Αφού ο Αλέξανδρος ετοίμασε στις όχθες του Υδάσπη πολλές τριακοντόρους και ημιολίες και πολλά ιππαγωγά πλοία, καθώς και όσα άλλα ήταν κατάλληλα για τη μετακίνηση στρατού σε ποταμό, αποφάσισε να πλεύσει προς τη μεγάλη θάλασσα ακολουθώντας το ρεύμα του Υδάσπη.
Επειδή είχε δει προηγουμένως κροκοδείλους στον Ινδό ποταμό, οι οποίοι δεν υπάρχουν σε άλλους ποταμούς εκτός από τον Νείλο, και ότι στις όχθες του Ακεσίνη φυτρώνουν κουκιές, όμοιες με εκείνες που παράγει η γη της Αιγύπτου, ακόμη έχοντας πληροφορηθεί ότι ο Ακεσίνης χύνεται στον Ινδό, νόμισε ότι είχε ανακαλύψει τις πηγές του Νείλου.
Νόμισε δηλαδή ότι ο Νείλος πήγαζε από κάποιο σημείο αυτής της περιοχής της Ινδίας και αφού έρρεε μέσα από μεγάλη έκταση έρημης γης, έχανε στο μέρος αυτό το όνομα Ινδός· ακόμη, ότι από το σημείο όπου άρχιζε να ρέει μέσα σε κατοικημένη περιοχή ονομαζόταν Νείλος από τους εκεί Αιθίοπες και από τους Αιγυπτίους ‹ή› Αίγυπτος, όπως τον αναφέρει ο Όμηρος από το όνομα της χώρας, και ότι με το όνομα αυτό χυνόταν στη Μεσόγειο θάλασσα.
Όταν μάλιστα ο Αλέξανδρος περιέγραφε στην Ολυμπιάδα τη χώρα των Ινδών, λένε ότι ανάμεσα στα άλλα της έγραψε ότι είχε ανακαλύψει, όπως νόμιζε, τις πηγές του Νείλου, βγάζοντας συμπεράσματα από μικρές και ασήμαντες ενδείξεις για ζητήματα τόσο σπουδαία.
Αφού όμως εξέτασε ακριβέστερα τα σχετικά με τον Ινδό ποταμό, έμαθε τότε από τους ντόπιους ότι ο Υδάσπης χύνεται στον Ακεσίνη και ο Ακεσίνης στον Ινδό και ότι οι δύο αυτοί ποταμοί, αφού ενωθούν με τον Ινδό, χάνουν και το όνομά τους. Έμαθε ακόμη ότι ο Ινδός εκβάλλει στη μεγάλη θάλασσα με δύο στόμια και ότι δεν έχει καμία σχέση με την αιγυπτιακή γη. Και τότε, λένε, ο Αλέξανδρος αφαίρεσε από την επιστολή που έστειλε στη μητέρα του το τμήμα εκείνο που έγραφε για τον Νείλο.
Ακόμη, όπως λένε, επειδή σκόπευε να πλεύσει μέχρι τη μεγάλη θάλασσα ακολουθώντας το ρεύμα των ποταμών, διέταξε να του ετοιμάσουν πλοία για το ταξίδι αυτό. Τα πλοία επανδρώθηκαν με πληρώματα από Φοίνικες, Κυπρίους, Κάρες και Αιγυπτίους που ακολουθούσαν τον στρατό.
Στο μεταξύ πέθανε από αρρώστια ο Κοίνος, που ήταν ένας από τους πιο έμπιστους εταίρους του Αλεξάνδρου· τον έθαψε με όση μεγαλοπρέπεια επέτρεπαν οι περιστάσεις. Ο ίδιος συγκέντρωσε τους εταίρους και όσους Ινδούς πρέσβεις είχαν έρθει σε αυτόν και ανακήρυξε τον Πώρο βασιλιά της χώρας των Ινδών που είχε ως τότε κυριεύσει, δηλαδή σε επτά συνολικά λαούς και σε περισσότερες από δύο χιλιάδες πόλεις των λαών αυτών. Τον στρατό του διαίρεσε ως εξής:
Ο ίδιος διέταξε να επιβιβασθούν μαζί του στα πλοία όλοι οι υπασπιστές, οι τοξότες, οι Αγριάνες και το άγημα του ιππικού. Ο Κρατερός έλαβε διαταγή να οδηγεί μέρος του πεζικού και του ιππικού κατά μήκος της δεξιάς όχθης, ενώ κατά μήκος της αριστερής όχθης προχωρούσε ο Ηφαιστίων οδηγώντας το μεγαλύτερο και το ισχυρότερο τμήμα του στρατού και τους ελέφαντες που ήταν πλέον περίπου διακόσιοι. Είχαν τη διαταγή να βαδίζουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν με προορισμό την πρωτεύουσα του Σωπείθη.
Ο Φίλιππος, ο σατράπης της πέρα από τον Ινδό περιοχής προς το μέρος της Βακτριανής, διατάχθηκε να ακολουθήσει με τους άνδρες του, αφού αφήσει να περάσουν τρεις μέρες. Έστειλε επίσης πίσω στη Νύσα τους Νυσαίους ιππείς. Την αρχηγία όλου του ναυτικού ανέλαβε ο Νέαρχος, ενώ κυβερνήτης του πλοίου του Αλεξάνδρου ήταν ο Ονησίκριτος. Αυτός στην ιστορία που συνέγραψε για τον Αλέξανδρο είπε κοντά στα άλλα και τούτο το ψέμα, ότι ήταν τάχα ναύαρχος, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μόνο κυβερνήτης.
Όπως αναφέρει ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, τον οποίο κυρίως ακολουθώ, ο συνολικός αριθμός των πλοίων ήταν ογδόντα τριακόντοροι, ενώ όλα τα πλοία μαζί με τα ιππαγωγά και τους κερκούρους, καθώς και τα άλλα ποταμόπλοια, τα οποία ή έπλεαν από πριν στους ποταμούς ή κατασκευάσθηκαν τότε, ήταν όχι πολύ λιγότερα από δύο χιλιάδες.
Όταν όλα ετοιμάσθηκαν, ο στρατός άρχισε να επιβιβάζεται στα πλοία μόλις χάραζε, ενώ ο ίδιος θυσίαζε σύμφωνα με το έθιμο στους θεούς και στον ποταμό Υδάσπη, όπως του υπέδειξαν οι μάντεις. Αφού επιβιβάσθηκε στο πλοίο, ο Αλέξανδρος έκανε σπονδή στον ποταμό από την πλώρη με χρυσό ποτήρι επικαλούμενος μαζί με τον Υδάσπη και τον Ακεσίνη, για τον οποίο είχε πληροφορηθεί ότι, ως ο μεγαλύτερος από τους άλλους ποταμούς, συμβάλλει με τον Υδάσπη και ότι η συμβολή τους δεν βρισκόταν μακριά από εκεί· θυσίασε επίσης στον Ινδό, στον οποίο χύνονταν ο Ακεσίνης μαζί με τον Υδάσπη.
Και αφού έκαμε σπονδή και στον γενάρχη του Ηρακλή, στον Άμμωνα, και σε όσους άλλους θεούς συνήθιζε να θυσιάζει, διέταξε να δοθεί με τη σάλπιγγα το σύνθημα της αναχώρησης των πλοίων. Μόλις, λοιπόν, δόθηκε το σύνθημα, άρχισαν με τάξη να βγαίνουν τα πλοία στα ανοιχτά. Γιατί τους είχαν δοθεί οδηγίες, πόσο έπρεπε να απέχουν μεταξύ τους τα φορτηγά και τα ιππαγωγά πλοία και πόσο τα πολεμικά, ώστε να μη συγκρούονται το ένα με το άλλο πλέοντας χωρίς τάξη στο ρεύμα του ποταμού. Απαγορεύθηκε επίσης στα ταχύπλοα πλοία να προχωρούν εμπρός και έξω από την παράταξη.
Ο χτύπος της κωπηλασίας δεν έμοιαζε με κανένα άλλο, επειδή προερχόταν από τη σύγχρονη κωπηλασία σε πολλά πλοία. Ακούονταν επίσης οι κραυγές των κελευστών που έδιναν το σύνθημα της έναρξης και της παύσης της κωπηλασίας, καθώς και των κωπηλατών κάθε φορά που έπεφταν όλοι μαζί στο ορμητικό ρεύμα και αναφωνούσαν την πολεμική κραυγή. Και επειδή οι όχθες ήταν σε πολλά μέρη πιο ψηλές από τα πλοία και περιόριζαν σε στενό χώρο τις κραυγές, τις έστελναν πίσω η μία όχθη στην άλλη δυνατότερες εξαιτίας αυτού του περιορισμού. Και τα δασωμένα φαράγγια που υπήρχαν εδώ και εκεί στις αντικρινές όχθες του ποταμού εξαιτίας της ερημιάς και της αντήχησης του ήχου συνεργούσαν και αυτά.
Και τα άλογα, που διακρίνονταν επάνω στα ιππαγωγά πλοία, προκαλούσαν θαυμασμό στους βαρβάρους που παρακολουθούσαν το θέαμα, γιατί ποτέ πρωτύτερα δεν είχαν εμφανισθεί στη χώρα των Ινδών άλογα επάνω σε πλοία (επειδή και κατά την εκστρατεία του Διονύσου εναντίον της Ινδίας δεν θυμούνταν οι Ινδοί να υπήρχε ναυτικό). Έτσι όσοι παραβρέθηκαν στην αναχώρηση των πλοίων, τα παρακολούθησαν από μακρινή απόσταση,
ενώ όσοι Ινδοί είχαν πλέον προσχωρήσει στον Αλέξανδρο και άκουσαν τις κραυγές των κωπηλατών ή τον χτύπο της κωπηλασίας προσέτρεξαν και αυτοί στην όχθη και ακολουθούσαν τραγουδώντας στη γλώσσα τους. Γιατί οι Ινδοί αγαπούν τα τραγούδια και τον χορό περισσότερο από κάθε άλλο λαό, από την εποχή ακόμη του Διονύσου και εκείνων που κατά βακχικό τρόπο εόρτασαν τότε μαζί του στη χώρα των Ινδών.
Πλέοντας, λοιπόν, κατ᾽ αυτόν τον τρόπο έφθασε την τρίτη μέρα στο μέρος ακριβώς εκείνο, όπου ο Ηφαιστίων και ο Κρατερός είχαν διαταχθεί να στρατοπεδεύσουν στις αντικρινές όχθες του ποταμού. Εδώ ο Αλέξανδρος παρέμεινε δύο μέρες· όταν έφθασε εκεί και ο Φίλιππος με τον υπόλοιπο στρατό, τον έστειλε μαζί με τους άνδρες του προς τον Ακεσίνη ποταμό, με τη διαταγή να βαδίζει κατά μήκος της όχθης του ποταμού. Και διέταξε τον Κρατερό και τον Ηφαιστίωνα με τους άνδρες τους να συνεχίσουν, αφού τους έδωσε οδηγίες, πώς έπρεπε να κάνουν την πορεία τους.
Ο ίδιος έπλεε ακολουθώντας το ρεύμα του Υδάσπη ποταμού, του οποίου το πλάτος κατά την κάθοδό του πουθενά δεν ήταν μικρότερο από είκοσι σταδίους. Προσορμιζόταν όπου γινόταν στις όχθες του και έπαιρνε με το μέρος του όσους Ινδούς κατοικούσαν κοντά στον Υδάσπη και παραδίδονταν μετά από συμφωνία, ενώ μερικούς που πρόβαλαν αντίσταση υπέταξε.
Ο ίδιος έπλεε γρήγορα προς τη χώρα των Μαλλών και των Οξυδρακών, επειδή πληροφορήθηκε ότι αυτοί ήταν οι πολυπληθέστεροι και πολεμικότεροι από τους Ινδούς της περιοχής εκείνης και επειδή του ανέφεραν ότι είχαν συγκεντρώσει τα παιδιά και τις γυναίκες τους στις πιο οχυρωμένες πόλεις και ότι οι ίδιοι είχαν αποφασίσει να πολεμήσουν εναντίον του. Για τον λόγο ακριβώς αυτόν έπλεε με μεγαλύτερη ταχύτητα, για να τους επιτεθεί πριν αυτοί οργανωθούν και ενώ ακόμη δεν θα είχαν συμπληρώσει τις προετοιμασίες τους και θα βρίσκονταν σε σύγχυση.
Από εκεί ξεκίνησε για δεύτερη φορά [και] κατά την πέμπτη μέρα έφθασε στο μέρος όπου συμβάλλουν ο Υδάσπης και ο Ακεσίνης. Στο σημείο που συνενώνονται οι ποταμοί αυτοί σχηματίζεται από τους δύο ένας πολύ στενός ποταμός και το ρεύμα του είναι ορμητικό εξαιτίας της στενότητας και δημιουργούνται φοβεροί υδάτινοι στρόβιλοι, επειδή το ρεύμα στρέφεται προς τα πίσω. Και το νερό υψώνεται σε κύματα και παφλάζει δυνατά, ώστε ακόμη και όσοι βρίσκονται μακριά να ακούουν τον χτύπο των κυμάτων.
Οι ντόπιοι είχαν πληροφορήσει για αυτά από πριν τον Αλέξανδρο και ο Αλέξανδρος τον στρατό του. Παρ᾽ όλα αυτά, όταν ο στρατός πλησίαζε στο σημείο που συνενώνονται οι ποταμοί, ο θόρυβος που προερχόταν από το ρεύμα ήταν τόσο δυνατός, ώστε οι ναύτες σταμάτησαν την κωπηλασία όχι ύστερα από παράγγελμα, αλλά επειδή και οι κελευστές σάστισαν και έπαυσαν να δίνουν παραγγέλματα, και οι ναύτες έμειναν εκστατικοί εξαιτίας του θορύβου.
Όταν πλησίασαν στο σημείο που συνενώνονται οι ποταμοί, τότε πλέον οι κυβερνήτες διέταξαν τους κωπηλάτες να κωπηλατούν με όλη τους τη δύναμη για να βγουν έξω από τα στενά, ώστε να μην πέσουν τα πλοία τους στους υδάτινους στρόβιλους και ανατραπούν από αυτούς, αλλά να υπερνικήσουν με την κωπηλασία τις περιδινήσεις του νερού.
Όσα φορτηγά πλοία έτυχε να υποστούν τις περιστροφικές κινήσεις του ρεύματος δεν έπαθαν τίποτε από αυτές παρά μόνο ταλαιπώρησαν όσους μετέφεραν και επανήλθαν στην ευθεία πορεία, επειδή το ίδιο ρεύμα τα επανέφερε. Τα πολεμικά όμως πλοία υπέστησαν ζημίες από τις περιδινήσεις και δεν υψώνονταν κατά τον ίδιο τρόπο στον παφλασμό των κυμάτων. Και όσα πλοία είχαν διπλή σειρά κουπιών δεν κράτησαν για πολλή ώρα έξω από το νερό τα κάτω κουπιά τους,
τα οποία άρχισαν να σπάζουν, όταν τα πλοία αυτά βρέθηκαν πλάγια προς τους υδάτινους στρόβιλους, όσα τουλάχιστον γέμισαν νερό πριν προλάβουν οι κωπηλάτες να υψώσουν τα κουπιά τους. Έτσι πολλά πλοία έπαθαν ζημιές, ενώ δύο που συγκρούσθηκαν μεταξύ τους καταστράφηκαν και πνίγηκαν πολλοί από τους επιβάτες τους. Όταν όμως ο ποταμός έγινε πλατύτερος, τότε φυσικά και το ρεύμα δεν ήταν πια τόσο ορμητικό και οι υδάτινοι στρόβιλοι δεν περιστρέφονταν με την ίδια ορμή.
Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, προσόρμισε τα πλοία με τον στρατό του στη δεξιά όχθη, όπου υπήρχε προφύλαξη από το ρεύμα και αγκυροβόλιο για τα πλοία· εξείχε εκεί και κάποιο ακρωτήριο του ποταμού έτσι ώστε να διευκολύνει την περισυλλογή των ναυαγίων και όσων φέρονταν ενδεχομένως ζωντανοί επάνω σε αυτά. Διέσωσε τους άνδρες αυτούς, επισκεύασε τα πλοία που είχαν υποστεί ζημιές και διέταξε τον Νέαρχο να συνεχίσει να πλέει, ώσπου να φθάσει στα σύνορα του λαού των Μαλλών. Ο ίδιος επιχείρησε επιδρομή στη χώρα των βαρβάρων που δεν προσχωρούσαν σε αυτόν και τους εμπόδισε να έρθουν σε βοήθεια των Μαλλών· κατόπιν συνενώθηκε πάλι με το ναυτικό του.
Εδώ συνενώθηκαν πλέον μαζί του ο Ηφαιστίων, ο Κρατερός και ο Φίλιππος με τις δυνάμεις τους. Ο Αλέξανδρος μετέφερε στην απέναντι όχθη του Υδάσπη τους ελέφαντες και τη φάλαγγα του Πολυπέρχοντα, τους ιπποτοξότες και τον Φίλιππο με τον στρατό του και διέταξε τον Κρατερό να αναλάβει την αρχηγία. Έστειλε επίσης τον Νέαρχο με το ναυτικό, αφού τον διέταξε να προηγείται του στρατού τρεις ημέρες.
Τον υπόλοιπο στρατό διαίρεσε σε τρία τμήματα. Διέταξε τον Ηφαιστίωνα να προπορεύεται πέντε ημερών πορεία, έτσι ώστε αν μερικοί βάρβαροι διέφευγαν από τον στρατό του Αλεξάνδρου και προχωρούσαν γρήγορα εμπρός, να συλλαμβάνονται όπως θα έπεφταν επάνω στους άνδρες του Ηφαιστίωνα. Έδωσε και στον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, μέρος του στρατεύματος και τον διέταξε να ακολουθεί μένοντας πίσω πορεία τριών ημερών, ώστε όσοι βάρβαροι διέφευγαν από τον Αλέξανδρο και στρέφονταν πίσω να πέφτουν στα χέρια των ανδρών του Πτολεμαίου.
Και όσους θα έφθαναν πρώτοι στο μέρος όπου συμβάλλει ο Ακεσίνης με τον Υδραώτη ποταμό τους διέταξε να περιμένουν εκεί, μέχρις ότου φθάσει ο ίδιος και ενωθούν μαζί του οι άνδρες του Κρατερού και του Πτολεμαίου.
Ο ίδιος παρέλαβε τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες και τη φάλαγγα του Πείθωνα από τους λεγόμενους πεζεταίρους και όλους τους ιπποτοξότες και από τους εταίρους ιππείς τους μισούς και βάδισε μέσα από μια άνυδρη χώρα εναντίον των Μαλλών, έναν ινδικό λαό που ανήκε στους αυτόνομους Ινδούς.
Την πρώτη μέρα στρατοπέδευσε κοντά σε ένα μικρό ρυάκι που απείχε εκατό περίπου σταδίους από τον Ακεσίνη ποταμό. Αφού έβαλε τους στρατιώτες του να δειπνήσουν και να ξεκουρασθούν, τους διέταξε να γεμίσουν με νερό τα αγγεία που ο καθένας είχε μαζί του. Κατά το υπόλοιπο διάστημα της μέρας και όλη τη νύχτα βάδισε τετρακόσιους περίπου σταδίους και τα ξημερώματα έφθασε σε μια πόλη, στην οποία είχαν καταφύγει πολλοί Μαλλοί.
Αυτοί, επειδή νόμιζαν ότι ποτέ δεν θα ερχόταν εναντίον τους ο Αλέξανδρος περνώντας μέσα από άνυδρη χώρα, ήταν οι περισσότεροι και έξω από την πόλη και άοπλοι. Όπως είναι φανερό, για τον λόγο που βάδισε ο Αλέξανδρος από τον δρόμο εκείνο, από τον οποίο ήταν δύσκολο να περάσει, για τον ίδιο λόγο ούτε και οι εχθροί φάνηκαν να πιστεύουν ότι θα οδηγούσε τον στρατό του από αυτόν. Επειδή, λοιπόν, επιτέθηκε ο Αλέξανδρος σε εχθρούς που δεν τον περίμεναν, σκότωσε τους περισσότερους από αυτούς που ούτε πρόβαλαν αντίσταση, αφού ήταν άοπλοι. Οι υπόλοιποι κλείσθηκαν στην πόλη τους και ο Αλέξανδρος τοποθετώντας γύρω από αυτήν το ιππικό του το χρησιμοποίησε αντί για περίφραγμα, επειδή δεν είχε έρθει ακόμη η φάλαγγα των πεζών του.
Μόλις όμως έφθασαν οι πεζοί, απέστειλε αμέσως τον Περδίκκα με τη δική του ιππαρχία, με την ιππαρχία του Κλείτου και με τους Αγριάνες σε άλλη πόλη των Μαλλών, όπου είχαν καταφύγει πολλοί από τους Ινδούς της περιοχής εκείνης. Τον διέταξε να κρατεί αποκλεισμένους τους Ινδούς που βρίσκονταν στην πόλη και να μην αρχίσει εναντίον τους επιχειρήσεις μέχρις ότου φθάσει ο ίδιος, έτσι ώστε να μη διαφύγουν από την πόλη αυτή μερικοί και αναγγείλουν στους άλλους βάρβαρους ότι πλησίαζε πλέον ο Αλέξανδρος. Ο ίδιος άρχισε τις επιθέσεις κατά του τείχους.
Οι βάρβαροι όμως εγκατέλειψαν το τείχος, επειδή νόμιζαν ότι δεν θα μπορούσαν πια να το κρατήσουν, εφόσον πολλοί από αυτούς είχαν σκοτωθεί κατά την επίθεση των Μακεδόνων, ενώ άλλοι είχαν γίνει ανίκανοι για μάχη εξαιτίας των τραυμάτων τους. Κατέφυγαν στην ακρόπολη και αμύνονταν για ένα χρονικό διάστημα από κάποια ψηλή τοποθεσία που ήταν σχεδόν απρόσβλητη. Επειδή όμως οι Μακεδόνες διενεργούσαν από παντού ισχυρές επιθέσεις και επειδή ο ίδιος ο Αλέξανδρος παρουσιαζόταν πότε εδώ και πότε εκεί κατά την επιχείρηση, κυριεύθηκε με επίθεση η ακρόπολη και σκοτώθηκαν όλοι όσοι είχαν καταφύγει σε αυτήν, περίπου δύο χιλιάδες.
Όταν ο Περδίκκας έφθασε στην πόλη, εναντίον της οποίας είχε αποσταλεί, την βρήκε έρημη. Επειδή όμως πληροφορήθηκε ότι οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει πριν από λίγο, άρχισε να τρέχει ακολουθώντας τα ίχνη των φυγάδων. Ακολουθούσαν οι ελαφρά οπλισμένοι με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα των ποδιών τους. Τους πρόφθασε και κατέσφαξε από τους φυγάδες όσους δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στα έλη.
Αφού έβαλε τον στρατό του να δειπνήσει και να αναπαυθεί ως την ώρα της πρώτης νυχτερινής φρουράς, ο Αλέξανδρος άρχισε να προχωρεί προς τα εμπρός. Διέτρεξε μεγάλη απόσταση νύχτα και, όταν ξημέρωσε, έφθασε στον Υδραώτη ποταμό. Εκεί, λοιπόν, πληροφορήθηκε ότι οι περισσότεροι Μαλλοί, είχαν πλέον περάσει τον ποταμό, σε όσους όμως ακόμη περνούσαν επιτέθηκε και σκότωσε πολλούς γύρω από την ίδια διάβαση.
Αφού πέρασε και ο ίδιος από την ίδια διάβαση με όσες δυνάμεις είχε, καταδίωξε και έφθασε όσους πρόλαβαν να αποχωρήσουν. Σκότωσε πολλούς από αυτούς, ενώ άλλους συνέλαβε ζωντανούς, οι περισσότεροι όμως κατέφυγαν σε κάποια οχυρή και τειχισμένη τοποθεσία. Όταν κατέφθασε το πεζικό του, ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον τους τον Πείθωνα με τη δική του φάλαγγα και με δύο ιππαρχίες από τους ιππείς.
Οι άνδρες, λοιπόν, του Πείθωνα τους επιτέθηκαν και με έφοδο κατέλαβαν την τοποθεσία και αιχμαλώτισαν όσους είχαν καταφύγει σε αυτήν, εκτός βέβαια από εκείνους που σκοτώθηκαν κατά την επίθεση. Αφού εκτέλεσαν αυτά, οι άνδρες του Πείθωνα επέστρεψαν πάλι στο στρατόπεδο.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος βάδισε εναντίον κάποιας πόλης των Βραχμάνων, επειδή πληροφορήθηκε ότι σε αυτήν είχαν καταφύγει μερικοί Μαλλοί. Μόλις έφθασε σε αυτήν, οδήγησε εναντίον των τειχών από όλες τις μεριές τη φάλαγγα σε πυκνό σχηματισμό. Επειδή όμως είδαν οι βάρβαροι ότι τους υπέσκαπταν τα θεμέλια των τειχών και επειδή εμποδίζονταν από τα βέλη, εγκατέλειψαν και αυτοί τα τείχη, κατέφυγαν στην ακρόπολη και προσπάθησαν να αμυνθούν από εκεί. Εισόρμησαν μαζί τους και λίγοι Μακεδόνες και τότε οι βάρβαροι κάνοντας στροφή και σε πυκνό σχηματισμό άλλους από αυτούς απώθησαν, ενώ σκότωσαν περίπου είκοσι πέντε κατά την αποχώρησή τους.
Στο μεταξύ διέταξε ο Αλέξανδρος να τοποθετήσουν σκάλες στην ακρόπολη από όλες τις μεριές και να σκάβουν κάτω από τα τείχη. Μόλις κατέπεσε ένας πύργος που έσκαβαν τα θεμέλιά του και σχηματίσθηκε ρήγμα σε τμήμα του μεσοπυργίου, η ακρόπολη έγινε από το μέρος αυτό πιο ευπρόσβλητη και ανέβηκε πρώτος ο Αλέξανδρος στο τείχος και έγινε ορατό ότι το κατέλαβε.
Μόλις τον είδαν οι άλλοι Μακεδόνες, ντροπιασμένοι άρχισαν να ανεβαίνουν από διαφορετικά μέρη ο καθένας· έτσι κυριεύθηκε η ακρόπολη. Άλλοι Ινδοί έβαλαν φωτιά στα σπίτια τους. Όταν τους προλάβαιναν μέσα σε αυτά, τους θανάτωναν. Οι περισσότεροι όμως από αυτούς σκοτώθηκαν πολεμώντας. Συνολικά σκοτώθηκαν πέντε περίπου χιλιάδες, ζωντανοί πιάστηκαν λίγοι γιατί ήταν ανδρείοι.
Αφού παρέμεινε εκεί μια μέρα και ξεκούρασε τον στρατό του, ο Αλέξανδρος προχώρησε την επομένη εναντίον των άλλων Μαλλών. Βρήκε τις πόλεις εγκαταλειμμένες και έμαθε ότι οι κάτοικοί τους είχαν καταφύγει στην έρημο.
Αφού ξεκούρασε πάλι και εκεί μια μέρα τον στρατό του, απέστειλε την επόμενη μέρα πίσω στον ποταμό τον Πείθωνα και τον ίππαρχο Δημήτριο με τις στρατιωτικές δυνάμεις που οι ίδιοι διοικούσαν και επιπλέον με τόσα τάγματα από τους ελαφρά οπλισμένους όσα ήταν αρκετά για την επιχείρηση.
Τους διέταξε να βαδίζουν κοντά στην όχθη του ποταμού και αν συναντούσαν μερικούς από αυτούς που είχαν καταφύγει στα δάση—και υπήρχαν βέβαια πολλά δάση κοντά στην όχθη του ποταμού— να τους σκοτώνουν, εκτός από όσους παραδίδονταν με τη θέλησή τους. Βρήκαν πράγματι οι άνδρες του Πείθωνα και του Δημητρίου πολλούς Μαλλούς μέσα στα δάση και τους σκότωσαν.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος βάδισε εναντίον της μεγαλύτερης πόλης των Μαλλών, στην οποία τον ειδοποίησαν ότι είχαν καταφύγει πολλοί και από τις άλλες πόλεις. Αλλά και αυτήν την εγκατέλειψαν οι Ινδοί, όταν πληροφορήθηκαν ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος. Και αφού πέρασαν τον Υδραώτη ποταμό, παρέμεναν στις όχθες του παραταγμένοι επειδή ήταν ψηλές, με σκοπό να εμποδίσουν την διάβαση στον Αλέξανδρο.
Όταν άκουσε αυτά ο Αλέξανδρος, πήρε όλο το ιππικό που είχε μαζί του και προχώρησε προς τον Υδραώτη, εκεί όπου του ανέφεραν ότι είχαν παραταχθεί οι Μαλλοί. Διατάχθηκαν και οι πεζοί να τον ακολουθούν. Όταν έφθασε στον Υδραώτη και είδε τους εχθρούς παραταγμένους στην απέναντι όχθη, όρμησε στο πέρασμα του ποταμού όπως ήταν από την πορεία, με το ιππικό του μονάχα.
Όταν είδαν οι Μαλλοί ότι ο Αλέξανδρος ήταν πλέον στο μέσο του ποταμού, άρχισαν να αποχωρούν από την όχθη βιαστικά, αλλά με τάξη. Και ο Αλέξανδρος ακολουθούσε μόνο με το ιππικό. Όταν είδαν οι Ινδοί ότι ήταν μόνο οι ιππείς, έκαμαν στροφή και πολεμούσαν γενναία, πενήντα περίπου χιλιάδες τον αριθμό. Επειδή παρατήρησε ο Αλέξανδρος ότι και η φάλαγγα των Ινδών είχε πυκνό σχηματισμό και ότι απουσίαζε το πεζικό του, άρχισε να κάνει κυκλικές επιθέσεις ιππεύοντας κοντά τους, απέφευγε όμως να συμπλακεί μαζί τους.
Στο μεταξύ κατέφθασαν οι Αγριάνες και τα άλλα τάγματα των ελαφρά οπλισμένων —επίλεκτες μονάδες που είχε μαζί του— καθώς και οι τοξότες. Ούτε και η φάλαγγα του πεζικού φαινόταν να είναι μακριά. Επειδή οι Ινδοί πιέζονταν από όλα τα δεινά συγχρόνως, έκαναν στροφή και κατέφυγαν εσπευσμένα σε μια από τις γειτονικές πόλεις που ήταν καλά οχυρωμένη.
Ο Αλέξανδρος τους ακολουθούσε από κοντά και σκότωνε πολλούς. Όταν κλείστηκαν στην πόλη όσοι διέφυγαν, ο Αλέξανδρος επιτέθηκε και κύκλωσε την πόλη πρώτα με το ιππικό. Όταν όμως ήρθε και το πεζικό του, εκείνη τη μέρα στρατοπέδευσε γύρω από τα τείχη, επειδή και μικρό διάστημα της μέρας υπολειπόταν για να επιτεθεί και ο στρατός του είχε ταλαιπωρηθεί, το πεζικό από τη μακρινή πορεία και τα άλογα από τη συνεχή καταδίωξη και προπάντων από τη διάβαση του ποταμού.
Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος, αφού διαίρεσε σε δύο μέρη τον στρατό του και ανέλαβε την αρχηγία του ενός, επιτέθηκε στα τείχη, ενώ το άλλο τμήμα οδηγούσε στην επίθεση ο Περδίκκας. Στο μεταξύ επειδή οι Ινδοί δεν άντεχαν στην ορμητική επίθεση των Μακεδόνων, εγκατέλειψαν τα τείχη της πόλης και όλοι μαζί κατέφυγαν στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, και οι άνδρες που ήταν μαζί του κατέστρεψαν κάποια μικρή πύλη και μπήκαν στην πόλη πολύ πριν από τους άλλους.
Οι άνδρες όμως του Περδίκκα καθυστέρησαν, επειδή ανέβαιναν με δυσκολία τα τείχη, χωρίς μάλιστα οι περισσότεροι ούτε τις σκάλες να μεταφέρουν, επειδή παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές εγκατέλειπαν τα τείχη και νόμισαν ότι είχε κυριευθεί η πόλη. Όταν έγινε φανερό ότι βρισκόταν στα χέρια των εχθρών η ακρόπολη και ότι πολλοί είχαν παραταχθεί μπροστά από αυτήν για να την υπερασπισθούν, τότε άλλοι Μακεδόνες σκάβοντας τα θεμέλια των τειχών και άλλοι τοποθετώντας, όπου ήταν δυνατόν, σκάλες προσπαθούσαν με τη βία να εισέλθουν στην ακρόπολη.
Επειδή νόμισε ο Αλέξανδρος ότι καθυστερούσαν οι Μακεδόνες που μετέφεραν τις σκάλες, άρπαξε μια σκάλα ενός από αυτούς που τις μετέφεραν, την τοποθέτησε στο τείχος ο ίδιος, μαζεύθηκε κάτω από την ασπίδα του και άρχισε να ανεβαίνει. Τον ακολούθησε ο Πευκέστας με την ιερή ασπίδα, την οποία είχε πάρει ο Αλέξανδρος από τον ναό της Αθηνάς στο Ίλιο και την κρατούσαν μπροστά του στις μάχες. Μετά τον Πευκέστα ανέβαινε από την ίδια σκάλα ο σωματοφύλακας Λεοννάτος, ενώ από άλλη ο διμοιρίτης Αβρέας.
Ήταν πλέον ο βασιλιάς επάνω στην έπαλξη του τείχους και στηρίζοντας την ασπίδα του επάνω στην έπαλξη άλλους Ινδούς απωθούσε μέσα στο τείχος και άλλους σκότωνε εκεί με το ξίφος του, με αποτέλεσμα να απογυμνώσει το μέρος εκείνο του τείχους από τους υπερασπιστές του. Επειδή οι υπασπιστές φοβήθηκαν πολύ για τη ζωή του βασιλιά τους, σπρώχνονταν βιαστικά επάνω στην ίδια σκάλα και την συνέτριψαν. Έτσι, όσοι από αυτούς ήταν ήδη ανεβασμένοι, έπεσαν κάτω και συγχρόνως έκαμαν αδύνατη την ανάβαση στους άλλους.
Μόλις ο Αλέξανδρος στάθηκε όρθιος επάνω στο τείχος, δέχθηκε χτυπήματα ολόγυρα από τους κοντινούς πύργους, γιατί κανένας από τους Ινδούς δεν τολμούσε να τον πλησιάσει. Συγχρόνως εκείνοι που βρίσκονταν στην ακρόπολη του έριχναν ακόντια από κοντινή και αυτοί απόσταση (γιατί έτυχε στο μέρος εκείνο να έχει κατασκευασθεί και κάποιο ανάχωμα κοντά στο τείχος). Ο Αλέξανδρος, που διακρινόταν από την λαμπρότητα των όπλων και την παράλογη τόλμη του, σκέφτηκε ότι αν έμενε εκεί, θα κινδύνευε χωρίς να κατορθώσει και τίποτε το αξιόλογο, ενώ αν πηδούσε μέσα στο τείχος ίσως με το τόλμημά του αυτό να τρομοκρατούσε τους Ινδούς. Αλλά και αν δεν συνέβαινε αυτό και έπρεπε να εκτεθεί σε κίνδυνο, θα σκοτωνόταν πολεμώντας, αφού θα είχε επιτελέσει μεγάλα κατορθώματα και άξια να τα μάθουν οι μεταγενέστεροι. Αυτά σκέφθηκε και πήδησε από το τείχος προς την ακρόπολη.
Στηρίχθηκε τότε στο τείχος και σκότωσε μερικούς που συγκρούσθηκαν μαζί του, καθώς και τον αρχηγό των Ινδών, που εφορμούσε εναντίον του με μεγαλύτερη τόλμη, χτυπώντας τους με το ξίφος του. Αναχαίτισε κάποιον άλλο που πλησίαζε χτυπώντας τον με πέτρα καθώς και έναν άλλο, και κάποιον άλλο, που προχώρησε πιο κοντά, τον σκότωσε πάλι με το ξίφος του. Οι βάρβαροι δεν ήθελαν πια να τον πλησιάσουν, αλλά τον περικύκλωσαν από όλες τις πλευρές και τον χτυπούσαν από μακριά με οτιδήποτε τύχαινε να έχει ο καθένας στα χέρια του ή να έχει αρπάξει εκείνη τη στιγμή.
Στο μεταξύ ο Πευκέστας και ο διμοιρίτης Αβρέας και μετά από αυτούς ο Λεοννάτος, οι μόνοι που είχαν ανέβει τότε στο τείχος πριν συντριβούν οι σκάλες, πήδησαν και αυτοί κάτω και πολεμούσαν μπροστά από τον βασιλιά τους. Ο Αβρέας ο διμοιρίτης χτυπήθηκε με βέλος στο πρόσωπο και έπεσε εκεί, ενώ ο Αλέξανδρος χτυπήθηκε και αυτός με βέλος που διαπέρασε τον θώρακά του και τον βρήκε στο στήθος επάνω από τον μαστό, ώστε έβγαινε από το τραύμα του αέρας μαζί με αίμα, όπως αναφέρει ο Πτολεμαίος.
Ο Αλέξανδρος, όσο ήταν ακόμη ζεστό το αίμα του, εξακολουθούσε να αμύνεται, αν και βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Επειδή όμως είχε ακατάσχετη αιμορραγία, όπως συμβαίνει όταν το αίμα βγαίνει μαζί με αέρα, τον κατέλαβε σκοτοδίνη και λιπόθυμος έγειρε πέφτοντας επάνω στην ασπίδα του. Ο Πευκέστας στάθηκε κοντά στον Αλέξανδρο, που είχε πέσει κάτω, και κράτησε επάνω του την ιερή ασπίδα από το Ίλιο, ενώ στην άλλη πλευρά του ήταν ο Λεοννάτος. Εναντίον και των δύο ρίχνονταν βλήματα, ενώ ο Αλέξανδρος πλησίαζε πλέον να πεθάνει από αιμορραγία.
Η επίθεση είχε γίνει πολύ δύσκολη για τους Μακεδόνες και για την εξής αιτία. Όταν δηλαδή είδαν ότι χτυπούσαν με βέλη τον Αλέξανδρο επάνω στο τείχος και ότι αυτός πήδησε μέσα προς την ακρόπολη, έσπευσαν γιατί φοβήθηκαν μήπως πάθει κανένα κακό ο βασιλιάς τους που διακινδύνευε απερίσκεπτα. Επειδή είχαν συντριβεί οι σκάλες, επινοούσε ο καθένας διαφορετικό τρόπο για να ανέβει στο τείχος, όπως συμβαίνει όταν αναζητεί κανείς λύση σε μια δύσκολη κατάσταση· άλλοι έμπηγαν πασσάλους στο τείχος που ήταν κατασκευασμένο από χωμάτινα πλιθάρια και κρεμασμένοι από αυτούς ανέβαιναν έρποντας με δυσκολία, ενώ άλλοι ανέβαιναν πατώντας επάνω στους άλλους.
Αυτός που κάθε φορά ανέβαινε ριχνόταν από το τείχος προς την ακρόπολη, όπου έβλεπαν τον βασιλιά τους πεσμένο στο έδαφος, όλοι με γοερές κραυγές και πολεμικά συνθήματα. Γύρω από τον Αλέξανδρο που ήταν πεσμένος στο έδαφος, είχε πλέον ξεσπάσει άγρια μάχη, ενώ οι Μακεδόνες, ο ένας μετά τον άλλο, εκάλυπταν τον Αλέξανδρο με τις ασπίδες τους. Στο μεταξύ άλλοι Μακεδόνες απέσπασαν τον μοχλό που συγκρατούσε την πύλη του μεσοπυργίου και έμπαιναν λίγοι – λίγοι, ενώ άλλοι βάζοντας τους ώμους τους στο μέρος όπου είχε μισανοίξει η πύλη και σπρώχνοντας προς τα μέσα το τείχος άνοιξαν στο μέρος εκείνο την ακρόπολη.
Στο μεταξύ άλλοι σκότωναν τους Ινδούς —και τους σκότωσαν όλους χωρίς να αφήσουν ούτε γυναίκα ούτε παιδί— και άλλοι μετέφεραν έξω τον βασιλιά επάνω στην ασπίδα σε κακή κατάσταση μη γνωρίζοντας ακόμη αν θα ζούσε. Άλλοι ιστορικοί ανέγραψαν ότι ο Κριτόδημος, ένας γιατρός από την Κω, που ανήκε στο γένος των Ασκληπιαδών, έβγαλε το βέλος από το τραύμα, αφού άνοιξε την πληγή. Άλλοι όμως λένε ότι ο σωματοφύλακας Περδίκκας, κατά διαταγή του Αλεξάνδρου άνοιξε με το ξίφος την πληγή και έβγαλε το βέλος, επειδή δεν ήταν παρών γιατρός κατά την κρίσιμη ώρα.
Κατά την εξαγωγή του βέλους τόσο μεγάλη ήταν η ροή του αίματος, ώστε λιποθύμησε και πάλι ο Αλέξανδρος και έτσι η λιποθυμία του σταμάτησε την αιμορραγία. Για το πάθημα του Αλεξάνδρου οι συγγραφείς έχουν γράψει και πολλά άλλα πράγματα. Αυτά τα ψεύδη τα παρέλαβε η παράδοση από εκείνους που πρώτοι τα έγραψαν και τα διασώζει ακόμη και ως τις μέρες μας, και θα συνεχίσει να μεταδίδει και στο μέλλον σε άλλους τα αναληθή αυτά πράγματα, εκτός και αν τα σταματήσει αυτό εδώ το έργο.
Έτσι, ομόφωνα σχεδόν η παράδοση αναφέρει ότι αυτό το πάθημα συνέβη στον Αλέξανδρο στη χώρα των Οξυδρακών. Στην πραγματικότητα όμως συνέβη στη χώρα των Μαλλών, που είναι ένας ανεξάρτητος ινδικός λαός, και η πόλη ήταν των Μαλλών και Μαλλοί ήταν εκείνοι που χτύπησαν με βέλος τον Αλέξανδρο. Οι Μαλλοί είχαν βέβαια αποφασίσει, αφού ενωθούν με τους Οξυδράκες, να αγωνισθούν έτσι ενωμένοι, αλλά πρόλαβε ο Αλέξανδρος να προχωρήσει εναντίον τους μέσα από την άνυδρη χώρα, πριν αυτοί λάβουν κάποια βοήθεια από τους Οξυδράκες ή πριν οι Μαλλοί βοηθήσουν εκείνους.
Κατά τον ίδιο τρόπο, ομόφωνα σχεδόν η παράδοση αναφέρει ότι και η τελευταία μάχη που έγινε με τον Δαρείο, κατά την οποία τράπηκε σε φυγή ο Δαρείος και δεν σταμάτησε να φεύγει πριν συλληφθεί από τους άνδρες του Βήσσου και εκτελεσθεί, όταν πλέον πλησίαζε ο Αλέξανδρος, έγινε κοντά στα Άρβηλα, όπως ακριβώς η πριν από αυτήν μάχη στην Ισσό και η πρώτη ιππομαχία κοντά στον Γρανικό.
Η μάχη όμως με το ιππικό έγινε κοντά στον Γρανικό και η δεύτερη εναντίον του Δαρείου κοντά στην Ισσό· τα Άρβηλα σύμφωνα με αυτούς που αναφέρουν τη μεγαλύτερη απόσταση απέχουν εξακόσιους σταδίους από τον χώρο όπου ο Αλέξανδρος και ο Δαρείος έδωσαν την τελευταία τους μάχη, ενώ σύμφωνα με αυτούς που αναφέρουν την μικρότερη, πεντακόσιους περίπου σταδίους. Αλλά ο Πτολεμαίος και ο Αριστόβουλος αναφέρουν ότι η μάχη στην πραγματικότητα έγινε στα Γαυγάμηλα, κοντά στον ποταμό Βούμηλο.
Τα Γαυγάμηλα όμως δεν ήταν πόλη, αλλά μεγάλη κώμη, ούτε ονομαστός τόπος ήταν ούτε το όνομά του ακουγόταν ευχάριστα. Γι᾽ αυτό νομίζω ότι τα Άρβηλα, που ήταν πόλη, απέκτησαν τη δόξα της μεγάλης μάχης. Αν όμως πρέπει να δεχθούμε ότι η μάχη εκείνη έγινε κοντά στα Άρβηλα, που τόσο απέχουν από τον χώρο της μάχης, τότε μας επιτρέπεται να υποστηρίζομε ότι και η ναυμαχία της Σαλαμίνας έγινε κοντά στον ισθμό της Κορίνθου και η ναυμαχία στο Αρτεμίσιο της Εύβοιας έγινε κοντά στην Αίγινα ή στο Σούνιο.
Σχετικά πάλι με εκείνους που προστάτευσαν με τις ασπίδες τους τον Αλέξανδρο κατά την ώρα του κινδύνου, όλοι συμφωνούν ότι παρών ήταν ο Πευκέστας, δεν συμφωνούν όμως για τον Λεοννάτο ούτε για τον διμοιρίτη Αβρέα. Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο Αλέξανδρος χτυπήθηκε με ρόπαλο στο κράνος και ότι ζαλίσθηκε και έπεσε κάτω, αλλά σηκώθηκε και ξαναχτυπήθηκε στο στήθος με βέλος, που διαπέρασε τον θώρακά του. Ο Πτολεμαίος όμως, ο γιος του Λάγου, αναφέρει ότι δέχθηκε μονάχα εκείνο το τραύμα στο στήθος.
Εγώ τουλάχιστον θεωρώ ότι το σοβαρότερο λάθος όσων έγραψαν για τον Αλέξανδρο είναι το εξής: μερικοί έγραψαν ότι ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, ανέβηκε τη σκάλα μαζί με τον Αλέξανδρο συγχρόνως με τον Πευκέστα και ότι τον κάλυψε με την ασπίδα του, όσο ήταν πεσμένος κάτω, και ότι γι᾽ αυτό ο Πτολεμαίος ονομάσθηκε Σωτήρας. Και όμως ο ίδιος ο Πτολεμαίος έχει γράψει ότι ούτε ήταν καν παρών σε εκείνη την επιχείρηση, γιατί αυτός επικεφαλής στρατού πολεμούσε σε άλλες μάχες εναντίον άλλων βαρβάρων. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να γράψω αυτά ως παρέκβαση, ώστε οι μεταγενέστεροι να μη δέχονται αβασάνιστα την αφήγηση για τόσο σημαντικά κατορθώματα και παθήματα.
