαι καὶ φυλάττειν τὸν τούτων ἔρωτα, καὶ οὗτός ἐστιν ὁ καλός, ὁ οὐράνιος, ὁ τῆς Οὐρανίαςτον ρυθμό και την αρμονία για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου, είτε ως συνθέτες —αυτό που αποκαλείται μουσική δημιουργία— είτε ως σωστοί εκτελεστές των μελωδιών και της στιχουργίας —αυτό που αποκλήθηκε παιδεία— εδώ εμφανίζονται οι δυσκολίες και η ανάγκη δεξιοτέχνη εκτελεστή. Και ξαναγυρίζουμε στην ίδια διαπίστωση, ότι των καθωσπρέπει ανθρώπων (και για να γίνουν καθωσπρέπει όσοι ακόμα δεν είναι) πρέπει να ικανοποιούμε τον πόθο και να περιθάλπουμε τον έρωτά τους, κι αυτός είναι ο ωραίος, ο ουράνιος, ο Έρωτας της Μούσας
[187e]μούσης Ἔρως· ὁ δὲ Πολυμνίας ὁ πάνδημος, ὃν δεῖ εὐλαβούμενον προσφέρειν οἷς ἂν προσφέρῃ, ὅπως ἂν τὴν μὲν ἡδονὴν αὐτοῦ καρπώσηται, ἀκολασίαν δὲ μηδεμίαν ἐμποιήσῃ, ὥσπερ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ τέχνῃ μέγα ἔργον ταῖς περὶ τὴν ὀψοποιικὴν τέχνην ἐπιθυμίαις καλῶς χρῆσθαι, ὥστ᾽ ἄνευ νόσου τὴν ἡδονὴν καρπώσασθαι. καὶ ἐν μουσικῇ δὴ καὶ ἐν ἰατρικῇ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις πᾶσι καὶ τοῖς ἀνθρωπείοις καὶ τοῖς θείοις, καθ᾽ ὅσον παρείκει, φυλακτέον ἑκάτερον τὸν Ἔρωτα· ἔνεστονΟυρανίας· ο άλλος, της Πολυμνίας, ο πάνδημος, που πρέπει με περίσκεψη να τον προσφέρει κανείς σ᾽ όποιον τον προσφέρει, έτσι που ν᾽ απολαύσει την ηδονή που παρέχει αυτός, αλλά να μην προκαλέσει καμιά ακολασία —όπως ακριβώς στην εξάσκηση της δικής μας τέχνης είναι σπουδαία υπόθεση να ορίσουμε το σωστό μέτρο για τις απολαύσεις που εξασφαλίζει η γαστρονομία, ώστε ν᾽ απολαύσει κανείς την ηδονή χωρίς νοσηρές συνέπειες. Λοιπόν, και στη μουσική και στην ιατρική και σ᾽ όλα τα πάντα, και σ᾽ όσα έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους και σ᾽ όσα με τους θεούς, στο βαθμό που είναι εφικτό, πρέπει να ᾽χουμε άγρυπνο το μάτι μας και στον ένα και στον άλλο έρωτα· γιατί βρίσκονται
[188a]γάρ. ἐπεὶ καὶ ἡ τῶν ὡρῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ σύστασις μεστή ἐστιν ἀμφοτέρων τούτων, καὶ ἐπειδὰν μὲν πρὸς ἄλληλα τοῦ κοσμίου τύχῃ ἔρωτος ἃ νυνδὴ ἐγὼ ἔλεγον, τά τε θερμὰ καὶ τὰ ψυχρὰ καὶ ξηρὰ καὶ ὑγρά, καὶ ἁρμονίαν καὶ κρᾶσιν λάβῃ σώφρονα, ἥκει φέροντα εὐετηρίαν τε καὶ ὑγίειαν ἀνθρώποις καὶ τοῖς ἄλλοις ζῴοις τε καὶ φυτοῖς, καὶ οὐδὲν ἠδίκησεν· ὅταν δὲ ὁ μετὰ τῆς ὕβρεως Ἔρως ἐγκρατέστερος περὶ τὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ ὥρας γένηται, διέφθειρέν τε πολλὰ καὶ ἠδίκησεν.μέσα σ᾽ όλα αυτά. Νά, οι δυο έρωτες στον συγκερασμό των εποχών του χρόνου είναι πανταχού παρόντες κι όταν τα στοιχεία, για τα οποία έκανα λόγο παραπάνω, τα θερμά και τα ψυχρά, τα ξερά και τα υγρά, τύχει να δεθούν μεταξύ τους με τον κόσμιο έρωτα, και εναρμονιστούν και συγκεραστούν με το σωστό μέτρο, μας έρχονται φέρνοντας μαζί τους καλές σοδειές και υγεία, τόσο στους ανθρώπους όσο και στ᾽ άλλα ζώα και φυτά — και κανένα κακό· όμως, όταν ο αχαλίνωτος έρωτας έχει το επάνω χέρι σε ό,τι έχει να κάνει με τις εποχές του χρόνου, ρημάζει τις πιο πολλές φορές και κάνει κακό.
[188b]οἵ τε γὰρ λοιμοὶ φιλοῦσι γίγνεσθαι ἐκ τῶν τοιούτων καὶ ἄλλα ἀνόμοια πολλὰ νοσήματα καὶ τοῖς θηρίοις καὶ τοῖς φυτοῖς· καὶ γὰρ πάχναι καὶ χάλαζαι καὶ ἐρυσῖβαι ἐκ πλεονεξίας καὶ ἀκοσμίας περὶ ἄλληλα τῶν τοιούτων γίγνεται ἐρωτικῶν, ὧν ἐπιστήμη περὶ ἄστρων τε φορὰς καὶ ἐνιαυτῶν ὥρας ἀστρονομία καλεῖται. ἔτι τοίνυν καὶ αἱ θυσίαι πᾶσαι καὶ οἷς μαντικὴ ἐπιστατεῖ —ταῦτα δ᾽ ἐστὶν ἡ περὶ θεούς τεΓιατί συνήθως από τέτοιες αιτίες ξεσπούν και οι λοιμικές και άλλες πολλές και διαφορετικές αρρώστιες και στα κτήνη και στα φυτά· γιατί πάχνες και χαλάζια και κριθαροφάγοι πέφτουν από την αχόρταγη βουλιμία και τη χοντροκοπιά που χαρακτηρίζουν τις τέτοιου είδους ερωτικές σχέσεις των στοιχείων αυτών, και η επιστήμη που μελετά αυτά τα φαινόμενα (τις τροχιές των άστρων και τις εποχές του χρόνου) ονομάζεται αστρονομία. Επιπρόσθετα λοιπόν και οι κάθε είδους θυσίες και όσα εποπτεύει η τέχνη των μάντεων —κι αυτά είναι τα όσα αφορούν στην επικοινωνία θεών
[188c]καὶ ἀνθρώπους πρὸς ἀλλήλους κοινωνία— οὐ περὶ ἄλλο τί ἐστιν ἢ περὶ Ἔρωτος φυλακήν τε καὶ ἴασιν. πᾶσα γὰρ ἀσέβεια φιλεῖ γίγνεσθαι ἐὰν μή τις τῷ κοσμίῳ Ἔρωτι χαρίζηται μηδὲ τιμᾷ τε αὐτὸν καὶ πρεσβεύῃ ἐν παντὶ ἔργῳ, ἀλλὰ τὸν ἕτερον, καὶ περὶ γονέας καὶ ζῶντας καὶ τετελευτηκότας καὶ περὶ θεούς· ἃ δὴ προστέτακται τῇ μαντικῇ ἐπισκοπεῖν τοὺς ἐρῶντας καὶ ἰατρεύειν, καὶ ἔστιν αὖ ἡκαι ανθρώπων— δεν αποσκοπούν σε τίποτ᾽ άλλο, παρά στη μέριμνα για τον Έρωτα και την περίθαλψή του. Γιατί οι κάθε είδους ασέβειες προέρχονται συνήθως από την άρνηση να κάνει κανείς τα θελήματα του κόσμιου Έρωτα και να τον τιμά και να του δίνει την πρώτη θέση σε κάθε πράξη του, αλλά τιμά τον άλλον, στις σχέσεις του και με τους γονείς του —ζωντανούς ή πεθαμένους— και με τους θεούς· λοιπόν η μαντική έχει επιφορτιστεί με την εντολή να ασκεί εποπτεία και θεραπευτική αγωγή στους ερωτευμένους, κι επίσης
[188d]μαντικὴ φιλίας θεῶν καὶ ἀνθρώπων δημιουργὸς τῷ ἐπίστασθαι τὰ κατὰ ἀνθρώπους ἐρωτικά, ὅσα τείνει πρὸς θέμιν καὶ εὐσέβειαν. Οὕτω πολλὴν καὶ μεγάλην, μᾶλλον δὲ πᾶσαν δύναμιν ἔχει συλλήβδην μὲν ὁ πᾶς Ἔρως, ὁ δὲ περὶ τἀγαθὰ μετὰ σωφροσύνης καὶ δικαιοσύνης ἀποτελούμενος καὶ παρ᾽ ἡμῖν καὶ παρὰ θεοῖς, οὗτος τὴν μεγίστην δύναμιν ἔχει καὶ πᾶσαν ἡμῖν εὐδαιμονίαν παρασκευάζει καὶ ἀλλήλοις δυναμένους ὁμιλεῖν καὶ φίλους εἶναι καὶ τοῖς κρείττοσιν ἡμῶν θεοῖς. ἴσως μὲνη τέχνη των μάντεων είναι πρόξενος συμφιλίωσης ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους, χάρη στην καλή γνώση των ερωτικών εκδηλώσεων των ανθρώπων, όσων προσανατολίζονται προς τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό των θεών. Τόσο μεγαλοδύναμος, καλύτερα: παντοδύναμος, είναι ο Έρως ως σύνολο, και στις δυο υποστάσεις του, όμως ο Έρως που δέχεται λατρεία με σωφροσύνη και δικαιοσύνη και στον δικό μας και στον κόσμο των θεών, ετούτος έχει την απόλυτη παντοδυναμία και μας εξασφαλίζει κάθε ευτυχία και την αμοιβαία φιλία, τόσο με τους συνανθρώπους μας, όσο και με τους ανώτερους από μας θεούς. Λοιπόν,
[188e]οὖν καὶ ἐγὼ τὸν Ἔρωτα ἐπαινῶν πολλὰ παραλείπω, οὐ μέντοι ἑκών γε. ἀλλ᾽ εἴ τι ἐξέλιπον, σὸν ἔργον, ὦ Ἀριστόφανες, ἀναπληρῶσαι· ἢ εἴ πως ἄλλως ἐν νῷ ἔχεις ἐγκωμιάζειν τὸν θεόν, ἐγκωμίαζε, ἐπειδὴ καὶ τῆς λυγγὸς πέπαυσαι.πιθανόν κι εγώ, πλέκοντας το εγκώμιο του Έρωτα, να παραλείπω πολλά, πάντως, βέβαια, άθελά μου· αλλά, αν κάτι παρέλειψα, σ᾽ εσένα πέφτει, Αριστοφάνη, να συμπληρώσεις το κενό· αλλιώς, αν προτίθεσαι να εγκωμιάσεις το θεό με κάποιο διαφορετικό τρόπο, πλέξε του το εγκώμιο, μια και σου πέρασε ο λόξιγκας».

4. ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

[189a]Ἐκδεξάμενον οὖν ἔφη εἰπεῖν τὸν Ἀριστοφάνη ὅτι Καὶ μάλ᾽ ἐπαύσατο, οὐ μέντοι πρίν γε τὸν πταρμὸν προσενεχθῆναι αὐτῇ, ὥστε με θαυμάζειν εἰ τὸ κόσμιον τοῦ σώματος ἐπιθυμεῖ τοιούτων ψόφων καὶ γαργαλισμῶν, οἷον καὶ ὁ πταρμός ἐστιν· πάνυ γὰρ εὐθὺς ἐπαύσατο, ἐπειδὴ αὐτῷ τὸν πταρμὸν προσήνεγκα.ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Συνεχίζοντας την αφήγησή του ο Αριστόδημος είπε ότι, παίρνοντας διαδοχικά το λόγο ο Αριστοφάνης, είπε: «Πέρασε και πάει, αφού όμως πρώτα, σύμφωνα με τη συνταγή σου, του πρόσφερα φτάρνισμα· κι έτσι παραξενεύτηκα που η ευεξία του σώματος θέλει τέτοιους θορύβους και γαργαλίσματα, καληώρα το φτάρνισμα· γιατί στη στιγμή, κυριολεκτικά μόλις του έδωσα το αντίδοτο, μου πέρασε».
Καὶ τὸν Ἐρυξίμαχον, Ὠγαθέ, φάναι,Κι ο Ερυξίμαχος αποκρίθηκε:
Ἀριστόφανες, ὅρα τί ποιεῖς. γελωτοποιεῖς μέλλων λέγειν, καὶ φύλακά με τοῦ«Αριστοφάνη, καλέ μου, πρόσεχε τί πας να κάνεις. Τη στιγμή που παίρνεις το λόγο, το γυρίζεις στη γελοιοποίηση και μ᾽ αναγκάζεις ν᾽ αναλάβω
[189b]λόγου ἀναγκάζεις γίγνεσθαι τοῦ σεαυτοῦ, ἐάν τι γελοῖον εἴπῃς, ἐξόν σοι ἐν εἰρήνῃ λέγειν.την περιφρούρηση της ομιλίας σου, μήπως πεις καμιά σαχλαμάρα, την ώρα που είναι στο χέρι σου να μιλήσεις μ᾽ όλη σου την άνεση».
Καὶ τὸν Ἀριστοφάνη γελάσαντα εἰπεῖνΚι ο Αριστοφάνης γελώντας είπε:
Εὖ λέγεις, ὦ Ἐρυξίμαχε, καί μοι ἔστω ἄρρητα τὰ εἰρημένα. ἀλλὰ μή με φύλαττε, ὡς ἐγὼ φοβοῦμαι περὶ τῶν μελλόντων ῥηθήσεσθαι, οὔ τι μὴ γελοῖα εἴπω —τοῦτο μὲν γὰρ ἂν κέρδος εἴη καὶ τῆς ἡμετέρας μούσης ἐπιχώριον— ἀλλὰ μὴ καταγέλαστα.«Δίκιο έχεις, Ερυξίμαχε, και παίρνω πίσω τα όσα είπα. Αλλά μη μου κάνεις λογοκρισία, γιατί, αν εγώ φοβάμαι για κάτι, για όσα είναι να πω, δεν είναι μήπως πω κάτι που θα μας κάνει να γελάσουμε —γιατί αυτό θα ήταν κέρδος και η Μούσα μου θα ᾽νιωθε σα να βρίσκεται στο σπίτι της— αλλά μήπως πω σαχλαμάρες».
Βαλών γε, φάναι, ὦ Ἀριστόφανες, οἴει ἐκφεύξεσθαι· ἀλλὰ πρόσεχε τὸν νοῦν καὶ οὕτως λέγε ὡς δώσων λόγον.«Αριστοφάνη, είπε ο Ερυξίμαχος, μου έριξες την πετριά και πας να γλιτώσεις απ᾽ τα χέρια μου, αλλά να ᾽σαι προσεχτικός κι όσο κρατήσει η ομιλία σου να ᾽χεις στο μυαλό σου ότι θα λογοδοτήσεις·
[189c]ἴσως μέντοι, ἂν δόξῃ μοι, ἀφήσω σε.δεν αποκλείεται όμως, αν το δω αλλιώς, να σ᾽ αφήσω ήσυχο».
Καὶ μήν, ὦ Ἐρυξίμαχε, εἰπεῖν τὸν Ἀριστοφάνη,Κι είπε ο Αριστοφάνης:
ἄλλῃ γέ πῃ ἐν νῷ ἔχω λέγειν ἢ ᾗ σύ τε καὶ Παυσανίας εἰπέτην. ἐμοὶ γὰρ δοκοῦσιν ἅνθρωποι παντάπασι τὴν τοῦ ἔρωτος δύναμιν οὐκ ᾐσθῆσθαι, ἐπεὶ αἰσθανόμενοί γε μέγιστ᾽ ἂν αὐτοῦ ἱερὰ κατασκευάσαι καὶ βωμούς, καὶ θυσίας ἂν ποιεῖν μεγίστας, οὐχ ὥσπερ νῦν τούτων οὐδὲν γίγνεται περὶ αὐτόν, δέον πάντων μάλιστα γίγνεσθαι. ἔστι γὰρ θεῶν«Εγώ λοιπόν, Ερυξίμαχε, λέω να μιλήσω κάπως διαφορετικά απ᾽ ό,τι αναπτύξατε εσύ κι ο Παυσανίας. Γιατί σχημάτισα την εντύπωση ότι οι άνθρωποι δεν αντιλήφτηκαν καθόλου, μα καθόλου, τη δύναμη του Έρωτα, γιατί, αν βέβαια την είχαν αντιληφτεί, θα ίδρυαν στη χάρη του τα μεγαλοπρεπέστερα λατρευτικά κέντρα και βωμούς και θα του τελούσαν τις πιο μεγάλες θυσίες, κι όχι όπως τώρα, που καμιά λατρεία δεν του αφιερώνεται, την ώρα που, αν ήταν κάτι να γίνει με απόλυτη προτεραιότητα, ήταν αυτό. Γιατί, περισσότερο από κάθε άλλο θεό,
[189d]φιλανθρωπότατος, ἐπίκουρός τε ὢν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰατρὸς τούτων ὧν ἰαθέντων μεγίστη εὐδαιμονία ἂν τῷ ἀνθρωπείῳ γένει εἴη. ἐγὼ οὖν πειράσομαι ὑμῖν εἰσηγήσασθαι τὴν δύναμιν αὐτοῦ, ὑμεῖς δὲ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι ἔσεσθε. δεῖ δὲ πρῶτον ὑμᾶς μαθεῖν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὰ παθήματα αὐτῆς. Ἡ γὰρ πάλαι ἡμῶν φύσις οὐχ αὑτὴ ἦν ἥπερ νῦν, ἀλλ᾽ ἀλλοία. πρῶτον μὲν γὰρ τρία ἦν τὰ γένη τὰ τῶν ἀνθρώπων, οὐχ ὥσπερ νῦν δύο, ἄρρεν καὶ θῆλυ,τρέφει τα πιο φιλάνθρωπα αισθήματα, καθώς παραστέκεται στον άνθρωπο και γιατρεύει όλα εκείνα, που με τη γιατρειά τους θα μπορούσε το ανθρώπινο γένος να χαρεί την πιο μεγάλη ευτυχία. Λοιπόν, εγώ θα βάλω τα δυνατά μου να σας εκθέσω τη δύναμή του, κι εσείς με τη σειρά σας θα τη διδάξετε στους άλλους. Αλλά πρώτα πρέπει να μάθετε ποιά είναι η φύση του ανθρώπου και τα όσα συμβαίνουν στη ζωή του. Τον παλιότερο καιρό η ανθρώπινη φύση δεν ήταν όμοια με τη σημερινή, αλλά διαφορετική. Όταν δηλαδή πρωτοφάνηκαν στη γη τα φύλα των ανθρώπων ήταν τρία, όχι δυο (όπως τώρα, αρσενικό και θηλυκό),
[189e]ἀλλὰ καὶ τρίτον προσῆν κοινὸν ὂν ἀμφοτέρων τούτων, οὗ νῦν ὄνομα λοιπόν, αὐτὸ δὲ ἠφάνισται· ἀνδρόγυνον γὰρ ἓν τότε μὲν ἦν καὶ εἶδος καὶ ὄνομα ἐξ ἀμφοτέρων κοινὸν τοῦ τε ἄρρενος καὶ θήλεος, νῦν δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλ᾽ ἢ ἐν ὀνείδει ὄνομα κείμενον. ἔπειτα ὅλον ἦν ἑκάστου τοῦ ἀνθρώπου τὸ εἶδος στρογγύλον, νῶτον καὶ πλευρὰς κύκλῳ ἔχον, χεῖρας δὲ τέτταρας εἶχε, καὶ σκέλη τὰ ἴσα ταῖς χερσίν, καὶ πρόσωπααλλά εκτός απ᾽ αυτά υπήρχε κι ένα τρίτο, που μέσα του είχε τα δυο άλλα ενωμένα· σήμερα κρατούμε τ᾽ όνομά του, το ίδιο όμως χάθηκε· τότε λοιπόν υπήρχε και φύλο με ξεχωριστή μορφή και όνομα, το αρσενικοθήλυκο, που το συναποτελούσαν και τα δυο, και το αρσενικό και το θηλυκό· τώρα απόμεινε μόνο το όνομα, που το τυλίγει η ντροπή. Που λες, το παρουσιαστικό τού κάθε τέτοιου ανθρώπου ήταν στρογγυλό· η ράχη σχημάτιζε περιφέρεια, το ίδιο και η μέση· χέρια τέσσερα, σκέλη όσα και τα χέρια και δυο πρόσωπα
[190a]δύ᾽ ἐπ᾽ αὐχένι κυκλοτερεῖ, ὅμοια πάντῃ· κεφαλὴν δ᾽ ἐπ᾽ ἀμφοτέροις τοῖς προσώποις ἐναντίοις κειμένοις μίαν, καὶ ὦτα τέτταρα, καὶ αἰδοῖα δύο, καὶ τἆλλα πάντα ὡς ἀπὸ τούτων ἄν τις εἰκάσειεν. ἐπορεύετο δὲ καὶ ὀρθὸν ὥσπερ νῦν, ὁποτέρωσε βουληθείη· καὶ ὁπότε ταχὺ ὁρμήσειεν θεῖν, ὥσπερ οἱ κυβιστῶντες καὶ εἰς ὀρθὸν τὰ σκέλη περιφερόμενοι κυβιστῶσι κύκλῳ, ὀκτὼ τότε οὖσι τοῖς μέλεσιν ἀπερειδόμενοι ταχὺ ἐφέροντο κύκλῳ. Ἦν δὲ διὰ ταῦτα τρίαπάνω σε σβέρκο κυλινδρικό, το ᾽να ολόιδιο με τ᾽ άλλο· πάνω απ᾽ αυτά τα δυο πρόσωπα, που το καθένα τους αντίκριζε το αντίθετο σημείο του ορίζοντα, είχε ένα κεφάλι με τέσσερα αυτιά· είχε δυο γεννητικά όργανα κι όλα τα υπόλοιπα ανάλογα και όπως θα μπορούσε κανείς να τα φανταστεί σύμφωνα με τα παραπάνω. Μπορούσε να μετακινείται και όρθιο, προς όποια διεύθυνση ήθελε, όπως και σήμερα· όποτε όμως του ερχόταν να τρέξει γρήγορα —έχετε δει σαλτιμπάγκους να στριφογυρίζουν και να κάνουν ακροβατικά με τα πόδια όρθια επάνω; έτσι ακριβώς, μια και τότε είχε οχτώ άκρα, στηριζόταν σ᾽ αυτά και μετακινιόταν γρήγορα, σαν τροχός. Τώρα, ποιός ο λόγος που τα ανθρώπινα φύλα
[190b]τὰ γένη καὶ τοιαῦτα, ὅτι τὸ μὲν ἄρρεν ἦν τοῦ ἡλίου τὴν ἀρχὴν ἔκγονον, τὸ δὲ θῆλυ τῆς γῆς, τὸ δὲ ἀμφοτέρων μετέχον τῆς σελήνης, ὅτι καὶ ἡ σελήνη ἀμφοτέρων μετέχει· περιφερῆ δὲ δὴ ἦν καὶ αὐτὰ καὶ ἡ πορεία αὐτῶν διὰ τὸ τοῖς γονεῦσιν ὅμοια εἶναι. ἦν οὖν τὴν ἰσχὺν δεινὰ καὶ τὴν ῥώμην, καὶ τὰ φρονήματα μεγάλα εἶχον, ἐπεχείρησαν δὲ τοῖς θεοῖς, καὶ ὃ λέγει Ὅμηρος περὶ Ἐφιάλτου τε καὶ Ὤτου, περὶ ἐκείνων λέγεται, τὸ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνάβασιν ἐπιχειρεῖνήταν τρία και τέτοιας λογής; Επειδή στην αρχή το αρσενικό ήταν βλαστάρι του ήλιου, το θηλυκό της γης κι εκείνο που τα ᾽χε ενωμένα μέσα του και τα δυο ήταν της σελήνης, γιατί και η σελήνη έχει πάρει κι απ᾽ τα δυο αυτά ουράνια σώματα· κι έτσι και το παρουσιαστικό και το βάδισμά τους ήταν κυκλικά, έπρεπε να μοιάζουν τα γονικά τους. Έτσι είχαν φοβερή δύναμη και ρώμη, τόσο που τα μυαλά τους πήραν αέρα και τα έβαλαν με τους θεούς· και τα όσα λέει ο Όμηρος για τον Εφιάλτη και τον Ώτο —που βάλθηκαν δηλαδή να σκαρφαλώσουν στον ουρανό
[190c]ποιεῖν, ὡς ἐπιθησομένων τοῖς θεοῖς. ὁ οὖν Ζεὺς καὶ οἱ ἄλλοι θεοὶ ἐβουλεύοντο ὅτι χρὴ αὐτοὺς ποιῆσαι, καὶ ἠπόρουν· οὔτε γὰρ ὅπως ἀποκτείναιεν εἶχον καὶ ὥσπερ τοὺς γίγαντας κεραυνώσαντες τὸ γένος ἀφανίσαιεν —αἱ τιμαὶ γὰρ αὐτοῖς καὶ ἱερὰ τὰ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἠφανίζετο— οὔτε ὅπως ἐῷεν ἀσελγαίνειν. Μόγις δὴ ὁ Ζεὺς ἐννοήσας λέγει ὅτιγια να πέσουν πάνω στους θεούς— τα λέει για κείνους. Τότε ο Δίας και οι άλλοι θεοί συσκέπτονταν πώς να τα βγάλουν πέρα μ᾽ αυτούς και λύση δεν έβρισκαν· γιατί δεν τους καλοφαινόταν ούτε να τους σκοτώσουν και κεραυνοβολώντας τους —όπως πρωτύτερα τους Γίγαντες— να τους αφανίσουν από το πρόσωπο της γης (γιατί τότε ποιός θα τους πρόσφερε λατρεία και θυσίες;) ούτε να τους αφήσουν στ᾽ αθεόφοβα καμώματά τους. Τέλος ο Δίας βρήκε τη λύση —κούρασε όμως το μυαλό του— και είπε:
«Δοκῶ μοι,» ἔφη, «ἔχειν μηχανήν, ὡς ἂν εἶέν τε ἅνθρωποι καὶ παύσαιντο τῆς ἀκολασίας ἀσθενέστεροι«Μου φαίνεται ότι έχω τον τρόπο, ώστε να τα ᾽χουμε και τα δυο, και να υπάρχουν οι άνθρωποι και να σταματήσουν τα αθεόφοβα καμώματά τους: να χάσουν
[190d]γενόμενοι. νῦν μὲν γὰρ αὐτούς, ἔφη, διατεμῶ δίχα ἕκαστον, καὶ ἅμα μὲν ἀσθενέστεροι ἔσονται, ἅμα δὲ χρησιμώτεροι ἡμῖν διὰ τὸ πλείους τὸν ἀριθμὸν γεγονέναι· καὶ βαδιοῦνται ὀρθοὶ ἐπὶ δυοῖν σκελοῖν. ἐὰν δ᾽ ἔτι δοκῶσιν ἀσελγαίνειν καὶ μὴ ᾽θέλωσιν ἡσυχίαν ἄγειν, πάλιν αὖ, ἔφη, τεμῶ δίχα, ὥστ᾽ ἐφ᾽ ἑνὸς πορεύσονται σκέλους ἀσκωλιάζοντες.»την μεγάλη δύναμη που έχουν. Δηλαδή τώρα, είπε, θα κόψω τον καθένα τους στα δυο κι έτσι θα γίνουν και λιγότερο δυνατοί, αλλά και πιο χρήσιμοι για μας, αφού θα είναι περισσότεροι· θα βαδίζουν όρθιοι, πάνω σε δυο πόδια. Αν όμως και πάλι δείχνονται αθεόφοβοι και δε θελήσουν να μας αφήσουν να κλείσουμε μάτι, είπε, θα τους κόψω στα δυο κι άλλη μια φορά, έτσι που να βαδίζουν πάνω σ᾽ ένα πόδι, σα να παίζουν κουτσό».
ταῦτα εἰπὼν ἔτεμνε τοὺς ἀνθρώπους δίχα, ὥσπερ οἱ τὰ ὄαΜ᾽ αυτά τα λόγια πήρε κι έκοβε τους ανθρώπους στα δυο, νά, όπως κάνουν εκείνοι
[190e]τέμνοντες καὶ μέλλοντες ταριχεύειν, ἢ ὥσπερ οἱ τὰ ᾠὰ ταῖς θριξίν· ὅντινα δὲ τέμοι, τὸν Ἀπόλλω ἐκέλευεν τό τε πρόσωπον μεταστρέφειν καὶ τὸ τοῦ αὐχένος ἥμισυ πρὸς τὴν τομήν, ἵνα θεώμενος τὴν αὑτοῦ τμῆσιν κοσμιώτερος εἴη ὁ ἄνθρωπος, καὶ τἆλλα ἰᾶσθαι ἐκέλευεν. ὁ δὲ τό τε πρόσωπον μετέστρεφε, καὶ συνέλκων πανταχόθεν τὸ δέρμα ἐπὶ τὴν γαστέρα νῦν καλουμένην, ὥσπερ τὰ σύσπαστα βαλλάντια, ἓν στόμα ποιῶν ἀπέδει κατὰ μέσην τὴν γαστέρα, ὃ δὴ τὸν ὀμφαλὸν καλοῦσι. καὶ τὰς μὲν ἄλλας ῥυτίδαςπου σχίζουν τα σούρβα για να τα ξεράνουν, ή εκείνοι που σχίζουν στα δυο τ᾽ αυγά με αλογότριχα. Καθέναν που έκοβε, παράγγελνε τον Απόλλωνα να του γυρίζει το πρόσωπο προς την αντίθετη μεριά, και τον λαιμό —τον μισό πια— προς το μέρος που έγινε το σκίσιμο, για να βλέπει ο άνθρωπος το πάθημά του κι έτσι να μάθει να φέρεται πιο προσεχτικά· κατόπι του παράγγειλε να σουλουπώσει και τ᾽ άλλα αχνάρια της εγχείρισης. Με τη σειρά του ο Απόλλων και στο πρόσωπο έδινε αντίθετη κατεύθυνση και τραβούσε το δέρμα απ᾽ όλες τις μεριές προς το μέρος που σήμερα το λέμε κοιλιά —ολόιδια όπως κάνουμε στα πουγκιά με τις σούφρες— δένοντας γερά τις άκριες γύρω από ένα μοναδικό κόμπο, στη μέση της κοιλιάς, αυτόν δα που τον λέμε αφαλό. Και τις περισσότερες ζάρες
[191a]τὰς πολλὰς ἐξελέαινε καὶ τὰ στήθη διήρθρου, ἔχων τι τοιοῦτον ὄργανον οἷον οἱ σκυτοτόμοι περὶ τὸν καλάποδα λεαίνοντες τὰς τῶν σκυτῶν ῥυτίδας· ὀλίγας δὲ κατέλιπε, τὰς περὶ αὐτὴν τὴν γαστέρα καὶ τὸν ὀμφαλόν, μνημεῖον εἶναι τοῦ παλαιοῦ πάθους. Ἐπειδὴ οὖν ἡ φύσις δίχα ἐτμήθη, ποθοῦν ἕκαστον τὸ ἥμισυ τὸ αὑτοῦ συνῄει, καὶ περιβάλλοντες τὰς χεῖρας καὶ συμπλεκόμενοι ἀλλήλοις, ἐπιθυμοῦντες συμφῦναι, ἀπέθνῃσκον ὑπὸ λιμοῦ καὶ τῆςπου έμεναν τις εξαφάνιζε ισιώνοντάς τες· ακόμα συμμάζευε τα στήθια χρησιμοποιώντας ένα όργανο όμοιο μ᾽ αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες για να ισιάζουν τις ζάρες του δέρματος γύρω απ᾽ το καλοπόδι· απ᾽ αυτές άφησε κάνα δυο, εκεί γύρω από την κοιλιά και τον αφαλό, για να μας θυμίζουν την παλιά δοκιμασία μας. Που λες, από την ώρα που η ανθρώπινη φύση σχίστηκε σε δυο κομμάτια, το καθένα απ᾽ αυτά ποθώντας το άλλο — τον μισό εαυτό του— έτρεχε να το συναντήσει· και τύλιγαν τα χέρια τους το ένα γύρω στο άλλο και σφιχταγκαλιάζονταν λαχταρώντας να γίνουν ένα, κι έτσι πέθαιναν από την πείνα και
[191b]ἄλλης ἀργίας διὰ τὸ μηδὲν ἐθέλειν χωρὶς ἀλλήλων ποιεῖν. καὶ ὁπότε τι ἀποθάνοι τῶν ἡμίσεων, τὸ δὲ λειφθείη, τὸ λειφθὲν ἄλλο ἐζήτει καὶ συνεπλέκετο, εἴτε γυναικὸς τῆς ὅλης ἐντύχοι ἡμίσει —ὃ δὴ νῦν γυναῖκα καλοῦμεν— εἴτε ἀνδρός· καὶ οὕτως ἀπώλλυντο. ἐλεήσας δὲ ὁ Ζεὺς ἄλλην μηχανὴν πορίζεται, καὶ μετατίθησιν αὐτῶν τὰ αἰδοῖα εἰς τὸ πρόσθεν —τέως γὰρ καὶ ταῦτα ἐκτὸς εἶχον, καὶ ἐγέννωνγενικά από την απραξία, αφού δεν έστρεγαν να καταπιαστούν με τίποτε, όσο ήταν χωρισμένα το ᾽να από το άλλο. Και κάθε φορά που το ένα τους πέθαινε και έμενε στη ζωή το άλλο μισό, αυτό που έμενε άρχιζε να ψάχνει κάποιο άλλο· κι όταν συναντούσε είτε το μισό από ένα ολόκληρο θηλυκό — αυτό δηλαδή που τώρα το λέμε γυναίκα— είτε το μισό από ένα ολόκληρο αρσενικό, το σφιχταγκάλιαζε· το αποτέλεσμα ήταν να πεθαίνουν με τον τρόπο που είπα. Ο Δίας τότε τους σπλαχνίστηκε και σοφίζεται άλλο τέχνασμα: παίρνει τα γεννητικά τους όργανα από την πρώτη τους θέση και τα φέρνει μπροστά (γιατί στην προηγούμενη κατάσταση και αυτά τα είχαν οι άνθρωποι από την έξω μεριά και πιάναν γκάστρι
[191c]καὶ ἔτικτον οὐκ εἰς ἀλλήλους ἀλλ᾽ εἰς γῆν, ὥσπερ οἱ τέττιγες— μετέθηκέ τε οὖν οὕτω αὐτῶν εἰς τὸ πρόσθεν καὶ διὰ τούτων τὴν γένεσιν ἐν ἀλλήλοις ἐποίησεν, διὰ τοῦ ἄρρενος ἐν τῷ θήλει, τῶνδε ἕνεκα, ἵνα ἐν τῇ συμπλοκῇ ἅμα μὲν εἰ ἀνὴρ γυναικὶ ἐντύχοι, γεννῷεν καὶ γίγνοιτο τὸ γένος, ἅμα δ᾽ εἰ καὶ ἄρρην ἄρρενι, πλησμονὴ γοῦν γίγνοιτο τῆς συνουσίας καὶ διαπαύοιντο καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα τρέποιντο καὶ τοῦ ἄλλου βίου ἐπιμελοῖντο. Ἔστι δὴ οὖν ἐκ τόσουκαι γεννούσαν όχι με το σμίξιμό τους, αλλά στο χώμα, όπως τα τζιτζίκια)· που λες, τους άλλαξε τη θέση και τα έφερε μπροστά, έτσι που να πιάνεται στην κοιλιά το έμβρυο περνώντας από το αρσενικό στο θηλυκό. Ο Δίας τα ᾽κανε αυτά ώστε από τη μια, αν άντρας συναντούσε γυναίκα, με το σφιχταγκάλιασμα να γεννοβολήσουν και να μη χαθεί η ράτσα, από την άλλη, αν αρσενικός συναντούσε αρσενικό, να τους ερχόταν – μπούκωμα από το αγκάλιασμα – (κορεσμός από τη συνουσία), να σταματούσαν για κάποιαν ώρα, να γύριζαν στις δουλειές τους και να καταπιάνονταν με τις υπόλοιπες ανάγκες της ζωής. Έτσι ρίζωσε
[191d]ὁ ἔρως ἔμφυτος ἀλλήλων τοῖς ἀνθρώποις καὶ τῆς ἀρχαίας φύσεως συναγωγεὺς καὶ ἐπιχειρῶν ποιῆσαι ἓν ἐκ δυοῖν καὶ ἰάσασθαι τὴν φύσιν τὴν ἀνθρωπίνην. ἕκαστος οὖν ἡμῶν ἐστιν ἀνθρώπου σύμβολον, ἅτε τετμημένος ὥσπερ αἱ ψῆτται, ἐξ ἑνὸς δύο· ζητεῖ δὴ ἀεὶ τὸ αὑτοῦ ἕκαστος σύμβολον. ὅσοι μὲν οὖν τῶν ἀνδρῶν τοῦ κοινοῦ τμῆμά εἰσιν, ὃ δὴ τότε ἀνδρόγυνον ἐκαλεῖτο, φιλογύναικές τέ εἰσι καὶ οἱ πολλοὶ τῶν μοιχῶν ἐκ τούτου τοῦ γένους γεγόνασιν, καὶο έρωτας στον άνθρωπο από τη μακρινή εκείνη εποχή και μ᾽ αυτόν ξαναβρίσκει την ενότητά της η πρώτη μας φύση· κι αυτός κάνει ό,τι μπορεί, για να σχηματίσει από τα δύο ένα και να φέρει τη γιατρειά στην ανθρώπινη φύση. Από τα παραπάνω βγαίνει ότι ο καθένας μας είναι το μισό απ᾽ ολόκληρο άνθρωπο, αφού είναι κομμένος όπως η γλώσσα (το ψάρι) — το ένα από τα δυο κομμάτια της πρώτης του φύσης· γι᾽ αυτό δεν κουράζεται ποτέ ο κάθε άνθρωπος ν᾽ αποζητά το άλλο μισό του. Κι έτσι όσοι άντρες είναι κομμάτι από το σύνθετο πλάσμα, που είπαμε ότι τότε το ονόμαζαν αρσενικοθήλυκο, είναι οι γυναικάδες και οι περισσότεροι απ᾽ αυτούς που πατούν το στεφάνι τους προέρχονται απ᾽ αυτή τη ράτσα· επίσης
[191e]ὅσαι αὖ γυναῖκες φίλανδροί τε καὶ μοιχεύτριαι ἐκ τούτου τοῦ γένους γίγνονται. ὅσαι δὲ τῶν γυναικῶν γυναικὸς τμῆμά εἰσιν, οὐ πάνυ αὗται τοῖς ἀνδράσι τὸν νοῦν προσέχουσιν, ἀλλὰ μᾶλλον πρὸς τὰς γυναῖκας τετραμμέναι εἰσί, καὶ αἱ ἑταιρίστριαι ἐκ τούτου τοῦ γένους γίγνονται. ὅσοι δὲ ἄρρενος τμῆμά εἰσι, τὰ ἄρρενα διώκουσι, καὶ τέως μὲν ἂν παῖδες ὦσιν, ἅτε τεμάχια ὄντα τοῦ ἄρρενος, φιλοῦσι τοὺς ἄνδρας καὶ χαίρουσι συγκατακείμενοι καὶκι οι γυναίκες: όσες είναι ερωτιάρες και μοιχαλίδες, από το ίδιο γένος προέρχονται. Όμως οι γυναίκες που είναι το μισό από ολόκληρη γυναίκα, αυτές ούτε γυρίζουν να δουν άντρα —κάθε άλλο!— αλλά περισσότερο τις τραβούν οι γυναίκες, κι οι λεσβιάζουσες ανήκουν σ᾽ αυτή τη ράτσα. Τέλος όσοι είναι το μισό από ολόκληρον άντρα, κυνηγούν τους αρσενικούς, και στην αρχή, όσο είναι παιδιά, καθώς είναι κομμάτι από αρσενικόν, αγαπάνε τους άντρες και χαίρονται να πλαγιάζουν μαζί και
[192a]συμπεπλεγμένοι τοῖς ἀνδράσι, καί εἰσιν οὗτοι βέλτιστοι τῶν παίδων καὶ μειρακίων, ἅτε ἀνδρειότατοι ὄντες φύσει. Φασὶ δὲ δή τινες αὐτοὺς ἀναισχύντους εἶναι, ψευδόμενοι· οὐ γὰρ ὑπ᾽ ἀναισχυντίας τοῦτο δρῶσιν ἀλλ᾽ ὑπὸ θάρρους καὶ ἀνδρείας καὶ ἀρρενωπίας, τὸ ὅμοιον αὐτοῖς ἀσπαζόμενοι. μέγα δὲ τεκμήριον· καὶ γὰρ τελεωθέντες μόνοι ἀποβαίνουσιν εἰς τὰ πολιτικὰ ἄνδρες οἱ τοιοῦτοι. ἐπειδὰν δὲ ἀνδρωθῶσι,να βρίσκονται στην αγκαλιά αντρών, και αυτά είναι τα πιο προκομμένα αγόρια και παλικαράκια, αφού από τη φύση τους είναι εξαιρετικά αντρειωμένα. Μερικοί λένε ότι τα αγόρια αυτά είναι ξετσίπωτα· αυτοί πέφτουν έξω· γιατί τα παιδιά αυτά ό,τι κάνουν δεν το κάνουν από ξετσιπωσιά, το κάνουν ίσα ίσα γιατί έχουν θάρρος και αντρειοσύνη και αρρενωπότητα, δείχνοντας τον ενθουσιασμό τους για το όμοιό τους. Θέλετε απόδειξη γι᾽ αυτό; όταν μεγαλώσουν, μόνο αυτοί δείχνονται άντρες με αξιοσύνη στα πολιτικά. Όμως, όταν πια αντρωθούν,
[192b]παιδεραστοῦσι καὶ πρὸς γάμους καὶ παιδοποιίας οὐ προσέχουσι τὸν νοῦν φύσει, ἀλλ᾽ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγκάζονται· ἀλλ᾽ ἐξαρκεῖ αὐτοῖς μετ᾽ ἀλλήλων καταζῆν ἀγάμοις. πάντως μὲν οὖν ὁ τοιοῦτος παιδεραστής τε καὶ φιλεραστὴς γίγνεται, ἀεὶ τὸ συγγενὲς ἀσπαζόμενος. ὅταν μὲν οὖν καὶ αὐτῷ ἐκείνῳ ἐντύχῃ τῷ αὑτοῦ ἡμίσει καὶ ὁ παιδεραστὴς καὶ ἄλλος πᾶς, τότε καὶ θαυμαστὰ ἐκπλήττονται φιλίᾳ τε καὶγίνονται παιδεραστές και το φυσικό τους τούς κάνει να μη νοιάζονται για γάμο και πατρότητα, κι αν το κάνουν είναι που τους υποχρεώνει το έθιμο· αλλιώτικα θα ήταν ευχαριστημένοι ζώντας σ᾽ όλη τη ζωή τους άντρες με άντρες, γεροντοπαλίκαρα. Κι έτσι, όπως και να ᾽χει, ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει έρωτα για τους ερωμένους και τους εραστές του, αφού πάντοτε ενθουσιάζεται μ᾽ ό,τι του είναι συγγενικό. Τώρα θέλει και ρώτημα πως, όταν και ο παιδεραστής κι ο κάθε άλλος συναντήσει το πρόσωπο που στην αρχική κατάσταση ήταν πραγματικά το άλλο μισό του, τότε είναι ανείπωτη η έκσταση και των δυο —έκσταση από φιλία,
[192c]οἰκειότητι καὶ ἔρωτι, οὐκ ἐθέλοντες ὡς ἔπος εἰπεῖν χωρίζεσθαι ἀλλήλων οὐδὲ σμικρὸν χρόνον. καὶ οἱ διατελοῦντες μετ᾽ ἀλλήλων διὰ βίου οὗτοί εἰσιν, οἳ οὐδ᾽ ἂν ἔχοιεν εἰπεῖν ὅτι βούλονται σφίσι παρ᾽ ἀλλήλων γίγνεσθαι. οὐδενὶ γὰρ ἂν δόξειεν τοῦτ᾽ εἶναι ἡ τῶν ἀφροδισίων συνουσία, ὡς ἄρα τούτου ἕνεκα ἕτερος ἑτέρῳ χαίρει συνὼν οὕτως ἐπὶ μεγάλης σπουδῆς· ἀλλ᾽ ἄλλο τι βουλομένη ἑκατέρου ἡ ψυχὴαπό συγγένεια, από έρωτα— και δε θέλουν, θα λέγαμε, ούτε στιγμή να χωριστούν ο ένας απ᾽ τον άλλον; Αυτοί ακριβώς είναι οι άνθρωποι που δε χωρίζουν σ᾽ όλη τους τη ζωή, χωρίς καν να μπορούν να εκφράσουν τί πάνω απ᾽ όλα προσδοκά ο ένας απ᾽ τον άλλον. Γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι η αισθησιακή απόλαυση είναι εκείνο που τους κάνει να βρίσκουν τόση χαρά στην συντροφική ζωή τους και να την αποζητάνε με τόση λαχτάρα· ίσα ίσα είναι ολοφάνερο ότι κάτι άλλο αποζητά η ψυχή του καθενός τους,
[192d]δήλη ἐστίν, ὃ οὐ δύναται εἰπεῖν, ἀλλὰ μαντεύεται ὃ βούλεται, καὶ αἰνίττεται. καὶ εἰ αὐτοῖς ἐν τῷ αὐτῷ κατακειμένοις ἐπιστὰς ὁ Ἥφαιστος, ἔχων τὰ ὄργανα, ἔροιτο·θέλει κάτι που δεν μπορεί να το εκφράσει, αλλά το ψυχανεμίζεται και το λέει με υπαινιγμούς. Και αν ο Ήφαιστος παρουσιαζόταν με τα εργαλεία του στα χέρια και στεκόταν πάνω τους την ώρα που αυτοί βρίσκονται στο ίδιο στρώμα και τους ρωτούσε:
«Τί ἔσθ᾽ ὃ βούλεσθε, ὦ ἄνθρωποι, ὑμῖν παρ᾽ ἀλλήλων γενέσθαι;»«Άνθρωποί μου, τί είναι αυτό που θα ήθελε ο ένας σας να χαρίσει στον άλλο»;
καὶ εἰ ἀποροῦντας αὐτοὺς πάλιν ἔροιτο·και, καθώς θα τον έβλεπαν σαστισμένοι, αν τους ξαναρωτούσε:
«Ἆρά γε τοῦδε ἐπιθυμεῖτε, ἐν τῷ αὐτῷ γενέσθαι ὅτι μάλιστα ἀλλήλοις, ὥστε καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν μὴ ἀπολείπεσθαι ἀλλήλων; εἰ γὰρ τούτου ἐπιθυμεῖτε, θέλω ὑμᾶς συντῆξαι καὶ«Μήπως αυτό είναι εκείνο που αποζητάτε; να βρίσκεστε ο ένας δίπλα στον άλλο στο ίδιο μέρος όσο γίνεται περισσότερο καιρό, έτσι που ούτε τη νύχτα ούτε τη μέρα να μη ζείτε χωριστά; Σας κάνω αυτή την ερώτηση, γιατί, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, αναλαμβάνω εγώ να σας λιώσω στο ίδιο χωνευτήρι και
[192e]συμφυσῆσαι εἰς τὸ αὐτό, ὥστε δύ᾽ ὄντας ἕνα γεγονέναι καὶ ἕως τ᾽ ἂν ζῆτε, ὡς ἕνα ὄντα, κοινῇ ἀμφοτέρους ζῆν, καὶ ἐπειδὰν ἀποθάνητε, ἐκεῖ αὖ ἐν Ἅιδου ἀντὶ δυοῖν ἕνα εἶναι κοινῇ τεθνεῶτε· ἀλλ᾽ ὁρᾶτε εἰ τούτου ἐρᾶτε καὶ ἐξαρκεῖ ὑμῖν ἂν τούτου τύχητε·»με το φυσερό στο χέρι να σας σφυρηλατήσω μαζί, ώστε, εκεί που είστε δυο, να γίνετε ένας· και, όσο θα βρίσκεστε στη ζωή, να ζείτε ενωμένοι κι οι δυο, σα να ᾽στε ένας άνθρωπος, κι όταν πεθάνετε και πάλι κι εκεί στον Άδη να είστε ένας κι όχι δυο, αφού σας πάρει ένας κοινός θάνατος. Κοιτάξτε λοιπόν: αυτή είναι η λαχτάρα σας και αν σας κάνω αυτή τη χάρη θα μείνετε ευχαριστημένοι;».
ταῦτ᾽ ἀκούσας ἴσμεν ὅτι οὐδ᾽ ἂν εἷς ἐξαρνηθείη οὐδ᾽ ἄλλο τι ἂν φανείη βουλόμενος, ἀλλ᾽ ἀτεχνῶς οἴοιτ᾽ ἂν ἀκηκοέναι τοῦτο ὃ πάλαι ἄρα ἐπεθύμει, συνελθὼν καὶ συντακεὶς τῷ ἐρωμένῳ ἐκ δυοῖν εἷς γενέσθαι. τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἴτιον, ὅτι ἡ ἀρχαία φύσις ἡμῶν ἦν αὕτη καὶ ἦμεν ὅλοι· τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳΤότε θέλει και ρώτημα ότι ακούοντας αυτά κανένας τους δε θα πει όχι κι ούτε θα δείξει ότι αναζητά τίποτε άλλο; Ίσα ίσα θα ένιωθε ότι τ᾽ αυτιά του άκουσαν απαράλλαχτα τα λόγια που εδώ και χρόνια ποθούσαν: να ενωθεί και να συγχωνευτεί με τον αγαπημένο του και από δυο να γίνουν ένας. Και η αιτία δεν είναι άλλη παρά ότι αυτή ήταν η πρώτη μας φύση και αποτελούσαμε δυο ένα ολόκληρο πλάσμα· λοιπόν ο πόθος
[193a]καὶ διώξει ἔρως ὄνομα. καὶ πρὸ τοῦ, ὥσπερ λέγω, ἓν ἦμεν, νυνὶ δὲ διὰ τὴν ἀδικίαν διῳκίσθημεν ὑπὸ τοῦ θεοῦ, καθάπερ Ἀρκάδες ὑπὸ Λακεδαιμονίων· φόβος οὖν ἔστιν, ἐὰν μὴ κόσμιοι ὦμεν πρὸς τοὺς θεούς, ὅπως μὴ καὶ αὖθις διασχισθησόμεθα, καὶ περίιμεν ἔχοντες ὥσπερ οἱ ἐν ταῖς στήλαις καταγραφὴν ἐκτετυπωμένοι, διαπεπρισμένοι κατὰ τὰς ῥῖνας, γεγονότες ὥσπερ λίσπαι. Ἀλλὰ τούτων ἕνεκα πάντ᾽ ἄνδρα χρὴ ἅπαντα παρακελεύεσθαι εὐσεβεῖν περὶκαι η επιδίωξη της ολοκλήρωσης λέγεται έρωτας. Το ξαναλέω, πρωτύτερα ήμασταν ένα, τώρα όμως —επειδή φανήκαμε αθεόφοβοι— ο θεός μάς έκοψε στα δυο, όπως χώρισαν οι Λακεδαιμόνιοι τους Αρκάδες· κι ακόμα πρέπει να ᾽χουμε τον φόβο μήπως, αν δε δείξουμε ευλάβεια στους θεούς, μας κόψουν άλλη μια φορά στα δυο· και τότε θα γυρίζουμε εδώ κι εκεί με παρουσιαστικό σαν αυτό που εμφανίζουν οι ανάγλυφες μορφές στις στήλες — μύτη πριονισμένη στα δυο, σαν κότσι κομμένο στη μέση. Γι᾽ αυτό ο καθένας μας πρέπει να συμβουλεύει τον άλλο να είμαστε ευλαβικοί
[193b]θεούς, ἵνα τὰ μὲν ἐκφύγωμεν, τῶν δὲ τύχωμεν, ὡς ὁ Ἔρως ἡμῖν ἡγεμὼν καὶ στρατηγός. ᾧ μηδεὶς ἐναντία πραττέτω —πράττει δ᾽ ἐναντία ὅστις θεοῖς ἀπεχθάνεται— φίλοι γὰρ γενόμενοι καὶ διαλλαγέντες τῷ θεῷ ἐξευρήσομέν τε καὶ ἐντευξόμεθα τοῖς παιδικοῖς τοῖς ἡμετέροις αὐτῶν, ὃ τῶν νῦν ὀλίγοι ποιοῦσι. καὶ μή μοι ὑπολάβῃ Ἐρυξίμαχος, κωμῳδῶν τὸν λόγον, ὡς Παυσανίαν καὶ Ἀγάθωνα λέγω —ἴσως μὲνστους θεούς, ώστε ν᾽ αποφύγουμε τα τελευταία, αλλά να πετύχουμε τα άλλα, καθώς θα μας οδηγεί —στρατηγός μας— ο Έρωτας. Κανείς να μην εναντιώνεται σ᾽ αυτόν —κι εναντιώνεται όποιος είναι μισητός στους θεούς— γιατί, απ᾽ τη στιγμή που θα γίνουμε φίλοι και θα μονιάσουμε με το θεό, θα βρούμε και θα συναπαντηθούμε με τα δικά μας αγαπημένα αγόρια, κάτι που λίγοι σήμερα πραγματώνουν. Και μη διαστρέψει τα λόγια μου ο Ερυξίμαχος, δίνοντας χροιά γελοιότητας στην ομιλία μου, ότι τάχα εννοώ τον Παυσανία και τον Αγάθωνα —γιατί πιθανώς
[193c]γὰρ καὶ οὗτοι τούτων τυγχάνουσιν ὄντες καί εἰσιν ἀμφότεροι τὴν φύσιν ἄρρενες— λέγω δὲ οὖν ἔγωγε καθ᾽ ἁπάντων καὶ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ὅτι οὕτως ἂν ἡμῶν τὸ γένος εὔδαιμον γένοιτο, εἰ ἐκτελέσαιμεν τὸν ἔρωτα καὶ τῶν παιδικῶν τῶν αὑτοῦ ἕκαστος τύχοι εἰς τὴν ἀρχαίαν ἀπελθὼν φύσιν. εἰ δὲ τοῦτο ἄριστον, ἀναγκαῖον καὶ τῶν νῦν παρόντων τὸ τούτου ἐγγυτάτω ἄριστον εἶναι· τοῦτο δ᾽ ἐστὶ παιδικῶν τυχεῖν κατὰ νοῦν αὐτῷ πεφυκότων· οὗ δὴ τὸν αἴτιον θεὸν ὑμνοῦντεςκι ετούτοι τυχαίνει να είναι της ίδιας κατηγορίας και ν᾽ ανήκουν κι ο ένας κι ο άλλος στο αρσενικό φύλο— εγώ όμως βέβαια μιλώ γενικά, και για τους άντρες και για τις γυναίκες, ότι μ᾽ αυτό τον τρόπο θα μπορούσε το γένος μας ν᾽ απολαύσει την ευτυχία, αν εκπληρώσουμε το χρέος μας στον Έρωτα και συναπαντηθούμε ο καθένας μας με τ᾽ αγαπημένο του αγόρι, επιστρέφοντας στην πρωταρχική μας φύση. Κι αν τούτο είναι το απόλυτο καλό, αναπόφευκτα, καταπώς έχουν σήμερα τα πράματα, άριστο είναι εκείνο που βρίσκεται πλησιέστερα από καθετί σ᾽ αυτά· ποιό είναι αυτό; να τα φέρει έτσι η τύχη, ώστε τ᾽ αγαπημένα μας αγόρια να ᾽χουν τις φυσικές καταβολές που προτιμούμε· λοιπόν, αν θέλαμε να υμνήσουμε γι᾽ αυτή την καλή μας τύχη το θεό που μας την έστειλε,
[193d]δικαίως ἂν ὑμνοῖμεν Ἔρωτα, ὃς ἔν τε τῷ παρόντι ἡμᾶς πλεῖστα ὀνίνησιν εἰς τὸ οἰκεῖον ἄγων, καὶ εἰς τὸ ἔπειτα ἐλπίδας μεγίστας παρέχεται, ἡμῶν παρεχομένων πρὸς θεοὺς εὐσέβειαν, καταστήσας ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχαίαν φύσιν καὶ ἰασάμενος μακαρίους καὶ εὐδαίμονας ποιῆσαι.δίκαια θα υμνούσαμε τον Έρωτα, που και τώρα μας κάνει τις μεγαλύτερες ευεργεσίες φέρνοντάς μας κοντά σ᾽ αυτό που νιώθουμε δικό μας, και που μας δίνει τις πιο μεγάλες ελπίδες για το μέλλον —φτάνει εμείς να δείχνουμε ευσέβεια στους θεούς— αφού μας αποκαταστήσει στην πρωταρχική μας φύση και μας δώσει την υγεία μας, να μας κάνει αξιοζήλευτους και ευτυχισμένους».

5. ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑΘΩΝΟΣ

Οὗτος, ἔφη, ὦ Ἐρυξίμαχε, ὁ ἐμὸς λόγος ἐστὶ περὶ Ἔρωτος, ἀλλοῖος ἢ ὁ σός. ὥσπερ οὖν ἐδεήθην σου, μὴ κωμῳδήσῃς αὐτόν, ἵνα καὶ τῶν λοιπῶν ἀκούσωμεν τί ἕκαστοςΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. «Αυτή είναι, είπε ο Αριστοφάνης, Ερυξίμαχε, η ομιλία μου για τον Έρωτα, αλλιώτικη απ᾽ τη δική σου. Λοιπόν, επαναλαμβάνω την παράκλησή μου, μην τη διακωμωδήσεις, για ν᾽ ακούσουμε και τους υπόλοιπους, τί θα πει
[193e]ἐρεῖ, μᾶλλον δὲ τί ἑκάτερος· Ἀγάθων γὰρ καὶ Σωκράτης λοιποί.ο καθένας τους — ή καλύτερα τί ο ένας και τί ο άλλος· γιατί δεν απομένουν παρά ο Αγάθων και ο Σωκράτης».
Ἀλλὰ πείσομαί σοι, ἔφη φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον· καὶ γάρ μοι ὁ λόγος ἡδέως ἐρρήθη. καὶ εἰ μὴ συνῄδη Σωκράτει τε καὶ Ἀγάθωνι δεινοῖς οὖσι περὶ τὰ ἐρωτικά, πάνυ ἂν ἐφοβούμην μὴ ἀπορήσωσι λόγων διὰ τὸ πολλὰ καὶ παντοδαπὰ εἰρῆσθαι· νῦν δὲ ὅμως θαρρῶ.«Ναι, θα κάνω αυτό που μου λες, είπε ο Ερυξίμαχος· γιατί, αν με ρωτάς, τη χάρηκα την ομιλία σου· κι αν δεν ήμουν σίγουρος ότι ο Σωκράτης και ο Αγάθων είναι αυθεντίες στα θέματα του έρωτα, θα με κυρίευε μεγάλος φόβος, μήπως θα τους είναι δύσκολο να βρουν να πουν κάτι, έτσι που το θέμα καλύφτηκε ικανοποιητικά απ᾽ όλες τις πλευρές· τώρα όμως είμαι αισιόδοξος».
[194a]Τὸν οὖν Σωκράτη εἰπεῖνΚαι, συνέχισε ο Αριστόδημος, είπε ο Σωκράτης:
Καλῶς γὰρ αὐτὸς ἠγώνισαι, ὦ Ἐρυξίμαχε· εἰ δὲ γένοιο οὗ νῦν ἐγώ εἰμι, μᾶλλον δὲ ἴσως οὗ ἔσομαι ἐπειδὰν καὶ Ἀγάθων εἴπῃ εὖ, καὶ μάλ᾽ ἂν φοβοῖο καὶ ἐν παντὶ εἴης ὥσπερ ἐγὼ νῦν.«Τα λες αυτά, Ερυξίμαχε, γιατί εσύ βγήκες παλικάρι σ᾽ αυτό τον αγώνα· όμως, αν βρισκόσουν στη θέση που είμαι τώρα εγώ ή και στη χειρότερη, όπου πιθανόν θα βρεθώ μετά την ωραία ομιλία που θα κάνει ο Αγάθων, θα σε κυρίευε πανικός και θα ᾽πεφτες σε μαύρη απελπισία, όπως τώρα εγώ».
Φαρμάττειν βούλει με, ὦ Σώκρατες, εἰπεῖν τὸν Ἀγάθωνα, ἵνα θορυβηθῶ διὰ τὸ οἴεσθαι τὸ θέατρον προσδοκίαν μεγάλην ἔχειν ὡς εὖ ἐροῦντος ἐμοῦ.«Σωκράτη, είπε ο Αγάθων, πας να μου κάνεις μάγια, για να πανικοβληθώ με το να πιστέψω πως το κοινό μας τρέφει μεγάλες προσδοκίες ότι εγώ θα κάνω μια ωραία ομιλία».
Ἐπιλήσμων μεντἂν εἴην, ὦ Ἀγάθων, εἰπεῖν τὸν«Θα ᾽χα πολύ αδύνατη μνήμη, Αγάθων, είπε
[194b]Σωκράτη, εἰ ἰδὼν τὴν σὴν ἀνδρείαν καὶ μεγαλοφροσύνην ἀναβαίνοντος ἐπὶ τὸν ὀκρίβαντα μετὰ τῶν ὑποκριτῶν, καὶ βλέψαντος ἐναντία τοσούτῳ θεάτρῳ, μέλλοντος ἐπιδείξεσθαι σαυτοῦ λόγους, καὶ οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν ἐκπλαγέντος, νῦν οἰηθείην σε θορυβήσεσθαι ἕνεκα ἡμῶν ὀλίγων ἀνθρώπων.ο Σωκράτης, αν, παρότι είδα τη λεβεντιά και το υψηλό φρόνημά σου τη στιγμή που ανέβαινες στην εξέδρα με τους ηθοποιούς σου κι αντίκρισες κατάματα ένα τόσο μεγάλο πλήθος θεατών, κι όπου να ᾽ναι θα παρουσίαζες τις τραγωδίες σου — παρότι λοιπόν τότε δεν έδειξες την παραμικρή ταραχή, αν φανταζόμουν τώρα ότι θα πανικοβληθείς μπροστά μας, μια φούχτα ανθρώπους».
Τί δέ, ὦ Σώκρατες; τὸν Ἀγάθωνα φάναι, οὐ δήπου με οὕτω θεάτρου μεστὸν ἡγῇ ὥστε καὶ ἀγνοεῖν ὅτι νοῦν ἔχοντι ὀλίγοι ἔμφρονες πολλῶν ἀφρόνων φοβερώτεροι;Ο Αγάθων αποκρίθηκε: «Τί ᾽ναι αυτά που λες, Σωκράτη; δεν πιστεύεις, φαντάζομαι, πως τόσο πολύ πια καβάλησα το καλάμι απ᾽ τις επευφημίες του κοινού, ώστε να φτάσω να αγνοώ ότι, σε έναν συνετό, λίγοι μυαλωμένοι εμπνέουν μεγαλύτερο φόβο απ᾽ ό,τι πολλοί άμυαλοι».
[194c]Οὐ μεντἂν καλῶς ποιοίην, φάναι, ὦ Ἀγάθων, περὶ σοῦ τι ἐγὼ ἄγροικον δοξάζων· ἀλλ᾽ εὖ οἶδα ὅτι εἴ τισιν ἐντύχοις οὓς ἡγοῖο σοφούς, μᾶλλον ἂν αὐτῶν φροντίζοις ἢ τῶν πολλῶν. ἀλλὰ μὴ οὐχ οὗτοι ἡμεῖς ὦμεν —ἡμεῖς μὲν γὰρ καὶ ἐκεῖ παρῆμεν καὶ ἦμεν τῶν πολλῶν— εἰ δὲ ἄλλοις ἐντύχοις σοφοῖς, τάχ᾽ ἂν αἰσχύνοιο αὐτούς, εἴ τι ἴσως οἴοιο αἰσχρὸν ὂν ποιεῖν· ἢ πῶς λέγεις;«Θα ᾽ταν οπωσδήποτε απρέπεια εκ μέρους μου, Αγάθων, απάντησε ο Σωκράτης, αν σου απέδιδα κάποια έλλειψη ευθυκρισίας· αλλά το ξέρω καλά, αν συναντούσες κάποιους που θα τους παραδεχόσουν σοφούς, θα ενδιαφερόσουν περισσότερο για τη γνώμη τους απ᾽ ό,τι για τη γνώμη του πλήθους. Φοβάμαι όμως ότι δεν είμαστε εμείς αυτοί που εννοείς — γιατί εμείς ήμασταν κι εκεί παρόντες και ήμασταν ένα με το πλήθος· αν όμως βρεθείς μπροστά σε άλλους, που είναι σοφοί, πιθανότατα θα ντρεπόσουν, αν τυχόν πίστευες ότι κάτι είναι όντως πρόστυχο, αλλά το πράττεις· αλλιώς, τί εννοείς;».
Ἀληθῆ λέγεις, φάναι.«Ναι, δίκιο έχεις», αποκρίθηκε.
Τοὺς δὲ πολλοὺς οὐκ ἂν αἰσχύνοιο εἴ τι οἴοιο αἰσχρὸν ποιεῖν;«Δε θα ντρεπόσουνα λοιπόν τον πολύ κόσμο, αν πίστευες ότι πράττεις κάτι το πρόστυχο;».
[194d]Καὶ τὸν Φαῖδρον ἔφη ὑπολαβόντα εἰπεῖνΤότε ο Φαίδρος πήρε το λόγο και είπε:
Ὦ φίλε Ἀγάθων, ἐὰν ἀποκρίνῃ Σωκράτει, οὐδὲν ἔτι διοίσει αὐτῷ ὁπῃοῦν τῶν ἐνθάδε ὁτιοῦν γίγνεσθαι, ἐὰν μόνον ἔχῃ ὅτῳ διαλέγηται, ἄλλως τε καὶ καλῷ. ἐγὼ δὲ ἡδέως μὲν ἀκούω Σωκράτους διαλεγομένου, ἀναγκαῖον δέ μοι ἐπιμεληθῆναι τοῦ ἐγκωμίου τῷ Ἔρωτι καὶ ἀποδέξασθαι παρ᾽ ἑνὸς ἑκάστου ὑμῶν τὸν λόγον· ἀποδοὺς οὖν ἑκάτερος τῷ θεῷ οὕτως ἤδη διαλεγέσθω.«Αγαπητέ μου Αγάθων, αν συνεχίσεις ν᾽ απαντάς στον Σωκράτη, θ᾽ αδιαφορήσει τελείως για το ποιά πορεία θα πάρει το θέμα που συζητάμε εδώ μέσα, φτάνει μόνο να έχει κάποιον να κάνει διάλογο, κι αν είναι κι όμορφος, τόσο το καλύτερο. Όσο για μένα, δε λέω, και βέβαια με χαρά ακούω τον Σωκράτη να συζητά διαλογικά, όμως είμαι υποχρεωμένος να έχω την έγνοια για τον εγκωμιασμό του Έρωτα και να εισπράξω από τον καθένα σας ξεχωριστά την ομιλία του· λοιπόν, ξοφλήστε κι ο ένας κι ο άλλος το χρέος σας στο θεό και, κατόπι, έχετε το ελεύτερο να συζητήσετε διαλογικά».
[194e]Ἀλλὰ καλῶς λέγεις, ὦ Φαῖδρε, φάναι τὸν Ἀγάθωνα, καὶ οὐδέν με κωλύει λέγειν· Σωκράτει γὰρ καὶ αὖθις ἔσται πολλάκις διαλέγεσθαι.«Αλλά, είπε ο Αγάθων, δίκιο έχεις, Φαίδρε, και δεν έχω καμιά δυσκολία να κάνω την ομιλία μου· γιατί με τον Σωκράτη θα έχω και στο μέλλον πολλές ευκαιρίες να κάνω διάλογο.
Ἐγὼ δὲ δὴ βούλομαι πρῶτον μὲν εἰπεῖν ὡς χρή με εἰπεῖν, ἔπειτα εἰπεῖν. δοκοῦσι γάρ μοι πάντες οἱ πρόσθεν εἰρηκότες οὐ τὸν θεὸν ἐγκωμιάζειν ἀλλὰ τοὺς ἀνθρώπους εὐδαιμονίζειν τῶν ἀγαθῶν ὧν ὁ θεὸς αὐτοῖς αἴτιος· ὁποῖος δέ τις αὐτὸς ὢνΕγώ λοιπόν θέλω πρώτα να σας πω πώς πρέπει να διαμορφώσω την ομιλία μου, κατόπι να μιλήσω. Γιατί μένω με την εντύπωση ότι όλοι οι προηγούμενοι ομιλητές δεν εγκωμιάζουν το θεό, αλλά μακαρίζουν τους ανθρώπους για τα αγαθά που τους χαρίζει ο θεός· όμως κανένας δε μίλησε για τη φύση του ίδιου του θεού,
[195a]ταῦτα ἐδωρήσατο, οὐδεὶς εἴρηκεν. εἷς δὲ τρόπος ὀρθὸς παντὸς ἐπαίνου περὶ παντός, λόγῳ διελθεῖν οἷος οἵων αἴτιος ὢν τυγχάνει περὶ οὗ ἂν ὁ λόγος ᾖ. οὕτω δὴ τὸν Ἔρωτα καὶ ἡμᾶς δίκαιον ἐπαινέσαι πρῶτον αὐτὸν οἷός ἐστιν, ἔπειτα τὰς δόσεις. φημὶ οὖν ἐγὼ πάντων θεῶν εὐδαιμόνων ὄντων Ἔρωτα, εἰ θέμις καὶ ἀνεμέσητον εἰπεῖν, εὐδαιμονέστατον εἶναι αὐτῶν, κάλλιστον ὄντα καὶ ἄριστον. ἔστι δὲ κάλλιστος ὢν τοιόσδε. πρῶτον μὲν νεώτατος θεῶν, ὦ Φαῖδρε. μέγαπου του δίνει τη δυνατότητα να τους χαρίζει αυτά τα δώρα. Και η πιο σωστή μέθοδος κάθε εγκωμίου για το πρόσωπο, για το οποίο γίνεται λόγος, είναι ν᾽ αναπτύξουμε με την ομιλία τη φύση του εγκωμιαζομένου και τί λογής είναι αυτά που τυχαίνει να χαρίζει. Με αυτές τις προδιαγραφές λοιπόν έχουμε κι εμείς υποχρέωση να εγκωμιάσουμε τον Έρωτα, πρώτα ποιά είναι η φύση του, έπειτα τις δωρεές του. Λοιπόν εγώ διακηρύσσω ότι ανάμεσα στους θεούς, που όλοι τους είναι ευτυχισμένοι, ο Έρωτας είναι —αν είναι θεμιτό και δεν προκαλεί τη θεία νέμεση— ο πιο ευτυχισμένος, καθώς είναι ο ωραιότερος και ο καλύτερος. Κι είναι ο ωραιότατος έχοντας τα εξής χαρακτηριστικά. Πρώτα πρώτα, Φαίδρε, είναι ο πιο νέος ανάμεσα στους θεούς. Γι᾽ αυτό μου τον ισχυρισμό
[195b]δὲ τεκμήριον τῷ λόγῳ αὐτὸς παρέχεται, φεύγων φυγῇ τὸ γῆρας, ταχὺ ὂν δῆλον ὅτι· θᾶττον γοῦν τοῦ δέοντος ἡμῖν προσέρχεται. ὃ δὴ πέφυκεν Ἔρως μισεῖν καὶ οὐδ᾽ ἐντὸς πολλοῦ πλησιάζειν. μετὰ δὲ νέων ἀεὶ σύνεστί τε καὶ ἔστιν· ὁ γὰρ παλαιὸς λόγος εὖ ἔχει, ὡς ὅμοιον ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει. ἐγὼ δὲ Φαίδρῳ πολλὰ ἄλλα ὁμολογῶν τοῦτο οὐχ ὁμολογῶ, ὡς Ἔρως Κρόνου καὶ Ἰαπετοῦ ἀρχαιότερός ἐστιν, ἀλλάπροσκομίζει ο ίδιος τρανή απόδειξη: φεύγει φευγάτος μακριά από τα γηρατειά, που ολοφάνερα είναι γοργοπόδαρα· μας καταφτάνουν, βλέπεις, πιο γρήγορα απ᾽ ό,τι θα έπρεπε. Κι ακριβώς από τη φύση του ο Έρωτας μισεί τα γεράματα κι ούτε από μακριά δεν τα ζυγώνει. Και πάντοτε, νέος κι ο ίδιος, κάνε παρέα με νέους· γιατί σωστά τα λέει το παλιό γνωμικό, «το όμοιο πάντοτε το όμοιό του ζυγώνει». Κι όσο κι αν συμφωνώ σε πολλά με τον Φαίδρο, σε τούτο δε συμφωνώ, ότι ο Έρως είναι αρχαιότερος από τον Κρόνο και τον Ιαπετό, αλλά
[195c]φημι νεώτατον αὐτὸν εἶναι θεῶν καὶ ἀεὶ νέον, τὰ δὲ παλαιὰ πράγματα περὶ θεούς, ἃ Ἡσίοδος καὶ Παρμενίδης λέγουσιν, Ἀνάγκῃ καὶ οὐκ Ἔρωτι γεγονέναι, εἰ ἐκεῖνοι ἀληθῆ ἔλεγον· οὐ γὰρ ἂν ἐκτομαὶ οὐδὲ δεσμοὶ ἀλλήλων ἐγίγνοντο καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ βίαια, εἰ Ἔρως ἐν αὐτοῖς ἦν, ἀλλὰ φιλία καὶ εἰρήνη, ὥσπερ νῦν, ἐξ οὗ Ἔρως τῶν θεῶν βασιλεύει. νέος μὲν οὖν ἐστι, πρὸς δὲ τῷ νέῳ ἁπαλός· ποιητοῦ δ᾽ ἔστινεπιμένω ότι είναι ο πιο νέος ανάμεσα στους θεούς και μένει πάντοτε νέος· κι όσο για τις παλιές ιστορίες για τον κόσμο των θεών, αυτές που αναφέρουν ο Ησίοδος και ο Παρμενίδης, είναι έργα της Ανάγκης, και όχι του Έρωτα —αν οι αναφορές τους ανταποκρίνονται στα πράγματα· γιατί, αν ο Έρως βρισκόταν ανάμεσά τους, δε θα είχαμε ευνουχισμούς και θεούς— δεσμώτες και άλλες πολλές βιαιοπραγίες ανάμεσα σε θεούς, αλλά φιλία και ειρήνη, όπως τώρα, από τον καιρό που ο Έρως βασιλεύει στους θεούς. Λοιπόν, πρώτο, είναι νέος· κι όχι μόνο νέος, αλλά και ανάλαφρος· αν κάτι λείπει,
[195d]ἐνδεὴς οἷος ἦν Ὅμηρος πρὸς τὸ ἐπιδεῖξαι θεοῦ ἁπαλότητα. Ὅμηρος γὰρ Ἄτην θεόν τέ φησιν εἶναι καὶ ἁπαλήν —τοὺς γοῦν πόδας αὐτῆς ἁπαλοὺς εἶναι— λέγων τῆς μένθ᾽ ἁπαλοὶ πόδες·για να δείξει πόσο ανάλαφρος είναι ο θεός αυτός, είναι ένας ποιητής με την αξιοσύνη του Ομήρου. Νά, ο Όμηρος λέει ότι η Άτη είναι θεά και ανάλαφρη —τα πόδια της τουλάχιστον είναι ανάλαφρα— με τους στίχους:
οὐ γὰρ ἐπ᾽ οὔδεος πίλναται, ἀλλ᾽ ἄρα ἥ γε κατ᾽ ἀνδρῶν κράατα βαίνει.κι έχει ανάλαφρα ποδάρια· τι στο χώμα δεν πατάει, μόν᾽ στα κεφάλια μας απάνω οδεύει πάντα.
καλῷ οὖν δοκεῖ μοι τεκμηρίῳ τὴν ἁπαλότητα ἀποφαίνειν, ὅτι οὐκ ἐπὶ σκληροῦ βαίνει, ἀλλ᾽ ἐπὶ μαλθακοῦ. τῷ αὐτῷΛοιπόν, μου φαίνεται ότι με πειστικό αποδεικτικό στοιχείο δηλώνει πόσο ανάλαφρη είναι: δεν πατά, βλέπεις, πάνω σε σκληρά, αλλά σε τρυφερά. Κι εμείς λοιπόν
[195e]δὴ καὶ ἡμεῖς χρησόμεθα τεκμηρίῳ περὶ Ἔρωτα ὅτι ἁπαλός. οὐ γὰρ ἐπὶ γῆς βαίνει οὐδ᾽ ἐπὶ κρανίων, ἅ ἐστιν οὐ πάνυ μαλακά, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μαλακωτάτοις τῶν ὄντων καὶ βαίνει καὶ οἰκεῖ. ἐν γὰρ ἤθεσι καὶ ψυχαῖς θεῶν καὶ ἀνθρώπων τὴν οἴκησιν ἵδρυται, καὶ οὐκ αὖ ἑξῆς ἐν πάσαις ταῖς ψυχαῖς, ἀλλ᾽ ᾗτινι ἂν σκληρὸν ἦθος ἐχούσῃ ἐντύχῃ, ἀπέρχεται, ᾗ δ᾽ ἂν μαλακόν, οἰκίζεται. ἁπτόμενον οὖν ἀεὶ καὶ ποσὶν καὶ πάντῃ ἐν μαλακωτάτοις τῶν μαλακωτάτων, ἁπαλώτατον ἀνάγκηθα προσκομίσουμε το ίδιο αποδεικτικό στοιχείο για τον Έρωτα, για το ότι είναι ανάλαφρος· γιατί δεν πατά πάνω στο χώμα ούτε πάνω σε κρανία, που δεν είναι δα και τόσο μαλακά, αλλά βαδίζει πατώντας πάνω σ᾽ ό,τι πιο τρυφερό, όπου και κατοικεί. Γιατί έστησε το κατάλυμά του σ᾽ ό,τι πιο τρυφερό, στον συναισθηματικό και ψυχικό κόσμο των θεών και των ανθρώπων, και μάλιστα όχι στην κάθε ψυχή που θα βρεθεί στο δρόμο του, αλλά, αν συναπαντηθεί με ψυχή συναισθηματικά σκληρή, σηκώνεται και φεύγει, αν όμως με τρυφερή, την κάνει κατάλυμά του. Λοιπόν, καθώς αδιάκοπα αγγίζει και με τα πόδια και μ᾽ όλο του το σώμα τα τρυφερότερα των τρυφερότερων,
[196a]εἶναι. νεώτατος μὲν δή ἐστι καὶ ἁπαλώτατος, πρὸς δὲ τούτοις ὑγρὸς τὸ εἶδος. οὐ γὰρ ἂν οἷός τ᾽ ἦν πάντῃ περιπτύσσεσθαι οὐδὲ διὰ πάσης ψυχῆς καὶ εἰσιὼν τὸ πρῶτον λανθάνειν καὶ ἐξιών, εἰ σκληρὸς ἦν. συμμέτρου δὲ καὶ ὑγρᾶς ἰδέας μέγα τεκμήριον ἡ εὐσχημοσύνη, ὃ δὴ διαφερόντως ἐκ πάντων ὁμολογουμένως Ἔρως ἔχει· ἀσχημοσύνῃ γὰρ καὶ Ἔρωτι πρὸς ἀλλήλους ἀεὶ πόλεμος. χρόας δὲ κάλλος ἡ κατ᾽ ἄνθη δίαιτα τοῦ θεοῦ σημαίνει· ἀνανθεῖ γὰρείναι ο αναλαφρότατος του κόσμου. Είπαμε, νεότατος κι αναλαφρότατος· ας προσθέσουμε σ᾽ αυτά και τη φυσική ομοιότητά του με το υγρό στοιχείο· γιατί αλλιώς πώς θα μπορούσε να εισδύει αβίαστα μέσα στο καθετί, και, αρχικά, να μπαίνει σε κάθε ψυχή κι ανεπαίσθητα να βγαίνει απ᾽ αυτήν, αν ήταν δύσκαμπτος; Και πειστικό αποδεικτικό στοιχείο ότι η μορφή του είναι αρμονική και βεργολυγερή είναι η σεμνή κομψότητά του, χάρισμα που, κατά κοινή ομολογία, το έχει σε ανώτατο βαθμό ο Έρως· γιατί αδυσώπητος πόλεμος μαίνεται ανάμεσα στην χοντροκοπιά και τον Έρωτα· και η ομορφιά του χρώματος της επιδερμίδας του έχει την εξήγησή της στο ότι ο θεός, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις, ζει μες σε λουλουδότοπους · γιατί ο Έρως
[196b]καὶ ἀπηνθηκότι καὶ σώματι καὶ ψυχῇ καὶ ἄλλῳ ὁτῳοῦν οὐκ ἐνίζει Ἔρως, οὗ δ᾽ ἂν εὐανθής τε καὶ εὐώδης τόπος ᾖ, ἐνταῦθα δὲ καὶ ἵζει καὶ μένει. Περὶ μὲν οὖν κάλλους τοῦ θεοῦ καὶ ταῦτα ἱκανὰ καὶ ἔτι πολλὰ λείπεται, περὶ δὲ ἀρετῆς Ἔρωτος μετὰ ταῦτα λεκτέον, τὸ μὲν μέγιστον ὅτι Ἔρως οὔτ᾽ ἀδικεῖ οὔτ᾽ ἀδικεῖται οὔτε ὑπὸ θεοῦ οὔτε θεόν, οὔτε ὑπ᾽ ἀνθρώπου οὔτε ἄνθρωπον. οὔτε γὰρ αὐτὸς βίᾳ πάσχει, εἴ τι πάσχει — βία γὰρ Ἔρωτος οὐχδεν πάει να καθίσει πάνω σε σώμα ή σε ψυχή ή σ᾽ ό,τι άλλο που δε βγάζει λουλούδια ή που τα λουλούδια του μαράθηκαν· μόνο όπου βρει τόπο πνιγμένο στα λουλούδια κι ευωδιασμένο, εκεί θρονιάζει και λημεριάζει. Τώρα, για το κάλλος του θεού κι αυτά είναι αρκετά (όσο κι αν μένουν κι άλλα να ειπωθούν), όμως ύστερ᾽ απ᾽ αυτά πρέπει να κάνουμε λόγο για την αρετή του Έρωτα: το σπουδαιότερο, ο Έρως ούτε αδικεί θεό ή άνθρωπο ούτε αδικείται από θεό ή άνθρωπο. Γιατί ούτε τα χτυπήματα που δέχεται —αν δέχεται— προέρχονται από βία (γιατί βία δεν αγγίζει
[196c]ἅπτεται· οὔτε ποιῶν ποιεῖ — πᾶς γὰρ ἑκὼν Ἔρωτι πᾶν ὑπηρετεῖ, ἃ δ᾽ ἂν ἑκὼν ἑκόντι ὁμολογήσῃ, φασὶν «οἱ πόλεως βασιλῆς νόμοι» δίκαια εἶναι. πρὸς δὲ τῇ δικαιοσύνῃ σωφροσύνης πλείστης μετέχει. εἶναι γὰρ ὁμολογεῖται σωφροσύνη τὸ κρατεῖν ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν, Ἔρωτος δὲ μηδεμίαν ἡδονὴν κρείττω εἶναι· εἰ δὲ ἥττους, κρατοῖντ᾽ ἂν ὑπὸ Ἔρωτος, ὁ δὲ κρατοῖ, κρατῶν δὲ ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ὁ Ἔρως διαφερόντως ἂν σωφρονοῖ. καὶ μὴν εἴς γε ἀνδρείαν Ἔρωτιτον Έρωτα)· ούτε τα χτυπήματα που δίνει, τα δίνει ασκώντας βία (γιατί ο καθένας μπαίνει εθελούσια στη δούλεψη του Έρωτα)· και τα όσα συνομολογήσουν εθελούσια εραστής και ερωμένος, «οι νόμοι, της πόλεως οι βασιλιάδες» ορίζουν ότι είναι δίκαια. Κι εκτός από τη δικαιοσύνη, έχει γενναίο μερίδιο και στη σωφροσύνη. Γιατί είναι κοινώς αποδεκτό ότι σωφροσύνη είναι η κυριαρχία στην ηδονή και τις επιθυμίες — ε λοιπόν, καμιά ηδονή δεν είναι ισχυρότερη από τον Έρωτα· και κατά συνέπεια, εφόσον είναι ασθενέστερες, θα είναι υποταγμένες στον Έρωτα κι αυτός θα τις έχει στην εξουσία του· κι εξουσιάζοντας ο Έρως τις ηδονές και τις επιθυμίες, κατέχει τη σωφροσύνη σε εξαιρετικό βαθμό. Και βέβαια, αν περάσουμε στην ανδρεία, με τον Έρωτα
[196d]«οὐδ᾽ Ἄρης ἀνθίσταται».«ούτε ο Άρης αναμετριέται».
οὐ γὰρ ἔχει Ἔρωτα Ἄρης, ἀλλ᾽ Ἔρως Ἄρη —Ἀφροδίτης, ὡς λόγος— κρείττων δὲ ὁ ἔχων τοῦ ἐχομένου· τοῦ δ᾽ ἀνδρειοτάτου τῶν ἄλλων κρατῶν πάντων ἂν ἀνδρειότατος εἴη. περὶ μὲν οὖν δικαιοσύνης καὶ σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας τοῦ θεοῦ εἴρηται, περὶ δὲ σοφίας λείπεται· ὅσον οὖν δυνατόν, πειρατέον μὴ ἐλλείπειν. καὶ πρῶτον μέν, ἵν᾽ αὖ καὶ ἐγὼ τὴν ἡμετέραν τέχνην τιμήσω ὥσπερΓιατί δεν είναι αιχμάλωτος του Άρη ο Έρως, αλλά ο Άρης του Έρωτα —του έρωτα της Αφροδίτης, κατά την παράδοση— και βέβαια αυτός που αιχμαλωτίζει είναι ισχυρότερος από τον αιχμάλωτο· και νικητής του πιο αντρειωμένου απ᾽ όλους τους άλλους θα ᾽ναι ο πιο αντρειωμένος του κόσμου. Μιλήσαμε τώρα για τη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη και την ανδρεία του θεού μας, μένει να μιλήσουμε για τη σοφία του· λοιπόν, στο βαθμό που μπορούμε, ας δοκιμάσουμε να μη δώσουμε λειψή εικόνα. Και πρώτα πρώτα, για να τιμήσω κι εγώ με τη σειρά μου την τέχνη μας, όπως έκανε
[196e]Ἐρυξίμαχος τὴν αὑτοῦ, ποιητὴς ὁ θεὸς σοφὸς οὕτως ὥστε καὶ ἄλλον ποιῆσαι· πᾶς γοῦν ποιητὴς γίγνεται, «κἂν ἄμουσος ᾖ τὸ πρίν,» οὗ ἂν Ἔρως ἅψηται. ᾧ δὴ πρέπει ἡμᾶς μαρτυρίῳ χρῆσθαι, ὅτι ποιητὴς ὁ Ἔρως ἀγαθὸς ἐν κεφαλαίῳ πᾶσαν ποίησιν τὴν κατὰ μουσικήν· ἃ γάρ τις ἢ μὴ ἔχει ἢ μὴ οἶδεν, οὔτ᾽ ἂν ἑτέρῳ δοίη οὔτ᾽ ἂν ἄλλον διδάξειεν. καὶο Ερυξίμαχος για τη δική του, ποιητής σοφός είναι ο θεός μας, τόσο, που να κάνει ποιητές και άλλους· γιατί ο κάθε άνθρωπος γίνεται ποιητής, έστω κι αν «άσχετος ήτανε ως χτες με τις Μούσες», φτάνει να τον αγγίξει ο Έρως. Τούτο εμείς μπορούμε να το προβάλλουμε ως αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο Έρως γενικά είναι άξιος δημιουργός κάθε δημιουργίας που ανήκει στη δικαιοδοσία των Μουσών· γιατί τα όσα κάποιος ή δεν τα έχει ή δεν τα ξέρει, δε θα ήταν δυνατό να τα προσφέρει ή να τα διδάξει σε άλλον. Και πέρ᾽ απ᾽ αυτά,
[197a]μὲν δὴ τήν γε τῶν ζῴων ποίησιν πάντων τίς ἐναντιώσεται μὴ οὐχὶ Ἔρωτος εἶναι σοφίαν, ᾗ γίγνεταί τε καὶ φύεται πάντα τὰ ζῷα; ἀλλὰ τὴν τῶν τεχνῶν δημιουργίαν οὐκ ἴσμεν, ὅτι οὗ μὲν ἂν ὁ θεὸς οὗτος διδάσκαλος γένηται, ἐλλόγιμος καὶ φανὸς ἀπέβη, οὗ δ᾽ ἂν Ἔρως μὴ ἐφάψηται, σκοτεινός; τοξικήν γε μὴν καὶ ἰατρικὴν καὶ μαντικὴν Ἀπόλλων ἀνηῦρεν ἐπιθυμίας καὶ ἔρωτος ἡγεμονεύσαντος,η δημιουργία ολόκληρου του ζωικού βασιλείου ποιός θα φέρει αντίρρηση ότι είναι έργο της σοφίας του Έρωτα, χάρη στην οποία γεννιούνται και μεγαλώνουν όλα τα ζώα; Μήπως όμως αγνοούμε ότι, στον τομέα της εξάσκησης επαγγέλματος, αυτός που διδάχτηκε την τέχνη από τον θεό, αναδεικνύεται σπουδαίος και ολόλαμπρος, όποιον όμως δεν αγγίζει ο Έρως, μένει στο σκοτάδι; Και βέβαια την τέχνη της τοξοβολίας και την ιατρική και τη μαντική την εφεύρε ο Απόλλων με οδηγό του τον πόθο και τον Έρωτα,
[197b]ὥστε καὶ οὗτος Ἔρωτος ἂν εἴη μαθητής, καὶ Μοῦσαι μουσικῆς καὶ Ἥφαιστος χαλκείας καὶ Ἀθηνᾶ ἱστουργίας καὶ Ζεὺς κυβερνᾶν θεῶν τε καὶ ἀνθρώπων. ὅθεν δὴ καὶ κατεσκευάσθη τῶν θεῶν τὰ πράγματα Ἔρωτος ἐγγενομένου, δῆλον ὅτι κάλλους —αἴσχει γὰρ οὐκ ἔπι ἔρως— πρὸ τοῦ δέ, ὥσπερ ἐν ἀρχῇ εἶπον, πολλὰ καὶ δεινὰ θεοῖς ἐγίγνετο, ὡς λέγεται, διὰ τὴν τῆς Ἀνάγκης βασιλείαν· ἐπειδὴ δ᾽ ὁ θεὸς οὗτος ἔφυ, ἐκ τοῦ ἐρᾶν τῶν καλῶν πάντ᾽ ἀγαθὰ γέγονεν καὶ θεοῖς καὶ ἀνθρώποις.ώστε κι αυτόν θα μπορούσαμε να τον λογαριάσουμε μαθητή του Έρωτα, όπως και τις Μούσες στη μουσική και τον Ήφαιστο στη μεταλλουργία και την Αθηνά στην υφαντική και τον Δία «των θεών και των ανθρώπων πηδαλιούχο». Κι έτσι μπήκε τάξη στον κόσμο των θεών με την εμφάνιση του Έρωτα ανάμεσά τους, φυσικά του Έρωτα για το ωραίο —γιατί ο έρωτας δε σηκώνει την ασκήμια— ενώ στο παρελθόν, όπως είπα στην αρχή, συνέβαιναν πολλά και φριχτά στον κόσμο των θεών, όπως λέει η παράδοση, αφού βασίλευε η Ανάγκη· απ᾽ τη στιγμή όμως που γεννήθηκε αυτός ο θεός, θεοί και άνθρωποι, με το να νιώθουν έρωτα για τα ωραία, απολαμβάνουν κάθε αγαθό.
[197c]Οὕτως ἐμοὶ δοκεῖ, ὦ Φαῖδρε, Ἔρως πρῶτος αὐτὸς ὢν κάλλιστος καὶ ἄριστος μετὰ τοῦτο τοῖς ἄλλοις ἄλλων τοιούτων αἴτιος εἶναι. ἐπέρχεται δέ μοί τι καὶ ἔμμετρον εἰπεῖν, ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ποιῶν εἰρήνην μὲν ἐν ἀνθρώποις, πελάγει δὲ γαλήνην νηνεμίαν, ἀνέμων κοίτην ὕπνον τ᾽ ἐνὶ κήδει.Έτσι νομίζω, Φαίδρε, ότι ο Έρως, καθώς πρώτος αυτός είναι ο πιο ωραίος και ο κάτοχος της αρετής στον ανώτατο βαθμό, έγινε κατόπιν αίτιος να προικιστούν και άλλοι με παρόμοια προτερήματα. Και νά, εμπνέομαι ν᾽ απαγγείλω αυτοσχέδιους στίχους, ότι αυτός είναι που φέρνει Στον κόσμο μας ειρήνη· απανεμιά στα πέλαγα, γαλήνη· ανέμων καταλάγιασμα, ύπνο στον πονεμένο.
[197d]Οὗτος δὲ ἡμᾶς ἀλλοτριότητος μὲν κενοῖ, οἰκειότητος δὲ πληροῖ, τὰς τοιάσδε συνόδους μετ᾽ ἀλλήλων πάσας τιθεὶς συνιέναι, ἐν ἑορταῖς, ἐν χοροῖς, ἐν θυσίαισι γιγνόμενος ἡγεμών· πρᾳότητα μὲν πορίζων, ἀγριότητα δ᾽ ἐξορίζων· φιλόδωρος εὐμενείας, ἄδωρος δυσμενείας· ἵλεως ἀγαθός· θεατὸς σοφοῖς, ἀγαστὸς θεοῖς· ζηλωτὸς ἀμοίροις, κτητὸς εὐμοίροις· τρυφῆς, ἁβρότητος, χλιδῆς, χαρίτων, ἱμέρου, πόθου πατήρ· ἐπιμελὴς ἀγαθῶν, ἀμελὴς κακῶν· ἐν πόνῳ, ἐν φόβῳ, ἐν πόθῳ, ἐνΑυτός αφανίζει απ᾽ ανάμεσά μας τις έχθρες, μας κάνει πλούσιους σε φιλίες, οργανώνοντας όλα τα συναπαντήματά μας, όπως καληώρα, θες σε γιορτές, θες σε χορούς, θες σε θυσίες, πρωτοστάτης· το γλυκό τρόπο χαρίζει, την αγριάδα εξορίζει· γενναιόδωρος στην εύνοια, μ᾽ άδεια χέρια για τη δυσμένεια· σπλαχνικός, με αγαθότητα· των σοφών θέαμα, των θεών θαύμασμα· όσοι τον στερήθηκαν, τον λαχταρούν· όσοι τον χαίρονται, θέλουν να τον κρατούν· της καλοπέρασης, της αναψυχής, της χλιδής, της χαράς, του ίμερου, του πόθου πατέρας· όλος έγνοια για τα καλά, ανέμελος για τα κακά· στο μόχθο σου, στο φόβο σου, στον πόθο σου, στο λόγο σου
[197e]λόγῳ κυβερνήτης, ἐπιβάτης, παραστάτης τε καὶ σωτὴρ ἄριστος, συμπάντων τε θεῶν καὶ ἀνθρώπων κόσμος, ἡγεμὼν κάλλιστος καὶ ἄριστος, ᾧ χρὴ ἕπεσθαι πάντα ἄνδρα ἐφυμνοῦντα καλῶς, ᾠδῆς μετέχοντα ἣν ᾄδει θέλγων πάντων θεῶν τε καὶ ἀνθρώπων νόημα. Οὗτος, ἔφη, ὁ παρ᾽ ἐμοῦ λόγος, ὦ Φαῖδρε, τῷ θεῷ ἀνακείσθω, τὰ μὲν παιδιᾶς, τὰ δὲ σπουδῆς μετρίας, καθ᾽ ὅσον ἐγὼ δύναμαι, μετέχων.ασύγκριτος τιμονιέρης, συμπολεμιστής σου πάνω στο καράβι και μαχητής στο πλευρό σου και σωτήρας, κόσμημα όλων, θεών και ανθρώπων, κορυφαίος του χορού πανέμορφος και πρώτο παλικάρι, που χρέος μας ο καθένας μας να τον ακολουθεί δοξολογώντας τον μελωδικά, συνοδεύοντάς τον στο άσμα που ψάλλει σαγηνεύοντας τη σκέψη όλων των θεών και των ανθρώπων. Φαίδρε, νά, ετούτη ήταν η ομιλία μου· ας τη δεχτεί, ανάθημα, ο θεός, που, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, είναι και το ένα και το άλλο: και παιχνίδισμα και μετρημένη σοβαρότητα».