Ενώ ο Αλέξανδρος θεράπευε το τραύμα του παραμένοντας εκεί, έφθασε πρώτα η είδηση στο στρατόπεδο, από το οποίο ακριβώς ξεκίνησε εναντίον των Μαλλών, ότι είχε πεθάνει από το τραύμα. Στην αρχή όλος ο στρατός θρηνούσε, καθώς ο ένας μετέδιδε στον άλλο τη φήμη. Όταν σταμάτησαν να θρηνούν, ήταν αποθαρρημένοι και δεν ήξεραν ποιός θα αναλάβει την αρχηγία του στρατού
(γιατί βέβαια κατά τη γνώμη και του ίδιου του Αλεξάνδρου και των Μακεδόνων πολλοί ήταν εξίσου ικανοί) και πώς θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Τους περιέβαλαν ολόγυρα τόσοι πολεμικοί λαοί, από τους οποίους άλλοι δεν είχαν ακόμη υποταχθεί και, όπως υπέθεταν, θα πολεμούσαν γενναία για την ελευθερία τους, ενώ άλλοι θα επαναστατούσαν τώρα που είχε εκλείψει ο φόβος τους για τον Αλέξανδρο. Νόμιζαν, λοιπόν, τότε ότι βρίσκονταν ανάμεσα σε αδιάβατους ποταμούς και όλα τους φαίνονταν δύσκολα και αδύνατα χωρίς τον Αλέξανδρο. Και όταν έφθασε κάποτε η είδηση ότι ζούσε ο Αλέξανδρος, με δυσκολία την πίστευαν· ότι θα επιζήσει, καθόλου δεν γινόταν πιστευτό.
Ακόμη και όταν έφθασε επιστολή του Αλεξάνδρου ότι θα κατέβαινε σε λίγο στο στρατόπεδο, ούτε και αυτή φαινόταν πιστευτή στους περισσότερους επειδή ήταν υπερβολικά πτοημένοι, αλλά υπέθεταν ότι η επιστολή ήταν πλαστή και είχε επινοηθεί από τους σωματοφύλακες και τους στρατηγούς του.
Επειδή αντιλήφθηκε αυτά ο Αλέξανδρος και για να μη συμβεί καμιά ανταρσία στον στρατό, μόλις μπόρεσε ζήτησε να τον μεταφέρουν στις όχθες του ποταμού Υδραώτη και έπλευσε κατά μήκος του ποταμού (γιατί το στρατόπεδο βρισκόταν στη συμβολή του Υδραώτη και του Ακεσίνη, όπου ο Ηφαιστίων διοικούσε τον στρατό και ο Νέαρχος είχε το ναυτικό του Αλεξάνδρου). Όταν πλησίαζε πλέον στο στρατόπεδο το πλοίο που μετέφερε τον βασιλιά, διέταξε ο Αλέξανδρος να αφαιρεθεί από την πρύμνη η σκηνή, ώστε να είναι εντελώς ορατός από όλους.
Οι στρατιώτες όμως ακόμη δεν το πίστευαν νομίζοντας ότι μεταφερόταν τάχα νεκρός ο Αλέξανδρος, ώσπου πλησίασε το πλοίο στην όχθη και σήκωσε ο Αλέξανδρος το χέρι του προς το πλήθος. Τότε οι στρατιώτες φώναξαν δυνατά υψώνοντας τα χέρια τους προς τον ουρανό και άλλοι προς τον ίδιο τον Αλέξανδρο, ενώ πολλοί, χωρίς να το θέλουν, έχυσαν ακόμη και δάκρυα για το ανέλπιστο γεγονός. Μερικοί υπασπιστές του πρόσφεραν φορείο, για να κινηθεί από το πλοίο στην ξηρά, ο Αλέξανδρος όμως διέταξε να του φέρουν το άλογό του.
Όταν τον είδαν και πάλι ανεβασμένο στο άλογό του, χειροκρότησαν με πολύ θόρυβο όλοι οι στρατιώτες και αντήχησαν οι όχθες και τα φαράγγια που ήταν κοντά. Πλησίαζε πλέον στη σκηνή του, όταν κατέβηκε από το άλογο, ώστε να τον δουν και να βαδίζει. Εκείνοι άρχισαν να τον πλησιάζουν άλλος από δω και άλλος από κει, άλλοι να πιάνουν τα χέρια του, άλλοι τα γόνατά του, άλλοι τα ρούχα του και άλλοι για να τον δουν μόνο από κοντά και να φύγουν, αφού του εκφράσουν τη χαρά τους· άλλοι του έριχναν μικρά στεφάνια και άλλοι τον έραιναν με όσα λουλούδια έβγαζε την εποχή εκείνη η ινδική γη.
Ο Νέαρχος αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος οργιζόταν με τους φίλους του εκείνους που τον κατέκριναν, επειδή ο ίδιος διακινδύνευε πολεμώντας μπροστά από τον στρατό του, γιατί, έλεγαν, αυτό δεν ήταν καθήκον στρατηγού, αλλά στρατιώτη. Και εγώ ο ίδιος νομίζω ότι οι λόγοι αυτοί στενοχωρούσαν τον Αλέξανδρο, γιατί καταλάβαινε ότι ήταν αληθινοί και ότι ήταν ο ίδιος υπαίτιος για την επίπληξη αυτή. Επειδή όμως παρασυρόταν από το πολεμικό πάθος και τη φιλοδοξία του, του ήταν αδύνατο να απέχει από τους κινδύνους, όπως ακριβώς όσοι υποτάσσονται σε κάποια άλλη επιθυμία τους.
Όπως αναφέρει ο Νέαρχος, κάποιος ηλικιωμένος Βοιωτός, του οποίου όμως δεν μνημονεύει το όνομα, όταν πληροφορήθηκε ότι ο Αλέξανδρος ήταν στενοχωρημένος από τις επιπλήξεις των φίλων του και φαινόταν μελαγχολικός, παρουσιάσθηκε στον βασιλιά και του είπε τα εξής στη βοιωτική του προφορά: «Αλέξανδρε, τα μεγάλα κατορθώματα επιτελούν οι γενναίοι άνδρες» και πρόσθετε κάποιον ιαμβικό στίχο, του οποίου το νόημα ήταν ότι όποιος πράττει, πρέπει και να πάθει. Ο Βοιωτός απέκτησε αμέσως την εκτίμηση του Αλεξάνδρου και στο μέλλον είχε στενότερες σχέσεις μαζί του.
Στο μεταξύ έφθασαν στον Αλέξανδρο πρέσβεις από τους υπόλοιπους Μαλλούς προσφέροντας την υποταγή του λαού τους. Έφθασαν επίσης από τους Οξυδράκες οι διοικητές των πόλεων και οι ίδιοι οι νομάρχες και μαζί με αυτούς άλλοι εκατόν πενήντα, οι επιφανέστεροι συμπολίτες τους, ως πρέσβεις εξουσιοδοτημένοι για τη σύναψη συνθήκης με δώρα από τα πιο πολύτιμα για τους Ινδούς προσφέροντας και αυτοί την υποταγή του λαού τους.
Παραδέχονταν ότι ήταν λάθος που δεν έστειλαν πρωτύτερα πρέσβεις προς τον Αλέξανδρο, αλλ᾽ αυτό μπορούσε να τους συγχωρηθεί, γιατί, όπως μερικοί άλλοι, και αυτοί ακόμη περισσότερο επιθυμούσαν την ελευθερία και την αυτονομία τους. Την ελευθερία τους αυτή διατηρούσαν σώα από τότε που ο Διόνυσος ήρθε στην Ινδία μέχρι την άφιξη του Αλεξάνδρου. Αν όμως αποφασίσει ο Αλέξανδρος, επειδή φημολογείται ότι και ο ίδιος είχε θεϊκή καταγωγή, ήταν πρόθυμοι να δεχθούν και όποιο σατράπη θα τους όριζε ο Αλέξανδρος και να πληρώνουν τους φόρους που θα αποφάσιζε ο Αλέξανδρος. Ήταν επίσης πρόθυμοι να παραδώσουν όσους ομήρους θα ζητούσε.
Και ο Αλέξανδρος ζήτησε χίλιους επιφανείς άνδρες της φυλής τους, τους οποίους, αν ήθελε, θα κρατούσε ως ομήρους, ειδάλλως θα τους είχε για να πάρουν μέρος στην εκστρατεία του, έως ότου τελειώσει ο πόλεμος με τους άλλους Ινδούς. Αυτοί του έστειλαν τους χίλιους άνδρες, αφού διάλεξαν τους πιο δυνατούς και τους πιο μεγαλόσωμους και επιπλέον πεντακόσια πολεμικά άρματα, χωρίς να τα ζητήσει, καθώς και τους αναβάτες των αρμάτων. Ο Αλέξανδρος διόρισε τον Φίλιππο σατράπη σε αυτούς και στους Μαλλούς που είχαν απομείνει και άφησε ελεύθερους τους ομήρους, κράτησε όμως τα πολεμικά άρματα.
Αφού τακτοποίησε και τα ζητήματα αυτά και ναυπήγησε πολλά ακόμη πλοία, όσο καθυστερούσε εξαιτίας του τραύματός του, και επιβίβασε στα πλοία χίλιους εφτακόσιους από τους εταίρους ιππείς και από τους ελαφρά οπλισμένους όσους ακριβώς και πρωτύτερα και δέκα περίπου χιλιάδες πεζούς, έπλευσε για μικρό χρονικό διάστημα προς τα κάτω τον ποταμό Υδραώτη. Εκεί όπου ενώνεται ο Υδραώτης με τον Ακεσίνη —από το σημείο αυτό το όνομα του Ακεσίνη επικρατεί του ονόματος του Υδραώτη— έπλεε και πάλι ακολουθώντας το ρεύμα του Ακεσίνη, έως ότου έφθασε στη συμβολή του Ακεσίνη και του Ινδού.
Διότι και οι τέσσερις αυτοί μεγάλοι και πλωτοί ποταμοί χύνουν τα νερά τους στον Ινδό ποταμό, όχι όμως με το δικό του όνομα ο καθένας, αλλά ο Υδάσπης ενώνεται τελικά με τον Ακεσίνη και, αφού χύσει όλα τα νερά του, παίρνει το όνομα Ακεσίνης. Μετά πάλι ο Ακεσίνης ενώνεται με τον Υδραώτη και μαζί με αυτόν συνεχίζει να διατηρεί το όνομα Ακεσίνης. Στη συνέχεια ο Ακεσίνης, αφού δεχθεί και τα νερά του Ύφαση, εκβάλλει στον Ινδό διατηρώντας ως εκεί το όνομά του, αλλά μετά τη συμβολή του παραδίδει πλέον το όνομά του στον Ινδό. Από εκεί και ως το Δέλτα, όπου διασπάται, πιστεύω ότι φθάνει τους εκατό περίπου σταδίους στο πλάτος και παραπάνω ίσως από εκατό στα μέρη εκείνα που λιμνάζει περισσότερο.
Στη συμβολή του Ακεσίνη και του Ινδού, ο Αλέξανδρος περίμενε, ώσπου έφθασε ο Περδίκκας με τον στρατό του, αφού στο πέρασμά του υπέταξε τον ανεξάρτητο λαό των Αβαστανών. Στο μεταξύ προστέθηκαν στον στόλο του Αλεξάνδρου και άλλες τριακόντοροι, καθώς και άλλα εμπορικά πλοία που είχαν ναυπηγηθεί για αυτόν στη χώρα των Ξάθρων, και προσχώρησαν ‹οι Σόγδοι›, ένας άλλος ανεξάρτητος ινδικός λαός. Έφθασαν πρέσβεις και από τους Οσσαδίους, που ήταν επίσης μια ανεξάρτητη ινδική φυλή, προσφέροντας και αυτοί την υποταγή των Οσσαδίων.
Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, καθόρισε ως όρια της σατραπείας του Φιλίππου τη συμβολή του Ακεσίνη και του Ινδού και άφησε μαζί του όλους τους Θράκες και όσους άνδρες από τα τάγματα φαίνονταν αρκετοί για τη διαφύλαξη της περιοχής. Τον διέταξε να ιδρύσει πόλη στη συμβολή ακριβώς των δύο ποταμών, με την ελπίδα ότι θα παραμείνει αυτή μεγάλη και ονομαστή ανάμεσα στους ανθρώπους. Τον διέταξε επίσης να κατασκευάσει ναύσταθμο.
Στο μεταξύ ήρθε στον Αλέξανδρο και ο Οξυάρτης ο Βακτριανός, ο πατέρας της Ρωξάνης, της γυναίκας του Αλεξάνδρου. Και ο Αλέξανδρος προσάρτησε στη σατραπεία του τη σατραπεία των Παραπαμισαδών, αφού απέλυσε τον Τυρίεσπη, τον προηγούμενο σατράπη της, επειδή τον είχαν πληροφορήσει ότι ο Τυρίεσπης δεν διοικούσε καλά.
Τότε, λοιπόν, ο Αλέξανδρος διέταξε να περάσει ο Κρατερός και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού και οι ελέφαντες στην αριστερή όχθη του Ινδού ποταμού, επειδή ο δρόμος αυτός που ήταν κοντά στον ποταμό φαινόταν πιο ευκολοδιάβατος για έναν βαριά οπλισμένο στρατό και επειδή οι γειτονικοί λαοί δεν ήταν τελείως φιλικοί· ο ίδιος κατέπλευσε στο βασίλειο των Σόγδων. Οχύρωσε και εδώ με τείχος μια άλλη πόλη και κατασκεύασε άλλο ναύσταθμο και επισκεύασε τα πλοία του, που είχαν υποστεί ζημιές. Διόρισε [τον Οξυάρτη και] τον Πείθωνα σατράπη της περιοχής που εκτεινόταν από τη συμβολή του Ινδού και του Ακεσίνη ως τη θάλασσα μαζί με όλη την παραλία της ινδικής γης.
Απέστειλε ξανά τον Κρατερό με τον στρατό [μέσα από τη χώρα των Αραχωσίων και των Δραγγών], ενώ ο ίδιος κατέπλευσε προς την περιοχή που εξουσίαζε ο Μουσικανός, για την οποία τον πληροφόρησαν ότι ήταν η πλουσιότερη περιοχή της Ινδίας. Ούτε τον είχε συναντήσει ακόμη ο Μουσικανός, για να παραδώσει τον εαυτό του και τη χώρα του, ούτε πρέσβεις του είχε στείλει για να συνάψει μαζί του φιλία ούτε κάτι από αυτά που ταιριάζει βέβαια να προσφέρονται σε έναν μεγάλο βασιλιά, ούτε είχε ζητήσει τίποτε από τον Αλέξανδρο.
Έγινε με τόση ταχύτητα το ταξίδι του μέσα στον ποταμό, ώστε πρόλαβε να φθάσει στα σύνορα της χώρας του Μουσικανού πριν πληροφορηθεί ο Μουσικανός ότι είχε ξεκινήσει εναντίον του ο Αλέξανδρος. Τόσο, λοιπόν, φοβήθηκε ο Μουσικανός, ώστε πήγε γρήγορα να συναντήσει τον Αλέξανδρο φέρνοντάς του και δώρα από εκείνα που οι Ινδοί θεωρούσαν ως τα πιο πολύτιμα και οδηγώντας όλους τους ελέφαντές του και προσφέροντας την υποταγή του λαού του και τη δική του και ομολογώντας ότι έσφαλε, πράγμα που ήταν ο καλύτερος τρόπος για να επιτύχει κανείς από τον Αλέξανδρο ό,τι θα του ζητούσε.
Για τους λόγους, λοιπόν, αυτούς ο Αλέξανδρος συγχώρεσε τον Μουσικανό, θαύμασε την πόλη και τη χώρα του, την παραχώρησε στον Μουσικανό, για να την κυβερνά, και διέταξε τον Κρατερό να οχυρώσει με τείχος την ακρόπολη της πόλης. Και ενώ ήταν ακόμη παρών ο Αλέξανδρος, η ακρόπολη οχυρώθηκε με τείχος και τοποθετήθηκε φρουρά, επειδή η θέση του φάνηκε πολύ κατάλληλη για να κρατά σε υποταγή και να ελέγχει τους γύρω λαούς.
Από εκεί ο Αλέξανδρος, αφού πήρε μαζί του τους τοξότες, τους Αγριάνες και το ιππικό που είχε στα πλοία μαζί του, εξόρμησε εναντίον του νομάρχη της περιοχής εκείνης που ονομαζόταν Οξικανός, επειδή ούτε ο ίδιος είχε παρουσιασθεί στον Αλέξανδρο ούτε πρέσβεις του είχαν έρθει προσφέροντας υποταγή, τη δική του και της χώρας του.
Ο Αλέξανδρος κατέλαβε αμέσως με έφοδο τις δύο μεγαλύτερες πόλεις από εκείνες που εξουσίαζε ο Οξικανός. Στη δεύτερη μάλιστα αιχμαλωτίσθηκε και ο ίδιος ο Οξικανός. Ο Αλέξανδρος παραχώρησε τη λεία στον στρατό του, πήρε όμως τους ελέφαντες μαζί του. Καθώς προχωρούσε, παραδίδονταν σε αυτόν και οι άλλες πόλεις που υπήρχαν στην ίδια περιοχή, χωρίς καμία να προβάλει αντίσταση. Τόσο πολύ είχε καμφθεί το φρόνημα όλων των Ινδών και από τον Αλέξανδρο και από τις επιτυχίες του.
Στην συνέχεια ο Αλέξανδρος βάδισε κατά του Σάμβου, τον οποίο ο ίδιος είχε διορίσει σατράπη των ορεινών Ινδών. Τον είχαν πληροφορήσει ότι ο Σάμβος είχε φύγει, όταν έμαθε ότι ο Αλέξανδρος είχε αφήσει ελεύθερο τον Μουσικανό και τον είχε ορίσει άρχοντα της χώρας του· ήταν εχθρικές οι σχέσεις του Σάμβου και του Μουσικανού.
Αλλά, όταν ο Αλέξανδρος πλησίαζε πλέον στην πόλη που ήταν πρωτεύουσα της χώρας του Σάμβου, το όνομά της ήταν Σινδίμανα, άνοιξαν οι πύλες. Οι συγγενείς του Σάμβου καταμέτρησαν τα χρήματα και ήρθαν να τον συναντήσουν φέρνοντας μαζί τους τους ελέφαντες. Έλεγαν ότι ο Σάμβος δεν έφυγε βέβαια επειδή είχε εχθρικές διαθέσεις κατά του Αλεξάνδρου, αλλά επειδή φοβήθηκε μετά την απελευθέρωση του Μουσικανού.
Ο Αλέξανδρος κυρίευσε και άλλη πόλη, που στο μεταξύ επαναστάτησε, και εκτέλεσε από τους Βραχμάνες, τους φιλοσόφους των Ινδών, όσους ήταν υπαίτιοι της εξέγερσης. Στο έργο μου για την Ινδία θα ασχοληθώ με τη σοφία των Βραχμάνων, αν βέβαια υπάρχει κάποια σοφία σε αυτούς.
Στο μεταξύ ανήγγειλαν στον Αλέξανδρο ότι στασίασε και ο Μουσικανός. Ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον του τον σατράπη Πείθωνα, τον γιο του Αγήνορα, με αρκετό στρατό και επιτέθηκε ο ίδιος εναντίον των πόλεων που ήταν στην εξουσία του Μουσικανού. Από αυτές άλλες κατέστρεψε και πούλησε δούλους τους κατοίκους, σε άλλες εγκατέστησε φρουρούς και οχύρωσε με τείχη τις ακροπόλεις τους. Αφού τακτοποίησε τα ζητήματα αυτά, επέστρεψε στο στρατόπεδο και στον στόλο του.
Τότε, λοιπόν, ο Πείθων συνέλαβε τον Μουσικανό και τον οδήγησε αιχμάλωτο. Ο Αλέξανδρος διέταξε να τον κρεμάσουν μέσα στη χώρα του καθώς και όσους Βραχμάνες ήταν υπαίτιοι της εξέγερσης. Έφθασε επίσης στον Αλέξανδρο και ο άρχοντας της περιοχής των Πατάλων, όπου όπως ανέφερα σχηματίζεται το Δέλτα από τον ποταμό Ινδό που είναι ακόμη μεγαλύτερο από το Δέλτα του Νείλου. Παρέδωσε και αυτός ολόκληρη τη χώρα του και έθεσε τον εαυτό του και τα υπάρχοντά του στη διάθεση του Αλεξάνδρου.
Αυτός τον έστειλε πάλι πίσω στο κράτος του και τον διέταξε να ετοιμάσει όσα ήταν απαραίτητα για την παραμονή του στρατού του. Τον Κρατερό έστειλε από τον δρόμο που περνούσε μέσα από τη χώρα των Αραχωσίων και των Ζαραγγών στην Καρμανία με τα τάγματα του Άτταλου, του Μελέαγρου και του Αντιγένη και με μερικούς τοξότες καθώς και με όσους εταίρους και άλλους Μακεδόνες σχεδίαζε να στείλει πίσω στη Μακεδονία, επειδή ήταν ανίκανοι για μάχη· του ανέθεσε επίσης να οδηγεί τους ελέφαντες.
Στον υπόλοιπο στρατό, εκτός δηλαδή από εκείνον που θα έπλεε μαζί του προς τη θάλασσα,… τοποθέτησε αρχηγό τον Ηφαιστίωνα. Μετέφερε τον Πείθωνα με τους ιππακοντιστές και τους Αγριάνες στην αντικρινή όχθη του Ινδού, δηλαδή όχι εκείνη από την οποία επρόκειτο να οδηγήσει ο Ηφαιστίων τον στρατό, και τον διέταξε να εγκαταστήσει κατοίκους στις πόλεις που είχαν οχυρωθεί ήδη με τείχος. Τον διέταξε ακόμη να αποκαταστήσει την τάξη, αν συμβεί κάποια εξέγερση ανάμεσα στους Ινδούς της περιοχής αυτής, και να τον συναντήσει στα Πάταλα.
Ήταν πλέον η τρίτη μέρα του ταξιδιού του Αλεξάνδρου, όταν του ανήγγειλαν ότι είχε φύγει ο ύπαρχος των Πατάλων, αφού πήρε μαζί του τους περισσότερους κατοίκους των Πατάλων αφήνοντας έρημη τη χώρα του. Για τον λόγο αυτό ο Αλέξανδρος έπλεε με μεγαλύτερη από πριν ταχύτητα. Όταν έφθασε στα Πάταλα και βρήκε την πόλη και την ύπαιθρο χωρίς κατοίκους και εργάτες,
έστειλε τους ελαφρότερα οπλισμένους στρατιώτες του να καταδιώξουν όσους έφευγαν. Όταν οι στρατιώτες συνέλαβαν μερικούς φυγάδες, ο Αλέξανδρος τους έστειλε πίσω στους άλλους με την εντολή να επιστρέψουν πίσω με θάρρος, γιατί αυτός τους επέτρεπε και την πόλη τους να κατοικούν, όπως και πριν, και τη γη τους να καλλιεργούν· και επέστρεψαν οι περισσότεροι από αυτούς.
Ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κρατερό να οχυρώσει με τείχος την ακρόπολη στα Πάταλα και έστειλε στρατιώτες στη γειτονική άνυδρη περιοχή, για να ανοίξουν πηγάδια και να την κάμουν κατοικήσιμη. Σε αυτούς επιτέθηκαν μερικοί από τους γειτονικούς βαρβάρους, οι οποίοι σκότωσαν λίγους στρατιώτες, επειδή τους αιφνιδίασαν, και έφυγαν, αφού έχασαν και πολλούς δικούς τους. Έτσι οι στρατιώτες που στάλθηκαν εκτέλεσαν τις εργασίες τους, επειδή ενισχύθηκαν και με άλλες δυνάμεις, τις οποίες είχε στείλει ο Αλέξανδρος για να πάρουν μέρος στην επιχείρηση, όταν πληροφορήθηκε την επίθεση των βαρβάρων.
Κοντά στα Πάταλα το ρεύμα του Ινδού χωρίζεται σε ‹δύο› μεγάλους ποταμούς που διατηρούν και οι δύο το όνομα του Ινδού μέχρι τη θάλασσα. Εδώ ο Αλέξανδρος άρχισε να κατασκευάζει ναύσταθμο και υπόστεγα για τα πλοία. Αφού προχώρησε η κατασκευή των έργων, ο Αλέξανδρος σκεφτόταν να πλεύσει κάτω προς τη θάλασσα ως τις εκβολές του δεξιού βραχίονα του ποταμού.
Έδωσε, λοιπόν, στον Λεοννάτο χίλιους περίπου ιππείς και οκτώ χιλιάδες οπλίτες και τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες, και τον έστειλε στο νησί των Πατάλων με εντολή να βαδίζει παράλληλα προς τον στόλο, ενώ ο ίδιος πήρε μαζί του τα πιο ταχύπλοα πλοία, δηλαδή τις ημιολίες, όλες τις τριακοντόρους και μερικούς από τους κερκούρους και άρχισε να πλέει προς τα κάτω τον ποταμό από τον δεξιό του βραχίονα.
Μη έχοντας όμως πλοηγό, επειδή οι Ινδοί της περιοχής εκείνης είχαν φύγει, το ταξίδι του γινόταν με μεγαλύτερη από πριν δυσκολία. Και την επομένη μέρα από την αναχώρηση των πλοίων ξέσπασε κακοκαιρία. Ο άνεμος, που έπνεε αντίθετος προς το ρεύμα, έκανε να φουσκώνει ο ποταμός και τα πλοία να τραντάζονται τόσο πολύ, ώστε τα περισσότερα από αυτά έπαθαν ζημιές. Μερικές τριακόντοροι διαλύθηκαν τελείως, πρόλαβαν όμως να τις ρίξουν στη στεριά πριν βυθισθούν μέσα στο νερό.
Ναυπηγήθηκαν, λοιπόν, άλλα πλοία. Ο Αλέξανδρος έστειλε τους πιο ευκίνητους από τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες στην πιο μακρινή περιοχή της όχθης και συνέλαβε μερικούς Ινδούς, οι οποίοι στο εξής χρησίμευαν ως πλοηγοί στο ταξίδι του. Όταν έφθασαν στο μέρος όπου ο ποταμός διευρύνεται ακόμη και σε διακόσιους σταδίους, που είναι το πλατύτερο σημείο του, έπνεε ισχυρός άνεμος από την έξω θάλασσα και τα κουπιά υψώνονταν με δυσκολία μέσα στον κλυδωνισμό. Κατέφυγαν τότε σε μια διώρυγα εκεί, στην οποία τον οδήγησαν οι πλοηγοί του.
Αφού αγκυροβόλησαν, άρχισε το φαινόμενο της μεγάλης θάλασσας, η άμπωτις, με αποτέλεσμα τα πλοία του να μείνουν στην ξηρά. Επειδή οι άνδρες του Αλεξάνδρου δεν είχαν γνωρίσει ποτέ πριν το φαινόμενο τούτο, τους προξένησε μεγάλη κατάπληξη, που έγινε μάλιστα ακόμη μεγαλύτερη, όταν με την πάροδο της ώρας το νερό ξαναγύρισε και τα πλοία σηκώθηκαν ψηλά.
Όσα, λοιπόν, πλοία βρήκε η άμπωτις ακίνητα στη λάσπη ανυψώθηκαν χωρίς βλάβη και έπλεαν πάλι, επειδή δεν έπαθαν κανένα κακό. Όσα όμως κάθισαν σε πιο στεγνή κοίτη και δεν είχαν ασφαλή στάση, όταν έπεσε επάνω τους το ορμητικό κύμα, τσακίσθηκαν, επειδή άλλα συγκρούσθηκαν μεταξύ τους και άλλα χτύπησαν στην κοίτη.
Τα πλοία, λοιπόν, αυτά επισκεύασε ο Αλέξανδρος, όπως του επέτρεπαν οι παρούσες συνθήκες, και έστειλε μπροστά δύο κερκούρους με ανθρώπους προς την κατεύθυνση του ποταμού για να εξερευνήσουν το νησί, στο οποίο του έλεγαν οι ντόπιοι ότι πρέπει να αγκυροβολήσει κατά το ταξίδι του προς τη θάλασσα. Έλεγαν επίσης ότι το νησί ονομαζόταν Κίλλουτα. Όταν του ανήγγειλαν ότι το νησί είχε όρμους, ήταν μεγάλο και διέθετε νερό, ο υπόλοιπος στόλος του κατέπλευσε στο νησί, ενώ ο ίδιος ο Αλέξανδρος με τα πιο καλοτάξιδα πλοία προχώρησε παραπέρα, ώστε να παρατηρήσει αν η εκβολή του ποταμού στη θάλασσα παρέχει ασφαλή έξοδο στα πλοία.
Και αφού προχώρησαν διακόσιους περίπου σταδίους από το νησί, παρατήρησαν ένα άλλο νησί, που ήταν πλέον μέσα στη θάλασσα. Τότε, λοιπόν, επέστρεψαν στο νησί που ήταν μέσα στον ποταμό. Ο Αλέξανδρος αγκυροβόλησε κοντά σε ένα ακρωτήριο του νησιού και θυσίασε σε όσους θεούς έλεγε ότι του είχε παραγγείλει ο Άμμων να θυσιάσει. Την επόμενη μέρα κατέπλευσε στο άλλο νησί που ήταν στη θάλασσα και αφού προσορμίστηκε, θυσίαζε πάλι και εδώ άλλες θυσίες σε άλλους θεούς και με διαφορετικό τρόπο λέγοντας ότι και αυτές τις έκανε κατά παραγγελία του Άμμωνα.
Έπειτα προσπέρασε τις εκβολές του Ινδού ποταμού και άρχισε να πλέει ο ίδιος στο ανοιχτό πέλαγος για να παρατηρήσει, όπως έλεγε, αν υψώνεται κάπου κοντά καμιά στεριά μέσα στη θάλασσα, εγώ όμως νομίζω ότι το έκανε κυρίως για να έχει πλεύσει και στη μεγάλη θάλασσα που είναι έξω από την Ινδία. Εκεί θυσίασε ταύρους προς τιμήν του Ποσειδώνα και τους έριξε στη θάλασσα· μετά τη θυσία έκαμε σπονδή και έριξε στον πόντο το κύπελλο που ήταν χρυσό και τους χρυσούς κρατήρες ως ευχαριστήρια προσφορά ευχόμενος στον θεό να συνοδεύσει με ασφάλεια τη ναυτική του δύναμη, την οποία σκεφτόταν να στείλει με τον Νέαρχο στον Περσικό κόλπο και στις εκβολές του Ευφράτη και του Τίγρητα.
Όταν επέστρεψε πίσω στα Πάταλα, βρήκε την ακρόπολη να έχει οχυρωθεί με τείχος και τον Πείθωνα να έχει φθάσει με τον στρατό του και να έχει εκτελέσει όλα εκείνα για τα οποία είχε σταλεί. Ο Ηφαιστίων, λοιπόν, διατάχθηκε να ετοιμάσει τα απαραίτητα για την οχύρωση του ναυστάθμου με τείχος και για την κατασκευή των υποστέγων. Γιατί σκεφτόταν να αφήσει στόλο πολλών πλοίων και εκεί, κοντά στην πόλη των Πατάλων, όπου ακριβώς χωριζόταν σε δύο ο Ινδός ποταμός.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος άρχισε να πλέει πάλι προς τη μεγάλη θάλασσα από τον άλλο βραχίονα του Ινδού, για να εξακριβώσει από ποιό μέρος ήταν η ευκολότερη έξοδος από τον Ινδό στη θάλασσα. Τα δύο στόμια του Ινδού ποταμού απέχουν μεταξύ τους το πολύ χίλιους οκτακόσιους περίπου σταδίους.