ΙΙ. Κύριο μέρος – Μετάβαση από την 1η στη 2η ενότητα: ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΟΦΙΣΤΙΚΟ ΣΤΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΝ

[198a]Εἰπόντος δὲ τοῦ Ἀγάθωνος πάντας ἔφη ὁ Ἀριστόδημος ἀναθορυβῆσαι τοὺς παρόντας, ὡς πρεπόντως τοῦ νεανίσκου εἰρηκότος καὶ αὑτῷ καὶ τῷ θεῷ.ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Η ομιλία του Αγάθωνα, μου διηγήθηκε ο Αριστόδημος, ξεσήκωσε τις ζωηρές επιδοκιμασίες όλης της ομήγυρης, μια και η αγόρευση του νεαρού αποδείχτηκε αντάξια της φήμης του, και του θεού.
τὸν οὖν Σωκράτη εἰπεῖν βλέψαντα εἰς τὸν Ἐρυξίμαχον, Ἆρά σοι δοκῶ, φάναι, ὦ παῖ Ἀκουμενοῦ, ἀδεὲς πάλαι δέος δεδιέναι, ἀλλ᾽ οὐ μαντικῶς ἃ νυνδὴ ἔλεγον εἰπεῖν, ὅτι Ἀγάθων θαυμαστῶς ἐροῖ, ἐγὼ δ᾽ ἀπορήσοιμι;Λοιπόν ο Σωκράτης έριξε το βλέμμα του στον Ερυξίμαχο και είπε: «Τώρα, γιε του Ακουμενού, του φώναξε, εξακολουθείς να πιστεύεις ότι ο φόβος που με κυρίεψε εδώ και ώρα ήταν αδικαιολόγητος; δε σου φαίνεται, αντίθετα, ότι τα όσα είπα τώρα δα ήταν λόγια μάντη, ότι η ομιλία του Αγάθωνα θα ήταν θαυμάσια, κι εγώ δε θα ᾽χω τί να πω;».
Τὸ μὲν ἕτερον, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον, μαντικῶς μοι δοκεῖς εἰρηκέναι, ὅτι Ἀγάθων εὖ ἐρεῖ· τὸ δὲ σὲ ἀπορήσειν, οὐκ οἶμαι.«Για το πρώτο, αποκρίθηκε ο Ερυξίμαχος, δηλαδή ότι ο Αγάθων θα μιλήσει ωραία, παραδέχομαι ότι ναι, μίλησες σαν μάντης· όμως το άλλο, ότι δε θα ᾽χεις τί να πεις, δεν το πολυπιστεύω».
[198b]Καὶ πῶς, ὦ μακάριε, εἰπεῖν τὸν Σωκράτη, οὐ μέλλω ἀπορεῖν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλος ὁστισοῦν, μέλλων λέξειν μετὰ καλὸν οὕτω καὶ παντοδαπὸν λόγον ῥηθέντα; καὶ τὰ μὲν ἄλλα οὐχ ὁμοίως μὲν θαυμαστά· τὸ δὲ ἐπὶ τελευτῆς τοῦ κάλλους τῶν ὀνομάτων καὶ ῥημάτων τίς οὐκ ἂν ἐξεπλάγη ἀκούων; ἐπεὶ ἔγωγε ἐνθυμούμενος ὅτι αὐτὸς οὐχ οἷός τ᾽ ἔσομαι οὐδ᾽ ἐγγὺς τούτων οὐδὲν καλὸν εἰπεῖν, ὑπ᾽ αἰσχύνης ὀλίγου«Και πώς, ευλογημένε άνθρωπε, είπε ο Σωκράτης, κι εγώ και οποιοσδήποτε άλλος, θα βρω κάτι να πω, υποχρεωμένος να μιλήσω, ύστερ᾽ από την τόσο ωραία και τόσο πλούσια ομιλία που ακούσαμε; Βέβαια, σ᾽ όλη της την έκταση δεν προκαλούσε τον ίδιο θαυμασμό· όμως, στην τελευταία παράγραφο, τί ανείπωτη ομορφιά των λέξεων και των φράσεων, ποιόν ακροατή δεν άφησε άναυδο! Νά εγώ, με τη σκέψη ότι ο ίδιος δε θα μπορούσα ούτε κατά προσέγγιση να μιλήσω τόσο όμορφα, λίγο έλειψε
[198c]ἀποδρὰς ᾠχόμην, εἴ πῃ εἶχον. καὶ γάρ με Γοργίου ὁ λόγος ἀνεμίμνῃσκεν, ὥστε ἀτεχνῶς τὸ τοῦ Ὁμήρου ἐπεπόνθη· ἐφοβούμην μή μοι τελευτῶν ὁ Ἀγάθων Γοργίου κεφαλὴν δεινοῦ λέγειν ἐν τῷ λόγῳ ἐπὶ τὸν ἐμὸν λόγον πέμψας αὐτόν με λίθον τῇ ἀφωνίᾳ ποιήσειεν.να το βάλω στα πόδια και να γίνω καπνός απ᾽ τη ντροπή μου, αν έβρισκα κάποιο τρόπο. Γιατί η ομιλία του μου θύμιζε τον Γοργία, κι ούτε λίγο ούτε πολύ αυτό που λέει ο Όμηρος: έτρεμα μήπως με το τέλος του λόγου του ο Αγάθων εκσφενδονίσει την κεφαλή του δεινού αγορητή Γοργία καταπάνω στην αγόρευσή μου και με πετρώσει — να μην μπορώ λέξη να βγάλω απ᾽ το στόμα μου.
καὶ ἐνενόησα τότε ἄρα καταγέλαστος ὤν, ἡνίκα ὑμῖν ὡμολόγουν ἐν τῷ μέρει μεθ᾽Και ήρθα και συλλογίστηκα τότε ότι σίγουρα ήμουν καταγέλαστος, όταν συγκατατέθηκα κι εγώ να καταθέσω την εισφορά μου,
[198d]ὑμῶν ἐγκωμιάσεσθαι τὸν Ἔρωτα καὶ ἔφην εἶναι δεινὸς τὰ ἐρωτικά, οὐδὲν εἰδὼς ἄρα τοῦ πράγματος, ὡς ἔδει ἐγκωμιάζειν ὁτιοῦν. ἐγὼ μὲν γὰρ ὑπ᾽ ἀβελτερίας ᾤμην δεῖν τἀληθῆ λέγειν περὶ ἑκάστου τοῦ ἐγκωμιαζομένου, καὶ τοῦτο μὲν ὑπάρχειν, ἐξ αὐτῶν δὲ τούτων τὰ κάλλιστα ἐκλεγομένους ὡς εὐπρεπέστατα τιθέναι· καὶ πάνυ δὴ μέγα ἐφρόνουν ὡς εὖ ἐρῶν, ὡς εἰδὼς τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἐπαινεῖν ὁτιοῦν. τὸ δὲ ἄρα, ὡς ἔοικεν, οὐ τοῦτο ἦν τὸ καλῶς ἐπαινεῖν ὁτιοῦν, ἀλλὰ τὸ ὡςόπως κι εσείς, στο εγκώμιο του Έρωτα, κι είπα ότι είμαι αυθεντία στο θέμα του Έρωτα, την ώρα που είχα απόλυτη άγνοια για το πράγμα, ποιές ήταν οι προδιαγραφές, για να εγκωμιάσει κανείς οτιδήποτε. Γιατί εγώ, με το μικρό μου μυαλό, πίστευα ότι οφείλουμε να λέμε την αλήθεια για καθετί που εγκωμιάζουμε, κι αυτό οπωσδήποτε να το εξασφαλίζουμε· κι από όσα ανταποκρίνονται στην αλήθεια, να διαλέγουμε τα πιο ωραία και να κάνουμε την πιο ευπρόσωπη παρουσίασή τους· και τέλος πάντων είχα μεγάλη αυτοπεποίθηση ότι θα κάνω μια ωραία ομιλία, αφού ήξερα την ορθή μέθοδο για να εγκωμιάζω οτιδήποτε· στην πραγματικότητα όμως, απ᾽ ό,τι φαίνεται, αυτές δεν ήταν οι ορθές προδιαγραφές για να εγκωμιάζουμε οτιδήποτε, αλλά το να σωρεύεις
[198e]μέγιστα ἀνατιθέναι τῷ πράγματι καὶ ὡς κάλλιστα, ἐάν τε ᾖ οὕτως ἔχοντα ἐάν τε μή· εἰ δὲ ψευδῆ, οὐδὲν ἄρ᾽ ἦν πρᾶγμα. προυρρήθη γάρ, ὡς ἔοικεν, ὅπως ἕκαστος ἡμῶν τὸν Ἔρωτα ἐγκωμιάζειν δόξει, οὐχ ὅπως ἐγκωμιάσεται. διὰ ταῦτα δὴ οἶμαι πάντα λόγον κινοῦντες ἀνατίθετε τῷ Ἔρωτι, καί φατε αὐτὸν τοιοῦτόν τε εἶναι καὶ τοσούτων αἴτιον, ὅπως ἂνγια το αντικείμενο του εγκωμίου τα μεγαλύτερα και ωραιότερα προτερήματα, είτε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα είτε όχι· και ψέματα να είναι, δεν τρέχει τίποτε· γιατί, όπως φαίνεται, ο όρος που είχε συμφωνηθεί από την αρχή ήταν, ο καθένας μας να δώσει την εντύπωση ότι εγκωμιάζει τον Έρωτα κι όχι να του πλέξει πραγματικό εγκώμιο. Αυτός είναι ο λόγος, υποθέτω, που και τί δεν κάνατε για να σωρεύσετε προτερήματα στον Έρωτα, και ισχυρίζεστε ότι είναι όπως τον εμφανίζετε, και πρόξενος τόσων και τόσων αγαθών, για να
[199a]φαίνηται ὡς κάλλιστος καὶ ἄριστος, δῆλον ὅτι τοῖς μὴ γιγνώσκουσιν —οὐ γὰρ δήπου τοῖς γε εἰδόσιν— καὶ καλῶς γ᾽ ἔχει καὶ σεμνῶς ὁ ἔπαινος. ἀλλὰ γὰρ ἐγὼ οὐκ ᾔδη ἄρα τὸν τρόπον τοῦ ἐπαίνου, οὐ δ᾽ εἰδὼς ὑμῖν ὡμολόγησα καὶ αὐτὸς ἐν τῷ μέρει ἐπαινέσεσθαι. ἡ γλῶσσα οὖν ὑπέσχετο, ἡ δὲ φρὴν οὔ· χαιρέτω δή. οὐ γὰρ ἔτι ἐγκωμιάζω τοῦτον τὸν τρόπον —οὐ γὰρ ἂν δυναίμην— οὐ μέντοι ἀλλὰ τά γε ἀληθῆ,φανεί όσο γίνεται πιο ωραίος και ανώτερος (ολοφάνερα σ᾽ όσους δεν τον ξέρουν κι όχι βέβαια σ᾽ όσους τον ξέρουν), και ιδού το εγκώμιό σας, όμορφο και επιβλητικό. Αλλά εγώ, σας βεβαιώνω, αγνοούσα ότι αυτός ήταν ο τρόπος του εγκωμιασμού, και αγνοώντας τον συγκατατέθηκα να του κάνω κι εγώ με τη σειρά μου το εγκώμιο. Λοιπόν, η γλώσσα το υποσχέθηκε, μα ο νους το απαρνιέται, ας πάει στο καλό λοιπόν. Γιατί αρνούμαι να κάνω εγκώμιο μ᾽ αυτό τον τρόπο —αφού θα μου ήταν αδύνατο· ξεχάστε το! αλλά,
[199b]εἰ βούλεσθε, ἐθέλω εἰπεῖν κατ᾽ ἐμαυτόν, οὐ πρὸς τοὺς ὑμετέρους λόγους, ἵνα μὴ γέλωτα ὄφλω. ὅρα οὖν, ὦ Φαῖδρε, εἴ τι καὶ τοιούτου λόγου δέῃ, περὶ Ἔρωτος τἀληθῆ λεγόμενα ἀκούειν, ὀνομάσει δὲ καὶ θέσει ῥημάτων τοιαύτῃ ὁποία δἄν τις τύχῃ ἐπελθοῦσα.αν δέχεστε, θέλω να πω την αλήθεια, ακολουθώντας τον δικό μου δρόμο, διαφορετικό απ᾽ αυτόν που ακολούθησαν οι ομιλίες σας, για να μην εκτεθώ σε γελοιοποίηση. Λοιπόν, Φαίδρε, σκέψου αν έχει τη θέση της και μια τέτοια ομιλία, ν᾽ ακουστεί η αλήθεια για τον Έρωτα — κι όσο για το λεξιλόγιο και τους εκφραστικούς τρόπους, όπως θα τα φέρει η ροή του λόγου».
Τὸν οὖν Φαῖδρον ἔφη καὶ τοὺς ἄλλους κελεύειν λέγειν, ὅπῃ αὐτὸς οἴοιτο δεῖν εἰπεῖν, ταύτῃ.Λοιπόν, συνέχισε ο Αριστόδημος, ο Φαίδρος και οι άλλοι τον παρακινούσαν να πάρει το λόγο και να μιλήσει με όποιον τρόπο ο ίδιος έκρινε σωστό.
Ἔτι τοίνυν, φάναι, ὦ Φαῖδρε, πάρες μοι Ἀγάθωνα σμίκρ᾽ ἄττα ἐρέσθαι, ἵνα ἀνομολογησάμενος παρ᾽ αὐτοῦ οὕτως ἤδη λέγω.«Και κάτι ακόμα, Φαίδρε, είπε ο Σωκράτης· παράδωσέ μου για λίγη ώρα τον Αγάθωνα, να τον ρωτήσω κάτι ψιλοπράγματα, ώστε, έχοντας αποσπάσει τη συμφωνία του, ν᾽ αρχίσω πια την ομιλία μου».
[199c]Ἀλλὰ παρίημι, φάναι τὸν Φαῖδρον, ἀλλ᾽ ἐρώτα.«Εντάξει, τον έχεις από μένα, είπε ο Φαίδρος· εμπρός, κάνε την ερώτηση σου».
μετὰ ταῦτα δὴ τὸν Σωκράτη ἔφη ἐνθένδε ποθὲν ἄρξασθαι.Κι ύστερα ο Σωκράτης άρχισε απ᾽ αυτό περίπου το σημείο: «Λοιπόν, αγαπητέ μου Αγάθων, έμεινα με την εντύπωση ότι ωραίο ήταν το προοίμιο της ομιλίας σου, που έλεγες ότι πρέπει αρχικά να παρουσιάσεις τον ίδιο, ποιά είναι η φύση του Έρωτα, και κατόπι τα έργα του. Αυτό το προοίμιο το θαυμάζω ανεπιφύλακτα. Έλα λοιπόν, για το θέμα του Έρωτα, αφού ανέπτυξες όμορφα κι εντυπωσιακά τις άλλες πλευρές της φύσης του, πες μου
[199d]Καὶ μήν, ὦ φίλε Ἀγάθων, καλῶς μοι ἔδοξας καθηγήσασθαι τοῦ λόγου, λέγων ὅτι πρῶτον μὲν δέοι αὐτὸν ἐπιδεῖξαι ὁποῖός τίς ἐστιν ὁ Ἔρως, ὕστερον δὲ τὰ ἔργα αὐτοῦ. ταύτην τὴν ἀρχὴν πάνυ ἄγαμαι. ἴθι οὖν μοι περὶ Ἔρωτος, ἐπειδὴ καὶ τἆλλα καλῶς καὶ μεγαλοπρεπῶς διῆλθες οἷός ἐστι, καὶ [199d] τόδε εἰπέ· πότερόν ἐστι τοιοῦτος οἷος εἶναί τινος ὁ Ἔρως ἔρως, ἢ οὐδενός; ἐρωτῶ δ᾽ οὐκ εἰ μητρός τινος ἢ πατρός ἐστιν —γελοῖον γὰρ ἂν εἴη τὸ ἐρώτημα εἰ Ἔρως ἐστὶν ἔρως μητρὸς ἢ πατρός— ἀλλ᾽ ὥσπερ ἂν εἰ αὐτὸ τοῦτο πατέρα ἠρώτων, ἆρα ὁ πατήρ ἐστι πατήρ τινος ἢ οὔ; εἶπες ἂν δήπου μοι, εἰ ἐβούλου καλῶς ἀποκρίνασθαι, ὅτι ἔστιν ὑέος γε ἢ θυγατρὸς ὁ πατὴρ πατήρ· ἢ οὔ;και τούτο: τί συμβαίνει, ο Έρωτας, από τη φύση του, είναι έρωτας κάποιου ή κανενός; και δε σε ρωτώ αν είναι έρωτας κάποιας μητέρας ή κάποιου πατέρα — γιατί τότε θα ήταν γελοίο το ερώτημα, αν ο Έρως είναι ερωτικό συναίσθημα για μητέρα ή πατέρα — αλλά νά, πες πως είχα θέσει το ίδιο ερώτημα για τη λέξη “πατέρας”: ο πατέρας είναι πατέρας κάποιου ή όχι; θα μου απαντήσεις, φαντάζομαι, αν είχες τη διάθεση να δώσεις ορθή απάντηση, ότι ο πατέρας είναι πατέρας ενός γιου ή μιας θυγατέρας — ή όχι;».
Πάνυ γε, φάναι τὸν Ἀγάθωνα.«Σίγουρα ναι», παραδέχτηκε ο Αγάθων.
Οὐκοῦν καὶ ἡ μήτηρ ὡσαύτως;«Δε θα λέγαμε το ίδιο πράγμα και για τη μητέρα;».
Ὁμολογεῖσθαι καὶ τοῦτο.Το παραδέχτηκε κι αυτό.
[199e]Ἔτι τοίνυν, εἰπεῖν τὸν Σωκράτη, ἀπόκριναι ὀλίγῳ πλείω, ἵνα μᾶλλον καταμάθῃς ὃ βούλομαι. εἰ γὰρ ἐροίμην, «Τί δέ; ἀδελφός, αὐτὸ τοῦθ᾽ ὅπερ ἔστιν, ἔστι τινὸς ἀδελφὸς ἢ οὔ;»«Πάμε παρακάτω, είπε ο Σωκράτης· απάντησέ μου σε μερικές πρόσθετες ερωτήσεις, για να κατανοήσεις καλύτερα πού το πάω. Δηλαδή, αν σε ρωτούσα: «Τί λοιπόν; ο αδερφός, με ό,τι εννοεί η λέξη, είναι αδερφός κάποιου ή όχι;».
Φάναι εἶναι.Παραδέχτηκε, «Είναι».
Οὐκοῦν ἀδελφοῦ ἢ ἀδελφῆς;«Βέβαια, είναι αδερφός ενός αδερφού ή μιας αδερφής».
Ὁμολογεῖν.Το παραδέχτηκε.
Πειρῶ δή, φάναι, καὶ τὸν ἔρωτα εἰπεῖν. ὁ Ἔρως ἔρως ἐστὶν οὐδενὸς ἢ τινός;«Δοκίμασε λοιπόν, είπε, ν᾽ απαντήσεις και για τον Έρωτα: ο Έρως είναι έρωτας κανενός ή κάποιου;».
Πάνυ μὲν οὖν ἔστιν.«Αναμφίβολα λοιπόν είναι κάποιου».
[200a]Τοῦτο μὲν τοίνυν, εἰπεῖν τὸν Σωκράτη, φύλαξον παρὰ σαυτῷ μεμνημένος ὅτου· τοσόνδε δὲ εἰπέ, πότερον ὁ Ἔρως ἐκείνου οὗ ἔστιν ἔρως, ἐπιθυμεῖ αὐτοῦ ἢ οὔ;«Ετούτο το “κάποιου”, είπε ο Σωκράτης, κράτησέ το στο νου σου και να το θυμάσαι· για την ώρα απάντησέ μου μόνο σε τούτο: τί συμβαίνει, ο Έρως εκείνο, για το οποίο νιώθει έρωτα, το ποθεί ή όχι;»
Πάνυ γε, φάναι.«Σίγουρα το ποθεί», αποκρίθηκε.
Πότερον ἔχων αὐτὸ οὗ ἐπιθυμεῖ τε καὶ ἐρᾷ, εἶτα ἐπιθυμεῖ τε καὶ ἐρᾷ, ἢ οὐκ ἔχων;«Σε ποιά περίπτωση; κατέχοντας αυτό που ποθεί και νιώθει έρωτα γι᾽ αυτό, το ποθεί κι έχει έρωτα γι᾽ αυτό, ή μη κατέχοντάς το;».
Οὐκ ἔχων, ὡς τὸ εἰκός γε, φάναι.«Μη κατέχοντάς το, πιθανότατα», αποκρίθηκε.
Σκόπει δή, εἰπεῖν τὸν Σωκράτη, ἀντὶ τοῦ εἰκότος εἰ ἀνάγκη οὕτως, τὸ ἐπιθυμοῦν ἐπιθυμεῖν οὗ ἐνδεές ἐστιν, ἢ μὴ«Πρόσεξε λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, κι αντί “πιθανότατα” μήπως “οπωσδήποτε” έτσι έχουν τα πράγματα: το πρόσωπο που ποθεί, ποθεί ό,τι του λείπει — ή,
[200b]ἐπιθυμεῖν, ἐὰν μὴ ἐνδεὲς ᾖ; ἐμοὶ μὲν γὰρ θαυμαστῶς δοκεῖ, ὦ Ἀγάθων, ὡς ἀνάγκη εἶναι· σοὶ δὲ πῶς;αν δεν του λείπει κάτι, δεν το ποθεί· γιατί εγώ είμαι απόλυτα πεπεισμένος, Αγάθων, ότι οπωσδήποτε έτσι έχουν τα πράματα· εσύ, πώς το βλέπεις;».
Κἀμοί, φάναι, δοκεῖ.«Κι εγώ, αποκρίθηκε, αυτή τη γνώμη έχω».
Καλῶς λέγεις. ἆρ᾽ οὖν βούλοιτ᾽ ἄν τις μέγας ὢν μέγας εἶναι, ἢ ἰσχυρὸς ὢν ἰσχυρός;«Πολύ καλά. Λοιπόν, θα επιθυμούσε κανείς, όντας μεγαλόσωμος, να είναι μεγαλόσωμος, ή, όντας ρωμαλέος, να είναι ρωμαλέος;».
Ἀδύνατον ἐκ τῶν ὡμολογημένων.«Ύστερ᾽ απ᾽ όσα αποδεχτήκαμε, αδύνατο».
Οὐ γάρ που ἐνδεὴς ἂν εἴη τούτων ὅ γε ὤν.«Αφού βέβαια αυτός που τα κατέχει αυτά δε θα ᾽νιωθε ότι του λείπουν».
Ἀληθῆ λέγεις.«Την αλήθεια λες».
Εἰ γὰρ καὶ ἰσχυρὸς ὢν βούλοιτο ἰσχυρὸς εἶναι, φάναι τὸν Σωκράτη, καὶ ταχὺς ὢν ταχύς, καὶ ὑγιὴς ὢν ὑγιής —ἴσως γὰρ ἄν τις ταῦτα οἰηθείη καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα τοὺς ὄντας«Γιατί, αν ένας, όντας ρωμαλέος, επιθυμούσε να είναι ρωμαλέος, είπε ο Σωκράτης, και, όντας ταχύς, ταχύς και, όντας υγιής, υγιής (γιατί τα λέω όλ᾽ αυτά; γιατί ίσως κάποιοι θα πίστευαν ότι, σ᾽ ό,τι αφορά στα παραπάνω και σ᾽ άλλα παρόμοια, άνθρωποι
[200c]τε τοιούτους καὶ ἔχοντας ταῦτα τούτων ἅπερ ἔχουσι καὶ ἐπιθυμεῖν, ἵν᾽ οὖν μὴ ἐξαπατηθῶμεν, τούτου ἕνεκα λέγω— τούτοις γάρ, ὦ Ἀγάθων, εἰ ἐννοεῖς, ἔχειν μὲν ἕκαστα τούτων ἐν τῷ παρόντι ἀνάγκη ἃ ἔχουσιν, ἐάντε βούλωνται ἐάντε μή, καὶ τούτου γε δήπου τίς ἂν ἐπιθυμήσειεν; ἀλλ᾽ ὅταν τις λέγῃ ὅτι ἐγὼ ὑγιαίνων βούλομαι καὶ ὑγιαίνειν, καὶ πλουτῶν βούλομαι καὶ πλουτεῖν, καὶ ἐπιθυμῶ αὐτῶν τούτων ἃ ἔχω, εἴποιμεν ἂν αὐτῷ ὅτι σύ, ὦ ἄνθρωπε,που είναι τέτοιοι και τα έχουν αυτά, όμως δεν παύουν ταυτόχρονα να τα ποθούν· τα λέω, λοιπόν, για να μην καταλήξουμε σε εσφαλμένα συμπεράσματα), αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι, Αγάθων, αν με παρακολουθείς, σε κάθε περίπτωση κατέχουν οπωσδήποτε αυτή τη στιγμή το καθένα από τα παραπάνω, που, είτε το θέλουν ή όχι, είναι κτήμα τους· λοιπόν, σ᾽ αυτή την περίπτωση, ποιός απ᾽ αυτούς θα τα ποθούσε; Όταν όμως κάποιος λέει ότι: “Εγώ, όντας υγιής, θέλω και να είμαι υγιής και, όντας πλούσιος, θέλω και να είμαι πλούσιος και ποθώ τα ίδια πράγματα, που κιόλας τα έχω”, θα του λέγαμε: “Εσύ, άνθρωπέ μου,
[200d]πλοῦτον κεκτημένος καὶ ὑγίειαν καὶ ἰσχὺν βούλει καὶ εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον ταῦτα κεκτῆσθαι, ἐπεὶ ἐν τῷ γε νῦν παρόντι, εἴτε βούλει εἴτε μή, ἔχεις· σκόπει οὖν, ὅταν τοῦτο λέγῃς, ὅτι ἐπιθυμῶ τῶν παρόντων, εἰ ἄλλο τι λέγεις ἢ τόδε, ὅτι βούλομαι τὰ νῦν παρόντα καὶ εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον παρεῖναι. ἄλλο τι ὁμολογοῖ ἄν;διαθέτοντας και πλούτη και υγεία και ρώμη, θέλεις να τα έχεις κτήμα σου αυτά και στο μέλλον· γιατί, όσο για το παρόν, είτε θέλεις είτε όχι, τα έχεις· σκέψου λοιπόν, όταν λες αυτά, ότι “ποθώ αυτά που έχω τώρα”, μήπως δεν εννοείς κάτι άλλο παρά το εξής, ότι “θέλω αυτά που τώρα είναι δικά μου να είναι δικά μου και στο μέλλον”. Μπορούσε να παραδεχτεί κάτι άλλο;».
Συμφάναι ἔφη τὸν Ἀγάθωνα.«Συμφωνώ» είπε ο Αγάθων.
Εἰπεῖν δὴ τὸν Σωκράτη,Συνέχισε λοιπόν ο Σωκράτης:
Οὐκοῦν τοῦτό γ᾽ ἐστὶν ἐκείνου ἐρᾶν, ὃ οὔπω ἕτοιμον αὐτῷ ἐστιν οὐδὲ ἔχει, τὸ εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον ταῦτα εἶναι αὐτῷ σῳζόμενα καὶ παρόντα;«Τούτο λοιπόν σημαίνει ότι νιώθει έρωτα για κείνο, που δεν του είναι εξασφαλισμένο κι ούτε το έχει: το να τα διατηρεί αυτά και στο μέλλον και να του ανήκουν;».
[200e]Πάνυ γε, φάναι.«Μάλιστα», αποκρίθηκε.
Καὶ οὗτος ἄρα καὶ ἄλλος πᾶς ὁ ἐπιθυμῶν τοῦ μὴ ἑτοίμου ἐπιθυμεῖ καὶ τοῦ μὴ παρόντος, καὶ ὃ μὴ ἔχει καὶ ὃ μὴ ἔστιν αὐτὸς καὶ οὗ ἐνδεής ἐστι, τοιαῦτ᾽ ἄττα ἐστὶν ὧν ἡ ἐπιθυμία τε καὶ ὁ ἔρως ἐστίν;«Άρα κι ετούτος και κάθε άλλος που ποθεί, ποθεί αυτό που δεν του είναι εξασφαλισμένο και δεν το έχει κτήμα του, και εκείνο που δεν έχει και ό,τι δεν είναι ο ίδιος και εκείνο που του λείπει· νά, κάτι τέτοια είναι εκείνα, για τα οποία νιώθει πόθο και έρωτα;».
Πάνυ γ᾽, εἰπεῖν.«Μάλιστα», αποκρίθηκε.
Ἴθι δή, φάναι τὸν Σωκράτη, ἀνομολογησώμεθα τὰ εἰρημένα. ἄλλο τι ἔστιν ὁ Ἔρως πρῶτον μὲν τινῶν, ἔπειτα τούτων ὧν ἂν ἔνδεια παρῇ αὐτῷ;«Έλα τώρα, είπε ο Σωκράτης ας επαναλάβουμε τα όσα συνομολογήσαμε· ο Έρωτας δεν είναι παρά τούτο: πόθος, αρχικά κάποιων, έπειτα εκείνων που ο καθένας αισθάνεται την έλλειψή τους;».
[201a]Ναί, φάναι.«Ναι», είπε.
Ἐπὶ δὴ τούτοις ἀναμνήσθητι τίνων ἔφησθα ἐν τῷ λόγῳ εἶναι τὸν Ἔρωτα· εἰ δὲ βούλει, ἐγώ σε ἀναμνήσω. οἶμαι γάρ σε οὑτωσί πως εἰπεῖν, ὅτι τοῖς θεοῖς κατεσκευάσθη τὰ πράγματα δι᾽ ἔρωτα καλῶν· αἰσχρῶν γὰρ οὐκ εἴη ἔρως. οὐχ οὑτωσί πως ἔλεγες;«Και κοντά σ᾽ αυτά θυμήσου, τίνων πόθος είπες στην ομιλία σου ότι είναι ο Έρως· αλλά, αν προτιμάς, εγώ θα σου το θυμίσω. Δηλαδή, αν δεν με απατά η μνήμη, διατύπωσες πάνω κάτω τούτη την άποψη, ότι εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στους θεούς χάρη στον έρωτα για τα ωραία· γιατί θα ήταν ανήκουστο να υπάρξει έρωτας για τα άσχημα. Αυτά περίπου δεν ήταν τα λόγια σου;».
Εἶπον γάρ, φάναι τὸν Ἀγάθωνα.«Ναι, αυτά είπα», παραδέχτηκε ο Αγάθων.
Καὶ ἐπιεικῶς γε λέγεις, ὦ ἑταῖρε, φάναι τὸν Σωκράτη· καὶ εἰ τοῦτο οὕτως ἔχει, ἄλλο τι ὁ Ἔρως κάλλους ἂν εἴη ἔρως, αἴσχους δὲ οὔ;«Και μια χαρά τα λες, καλέ μου φίλε, είπε ο Σωκράτης· κι αν έτσι έχει το πράμα, τί άλλο θα μπορούσε να είναι ο Έρως παρά έρωτας για το κάλλος κι όχι για την ασκήμια;».
Ὡμολόγει.Το παραδέχτηκε.
[201b]Οὐκοῦν ὡμολόγηται, οὗ ἐνδεής ἐστι καὶ μὴ ἔχει, τούτου ἐρᾶν;«Λοιπόν, παραδεχτήκαμε ότι νιώθει έρωτα για κείνο που του λείπει και δεν το έχει;».
Ναί, εἰπεῖν.«Ναι», αποκρίθηκε.
Ἐνδεὴς ἄρ᾽ ἐστὶ καὶ οὐκ ἔχει ὁ Ἔρως κάλλος.«Άρα του Έρωτα του λείπει το κάλλος και δεν το έχει».
Ἀνάγκη, φάναι.«Οπωσδήποτε», είπε.
Τί δέ; τὸ ἐνδεὲς κάλλους καὶ μηδαμῇ κεκτημένον κάλλος ἆρα λέγεις σὺ καλὸν εἶναι;«Τί λοιπόν; αυτό, που του λείπει το κάλλος και με κανένα τρόπο δεν έχει κτήμα του το κάλλος, παρ᾽ όλ᾽ αυτά εσύ το αποκαλείς ωραίο;».
Οὐ δῆτα.«Όχι βέβαια».
Ἔτι οὖν ὁμολογεῖς Ἔρωτα καλὸν εἶναι, εἰ ταῦτα οὕτως ἔχει;«Επιμένεις λοιπόν να υιοθετείς την άποψη ότι ο Έρως είναι ωραίος, αν έτσι έχουν τα πράγματα;».
Καὶ τὸν Ἀγάθωνα εἰπεῖν Κινδυνεύω, ὦ Σώκρατες, οὐδὲν εἰδέναι ὧν τότε εἶπον.Κι ο Αγάθων αποκρίθηκε: «Σωκράτη, πάω να πιστέψω πως από άγνοια είπα όλα όσα είπα τότε».
[201c]Καὶ μὴν καλῶς γε εἶπες, φάναι, ὦ Ἀγάθων. ἀλλὰ σμικρὸν ἔτι εἰπέ· τἀγαθὰ οὐ καὶ καλὰ δοκεῖ σοι εἶναι;«Παρ᾽ όλ᾽ αυτά λαμπρή ήταν η ομιλία σου, Αγάθων, είπε ο Σωκράτης· αλλά απάντησέ μου σε μια τόση δα ερώτηση: δε φρονείς ότι τα αγαθά είναι και ωραία;»
Ἔμοιγε.«Και βέβαια είναι».
Εἰ ἄρα ὁ Ἔρως τῶν καλῶν ἐνδεής ἐστι, τὰ δὲ ἀγαθὰ καλά, κἂν τῶν ἀγαθῶν ἐνδεὴς εἴη.«Άρα, αν του Έρωτα του λείπουν τα ωραία και τα αγαθά είναι ωραία, θα του λείπουν επίσης και τα αγαθά».
Ἐγώ, φάναι, ὦ Σώκρατες, σοὶ οὐκ ἂν δυναίμην ἀντιλέγειν, ἀλλ᾽ οὕτως ἐχέτω ὡς σὺ λέγεις.«Σωκράτη, αποκρίθηκε, εγώ δεν είμαι πια σε θέση να σου φέρω αντίλογο, αλλά ας παραδεχτούμε ότι έτσι είναι, όπως τα λες».
Οὐ μὲν οὖν τῇ ἀληθείᾳ, φάναι, ὦ φιλούμενε Ἀγάθων, δύνασαι ἀντιλέγειν, ἐπεὶ Σωκράτει γε οὐδὲν χαλεπόν.«Πολυαγαπημένε μου Αγάθωνα, είπε, και βέβαια δεν μπορείς να φέρεις τον αντίλογο στην αλήθεια· στον Σωκράτη όμως, πανεύκολο».