Κατά την κάθοδο έφθασε σε μια μεγάλη λίμνη των εκβολών του ποταμού, στην οποία χύνεται ο ποταμός και ίσως συρρέουν νερά από τις γύρω περιοχές· γίνεται έτσι μεγάλη και όμοια με θαλάσσιο κόλπο, αφού φαίνονταν μέσα στη λίμνη ακόμη και ψάρια της θάλασσας που ήταν μεγαλύτερα από εκείνα που υπάρχουν σε αυτήν εδώ, τη δική μας θάλασσα. Αφού, λοιπόν, αγκυροβόλησε στη λίμνη, στο μέρος ακριβώς όπου τον οδήγησαν οι πλοηγοί, άφησε εκεί τους περισσότερους στρατιώτες με τον Λεοννάτο, όπως και όλους τους κερκούρους.
Ο ίδιος με τις τριακοντόρους και τις ημιολίες πέρασε την εκβολή του Ινδού, προχώρησε από αυτήν στη θάλασσα και ανακάλυψε ότι η εκβολή του Ινδού που ήταν στην από δω μεριά ήταν πιο κατάλληλη για πλεύση. Αφού αγκυροβόλησε στην ακτή και πήρε μαζί του μερικούς ιππείς, πορευόταν επί τρεις ημέρες κατά μήκος της παραλίας εξετάζοντας ποιά είναι η φύση της περιοχής κατά μήκος της ακτής και διατάζοντας να ανοίξουν πηγάδια, ώστε να μπορούν να υδρεύονται όσοι έπλεαν.
Μετά επέστρεψε ο ίδιος στα πλοία του και άρχισε να πλέει αντίθετα με το ρεύμα προς τα Πάταλα, ενώ ένα μέρος των ανδρών του έστειλε στην παραλία και τους διέταξε να εκτελέσουν την ίδια εργασία και να επιστρέψουν και αυτοί στα Πάταλα. Κατέπλευσε ξανά στη λίμνη και κατασκεύασε εκεί άλλο ναύσταθμο και άλλα υπόστεγα. Άφησε φρουρά στον τόπο εκείνο, αποθήκευσε σιτάρι αρκετό για να επαρκέσει στον στρατό μέχρι και τέσσερις μήνες και έκαμε όλες τις άλλες προετοιμασίες, όσες ήταν απαραίτητες για το ταξίδι.
Τότε όμως η εποχή του έτους δεν ήταν κατάλληλη για ταξίδι, γιατί επικρατούσαν τα μελτέμια, τα οποία κατά την εποχή αυτή δεν πνέουν από τον βορρά, όπως σε μας, αλλά από τη μεγάλη θάλασσα και κυρίως από τον νότο.
Ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε ότι η ναυσιπλοΐα στα μέρη εκείνα ήταν δυνατή από την αρχή του χειμώνα, δηλαδή από τη δύση των Πλειάδων μέχρι τις χειμερινές τροπές του ηλίου. Τότε, επειδή η γη έχει διαποτισθεί με άφθονο νερό που πέφτει από τον ουρανό, πνέουν μάλλον από την ξηρά ελαφρές αύρες κατάλληλες για παράκτια πλεύση και με κουπιά και με πανιά.
Ο Νέαρχος, λοιπόν, που διορίσθηκε αρχηγός του ναυτικού, περίμενε την κατάλληλη εποχή για να ταξιδεύσει, ενώ ο Αλέξανδρος ξεκινώντας από τα Πάταλα προχωρούσε με όλο τον στρατό του μέχρι τον Αράβιο ποταμό. Από εκεί πήρε μαζί του τους μισούς από τους υπασπιστές και τους τοξότες, τα τάγματα των λεγομένων πεζεταίρων, από το ιππικό των εταίρων το άγημα και μία ίλη από κάθε ιππαρχία, καθώς και όλους τους ιπποτοξότες και στράφηκε στα αριστερά προς τη θάλασσα και για να ανοίξει πηγάδια, ώστε να υπάρχει άφθονο νερό στον στρατό του όσο θα έπλεε κοντά στην παραλία και συγχρόνως να μπορεί να επιτεθεί ξαφνικά κατά των Ωρειτών, που ήταν Ινδοί της περιοχής εκείνης από πολύ χρόνο ανεξάρτητοι, επειδή αυτοί δεν είχαν εκδηλώσει καμία φιλική διάθεση προς τον Αλέξανδρο και τον στρατό του. Στον στρατό που έμεινε πίσω όρισε αρχηγό τον Ηφαιστίωνα.
Οι Αραβίτες, λοιπόν, που ήταν και αυτοί ένας λαός ανεξάρτητος, από εκείνους που κατοικούσαν γύρω από τον Αράβιο ποταμό, επειδή νόμισαν ότι ούτε ήταν ικανοί να πολεμήσουν εναντίον του Αλεξάνδρου ούτε θέλησαν να υποταγούν σε αυτόν έφυγαν στην έρημο, μόλις πληροφορήθηκαν ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος, αφού πέρασε τον ποταμό Αράβιο, που ήταν στενός και με λίγο νερό, και διέτρεξε κατά τη νύχτα το μεγαλύτερο μέρος της ερήμου, βρέθηκε με τα χαράματα κοντά στην κατοικημένη περιοχή. Διέταξε τους πεζούς του στρατιώτες να ακολουθούν με κανονικό βηματισμό, ενώ ο ίδιος πήρε μαζί του το ιππικό και το διαμοίρασε σε ίλες, ώστε να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της πεδιάδας, και άρχισε να διατρέχει λεηλατώντας τη χώρα των Ωρειτών.
Όσους πρόβαλαν αντίσταση τους κατέκοψαν οι ιππείς και συνέλαβαν πολλούς αιχμαλώτους. Ο Αλέξανδρος τότε στρατοπέδευσε κοντά σε έναν τόπο που δεν είχε πολύ νερό, όταν όμως ενώθηκαν μαζί του και οι άνδρες του Ηφαιστίωνα, άρχισε να προχωρεί. Όταν έφθασε σε ένα χωριό, που ήταν το μεγαλύτερο του λαού των Ωρειτών —το χωριό ονομαζόταν Ραμβακία— επαίνεσε τη θέση του και νόμισε ότι αν εκεί ιδρυόταν πόλη, θα γινόταν μεγάλη και πλούσια· άφησε λοιπόν, εκεί τον Ηφαιστίωνα για τον σκοπό αυτό.
Ο ίδιος πήρε πάλι μαζί του τους μισούς υπασπιστές, τους Αγριάνες, το άγημα του ιππικού και τους ιπποτοξότες και άρχισε να προχωρεί προς τα σύνορα των Γαδρωσών και των Ωρειτών, όπου τον πληροφόρησαν ότι η διάβαση ήταν στενή, και ότι στρατοπέδευσαν συνταγμένοι μπροστά στα στενά οι Γαδρωσοί και οι Ωρείτες, με σκοπό να τον εμποδίσουν να περάσει.
Είχαν πράγματι παραταχθεί εκεί, αλλά όταν τους ειδοποίησαν ότι πλησίαζε πλέον ο Αλέξανδρος, οι περισσότεροι αποχώρησαν από τα στενά εγκαταλείποντας τη φρούρησή τους. Παρουσιάσθηκαν επίσης στον Αλέξανδρο οι αρχηγοί των Ωρειτών παραδίδοντας τους εαυτούς τους και τον λαό τους. Αυτούς, λοιπόν, τους διέταξε ο Αλέξανδρος να συγκαλέσουν τον λαό των Ωρειτών και να τον στείλουν στον τόπο του διαβεβαιώνοντάς τον ότι δεν πρόκειται να πάθει κανένα κακό. Διόρισε στους Ωρείτες σατράπη τον Απολλοφάνη
και άφησε μαζί του στα Ώρα τον σωματοφύλακα Λεοννάτο με όλους τους Αγριάνες και με μερικούς τοξότες και ιππείς, καθώς και με τους άλλους Έλληνες μισθοφόρους, πεζούς και ιππείς· έργο του ήταν να περιμένει το ναυτικό, έως ότου περιπλεύσει την περιοχή, επίσης να εγκαταστήσει ανθρώπους στην πόλη και να τακτοποιήσει τα ζητήματα των Ωρειτών, ώστε να υπακούουν με μεγαλύτερη προθυμία στον σατράπη. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού —γιατί είχε φθάσει και ο Ηφαιστίων οδηγώντας τους στρατιώτες του που είχαν μείνει πίσω— άρχισε να προχωρεί προς τη Γεδρωσία που είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος έρημος.
Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι στην έρημο αυτήν φύονται πολλά δένδρα σμύρνας που είναι μεγαλύτερα από τη συνηθισμένη σμύρνα και ότι οι Φοίνικες, που ακολουθούσαν τον στρατό του ως έμποροι, συλλέγοντας το ρετσίνι της σμύρνας το φόρτωσαν στα υποζύγιά τους και το πήραν μαζί τους (γιατί ήταν άφθονο μιας και οι κορμοί ήταν μεγάλοι και δεν είχε ποτέ ως τότε συλλεγεί).
Αναφέρει ακόμη ότι η έρημος αυτή είχε και ρίζες νάρδου πολλές και εύοσμες και ότι οι Φοίνικες μάζεψαν και αυτήν. Πολλές από αυτές πατούσε ο στρατός και από τη νάρδο που πατούσαν διαχυνόταν μια ευχάριστη μυρωδιά στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής·
τόσο ήταν το πλήθος της! Κατά τον Αριστόβουλο υπάρχουν και άλλα δένδρα στην έρημο, το φύλλο μάλιστα κάποιου δένδρου μοιάζει με τη δάφνη και φυτρώνει στα μέρη που κατακλύζονται από τη θάλασσα. Τα δένδρα αυτά μένουν σε ξερό έδαφος όσο διαρκεί η άμπωτη, αλλά, όταν επανέρχεται το νερό, φαίνονται ότι έχουν φυτρώσει μέσα στη θάλασσα. Άλλων πάλι οι ρίζες καλύπτονται συνεχώς από τη θάλασσα· πρόκειται για εκείνα που έχουν φυτρώσει σε τόπους με κοιλώματα, από τα οποία δεν αποσύρεται βέβαια το νερό και όμως το δένδρο δεν καταστρέφεται από τη θάλασσα.
Μερικά από τα δένδρα της περιοχής αυτής έχουν ύψος ακόμη και τριάντα πήχεων· έτυχε μάλιστα να είναι ανθισμένα εκείνη την εποχή και το άνθος τους έμοιαζε πολύ με άσπρο μενεξέ, στη μυρωδιά όμως ήταν κατά πολύ ανώτερο. Υπήρχε επίσης και ένας άλλος κορμός αγκαθιού που είχε φυτρώσει από τη γη, επάνω στον οποίο είναι τόσο δυνατά προσκολλημένο το αγκάθι, ώστε όταν κάποτε μπλέχθηκε το ένδυμα μερικών ιππέων που περνούσαν από κοντά μάλλον έριξε κάτω από το άλογό του τον ιππέα παρά ξεκόλλησε το αγκάθι από τον κορμό του.
Λένε ότι τα αγκάθια μπλέκονται και στις τρίχες των λαγών, όταν τρέχουν κοντά σε αυτά, και ότι με τον τρόπο αυτό συλλαμβάνονταν οι λαγοί, όπως ακριβώς πιάνονται τα πουλιά με τις ιξόβεργες και τα ψάρια με τα αγκίστρια. Λένε ακόμη ότι τα αγκάθια κόβονται εύκολα με σιδερένια εργαλεία και ότι όταν κοπεί ο κορμός του αγκαθιού, βγάζει πολύ χυμό, που είναι ακόμη περισσότερος και πικρότερος από τον χυμό που βγάζουν οι συκιές κατά την άνοιξη.
Από εκεί ο Αλέξανδρος προχώρησε μέσα στη χώρα των Γαδρωσών από έναν δρόμο δύσκολο που δεν είχε τρόφιμα και ανάμεσα στα άλλα δεν υπήρχε σε πολλά μέρη ούτε νερό για τον στρατό. Ωστόσο αναγκάζονταν να διατρέχουν οι στρατιώτες μεγάλες αποστάσεις κατά τη νύχτα και μάλιστα μακριά από τη θάλασσα, επειδή ο Αλέξανδρος βιαζόταν να φθάσει στην παραθαλάσσια περιοχή, για να δει τα λιμάνια που υπήρχαν και για να προετοιμάσει όσα ήταν βέβαια δυνατό να γίνουν για το ναυτικό κατά τη διέλευσή του, είτε ανοίγοντας πηγάδια είτε ψάχνοντας αν υπήρχε πουθενά αγορά τροφίμων ή αγκυροβόλιο.
Επειδή όμως ήταν τελείως έρημα τα παραθαλάσσια μέρη της χώρας των Γαδρωσών, έστειλε τον Θόαντα, τον γιο του Μανδροδώρου, προς τη θάλασσα με λίγους ιππείς, για να ερευνήσει αν τυχόν υπήρχε κάπου στο μέρος εκείνο κανένα αγκυροβόλιο ή νερό κοντά στη θάλασσα ή τίποτε άλλο από τα αναγκαία. Όταν επέστρεψε, του ανήγγειλε ότι βρήκε μερικούς ψαράδες στην παραλία μέσα σε πνιγερές καλύβες,
τις οποίες είχαν κατασκευάσει συναρμολογώντας τα όστρακα· για στέγη τους είχαν οι καλύβες αυτές κόκαλα ψαριών. Ανέφερε ακόμη ότι οι ψαράδες εκείνοι χρησιμοποιούσαν λίγο νερό που το έβρισκαν σκάβοντας με δυσκολία τα χαλίκια· αλλά το νερό αυτό ήταν εντελώς γλυκό.
Όταν όμως ο Αλέξανδρος έφθασε σε κάποιο τόπο της Γαδρωσίας όπου υπήρχε αφθονότερο σιτάρι, διαμοίρασε στα υποζύγιά του όσο βρήκε, το σφράγισε με τη σφραγίδα του και διέταξε να το μεταφέρουν προς τη θάλασσα. Ενώ όμως προχωρούσε προς τον σταθμό, από τον οποίο απείχε πολύ λίγο η θάλασσα, οι στρατιώτες αγνόησαν το σφράγισμα αλλά και οι ίδιοι οι φρουροί χρησιμοποίησαν το σιτάρι και έδωσαν ένα μέρος από αυτό σε όσους υπέφεραν υπερβολικά από την πείνα.
Πιέζονταν σε τέτοιο βαθμό από την πείνα, ώστε ύστερα από σκέψη αποφάσισαν να λογαριάσουν περισσότερο τον φανερό και επικείμενο θάνατο, παρά τον αβέβαιο και ακόμη μακρινό κίνδυνο από τον βασιλιά. Κατανοώντας την ανάγκη ο Αλέξανδρος συγχώρεσε τους παραβάτες της διαταγής του και έστειλε τον Κρηθέα τον Καλλατιανό που έπλεε εκεί γύρω με τον στόλο να φέρει όσα τρόφιμα μπόρεσε ο ίδιος να συγκεντρώσει από επιδρομές στην περιοχή για τον εφοδιασμό του στρατού.
Διατάχθηκαν επίσης οι ντόπιοι να μεταφέρουν από το εσωτερικό στην παραλία όσο περισσότερο σιτάρι μπορούσαν, αφού το αλέσουν, και χουρμάδες από τα φοινικόδενδρα, καθώς και πρόβατα για να τα αγοράσει ο στρατός. Και έστειλε σε άλλο πάλι τόπο της παραλίας τον Τήλεφο, έναν από τους εταίρους, με μικρή ποσότητα αλεσμένου σιταριού.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος άρχισε να προχωρεί προς την πρωτεύουσα των Γαδρασών· ο τόπος ονομάζεται Πούρα, όπου ακριβώς έφθασε σε εξήντα συνολικά μέρες, αφότου ξεκίνησε από τα Ώρα. Οι περισσότεροι ιστορικοί του Αλεξάνδρου αναφέρουν ότι ούτε όλες μαζί οι ταλαιπωρίες που υπέφερε ο στρατός για χάρη του στην Ασία δεν μπορούν να συγκριθούν με τις κακουχίες που υπέφερε στο μέρος εκείνο.
Αναφέρουν όμως ότι ο Αλέξανδρος πέρασε από αυτόν τον δρόμο όχι επειδή δεν γνώριζε τις δυσκολίες —αυτό το υποστηρίζει μονάχα ο Νέαρχος— αλλά επειδή άκουσε ότι έως τότε κανένας δεν γλίτωσε περνώντας με στρατό από τον δρόμο εκείνο εκτός από τη Σεμίραμη, όταν αποχώρησε από την Ινδία. Αλλά ακόμη και αυτή, έλεγαν οι ντόπιοι, διασώθηκε με είκοσι μόνο άνδρες από όλο τον στρατό της, ενώ ο Κύρος, ο γιος του Καμβύση, διασώθηκε και αυτός με εφτά μόνο άνδρες του.
Γιατί βέβαια και ο Κύρος ήρθε στα μέρη εκείνα σκοπεύοντας να εισβάλει στην Ινδία, αλλά πριν το επιτύχει, έχασε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του, επειδή ο δρόμος αυτός ήταν έρημος και δύσκολος. Αυτά, όταν τα ανήγγειλαν στον Αλέξανδρο, τον παρακίνησαν σε άμιλλα προς τον Κύρο και τη Σεμίραμη. Αναφέρει, λοιπόν, ο Νέαρχος ότι ο Αλέξανδρος πήρε αυτόν τον δρόμο εκτός από αυτούς τους λόγους και για να προμηθεύεται τα απαραίτητα σε κοντινή απόσταση από το ναυτικό του.
Ο διάπυρος, λοιπόν, καύσωνας και η έλλειψη του νερού αφάνισαν ένα μεγάλο μέρος του στρατού του και προπάντων βέβαια τα αχθοφόρα ζώα. Αυτά χάθηκαν εξαιτίας του βάθους και της θερμότητας της άμμου, γιατί ήταν πυρακτωμένη, τα περισσότερα όμως τα αφάνισε η δίψα. Γιατί συναντούσαν ακόμη και ψηλούς λόφους σχηματισμένους από βαθιά άμμο που δεν ήταν συμπαγής, αλλά τέτοια που δεχόταν το πάτημά τους σαν να βάδιζαν επάνω σε πηλό, ή μάλλον σε απάτητο χιόνι.
Και ταλαιπωρούνταν συγχρόνως τα άλογα και τα μουλάρια εξαιτίας των αναβάσεων και καταβάσεων και ακόμη περισσότερο εξαιτίας του ανώμαλου δρόμου με το ασταθές έδαφος. Το ίδιο στενοχωρούσαν τους στρατιώτες οι μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των σταθμών, επειδή η έλλειψη νερού που ανευρισκόταν σε ακανόνιστα διαστήματα, τους έκανε να βαδίζουν ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες ανάγκες.
Όταν βέβαια πορεύονταν νύχτα τον δρόμο που έπρεπε να διανύσουν, και έφθαναν στο νερό τα χαράματα, δεν ταλαιπωρούνταν και τόσο πολύ. Αν όμως εξαιτίας του μακρινού δρόμου τούς έπιανε η μέρα ενώ ακόμη βάδιζαν, τότε ταλαιπωρούνταν από τον καύσωνα και συγχρόνως βασανίζονταν από ακατανίκητη δίψα.
Μεγάλη ήταν η απώλεια σε αχθοφόρα ζώα και γινόταν σκόπιμα από τους στρατιώτες, γιατί κάθε φορά που είχαν έλλειψη από τρόφιμα συγκεντρώνονταν και έσφαζαν τα περισσότερα από τα άλογα και τα μουλάρια και έτρωγαν τα κρέατά τους και έλεγαν ότι αυτά ψόφησαν από τη δίψα ή χάθηκαν από την κούραση· κανένας δεν υπήρχε για να ελέγξει την πραγματική αλήθεια και εξαιτίας της κόπωσης και επειδή όλοι διέπρατταν το ίδιο παράπτωμα.
Αυτά που συνέβαιναν δεν είχαν διαφύγει την προσοχή του Αλεξάνδρου, αλλά έβλεπε ότι, για να θεραπεύσει την παρούσα κατάσταση, ήταν προτιμότερο να προσποιείται ότι δεν γνωρίζει τα παραπτώματα παρά ότι τα συγχωρεί, αν και τα γνώριζε. Δεν ήταν, λοιπόν, πλέον εύκολο να μεταφέρουν ούτε όσους στρατιώτες υπέφεραν από αρρώστια ούτε όσους έμεναν πίσω από κούραση, γιατί είχαν έλλειψη αχθοφόρων ζώων και οι ίδιοι κατέστρεφαν τα αμάξια. Γιατί ήταν πολύ δύσκολο να τα σύρουν, επειδή η άμμος είχε βάθος και επειδή κατά τις πρώτες μέρες της πορείας τα αμάξια τους ανάγκαζαν να μην ακολουθούν τους συντομότερους δρόμους, αλλά τους ευκολότερους για τα ζώα.
Έτσι άλλοι έμεναν πίσω στους δρόμους από αρρώστια και άλλοι, επειδή δεν άντεχαν στην κούραση, τη ζέστη ή τη δίψα· ούτε και υπήρχε κανένας για να τους μεταφέρει ούτε έμενε κανένας για να τους περιποιηθεί, γιατί η πορεία γινόταν με μεγάλη βιασύνη και μπροστά στον ζήλο να σωθεί το σύνολο, παραμελούσαν κατ᾽ ανάγκη τη διάσωση του κάθε ατόμου χωριστά. και όσοι καταλαμβάνονταν από ύπνο στον δρόμο, επειδή πράγματι βάδιζαν νύχτα ως επί το πλείστον, όταν μετά ξυπνούσαν, αν είχαν δυνάμεις, ακολουθούσαν τα ίχνη του στρατού και σώθηκαν έτσι λίγοι από τους πολλούς· οι περισσότεροι όμως χάνονταν μέσα στην άμμο, όπως αυτοί που ναυαγούν στο πέλαγος.
Συνέβη όμως στον στρατό και μια άλλη συμφορά που δεν ταλαιπώρησε λιγότερο τους στρατιώτες, τα άλογα ή τα αχθοφόρα ζώα. Γιατί, όπως ακριβώς στην Ινδία, έτσι και στη Γαδρωσία τα μελτέμια φέρνουν βροχή, όχι όμως στις πεδιάδες, αλλά στα βουνά της, όπου μεταφέρονται τα σύννεφα από τον άνεμο και μεταβάλλονται σε βροχή, επειδή δεν μπορούν να περάσουν πάνω από τις κορυφές των βουνών.
Όταν κατασκήνωσε ο στρατός κοντά σε έναν χείμαρρο με λίγο νερό —και κατασκήνωσε εκεί επειδή είχε νερό— γύρω στη δεύτερη νυχτερινή φρουρά ο χείμαρρος που έρρεε εκεί πλημμύρισε από τις βροχές, που έπεσαν χωρίς να τις αντιληφθεί ο στρατός· κατέβηκε τόσο πολύ νερό, ώστε έπνιξε τις περισσότερες γυναίκες και τα μικρά παιδιά που ακολουθούσαν τον στρατό και παρέσυρε όλες τις βασιλικές αποσκευές και όσα απέμειναν από τα αχθοφόρα ζώα· οι ίδιοι οι στρατιώτες μόλις και με δυσκολία σώθηκαν με τα όπλα τους μόνο, αλλά όχι και με όλα.
Οι περισσότεροι επειδή έπιναν, όποτε έβρισκαν, άφθονο νερό ύστερα από τον καύσωνα και τη δίψα, πέθαιναν επειδή ακριβώς έπιναν ακατάπαυστα. Για τον λόγο αυτό ο Αλέξανδρος συνήθως δεν στρατοπέδευε κοντά σε τόπους με νερό, αλλά σε απόσταση είκοσι περίπου σταδίων από αυτούς, ώστε να μην εισορμούν όλοι μαζί στο νερό και να πεθαίνουν, αυτοί και τα ζώα, και συγχρόνως να μη γίνεται, από τους πιο ασυγκράτητους που πατούσαν μέσα στις πηγές και τα ρυάκια, ακάθαρτο το νερό για τον υπόλοιπο στρατό.
Θεώρησα σωστό να μην παραλείψω μια ωραία πράξη του Αλεξάνδρου, ωραιότερη από κάθε άλλη, που έγινε σε αυτήν τη χώρα ή στους Παραπαμισάδες, όπως έγραψαν μερικοί άλλοι συγγραφείς. Ο στρατός βάδιζε μέσα από την άμμο και η ζέστη ήταν πλέον αφόρητη, γιατί έπρεπε να φθάσουν στο νερό, αλλά αυτό ήταν μακριά από τον δρόμο, στον οποίο βρίσκονταν. Αν και ο ίδιος ο Αλέξανδρος βασανιζόταν από τη δίψα και βάδιζε μόλις και με δυσκολία, οδηγούσε όμως πεζός τους άνδρες του. Έτσι και οι άλλοι στρατιώτες υπέφεραν ευκολότερα τους κόπους —όπως ακριβώς συμβαίνει σε παρόμοιες περιστάσεις— επειδή όλοι ταλαιπωρούνταν εξίσου.
Στο μεταξύ μερικοί ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες, που αποχωρίσθηκαν από τον στρατό προς αναζήτηση νερού, βρήκαν μέσα σε μια ρηχή χαράδρα μαζεμένο νερό, μια μικρή και ασήμαντη πηγή. Το συγκέντρωσαν χωρίς δυσκολία και το πήγαν αμέσως στον Αλέξανδρο σαν να του έφερναν κάποιο μεγάλο αγαθό. Και όταν πλέον πλησίαζαν, έβαλαν το νερό σε μια περικεφαλαία και το πρόσφεραν στον βασιλιά.
Ο Αλέξανδρος το πήρε και επαίνεσε εκείνους που το έφεραν, αφού όμως το πήρε, το έχυσε μπροστά σε όλους. Και με την πράξη του αυτή όλος ο στρατός πήρε τέτοιο θάρρος, ώστε θα υπέθετε κανείς ότι όλοι είχαν πιει το νερό που έχυσε ο Αλέξανδρος. Επαινώ την πράξη αυτή περισσότερο από κάθε άλλη ως απόδειξη εγκράτειας και συγχρόνως στρατηγικής ικανότητας του Αλεξάνδρου.
Σε εκείνη τη χώρα συνέβη στον στρατό και το εξής περιστατικό. Οι οδηγοί δηλαδή του δρόμου είπαν τελικά ότι δεν θυμούνται πλέον τον δρόμο διότι τα ίχνη του εξαφανίσθηκαν από τον άνεμο που φύσηξε· επειδή, ακόμη, η άμμος ήταν πολλή και παντού ομοιόμορφα επισωρευμένη, δεν υπήρχε τίποτε από το οποίο θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον δρόμο, ούτε συνηθισμένα δένδρα φυτρώνουν κοντά σε αυτόν ούτε υψώνεται κανένας στερεός λόφος. Ούτε είχαν ασκηθεί, έλεγαν, να ρυθμίζουν την πορεία τους με τα άστρα τη νύχτα και με τον ήλιο τη μέρα, όπως ακριβώς κάνουν οι ναύτες με τις άρκτους, οι Φοίνικες με τη μικρή και οι άλλοι με τη μεγάλη.
Τότε, λοιπόν, ο Αλέξανδρος, επειδή αντιλήφθηκε ότι πρέπει να οδηγήσει τον στρατό κάνοντας κλίση προς τα αριστερά, πήρε μαζί του λίγους ιππείς και προχώρησε. Επειδή όμως και αυτών τα άλογα άρχισαν να κουράζονται από τη ζέστη, άφησε πίσω τους περισσότερους και αναχώρησε ο ίδιος έφιππος με πέντε συνολικά ιππείς και βρήκε τη θάλασσα. Αφού ανέσκαψε τα χαλίκια στην παραλία, βρήκε γλυκό και καθαρό νερό· έτσι ακολούθησε όλος ο στρατός και επί εφτά μέρες βάδιζε κοντά στη θάλασσα και προμηθευόταν νερό από την παραλία· από εκεί συνέχισε την πορεία στο εσωτερικό, επειδή οι οδηγοί γνώριζαν πλέον τον δρόμο.
Όταν έφθασε ο Αλέξανδρος στην πρωτεύουσα της Γαδρωσίας, ξεκούρασε εκεί τον στρατό του. Απομάκρυνε από τη σατραπεία τον Απολλοφάνη, επειδή έμαθε ότι δεν φρόντισε για τίποτε από όσα του είχε παραγγείλει πρωτύτερα, και διόρισε σατράπη των περιοχών εκείνων τον Θόαντα. Επειδή όμως αυτός πέθανε από αρρώστια, ανέλαβε τη σατραπεία ο Σιβύρτιος. Ο ίδιος ήταν σατράπης και της Καρμανίας, πρόσφατα διορισμένος από τον Αλέξανδρο, τότε όμως του παραχωρήθηκαν η Αραχωσία και η Γαδρωσία για να τις διοικεί, ενώ ο Τληπόλεμος ο γιος του Πυθοφάνη, ανέλαβε την Καρμανία.
Προχωρούσε ήδη ο βασιλιάς για την Καρμανία, όταν του ανήγγειλαν ότι ο Φίλιππος, ο σατράπης της Ινδίας, φονεύθηκε με δόλο από τους μισθοφόρους που συνωμότησαν εναντίον του, αλλά ότι οι Μακεδόνες σωματοφύλακες του Φιλίππου σκότωσαν τους δολοφόνους του, άλλους κατά τη διάπραξη του φόνου και άλλους αργότερα, όταν τους συνέλαβαν. Όταν το πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος, έστειλε επιστολές στην Ινδία προς τον Εύδαμο και τον Ταξίλη γράφοντάς τους να αναλάβουν την περιοχή που ήταν προηγουμένως στην εξουσία του Φιλίππου, ώσπου να στείλει ο ίδιος σατράπη γι᾽ αυτήν.
Όταν είχε πλέον φθάσει στην Καρμανία ο Αλέξανδρος, ήρθε ο Κρατερός μαζί με τον υπόλοιπο στρατό και τους ελέφαντες και τον Ορδάνη, τον οποίο είχε συλλάβει επειδή στασίασε και προκάλεσε ταραχές. Ήρθε εδώ ο Στασάνωρ, ο σατράπης των Αρείων και των Ζαραγγών, και μαζί με αυτούς ο Φαρισμάνης, ο γιος του Φραταφέρνη, που ήταν σατράπης των Πάρθων και Υρκανίων. Ήρθαν επίσης και οι στρατηγοί που είχαν μείνει πίσω με τον Παρμενίωνα επικεφαλής του στρατού της Μηδίας, ο Κλέανδρος και ο Σιτάλκης και ο Ηράκων, φέρνοντας και αυτοί το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους.