ΙΙ. Κύριο μέρος – 2η ενότητα – ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ

1. ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΔΙΟΤΙΜΑΣ

[201d]Καὶ σὲ μέν γε ἤδη ἐάσω· τὸν δὲ λόγον τὸν περὶ τοῦ Ἔρωτος, ὅν ποτ᾽ ἤκουσα γυναικὸς Μαντινικῆς Διοτίμας, ἣ ταῦτά τε σοφὴ ἦν καὶ ἄλλα πολλά —καὶ Ἀθηναίοις ποτὲ θυσαμένοις πρὸ τοῦ λοιμοῦ δέκα ἔτη ἀναβολὴν ἐποίησε τῆς νόσου, ἣ δὴ καὶ ἐμὲ τὰ ἐρωτικὰ ἐδίδαξεν— ὃν οὖν ἐκείνη ἔλεγε λόγον, πειράσομαι ὑμῖν διελθεῖν ἐκ τῶν ὡμολογημένων ἐμοὶ καὶ Ἀγάθωνι, αὐτὸς ἐπ᾽ ἐμαυτοῦ, ὅπως ἂν δύνωμαι. δεῖ δή, ὦ Ἀγάθων, ὥσπερ σὺ διηγήσω, διελθεῖνΣΩΚΡΑΤΗΣ. «Λοιπόν, εσένα πια σ᾽ αποδεσμεύω· αλλά τη διδαχή για τον Έρωτα, που άκουσα κάποτε από τη Διοτίμα, τη γυναίκα από τη Μαντίνεια, που ήταν σοφή και στο θέμα μας και σ᾽ άλλα πολλά (μάλιστα, όταν κάποτε, πριν απ᾽ τον λοιμό, τελούσαν θυσίες οι Αθηναίοι, πέτυχε ν᾽ αναβληθεί για χάρη τους ο λοιμός για δέκα χρόνια — ναι, αυτή δίδαξε και σ᾽ εμένα τα όσα έχουν να κάνουν με τον έρωτα)· θα δοκιμάσω λοιπόν να σας αφηγηθώ την ομιλία που έλεγε εκείνη, με αφορμή τα όσα συνομολογήσαμε εγώ και ο Αγάθων, στηριζόμενος αποκλειστικά στις δικές μου δυνάμεις, στο βαθμό που θα μπορέσω. Νιώθω όμως την υποχρέωση, όπως εσύ ανέπτυξες το θέμα, στην αρχή
[201e]αὐτὸν πρῶτον, τίς ἐστιν ὁ Ἔρως καὶ ποῖός τις, ἔπειτα τὰ ἔργα αὐτοῦ. δοκεῖ οὖν μοι ῥᾷστον εἶναι οὕτω διελθεῖν, ὥς ποτέ με ἡ ξένη ἀνακρίνουσα διῄει. σχεδὸν γάρ τι καὶ ἐγὼ πρὸς αὐτὴν ἕτερα τοιαῦτα ἔλεγον οἷάπερ νῦν πρὸς ἐμὲ Ἀγάθων, ὡς εἴη ὁ Ἔρως μέγας θεός, εἴη δὲ τῶν καλῶν· ἤλεγχε δή με τούτοις τοῖς λόγοις οἷσπερ ἐγὼ τοῦτον, ὡς οὔτε καλὸς εἴη κατὰ τὸν ἐμὸν λόγον οὔτε ἀγαθός.ν᾽ αναφερθώ διεξοδικά στον ίδιο (ποιός είναι ο Έρως και ποιά η φύση του), κατόπι στα έργα του. Λοιπόν μου φαίνεται ότι η προσπάθειά μου να τα εκθέσω διεξοδικά θα γινόταν πιο εύκολη, αν ακολουθούσα τον τρόπο με τον οποίο μου τα ανέπτυξε η ξένη, με την εξέταση στην οποία με υπέβαλε. Γιατί κι εγώ της έλεγα διάφορα, σαν κι αυτά που μου έλεγε τώρα δα ο Αγάθων, ότι ο Έρως είναι μέγας θεός κι είναι από τους όμορφους· κι εκείνη αναιρούσε την άποψή μου με τα ίδια λόγια, με τα οποία κι εγώ ετούτου: ότι, όπως ισχυρίζομαι, δεν είναι ούτε ωραίος ούτε καλός.
Καὶ ἐγώ,Κι εγώ της είπα:
Πῶς λέγεις, ἔφην, ὦ Διοτίμα; αἰσχρὸς ἄρα ὁ Ἔρως ἐστὶ καὶ κακός;«Τί λες, Διοτίμα; άρα ο Έρως είναι άσκημος και κακός;».
Καὶ ἥ,Κι εκείνη αποκρίθηκε:
Οὐκ εὐφημήσεις; ἔφη· ἢ οἴει, ὅτι ἂν μὴ καλὸν ᾖ, ἀναγκαῖον αὐτὸ εἶναι αἰσχρόν;«Μη βλαστημάς! Ή φρονείς πως, ό,τι δεν είναι ωραίο, αναπόφευκτα είναι άσκημο;».
[202a]Μάλιστά γε.«Και βέβαια είναι».
Ἦ καὶ ἂν μὴ σοφόν, ἀμαθές; ἢ οὐκ ᾔσθησαι ὅτι ἔστιν τι μεταξὺ σοφίας καὶ ἀμαθίας;«Αλήθεια; Κι ό,τι δεν είναι σοφό, είναι άμαθο; Σα να μη σου πέρασε απ᾽ το μυαλό πως υπάρχει κάτι το ενδιάμεσο ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια».
Τί τοῦτο;«Και ποιό είναι αυτό;».
Τὸ ὀρθὰ δοξάζειν καὶ ἄνευ τοῦ ἔχειν λόγον δοῦναι οὐκ οἶσθ᾽, ἔφη, ὅτι οὔτε ἐπίστασθαί ἐστιν —ἄλογον γὰρ πρᾶγμα πῶς ἂν εἴη ἐπιστήμη;— οὔτε ἀμαθία —τὸ γὰρ τοῦ ὄντος τυγχάνον πῶς ἂν εἴη ἀμαθία;— ἔστι δὲ δήπου τοιοῦτον ἡ ὀρθὴ δόξα, μεταξὺ φρονήσεως καὶ ἀμαθίας.«Αγνοείς, είπε, ότι το να έχεις σωστή γνώμη, έστω κι αν δεν μπορείς να τη στηρίξεις λογικά, δεν είναι ούτε επιστημονική γνώση —γιατί κάτι που δε στηρίζεται στη λογική πώς θα μπορούσε να είναι επιστημονική γνώση;— ούτε άγνοια —γιατί, το να πετυχαίνει κανείς την αλήθεια, με ποιά λογική θα ήταν άγνοια;— όπως και να ᾽χει η ορθή δοξασία είναι πάνω κάτω κάτι το ενδιάμεσο ανάμεσα στην ορθή γνώση και την άγνοια».
Ἀληθῆ, ἦν δ᾽ ἐγώ, λέγεις.«Λες την αλήθεια», είπα.
[202b]Μὴ τοίνυν ἀνάγκαζε ὃ μὴ καλόν ἐστιν αἰσχρὸν εἶναι, μηδὲ ὃ μὴ ἀγαθόν, κακόν. οὕτω δὲ καὶ τὸν Ἔρωτα ἐπειδὴ αὐτὸς ὁμολογεῖς μὴ εἶναι ἀγαθὸν μηδὲ καλόν, μηδέν τι μᾶλλον οἴου δεῖν αὐτὸν αἰσχρὸν καὶ κακὸν εἶναι, ἀλλά τι μεταξύ, ἔφη, τούτοιν.«Λοιπόν, μην προσπαθείς σώνει και καλά να επιβάλεις πως, ό,τι δεν είναι ωραίο, είναι άσκημο, ούτε, ό,τι δεν είναι αγαθό, είναι κακό. Το ίδιο λοιπόν κι ο Έρως, επειδή κι ο ίδιος παραδέχεσαι ότι δεν είναι αγαθός ούτε ωραίος, μην είσαι τόσο σίγουρος ότι οπωσδήποτε είναι άσκημος και κακός, αλλά κάτι, είπε, ενδιάμεσο ανάμεσα σ᾽ αυτά τα δύο».
Καὶ μήν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὁμολογεῖταί γε παρὰ πάντων μέγας θεὸς εἶναι.«Όμως, βλέπεις, της είπα εγώ, ότι όλοι παραδέχονται πως είναι μέγας θεός».
Τῶν μὴ εἰδότων, ἔφη, πάντων λέγεις, ἢ καὶ τῶν εἰδότων;«Όταν λες όλοι, είπε, εννοείς αυτούς που έχουν άγνοια ή κι αυτούς που έχουν γνώση;».
Συμπάντων μὲν οὖν.«Όλους, ανεξαιρέτως».
Καὶ ἣ γελάσασαΚι εκείνη γέλασε και είπε:
Καὶ πῶς ἄν, ἔφη, ὦ Σώκρατες,«Σωκράτη, είναι δυνατό
[202c]ὁμολογοῖτο μέγας θεὸς εἶναι παρὰ τούτων, οἵ φασιν αὐτὸν οὐδὲ θεὸν εἶναι;να παραδέχονται ότι είναι μέγας θεός εκείνοι, που ούτε καν τον αναγνωρίζουν ως θεό;».
Τίνες οὗτοι; ἦν δ᾽ ἐγώ.«Ποιοί είναι αυτοί;», τη ρώτησα.
Εἷς μέν, ἔφη, σύ, μία δ᾽ ἐγώ.«Νά, ένας εσύ κι άλλη μία εγώ».
Κἀγὼ εἶπον, Πῶς τοῦτο, ἔφην, λέγεις;Κι εγώ της είπα: «Πώς το λες αυτό;».
Καὶ ἥ, Ῥᾳδίως, ἔφη. λέγε γάρ μοι, οὐ πάντας θεοὺς φῂς εὐδαίμονας εἶναι καὶ καλούς; ἢ τολμήσαις ἄν τινα μὴ φάναι καλόν τε καὶ εὐδαίμονα θεῶν εἶναι;Κι εκείνη αποκρίθηκε: «Δεν είναι δύσκολο να σου το εξηγήσω. Γιατί, γιά πες μου, δεν υποστηρίζεις πως όλοι οι θεοί είναι ευτυχισμένοι και ωραίοι; ή θα ᾽χεις το θράσος να υποστηρίξεις πως κάποιος θεός δεν είναι ωραίος κι ευτυχισμένος;»
Μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽, ἔφην.«Μα τον Δία, της είπα, μακριά από μένα τέτοια λόγια!».
Εὐδαίμονας δὲ δὴ λέγεις οὐ τοὺς τἀγαθὰ καὶ τὰ καλὰ κεκτημένους;«Και, λέγοντας ευτυχισμένους, δεν εννοείς εκείνους που έχουν κτήμα τους τα αγαθά και τα ωραία;»
Πάνυ γε.«Μάλιστα».
[202d]Ἀλλὰ μὴν Ἔρωτά γε ὡμολόγηκας δι᾽ ἔνδειαν τῶν ἀγαθῶν καὶ καλῶν ἐπιθυμεῖν αὐτῶν τούτων ὧν ἐνδεής ἐστιν.«Παραδέχτηκες όμως ότι ο Έρως, επειδή νιώθει ότι του λείπουν τα αγαθά και τα ωραία, ποθεί ακριβώς αυτά που νιώθει την έλλειψή τους».
Ὡμολόγηκα γάρ.«Ναι, το παραδέχτηκα».
Πῶς ἂν οὖν θεὸς εἴη ὅ γε τῶν καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἄμοιρος;«Λοιπόν, μπορεί να είναι θεός ένας που δεν έχει το μερίδιό του στα ωραία και στα αγαθά;»
Οὐδαμῶς, ὥς γ᾽ ἔοικεν.«Απ᾽ ό,τι φαίνεται, με κανένα τρόπο».
Ὁρᾷς οὖν, ἔφη, ὅτι καὶ σὺ Ἔρωτα οὐ θεὸν νομίζεις;«Βλέπεις λοιπόν, είπε, ότι και συ δεν αναγνωρίζεις τον Έρωτα ως θεό;».
Τί οὖν ἄν, ἔφην, εἴη ὁ Ἔρως; θνητός;«Τότε, της είπα, τί θα ᾽ναι ο Έρως, θνητός;»
Ἥκιστά γε.«Κάθε άλλο!».
Ἀλλὰ τί μήν;«Αλλά τότε, τί;»
Ὥσπερ τὰ πρότερα, ἔφη, μεταξὺ θνητοῦ καὶ ἀθανάτου.«Κάτι σαν αυτά που αναφέραμε πριν, το ενδιάμεσο ανάμεσα στο θνητό και το αθάνατο».
Τί οὖν, ὦ Διοτίμα;«Δηλαδή τί, Διοτίμα;»
Δαίμων μέγας, ὦ Σώκρατες· καὶ γὰρ πᾶν τὸ δαιμόνιον«Δαίμων μέγας, Σωκράτη· γιατί βέβαια όλο το γένος των δαιμόνων
[202e]μεταξύ ἐστι θεοῦ τε καὶ θνητοῦ.είναι ενδιάμεσο ανάμεσα σε θεούς και σε θνητούς».
Τίνα, ἦν δ᾽ ἐγώ, δύναμιν ἔχον;«Και ποιά είναι, είπα, η δύναμη τους;»
Ἑρμηνεῦον καὶ διαπορθμεῦον θεοῖς τὰ παρ᾽ ἀνθρώπων καὶ ἀνθρώποις τὰ παρὰ θεῶν, τῶν μὲν τὰς δεήσεις καὶ θυσίας, τῶν δὲ τὰς ἐπιτάξεις τε καὶ ἀμοιβὰς τῶν θυσιῶν, ἐν μέσῳ δὲ ὂν ἀμφοτέρων συμπληροῖ, ὥστε τὸ πᾶν αὐτὸ αὑτῷ συνδεδέσθαι. διὰ τούτου καὶ ἡ μαντικὴ πᾶσα χωρεῖ καὶ ἡ τῶν ἱερέων τέχνη τῶν τε περὶ τὰς θυσίας καὶ τελετὰς«Να εξηγούν και να διαβιβάζουν τα μηνύματα των ανθρώπων στους θεούς και στους ανθρώπους των θεών, των πρώτων τις προσευχές και τις θυσίες, ενώ των θεών τις εντολές και τις ανταποδόσεις για τις θυσίες· και, καθώς βρίσκονται στο ενδιάμεσο θεών και ανθρώπων, καλύπτουν το μεταξύ τους κενό, ώστε το σύμπαν ν᾽ αποχτήσει τη συνοχή του. Είναι ο δίαυλος, απ᾽ τον οποίο διαβιβάζεται και η μαντική στο σύνολό της και το λειτούργημα του ιερατείου, που έχει να κάνει με τις θυσίες και τις μυήσεις
[203a]καὶ τὰς ἐπῳδὰς καὶ τὴν μαντείαν πᾶσαν καὶ γοητείαν. θεὸς δὲ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται, ἀλλὰ διὰ τούτου πᾶσά ἐστιν ἡ ὁμιλία καὶ ἡ διάλεκτος θεοῖς πρὸς ἀνθρώπους, καὶ ἐγρηγορόσι καὶ καθεύδουσι· καὶ ὁ μὲν περὶ τὰ τοιαῦτα σοφὸς δαιμόνιος ἀνήρ, ὁ δὲ ἄλλο τι σοφὸς ὢν ἢ περὶ τέχνας ἢ χειρουργίας τινὰς βάναυσος. οὗτοι δὴ οἱ δαίμονες πολλοὶ καὶ παντοδαποί εἰσιν, εἷς δὲ τούτων ἐστὶ καὶ ὁ Ἔρως.και τα μαγικά άσματα και κάθε μαντεία και μαγγανεία. Ο θεός δεν έρχεται σε άμεση επαφή με τον άνθρωπο, αλλά με τη διαμεσολάβηση των δαιμόνων συντελείται κάθε επικοινωνία και συνομιλία των θεών με τους ανθρώπους, και στον ύπνο και στον ξύπνο τους· κι ο άνθρωπος που είναι σοφός σ᾽ αυτές τις συναλλαγές είναι “δαιμόνιος”, ενώ ο σοφός σ᾽ ό,τι άλλο, που έχει να κάνει με επαγγέλματα ή κάποιες χειρωνακτικές εργασίες, αγοραίος. Οι δαίμονες λοιπόν που λέμε είναι πολλοί και κάθε λογής κι ένας ανάμεσά τους είναι κι ο Έρως».
Πατρὸς δέ, ἦν δ᾽ ἐγώ, τίνος ἐστὶ καὶ μητρός;«Αλήθεια, Διοτίμα, της είπα, από ποιόν πατέρα και ποιά μητέρα γεννήθηκε ο Έρως;»
[203b]Μακρότερον μέν, ἔφη, διηγήσασθαι· ὅμως δέ σοι ἐρῶ. ὅτε γὰρ ἐγένετο ἡ Ἀφροδίτη, ἡστιῶντο οἱ θεοὶ οἵ τε ἄλλοι καὶ ὁ τῆς Μήτιδος ὑὸς Πόρος. ἐπειδὴ δὲ ἐδείπνησαν, προσαιτήσουσα οἷον δὴ εὐωχίας οὔσης ἀφίκετο ἡ Πενία, καὶ ἦν περὶ τὰς θύρας. ὁ οὖν Πόρος μεθυσθεὶς τοῦ νέκταρος —οἶνος γὰρ οὔπω ἦν— εἰς τὸν τοῦ Διὸς κῆπον εἰσελθὼν βεβαρημένος ηὗδεν. ἡ οὖν Πενία ἐπιβουλεύουσα διὰ τὴν αὑτῆς ἀπορίαν παιδίον ποιήσασθαι ἐκ τοῦ Πόρου,«Θα πάει μακριά να σου το διηγηθώ, Σωκράτη, μου είπε. Όμως για χάρη σου θα το πω. Δηλαδή, όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι θεοί κάθισαν σε πλούσιο τραπέζι και με τους άλλους κι ο γιος της Μήτιδος, ο Πόρος. Αποφάγανε και αποήπιανε, όταν έφτασε η Πενία να ζητουλέψει —μυρίστηκε στρωμένο τραπέζι— και τριγύριζε από κατώφλι σε κατώφλι. Που λες, ο Πόρος, με το κεφάλι βαρύ από νέκταρ — το κρασί δεν το ᾽ξεραν ακόμη — κατέβηκε στο περιβόλι του Δία και το ᾽ριξε στον ύπνο. Τότε η Πενία, που σοφίστηκε ν᾽ αποκτήσει παιδί από τον Πόρο (η απορία της την παρακίνησε),
[203c]κατακλίνεταί τε παρ᾽ αὐτῷ καὶ ἐκύησε τὸν Ἔρωτα. διὸ δὴ καὶ τῆς Ἀφροδίτης ἀκόλουθος καὶ θεράπων γέγονεν ὁ Ἔρως, γεννηθεὶς ἐν τοῖς ἐκείνης γενεθλίοις, καὶ ἅμα φύσει ἐραστὴς ὢν περὶ τὸ καλὸν καὶ τῆς Ἀφροδίτης καλῆς οὔσης. ἅτε οὖν Πόρου καὶ Πενίας ὑὸς ὢν ὁ Ἔρως ἐν τοιαύτῃ τύχῃ καθέστηκεν. πρῶτον μὲν πένης ἀεί ἐστι, καὶ πολλοῦ δεῖ ἁπαλός τε καὶ καλός, οἷον οἱ πολλοὶ οἴονται, ἀλλὰ σκληρὸςπέφτει και πλαγιάζει δίπλα του και πιάνει στην κοιλιά της τον Έρωτα. Κι αυτή είναι η αιτία που ο Έρως είναι ακόλουθος και υπηρέτης της Αφροδίτης, γιατί στα γενέθλιά της πιάστηκε στην κοιλιά της μάνας του, κι ακόμη γιατί είναι πλασμένος έτσι που να τον σαγηνεύει η ομορφιά — και η Αφροδίτη είναι όμορφη. Έτσι, μια και ο Έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας, νά σε ποιά κατάσταση βρίσκεται: πρώτα πρώτα σ᾽ όλη τη ζωή του είναι φτωχός, έπειτα (ποιός έχασε την τρυφερότητα και την ομορφιά για να τη βρει αυτός, καταπώς νομίζει ο πολύς κόσμος!) ίσα ίσα είναι σκληρός
[203d]καὶ αὐχμηρὸς καὶ ἀνυπόδητος καὶ ἄοικος, χαμαιπετὴς ἀεὶ ὢν καὶ ἄστρωτος, ἐπὶ θύραις καὶ ἐν ὁδοῖς ὑπαίθριος κοιμώμενος, τὴν τῆς μητρὸς φύσιν ἔχων, ἀεὶ ἐνδείᾳ σύνοικος. κατὰ δὲ αὖ τὸν πατέρα ἐπίβουλός ἐστι τοῖς καλοῖς καὶ τοῖς ἀγαθοῖς, ἀνδρεῖος ὢν καὶ ἴτης καὶ σύντονος, θηρευτὴς δεινός, ἀεί τινας πλέκων μηχανάς, καὶ φρονήσεως ἐπιθυμητὴς καὶ πόριμος, φιλοσοφῶν διὰ παντὸς τοῦ βίου, δεινὸς γόης καὶ φαρμακεὺς καὶ σοφιστής· καὶ οὔτε ὡςκαι ξερακιανός, ξυπόλυτος και άστεγος· πάντοτε κοιμάται χάμω χωρίς στρωσίδια, στα κατώφλια και στα σοκάκια, ο ουρανός ανοιχτός απάνω του· η μοίρα της μητέρας του τον πήρε καταπόδι, έγινε μόνιμος συγκάτοικος με τη μιζέρια. Όμως απ᾽ τη μεριά του πατέρα του πήρε τη συνήθεια να στήνει παγίδες στους ωραίους και τους αρχοντικούς· να ᾽ναι αντρειωμένος κι απόκοτος και δραστήριος, κυνηγός που δε βρίσκεις το ταίρι του· πάντα στήνει κάτι μηχανές, κυνηγά τη φρόνηση, το μυαλό του είναι θηλυκό· σ᾽ όλη τη ζωή του στοχάζεται κι είναι φοβερός πλανευτής και μάγος με τα βότανά του και σοφιστής· η φύση πάλι δεν τον έπλασε
[203e]ἀθάνατος πέφυκεν οὔτε ὡς θνητός, ἀλλὰ τοτὲ μὲν τῆς αὐτῆς ἡμέρας θάλλει τε καὶ ζῇ, ὅταν εὐπορήσῃ, τοτὲ δὲ ἀποθνῄσκει, πάλιν δὲ ἀναβιώσκεται διὰ τὴν τοῦ πατρὸς φύσιν, τὸ δὲ ποριζόμενον ἀεὶ ὑπεκρεῖ, ὥστε οὔτε ἀπορεῖ Ἔρως ποτὲ οὔτε πλουτεῖ, σοφίας τε αὖ καὶ ἀμαθίας ἐν μέσῳ ἐστίν.ούτε αθάνατον ούτε θνητό, αλλά μες στην ίδια μέρα τη μια στιγμή βρίσκεται στον ανθό του κι είναι όλο ζωή, όταν αποχτήσει όλα τα καλά, την άλλη πεθαίνει· ξανάρχεται όμως στη ζωή, κι αυτό το χρωστά στην αθάνατη φύση του πατέρα του· ό,τι κερδίζει με τα τεχνάσματά του, κάθε φορά, του ξεγλιστρά μες από τα δάχτυλα κι έτσι ο Έρωτας ποτέ ούτε πέφτει σε φτώχεια ούτε αποχτά πλούτη. Με τον ίδιο τρόπο βρίσκεται στα μισά του δρόμου ανάμεσα στη σοφία και την αμάθεια.
[204a]ἔχει γὰρ ὧδε. θεῶν οὐδεὶς φιλοσοφεῖ οὐδ᾽ ἐπιθυμεῖ σοφὸς γενέσθαι —ἔστι γάρ— οὐδ᾽ εἴ τις ἄλλος σοφός, οὐ φιλοσοφεῖ. οὐδ᾽ αὖ οἱ ἀμαθεῖς φιλοσοφοῦσιν οὐδ᾽ ἐπιθυμοῦσι σοφοὶ γενέσθαι· αὐτὸ γὰρ τοῦτό ἐστι χαλεπὸν ἀμαθία, τὸ μὴ ὄντα καλὸν κἀγαθὸν μηδὲ φρόνιμον δοκεῖν αὑτῷ εἶναι ἱκανόν. οὔκουν ἐπιθυμεῖ ὁ μὴ οἰόμενος ἐνδεὴς εἶναι οὗ ἂν μὴ οἴηται ἐπιδεῖσθαι.Νά τί συμβαίνει δηλαδή: κανένας θεός δε φιλοσοφεί ούτε επιθυμεί να γίνει σοφός, μια που κιόλας είναι· και όποιος άλλος είναι σοφός, δε φιλοσοφεί. Πάλι, από τη μεριά τους ούτε και οι αστοιχείωτοι φιλοσοφούν ούτε επιθυμούν ν᾽ αποχτήσουν τη σοφία· γιατί ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που κάνει την αμάθεια κατάρα: να φαντάζεται κανείς ότι είναι όσο χρειάζεται μέσα σ᾽ όλα, την ώρα που δεν έχει όλες τις χάρες ούτε είναι μυαλωμένος. Έτσι ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι δεν του λείπει ένα πράμα, ούτε και το λαχταρά, μη νιώθοντας ότι κάτι του λείπει».
Τίνες οὖν, ἔφην ἐγώ, ὦ Διοτίμα, οἱ φιλοσοφοῦντες, εἰ μήτε οἱ σοφοὶ μήτε οἱ ἀμαθεῖς;«Μια και ούτε οι σοφοί ούτε κι οι αστοιχείωτοι φιλοσοφούν, Διοτίμα, ποιοί τέλος πάντων καταγίνονται με τη φιλοσοφία;»
[204b]Δῆλον δή, ἔφη, τοῦτό γε ἤδη καὶ παιδί, ὅτι οἱ μεταξὺ τούτων ἀμφοτέρων, ὧν ἂν εἴη καὶ ὁ Ἔρως. ἔστιν γὰρ δὴ τῶν καλλίστων ἡ σοφία, Ἔρως δ᾽ ἐστὶν ἔρως περὶ τὸ καλόν, ὥστε ἀναγκαῖον Ἔρωτα φιλόσοφον εἶναι, φιλόσοφον δὲ ὄντα μεταξὺ εἶναι σοφοῦ καὶ ἀμαθοῦς. αἰτία δὲ αὐτῷ καὶ τούτων ἡ γένεσις· πατρὸς μὲν γὰρ σοφοῦ ἐστι καὶ εὐπόρου, μητρὸς δὲ οὐ σοφῆς καὶ ἀπόρου. ἡ μὲν οὖν φύσις τοῦ δαίμονος, ὦ φίλε Σώκρατες, αὕτη· ὃν δὲ σὺ ᾠήθης Ἔρωτα«Αυτό δα κι ένα μικρό παιδί το καταλαβαίνει, Σωκράτη· δηλαδή, εκείνοι που βρίσκονται κάπου ανάμεσα σ᾽ αυτά τα δυο· ένας απ᾽ αυτούς θα ᾽ναι κι ο Έρως. Γιατί η σοφία είναι από τα πιο όμορφα πράματα στον κόσμο κι ο Έρως τριγυρίζει με βουλιμία γύρω απ᾽ την ομορφιά· έτσι ο Έρως είναι φιλόσοφος, δεν μπορώ να τον φανταστώ διαφορετικό· και όντας φιλόσοφος, βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον σοφό και τον αστοιχείωτο. Και γι᾽ αυτό πάλι η καταγωγή του είναι η αιτία· γιατί γεννήθηκε από σοφό πατέρα που είχε θηλυκό μυαλό, ενώ η μητέρα του κάθε άλλο παρά σοφή ήταν — μια άπραγη. Αυτή λοιπόν είναι η φύση του δαίμονος αυτού, Σωκράτη· το ότι εσύ σχημάτισες μια διαφορετική ιδέα για τον Έρωτα,
[204c]εἶναι, θαυμαστὸν οὐδὲν ἔπαθες. ᾠήθης δέ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ τεκμαιρομένῃ ἐξ ὧν σὺ λέγεις, τὸ ἐρώμενον Ἔρωτα εἶναι, οὐ τὸ ἐρῶν· διὰ ταῦτά σοι οἶμαι πάγκαλος ἐφαίνετο ὁ Ἔρως. καὶ γὰρ ἔστι τὸ ἐραστὸν τὸ τῷ ὄντι καλὸν καὶ ἁβρὸν καὶ τέλεον καὶ μακαριστόν· τὸ δέ γε ἐρῶν ἄλλην ἰδέαν τοιαύτην ἔχον, οἵαν ἐγὼ διῆλθον.δε με παραξενεύει καθόλου. Σχημάτισες δηλαδή την ιδέα — απ᾽ τα λεγόμενά σου αυτό βγαίνει — ότι Έρως είναι εκείνο που ξυπνά μέσα μας τον έρωτα κι όχι εκείνο που νιώθει έρωτα· αυτό είναι, νομίζω, που σ᾽ έκανε να πιστεύεις ότι ο Έρως είναι πανέμορφος. Γιατί αυτό που αξίζει να το ερωτευτούμε είναι το αληθινά ωραίο και αβρό και τέλειο και μακάριο· εκείνο όμως που νιώθει έρωτα έχει κάποια διαφορετική μορφή: αυτή που βγαίνει από την περιγραφή που έκανα».
Καὶ ἐγὼ εἶπον, Εἶεν δή, ὦ ξένη, καλῶς γὰρ λέγεις· τοιοῦτος ὢν ὁ Ἔρως τίνα χρείαν ἔχει τοῖς ἀνθρώποις;Κι εγώ της είπα: «Πολύ ωραία, ξένη μας, γιατί τα λες όμορφα· λοιπόν, όντας τέτοιος ο Έρως, ποιές υπηρεσίες προσφέρει στους ανθρώπους;»
[204d]Τοῦτο δὴ μετὰ ταῦτ᾽, ἔφη, ὦ Σώκρατες, πειράσομαί σε διδάξαι. ἔστι μὲν γὰρ δὴ τοιοῦτος καὶ οὕτω γεγονὼς ὁ Ἔρως, ἔστι δὲ τῶν καλῶν, ὡς σὺ φῄς. εἰ δέ τις ἡμᾶς ἔροιτο· Τί τῶν καλῶν ἐστιν ὁ Ἔρως, ὦ Σώκρατές τε καὶ Διοτίμα; ὧδε δὲ σαφέστερον· ἐρᾷ ὁ ἐρῶν τῶν καλῶν· τί ἐρᾷ;«Ακριβώς αυτά, Σωκράτη, θα δοκιμάσω να σου διδάξω ύστερ᾽ απ᾽ τα προηγούμενα (ότι δηλαδή ο Έρως είναι όπως τον παρέστησα κι αυτή είναι η καταγωγή του, κι είναι έρωτας για τα ωραία, όπως εσύ τονίζεις). Τώρα, αν μας ρωτούσε κανείς: “Σωκράτη και Διοτίμα, τί ακριβώς εννοούμε με το “ο Έρως των ωραίων;” ας το πω σαφέστερα, νά: “ο ερωτευμένος ποθεί τα ωραία”· τί ποθεί;»
Καὶ ἐγὼ εἶπον ὅτι Γενέσθαι αὑτῷ.Κι εγώ απάντησα, «Να τα κάνει κτήμα του».
Ἀλλ᾽ ἔτι ποθεῖ, ἔφη, ἡ ἀπόκρισις ἐρώτησιν τοιάνδε· Τί ἔσται ἐκείνῳ ᾧ ἂν γένηται τὰ καλά;«Όμως η απάντησή σου, είπε, προκαλεί άλλη μια ερώτηση, σαν κι ετούτη: “ποιό το κέρδος εκείνου που θα κάνει κτήμα του τα ωραία;”»
Οὐ πάνυ ἔφην ἔτι ἔχειν ἐγὼ πρὸς ταύτην τὴν ἐρώτησιν προχείρως ἀποκρίνασθαι.«Δε βλέπω να είμαι και τόσο σε θέση, είπα, να δώσω απάντηση σ᾽ αυτή την ερώτηση προχειρολογώντας».
[204e]Ἀλλ᾽, ἔφη, ὥσπερ ἂν εἴ τις μεταβαλὼν ἀντὶ τοῦ καλοῦ τῷ ἀγαθῷ χρώμενος πυνθάνοιτο· Φέρε, ὦ Σώκρατες, ἐρᾷ ὁ ἐρῶν τῶν ἀγαθῶν· τί ἐρᾷ;«Υπόθεσε όμως, είπε η Διοτίμα, ότι κάποιος τροποποιούσε την ερώτηση και, στη θέση του “ωραίου” έβαζε “το αγαθό”, και σε ρωτούσε: Έλα, Σωκράτη, αυτός που ποθεί τα αγαθά, ποθεί· τί ποθεί;»
Γενέσθαι, ἦν δ᾽ ἐγώ, αὑτῷ.«Να γίνουν κτήμα του», αποκρίθηκα.
Καὶ τί ἔσται ἐκείνῳ ᾧ ἂν γένηται τἀγαθά;«Και ποιό θα είναι το κέρδος εκείνου που θα κάνει κτήμα του τα αγαθά;»
Τοῦτ᾽ εὐπορώτερον, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἔχω ἀποκρίνασθαι, ὅτι εὐδαίμων ἔσται.«Σ᾽ αυτό είναι ευκολότερο ν᾽ απαντήσω, είπα: θα γίνει ευτυχισμένος».
[205a]Κτήσει γάρ, ἔφη, ἀγαθῶν οἱ εὐδαίμονες εὐδαίμονες, καὶ οὐκέτι προσδεῖ ἐρέσθαι Ἵνα τί δὲ βούλεται εὐδαίμων εἶναι ὁ βουλόμενος; ἀλλὰ τέλος δοκεῖ ἔχειν ἡ ἀπόκρισις.«Δηλαδή, είπε, η απόχτηση των αγαθών κάνει τους ευτυχισμένους ευτυχισμένους, και περιττεύει πια άλλη ερώτηση, όπως: “και ποιός ο λόγος που επιθυμεί να είναι ευτυχισμένος αυτός που το επιθυμεί;” Αλλά μου φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε η απάντηση».
Ἀληθῆ λέγεις, εἶπον ἐγώ.«Λες την αλήθεια», είπα εγώ
Ταύτην δὴ τὴν βούλησιν καὶ τὸν ἔρωτα τοῦτον πότερα κοινὸν οἴει εἶναι πάντων ἀνθρώπων, καὶ πάντας τἀγαθὰ βούλεσθαι αὑτοῖς εἶναι ἀεί, ἢ πῶς λέγεις; «Κι αυτή τη βούληση κι αυτό τον έρωτα, τί φρονείς, τον νιώθουν όλοι οι άνθρωποι —κοινό τους χαρακτηριστικό— και όλοι τους ποθούν να γίνουν κτήμα τους για πάντα τα αγαθά; ή μήπως έχεις άλλη άποψη;»
Οὕτως, ἦν δ᾽ ἐγώ· κοινὸν εἶναι πάντων.«Ναι, αυτή είναι η άποψή μου, της είπα· είναι κοινός σε όλους».
Τί δὴ οὖν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, οὐ πάντας ἐρᾶν φαμεν,«Τότε λοιπόν, Σωκράτη, για ποιό λόγο δε λέμε ότι όλοι είναι εραστές,
[205b]εἴπερ γε πάντες τῶν αὐτῶν ἐρῶσι καὶ ἀεί, ἀλλά τινάς φαμεν ἐρᾶν, τοὺς δ᾽ οὔ;αφού όλοι νιώθουν έρωτα για τα ίδια πράγματα, και πάντοτε, αλλά ορισμένους τους αποκαλούμε εραστές, άλλους όμως όχι;»
Θαυμάζω, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ αὐτός.«Αυτή την απορία έχω κι εγώ», είπα.
Ἀλλὰ μὴ θαύμαζ᾽, ἔφη· ἀφελόντες γὰρ ἄρα τοῦ ἔρωτός τι εἶδος ὀνομάζομεν, τὸ τοῦ ὅλου ἐπιτιθέντες ὄνομα, ἔρωτα, τὰ δὲ ἄλλα ἄλλοις καταχρώμεθα ὀνόμασιν.«Όχι, δεν είναι ν᾽ απορείς, είπε· δηλαδή, από την έννοια “έρωτας”, πήραμε κατά μέρος μια συγκεκριμένη έκφανσή της και, δίνοντάς της το όνομα του συνόλου, την ονομάσαμε “έρωτα”, ενώ για τις υπόλοιπες εκφάνσεις της χρησιμοποιούμε άλλες ονομασίες.
Ὥσπερ τί; ἦν δ᾽ ἐγώ.«Όπως λόγου χάρη τί;», είπα.
Ὥσπερ τόδε. οἶσθ᾽ ὅτι ποίησίς ἐστί τι πολύ· ἡ γάρ τοι ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ ὂν ἰόντι ὁτῳοῦν αἰτία πᾶσά ἐστι«Λόγου χάρη, νά: γνωρίζεις ότι “ποίηση” είναι μια ευρύτερη έννοια· δηλαδή, για κάθε πράμα, που απ᾽ την ανυπαρξία περνά στην ύπαρξη, μοναδική αιτία είναι
[205c]ποίησις, ὥστε καὶ αἱ ὑπὸ πάσαις ταῖς τέχναις ἐργασίαι ποιήσεις εἰσὶ καὶ οἱ τούτων δημιουργοὶ πάντες ποιηταί.η “ποίηση”· κι έτσι, και τα έργα που παράγουν όλα τα επαγγέλματα είναι “ποιήσεις” και οι τεχνίτες που τα παράγουν, όλοι τους, “ποιητές”».
Ἀληθῆ λέγεις.«Είναι όπως τα λες».
Ἀλλ᾽ ὅμως, ἦ δ᾽ ἥ, οἶσθ᾽ ὅτι οὐ καλοῦνται ποιηταὶ ἀλλὰ ἄλλα ἔχουσιν ὀνόματα, ἀπὸ δὲ πάσης τῆς ποιήσεως ἓν μόριον ἀφορισθὲν τὸ περὶ τὴν μουσικὴν καὶ τὰ μέτρα τῷ τοῦ ὅλου ὀνόματι προσαγορεύεται. ποίησις γὰρ τοῦτο μόνον καλεῖται, καὶ οἱ ἔχοντες τοῦτο τὸ μόριον τῆς ποιήσεως ποιηταί.«Αλλά όμως, μου είπε, ξέρεις ότι δεν τους αποκαλούμε “ποιητές”, αλλά έχουν άλλες ονομασίες· κι από τη γενική έννοια “ποίηση” απομονώσαμε ένα είδος, αυτό που έχει να κάνει με τη μουσική και τη στιχουργία, και το προσαγορεύουμε με το συνολικό όνομα. Γιατί μόνο αυτό το είδος ονομάζεται “ποίηση” κι αυτοί που καταγίνονται μ᾽ αυτό το είδος της “ποίησης”, “ποιητές”».
Ἀληθῆ λέγεις, ἔφην.«Είναι όπως τα λες», είπα.
[205d]Οὕτω τοίνυν καὶ περὶ τὸν ἔρωτα. τὸ μὲν κεφάλαιόν ἐστι πᾶσα ἡ τῶν ἀγαθῶν ἐπιθυμία καὶ τοῦ εὐδαιμονεῖν ὁ μέγιστός τε καὶ δολερὸς ἔρως παντί· ἀλλ᾽ οἱ μὲν ἄλλῃ τρεπόμενοι πολλαχῇ ἐπ᾽ αὐτόν, ἢ κατὰ χρηματισμὸν ἢ κατὰ φιλογυμναστίαν ἢ κατὰ φιλοσοφίαν, οὔτε ἐρᾶν καλοῦνται οὔτε ἐρασταί, οἱ δὲ κατὰ ἕν τι εἶδος ἰόντες τε καὶ ἐσπουδακότες τὸ τοῦ ὅλου ὄνομα ἴσχουσιν, ἔρωτά τε καὶ ἐρᾶν καὶ ἐρασταί.«Λοιπόν, παρόμοια έχουμε και με τον “έρωτα”· ως γενική έννοια η λέξη σημαίνει επιθυμία γενικά για κάθε αγαθό, και ο “μέγιστος και δολερός έρωτας” για την ευτυχία που νιώθει ο κάθε άνθρωπος· αλλά για τους άλλους, που στρέφονται προς διαφορετικές, κάθε είδους, εκφάνσεις του (πάθος για απόχτηση χρημάτων ή για τον αθλητισμό ή για τη φιλοσοφία), δε λέμε ότι νιώθουν έρωτα ή ότι είναι εραστές, ενώ για κείνους που κατευθύνονται προς μια ορισμένη έκφανσή του, και αυτή είναι η κύρια φροντίδα τους, κρατάμε τη λέξη που εξέφραζε το σύνολο, “έρωτας” και “ερωτικό αίσθημα” και “εραστές”».
Κινδυνεύεις ἀληθῆ, ἔφην ἐγώ, λέγειν.«Τα λόγια σου βρίσκονται πολύ κοντά στην αλήθεια», της είπα.
Καὶ λέγεται μέν γέ τις, ἔφη, λόγος, ὡς οἳ ἂν τὸ ἥμισυ«Τώρα, είπε, ακούεται και μια άποψη, ότι εραστές είναι εκείνοι
[205e]ἑαυτῶν ζητῶσιν, οὗτοι ἐρῶσιν· ὁ δ᾽ ἐμὸς λόγος οὔτε ἡμίσεός φησιν εἶναι τὸν ἔρωτα οὔτε ὅλου, ἐὰν μὴ τυγχάνῃ γέ που, ὦ ἑταῖρε, ἀγαθὸν ὄν, ἐπεὶ αὑτῶν γε καὶ πόδας καὶ χεῖρας ἐθέλουσιν ἀποτέμνεσθαι οἱ ἄνθρωποι, ἐὰν αὐτοῖς δοκῇ τὰ ἑαυτῶν πονηρὰ εἶναι. οὐ γὰρ τὸ ἑαυτῶν οἶμαι ἕκαστοι ἀσπάζονται, εἰ μὴ εἴ τις τὸ μὲν ἀγαθὸν οἰκεῖον καλεῖ καὶ ἑαυτοῦ, τὸ δὲ κακὸν ἀλλότριον· ὡς οὐδέν γε ἄλλο ἐστὶν οὗπου αποζητούν το άλλο μισό του εαυτού τους· η δική μου όμως άποψη λέει ότι ο έρωτας δεν είναι αναζήτηση ούτε του μισού ούτε του ολόκληρου, αν, φίλε μου, τυχαίνει να μην είναι καλό· γιατί, βλέπεις, οι άνθρωποι πρόθυμα δέχονται να τους αποκόβουν και τα πόδια και τα χέρια, αν τους φαίνεται ότι αυτά είναι αρρωστημένα. Γιατί φρονώ πως ο καθένας μας δε σφιχταγκαλιάζει κάτι σαν δικό του, παρά μόνο στην περίπτωση που αποκαλεί δικό του και κτήμα του το καλό, και ξένο το κακό· γιατί το μόνο, για το οποίο
[206a]ἐρῶσιν ἅνθρωποι ἢ τοῦ ἀγαθοῦ. ἢ σοὶ δοκοῦσιν;νιώθει έρωτα ο άνθρωπος, είναι το καλό· ή, νομίζεις, για κάτι άλλο;»
Μὰ Δί᾽ οὐκ ἔμοιγε, ἦν δ᾽ ἐγώ.«Μα το Δία», αποκρίθηκα, «δε νομίζω για κάτι άλλο».
Ἆρ᾽ οὖν, ἦ δ᾽ ἥ, οὕτως ἁπλοῦν ἐστι λέγειν ὅτι οἱ ἄνθρωποι τἀγαθοῦ ἐρῶσιν;«Άρα λοιπόν, είπε, είναι τόσο αυτονόητο να λέμε ότι οι άνθρωποι νιώθουν έρωτα για το καλό;»
Ναί, ἔφην.«Ναι», αποκρίθηκα.
Τί δέ; οὐ προσθετέον, ἔφη, ὅτι καὶ εἶναι τὸ ἀγαθὸν αὑτοῖς ἐρῶσιν;«Τί λοιπόν, δεν πρέπει να προσθέσουμε σ᾽ αυτό ότι ποθούν και να γίνει κτήμα τους το καλό;»
Προσθετέον.«Να το προσθέσουμε».
Ἆρ᾽ οὖν, ἔφη, καὶ οὐ μόνον εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀεὶ εἶναι;«Κατά συνέπεια, είπε, κι όχι μόνο να είναι κτήμα τους, αλλά και να είναι για πάντα».
Καὶ τοῦτο προσθετέον.«Να το προσθέσουμε κι αυτό».
Ἔστιν ἄρα συλλήβδην, ἔφη, ὁ ἔρως τοῦ τὸ ἀγαθὸν αὑτῷ εἶναι ἀεί.«Άρα, συνοψίζουμε, είπε: έρωτας είναι ο πόθος του ανθρώπου να έχει κτήμα του για πάντα το καλό».
Ἀληθέστατα, ἔφην ἐγώ, λέγεις.«Ό,τι πιο αληθινό, είναι ο λόγος σου», της είπα.
[206b]Ὅτε δὴ τοῦτο ὁ ἔρως ἐστὶν ἀεί, ἦ δ᾽ ἥ, τῶν τίνα τρόπον διωκόντων αὐτὸ καὶ ἐν τίνι πράξει ἡ σπουδὴ καὶ ἡ σύντασις ἔρως ἂν καλοῖτο; τί τοῦτο τυγχάνει ὂν τὸ ἔργον; ἔχεις εἰπεῖν;«Απ᾽ τη στιγμή λοιπόν που ο έρωτας, πάντοτε, είναι αυτό που είπαμε, μου είπε, τίνων ο ζήλος και η υπερένταση της προσπάθειας θα μπορούσε ν᾽ αποκληθεί έρωτας; με ποιό τρόπο επιδιώκουν να το αποκτήσουν και σε ποιά ενέργειά τους; ποιά στην πραγματικότητα τυχαίνει να είναι αυτή η ενέργεια; είσαι σε θέση να το πεις;»
Οὐ μεντἂν σέ, ἔφην ἐγώ, ὦ Διοτίμα, ἐθαύμαζον ἐπὶ σοφίᾳ καὶ ἐφοίτων παρὰ σὲ αὐτὰ ταῦτα μαθησόμενος.«Διοτίμα, της αποκρίθηκα, αν ήμουν σε θέση, δε θα έτρεφα τέτοιο θαυμασμό για τη σοφία σου κι ούτε θα γινόμουν ακροατής σου, για να με διδάξεις αυτά ακριβώς που συζητάμε».
Ἀλλὰ ἐγώ σοι, ἔφη, ἐρῶ. ἔστι γὰρ τοῦτο τόκος ἐν καλῷ καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν.«Τότε, είπε, θα σου το πω εγώ: αυτό είναι ο τοκετός μες στην ομορφιά· τοκετός, τόσο σωματικός όσο και ψυχικός».
Μαντείας, ἦν δ᾽ ἐγώ, δεῖται ὅτι ποτε λέγεις, καὶ οὐ μανθάνω.«Το τί σημαίνουν αυτά που λες, της είπα, μόνο μάντης μπορεί να μας το πει — εγώ δε βγάζω νόημα».
[206c]Ἀλλ᾽ ἐγώ, ἦ δ᾽ ἥ, σαφέστερον ἐρῶ. κυοῦσιν γάρ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, πάντες ἄνθρωποι καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν, καὶ ἐπειδὰν ἔν τινι ἡλικίᾳ γένωνται, τίκτειν ἐπιθυμεῖ ἡμῶν ἡ φύσις. τίκτειν δὲ ἐν μὲν αἰσχρῷ οὐ δύναται, ἐν δὲ τῷ καλῷ. ἡ γὰρ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς συνουσία τόκος ἐστίν. ἔστι δὲ τοῦτο θεῖον τὸ πρᾶγμα, καὶ τοῦτο ἐν θνητῷ ὄντι τῷ ζῴῳ ἀθάνατον ἔνεστιν, ἡ κύησις καὶ ἡ γέννησις. τὰ δὲ ἐν τῷ ἀναρμόστῳ ἀδύνατον«Λοιπόν, είπε, θα σου τα πω σαφέστερα· δηλαδή, Σωκράτη, είπε, όλοι οι άνθρωποι κυοφορούν, τόσο στο σώμα, όσο και στην ψυχή· κι όταν φτάσουμε σε μια ορισμένη ηλικία, είναι έμφυτη η επιθυμία μας για τοκετό. Αλλά δεν μπορεί να έχουμε τοκετό μες στην ασκήμια, αλλά μόνο μέσα στην ομορφιά. Δηλαδή, η συνεύρεση του άντρα με τη γυναίκα είναι τοκετός. Κι έχει κάτι το θεϊκό αυτή η πράξη, και μες στη θνητή μας ύπαρξη ετούτο είναι αθάνατο, η κυοφορία και η γέννα. Λοιπόν, αυτά με κανένα τρόπο δε γίνονται
[206d]γενέσθαι. ἀνάρμοστον δ᾽ ἐστὶ τὸ αἰσχρὸν παντὶ τῷ θείῳ, τὸ δὲ καλὸν ἁρμόττον. Μοῖρα οὖν καὶ Εἰλείθυια ἡ Καλλονή ἐστι τῇ γενέσει. διὰ ταῦτα ὅταν μὲν καλῷ προσπελάζῃ τὸ κυοῦν, ἵλεών τε γίγνεται καὶ εὐφραινόμενον διαχεῖται καὶ τίκτει τε καὶ γεννᾷ· ὅταν δὲ αἰσχρῷ, σκυθρωπόν τε καὶ λυπούμενον συσπειρᾶται καὶ ἀποτρέπεται καὶ ἀνείλλεται καὶ οὐ γεννᾷ, ἀλλὰ ἴσχον τὸ κύημα χαλεπῶς φέρει. ὅθεν δὴ τῷ κυοῦντί τε καὶ ἤδη σπαργῶντι πολλὴ ἡ πτοίησις γέγονεμέσα σε ανάρμοστες συνθήκες· και ανάρμοστη συνθήκη, για καθετί το θεϊκό, είναι η ασκήμια, ενώ η ομορφιά τού πάει μια χαρά. Λοιπόν, πάνω στη γέννα, η Καλλονή παραστέκεται, Μοίρα και Ειλείθυια μαζί. Κι αυτός είναι ο λόγος που, όταν αυτό που κυοφορεί προσεγγίζει κάτι όμορφο, γίνεται ευδιάθετο και, νιώθοντας αγαλλίαση, διαχυτικό, τεκνοποιεί και γεννά· αντίθετα, όταν βρεθεί κοντά σε άσκημο, σκυθρωπό και θλιμμένο, συσπειρώνεται και νιώθει αποτροπιασμό και τραβιέται πίσω και δε γεννά, αλλά, μη μπορώντας να ξαλαφρώσει από τον γόνο, υποφέρει βαριά. Έτσι εξηγείται που το άτομο που κυοφορεί και που φουσκώνουν τα στήθια του νιώθει μεγάλη έξαψη
[206e]περὶ τὸ καλὸν διὰ τὸ μεγάλης ὠδῖνος ἀπολύειν τὸν ἔχοντα. ἔστιν γάρ, ὦ Σώκρατες, ἔφη, οὐ τοῦ καλοῦ ὁ ἔρως, ὡς σὺ οἴει.για την ομορφιά, επειδή αυτή το λυτρώνει από τους μεγάλους πόνους της γέννας. Γιατί, Σωκράτη, ο έρωτας δεν ποθεί το ωραίο, όπως φαντάζεσαι».
Ἀλλὰ τί μήν;«Αλλά τί ποθεί λοιπόν;»
Τῆς γεννήσεως καὶ τοῦ τόκου ἐν τῷ καλῷ.«Τη γέννα και τον τοκετό μες στην ομορφιά».
Εἶεν, ἦν δ᾽ ἐγώ.«Πολύ ωραία», της αποκρίθηκα.
Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη. τί δὴ οὖν τῆς γεννήσεως; ὅτι ἀειγενές ἐστι καὶ ἀθάνατον ὡς θνητῷ ἡ γέννησις.«Πάρα πολύ, βέβαια, είπε. Αλλά, γιατί ποθεί τη γέννα; Επειδή η γέννα είναι, για ένα θνητό πλάσμα, κάτι που αναπαράγεται ατελεύτητα, και αθάνατο.
[207a]ἀθανασίας δὲ ἀναγκαῖον ἐπιθυμεῖν μετὰ ἀγαθοῦ ἐκ τῶν ὡμολογημένων, εἴπερ τοῦ ἀγαθοῦ ἑαυτῷ εἶναι ἀεὶ ἔρως ἐστίν. ἀναγκαῖον δὴ ἐκ τούτου τοῦ λόγου καὶ τῆς ἀθανασίας τὸν ἔρωτα εἶναι.Λοιπόν, ο άνθρωπος οπωσδήποτε ποθεί την αθανασία, συνοδευόμενη από ευτυχία, σύμφωνα μ᾽ όσα συνομολογήσαμε, αν βέβαια ο έρωτας είναι πόθος της απόχτησης της παντοτινής ευτυχίας. Λοιπόν, απ᾽ αυτό τον συλλογισμό προκύπτει ότι ο έρωτας αναπόφευκτα είναι και πόθος για αθανασία».
Ταῦτά τε οὖν πάντα ἐδίδασκέ με, ὁπότε περὶ τῶν ἐρωτικῶν λόγους ποιοῖτο, καί ποτε ἤρετοΛοιπόν, όλ᾽ αυτά μου δίδασκε η Διοτίμα κάθε φορά που πραγματευόταν το θέμα του έρωτα, και κάποια μέρα με ρώτησε:
Τί οἴει, ὦ Σώκρατες, αἴτιον εἶναι τούτου τοῦ ἔρωτος καὶ τῆς ἐπιθυμίας; ἢ οὐκ αἰσθάνῃ ὡς δεινῶς διατίθεται πάντα τὰ θηρία ἐπειδὰν γεννᾶν ἐπιθυμήσῃ, καὶ τὰ πεζὰ καὶ τὰ πτηνά, νοσοῦντά τε«Σωκράτη, τί φαντάζεσαι ότι είναι αιτία αυτού του έρωτα κι αυτού του πόθου; Δεν παρατήρησες πόσο εκνευρισμένα δείχνουν όλα τα ζώα, όταν τα κυριεύει η επιθυμία να γεννήσουν, και τα χερσαία και τα πτηνά, αρρωστημένα
[207b]πάντα καὶ ἐρωτικῶς διατιθέμενα, πρῶτον μὲν περὶ τὸ συμμιγῆναι ἀλλήλοις, ἔπειτα περὶ τὴν τροφὴν τοῦ γενομένου, καὶ ἕτοιμά ἐστιν ὑπὲρ τούτων καὶ διαμάχεσθαι τὰ ἀσθενέστατα τοῖς ἰσχυροτάτοις καὶ ὑπεραποθνῄσκειν, καὶ αὐτὰ τῷ λιμῷ παρατεινόμενα ὥστ᾽ ἐκεῖνα ἐκτρέφειν, καὶ ἄλλο πᾶν ποιοῦντα. τοὺς μὲν γὰρ ἀνθρώπους, ἔφη, οἴοιτ᾽ ἄν τις ἐκ λογισμοῦ ταῦτα ποιεῖν· τὰ δὲ θηρία τίς αἰτία οὕτωςόλα και με ερωτικές εξάψεις, πρώτα πρώτα για να σμίξουν ερωτικά μεταξύ τους κι έπειτα για να θρέψουν αυτά που έφεραν στον κόσμο κι είναι πρόθυμα να δώσουν μάχη, τα πιο αδύναμα ενάντια στα πιο δυνατά, για να τα υπερασπιστούν, και να βαδίσουν στο θάνατο γι᾽ αυτά· τα ίδια τους να λιμοκτονούν, για να έχουν να δώσουν τροφή σ᾽ εκείνα, και τα παρόμοια καμώματά τους να μην έχουν τέλος; Βέβαια, είπε, όσο για τους ανθρώπους θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι τα κάνουν αυτά από υπολογισμό· για τα ζώα όμως, ποιά η αιτία μιας τέτοιας
[207c]ἐρωτικῶς διατίθεσθαι; ἔχεις λέγειν;ερωτικής συμπεριφοράς; Μπορείς να μου το εξηγήσεις;»
Καὶ ἐγὼ αὖ ἔλεγον ὅτι οὐκ εἰδείην·Κι εγώ πάλι της έλεγα ότι έχω άγνοια.
ἣ δ᾽ εἶπεν, Διανοῇ οὖν δεινός ποτε γενήσεσθαι τὰ ἐρωτικά, ἐὰν ταῦτα μὴ ἐννοῇς;Κι αυτή είπε: «Περνά λοιπόν απ᾽ το μυαλό σου ότι κάποτε θα γίνεις αυθεντία στα θέματα του έρωτα, αν δεν κατανοείς όλ᾽ αυτά;»
Ἀλλὰ διὰ ταῦτά τοι, ὦ Διοτίμα, ὅπερ νυνδὴ εἶπον, παρὰ σὲ ἥκω, γνοὺς ὅτι διδασκάλων δέομαι. ἀλλά μοι λέγε καὶ τούτων τὴν αἰτίαν καὶ τῶν ἄλλων τῶν περὶ τὰ ἐρωτικά.«Μα, Διοτίμα, σου το είπα τώρα δα, γι᾽ αυτόν ακριβώς το λόγο επιδίωξα να σε συναντήσω, γιατί κατάλαβα ότι χρειάζομαι δασκάλους. Πες μου λοιπόν, για ποιά αιτία συμβαίνουν τα παραπάνω και τ᾽ άλλα που έχουν να κάνουν με το φαινόμενο έρωτας».
Εἰ τοίνυν, ἔφη, πιστεύεις ἐκείνου εἶναι φύσει τὸν ἔρωτα, οὗ πολλάκις ὡμολογήκαμεν, μὴ θαύμαζε. ἐνταῦθα γὰρ«Λοιπόν, μου είπε, αν είσαι πεπεισμένος ότι από τη φύση του ο έρωτας έχει αντικείμενο εκείνο, για το οποίο πολλές φορές μείναμε σύμφωνοι, μην απορείς. Γιατί και στην περίπτωσή τους,
[207d]τὸν αὐτὸν ἐκείνῳ λόγον ἡ θνητὴ φύσις ζητεῖ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀεί τε εἶναι καὶ ἀθάνατος. δύναται δὲ ταύτῃ μόνον, τῇ γενέσει, ὅτι ἀεὶ καταλείπει ἕτερον νέον ἀντὶ τοῦ παλαιοῦ, ἐπεὶ καὶ ἐν ᾧ ἓν ἕκαστον τῶν ζῴων ζῆν καλεῖται καὶ εἶναι τὸ αὐτό — οἷον ἐκ παιδαρίου ὁ αὐτὸς λέγεται ἕως ἂν πρεσβύτης γένηται· οὗτος μέντοι οὐδέποτε τὰ αὐτὰ ἔχων ἐν αὑτῷ ὅμως ὁ αὐτὸς καλεῖται, ἀλλὰ νέος ἀεὶ γιγνόμενος, τὰ δὲ ἀπολλύς, καὶ κατὰ τὰς τρίχας καὶ σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶγια τον ίδιο λόγο που επικαλεστήκαμε εκεί, η θνητή φύση επιδιώκει να είναι, στο μέτρο του δυνατού, αιώνια και αθάνατη. Κι ο μόνος τρόπος να το πετύχει αυτό είναι η γέννα, γιατί πάντοτε αφήνει στη θέση του παλιού κάτι καινούργιο, παρόμοιο — πράγματι, όταν λέμε ότι κάθε ζωντανό ον βρίσκεται στη ζωή και παραμένει το ίδιο (λόγου χάρη, έναν άνθρωπο, από μικρό παιδί κι ως τα γεράματα, τον φωνάζουμε με το ίδιο όνομα· πράγματι, αυτός δεν παύει ποτέ να θεωρείται το ίδιο πρόσωπο, παρόλο που τα στοιχεία που τον αποτελούν δεν παραμένουν τα ίδια, αλλά ασταμάτητα αποχτά νέα στοιχεία, ενώ άλλα στοιχεία του χάνονται· ο λόγος για το τρίχωμα και για τις σάρκες και για τα οστά και
[207e]αἷμα καὶ σύμπαν τὸ σῶμα. καὶ μὴ ὅτι κατὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ψυχὴν οἱ τρόποι, τὰ ἤθη, δόξαι, ἐπιθυμίαι, ἡδοναί, λῦπαι, φόβοι, τούτων ἕκαστα οὐδέποτε τὰ αὐτὰ πάρεστιν ἑκάστῳ, ἀλλὰ τὰ μὲν γίγνεται, τὰ δὲ ἀπόλλυται. πολὺ δὲ τούτων ἀτοπώτερον ἔτι, ὅτι καὶ αἱ ἐπιστῆμαιγια το αίμα και για το σώμα στο σύνολό του). Και οι αλλαγές δεν περιορίζονται στη σωματική μας υπόσταση, αλλά και σ᾽ ό,τι φορά στον ψυχικό μας κόσμο: οι διαθέσεις μας, ο χαρακτήρας μας, οι αντιλήψεις και οι επιθυμίες μας, οι ηδονές μας, οι λύπες μας, οι φόβοι μας, τίποτ᾽ απ᾽ αυτά δεν παραμένει αναλλοίωτο στον καθένα μας, αλλά άλλα εμφανίζονται, άλλα χάνονται. Και συμβαίνει και κάτι πολύ πιο παράξενο απ᾽ αυτά, ότι και οι γνώσεις μας,
[208a]μὴ ὅτι αἱ μὲν γίγνονται, αἱ δὲ ἀπόλλυνται ἡμῖν, καὶ οὐδέποτε οἱ αὐτοί ἐσμεν οὐδὲ κατὰ τὰς ἐπιστήμας, ἀλλὰ καὶ μία ἑκάστη τῶν ἐπιστημῶν ταὐτὸν πάσχει. ὃ γὰρ καλεῖται μελετᾶν, ὡς ἐξιούσης ἐστὶ τῆς ἐπιστήμης· λήθη γὰρ ἐπιστήμης ἔξοδος, μελέτη δὲ πάλιν καινὴν ἐμποιοῦσα ἀντὶ τῆς ἀπιούσης μνήμην σῴζει τὴν ἐπιστήμην, ὥστε τὴν αὐτὴν δοκεῖν εἶναι. τούτῳ γὰρ τῷ τρόπῳ πᾶν τὸ θνητὸν σῴζεται, οὐ τῷ παντάπασιν τὸ αὐτὸ ἀεὶ εἶναι ὥσπερ τὸόχι μόνο άλλες αποχτιένται κι άλλες χάνονται και ουδέποτε στον τομέα των γνώσεων μένουμε στο ίδιο επίπεδο, αλλά και με καθεμιά ξεχωριστά από τις γνώσεις μας το ίδιο συμβαίνει. Γιατί αυτό που αποκαλούμε μελέτη προϋποθέτει ότι η γνώση εγκαταλείπει το πνεύμα μας· γιατί λήθη είναι η αποχώρηση της γνώσης από το πνεύμα μας, ενώ η μελέτη, αντίθετα, δημιουργώντας νέο απόθεμα γνώσης στη θέση εκείνης που αποχώρησε, κρατά ζωντανή τη γνώση, έτσι που να δημιουργείται η εντύπωση ότι παραμένει η ίδια. Γιατί μ᾽ αυτό τον τρόπο συνεχίζει την ύπαρξή του το κάθε θνητό ον, όχι με το να παραμένει αυτό πέρα για πέρα το ίδιο, όπως το
[208b]θεῖον, ἀλλὰ τῷ τὸ ἀπιὸν καὶ παλαιούμενον ἕτερον νέον ἐγκαταλείπειν οἷον αὐτὸ ἦν. ταύτῃ τῇ μηχανῇ, ὦ Σώκρατες, ἔφη, θνητὸν ἀθανασίας μετέχει, καὶ σῶμα καὶ τἆλλα πάντα· ἀθάνατον δὲ ἄλλῃ. μὴ οὖν θαύμαζε εἰ τὸ αὑτοῦ ἀποβλάστημα φύσει πᾶν τιμᾷ· ἀθανασίας γὰρ χάριν παντὶ αὕτη ἡ σπουδὴ καὶ ὁ ἔρως ἕπεται.θεϊκό, αλλά με το ότι το κάθε στοιχείο του που αποχωρεί και γερνά αφήνει στη θέση του ένα καινούργιο, παρόμοιο μ᾽ αυτό που το ίδιο του ήταν. Μ᾽ αυτή λοιπόν τη διαδικασία, Σωκράτη, μου είπε, η θνητή φύση αποχτά μερίδιο στην αθανασία, και σ᾽ ό,τι αφορά στο σώμα και σ᾽ όλα τ᾽ άλλα· αλλά η αθάνατη, με άλλη διαδικασία. Λοιπόν, μη σε παραξενεύει το ότι από ένστικτο το κάθε ον θεωρεί πολύτιμο το βλαστάρι του· γιατί αυτό το ενδιαφέρον κι αυτός ο έρωτας συνοδεύει τον καθένα στην επιδίωξη του για αθανασία».
Καὶ ἐγὼ ἀκούσας τὸν λόγον ἐθαύμασά τε καὶ εἶπον Εἶεν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ σοφωτάτη Διοτίμα, ταῦτα ὡς ἀληθῶς οὕτως ἔχει;Κι εγώ ακούοντας τα λόγια της παραξενεύτηκα και είπα: «Έλα τώρα, της είπα, πάνσοφη Διοτίμα, ανταποκρίνονται πράγματι στην αλήθεια αυτά;»
[208c]Καὶ ἥ, ὥσπερ οἱ τέλεοι σοφισταί, Εὖ ἴσθι, ἔφη, ὦ Σώκρατες· ἐπεί γε καὶ τῶν ἀνθρώπων εἰ ἐθέλεις εἰς τὴν φιλοτιμίαν βλέψαι, θαυμάζοις ἂν τῆς ἀλογίας περὶ ἃ ἐγὼ εἴρηκα εἰ μὴ ἐννοεῖς, ἐνθυμηθεὶς ὡς δεινῶς διάκεινται ἔρωτι τοῦ ὀνομαστοὶ γενέσθαι καὶ κλέος ἐς τὸν ἀεὶ χρόνον ἀθάνατον καταθέσθαι, καὶ ὑπὲρ τούτου κινδύνους τε κινδυνεύειν ἕτοιμοί εἰσι πάντας ἔτι μᾶλλον ἢ ὑπὲρ τῶνΚι εκείνη, σαν σωστός σοφιστής, είπε: «Να είσαι βέβαιος γι᾽ αυτό, Σωκράτη· γιατί, αν θέλεις να ρίξεις το βλέμμα σου στη φιλοδοξία των ανθρώπων, θα ᾽μενες απορημένος για τον παραλογισμό που δείχνουν στις περιπτώσεις που εγώ ανέφερα, αν δεν κατανοείς τα λόγια μου και δε φέρεις στο νου σου τον φοβερό παροξυσμό στον οποίο πέφτουν, για να γίνουν ξακουστοί και αθάνατη, αιώνια να θησαυρίσουν δόξα και, για να την κερδίσουν, είναι πρόθυμοι να μπουν σε κάθε κίνδυνο γι᾽ αυτήν πολύ περισσότερο απ᾽ ό,τι για τα
[208d]παίδων, καὶ χρήματα ἀναλίσκειν καὶ πόνους πονεῖν οὑστινασοῦν καὶ ὑπεραποθνῄσκειν. ἐπεὶ οἴει σύ, ἔφη, Ἄλκηστιν ὑπὲρ Ἀδμήτου ἀποθανεῖν ἄν, ἢ Ἀχιλλέα Πατρόκλῳ ἐπαποθανεῖν, ἢ προαποθανεῖν τὸν ὑμέτερον Κόδρον ὑπὲρ τῆς βασιλείας τῶν παίδων, μὴ οἰομένους ἀθάνατον μνήμην ἀρετῆς πέρι ἑαυτῶν ἔσεσθαι, ἣν νῦν ἡμεῖς ἔχομεν; πολλοῦ γε δεῖ, ἔφη, ἀλλ᾽ οἶμαι ὑπὲρ ἀρετῆς ἀθανάτου καὶ τοιαύτης δόξης εὐκλεοῦς πάντες πάντα ποιοῦσιν, ὅσῳ ἂν ἀμείνουςπαιδιά τους, και να ξοδέψουν την περιουσία τους και να καταπονηθούν με κάθε τρόπο και να δώσουν τη ζωή τους γι᾽ αυτήν. Λόγου χάρη, θα φανταζόσουν, μου είπε, ότι η Άλκηστη θα θυσίαζε τη ζωή της για τον Άδμητο ή ότι ο Αχιλλέας θ᾽ ακολουθούσε στο θάνατο τον Πάτροκλο ή ότι ο δικός σας, ο Κόδρος, θα έβρισκε τον θάνατο ως προϋπόθεση για να κρατήσουν τα παιδιά του τη βασιλεία, αν δεν πίστευαν ότι εξασφάλιζαν αιώνια την υστεροφημία για την αρετή τους — που και στις μέρες μας μένει ζωντανή; Κάθε άλλο, είπε, αλλά φρονώ ότι οι πάντες κάνουν τα πάντα, για ν᾽ αποχτήσουν αρετή που δεν ξέρει το θάνατο και μια τέτοια τιμημένη δόξα· κι όσο η αρετή που κατέχουν είναι ανώτερη,
[208e]ὦσι, τοσούτῳ μᾶλλον· τοῦ γὰρ ἀθανάτου ἐρῶσιν. οἱ μὲν οὖν ἐγκύμονες, ἔφη, κατὰ τὰ σώματα ὄντες πρὸς τὰς γυναῖκας μᾶλλον τρέπονται καὶ ταύτῃ ἐρωτικοί εἰσιν, διὰ παιδογονίας ἀθανασίαν καὶ μνήμην καὶ εὐδαιμονίαν, ὡς οἴονται, αὑτοῖς εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον πάντα ποριζόμενοι· οἱ δὲ κατὰ τὴντόσο περισσότερο ζήλο δείχνουν· γιατί κατέχονται από έρωτα αθανασίας. Τώρα, είπε, αυτοί που κυοφορούν σωματικά, στρέφονται κατά προτίμηση προς τις γυναίκες και μ᾽ αυτό τον τρόπο εκδηλώνουν τον έρωτά τους, επιδιώκοντας, όπως φαντάζονται, να εξασφαλίσουν μελλοντική αθανασία και υστεροφημία και παντοτινή ευτυχία με την απόχτηση παιδιών· αντίθετα οι άλλοι, που κυοφορούν στην
[209a]ψυχήν —εἰσὶ γὰρ οὖν, ἔφη, οἳ ἐν ταῖς ψυχαῖς κυοῦσιν ἔτι μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς σώμασιν, ἃ ψυχῇ προσήκει καὶ κυῆσαι καὶ τεκεῖν· τί οὖν προσήκει; φρόνησίν τε καὶ τὴν ἄλλην ἀρετήν— ὧν δή εἰσι καὶ οἱ ποιηταὶ πάντες γεννήτορες καὶ τῶν δημιουργῶν ὅσοι λέγονται εὑρετικοὶ εἶναι· πολὺ δὲ μεγίστη, ἔφη, καὶ καλλίστη τῆς φρονήσεως ἡ περὶ τὰ τῶν πόλεών τε καὶ οἰκήσεων διακόσμησις, ᾗ δὴ ὄνομά ἐστι σωφροσύνη τε καὶ δικαιοσύνη — τούτων δ᾽ αὖ ὅταν τις ἐκψυχή — γιατί δε λείπουν εκείνοι που κυοφορούν πολύ περισσότερο μες στην ψυχή απ᾽ ό,τι μες στο σώμα τους γόνο που αρμόζει να κυοφορήσει και να φέρει στον κόσμο η ψυχή. Ποιός λοιπόν είναι ο γόνος που της αρμόζει; Η σύνεση και γενικότερα η αρετή — νά, αυτά που φέρνουν στον κόσμο οι ποιητές στο σύνολό τους κι από τους τεχνίτες όσοι φημίζονται ότι είναι εφευρέτες· και το πιο μεγάλο, είπε, και πιο ωραίο δημιούργημα της σύνεσης είναι η νοικοκυρεμένη διακυβέρνηση των πόλεων και των σπιτικών, ό,τι ακριβώς αποκαλούμε σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Λοιπόν, όταν κάποιος
[209b]νέου ἐγκύμων ᾖ τὴν ψυχήν, ᾔθεος ὢν καὶ ἡκούσης τῆς ἡλικίας, τίκτειν τε καὶ γεννᾶν ἤδη ἐπιθυμῇ, ζητεῖ δὴ οἶμαι καὶ οὗτος περιιὼν τὸ καλὸν ἐν ᾧ ἂν γεννήσειεν· ἐν τῷ γὰρ αἰσχρῷ οὐδέποτε γεννήσει. τά τε οὖν σώματα τὰ καλὰ μᾶλλον ἢ τὰ αἰσχρὰ ἀσπάζεται ἅτε κυῶν, καὶ ἂν ἐντύχῃ ψυχῇ καλῇ καὶ γενναίᾳ καὶ εὐφυεῖ, πάνυ δὴ ἀσπάζεται τὸ συναμφότερον, καὶ πρὸς τοῦτον τὸν ἄνθρωπον εὐθὺς εὐπορεῖ λόγων περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ οἷον χρὴ εἶναιαπ᾽ τα νεανικά του χρόνια κυοφορεί αυτά στην ψυχή του, με το που γίνεται παλικαράκι και ενηλικιωθεί, κατέχεται πια απ᾽ την επιθυμία του τοκετού και της γέννας· κι αναζητά, φαντάζομαι, γυρνώντας εδώ κι εκεί, την ομορφιά, μες στην οποία θα γεννήσει· γιατί ποτέ δε θα γεννήσει μες στην ασκήμια. Λοιπόν, δείχνει περισσότερη αγάπη στα ωραία σώματα απ᾽ ό,τι στα άσκημα (γιατί, βλέπεις, κυοφορεί), κι αν μέσα σ᾽ αυτά συναπαντήσει ψυχή ωραία και αρχοντική και καλοκαμωμένη, η αγάπη του για τη μια και για την άλλη ομορφιά δυναμώνει εξαιρετικά· και αντικρίζοντας αυτό το πρόσωπο, από την πρώτη στιγμή βρίσκει άφθονα λόγια για την αρετή και για το πρότυπο που πρέπει να ενσαρκώνει
[209c]τὸν ἄνδρα τὸν ἀγαθὸν καὶ ἃ ἐπιτηδεύειν, καὶ ἐπιχειρεῖ παιδεύειν. ἁπτόμενος γὰρ οἶμαι τοῦ καλοῦ καὶ ὁμιλῶν αὐτῷ, ἃ πάλαι ἐκύει τίκτει καὶ γεννᾷ, καὶ παρὼν καὶ ἀπὼν μεμνημένος, καὶ τὸ γεννηθὲν συνεκτρέφει κοινῇ μετ᾽ ἐκείνου, ὥστε πολὺ μείζω κοινωνίαν τῆς τῶν παίδων πρὸς ἀλλήλους οἱ τοιοῦτοι ἴσχουσι καὶ φιλίαν βεβαιοτέραν, ἅτε καλλιόνων καὶ ἀθανατωτέρων παίδων κεκοινωνηκότες. καὶ πᾶς ἂν δέξαιτο ἑαυτῷ τοιούτους παῖδας μᾶλλον γεγονέναι ἢ τοὺςο προικισμένος με αρετή άντρας και για τις δραστηριότητες που του αρμόζουν, και καταπιάνεται με την πνευματική του καλλιέργεια. Γιατί με την επαφή του με τον ωραίο και με το να τον συναναστρέφεται, φέρνει στον κόσμο και γεννά, φαντάζομαι, αυτό που εδώ και καιρό κυοφορούσε, με τη σκέψη στραμμένη σ᾽ εκείνον, είτε όσο είναι δίπλα του είτε αναπολώντας τον όσο βρίσκεται μακριά του, και ανατρέφει μαζί μ᾽ εκείνον το νεογέννητο, κι έτσι, ανάμεσα σ᾽ ανθρώπους σαν κι αυτούς γεννιέται ένας δεσμός πιο δυνατός και φιλία σταθερότερη απ᾽ ό,τι ανάμεσα στους γονείς των σωματικών παιδιών, μια και τα κοινά παιδιά τους είναι ομορφότερα και με εξασφαλισμένη διαρκέστερη την αθανασία. Κι ο καθένας θα προτιμούσε ν᾽ αποχτήσει τέτοια παιδιά παρά
[209d]ἀνθρωπίνους, καὶ εἰς Ὅμηρον ἀποβλέψας καὶ Ἡσίοδον καὶ τοὺς ἄλλους ποιητὰς τοὺς ἀγαθοὺς ζηλῶν, οἷα ἔκγονα ἑαυτῶν καταλείπουσιν, ἃ ἐκείνοις ἀθάνατον κλέος καὶ μνήμην παρέχεται αὐτὰ τοιαῦτα ὄντα· εἰ δὲ βούλει, ἔφη, οἵους Λυκοῦργος παῖδας κατελίπετο ἐν Λακεδαίμονι σωτῆρας τῆς Λακεδαίμονος καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν τῆς Ἑλλάδος. τίμιος δὲ παρ᾽ ὑμῖν καὶ Σόλων διὰ τὴν τῶν νόμων γέννησιν, καὶ ἄλλοιτα σωματικά, αντικρίζοντας τον Όμηρο και ζηλεύοντας τον Ησίοδο και τους άλλους εμπνευσμένους ποιητές, τί βλαστάρια αφήνουν πίσω τους, που τους εξασφαλίζουν δόξα και υστεροφημία αθάνατη, καθώς αθάνατα είναι και τα ίδια· κι αν θέλεις, μου είπε, τί παιδιά άφησε πίσω του ο Λυκούργος στη Σπάρτη, σωτήρες των Λακεδαιμονίων και, μπορούμε να πούμε, των Ελλήνων! Και τιμημένος στον τόπο σας ο Σόλων, για τους νόμους που γέννησε, και άλλοι άντρες
[209e]ἄλλοθι πολλαχοῦ ἄνδρες, καὶ ἐν Ἕλλησι καὶ ἐν βαρβάροις, πολλὰ καὶ καλὰ ἀποφηνάμενοι ἔργα, γεννήσαντες παντοίαν ἀρετήν· ὧν καὶ ἱερὰ πολλὰ ἤδη γέγονε διὰ τοὺς τοιούτους παῖδας, διὰ δὲ τοὺς ἀνθρωπίνους οὐδενός πω. Ταῦτα μὲν οὖν τὰ ἐρωτικὰ ἴσως, ὦ Σώκρατες, κἂν σὺσε πολλά άλλα μέρη, και στον ελληνικό και στον βαρβαρικό κόσμο, που παρουσίασαν πολλά και ωραία κατορθώματα, δημιουργοί αρετής κάθε είδους· στη χάρη τους μάλιστα ιδρύθηκαν εδώ και καιρό πολλά κέντρα λατρείας, επειδή γέννησαν τέτοια παιδιά — δεν ακούστηκε τίποτα τέτοιο ως τώρα για τους γονείς σωματικών παιδιών. Λοιπόν, Σωκράτη, στη γνώση του φαινομένου του έρωτα ως αυτό το επίπεδο, θα μπορούσες κι εσύ
[210a]μυηθείης· τὰ δὲ τέλεα καὶ ἐποπτικά, ὧν ἕνεκα καὶ ταῦτα ἔστιν, ἐάν τις ὀρθῶς μετίῃ, οὐκ οἶδ᾽ εἰ οἷός τ᾽ ἂν εἴης. ἐρῶ μὲν οὖν, ἔφη, ἐγὼ καὶ προθυμίας οὐδὲν ἀπολείψω· πειρῶ δὲ ἕπεσθαι, ἂν οἷός τε ᾖς. δεῖ γάρ, ἔφη, τὸν ὀρθῶς ἰόντα ἐπὶ τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἄρχεσθαι μὲν νέον ὄντα ἰέναι ἐπὶ τὰ καλὰ σώματα, καὶ πρῶτον μέν, ἐὰν ὀρθῶς ἡγῆται ὁ ἡγούμενος, ἑνὸς αὐτὸν σώματος ἐρᾶν καὶ ἐνταῦθα γεννᾶν λόγους καλούς, ἔπειτα δὲ αὐτὸν κατανοῆσαι ὅτι τὸ κάλλοςνα μυηθείς· αλλά για την τέλεια μύηση και την αποκαλυπτική θέαση, για χάρη των οποίων γίνεται και η προκαταρκτική κατήχηση, αν τις επιδιώξει κανείς ακολουθώντας την ορθή μέθοδο, δεν είμαι σίγουρη αν θ᾽ αποδειχτείς αρκετός. Πάντως εγώ, μου είπε, θα τα εκθέσω, και δε θα ᾽χεις κανένα παράπονο για την προθυμία μου· και βάλε τα δυνατά σου να με παρακολουθήσεις, αν σου το επιτρέπουν οι δυνάμεις σου. Δηλαδή απαιτείται, μου είπε, αυτός που παίρνει το σωστό δρόμο για να πετύχει αυτό τον σκοπό, ν᾽ αρχίζει από νεανική ηλικία ν᾽ αναζητά τα ωραία σώματα, και, στην πρώτη φάση, αν ο καθοδηγητής του τον καθοδηγεί σωστά, να γίνει εραστής ενός σώματος και σ᾽ αυτό να γεννήσει ωραίες ιδέες· στην επόμενη φάση να κατανοήσει από μόνος του ότι το κάλλος
[210b]τὸ ἐπὶ ὁτῳοῦν σώματι τῷ ἐπὶ ἑτέρῳ σώματι ἀδελφόν ἐστι, καὶ εἰ δεῖ διώκειν τὸ ἐπ᾽ εἴδει καλόν, πολλὴ ἄνοια μὴ οὐχ ἕν τε καὶ ταὐτὸν ἡγεῖσθαι τὸ ἐπὶ πᾶσιν τοῖς σώμασι κάλλος· τοῦτο δ᾽ ἐννοήσαντα καταστῆναι πάντων τῶν καλῶν σωμάτων ἐραστήν, ἑνὸς δὲ τὸ σφόδρα τοῦτο χαλάσαι καταφρονήσαντα καὶ σμικρὸν ἡγησάμενον· μετὰ δὲ ταῦτα τὸ ἐν ταῖς ψυχαῖς κάλλος τιμιώτερον ἡγήσασθαι τοῦ ἐν τῷ σώματι, ὥστε καὶ ἐὰν ἐπιεικὴς ὢν τὴν ψυχήν τις κἂν σμικρὸν ἄνθοςπου στολίζει το κάθε σώμα μοιάζει σαν αδέρφι με το κάλλος που στολίζει κάποιο άλλο σώμα· κι αν οφείλουμε να θηρεύουμε το κάλλος της μορφής, θα ᾽μασταν πολύ ανόητοι αν δεν θεωρούμε ως ένα και το αυτό το κάλλος που στολίζει όλα τα σώματα· κι αφού το κατανοήσει αυτό, να γίνει εραστής όλων των ωραίων σωμάτων, αφού μετριάσει τον σφοδρό έρωτά του για το ένα ωραίο σώμα, καταφρονώντας τον και θεωρώντας τον μικροπρεπή. Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά, να θεωρήσει το κάλλος που στολίζει την ψυχή ανώτερο απ᾽ αυτό που στολίζει το σώμα, ώστε, στην περίπτωση που κάποιος έχει ψυχική ανωτερότητα, έστω κι αν η νεανική του ομορφιά
[210c]ἔχῃ, ἐξαρκεῖν αὐτῷ καὶ ἐρᾶν καὶ κήδεσθαι καὶ τίκτειν λόγους τοιούτους καὶ ζητεῖν, οἵτινες ποιήσουσι βελτίους τοὺς νέους, ἵνα ἀναγκασθῇ αὖ θεάσασθαι τὸ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασι καὶ τοῖς νόμοις καλὸν καὶ τοῦτ᾽ ἰδεῖν ὅτι πᾶν αὐτὸ αὑτῷ συγγενές ἐστιν, ἵνα τὸ περὶ τὸ σῶμα καλὸν σμικρόν τι ἡγήσηται εἶναι· μετὰ δὲ τὰ ἐπιτηδεύματα ἐπὶ τὰς ἐπιστήμας ἀγαγεῖν, ἵνα ἴδῃ αὖ ἐπιστημῶν κάλλος, καὶ βλέπων πρὸςδεν αξίζει και πολλά πράματα, να μη ζητά περισσότερη και να τον ερωτεύεται και να έχει την έγνοια του και να γεννά και ν᾽ αναζητά στοχασμούς τέτοιους, που θα κάνουν τους νέους καλύτερους, για να υποχρεωθεί στο επόμενο στάδιο ν᾽ ατενίσει την ομορφιά στις επαγγελματικές δραστηριότητες και στους θεσμούς και να δει τούτο, ότι η ομορφιά σε κάθε έκφανσή της είναι ένα και το αυτό κι έτσι ν᾽ αντιληφτεί ότι η σωματική ομορφιά δεν αξίζει και πολύ· και μετά τις δραστηριότητες, να οδηγηθεί στον κόσμο των επιστημών, για να δει σ᾽ αυτή τη φάση το κάλλος των επιστημών, και αντικρίζοντας
[210d]πολὺ ἤδη τὸ καλὸν μηκέτι τὸ παρ᾽ ἑνί, ὥσπερ οἰκέτης, ἀγαπῶν παιδαρίου κάλλος ἢ ἀνθρώπου τινὸς ἢ ἐπιτηδεύματος ἑνός, δουλεύων φαῦλος ᾖ καὶ σμικρολόγος, ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸ πολὺ πέλαγος τετραμμένος τοῦ καλοῦ καὶ θεωρῶν πολλοὺς καὶ καλοὺς λόγους καὶ μεγαλοπρεπεῖς τίκτῃ καὶ διανοήματα ἐν φιλοσοφίᾳ ἀφθόνῳ, ἕως ἂν ἐνταῦθα ῥωσθεὶς καὶ αὐξηθεὶς κατίδῃ τινὰ ἐπιστήμην μίαν τοιαύτην, ἥ ἐστι καλοῦτην ευρύτερη πια περιοχή, στην οποία έχει επεκταθεί η ομορφιά, να μην παραμένει τιποτένιος και μικροπρεπής υπηρετώντας δουλικά το κάλλος που αντίκρισε σε μια περίπτωση, ικανοποιημένος με το κάλλος που βλέπει σ᾽ ένα παιδαρέλι ή σ᾽ έναν άνθρωπο ή σε μια δραστηριότητα, αλλά, με το βλέμμα στραμμένο στον μεγάλο ωκεανό του ωραίου και καθώς τα μάτια του θα χαίρονται πολλούς και ωραίους και μεγαλοφάνταστους στοχασμούς, να γεννά διανοητικές συλλήψεις θητεύοντας εντατικά στη φιλοσοφία, ως τη στιγμή που, έχοντας πάρει δυνάμεις και έχοντας σημειώσει πρόοδο σ᾽ αυτό το στάδιο, αντικρίσει ξεκάθαρα τη μια και μόνη επιστήμη, που αντικείμενό της έχει μια ομορφιά
[210e]τοιοῦδε. πειρῶ δέ μοι, ἔφη, τὸν νοῦν προσέχειν ὡς οἷόν τε μάλιστα. ὃς γὰρ ἂν μέχρι ἐνταῦθα πρὸς τὰ ἐρωτικὰ παιδαγωγηθῇ, θεώμενος ἐφεξῆς τε καὶ ὀρθῶς τὰ καλά, πρὸς τέλος ἤδη ἰὼν τῶν ἐρωτικῶν ἐξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστὸν τὴν φύσιν καλόν, τοῦτο ἐκεῖνο, ὦ Σώκρατες, οὗ δὴ ἕνεκεν καὶ οἱ ἔμπροσθεν πάντες πόνοι ἦσαν, πρῶτον μὲνπερίπου σαν αυτήν εδώ — κι απ᾽ τη μεριά σου, είπε, επιστράτευσε όλη την προσοχή σου· γιατί όποιος με παιδαγωγική μέθοδο οδηγηθεί ως αυτό το σημείο της γνώσης του φαινομένου του έρωτα, αντικρίζοντας τα ωραία με την κανονική σειρά τους και σωστά, φτάνοντας πια προς το τέλος της μύησής του στα ερωτικά, ξαφνικά θα δει ξεκάθαρα κάτι που από τη φύση του είναι αξιοθαύμαστα ωραίο, εκείνο ακριβώς, Σωκράτη, για το οποίο καταβλήθηκε όλος ο προηγούμενος μόχθος: το ωραίο, που πρώτα πρώτα
[211a]ἀεὶ ὂν καὶ οὔτε γιγνόμενον οὔτε ἀπολλύμενον, οὔτε αὐξανόμενον οὔτε φθίνον, ἔπειτα οὐ τῇ μὲν καλόν, τῇ δ᾽ αἰσχρόν, οὐδὲ τοτὲ μέν, τοτὲ δὲ οὔ, οὐδὲ πρὸς μὲν τὸ καλόν, πρὸς δὲ τὸ αἰσχρόν, οὐδ᾽ ἔνθα μὲν καλόν, ἔνθα δὲ αἰσχρόν, ὡς τισὶ μὲν ὂν καλόν, τισὶ δὲ αἰσχρόν· οὐδ᾽ αὖ φαντασθήσεται αὐτῷ τὸ καλὸν οἷον πρόσωπόν τι οὐδὲ χεῖρες οὐδὲ ἄλλο οὐδὲν ὧν σῶμα μετέχει, οὐδέ τις λόγος οὐδέ τις ἐπιστήμη, οὐδέ που ὂν ἐν ἑτέρῳ τινι, οἷον ἐν ζώῳ ἢ ἐν γῇ ἢ ἐν οὐρανῷείναι αιώνιο και ούτε γεννιέται ούτε αφανίζεται, ούτε αυξάνεται ούτε ελαττώνεται· επίσης, που δεν είναι από μια άποψη ωραίο, από την άλλη άσκημο, κι ούτε που σήμερα είναι κι αύριο όχι, ούτε αναφορικά με το άλφα ωραίο, με το βήτα άσκημο, σα να ήταν για ορισμένους ωραίο, γι᾽ άλλους άσκημο· ούτε θα εμφανιστεί το ωραίο στα μάτια αυτού που το αντικρίζει σαν ένα ωραίο πρόσωπο ή χέρια ή άλλο μέρος του σώματος ούτε σαν κάποιος στοχασμός ή κάποια επιστήμη, κι ούτε να εμπεριέχεται μέσα σε κάτι άλλο, λόγου χάρη μες σε ζώο ή σ᾽ έναν τόπο ή στον ουρανό
[211b]ἢ ἔν τῳ ἄλλῳ, ἀλλ᾽ αὐτὸ καθ᾽ αὑτὸ μεθ᾽ αὑτοῦ μονοειδὲς ἀεὶ ὄν, τὰ δὲ ἄλλα πάντα καλὰ ἐκείνου μετέχοντα τρόπον τινὰ τοιοῦτον, οἷον γιγνομένων τε τῶν ἄλλων καὶ ἀπολλυμένων μηδὲν ἐκεῖνο μήτε τι πλέον μήτε ἔλαττον γίγνεσθαι μηδὲ πάσχειν μηδέν. ὅταν δή τις ἀπὸ τῶνδε διὰ τὸ ὀρθῶς παιδεραστεῖν ἐπανιὼν ἐκεῖνο τὸ καλὸν ἄρχηται καθορᾶν, σχεδὸν ἄν τι ἅπτοιτο τοῦ τέλους. τοῦτο γὰρ δή ἐστι τὸ ὀρθῶς ἐπὶή μες σ᾽ οτιδήποτε άλλο, αλλά μένει στην αυτοτέλειά του, ολομόναχο — ο εαυτός του και τίποτ᾽ άλλο, με απλή μορφή, αιώνιο· αντίθετα, όλα τα ωραία παίρνουν κάτι απ᾽ αυτό μ᾽ έναν τέτοιο τρόπο: είτε γεννιένται τα άλλα είτε χάνονται, εκείνο ούτε ν᾽ αυξάνεται ούτε να ελαττώνεται το παραμικρό, και να μένει ανεπηρέαστο. Λοιπόν, όταν κάποιος, ξεκινώντας απ᾽ τα ωραία του δικού μας κόσμου, ασκώντας με σωστό τρόπο την παιδεραστία, φτάνει ν᾽ αρχίζει ν᾽ αντικρίζει εκείνο το ωραίο, σχεδόν θ᾽ άγγιζε το τέρμα. Γιατί βέβαια, λέγοντας ότι κάποιος βαδίζει ορθά
[211c]τὰ ἐρωτικὰ ἰέναι ἢ ὑπ᾽ ἄλλου ἄγεσθαι, ἀρχόμενον ἀπὸ τῶνδε τῶν καλῶν ἐκείνου ἕνεκα τοῦ καλοῦ ἀεὶ ἐπανιέναι, ὥσπερ ἐπαναβασμοῖς χρώμενον, ἀπὸ ἑνὸς ἐπὶ δύο καὶ ἀπὸ δυοῖν ἐπὶ πάντα τὰ καλὰ σώματα, καὶ ἀπὸ τῶν καλῶν σωμάτων ἐπὶ τὰ καλὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ἀπὸ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπὶ τὰ καλὰ μαθήματα, καὶ ἀπὸ τῶν μαθημάτων ἐπ᾽ ἐκεῖνο τὸ μάθημα τελευτῆσαι, ὅ ἐστιν οὐκ ἄλλου ἢ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ καλοῦ μάθημα, καὶ γνῷ αὐτὸ τελευτῶν ὃ ἔστιτο δρόμο του έρωτα ή ότι καθοδηγείται από άλλον, νά τί εννοούμε: ξεκινώντας απ᾽ τα ωραία του κόσμου μας να πορεύεται συνεχώς ανοδικά, επιδιώκοντας εκείνο το ωραίο, σαν ν᾽ ανεβαίνει σκαλοπάτια, από ένα σε δυο κι από δυο σ᾽ όλα τα ωραία σώματα κι απ᾽ τα ωραία σώματα στις ωραίες δραστηριότητες κι από τις δραστηριότητες στις ωραίες γνώσεις κι απ᾽ τις γνώσεις να φτάσει τέλος σ᾽ εκείνη τη γνώση, που δεν είναι καμιά άλλη παρά η γνώση του απόλυτα ωραίου, και στο τέλος της πορείας του να γνωρίσει τί ακριβώς είναι
[211d]καλόν. ἐνταῦθα τοῦ βίου, ὦ φίλε Σώκρατες, ἔφη ἡ Μαντινικὴ ξένη, εἴπερ που ἄλλοθι, βιωτὸν ἀνθρώπῳ, θεωμένῳ αὐτὸ τὸ καλόν. ὃ ἐάν ποτε ἴδῃς, οὐ κατὰ χρυσίον τε καὶ ἐσθῆτα καὶ τοὺς καλοὺς παῖδάς τε καὶ νεανίσκους δόξει σοι εἶναι, οὓς νῦν ὁρῶν ἐκπέπληξαι καὶ ἕτοιμος εἶ καὶ σὺ καὶ ἄλλοι πολλοί, ὁρῶντες τὰ παιδικὰ καὶ συνόντες ἀεὶ αὐτοῖς, εἴ πως οἷόν τ᾽ ἦν, μήτ᾽ ἐσθίειν μήτε πίνειν, ἀλλὰ θεᾶσθαι μόνον καὶ συνεῖναι. τί δῆτα, ἔφη, οἰόμεθα, εἴ τῳ γένοιτοτο ωραίο. Σ᾽ ένα τέτοιο επίπεδο ζωής, αγαπητέ Σωκράτη, μου είπε η ξένη από τη Μαντίνεια, περισσότερο απ᾽ οπουδήποτε αλλού, αξίζει ο άνθρωπος να ζει τη ζωή του, καθώς τα μάτια του χαίρονται αυτό καθαυτό το ωραίο. Αυτό που, αν κάποτε το αντικρίσεις, θ᾽ αντιληφτείς ότι δε συγκρίνεται με τα χρήματα και τις ενδυμασίες και τα ωραία αγόρια και τους νεαρούς, που τώρα αντικρίζοντάς τους αναστατώνεσαι κι είσαι πρόθυμος, κι εσύ και πολλοί άλλοι, βλέποντας τ᾽ αγαπημένα σας αγόρια και ζώντας συνεχώς συντροφικά μ᾽ αυτά, αν με κάποιο τρόπο ήταν δυνατό, να μην τρώτε ούτε να πίνετε, αλλά μόνο να τα χαίρονται τα μάτια σας και να είστε μαζί. Φαντάζεσαι όμως, μου είπε, τί χάρη θα ᾽χαν τα μάτια μας, αν τους δινόταν η δυνατότητα
[211e]αὐτὸ τὸ καλὸν ἰδεῖν εἰλικρινές, καθαρόν, ἄμεικτον, ἀλλὰ μὴ ἀνάπλεων σαρκῶν τε ἀνθρωπίνων καὶ χρωμάτων καὶ ἄλλης πολλῆς φλυαρίας θνητῆς, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ θεῖον καλὸν δύναιτο μονοειδὲς κατιδεῖν; ἆρ᾽ οἴει, ἔφη, φαῦλον βίονν᾽ αντικρίσουν το απόλυτο κάλλος άδολο, ατόφιο, όχι αναμειγμένο με κάτι άλλο κι όχι με σωρούς απάνω του από ανθρώπινη σάρκα και χρώματα κι άλλα μικρολογήματα των θνητών, αλλά αν μας δινόταν η δυνατότητα ν᾽ αντικρίσουμε κατάματα την απόλυτη θεϊκή ομορφιά στην απλότητα της μορφής της! Αλήθεια, τί φαντάζεσαι, μου είπε, θα ᾽ταν άδεια η ζωή
[212a]γίγνεσθαι ἐκεῖσε βλέποντος ἀνθρώπου καὶ ἐκεῖνο ᾧ δεῖ θεωμένου καὶ συνόντος αὐτῷ; ἢ οὐκ ἐνθυμῇ, ἔφη, ὅτι ἐνταῦθα αὐτῷ μοναχοῦ γενήσεται, ὁρῶντι ᾧ ὁρατὸν τὸ καλόν, τίκτειν οὐκ εἴδωλα ἀρετῆς, ἅτε οὐκ εἰδώλου ἐφαπτομένῳ, ἀλλὰ ἀληθῆ, ἅτε τοῦ ἀληθοῦς ἐφαπτομένῳ· τεκόντι δὲ ἀρετὴν ἀληθῆ καὶ θρεψαμένῳ ὑπάρχει θεοφιλεῖ γενέσθαι, καὶ εἴπέρ τῳ ἄλλῳ ἀνθρώπων ἀθανάτῳ καὶ ἐκείνῳ;ενός ανθρώπου που κατευθύνει το βλέμμα του προς τα εκεί και που χαίρεται με τα μάτια της ψυχής του εκείνο το κάλλος, ζώντας συντροφικά μ᾽ αυτό; Ή δε βάζεις με το νου σου, μου είπε, ότι μόνο εκεί και πουθενά αλλού, θα του δοθεί η δυνατότητα, βλέποντας το κάλλος με το όργανο που γίνεται αυτό ορατό, να γεννήσει όχι πλαστά ομοιώματα αρετής, μια και δεν έρχεται σ᾽ επαφή με ομοιώματα, αλλά αυθεντικά δημιουργήματα, μια και έρχεται σ᾽ επαφή με την αληθινή αρετή· κι απ᾽ τη στιγμή που γεννά δημιουργήματα αληθινής αρετής και τ᾽ ανατρέφει, αποχτά τη δυνατότητα να γίνει ο αγαπημένος των θεών και, περισσότερο απ᾽ όποιον άλλο άνθρωπο, αθάνατος».
[212b]Ταῦτα δή, ὦ Φαῖδρέ τε καὶ οἱ ἄλλοι, ἔφη μὲν Διοτίμα, πέπεισμαι δ᾽ ἐγώ· πεπεισμένος δὲ πειρῶμαι καὶ τοὺς ἄλλους πείθειν ὅτι τούτου τοῦ κτήματος τῇ ἀνθρωπείᾳ φύσει συνεργὸν ἀμείνω Ἔρωτος οὐκ ἄν τις ῥᾳδίως λάβοι. διὸ δὴ ἔγωγέ φημι χρῆναι πάντα ἄνδρα τὸν Ἔρωτα τιμᾶν, καὶ αὐτὸς τιμῶ τὰ ἐρωτικὰ καὶ διαφερόντως ἀσκῶ, καὶ τοῖς ἄλλοις παρακελεύομαι, καὶ νῦν τε καὶ ἀεὶ ἐγκωμιάζω τὴν δύναμιν καὶ ἀνδρείαν τοῦ Ἔρωτος καθ᾽ ὅσον οἷός τ᾽ εἰμί.Αυτά λοιπόν μου είπε η Διοτίμα, Φαίδρε και σεις οι άλλοι, κι εγώ έχω πειστεί. Κι απ᾽ τη στιγμή που πείστηκα, βάλθηκα να πείθω και τους άλλους ότι πολύ δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να βρει συνεργάτη αποτελεσματικότερο από τον Έρωτα, για να χαρίσει στην ανθρώπινη φύση αυτό το απόκτημα. Γι᾽ αυτό τονίζω ότι ο κάθε άνθρωπος έχει καθήκον να τιμά τον Έρωτα και προσωπικά τιμώ όσα έχουν να κάνουν με τον έρωτα και καταγίνομαι, όσο με τίποτ᾽ άλλο, μ᾽ αυτά· και προτρέπω και τους άλλους να κάνουν το ίδιο, και, στο μέτρο των δυνάμεών μου, εγκωμιάζω και τώρα και πάντοτε τη δύναμη και την ανδρεία του Έρωτα.
[212c]τοῦτον οὖν τὸν λόγον, ὦ Φαῖδρε, εἰ μὲν βούλει, ὡς ἐγκώμιον εἰς Ἔρωτα νόμισον εἰρῆσθαι, εἰ δέ, ὅτι καὶ ὅπῃ χαίρεις ὀνομάζων, τοῦτο ὀνόμαζε.Τώρα, Φαίδρε, τούτη την ομιλία μου πάρε την, αν θες, ως εγκώμιο στον Έρωτα· αν όχι, δώσε της άλλο όνομα, όποιο σ᾽ αρέσει και με την έννοια που εσύ του δίνεις».

2. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ

Εἰπόντος δὲ ταῦτα τοῦ Σωκράτους τοὺς μὲν ἐπαινεῖν, τὸν δὲ Ἀριστοφάνη λέγειν τι ἐπιχειρεῖν, ὅτι ἐμνήσθη αὐτοῦ λέγων ὁ Σωκράτης περὶ τοῦ λόγου· καὶ ἐξαίφνης τὴν αὔλειον θύραν κρουομένην πολὺν ψόφον παρασχεῖν ὡς κωμαστῶν, καὶ αὐλητρίδος φωνὴν ἀκούειν.ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Αυτά είπε ο Σωκράτης, όπως μου τα διηγήθηκε ο Αριστόδημος· κι οι άλλοι συμπότες τού απηύθυναν επαίνους, ενώ ο Αριστοφάνης πήγε κάτι να πει, επειδή ο Σωκράτης στο λόγο του έκανε κάποιον υπαινιγμό στη δική του ομιλία, όταν ξαφνικά χτυπήματα σαν από γλεντοκόπους στην αυλόπορτα ξεσήκωσαν μεγάλο θόρυβο κι ακούστηκε φωνή αυλητρίδας.
τὸν οὖν Ἀγάθωνα, Παῖδες, φάναι,Λοιπόν ο Αγάθων φώναξε: «Παιδιά,
[212d]οὐ σκέψεσθε; καὶ ἐὰν μέν τις τῶν ἐπιτηδείων ᾖ, καλεῖτε· εἰ δὲ μή, λέγετε ὅτι οὐ πίνομεν ἀλλ᾽ ἀναπαυόμεθα ἤδη.τί κάθεστε; ρίξτε μια ματιά κι αν είναι κάποιος δικός μας, καλέστε τον μέσα· ειδάλλως, πέστε ότι δεν πίνουμε, αλλά τώρα πια λέμε να ξεκουραστούμε».
Καὶ οὐ πολὺ ὕστερον Ἀλκιβιάδου τὴν φωνὴν ἀκούειν ἐν τῇ αὐλῇ σφόδρα μεθύοντος καὶ μέγα βοῶντος, ἐρωτῶντος ὅπου Ἀγάθων καὶ κελεύοντος ἄγειν παρ᾽ Ἀγάθωνα.Και σε λίγο ακούστηκε η φωνή του Αλκιβιάδη στην αυλή, που, τύφλα στο μεθύσι, χαλούσε τον κόσμο με τις κραυγές του, να ρωτά: «Πού είναι ο Αγάθων;» και να προστάζει να τον οδηγήσουν στον Αγάθωνα.
ἄγειν οὖν αὐτὸν παρὰ σφᾶς τήν τε αὐλητρίδα ὑπολαβοῦσαν καὶ ἄλλους τινὰς τῶν ἀκολούθων, καὶ ἐπιστῆναι ἐπὶ τὰς θύραςΠράγματι, τον πήραν και τον πήγαιναν μέσα η αυλητρίδα, υποβαστάζοντάς τον, και κάποιοι άλλοι από την ακολουθία του· πρόβαλε όρθιος στην πόρτα,
[212e]ἐστεφανωμένον αὐτὸν κιττοῦ τέ τινι στεφάνῳ δασεῖ καὶ ἴων, καὶ ταινίας ἔχοντα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς πάνυ πολλάς, καὶ εἰπεῖν·στεφανωμένος με πυκνό στεφάνι από φύλλα κισσού και μενεξέδες, με το κεφάλι φορτωμένο με πάρα πολλές ταινίες, και είπε:
Ἄνδρες, χαίρετε· μεθύοντα ἄνδρα πάνυ σφόδρα δέξεσθε συμπότην, ἢ ἀπίωμεν ἀναδήσαντες μόνον Ἀγάθωνα, ἐφ᾽ ᾧπερ ἤλθομεν; ἐγὼ γάρ τοι, φάναι, χθὲς μὲν οὐχ οἷός τ᾽ ἐγενόμην ἀφικέσθαι, νῦν δὲ ἥκω ἐπὶ τῇ κεφαλῇ ἔχων τὰς ταινίας, ἵνα ἀπὸ τῆς ἐμῆς κεφαλῆς τὴν τοῦ σοφωτάτου καὶ καλλίστου κεφαλὴν ἐὰν εἴπω οὑτωσὶ ἀναδήσω. ἆρα καταγελάσεσθέ μου ὡς μεθύοντος; ἐγὼ δέ, κἂν ὑμεῖς«Παίδες, γεια σας! Θα δεχτείτε στην παρέα σας, συμπότη, έναν άνθρωπο τύφλα στο μεθύσι ή μια στιγμή μόνο να στεφανώσουμε τον Αγάθωνα —αυτό μας έφερε εδώ— και να σηκωθούμε να φύγουμε; Γιατί εγώ, είπε, χτες δεν μπόρεσα να έρθω, αλλά ήρθα τώρα με το κεφάλι φορτωμένο με ταινίες, για να τις πάρω απ᾽ το κεφάλι μου και να στεφανώσω την κεφαλή του —πώς αλλιώς να το πω;— σοφότατου και ωραιότατου. Λέτε να γελάσετε με την καρδιά σας, έτσι που με βλέπετε μεθυσμένο; Γελάτε όσο θέλετε,
[213a]γελᾶτε, ὅμως εὖ οἶδ᾽ ὅτι ἀληθῆ λέγω. ἀλλά μοι λέγετε αὐτόθεν, ἐπὶ ῥητοῖς εἰσίω ἢ μή; συμπίεσθε ἢ οὔ; Πάντας οὖν ἀναθορυβῆσαι καὶ κελεύειν εἰσιέναι καὶ κατακλίνεσθαι, καὶ τὸν Ἀγάθωνα καλεῖν αὐτόν. καὶ τὸν ἰέναι ἀγόμενον ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ περιαιρούμενον ἅμα τὰς ταινίας ὡς ἀναδήσοντα, ἐπίπροσθε τῶν ὀφθαλμῶν ἔχοντα οὐ κατιδεῖν τὸν Σωκράτη, ἀλλὰ καθίζεσθαι παρὰ τὸνεγώ όμως έχω τη συναίσθηση ότι λέω την αλήθεια. Αλλά πείτε μου, εδώ και τώρα, να μπω —αλλά με τους όρους μου!— ή να μην μπω; Θα πιείτε μαζί μου, ναι ή όχι;» Λοιπόν όλοι ξέσπασαν σ᾽ επευφημίες και τον καλούσαν να περάσει μέσα και να ξαπλώσει κι ο Αγάθων τον φώναξε κοντά του. Κι αυτός, οδηγούμενος από τους υπηρέτες, προχώρησε και ξετύλιγε απ᾽ το κεφάλι του τις ταινίες, για να στεφανώσει τον Αγάθωνα· και, καθώς αυτές έπεφταν μπροστά στα μάτια του, δεν είδε τον Σωκράτη, αλλά πήρε θέση δίπλα
[213b]Ἀγάθωνα ἐν μέσῳ Σωκράτους τε καὶ ἐκείνου· παραχωρῆσαι γὰρ τὸν Σωκράτη ὡς ἐκεῖνον κατιδεῖν. παρακαθεζόμενον δὲ αὐτὸν ἀσπάζεσθαί τε τὸν Ἀγάθωνα καὶ ἀναδεῖν.στον Αγάθωνα, ανάμεσα στον Σωκράτη κι εκείνον· γιατί ο Σωκράτης παραμέρισε, για να κάνει τόπο να ξαπλώσει κι αυτός. Πήρε θέση λοιπόν δίπλα στον Αγάθωνα ο Αλκιβιάδης, τον ασπάστηκε και τον στεφάνωσε.
Εἰπεῖν οὖν τὸν Ἀγάθωνα Ὑπολύετε, παῖδες, Ἀλκιβιάδην, ἵνα ἐκ τρίτων κατακέηται.Λοιπόν ο Αγάθων είπε: «Παιδιά, λύστε τα σαντάλια του Αλκιβιάδη, για να ξαπλώσει εδώ, τρίτος ανάμεσά μας!».
Πάνυ γε, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην· ἀλλὰ τίς ἡμῖν ὅδε τρίτος συμπότης; καὶ ἅμα μεταστρεφόμενον αὐτὸν ὁρᾶν τὸν Σωκράτη, ἰδόντα δὲ ἀναπηδῆσαι καὶ εἰπεῖν Ὦ Ἡράκλεις, τουτὶ τί ἦν; Σωκράτης οὗτος; ἐλλοχῶν αὖ με ἐνταῦθα«Λαμπρά! είπε ο Αλκιβιάδης· αλλά ποιός είναι ετούτος ο τρίτος συμπότης στο ανάκλιντρό μας;» Και την ίδια στιγμή, έτσι που στράφηκε, είδε τον Σωκράτη· και, με το που τον είδε, πετάχτηκε όρθιος και φώναξε: «Άλλο και τούτο, Ηρακλή μου! Βρε Σωκράτη, εσύ! Μου ᾽χες στήσει καρτέρι πάλι
[213c]κατέκεισο, ὥσπερ εἰώθεις ἐξαίφνης ἀναφαίνεσθαι ὅπου ἐγὼ ᾤμην ἥκιστά σε ἔσεσθαι. καὶ νῦν τί ἥκεις; καὶ τί αὖ ἐνταῦθα κατεκλίνης; ὡς οὐ παρὰ Ἀριστοφάνει οὐδὲ εἴ τις ἄλλος γελοῖος ἔστι τε καὶ βούλεται, ἀλλὰ διεμηχανήσω ὅπως παρὰ τῷ καλλίστῳ τῶν ἔνδον κατακείσῃ.ξαπλωμένος εδώ, όπως χίλιες φορές ξεφύτρωνες ξαφνικά εκεί που δεν πήγαινε καθόλου το μυαλό μου ότι θα βρίσκεσαι. Και τώρα, τί δουλειά έχεις εδώ; και γιατί ήρθες πάλι και ξάπλωσες σ᾽ αυτή τη θέση; Δεν πήγαινες να ξαπλώσεις δίπλα στον Αριστοφάνη ή δίπλα σε κάποιον άλλο που και είναι και θέλει να ᾽ναι γελωτοποιός, αλλά τα μαγείρεψες έτσι, ώστε να ξαπλώσεις δίπλα στον ωραιότερο της συντροφιάς!»
Καὶ τὸν Σωκράτη, Ἀγάθων, φάναι, ὅρα εἴ μοι ἐπαμύνεις· ὡς ἐμοὶ ὁ τούτου ἔρως τοῦ ἀνθρώπου οὐ φαῦλον πρᾶγμα γέγονεν. ἀπ᾽ ἐκείνου γὰρ τοῦ χρόνου, ἀφ᾽ οὗ τούτουΚι ο Σωκράτης είπε: «Αγάθων, πάρε τα μέτρα σου να με προστατέψεις· γιατί ο έρωτας τούτου του ανθρώπου μου ᾽χει κάνει τη ζωή μαρτύριο! Γιατί απ᾽ τη μέρα που τον
[213d]ἠράσθην, οὐκέτι ἔξεστίν μοι οὔτε προσβλέψαι οὔτε διαλεχθῆναι καλῷ οὐδ᾽ ἑνί, ἢ οὑτοσὶ ζηλοτυπῶν με καὶ φθονῶν θαυμαστὰ ἐργάζεται καὶ λοιδορεῖταί τε καὶ τὼ χεῖρε μόγις ἀπέχεται. ὅρα οὖν μή τι καὶ νῦν ἐργάσηται, ἀλλὰ διάλλαξον ἡμᾶς, ἢ ἐὰν ἐπιχειρῇ βιάζεσθαι, ἐπάμυνε, ὡς ἐγὼ τὴν τούτου μανίαν τε καὶ φιλεραστίαν πάνυ ὀρρωδῶ.ερωτεύτηκα δεν έχω πια το ελεύτερο ούτε να ρίξω το βλέμμα μου ούτε να πιάσω κουβέντα με κάποιον όμορφο, αλλά ετούτος εδώ, ζηλότυπος και φοβερός, μου κάνει φριχτές σκηνές και μ᾽ ελεεινολογεί και με δυσκολία κρατά τα χέρια του απ᾽ το να με ξυλοκοπήσει. Κοίταξε λοιπόν μην κάνει και τώρα κάτι τέτοιο· βάλε το χεράκι σου να μας συμφιλιώσεις, ή, αν κάνει πως ασκεί βία επάνω μου, προστάτεψέ με, γιατί η τρομάρα μου απ᾽ τη μανία και το πάθος του για τον εραστή του δε λέγεται».
Ἀλλ᾽ οὐκ ἔστι, φάναι τὸν Ἀλκιβιάδην, ἐμοὶ καὶ σοὶ διαλλαγή. ἀλλὰ τούτων μὲν εἰς αὖθίς σε τιμωρήσομαι· νῦν«Αλλά, είπε ο Αλκιβιάδης, συμβιβασμός ανάμεσά μας αποκλείεται. Αλλά γι᾽ αυτά αργά ή γρήγορα θα σε τιμωρήσω· όμως τώρα,
[213e]δέ μοι, Ἀγάθων, φάναι, μετάδος τῶν ταινιῶν, ἵνα ἀναδήσω καὶ τὴν τούτου ταυτηνὶ τὴν θαυμαστὴν κεφαλήν, καὶ μή μοι μέμφηται ὅτι σὲ μὲν ἀνέδησα, αὐτὸν δὲ νικῶντα ἐν λόγοις πάντας ἀνθρώπους, οὐ μόνον πρῴην ὥσπερ σύ, ἀλλ᾽ ἀεί, ἔπειτα οὐκ ἀνέδησα. καὶ ἅμ᾽ αὐτὸν λαβόντα τῶν ταινιῶν ἀναδεῖν τὸν Σωκράτη καὶ κατακλίνεσθαι. Ἐπειδὴ δὲ κατεκλίνη, εἰπεῖν· Εἶεν δή, ἄνδρες· δοκεῖτε γάρ μοι νήφειν. οὐκ ἐπιτρεπτέον οὖν ὑμῖν, ἀλλὰ ποτέον· ὡμολόγηται γὰρ ταῦθ᾽ ἡμῖν. ἄρχοντα οὖν αἱροῦμαι τῆς πόσεως, ἕως ἂν ὑμεῖς ἱκανῶς πίητε, ἐμαυτόν. ἀλλὰ φερέτω, Ἀγάθων, εἴ τι ἔστιν ἔκπωμα μέγα. μᾶλλον δὲ οὐδὲν δεῖ, ἀλλὰ φέρε, παῖ, φάναι, τὸν ψυκτῆρα ἐκεῖνον, ἰδόντα αὐτὸνΑγάθων, δώσε μου μερικές ταινίες, για να στεφανώσω κι ετούτου τούτην εδώ τη θαυμαστή κεφαλή και να μη με μέμφεται που εσένα βέβαια σε στεφάνωσα, αυτόν όμως, που στη συζήτηση νικά όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο, όπως εσύ, προχτές, αλλά πάντοτε, παρ᾽ όλ᾽ αυτά δεν τον στεφάνωσα». Και ταυτόχρονα πήρε μερικές ταινίες, στεφάνωσε τον Σωκράτη και ξάπλωσε. Ξάπλωσε και είπε: «Ως εδώ καλά, παίδες· γιατί μου φαίνεστε ξεμέθυστοι. Λοιπόν, δε θα σας αφήσω ήσυχους, αλλά εμπρός, πιοτό! Αυτή δεν ήταν η συμφωνία μας; Λοιπόν, ανακηρύσσω άρχοντα στο πιοτό, για όση ώρα εσείς πιείτε όσο σηκώνετε, την αφεντιά μου. Έλα, Αγάθων, φέρτε μου, αν βρίσκεται κανένα μεγάλο ποτήρι. Μάλλον όμως δε μας χρειάζεται· “πιάσε, παιδί, εκείνη τη μπουζιέρα ”, φώναξε, καθώς είδε
[214a]πλέον ἢ ὀκτὼ κοτύλας χωροῦντα. τοῦτον ἐμπλησάμενον πρῶτον μὲν αὐτὸν ἐκπιεῖν, ἔπειτα τῷ Σωκράτει κελεύειν ἐγχεῖν καὶ ἅμα εἰπεῖν· Πρὸς μὲν Σωκράτη, ὦ ἄνδρες, τὸ σόφισμά μοι οὐδέν· ὁπόσον γὰρ ἂν κελεύῃ τις, τοσοῦτον ἐκπιὼν οὐδὲν μᾶλλον μή ποτε μεθυσθῇ.ότι χωρούσε δύο λίτρες και βάλε. Είπε να τη γεμίσουν και πρώτος ο ίδιος την ήπιε ως τον πάτο, έπειτα πρόσταξε να τη γεμίσουν για τον Σωκράτη λέγοντας: «Η μηχανή που έστησα, φίλοι, δεν πιάνει τον Σωκράτη· γιατί, όσο κι αν του βάλεις να πιει, θα τ᾽ αδειάσει ως τον πάτο κι αποκλείεται να μεθύσει».
Τὸν μὲν οὖν Σωκράτη ἐγχέαντος τοῦ παιδὸς πίνειν· τὸν δ᾽ Ἐρυξίμαχον Πῶς οὖν, φάναι, ὦ Ἀλκιβιάδη, ποιοῦμεν;Λοιπόν ο υπηρέτης γέμισε τη μπουζιέρα κι ο Σωκράτης έπινε· κι ο Ερυξίμαχος είπε: «Τί κάνουμε τώρα, Αλκιβιάδη;
[214b]οὕτως οὔτε τι λέγομεν ἐπὶ τῇ κύλικι οὔτε τι ᾄδομεν, ἀλλ᾽ ἀτεχνῶς ὥσπερ οἱ διψῶντες πιόμεθα;καθόμαστε χωρίς να λέμε τίποτε πάνω στο ποτήρι κι ούτε πιάνουμε και κανένα τραγούδι, αλλά, ίδια και απαράλλακτα με τους διψασμένους, θα πίνουμε;»
Τὸν οὖν Ἀλκιβιάδην εἰπεῖν Ὦ Ἐρυξίμαχε, βέλτιστε βελτίστου πατρὸς καὶ σωφρονεστάτου, χαῖρε.Κι ο Αλκιβιάδης του αποκρίθηκε: «Χαίρε Ερυξίμαχε, υπέροχε γιε υπέροχου και πρώτου στη σωφροσύνη πατέρα!».
Καὶ γὰρ σύ, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον· ἀλλὰ τί ποιῶμεν;«Αντιχαιρετώ σε, του φώναξε ο Ερυξίμαχος· αλλά τί κάνουμε τώρα;»
Ὅτι ἂν σὺ κελεύῃς. δεῖ γάρ σοι πείθεσθαι· ἰητρὸς γὰρ ἀνὴρ πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων· ἐπίταττε οὖν ὅτι βούλει.«Ό,τι προστάξεις εσύ· γιατί σου οφείλουμε υπακοή, τι ένας γιατρός αξίζει σίγουρα πολλούς ανθρώπους άλλους· λοιπόν περιμένουμε τη συνταγή σου».
Ἄκουσον δή, εἰπεῖν τὸν Ἐρυξίμαχον. ἡμῖν πρὶν σὲ εἰσελθεῖν ἔδοξε χρῆναι ἐπὶ δεξιὰ ἕκαστον ἐν μέρει λόγον«Άκουσε λοιπόν, είπε ο Ερυξίμαχος· εμείς, πριν καταφτάσεις εσύ, πήραμε απόφαση, ο καθένας μας με τη σειρά του, αρχίζοντας απ᾽ τ᾽ αριστερά και προχωρώντας προς τα δεξιά, ν᾽ αναλάβει να μιλήσει
[214c]περὶ Ἔρωτος εἰπεῖν ὡς δύναιτο κάλλιστον, καὶ ἐγκωμιάσαι. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι πάντες ἡμεῖς εἰρήκαμεν· σὺ δ᾽ ἐπειδὴ οὐκ εἴρηκας καὶ ἐκπέπωκας, δίκαιος εἶ εἰπεῖν, εἰπὼν δὲ ἐπιτάξαι Σωκράτει ὅτι ἂν βούλῃ, καὶ τοῦτον τῷ ἐπὶ δεξιὰ καὶ οὕτω τοὺς ἄλλους.για τον Έρωτα όσο μπορεί ωραιότερα και να του πλέξει εγκώμιο. Λοιπόν, εμείς οι άλλοι όλοι μιλήσαμε· εσύ τώρα, επειδή δεν έχεις μιλήσει κι άδειασες το ποτήρι σου, υποχρεούσαι να μιλήσεις· μίλησε, και κατόπι δώσε παραγγελία στον Σωκράτη, όποια θέλεις, κι αυτός να κάνει το ίδιο σ᾽ αυτόν που ξαπλώνει δεξιά του και ούτω καθεξής».
Ἀλλά, φάναι, ὦ Ἐρυξίμαχε, τὸν Ἀλκιβιάδην, καλῶς μὲν λέγεις, μεθύοντα δὲ ἄνδρα παρὰ νηφόντων λόγους παραβάλλειν μὴ οὐκ ἐξ ἴσου ᾖ. καὶ ἅμα, ὦ μακάριε, πείθει τί«Αλλά, είπε ο Αλκιβιάδης, Ερυξίμαχε, δε λέω, καλά τα λες, όμως είναι άδικο να βάζεις έναν μεθυσμένο να παραβγαίνει ξεμέθυστους σε επίδειξη λόγων. Κι ακόμη, καλότυχε, δίνεις πίστη σ᾽ όσα
[214d]σε Σωκράτης ὧν ἄρτι εἶπεν; ἢ οἶσθα ὅτι τοὐναντίον ἐστὶ πᾶν ἢ ὃ ἔλεγεν; οὗτος γάρ, ἐάν τινα ἐγὼ ἐπαινέσω τούτου παρόντος ἢ θεὸν ἢ ἄνθρωπον ἄλλον ἢ τοῦτον, οὐκ ἀφέξεταί μου τὼ χεῖρε.ο Σωκράτης είπε τώρα δα ή ξέρεις κι εσύ ότι η αλήθεια είναι διαμετρικά αντίθετη απ᾽ ό,τι έλεγε; Γιατί ετούτος, αν εγώ πλέξω μπροστά του το εγκώμιο θεού ή ανθρώπου άλλου απ᾽ αυτόν, δε θα διστάσει να με καταχεριάσει».
Οὐκ εὐφημήσεις; φάναι τὸν Σωκράτη.«Σώπασε επιτέλους!», είπε ο Σωκράτης.
Μὰ τὸν Ποσειδῶ, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην, μηδὲν λέγε πρὸς ταῦτα, ὡς ἐγὼ οὐδ᾽ ἂν ἕνα ἄλλον ἐπαινέσαιμι σοῦ παρόντος.«Μα τον Ποσειδώνα, είπε ο Αλκιβιάδης, σταμάτα αυτή την κουβέντα, γιατί εγώ μπροστά σου δε θα δοκίμαζα να εγκωμιάσω κανένα άλλον».
Ἀλλ᾽ οὕτω ποίει, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον, εἰ βούλει· Σωκράτη ἐπαίνεσον.«Αλλά κάνε κάτι άλλο, είπε ο Ερυξίμαχος, αν το προτιμάς· εγκωμίασε τον Σωκράτη».
[214e]Πῶς λέγεις; εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην· δοκεῖ χρῆναι, ὦ Ἐρυξίμαχε; ἐπιθῶμαι τῷ ἀνδρὶ καὶ τιμωρήσωμαι ὑμῶν ἐναντίον;«Τί είπες; είπε ο Αλκιβιάδης· νομίζεις, Ερυξίμαχε, ότι αυτό βολεύει καλύτερα; Να του ριχτώ και να τον τιμωρήσω μπροστά σας;»
Οὗτος, φάναι τὸν Σωκράτη, τί ἐν νῷ ἔχεις; ἐπὶ τὰ γελοιότερά με ἐπαινέσαι; ἢ τί ποιήσεις;«Ε συ, είπε ο Σωκράτης, τί σχεδιάζεις; να μου κάνεις εγκώμιο για γελοιοποίηση; τί άλλο;»
Τἀληθῆ ἐρῶ. ἀλλ᾽ ὅρα εἰ παρίης.«Θα καταθέσω την αλήθεια. Τώρα, εσύ μου δίνεις το ελεύτερο;»
Ἀλλὰ μέντοι, φάναι, τά γε ἀληθῆ παρίημι καὶ κελεύω λέγειν.«Αλλά, αν είναι να πεις την αλήθεια, είπε ο Σωκράτης, σου δίνω το ελεύτερο και σε προτρέπω να μιλήσεις».
Οὐκ ἂν φθάνοιμι, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην. καὶ μέντοι οὑτωσὶ ποίησον. ἐάν τι μὴ ἀληθὲς λέγω, μεταξὺ ἐπιλαβοῦ, ἂν βούλῃ, καὶ εἰπὲ ὅτι τοῦτο ψεύδομαι· ἑκὼν γὰρ εἶναι οὐδὲν«Άρχισα κιόλας, είπε ο Αλκιβιάδης. Κι απ᾽ τη μεριά σου εσύ κάνε το εξής: αν κάτι απ᾽ τα λεγόμενά μου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, διάκοψέ με και πάρε το λόγο, παρακαλώ και πες ότι “Αλκιβιάδη, εδώ λες ψέματα”· γιατί δε θα πω ψέμα —κανένα!—
[215a]ψεύσομαι. ἐὰν μέντοι ἀναμιμνῃσκόμενος ἄλλο ἄλλοθεν λέγω, μηδὲν θαυμάσῃς· οὐ γάρ τι ῥᾴδιον τὴν σὴν ἀτοπίαν ὧδ᾽ ἔχοντι εὐπόρως καὶ ἐφεξῆς καταριθμῆσαι.από πρόθεση. Αν όμως, προσπαθώντας να τ᾽ ανακαλέσω στη μνήμη μου, τα πω μπερδεύοντας τη σειρά τους, μην παραξενευτείς· δεν είναι εύκολο δα ν᾽ αραδιάσω με άνεση και την κανονική της σειρά την ανήκουστη παραξενιά σου, στην κατάσταση που βρίσκομαι».
Σωκράτη δ᾽ ἐγὼ ἐπαινεῖν, ὦ ἄνδρες, οὕτως ἐπιχειρήσω, δι᾽ εἰκόνων. οὗτος μὲν οὖν ἴσως οἰήσεται ἐπὶ τὰ γελοιότερα, ἔσται δ᾽ ἡ εἰκὼν τοῦ ἀληθοῦς ἕνεκα, οὐ τοῦ γελοίου. φημὶ γὰρ δὴ ὁμοιότατον αὐτὸν εἶναι τοῖς σιληνοῖς τούτοις τοῖς»Του Σωκράτη, συμπότες μου, να πώς θα επιχειρήσω να πλέξω το εγκώμιο: με παρομοιώσεις. Λοιπόν, ίσως αυτός βέβαια νομίσει, για να τον διακωμωδήσω· όμως η παρομοίωση θα γίνει με σκοπό την προσέγγιση της αλήθειας, όχι τη διακωμώδηση. Ισχυρίζομαι δηλαδή ότι νά, είναι όμοιος κι απαράλλαχτος μ᾽ ετούτους τους Σιληνούς
[215b]ἐν τοῖς ἑρμογλυφείοις καθημένοις, οὕστινας ἐργάζονται οἱ δημιουργοὶ σύριγγας ἢ αὐλοὺς ἔχοντας, οἳ διχάδε διοιχθέντες φαίνονται ἔνδοθεν ἀγάλματα ἔχοντες θεῶν. καὶ φημὶ αὖ ἐοικέναι αὐτὸν τῷ σατύρῳ τῷ Μαρσύᾳ. ὅτι μὲν οὖν τό γε εἶδος ὅμοιος εἶ τούτοις, ὦ Σώκρατες, οὐδ᾽ αὐτὸς ἄν που ἀμφισβητήσαις· ὡς δὲ καὶ τἆλλα ἔοικας, μετὰ τοῦτο ἄκουε. ὑβριστὴς εἶ· ἢ οὔ; ἐὰν γὰρ μὴ ὁμολογῇς, μάρτυρας παρέξομαι. ἀλλ᾽ οὐκ αὐλητής; πολύ γε θαυμασιώτερος ἐκείνου.που βλέπουμε στα εργαστήρια των γλυπτών, που τους φιλοτέχνησαν οι καλλιτέχνες καθισμένους, με σουραύλια ή φλογέρες στα χέρια· και που, αν τους ανοίξεις στα δυο, βλέπεις ότι στο εσωτερικό τους έχουν αγάλματα θεών. Ισχυρίζομαι μάλιστα ότι ετούτος είναι όμοιος με τον σάτυρο, τον Μαρσύα. Λοιπόν, Σωκράτη, ότι στην εξωτερική εμφάνιση είσαι όμοιος μ᾽ αυτούς, ούτε συ ο ίδιος, υποθέτω, θα το αμφισβητούσες· τώρα, ότι τους μοιάζεις και στ᾽ άλλα, άκουε τη συνέχεια: Έχεις υπεροψία· μήπως όχι; γιατί, αν δεν το παραδέχεσαι, θα παρουσιάσω μάρτυρες. Αλλά μήπως δεν είσαι αυλητής; Σίγουρα, και πολύ πιο εντυπωσιακός απ᾽ εκείνον.
[215c]ὁ μέν γε δι᾽ ὀργάνων ἐκήλει τοὺς ἀνθρώπους τῇ ἀπὸ τοῦ στόματος δυνάμει, καὶ ἔτι νυνὶ ὃς ἂν τὰ ἐκείνου αὐλῇ —ἃ γὰρ Ὄλυμπος ηὔλει, Μαρσύου λέγω, τούτου διδάξαντος— τὰ οὖν ἐκείνου ἐάντε ἀγαθὸς αὐλητὴς αὐλῇ ἐάντε φαύλη αὐλητρίς, μόνα κατέχεσθαι ποιεῖ καὶ δηλοῖ τοὺς τῶν θεῶν τε καὶ τελετῶν δεομένους διὰ τὸ θεῖα εἶναι. σὺ δ᾽ ἐκείνου τοσοῦτον μόνον διαφέρεις, ὅτι ἄνευ ὀργάνων ψιλοῖς λόγοις ταὐτὸνΓιατί εκείνος μάγευε τους ανθρώπους με τα μουσικά όργανα, με τη δύναμη της ανάσας του (κι ακόμα και τώρα όποιος παίζει με φλογέρα τους σκοπούς του —γιατί λέω ότι είναι του Μαρσύα οι σκοποί που έπαιζε με τη φλογέρα του ο Όλυμπος, ετούτος είναι ο δάσκαλος— λοιπόν οι σκοποί εκείνου, είτε τους παίζει με φλογέρα καλός αυλητής είτε αυλητρίδα του γλυκού νερού, από μόνοι τους φέρνουν τους ανθρώπους σε έκσταση και αποκαλύπτουν ποιοί νιώθουν μέσα τους την ανάγκη να καταφύγουν στους θεούς και τις μυσταγωγίες, επειδή οι σκοποί αυτοί είναι θεόσταλτοι). Εσύ όμως μόνο μια διαφορά έχεις απ᾽ εκείνον: χωρίς μουσικό όργανο, μόνο με σκέτες τις φράσεις σου προκαλείς το ίδιο
[215d]τοῦτο ποιεῖς. ἡμεῖς γοῦν ὅταν μέν του ἄλλου ἀκούωμεν λέγοντος καὶ πάνυ ἀγαθοῦ ῥήτορος ἄλλους λόγους, οὐδὲν μέλει ὡς ἔπος εἰπεῖν οὐδενί· ἐπειδὰν δὲ σοῦ τις ἀκούῃ ἢ τῶν σῶν λόγων ἄλλου λέγοντος, κἂν πάνυ φαῦλος ᾖ ὁ λέγων, ἐάντε γυνὴ ἀκούῃ ἐάντε ἀνὴρ ἐάντε μειράκιον, ἐκπεπληγμένοι ἐσμὲν καὶ κατεχόμεθα. ἐγὼ γοῦν, ὦ ἄνδρες, εἰ μὴ ἔμελλον κομιδῇ δόξειν μεθύειν, εἶπον ὀμόσας ἂν ὑμῖν οἷα δὴ πέπονθα αὐτὸς ὑπὸ τῶν τούτου λόγων καὶ πάσχω ἔτι καὶακριβώς αποτέλεσμα. Έξαφνα εμείς, όταν ακούμε κάποιον άλλο ν᾽ αγορεύει γι᾽ άλλα θέματα —κι ας είναι εξαιρετικά λαμπρός ρήτορας— όλοι μας σχεδόν μένουμε αδιάφοροι. Όμως, όταν κάποιος ακούει είτε εσένα είτε κι άλλον που λέει τα λόγια σου, ακόμα κι αν αυτός είναι τελείως τιποτένιος, ο ακροατής, θες γυναίκα, θες άντρας, θες παλικαράκι, εντυπωσιάζεται, κι εμείς το ίδιο, και εκστασιάζεται. Εγώ έξαφνα, συμπότες μου, αν δε κινδύνευα να δώσω την εντύπωση ότι είμαι τύφλα στο μεθύσι, θα ᾽παιρνα όρκο και θα σας έλεγα τί αναστάτωση έφεραν μέσα μου τα λόγια του και πόσο κι αυτή ακόμα
[215e]νυνί. ὅταν γὰρ ἀκούω, πολύ μοι μᾶλλον ἢ τῶν κορυβαντιώντων ἥ τε καρδία πηδᾷ καὶ δάκρυα ἐκχεῖται ὑπὸ τῶν λόγων τῶν τούτου, ὁρῶ δὲ καὶ ἄλλους παμπόλλους τὰ αὐτὰ πάσχοντας· Περικλέους δὲ ἀκούων καὶ ἄλλων ἀγαθῶν ῥητόρων εὖ μὲν ἡγούμην λέγειν, τοιοῦτον δ᾽ οὐδὲν ἔπασχον, οὐδ᾽ ἐτεθορύβητό μου ἡ ψυχὴ οὐδ᾽ ἠγανάκτει ὡς ἀνδραποδωδῶς διακειμένου, ἀλλ᾽ ὑπὸ τουτουῒ τοῦ Μαρσύου πολλάκις δὴτη στιγμή μ᾽ αναστατώνουν. Γιατί, οσάκις τον ακούω, πολύ πιο πολύ απ᾽ ό,τι των μυημένων στα μυστήρια των Κορυβάντων και η καρδιά μου χοροπηδά και τα δάκρυα κυλούν ποτάμι απ᾽ τα μάτια μου εξαιτίας των λόγων αυτουνού· μάλιστα βλέπω κι άλλους, πάμπολλους, να νιώθουν την ίδια αναστάτωση. Λοιπόν, όταν άκουα τον Περικλή κι άλλους λαμπρούς ρήτορες, έβρισκα βέβαια ότι μιλούν ωραία, αλλά δεν ένιωθα καμιά τέτοια αναστάτωση ούτε η ψυχή μου συνταραζόταν ούτε αγανακτούσε που είχα καταντήσει ανδράποδο, αλλά ετούτος ο Μαρσύας πολλές φορές
[216a]οὕτω διετέθην ὥστε μοι δόξαι μὴ βιωτὸν εἶναι ἔχοντι ὡς ἔχω. καὶ ταῦτα, ὦ Σώκρατες, οὐκ ἐρεῖς ὡς οὐκ ἀληθῆ. καὶ ἔτι γε νῦν σύνοιδ᾽ ἐμαυτῷ ὅτι εἰ ἐθέλοιμι παρέχειν τὰ ὦτα, οὐκ ἂν καρτερήσαιμι ἀλλὰ ταὐτὰ ἂν πάσχοιμι. ἀναγκάζει γάρ με ὁμολογεῖν ὅτι πολλοῦ ἐνδεὴς ὢν αὐτὸς ἔτι ἐμαυτοῦ μὲν ἀμελῶ, τὰ δ᾽ Ἀθηναίων πράττω. βίᾳ οὖν ὥσπερ ἀπὸ τῶν Σειρήνων ἐπισχόμενος τὰ ὦτα οἴχομαι φεύγων, ἵνα μὴ αὐτοῦ καθήμενος παρὰ τούτῳ καταγηράσω. πέπονθα δὲμ᾽ έκανε να νιώθω έτσι, ώστε να πιστεύω πως δεν αξίζει να ζω στην κατάσταση που βρίσκομαι. Και δε θα μπορούσες να πεις, Σωκράτη, ότι αυτά είναι ψέματα. Νά, κι αυτή ακόμη τη στιγμή έχω τη συναίσθηση ότι, αν έσπευδα να γίνω ακροατής του, δε θ᾽ άντεχα, αλλά θ᾽ αναστατωνόμουνα στον ίδιο βαθμό. Γιατί μ᾽ αναγκάζει να παραδεχτώ ότι, ενώ ακόμη ο ίδιος έχω πάρα πολλές ελλείψεις, δε φροντίζω για τον εαυτό μου, αλλά χειρίζομαι τις υποθέσεις των Αθηναίων. Λοιπόν το βάζω στα πόδια, στανικά, βουλώνοντας τ᾽ αυτιά μου σα να ᾽ταν να ξεφύγω από τις Σειρήνες, για να μη γεράσω πριν την ώρα μου με το να κάθομαι στο ίδιο μέρος, στο πλευρό του. Και μ᾽ έκανε να νιώθω
[216b]πρὸς τοῦτον μόνον ἀνθρώπων, ὃ οὐκ ἄν τις οἴοιτο ἐν ἐμοὶ ἐνεῖναι, τὸ αἰσχύνεσθαι ὁντινοῦν· ἐγὼ δὲ τοῦτον μόνον αἰσχύνομαι. σύνοιδα γὰρ ἐμαυτῷ ἀντιλέγειν μὲν οὐ δυναμένῳ ὡς οὐ δεῖ ποιεῖν ἃ οὗτος κελεύει, ἐπειδὰν δὲ ἀπέλθω, ἡττημένῳ τῆς τιμῆς τῆς ὑπὸ τῶν πολλῶν. δραπετεύω οὖν αὐτὸν καὶ φεύγω, καὶ ὅταν ἴδω, αἰσχύνομαι τὰ ὡμολογημένα.ετούτος, και μόνο αυτός απ᾽ όλο τον κόσμο, κάτι που κανένας δε θα πίστευε ότι υπάρχει μέσα μου: ντροπή, μπροστά στον οποιονδήποτε. Ε λοιπόν, νιώθω κι εγώ ντροπή, αλλά μόνο μπροστά σ᾽ αυτόν· γιατί έχω την επίγνωση πως δεν είμαι σε θέση να φέρω αντίρρηση ότι δεν είμαι υποχρεωμένος να εκτελέσω τις εντολές που μου δίνει· όμως, όταν ξεμακρύνω απ᾽ αυτόν, υποκύπτω στη μεγάλη δημοτικότητά μου. Δραπετεύω λοιπόν και προσπαθώ να τον αποφύγω· κι όταν τον δω, ντρέπομαι για τα όσα είχαμε συνομολογήσει.
[216c]καὶ πολλάκις μὲν ἡδέως ἂν ἴδοιμι αὐτὸν μὴ ὄντα ἐν ἀνθρώποις· εἰ δ᾽ αὖ τοῦτο γένοιτο, εὖ οἶδα ὅτι πολὺ μεῖζον ἂν ἀχθοίμην, ὥστε οὐκ ἔχω ὅτι χρήσωμαι τούτῳ τῷ ἀνθρώπῳ. Καὶ ὑπὸ μὲν δὴ τῶν αὐλημάτων καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι πολλοὶ τοιαῦτα πεπόνθασιν ὑπὸ τοῦδε τοῦ σατύρου· ἄλλα δὲ ἐμοῦ ἀκούσατε ὡς ὅμοιός τ᾽ ἐστὶν οἷς ἐγὼ ᾔκασα αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν ὡς θαυμασίαν ἔχει. εὖ γὰρ ἴστε ὅτι οὐδεὶς ὑμῶνΚι έρχονται στιγμές που με χαρά θα τον έβλεπα να ᾽χει χαθεί απ᾽ τον κόσμο των ανθρώπων· αλλά πάλι, αν συνέβαινε αυτό, το ξέρω πολύ καλά ότι θα ᾽νιωθα πολύ πιο δυστυχισμένος· συμπέρασμα: δεν ξέρω τί να κάνω μ᾽ αυτό τον άνθρωπο. Λοιπόν, αυτός εδώ ο σάτυρος με τους ήχους της φλογέρας του μ᾽ έφερε —κι εμένα και πολλούς άλλους— σ᾽ αυτή την ψυχολογική κατάσταση· όμως θα σας πω κι άλλα, που δείχνουν ότι είναι όμοιος μ᾽ αυτούς που εγώ τον παρομοίασα και πόσο απίστευτη δύναμη διαθέτει. Γιατί, να μην έχετε καμιά αμφιβολία, κανένας σας
[216d]τοῦτον γιγνώσκει· ἀλλὰ ἐγὼ δηλώσω, ἐπείπερ ἠρξάμην. ὁρᾶτε γὰρ ὅτι Σωκράτης ἐρωτικῶς διάκειται τῶν καλῶν καὶ ἀεὶ περὶ τούτους ἐστὶ καὶ ἐκπέπληκται, καὶ αὖ ἀγνοεῖ πάντα καὶ οὐδὲν οἶδεν. ὡς τὸ σχῆμα αὐτοῦ τοῦτο οὐ σιληνῶδες; σφόδρα γε. τοῦτο γὰρ οὗτος ἔξωθεν περιβέβληται, ὥσπερ ὁ γεγλυμμένος σιληνός· ἔνδοθεν δὲ ἀνοιχθεὶς πόσης οἴεσθε γέμει, ὦ ἄνδρες συμπόται, σωφροσύνης; ἴστε ὅτι οὔτε εἴ τις καλός ἐστι μέλει αὐτῷ οὐδέν, ἀλλὰ καταφρονεῖ τοσοῦτονδε γνωρίζει αυτό τον άνθρωπο· αλλά εγώ θα τον αποκαλύψω, μια κι έκανα την αρχή. Δηλαδή βλέπετε ότι ο Σωκράτης νιώθει έρωτα για τους ωραίους και διαρκώς τους τριγυρίζει και σαστίζει μπροστά τους· κι απ᾽ την άλλη αγνοεί τα πάντα και δεν ξέρει τίποτε — δε φαίνεται τούτο το φέρσιμό του να σιληνοφέρνει; Και με το παραπάνω! γιατί αυτό είναι το εξωτερικό περίβλημά του, όπως του αγάλματος του Σιληνού. Στο εσωτερικό του όμως, αν τον ανοίξουμε, πόσο πλούτο σωφροσύνης πιστεύετε, φίλοι συμπότες, ότι έχει συσσωρεύσει; Πιστέψτε με, δε δίνει καμιά σημασία στο αν κάποιος είναι ωραίος, αλλά αδιαφορεί γι᾽ αυτό σε τέτοιο βαθμό,
[216e]ὅσον οὐδ᾽ ἂν εἷς οἰηθείη, οὔτ᾽ εἴ τις πλούσιος, οὔτ᾽ εἰ ἄλλην τινὰ τιμὴν ἔχων τῶν ὑπὸ πλήθους μακαριζομένων· ἡγεῖται δὲ πάντα ταῦτα τὰ κτήματα οὐδενὸς ἄξια καὶ ἡμᾶς οὐδὲν εἶναι —λέγω ὑμῖν— εἰρωνευόμενος δὲ καὶ παίζων πάντα τὸν βίον πρὸς τοὺς ἀνθρώπους διατελεῖ. σπουδάσαντος δὲ αὐτοῦ καὶ ἀνοιχθέντος οὐκ οἶδα εἴ τις ἑώρακεν τὰ ἐντὸς ἀγάλματα· ἀλλ᾽ ἐγὼ ἤδη ποτ᾽ εἶδον, καί μοι ἔδοξεν οὕτω θεῖα καὶπου κανένας δε θα το πίστευε· το ίδιο, κι αν κάποιος είναι πλούσιος ή αν έχει κάποιο άλλο χάρισμα, απ᾽ αυτά για τα οποία ο κοσμάκης καλοτυχίζει· γιατί θεωρεί ότι όλ᾽ αυτά τα προσόντα δεν αξίζουν τίποτε κι ότι εμείς είμαστε ένα τίποτε —ναι, σας λέω!— και περνά όλη τη ζωή του προσποιούμενος τον ανήξερο και περιπαίζοντας τον κόσμο. Δε γνωρίζω όμως αν κανείς έχει δει τα αγάλματα που κρύβει μέσα του, όταν ανοιχτεί, στις ώρες που σοβαρεύεται· αλλά εγώ τ᾽ αντίκρισα κάποτε, πάει καιρός, και μου φάνταξαν τόσο θεϊκά και
[217a]χρυσᾶ εἶναι καὶ πάγκαλα καὶ θαυμαστά, ὥστε ποιητέον εἶναι ἔμβραχυ ὅτι κελεύοι Σωκράτης. Ἡγούμενος δὲ αὐτὸν ἐσπουδακέναι ἐπὶ τῇ ἐμῇ ὥρᾳ ἕρμαιον ἡγησάμην εἶναι καὶ εὐτύχημα ἐμὸν θαυμαστόν, ὡς ὑπάρχον μοι χαρισαμένῳ Σωκράτει πάντ᾽ ἀκοῦσαι ὅσαπερ οὗτος ᾔδει· ἐφρόνουν γὰρ δὴ ἐπὶ τῇ ὥρᾳ θαυμάσιον ὅσον. ταῦτα οὖν διανοηθείς, πρὸ τοῦ οὐκ εἰωθὼς ἄνευ ἀκολούθου μόνος μετ᾽ αὐτοῦ γίγνεσθαι, τότε ἀποπέμπωνμαλαματένια και πεντάμορφα και εντυπωσιακά, ώστε κοντολογίς να νιώθω καθήκον να εκτελώ κάθε εντολή του Σωκράτη. Κι επειδή πίστευα ότι του προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον η νεανική ομορφιά μου, πίστεψα ότι ήταν για μένα ουρανόπεμπτο δώρο και εύνοια της τύχης που μου δόθηκε η δυνατότητα, ικανοποιώντας το πάθος του, ν᾽ ακούσω όσα αυτός ήξερε· γιατί η νεανική μου ομορφιά μ᾽ έκανε περήφανο σ᾽ απίστευτο βαθμό. Λοιπόν, μ᾽ αυτές τις σκέψεις, ενώ πρωτύτερα δε συνήθιζα να τον συναντώ μόνος, χωρίς τη συνοδεία δούλου, τότε έστειλα πίσω
[217b]τὸν ἀκόλουθον μόνος συνεγιγνόμην —δεῖ γὰρ πρὸς ὑμᾶς πάντα τἀληθῆ εἰπεῖν· ἀλλὰ προσέχετε τὸν νοῦν, καὶ εἰ ψεύδομαι, Σώκρατες, ἐξέλεγχε— συνεγιγνόμην γάρ, ὦ ἄνδρες, μόνος μόνῳ, καὶ ᾤμην αὐτίκα διαλέξεσθαι αὐτόν μοι ἅπερ ἂν ἐραστὴς παιδικοῖς ἐν ἐρημίᾳ διαλεχθείη, καὶ ἔχαιρον. τούτων δ᾽ οὐ μάλα ἐγίγνετο οὐδέν, ἀλλ᾽ ὥσπερ εἰώθει διαλεχθεὶς ἄν μοι καὶ συνημερεύσας ᾤχετο ἀπιών. μετὰ ταῦτατον δούλο και τον συναντούσα μόνος — πρέπει τωόντι να σας πω την αλήθεια· αλλά ζητώ την προσοχή σας· και συ, Σωκράτη, αν λέω ψέματα, ανασκεύαζέ τα. Τον συναντούσα λοιπόν, ολομόναχοι οι δυο μας, και περίμενα ότι αυτός θα έστρεφε τη συζήτηση αμέσως σ᾽ ό,τι ένας εραστής θα κουβέντιαζε με το αγαπημένο του αγόρι που το ξεμονάχιασε, κι ένιωθα χαρά. Όμως τίποτε, τίποτε απ᾽ αυτά δε γινόταν, αλλά, όπως το συνήθιζε, έκανε συζήτηση μαζί μου, περνούσε τη μέρα του μαζί μου και σηκωνόταν κι έφευγε. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά
[217c]συγγυμνάζεσθαι προυκαλούμην αὐτὸν καὶ συνεγυμναζόμην, ὥς τι ἐνταῦθα περανῶν. συνεγυμνάζετο οὖν μοι καὶ προσεπάλαιεν πολλάκις οὐδενὸς παρόντος· καὶ τί δεῖ λέγειν; οὐδὲν γάρ μοι πλέον ἦν. ἐπειδὴ δὲ οὐδαμῇ ταύτῃ ἥνυτον, ἔδοξέ μοι ἐπιθετέον εἶναι τῷ ἀνδρὶ κατὰ τὸ καρτερὸν καὶ οὐκ ἀνετέον, ἐπειδήπερ ἐνεκεχειρήκη, ἀλλὰ ἰστέον ἤδη τί ἐστι τὸ πρᾶγμα. προκαλοῦμαι δὴ αὐτὸν πρὸς τὸ συνδειπνεῖν, ἀτεχνῶς ὥσπερ ἐραστὴς παιδικοῖς ἐπιβουλεύων. καί μοι οὐδὲ τοῦτο ταχὺτον προκαλούσα να γυμνάζεται μαζί μου και γυμναζόμουν μαζί του, τάχα μου θα καταφέρω έτσι κάτι. Λοιπόν γυμναζόταν μαζί μου και παλεύαμε πολλές φορές χωρίς να ᾽ναι ψυχή εκεί· και τί να σας τα λέω, δεν κέρδιζα τίποτε. Κι επειδή μ᾽ αυτή τη μέθοδο δεν έβλεπα καμιά προκοπή, αποφάσισα να κάνω δυναμική έφοδο σ᾽ αυτό τον άντρα και να μη χαλαρώσω, μια και μπήκα στο χορό, αλλά έπρεπε να μάθω επιτέλους τί ακριβώς συμβαίνει. Τον προσκαλώ λοιπόν να δειπνήσει μαζί μου, όμοια κι απαράλλαχτα σαν τον εραστή που στήνει παγίδα στο αγαπημένο του αγόρι. Κι ούτε κι αυτό το θέλημα έσπευσε
[217d]ὑπήκουσεν, ὅμως δ᾽ οὖν χρόνῳ ἐπείσθη. ἐπειδὴ δὲ ἀφίκετο τὸ πρῶτον, δειπνήσας ἀπιέναι ἐβούλετο. καὶ τότε μὲν αἰσχυνόμενος ἀφῆκα αὐτόν· αὖθις δ᾽ ἐπιβουλεύσας, ἐπειδὴ ἐδεδειπνήκεμεν διελεγόμην ἀεὶ πόρρω τῶν νυκτῶν, καὶ ἐπειδὴ ἐβούλετο ἀπιέναι, σκηπτόμενος ὅτι ὀψὲ εἴη, προσηνάγκασα αὐτὸν μένειν. ἀνεπαύετο οὖν ἐν τῇ ἐχομένῃ ἐμοῦ κλίνῃ, ἐν ᾗπερ ἐδείπνει, καὶ οὐδεὶς ἐν τῷ οἰκήματι ἄλλος καθηῦδεν ἢνα μου το κάνει· όμως με τον καιρό πείστηκε. Κι όταν ήρθε για πρώτη φορά, με το που δείπνησε ήθελε να φύγει· και τότε από ντροπή τον άφησα να φύγει· όμως του έστησα παγίδα για δεύτερη φορά· κι όταν τελειώσαμε το δείπνο, τραβούσα την κουβέντα σε μάκρος συνεχώς ως αργά τη νύχτα· κι όταν ζήτησε να φύγει, με την πρόφαση ότι η ώρα είναι περασμένη, τον ανάγκασα να μείνει. Έπεσε λοιπόν ν᾽ αναπαυτεί στο διπλανό μου ανάκλιντρο, στο ίδιο που πήρε το δείπνο του· ψυχή δεν κοιμόταν στο δωμάτιο εκτός
[217e]ἡμεῖς. Μέχρι μὲν οὖν δὴ δεῦρο τοῦ λόγου καλῶς ἂν ἔχοι καὶ πρὸς ὁντινοῦν λέγειν· τὸ δ᾽ ἐντεῦθεν οὐκ ἄν μου ἠκούσατε λέγοντος, εἰ μὴ πρῶτον μέν, τὸ λεγόμενον, οἶνος ἄνευ τε παίδων καὶ μετὰ παίδων ἦν ἀληθής, ἔπειτα ἀφανίσαι Σωκράτους ἔργον ὑπερήφανον εἰς ἔπαινον ἐλθόντα ἄδικόν μοι φαίνεται. ἔτι δὲ τὸ τοῦ δηχθέντος ὑπὸ τοῦ ἔχεως πάθος κἄμ᾽ ἔχει. φασὶ γάρ πού τινα τοῦτο παθόντα οὐκ ἐθέλειν λέγειν οἷον ἦν πλὴν τοῖς δεδηγμένοις, ὡς μόνοις γνωσομένοιςαπό μας. Τώρα, ως αυτό το σημείο δε θα ᾽ταν άπρεπο να έκανα σ᾽ οποιονδήποτε αυτή μου την αφήγηση· όμως τη συνέχειά της δε θα μ᾽ ακούατε να τη λέω, αν, πρώτον, δεν ίσχυε το γνωμικό «το κρασί, με παιδιά και χωρίς παιδιά, την αλήθεια λαλεί» και, δεύτερο, μου φαίνεται άδικο ν᾽ αφήσω ν᾽ αφανιστεί στη λήθη περήφανο κατόρθωμα του Σωκράτη, την ώρα που ξεκίνησα να πλέξω το εγκώμιό του. Κι επιπλέον, στην ψυχολογική κατάσταση του ανθρώπου που δαγκώθηκε από οχιά βρίσκομαι κι εγώ· όποιος το πάθει αυτό, λένε, δεν είναι πρόθυμος να πει σαν τί είναι παρά μόνο σ᾽ όσους έχουν δαγκωθεί, γιατί είναι οι μόνοι που θα ᾽χουν κατανόηση
[218a]τε καὶ συγγνωσομένοις εἰ πᾶν ἐτόλμα δρᾶν τε καὶ λέγειν ὑπὸ τῆς ὀδύνης. ἐγὼ οὖν δεδηγμένος τε ὑπὸ ἀλγεινοτέρου καὶ τὸ ἀλγεινότατον ὧν ἄν τις δηχθείη —τὴν καρδίαν γὰρ ἢ ψυχὴν ἢ ὅτι δεῖ αὐτὸ ὀνομάσαι πληγείς τε καὶ δηχθεὶς ὑπὸ τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ λόγων, οἳ ἔχονται ἐχίδνης ἀγριώτερον, νέου ψυχῆς μὴ ἀφυοῦς ὅταν λάβωνται, καὶ ποιοῦσι δρᾶν τε καὶ λέγειν ὁτιοῦν— καὶ ὁρῶν αὖ Φαίδρους, Ἀγάθωνας,και θα τον συγχωρήσουν αν δε δείλιασε να κάνει και να εκστομίσει τα πάντα από τους πόνους. Εγώ λοιπόν δαγκώθηκα από κάτι πιο οδυνηρό και στο πιο ευαίσθητο στον πόνο σημείο που μπορεί κανείς να δαγκωθεί, δηλονότι στην καρδιά ή την ψυχή ή όποιο άλλο όνομα θα μπορούσαμε να του δώσουμε — γιατί πληγώθηκα και δαγκώθηκα από φιλοσοφικές συνομιλίες, που σου ρίχνονται αγριότερα απ᾽ την οχιά, όταν βάλουν στο χέρι τους ψυχή χαρισματικού νεαρού και την κάνουν να πράττει και να εκστομίζει οτιδήποτε —και τα λέω αυτά έχοντας μπροστά μου άτομα σαν τον Φαίδρο, τον Αγάθωνα,
[218b]Ἐρυξιμάχους, Παυσανίας, Ἀριστοδήμους τε καὶ Ἀριστοφάνας· Σωκράτη δὲ αὐτὸν τί δεῖ λέγειν, καὶ ὅσοι ἄλλοι; πάντες γὰρ κεκοινωνήκατε τῆς φιλοσόφου μανίας τε καὶ βακχείας — διὸ πάντες ἀκούσεσθε· συγγνώσεσθε γὰρ τοῖς τε τότε πραχθεῖσι καὶ τοῖς νῦν λεγομένοις. οἱ δὲ οἰκέται, καὶ εἴ τις ἄλλος ἐστὶν βέβηλός τε καὶ ἄγροικος, πύλας πάνυ μεγάλας τοῖς ὠσὶν ἐπίθεσθε. Ἐπειδὴ γὰρ οὖν, ὦ ἄνδρες, ὅ τε λύχνος ἀπεσβήκει καὶτον Ερυξίμαχο, τον Παυσανία, τον Αριστόδημο, τον Αριστοφάνη (χρειάζεται ν᾽ αναφέρω και τον ίδιο τον Σωκράτη;) και τόσους άλλους— γιατί όλοι σας δοκιμάσατε την έκσταση και τον διονυσιασμό της φιλοσοφίας, δικαιούστε λοιπόν να μ᾽ ακούσετε· έτσι θα δείξετε συγκατάβαση για όσα διαδραματίστηκαν τότε και για όσα λέγονται τώρα. Όσο για σας, υπηρετικό προσωπικό και όποιοι άλλοι βρίσκεστε εδώ, αμύητοι και ακαλλιέργητοι, βάλτε πάρα πολύ μεγάλα θυρόφυλλα στ᾽ αυτιά σας. Δηλαδή, συμπότες μου, αφού και το λυχνάρι είχε σβήσει και
[218c]οἱ παῖδες ἔξω ἦσαν, ἔδοξέ μοι χρῆναι μηδὲν ποικίλλειν πρὸς αὐτόν, ἀλλ᾽ ἐλευθέρως εἰπεῖν ἅ μοι ἐδόκει· καὶ εἶπον κινήσας αὐτόν,οι υπηρέτες ήταν έξω, αποφάσισα ότι πρέπει να του μιλήσω χωρίς περιστροφές και να του πω ανοιχτά τα όσα αποφάσισα· τον κούνησα λοιπόν και του είπα:
Σώκρατες, καθεύδεις;— Σωκράτη, σε πήρε ο ύπνος;
Οὐ δῆτα, ἦ δ᾽ ὅς.— Όχι βέβαια, μου είπε.
Οἶσθα οὖν ἅ μοι δέδοκται;— Ξέρεις λοιπόν ποιά απόφαση πήρα;
Τί μάλιστα, ἔφη.— Σαν τί, μου είπε.
Σὺ ἐμοὶ δοκεῖς, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐμοῦ ἐραστὴς ἄξιος γεγονέναι μόνος, καί μοι φαίνῃ ὀκνεῖν μνησθῆναι πρός με. ἐγὼ δὲ οὑτωσὶ ἔχω· πάνυ ἀνόητον ἡγοῦμαι εἶναι σοὶ μὴ οὐ καὶ τοῦτο χαρίζεσθαι καὶ εἴ τι ἄλλο ἢ τῆς οὐσίας τῆς ἐμῆς— Σχημάτισα την εντύπωση, του είπα, ότι είσαι ο μόνος που αποδείχτηκες άξιος εραστής μου· και μου φαίνεται ότι διστάζεις να μου το εξομολογηθείς. Απ᾽ τη μεριά μου, νά ποιές είναι οι διαθέσεις μου: νομίζω ότι είναι σκέτη ανοησία να μη σου κάνω κι αυτό το θέλημα κι ό,τι άλλο σου χρειάζεται είτε απ᾽ την περιουσία μου
[218d]δέοιο ἢ τῶν φίλων τῶν ἐμῶν. ἐμοὶ μὲν γὰρ οὐδέν ἐστι πρεσβύτερον τοῦ ὡς ὅτι βέλτιστον ἐμὲ γενέσθαι, τούτου δὲ οἶμαί μοι συλλήπτορα οὐδένα κυριώτερον εἶναι σοῦ. ἐγὼ δὴ τοιούτῳ ἀνδρὶ πολὺ μᾶλλον ἂν μὴ χαριζόμενος αἰσχυνοίμην τοὺς φρονίμους, ἢ χαριζόμενος τούς τε πολλοὺς καὶ ἄφρονας. Καὶ οὗτος ἀκούσας μάλα εἰρωνικῶς καὶ σφόδρα ἑαυτοῦ τε καὶ εἰωθότως ἔλεξενείτε απ᾽ την περιουσία των φίλων μου. Γιατί η πρώτη προτεραιότητα για μένα είναι να γίνω όσο γίνεται τελειότερος· και πιστεύω ότι σ᾽ αυτή μου την επιδίωξη δεν μπορεί κανένας άλλος να με συμπαρασταθεί αποτελεσματικότερα από σένα. Εγώ λοιπόν θα ένιωθα πολύ πιο μεγάλη ντροπή μπροστά στους μυαλωμένους, αν δεν έκανα αυτό το θέλημα σ᾽ ένα τέτοιο άνθρωπο, απ᾽ ό,τι μπροστά στους πολλούς κι αστόχαστους, αν του έκανα το θέλημα. Μ᾽ άκουσε αυτός και πολύ ειρωνικά — πάρα πολύ όμως ταιριαστά με το ιδιαίτερα χαρακτηριστικό συνηθισμένο του ύφος είπε:
Ὦ φίλε Ἀλκιβιάδη, κινδυνεύεις τῷ ὄντι οὐ φαῦλος εἶναι, εἴπερ ἀληθῆ τυγχάνει ὄντα ἃ λέγεις«Φίλε Αλκιβιάδη, βρίσκεσαι πολύ κοντά, τωόντι, στο να έχεις γίνει αξιόλογος, αν συμβαίνει τα όσα λες
[218e]περὶ ἐμοῦ, καί τις ἔστ᾽ ἐν ἐμοὶ δύναμις δι᾽ ἧς ἂν σὺ γένοιο ἀμείνων· ἀμήχανόν τοι κάλλος ὁρῴης ἂν ἐν ἐμοὶ καὶ τῆς παρὰ σοὶ εὐμορφίας πάμπολυ διαφέρον. εἰ δὴ καθορῶν αὐτὸ κοινώσασθαί τέ μοι ἐπιχειρεῖς καὶ ἀλλάξασθαι κάλλος ἀντὶ κάλλους, οὐκ ὀλίγῳ μου πλεονεκτεῖν διανοῇ, ἀλλ᾽ ἀντὶ δόξης ἀλήθειαν καλῶν κτᾶσθαι ἐπιχειρεῖς καὶ τῷγια μένα ν᾽ ανταποκρίνονται στην αλήθεια, κι ότι έχω μέσα μου μια δύναμη, με την οποία θα μπορούσες να βελτιωθείς. Θα ᾽χεις ατενίσει κάποια ανείπωτη ωραιότητα μέσα μου, πολύ πολύ ανώτερη απ᾽ τη δική σου ομορφιά. Λοιπόν, αν με το βλέμμα σου καρφωμένο σ᾽ αυτήν επιχειρείς να με κάνεις συμμέτοχο της σκέψης σου και ν᾽ ανταλλάξεις ομορφιά με ομορφιά, τότε έχεις στο νου σου να μ᾽ εκμεταλλευτείς πάρα πολύ: βάλθηκες ν᾽ αποχτήσεις, δίνοντας φαινομενικό κάλλος, το αληθινό κάλλος, και τωόντι
[219a]ὄντι «χρύσεα χαλκείων» διαμείβεσθαι νοεῖς. ἀλλ᾽, ὦ μακάριε, ἄμεινον σκόπει, μή σε λανθάνω οὐδὲν ὤν. ἥ τοι τῆς διανοίας ὄψις ἄρχεται ὀξὺ βλέπειν ὅταν ἡ τῶν ὀμμάτων τῆς ἀκμῆς λήγειν ἐπιχειρῇ· σὺ δὲ τούτων ἔτι πόρρω.σχεδιάζεις “να δώσεις χάλκινα και να πάρεις χρυσά”. Αλλά, καλότυχε άνθρωπε, σκέψου το καλύτερα, μήπως δεν το πήρες μυρουδιά ότι δεν αξίζω τίποτε· σίγουρα η όρασή του νου αρχίζει να γίνεται πιο οξυδερκής, όταν η όραση των ματιών μας αρχίζει να χάνει την έντασή της· όμως εσύ βρίσκεσαι ακόμη μακριά απ᾽ αυτή την ηλικία».
Κἀγὼ ἀκούσας, Τὰ μὲν παρ᾽ ἐμοῦ, ἔφην, ταῦτά ἐστιν, ὧν οὐδὲν ἄλλως εἴρηται ἢ ὡς διανοοῦμαι· σὺ δὲ αὐτὸς οὕτω βουλεύου ὅτι σοί τε ἄριστον καὶ ἐμοὶ ἡγῇ.Τον άκουσα και του αποκρίθηκα: «Απ᾽ τη μεριά μου, ό,τι είχα να σου πω, αυτά είναι· δεν σου κρύβω καθόλου τις σκέψεις μου· με τη σειρά σου εσύ ο ίδιος σκέψου με τον ίδιο τρόπο ό,τι νομίζεις καλύτερο και για σένα και για μένα».
Ἀλλ᾽, ἔφη, τοῦτό γ᾽ εὖ λέγεις· ἐν γὰρ τῷ ἐπιόντι χρόνῳ«Τώρα μάλιστα, μίλησες σωστά, είπε· γιατί στις επόμενες μέρες
[219b]βουλευόμενοι πράξομεν ὃ ἂν φαίνηται νῷν περί τε τούτων καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἄριστον.θα συσκεφτόμαστε και θα πράξουμε αυτό που θα μας φανεί καλύτερο, και γι᾽ αυτό το ζήτημα και για τ᾽ άλλα».
Ἐγὼ μὲν δὴ ταῦτα ἀκούσας τε καὶ εἰπών, καὶ ἀφεὶς ὥσπερ βέλη, τετρῶσθαι αὐτὸν ᾤμην· καὶ ἀναστάς γε, οὐδ᾽ ἐπιτρέψας τούτῳ εἰπεῖν οὐδὲν ἔτι, ἀμφιέσας τὸ ἱμάτιον τὸ ἐμαυτοῦ τοῦτον —καὶ γὰρ ἦν χειμών— ὑπὸ τὸν τρίβωνα κατακλινεὶς τὸν τουτουί, περιβαλὼν τὼ χεῖρε τούτῳ τῷΕγώ λοιπόν, με το που άκουσα και είπα αυτά, πίστευα ότι, εκτοξεύοντάς του σαν βέλη αυτά, τον είχα τραυματίσει· σηκώθηκα και, χωρίς να του δώσω καιρό να προσθέσει τίποτε, τον σκέπασα με το δικό μου πανωφόρι —ήταν, βλέπεις, χειμώνας— ξάπλωσα κάτω απ᾽ την πατατούκα του κυρίου από ᾽δω, τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ᾽ αυτό
[219c]δαιμονίῳ ὡς ἀληθῶς καὶ θαυμαστῷ, κατεκείμην τὴν νύκτα ὅλην. καὶ οὐδὲ ταῦτα αὖ, ὦ Σώκρατες, ἐρεῖς ὅτι ψεύδομαι. ποιήσαντος δὲ δὴ ταῦτα ἐμοῦ οὗτος τοσοῦτον περιεγένετό τε καὶ κατεφρόνησεν καὶ κατεγέλασεν τῆς ἐμῆς ὥρας καὶ ὕβρισεν —καὶ περὶ ἐκεῖνό γε ᾤμην τὶ εἶναι, ὦ ἄνδρες δικασταί· δικασταὶ γάρ ἐστε τῆς Σωκράτους ὑπερηφανίας— εὖ γὰρ ἴστε μὰ θεούς, μὰ θεάς, οὐδὲν περιττότερον καταδεδαρθηκὼςτον πραγματικά δαιμόνιο και εκπληκτικό άνθρωπο και παραδόθηκα στον ύπνο ολόκληρη τη νύχτα. Και πάλι, Σωκράτη, δεν μπορείς να πεις ότι αυτά που λέω είναι ψέματα. Λοιπόν, μ᾽ όλα αυτά που έκανα, ετούτος σε τέτοιο βαθμό αναδείχτηκε ανώτερος· περιφρόνησε και γελοιοποίησε τη νεανική ομορφιά μου και με ταπείνωσε —ναι, δεν πίστευα ότι ήταν του πεταμού αυτή, κύριοι δικαστές— γιατί είστε δικαστές της αλαζονείας του Σωκράτη. Γιατί, και να το ξέρετε καλά, μα τους θεούς, μα τις θεές, αφού ξάπλωσα και κοιμήθηκα μαζί με τον Σωκράτη,
[219d]ἀνέστην μετὰ Σωκράτους, ἢ εἰ μετὰ πατρὸς καθηῦδον ἢ ἀδελφοῦ πρεσβυτέρου. Τὸ δὴ μετὰ τοῦτο τίνα οἴεσθέ με διάνοιαν ἔχειν, ἡγούμενον μὲν ἠτιμάσθαι, ἀγάμενον δὲ τὴν τούτου φύσιν τε καὶ σωφροσύνην καὶ ἀνδρείαν, ἐντετυχηκότα ἀνθρώπῳ τοιούτῳ οἵῳ ἐγὼ οὐκ ἂν ᾤμην ποτ᾽ ἐντυχεῖν εἰς φρόνησιν καὶ εἰς καρτερίαν; ὥστε οὔθ᾽ ὅπως οὖν ὀργιζοίμην εἶχον καὶ ἀποστερηθείην τῆς τούτου συνουσίας, οὔτε ὅπῃ προσαγαγοίμηνξύπνησα χωρίς να μου συμβεί τίποτα περισσότερο απ᾽ ό,τι αν κοιμόμουν με τον πατέρα ή τον μεγαλύτερο αδερφό μου. Τώρα λοιπόν, ύστερ᾽ απ᾽ αυτό, ποιές σκέψεις υποθέτετε ότι κυριαρχούσαν στο μυαλό μου, καθώς απ᾽ τη μια πίστευα ότι ξεφτιλίστηκα, απ᾽ την άλλη έμενα εκστατικός μπροστά στον χαρακτήρα και τη σωφροσύνη και την αντρίκεια στάση του, έτσι που βρέθηκε στο δρόμο μου ένας τέτοιος άνθρωπος που δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα συναντήσω, θες στη σύνεση, θες στην εγκαρτέρηση; Κι έτσι λοιπόν δεν είχα τον τρόπο ούτε ν᾽ αφήσω την οργή μου να ξεσπάσει και να στερηθώ τη συναναστροφή του κι ούτε είχα κάποιο μέσο
[219e]αὐτὸν ηὐπόρουν. εὖ γὰρ ᾔδη ὅτι χρήμασί γε πολὺ μᾶλλον ἄτρωτος ἦν πανταχῇ ἢ σιδήρῳ ὁ Αἴας, ᾧ τε ᾤμην αὐτὸν μόνῳ ἁλώσεσθαι, διεπεφεύγει με. ἠπόρουν δή, καταδεδουλωμένος τε ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου ὡς οὐδεὶς ὑπ᾽ οὐδενὸς ἄλλου περιῇα. Ταῦτά τε γάρ μοι ἅπαντα προυγεγόνει, καὶ μετὰ ταῦτα στρατεία ἡμῖν εἰς Ποτείδαιαν ἐγένετο κοινὴ καὶ συνεσιτοῦμεν ἐκεῖ. πρῶτον μὲν οὖν τοῖς πόνοις οὐ μόνον ἐμοῦ περιῆν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων —ὁπότ᾽ ἀναγκασθεῖμεν ἀποληφθέντες που, οἷα δὴ ἐπὶ στρατείας,να τον προσελκύσω. Γιατί, αν επιχειρούσες να τον δελεάσεις με χρήμα, δεν αγνοούσα ότι ήταν άτρωτος απ᾽ όλες τις πλευρές, όπως ο Αίας στα χτυπήματα με δόρυ, και απ᾽ το μοναδικό μέσο, με το οποίο πίστευα ότι θα τον αιχμαλωτίσω, ξέφυγε. Βρισκόμουν λοιπόν σε αμηχανία και έπαιρνα τους δρόμους, σκλάβος τούτου δω του ανθρώπου — αποκλείεται να έπεσε άλλος σε τέτοια σκλαβιά. Είχαν προηγηθεί όλ᾽ αυτά και κατόπι πήραμε μαζί μέρος στην εκστρατεία στην Ποτίδαια κι εκεί τρώγαμε στην ίδια λέσχη· λοιπόν, πρώτα πρώτα στις κακουχίες δεν έβαζε κάτω μόνο εμένα, αλλά κι όλους τους άλλους — νά, κάθε φορά που το ᾽φερνε η ανάγκη, αποκομμένοι απ᾽ τη μονάδα μας κάπου (βρισκόμασταν, βλέπεις, σ᾽ εκστρατεία)
[220a]ἀσιτεῖν, οὐδὲν ἦσαν οἱ ἄλλοι πρὸς τὸ καρτερεῖν— ἔν τ᾽ αὖ ταῖς εὐωχίαις μόνος ἀπολαύειν οἷός τ᾽ ἦν τά τ᾽ ἄλλα καὶ πίνειν οὐκ ἐθέλων, ὁπότε ἀναγκασθείη, πάντας ἐκράτει, καὶ ὃ πάντων θαυμαστότατον, Σωκράτη μεθύοντα οὐδεὶς πώποτε ἑώρακεν ἀνθρώπων. τούτου μὲν οὖν μοι δοκεῖ καὶ αὐτίκα ὁ ἔλεγχος ἔσεσθαι. πρὸς δὲ αὖ τὰς τοῦ χειμῶνος καρτερήσεις —δεινοὶ γὰρ αὐτόθι χειμῶνες— θαυμάσια ἠργάζετο τά τεκαι δεν είχαμε να φάμε, οι άλλοι δεν ήταν τίποτε μπροστά του στην αντοχή· κι αντίθετα, στα τραπεζώματα μόνο αυτός μπορούσε ν᾽ απολαμβάνει κι όλα τ᾽ άλλα κι εξαιρέτως το κρασί· δεν είχε αδυναμία στο ποτό, οσάκις όμως τον φέρναμε στο φιλότιμο, όλους τους έβαζε κάτω· και το εκπληκτικότερο, κανένας ως σήμερα δεν είδε τον Σωκράτη μεθυσμένο, ποτέ· εξάλλου νομίζω ότι σε λίγο θα έχετε την απόδειξη. Και πάλι, η αντοχή του στις κακοκαιρίες —γιατί σ᾽ εκείνα τα μέρη οι χειμώνες είναι φοβεροί— σ᾽ άφηνε με το στόμα ανοιχτό· κοντά στ᾽ άλλα,
[220b]ἄλλα, καί ποτε ὄντος πάγου οἵου δεινοτάτου, καὶ πάντων ἢ οὐκ ἐξιόντων ἔνδοθεν, ἢ εἴ τις ἐξίοι, ἠμφιεσμένων τε θαυμαστὰ δὴ ὅσα καὶ ὑποδεδεμένων καὶ ἐνειλιγμένων τοὺς πόδας εἰς πίλους καὶ ἀρνακίδας, οὗτος δ᾽ ἐν τούτοις ἐξῄει ἔχων ἱμάτιον μὲν τοιοῦτον οἷόνπερ καὶ πρότερον εἰώθει φορεῖν, ἀνυπόδητος δὲ διὰ τοῦ κρυστάλλου ῥᾷον ἐπορεύετο ἢ οἱ ἄλλοι ὑποδεδεμένοι, οἱ δὲ στρατιῶται ὑπέβλεπονμια φορά που μας έπιασε παγωνιά που τρυπούσε τα κόκαλα κι όλοι μας ή δε ξεμυτίζαμε από μέσα ή, αν κάποιος ξεμύτιζε, ντυνόταν το ᾽να πάνω στ᾽ άλλο ένα σωρό φορέματα, φόραγε υποδήματα και τύλιγε τα πόδια του με τριχιές και προβιές, ετούτος έβγαινε με τέτοιο καιρό φορώντας πανωφόρι παρόμοιο μ᾽ εκείνο που και πρωτύτερα συνήθως φορούσε και, ξυπόλυτος μες στους πάγους, πορευόταν ανετότερα απ᾽ ό,τι οι άλλοι με τα παπούτσια τους· κι οι στρατιώτες τον στραβοκοίταζαν,
[220c]αὐτὸν ὡς καταφρονοῦντα σφῶν. καὶ ταῦτα μὲν δὴ ταῦτα· οἷον δ᾽ αὖ τόδ᾽ ἔρεξε καὶ ἔτλη καρτερὸς ἀνὴρ ἐκεῖ ποτε ἐπὶ στρατιᾶς, ἄξιον ἀκοῦσαι. συννοήσας γὰρ αὐτόθι ἕωθέν τι εἱστήκει σκοπῶν, καὶ ἐπειδὴ οὐ προυχώρει αὐτῷ, οὐκ ἀνίει ἀλλὰ εἱστήκει ζητῶν. καὶ ἤδη ἦν μεσημβρία, καὶ ἅνθρωποι ᾐσθάνοντο, καὶ θαυμάζοντες ἄλλος ἄλλῳ ἔλεγεν ὅτι Σωκράτης ἐξ ἑωθινοῦ φροντίζων τι ἕστηκε. τελευτῶντες δέ τινες τῶν Ἰώνων, ἐπειδὴ ἑσπέρα ἦν,γιατί, νόμιζαν, τους ξεφτίλιζε. Λοιπόν, αυτά τα είπαμε όπως έγιναν· αλλά ένα μονάχα που κατόρθωσε και τόλμησε ο αντρειωμένος εκεί κάποτε στο μέτωπο αξίζει να τ᾽ ακούσετε. Δηλαδή, απασχολούσε το πνεύμα του μια σκέψη κι απ᾽ τα χαράματα στεκόταν όρθιος στο ίδιο μέρος και στοχαζόταν· και, καθώς δε σημείωνε πρόοδο, δε χαλάρωνε, αλλά έμενε όρθιος, δοσμένος στους στοχασμούς του. Κι ήρθε πια το μεσημέρι και οι στρατιώτες το αντιλήφτηκαν κι εντυπωσιασμένοι έλεγαν ο ένας στον άλλο ότι ο Σωκράτης στέκεται όρθιος απ᾽ τα χαράματα, δοσμένος στους στοχασμούς του. Στο τέλος μερικοί Ίωνες, καθώς έπεφτε η νύχτα,
[220d]δειπνήσαντες —καὶ γὰρ θέρος τότε γ᾽ ἦν— χαμεύνια ἐξενεγκάμενοι ἅμα μὲν ἐν τῷ ψύχει καθηῦδον, ἅμα δ᾽ ἐφύλαττον αὐτὸν εἰ καὶ τὴν νύκτα ἑστήξοι. ὁ δὲ εἱστήκει μέχρι ἕως ἐγένετο καὶ ἥλιος ἀνέσχεν· ἔπειτα ᾤχετ᾽ ἀπιὼν προσευξάμενος τῷ ἡλίῳ. εἰ δὲ βούλεσθε ἐν ταῖς μάχαις —τοῦτο γὰρ δὴ δίκαιόν γε αὐτῷ ἀποδοῦναι— ὅτε γὰρ ἡ μάχη ἦν ἐξ ἧς ἐμοὶ καὶ τἀριστεῖα ἔδοσαν οἱ στρατηγοί, οὐδεὶς ἄλλος ἐμὲ ἔσωσεναφού πήραν το δείπνο τους, έβγαλαν έξω τα στρωσίδια τους —γιατί τότε ήταν καλοκαίρι— απ᾽ τη μια να κοιμηθούν στη δροσιά κι απ᾽ την άλλη για να τον παραφυλάγουν, άραγε θα έμενε όρθιος τη νύχτα; και τον βρήκε να στέκεται όρθιος η αυγή κι ανέτειλε ο ήλιος· έπειτα προσευχήθηκε στον ήλιο κι απομακρύνθηκε. Τώρα, αν αγαπάτε, ο Σωκράτης στις μάχες· γιατί δικαιούται βέβαια να του απονείμουμε αυτή την εύφημο μνεία. Νά, όταν έγινε η μάχη, που εξαιτίας της οι στρατηγοί μού έδωσαν το αριστείο ανδρείας, αυτός,
[220e]ἀνθρώπων ἢ οὗτος, τετρωμένον οὐκ ἐθέλων ἀπολιπεῖν, ἀλλὰ συνδιέσωσε καὶ τὰ ὅπλα καὶ αὐτὸν ἐμέ. καὶ ἐγὼ μέν, ὦ Σώκρατες, καὶ τότε ἐκέλευον σοὶ διδόναι τἀριστεῖα τοὺς στρατηγούς, καὶ τοῦτό γέ μοι οὔτε μέμψῃ οὔτε ἐρεῖς ὅτι ψεύδομαι· ἀλλὰ γὰρ τῶν στρατηγῶν πρὸς τὸ ἐμὸν ἀξίωμα ἀποβλεπόντων καὶ βουλομένων ἐμοὶ διδόναι τἀριστεῖα, αὐτὸς προθυμότερος ἐγένου τῶν στρατηγῶν ἐμὲ λαβεῖν ἢ σαυτόν. ἔτι τοίνυν, ὦ ἄνδρες, ἄξιον ἦν θεάσασθαι Σωκράτη, ὅτε ἀπὸ Δηλίουκαι κανένας άλλος, ήταν που μ᾽ έσωσε· δεν το βάσταξε να μ᾽ εγκαταλείψει τραυματία, αλλά έσωσε τα όπλα μου, μαζί και τη ζωή μου. Κι εγώ, Σωκράτη, και τότε προέτρεπα τους στρατηγούς να δώσουν σ᾽ εσένα το αριστείο, και δεν μπορείς να με κατηγορήσεις γι᾽ αυτό ούτε να με διαψεύσεις. Επειδή όμως οι στρατηγοί, εντυπωσιασμένοι απ᾽ την πολιτική μου προβολή, ήθελαν ν᾽ απονείμουν σ᾽ εμένα το αριστείο, εσύ αποδείχτηκες πιο πρόθυμος απ᾽ τους στρατηγούς να το πάρω εγώ κι όχι εσύ. Κι ακόμα λοιπόν, συμπότες μου, άξιζε τον κόπο ν᾽ αντικρίζατε τον Σωκράτη, όταν ο στρατός μας
[221a]φυγῇ ἀνεχώρει τὸ στρατόπεδον· ἔτυχον γὰρ παραγενόμενος ἵππον ἔχων, οὗτος δὲ ὅπλα. ἀνεχώρει οὖν ἐσκεδασμένων ἤδη τῶν ἀνθρώπων οὗτός τε ἅμα καὶ Λάχης· καὶ ἐγὼ περιτυγχάνω, καὶ ἰδὼν εὐθὺς παρακελεύομαί τε αὐτοῖν θαρρεῖν, καὶ ἔλεγον ὅτι οὐκ ἀπολείψω αὐτώ. ἐνταῦθα δὴ καὶ κάλλιον ἐθεασάμην Σωκράτη ἢ ἐν Ποτειδαίᾳ —αὐτὸς γὰρ ἧττον ἐν φόβῳ ἦ διὰ τὸ ἐφ᾽ ἵππου εἶναι— πρῶτον μὲν ὅσον περιῆντράπηκε σε φυγή και υποχωρούσε από το Δήλιο· γιατί έτυχε να βρίσκομαι εκεί, εγώ ιππέας κι αυτός πεζός, βαριά οπλισμένος. Λοιπόν, οι στρατιώτες μας είχαν κιόλας διασκορπιστεί κι αυτός υποχωρούσε, μαζί του κι ο Λάχης· κι εγώ τους συναντώ τυχαία και αντικρίζοντάς τους τούς παρότρυνα αμέσως να μη χάσουν το θάρρος τους και τους έλεγα ότι δε θα τους εγκαταλείψω. Εκεί λοιπόν παρακολούθησα καλύτερα τον Σωκράτη απ᾽ ό,τι στην Ποτίδαια —γιατί ο ίδιος κατεχόμουν λιγότερο από φόβο, καθώς ήμουν έφιππος— πρώτα πρώτα πόσο ήταν ανώτερος
[221b]Λάχητος τῷ ἔμφρων εἶναι· ἔπειτα ἔμοιγ᾽ ἐδόκει, ὦ Ἀριστόφανες, τὸ σὸν δὴ τοῦτο, καὶ ἐκεῖ διαπορεύεσθαι ὥσπερ καὶ ἐνθάδε, βρενθυόμενος καὶ τὠφθαλμὼ παραβάλλων, ἠρέμα παρασκοπῶν καὶ τοὺς φιλίους καὶ τοὺς πολεμίους, δῆλος ὢν παντὶ καὶ πάνυ πόρρωθεν ὅτι εἴ τις ἅψεται τούτου τοῦ ἀνδρός, μάλα ἐρρωμένως ἀμυνεῖται. διὸ καὶ ἀσφαλῶς ἀπῄει καὶ οὗτος καὶ ὁ ἑταῖρος· σχεδὸν γάρ τι τῶν οὕτω διακειμένων ἐν τῷ πολέμῳ οὐδὲ ἅπτονται, ἀλλὰ τοὺςαπό τον Λάχητα στην ψυχραιμία· έπειτα, Αριστοφάνη, μου έδινε την εντύπωση, νά, όπως το έγραψες κι εσύ, ότι κι εκεί διάβαινε, όπως κι εδώ, «κορδωμένος και ρίχνοντας λοξές ματιές»· ατάραχος παρακολουθούσε και τους δικούς μας και τους εχθρούς, κάνοντας φανερό σ᾽ όλους, ακόμη κι από μακριά ότι, αν κάποιος αγγίξει αυτό τον άντρα, θα συναντήσει πολύ αντρειωμένη αντίσταση. Γι᾽ αυτό τον λόγο υποχωρούσε χωρίς κίνδυνο κι αυτός κι ο σύντροφός του· γιατί γενικά στον πόλεμο αυτούς που έχουν τέτοιο φρόνημα ούτε καν τους αγγίζουν, αλλά
[221c]προτροπάδην φεύγοντας διώκουσιν. Πολλὰ μὲν οὖν ἄν τις καὶ ἄλλα ἔχοι Σωκράτη ἐπαινέσαι καὶ θαυμάσια· ἀλλὰ τῶν μὲν ἄλλων ἐπιτηδευμάτων τάχ᾽ ἄν τις καὶ περὶ ἄλλου τοιαῦτα εἴποι, τὸ δὲ μηδενὶ ἀνθρώπων ὅμοιον εἶναι, μήτε τῶν παλαιῶν μήτε τῶν νῦν ὄντων, τοῦτο ἄξιον παντὸς θαύματος. οἷος γὰρ Ἀχιλλεὺς ἐγένετο, ἀπεικάσειεν ἄν τις καὶ Βρασίδαν καὶ ἄλλους, καὶ οἷος αὖ Περικλῆς, καὶ Νέστορα καὶ Ἀντήνορα —εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι—καταδιώκουν εκείνους που τρέπονται σε άτακτη φυγή. Θα μπορούσε λοιπόν να εγκωμιάσει κανείς τον Σωκράτη και για άλλα, πολλά κι αξιοθαύμαστα· αλλά για τις άλλες χαρακτηριστικές ιδιότητές του ίσως κάποιος θα μπορούσε να πει παρόμοια και για άλλους, όμως το ότι δε μοιάζει με κανένα άλλο άνθρωπο, ούτε από τους παλαιότερους ούτε απ᾽ τους τωρινούς, αυτό κι αν αξίζει κάθε θαυμασμό! Για παράδειγμα, για την προσωπικότητα του Αχιλλέα θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε μια ιδέα απ᾽ τον Βρασίδα κι απ᾽ άλλους· για την προσωπικότητα του Περικλή, απ᾽ τον Νέστορα και τον Αντήνορα, και δεν είναι μόνο αυτοί·
[221d]καὶ τοὺς ἄλλους κατὰ ταὔτ᾽ ἄν τις ἀπεικάζοι· οἷος δὲ οὑτοσὶ γέγονε τὴν ἀτοπίαν ἅνθρωπος, καὶ αὐτὸς καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ, οὐδ᾽ ἐγγὺς ἂν εὕροι τις ζητῶν, οὔτε τῶν νῦν οὔτε τῶν παλαιῶν, εἰ μὴ ἄρα εἰ οἷς ἐγὼ λέγω ἀπεικάζοι τις αὐτόν, ἀνθρώπων μὲν μηδενί, τοῖς δὲ σιληνοῖς καὶ σατύροις, αὐτὸν καὶ τοὺς λόγους. Καὶ γὰρ οὖν καὶ τοῦτο ἐν τοῖς πρώτοις παρέλιπον, ὅτι καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ ὁμοιότατοί εἰσι τοῖς σιληνοῖς τοῖςκαι γι᾽ άλλες προσωπικότητες θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε κάποια ιδέα απ᾽ άλλους με τον ίδιο τρόπο· όμως για την προσωπικότητα αυτού του αλλόκοτου ανθρώπου —τόσο για ό,τι αφορά στον ίδιο, όσο και στα λόγια του— ούτε κατά προσέγγιση θα μπορούσε κανείς να σχηματίσει μια ιδέα, όσο κι αν την αναζητήσει σε κάποιον απ᾽ τους τωρινούς ή τους παλιούς, εκτός βέβαια αν τον παρομοιάσει μ᾽ αυτούς που λέω εγώ, όχι με άνθρωπο βέβαια —με κανένα!—, αλλά με τους σιληνούς και τους σατύρους, και τον ίδιο και τα λόγια του. Α ναι, και κάτι που παρέλειψα στην αρχή αυτού του εγκωμίου: και το λεξιλόγιό του είναι ίδιο κι απαράλλαχτο με τους σιληνούς
[221e]διοιγομένοις. εἰ γὰρ ἐθέλοι τις τῶν Σωκράτους ἀκούειν λόγων, φανεῖεν ἂν πάνυ γελοῖοι τὸ πρῶτον· τοιαῦτα καὶ ὀνόματα καὶ ῥήματα ἔξωθεν περιαμπέχονται, σατύρου δή τινα ὑβριστοῦ δοράν. ὄνους γὰρ κανθηλίους λέγει καὶ χαλκέας τινὰς καὶ σκυτοτόμους καὶ βυρσοδέψας, καὶ ἀεὶ διὰ τῶν αὐτῶν τὰ αὐτὰ φαίνεται λέγειν, ὥστε ἄπειρος καὶ ἀνόητος ἄνθρωποςπου ανοιγοκλείνουν. Γιατί, αν θελήσει κάποιος ν᾽ ακούσει τις ομιλίες του Σωκράτη, στην αρχή θα του έκαναν κωμική εντύπωση· τις ντύνει με τέτοιες λέξεις και φράσεις, σαν με τομάρι ξετσίπωτου σατύρου· δηλαδή μιλά για γομάρια ανοικονόμητα και για κάτι χαλκιάδες και παπουτσήδες και ταμπάκηδες και δίνει την εντύπωση ότι πάντοτε λέει τα ίδια και τα ίδια με τις ίδιες λέξεις, έτσι που κάθε άνθρωπος που δεν τον ξέρει κι επιπόλαιος
[222a]πᾶς ἂν τῶν λόγων καταγελάσειεν. διοιγομένους δὲ ἰδὼν ἄν τις καὶ ἐντὸς αὐτῶν γιγνόμενος πρῶτον μὲν νοῦν ἔχοντας ἔνδον μόνους εὑρήσει τῶν λόγων, ἔπειτα θειοτάτους καὶ πλεῖστα ἀγάλματ᾽ ἀρετῆς ἐν αὑτοῖς ἔχοντας καὶ ἐπὶ πλεῖστον τείνοντας, μᾶλλον δὲ ἐπὶ πᾶν ὅσον προσήκει σκοπεῖν τῷ μέλλοντι καλῷ κἀγαθῷ ἔσεσθαι. Ταῦτ᾽ ἐστίν, ὦ ἄνδρες, ἃ ἐγὼ Σωκράτη ἐπαινῶ· καὶ αὖ ἃ μέμφομαι συμμείξας ὑμῖν εἶπον ἅ με ὕβρισεν. καὶθα τον θεωρούσε καταγέλαστο για το λεξιλόγιό του. Αν όμως ανοίξει αυτές τις ομιλίες και δει το περιεχόμενό τους, θ᾽ ανακαλύψει πρώτα πρώτα ότι είναι οι μοναδικές που στο βάθος τους έχουν νόημα, έπειτα ότι είναι θεϊκότατες και κρύβουν μέσα τους απειράριθμα αγάλματα αρετής και αφορούν σε πάρα πολλά ζητήματα, καλύτερα: σ᾽ όλο το πεδίο που αρμόζει να διερευνά όποιος βάλθηκε να γίνει τέλειος άνθρωπος. Αυτό είναι, συμπότες μου, το εγκώμιό μου για τον Σωκράτη· κι απ᾽ την άλλη, σας είπα, παρεμβάλλοντάς τες στο εγκώμιο, όσες μομφές είχα εναντίον του, το διασυρμό που μου έκανε· και
[222b]μέντοι οὐκ ἐμὲ μόνον ταῦτα πεποίηκεν, ἀλλὰ καὶ Χαρμίδην τὸν Γλαύκωνος καὶ Εὐθύδημον τὸν Διοκλέους καὶ ἄλλους πάνυ πολλούς, οὓς οὗτος ἐξαπατῶν ὡς ἐραστὴς παιδικὰ μᾶλλον αὐτὸς καθίσταται ἀντ᾽ ἐραστοῦ. ἃ δὴ καὶ σοὶ λέγω, ὦ Ἀγάθων, μὴ ἐξαπατᾶσθαι ὑπὸ τούτου, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῶν ἡμετέρων παθημάτων γνόντα εὐλαβηθῆναι, καὶ μὴ κατὰ τὴν παροιμίαν ὥσπερ νήπιον παθόντα γνῶναι.βέβαια δεν ήμουν θύμα του μόνο εγώ, αλλά κι ο Χαρμίδης, ο γιος του Γλαύκωνος, κι ο Ευθύδημος, ο γιος του Διοκλή, και πάρα πολλοί άλλοι· παραπλανώντας όλους αυτούς, τάχα ότι ήταν εραστής τους, μάλλον ο ίδιος του, εκεί που τον περίμεναν εραστή, γίνεται το αγαπημένο τους αγόρι. Αυτά τα λέω για να τ᾽ ακούς και συ, Αγάθων· να μην αφήνεσαι να σε παραπλανά τούτος εδώ, αλλά, κάνοντας το δικό μου πάθημα μάθημα, να πάρεις τα μέτρα σου κι όχι, όπως λέει και η παροιμία, «να μάθεις αφού πάθεις, σα μωρό παιδί».