Οι ντόπιοι, λοιπόν, αλλά και ο ίδιος ο στρατός κατηγόρησαν για πολλές καταχρήσεις τον Κλέανδρο, τον Σιτάλκη και τους φίλους τους, ότι δηλαδή είχαν συλήσει ιερά, ότι είχαν παραβιάσει παλαιούς τάφους και ότι είχαν αποτολμήσει εναντίον των υπηκόων τους και άλλες άδικες και ανόσιες πράξεις. Μόλις τα ανήγγειλαν, ο Αλέξανδρος τους εκτέλεσε, ώστε να υπάρχει ο φόβος και στους άλλους σατράπες ή υπάρχους ή νομάρχες, που είχαν μείνει πίσω, ότι θα πάθουν τα ίδια με εκείνους, αν διαπράττουν ανοσιουργήματα.
(Η πράξη αυτή του Αλεξάνδρου περισσότερο από κάθε άλλη συγκράτησε σε τάξη τους λαούς που ο Αλέξανδρος κατέκτησε με τα όπλα ή που προσχώρησαν σε αυτόν θεληματικά και που ήταν τόσο πολλοί και απείχαν τόσο πολύ μεταξύ τους ότι δηλαδή δεν επιτρεπόταν στο βασίλειό του να αδικούν οι κυρίαρχοι τους υπηκόους τους). Ο Ηράκων τότε αθωώθηκε από την κατηγορία, λίγο όμως αργότερα τιμωρήθηκε και αυτός, επειδή άνθρωποι από τα Σούσα απέδειξαν ότι είχε συλήσει τον ναό των Σούσων.
Ο Στασάνωρ και ο Φραταφέρνης ήρθαν στον Αλέξανδρο με τους άνδρες τους φέρνοντας έναν μεγάλο αριθμό αχθοφόρων ζώων και πολλές καμήλες, μόλις πληροφορήθηκαν ότι πήρε τον δρόμο εκείνο που περνούσε μέσα από τη Γαδρωσία συμπεραίνοντας ότι θα πάθει ο στρατός του εκείνα τα οποία βέβαια έπαθε. Έφθασαν πράγματι έγκαιρα και αυτοί και οι καμήλες και τα αχθοφόρα ζώα· ο Αλέξανδρος τα μοίρασε όλα, στους αρχηγούς από ένα, σε άλλους κατά ίλες και εκατοντάδες, σε άλλους κατά λόχους, ανάλογα με το πόσα αχθοφόρα ζώα και καμήλες συνέβαινε να φθάνουν.
Μερικοί συγγραφείς έγραψαν ακόμη και τα εξής, που για μένα δεν είναι αξιόπιστα, ότι δηλαδή ο Αλέξανδρος συνένωσε δύο αρμάμαξες και ξαπλωμένος σε αυτές μαζί με τους εταίρους διέσχισε την Καρμανία υπό τους ήχους των αυλών, ενώ οι στρατιώτες ακολουθούσαν στεφανωμένοι και αστειευόμενοι· ότι είχαν στη διάθεσή τους τρόφιμα και όσα άλλα συντελούν στην πολυτέλεια κατά μήκος του δρόμου, που τα είχαν συγκεντρώσει οι κάτοικοι της Καρμανίας, και ότι την πομπή αυτήν την επινόησε ο Αλέξανδρος κατ᾽ απομίμηση της βακχικής πομπής του Διονύσου.
Γιατί υπήρχε η παράδοση και για τον Διόνυσο ότι, αφού υπέταξε την Ινδία, διέτρεξε με αυτόν τον τρόπο το μεγαλύτερο μέρος της Ασίας και ο ίδιος επονομάσθηκε Θρίαμβος και για τον λόγο αυτό ονομάσθηκαν θρίαμβοι και οι πομπές για τις πολεμικές νίκες. Αυτά όμως δεν τα αναφέρουν ούτε ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, ούτε ο Αριστόβουλος, ο γιος του Αριστόβουλου, ούτε κανένας άλλος συγγραφέας, τον οποίον θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει αξιόπιστο, ώστε να αντλήσει συμπεράσματα για τέτοια πράγματα. Και μόνο που έχω αναγράψει ότι αυτά δεν είναι αξιόπιστα, είναι για μένα αρκετό.
Ακολουθώντας όμως τον Αριστόβουλο αναφέρω και τούτο, ότι δηλαδή ο Αλέξανδρος πρόσφερε στην Καρμανία ευχαριστήρια θυσία για τη νίκη του κατά των Ινδών, και για την ασφαλή διέλευση του στρατού του από τη Γαδρωσία, και τέλεσε εκεί αγώνα μουσικό και γυμνικό. Ο Αριστόβουλος αναφέρει ακόμη ότι κατέταξε τον Πευκέστα στους σωματοφύλακες, αν και είχε πλέον αποφασίσει να τον διορίσει σατράπη της Περσίδας, ήθελε όμως πριν γίνει σατράπης να μην του στερήσει αυτήν την τιμή ως ένδειξη εμπιστοσύνης για τη δράση του στη χώρα των Μαλλών.
Μέχρι τότε ο Αλέξανδρος είχε εφτά σωματοφύλακες, τον Λεοννάτο, τον γιο του Αντέου, τον Ηφαιστίωνα, τον γιο του Αμύντορα, τον Λυσίμαχο, τον γιο του Αγαθοκλή, τον Αριστόνοο, τον γιο του Πεισαίου —αυτοί ήταν από την Πέλλα— τον Περδίκκα, τον γιο του Ορόντη από την Ορεστίδα, και από την Εορδαία τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, και τον Πείθωνα, τον γιο του Κρατεύα. Σε αυτούς πρόσθεσε ως όγδοο τον Πευκέστα, ο οποίος προφύλαξε με την ασπίδα τον Αλέξανδρο.
Στο μεταξύ ο Νέαρχος, αφού έπλευσε γύρω από τη χώρα των Ωρειτών και των Γαδρωσών και των Ιχθυοφάγων, κατέπλευσε στην κατοικημένη παραλία της Καρμανίας. Από εκεί ανέβηκε με λίγους άνδρες στο εσωτερικό και πληροφόρησε τον Αλέξανδρο για το ταξίδι του στην έξω θάλασσα.
Ο Αλέξανδρος τον έστειλε πάλι στην παραλία για να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι τη χώρα των Σουσιανών και τις εκβολές του Τίγρητα ποταμού. Θα γράψω σε ξεχωριστό σύγγραμμα όπου θα ακολουθώ τον ίδιο τον Νέαρχο, πώς αυτός έπλευσε από τον Ινδό ποταμό μέχρι την Περσική θάλασσα και το στόμιο του Τίγρητα, ώστε και εκείνο να είναι ένα ελληνικό έργο για τον Αλέξανδρο. Βέβαια αυτό θα γίνει ίσως αργότερα, εφόσον η διάθεσή μου και το θείο με παρακινήσουν.
Ο Αλέξανδρος διέταξε τον Ηφαιστίωνα να πάρει μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του στρατού, τα αχθοφόρα ζώα και τους ελέφαντες και να τα οδηγήσει από την Καρμανία στην Περσία ακολουθώντας τον παραλιακό δρόμο, γιατί τα παραθαλάσσια μέρη της Περσίας και ζεστά ήταν και αφθονία τροφίμων είχαν, καθώς η εκστρατεία γινόταν χειμώνα.
Ο ίδιος με τους πιο ελαφρά οπλισμένους από τους πεζούς, με τους εταίρους από τους ιππείς και με ένα μέρος από τους τοξότες προχώρησε προς τις Πασαργάδες της Περσίδας, ενώ τον Στασάνορα έστειλε στη χώρα που διοικούσε.
Όταν έφθασε στα όρια της Περσίδας, δεν βρήκε τον Φρασαόρτη να είναι πλέον σατράπης (γιατί είχε πεθάνει από αρρώστια, ενώ ακόμη ήταν στην Ινδία ο Αλέξανδρος). Την Περσίδα όμως διοικούσε ο Ορξίνης, ο οποίος δεν διορίσθηκε από τον Αλέξανδρο, αλλά έκρινε τον εαυτό του άξιο, επειδή δεν υπήρχε άλλος διοικητής, να κρατήσει σε τάξη τους Πέρσες για χάρη του Αλεξάνδρου.
Στις Πασαργάδες ήρθε και ο Ατροπάτης, ο σατράπης της Μηδείας, οδηγώντας τον Βαρυάξη, έναν άνδρα από τη Μηδεία, τον οποίο είχε συλλάβει, επειδή φόρεσε την τιάρα ορθή και ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Περσών και των Μήδων· μαζί με τον Βαρυάξη έφερε και όσους συνέπραξαν μαζί του στην επανάσταση και την αποστασία. Αυτούς φυσικά, ο Αλέξανδρος τους εκτέλεσε.
Ο Αλέξανδρος λυπήθηκε για την παραβίαση του τάφου του Κύρου, του γιου του Καμβύση, επειδή τον βρήκε ανοιγμένο και συλημένο, όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος. Γιατί στις Πασαργάδες μέσα στον βασιλικό κήπο ήταν ο τάφος του Κύρου εκείνου και γύρω από αυτόν είχαν φυτέψει δένδρα διαφόρων ειδών που σχημάτισαν άλσος, όπου από τα πολλά νερά είχε φυτρώσει πυκνή χλόη στο λιβάδι.
Ο τάφος ο ίδιος στο κάτω μέρος του είχε κατασκευασθεί σε σχήμα ορθογώνιο από πέτρες τετράγωνες, στο επάνω μέρος του υπήρχε λίθινο στεγασμένο οίκημα, με μικρή πόρτα που οδηγούσε προς τα μέσα, τόσο στενή, ώστε και ένας άνδρας μικρού αναστήματος με δυσκολία και με μεγάλη ταλαιπωρία μπορούσε να περάσει. Μέσα στο οίκημα είχε τοποθετηθεί χρυσή σαρκοφάγος, στην οποία είχε ταφεί το σώμα του Κύρου, και δίπλα στη σαρκοφάγο μία κλίνη· η κλίνη είχε πόδια από κατεργασμένο χρυσό και για κάλυμμα ένα βαβυλωνιακό χαλί και για στρωσίδι κόκκινα σκεπάσματα.
Επάνω στην κλίνη υπήρχαν μανδύες και άλλα ενδύματα βαβυλωνιακής κατεργασίας. Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι είχαν τοποθετηθεί εκεί και αναξυρίδες μηδικές και στολές βαμμένες σε χρώμα υακίνθου, άλλες πορφυρές και άλλες διαφόρων αποχρώσεων, καθώς και περιδέραια και περσικά ξίφη και ενώτια από χρυσό και από πολύτιμες πέτρες συγκολλημένες, και ότι είχε στηθεί ένα τραπέζι. Και στο μέσο της κλίνης είχε τοποθετηθεί η σαρκοφάγος με το σώμα του Κύρου.
Μέσα στον περίβολο, κοντά στην ανωφέρεια που οδηγούσε στον τάφο, υπήρχε μια μικρή κατοικία που είχε γίνει για τους Μάγους, οι οποίοι φύλαγαν τον τάφο του Κύρου από την εποχή ακόμη του Καμβύση, του γιου του Κύρου· για τη διαφύλαξή του τα παιδιά των Μάγων διαδέχονταν τους πατέρες τους. Κάθε μέρα ο βασιλιάς έδινε σε αυτούς ένα πρόβατο και ορισμένη ποσότητα αλευριού και κρασιού, καθώς και ένα άλογο κάθε μήνα, για να το θυσιάζουν στον Κύρο.
Επάνω στον τάφο υπήρχε επιγραφή στην περσική γλώσσα και σήμαινε τα εξής: «άνθρωπε, εγώ είμαι ο Κύρος, ο γιος του Καμβύση, ο οποίος έδωσα την εξουσία στους Πέρσες και έγινα βασιλιάς της Ασίας. Μη με φθονήσεις, λοιπόν, για το μνήμα μου».
Ο Αλέξανδρος (γιατί μέλημά του ήταν να επισκεφθεί τον τάφο του Κύρου, όταν θα νικούσε τους Πέρσες) βρήκε όλα τα άλλα μετακινημένα εκτός από τη σαρκοφάγο και την κλίνη. Οι τυμβωρύχοι είχαν κακοποιήσει ακόμη και το πτώμα του Κύρου, αφού αφαίρεσαν το κάλυμμα της σαρκοφάγου και έριξαν έξω τον νεκρό. Είχαν προσπαθήσει να κάμουν μικρή σε όγκο την ίδια τη σαρκοφάγο και έτσι εύκολη γι᾽ αυτούς στη μεταφορά, άλλα μέρη της αποκόβοντας και άλλα συντρίβοντας. Καθώς όμως η προσπάθειά τους αυτή δεν προχωρούσε, άφησαν τη σαρκοφάγο και έφυγαν.
Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι διατάχθηκε από τον Αλέξανδρο να διακοσμήσει από την αρχή τον τάφο του Κύρου, ότι τοποθέτησε μέσα στη σαρκοφάγο όσα μέρη του σώματος ήταν ακόμη ακέραια και έβαλε επάνω το κάλυμμα και αποκατέστησε όσα μέρη της σαρκοφάγου είχαν πάθει ζημιές· ότι άπλωσε ταινίες στην κλίνη, και όσα άλλα είχαν τοποθετηθεί σε αυτήν για διακόσμηση, τα αποκατέστησε και αριθμητικά και έτσι που να μοιάζουν με παλαιά. Εξαφάνισε επίσης τη μικρή πόρτα, άλλα μέρη της κλείνοντας με πέτρες και άλλα αποφράζοντας με πηλό, επάνω στον οποίο έβαλε τη βασιλική σφραγίδα.
Ο Αλέξανδρος συνέλαβε τους Μάγους που φύλαγαν τον τάφο και τους υπέβαλε σε βασανιστήρια, για να φανερώσουν τους δράστες· αλλά αυτοί, αν και βασανιζόμενοι, δεν φανέρωσαν κανέναν ούτε από τους δικούς τους ούτε άλλον. Επειδή αποδείχθηκε ότι δεν είχαν οποιαδήποτε γνώση του πράγματος, ο Αλέξανδρος τους άφησε ελεύθερους.
Από εκεί ο Αλέξανδρος προχώρησε προς τα ανάκτορα των Περσών, τα οποία πρωτύτερα ο ίδιος πυρπόλησε, όπως ανέφερα τότε που κατέκρινα την πράξη· αλλά ούτε και ο ίδιος ο Αλέξανδρος την ενέκρινε, όταν επέστρεψε. Κυκλοφορούσαν, λοιπόν, πολλά από τους Πέρσες και εναντίον του Ορξίνη, ο οποίος τους διοικούσε αφού πέθανε ο Φρασαόρτης.
Αποδείχθηκε πράγματι ότι ο Ορξίνης είχε συλήσει ναούς και βασιλικούς τάφους και ότι θανάτωσε άδικα πολλούς Πέρσες. Αυτόν, λοιπόν, τον κρέμασαν εκείνοι που όρισε ο Αλέξανδρος. Σατράπη της Περσίας όρισε τον Πευκέστα τον σωματοφύλακα, και επειδή τον θεωρούσε πολύ έμπιστό του, εξαιτίας κυρίως του κατορθώματος στη χώρα των Μαλλών, όπου διακινδύνευσε και έσωσε μαζί με άλλους τον Αλέξανδρο, και επειδή ο Πευκέστας κατά τα άλλα δεν διαφωνούσε με τον βαρβαρικό τρόπο ζωής.
Το απέδειξε αμέσως μόλις έγινε σατράπης των Περσών, οπότε μόνος από τους άλλους Μακεδόνες φόρεσε τη μηδική στολή, έμαθε τέλεια την περσική γλώσσα και σε όλα τα άλλα συμμορφώθηκε με τους περσικούς τρόπους. Για τους λόγους αυτούς βέβαια και ο Αλέξανδρος τον επαινούσε και οι Πέρσες χαίρονταν, επειδή προτιμούσε τα δικά τους έθιμα από τα έθιμα των προγόνων του.
Τα σχόλια είναι κλειστά.