ΙΙΙ. Επιλογικό μέρος

[222c]Εἰπόντος δὴ ταῦτα τοῦ Ἀλκιβιάδου γέλωτα γενέσθαι ἐπὶ τῇ παρρησίᾳ αὐτοῦ, ὅτι ἐδόκει ἔτι ἐρωτικῶς ἔχειν τοῦ Σωκράτους.ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Αυτά μου αφηγήθηκε ο Αριστόδημος, είπε ο Αλκιβιάδης και ξέσπασαν σε γέλια με την ελευθεροστομία του, καθώς άφησε να φανεί ότι ακόμα δεν έπαυσε να ᾽χει έρωτα με τον Σωκράτη.
τὸν οὖν Σωκράτη, Νήφειν μοι δοκεῖς, φάναι, ὦ Ἀλκιβιάδη. οὐ γὰρ ἄν ποτε οὕτω κομψῶς κύκλῳ περιβαλλόμενος ἀφανίσαι ἐνεχείρεις οὗ ἕνεκα ταῦτα πάντα εἴρηκας, καὶ ὡς ἐν παρέργῳ δὴ λέγων ἐπὶ τελευτῆς αὐτὸ ἔθηκας, ὡς οὐ πάντα τούτου ἕνεκα εἰρηκώς, τοῦ ἐμὲ καὶΚι ο Σωκράτης είπε: «Αλκιβιάδη, δε μου φαίνεσαι μεθυσμένος. Γιατί διαφορετικά δε θα σκάρωνες τόσο έξυπνα παραπέτασμα γύρω γύρω, προσπαθώντας ν᾽ αποκρύψεις τον σκοπό, για τον οποίο έκανες όλη αυτή την αγόρευση· τάχα μου, αναφερόμενος σ᾽ αυτόν σαν σε παρωνυχίδα, τον έβαλες στο τέλος τέλος, σαν να μην ήταν αυτός, για τον οποίο τα είπες όλα: για να μας κάνεις να τσακωνόμαστε εγώ κι
[222d]Ἀγάθωνα διαβάλλειν, οἰόμενος δεῖν ἐμὲ μὲν σοῦ ἐρᾶν καὶ μηδενὸς ἄλλου, Ἀγάθωνα δὲ ὑπὸ σοῦ ἐρᾶσθαι καὶ μηδ᾽ ὑφ᾽ ἑνὸς ἄλλου. ἀλλ᾽ οὐκ ἔλαθες, ἀλλὰ τὸ σατυρικόν σου δρᾶμα τοῦτο καὶ σιληνικὸν κατάδηλον ἐγένετο. ἀλλ᾽, ὦ φίλε Ἀγάθων, μηδὲν πλέον αὐτῷ γένηται, ἀλλὰ παρασκευάζου ὅπως ἐμὲ καὶ σὲ μηδεὶς διαβαλεῖ.ο Αγάθων, επειδή θέλεις να πιστεύεις ότι εγώ είμαι υποχρεωμένος να είμαι αποκλειστικά δικός σου εραστής, κι ο Αγάθων να είναι δικός σου ερωμένος και κανενός άλλου. Όμως δεν έπιασε το τέχνασμά σου και νά που αυτό το σατυρικό και σιληνικό σου δράμα ξεσκεπάστηκε. Αλλά, αγαπητέ μου Αγάθων, ας μην του περάσει, αλλά πάρε τα μέτρα σου, ώστε κανείς να μη σπείρει ζιζάνια ανάμεσά μας».
Τὸν οὖν Ἀγάθωνα εἰπεῖν, Καὶ μήν, ὦ Σώκρατες,Λοιπόν, ο Αγάθων αποκρίθηκε: «Σίγουρα, Σωκράτη,
[222e]κινδυνεύεις ἀληθῆ λέγειν. τεκμαίρομαι δὲ καὶ ὡς κατεκλίνη ἐν μέσῳ ἐμοῦ τε καὶ σοῦ, ἵνα χωρὶς ἡμᾶς διαλάβῃ. οὐδὲν οὖν πλέον αὐτῷ ἔσται, ἀλλ᾽ ἐγὼ παρὰ σὲ ἐλθὼν κατακλινήσομαι.φαίνεται ότι έχεις δίκιο. Καταλήγω σ᾽ αυτό το συμπέρασμα απ᾽ το ότι ήρθε και ξάπλωσε ανάμεσα σ᾽ εμένα και σ᾽ εσένα, για να μας χωρίσει. Λοιπόν, δε θα του περάσει, αλλά εγώ θα σηκωθώ και θα έρθω να ξαπλώσω στο πλευρό σου».
Πάνυ γε, φάναι τὸν Σωκράτη, δεῦρο ὑποκάτω ἐμοῦ κατακλίνου.«Έτσι μπράβο, είπε ο Σωκράτης, έλα και ξάπλωσε εδώ, στα δεξιά μου».
Ὦ Ζεῦ, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην, οἷα αὖ πάσχω ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου. οἴεταί μου δεῖν πανταχῇ περιεῖναι. ἀλλ᾽ εἰ μή τι ἄλλο, ὦ θαυμάσιε, ἐν μέσῳ ἡμῶν ἔα Ἀγάθωνα κατακεῖσθαι.«Δία θεέ μου! είπε ο Αλκιβιάδης, τί τραβώ πάλι απ᾽ αυτό τον άνθρωπο! Εννοεί σ᾽ όλα τα πάντα να με βάζει κάτω. Αλλά, άνθρωπε που δεν έχεις το θεό σου, αν δε γίνεται τίποτε άλλο, άφησε τον Αγάθωνα να ξαπλώσει ανάμεσά μας».
Ἀλλ᾽ ἀδύνατον, φάναι τὸν Σωκράτη. σὺ μὲν γὰρ ἐμὲ ἐπῄνεσας, δεῖ δὲ ἐμὲ αὖ τὸν ἐπὶ δεξί᾽ ἐπαινεῖν. ἐὰν οὖν ὑπὸ σοὶ κατακλινῇ Ἀγάθων, οὐ δήπου ἐμὲ πάλιν ἐπαινέσεται, πρὶν ὑπ᾽ ἐμοῦ μᾶλλον ἐπαινεθῆναι; ἀλλ᾽ ἔασον,«Αυτό ξέγραψέ το! είπε ο Σωκράτης. Γιατί εσύ έπλεξες ήδη το εγκώμιο μου, λοιπόν σειρά μου τώρα να πλέξω το εγκώμιο του διπλανού μου απ᾽ τα δεξιά. Λοιπόν, αν ο Αγάθων ξαπλώσει στα δεξιά σου, θα είναι βέβαια υποχρεωμένος και αυτός να πλέξει το εγκώμιό μου, ενώ το σωστό θα ᾽τανε μάλλον ν᾽ ακούσει προηγουμένως να τον εγκωμιάζω εγώ· αλλά,
[223a]ὦ δαιμόνιε, καὶ μὴ φθονήσῃς τῷ μειρακίῳ ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐπαινεθῆναι· καὶ γὰρ πάνυ ἐπιθυμῶ αὐτὸν ἐγκωμιάσαι.μυστήριε άνθρωπε, δώσε τόπο στην οργή σου και μην κάνεις σα στενόκαρδος, που θα εγκωμιάσω εγώ τον νεαρό· γιατί και πολύ το θέλω να του πλέξω το εγκώμιο».
Ἰοῦ ἰοῦ, φάναι τὸν Ἀγάθωνα, Ἀλκιβιάδη, οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ἂν ἐνθάδε μείναιμι, ἀλλὰ παντὸς μᾶλλον μεταναστήσομαι, ἵνα ὑπὸ Σωκράτους ἐπαινεθῶ.«Ωραία! Ωραία! φώναξε ο Αγάθων· Αλκιβιάδη, με τίποτε δε μένω εδώ, αλλά ένα μόνο θέλω, ν᾽ αλλάξω θέση, για ν᾽ ακούσω να μ᾽ εγκωμιάζει ο Σωκράτης».
Ταῦτα ἐκεῖνα, φάναι τὸν Ἀλκιβιάδην, τὰ εἰωθότα· Σωκράτους παρόντος τῶν καλῶν μεταλαβεῖν ἀδύνατον ἄλλῳ. καὶ νῦν ὡς εὐπόρως καὶ πιθανὸν λόγον ηὗρεν, ὥστε παρ᾽ ἑαυτῷ τουτονὶ κατακεῖσθαι.«Νά τα μας πάλι!, είπε ο Αλκιβιάδης, τα ίδια και τα ίδια: έτσι κι είναι παρών ο Σωκράτης, κανένας άλλος δεν μπορεί να χαρεί τη συντροφιά των ωραίων. Και τώρα, γιά δες με πόση εφευρετικότητα βρήκε πειστική δικαιολογία, ώστε ο νεαρός μας να ξαπλώσει δίπλα του!».
[223b]Τὸν μὲν οὖν Ἀγάθωνα ὡς κατακεισόμενον παρὰ τῷ Σωκράτει ἀνίστασθαι· ἐξαίφνης δὲ κωμαστὰς ἥκειν παμπόλλους ἐπὶ τὰς θύρας, καὶ ἐπιτυχόντας ἀνεῳγμέναις ἐξιόντος τινὸς εἰς τὸ ἄντικρυς πορεύεσθαι παρὰ σφᾶς καὶ κατακλίνεσθαι, καὶ θορύβου μεστὰ πάντα εἶναι, καὶ οὐκέτι ἐν κόσμῳ οὐδενὶ ἀναγκάζεσθαι πίνειν πάμπολυν οἶνον.Λοιπόν, ο Αγάθων σηκώθηκε και πήγε να ξαπλώσει δίπλα στο Σωκράτη, όταν ξαφνικά γλεντοκόποι πάμπολλοι έκαναν την εμφάνισή τους μπροστά στην πόρτα· τη βρήκαν ανοιχτή, καθώς κάποιος έβγαινε έξω, και τράβηξαν ίσια μέσα και πήραν θέση στο τραπέζι· έγινε πανζουρλισμός και μες σ᾽ απόλυτη ακαταστασία θέλαν δε θέλαν κατέβασαν πάρα πολύ κρασί.
τὸν μὲν οὖν Ἐρυξίμαχον καὶ τὸν Φαῖδρον καὶ ἄλλους τινὰς ἔφη ὁ Ἀριστόδημος οἴχεσθαι ἀπιόντας, ἓ δὲ ὕπνον λαβεῖν,Λοιπόν, μου αφηγήθηκε ο Αριστόδημος, ο Ερυξίμαχος και ο Φαίδρος και κάποιοι άλλοι βιάστηκαν να φύγουν, ενώ τον ίδιο τον πήρε ο ύπνος
[223c]καὶ καταδαρθεῖν πάνυ πολύ, ἅτε μακρῶν τῶν νυκτῶν οὐσῶν, ἐξεγρέσθαι δὲ πρὸς ἡμέραν ἤδη ἀλεκτρυόνων ᾀδόντων, ἐξεγρόμενος δὲ ἰδεῖν τοὺς μὲν ἄλλους καθεύδοντας καὶ οἰχομένους, Ἀγάθωνα δὲ καὶ Ἀριστοφάνη καὶ Σωκράτη ἔτι μόνους ἐγρηγορέναι καὶ πίνειν ἐκ φιάλης μεγάλης ἐπὶ δεξιά.κι αποκοιμήθηκε βαριά, έτσι που οι νύχτες ήταν αξημέρωτες· και ξύπνησε με το ξημέρωμα, την ώρα που πήραν να λαλούν τα κοκόρια. Και ξυπνώντας είδε ότι οι άλλοι ή αποκοιμήθηκαν ή είχαν φύγει, αλλά ο Αγάθων κι ο Αριστοφάνης κι ο Σωκράτης, μόνοι αυτοί, έμεναν ακόμη ξυπνητοί κι έπιναν από μια μεγάλη κούπα, που έκανε το γύρο απ᾽ τ᾽ αριστερά στα δεξιά.
τὸν οὖν Σωκράτη αὐτοῖς διαλέγεσθαι· καὶ τὰ μὲν ἄλλα ὁΛοιπόν, ο Σωκράτης έκανε διαλογική συζήτηση μαζί τους· τώρα, ο Αριστόδημος
[223d]Ἀριστόδημος οὐκ ἔφη μεμνῆσθαι τῶν λόγων —οὔτε γὰρ ἐξ ἀρχῆς παραγενέσθαι ὑπονυστάζειν τε— τὸ μέντοι κεφάλαιον, ἔφη, προσαναγκάζειν τὸν Σωκράτη ὁμολογεῖν αὐτοὺς τοῦ αὐτοῦ ἀνδρὸς εἶναι κωμῳδίαν καὶ τραγῳδίαν ἐπίστασθαι ποιεῖν, καὶ τὸν τέχνῃ τραγῳδοποιὸν ὄντα ‹καὶ› κωμῳδοποιὸν εἶναι. ταῦτα δὴ ἀναγκαζομένους αὐτοὺς καὶ οὐ σφόδρα ἑπομένους νυστάζειν, καὶ πρότερον μὲν καταδαρθεῖν τὸν Ἀριστοφάνη, ἤδη δὲ ἡμέρας γιγνομένης τὸν Ἀγάθωνα.δε συγκρατούσε στη μνήμη του όλα όσα είπαν —γιατί δεν παρακολούθησε απ᾽ την αρχή τη συζήτηση, αλλά και τα μάτια του έκλειναν από τη νύστα— όμως η ουσία ήταν, είπε, ότι ο Σωκράτης τους υποχρέωσε να παραδεχτούν ότι η ενσυνείδητη γνώση της δημιουργίας και της κωμωδίας και της τραγωδίας είναι προσόν του ίδιου προσώπου, κι αυτός που είναι μετά λόγου γνώσεως ποιητής είναι ο ίδιος και ποιητής τραγωδιών και ποιητής κωμωδιών. Λοιπόν εκείνοι, μην μπορώντας να κάνουν αλλιώς, το παραδέχονταν και, νιώθοντας νύστα, δυσκολεύονταν να τον παρακολουθήσουν· και πρώτα πήρε ο ύπνος τον Αριστοφάνη και, ξημερώματα πια, τον Αγάθωνα.
τὸν οὖν Σωκράτη, κατακοιμίσαντ᾽ ἐκείνους, ἀναστάντα ἀπιέναι, καὶ ‹ἓ› ὥσπερ εἰώθει ἕπεσθαι, καὶ ἐλθόντα εἰς Λύκειον, ἀπονιψάμενον, ὥσπερ ἄλλοτε τὴν ἄλλην ἡμέραν διατρίβειν, καὶ οὕτω διατρίψαντα εἰς ἑσπέραν οἴκοι ἀναπαύεσθαι.Λοιπόν ο Σωκράτης τους έβαλε να κοιμηθούν και κατόπι σηκώθηκε και πήρε το δρόμο του γυρισμού· κι ο Αριστόδημος, όπως το συνήθιζε, τον ακολούθησε. Κι όταν έφτασε στο Λύκειο, νίφτηκε και πέρασε την υπόλοιπη μέρα του όπως τις άλλες εκεί· πέρασε τη μέρα του έτσι και σαν πήρε να βραδιάζει πήγε στο σπίτι του ν᾽ αναπαυτεί.

– Ευρετήριο Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας –

Τα σχόλια είναι κλειστά.